Η αιτία που κάτι περνάει από την ανυπαρξία στην ύπαρξη είναι η σύνθεση ή ποίηση(4tel)

(ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΑΠΟ 8/09/17)

Ο ποιητής – δημιουργός 

Μπορεί η ποίηση να μη γράφεται με ιδέες, όμως ιδεολογία και αισθητική συνυφαίνονται στο έργο των ποιητών και των διανοουμένων. Ο “λαός” της ποίησης θεωρείται από τους θεράποντες της τέχνης ως ο θεματοφύλακας της γνήσιας ταυτότητας του έθνους. Ο ποιητής διδάσκεται από το λαό και έπειτα ομιλεί εξ ονόματος του λαού. Θεωρεί ότι ταυτίζεται μαζί του και συστήνεται και ο ίδιος ως “λαός”. Η ανθρώπινη Κοινωνία ως “Λαός” – “Έθνος” και η Ιστορία επέβαλαν μετά τη Γαλλική Επανάσταση μια νέα οντολογία παίρνοντας τη θέση του προσωπικού χριστιανικού θεού, ενώ οι ποιητές λειτουργούν ως ιεροφάντες του Λαού και της Ιστορίας 42. Πρόκειται για μια σχοινοβασία πραγματικά επικίνδυνη, ιδιαίτερα όταν ο ποιητής αποκομμένος από τον κόσμο της εμπειρίας επιδιώκει να εκφράσει μέσω της τέχνης του ιδέες και ιδεολογήματα. Αρχής γενομένης με το ρομαντισμό του 19 ου αιώνα, η απολυτοποίηση της αισθητικής οδηγεί στην τυραννία της τέχνης πάνω στη ζωή (Isaiah Berlin). Το ρομαντικό Εγώ του ποιητή καταλαμβάνει τότε τη θέση του θεού – δημιουργού λειτουργώντας αυθαίρετα και σε αντίθεση με την πραγματικότητα της εμπειρίας. Ο ποιητής στην περίπτωση αυτή παίζει το ρόλο που διαδραματίζει στον πλατωνικό Τίμαιο ο θεός – δημιουργός (τεχνίτης) 43.  Η γενιά του ’30 ανέλαβε το δύσκολο έργο να αποδώσει στο πεδίο της τέχνης την ελληνικότητα. Σε μια εποχή τρικυμιώδη (Μικρασιατική καταστροφή, Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος, Εμφύλιος, Μετεμφυλιακή Περίοδος) έδωσε με τα μέσα της τέχνης τον ορισμό της ελληνικής ταυτότητας. Ο ορισμός αυτός βασίστηκε σε έναν τολμηρό διάλογο με την παράδοση, ο οποίος κατέληξε στην επανίδρυση της παράδοσης με όρους σύγχρονους. Οι τεχνίτες – μάστορες (έτσι αποκαλούν τους εαυτούς τους ο Σεφέρης 44 και ο Ελύτης) έχτισαν το σκαρί της νεοελληνικής ταυτότητας, προσπαθώντας να διασώσουν ενωμένη μέσα σ’ αυτό την καθημαγμένη από τους πολέμους και χωρισμένη ιδεολογικά και πολιτικά νεοελληνική κοινωνία. Τα υλικά τους, όπως οι ίδιοι διαβεβαίωναν, δεν ήταν ιδέες αλλά προέρχονταν από τη ζωντανή παράδοση του λαού και τα συστατικά στοιχεία του ελληνικού τοπίου. Το σκαρί τους αποδείχτηκε καλοτάξιδο. Άντεξε στη φουρτούνα των ιδεολογιών της μεταπολεμικής εποχής. Πέρασε τις συμπληγάδες της ιδεολογίας και της αισθητικής με μικρές ζημιές. Σήμερα φαίνεται να έχει παροπλιστεί, έχοντας εκπληρώσει πια την αποστολή του. Ανήκει πλέον στην παράδοση. Η γενιά του ’30 έχει πια αποχωρήσει από το προσκήνιο. Ο κανόνας της ελληνικότητας που αυτή η γενιά διαμόρφωσε αμφισβητείται σήμερα από πολλές μεριές. Οι ιστορικοί και οι κοινωνιολόγοι εντοπίζουν στον κανόνα αυτόν ιδεολογήματα. Τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης αντιμετωπίζουν τις υποθήκες της γενιάς αυτής ως παρωχημένο μουσειακό είδος ή τις διαστρέφουν κατασκευάζοντας μια εικόνα νεοελληνικής ταυτότητας φολκλορική ,κατάλληλη για τουριστική χρήση. Ο απλός “λαός”, που λειτούργησε για τη γενιά του ’30 ως σύμβολο ενότητας, έχει υποστεί σήμερα ως σύνθημα πλέον τις συνέπειες του άκρατου λαϊκισμού μέσα στην αρένα της πολιτικής ρητορικής. Η ανάγκη επαναπροσδιορισμού της ταυτότητάς μας φαίνεται να προβάλλει και πάλι επιτακτικά στις μέρες μας.  Σε μια εποχή όπου κάθε είδος αυθεντίας αμφισβητείται, δεν μπορεί να διαδραματίσει ο ποιητής και ο διανοούμενος το ρόλο που διαδραμάτιζε κατά το παρελθόν στη διαμόρφωση της συλλογικής ταυτότητας. “Αλλ’ από τη στιγμή που παύουν ν’ ακολουθούν το νήμα της φωνής των ποιητών τους οι λαοί βαδίζουν κατευθείαν στην άβυσσο…” (Το χρονικό μιας δεκαετίας ) 45, γράφει ο Ελύτης, υπερεκτιμώντας προφανώς το λόγο των ποιητών. Σήμερα οι ποιητές και οι διανοούμενοι πρέπει να αρκεστούν σ’ έναν πιο ταπεινό ρόλο. Ο λόγος τους δεν διεκδικεί καμιά υπεροχή έναντι των άλλων. Ούτε άλλωστε μπορούν να περιφρονήσουν τους μηχανισμούς της σύγχρονης πολιτισμικής βιομηχανίας των ΜΜΕ.  Η αγορά και οι κανόνες της διέπουν στις μέρες μας και το χώρο όπου διαμορφώνεται η συλλογική ταυτότητα. Η βιομηχανία του θεάματος δημιουργώντας την ψευδαίσθηση της συμμετοχής οδηγεί σε μια πρωτόγνωρη εμπειρία βίωσης της ταυτότητας. Παλαιότερα η συλλογική ταυτότητα στηριζόταν σε ένα αίσθημα διαρκούς σύνδεσης, σήμερα παρακολουθεί την πλημμυρίδα και την άμπωτη της βιομηχανίας του θεάματος που ελέγχεται από τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης. Η συμμετοχή σε μια διαδήλωση, η παρακολούθηση μιας συναυλίας, ακόμη και η συμμόρφωση με την τελευταία μόδα σε ό,τι αφορά το ντύσιμο αποτελούν χώρους στους οποίους βιώνει το άτομο για περιορισμένο χρόνο και σε συγκεκριμένο τόπο το αίσθημα της συλλογικής ταυτότητας 46. Και σε τέτοιους χώρους η σκηνοθεσία διαδραματίζει φυσικά σημαντικό ρόλο.  Μ’ αυτές τις συνθήκες κανείς ορισμός της συλλογικής ταυτότητας με βάση έναν συγκεκριμένο εθνικό κανόνα δεν μπορεί να διεκδικήσει πλέον καθολική ισχύ στη σύγχρονη εποχή της “παγκοσμιοποίησης”. Κανείς άλλωστε σήμερα δεν διαθέτει το κύρος της αναγνωρισμένης από όλους “αυθεντίας” (auctoritas), ώστε να ορίσει την ελληνική ταυτότητα, χωρίς να αντιμετωπίσει την καχυποψία των άλλων. Αν παραδεχτούμε το γεγονός αυτό και με ειλικρίνεια ομολογήσουμε την αδυναμία μας να συμφωνήσουμε στη διατύπωση ενός ορισμού της ελληνικότητας, έχουμε κάνει το πρώτο βήμα για τη μετάβαση από την ιδέα στο βίωμα της συλλογικής μας ταυτότητας. Παραιτούμενοι από την ατελέσφορη πια προσπάθεια προσηλυτισμού των άλλων στη δική μας “ορθή” ιδέα περί ελληνικότητας, βιώνοντας την απόγνωση της κατάρρευσης των ιδεολογιών σε μια κατακερματισμένη από την άποψη του νοήματος εποχή, επιθυμώντας ωστόσο τη συνάντησή μας με τους άλλους και αποβλέποντας στην ενότητα της κοινωνίας μας, μπορούμε να αρχίσουμε να συνομιλούμε μεταξύ μας χωρίς συνθήματα, χωρίς έπαρση, χωρίς ιδεολογική προκατάληψη. Το ζητούμενο δεν είναι σήμερα ο ορισμός της συλλογικής μας ταυτότητας, αλλά η βίωσή της. Και από τη συμμετοχή μας σ’ αυτή την ατέρμονη συζήτηση περί ταυτότητας κερδίζουμε τουλάχιστον το αίσθημα της ενότητας είτε ως βιωμένη πραγματικότητα είτε ως αίτημα προς πραγμάτωση. Κερδίζουμε το αίσθημα ότι είμαστε σε θέση συνομιλώντας να συγκροτούμε μια ολότητα, μια κοινωνία, η οποία αν και δεν είναι σε θέση να ορίσει τον εαυτό της μπορεί ωστόσο να βιώσει την ενότητά της, κάποιες στιγμές έστω… 

TELOC

Δημήτρης Βλάχος.

Η σχοινοβασία του ποιητή – δημιουργού

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

42 Carl Schmitt, Politische Romantik , Duncker & Humblot GmbH, Berlin, 1998 6, σελ. 68. 

43 Πλάτων, Τίμαιος , εισαγωγή – μετάφραση – σχόλια Βασίλης Κάλφας, εκδ. ΠΟΛΙΣ, Αθήνα 1995, σελ. 65 – 105 (Ο πλατωνικός Δημιουργός). 

44 “…Ο θεωρητικός θεωρεί. ο ποιητής, όσο και να τον κατοικούν οι θεοί, φτιάνει, είναι homo faber: πρακτικός άνθρωπος…”, Σεφέρης, Δοκιμές Α’, σελ. 159. “Είχα πάντα την ανάγκη της μαθητείας, όπως λέμε μαθητεία στη χειροτεχνία…”, Σεφέρης, Δοκιμές Β’, σελ. 249. 

45 Ελύτης, Ανοιχτά Χαρτιά , σελ. 397

 46 Giesen , Kollektive Idenditat …, σελ. 331 – 333.

Advertisements
Posted in POECIA=ΠΟΙΗΣΗ | Tagged , , , , | Leave a comment

ΠΟΕΣΙΣ ΑΝΔ ΜΥΣΙΚ WAS AND STILL IS A LOGOS OF IRENE (4)

(BEING CONTINUED FROM  07/09/17)

2.1.2. The Ballad of Mauthausen

A very recent survey of the Special Eurobarometer 399 on cultural access andparticipation (published in November 2013) concluded that the European culture loses groundand efforts should be concentrated to bring it at the heart of people’s interest. A Europedetached from its cultural background will face more difficulties to establish its politicalintegrity, since, according to Etienne Balibar, the invention of the form of a pluralistic statethat exceed the contrast between the “national sovereignty” and the “continental hegemony” along with an open cultural process, where all the European nations can indiscriminately takepart, are sine qua non elements30.Through the spectrum of cultural diplomacy, it has been already proposed aPan-European campaign concerning the return of culture at the forefront of the Europeanaffairs, where Greece can play a pivotal role 31 .

Based on the European CulturalConvention (1954), the article 128§1 of the Maastricht Treaty, the principle of subsidiarityand thus the principle of cultural equivalence that Greece has proposed during thenegotiations of this article as well as on Ioannis’s Kapodistrias vision of a united Europe thatcould establish global peace32, it is argued here that Europe has indeed common history andtherefore common historical memories, especially in modern times that could lead torealization and sensitization over the common culture of the European edifice, which canunite people on an emotional level. Such a view could be seen through the Ballad of Mauthausen by Iakovos Kampanellis and Mikis Theodorakis.This cycle of songs was composed in 1966, when Iakovos Kambanellis presented hissongs at Mikis’s Theodorakis home. The poems constitute an autobiographical chronicle,based on their writer’s experiences, when he was a political prisoner for two and half years inthe Nazi concentration camp in Austria during the Second World War. The composer,hearkening the elegiac character of Kambanellis’s work, decided to underpin it by the timbreof the violoncello, the flute and the tambours, while the use of new and modern musicalcolors, as the electric guitar is, was perfectly supported by Maria’s Farantouri voice, whoactually made her debut with these songs. As Theodorakis admits, he set the poems to music,since, apart from his own experiences of imprisonment during the Italian and the Germanoccupation, he realized that this was the only way to get close to young people and remindthem of a time of history we should not forget. Even if at first sight, the songs of Mauthausenseem to be destined to reach people who had suffered from fascism and fought against it, theirchief destination is to sensitize all people not to lose sight of the crime of the Nazis, as it is theonly way for such things never to happen again; besides Theodorakis still commits himself toprotect the younger generations from this danger and remains a leading example to follow33.

Kambanellis recounts events that do enliven the recent common European historical memoryand can unite people through emotions, since this work is not only a condemnation to war andthe violence or frenzy it implies, but also a hymn to love, which is able to flourish even in anightmarish environment and keep alive the hope for life34. It is noteworthy that in April1995, in the London Times Literary Supplement, the review over an anthology of poemsconcerning the Bible and the Holocaust (“Modern Poems on the Bible” by D.Curson), the“Song of the Songs” of the Ballad of Mauthausen was the one of the two summital poems onthe subject.

The Ballad of Mauthausen has already been presented in numerous concerts around theworld. In Israel, it is considered to be equivalent to the national anthem, while the mostmoving performance was undoubtedly its global premiere inside the German concentrationcamp “Mauthausen” in 1988, attended by the then Chancellor of Austria Franz Vranitzky,having at his side Iakovos Kambanellis. The later concert was held in three languages: MariaFarantouri sung the original songs in Greek, Elinoar Moav in Jewish and Gisela May inGerman; it was attended by tens of thousands of people from all over Europe, honoring thememory of the 122,797 victims of Nazi atrocities (3,700 Greeks among them), who had left  their last breath in the crematoria of Mauthausen during WWII35. In its current form, thesongs are performed by Maria Farantouri (Greek), Elinoar Moav – Veniadis (Jewish) andNandia Weiberg (English).The Ballad of Mauthausen could serve the purposes of an original Greek culturaldiplomatic proposal that shares a direct reference to the European affairs on the one side,underlying the principles on which Europe has been founded, while the questions this musicalcycle treats have international repercussions in any case. As History shows its menace facefor once again, the honest Greek contribution towards a friendly and peaceful world seemsmore than incumbent.

2.1.3. Axion Esti

In the end of 1959, Elytis brought out his monumental work Axion Esti, after a longabsence from the poetic scene that demonstrates the travails he passed through in order togive birth to such a poetic composition. Mikis Theodorakis has begun to elaborate on thissplendid poem since 1960 and after four years of incessant work, the first official presentationof the oratorio Axion Esti took place in 1964 at the Kotopouli Theater (“Rex”). This oratoriois written for a narrator, a chanter (a baritone), a popular singer, a mixed choir, a popular anda symphonic orchestra and constitutes an intersection point both in the Modern Greek Poetryand Music36; it has been characterized as the Bible of the Hellenism, since it runs through theentire historical period of the Greek nation, from the genesis ‘of this small, this great world!’up to the prophetic insight that stacked up during the dictatorship (1967-1974). Elytis writesthat when he was in Paris and Greece suffered by the war, he felt the need for a prayer (in theform of an ecclesiastical liturgy) to protest against this injustice. And so the Axion Esti wasborn37.

Theodorakis, through the musical setting of this poem, surprised the audience, since hemanaged to reconcile the purely popular song with the modern symphonic styles of popularmusic, trying not to betray the goal of the poet. In his writings and interviews, Theodorakisadmits that he probably had two models in mind: the first was the Bach’s oratorios with thearias, recitatives and choral techniques. The other was the Orthodox Divine Liturgy, wherethe chanting of the priests, the reading of the Gospels and the chants of the right and leftchanter rotate in dialogue; these three key elements in both cases guided his final option inorchestration, which had to be extended to the entire work so as not to lose its unity andespecially not affect its poet’s intention38.Axion Esti seems to culminate the contribution of the Modern Greek Poetry set to Musictowards the rest of the world; but how is this compatible to the principles of culturaldiplomacy? According to Yannaras39, the Orwellian world of nowadays can be rebutted by astrong inner need of self-determination, which will allow no space for cultural alienation;language represents one of the propelling cultural factors in order to implement such a vision.Rife with meanings, the richness of the Greek language is without doubt an unquestionableand fruitful cultural advantage, able to converse with other cultures, provided that itstreatment refrains from any rhetoric boasting of the linguistic potentials it embodies; besides,any reference should be accompanied by recent evidence and no space for anachronisticattitudes should be left.Axion Esti seems to summarize the very substance of Greek language both to its literaryand musical form, while it also addresses questions that still penetrate Modern Greece: the question of national identity and the actual presence of popular tradition40. These two keyelements, existentially related to the Greek adventure over time, can naturally get togetherwithin Orthodoxy and the Byzantine tradition, which should be incorporated in the newdogma of an effective Greek cultural diplomacy.

The Byzantine empire along with theOrthodox tradition have ingrained cultural roots with the Slavic world and are thecommunication channel with the rest people as they still set up a meaningful point ofreference, when culture is in question; besides, Orthodoxy stands as an equal component ofthe European culture, since it incorporates principles and structures of the Greco-Romantradition, while Russia and Diaspora meet their cultural soul mate thereto41.Furthering these arguments, Simon Mark42 notices that cultural diplomacy is notexercised only through “targeting audiences in other countries with manifestations of theculture of the ‘sending’ state”, but it also fulfills its mission when reciprocal manifestationstake place and help to advance both parties’ interests. Such an instance took place in Pretoriain 1998 in honor of Nelson Mandela, where Axion Esti demonstrated what high values reflectsas a work.Nelson Mandela, the great African leader and the staunch fighter for human rights andthe liberation of the people, spent almost all his life in prison and became the symbol ofliberty around the world.

However, two Greeks marked forever his struggle: the first citizenof South Africa, the lawyer George Bizos and the Greek composer Mikis Theodorakis.George Bizos gave great battles against the racist policy of “apartheid” and stood alongsideMandela at risk of his life, while Mikis Theodorakis, as Chairman of the Committee for therelease of Mandela, fought in his own way through the concerts he gave in the countries hewas visiting, inviting the international community to help the freedom of Greek and SouthAfrican people. Soon after the political change and as a result of the excellent relationsbetween Greece and South Africa, the General Secretariat for Greeks Abroad, in cooperationwith the Greek Embassy in Pretoria, organized two concerts with Mikis Theodorakis inNovember 1998. The presence of the composer and the presentation of the oratorio Axion Estiin Pretoria was an unforgettable experience for all those people who attended it. Particularlymoving moments were offered by the choir of white and black faces singing, “all children ofthe same country” as Mikis Theodorakis called them after the concert43.As matter of course, Axion Esti seems to condense all aforementioned goals, principlesand efforts cultural diplomacy should focus on. The sense of ‘Greekness’ it exudes togetherwith the ideals for Struggle and Culture that penetrate the whole composition, can bringpeople together.

Mikis Theodorakis encourages us to “let out the soul of our music to emergeintact, dressed with hoar-frost and dew […] and sing the sorrows and hopes of Hellenism”44.Let’s embrace the souls of people, committed to shield their uniqueness, we could add.

(TO BE CONTINUED)

Μaria Athanassiou

M.A. in Art, Law and Economy, International Hellenic University. Ph.D. candidate,
International Center for Music Studies, University of Newcastle upon Tyne.

NOTES

30 (Eleni Tzoumaka 2005, 96-97)

31 (Ibid, 35)

32 (George Christoyannis 2006, 154-155 and 200

33 (Yannis Flessas 1994, 11-12,23).

34 (Andreas Brandes in Mikis Theodorakis 1997, 148-149)

35 (George Logothetis 2004, 92)

36 (Yannis Flessas 1994, 21)

37 (Odysseas Elytis 2000, 19-20)

38 (Mikis Theodorakis 1997, 135)

39 (Christos Yannaras 2001, 76 and 156-157)

40 (George Bramos 1993, 12)

41 (Giagkos Andreades in Eleni Tzoumaka 2005, 64)

42 (Simon Mark 2009, 11)

43 (George Logothetis 2004, 201-204)

44 (Ibid, 89)

Posted in POECIA=ΠΟΙΗΣΗ | Tagged , , , , | Leave a comment

ΕΝ ΤΟΙΣ ΑΡΧΑΙΟΙΣ ΕΚΕΙΝΟΙΣ ΚΑΙΡΟΙΣ ΟΤΕ ΤΟ ΠΟΙΕΙΝ ΕΓΕΝΕΤΟ ΠΟΙΗΜΑ (6e)

( ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ ΑΠΟ  6/09/2017)

5.62 ΤΟΥ ΑΥΤΟΥ

Οὔπω σου τὸ καλὸν χρόνος ἔσβεσεν͵ ἀλλ΄ ἔτι πολλὰ
   λείψανα τῆς προτέρης σῴζεται ἡλικίης͵
καὶ χάριτες μίμνουσιν ἀγήραοι͵ οὐδὲ τὸ καλὸν
   τῶν ἱλαρῶν μήλων ἢ ῥόδον ἐξέφυγεν.
ὢ πόσσους κατέφλεξε τὸ πρὶν θεοείκελον ἄνθος͵
   [ἡνίκα πρωτοβόλων λάμπεν ἀπὸ βλεφάρων].

Εἰς ἀνώνυμόν τινα γυναῖκα

Το κάλλος σου δεν το έσβησεν ακόμα ο χρόνος, κι έχουν μείνει
    πάμπολλα ίχνη από την προηγούμενη ομορφιά σου.
Αγέραστες οι χάρες σου· ο χυμός δεν έχει αυτομολήσει
    από τα ωραία σου μήλα ούτε απ’ το ρόδο1 σου η σαγήνη.
Πόσους, αλήθεια, ο θεϊκός σου ανθός δεν θα είχε πυρπολήσει,
    <όταν φωτιά παρθένα εξέπεμπαν τα βλέφαρα σου>.

1. Ρόδον είναι ένας από τους αμέτρητους ευφημισμούς πού δηλώνουν, ήδη από την Αρχαία Κωμωδία, το γυναικείο αιδοίο.

Μετάφραση-Σχόλια Ν. Χουρμουζιάδη

Studio di Nudo I

5.66 ΡΟΥΦΙΝΟΥ

Εὐκαίρως μονάσασαν ἰδὼν Προδίκην ἱκέτευον͵
   καὶ τῶν ἀμβροσίων ἁψάμενος γονάτων·
Σῶσον͵ ἔφην͵ ἄνθρωπον ἀπολλύμενον παρὰ μικρόν͵
   καὶ φεῦγον ζωῆς πνεῦμα σύ μοι χάρισαι.
ταῦτα λέγοντος ἔκλαυσεν· ἀποψήσασα δὲ δάκρυ͵
   ταῖς τρυφεραῖς ἡμᾶς χερσὶν ὑπεξέβαλεν.

Εἰς Προδίκην ἑρωμένην

Βρήκα —τί τύχη!— την Προδίκη μόνη και τις παρακλήσεις
    άρχισα πέφτοντας εμπρός στα αμβρόσια γόνατα της:
«Σώσε έναν άνθρωπο», της είπα· «σβήνει, χάνεται σε λίγο·
    μιά ακόμα ανάσα ζωής μην αρνηθείς να του χαρίσεις».
Έκλαψε ακούοντας με· ύστερα σκούπισε τα δάκρυα της
    και με τα τρυφερά της χέρια με έσπρωξε να φύγω.

Μετάφραση Ν. Χουρμουζιάδη

5.69 ΡΟΥΦΙΝΟΥ

Παλλὰς ἐσαθρήσασα καὶ ῞Ηρη χρυσοπέδιλος
   Μαιονίδ΄ ἐκ κραδίης ἴαχον ἀμφότεραι·
Οὐκέτι γυμνούμεσθα· κρίσις μία ποιμένος ἀρκεῖ·
   οὐ καλὸν ἡττᾶσθαι δὶς περὶ καλλοσύνης.

Εις Μαιονίδα κόρην.

Βλέποντας η Παλλάδα και η Ήρα η χρυσοπέδιλη
    τη Μαιονίδα, απ’ την καρδιά τους στέναζαν κι οι δύο:
«Πια δεν ξεγυμνωνόμαστε· μια κρίση βοσκού φτάνει·
    ωραίο δεν είναι δυο φορές για ομορφιά να νικιέσαι»1.

1. δύο φορές για ομορφιά να νικιέσαι: αναφέρεται στην κρίση του Πάρη. Βλ. και τα επιγρ. 35 και 36.

Μετάφραση-Σημειώσεις: Κ. Χωρεάνθης

5.70 ΤΟΥ ΑΥΤΟΥ

Κάλλος ἔχεις Κύπριδος͵ Πειθοῦς στόμα͵ σῶμα καὶ ἀκμὴν
   εἰαρινῶν Ὡρῶν͵ φθέγμα δὲ Καλλιόπης͵
νοῦν καὶ σωφροσύνην Θέμιδος καὶ χεῖρας Ἀθήνης·
   σὺν σοὶ δ΄ αἱ Χάριτες τέσσαρές εἰσι͵ Φίλη.

Εἰς ἑταίραν εὔμορφον.

Έχεις ομορφιά Κύπριδας, στόμα Πειθώς1, σώματος άνθος
    των ανοιξιάτικων Ωρών2, φωνή Καλλιόπης,
μυαλό και σωφροσύνη Θέμιδας3, χέρια Αθw┰Ķ��br>     μ’ εσένα οι Χάριτες4 τέσσερις είναι, Φίλη.

1. στόμα Πειθώς: η Πειθώ, θεότητα στη συνοδεία της Αφροδίτης.

2. των ανοιξιάτικων Ωρών: οι Ώρες ήταν θεότητες των καιρών και του χρόνου. Στην αρχή ήταν δύο γνωστές: η Θαλλώ και η Καρπώ. Αργότερα πλάστηκαν τρεις: η Ευνομία, η Δίκη και η Ειρήνη, θυγατέρες του Δία και της Θέμιδας.

3. σωφροσύνη Θέμιδας: η Θέμιδα (Θέμις) ήταν πανάρχαιη θεότητα της φυσικής δικαιοσύνης και των νόμων, τιτανίδα, κόρη της Γαίας. Αναφέρεται και ως σύζυγος του Δία.

4. Χάριτες: και οι Χάριτες ήταν τρεις: Ευφροσύνη, Αγλαΐα, Θαλία.

Μετάφραση-Σημειώσεις: Κ. Χωρεάνθης

Nudo Seduto, Modigliani

5.71 ΤΟΥ ΑΥΤΟΥ͵ οἱ δὲ ΠΑΛΛΑΔΑ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΩΣ

Πρωτομάχου πατρὸς καὶ Νικομάχης γεγαμηκὼς
   θυγατέρα͵ Ζήνων͵ ἔνδον ἔχεις πόλεμον.
ζήτει Λυσίμαχον μοιχὸν φίλον͵ ὅς σ΄ ἐλεήσας
   ἐκ τῆς Πρωτομάχου λύσεται Ἀνδρομάχης.

Σκωπτικὸν εἰς γυναῖκα Ζήνωνος

Του Πρωτομάχου1 και της Νικομάχης αφού έχεις παντρευτεί
    τη θυγατέρα, Ζήνωνα, τη μάχη αρχινάς μέσα.
Ζήτα το μοιχό φίλο σου Λυσίμαχο, που θα σε λυπηθεί
    κι από την Ανδρομάχη του Πρωτομάχου θα σε λυτρώσει.

1. του Πρωτομάχου…: το επίγρ., εξαιτίας του σκωπτικού του περιεχομένου, αποδίδεται από άλλους στον Παλλαδά τον Αλεξανδρέα (4ος/5ος αι. μ.Χ.). Ο ποιητής παίζει με τα ονόματα, των οποίων το δεύτερο συνθετικό είναι το ρ. μάχομαι (- μάχος, – μάχη). «Λυσίμαχος»: αυτός που λύνει, σταματά τις μάχες. «Ανδρομάχη»: αυτή που μάχεται, μαλώνει με τον άντρα της.

Μετάφραση-Σχόλιο Κ. Χωρεάνθης

5.72 ΤΟΥ ΑΥΤΟΥ

Τοῦτο βίος͵ τοῦτ΄ αὐτό· τρυφὴ βίος· ἔρρετ΄͵ ἀνῖαι.
   ζωῆς ἀνθρώποις ὀλίγος χρόνος. ἄρτι Λυαῖος͵
ἄρτι χοροὶ στέφανοί τε φιλανθέες͵ ἄρτι γυναῖκες.
   σήμερον ἐσθλὰ πάθω͵ τὸ γὰρ αὔριον οὐδενὶ δῆλον.

Εδώ είναι η ζωή, και μόνο εδώ: χαρά ζωής — έγνοιες χαθείτε!
   Του ανθρώπου ο βίος τόσο σύντομος! Κρασί κάποιος να φέρει,
ευθύς στεφάνια πλέξτε, εμπρός χορό· γυναίκες, μην αργείτε.
   Σήμερα ας ζήσω ωραία — ποιό είναι το αύριο κανείς δεν ξέρει.

Μετάφραση Ν. Χουρμουζιάδη

5.73 ΡΟΥΦΙΝΟΥ

Δαίμονες͵ οὐκ ᾔδειν͵ ὅτι λούεται ἡ Κυθέρεια͵
    χερσὶ καταυχενίους λυσαμένη πλοκάμους.
ἱλήκοις͵ δέσποινα͵ καὶ ὄμμασιν ἡμετέροισι
    μήποτε μηνίσῃς θεῖον ἰδοῦσι τύπον.
νῦν ἔγνων· Ροδόκλεια καὶ οὐ Κύπρις. εἶτα τὸ κάλλος
    τοῦτο πόθεν; σύ͵ δοκῶ͵ τὴν θεὸν ἐκδέδυκας.

Εἰς Ῥοδόκλειάν τινα ἑταίραν ὡραίαν

Ώ θεοί! δεν είχα ιδέα ότι η Αφροδίτη παίρνει το λουτρό της
    κι η κόμη της ελεύθερη σκέπει τον τράχηλό της!
Δείξε έλεος, θεά μου! την οργή σου η χάρη σου ας μη στρέψει
    στα μάτια μου, που αντίκρισαν τη θεϊκή μορφή σου1.
Λάθος! πήρα για Κύπρη τη Ροδόκλεια — πες μου όμως, η δική σου
    τόση ομορφιά από πού; μήπως έχεις τη θεά ληστέψει;

1. Τη χειρότερη μορφή ιεροσυλίας αποτελούσε η θέαση μιας θεάς στη γυμνότητά της — τυπική η περίπτωση του νεαρού Ακτέωνα, που τόλμησε να δει την Άρτεμη λουόμενη, με αποτέλεσμα να τον μεταμορφώσει η θεά σε ελάφι και να τον παραδώσει βορά στα κυνηγόσκυλά του.

Μετάφραση Ν. Χουρμουζιάδη

Modigliani

5.74 ΤΟΥ ΑΥΤΟΥ

Πέμπω σοι͵ Ροδόκλεια͵ τόδε στέφος͵ ἄνθεσι καλοῖς
    αὐτὸς ὑφ΄ ἡμετέραις πλεξάμενος παλάμαις.
ἔστι κρίνον ῥοδέη τε κάλυξ νοτερή τ΄ ἀνεμώνη
    καὶ νάρκισσος ὑγρὸς καὶ κυαναυγὲς ἴον.
ταῦτα στεψαμένη͵ λῆξον μεγάλαυχος ἐοῦσα·
    ἀνθεῖς καὶ λήγεις καὶ σὺ καὶ ὁ στέφανος.

Εἰς τὴν αὐτὴν Ῥοδόκλειαν

THE MAIDEN’S POSY

I send thee, Rhodocleia, this garland, which myself have twined of fair flowers beneath my hands; here is lily and rose-chalice and moist anemone, and soft narcissus and dark-glowing violet; garlanding thyself with these, cease to be high-minded; even as the garland thou also dost flower and fall.

Μετάφραση J. W. Mackail

5.75 ΤΟΥ ΑΥΤΟΥ

Γείτονα παρθένον εἶχον Ἀμυμώνην Ἀφροδίτην͵
    ἥ μου τὴν ψυχὴν ἔφλεγεν οὐκ ὀλίγον.
αὕτη μοι προσέπαιζε καί͵ εἴ ποτε καιρός͵ ἐτόλμων.
    ἠρυθρία. τί πλέον; τὸν πόνον ᾐσθάνετο.
ἤνυσα πολλὰ καμών. παρακήκοα νῦν͵ ὅτι τίκτει.
    ὥστε τί ποιοῦμεν; φεύγομεν ἢ μένομεν;

Εἴς τινα παρθένον φθαρείσαν ὑπ’ αὐτοῦ

Γειτονοπούλα μου ήταν, ώ Αφροδίτη,
κάποια παρθένα, η Αμυμώνη,
που την ψυχή βαθιά μου πυρπολούσε.
Μαζί μου παιζογέλαγε κι αν έβρισκα
την ευκαιρία καμιά φορά, τολμούσα·
κοκκίνιζε, τί άλλο; Ένιωθε πόνο· τέλος
με πολλούς κόπους πέτυχα. Και τώρα
μαθαίνω πως γεννάει. Λοιπόν τί κάνω;
Να φύγω ή να μείνω;

Μετάφραση Τ. Ρούσσου

5.76 ΤΟΥ ΑΥΤΟΥ

Αὕτη πρόσθεν ἔην ἐρατόχροος͵ εἰαρόμασθος͵
   εὔσφυρος͵ εὐμήκης͵ εὔοφρυς͵ εὐπλόκαμος.
ἠλλάχθη δὲ χρόνῳ καὶ γήραϊ καὶ πολιαῖσι͵
   καὶ νῦν τῶν προτέρων οὐδ΄ ὄναρ οὐδὲν ἔχει·
ἀλλοτρίας δὲ τρίχας καὶ ῥυσῶδες τὸ πρόσωπον͵
   οἷον γηράσας οὐδὲ πίθηκος ἔχει.

Εἰς πόρνην γηράσασαν· σκωπτικὸν

Αυτή πρωτύτερα είχε εράσμιο δέρμα, ολόανθους μαστούς,
    ωραία σφυρά, φρύδια γραμμένα, όμορφο σώμα, πλούσιους πλοκάμους.
Μ’ αλλάχθηκε απ’ το χρόνο κι απ’ τα γερατιά κι από τα χιόνια
    και τώρα τίποτα απ’ τα πρώτα, ούτε και στ’ όνειρο, δεν έχει1
φοράει ξένα μαλλιά κι έχει το πρόσωπο όλο ζάρες,
    τέτοιο π’ ούτε κι ο γερασμένος πίθηκος δεν έχει.

1. ούτε και στ’ όνειρο, δεν έχει: παρόμοια ιδέα εκφράζει κι ο Καλλίμαχος (ΑΠ V 23, 3-6):
      «… ὡς τὸν ἐραστὴν
    κοιμίζεις, ἐλέου δ’ οὐδ᾽ ὄναρ ἀντιάσαις.
Γείτονες οἰκτείρουσι· σὺ δ᾽ οὐδ᾽ ὄναρ. Ἡ πολιὴ δὲ
    αὐτίκ’ ἀναμνήσει ταύτά σε πάντα κόμη».

Μετάφραση-Σχόλιο: Κ. Χωρεάνθης

Seated Nude Woman - Modigliani

5.77 ΤΟΥ ΑΥΤΟΥ

Εἰ τοίην χάριν εἶχε γυνὴ μετὰ Κύπριδος εὐνήν͵
   οὐκ ἄν τοι χρονέεσκεν ἀνὴρ ἀλόχῳ συνομιλῶν.
πᾶσαι γὰρ μετὰ κύπριν ἀτερπέες εἰσὶ γυναῖκες.

Εἰς τὰς γυναικῶν ὁμιλίας

Την ίδια χάρη σαν πριν
αν ύστερ’ απ’ το κρεβάτι της Κύπριδας
    είχ’ η γυναίκα,
κόρο δε θάνιωθαν να συνομιλούνε οι άντρες
    με τις στεφανωτές τους.
Αλλ’ όλες δυσάρεστες οι γυναίκες μετά τα έργα
    της Αφροδίτης.

Μετάφραση Α. Λεντάκη

5.87 ΡΟΥΦΙΝΟΥ

Ἀρνεῖται τὸν ἔρωτα Μελισσιάς͵ ἀλλὰ τὸ σῶμα
   κέκραγεν ὡς βελέων δεξάμενον φαρέτρην͵
καὶ φάσις ἀστατέουσα καὶ ἄστατος ἄσθματος ὁρμὴ
   καὶ κοῖλαι βλεφάρων ἰοτυπεῖς βάσιες.
ἀλλά͵ Πόθοι͵ πρὸς μητρὸς ἐυστεφάνου Κυθερείης͵
   φλέξατε τὴν ἀπιθῆ͵ μέχρις ἐρεῖ· Φλέγομαι.

Εἰς Μελισσιάδα τὴν ἑταίραν

Λέει πως δεν είναι ερωτευμένη η Μελισσιάς· μα το κορμί της
    λέει πως βελών ολόκληρη φαρέτρα έχει άδειασει
πάνω του· το ίδιο κι η κομμένη ανάσα κι η άστατη λαλιά της
    κι οι πονεμένοι κύκλοι γύρω από τα βλέφαρα της.
Εμπρός, Πόθοι, στο όνομα της μητέρας σας της Αφροδίτης,
    την άθλια αναφλέξτε, ώσπου «Φλέγομαι» να κραυγάσει.

Μετάφραση Ν. Χουρμουζιάδη

5.88 ΤΟΥ ΑΥΤΟΥ

Εἰ δυσὶν οὐκ ἴσχυσας ἴσην φλόγα͵ πυρφόρε͵ καῦσαι͵
   τὴν ἑνὶ καιομένην ἢ σβέσον ἢ μετάθες.

Πυρφόρε1, αν δεν μπορείς στην ίδια φλόγα και τους δυό να κάψεις,
   να σβήσεις τη φωτιά του ενός ή αλλού να την ανάψεις.

1. Η αποστροφή προς τον Έρωτα με τα πυρίφλογα βέλη.

Μετάφραση Ν. Χουρμουζιάδη

Modigliani-Cariatide

5.92 ΡΟΥΦΙΝΟΥ

Ὑψοῦται Ροδόπη τῷ κάλλεϊ· κἤν ποτε Χαῖρε
    εἴπω͵ ταῖς σοβαραῖς ὀφρύσιν ἠσπάσατο·
ἤν ποτε καὶ στεφάνους προθύρων ὕπερ ἐκκρεμάσωμαι͵
    ὀργισθεῖσα πατεῖ τοῖς σοβαροῖς ἴχνεσι.
ὦ ῥυτίδες καὶ γῆρας ἀνηλεές͵ ἔλθετε θᾶσσον·
    σπεύσατε͵ κἂν ὑμεῖς πείσατε τὴν Ροδόπην.

Εἰς Ῥοδόπην τὴν ἑταίραν

Ψηλώνει για την ομορφιά της η Ροδόπη· κι αν κάποτε «χαίρε!»
    της πω, με τα περήφανά της φρύδια μου απαντάει·
αν και στεφάνια κάποτε έξω απ’ τα πρόθυρα κρεμάσω,
    με βήμα τα τσαλαπατεί περήφανο οργισμένη.
Ω ρυτίδες και γερατιά ανελέητα, γρήγορα τρέξτε!
    Βιαστείτε, κι ίσως εσείς πείσετε τη Ροδόπη.

Μετάφραση Κ. Χωρεάνθη

5.93 ΤΟΥ ΑΥΤΟΥ

Ὥπλισμαι πρὸς Ἔρωτα περὶ στέρνοισι λογισμόν͵
   οὐδέ με νικήσει͵ μοῦνος ἐὼν πρὸς ἕνα͵
θνατὸς δ΄ ἀθανάτῳ συστήσομαι. ἢν δὲ βοηθὸν
   Βάκχον ἔχῃ͵ τί μόνος πρὸς δύ΄ ἐγὼ δύναμαι;

Πρὸς Ἔρωτα

LOVE AND WINE

I am armed against Love with a breastplate of Reason, neither shall he conquer me, one against one; yes, I a mortal will contend with him the immortal: but if he have Bacchus to second him, what can I do alone against the two?

Μετάφραση J. W. Mackail

5.94 ΤΟΥ ΑΥΤΟΥ

Ὄμματ΄ ἔχεις ῞Ηρης͵ Μελίτη͵ τὰς χεῖρας Ἀθήνης͵
    τοὺς μαζοὺς Παφίης͵ τὰ σφυρὰ τῆς Θέτιδος.
εὐδαίμων ὁ βλέπων σε͵ τρισόλβιος ὅστις ἀκούει͵
    ἡμίθεος δ΄ ὁ φιλῶν͵ ἀθάνατος δ΄ ὁ γαμῶν.

Εἰς Μελίτην· ὡραῖον

Η Ήρα μάτια, χέρια η Αθηνά, Μελίτη, η Κύπρη στήθια,
    η Θέτη πόδια σου έδωσε: είναι ευτυχής, αλήθεια,
όποιος σε βλέπει, είναι τρισόλβιος, αν ακούει τη φωνή σου,
    ημίθεος όποιος σε φιλεί, θεός, αν σμίγει μαζί σου.

Μετάφραση Ν. Χουρμουζιάδη

Modigliani

5.97 ΡΟΥΦΙΝΟΥ

Εἰ μὲν ἐπ΄ ἀμφοτέροισιν͵ Ἔρως͵ ἴσα τόξα τιταίνεις͵
   εἶ θεός· εἰ δὲ ῥέπεις πρὸς μέρος͵ οὐ θεὸς εἶ.

Ενάντια και στους δυό μας αν τεντώνεις,
Έρωτα, μ’ όμοια δύναμη τα τόξα σου,
τότε είσαι θεός, άμα χαρίζεσαι όμως
στον έναν απ’ τους δυό, θεός δεν είσαι.

Μετάφραση Τ. Ρούσσου

5.103 ΡΟΥΦΙΝΟΥ

Μέχρι τίνος͵ Προδίκη͵ παρακλαύσομαι; ἄχρι τίνος σε
   γουνάσομαι͵ στερεή͵ μηδὲν ἀκουόμενος;
ἤδη καὶ λευκαί σοι ἐπισκιρτῶσιν ἔθειραι͵
   καὶ τάχα μοι δώσεις ὡς Ἑκάβη Πριάμῳ.

Εἰς Προδίκην

Μέχρι πότε Προδίκη θα κλαίω μπροστά σου; Μέχρι πότε
θα γονατίζω και πετρωμένη δε θα μ’ ακούει η καρδιά σου;
Οι λευκές τρίχες άρχισαν να ξεπροβάλλουν και σύντομα
   θα μου δοθείς σαν την Εκάβη στον Πρίαμο.

Μετάφραση Α. Λεντάκη

5.284 ΡΟΥΦΙΝΟΥ ΔΟΜΕΣΤΙΚΟΥ

Πάντα σέθεν φιλέω· μοῦνον δὲ σὸν ἄκριτον ὄμμα
   ἐχθαίρω͵ στυγεροῖς ἀνδράσι τερπόμενον.

Όλα σου εσένα τ’ αγαπώ, τα μάτια μισώ μόνο,
   που γι’ άνδρες ξελιγώνονται κ’ εγώ θωρώ και λυώνω.

Μετάφραση Σίμου Μενάρδου

Βιβλιογραφία

  1. “Select Epigrams from The Greek Anthology”
    Edited with a Revised Text, Translation, and Notes, by J. W. Mackail
    London: Longmans, Green, and Co., 1890
  2. “Στέφανος”
    Εκλογαί Αρχαίων Ποιημάτων κατά μετάφρασιν Σίμου Μενάρδου
    Δίφρος 21971
  3. “Παλατινή Ανθολογία, εκλογή”
    μετάφραση Ανδρέα Λεντάκη, 
    Κέδρος 1972
  4. “ΡΟΥΦΙΝΟΣ, Τα επιγράμματα , (εκλογή)”, 
    μτφρ. Τάσου Ρούσσου
    Νέα Εστία τ. 1725 (Ιούλιος-Αύγουστος 2000)
  5. “Παλατινή Ανθολογία, Ερωτικά Επιγράμματα”, 
    Επιλογή-Εισαγωγή-Μετάφραση-Σχόλια Νίκος Χ. Χουρμουζιάδης, 
    στιγμή 1999
  6. “Ρουφίνου, Επιγράμματα Ερωτικά”, 
    Εισαγωγή-Μετάφραση-Σχόλια Κώστας Χωρεάνθης, 
    Εκδόσεις Πατάκη 2000

(ΣYNECHIZETAI)

Anthologia Graeca, ed. H. Beckby, Anthologia Graeca, 4 vols., 2nd edn.Munich: Heimeran, 1-2:1965; 3-4:1968

PAGAN http://www.mikrosapoplous.gr/

Posted in POECIA=ΠΟΙΗΣΗ | Tagged , , , , | Leave a comment

GREEK POETRY IN 19-20TH CENTURY (Η)

(BEING CONTINUED FROM  5/09/17)

Stathis Gauntlett

Antiquity at the margins: rebetes and rebetika, ‘ancient’ and modern

With their insalubrious social connotations, Ottoman musical features, and low-browcontent, rebetika might appear an unlikely candidate for mention in the same breath asthe revered culture of ancient Greece. And yet the seemingly sacrilegious conjugationof rebetika with Greek antiquity was repeatedly contrived in a variety of formsthroughout the twentieth century by exponents of the genre and commentators on it,unlettered and educated alike, to the extent that reference to antiquity periodicallybecame almost de rigueur in the discussion of rebetika. A similar fascination alsoregularly exercised the ingenuity of literary poets, fiction writers, translators, stagedirectors and graphic artists.This paper surveys and discusses a range of the resultant confections,including: Markos Vamvakaris’s pipe-dreams of gods and ancient heroes; the claimsof classical resonances in the content and form of rebetika verses; the representationof rebetika as latter-day skolia; their use in modern productions of ancient theatre; thealleged ancient pedigree of rebetika instruments and dances; and the rebranding ofancient celebrities, such as the insouciant Hippocleides of Athens (Hdt.6.129), asarchetypal rebetes.Some of these conceits are plainly whimsical or scurrilous, but others areintensely earnest and designed to serve a range of strategies for either validatingmodernity via a glorious ancestry, or for cutting antiquity down to size and subvertingits modern veneration by revealing a grubby underside. This paper explores theunderlying contestations of cultural authority, the abiding fixation with etymology,and the percolation of classical knowledge to the unschooled.

Effi Gazie,gazi@hol.gr

A harmonious co-existence? Antiquity and Christianity innineteenth-century Greece

The paper explores the complex relation of the concepts “Hellenism” and“Christianity” in modern Greece by primarily focusing on discursive shifts and connotative processes that surround the emergence and articulation of the “hellenochristiancivilization.” It discusses the ways Byzantine controversies about theAncient Greek thought were re-interpreted and re-conceptualized in the modern Greekcontext, mainly in the second half of the nineteenth century. The paper defines thereading of ancient Greek philosophy as of primary importance in a set of culturalpolitics that aimed at the re-conciliation of pagan thought and Christian metaphysicsand at the formation of a canon that ruled their relation. The interest lies upon theimage of three Church Fathers of the 4th century, known as the “Three Hierarchs”, asboth ideal readers of the ancients and as gate-keepers of Christian Orthodoxy. In thisvein, the paper discusses the ways eleventh century disputes and polemics over theplace of ancient thought in the curriculum of Byzantine (Christian) education reemergedin the nineteenth century. The “Three Hierarchs” became re-interpreted as“ideal types” of the so called “harmonious co-existence” between Ancient Greece andOrthodox Christianity. The paper also discusses how this particular reading ofpatristic scholarship contributed to the institutionalization of an official “schoolholiday” in honor of the “Three Hierarchs” in modern Greece. Main argument of thepaper is that critical aspects of the Greek national narrative lie upon constantconceptual metamorphoses that incorporate older symbolic capital in a new settingand make possible the close intersection of ethnicity and religion. In this context, notonly Byzantium stands as the critical link between Ancient and Modern Greece butHellenism and Christianity are interpreted within the context of a “harmonious coexistence”.

Stathis Gourgouris

Derealizations of the Ideal: Walcott Encounters Seferis

In Dream Nation (1996) I had argued that Greek modernity emerged from and wassubjected to a condition, fostered by colonialist Europe, that I called the “colonizationof the ideal” – the ideal, of course, signified by Greek antiquity. I reconsider thisnotion and re-evaluate its heuristic merit by examining the close relation of thepoetics of George Seferis and the Caribbean poet Derek Walcott. Not only doesWalcott seem to understand the problematic that Seferis was laboring under butdirectly addresses, in poetic form, the predicament of postcolonial Caribbean througha critical reading of Seferis’ own Neohellenic modernist predicament. I focus on acouple of poems by Walcott that counter Seferis’ Mythistorema explicitly, as well asthe grand opus Omeros, which is a magnified Mythistorema from a Caribbeanstandpoint. The issue at hand is not only that a postcolonial poet determines hisresponse to colonial Europe through a remythification of Greek antiquity, but evenmore how he mediates this remythification through a poetic encounter with Greekmodernity. Walcott is known for coining the term “Afro-Greeks”; what’s underresearchedin regard to this phrasing is how it requires, in his poetics, an assessmentof Modern Greeks.

Matthew Gumpert, matthew.gumpert@boun.edu.tr

Realpoetik in Cavafy’s ‘Give Back the Elgin Marbles’

In the traumatic neuroses, Freud writes, “the dream life . . . continually takes thepatient back to the situation of his disaster”; he is “obliged to repeat as a currentexperience what is repressed, instead of, as the physician would prefer to see him do,recollecting it as a fragment of the past” (Beyond the Pleasure-Principle, trans. J.Strachey). This compulsion to repeat as a current experience, instead of recollecting  it as a fragment of the past, is a defining feature of modern Greek writing in itsdreams of classical antiquity. I propose to examine, as a test case, two pieces of proseon the subject of the Parthenon Marbles. Writings on the Parthenon Marbles (orparthenography) are, as a rule, dominated by various resuscitative tropes we mayidentify with the lyric mode, and which betray the operations of the repetitioncompulsion.But Cavafy’s “Give Back the Elgin Marbles” is a polemic against thelyrical impulse itself. To the extent that it treats the past as something to recollect, notrepeat, Cavafy’s text may be classified as a piece of realpoetik. Contrast this withSeferis’ elegiac “Foreword” to Bruno d’Agostino’s Monuments of Civilization:Greece (1975) as a textbook case of unregenerate repetition-compulsion.

Constanze Güthenke,guthenke@princeton.edu

Greek Present: The inflection of the scholarly self in the nineteenthcentury

“Nachleben”, the German term for “afterlife” that has a part in the dictionary ofReception Studies, was a concept that arose out of a specific constellation within theGerman scholarly attitude towards classical antiquity and its study in the longnineteenth century. There is a concomitant stress, which Classical Studies, orAltertums-wissenschaft, in Germany put on experience and empathy as a heuristicterm in interpreting ancient material and textual evidence. In this context, it is worthlooking at the writings of a range of German scholars that arose from their first-handexperience of Greece as a country they visited. The usual story we tell is either of theGerman philhellenes who never visited Greece (maybe, most famously,Winckelmann); on the archaeologists/historians who came for obvious materialreasons (L. Ross; K.O. Müller); or on the thinkers with a literary and cultural agendawho found their narratives inflected by the place of Greece when travelling there (S.Freud, H. von Hoffmansthal). What this paper wants to explore is the effect ofseeking “presence” on the work and self-presentation of classical scholars that werefirst and foremost philologists and scholars of literature. My examples will include theGerman archaeologist Ernst Curtius, who in the late 1830s spent time there as a tutor,indulging also his own literary aspirations; the German scholar Ulrich vonWilamowitz-Möllendorff, who visited Greece more than once in the 1870s; and theAmerican (though German-trained) philologist Basil Gildersleeve, who visited in the1890s on a journalistic mission.

Lorna Hardwick

Exceptionalities and paradigms: ancient and modern Greek cultureand classical reception research

Recent research on the relationships between ancient and modern Greek culture hasprovided a richly informed and often ideologically contested field for debate about thespecificities of texts, topologies and contexts, the continuities and discontinuitieswithin and between cultural, ethnic and national maps and the distinctiveness of theexperiences of Greeks.This talk takes those issues as the basis for an exploration of a possible nextstage in classical receptions research in general. I start from the proposition that Greekstudies can be emblematic rather than exceptional and that they provide a stimulatingmicroscosm rather than a potentially alienating separatism. How can researchers learnfrom these debates to help with the critical evaluation of other areas of research?

What do Greek dimensions of the problems of time, place, language, diaspora,nostalgia and reciprocity suggest about the theoretical frames of classical receptionresearch?How does the case of Greece contribute to understanding of relationships anddisjunctions between scholarly analysis and public and popular modes of experience?Above all, how can understanding of the problematic interactions between ancient andmodern Greece be used to help work through the challenges of a move from nationalto cosmopolitan and global frames of investigation?

Eleftheria Ioannidou,eioann@zedat.fu-berlin.de

National Popular Culture and the Classics: Performances of Greekdrama under Metaxas’ Regime

Although there had been previous uses of ancient spaces as well as quests to establishGreek drama festivals in modern Greece, Kostis Bastias’ initiatives in this direction inthe 1930s were constitutive of a discourse that associated ancient Greek drama withthe popular culture politics of the modern Greek nation. The enhancement of theofficial ancient drama festival in Athens [Εβδοµάδες αρχαίου δράµατος], the first useof the theatre of Epidaurus in the modern era in 1938, the plans for the building of alarge capacity open-air theatre in Athens and the treatment of ancient drama on a parwith Shakespeare, were all linked to Bastias’ idea of popular performance. Thecultural politics introduced by Bastias regarding the performance of ancient dramawill be examined in relation to similar developments in Nazi Germany and fascistItaly, of which Bastias was well aware. The parallels between the three countries canmake manifest that the accommodation of ancient drama within institutional contextsin this period did not just aspire to bring the classics to the people, but it also signifiedan attempt to promote forms of popular theatre which would refer back to ancienttheatre. However, what in Italy and Germany was mostly related to the rise oftotalitarian regimes and the cultural politics implemented in order to forge the senseof community, in Greece became further associated to the official cultural politics ofcontinuity. It is interesting that under Metaxas’ regime this link was supported by aview about popular culture which vanished in the official reception of Greek dramaafter WWII. It was then that ancient drama festivals became demarcated as theuncontested realm of high culture, while any popular culture elements introduced inperformance are still resisted by both critics and audiences as sacrilegious encroachments.

Tassos A. Kaplanis

Άπειροι από Έλληνες: Perceptions of the Hellenes and theConstruction of Ethnic Identity in the Early Modern Greek Period(12th-early 19th c.)

Modern Greek popular culture perceived Hellenes as mythical people withsupernatural powers who did not make part of the core of the Romeic (= EarlyModern Greek) identity. Recent studies have confirmed that the formation of thisRomeic identity must be placed around the time of the Frankish conquest ofConstantinople (1204): the conquest encouraged the growth of an Orthodox Christianidentity (with cultural/ethnic characteristics) that became detached and eventuallyreplaced the political/imperial Byzantine Roman identity. This new ethnic identity, inthe long period from the 13th (when it was decisively formed) to the 19th century  (when it was officially replaced by the Hellenic national identity), was not static, butdeveloped in response to major political changes in different times and differentplaces. Thus, it developed differently among Greek-speaking Orthodox populations ofthe Balkans and the Eastern Mediterranean basin who lived under Venetian rule andamong those who lived under Ottoman dominion: the former became attached to theWest and associated the fate of Hellenism with Venice, Rome and all ChristianEuropean leaders, while the latter were hostile to an alliance with a Christian Catholicpower and saw in the relatively tolerant Ottoman religious system a guarantee forsecuring their faith and, thus, their identity. Nonetheless they both perceived anddescribed themselves as Romeoi and the major question that has not been adequatelyaddressed so far is where Hellenes came into all this. Although some perceptions ofAntiquity in e.g. Cretan Renaissance literature have already been examined, this paperaims at contributing to the recent debates on the role of the Hellenic past in theformation of Modern Greek identity by the presentation and discussion of the variousappearances and perceptions of Hellenes in Early Modern Greek literature (12th-early19th c.), focusing particularly in texts produced in the Ottoman East.

(TO BE CONTINUED)

SOURCE Re-imagining the Past Antiquity and Modern Greek Culture CONFERENCE

Posted in POECIA=ΠΟΙΗΣΗ | Tagged , , | Leave a comment

ΡΩΜΑΙΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ ΜΕΣΩΝ ΑΙΩΝΩΝ (CT)

(ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΑΠΟ  4/09/17)

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ, 330-1453 μ.Χ.
Τέταρτος – Όγδοος Αιώνας


ΙΟΥΛΙΑΝΟΥ αὐτοκράτορα

Τίς; Πόθεν εἷς, Διόνυσε; μὰ γὰρ τὸν ἀληθέα Βάκχον
οὔ σ᾿ ἐπιγιγνώσκω· τὸν Διὸς οἶδα μόνον·
κεῖνος νέκταρ ὄδωδε, σὺ δὲ τράγον· ἦ ῥά σε Κελτοὶ
τῇ πενίῃ βοτρύων τεῦξαν ἀπ᾿ ἀσταύων.
τῷ σε χρὴ καλέσιν Δημήτριον, οὐ Διόνυσον,
πυρογενῆ μᾶλλον καὶ Βρόμον, οὐ Βρόμιον.

ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΝΑΝΖΙΑΝΖΗΝΟΥ, επισκόπου Κωνσταντινουπόλεως (4ος αι.)

Χθιζὸς ἐμοῖς ἀχέεσι τετρυμένος, οἷος απ᾿ ἄλλων
Ἥμην ἐν σκιερῷ ἄλσει, θυμόν ἔδων.
Καὶ γάρ πως φιλέω τόδε φάρμακον ἐν παθέεσσιν,
Αὐτός ἐμῷ θυμῷ προσλαλέεν ἀκέων.
Αὖραι δ᾿ ἐψιθύριζον ἅμ᾿ ὀρνιθέεσσιν ἀοιδοῖς,
Καλόν ἀπ᾿ ἀκρεμόνων κῶμα χαριζόμεναι,
Καί μάλα περ θυμῷ κεκαφηότι. Οἱ δ᾿ ἀπό δένδρων
Στηθομελεῖς, λιγυροί, ἡελίοιο φίλοι,
Τέττιγες λαλαγεύντες ὅλον κατεφώνεον ἄλσος.
Παρ᾿ δ᾿ ὕδωρ ψυχρὸν ἐγγὺς ἔκλυζε πόδας,
Ἧκα ῥέον δροσεροῖο δι᾿ ἄλσεος. Αὐτάρ ἔγωγε
Τώς ἐχόμην κρατερῶς ἄλγεος, ὡς ἐχόμην
Τῶν μέν ἄρ᾿ οὐκ ἐθέλει τέρψιος ἀντιάειν.
Αὐτός δέ, στροφάλιγξιν ἑλισσομένοιο νόοιο,
Τοίην ἀντιπάλων δῆριν ἔχων ἐπέων·
Τίς γενόμην, τίς δ᾿ εἰμί, τί δ᾿ ἔσσομαι; Οὐ σαφά οἶδα.
Οὐδέ μέν ὅστις ἐμοῦ πλειότερος σοφίην.
……………………………………………………..
Ἵστασο. Πάντα Θεοῦ δεύτερα. Εἶκε λόγῳ.
Οὐ δέ με μαψιδίως τεῦξεν Θεός. Ἔμπαλιν ᾠδῆς
Ἵσταμαι· ἡμετέρης τοῦτ᾿ ὀλιγοφρενίης.
Νῦν ζόφος, αὐτὰρ ἔπειτα λόγος, καὶ πάντα νοήσεις,
Ἤ τόν Θεόν εἰσρόων ἤ πυρί δαπτόμενος.
Ὥς μοι ταῦτ᾿ ἐπάεισε φίλος νόος, ἄλγος ἔπεσσεν.
Ὀψέ δ᾿ ἀπό σκιεροῦ ἄλσεος οἴκαδ᾿ ἔβην.
Ἄλλοτε μέν γελόων ἑτερόφρονα, ἄλλοτε δ᾿ αὖτε
Κῆρ ἄχεϊ σμύχων, μαρναμένοιο νόου.
Μόνος μου χτες από τις πίκρες στραγγισμένος
Σε δάσος σύσκιο βαρύθυμος καθόμουν.
Μ᾿ αρέσει, αλήθεια, αυτό το φάρμακο στις θλίψεις,
με την ψυχή μου ν᾿ αναδεύω σκέψεις σιωπηλά.
Αύρες ψιθύριζαν μ᾿ αηδόνια καλλικέλαδα
κι απ᾿ τα κλαδιά γλυκό αποκάρωμα χυνόταν,
θαρρείς και σού φευγε η ζωή. Κι από τα δέντρα
τα οξύφωνα τζιτζίκια, φίλοι του ήλιου,
πλημμύριζαν το δάσος με τις φλύαρες φωνές τους.
Σιμά ρυάκι δροσερό έβρεχε τα πόδια
και μες στο δάσος έτρεχε απαλά.
Πώς με συνείχε ωστόσο δυνατή η οδύνη
κι έτσι δε με τραβούσαν διόλου ετούτα. Ο νους,
σαν τον στομώνει ο πόνος, τέρψεις δε γυρεύει.
Κι εγώ μέσα στις συστροφές της ταραγμένης σκέψης
σ᾿ αντίμαχες ιδέες παραδομένος:
Ποιος στάθηκα, ποιος είμαι, τι θα γίνω; Δεν ξέρω καθαρά.
Κι άλλος σοφότερός μου ούτε κι εκείνος.
…………………………………………………….
Στάσου. Μπρος στο θεό όλα δεύτερα. Τόπο στο Λόγο.
Μάταια δε σ᾿ έπλασε ο θεός,
μ᾿ εγώ αντιστέκομαι, μικρόψυχος, στον ύμνο.
Σκοτάδι εδώ κι εκεί του Λόγου το βασίλειο κι όλα ξάστερα,
για το θεό αντικρύζοντας, για στη φωτιά να τυραννιέσαι.
Μόλις με γλύκανε έτσι ο νους, πάει κι ο πόνος.
Κι από το σύσκιο δάσος χτες γυρίζοντας
στο σπίτι, μια χαμογέλαγα παράξενα
και μια σιγόκαιγε η καρδιά με σκέψη ανταριασμένη.

Τοῦ ἰδίου

Δίς, οἶδα τοῦτο, φεῦ! Δίς ἐπτερνισμένος·
Εἰ μέν δικαίως, προσδέχθοιθ᾿ ὑμᾶς ὁ Θεός·
Εἰ δ᾿ οὐ δικαίως, προσδέχθοιθ᾿ ὅμως ὁ Θεός·
Οὐδέν γάρ ὑμῶν οὐδέ ὥς καθέξομαι.
Πλήν ἐκλέλοιπα, καί ποθῶ λύσιν κακῶν.
Τῶν μέν παρόντων εἰμί πάντων ἔμπλεως,
Πλούτου, πενίας, χαρμονῶν, οὐ χαρμονῶν,
Δόξης, ἀτιμίας τε, δυσμενῶν, φίλων·
Τῶν δ᾿ οὐ παρόντων εὔχομαι πεῖραν λαβεῖν.
Πέρας λόγου· τολμῶ δέ, καί δέξου λόγον·
Εἰ μηδέν εἰμι, Χριστέ μου, τίς ἡ πλάσις;
Εἰ τίμιός σοι, πῶς τόσοις ἐλαύνομαι;
Το ξέρω, δυο φορες μ᾿ απολακτίσατε.
Αν δίκαια, ο θεός να σας συγχωρέσει·
Αν άδικα, παλι ο θεός να συγχωρέσει.
Κατηγορία βαριά ακόμη κι έτσι δε θα σας προσάψω.
Πλην έχω εξαντληθεί, ποθώ το τέλος των δεινών.
Απ όλα τα παρόντα κορεσμένος,
Πλούτη και φτώχεια, εχθρούς και φίλους.

Τα απόντα εκείνα ευχή μου ν᾿ απολαύσω.
Ακροτελεύτιος λόγος. Τον τολμώ κι άκου τη σκέψη:
Αν είμαι ένα μηδεν, Χριστέ μου, γιατί μ᾿ έπλασες;
Κι αν κάτι αξίζω, γιατί οι τόσες περιπέτειες;

Τοῦ ἰδίου

Τροχός τίς ἐστιν ἀστάτως πεπηγμένος,
ὁ μικρός οὗτος καὶ πολύτροπος βίος.
Ἄνω κινεῖται, καὶ περισπᾶται κάτω·
οὐχ ἵσταται γάρ, κἂν δοκῇ πεπηγέναι,
φεύγων κρατεῖται, καί μένων ἀποτρέχει.
Σκιρτᾷ δὲ πολλά, καὶ τὸ φεύγειν οὐκ ἔχει.
Ἕλκει, καθέλκει τῇ κινήσει τὴν στάσιν.
Ὡς οὐδὲν εἶναι τὸν βίον διαγράφων,
ἢ καπνόν, ἢ ὄνειρον, ἢ ἄνθος χλόης.
Μια ρόδα άτσαλα στημένη,
τούτη η σύντομη και πολυδαίδαλη ζωή.
Προς τα πάνω κινούμενη, κατρακυλά στα χαμηλά·
Κι αν φαίνεται στεριωμένη, δε μένει ωστόσο σταθερή.
Θαρρείς πως φεύγει κι είναι στάσιμη, θαρρείς πως στέκει κι όμως τρέχει. 
Κάνει άλματα συχνά, μα δε μπορεί να ξεκολλήσει.
Σέρνει και παρασέρνει αυτοκινούμενη τη στασιμότητα.
Σα να διαγράφει το τίποτα ο βίος.
ή καπνός, ή όνειρο, ή ένα αγριολούλουδο.

Τοῦ ἰδίου

συγκρίνοντας την άσημη επισκοπή που του έλαχε στην Καππαδοκία, συγκριτικά με την επισκοπή Καισάρειας που έλαχε στον συμφοιτητή του στην Αθήνα Μέγα Βασίλειο.

Τοιαῦτ᾿ Ἀθῆναι, καὶ πόνοι κοινοὶ λόγων,
ὁμόστεγός τε καὶ συνέστιος βίος,
Νοῦς εἷς ἐν ἀμφοῖν οὐ δύο, θαῦμ᾿ Ἑλλάδος.
……………………………………………………………… 
Διεσκέδασται πάντα, ἔρριπται χαμαί.
Αὖραι φέρουσι τὰς παλαιὰς ἐλπίδας.
Ποῦ τις πλανηθῇ; Θῆρες οὐ δέξεσθέ με;
παρ᾿ οἷς τὸ πιστὸν πλεῖον, ὡς γ᾿ ἐμοὶ δοκεῖ.
Έτσι ζούσαμε στην Αθήνα, κοπιάζοντας μαζί για μόρφωση,
κάτω απ την ίδια στέγη και στο ίδιο τραπέζι,
και μια ήταν η έγνοια μας, όχι δύο, το θαύμα της Ελλάδας.
……………
Όλα σκορπίστηκαν, ρίχτηκαν στη γη,
Αύρες φέρνουν τις παλιές ελπίδες.
Πού να πάει κανείς; Θα με δεχτούν τ᾿ αγρίμια,
που, καθώς νομίζω, τα πιο πολλά έχουν πίστη;

Τοῦ ἰδίου

Εις την των ανθρωπίνων ματαιότητα

Οἱ τοὺς ἀραχνῶν ἐμμιμούμενοι μίτους,
καὶ τοῖς ἀφανοῖς ἐντρυφῶντες τοῦ βίου,
ἴστωσαν ὡς εὔληπτα καὶ αὔραις πέλει
τὰ τερπεὰ πάντα τοῦ ἀραχνώδους βίου.
Οἱ τοὺς θρόνους ἔχοντες ὡραϊσμένους,
καὶ ταῖς ῥεούσαις ἐξοχαῖς ἐπηρμένοι,
σκοπεῖτε τὴν ἄφευκτον ἐσχάτως δίκην,
ὡς οὐδὲν αὐτὴν οὐδαμῶς παραδράμοι
Τον αραχνώδη ιστό όσοι μιμούνται
Και με τα αβέβαια της ζωής ευχαριστιώνται
Ας ξέρουν πως και ανάλαφρη αύρα διώχνει
Κάθε τερπνό της ζωής της αραχνένιας.
Όσοι σε θρόνους στολισμένους κάθεστε
Και για διαβατικά καυχιέστε προβαδίσματα
Την αναπόφευκτη στερνή δίκη να σκέφτεστε,
Που τίποτε το δρόμο της να αλλάξει δεν μπορεί ποτέ.

ΠΑΛΛΑΔΑ (4ος –5ος αι.)

Πᾶσαν Ὅμηρος ἔδειξε κακὴν σφαλερήν τε γυναῖκα,
σώφρονα καὶ πόρνην, ἀμφοτέρας ὄλεθρον.
Ἐκ γὰρ τῆς Ἑλένης μοιχευσαμένης φόνος ἀνδρῶν
καὶ διὰ σωφροσύνην Πηνελόπης θάνατοι.
Ἰλιὰς οὖν τὸ πόνημα μιᾶς χάριν ἐστὶ γυναικός,
αὐτὰρ Ὀδυσσείῃ Πηνελόπη πρόφασις.
Ο Όμηρος έδειξε τόσο 
τη σώφρονα όσο και την πόρνη γυναίκα, ολέθριες.
Γιατί, γινόμενη η Ελένη μοιχαλίδα έγιναν φόνοι ανδρών,
και λόγω της σωφροσύνης της Πηνελόπης θάνατοι.
Η Ιλιάδα γράφρηκε χάριν της μιάς
και η Οδύσσεια χάριν της άλλης.

ΚΥΡΟΥ ΤΟΥ ΠΑΝΟΠΟΛΙΤΗ

(α´ μισό 5ου αι.), έπαρχου (δημάρχου) της Κωνσταντινούπολης, υπάτου, κτίστη των Θεοδοσιανών τειχών της Πόλης, πατρίκιου

Αἴθε πατὴρ μ᾿ ἐδίδαξε δασύτριχα μῆλα νομεύειν,
ὥς κεν ὑπὸ πτελέῃσι καθήμενος ἢ ὑπὸ πέτρῃς,
συρίσδων καλάμοισιν, ἐμὰς τέρπεσκον ἀνίας.
Πιερίδες, φεύγωμεν ἐϋκτιμένην πόλιν· ἄλλην
πατρίδα μαστεύσωμεν. Ἀπαγγελέω δ᾿ ἄρα πᾶσιν
ὡς ὀλοοὶ κηφῆνες ἐδηλήσαντο μελίσσας.
μῆλα=πρόβατα.
Συρίσδων= συρίζων, παίζοντας την ποιμενική σύριγγα.
Τέρπεσκον=ἔτερπον. ἐϋκτιμένην=καλοκτισμένη.
Πιερίδες=Μούσες
Μαστεύσωμεν=αναζητούμε.
ὀλοοὶ…μέλισσας=οι ολέθριοι κηφήνες κατέστρεψαν τις μέλισσες.

ΣΥΝΕΣΙΟΥ (5ος μ.Χ. αι.), μαθητοῦ τῆς Ὑπατίας· ἐπισκόπου Πτολεμαΐδος

ΕΥΔΟΚΙΑΣ Αυτοκράτειρας (α´ μισό 5ου αι.)

Ἥ δε μὲν ἱστορίη θεοτερπέος ἐστὶν ἀοιδῆς.
Πατρίκιος δ᾿ ὃς τήνδε σοφῶς ἀνεγράψατο βίβλον,
ἔστι μὲν ἀενάοιο διαμπερὲς ἄξιος αἴνου,
οὕνεκα δὴ πάμπρωτος ἐμήσατο κύδιμον ἔργον.
Ἀλλ᾿ ἔμπης οὐ πάγχυ ἐτήτυμα πάντ᾿ ἀγόρευεν,
οὐδὲ μὲν ἁρμονίην ἐπέων ἐφύλαξεν ἅπασαν,
οὐδὲ μόνων ἐπέων ἐμνήσατο κεῖνος ἀείδων,
ὁππόσα χάλκεον ἦτορ ἀμεμφέος εἶπεν Ὁμήρου.
Ἀλλ᾿ ἐγὼ ἡμιτελέστου ἀγακλεὲς ὡς ἴδον ἔργον,
Πατρικίου σελίδας ἱερὰς μετὰ χεῖρας λαβοῦσα,
ὅσσα μὲν ἐν βίβλοισιν ἔπη πέλεν οὐ κατὰ κόσμον,
πάντ᾿ ἄμυδις κείνοιο σοφῆς ἐξείρυσα βίβλον.
Ὅσσα δ᾿ ἐκεῖνος ἔλειπεν, ἐγὼ πάλιν ἐν σελίδεσσι
γράψα καὶ ἁρμονίην ἱεροῖς ἐπέεσσιν ἔδωκα.
Εἰ δὲ τις αἰτιόωτο καὶ ἡμέας ἐς ψόγον ἕλκοι,
δοιάδες οὕνεκα πολλαὶ ἀρίζηλον κατὰ βίβλον,
εἰσὶν Ὁμηρείων τ᾿ ἐπέων πόλλ᾿ οὐ θέμις, ἐστίν,
ἴστω τοῦθ᾿, ὁτι πάντες ὑποδρηστῆρες ἀνάγκης…
………………………………………………………………………
Πατρίκιος δ᾿, ὃς τήνδε σοφὴν ἀνεγράψατο δέλτον,
ἀντὶ μὲν Ἀργείων στρατιῆς γένος εἶπεν Ἐβραίων,
ἀντὶ δὲ δαιμονίης τε καὶ ἀντιθέοιο φάλαγγος,
ἀθανάτους ἤεισε καὶ υἱέα καὶ γενετῆρα.
Ἀλλ᾿ ἔμπης ξυνὸς μὲν ἔφυ πόνος ἀμφοτέρασι,
Πατρικίῳ κἀμοί, καὶ θηλυτέρῃ περ ἐούσῃ.


(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)

Ἡ ἀπουσία δικτυακῶν σελίδων μὲ κοσμικὴ βυζαντινὴ ποίηση, σὰν νὰ μὴν ἔγραφαν τίποτε ἄλλο οἱ πρόγονοί μας ἐπὶ χίλια χρόνια, ἐκτὸς ἀπὸ ἐκκλησιαστικοὺς ὕμνους, εἶναι ὁ λόγος τῆς παρούσας μικρῆς συλλογῆς κοσμικῶν βυζαντινῶν ποιημάτων. Μὲ αὐτὸ τὸν ὄρο ἐννοεῖται κάθε ἐπίγραμμα καὶ ποίημα ποὺ δὲν χρησιμοποιεῖται ὡς ἐκκλησιαστικὸς ὕμνος. Ὑπάρχει μία (πιθανή) ἐξαίρεση καὶ ἴσως ἀκολουθήσουν ἄλλες ἐλάχιστες, ὅταν τὸ ποίημα παρουσιάζει μεγάλο στυλιστικὸ ἐνδιαφέρον. Ἂν οἱ ποιητὲς ἦταν λαϊκοὶ ἢ κληρικοί, αὐτὸ δὲν ἦταν τὸ κριτήριο γιὰ τὴν παρουσίαση τῶν ποιημάτων τους. Ἄλλωστε, ἡ διάκριση κοσμικοῦ-ἐκκλησιαστικοῦ στὸ Βυζάντιο δὲν ὑπῆρξε, ὄχι μὲ τὴν ἔννοια τῆς θεοκρατίας, ἀλλὰ μὲ τὴν ἔννοια ὅτι, σύμφωνα μὲ τὶς ἀντιλήψεις τῶν Ὀρθόδοξων Βυζαντινῶν, ὁ κόσμος, τὸ κάθε τί, ἐξαγιάζεται καὶ δὲν ὑπάρχει διάκριση ἱεροῦ-βέβηλου/ἀνίερου. Γι᾿ αὐτὸ ἄλλωστε ἔχουμε τόσους ἐκκλησιαστικοὺς ποιητὲς ποὺ τὸ ὕφος τοὺς εἶναι ἐντελῶς κοσμικό, ἀρχαΐζον ἢ καὶ παγανιστικό, ἀλλὰ τὸ περιεχόμενο εἶναι ἐκκλησιαστικό.

ΠΗΓΗ  http://users.uoa.gr/

Posted in POECIA=ΠΟΙΗΣΗ | Tagged , , , , | Leave a comment

ORPHEUS / ARGONAUTICA (XIII)

(BEING  CONTINUED FROM  1/09/17-bookiii)

(3.100-105) So she spake, and the goddesses smiled and looked at each other. But Cypris again spoke, vexed at heart: “To others my sorrows are a jest; nor ought I to tell them to all; I know them too well myself. But now, since this pleases you both, I will make the attempt and coax him, and he will not say me nay.”

100     Ὧς φάτο: μείδησαν δὲ θεαί, καὶ ἐσέδρακον ἄντην 
101 ἀλλήλαις. ἡ δ’ αὖτις ἀκηχεμένη προσέειπεν: 
102 “Ἄλλοις ἄλγεα τἀμὰ γέλως πέλει: οὐδέ τί με χρὴ 
103 μυθεῖσθαι πάντεσσιν: ἅλις εἰδυῖα καὶ αὐτή. 
104 νῦν δ’ ἐπεὶ ὔμμι φίλον τόδε δὴ πέλει ἀμφοτέρῃσιν, 
105 πειρήσω, καί μιν μειλίξομαι, οὐδ’ ἀπιθήσει.” 

(3.106-110) Thus she spake, and Hera took her slender hand and gently smiling, replied: “Perform this task, Cytherea, straightway, as thou sayest; and be not angry or contend with thy boy; he will cease hereafter to vex thee.106    Ὧς φάτο: τὴν δ’ Ἥρη ῥαδινῆς ἐπεμάσσατο χειρός, 

107 ἦκα δὲ μειδιόωσα παραβλήδην προσέειπεν: 
108 “Οὕτω νῦν, Κυθέρεια, τόδε χρέος, ὡς ἀγορεύεις, 
109 ἔρξον ἄφαρ: καὶ μή τι χαλέπτεο, μηδ’ ἐρίδαινε 
110 χωομένη σῷ παιδί: μεταλλήξει γὰρ ὀπίσσω.” 

(3.111-128) She spake, and left her seat, and Athena accompanied her and they went forth both hastening back. And Cypris went on her way through the glens of Olympus to find her boy. And she found him apart, in the blooming orchard of Zeus, not alone, but with him Ganymedes, whom once Zeus had set to dwell among the immortal gods, being enamoured of his beauty. And they were playing for golden dice, as boys in one house are wont to do. And already greedy Eros was holding the palm of his left hand quite full of them under his breast, standing upright; and on the bloom of his cheeks a sweet blush was glowing. But the other sat crouching hard by, silent and downcast, and he had two dice left which he threw one after the other, and was angered by the loud laughter of Eros. And lo, losing them straightway with the former, he went off empty handed, helpless, and noticed not the approach of Cypris. And she stood before her boy, and laying her hand on his lips, addressed him:

111     ̂Ἠ ῥα, καὶ ἔλλιπε θῶκον: ἐφωμάρτησε δ’ Ἀθήνη: 
112 ἐκ δ’ ἴσαν ἄμφω ταίγε παλίσσυτοι. ἡ δὲ καὶ αὐτὴ 
113 βῆ ῥ̓ ἴμεν Οὐλύμποιο κατὰ πτύχας, εἴ μιν ἐφεύροι. 
114 εὗρε δὲ τόνγ’ ἀπάνευθε Διὸς θαλερῇ ἐν ἀλωῇ, 
115 οὐκ οἶον, μετα καὶ Γανυμήδεα, τόν ῥά ποτε Ζεὺς 
116 οὐρανῷ ἐγκατένασσεν ἐφέστιον ἀθανάτοισιν, 
117 κάλλεος ἱμερθείς. ἀμφ’ ἀστραγάλοισι δὲ τώγε 
118 χρυσείοις, ἅ τε κοῦροι ὁμήθεες, ἑψιόωντο. 
119 καί ῥ̓ ὁ μὲν ἤδη πάμπαν ἐνίπλεον ᾧ ὑπὸ μαζῷ 
120 μάργος Ἔρως λαιῆς ὑποΐσχανε χειρὸς ἀγοστόν, 
121 ὀρθὸς ἐφεστηώς: γλυκερὸν δέ οἱ ἀμφὶ παρειὰς 
122 χροιῇ θάλλεν ἔρευθος. ὁ δ’ ἐγγύθεν ὀκλαδὸν ἧστο 
123 σῖγα κατηφιόων: δοιὼ δ’ ἔχεν, ἄλλον ἔτ’ αὔτως 
124 ἄλλῳ ἐπιπροϊείς, κεχόλωτο δὲ καγχαλόωντι. 
125 καὶ μὴν τούσγε παρᾶσσον ἐπὶ προτέροισιν ὀλέσσας 
126 βῆ κενεαῖς σὺν χερσὶν ἀμήχανος, οὐδ’ ἐνόησεν 
127 Κύπριν ἐπιπλομένην. ἡ δ’ ἀντίη ἵστατο παιδός, 
128 καί μιν ἄφαρ γναθμοῖο κατασχομένη προσέειπεν: 

(3.129-144) “Why dost thou smile in triumph, unutterable rogue? Hast thou cheated him thus, and unjustly overcome the innocent child? Come, be ready to perform for me the task I will tell thee of, and I will give thee Zeus’ all-beauteous plaything — the one which his dear nurse Adrasteia made for him, while he still lived a child, with childish ways, in the Idaean cave — a well-rounded ball; no better toy wilt thou get from the hands of Hephaestus. All of gold are its zones, and round each double seams run in a circle; but the stitches are hidden, and a dark blue spiral overlays them all. But if thou shouldst cast it with thy hands, lo, like a star, it sends a flaming track through the sky. This I will give thee; and do thou strike with thy shaft and charm the daughter of Aeetes with love for Jason; and let there be no loitering. For then my thanks would be the slighter.

129     “Τίπτ’ ἐπιμειδιάᾳς, ἄφατον κακόν; ἦέ μιν αὔτως 
130 ἤπαφες, οὐδὲ δίκῃ περιέπλεο νῆιν ἐόντα; 
131 εἰ δ’ ἄγε μοι πρόφρων τέλεσον χρέος, ὅττι κεν εἴπω: 
132 καί κέν τοι ὀπάσαιμι Διὸς περικαλλὲς ἄθυρμα 
133 κεῖνο, τό οἱ ποίησε φίλη τροφὸς Ἀδρήστεια 
134 ἄντρῳ ἐν Ἰδαίῳ ἔτι νήπια κουρίζοντι, 
135 σφαῖραν ἐυτρόχαλον, τῆς οὐ σύγε μείλιον ἄλλο 
136 χειρῶν Ἡφαίστοιο κατακτεατίσσῃ ἄρειον. 
137 χρύσεα μέν οἱ κύκλα τετεύχαται: ἀμφὶ δ’ ἑκάστῳ 
138 διπλόαι ἁψῖδες περιηγέες εἱλίσσονται: 
139 κρυπταὶ δὲ ῥαφαί εἰσιν: ἕλιξ δ’ ἐπιδέδρομε πάσαις 
140 κυανέη. ἀτὰρ εἴ μιν ἑαῖς ἐνὶ χερσὶ βάλοιο, 
141 ἀστὴρ ὥς, φλεγέθοντα δι’ ἠέρος ὁλκὸν ἵησιν. 
142 τήν τοι ἐγὼν ὀπάσω: σὺ δὲ παρθένον Αἰήταο 
143 θέλξον ὀιστεύσας ἐπ’ Ἰήσονι: μηδέ τις ἔστω 
144 ἀμβολίη. δὴ γάρ κεν ἀφαυροτέρη χάρις εἴη.” 

(3.145-150) Thus she spake, and welcome were her words to the listening boy. And he threw down all his toys, and eagerly seizing her robe on this side and on that, clung to the goddess. And he implored her to bestow the gift at once; but she, facing him with kindly words, touched his cheeks, kissed him and drew him to her, and replied with a smile:

145     Ὧς φάτο: τῷ δ’ ἀσπαστὸν ἔπος γένετ’ εἰσαΐοντι. 
146 μείλια δ’ ἔκβαλε πάντα, καὶ ἀμφοτέρῃσι χιτῶνος 
147 νωλεμὲς ἔνθα καὶ ἔνθα θεᾶς ἔχεν ἀμφιμεμαρπώς. 
148 λίσσετο δ’ αἶψα πορεῖν αὐτοσχεδόν: ἡ δ’ ἀγανοῖσιν 
149 ἀντομένη μύθοισιν, ἐπειρύσσασα παρειάς, 
150 κύσσε ποτισχομένη, καὶ ἀμείβετο μειδιόωσα: 

(3.151-153) “Be witness now thy dear head and mine, that surely I will give thee the gift and deceive thee not, if thou wilt strike with thy shaft Aeetes’ daughter.

151     “Ἴστω νῦν τόδε σεῖο φίλον κάρη ἠδ’ ἐμὸν αὐτῆς, 
152 ἦ μέν τοι δῶρόν γε παρέξομαι, οὐδ’ ἀπατήσω, 
153 εἴ κεν ἐνισκίμψῃς κούρῃ βέλος Αἰήταο.” 

(3.154-166) She spoke, and he gathered up his dice, and having well counted them all threw them into his mother’s gleaming lap. And straightway with golden baldric he slung round him his quiver from where it leant against a tree-trunk, and took up his curved bow. And he fared forth through the fruitful orchard of the palace of Zeus. Then he passed through the gates of Olympus high in air; hence is a downward path from heaven; and the twin poles rear aloft steep mountain tops the highest crests of earth, where the risen sun grows ruddy with his first beams. And beneath him there appeared now the life-giving earth and cities of men and sacred streams of rivers, and now in turn mountain peaks and the ocean all around, as he swept through the vast expanse of air.

154     Φῆ: ὁ δ’ ἄῤ ἀστραγάλους συναμήσατο, κὰδ δὲ φαεινῷ 
155 μητρὸς ἑῆς εὖ πάντας ἀριθμήσας βάλε κόλπῳ. 
156 αὐτίκα δ’ ἰοδόκην χρυσέῃ περικάτθετο μίτρῃ 
157 πρέμνῳ κεκλιμένην: ἀνὰ δ’ ἀγκύλον εἵλετο τόξον. 
158 βῆ δὲ διὲκ μεγάροιο Διὸς πάγκαρπον ἀλωήν. 
159 αὐτὰρ ἔπειτα πύλας ἐξήλυθεν Οὐλύμποιο 
160 αἰθερίας: ἔνθεν δὲ καταιβάτις ἐστὶ κέλευθος 
161 οὐρανίη: δοιὼ δὲ πόλοι ἀνέχουσι κάρηνα 
162 οὐρέων ἠλιβάτων, κορυφαὶ χθονός, ᾗχί τ’ ἀερθεὶς 
163 ἠέλιος πρώτῃσιν ἐρεύθεται ἀκτίνεσσιν. 
164 νειόθι δ’ ἄλλοτε γαῖα φερέσβιος ἄστεά τ’ ἀνδρῶν 
165 φαίνετο καὶ ποταμῶν ἱεροὶ ῥόοι, ἄλλοτε δ’ αὖτε 
166 ἄκριες, ἀμφὶ δὲ πόντος ἀν’ αἰθέρα πολλὸν ἰόντι. 

(3.167-193) Now the heroes apart in ambush, in a back-water of the river, were met in council, sitting on the benches of their ship. And Aeson’s son himself was speaking among them; and they were listening silently in their places sitting row upon row: “My friends, what pleases myself that will I say out; it is for you to bring about its fulfilment. For in common is our task, and common to all alike is the right of speech; and he who in silence withholds his thought and his counsel, let him know that it is he alone that bereaves this band of its home-return. Do ye others rest here in the ship quietly with your arms; but I will go to the palace of Aeetes, taking with me the sons of Phrixus and two comrades as well. And when I meet him I will first make trial with words to see if he will be willing to give up the golden fleece for friendship’s sake or not, but trusting to his might will set at nought our quest. For so, learning his frowardness first from himself, we will consider whether we shall meet him in battle, or some other plan shall avail us, if we refrain from the war-cry. And let us not merely by force, before putting words to the test, deprive him of his own possession. But first it is better to go to him and win his favour by speech. Oftentimes, I ween, does speech accomplish at need what prowess could hardly catty through, smoothing the path in manner befitting. And he once welcomed noble Phrixus, a fugitive from his stepmother’s wiles and the sacrifice prepared by his father. For all men everywhere, even the most shameless, reverence the ordinance of Zeus, god of strangers, and regard it.

167     Ἥρωες δ’ ἀπάνευθεν ἑῆς ἐπὶ σέλμασι νηὸς 
168 ἐν ποταμῷ καθ’ ἕλος λελοχημένοι ἠγορόωντο. 
169 αὐτὸς δ’ Αἰσονίδης μετεφώνεεν: οἱ δ’ ὑπάκουον 
170 ἠρέμας ᾗ ἐνὶ χώρῃ ἐπισχερὼ ἑδριόωντες: 
171 “̂Ὠ φίλοι, ἤτοι ἐγὼ μὲν ὅ μοι ἐπιανδάνει αὐτῷ 
172 ἐξερέω: τοῦ δ’ ὔμμι τέλος κρηῆναι ἔοικεν. 
173 ξυνὴ γὰρ χρειώ, ξυνοὶ δέ τε μῦθοι ἔασιν 
174 πᾶσιν ὁμῶς: ὁ δὲ σῖγα νόον βουλήν τ’ ἀπερύκων 
175 ἴστω καὶ νόστου τόνδε στόλον οἶος ἀπούρας. 
176 ὧλλοι μὲν κατὰ νῆα σὺν ἔντεσι μίμνεθ’ ἕκηλοι: 
177 αὐτὰρ ἐγὼν ἐς δώματ’ ἐλεύσομαι Αἰήταο, 
178 υἷας ἑλὼν Φρίξοιο δύω δ’ ἐπὶ τοῖσιν ἑταίρους. 
179 πειρήσω δ’ ἐπέεσσι παροίτερον ἀντιβολήσας, 
180 εἴ κ’ ἐθέλοι φιλότητι δέρος χρύσειον ὀπάσσαι, 
181 ἦε καὶ οὔ, πίσυνος δὲ βίῃ μετιόντας ἀτίσσει. 
182 ὧδε γὰρ ἐξ αὐτοῖο πάρος κακότητα δαέντες 
183 φρασσόμεθ’, εἴτ’ ἄρηι συνοισόμεθ’ εἴτε τις ἄλλη 
184 μῆτις ἐπίρροθος ἔσται ἐεργομένοισιν ἀυτῆς. 
185 μηδ’ αὔτως ἀλκῇ, πρὶν ἔπεσσί γε πειρηθῆναι, 
186 τόνδ’ ἀπαμείρωμεν σφέτερον κτέρας. ἀλλὰ πάροιθεν 
187 λωίτερον μύθῳ μιν ἀρέσσασθαι μετιόντας. 
188 πολλάκι τοι ῥέα μῦθος, ὅ κεν μόλις ἐξανύσειεν 
189 ἠνορέη, τόδ’ ἔρεξε κατὰ χρέος, ᾗπερ ἐῴκει 
190 πρηΰνας. ὁ δὲ καί ποτ’ ἀμύμονα Φρίξον ἔδεκτο 
191 μητρυιῆς φεύγοντα δόλον πατρός τε θυηλάς. 
192 πάντες ἐπεὶ πάντῃ καὶ ὅτις μάλα κύντατος ἀνδρῶν, 
193 Ξεινίου αἰδεῖται Ζηνὸς θέμιν ἠδ’ ἀλεγίζει.” 

(3.194-209) Thus he spake, and the youths approved the words of Aeson’s son with one accord, nor was there one to counsel otherwise. And then he summoned to go with him the sons of Phrixus, and Telamon and Augeias; and himself took Hermes’ wand; and at once they passed forth from the ship beyond the reeds and the water to dry land, towards the rising ground of the plain. The plain, I wis, is called Circe’s; and here in line grow many willows and osiers, on whose topmost branches hang corpses bound with cords. For even now it is an abomination with the Colchians to burn dead men with fire; nor is it lawful to place them in the earth and raise a mound above, but to wrap them in untanned oxhides and suspend them from trees far from the city. And so earth has an equal portion with air, seeing that they bury the women; for that is the custom of their land.

194     Ὧς φάτ’: ἐπῄνησαν δὲ νέοι ἔπος Αἰσονίδαο 
195 πασσυδίῃ, οὐδ’ ἔσκε παρὲξ ὅτις ἄλλο κελεύοι. 
196 καὶ τότ’ ἄρ’ υἱῆας Φρίξου Τελαμῶνά θ’ ἕπεσθαι 
197 ὦρσε καὶ Αὐγείην: αὐτὸς δ’ ἕλεν Ἑρμείαο 
198 σκῆπτρον: ἄφαρ δ’ ἄρα νηὸς ὑπὲρ δόνακάς τε καὶ ὕδωρ 
199 χέρσονδ’ ἐξαπέβησαν ἐπὶ θρῳσμοῦ πεδίοιο. 
200 Κιρκαῖον τόδε που κικλήσκεται: ἔνθα δὲ πολλαὶ 
201 ἑξείης πρόμαλοί τε καὶ ἰτέαι ἐκπεφύασιν, 
202 τῶν καὶ ἐπ’ ἀκροτάτων νέκυες σειρῇσι κρέμανται 
203 δέσμιοι. εἰσέτι νῦν γὰρ ἄγος Κόλχοισιν ὄρωρεν 
204 ἀνέρας οἰχομένους πυρὶ καιέμεν: οὐδ’ ἐνὶ γαίῃ 
205 ἔστι θέμις στείλαντας ὕπερθ’ ἐπὶ σῆμα χέεσθαι, 
206 ἀλλ’ ἐν ἀδεψήτοισι κατειλύσαντε βοείαις 
207 δενδρέων ἐξάπτειν ἑκὰς ἄστεος. ἠέρι δ’ ἴσην 
208 καὶ χθὼν ἔμμορεν αἶσαν, ἐπεὶ χθονὶ ταρχύουσιν 
209 θηλυτέρας: ἡ γάρ τε δίκη θεσμοῖο τέτυκται. 

(TO BE CONTINUED)

By Apollonius  εκ ροδου

tr. R.C. Seaton
Posted in POECIA=ΠΟΙΗΣΗ | Leave a comment

Érga kaì Hêmérai – Ἔργα καὶ Ἡμέραι – Труды и дни,mais ton диан (VII)

(ETRE SUITE DE 3/09/17)

Quelques conseils supplémentaires

Agis toujours avec prudence. L’occasion en toute chose est ce qui vaut le mieux. Conduis une épouse dans ta maison, quand tu n’auras ni beaucoup moins, ni beaucoup plus de trente ans : c’est l’âge convenable pour l’hymen. Que ta femme soit nubile depuis quatre ans, et se marie la cinquième année. Epouse-la vierge, afin de lui apprendre des moeurs chastes. Choisis surtout celle qui habile près de toi. Examine attentivement tout ce qui l’entoure, pour que ton mariage n’excite pas la risée de tes voisins. Car s’il n’est pas pour l’homme un plus grand bien qu’une vertueuse femme, il n’est pas un plus cruel fléau qu’une femme vicieuse qui, ne recherchant que les festins, brûle sans flambeau l’époux le plus vigoureux et le réduit à une vieillesse prématurée.
Respecte toujours la puissance des bienheureux Immortels. Ne rends pas ton ami l’égal de ton frère, ou, si tu agis ainsi, ne lui fais jamais tort le premier. Ne mens pas pour le plaisir de parler. Si ton ami commence à t’offenser par ses discours ou par ses actions, souviens-toi de le punir deux fois. Si, jaloux de rentrer dans ton amitié, il t’offre lui-même satisfaction, reçois-la. On est trop malheureux quand on change d’ami trop souvent. Que jamais ton visage ne trahisse ta pensée. Ne cherche point à passer pour un homme qui reçoit beaucoup d’hôtes, ni pour un homme qui n’en reçoit aucun. Ne sois ni le compagnon des méchants, ni le calomniateur des gens de bien. Garde-toi de reprocher à personne la pauvreté qui dévore l’âme, la pauvreté, ce funeste présent des bienheureux Immortels. Une langue avare de discours est un trésor parmi les hommes. C’est la mesure des paroles qui en compose la grâce la plus précieuse. Si tu es médisant, bientôt on médira de toi davantage. Ne sois pas morose dans ces festins que de nombreux amis célèbrent en commun ; le plaisir en est très grand et la dépense très petite. Au lever de l’aurore, ne consacre point avec des mains impures (32) un vin noir à Jupiter et aux autres Immortels ; ils ne t’écouteraient pas et repousseraient tes prières. Quand tu veux uriner, ne reste pas debout, tourné contre 1e soleil, et même depuis le coucher de cet astre jusqu’à son lever, ne le fais pas en marchant au milieu ou en dehors du chemin, ni en te découvrant. Les nuits appartiennent aux dieux. L’homme sage et pieux satisfait ce besoin lorsqu’il est assis ou qu’il s’approche du mur d’une cour étroitement fermée.
Dans ta maison ne va point, tout souillé d’une humide semence, te découvrir devant le foyer ; évite une telle indécence. Engendre ta postérité non pas au retour d’un repas funèbre au sinistre présage, mais après le festin des dieux. Ne traverse jamais à pied le limpide courant des fleuves intarissables, avant d’avoir prié à l’aspect de leurs belles eaux et lavé tes mains dans ces ondes transparentes de blancheur. L’homme impie qui traverse un fleuve sans y purifier ses mains provoque la colère des dieux et s’attire des malheurs dans l’avenir. Dans le festin solennel des dieux, ne sépare jamais avec le noir couteau tes vieux ongles des ongles encore neufs. Ne place pas l’urne du vin au-dessus de la coupe des buveurs, car cette action deviendrait un présage fatal.
Quand tu bâtis une maison ne la laisse pas imparfaite de peur que la criarde corneille ne croasse du haut des murs. Garde-toi de manger ou de te laver dans les vases non encore consacrés ; ce délit t’exposerait au châtiment. Ne laisse pas s’asseoir sur l’immobile pierre des tombeaux un enfant de douze ans, ce serait mal agir et tu n’en ferais qu’un homme sans vigueur ; n’y place pas non plus un enfant de douze mois : l’inconvénient serait le même. Homme ne lave pas ton corps dans le bain des femmes ; autrement tu subirais un jour une punition sévère. Si tu arrives au milieu d’un sacrifice déjà commencé, ne te moque point des mystères (33) ; la divinité s’en irriterait. Ne va point uriner dans le courant des fleuves qui coulent vers la mer, ni dans l’eau des fontaines ; garde-toi de les profaner ainsi. N’y satisfais pas également d’autres besoins ; une telle action ne serait pas plus louable. Évite une mauvaise renommée parmi tes semblables. La renommée est dangereuse ; son fardeau est léger à soulever, pénible à supporter et difficile à déposer. La renommée que des peuples nombreux répandent au loin, ne périt jamais tout entière ; car elle est aussi elle-même une divinité.

(être poursuivie)

TRADUITES PAR M. A. BIGNAN


NOTES

(32) Cet usage de se laver les mains avant d’offrir des libations à Jupiter et aux autres dieux existe également dans l’Iliade. L’origine de cette pratique religieuse remonte sans doute jusqu’à l’Inde, où les peuples du Gange se purifiaient par de fréquentes ablutions. Nous regardons maintenant comme des superstitions puériles des préceptes dont l’oubli dans les dogmes de la théocratie antique suffisait pour irriter la vengeance céleste.  r

(33) Cette défense de se moquer des mystères pendant les sacrifices indique que la religion, loin d’être extérieure comme dans l’Iliade, tendait à se renfermer dans le cercle des cérémonies superstitieuses. Alors elle n’était plus accessible à toutes les intelligences les plus vulgaires et elle avait des secrets qu’on ne pouvait tourner en ridicule sans offenser les dieux.  r

source http://remacle.org/

Posted in POECIA=ΠΟΙΗΣΗ | Tagged , , , , , , , | Leave a comment