Η προσευχή- επίκλησις του Ελληνικού Αλφαβήτου· Μυστικοί κώδικες· Ο Παλαμήδης και ο Ρόμπερτ Γκρέηβς

Ο κώδιξ του Ελληνικού Αλφαβήτου Έχουμε πολλές φορές μιλήσει για τηv εγγεvή σημασία τωv γραμμάτωv του Ελληvικού αλφαβήτου και τωv Ελληvίδωv λέξεωv, τηv ταύτιση σημαίvοvτος και σημαιvομένου, το αυτοφυές και τηv πρωτογέvεια της Ελληvικής Μητέρας-Γλώσσας τωv γλωσσώv, η οποία αποτελεί συvεπώς κώδικα μυστικής Γvώσεως (λέξεις-αρκτικόλεξα) και Κιβωτό Ελληvικού Φωτός. (Το τελευταίο είvαι και η αποκωδικοποίηση αυτής τούτης της λέξεως “ΛΕΞΗ” (βλ. παρακάτω)! εvώ “word” σνμαίvει τί; ) Παρατήρηση και μελέτη του φαιvομέvου αυτού έχουμε ήδη στοv Πλατωvικό “Κρατύλο”, στηv δε σύγχροvη εποχή, παρά τηv εθελούσια τύφλωση ορισμέvωv επιστημόvωv, το έργο αρκετώv αvεξαρτήτωv ερευvητώv με ευαίσθητα ώτα και vου, ικαvά vα συvτοvίζοvται με τις συχvότητες τωv αρχαίωv ψιθύρωv της Ελληvικής λαλιάς. (Π.χ. το έργο του αείμvηστου Ηλία Τσατσόμοιρου στοv “Δαυλό” (“Ιστορία Γεvέσεως της Ελληvικής Γλώσσης”), http://www.davlos.gr/webfiles/pdf/igeg.pdf του Θεολόγου, του Δάκογλου, του Κατσιαδράμη κ.α., επιπλέοv δε το vέο βιβλίο του Στάμου Καραμούζη (“Το θείοv Ελληvικόv Aλφάβητοv”, εκδ. Γεωργιάδης, 2001). Έναν συvοπτικό πίvακα, ως μια πρώτη προσέγγιση, της σημασίας τωv Ελληvικώv γραμμάτωv, μπορεί vα δει καvείς στηv ιστοσελίδα της “Μάσκας”: http://www.underground.gr/dodekatheon/olympos/var/elkodix.html (Παραθέτω ολόκληρο το κείμεvο, χάριv ευκολίας και ασφαλείας, παρακάτω.) [Σημ. 14-4-2007: Σήμερα ενεργές ιστοσελίδες με τον κώδικα είναι: http://www.dwdekatheon.org/keimena/kwdiks1.html http://www.ixn.gr/GrAl.html ] Φυσικά, καθε γράμμα (και κάθε βασική συλλαβή) είvαι μόvο του έvας ολόκληρος κόσμος. (Στις ιστοσελίδες της “Τετρακτύος” <http://www.tetraktys.org&gt; μπορείτε vα βρείτε εις βάθος αvάλυση για το “Ε” και το “Θ”: “Περί του εν Δελφοίς Ε” http://www.tetraktys.org/subchoises/ellinousia/arthra/e_endelfois.htm “Το θεϊκό γράμμα Θ” http://www.tetraktys.org/subchoises/istorika/arthra/gb13.htm ) Στοv συγκεκριμένο πολύ συvοπτικό πίvακα, αv και γεvικώς στέκει, παραλείποvται και μερικές βασικές σημασίες τωv γραμμάτωv, τις οποίες θα δούμε σε επόμεvα μηvύματα. Μια παρατήρηση επίσης είvαι ότι βασικό ρόλο στηv σημασία του γράμματος έχει τόσο ο ήχος όσο και το σχήμα του συμβόλου. (Σχέση και με τοv φυσικό ήχο και διαδικασία παραγωγής του, από τηv φύση ή τα φωvητικά όργαvα του αvθρώπου, ή με τηv περιγραφή της διαδικασίας-εvέργειας.) Όποιος δεv βλέπει π.χ. τηv σχέση του “Υ” με το υγρό και τηv συγκέvτρωση και ροή του, είvαι εvτελώς τυφλός! (“Συσσωρευμέvη δύvαμη” λέει το πιvακάκι, σωστό, αλλά προκύπτει από το παραπάvω). Aς πάρουμε π.χ. τηv λέξη “ΠΥΛΗ”. Εδώ, το σχήμα του “Π”, με το οποίο αρχίζει η λέξη, δεv μπορεί vα είvαι σύμπτωση. (ξέχωρα από τηv σημασία “πάτριο, πυρ, πνοή” που προτείvει για το γράμμα η “Μάσκα”.) Aκολουθούv τα Υ, Λ, Η. Υ: συσσώρευση και Ον, Λ: φως Η: αμφίδρομη ακτιvοβολία-πορεία. Επομέvως, αποκωδικοποιώ: ΠΥΛΗ = Ο δίαυλος αμφίδρομης πvευματικής επικοιvωvίας με το θείοv Οv και φωτισμού vου και ψυχής με το πvεύμα και πηγή του παvτός, πάτριοv πυρ. Επομέvως, η λέξη “πύλη” μάς συvδέει με τοv Θεό, η λέξη… “gate” σημαίvει τί; ) Άλλα χαρακτηριστικά παραδείγματα δίvει η “Μάσκα” παρακάτω. Φειδίας Μπουρλάς ———————————————————————– ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΚΩΔΙΞ ———————————————————————– Β ενέργεια επί του στερεού Α αρχική δύναμη του στοιχείου Γ γήινο Ε οριζόντια πορεία Δ δύναμη που δομεί Η διπλή ακτινοβολία ενέργειας Ζ ζωή Ι ακτινοβολία ενέργειας Θ θέαση, θεός Ο κλεισμένο σε χώρο Κ τα κάτω Υ συσσωρευμένη δύναμη Λ φωτισμός (ουρ) και υγρό (χοϊκά) Ω στον πλανήτη γη Μ ορατή φύση Ν νους (ουρ) και νερά (χοϊκά) Ξ =ΚΣ η κάσα, σώματα με μοριακή δομή Π πάτριο, πυρ, πνοή Ρ υπέρτατο φωτισμό (ουρ), ροή (χοϊκά) Σ εσωτερικά στοιχεία Τ στερεό Φ φως Χ χοϊκά στοιχεία Ψ =ΠΣ πυρ σε θέα εσωτερική ————– Παραδείγματα ————— ΛΕΞΗ =Λ(Φωτισμός) + Ξ(ΚΣ κάσα), άρα λέξη= σκεύος φωτός = κάτι που εμπεριέχει ένα μήνυμα ΥΠΝΟΣ= συσσωρευμένη δύναμη πνοής του Νου (ο ύπνος αναζωογονεί) ΔΙΑΣ= αυτό που είναι δύναμη και την ακτινοβολεί ΕΛΛΗΝ= Πεφωτισμένος νους ΕΛΛΑΣ= πεφωτιζομένη έκταση (ΕΛ+ΛΑΑΣ) ΠΙΕΡΙΑ= ο χώρος που δια του πυρός ακτινοβολεί ΑΧΙΛΛΕΥΣ= ΑΧ Ι+ ΙΛΛΕΥΣ ο πατήρ όλων των ελλήνων ΑΧΙ= δηλωτικό των αχαιών ΙΛΛΕΥΣ= αυτός που κατήλθε και είναι φωτισμένος ΙΚΩ= κάθοδος από πάνω προς τα κάτω= έρχομαι ΗΚΩ= διπλή κάθοδος από πάνω προς τα κάτω= έφτασα ΕΤΟΣ ΣΙΤΕΣ= το υπόλοιπο έτος που δεν έχει έλθει ως τώρα ΤΙΤΕΣ= το έτος που συσσωρεύτηκε, παρήλθε (εφέτος) ΜΥΘΟΣ ΔΑΝΑΗΣ : το παιδί της Δανάης θα σκοτώσει τον παππού του Ακρίσιο, η Δανάη γέννησε τον Περσέα, ο Δίας μεταμορφώθηκε σε χρυσή βροχή. ΔΑΝΑΗ= δύναμη νοός ΚΡΙΣΙΟΣ= αυτός που έχει κρίση ΑΚΡΙΣΙΟΣ= αυτός που δεν έχει κρίση ΠΕΡΣΕΑΣ= πυρ εσωτερικό ΒΡΟΧΗ= ενέργεια φωτισμού στο γήινο μέρος ΠΛΑΤΩΝ= πλατύς νους ΣΩΚΡΑΤΗΣ= έσω κράτος (secret), κράτος σημαίνει δύναμη, ισχύς ΑΦΡΟΔΙΤΗ= αυτή που δύει από τον αφρό, αναγραμματισμός της λέξης ΔΙΑΤΡΟΦΗ συνεπώς η Αφροδίτη έχει σχέση και με τη σωστή διατροφή. ———————————————————————– ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ ΚΑΙ Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ – ΕΠΙΚΛΗΣΗ ΠΟΥ ΥΠΑΡΧΕΙ ΜΕΣΑ ΤΟΥ Παύλος Κυράγγελος [Σημ.: Το παρόν κείμενο ευρίσκεται επίσης στις διευθύνσεις: http://www.mensamagazine.gr/Hellas/page1225.html http://www.heliodromion.gr/Hellenic-Alphabet.htm http://oistros-reportaz1.blogspot.com/2006/08/blog-post_03.html ] [Σημ. 21-2-2009. Σύμφωνα με την δημοσίευσι “στο δασκαλο μου με αγαπη…..” http://fotinivavi.blogspot.com/2008/08/blog-post_30.html δημιουργός της προσευχής-επικλήσεως του ελληνικού αλφαβήτου είναι ο Παύλος Κυράγγελος. (Η εν λόγω δημοσίευσις παρατίθεται πιο κάτω, μετά από ένα δείγμα του εν λόγω κειμένου και σχετικά σχόλια.)] Το μυστήριο του ελληνικού αλφαβήτου Πώς θα σας φαινόταν αν μαθαίνατε κάποια μέρα, ότι ο θεμέλιος λίθος της γλώσσας που μιλάτε, το δομικό συστατικό της, το αλφάβητό της (του οποίου τα μέλη μπορούν να σχηματίσουν με διαφόρων ειδών αναδιατάξεις πολύ παράξενες λέξεις και κώδικες) είναι κατ’ ουσίαν και το ίδιο αυτούσιο ένας γλωσσικός “παλμικός” κώδικας ; Το ξέρω, ακούγεται πολύ τρελό, σχεδόν αδιανόητο, αλλά δεν είμαι εγώ υπεύθυνος, ούτε κανείς από εσάς, για το ότι αυτό το μέσο έκφρασης που χρησιμοποιούμε για να εκφράσουμε οτιδήποτε (από σκέψεις, εικόνες, ιδέες, μέχρι και πράγματα… μη εκφράσιμα !), συμπεριφέρεται τόσο αλλοπρόσαλλα που κάλλιστα θα μπορούσε να του προσδώσει κανείς την ιδιότητα της ζωής. Κι αυτό, γιατί δεν μπορεί να εξηγηθεί διαφορετικά το γεγονός ότι όσο περισσότερο προσπαθεί κάποιος να διαλευκάνει το μυστήριο γύρω από την καταγωγή του και την βαθύτερη σημασία του, τόσο περισσότερα ερωτηματικά δημιουργούνται στην πορεία του κάθε επίδοξου ερευνητή που επιχειρεί να λύσει αυτόν τον γλωσσικό γόρδιο δεσμό… Ακούστε λοιπόν, ή μάλλον διαβάστε : ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ ΚΑΙ Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ – ΕΠΙΚΛΗΣΗ ΠΟΥ ΥΠΑΡΧΕΙ ΜΕΣΑ ΤΟΥ! “Η διαδοχή των γραμμάτων στην πλήρη εκφώνησή τους (Άλφα, Βήτα, Γάμα κλπ.), δεν είναι καθόλου τυχαία, αλλά πίσω από αυτήν υπολανθάνει μια πλήρης γραμματική, συντακτική και νοηματική συνέχεια ανώτερης σύλληψης. Σύμφωνα μ’ αυτήν τη γνωστή μας εκφώνηση, τα ελληνικά γράμματα (αφού προσθέσουμε και το εξαφανισμένο σήμερα έκτο γράμμα: Στίγμα ή Δίγραμμα F) ακούγονται και γράφονται ως εξής: ΑΛΦΑ – ΒΗΤΑ – ΓΑΜΑ – ΔΕΛΤΑ – ΕΨΙΛΟΝ – ΣΤΙΓΜΑ – ΖΗΤΑ – ΗΤΑ – ΘΗΤΑ – ΙΩΤΑ – ΚΑΠΑ – ΛΑΜΔΑ – ΜΙ – ΝΙ – ΞΙ – ΟΜΙΚΡΟΝ – ΠΙ – ΡΩ – ΣΙΓΜΑ – ΤΑΥ – ΥΨΙΛΟΝ – ΦΙ – ΧΙ – ΨΙ – ΩΜΕΓΑ. Αποκωδικοποιώντας την γνωστή αυτή διάταξη, που έγινε σύμφωνα με τις αρχές της Ερμητικής φιλοσοφίας, έχουμε τα ακόλουθα: “ΑΛ ΦΑ, ΒΗ ΤΑ ΓΑ, (Α)ΜΑ ΔΕ (Ε)Λ ΤΑ ΕΨ ΙΛΩΝ. ΣΤ(Η) ΙΓΜΑ. ΖΗ ΤΑ, Η ΤΑ, ΘΗ ΤΑ ΙΩΤΑ ΚΑ ΠΑΛΛΑΝ ΔΑ (ΙΝΑ) ΜΗ ΝΥΞΗ, Ο ΜΙΚΡΟΝ (ΕΣΤΙ), ΠΥΡΟΣ (ΔΕ) ΙΓΜΑ ΤΑΦΗ ΕΨΙΛΩΝ, ΦΥ (ΟΙ) ΨΥΧΗ, Ο ΜΕΓΑ (ΕΣΤΙ).” Η επίκληση αυτή είναι καταγραμμένη από αιώνες στο υποσυνείδητο των Ελλήνων. Αμέσως πιο κάτω αποκαλύπτουμε την σημασία των λέξεων της προσευχής αυτής: Αλ = Ο νοητός ήλιος Φά-ος = το φως Βη = προστακτική του ρήματος βαίνω (= βαδίζω , έρχομαι) Τα = δοτική άρθρου δωρικού τύπου τη, εις τήν Γα = Γη(δωρικός τύπος) Άμα = (επιρρ.) συγχρόνως. Έλ = ο ορατός Ήλιος, ο Ερχόμενος. Έψ = ρήμα έψομαι, εψ-ημένος – ψημένος. Ιλών = ιλύς (ουσιαστικό) = λάσπη, πηλός. Στη =προστακτική ρήματος ίστημι. Ίγμα = καταστάλαγμα, απόσταγμα. Ζη = προστακτική ρήματος ζώ. Ή = προστακτική ρήματος ειμί, είμαι. Θη = προστακτική ρήματος θέτω. Ιώτα = τα Ιώγα, τα εγώ. Παλάν = Ρήμα πάλλω (= δονούμαι, περιστρέφομαι) επίθετο παλλάς = πάλλουσα, περιστρεφόμενη (παράβαλε: Παλλάς Αθηνά) Δα = άλλος τύπος της Γα, Γης (παράβαλε : Δάμητηρ>Δημήτηρ>Δήμητρα = Μητέρα Γη) Νύξ = (ουσ.) νύχτα. Ό = (αναφ.) το οποίο, που. Φύ(οι) = ευκτική ρήματος φύω (φυτρώνω, αναπτύσσομαι) Απόδοση Αλ, εσύ που είσαι το Φως, έλα στη Γη! Κι εσύ Ελ ρίξε τις ακτίνες σου στην ιλύ που ψήνεται (που βρίσκεται σε κατάσταση αναβρασμού). Ας γίνει ένα καταστάλαγμα (μια ξηρά) για να μπορέσουν τα εγώ να ζήσουν, να υπάρξουν και να σταθούν πάνω στην παλλόμενη Γη. Ας μην επικρατήσει η νύχτα, που είναι το μικρόν, και κινδυνεύσει να ταφεί (να σβήσει, να χαθεί) το καταστάλαγμα του πυρός μέσα στην αναβράζουσα ιλύ, και ας αναπτυχθεί η Ψυχή, που είναι το μέγιστο, το σημαντικότερο όλων! Η εκφώνηση της επίκλησης αυτής, στον αρχαϊκό της τύπο, έχει μια ισχυρή δονητική επίδραση (Σ.τ.γ. :ας μην ξεχνάμε την ιδιαίτερη σημασία των δονήσεων και των “κραδασμών” που είχαν για τους αρχαίους Έλληνες, καθώς επίσης και το ότι η λέξη Δωδώνη εμπεριέχει μέσα της την λέξη δόνηση, αν το δει κανείς το αντικείμενο ακουστικά πάντα) στους αισθανόμενους Ανθρώπους του Φωτός, σε όποιο σημείο αυτού του Πλανήτη και αν ίστανται, διότι πάνω απ’ όλα είναι μια μυστηριακή κρούση στον ιερό σπόρο της Ψυχής τους…” Λοιπόν ; Πώς σας φάνηκε ; Τι είπατε ; Εξωφρενικό ; Δημιούργημα κάποιας αχαλίνωτης φαντασίας ; Απλή σύμπτωση ; Χμ… δεν θα ανταπαντήσω τίποτα. Απλά, έχω να προσθέσω ότι συν τοις άλλοις σύμφωνα με μια άλλη γνώμη, το ίδιο αλφάβητο αν διαβαστεί ελαφρά τροποποιημένο, περιγράφει στην γλώσσα των Μάγιας το τι έλαβε χώρα πριν, κατά τη διάρκεια, αλλά και μετά από τον Κατακλυσμό… Μα τέτοια σύμπτωση ; Τι να σας πω … ειλικρινά ΔΕΝ ξέρω ! Πάντως, τελειώνοντας, να σας υπενθυμίσω ότι ακόμα και το ότι ζούμε αυτή την στιγμή και μάλιστα είμαστε το κυρίαρχο είδος την στιγμή αυτή πάνω στον πλανήτη (τουλάχιστον αυτό θέλουμε, ή θέλουνε, να πιστεύουμε) είναι μια τεράστια ακολουθία εξαιρετικά απίθανων συμπτώσεων… Μετά δονούσης φλόγας, Γιώργος Ζαφειρίου ———————————————————————– http://anekdota.dyndns.org/jotd32/0018.html Θέμα: Το ελληνικό αλφάβητο και η μυστική προσευχή / επίκληση Συγγραφέας: Nefarius (avonidas@yahoo.gr) Ημερομηνία: Τρίτη 04, Ιούλιος 2006, 15:40:01 EEST Συνήθως είμαι ορθολογιστής… αλλά τι σκατά λίστα ανεκδότων είναι αυτή, αν δεν μπορούμε να βάλουμε και μια τρικλοποδιά στους “ημέτερους”; Ε 😉 Λοιπόν, η ιδέα ότι η σειρά των γραμμάτων του ελληνικού (και όχι μόνο) αλφαβήτου περιέχει κάποιο τελετουργικό μυστικό δεν ξεφύτρωσε από μερικούς “μουρλούς” του διαδικτύου. Απλώς, οι “μουρλοί” έκαναν αυτό που ξέρουν να κάνουν καλά – μπέρδεψαν και ξεφτίλισαν την όλη ιδέα. Αρκετοί αξιόλογοι μελετητές έχουν ασχοληθεί με την ανίχνευση τέτοιων συμβολισμών. Συμβαίνει βέβαια να μην χαίρουν ιδιαίτερης εκτίμησης σε ακαδημαϊκούς κύκλους, διότι οι μέθοδοί τους δεν είναι, αχεμ… επιστημονικές. Είναι μάλλον διαισθητικές ή, αν προτιμάτε, ποιητικές. Καταλαβαίνετε (ελπίζω) ότι εδώ δεν τίθεται θέμα επαλήθευσης. Αν το όλο πράγμα σας ακούγεται θεωρία συνωμοσίας, θυμηθείτε ότι η γλώσσα ξεκίνησε ως έμμετρος λόγος, ως ποίηση. Και η ποίηση έχει τις ρίζες της στην ιερουργία. Στην προ-κλασική αρχαιότητα, όπως και σε πολλούς πρωτόγονους πολιτισμούς που επιζούν ως τις μέρες μας, ο “ιερέας” είναι και “ποιητής”. Τεσπά, αν σας ενδιαφέρει το ζήτημα, διαβάστε τη “Λευκή Θεά” του Ρόμπερτ Γκρέηβς, και συγκεκριμένα για το ελληνικό αλφάβητο, το κεφάλαιο “Ο Παλαμήδης και οι γερανοί”. Οφείλω να σας προειδοποιήσω ότι είναι εξαιρετικά “δύσβατο” έργο. Τα συμπεράσματα δικά σας. *********** Σημείωση 1: *********** Εάν δεν γνωρίζετε ποιος ήταν ο Ρόμπερτ Γκρέηβς, πληροφορηθείτε το. Δεν θα ήθελα να ανοίξω thread εδώ πέρα με άτομα που νομίζουν ότι ξέθαψα τις απόψεις ενός ακόμη “Λιακόπουλου”. *********** Σημείωση 2: *********** Όχι, δεν συμφωνώ απαραιτήτως με όλα όσα γράφει ο Ρόμπερτ Γκρέηβς. Ούτε κι εκείνος συμφωνεί, άλλωστε. Απλώς δεν είναι το είδος του ανθρώπου που μπορείς έτσι απλά να χλευάσεις. Έχει ένα σεβαστό βάθος. *********** Σημείωση 3: *********** Το πρόβλημα με αυτές τις ιδέες δεν είναι ότι δεν προκύπτουν “επιστημονικά”. Το πρόβλημα με αυτές τις ιδέες δεν είναι ούτε ότι δεν επαληθεύονται επιστημονικά. Το ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ πρόβλημα με αυτές τις ιδέες είναι ότι δεν μπορούν να τις χειριστούν και να τις αφομοιώσουν άτομα που, κατά τα άλλα, σκέφτονται και δρουν μέσα σε έναν επιστημονικό κόσμο. Και άρα πρέπει να τις αφήνουν στην ησυχία τους: “Ποιητικός μύθος” + “τεχνολογικός πολιτισμός” = “New Age crap”! Ο Ρόμπερτ Γκρέηβς, ας πούμε, ζούσε και έγραφε εκτός του αστικού κόσμου και του ξερού ακαδημαϊσμού – ήταν ποιητής. Ήταν συνειδητά εχθρικός απέναντι στην επιστημονική μέθοδο, ή τουλάχιστον αυτό κατάλαβα εγώ. Την ποιητική του εξερεύνηση εσείς ή εγώ μάλλον δεν ξέρουμε τι να την κάνουμε. Πάντως, δεν αποτελεί κίνδυνο για την επιστημονική σκέψη – ενώ, αντίθετα, οι αστρολόγοι των εφημερίδων αποτελούν. ———————————————————————– [Ημέτερον σχόλιον, περί το 19-4-2007. Φ.Μ.] Για το κελτικό δενδρικό αλφάβητο του Ρόμπερτ Γκρέηβς, βλέπε ενδεικτικώς: What is the Celtic Tree Calendar? http://www.faeriefaith.net/treecal.html Celtic Tree Calendar http://www.joellessacredgrove.com/Celtic/tree.html Ogham table http://ogham.lyberty.com/otable.html Επίσης: Μάριος Δημόπουλος – Απολλώνιος, “Προϊστορικοί Έλληνες στην Β. Ευρώπη: Κέλτες – Υπερβόρειοι και οι Πελασγοί της Φινλανδίας” (περιοδικόν “Ιχώρ”, τ. 7, Μάρτ. 2001) κεφ. “Το κελτικό αλφάβητο δημιούργημα του Ηρακλή” [Όγμιος Ηρακλής] http://hellenicnation.googlepages.com/Dimopoulos-Hellenes-BEurope.doc ———————————————————————– [Ημέτερον σχόλιον, περί το 2005. Φ.Μ.] Ε ναι, για να είμαστε και λίγο λογικοί, όταν το φοινικικό συμφωνικό αλφάβητο-συλλαβάριο (χωρίς φωνήεντα δηλαδή) συμπίπτει σχεδόν με το Ελληνικό (τα φοινικικά αντίστοιχα των Ελληνικών φωνηέντων είναι και αυτά σύμφωνα), και τα άλεφ, μπεθ, γκήμελ κλπ είναι λέξεις που σημαίνουν βόδι, σπίτι, καμήλα και, επιπλέον (επιπλέον, διότι ομοιότητες λέξεων βρίσκουμε, όπως είδαμε, και με τα Ελληνικά, και άλλες, όσες θέλουμε), το σχήμα τους μοιάζει και με βόδι, σπίτι και καμήλα, δεν είναι δυνατόν να δεχθούμε ότι αυτό είναι μόνον σύμπτωση! (Όσο και εάν τα ελληνοκεντρικά έντυπα διαφόρων πυροβολημένων τά διαβάζω και εγώ χρόνια (παλιότερα ιδίως) και δεν τά απορρίπτω εντελώς… 🙂 ) Από εκεί και πέρα, το ερώτημα πού έχει όντως βάση, είναι οι Φοίνικες από πού πήραν τα γράμματα. Όπως σωστά ειπώθηκε, υπάρχει ομοιότης με αντίστοιχα σύμβολα της Γραμμικής Γραφής Β’ (μάλιστα, όπως έχω διαβάσει, ειδικά με το Κυπριακό συλλαβάριο). Και επίσης είναι δεδομένη η πανάρχαια Ελληνική παρουσία στην Φοινίκη και την Παλαιστίνη. Θα μπορούσε επομένως, ίσως, να υποστηριχθεί ότι πρόκειται για -τρόπόν τινα- αντιδάνειο. Όσο για την “προσευχή”, το ότι κάποιος σκέφθηκε με τι μοιάζουν τα γράμματα, με τι λέξεις μπορούν να συσχετισθούν και τί ωραία φράση που να είναι σαν προσευχή μπορούμε να φτιάξουμε, επιλέγοντας κατάλληλα αυτές τις λέξεις, δεν σημαίνει βεβαίως ότι έγινε το… αντίστροφο, και, όταν εφηύραν το αλφάβητο έπλασαν τα ονόματα των γραμμάτων από τις λέξεις της συγκεκριμένης προσευχής! Μάλιστα έχω υπ’ όψιν άλλες δύο-τρεις, τουλάχιστον, επίσης ελληνοκεντρικές ερμηνείες, επίσης πολύ ωραίες (και ίσως ακόμη πιο ψαγμένες), αλλά, πάντως, …διαφορετικές! [*] Άρα, άμα ψάχνεις σώνει και καλά να βρεις κάτι, θα τό “βρεις”, αλλά μάλλον δική σου κατασκευή θα είναι! (Μπορεί βεβαίως να προκύψουν και άλλα, σωστά στοιχεία, από την έρευνα.) [*] Η μία: Στάμος Καραμούζης, “Το θείον Ελληνικόν Αλφάβητον”, Εκδόσεις Γεωργιάδη, Αθήναι 2001. Η δεύτερη, από τους συγγραφείς Δωρικό-Χατζηγιαννάκη. Η τρίτη: Κάποιο άρθρο του Αντ. Στάμου. Και άλλες… Σε πρώτη ευκαιρία θα φέρω κάτι από αυτά, για σύγκριση· έχει ενδιαφέρον. Φειδίας Μπουρλάς ———————————————————————– [Ημέτερον σχόλιον, 21-2-2009. Φ.Μ.] Διάβασα προ ημερών την δημοσίευσι της Φωτεινής: http://fotinivavi.blogspot.com/2008/08/blog-post_30.html “στο δασκαλο μου με αγαπη…..” Και σχολιάζω. Ώστε ο Παύλος Κυράγγελος ήταν ο εμπνευστής αυτής της «προσευχής-επικλήσεως του Ελληνικού Αλφαβήτου», η οποία έχει κατακλύσει το Διαδίκτυο τα τελευταία χρόνια, έχοντας γίνει πλέον ένα από τα χαρακτηριστικότερα μηνύματα-αλυσσίδες! Τον Κυράγγελο τόν θυμούμαι από μερικά άρθρα του, πριν από αρκετά χρόνια, στο παλαιό ελληνοκεντρικό -από τα σοβαρότερα- περιοδικό «Αέροπος». http://www.aeropos.gr Από τους πρωτεργάτες του ελληνοκεντρικού αποκρυφισμού -για να τό πούμε έτσι (μαζί με τον Ιωάννη Φουράκη, http://www.fourakis.gr θα έλεγα). Σήμερα ελάχιστοι τόν έχουν ακουστά, πράγμα που υποδεικνύει ασφαλώς την σοβαρότητα του ανδρός. Η προσευχή-επίκλησις του Ελληνικού Αλφαβήτου. Για πολλούς δεν είναι παρά μια απάτη. Εγώ, όμως, θα έλεγα ότι είναι ποίησις, ποίησις εμπνευσμένη. Εάν κάποιος θέλει σώνει και καλά να τό εκλάβη απολύτως τοις μετρητοίς, ρηχά κι επιφανειακά, είτε για να τό υιοθετήση είτε για να τό απορρίψη, αυτός φταίει, όχι ο δημιουργός. Και κάτι ακόμη. Όποιος θέλει να απορρίψη τον Κυράγγελο επειδή δεν είναι «σοβαρός», μπορεί πρώτα να μάς φέρη κάτι «σοβαρό» το οποίο να ενέπνευσε τέτοιες ιδέες και τέτοια αισθήματα όπως ο δάσκαλος Παύλος Κυράγγελος στην ψυχή και στον νου της μαθήτριάς του Φωτεινής; Φειδίας Μπουρλάς Η δημοσίευσις της Φωτεινής: http://fotinivavi.blogspot.com/2008/08/blog-post_30.html “στο δασκαλο μου με αγαπη…..” [Πανάρχαια προσευχή – επίκληση υπάρχει και λειτουργεί μυστικά μέσα στο Ελληνικό Αλφάβητο από καταβολής του. Η διαδοχή των γραμμάτων στην πλήρη εκφώνησή τους (Άλφα, Βήτα, Γάμα κλπ.) δεν είναι καθόλου τυχαία, αλλά πίσω από αυτήν υπολανθάνει μια πλήρης γραμματική, συντακτική και νοηματική συνέχεια, ανώτερης σύλληψης. “ΑΛ ΦΑ, ΒΗ ΤΑ ΓΑ! ΑΜΑ ΔΕ ΕΛ ΤΑ ΕΨ ΙΛΩΝ. ΣΤΗ ΙΓΜΑ (ΙΝΑ) ΖΗ ΤΑ, Η ΤΑ, ΘΗ ΤΑ ΙΩΤΑ ΚΑΤΑ ΠΑΛΛΑΝ ΔΑ. (ΙΝΑ) ΜΗ ΝΥΞ Η, Ο ΜΙΚΡΟΝ (ΕΣΤΙ), ΠΥΡΟΣ (ΔΕ) ΙΓΜΑ ΤΑΦΗ ΕΨ ΙΛΩΝ, ΦΥ(ΟΙ) ΨΥΧΗ, Ο ΜΕΓΑ (ΕΣΤΙ)”. Απόδοση Άλ, εσύ που είσαι το Φως, έλα στη Γή! Κι εσύ Έλ ρίξε τις ακτίνες σου στην ιλύ που ψήνεται (που βρίσκεται σε κατάσταση αναβρασμού). Ας γίνει ένα καταστάλαγμα (μια ξηρά) για να μπορέσουν τα Εγώ να ζήσουν, να υπάρξουν και να σταθούν πάνω στην παλλόμενη Γη. Ας μην επικρατήσει η νύχτα, που είναι το μικρόν, και κινδυνέψει να ταφεί (να σβήσει, να χαθεί) το καταστάλαγμα του πυρός μέσα στην αναβράζουσα ιλύ, και ας αναπτυχθεί η Ψυχή, που είναι το μέγιστο, το σημαντικότερο όλων! Η εκφώνηση της επίκλησης αυτής, στον αρχαϊκό της τύπο, έχει μια ισχυρή δονητική επίδραση στους αισθανόμενους Ανθρώπους του Φωτός, σε όποιο σημείο αυτού του Πλανήτη και αν ίστανται, διότι πάνω απ΄ όλα είναι μια μυστηριακή κρούση στον ιερό σπόρο της Ψυχής τους…Πυρισπορος] …η εγγραφη αφιερωμενη στο δασκαλο μου με σεβασμο και αγαπη…στο Παυλο Κυραγγελο που εφυγε προσφατα..εναν απλο και συχνα απλοικο ανθρωπο, που πιστεψε στο θεο λατρεψε τη φυση και αγαπησε βαθεια το συνανθρωπο..που εζησε ολη τη ζωη του αναλυοντας τον Ελληνα λογο και μεταδιδοντας απλοχερα τη γνωση του.. πολλοι απο τους σημερινους ερευνητες, που μονοπωλουν το ενδιαφερον ,οσων ασχολουνται με παρομοια θεματα,με τα βιβλια τους και την παρουσια τους στο διαδυκτιο και την τηλεοραση,υπηρξαν μαθητες και συνεργατες του… απο κανεναν δεν εχω ακουσει εστω και μια φορα να τον μνημονευει.. μονον ο Γ.Τσαγκρινος προς τιμην του και ο γνωστος ξενος συγγραφεας Ν.ICKE τον εχουν αναφερει ως πηγη τους..το πιο πανω κειμενο κυκλοφορει ευρεως στο διαδυκτιο-ελαφρα τη καρδια ομολογουμενως-ομως κανεις δεν ειπε πως εκεινος το εβγαλε προς τα εξω.. εγω πικραινομαι,εκεινον δεν τον εννοιαζε..ηταν πολυ μακρια απ ολα αυτα..λατρεψε τον Πυθαγορα κι εζησε σαν πυθαγορειος..σιωπηλος, ηθικος, συνετος,προσπαθοντας να συντονισει το ειναι του με τους νομους του συμπαντος και του νοος… και τον θυμαμαι να γραφει στον πινακα..”νοος!!βλεπετε; να τα δυο ομικρον ενωμενα μας δινουν το συμβολο του απειρου”.. σαν Πυθαγορειος εζησε..διδασκοντας με το παραδειγμα του και μονον ..οπως κανουν ολοι οι μεγαλοι δασκαλοι… “μια ειναι η απαντηση σ ολα τα ερωτηματα…η αγαπη..”” στην θαλασσα της αγαπης εξαγνιζουμε το εγω μας..”ελεγε,το πιστευε και ζουσε ετσι ακριβως.. σου χρωσταω πολλα Παυλο..και ξερω πως μου θυμωνεις τωρα που με βλεπεις να κλαιω και να σπαραζω… “με το θανατο συνεχιζει μια αλλη φαση ζωης’ σ ακουω να λες..ομως εγω δεν ειμαι εσυ..δασκαλε.. δεν αγγιζω τη σοφια σου……..γιατι Παυλο;;;γιατι;…ας εισαι καλα εκει ψηλα ηρεμος και γαληνιος μετεχοντας στην αποκαλυψη του ενος και του παντος.. δεν υπαρχουν πια μυστικα για σενα..κι ευχομαι να συναντηθουμε ολοι μαζι καποτε και να συνεχισεις να μας διδασκεις με το μοναδικο σου τροπο..να συνεχισουμε απο κει που σταματησαμε..ολη την αγαπη μου δασκαλε .κι ας μου επιτραπει να παραφρασω ενα ποιημα του Καρακουλη Σημερα σε θυμήθηκα. Ήλθες σαν νεανικό παράπονο, δάσκαλε. Κι έχω συμπληρώσει μισό αιώνα αυταπάτης. Αναλογίσθηκα τους δρόμους που άνοιγες, τα λόγια σου για πρωινά λαμπερά και σύννεφα συλλογικά της φοβερής πατρίδας. Πικρογέλασα όταν ξαναθυμήθηκα Φορούσες βλέμμα καθαρό και πουκάμισο ανοιχτό. Δε χάθηκες σαν τους άλλους με τα ευπρεπή κοστούμια που μαύρισαν σιγά σιγά απ’ το πένθος της καριέρας. Μας είχες τάξει εκδρομή στη σκόνη των ένδοξων αιώνων. Μας άφησες κι έφυγες μόνος, ..χρονια περασαν.. με θρέψανε αγκάθια πολλά κι οι κρυφές σου σημειώσεις για γλώσσα ελληνική και ιστορία. … έμαθα πως τη σημαία σου την έχεις τώρα για καλά διπλώσει και νύχτες πολλές έχουν τους ώμους σου βαρύνει. Ώριμοι κι εμείς στα χρόνια σε καλούμε στη σύναξη της τάξης να παίξουμε μαζί με τα πνιγμένα όνειρα. Έλα, δάσκαλε, με πουκάμισο ανοιχτό και κράτα το απουσιολόγιο, αν και ξέρουμε πως όλοι είναι απόντες….. Δάσκαλε ακόμη περιμένουμε την εκδρομή που μας είχες τάξει στη σκόνη των ένδοξων αιώνων, στην Αθήνα που βουλιάζει μέσα στα τιμαλφή της. Σε περιμένουμε, δάσκαλε, επειδή επιμένουν η ίδια επιδημία και σιωπή. Αναρτήθηκε από Φωτεινή Σάββατο, 30 Αύγουστος 2008 Και άλλη μια δημοσίευσις, από το ιστολόγιο «Ελληνική γλώσσα-Λεξάριθμοι»: http://ellinikiglossa-lexarithmoi.blogspot.com/2008/08/blog-post_18.html Παύλος Κυράγγελος της Ευρυδίκης Νικ. Ξηροτύρη : στην μνήμη του Παύλου * Τον Παύλο Κυράγγελο, Τον γνώρισα τυχαία, λόγω συνεργασίας μας στην «Ορθόδοξη Κατάθεση», όπου, εδώ και πολλά χρόνια, έφερνε την μελέτη του για τα «153 ψάρια». Συγκεκριμένα, γιατί τα ψάρια στο θαύμα του Χριστού ήταν ο συγκεκριμένος αριθμός, δηλαδή 153. Ούτε 152, ούτε 154, αλλά 153. Και να τα γραπτά… Σελίδες επί σελίδων… Αναλύσεις επί αναλύσεων… Ευρήματα επί ευρημάτων… Κόποι επί κόπων… Αλλά, ο Παύλος Κυράγγελος, πάντα με το χαμόγελο, πάντα με την καλή κουβέντα, για όλους… Ακόμη κι όταν άκουγε να λέμε τους ιχθείς του «ψάρια». Μας διόρθωνε με επιτακτικό ύφος, αλλά πάντα με καλωσύνη… Πάντα με τα πειράγματα, ακόμη και μ’ αυτούς που δεν ήξερε, που δεντους μιλούσε… Που φοβόταν μη μου πάρουν τα «δωράκια» που μου έφερνε… Τα «δωράκια…». Πετρούλες και πετρώματα απ’ όλες τις παραλίες της Ελλάδος… Από τον Πειραιά, μέχρι τα νησιά του Αιγαίου, του Ιονίου. Όπου υπάρχει θάλασσα… Υπάρχει πιθανότητα να τον είχατε «πετύχει» κι εσείς… Μία φιγούρα… αλλόκοτη,μοναχική μέσα στην κοινωνικότητα της, απόκοσμη. Λες κι ήταν ξωτικό… Μεγάλη η αγάπη του για τα εκκλησιαστικά θέματα, για τον Κώδικα Ντα Βίντσι και για όλα τα απόκρυφα ή εντελώς κρυφά – όπως ο ίδιος έλεγε – θέματα. Το ίδιο μεγάλη η αγάπη του για την φύση, για όλα τα πλασματάκια του Θεού, από μυρμήγκια μέχρι λογής – λογής πουλί και τετράποδο. * Ποτέ δε φανταζόμουν ότι θα χρειαζόταν να γράψω «αποχαιρετιστήριο» κείμενο για τον Παύλο Κυράγγελο. Έλειπα με άδεια, όταν με πήραν τηλέφωνο για να μου πουν αν ξέρω ότι «πέθανε ο Παύλος». Στενοχωρήθηκα, όπως στενοχωρήθηκαν όλοι όσοι τον ήξεραν, αλλά και αυτοί που απλώς τον γνώριζαν σαν φιγούρα. Υπήρξε σύγχυση. Ακόμη και τώρα, κανείς δεν έχει μάθει τίποτα… Όπως αθόρυβα ήρθε, αθόρυβα κι έφυγε… Αυτή είναι κι η λέξη με την οποία θα τον περιέγραφα: Αθόρυβος…Ό,τι αγάπησε ο Παύλος περισσότερο, βρίσκεται στο ποίημα που η στήλη και η γράφουσα αυτήν, αλλά και όλοι οι συνεργάτες του, γνωστοί ή άγνωστοι, του «χαρίζουν». Ένα ποίημα για σένα, του Γιώργου Σαραντάρη, με τον τίτλο «’Αλλοτε η θάλασσα». «Άλλοτε η θάλασσα μας είχε σηκώσει στα φτερά της Μαζί της κατεβαίναμε στον ύπνο Μαζί της ψαρεύαμε τα πουλιά στον αγέρα Τiς ήμερες κολυμπούσαμε μέσα στις φωνές και τα χρώματα Τα βράδια ξαπλώναμε κάτω απ’ τα δέντρα και τα σύννεφα Τις νύχτες ξυπνούσαμε για να τραγουδήσουμε Ήταν τότε ο καιρός τρικυμία χαλασμός κόσμου Και μονάχα ύστερα ησυχία Αλλά εμείς πηγαίναμε χωρίς να μας εμποδίζει κανείς Να σκορπάμε και να παίρνουμε χαρά Από τους βράχους ως τα βουνά μας οδηγούσε ο Γαλαξίας Κι όταν έλειπε η θάλασσα ήταν κοντά ο Θεός». * Κύριε Παύλο, (αν και δεν ισχύει το «κύριος», όταν κάποιος αποδημεί εις Κύριον, αλλά ήταν Κύριος με το Κ όντως κεφαλαίο), καλό ταξίδι… Ελπίζω ο δρόμος σου να είναι στρωμένος με πρωτογνωρα πετρώματα που σιγουρα θα σ΄ενθουσίασαν… Αναρτήθηκε από Ατάργα 18 Αύγουστος 2008 ———————————————————————–

Posted in GLOSSOLOGY | Tagged , , , , , | 1 Comment

l’histoire de la langue francaise (β)

(ETRE CONTINUE DE 7/10/18)

(2) La période gallo-romane

La langue romane rustique (La «lingua romana rustica») (VIe – IXe siècle)

Les linguistes avancent le VIIIe siècle comme la date (théorique) indiquant le passage du latin au roman, mais il ne s’agit là que d’une moyenne. La langue latine, avec ses diverses composantes, n’a pas changé partout au même moment. Ces importantes transformations se sont étendues, selon les régions, de la fin de l’Empire romain jusqu’à la première moitié du IXe siècle. On peut considérer que les locuteurs du nord de la Gaule ont pris conscience de la coexistence de deux entités distinctes: le latin et les parlers vernaculaires courants, les langues d’oïl, un terme inventé par l’écrivain florentin Dante qui, dans De vulgari eloquentia (1303-1304), classa les langues romanes d’après la façon de dire «oui» dans chacune d’entre elles: la langue d’oïl (le françois»), la langue d’oc (l’occitan) et la langue de si (l’italien).
 

Texte original latinTotum autem quod in Europa restat ab istis, tertium tenuit ydioma, licet nunc tripharium videtur; nam alii oc, alii oïl, alii  affirmando locuntur, ut puta Yspani, Franci et Latini.Traduction françaiseTout ce qui reste en Europe, en dehors de ceux-ci, parla une troisième langue, commune bien qu’aujourd’hui répartie en trois groupes: car les uns utilisent, comme particule affirmative, oc, les autres oïl, les autres , autrement dit les Espagnols, les Francs et les Latins.

On employait au singulier «langue d’oïl», car, à cette époque (IXe-XIIe siècles), il s’agissait davantage de variétés linguistiques mutuellement compréhensibles que de langues distinctes. Durant tout le Moyen Âge, le mot «dialecte» ne fut jamais employé, seul le terme «patois» est attesté pour désigner un «parler incompréhensible» ou un comportement jugé grossier. Ce sens péjoratif est resté encore aujourd’hui pour désigner une «langue» hiérarchiquement inférieure. 

Si Dante ne s’est pas trompé pour désigner l’aire linguistique des langues italiennes, il a considérablement erré pour ce qui concerne les langues d’oïl et d’oc en France et en Espagne. Néanmoins, les termes oïl, oc et si utilisés par Dante ont connu beaucoup de succès, bien que ces termes ne recouvrent pas les mêmes aires linguistiques ni les mêmes régions que pour nous. Dante n’était pas linguiste et il n’avait pas les connaissances qui se sont développées depuis la fin du XIXe siècle. On peut consulter aussi le texte «Les domaines d’oc, si et oïl, selon Dante» de MM. Jean Lafitte et Guilhem Pépin

La suprématie franque et la germanisation du roman rustique

Au cours des VIe et VIIe siècles, les différents royaumes germaniques s’affaiblirent: les Ostrogoths furent conquis par les Romains d’Orient, puis par les Lombards; les Wisigoths éliminèrent les Suèves avant d’être exterminés à leur tour par les Francs au nord et par les Arabes en Espagne; les Vandales subirent le même sort en Afrique du Nord et les survivants furent islamisés. Finalement, les Francs sortirent grands vainqueurs de ces affrontements en soumettant presque toute l’Europe romanisée à l’autorité de quelques monarques. Clovis, le roi des Francs (rex Francorum), de 466 à 511, combattit le dernier représentant de l’autorité romaine à Soisson en 486; il étendit ses États de la Loire jusqu’au Rhin, puis se convertit au catholicisme et reçut ainsi l’appui de ses sujets gallo-romans.Clovis fut le premier roi à parler le germanique (et non plus le latin), plus précisément le francique ripuaire, une situation qui ne prendra fin qu’avec Hugues Capet (en 987), dont le langue maternelle sera le «françois». Néanmoins, Clovis et ses soldats avaient une certaine connaissance du latin, car ils étaient familiers avec la discipline et l’administration romaines. Avec Clovis, commença la dynastie des Mérovingiens (< de Mérovée, le grand-père de Clovis et troisième roi franc, qui aurait vaincu Attila le 20 juin 451, grâce à une coalition).

1.1 La langue franque

Le nombre réduit des Francs (environ 5 %) par rapport à la population gallo-romane leur interdit d’imposer leur langue à tout le pays. Après une période de bilinguisme germano-latin, la plupart des colons francs se latinisèrent, mais pas l’aristocratie franque qui continua d’employer sa langue. Quant à de nombreux notables gallo-romans, ils apprirent la langue franque (ou francique) afin de communiquer avec les communautés franques installées dans le Nord-Est demeuré germanophone.
 

Seuls ces «irréductibles», habitant près de la frontière linguistique des langues romanes et des langues germaniques, conservèrent leur langue francique. Aujourd’hui, quatre formes de francique (voir la carte linguistique) sont parlées en Moselle (no 57): le francique mosellan (dans le pays de Nied); le francique rhénan (du bassin houiller jusqu’à l’Alsace); le francique ripuaire; le francique luxembourgeois (dans le pays thionvillois). Le francique parlé encore dans le nord-est de la France n’est pas celui des Francs (Clovis) qui ont fondé la France, car cette langue a disparu sans laissé de trace dès le VIIe siècle; elle s’est fondue dans le latin des Gallo-Romans, qui était sur le point de se transformer en une langue romane qui deviendra l’ancêtre du français.Lorsqu’on observe la géographie linguistique de l’Europe, on constate que l’ancien territoire de la Francie occidentale coïncide aujourd’hui avec une aire linguistique exclusivement romane (exception faite de la Bretagne et des provinces basques), soit les deux tiers de la France actuelle, ce qui prouverait l’assimilation de la langue franque.

En revanche, l’ancienne Francie orientale a maintenu la langue franque, le francique, puisque ce territoire correspond aujourd’hui à des pays germaniques tels que l’Allemagne, l’Alsace, la Suisse alémanique et l’Autriche. Dans l’ensemble du pays franc, les Francs romanisés avaient délaissé leur langue dès le VIIIe siècle, tandis que l’aristocratie se vit dans l’obligation d’envoyer ses enfants à l’extérieur du pays pour leur faire apprendre la langue franque, qui n’était plus la lingua franca (au sens de «langue véhiculaire»).

Néanmoins, le francique des Francs a laissé des vestiges linguistiques dans la France d’aujourd’hui. Le francique mosellan (ou francique lorrain) fait partie des parlers franciques de l’Ouestet est parlé aujourd’hui par environ 400 000 locuteurs dans le département de la Moselle (no 57), notamment dans la région de Thionville. Quatre formes de francique sont parlées en Moselle: le francique mosellan (dans le pays de Nied); le francique rhénan (du bassin houiller jusqu’à l’Alsace); le francique ripuaire; le francique luxembourgeois (dans le pays thionvillois). N’oublions pas que cette région est coupée en deux par la frontière linguistique séparant les langues romanes et germaniques. Le francique lorrain ou francique de Lorraine demeure donc une sorte de reliquat des Francs qui ont fondé la France.

Si la plupart des Francs ont perdu leur langue dès le VIIIe siècle, ils ont en même temps exercé une influence profonde sur la langue rustique des populations locales, et par conséquent, au français, en particulier dans le nord du pays franc.

1.2 La germanisation du roman rustique

La population gallo-romane (autochtone) parlait ce qu’on appelait à l’époque la «lingua romana rustica», c’est-à-dire la langue romane rustique, encore perçue dans la conscience populaire comme du «latin», un latin dit «vulgaire» (de vulgus : qui signifiait «peuple») bien différent de celui des siècles précédents. Affranchie de toute contrainte, favorisée par le morcellement féodal et soumise au jeu variable des lois phonétiques et sociales, cette langue romane dite rustique se développa spontanément sur son vaste territoire. Elle prit, selon les régions, des formes les plus variées. C’est ainsi que sortit du sol de l’ancienne Gaule romaine toute une floraison de parlers régionaux, subdivisés en dialectes (ou patois).

Pendant que le latin écrit restait intact, les langues néo-latines, qui allaient devenir le français, l’occitan, l’italien, l’espagnol, etc., se transformèrent lentement. C’est en ce sens qu’on emploie aujourd’hui l’expression «langues romanes»: issues du latin, elles se sont modifiées en passant par le roman. Elles se sont distinguées de plus en plus pour devenir distinctes (français, espagnol, italien, etc.) tout en conservant de nombreux éléments communs. Mais quelque 400 à 500 ans sépareront le latin populaire du IVe siècle du premier texte français (IXe siècle) et encore davantage pour l’espagnol et l’italien. On peut consulter, d’une part, un tableau montrant une typologie historique des langues romanes, d’autre part, une carte des langues romanes. Dans le pays de Clovis, qui deviendra la France, la langue française n’existait pas encore. Elle ne sera attestée qu’au IXe siècle et portait alors le nom de «langue rustique». C’est ainsi qu’elle était appelée lors du Concile de Tours en 813 qui la plaçait sur le même pied que la langue tudesque (theotisca) ou germanique.  

Mais la cohabitation linguistique du francique et du roman rustique entraîna de profonds bouleversements linguistiques. Ces changements sont d’ordre phonétique, morphologique, syntaxique et lexical. De fait, les Francs donnèrent au roman rustique de nouvelles tendances phonétiques en raison de leur accent nordique et de leur système vocalique («voyelles») dans lequel les voyelles longues s’opposaient aux brèves; cela portait les Francs à prononcer les voyelles romanes beaucoup plus fortement que ne le faisaient les populations autochtones. Celles-ci se hâtèrent d’adopter les nouvelles prononciations qui étaient socialement très valorisées. Les phonèmes prononcés à la franque modifièrent totalement la langue gallo-romane.

– La phonétique

Par exemple, mentionnons l’introduction du [w] germanique qui fut traité comme le [v] latin et devint une gutturale comme dans guerre (< francique werra), tandis que vastare passait à wastare puis à gâtervespa à wespa puis à guêpe, et vipera à wispara puis à guivre (animal imaginaire à corps de serpent, à ailes de chauve-souris et à pattes de pourceau). Des mots latins comme huit (< octo), huis (< ostium, d’où huissier), hermine (< arminia), huître (< ostrea), etc., doivent leur [h] initial à une ancienne prononciation germanique utilisée dans des mots comme hachehottehuchehaillonshangarhéronhareng, etc. Quelques diphtongaisons nouvelles sont aussi imputables à une influence germanique, dont l’habitude était notamment de prononcer plus énergiquement les voyelles que les Gallo-Romans.

– La morphologie et la syntaxe

Au point de vue morphologique, les finales -and-ard-aud-ais-er et -ier sont d’origine francique, sans oublier un assez grand nombre de verbes en -ir du type choisirjaillirblanchir, etc. Soulignons que l’influence germanique s’exerça considérablement sur les noms de lieux (Criquebeuf, Elbeuf, Caudebec, Honfleur, Trouville, etc.) ou de personnes en raison de la pénétration politique.

De plus, la syntaxe germanique exerça également une influence assez importante, comme l’atteste le fait de faire placer le sujet après le verbe lorsqu’un complément ou adverbe précède celui-ci. Par exemple, l’endemain manda le duc son conseil pour le duc appela le lendemain son conseil. Tous ces faits illustrent que la germanisation de la «langue romane rustique» fut très considérable au point où les langues d’oïl prendront des aspects très différents des autres langues issues du latin, notamment au sud où les langues occitanes sont restées plus près du latin. 

– Le vocabulaire

L’influence du francique fut considérable sur les parlers romans de cette époque. Les historiens de la langue affirment souvent que le français ne doit au francique que quelques centaines de mots.  Henriette Walter en dénombre exactement 544, ce qui représente 13 % de tous les mots étrangers introduits dans le français, notamment dans les domaines de la guerre, l’ornementation, la nourriture, l’agriculture, etc., sans oublier les adjectifs de couleurs (bleugrisbrunblanc) et de quantité (guèretrop, etc.). Nous y reviendrons plus loin (cf. 3.2)

2 L’Empire carolingien et la naissance du plus ancien français















Couronnement de Charlemagne par le pape Léon III, le 25 décembre 800,  Annales Laureshamenses
Lorsque le royaume des Francs passa aux mains de Charlemagne en 760 (dynastie des Carolingiens), celui-ci entreprit la réimplantation de l’ancien Empire romain. Il y réussit presque en Occident: lui échappèrent la Grande-Bretagne et l’Espagne, qui demeurèrent respectivement aux mains des Anglo-Saxons et des Arabes. Ses tentatives pour réunir l’Empire d’Orient (appelé Empire byzantin) échouèrent. Lorsqu’il se fit couronner empereur du Saint Empire romain germanique — en latin: Sacrum Romanorum Imperium Nationis Germanicae; en allemand: Heiliges Römisches Reich Deutscher Nation — en décembre 799, son royaume s’étendait du nord de l’Espagne jusqu’aux limites orientales de l’Allemagne actuelle, de l’Autriche et de la Slovénie (voir la carte de l’empire de Charlemagne).L’unification politique réussie par Charlemagne ne dura pas assez longtemps pour que celui-ci impose dans tout son empire le francique rhénan, sa langue maternelle (et la langue locale de sa région de naissance), et probablement la langue courante à la cour carolingienne (mais en concurrence certaine avec le latin). Pour ce qui est du latin, l’époque de Charlemagne se remit aux études latines. Les clercs et les lettrés dévorèrent, copièrent massivement et pillèrent littéralement les classiques romains. Dans les faits, la population ne comprenait plus le discours de l’Église ni celui du pouvoir royal.

Des centaines de mots latins ont été empruntés par les contemporains de Charlemagne, eux qui parlaient la langue romane rustique, mais n’écrivaient (pour ceux qui pouvaient le faire) qu’en latin d’Église. Durant plusieurs siècles, les parlers romans furent rejetés au profit du latin classique (emprunts) et du latin ecclésiastique (écriture). Les rares lettrés pratiquaient une sorte de bilinguisme dans la mesure où ils parlaient la langue romane rustique de leur région, communiquaient entre eux par le latin réappris et vénéré. 

2.1 Le concile de Tours (813)

On sait que, lors du concile de Tours de 813, l’Église catholique ordonna aux prêtres de faire leurs prônes de manière à ce que le peuple puisse les comprendre, car les fidèles ne comprenaient plus la langue des lettrés et des clercs. Ainsi, dans le canon 17, les évêques rassemblés par Charlemagne décidèrent que les homélies ne devaient plus être prononcées en latin, mais en «rusticam Romanam linguam aut Theodiscam, quo facilius cuncti possint intellegere quae dicuntur», autrement dit en «langue rustique romane» ou en «langue tudesque» (germanique), selon le cas. On peut lire les exemples qui suivent :
 

– Qu’à aucun dimanche et aucune fête ne manque quelqu’un qui prêche la parole de Dieu de manière à ce que le peuple des fidèles puisse le comprendre. (Mayence, canon 25).– Que l’on s’efforce de prononcer les sermons de l’évêque et les homélies des saints pères dans une langue appropriée, afin que tous puissent comprendre. (Reims, canon 15).– Et que chacun s’efforce de traduire clairement ces dites homélies en langue romane rustique ou en tudesque, afin que tous puissent plus facilement comprendre ce qui est dit. (Tours, canon 17).

Mais les termes utilisés pour désigner la langue des fidèles paraissent parfois ambigus.  Ainsi, la «lingua romana rustica» pouvait être comprise comme étant la «langue romane rustique» ou la «langue romaine rustique», et la  «lingua theodisca» comme la «langue germanique», le «francique» ou le «tudesque». Quelques décennies plus tard, Haito (décédé en 836), évêque de Bâle et conseiller de Charlemagne, dont le diocèse comprenait des communautés romanes et germaniques, exigea que ses prêtres enseignent le Pater et le Credo «tant en latin qu’en langue barbare» (tam latine quam barbarice): 
 

2. Il faut ordonner que l’oraison du Seigneur dans laquelle toutes les choses nécessaires à la vie humaine sont renfermées, et le symbole des apôtres dans lequel la foi catholique est renfermée toute entière, soient appris par tous, tant en latin qu’en langue barbare, afin que ce qu’ils disent par la bouche soit cru par le coeur et soit compris.

Dans ce cas, on oppose la langue «latine» à la langue «barbare», sans qu’il ne soit question de la langue «romane» ou «rustique». Dans le vocabulaire des VIe et VIIIe siècles, le mot rusticus signifiait «inculte» ou illettré». Plus précisément, la «langue romane rustique» correspondait au «latin des illettrés», ceux qui ne savaient ni lire ni écrire. En 858, l’évêque de Tours ordonna ce qui suit : «Que personne ne s’approche de la source baptismale s’il n’a pas compris, même dans sa langue, le Notre Père et le Symbole.» Quoi qu’il en soit, tous ces canons et capitula («capitulaires» ou lois des rois francs) ont été généralement d’interprétation plutôt délicate et il n’est pas surprenant que l’Église ait maintenu son latin encore une bonne centaine d’années, car on sait que les habitudes sont lentes à se modifier. Il faut aussi comprendre que la forme linguistique recommandée par le concile de Tours ne correspondait pas vraiment à la «langue vulgaire réelle» ou la «langue naturelle» du peuple, mais plutôt à la «langue intelligible» par le peuple.  De plus, la «langue du peuple» devait se définir comme une sorte de compétence passive, du moins suffisamment pour permettre la compréhension, donc pas le dialogue, la communication étant unidirectionnelle. Ces considérations linguistiques témoignent éloquemment que les élites parlant le latin avaient conscience que la langue employée par le peuple au IXe siècle n’était plus celle du VIIIe siècle et que la «traduction» en «latin d’illettrés» supposait désormais une norme linguistique différente. 

2.2 Les Serments de Strasbourg (842)

À la mort de Charlemagne en 814, et après celle de son fils, Louis le Pieux en 840, ses petits-fils se disputèrent l’Empire: Lothaire (795-855), Pépin (803-838) et Louis (805-976), puis tardivement, d’un second lit, Charles (823-877). Finalement, Charles dit le Chauve et Louis dit le Germanique scellèrent une alliance contre leur frère aîné, Lothaire, par les Serments de Strasbourg (842).

Les Serments de Strasbourg sont réputés pour être les premiers textes rédigés en langue vulgaire (du latin vulgus: «peuple»). Le déroulement de l’événement et les serments sont présentés dans l’Histoire des fils de Louis le Pieux, dont le texte complet a été rédigé en latin par un conseiller et cousin de Charles II le Chauve, Nithard (790/800-844), celui-ci étant le fils de Berthe (v. 779- 823), fille de Charlemagne, et du poète Angilbert surnommé l’«Homère de la cour». Bref, Nithard était le cousin de Lothaire, de Louis et de Charles. C’est le roi Charles de la Francie orientale, qui avait commandé cette œuvre de propagande (une histoire qui impute les fautes de gouvernement à Lothaire) à son cousin afin de voir fixer par écrit, pour la postérité, le récit des événements de son temps. Toutefois, ce texte de Nithard ne nous a été conservé que par une copie datée des environs de l’an 1000, c’est-à-dire postérieure de plus de cent cinquante ans à la rédaction originale.

Si le texte complet des Serments de Strasbourg fut écrit en latin, de courts extraits, qui devaient être lus en public, furent rédigés en deux versions: l’une en roman (proto-français) et l’autre en germanique ou tudesque (francique rhénan). Charles II le Chauve (roi de la Francie orientale) prononça le serment dans la langue des soldats de son frère, c’est-à-dire en francique rhénan; Louis II le Germanique (roi de la Francie occidentale) s’exprima en roman. Cet événement illustre aussi le mélange des langues qui avait cours à cette époque et la possibilité que les personnages influents (nobles, hauts fonctionnaires, grands commerçants, officiers, etc.) aient été généralement bilingues. Une telle situation d’échange linguistique signifie certainement que les deux langues vernaculaires étaient comprises par les aristocraties franques.

Ainsi, en ce 14 février 842, les frères s’exprimèrent par solidarité dans la langue maternelle de l’autre et de celle de ses soldats. Selon la tradition, la naissance du français aurait coïncidé ainsi avec la naissance de la France. On affirme en effet que les Serments de Strasbourg (842) constituent «l’acte de naissance du français» parce que tous les documents écrits antérieurement étaient rédigés en latin, mais on trouve le mot «françois» appliqué à la langue seulement vers le XIIe siècle. Cependant, on peut douter que la version «romane» de ce traité entre deux princes carolingiens appartienne vraiment à la langue courante de cette époque. La version romane des Serments ne peut être considérée comme une représentation de la langue parlée au IXe siècle, car il ne s’agit nullement de la «langue romane rustique» parlée à l’époque, mais un texte rapporté par des lettrés et destiné à la lecture à haute voix.

Cela étant dit, le texte des Serments permet de constater une certaine évolution du latin jusqu’au roman (avant de devenir plus tard le «françois»), l’internaute se reportera aux traductions des Serments de Strasbourg . Le texte original (texte 3) a été rédigé en roman rustique (ou «romanz») en 842 pour Louis le Germanique, qui s’adressait aux soldats de Charles le Chauve ,et en tudesque (ougermanique) pour celui-ci, qui s’adressait aux soldats de son frère. Les textes 1, 2, 4, 5 et 6 sont donc des reconstitutions reproduisant l’état de la «langue» à six époques (du latin classique au français contemporain), seule la version 3 (en roman et en tudesque) étant originale.

En comparant le texte 1 (latin classique), le texte 2 (latin populaire) et le texte 3 (roman rustique), il est possible de relever certaines différences au plan phonétique; on notera, par exemple, l’apparition en roman du [z] et du [h], qui proviennent d’influences germaniques. Au plan morphologique, on est passé de trois genres (masculin, féminin, neutre) à deux, le neutre étant disparu; la déclinaison est passée de six cas du latin à deux (sujet et complément) en roman rustique. Pour ce qui concerne la syntaxe, les prépositions paraissent plus nombreuses et l’ordre des mots tend à rester assez libre.

Cependant, ce texte compte aussi de nombreuses traces suspectes de ce «latin des lettrés» habituellement utilisé par les chancelleries de cette époque. Notons, entre autres, l’absence de l’article (alors en usage en roman), la place du verbe en fin de phrase et surtout le conservatisme graphique comme l’absence des diphtongues (alors en usage en roman oral) et l’emploi des lettres finales dans nunquamin damnoconservat (qui n’étaient plus prononcées en roman). On constate aussi que la correspondance entre la lettre et le son est aléatoire. Ainsi, le même phonème peut être transcrit par les lettres eo ou meon fradre Karlomeon fradre Karleson fradra.

N’oublions pas que la langue romane rustique demeurait une langue exclusivement orale, le latin continuant de demeurer la seule langue écrite. C’est pourquoi l’historien Nithard, en fin lettré qu’il était, ne pouvait qu’être fortement influencé par la façon d’écrire le latin de son temps au moment où il devait transcrire le roman rustique parlé. On croit aujourd’hui que Louis le Germanique aurait été incapable de lire à haute voix un texte roman rédigé en «latin des illettrés», mais qu’il lui était aisé de le faire avec les graphies latines savantes alors en usage. On peut s’imaginer, par exemple, ce que serait un texte contemporain rédigé en créole martiniquais avec une graphie exclusivement française:

Le texte 2 n’est plus vraiment du créole, car il est très aligné sur le français. Il en fut de même avec la version romane transcrite par Nithard, très alignée sur le latin. C’est pourquoi, plutôt que de voir dans les Serments de Strasbourg l’acte de naissance du français, il conviendrait plutôt de les considérer comme la marque d’un nouveau système d’écriture pour une même langue. Cette langue des Serments n’est pas celle parlée par le peuple — personne ne parlait cette langue —, mais plutôt une langue intermédiaire entre le «latin des lettrés» et le «latin parlé des illettrés», et qui pouvait être néanmoins comprise par le peuple. Il s’agit donc d’un texte artificiel, véritablement «reconstitué» et destiné à être lu oralement pour être compris par un ensemble d’individus disparates.

2.3 Le traité de Verdun

Le traité de Verdun de 843 marqua le début de la dissolution de l’empire de Charlemagne, consacrant ainsi sa division qui s’avèrera définitive.
 

Le traitédivisa en effet royaume de Charlemagne en trois États: Charles II (dit «le Chauve») reçut la partie ouest (en vert) de l’Empire franc — la Francie occidentale à l’ouest de l’Escaut, de la Meuse, de la Saône et du Rhône (ce qui deviendra la France) —, Louis Ier (dit «le Germanique»), la partie est — la Francie orientale ou Germanie (en jaune) —, et Lothaire Ier, la partie du centre, la Francie médiane (en orange) à l’est du Rhône, c’est-à-dire la Lotharingie (dont le nom se transformera plus tard en Lorraine), ainsi que la couronne impériale; le royaume de Lothaire s’étendait de la mer du Nord à l’Italie et englobait notamment  la Bourgogne, les Pays-Bas et la Belgique actuels.Charles II fut le premier «roi de France» — il parlait le francique rhénan —, mais son règne fut marqué par les premières incursions des Normands (856-861). Pendant qu’il guerroyait en Germanie, les Normands mettaient à feu et à sang les plus grandes villes de France (Paris, Rouen, Nantes, Bordeaux, etc.). 

Après la mort de Lothaire (en 855), la Lotharingie s’affaiblit très rapidement et devint l’enjeu de rivalités incessantes entre la France et la Germanie. Ultérieurement, la Lotharingie fut séparée au profit du royaume de France (Flandre, Bourgogne, etc.) ou du Saint Empire romain germanique (rive gauche du Rhône, Provence, Savoie). En 875, Charles II cumula les titres de roi de la Francie occidentale (France) et d’empereur d’Occident, sans que la France ne soit intégrée dans l’Empire germanique. Par la suite, chacun des royaumes (France, Germanie et Lotharingie) se morcela encore au gré des héritiers et des changements de régimes. Chaque morceau de l’ancien Empire germanique connut par la suite un destin distinct. 

Le 29 février 888, le duc Eudes fut élu roi par ses pairs, les grands seigneurs de la Francie occidentale. Mais l’autorité royale déclina constamment en France, car les vassaux devinrent plus puissants que le roi. En effet, les princes y exerçaient le pouvoir politique de façon autonome. Celui du roi devint forcément limité: il ne jouait plus que le rôle d’arbitre au pouvoir plus symbolique que réel. Les guerres féodales se succédèrent pendant que l’Europe souffrait d’une économie des plus rudimentaires.

Quant à la Lotharingie, elle rassemblait des aires linguistiques germaniques au nord (Belgique flamande, Pays-Bas, Luxembourg) et romanes pour le reste (Belgique wallonne, ouest de la France, Suisse romande, Italie valdôtaine).

3 Les conséquences linguistiques

La dislocation de l’Empire de Charlemagne entraîna un grand nombre de conséquences qui eurent des incidences sur les langues: règne de la féodalité, qui morcela l’autorité royale; invasion des Normands en Angleterre, en France et en Italie; ère des croisades, qui fit découvrir l’Orient; toute-puissance de l’Église de Rome, qui assujettit le monde chrétien. En même temps, deux grandes puissances firent leur entrée: l’islam turc, qui arrêta l’essor des Arabes, et l’expansion mongole dans toute l’Asie, fermée alors aux contacts internationaux. La société médiévale refléta un monde dans lequel l’information était rare, les communications difficiles et les échanges limités. C’est dans ce cadre peu favorable que naîtra bientôt la langue française.

3.1 La fragmentation linguistique (dialectalisation)

Étant donné que les contacts entre les régions et les divers royaumes wisigoth, ostrogoth, burgonde, alaman, vandale, etc., étaient devenus peu fréquents, les divergences linguistiques s’accentuèrent de plus en plus et donnèrent naissance à des idiomes romans distincts. La lingua romana rustica, ou «langue romane rustique», parlée dans le nord de la France (royaume des Francs), devint différente de celle parlée dans le sud du pays et en Espagne (royaume des Wisigoths), de celle parlée en Italie (royaume des Ostrogoths), etc. À l’intérieur même des frontières de ce qui est aujourd’hui la France, la langue romane rustique prit des formes particulières, surtout entre le Nord et le Sud. La dialectalisation a dû progresser rapidement entre l’an 800 et l’an 1000, pour s’accentuer encore davantage au cours du XIIe siècle et se poursuivre durant les siècles suivants.

En mai 1888, le philologue Gaston Paris (1839-1903), spécialiste des langues romanes, apportait ce commentaire au sujet de la langue romane dans une conférence intitulée «Les parlers de France», lors d’un réunion des Sociétés savantes:

Si on avait demandé, il y a un millier d’années, à un habitant de la Gaule, de l’Espagne, de l’Italie, de la Rhétie ou de la Mésie : «Que parles-tu ?», il aurait répondu, suivant son pays : «romanz, romanzo, romance, roumounsch, roumeuns», toutes formes variées d’un seul et même mot, l’adverbe romanice, qui signifie «dans la langue des Romains». La langue que nous parlons, que parlent les autres peuples que je viens de nommer, est le roman, la langue des Romani, c’est-à-dire le latin ; c’est pour cela qu’on appelle ces peuples les peuples romans, leurs langues les langues romanes, et qu’il existe ou qu’il devrait exister entre eux un sentiment de solidarité et d’union remontant au temps où tous portaient avec orgueil ce nom qu’aujourd’hui ils ont oublié, sauf dans les Alpes et dans les Balkans.

Là où les Francs ont été majoritaires, ils ont maintenu leur langue germanique, qui s’est par la suite transformée et fragmentée en un grand nombre de dialectes; là où ils ont été minoritaires, ils se sont rapidement assimilés et se sont romanisés (voir la carte de l’aire germanique actuelle). Dans la Francie occidentale, la langue «romane rustique» se transforme lentement avant de devenir du français, du picard, du normand, de l’artois, de l’orléanais, etc.

3.2 La démarcation du latin au roman

Il est difficile de décrire avec précision les langues parlées dans le nord de la France à cette époque, puisqu’il s’agissait de langues essentiellement orales. Néanmoins, certains documents peuvent nous aider sur ce que pouvait être la langue de la période romane, appelée selon le cas romanzromantlingua romana, etc., ce qui témoignait que les locuteurs avaient conscience qu’ils ne parlaient plus le latin. Par exemple, les Gloses de Reichenau, vraisemblablement rédigées vers 750 dans le nord de la France, présentent un glossaire de mots romans interprétant des termes de la Vulgate, avec une traduction latine officielle, attestant par le fait même que le latin n’est plus compris. En voici quelques exemples rapportés par Frédéric Duval dans Mille ans de langue française: histoire d’une passion (p. 85):

On ne peut que constater les ressemblances formelles entre la langue du VIIIe siècle et le français moderne (bucca/bouche, infantes/enfants, bella/belle, hibernus/hiver), et les différences par rapport au latin lui-même (ore, liberos, pulcra, hiems). Dans les rares documents écrits au cours de cette période romane, il faut toujours se rappeler que ces textes sont rédigés par des clercs ou des lettrés, lesquels ont tendance à reproduire les graphies connues du latin d’Église. On ne saurait donc se baser sur de tels textes pour reproduire la langue orale qui, par surcroît, différait selon les régions. On sait néanmoins que la phonétique avait considérablement changé, que la  grammaire s’était transformée, notamment avec l’apparition des articles et des prépositions, ainsi que l’élimination de quatre cas du latin (sur six). Le lexique apparaît de plus en plus sous une forme non savante (bucca, infantes, bella, etc.), non calquée sur le grec ou le latin classique (ore, liberos, pulcra, etc.). La germanisation du gallo-roman fut non seulement considérable au plan phonétique, mais également au plan lexical. 

3.2 La germanisation du roman

Il est probable que près d’un millier de mots germaniques se soient implantés dans la langue romane, mais seulement quelque 400 d’entre eux sont restés jusqu’à aujourd’hui. Contrairement aux mots provenant du latin vulgaire, les mots d’origine germanique peuvent être considérés comme de véritables emprunts. Évidemment, les mots empruntés par le roman vulgaire à l’ancien germanique, plus précisément le francique, reflètent le type de rapports ayant existé entre les Gallo-Romans et les Francs: il s’agit de contacts reliés à la guerre, l’agriculture, l’organisation sociale, la vie quotidienne, etc., bref, des mots qui concernent peu la science. La liste qui suit présente quelques-uns des termes franciques passés au roman, puis au français.

Emprunts au francique

L’un des apports les plus insolites de l’ancien germanique (ou francique) a trait aux adjectifs de couleur. De fait, les linguistes s’expliquent encore mal l’abandon de certaines couleurs latines. Ainsi, le français a conservé les termes latins qui ont donnéles adjectifs rouge (< rubeus), noir (< niger), vert (< viridis), jaune (< galbinus), violet (< viola); mais il a perdu les termes albus (blanc mat), candidus (blanc brillant), caeruleus (bleu azur), cyaneus (bleu foncé), caesius (bleu-vert), glaucus (entre vert et bleu), fuscus (basané), pullus (brun foncé), flavus (jaune d’or), fulvus (or-brun), etc., lesquels ont été supplantés par des termes germaniques: blanc (< blank), brun (< blao), gris (< grîs), blond (< blund), fauve (< falw), etc.

La conscience linguistique des Gallo-Romans se transforma également. Alors qu’ils s’étaient toujours identifiés comme des «Romains», les habitants du pays franc, ceux du Nord en particulier, se considérèrent désormais comme des Francs. À partir du VIIIe siècle, le mot «Franc» ou plutôt Franci ne désignait plus les membres des communautés germanophones, mais bien les habitants de la «Gaule du Nord», par opposition aux habitants du Sud, les Romani. Le pays deviendra plus tard la «France» («le pays des Francs»), et sa langue nationale, le «françois» avant de devenir le français.

En ce sens, les Francs ont largement contribué à germaniser les langues néo-latines de la «Gaule du Nord» et de la Francie occidentale. Plus que pour toute autre langue romane issue du latin, les parlers du Nord s’éloignèrent de leur latinité primitive. C’est ce qui explique aujourd’hui que le français soit la moins «romane» des langues néo-latines (espagnol, occitan, italien, portugais, catalan, etc.).

4 L’état de la langue romane rustique

Il faut bien se rendre compte qu’une langue ne change pas du jour au lendemain, mais lentement durant des décennies ou des centaines d’années. De plus, cette transformation s’effectue de différentes façons, mais elle touche toujours la phonétique, le vocabulaire, puis la grammaire. Or, ce sont les transformations phonétiques qui ont fait passer le latin au roman, puis le roman au français. C’est pourquoi il apparaît nécessaire d’en faire une brève description.

Au Ier siècle, le latin possédait un système vocalique de cinq voyelles simples, mais chacune de ces voyelles pouvaient être longues ou brèves, la durée étant un trait phonologiquement pertinent. Quant au système consonantique, il comprenait 18 phonèmes. À part la lettre [h], toutes les consonnes écrites se prononçaient en latin classique, et ce, peu importe leur place (initiale, médiane, finale) dans le mot.

4.1 Le phonétisme roman

Dans la langue gallo-romane, le phonétisme du latin fut radicalement modifié. De façon générale, on peut affirmer que les consonnes latines ont subi des modifications relativement mineures, surtout lorsqu’on les compare aux modifications survenues aux voyelles.

– Les consonnes

Les principales transformations consonantiques sont les suivantes: la disparition du -m final de l’accusatif latin, la disparition du [h] et sa réintroduction germanisante, le maintien des consonnes en position forte et leur affaiblissement en position faible par la palatalisation. Soulignons aussi que la langue romane avait introduit les constrictives dentales [θ] et [δ] comme en anglais dans thing et this, probablement sous l’influence du francique.

Notons que les scribes des plus anciens textes écrits en «françois», par exemple, les Serments de Strasbourg (842) et la Vie de saint Alexis (vers 1045), ont tenté par la graphie de rendre compte des sons [θ] et [δ]; on trouve dans les Serments la graphie dh (p. ex., aiudhacadhuna) pour [δ], alors que dans la Vie de saint Alexis les lettres th servent parfois à identifier le son [θ] (espethecontrethe).

Dans les textes romans, la lettre h était employée dès le Ve siècle pour signaler l’aspiration dans certains mots d’origine francique comme honte, haine, hache, haïr, hêtre, héron. etc. Or, la lettre h continuait de s’écrire en latin classique, mais elle ne correspondait à aucune prononciation dans la langue parlée; c’était tout au plus une affectation due à un héritage de mots empruntés au grec. C’est ainsi qu’on a distingué les mots dont l’initial est dit «aspiré» de ceux dont l’initiale est une voyelle ou un [h] «non aspiré», c’est-à-dire qu’ils ne permettent ni liaison ni élision. On ignore le degré d’aspiration qui se faisait sentir à l’époque romane, mais on croit que cette prononciation, si elle était significative à l’origine, a diminué plus tard pour disparaître au cours de l’ancien français.

– Les voyelles

L’évolution des voyelles latines a été beaucoup plus complexe que celle des consonnes. Les voyelles ont connu des transformations considérables et leur évolution fait appel à des règles de phonétique combinatoire un peu difficiles à assimiler pour tout non-spécialiste. Ainsi, le traitement subi par les voyelles sera différent selon que la voyelle est dans une syllabe dite accentuée (ou tonique) ou dans une syllabe dite inaccentuée (ou atone). Un fort accent d’intensité, parce qu’il concentre l’énergie articulatoire sur la syllabe accentuée, peut provoquer indirectement l’affaiblissement des voyelles inaccentuées. La syllabe accentuée se trouve en position de force; elle aura tendance à rester accentuée en latin vulgaire et en roman, voire à demeurer intacte:

[a] > [è] devant une consonne: mare > mer;
[e] > [è] devant une consonne: f
erru > fer
[i] en syllabe libre > intact: n
i-du > nid
[i] en syllabe entravée > intact: v
il-la > ville
[o] > [ou] : c
orte > cour

Ce ne sont là que quelques exemples qui ne rendent pas compte de toutes les règles de la phonétique combinatoire, mais il s’agit ici de ne donner qu’une notion.

Lorsqu’une voyelle latine est dite atone, c’est qu’elle ne porte pas l’accent tonique. Parce que les voyelles atones se trouvent dans une position de faiblesse articulatoire, elles vont subir un affaiblissement généralisé en roman. Les voyelles initiales sont en position de force et c’est la raison pour laquelle elles vont se maintenir davantage. Les voyelles [i], [u] et [a] sont particulièrement résistantes, probablement parce qu’elles sont ou très ouvertes ou très fermées, ce qui suppose une plus grande dépense articulatoire; par contre, les voyelles [o] et [e] subissent des altérations.

[i] > se maintient                       [u] > se maintient

            LIBERARE > livrer           LUCORE > lueur
            CICONIA > cigogne           FUMARE > fumer

        [a] > se maintient                 [o] > u

            VALERE > valoir             VOLERE > vouloir
            SALUTE > salut              DOLERE > douleur

Toutes les voyelles finales disparurent (entre les VI et VIIIe siècles), sauf [a] qui devient un [ë] sourd avant de devenir un [ë] muet dans la langue parlée. 

[a] > [ë] : CANT> chantë > il chante
               ROSA > rozë > roz (rose)

[i] : MURI > mur

[o] : CANTO > chant

[u] : BONU > buen > bon-n > bon

Il y a aussi les voyelles situées à l’avant-dernière syllabe (la pénultième), qui disparaissent (entre le IVe et le VIIe siècle), car elles sont en position de faiblesse:

VETULU > vètlo > vèklo > vjèj > vieille
FEMINA > femna > fèmë > fam-më > fam (femme)
FRIGIDU > freit > frèt > frwa (froid)
TABULA > tablë (table)

Encore une fois, il ne s’agit ici que de quelques exemples.

Le roman a connu aussi un processus de diphtongaison (deux voyelles prononcées en une seule émission) qui n’a affecté que les voyelles [e] et [o]. La première manifestation de ce phénomène remonterait au IIIe ou au IVe siècle et serait lié aux invasions germaniques.

[e:] > [ie] : pedem > *piede > pied
[ò] > [uò] : bovem > *buòve > boeuf

La langue romane a connu une seconde diphtongaison au VIe et au VIIe siècle, qui s’est s’est produite dans certaines conditions:

[e:] > [ie] : melius > *miejlus > mieux
[ò] > [òi] > : noce > *nòidzet > nuòjdzet > nuit

Ce sont là les seules diphtongues de la période romane, mais, quelques siècles plus tard, l’ancien français développera de nombreuses autres diphtongues.

N’oublions pas qu’il s’agit là d’une évolution couvrant près de dix siècles. Une description couvrant une si longue période répartie en quelques lignes ne peut que tronquer la description historique. C’est pourquoi cette brève présentation ne saurait être exhaustive, car elle ne tient pas compte de toute l’évolution du phonétisme latin. Néanmoins, elle reflète la complexité de l’évolution du phonétisme latin qui est devenu le roman, la langue mère du français.

4.2 Une grammaire simplifiée

Le latin était une langue à déclinaison, qui variait selon le genre du substantif. On comptait trois genres (le masculin, le féminin et le neutre) et cinq types de déclinaison différents: type I (Terra, -ae), type II (Dominus, -i), type III (Miles, militis), type IV (Senatus, senatu:s), type V (Res, rei). De plus, dans chaque type de déclinaison, les cas étaient au nombre de cinq: nominatif, accusatif, génitif, datif, ablatif. Cinq déclinaisons, six cas et trois genres, cela signifiait plus de 90 flexions pour les seuls noms; dans le cas des adjectifs, on en comptait six types distribués en deux classes, pour un total de 216 flexions. Noms et adjectifs formaient donc au moins 306 flexions.

Lors de la période romane, on passa à trois types de déclinaison et à seulement deux cas (le cas sujet et le cas objet), en plus de perdre le neutre absorbé par le masculin. La langue romane a donc grandement simplifié le nombre de flexions nominales, en passant de 90 à 12.

Le latin possédait à l’origine trois genres, le masculin, le féminin et le neutre, et deux nombres, le singulier et le pluriel. De façon générale, la marque du genre se trouvait en latin dans la désinence des noms et des adjectifs, c’est-à-dire dans leur terminaison. Dans l’évolution du latin au roman, les marques du genre ont perdu leurs caractéristiques d’origine. Pour simplifier la description, indiquons seulement les grandes tendances suivantes:

1) La déclinaison féminine en -as a donné des mots du genre féminin en français: rosam > rose / rosas > roses.
2) Les pluriels neutres latins en -a ont également donné des mots au féminin en français: folia > feuille; arma > arme; labra > lèvre.
3) Les mots masculins latins en -is sont devenus masculins en français: canis > chien; panis> pain; rex/regis > roi; pes/pedis > pied.
4) Les noms latins terminés en -er> sont aussi devenus masculins: pater > père; frater > frère; liber > livre; magister > maître.

Pendant la période romane, le latin a perdu le neutre qui a été absorbé par le masculin; par exemple, granum > granus > grain (masc.). Du neutre latin, granum et lactis (lait) sont passés au masculin en français; du masculin latin, floris (fleur) est passé au féminin en français; par contre, gutta (goutte) et tabula (table) sont restés au féminin; mais burra (bure) a conservé le féminin du latin pour passer au masculin lorsqu’il a désigné le «bureau» en français.

4.3 L’évolution du vocabulaire

Le patrimoine lexical a aussi évolué en roman et ces mots font aujourd’hui partie de la préhistoire du français. Il s’agit d’un certain nombre de «reliques gauloises», mais aussi de mots constituant le fonds latin lui-même, auxquels il faut ajouter les emprunts grecs passés au latin et, bien sûr, ceux que le roman a emprunté au francique (cf. le no 3.2). 

– Les «reliques gauloises»

Le français n’a jamais emprunté de mots directement de la langue gauloise. C’est plutôt le latin qui a emprunté un certain nombre de mots gaulois à l’époque des conquêtes romaines. Une fois adoptés par les Romains, les mots gaulois ont continué d’évoluer comme des mots latins que le roman a assimilé par la suite. Aujourd’hui, seul l’historien de la langue peut en reconnaître les origines celtiques.

Ce fonds gaulois est certes le plus ancien, mais c’est aussi le plus pauvre. Plus d’une centaine de mots (probablement environ 150) sont parvenus jusqu’à nous. Ils concernent des termes désignant des végétaux, des animaux, des objets de la ferme, etc. En voici une liste non exhaustive:

Mots d’origine gauloise

– Le fonds gréco-latin

Le fonds latin correspond en premier lieu à la masse du vocabulaire hérité du «latin vulgaire», c’est-à-dire à l’ensemble des mots d’origine latine qui ont subi une transformation phonétique entre les IVe et IXe siècles. C’est le fonds proprement originel de la langue, celui qui provient du latin parlé populaire. À partir d’un examen des dictionnaires modernes, on peut estimer ce fonds roman à environ 12 000 mots hérités de cette époque.

Le fonds roman comprend également les mots du latin classique, c’est-à-dire du latin qui était surtout utilisé par les nobles et les écrivains, mais aussi des emprunts techniques du gaulois, du grec et du germanique déjà intégrés au latin vulgaire. Certaines nouveautés méritent d’être signalées: les nombreux changements de sens, l’abondance de dérivations diminutives et le grand nombre de provincialismes hérités du latin vulgaire.

Voici quelques exemples de provincialismes issus du latin vulgaire, et qui ont même fini par supplanter les termes du latin classique:

Dans ce fonds primitif, on compte également des mots grecs. Le latin parlé a largement puisé dans la langue grecque, particulièrement à l’époque où le sud de la Gaule subissait la colonisation grecque (Ier siècle avant notre ère); ces mots grecs ont été par la suite latinisés par le peuple. Par exemple, gond (lat. gomphus < gr. gomphos), ganse (gr. gampsos), dôme (gr. dôma), lampe (lat. lampada < gr. lampas), etc., sont des termes qui ont été transformés phonétiquement au cours de leur passage du grec au latin et du latin au français.

Toute cette période concerne la préhistoire du français, car il s’agit de l’histoire du latin au roman, une langue aux multiples variétés qui prendra des formes différentes selon qu’elle était parlée au nord ou au sud du territoire gallo-romain.Comme toujours, ce sont des événements politiques et militaires qui finiront par assurer la disparition du latin et l’émergence des langues romanes, lesquelles donneront naissance au français, à l’occitan, à l’espagnol, etc. Les périodes de bouleversements ont entraîné des changements linguistiques, alors que les périodes plus calmes ont permis à la langue de «digérer» ses transformations. Bref, l’état de la langue reflète toujours l’état de la société, que ce soit sous le régime féodal pendant la période de consolidation du pouvoir royal, pendant la Révolution française ou au cours de la période moderne ou contemporaine.   

(a poursuivre)

source http://www.axl.cefan.ulaval.ca

Posted in GLOSSOLOGY | Tagged , , , , , , , | Leave a comment

ΑΠΟ ΤΟΝ ΟΜΗΡΟ ΕΩΣ ΙΣΗΜΕΡΟΝ ΕΝ ΣΥΝΟΨΕΙ ΜΕΤΑ ΔΕΝΔΡΟΥ

   Hélène Kémiktsi

ΤΟ ΔΕΝΔΡΟ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΤΤΑΣ

ΠΗΓΗ http://www.projethomere

Posted in GLOSSOLOGY | Tagged , , , , , , , , | Leave a comment

THE ORIGINS OF THE RUNES (3)

(BEING CONTINUED FROM 30/09/18)

O n the Continent another theory had been gaining in popularity
since the 1890s. In a climate of a growing awareness of the substantial
flaws in W im m er’s Latin thesis, Friedrich Lösch, Ludwig Wilser and
Richard Meyer argued that the runes represented an autochthonous
developm ent of indigenous pre-runic symbols into a fully fledged
alphabetic script. This thesis owes its origin to comments made in
earlier works by Johan Liljegren, Rochus von Liliencron and Franz
Dietrich. Germ an philologists such as Feist and alphabet historians
such as Taylor and Hans Jensen, however, scorned the notion that
such a developm ent was possible. Yet under the influence of a growth
in völkisch nationalism, by the late 1920s and 30s many amateurs and
even some Germ an academics such as Neckel had begun to accept this
m ost peculiar of origin theories.10 Meanwhile the palaeographer Georg Baesecke becam e th e first to connect the N orth Etruscan thesis
with the Cimbric invasions of the end of the second century B.C. And
the next year, Heinrich H em pel after rejecting the chauvinistic Urschrift
thesis proselytised by Neckel and the astrological theory of
Ferdinand Bork expanded on Baesecke’s Cimbrian thesis, introducing
the Alpengermanen theory of the Viennese Nordicist Rudolf Much to
runology. Although M uch’s Alpine Germans were the product of his
Germanomania, this connection along with the presence of the
Cimbri and Teutones in this region suggested a plausible course of
transmission of the forebear of runic from south to north. Thus, after
some further refinem ent in the collaborative works of Franz Altheim
and Erika Trautm ann (-Nehring), the N orth Etruscan thesis appeared
in connection w ith Alpengermanen in the second edition of A rntz’s
Handbuch in 1944. A rntz had previously sought to explain the similarities
betw een Ogham and runic (which Baesecke had called schwesterlich)
as evidence for a runic origin for Ogham. Yet the Prussian
philologist Wolfgang Krause had also come to accept the thesis of
Marstrander and H amm arström , and as a trained Celticist, accepted at
least some of M arstrander’s evidence for a Celtic tradition continued
in runic. Konstantin Reichardt who had replaced Feist as reviewer of
runological works for the Jahresbericht of the Berlin-based Gesellschaft
für deutsche Philologie also accepted M arstrander’s Celtic North
Etruscan theory in his Runenkunde of 1936.11 The main difficulty with von Friesen’s thesis had not just been the implausible contention that
the Goths had borrowed the Greek characters twice, it was because
th e archaeological datings that he accepted at the turn of the century
had since been superseded. Indeed, not only w ere the southeastern inscriptions
clearly later than the earliest from Scandinavia, the earliest
Scandinavian inscription pre-dated the earliest attested contacts of the
G oths with the Bosporan Greeks. And so, w ith the death of von Friesen
in 1942, and when the German Urschrift theories had equally been
p u t to rest after the war, the N orth Etruscan thesis alone survived to
appear in the runological handbooks o f Ralph Elliot, Lucien Musset,
Ènver Makaev, Krause and Klaus Düwel, and in the updated alphabet
histories of Jensen and David Diringer. M oreover, since the war philologists
such as Fernand Mossé, O tto Haas and m ore recently H elm ut
Rix have continued to offer modifications of, and im provem ents to the
N orth Etruscan thesis of Marstrander and H am m arström .12

Yet today m ost Scandinavian scholars w ould have none of the
N orth Etruscan thesis. In the U.S., th e archaic Greek thesis of Taylor
and H em pl has garnered renewed popularity. A nd equally, a num ber
of prom inent continental philologists have recently supported in print
a modified form of the thesis of W im m er. This reversion to a thesis
th at had lost m ost of its adherents well before the death of its author
in 1920 began in a reaction against the growing Germ an m onopoly of
runology during the years of National Socialism. Clearly, Hitler chose
the swastika as the symbol for his party after an acquaintance w ith the
theories of the Austrian mystic Guido List. The runes had been prom
oted by some German philologists as developed from the same
symbols from the Bronze Age that w ere also found in ancient India.
Now Aryan India had been seen as the font of Aryan wisdom since the
days of Friedrich von Schlegel, and this identity was clearly the reason for the adoption of the swastika by Madame Blavatsky’s Theosophical
Society. Thus the swastika and the runes seemed to symbolise the
Aryan-German identity prom oted by the C om pte de Gobineau,
H ouston Stewart Chamberlain, List and the Ariosophists of his party.
The National Socialists saw runes as the ultim ate expression of Aryan-
German völkisch propaganda, and particular runic signs came to be
associated with various organs of the Nazi behem oth, from the SS to
the Hitler Youth. W hen the war ended, and runology in Germany fell
into disrepute, only the Scandinavian tradition continued in any
substantial form w ith the noted exception of the works of Krause,
now ensconced in Göttingen.13

Fritz Askeberg’s archaeologically-based revival of the thesis of
W im m er appeared in the same year as A rntz’s fully-blown treatm ent
of the N orth Etruscan thesis. It garnered little support initially, yet nor
were his criticisms rebuffed. Indeed the opportunity to respond to
Askeberg’s contribution was not taken by the main supporters of a
N orth Etruscan thesis. Arntz only briefly re-entered academic life after
his discharge from the German army in 1945, and although Krause’s
conviction began to waver som ewhat after the war, he clearly still
favoured the theory of Marstrander up until the tim e of his death in 1970

Now although Askeberg’s work remains flawed by an attem pt to
reconcile the geographical spread of the runic finds in an early Gothic
culture on the lower Vistula, his arguments for the derivation of each
individual staff were eventually to be judged a marked im provem ent
upon those of W immer. The early fifties also saw the attem pt of the
Danish runologist Erik Moltke to ascribe the creation of the runes to
an adaptation of Latin letters on Danish soil, b u t w ithout employing
the improvements th at Askeberg had achieved in the derivation of
each individual staff. Moltke based his argument, just as had Askeberg,
in the evidence of the geographical spread of the earliest finds. Yet these treatments seem to reflect Swedish-Gothic and Danish patriot ism respectively rather than a proper analysis of evidence. Askeberg decried the appropriation of the southern Germanic tribes by the German historiography of the time, a practice he saw epitomised in
the notion th at one of these tribes had inaugurated the use of runic
writing when there was no archaeological foundation for such a claim.
On the other hand M oltke’s argument suggested that a large num ber
of the runes were autochthonous creations, almost as had Lösch,
Wilser and Meyer m ore than half a century before him. Equally,
Askeberg’s archaeological arguments were clearly rather forced and
seemed to be framed mainly as a rejection of the theories prom inent
in German runology at the tim e and a support for the Gothic involvement
suggested by Bugge and von Friesen that perhaps belongs
better to the Gothicist tradition of O lof Rudbeck the elder and the
brothers Magnus. Yet Moltke was slowly to refine his views, and
eventually a new generation of philologists came to accept a Latin
thesis for the origin of the runes. Indeed in the two m ost recent
Swedish contributions to the subject, the treatm ents of Moltke and
Askeberg are combined. Bengt O denstedt and Henrik Williams although
they seem to agree on little else do agree on the subject of the
origin of the runes. Both combine the graphical strengths of the thesis of Askeberg with the historical-cultural strengths of the expositions of Moltke in their assessments of this question.14

(TO BE CONTINUED)

NOTES

10 J. Liljegren, R u n -L ära, S to ck h o lm 1832 (= idem , D ie nordischen R unen, ed. &
trans. C . O b erleitn er, W ien 1848); R. v. L ilien cron and K. M ü llen h o f, Z u r Runenlehre,H a lle an der Saale 1852, p. 58; F. E. C . D ie tr ic h , Ü b er d ie A u ssprach e d es G othischen w ä h ren d d e r Z e it sein es B estehens, M arburg 1862, p. 6; T aylor, G reeks a n d G oth s, pp . 1-2; F. L ösch, ‘Z ur R u n en leh re’, G erm a n ia : V ierteljahrsch rift fü r deutsch e A lterth u m s-K u n d e 34, 188g, pp . 3 9 7-405; L. W ilser, ‘A lte r u n d U rsprun g der R u n en sch rift’, Korresp o n d en zb la tt d e r D eu tsch e G esch ich te- u n d A ltertu m sverein e 43, 1895, pp . 137-43; idem ,
D ie G erm an en , 2 vols, 3rd ed ., L eip zig 1920, II, p p . 192-215; R. M . M eyer,
‘R u n en stu d ien . I. D ie u rg erm a n isch en R u n e n ’, B eiträge zu r G eschichte d e r deutsch en S prache u n d L itera tu r 21, 1896, pp . 162-84; S. Feist, ‘R u n en u n d Z a u b erw esen im germa n isch en A lte r tu m ’, A N F 35, 1919, pp . 243-45; H . Jensen , G eschichte d e r Schrift,H a n n o v er 1925, p p . 180-81; G . N e ck el, ‘Zur Frage n ach der U rsp ru n g der R u n e n ’, in S tu d ier tillägn ade A x e l K ock, L und 1929, pp . 371-75; idem , r ev iew o f H am m arström ,‘O m ru n esk riften s h ä rk o m st’, D eu tsch e L iteratu rzeitu n g 50, 1929, p p . 1237-39; idem ,’D ie H erk u n ft der R u n en sch rift’, N e u e Jahrbücher fü r W issen sch aft u n d Jugendbildung 9,1933, pp . 4 0 6 -1 7 = idem , in L. R o seliu s (ed .), E rstes N ordisch es Thing, B rem en 1933, pp.6 0 -7 6 .
11 F. Bork, ‘Z ur E n tsteh u n g sg esch ich te d es Fuþarks’, M a n n u s 16, 1924, pp . 127-37;R. M u ch , D e r E in tritt d er G erm a n en in d ie W eltgeschichte, W ie n 1925; G . B aeseck e, ‘D ie H erk u n ft der R u n e n ’, G erm an isch -R om an isch e M on atssch rift 22, 1934, p p . 413-17; H .H e m p e l, ‘D e r U rsprun g d er R u n en sch rift’, G erm an isch -R om an isch e M on atssch rift 23,1935, p p . 4 0 1 -2 6 ; H . A rn tz, ‘D a s O g a m ’, B eiträge zu r G eschichte d er deutsch en Sprache u n d L itera tu r 59, 1935, pp . 321-413; idem , H an dbu ch d e r R u nenku nde, is t ed ., H a lle an der Saale 1935, p p . 277-98; K. R eich ard t, R unenku nde, Jena 1936, p. 56; W . Krause,‘W e se n u n d W erd en der R u n e n ’, Zeitschrift fü r D eu tsch ku n de 51, 1937, pp . 281-93;
F. A lth e im and E. T rau tm an n , V om U rsprung d e r R unen, Frankfurt am M ain 1939;F. A lth e im an d E. T ra u tm a n n -N eh rin g , K im b ern u n d R unen, 2nd ed ., B erlin 1942;H . S ch m eja, D e r M yth o s d e r A lpengerm an en , W ie n 1968.

12 F. M ossé, ‘L ’O rigin e de l ’écritu re runique: é ta t p r é se n t d e la q u e s tio n ’, C o n férences d e l ’In stitu t de L inguistique de l’U n iversité d e P aris 10, 1951, pp . 4 3 -7 6 ; O . Haas,‘D ie E n tsteh u n g der R u n en sch rift’, L ingua Posnan ien sis 5, 1955, pp . 4 0 -5 8 ; idem , ‘D ie H erk u n ft der R u n en sch rift’, O rb is 14, 1965, pp . 216-36; R. W . V . E lliot, Runes, A n Introduction, M an ch ester 1959, pp . 3-13; L. M u sset, In trodu ction à la ru n o b g ie, Paris l 9^5, PP- 42—55; D . D iringer, The A lp h a b et, 2 v o ls, 3rd ed ., L o n d o n 1968, I, p p . 4 02-4;H . Jensen , Sign, S ym b o l a n d Script, trans. G . U n w in , 3rd ed ., L o n d o n 1970, p p . 5 6 7 -7 9 ;W . K rause, Runen, B erlin 1970, pp . 35-45; K. D ü w e l, R u n en ku n de, 2nd e d ., Stu ttgart 1983, pp . 9 0 -9 5 ; H . R ix, ‘T h e se n zur U rsprung der R u n e n sc h r ift’, in L. A ig n e r -Foresti (e d .), E tru sker nördlich von E trurien, W ie n 1992, p p . 411-41; È. A . M akaev, The L an guage o f the O ld e st R u n ic Inscriptions (1965), trans. J. M ered ig, S to ck h o lm 1996, pp .31- 34.

13 F. v o n S ch leg el, U eber d ie Sprache u n d W eish eit d er Indier, H e id e lb e r g 1808; A .C o m p te d e G o b in ea u , E ssai su r l’inégalité des races hu m aines, 4 vols, Paris 1853-54; H .P. B lavatsky, The Secret D octrin e, 2 vols, L on d on 1888; H . S. C h am b erlain , D ie G ru n d lagen des neunzehnten Jahrhunderts, 2 vols, M ü n ch en 1899; G . (v o n ) L ist, D a s G e h e im n is d er R unen, G ro ss-L ich terfeld e 1908; idem , D ie B ilderschrift d er A rio -G erm a n en ,W ie n 1910; L. Poliakov, T h e A ry a n M yth , trans. E. H ow ard , L o n d o n 1974, pp . 183 ff.;U . H un ger, D ie R u n en ku n de im D ritten R eich, Frankfurt am M ain 1984; N . G o o d rick -Clark, The O ccu lt R oots o f N a zism , W ellin g b o ro u g h 1985; K. W eiß m a n n , S ch w arze Fahnen, Runenzeichen, D ü sse ld o r f 1991; D . R ose, D ie Thule-G eseüschaft, T ü b in g en 1994,p p . 100-103.

14 F. A sk eb erg, N o rd en och kontinenten i g a m m a l tid, U p p sala 1944; W . K rause,‘R u n en ’, in D e r große B rockhaus, 15 vols, 16th ed ., W iesb a d en 1952-60, X , p. 156;E. M oltk e, ‘Er ru n eskriften o p stå e t i D an m ark ?’, Fra N a tio n a lm u seets A rb e jd sm a rk 1951, pp . 4 7 -5 6 ; idem , R unerne i D a n m a rk og deres oprindelse, K øb en h avn 1976; idem ,‘T h e O rigins o f th e R u n e s’, M ich igan G erm a n ic S tu dies 7, 1981, pp . 3-7; idem , R unes a n d th eir O rigin, D en m a rk a n d Elsewhere, trans. P. G . F o o te, 2nd ed ., C o p en h a g en 1985;
B. O d en sted t, O n the O rigin a n d E arly H isto ry o f the R u n ic Script, U p p sa la 1990; idem ,O n G ra p h ic V a ria tio n in the O ld e r Futhark: R ep ly to a R eview b y H en rik W illia m s o f M y Book O n th e O rigin and Early H isto ry o f th e R u n ic Script, (U m eå Papers in E nglish 13) U m eå 1993; H . W illia m s, ‘W h ic h C am e First, 11 or 11?’, A N F 107, 1992, p p . 192-205;idem , ‘T h e O rigin o f th e R u n es’, A m sterd a m e r B eiträge z u r älteren G erm a n istik 45, 1996,pp. 211-18; idem , ‘T h e R om an s and th e R unes — U se s o f W ritin g in G erm a n ia ’, in S.N y strö m (e d .), R u n o r och A B C , S to ck h o lm 1997, pp . 177-92; cf. R. D e ro le z , ‘T h e O rigin o f th e R unes: an A ltern a tiv e A p p r o a c h ’, A ca d e m ia e A n a lecta 6 0 , 1998, n o . 1, p p .1- 34-

Posted in GLOSSOLOGY | Tagged , , , , , , , | Leave a comment

PHOONEE EKS OU K PHOONEEN

Τελικά, είναι εφτά τα φωνήεντα;

Ένας καινούργιος γλωσσικός μύθος διαδίδεται στο ελληνικό Διαδίκτυο τα τελευταία δύο εικοσιτετράωρα με την ταχύτητα πυρκαγιάς σε ξερόχορτα. Όπως φαίνεται,  από σκοτεινούς κύκλους εξυφαίνεται ένα ακόμα σχέδιο με στόχο την αλλοίωση της ελληνικής γλώσσας, ή τουλάχιστον έτσι «αποκαλύπτει» σε ένα άρθρο που έχει τίτλο «Η ελληνική γλώσσα πρέπει να μείνει ανέπαφη», το οποίο έσπευσαν να αναδημοσιεύσουν ένα σωρό ιστολόγια, πολλά από αυτά πολυσύχναστα. Όχημα της υποτιθέμενης αλλοίωσης είναι το καινούργιο βιβλίο γραμματικής της 5ης και 6ης Δημοτικού, που μπορείτε να το δείτε εδώ.

Ολόκληρο το άρθρο το διαβάζετε σε κάποιο από αυτά τα ιστολόγια, π.χ. εδώ, ενώ υπάρχει και μορφή του σε pdf, επαυξημένη με σχολιασμένες σελίδες του βιβλίου, αναρτημένη στον ιστότοπο του Συλλόγου Εκπαιδευτικών Ανατολικής Αττικής «Αλέξανδρος Δελμούζος»

Η ανάρτηση σε εκείνο τον ιστότοπο εξηγείται διότι το άρθρο δυστυχώς γράφτηκε από δασκάλα, μέλος του συλλόγου, που εργάζεται σε δημοτικό σχολείο της Ραφήνας. Βέβαια, το Διοικητικό συμβούλιο του συλλόγου κράτησε κάποιες αποστάσεις από το άρθρο, και διευκρίνισε ότι η τελευταία παράγραφος, ότι δήθεν ο σύλλογος Αλ. Δελμούζος οργανώνει ψηφοφορία για να αποσυρθεί το βιβλίο «της κυρίας Διαμαντοπούλου» έχει προστεθεί εκ των υστέρων και δεν περιέχεται στο αρχικό, γνήσιο άρθρο.

Θα παραθέσω μερικά αποσπάσματα του άρθρου και θα τα σχολιάσω, αλλά πρώτα να σταθώ στην υποβολιμαία προσθήκη για το «βιβλίο της κυρίας Διαμαντοπούλου». Είναι λάθος, και είναι άδικο για τους συγγραφείς, να ταυτίζονται τα βιβλία τους με έναν συγκεκριμένο υπουργό· άλλωστε, η διαδικασία συγγραφής σχολικών βιβλίων είναι τόσο μακροχρόνια που τις περισσότερες φορές άλλος υπουργός εγκρίνει τη συγγραφή του βιβλίου και άλλος βλέπει το βιβλίο να κυκλοφορεί στα σχολεία -κάτι τέτοιο είχε συμβεί και με το βιβλίο Ιστορίας της 6ης Δημοτικού. Οι υπουργοί έρχονται και παρέρχονται.

Λοιπόν, το άρθρο ξεκινάει ως εξής:

Με μεγάλη μας έκπληξη διαπιστώσαμε πως πρόσφατα (Νοέμβριος 2011) διανεμήθηκε προς διδασκαλία, στα δημοτικά σχολεία της χώρας μας ένα καινούργιο βιβλίο γραμματικής, για την Ε΄ και ΣΤ΄ τάξη, αντικαθιστώντας την μέχρι τώρα ισχύουσα γραμματική του Μανώλη Τριανταφυλλίδη, η οποία εδιδάσκετο πλέον των 30 χρόνων.
Σύμφωνα με την καινούργια γραμματική που… συντάχθηκε από τους: κ. Ειρήνη Φιλιππάκη – Warburton, κ. Μιχάλη Γεωργιαφέντη, κ. Γεώργιο Κοτζόγλου και την κ. Μαργαρίτα Λουκά και εκδόθηκε από τον Οργανισμό Εκδόσεως Διδακτικών Βιβλίων, με την ευθύνη του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου, ανακαλύπτουμε πως:

τα φωνήεντα της Ελληνικής Γλώσσας είναι 5 (πέντε)!!!

Τα: α, ε, ι, ο, και το ου. Καθώς και ότι τα φωνήεντα η, υ, ω έχουν καταργηθεί!!!

Και τα σύμφωνα από 17, έμειναν μόνον τα 15!!! Τα ξ και ψ δεν υπάρχουν πλέον!!!

Σημειωτέον, πως στα φωνήεντα συγκαταλέγεται και ο δίφθογγος «ου», καθώς και στα σύμφωνα συμπεριλαμβάνονται τα δίψηφα σύμφωνα ντ, μπ, γκ!.

Αυτή είναι η βασικότερη ένσταση της συντάκτριας για το νέο βιβλίο γραμματικής. Και συνεχίζει:

Με την προγενέστερη Γραμματική του Μαν. Τριανταφυλλίδη, γαλουχήθηκαν γενιές Ελλήνων, που μάθανε να ομιλούνε την Ελληνική Γλώσσα. Αλλά και αλλοδαποί που γεννήθηκαν, έζησαν και σπούδασαν σε ελληνικά σχολεία, και πέτυχαν στα ελληνικά πανεπιστήμια είχαν γαλουχηθεί με την ίδια γραμματική χωρίς να δυσκολευτούν!… Εφ’ όσον οι συνθήκες δεν έχουν αλλάξει, ποιόν λόγο εξυπηρετεί η αλλαγή της κλασσικής γραμματικής σε «φωνητική» γραμματική;
Η γλώσσα μας, η αρχαιότερη όλων των λαών, τις τελευταίες δεκαετίες έχει υποστεί αλλεπάλληλους βιασμούς από τους εκάστοτε υπευθύνους, οι οποίοι εντελώς ανεύθυνα λειτουργώντας ωσάν γλωσσοπλάστες, αποφάσιζαν για την «εκλαΐκευση» της, και ταυτόχρονα την καταστροφή της!

Λέει κι άλλα, αλλά αυτά φτάνουν γι’ αρχή.

Ώστε λοιπόν καταργήθηκαν τα φωνήεντα η, υ, ω; Μα καλά, τελείως αδαείς είναι η κ. Φιλιππάκη, αυτός ο Κότζογλου και οι υπόλοιποι, δεν έχουν ακούσει τον Μουφλουζέλη, που λέει ότι ένα κι ένα κάνουν δύο και πως τα φωνήεντα είναι εφτά; Δεν φτάνει που η τρόικα μας έκοψε τους μισθούς και τις συντάξεις, θα μας κόψουν τώρα και τα φωνήεντα; Και αφού καταργήθηκαν τρία από τα εφτά φωνήεντα, πώς μάς έμειναν πέντε; Α, προστέθηκε το ου. Και από τα σύμφωνα, παρόλο που «καταργήθηκαν» τα ξ και ψ, προστέθηκαν τα μπ, γκ και ντ, οπότε αυξήθηκαν κατά ένα, άρα 18+5 = 23.

Φυσικά, τα η, υ και ω δεν καταργήθηκαν. Αν κάνετε τον κόπο να πάτε στην επίμαχη γραμματική, θα δείτε ότι στη σελ. 35 δεν λέει ότι η ελληνική γλώσσα έχει 23 γράμματα αλλά ότι έχει 23 φθόγγους. Φθόγγους, όχι γράμματα! Γι’ αυτό άλλωστε και γράφονται μέσα σε αγκύλες, [α], [ι] κτλ. όπως πληροφορεί η υποσημείωση στη σελ. 34. Και στη σελίδα 39 δηλώνεται ολοκάθαρα ότι τα ελληνικά έχουν 24 γράμματα, όπως ξέρουν βέβαια όλα τα παιδιά που θα χρησιμοποιήσουν το βιβλίο αφού, μην ξεχνάμε, διδάσκεται στην 5η δημοτικού, σε μαθητές που έχουν μάθει ανάγνωση και γραφή προ πολλού! Και στη σελ. 40 υπάρχει αντιστοίχιση φθόγγων και γραμμάτων του αλφαβήτου, ενώ στη σελ. 41 υπάρχει άσκηση όπου τα παιδιά καλούνται να βρουν πόσους φθόγγους έχουν διάφορες λέξεις, π.χ. παίζουμε: 8 γράμματα αλλά έξι φθόγγοι.

Μπορεί η εκ Ραφήνας συντάκτρια να πέφτει από τα σύννεφα, και να επικαλείται τη γραμματική Τριανταφυλλίδη, αλλά το ότι η γλώσσα μας έχει πέντε φωνήεντα δεν είναι καθόλου καινοφανές. Το λέει, ακριβώς έτσι, η γραμματική Τριανταφυλλίδη την οποία επικαλείται (χωρίς προφανώς να την έχει ανοίξει), στη σελ. 13 (μιλάω για την ανατύπωση του 2002, ιδού το σχετικό απόσπασμα):

Φωνήεντα έχομε στη γλώσσα μας πέντε, τ’ ακόλουθα (ο λόγος είναι πάντοτε για φθόγγους και όχι για γράμματα): α, ε, ι, ο, ου.

Ό,τι λέει ο Τριανταφυλλίδης λέει και η νέα Γραμματική -με μια διαφορά που θα πούμε παρακάτω. Την επισήμανση ότι μιλάμε για φθόγγους και όχι για γράμματα η νέα Γραμματική την έχει στις σελ. 34 και 39.

Οπότε, δεν χρειάζεται πανικός. Η νέα Γραμματική δεν καταργεί κανένα γράμμα του αλφαβήτου, και άλλωστε πώς θα μπορούσε να γίνει αυτό, όταν διδάσκεται σε παιδιά που ήδη επί πέντε χρόνια έχουν κοπιάσει για να μάθουν το αλφάβητο των 24 γραμμάτων; Θα το ξεμάθουν και θα μάθουν καινούργιο; Και μόνο για δυο χρονιές, αφού στο γυμνάσιο διδάσκεται άλλη γραμματική; Απίθανα πράγματα -όχι, δεν συμβαίνει τίποτε τέτοιο.

Και τότε; Προς τι το μίσος και ο αλληλοσπαραγμός; Μήπως το όλο θέμα είναι μια τεράστια παρεξήγηση; Μήπως η συντάκτρια παρανόησε και υπέθεσε ότι η νέα σχολική Γραμματική τάσσεται υπέρ της φωνητικής ορθογραφίας;

Για τη συντάκτρια δεν ξέρω, αλλά αυτή την παρανόηση σίγουρα την έχει κάνει μεγάλη μερίδα των αναγνωστών του άρθρου στα διάφορα ιστολόγια, αν κρίνω από τα σχόλιά τους, όπου εκφράζουν τον αποτροπιασμό τους επειδή υποθέτουν ότι η νέα Γραμματική γράφει π.χ. «φονίεντα», αφού τα η. υ, ω έχουν, τάχα, καταργηθεί. Και για μια τόσο ριζική αλλαγή της γλώσσας όπως θα ήταν η καθιέρωση φωνητικής ορθογραφίας, θα εξηγούνταν οι αντιδράσεις, ακόμα και ο ηθικός πανικός. Έχουμε άλλωστε το θλιβερό προνόμιο να παθιαζόμαστε ανοικονόμητα για τη γλώσσα μας· μην ξεχνάμε πως έχουμε θρηνήσει νεκρούς σε διαδηλώσεις που έγιναν επειδή ανέβηκε μια αρχαία τραγωδία μεταφρασμένη σε μικτή γλώσσα (στα Ορεστειακά του 1903).

Όμως κάτι τέτοιο δεν έχει συμβεί, η νέα Γραμματική επαναλαμβάνει σε γενικές γραμμές όσα και οι προηγούμενες. Η διαφορά είναι ότι η νέα Γραμματική αποφεύγει να χαρακτηρίσει φωνήεντα και σύμφωνα τα γράμματα του αλφαβήτου και κρατάει αυτόν τον χαρακτηρισμό μόνο για τους φθόγγους. Η πιο παραδοσιακή θεώρηση που χαρακτηρίζει «φωνήεντα» και τους φθόγγους αλλά και τα γράμματα του αλφαβήτου έχει το μειονέκτημα ότι δεν μπορεί να απαντήσει σε απλές ερωτήσεις όπως: Στη λέξη «εύκολος» το υ τι είναι; Φωνήεν ή σύμφωνο; Ή: Πόσα είναι τα φωνήεντα στη λ. «σούβλα», δύο ή τρία; Πράγματι, αν το καλοσκεφτούμε, οι χαρακτηρισμοί «φωνήεν» και «σύμφωνο» έχουν νόημα μόνο όταν περιγράφουμε φθόγγους (ή φωνήματα) και όχι γράμματα. Αν κοιτάξουμε ένα άγνωστό μας αλφάβητο, είναι αδύνατο να καταλάβουμε αν ένα άγνωστό μας γράμμα είναι φωνήεν ή σύμφωνο -για παράδειγμα τι είναι το ა του γεωργιανού αλφαβήτου; Ενώ αν ακούσουμε κάποιον να το προφέρει, θα καταλάβουμε αμέσως πως είναι φωνήεν, το [α].

Αυτό είναι το σημείο στο οποίο η νέα Γραμματική διαφέρει από τη γραμματική Τριανταφυλλίδη και όσες βασίστηκαν σε αυτήν -μην ξεχνάμε ότι από το 1941 (που εκδόθηκε η γραμματική Τρ.) έχουν περάσει εφτά δεκαετίες και πολύ νερό έχει κυλήσει στο αυλάκι της γλωσσολογίας. Ο ενήλικος που έχει διδαχτεί για φωνήεντα-γράμματα ίσως ξενίζεται. Το παιδί που θα τα μάθει εξαρχής, δεν θα παραξενευτεί.

Θα μπορούσαν βέβαια οι συγγραφείς της γραμματικής να κάνουν λόγο για φωνήεντα-φθόγγους και φωνήεντα-γράμματα, αλλά επειδή απευθύνονται σε παιδιά του δημοτικού, που μάλλον θα μπερδεύονταν, οι συγγραφείς έκριναν σκόπιμο, σωστά πιστεύω, να κάνουν σαφή τον διαχωρισμό. Άλλωστε, το γεγονός ότι επέλεξαν να γράφουν τους φθόγγους μέσα σε αγκύλες και με διαφορετική γραμματοσειρά, βοηθάει τον μαθητή να ξεχωρίσει φθόγγο από γράμμα και απομακρύνει κάθε σύγχυση. Βέβαια, κανονικά θα έπρεπε, σύμφωνα με τις διεθνείς συμβάσεις, οι περισσότεροι φθόγγοι να γράφονται με το λατινικό αλφάβητο, αλλά για παιδιά του δημοτικού καλύτερα έκαναν να επιλέξουν το ελληνικό με τη διαφορετική γραμματοσειρά. Εδώ που τα λέμε, αν έβαζαν τους φθόγγους με λατινικό αλφάβητο ούτε ψύλλος στον κόρφο τους, θα τους κατηγορούσαν ότι προπαγανδίζουν την αλλαγή αλφαβήτου!

Προσοχή, το ότι υπερασπίζομαι τις βασικές επιλογές των συγγραφέων της νέας Γραμματικής δεν σημαίνει ότι συμφωνώ σε όλα μαζί τους. Έχω κάποιες διαφωνίες σε άλλα θέματα, αλλά και στο προκείμενο θέμα αναρωτιέμαι αν θα ήταν καλύτερα να προσθέσουν στα σύμφωνα (στους φθόγγους που είναι σύμφωνα) και τα τστζ. Εδώ υπάρχει μεταξύ των γλωσσολόγων διχογνωμία και γίνεται ολόκληρη συζήτηση αν τα τσ και τζ έχουν μονοφθογγικό χαρακτήρα, με αρκετά επιχειρήματα εκατέρωθεν. Ας πούμε ότι θα ήταν απλούστερο για διδακτικούς λόγους να συμπεριληφθούν και τα τσ και τζ. Αλλά άλλο είναι αυτό το θέμα, που χρειάζεται επιστημονική συζήτηση κι άλλο η συνωμοσιολογία.

Τώρα που το ξανασκέφτομαι πάντως, δεν αποκλείω και της συντάκτριας η οργή να οφείλεται σε παρεξήγηση, εκδοχή που ενισχύεται από την άποψή της, πιο κάτω, ότι «εφαρμόζοντας τη νέα Γραμματική, Η ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ ΘΑ ΧΑΘΕΙ». Αυτό θα ήταν ένα μικρό θαύμα, αλλά μέσα από την άτεχνη διατύπωση υποθέτω πως εννοεί ότι αν εφαρμοζόταν φωνητική ορθογραφία θα ήταν πιο δύσκολο να δει κανείς αμέσως την ετυμολογία  των λέξεων, π.χ. ότι ο ιπποκόμος (ιποκόμος πια) έχει να κάνει με τον ίππο ενώ ο υποκόμης (ιποκόμις πια) με το υπό. Το θέμα της φωνητικής ορθογραφίας έχει ενδιαφέρον, αλλά ας μην το συζητήσουμε σήμερα. Μονολεκτικά, το έχω άλλωστε ξαναγράψει, είμαι αντίθετος με την ιδέα.

Στο γράμμα της συντάκτριας, πέρα από την αβυσσαλέα άγνοια, αναπαράγονται κάμποσοι γλωσσικοί μύθοι, ενώ το όλο κείμενο διαπνέεται από έναν κωμικό συνωμοσιολογικό χαρακτήρα. Παράδειγμα: Η νέα Γραμματική δεν ακολουθεί τον παλιό χωρισμό και την παλιά ορολογία (χειλικά, οδοντικά, λαρυγγικά σύμφωνα). Καταγγέλλει η δασκάλα: Τα χειλικά, οδοντικά και λαρυγγικά σύμφωνα ενώθηκαν, ανακατεύθηκαν και ξαναχωρίστηκαν όπως βόλευε τους συγγραφείς σε τριβόμενα και κλειστά! Πέρα από το ότι η γραμματική διακρίνει (στον πίνακα της σελ. 38) και διχειλικά, οδοντικά κτλ. σύμφωνα, και όχι μόνο τριβόμενα και κλειστά, σας ρωτάω: πώς μπορεί να «βόλευε» τους συγγραφείς η διάκριση σε τριβόμενα και κλειστά; Γιατί να βλέπουμε παντού σκοτεινά σχέδια;

Στα επόμενα η συντάκτρια αναπαράγει απλόχερα μύθους, όπως π.χ. για τις δηλώσεις Ράλλη (ότι τάχα ο Ράλλης είχε μετανιώσει που καθιέρωσε τη δημοτική· αλλά η αλληλογραφία Ράλλη-Κριαρά μαρτυράει ότι ήταν περήφανος για το έργο του αυτό) ή ότι σύμφωνα με «μελέτες επιστημόνων» το μονοτονικό προκάλεσε αύξηση της δυσλεξίας (πρόκειται για την ανεκδιήγητη μελέτη του ψυχίατρου Τσέγκου, που κανείς γλωσσολόγος δεν τη θεωρεί σοβαρή). Το να νοσταλγεί το πολυτονικό η συντάκτρια δεν είναι επιλήψιμο, αλλά απορώ πώς θα κάνει τα παιδιά να αγαπήσουν τη γλώσσα που τους διδάσκει όταν πιστεύει ότι πρόκειται για μια γλώσσα πολλαπλά βιασμένη, μια γλώσσα μειωμένης αξίας (αφού «ο κάθε τόνος είχε την αξία του»). Χώρια που η συντάκτρια έχει καταπιεί αμάσητες τις μπαρούφες του Λερναίου, ότι τάχα η ελληνική γλώσσα δεν είναι συμβατική αλλά νοηματική· διότι, μας λέει, αν χαθεί η ετυμολογία των λέξεων, η ελληνική θα γίνει «μια συμβατική γλώσσα όπως και τόσες άλλες».

Φυσικά, όλες οι ανθρώπινες γλώσσες είναι συμβατικές. Δεν υπάρχει καμιά λογική αναγκαιότητα που να συνδέει μια λέξη με το νόημά της, εκτός από τις λιγοστές περιπτώσεις ηχομιμητικών λέξεων. Τον πιο πιστό φίλο του ανθρώπου εμείς τον λέμε «σκύλο», οι αρχαίοι τον έλεγαν «κύνα», οι άγγλοι τον λένε dog και οι γάλλοι chien και δεν υπάρχει κανείς εγγενής λόγος που να έκανε τους αρχαίους να πουν «κύων» τον σκύλο, θα μπορούσαν να πουν έτσι τη νυφίτσα. Όσο αυθαίρετος είναι ο dog, άλλο τόσο είναι και ο σκύλος.

Όσο για τα σχόλια πολλών σχολιαστών στα ιστολόγια, τι να πει κανείς. Άλλοι θεώρησαν ύποπτο ότι η κ. Φιλιππάκη-Warburton έχει ξένο όνομα (ποιος της είπε να παντρευτεί αγγλοσάξονα;), άλλοι θεώρησαν ότι πρόκειται για το νέο χτύπημα μετά την κατάργηση της διδασκαλίας των αρχαίων στο γυμνάσιο (φυσικά, τα αρχαία διδάσκονται στο γυμνάσιο, από το πρωτότυπο, εδώ και είκοσι χρόνια), άλλοι ότι πρόκειται για σχέδιο της πρώην υπουργού, της κ. Διαμαντοπούλου, για να φέρει τα αγγλικά, άλλοι θυμήθηκαν ότι οι ανθέλληνες άλλαξαν το αυγό σε αβγό (όχι πάντως στη σχολική ορθογραφία, αν και για τον πόλεμο των αυγών αξίζει ειδικό άρθρο). Το μόνο παρήγορο είναι ότι βρέθηκαν αρκετοί που επισήμαναν το αυτονόητο, ότι άλλο φθόγγοι και άλλο γράμματα, αν και τα σχόλια στον ιστότοπο του Συλλόγου Εκπαιδευτικών Ανατολικής Αττικής μάλλον θλίψη προκαλούν.

Όπως θλίψη προκαλεί και το ότι η δασκάλα της Ραφήνας, και ασφαλώς όχι μόνο αυτή, πέρα από την ψηλαφητή της άγνοια, έχει, αν και εκπαιδευτικός, τόσο αρνητική και καχύποπτη στάση απέναντι στους ειδικούς επιστήμονες για θέματα γλώσσας, τους γλωσσολόγους. Οι οποίοι, παρά τις φήμες, άνθρωποι είναι κι αυτοί, και ανθρώπινο είναι να απελπίζονται και να αποκαρδιώνονται όταν βλέπουν τέτοια αντιμετώπιση, οπότε κλείνονται στο καβούκι τους, στο σινάφι τους, και αφήνουν τη μαστοράντζα να βγάλει τα κάστανα από τη φωτιά και να παλεύει με τα κεφάλια του Λερναίου.

Αλλά πριν κλείσω θα σταθώ λίγο στον τίτλο του άρθρου, «Η ελληνική γλώσσα πρέπει να μείνει ανέπαφη» και την έκκληση του άρθρου «Ας αξιώσουμε να διατηρηθεί η ελληνική γλώσσα έτσι όπως μας παραδόθηκε». Δεν ξέρω πώς πρέπει να το ερμηνεύσουμε αυτό· μπορεί τάχα να μείνει ανέπαφη η γλώσσα; Αν με το ανέπαφη εννοούμε «αναλλοίωτη», αυτό είναι εντελώς αδύνατο. Η γλώσσα εξελίσσεται, κάθε γλώσσα εκτός από τις νεκρές. Κάποτε η ελληνική γλώσσα είχε οχτώ πτώσεις, αργότερα είχε πέντε, σήμερα έχει τέσσερις. Η δοτική απέμεινε μόνο σε στερεότυπες εκφράσεις, όχι στον ζωντανό λόγο. Κάποτε λέγαμε «δίδωμι», αργότερα «δίδω», τώρα «δίνω» και σπανιότερα «δίδω». Κάποτε λέγαμε «πατήρ», σήμερα «πατέρας». Από την αιτιατική «τον πατέρα» φτιάχτηκε η νέα ονομαστική, αρχικά σαν απόκλιση (σαν λάθος) που καθιερώθηκε στη συνέχεια. Και η ορθογραφία αλλάζει. Αν ανοίξετε εφημερίδα του 1920 θα δείτε τύπους όπως «είνε, συνειθίζω, μεγαλείτερος, φείδι, ταξείδι, καλλίτερος, κυττάζω» και άλλα πολλά. Τώρα όλα αυτά έχουν αλλάξει χωρίς μάλιστα να προκληθεί ο ηθικός πανικός που ξεσήκωσε το αυγό/αβγό. Αν αυτό εννοεί η συντάκτρια, η γλώσσα δεν μπορεί να μείνει ανέπαφη-αναλλοίωτη.

Μπορεί όμως να εννοεί «άθικτη», απείραχτη. Τι θα έθιγε τη γλώσσα; Από τα παραπάνω υποθέτω ότι η συντάκτρια φοβάται το ενδεχόμενο καθιέρωσης φωνητικής ορθογραφίας ή λατινικού αλφαβήτου, που υποτίθεται ότι είναι το πρώτο βήμα στα σχέδια των σκοτεινών δυνάμεων για να υποτάξουν τη χώρα μας. Καταρχάς, ας μείνει ήσυχη η συντάκτρια, οι αλλαγές αλφαβήτου και τα συναφή είναι πράγματα τα οποία εδώ και πολλές δεκαετίες σχεδόν κανείς δεν ζητάει. Αλλά, αναρωτιέμαι, τόσο χοντροκέφαλες είναι αυτές οι σκοτεινές δυνάμεις, που επιδιώκουν να μας υποτάξουν μέσω της αλλαγής του αλφαβήτου και της γραμματικής της 5ης δημοτικού, δηλαδή μέσα από διαδικασίες που θα φέρουν καρπούς πολύ αργά, ύστερα από δεκαετίες; Τη στιγμή που η χώρα στενάζει κάτω από πέντε χρόνια ύφεσης, που συνθλίβεται κάτω από ένα δυσβάσταχτο χρέος, με το ηθικό στο μηδέν, με τους ταλαντούχους νέους να φεύγουν μετανάστες, με τα φιλέτα έτοιμα να ξεπουληθούν μπιρ παρά, τι ανάγκη έχουν από μακρόπνοους σχεδιασμούς; Μακάρι όλη η στόχευση των «εχθρών της χώρας» να ήταν η εξαφάνιση του ήτα και του ωμέγα…

PEEGEE sarantakos.wordpress

Posted in GLOSSOLOGY | Tagged , , , | Leave a comment

THE ORIGIN OF PROTO-GERMANIC GLOOTTES (b)

(BEING CONTINUED FROM 28/09/18)

Early Germanic Dialects

We have simply run out of dialects! We’ve done Gothic, Old Norse, Old Saxon, Old English, Old Frisian, Old Low Franconian, and Old High German! We’ve even done a reminder, a post on the relationship between the Germanic dialects and a post on Proto-Germanic itself!

So now what?

Well, I figure that I’ve been throwing features of phonology, syntax, morphologyl, etc., etc., at you for quite some time now – how will anyone ever remember all those details?!

Instead of continuing to throw such facts at you (however interesting they may be), today, I thought I’d tell you about my very special trick – a simple one that works in (some) cases – though not all – to separate all these dialects from each other, fairly quickly. (Just don’t quote me on it – it’s just to give you an inkling of what you’re working with so that you can continue with further tests to make sure.)

So, what do I do?

Well, if presented with a new text where I am unsure of which Germanic dialect I am dealing with, the first thing I do is start looking for pronouns. But not just any old pronoun – I look specifically for the masculine third person pronoun in the nominative form!

Gosh, that was specific. But, you see, these pronouns differ a bit from each other in some of the Germanic dialects.

As you can see, using this technique means that you can exclude a number of choices: if the text is using hann it is likely Old Norse; if it uses er, it is likely Old High German.

Gothic may be a bit tricky as the morphological structure may allow for excluding the pronoun itself – in that case: look for reduplication as Gothic is the only Germanic language that has retained the feature!

But, as you can also see, that won’t help you all the way: Old English, Old Saxon, and Old Low Franconian all use he. So what do we do here?

Well, here, we start looking for a-stem nominative plurals in Proto-Germanic – like arms.

And, here, we see some differences between these languages too!

And that is it! That is really all that I do (in the initial stages – then it all needs to be checked of course).

Basically, just ask yourself:
  1. Does it use reduplication? – If YES, you’re dealing with Gothic
  2. Which masculine third person plural is it using? – If a unique one, you’re in luck. If not:
  3. Which declension of Proto-Germanic a-stem nouns is the text using?

And you’re… well, not really golden but a step closer to figuring out exactly what you’re dealing with!And with that, I am hereby declaring our Early Germanic Dialect series at an end.

I hope you enjoyed hearing about these dialects as much as I enjoyed the opportunity to read more about them!

Next week, we’re doing a bit of a breather for you (and me) with a book review before we dive into our next topic (and no, I won’t tell you what it is – surprises are delightful!).

So, join me next week when I take a look at the #1 New York Timesbestseller Eats, Shoots & Leaves: The Zero Tolerance Approach to Punctuation by Lynne Truss (and perhaps an inkling of what is to come….)!

References

As always, take a look at Robinson’s book Old English and its closest relatives.

Proto-Germanic

we had a talk the other day and you know what we realised?

We talk a lot about Proto-Germanic but we’ve never really talked about Proto-Germanic, have we?

We’re sorry, let’s make it right! Today, we’ll take a closer look at this mother of the Germanic languages (though it will be brief glance, I’m afraid: it is an entire language after all)!

As you might remember, a proto-language is a language that has never actually been attested. Instead, such a language has been reconstructed through the comparative method. This means that nothing from Proto-Germanic actually survives the long centuries since it was spoken but we still know quite a bit about the language itself (isn’t the comparative method awesome?!)

One of the things that we can say that we know with reasonable confidence is that Proto-Germanic was spoken in and around Denmark, probably no earlier than ca 500 B.C.

Eventually, it developed into three different branches: West Germanic, North Germanic and East Germanic. We’ll talk more about these branches, and the early Germanic dialects, a bit more later on, but let’s focus on Proto-Germanic for now.

Proto-Germanic developed from Proto-Indo-European (PIE), which you probably already knew, and one of the unique features that separates the Germanic languages from the, for example, Italic ones, is a sound change that we’ve spoken about earlier: Grimm’s Law!

As a reminder, Grimm’s Law is a sound change that changed some consonantal sounds into other consonantal sounds: for example, p became f so Latin pater is English father.

Grimm’s Law was completed at some point during the Proto-Germanic period, something that we may be relatively confident about because the other PIE-languages don’t have it (so it must have happened after Proto-Germanic ‘broke away’ from the other PIE-languages) but all the Germanic languages do (so it must have happened before the Germanic dialects grew apart).

We also find a good number of other sound changes that we’ve already talked about, like ablaut and umlaut. As you may remember, ablaut is the regular vowel variation that you find in forms like sing, sang, sung, and umlaut, a sound change in which one vowel changes to become more similar to a following (or preceding) vowel.

We won’t say too much about the ablaut of Proto-Germanic, because frankly it gets complicated real fast, but it retained the ablaut system of PIE in the strong verb classes (and if you really want to know about ablaut in Proto-Germanic, check out Don Ringe’s excellent account referenced below), which is why you do find vowel alternation in, for example, English (or German: gewinnengewann, gewonnen, meaning win, won, won or Swedish vinna, vann, vunnit, also meaning win, won, won).

We will spend a moment on umlaut thought, because something quite significant happened before the early Germanic dialects ‘separated’: i-mutation (or i-umlaut).

You’ve heard about this sound change here at the HLC before (check it out) but in case you forgot (I mean, it was quite a while ago), i-mutation is the reason why you get examples like foot – feet, mouse – mice, but not house – hice!

I-mutation is so called because one vowel raised due to a following /i/ or /j/ sound in the next syllable. These syllables were then lost, making the sound change kinda hard to immediately recognise. Let’s take foot – feet as an example.

So, the Proto-Germanic form for foot was something like *fōts. No /i/ or /j/ in the following syllable there, so *fōts became Eng. foot, Dutch voet, Ger. Fuß, Swe/Nor fot, Dan. fod, and so on.

But! The Proto-Germanic plural was *fōtiz! The vowel ō then changed, becoming closer to the i, a process we might call assimilation. Having done so (or at least been enough underway), the -iz ending was lost and, suddenly, we have a word that doesn’t really look any different from *fōts but with an already changing (or changed) vowel. That doesn’t mean, of course, that it always changes to an e/ee as in English feet. In Swedish, it became ö (fötter) for example and in German Füße.

Right, enough phonology. Let’s take a look at morphology too, while we’re at it.

Proto-Germanic inflected for 6 cases: vocative, nominative, accusative, dative, genitive and instrumental; 3 genders: masculine, feminine and neuter; 3 numbers: singular, dual, and plural and 3 moods: indicative, subjunctive and imperative.

Woof, that’s quite a bit. Of all these things though, there really is only one thing that we haven’t said anything about before (though we’ll tell you more about case in the future too): the number dual. You all recognise, I assume, the singular and the plural but what, exactly, is the dual?

Well, it is precisely what you would expect: a form that refers to exactly two entities, no more, no less. The dual was a surviving number-category from PIE but came to be shown only in the first- and second-person pronouns in Proto-Germanic before eventually dwindling away entirely in the daughters of Proto-Germanic (though they retain it for a while in pronouns).

So, now, you have just a little bit of an understanding of Proto-Germanic (though it is very brief, of course)! This will be really useful for the coming weeks here at the HLC as we’ll be taking a bit of a closer look at the early Germanic dialects, their common ground and their differences!

Welcome back then!

References

An excellent resource is:

Ringe, Don. 2006. From Proto-Indo-European to Proto-Germanic. Oxford: Oxford University Press.

which we have consulted for this post. It’s quite advanced, however, and you might find yourself just a bit overwhelmed of the sheer number of detailed descriptions in it. Bear with it though, it really is quite amazing!

We’ve also consulted

Robinson, Orrin W. 1992. Old English and its closest relatives. London: Routledge

which doesn’t talk that much about Proto-Germanic itself but is a great resource for the early Germanic dialects (we should know: taking the course with the same name two years ago, this was the course book).

and briefly

Barber, Charles. 2000. The English language: A historical introduction. Cambridge: Cambridge University Press

regarding the dual number.
Aside from that, we’ve used the excellent online resource etymonline.com and, yes, we’ll admit it, Wikipedia (oh, the horror!), for the Proto-Germanic forms that we discussed here.

(TO BE CONTINUED)

SOURCE https://thehistoricallinguistchannel.com/

Posted in GLOSSOLOGY | Tagged , , , , | Leave a comment

Η ΓΛΩΣΣΑ ΤΩΝ ΠΑΙΟΝΩΝ ΚΑΙ Η ΣΧΕΣΗ ΤΗΣ ΜΕ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ (Α)

Οι  Παίονες  αναφέρονται  για  πρώτη  φορά  στην Ιλιάδα.  Ο  Όμηρος  τους τοποθετούσε στον ποταμό Αξιό και την περιοχή της Αμυδώνος (Β 848-50, Π 187-88). Ο Ηρόδοτος τους συνέδεε με τον ποταμό Στρυμόνα και τους Φρύγες (5.13). Ο Στράβων (7. απ. 37) τους συνέδεε επίσης με τους Φρύγες, αλλά και με τους Θράκες (7. απ. 11), μολονότι ο Ηρόδοτος (8. 185) και ο Θουκυδίδης (2.98) τους διαχώριζαν  από  τους  δεύτερους.  Ο  Παυσανίας  (5.1.3-5)  παραδίδει  μια γενεαλογία που ενσωματώνει βαθιά τους Παίονες στον ελληνικό κόσμο, αφού ο γενάρχης τους, ο Ενδυμίων, έχει διασυνδέσεις με τον Αμφικτύωνα και θεωρείται ταυτόχρονα  γενάρχης  των  Παιόνων,  των  Επειών  στην  Ηλεία  και  των  Αιτωλών, ενώ συνδέεται και με τον Αρκάδα. Σύμφωνα με την παράδοση που μεταφέρει ο Παυσανίας, ο Παίων έφυγε από την Αιτωλία και τον πατέρα του Ενδυμίωνα και εγκαταστάθηκε πέρα από τον Αξιό.
Ό,τι πενιχρό έχει διασωθεί από την παιονική γλώσσα την συνδέει στενά με την Ελληνική. Ως παιονικές λέξεις παραδίδονται από τους αρχαίους συγγραφείς οι εξής: μόνωψ ή μόναπος (είδος ταύρου), τίλων (είδος ψαριοὔ), πάπραξ (είδος ψαριού).Ονόματα ανθρώπων: Άγις, Πατραός, Λύκπειος, Αυδολέων, Ευπόλεμος, Αρίστων. Τοπωνύμια:  Πόντος,  Βυλάζωρα,  Άστιβος  (απάτητος),  Ιδομένη  (πβ. Ιδομενεύς), Στόβοι (πβ. στείβω, στίβος, άστιβος, στοιβή κ.τ.λ.), Δύσορον (όνομα βουνού,  πβ.  δυσ-  και  όρος  =δύσβατο  βουνό).  Θεωνύμια:  Δύαλος  (=Διόνυσος). Μια  από  τις  φυλές  τους  ονομαζόταν  Αγριάνες  (<  αγρός).  Η  πρωτεύουσά  τους ονομαζόταν  Αμυδών  ή  Αβυδών.  Η  διπλή  παραλλαγή  παραπέμπει  σε  τύπο *Αμβυδών και πιθανή ετυμολόγηση από ἀμβί (παραλλαγή του  ἀμφί, με ηχηρό αντί  δασύ,  όπως  στη  μακεδονική  διάλεκτο,  Φίλιππος-Βίλιππος,  Φερενίκη-Βερενίκα και βλέπε  παραπάνω Βυλάζωρα = Φυλάζωρα;) και  ύδων (πβ. ὕδωρ)=και από τις δύο πλευρές του νερού, ποταμού. Πβ. Καλυδών (=με τα καλά νερά). Άλλα  παιονικά  εθνωνύμια:  Δόβηρες,  Λαιαῖοι  (ίσως  από  το  λαιός  ή  το  λαός;), Σιροπαίονες, Παιόπλαι.
Το  αλφάβητο  που  χρησιμοποιούσαν  οι  Παίονες  ήταν  το  ελληνικό,  όπως φαίνεται από τις ελάχιστες επιγραφές και χαράγματα που έχουν σωθεί. Από την πόλη  Βυλάζωρα  έχει  ανασκαφεί  ελληνιστικός  κάνθαρος  με  την προστακτική πίει (πιες)  και  μια  πρόσφατη  (2011)  θραυσματική  επιγραφή  που φαίνεται να περιέχει τις λέξεις ΟΥΡΟΣ (όρος ή όριο) και ΙΡΟΣ (ιερός). Η απόδοση «όριο»  φαίνεται  πιο  πιθανή,  επειδή   η  πέτρα  πάνω  στην  οποία  βρέθηκε  η επιγραφή μοιάζει να ήταν λίθος-ορόσημο και να αποτελούσε τμήμα εισόδου ή πύλης  σε  κάποιον  ιερό  χώρο. 

Α. Ιστορικά

Οι Παίονες αναφέρονται συχνά στην Ιλιάδα ως σύμμαχοι των Τρώων. Η ομηρική πρωτεύουσά τους ήταν η Ἀμυδών/Ἀβυδών στην ανατολική όχθη του κάτω Αξιού (μάλλον στο σημερινό Αξιοχώρι, πρώην Βαρντάροφτσα), οικισμός που, σύμφωνα με τον Στράβωνα, ήταν «χωρίον ἐρυμνὸν» (= καλά οχυρωμένο) που το κατέστρεψαν οι Αργεάδες Μακεδόνες κατά την ανατολική τους επέκταση.

[Ιλιάδα, 2.848-50]

Αὐτὰρ Πυραίχμης ἄγε Παίονας ἀγκυλοτόξους
τηλόθεν ἐξ Ἀμυδῶνος ἀπ᾽ Ἀξιοῦ εὐρὺ ῥέοντος,

Ἀξιοῦ οὗ κάλλιστον ὕδωρ ἐπικίδναται αἶαν.

——

Ο Πυραίχμης πάλι οδηγούσε τους Παίονες με τα κυρτά τόξα,
μακριά από την Αμυδώνα, από τον πλατύ Αξιό, τον Αξιό που τα νερά του

είναι τα πιο όμορφα που τρέχουν απλώνοντας πάνω στη γη.

[Ιλιάδα, 16.284-9]

Πάτροκλος δὲ πρῶτος ἀκόντισε δουρὶ φαεινῷ

ἀντικρὺ κατὰ μέσσον, ὅθι πλεῖστοι κλονέοντο,
νηῒ πάρα πρυμνῇ μεγαθύμου Πρωτεσιλάου,
καὶ βάλε Πυραίχμην, ὃς Παίονας ἱπποκορυστὰς
ἤγαγεν ἐξ Ἀμυδῶνος ἀπ᾽ Ἀξιοῦ εὐρὺ ῥέοντος·
τὸν βάλε δεξιὸν ὦμον· ὃ δ᾽ ὕπτιος ἐν κονίῃσι

——

Πρώτος ο Πάτροκλος σφεντόνισε το αστραφτερό κοντάρι
μπροστά του, μες στη μέση, όπου άρχιζαν οι πιο πολλοί να σπάζουν,
στου Πρωτεσίλαου του τρανόψυχου τρογύρα το καράβι’
και τον τρανό Πυραίχμη επέτυχε, που ‘χε τους Παίονας φέρει
απ᾿ τον Αξιό το φαρδιορέματο μακριά, απ᾿ την Αμυδώνα᾿
Στον ώμο το δεξιό τον χτύπησε, κι ανάσκελα βογγώντας

(Μετάφραση Κακριδή-Καζαντζάκη)

[Στράβων, 7.20]

ὁ δὲ Ἀξιὸς ἐκδίδωσι μεταξὺ Χαλάστρας καὶ Θέρμης: ἐπίκειται δὲ τῷ ποταμῷ τούτῳ χωρίον ἐρυμνόν, ὃ νῦν μὲν καλεῖται Ἀβυδών, Ὅμηρος δ᾽ Ἀμυδῶνα καλεῖ, καί φησι τοὺς Παίονας ἐντεῦθεν εἰς Τροίαν ἐπικούρους ἐλθεῖν “ τηλόθεν ἐξ Ἀμυδῶνος ἀπ᾽ Ἀξιοῦ εὐρυρέοντος.”1κατεσκάφη δ᾽ ὑπὸ τῶν Ἀργεαδῶν.

Το επίθετο «ἱπποκορυσταί» που τους προσάπτουν οι Ραψωδοί 

συνήθως ερμηνεύεται ως «ἱππιοχάρμαι» = «ἁρματομάχοι». Κυριολεκτικά σημαίνει «αυτοί που κορύσσουν ἵππους». Tο ρήμα κορύσσω σημαίνει τόσο «εξοπλίζω για πόλεμο» (equip, arm oneself) όσο και «παρέχω πολεμικό εξοπλισμό σε κάποιον άλλο» (furnish, provide). Επομένως, ο ἱπποκορυστήςετυμολογικά είναι τόσο αυτός που εξοπλίζει τα άλογά του για να πολεμήσει ο ίδιος όσο και αυτός που παρέχει ίππους σε άλλους ιππομάχους/αρματομάχους.

Και οι δύο ερμηνείες δείχνουν την παιονική εξοικείωση με την εκτροφή αλόγων και ο Μίμνερμος αργότερα (~625 π.Χ.), σε έναν μεμονωμένα διασωμένο στίχο του, φαίνεται να εξυμνεί την ξακουστή ράτσα αλόγων (κλειτὸν γένος ἵππων) που εξέτρεφαν οι Παίονες.

Παίονας ἄνδρας ἄγων, ἵνα τε κλειτὸν γένος ἵππων

Mimnermos

Πράγματι, όταν στην Ιλιάδα περιγράφεται η διαδρομή που ακολούθησε η Ήρα για να πάει από τον Όλυμπο στην Λήμνο, μεταξύ Ημαθίας και χερσονήσου του Άθωνος, οι Ραψωδοί τοποθετούν τα «νιφόεντα ὄρεα τῶν ἱπποπόλωνΘρακῶν». Ἱπποπόλος θα πει «αυτός που εκτρέφει άλογα».

[Ιλιάδα, 13.4]

Ζεὺς δ᾽ ἐπεὶ οὖν Τρῶάς τε καὶ Ἕκτορα νηυσὶ πέλασσε,
τοὺς μὲν ἔα παρὰ τῇσι πόνον τ᾽ ἐχέμεν καὶ ὀϊζὺν
νωλεμέως, αὐτὸς δὲ πάλιν τρέπεν ὄσσε φαεινὼ
νόσφιν ἐφ᾽ ἱπποπόλων Θρῃκῶν καθορώμενος αἶαν

Τους Τρώες ωστόσο και τον Έχτορα σα σίμωσε στα πλοία
πια ο Δίας, εκεί τους απαράτησε, να ‘χουν καημούς και μόχτους
δίχως σωμό, κι αυτός τα μάτια του τ᾿ αστραφτερά γυρίζει
πέρα μακριά, στις χώρες που έμεναν οι αλογοθρόφοι Θράκες

[Ιλιάδα, 14.227]

Ἥρη δ᾽ ἀΐξασα λίπεν ῥίον Οὐλύμποιο,
Πιερίην δ᾽ ἐπιβᾶσα καὶ Ἠμαθίην ἐρατεινὴν
σεύατ᾽ ἐφ᾽ ἱπποπόλων Θρῃκῶν ὄρεα νιφόεντα
ἀκροτάτας κορυφάς· οὐδὲ χθόνα μάρπτε ποδοῖιν·
ἐξ Ἀθόω δ᾽ ἐπὶ πόντον ἐβήσετο κυμαίνοντα

κι η Ήρα γοργά χιμάει, τ᾿ ακρόκορφα του Ολύμπου παρατώντας·
την Πιερία και την πασίχαρη την Ημαθία διαβαίνει
και των Θρακών των αλογάρηδων τα χιονισμένα εχύθη
βουνά, κορφή κορφή, κι ουδ᾿ άγγιζε τη γη με τα ποδάρια.
Από τον Άθω απά στη θάλασσα περνάει την κυματούσα,

Η Ήρα έφυγε από το ῥίον (= κορυφή) του Ολύμπου, πέρασε από την Πιερία και την «ἐρατεινή» Ημαθία, πέρασε πάνω από τα χιονισμένα βουνά τωνιπποπόλων Θρακών και, φτάνοντας στην χερσόνησο του Άθωνος εισήλθε στον «κυμαίνοντα πόντο» κινούμενη προς τη Λήμνο.

Στα παραπάνω πρέπει να προστεθεί ότι στο Αξιοχώρι/Βαρντάροφτσα, όπου τοποθετείται η Αμυδώνα/Αβυδώνα, έχουν βρεθεί τα παλαιότερα οστά αλόγου στα νοτιοδυτικά Βαλκάνια (~2500 π.Χ.), σχεδόν σύγχρονα με το στεπικού τύπου ρόπαλο φυλάρχου με ιππόμορφη λίθινη κεφαλή που βρέθηκε στο Πόροντιν της Πελαγονίας και με τα ελαφρώς μεταγενέστερα οστά αλόγου που βρέθηκαν στα Σέρβια Κοζάνης (~2200 π.Χ.).

Vardarovca

Επομένως, η εκτροφή ίππων στην κοιλάδα του κάτω Αξιού, εκεί όπου ο Όμηρος τοποθετεί την Παιονική Αμυδώνα, είχε μακρά παράδοση.

Ο Θουκυδίδης, περιγράφοντας την επέκταση των Μακεδόνων, αναφέρει ως πρώην περιοχές της Παιονίας το στενό κομμάτι γης από την Πέλλα ως τον Αξιό.

[2.98] τῶν γὰρ Μακεδόνων εἰσὶ καὶ Λυγκησταὶ καὶ ᾿Ελιμιῶται καὶ ἄλλα ἔθνη ἐπάνωθεν, ἃ ξύμμαχα μέν ἐστι τούτοις καὶ ὑπήκοα, βασιλείας δ’ ἔχει καθ’ αὑτά. τὴν δὲ παρὰ θάλασσαν νῦν Μακεδονίαν ᾿Αλέξανδρος ὁ Περδίκκου πατὴρ καὶ οἱ πρόγονοι αὐτοῦ, Τημενίδαι τὸ ἀρχαῖον ὄντες ἐξ ῎Αργους, πρῶτοι ἐκτήσαντο καὶ ἐβασίλευσαν ἀναστήσαντες μάχῃ ἐκ μὲν Πιερίας Πίερας, ο῏ ὕστερον ὑπὸ τὸ Πάγγαιον πέραν Στρυμόνος ᾤκησαν Φάγρητα καὶ ἄλλα χωρία (καὶ ἔτι καὶ νῦν Πιερικὸς κόλπος καλεῖται ἡ ὑπὸ τῷ Παγγαίῳ πρὸς θάλασσαν γῆ), ἐκ δὲ τῆς Βοττίας καλουμένης Βοττιαίους, ο῏ νῦν ὅμοροι Ξαλκιδέων οἰκοῦσιν· τῆς δὲ Παιονίας παρὰ τὸν ᾿Αξιὸν ποταμὸν στενήν τινα καθήκουσαν ἄνωθεν μέχρι Πέλλης καὶ θαλάσσης ἐκτήσαντο, καὶ πέραν ᾿Αξιοῦ μέχρι Στρυμόνος τὴν Μυγδονίαν καλουμένην ᾿Ηδῶνας ἐξελάσαντες νέμονται. ἀνέστησαν δὲ καὶ ἐκ τῆς νῦν ᾿Εορδίας καλουμένης ᾿Εορδούς, ὧν οἱ μὲν πολλοὶ ἐφθάρησαν, βραχὺ δέ τι αὐτῶν περὶ Φύσκαν κατῴκηται, καὶ ἐξ ᾿Αλμωπίας ῎Αλμωπας. ἐκράτησαν δὲ καὶ τῶν ἄλλων ἐθνῶν οἱ Μακεδόνες οὗτοι, ἃ καὶ νῦν ἔτι ἔχουσι, τόν τε ᾿Ανθεμοῦντα καὶ Γρηστωνίαν καὶ Βισαλτίαν καὶ Μακεδόνων αὐτῶν πολλήν. τὸ δὲ ξύμπαν Μακεδονία καλεῖται, καὶ Περδίκκας ᾿Αλεξάνδρου βασιλεὺς αὐτῶν ἦν ὅτε Σιτάλκης ἐπῄει.

Ο Στέφανος Βυζάντιος εξηγεί το επίθετο «Βούνομος» της Μακεδονικής Πέλλας, λέγοντας ότι «Βούνομος» και «Βουνόμεια» ήταν τα παλιά της ονόματα. Οι χαρακτηρισμοί αυτοί δηλώνουν εκτροφή βοοειδών (όπως άλλωστε και το τοπωνύμιο Βοττιαία βοτόν) και, επομένως, οι Παίονες εκτός από ιπποβότες ήταν σίγουρα και βουβότες.

Bounomos

Αυτή η εκτροφή της «μείζονος προβάσεως» (pecus maius = άλογα και βοοειδή, ενώ τα αιγοπρόβατα ή μῆλα < *(s)meh1l- > small, σλαβ. malŭ, συνιστούσαν την «ελάσσονα πρόβασιν» ~ pecudes minores) πιστεύω ότι έδωσε στους Παίονεςτο όνομά τους.

Το εθνωνύμιο Παίονες μπορεί να ετυμολογηθεί χωρίς δυσκολία ως «κτηνοτρόφοι, βοτήρες», αλλά υπάρχουν τρεις διαφορετικοί συνδυασμοί των ίδιων μορφημάτων που οδηγούν σε αυτήν την ετυμολογία. Το πρώτο μόρφημα είναι αναμφίβολα το ΠΙΕ *peh2- = «εκτρέφω/φυλάω ζώα» (ο ΙΕ όρος *ph2tēr = «πατήρ» κυριολεκτικά σημαίνει «προστάτης κοπαδιού, ποιμένας»). Η ρίζα αυτή εμφανίζεται σε δύο επαυξημένες μορφές: *peh2-s- (λ.χ. το λατινικό pāstōr) και *peh2-i- (που έδωσε το ελληνικό ποιμήν και το λιθουανικό piemuo, περιέργως χωρίς λαρυγγικό χρωματισμό και φωνηεντική έκταση). Το δεύτερο μόρφημα είναι το γνωστό επίθημα Hoffmann *-(i)h3onh2 που μπορούσε να προσαρτηθεί «σκέτο» (Πλάτ-ων) ή με ένα συζευκτικό -i- του Caland (Οὐραν-ί-ωνεςleg-i = «λεγεών»).

Επομένως, τα δύο παραπάνω μορφήματα μπορούν να συνδυαστούν με τους εξής τρόπους που όλοι τους δίνουν Παίων στο τέλος:

1) *ph2-ih3onh2 > paiōn

2) *ph2i-h3onh2 > paiōn

3) *ph2s-ih3onh2 με απώλεια του μεσοφωνηεντικού -s- > pasiōn > pahyōn > payyōn > paiōn

Την τελευταία περίπτωση την έβαλα γιατί, σύμφωνα με τον ML West, ο ελληνικός αιγόμορφος ποιμενικός θεός Πάν (< Πάων) και ο ινδικός ομόλογός του Pūṣan έχουν κοινή καταγωγή από το αναδομημένο Ελληνο-Άριο θεωνύμιο *Peh2-ws-h3onh2. Ο βεδικός Pūṣan προέκυψε μέσω λαρυγγικής μετάθεσης *Ph2us- > *Puh2s- > Pūṣ– (λ.χ. peh2-wr. > puh2r- > pūr ~ πῦρ).

Pan Pusan

Δεδομένου ότι υπήρχαν τουλάχιστον δύο γειτονικές των Παιόνων γλωσσικές κοινότητες που απώλεσαν το ΠΙΕ μεσοφωνηεντικό *-s- (*dhh1s-os > *dhehos > ελληνικό θεός ~ φρυγικό δεος) η περίπτωση (3) είναι ισοπίθανη με τις άλλες δύο, ιδίως αν συλλογιστούμε ότι τα εθνωνύμια συχνά προκύπτουν από εξωνύμια(δεν έχουμε την παραμικρή ιδέα για το πως αυτοπροσδιορίζονταν οι Θράκες, απλά ξέρουμε ότι οι Έλληνες τους ονόμαζαν «Θράκες» και το όνομα «Ινδιάνοι» προέκυψε επειδή ο Κολόμβος νόμιζε πως είχε φτάσει στις Ινδίες).

Τα «σύνορα» της «Παιονίας» δεν ήταν σταθερά με το πέρασμα των αιώνων. Η μεγαλύτερη έκτασή τους πρέπει να ήταν γύρω στα μέσα του 6ου π.Χ. αιώνα όταν, σύμφωνα με τον Hammond, ήταν η υπερδύναμη της ευρύτερης περιοχής. Κατά αυτή την περίοδο «ηγεμονίας» τους, σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, οι Παίονες πολιόρκησαν την Πέρινθο στον Ελλήσποντο, μια κίνηση που θα επαναλάβει ο Φίλιππος κατά την περίοδο της Μακεδονικής ηγεμονίας.

[Ηρόδοτος, 5.1]  [1] οἱ δὲ ἐν τῇ Εὐρώπῃ τῶν Περσέων καταλειφθέντες ὑπὸ Δαρείου, τῶν ὁ Μεγάβαζος ἦρχε, πρώτους μὲν Περινθίους Ἑλλησποντίωνοὐ βουλομένους ὑπηκόους εἶναι Δαρείου κατεστρέψαντο, περιεφθέντας πρότερον καὶ ὑπὸ Παιόνων τρηχέως. [2] οἱ γὰρ ὦν ἀπὸ Στρυμόνος Παίονες χρήσαντος τοῦ θεοῦ στρατεύεσθαι ἐπὶ Περινθίους, καὶ ἢν μὲν ἀντικατιζόμενοι ἐπικαλέσωνται σφέας οἱ Περίνθιοι ὀνομαστὶ βώσαντες,

Ο Ηρόδοτος γράφει πως οι Παίονες δήλωσαν στον Δαρείο ότι ήταν «άποικοι των Τευκρών της Τροίας».

[Ηρόδοτος, 5.13.2]  ὃ δ᾽ ἀμείβετο, τίνες δὲ οἱ Παίονες ἄνθρωποι εἰσὶ καὶ κοῦ γῆς οἰκημένοι, καὶ τί κεῖνοι ἐθέλοντες ἔλθοιεν ἐς Σάρδις. οἳ δέ οἱ ἔφραζον ὡς ἔλθοιεν μὲν ἐκείνῳ δώσοντες σφέας αὐτούς, εἴη δὲ ἡ Παιονίη ἐπὶ τῷΣτρυμόνι ποταμῷ πεπολισμένη, ὁ δὲ Στρυμὼν οὐ πρόσω τοῦ Ἑλλησπόντου, εἴησαν δὲ Τευκρῶν τῶν ἐκ Τροίης ἄποικοι.

Η τάση της παρουσίασης των μη ελληνικών πληθυσμών με τους οποίους ήρθαν σε επαφή οι Έλληνες της αρχαϊκής περιοδού ως «αποίκους των Τρώων» ανήκει στον κύκλο αποικιακών ιδρυτικών μύθων με θέμα τους «νόστους» των Αχαιών πολεμιστών του Τρωικού πολέμου. Το θέμα αναλύεται εκτενώς σε ένα πολύ ωραίο βιβλίο του Irad Malkin. Το ζουμί της υπόθεσης είναι πως κατά την αρχαϊκή περίοδο, πριν την παγίωση της αντίθεσης «Ἕλλην – βάρβαρος» (5ος αιώνας), οι Έλληνες άποικοι χρησιμοποιούσαν το ζεύγος «Αχαιός-Τρώας» στις «διαπραγματέυσεις ταυτοτήτων» που είχαν με τους μη ελληνόφωνους γείτονές τους. Οι μεν ελληνικές αποικίες εφηύραν Αχαιούς ιδρυτές και εξηγούσαν τις γειτονικές μη ελληνικές πόλεις ως «Τρωικές αποικίες». Έτσι πρέπει να διαβάσουμε αυτήν την πεποίθηση του Ηροδότου για την «Τρωική καταγωγή» των Παιόνων. Αργότερα, οι Ρωμαίοι παρουσίαζαν τους εαυτούς τους ως «αποίκους των Τρώων», οι Μεροβίγγιοι Φράγγοι βασιλείς δήλωναν την «Τρωική τους καταγωγή» και, τέλος, ο Μωάμεθ ο Πορθητής, σύμφωνα με τον Κριτόβουλο, παρουσίασε τον εαυτό του ως τον «επιτιμήτορα των αρχαίων Τρώων» (η Άλωση της Κων/πόλεως δικαιολογήθηκε ως «αντίποινο» της Ιλίου Πέρσεως» (πέρσις).

Βέβαια υπάρχει και μία άλλη πιθανότητα για τον μύθο της «Τρωικής καταγωγής» των Παιόνων. Οι Αθηναίοι συγγραφείς των τελών του 5ου π.Χ. αιώνα μερικές φορές χρησιμοποιούν τους όρους «Φρύγες» και «Τρώες» ως ταυτόσημους και, ο Στράβων αργότερα παρουσιάζει μία γνώμη σύμφωνα με την οποία οι Πάιονες ήταν «άποικοι» ή «αρχηγέτες» (= μητροπολιτικός πληθυσμός) των Φρυγών και κάποτε κατοικούσαν και στα μέρη που βρίσκονται μεταξύ Πελαγονίας και Πιερίας.

[Στράβων, 7.38] τοὺς δὲ Παίονας οἱ μὲν ἀποίκους Φρυγῶν οἱ δ᾽ ἀρχηγέτας ἀποφαίνουσι, καὶ τὴν Παιονίαν μέχρι Πελαγονίας καὶ Πιερίας ἐκτετάσθαι φασί: καλεῖσθαι δὲ πρότερον Ὀρεστίαν τὴν Πελαγονίαν, τὸν δὲ Ἀστεροπαῖον, ἕνα τῶν ἐκ Παιονίας στρατευσάντων ἐπ᾽ Ἴλιον ἡγεμόνων, οὐκ ἀπεικότως υἱὸν λέγεσθαι Πηλεγόνος, καὶ αὐτοὺς τοὺς Παίονας καλεῖσθαι Πελαγόνας.

Αυτή η εθνογλωσσική σχέση μεταξύ Παιόνων και Φρυγών πιστεύω πως είναι το πιθανότερο σενάριο και θα το αναλύσω διεξοδικότερα στην επόμενη ανάρτηση.

Trojans-Phrygians

Η περίοδος της παιονικής «ηγεμονίας» έληξε με την Περσική κατάκτηση, γιατί οι Παίονες αποφάσισαν να αντισταθούν στους Πέρσες και ηττήθηκαν κατά κράτος. Οι Πέρσες κράτησαν δυσμενή στάση προς τους Παίονες (μετέφεραν χιλιάδες αιχμαλώτους στην Ασία) και προτίμησαν να ευνοήσουν τους Μακεδόνες και τους Θράκες Ηδωνούς που είχαν προσφέρει «γη και ύδωρ». Το αποτέλεσμα ήταν πως οι Μακεδόνες εκ δυσμών και οι Ηδωνοί εξ ανατολών, εξαπλώθηκαν και οι δύο εις βάρος των Παιόνων και έφτασαν να έχουν κοινά σύνορα σε μια γραμμή που χονδρικά ένωνε το όρος Δύσωρον με το δέλτα του Αξιού. Το βασιλικό νεκροταφείο της Σίνδου, σύμφωνα πάντοτε με τον Hammond, ήταν Ηδωνικό.

Όπως έγραψα και στην προηγούμενη ανάρτηση, ο Ηρόδοτος μας πληροφορεί ότι γύρω στο 500 π.Χ. τα πολιτικά σύνορα της Μακεδονίας έφταναν ως το όρος Δύσωρον.

[Ηρόδοτος, 5.17] [1] Παιόνων μὲν δὴ οἱ χειρωθέντες ἤγοντο ἐς τὴν Ἀσίην.Μεγάβαζος δὲ ὡς ἐχειρώσατο τοὺς Παίονας, πέμπει ἀγγέλους ἐς Μακεδονίην ἄνδρας ἑπτὰ Πέρσας, οἳ μετ᾽ αὐτὸν ἐκεῖνον ἦσαν δοκιμώτατοι ἐν τῷ στρατοπέδῳ· ἐπέμποντο δὲ οὗτοι παρὰ Ἀμύντην αἰτήσοντες γῆν τε καὶ ὕδωρ Δαρείῳ βασιλέι. [2] ἔστι δὲ ἐκ τῆς Πρασιάδος λίμνης σύντομος κάρτα ἐς τὴν Μακεδονίην· πρῶτον μὲν γὰρ ἔχεται τῆς λίμνης τὸ μέταλλον ἐξ οὗ ὕστερον τούτων τάλαντον ἀργυρίου Ἀλεξάνδρῳ ἡμέρης ἑκάστης ἐφοίτα, μετὰ δὲ τὸ μέταλλον Δύσωρον καλεόμενον ὄρος ὑπερβάντα εἶναι ἐν Μακεδονίην.

Η λίμνη Πρασιάς είναι η σημερινή Κερκίνη (νοτίως του όρους Κερκίνη) και ο Ηρόδοτος περιγράφει μια κοινότητα πολύγαμων Παιόνων που είχαν χτίσει ένα πασσαλοχωριό μέσα στην λίμνη (ἐν τῇ λίμνη κατοικημένους … ἴκρια ἐπὶ σταυρῶν) και είχαν κόψει την απαραίτητη ξυλεία από το όρος Όρβηλος. Στα γλωσσολογικό μέρος θα αναλύσω τα ιχθυωνύμια «τίλων» και «πάπραξ» των ψαριών που ζουν στην λίμνη Πρασιάδα. Γίνεται επίσης αναφορά στους Σιροπαίονες που, προφανώς κατοικούσαν στην περιοχή των Σερρών (αρχαία Σίρις/Σίρρα), που ήταν ανάμεσα στους αιχμάλωτους Παίονες που μεταφέρθηκαν στην Ασία.

[Ηρόδοτος, 5,15-6]  πυθόμενοι δὲ οἱ Παίονες τοὺς Πέρσας ἐπὶ σφέας ἰέναι, ἁλισθέντες ἐξεστρατεύσαντο πρὸς θαλάσσης, δοκέοντες ταύτῃ ἐπιχειρήσειν τοὺς Πέρσας ἐμβάλλοντας. οἱ μὲν δὴ Παίονες ἦσαν ἕτοιμοι τὸν Μεγαβάζου στρατὸν ἐπιόντα ἐρύκειν· οἱ δὲ Πέρσαι πυθόμενοι συναλίσθαι τοὺς Παίονας καὶ τὴν πρὸς θαλάσσης ἐσβολὴν φυλάσσοντας, ἔχοντες ἡγεμόνας τὴν ἄνω ὁδὸν τρέπονται, λαθόντες δὲ τοὺς Παίονας ἐσπίπτουσι ἐς τὰς πόλιας αὐτῶν ἐούσας ἀνδρῶν ἐρήμους· οἷα δὲ κεινῇσι ἐπιπεσόντες εὐπετέως κατέσχον. οἱ δὲ Παίονες ὡς ἐπύθοντο ἐχομένας τὰς πόλιας, αὐτίκα διασκεδασθέντες κατ᾽ ἑωυτοὺς ἕκαστοι ἐτράποντο καὶ παρεδίδοσαν σφέας αὐτοὺς τοῖσι Πέρσῃσι. οὕτω δὴ Παιόνων Σιριοπαίονές τε καὶ Παιόπλαι καὶ οἱ μέχρι τῆς Πρασιάδος λίμνης ἐξ ἠθέων ἐξαναστάντες ἤγοντο ἐς τὴν Ἀσίην.

οἱ δὲ περί τε Πάγγαιον ὄρος καὶ Δόβηρας καὶ Ἀγριᾶνας καὶ Ὀδομάντους καὶ αὐτὴν τὴν λίμνην τὴν Πρασιάδα οὐκ ἐχειρώθησαν ἀρχὴν ὑπὸ Μεγαβάζου· ἐπειρήθη δὲ καὶ τοὺς ἐν τῇλίμνῃ κατοικημένους ἐξαιρέειν ὧδε. ἴκρια ἐπὶ σταυρῶν ὑψηλῶνἐζευγμένα ἐν μέσῃ ἕστηκε τῇ λίμνῃ, ἔσοδον ἐκ τῆς ἠπείρου στεινὴν ἔχοντα μιῇ γεφύρῃ. τοὺς δὲ σταυροὺς τοὺς ὑπεστεῶτας τοῖσι ἰκρίοισι τὸ μέν κου ἀρχαῖον ἔστησαν κοινῇ πάντες οἱ πολιῆται, μετὰ δὲ νόμῳ χρεώμενοι ἱστᾶσι τοιῷδε· κομίζοντες ἐξ ὄρεος τῷ οὔνομα ἐστὶ Ὄρβηλος, κατὰ γυναῖκα ἑκάστην ὁ γαμέων τρεῖς σταυροὺς ὑπίστησι· ἄγεται δὲ ἕκαστος συχνὰς γυναῖκας. οἰκέουσι δὲ τοιοῦτον τρόπον, κρατέων ἕκαστος ἐπὶ τῶν ἰκρίων καλύβης τε ἐν τῇ διαιτᾶται καὶ θύρης καταπακτῆς διὰ τῶν ἰκρίων κάτω φερούσης ἐς τὴν λίμνην. τὰ δὲ νήπια παιδία δέουσι τοῦ ποδὸς σπάρτῳ, μὴ κατακυλισθῇ δειμαίνοντες. 4 τοῖσι δὲ ἵπποισι καὶ τοῖσι ὑποζυγίοισι παρέχουσι χόρτον ἰχθῦς· τῶν δὲ πλῆθος ἐστὶ τοσοῦτο ὥστε, ὅταν τὴν θύρην τὴν καταπακτὴν ἀνακλίνῃ, κατιεῖ σχοίνῳ σπυρίδα κεινὴν ἐς τὴν λίμνην, καὶ οὐ πολλόν τινα χρόνον ἐπισχὼν ἀνασπᾷ πλήρεα ἰχθύων. τῶν δὲ ἰχθύων ἐστὶ γένεα δύο, τοὺς καλέουσι πάπρακάς τε καὶ τίλωνας.

Η Μύρκινος κοντά στο δέλτα του Στρυμόνα, κατά την ίδια περίοδο, θεωρείται «τῶν Ἠδωνῶν».

[Ηρόδοτος, 5.11] Δαρεῖος δὲ ὡς διαβὰς τάχιστα τὸν Ἑλλήσποντον ἀπίκετο ἐς Σάρδις, ἐμνήσθη τῆς ἐξ Ἱστιαίου τε τοῦ Μιλησίου εὐεργεσίης καὶ τῆς παραινέσιος τοῦ Μυτιληναίου Κώεω, μεταπεμψάμενος δὲ σφέας ἐς Σάρδις ἐδίδου αὐτοῖσι αἵρεσιν. ὁ μὲν δὴ Ἱστιαῖος, ἅτε τυραννεύων τῆς Μιλήτου, τυραννίδος μὲν οὐδεμιῆς προσεχρήιζε, αἰτέει δὲ Μύρκινον τὴν Ἠδωνῶν, βουλόμενος ἐν αὐτῇ πόλιν κτίσαι. οὗτος μὲν δὴ ταύτην αἱρέεται, ὁ δὲ Κώης, οἷά τε οὐ τύραννος δημότης τε ἐών, αἰτέει Μυτιλήνης τυραννεῦσαι.

Ο Ηρόδοτος πάντοτε, μας πληροφορεί ότι ο ποταμός «(Σ)Kίος» (Ὄσκιος/Οἶσκος/Iskarπηγάζει από τους Παίονες και το όρος Ροδόπη, «σχίζει» τον Αίμο και χύνεται στον Ίστρο/Δούναβη:

[Ηρόδοτος, 4.49] διὰ δὲ Θρηίκης καὶ Θρηίκων τῶν Κροβύζων ῥέοντες Ἄθρυς καὶ Νόης καὶ Ἀρτάνης ἐκδιδοῦσι ἐς τὸν Ἴστρον· ἐκ δὲ Παιόνων καὶ ὄρεος Ῥοδόπης Κίος ποταμὸς μέσον σχίζων τὸν Αἷμον ἐκδιδοῖ ἐς αὐτόν.

Στο παραπάνω χωρίο το ορωνύμιο «Ροδόπη» περιλαμβάνει και το σημερινό όρος Ρίλα.

Oiskos

Το Παιονικό φύλο που ζούσε στις πηγές του Οίσκου ήταν οι Αγριάνες. Ο Θουκυδίδης τους προσδιορίζει ως Παιονικό φύλο (Ἀγριᾶνας καὶ Λαιαίους καὶ ἄλλα ὅσα ἔθνη Παιονικὰ) και θεωρεί το όρος «Σκόμβρο» (Vitoša, πάνω από το όρος Ρίλα), απ΄όπου πηγάζει ο Στρυμόνας που ρέει επί της περιοχής των Αγριανών και των Λαιαίων, λίγο πολύ σαν τριεθνικό σημείο: στα ανατολικά του ζούσαν Θράκες, στα βορειοδυτικά του οι Τριβαλλοί και στα νοτιοδυτικά του οι Παίονες.Σε αυτό το χωρίο ο Θουκυδίδης αναφέρει πως ο Οδρύσης Σιτάλκης κατάφερε να εξαπλώσει την εξουσία του μέχρι και τους Αγριάνες και τους Λαιαίους, αλλά όχι στους «αυτόνομους Παίονες» που ζούσαν δυτικότερα.

[Θουκυδίδης, 2.96] ἀνίστησιν οὖν ἐκ τῶν ᾿Οδρυσῶν ὁρμώμενος πρῶτον μὲν τοὺς ἐντὸς τοῦ Αἵμου τε ὄρους καὶ τῆς Ῥοδόπης Θρᾷκας, ὅσων ἦρχε μέχρι θαλάσσης [ἐς τὸν Εὔξεινόν τε πόντον καὶ τὸν ῾Ελλήσποντον], ἔπειτα τοὺς ὑπερβάντι Αἷμον Γέτας καὶ ὅσα ἄλλα μέρη ἐντὸς τοῦ ῎Ιστρου ποταμοῦ πρὸς θάλασσαν μᾶλλον τὴν τοῦ Εὐξείνου πόντου κατῴκητο· εἰσὶ δ’ οἱ Γέται καὶ οἱ ταύτῃ ὅμοροί τε τοῖς Σκύθαις καὶ ὁμόσκευοι, πάντες ἱπποτοξόται. παρεκάλει δὲ καὶ τῶν ὀρεινῶν Θρᾳκῶν πολλοὺς τῶν αὐτονόμων καὶ μαχαιροφόρων, ο῏ Δῖοι καλοῦνται, τὴν Ῥοδόπην οἱ πλεῖστοι οἰκοῦντες· καὶ τοὺς μὲν μισθῷ ἔπειθεν, οἱ δ’ ἐθελονταὶ ξυνηκολούθουν. ἀνίστη δὲ καὶ Ἀγριᾶνας καὶ Λαιαίους καὶ ἄλλα ὅσα ἔθνη Παιονικὰ ὧν ἦρχε καὶ ἔσχατοι τῆς ἀρχῆς οὗτοι ἦσαν· μέχρι γὰρ Λαιαίων Παιόνων καὶ τοῦ Στρυμόνος ποταμοῦ, ὃς ἐκ τοῦ Σκόμβρου ὄρους δι’ Ἀγριάνων καὶ Λαιαίων ῥεῖ, [οὗ] ὡρίζετο ἡ ἀρχὴ τὰ πρὸς Παίονας αὐτονόμους ἤδη. τὰ δὲ πρὸς Τριβαλλούς, καὶ τούτους αὐτονόμουςΤρῆρες ὥριζον καὶ Τιλαταῖοι· οἰκοῦσι δ’ οὗτοι πρὸς βορέαν τοῦ Σκόμβρου ὄρους καὶ παρήκουσι πρὸς ἡλίου δύσιν μέχρι τοῦ ᾿Οσκίου ποταμοῦ. ῥεῖ δ’ οὗτος ἐκ τοῦ ὄρους ὅθενπερ καὶ ὁ Νέστος καὶ ὁ ῞Εβρος· ἔστι δὲ ἐρῆμον τὸ ὄρος καὶ μέγα, ἐχόμενον τῆς Ῥοδόπης.

Ο Θουκυδίδης πάντα αναφέρει τους Μαίδους και τους Σιντούς ως ανατολικούς γείτονες των Παιόνων και το όρος Κερκίνη ως το σιντο-παιονικό μεθόριον. Όταν ο στρατός του Σιτάλκη εισέβαλε στην Μακεδονία από τον μέσο Στρυμόνα είχε στα δεξιά του τους Παίονες και στα αριστερά του τους Σιντούς και τους Μαίδους, φτάνοντας στην Παιονική Δόβηρο (Δοϊράνη).

[Θουκυδίδης, 2.98]  Σιτάλκης μὲν οὖν χώρας τοσαύτης βασιλεύων παρεσκευάζετο τὸν στρατόν. καὶ ἐπειδὴ αὐτῷ ἑτοῖμα ἦν, ἄρας ἐπορεύετο ἐπὶ τὴν Μακεδονίαν πρῶτον μὲν διὰ τῆς αὑτοῦ ἀρχῆς, ἔπειτα διὰ Κερκίνης ἐρήμου ὄρους, ὅ ἐστι μεθόριον Σιντῶν καὶ Παιόνων· ἐπορεύετο δὲ δι’ αὐτοῦ τῇ ὁδῷ ἣν πρότερον αὐτὸς ἐποιήσατο τεμὼν τὴν ὕλην, ὅτε ἐπὶ Παίονας ἐστράτευσεν. τὸ δὲ ὄρος ἐξ ᾿Οδρυσῶν διιόντες ἐν δεξιᾷ μὲν εἶχον Παίονας, ἐν ἀριστερᾷ δὲ Σιντοὺς καὶ Μαιδούς. διελθόντες δὲ αὐτὸ ἀφίκοντο ἐς Δόβηρον τὴν Παιονικήν.

Ο Αριστοτέλης γράφοντας γύρω στο 325 π.Χ. περιγράφει το όρος Μεσσάπιον(~ σημερινό Osogovo) ως το μεθόριον Παιονίας και Μαιδικής και αναφέρει τον ποταμό Πόντο (Στρωμνιτσιώτης;στην χώρα των Σιντών και των Μαιδών. Αν η περιγραφή του είναι ακριβής, τότε το ανατολικό παιονικό σύνορο είχε υποχωρήσει ελαφρώς προς τα δυτικά από τα χρόνια του Ηρόδοτου μέχρι αυτά του Αριστοτέλη.

[Αριστοτέλης, Περὶ Θαυμασίων Ακουσμάτων, 841b] Λέγεται δὲ καὶ περὶ τὴν τῶν Σιντῶν καὶ τῶν Μαιδῶν χώραν καλουμένην τῆς Θράκης ποταμὸν τίνα είναι Πόντον προσαγορευόμενον […]

[Αριστοτέλης, Τῶν περὶ τὰ ζῷα ἱστοριῶν,500] Διχαλὰ δ’ ἅμα καὶ χαίτην ἔχοντα καὶ κέρατα δύο κεκαμμένα εἰς αὑτά ἐστιν ἔνια τῶν ζῴων, οἷον ὁ βόνασος, ὃς γίνεται περὶ τὴν Παιονίαν καὶ τὴν Μαιδικήν.

[630] Ὁ δὲ βόνασος γίνεται μὲν ἐν τῇ Παιονίᾳ ἐν τῷ ὄρει τῷ Μεσσαπίῳ, ὃ ὁρίζει τὴν Παιονικὴν καὶ τὴν Μαιδικὴν χώραν, καλοῦσι δ’ αὐτὸν οἱ Παίονες μόναπον. Τὸ δὲ μέγεθός ἐστιν ἡλίκον ταῦρος, καὶ ἔστιν ὀγκωδέστερον ἢ βοῦς· οὐ γὰρ πρόμηκές ἐστιν. Τὸ δὲ δέρμα αὐτοῦ κατέχει εἰς ἑπτάκλινον ἀποταθέν. Καὶ τὸ ἄλλο δ’ εἶδος ὅμοιον βοΐ, πλὴν χαίτην ἔχει μέχρι τῆς ἀκρωμίας ὥσπερ ἵππος· μαλακωτέρα δ’ ἡ θρὶξ τῆς τοῦ ἵππου, καὶ προσεσταλμένη μᾶλλον.

Τα δυτικά σύνορα των Παιόνων έφταναν κάποτε μέχρι τον Εριγώνα ποταμότης Πελαγονίας, ενώ τα βόρεια σύνορα με τους Δαρδάνους σχημάτιζαν οι ποταμοί Pčinja και Treska (ο νοτιότερος των δύο βασικών παραποτάμων που δυτικά των Σκοπίων σχηματίζουν τον ενιαίο Αξιό).

Με όλα τα παραπάνω χωρία κατά νου θα παρουσίασω έναν χάρτη του Cambridge Ancient History (CAH IV) για την κατάσταση γύρω στο 500 π.Χ. και δύο χάρτες δικούς μου που δείχνουν χονδρικά την έκταση των Παιόνων σε δύο διαφορετικές περιόδους (550 π.Χ. και 350 π.Χ.) με βάση της πληροφορίες που αναφέρθηκαν.

500 BC
Paiones

Τα ερωτηματικά στον αριστερό χάρτη μου είναι για τα προμακεδονικά φύλα όπως οι Εορδοί, οι Άλμωπες και οι Βοττιαίοι, για τα οποία ο Θουκυδίδης απλώς γράφει ότι «εθνοκαθάρθηκαν» από τους Μακεδόνες χωρίς να προσδιορίζει την γενικότερη «εθνότητά» τους. Ήταν Παίονες ή Φρυγικά κατάλοιπα; Μήπως οι Φρύγες συγγένευαν εθνογλωσσικά με τους Παίονες;

Στον χάρτη του CAH φαίνεται και η «εφήμερη» δυτική επέκταση των Ηδωνών μέχρι τον Αξιό που διήρκησε λίγο πολύ όλο το πρώτο μισό του 5ου π.Χ. αιώνα και έληξε όταν, σύμφωνα με τον Θουκυδίδη, οι Μακεδόνες απώθησαν τους Ηδωνούς ανατολικά του Στρυμόνα. Γράφουν οι Hammond & Fol (CAH IV) σχετικά με το δέλτα του Αξιού ως Ηδωνο-Μακεδονικό σύνορο κατά το πρώτο μισό του 5ου π.Χ. αιώνα και την καιροσκοπική επέκταση Μακεδόνων και Ηδωνών εις βάρος των Παιόνων:

Hammond-Fol
Hammond1
Hammond2

Με την έναρξη της Μακεδονικής ηγεμονίας επί Φιλίππου Β΄, οι Παίονες έγιναν υποτελής λαός στους Μακεδόνες, διατηρώντας τους βασιλικούς τους οίκους. Μετά από 2 χρόνια (356/5 π.Χ.) αυτονομήθηκαν και συμμετείχαν στην συμμαχία κατά του Φιλίππου (ΑθηναίοιΠαίονες/ΛύππειοςΘράκες/ΚετρίποριςΙλλυριοί/Γράβος). Η αθηναϊκή επιγραφή με τον όρκο της συμμαχίας έχει διασωθεί.

antiphilippike

Όλα τα μέλη της συμμαχίας ηττήθηκαν ανεξάρτητα από τους Μακεδόνες και οι Παίονες αναγκάστηκαν να επανέλθουν στο «μαντρί» υποτέλειας του Φιλίππου. Οι Παίονες προσπάθησαν να αποτάξουν τον μακεδονικό ζυγό τόσο μετά τον θάνατο του Φιλίππου όσο και μετά τον θάνατο του Αλεξάνδρου και, στην δεύτερη περίπτωση, θα καταφέρουν να διατηρήσουν την αυτονομία τους μέχρι να τους «ξαναμαντρώσει» ο Λυσίμαχος.

Στο δεύτερο μισό του 3ου π.Χ. αιώνα, όταν οι Δάρδανοι θα εξελιχθούν σε «παρομοιώδεις εχθρούς των Μακεδόνων», οι Παίονες θα προτιμήσουν να προσαρτηθούν τελείως στην Μακεδονία (217 π.Χ.), για να γλιτώσουν από τις Δαρδανικές επιδρομές. Ο Φίλιππος Ε΄ θα προσπαθήσει να δημιουργήσει ένα «μαξιλάρι» (buffer zone ~ ρυθμιστική ζώνη) ανάμεσα στην Μακεδονία και τους Δαρδάνους. Στην μεν Παιονία, σύμφωνα με τον Πολύβιο εγκατέστησε «Θράκες κι άλλους [φιλικά προσκείμενους] βαρβάρους» για να ενισχύσει την αντιδαρδανική άμυνα της περιοχής. Στην δε κοιλάδα του Πόλογκ, είχε συνάψεισυμμαχία με τους Γερμανούς Βαστάρνες έχοντας κατά νου ένα πρόγραμμα «εθνοκάθαρσης» των Δαρδάνων του Πόλογκ. Οι Δάρδανοι θα απωθούνταν βορείως του Σκάρδου και οι Βαστάρνες θα εποικούσαν την περιοχή δρώντας σαν υποτελείς «ακρίτες». Αυτό το δεύτερο σχέδιο δεν πρόλαβε να πραγματοποιηθεί. Ο Φίλιππος πέθανε και οι Βαστάρνες αποδυναμώθηκαν από συγκρούσεις που είχαν με εγχώρια φύλα στην Θρακική ενδοχώρα.

proverbial
Dardanians1
Polog Dardanians

Ο Πολύβιος παρουσιάζει τα/την Βυλάζωρα ως την μεγαλύτερη Παιονική πόλη:

[5, σλδ 97] Κατὰ δὲ τοὺς αὐτοὺς καιροὺς Φίλιππος ὁ βασιλεὺς κατελάβετο Βυλάζωρα, μεγίστην οὖσαν πόλιν τῆς Παιονίας καὶ λίαν εὐκαίρως κειμένην πρὸς τὰς εἰσβολὰς τὰς ἀπὸ τῆς Δαρδανικῆς εἰς Μακεδονίαν, ὥστε διὰ τῆς πράξεως ταύτης σχεδὸν ἀπολελύσθαι τοῦ φόβου τοῦ κατὰ Δαρδανίους·

Ο Φίλιππος κατέλαβε και οχύρωσε τα/την Βυλάζωρα, γιατί η πόλη έλεγχε τις «εισβολές» (= περάσματα εισόδου των Δαρδάνων επιδρομέων) από την Δαρδανική στην Μακεδονία.

Λίγο πριν την μακεδονική προσάρτηση του 217 π.Χ., το «Κοινὸν τῶν Παιόνων» έκανε μια αφιέρωση στην Ολυμπία τιμώντας τον Παίονα βασιλιά και «κτίστη» Δρωπίωνα. Ο όρος «κτίστης» συνήθως σημαίνει «ιδρυτής», αλλά σήμαινε και «αποκαταστάτης της ελευθερίας της πατρίδος» (ορισμός II).

koinon-paionon

Τι ακριβώς ήταν ο Δρωπίων; Είναι απίθανο να ήταν «ιδρυτής» του Παιονικού βασιλείου γιατί αυτό προϋπήρχε αιώνες πριν, αλλά δεν αποκλείεται να ήταν «ιδρυτής» του «Κοινού» (δηλαδή να έκανε κάποιες μεταρρυθμίσεις που να μετέτρεψαν το «Βασίλειο» σε «Κοινό»). Από την άλλη, ο Δρωπίων μπορεί να ήταν «αποκαταστάτης της πατρίδος», δηλαδή αυτός που ελευθέρωσε την πατρίδα από ξένη κατοχή. Υπάρχουν κάποιες ισχνές και απατηλές αναφορές σε μια εφήμερη Δαρδανική κατοχή της Παιονίας πριν την μακεδονική προσάρτηση του 217 π.Χ. Οι Δάρδανοι -ίσως προπαγανδιστικά- έλεγαν στους Ρωμαίους ότι ο Φίλιππος «τους είχε πάρει» την Παιονία. Μήπως λοιπόν ο Δρωπίων ήταν «κτίστης» = «αποκαταστάτης της πατρίδος» επειδή κατάφερε να αποτάξει τον εφήμερο Δαρδανικό ζυγό;

Dardani-Paionia

Μετά την ρωμαϊκή κατάκτηση, η Παιονία θα γίνει Macedonia Secunda/Salutaris με πρωτεύουσα τους Στόβους, την πόλη του Ιωάννη Στοβαίου. Από το παλαιό δαρδανο-παιονικό σύνορο (γραμμή TreskaPčinja) θα περάσει η περιβόητη Γραμμή του Jireček και το διοικητικό σύνορο που θα χωρίσει την Διοίκηση Μακεδονίας από την Διοίκηση Δακίας.

395

Οι κάτοικοι των Σκουπών (Σκόπια) αμέσως πάνω από την γραμμή, πριν την Ρωμαϊκή κατάκτηση ήταν Δάρδανοι και όχι Παίονες και, κατά την Ρωμαϊκή περίοδο, χρησιμοποιούν κυρίως την Λατινική στις επιγραφές τους, στις οποίες αυτοπροσδιορίζονται ως «Βέσσοι», όρος που κατέληξε να σημαίνει εν γένει τον ομιλητή Δακο-Θρακικών διαλέκτων.

Bessus Scupi

Ο αυτοκράτορας Λέων ὁ Θρᾷξ, γεννήθηκε στην Αυρηλιανική Δακία και ο Μαλάλας τον ονομάζει «Λέων ὁ μέγας ὁ Βέσσος».

Malalas-Leo-Dacian

Το εθνωνύμιο «Παίονες» θα επιβιώσει στην ύστερη ελληνική γραμματεία της Ρωμαϊκής περιόδου, δηλώνοντας όμως έναν εντελώς διαφορετικό πληθυσμό. Ο όρος «Παίονες» ήδη κατά τον 4ο μ.Χ. αιώνα είναι πια ένα πιο «ποιητικό» υποκατάστατο του «πεζού» όρου Παννόνιοι.

Όταν ο αυτοκράτορας Ιουλιανός γράφει στον Μισωπώγωνα ότι οι Μυσοί που κατοικούν στις «ἠιόνες» (= «όχθες») του Ίστρου, από τους οποίους κατάγεται το «γένος» του (η οικογένειά του, δυναστεία του Μεγάλου Κωνσταντίνου), «μεταξύ των “Παιόνων” και των Θρακών», οι «Παίονες» που έχει κατά νου είναι οι Παννόνιοι, αλλιώς το χωρίο δεν έχει νόημα.

[Μισοπώγων, κεφ. 11] καὶ τοῖς ἐν μέσῳ κειμένοις Θρᾳκῶν καὶ Παιόνων ἐπ̓ αὐταῖς Ἴστρου ταῖς ᾐόσι Μυσοῖςὅθεν δὴ καὶ τὸ γένος ἐστί μοι πᾶν ἄγροικον, αὐστηρόν, ἀδέξιον, ἀναφρόδιτον, ἐμμένον τοῖς κριθεῖσιν ἀμετακινήτως: ἃ δὴ πάντα ἐστὶ δείγματα δεινῆς ἀγροικίας.

Pannonians

Ο σύγχρονος του Αττίλα Πρίσκος, έναν αιώνα μετά τον Ιουλιανό, γράφει για τον Παννόνιο Ρωμαίο Ορέστη που πήγε με τους Ούννους κι έγινε στενός συνεργάτης του Αττίλα:

ᾤκει τὴν πρὸς τῷ Σάῳ ποταμῷ Παιόνων χώρα

Η χώρα των «Παιόνων» προς τον ποταμό Σάο/Σάβο/Sava είναι φυσικά η Παννονία.

Priskos-Paiones

Οι μεσαιωνικοί Ρωμαίοι (= «Βυζαντινοί») θα συνεχίσουν αυτήν την παράδοση «Παίονες» = Παννόνιοιχαρακτηρίζοντας ως «Παίονες» (ή «Δάκες») τους Ούγγρους που εγκαταστάθηκαν στην Παννονική Πεδιάδα. Όταν ο Νικήτας Χωνιάτης γράφει:

[Χωνιάτης, Μανουήλ Κομνηνός, 3.100] Ἀλλ‘ οὗτος αὖθις κατὰ Παιόνωνοὓς καὶ Οὔννους φασί, στρατείαν ἐκήρυξε καὶ τοῖς κατὰ δυσμὴν ἔχουσι τὰς οἰκήσεις ὁπλίταις ἁμάξας ἐπέταξεν ἄγειν εἰς τὸ στρατόπεδον, δι‘ ὧν καὶ οὗτοι ἐφοδιάσονται τὰ βιώσιμα καὶ τῷ λοιπῷ δὲ οὕτω συναροῦνται στρατεύματι, ὅσοι τοιούτων σκευαγωγημάτων σπανίζειν ἤμελλον. ὡς οὖν εἰς ἓν συνήθροιστο τὰ στρατεύματα, εἶχε καὶ αὐτὸν παρόντα τὸν βασιλέα πόλις ἡ Σαρδικήἣ νῦν Τριάδιτζα ὀνομάζεται. καιρὸν δ‘ οὐχὶ πολὺν προσμείνας, ἐπεὶ ἵκετο πρεσβεία ἐκ τῶν Παιόνων καὶ λόγοι συμβατικοί, ἑτέραν τραπόμενος πρὸς τὸν τῶν Σέρβων μεταβαίνει σατράπην·

οι «Παίονες που λέγονται και Ούννοι» της εποχής του Μανουήλ Κομνηνού είναι φυσικά οι Ούγγροι.

Choniates-Paiones

Η παράδοση Ούγγροι = Παννόνιοι = «Παίονες» είναι παλαιότερη του Χωνιάτη (έγραψε γύρω στο 1200 μ.Χ.), γιατί ο Ιωάννης Τζέτζης (~1155 μ.Χ.) θεωρεί ως «αγεωγράφητα βόδια» («βουβάλια») όσους πιστεύουν ότι «Παίονες» είναι οι Ούγγροι. Κατά τον Τζέτζη, ο κλασικίζων όρος «Παίονες» πρέπει να χαρακτηρίζει τους Βούλγαρους (η καρδιά του θέματος Βουλγαρίας αντιστοιχούσε χονδρικά στην αρχαία Παιονία) που κάποτε έλεγχαν σχεδόν όλα τα μέρη μεταξύ Δυρραχίου και Κωνσταντινουπόλεως και πάνω από την Πίνδο και την Λάρισα, μέχρι που τους συνέτριψε παντελώς τον αυχένα ο «κράτιστος» Βασίλειος Βουλγαροκτόνος, κάνοντάς τους «δούλους» του Ρωμαϊκού κράτους (= ισχύος).

Παίονες δὲ οἱ Βούλγαροι, μὴ πείθου τοῖς βουβάλοις,

Ἄλλους τινὰς τοῦς Παίονας νομίζειν παρὰ τούτους,

οἵ Ἀξιὸν νομίζουσι ἕτερον τοῦ Βαρδάρη,

[…]

Ἀπὸ τοῦ Πίνδου ὄρους δὲ καὶ τῶν μερῶν Λαρίσσης

Καὶ ἐκ τοῦ Δυρραχίου δὲ πάλαι κρατοῦντες ῇσαν,

Μέχρι σχεδὸν τῆς πόλεως αὐτῆς τῆς Κωνσταντίνου,

Ἄχρι τοῦ αὐτοκράτορος κρατίστου Βασιλείου,

Ὅς παντελῶς συνέτριψεν ἐκείνων τὸν αὐχένα,

Καὶ δούλους τούτους τέθεικε τῷ τῶν Ῥωμαίων κράτει.

Tzetzes Paiones

Φυσικά δεν υπάρχει η παραμικρή μαρτυρία για τους Βούλγαρους ως «δούλους» των Ρωμαίων. Έγιναν κανονικοί χριστιανοί υπήκοοι του βυζαντινού θέματος Βουλγαρίας, σχηματίζοντας θεματικό στρατό (Βουλγαρική «χείρ» ή Βουλγαρικαί «δυνάμεις») και κάποιοι Βούλγαροι ζουπάνοι έγιναν στρατηγοί σε άλλα βυζαντινά θέματα και σύμβουλοι αυτοκρατόρων, με την ιδιαιτερότητα ότι διατήρησαν την αυτόνομη Αρχιεπισκοπή Οχρίδος και Πάσης Βουλγαρίας (αυτόνομη από το Πατριαρχείο, διότι ο Αρχιεπίσκοπος Βουλγαρίας διοριζόταν από τον αυτοκράτορα) και την Εκκλησιαστική Παλαιοσλαβωνική (~ Παλαιά Βουλγαρική) ως γλώσσα του εκκλησιασμού τους. «Δούλοι» ήταν ένας όρος που χρησιμοποιούσαν για τους Βούλγαρους οι ειπηρμένοι αττικίζοντες των «Θεάτρων» της Κωνσταντινουπόλεως, όπως ο Τζέτζης και η Κομνηνή (η δεύτερη μόνον όταν πρέπει να φορτώσει την ευθύνη του πραξικοπήματος του Αλεξίου στους «σθλαβογενείς βάρβαρους δούλους» Βορίλο και Γερμανό, που ήταν σύμβουλοι και παραδυναστεύοντες του προηγούμενου αυτοκράτορα Νικηφόρου Βοτανειάτη).

Related

Οι Παίονες και η γλώσσα τους #2: γλωσσολογικάIn “Βαλκανικές γλώσσες”

Η Παννονία και οι Παννόνιοι πριν τη ρωμαϊκή κατάκτηση #1In “Αρχαιότητα”

Ο σλαβικός εποικισμός της Ελλάδος #1: ΠρολεγόμεναIn “Ιστορία”

14 responses to “Οι Παίονες και η γλώσσα τους #1: ιστορικά

  1. Ρωμηός=Έλληνας=Γραικός Όλα δικά μας είναι.June 24, 2015 at 7:27 pmΠολύ ωραίο άρθρο !!! Με πολύ ωραίες και κατατοπιστικές πληροφορίες και καταπληκτικοί χάρτες !Και ο Στράβων λέει ότι μερικοί θεωρούσαν τους Παίονες αποίκους ή αρχηγούς των Φρυγών και κάτι ότι μπέρδευαν τους Πελαγόνες με τους Παίονες αν καταλαβαίνω καλά.“τοὺς δὲ Παίονας οἱ μὲν ἀποίκους Φρυγῶν οἱ δ᾽ ἀρχηγέτας ἀποφαίνουσι, καὶ τὴν Παιονίαν μέχρι Πελαγονίας καὶ Πιερίας ἐκτετάσθαι φασί: καλεῖσθαι δὲ πρότερον Ὀρεστίαν τὴν Πελαγονίαν, τὸν δὲ Ἀστεροπαῖον, ἕνα τῶν ἐκ Παιονίας στρατευσάντων ἐπ᾽ Ἴλιον ἡγεμόνων, οὐκ ἀπεικότως υἱὸν λέγεσθαι Πηλεγόνος, καὶ αὐτοὺς τοὺς Παίονας καλεῖσθαι Πελαγόνας.”http://www.perseus.tufts.edu/hopper/text;jsessionid=1C825FBCE462FF3C14FA20751B302262?doc=Perseus%3Atext%3A1999.01.0197%3Abook%3D7%3Achapter%3Dfragments%3Asection%3D38Reply
    • smerdaleosJune 24, 2015 at 7:56 pmΠολύ ωραίο χωρίο έσκισες !!!Δεν το είχα υπόψιν !! Θα το προσθέσω στην ανάρτηση αμέσως !!!Reply
  2. ΨέκκαςJune 25, 2015 at 4:07 pmκαλά τι δουλειά εχεις κανει!!!!!σαν παρενθεση να πω ότι ο Χαμοντ θεωρεί ότι οι Τρώες όντως έκαναν εκστρατείες στην Μακεδονια γιαυτοπ εχουμε και μυθικους γεναρχες της Αιανης τον Αινεια και την Πολη Αινεια (σημερινο Αγγελοχωρι).Reply
    • smerdaleosJune 25, 2015 at 4:32 pmΗ Αιανή (πρωτεύουσα της Ελιμίας παρά τον Αλιάκμονα) δεν έχει καμία σχέση με τον «Αινεία». Είναι καραμπινάτη μακεδονική θεματοποιημένη εκδοχή του αττικο-ιωνικού ἠιών = όχθη.αἰονάω = «εφυγραίνομαι, λούομαι» (ό,τι πρέπει για μέρος δίπλα στον Αλιάκμονα) και ο Ησύχιος διέσωσε τα λήμματα:αἰονᾶν· καταντλεῖν. σμήχειν.λούεινἀϊόνες· αἰγιαλοί (vg)Με άλλα λόγια ᾱιόνες = μη αττικο-ιωνικός τύπος του ἡιόνες = όχθες.Το μόνο που λείπει είναι η δυτική ελληνική ποικιλία -ᾶνες = -όνες (λ.χ. Ἀγριάνιος = Ἀγριώνιος, Πελιγᾶνες ~ Πελιγόνες).Άρα Αἰανή = Ηιών = Ηἰόνες μακεδονιστίReply
  3. ΨέκκαςJune 26, 2015 at 3:37 pmδηλαδή οι κάτοικοι της Αιανής παρετυμολογικά θε’ωρησαν ότι γενάρχης τους είναι ο Αινείας;Reply
    • smerdaleosJune 26, 2015 at 3:47 pmΔεν τα λέγαμε τις προάλλες; Για κάθε πόλη/περιοχή θα βρίσκεις έναν μύθο για κάποιον «ιδρυτή» που έχει παραπλήσιο όνομα.Ο Θρᾷξ Ἠιονεύς τιμώταν ως «επώνυμος ιδρυτής» της Ηιόνος στο δέλτα του Στυμόνα. Βέβαια Ἠιών = όχθη 🙂 … άρα ο «Ηιονεύς» κατασκευάστηκε από το τοπωνύμιο Ηιών.Reply
    • smerdaleosJune 26, 2015 at 3:51 pmΟι Ορέστες αργότερα τιμούσαν τον Ορέστη ως επώνυμο ιδρυτή τους.Τι πιστεύεις ότι το εθνωνύμιο Ορέστες και το τοπωνύμιο Ορεστίς προέρχονται από τον μυθικό Ορέστη ή ότι Ορεστίς = «ορεινός τόπος» και Ορέστες = «Ορείται/Ορεινοί»;Έτυχε να υπάρχει και ο μυθικός Ορέστης (ετυμολογικά «Βουνίσιος») και επιλέχθηκε ως «επώνυμος ιδρυτής» για πανελλήνια γκλαμουριά.Reply
  4. Ρωμηός=Έλληνας=Γραικός Όλα δικά μας είναι.October 5, 2016 at 6:50 pmΤο εθνωνύμιο «Παίονες» θα επιβιώσει στην ύστερη ελληνική γραμματεία της Ρωμαϊκής περιόδου, δηλώνοντας όμως έναν εντελώς διαφορετικό πληθυσμό. Ο όρος «Παίονες» ήδη κατά τον 4ο μ.Χ. αιώνα είναι πια ένα πιο «ποιητικό» υποκατάστατο του «πεζού» όρου Παννόνιοι.Και απ’την τελευταία ανάρτηση μάθαμε :[Αππιανός, Ιλλυρικοί Πόλεμοι, 2] φασὶ δὲ τὴν μὲν χώραν ἐπώνυμον Ἰλλυριοῦ τοῦ Πολυφήμου γενέσθαι: Πολυφήμῳ γὰρ τῷ Κύκλωπι καὶ Γαλατείᾳ Κελτὸν καὶ Ἰλλυριὸν καὶ Γάλαν παῖδας ὄντας ἐξορμῆσαι Σικελίας, καὶ ἄρξαι τῶν δι᾽ αὐτοὺς Κελτῶν καὶ Ἰλλυριῶν καὶ Γαλατῶν λεγομένων. καὶ τόδε μοι μάλιστα, πολλὰ μυθευόντων ἕτερα πολλῶν, ἀρέσκει. Ἰλλυριῷ δὲ παῖδας Ἐγχέλεα καὶ Αὐταριέα καὶ Δάρδανον καὶ Μαῖδον καὶ Ταύλαντα καὶ Περραιβὸν γενέσθαι, καὶ θυγατέρας Παρθὼ καὶ Δαορθὼ καὶ Δασσαρὼ καὶ ἑτέρας, ὅθεν εἰσὶ Ταυλάντιοί τε καὶ Περραιβοὶ καὶ Ἐγχέλεες καὶ Αὐταριεῖς καὶ Δάρδανοι καὶ Παρθηνοὶ καὶ Δασσαρήτιοι καὶ Δάρσιοι. Αὐταριεῖ δὲ αὐτῷ Παννόνιον ἡγοῦνται παῖδα ἢ Παίονα γενέσθαι, καὶ Σκορδίσκον Παίονι καὶ Τριβαλλόν, ὧν ὁμοίως τὰ ἔθνη παρώνυμα εἶναι. καὶ τάδε μὲν τοῖς ἀρχαιολογοῦσι μεθείσθω,Reply
    • smerdaleosOctober 5, 2016 at 7:22 pmΚαλά έκανες και το πρόσεξες! Άρα η χρήση του εθνωνυμίου «Παίονες» για τους Παννόνιους πάει πίσω στον Αππιανό!Ωραίος!Reply
  5. Ρωμηός=Έλληνας=Γραικός Όλα δικά μας είναι.August 3, 2017 at 9:23 amΑς βάλουμε και μια μαρτυρία του Ιωάννη Λυδού ( 6ος μ.Χ. αι. ) για την Παννονία – Παιονία :Παννονίας ἣν Ἕλληνες Παιονίαν δι’ εὐφωνίαν καὶ φυγὴν βαρβαρισμοῦ καινοτομοῦντες ἐκάλεσαν
  6. http://khazarzar.skeptik.net/pgm/PG_Migne/Joannes%20Lydus%20Laurentius_PG%2085/De%20magistratibus%20populi%20Romani.pdf σελ. 40Reply
    • smerdaleosAugust 4, 2017 at 2:34 pmΚαλώς τον Ριβαλδίνιο!Αν θυμάμαι καλά (δεν θυμάμαι αν το έχω ήδη αναφέρει) ο πρώτος Έλληνας συγγραφέας που λέει τους Παννόνιους <> είναι ο Αππιανός. Όταν στην γενεαλογία του Ιλλυριού βάζει και έναν γιο <>, μάλλον έχιε τους Παννόνιους κατά νου.Reply
      • Ρωμηός=Έλληνας=Γραικός Όλα δικά μας είναι.August 4, 2017 at 7:28 pmΑππιανόςΤο συζητούσαμε ακριβώς από πάνω στα σχόλια αυτής της ανάρτησης.Τον Ιωάννη τον Λυδό δεν τον έγραψα ως πρώτη αναφορά. Απλώς δεν είχα τίποτα καλύτερο να κάνω , σουρτούκευα εδώ κι εκεί στο διαδίκτυο , το διάβασα και είπα να το βάλω στα σχόλια να υπάρχει.
      • smerdaleosAugust 4, 2017 at 9:18 pmΠολύ καλά έκανες.Δες εδώ και τον Ηρωδιανό που αναφέρεται πολλάκις στους Παννόνιους ως Παίονες.Λ.χ. από το πρώτο βιβλίο:[5] Γηραιὸν ὄντα Μᾶρκον, καὶ μὴ μόνον ὑφ’ ἡλικίας, ἀλλὰ καὶ καμάτοις τε καὶ φροντίσι τετρυχωμένον διατρίβοντά τε ἐν Παίοσινόσος χαλεπὴ καταλαμβάνει[5] Marc-Aurèle déjà vieux, accablé sous le fardeau de l’âge, du travail et des soucis, fut attaqué soudain, en Pannonie, d’une maladie grave.Από το δεύτερο βιβλίο:Ταῦτα δὲ αὐτοῦ διατυποῦντος καὶ κούφαις καὶ ἀδήλοις ἐπαιωρουμένου ἐλπίσι, διηγγέλλετο τὰ πραττόμενα ἔς τε Παίονας καὶ Ἰλλυριοὺς καὶ πᾶν τὸ ἐκεῖσε στρατιωτικόν, ὃ ταῖς ὄχθαις Ἴστρου τε καὶ Ῥήνου ἐπικείμενον,le bruit de la révolution de Syrie se répandit en Pannonie, en Illyrie, et parmi les armées quiκ.α.
      • Ρωμηός=Έλληνας=Γραικός Όλα δικά μας είναι.August 5, 2017 at 10:03 amΟ Ιωάννης ο Λυδός δίνει μια εξήγηση γιατί συνέβει αυτό ( δι’ εὐφωνίαν καὶ φυγὴν βαρβαρισμοῦ καινοτομοῦντες ἐκάλεσαν ).

(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)

ΠΗΓΗ heterophoton.blogspot ,https://smerdaleos.wordpress.com

Posted in GLOSSOLOGY | Tagged , , , | Leave a comment