περι ποιητικοτητος του ταπεινωτικου κ υποκριτικου λογου (B)

(ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΑΠΟ 5/03/21)

  • Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι ότι αυτών εστίν η βασιλεία των ουρανών.[Μακάριοι και τρισευτυχισμένοι είναι εκείνοι, που συναισθάνονται την πνευματική τους φτώχεια (και εξαρτούν τον εαυτόν τους με ταπείνωση και πίστη από τον Θεόν), διότι δική τους είναι η Βασιλεία των Ουρανών.] (Κατά Ματθαίον 5,3)
  • Όστις δε υψώσει εαυτόν ταπεινωθήσεται και όστις ταπεινώσει εαυτόν υψωθήσεται. [Εκείνος που θα υψώσει τον εαυτόν του, θα ταπεινωθεί και εκείνος που θα ταπεινώσει τον εαυτόν του, θα υψωθεί.] (ΚατάΜατθαίον 23,12)
  • Ο γαρ μικρότερος εν πάσιν υμίν υπάρχων, ούτος έστι μέγας.[Εκείνος που ταπεινώνεται και φέρεται ως μικρότερος μεταξύ όλων σας, αυτός θα είναι μεγάλος στην Βασιλεία των Ουρανών.] (Κατά Λουκάν 9,48)
  • Πας ο υψών εαυτόν ταπεινωθήσεται, ο δε ταπεινών εαυτόν υψωθήσεται.[Καθένας που υψώνει τον ευατόν του, θα ταπεινωθεί από τον Θεό και θα καταδικαστεί, ενώ εξ αντιθέτου εκείνος που ταπεινώνει τον ευατόν του, θα υψωθεί και θα δοξαστεί από τον Θεό.] (Κατά Λουκάν 18,14)
  • Ταπεινώθητε ενώπιον του Κυρίου, και υψώσει υμάς. [Ταπεινωθείτε μπροστά στον Κύριο και Αυτός θα σας υψώσει.] (Ιακώβου 4,10)
  • ΟΘεόςυπερηφάνοιςαντιτάσσεται, ταπεινοίςδεδίδωσιχάριν. ΤαπεινώθητεουνυπότηνκραταιάνχείρατουΘεού, ίναυμάςυψώσηενκαιρώ. [Ο Θεός είναι αντίθετος στους υπερήφανους, στους ταπεινούς όμως, δίνει τη Χάρη Του. Ταπεινωθείτε, λοιπόν, κάτω από το παντοδύναμον χέρι του Θεού, για να σας υψώσει και να σας δοξάσει κατά τον καιρόν της Δευτέρας αυτού Παρουσίας.] (Α’ Πέτρου 5,5-6)
  • Καιτηυπερβολήτωναποκαλύψεωνίναμηυπεραίρωμαι, εδόθημοισκόλοψτησαρκί, άγγελοςσατάν, ίναμεκολαφίζηίναμηυπεραίρωμαι. ΥπέρτούτουτριςτονΚύριονπαρεκάλεσαίνααποστήαπ’ εμού·καιείρηκέμοι·αρκείσοιηχάριςμου·ηγαρδύναμίςμουενασθενείατελειούται. Ήδισταουνμάλλονκαυχήσομαιενταιςασθενείαιςμου, ίναεπισκηνώσηεπ’ εμέηδύναμιςτουΧριστού. [Και εξαιτίας του πολλού πλήθους των αποκαλύψεων, για να μην υπερηφανεύομαι, επέτρεψε ο Θεός και μου δόθηκε σκληρό αγκάθι στο σώμα, άγγελος δηλαδή του σατανά, για να με γρονθοκοπεί και να με ταλαιπωρεί, ανίατος ασθένεια για να μην το πάρω πάνω μου. Για την θλίψη και δοκιμασίαν αυτήν, τρεις φορές παρεκάλεσα τον Κύριο, να μου την απομακρύνει. Και ο Κύριος μου είπε: ”Σου αρκεί η Χάρις Μου· διότι η δύναμή Μου φαίνεται ολοένα και τελειοτέρα μέσα στην ανθρωπίνη αδυναμία με τα μεγάλα και θαυμαστά έργα που κατορθώνει”. Με πολύ μεγάλη εσωτερική γλυκύτητα και ευχαρίστησιν θα καυχώμαι περισσότερον δια τας ασθενείας μου, ώστε να μένω έτσι στην ταπεινοφροσύνην, για να κατοικήσει σε εμένα η δύναμη του Χριστού.] (ΠροςΚορινθίουςΒ’ 12,7-9)
  • Τηταπεινοφροσύνηαλλήλουςηγούμενοιυπερέχονταςεαυτών. [Δια της ταπεινοφροσύνης να θεωρεί ο ένας τον άλλον ανώτερο από τον ευατόν του και να τον τιμά και να τον σέβεται.] (ΠροςΦιλιππησίους 2,3)
  • ΕγγύςΚύριοςτοιςσυντετριμμένοιςτηνκαρδίανκαιτουςταπεινούςτωπνεύματισώσει. [Ο Κύριος είναι πλησίον, συμπαραστάτης και βοηθός, σε όλους εκείνους, που είναι συντετριμμένοι ψυχικώς από τις θλίψεις και θα σώσει αυτούς, οι οποίοι έχουν αποκτήσει το ταπεινό φρόνημα.] (Ψαλμός 33,19)
  • Όσωμέγαςει, τοσούτωταπεινούσεαυτόν, καιέναντιΚυρίουευρήσειςχάριν. [Όσο μέγας και ένδοξος είσαι, τόσον περισσότερο να ταπεινώνεις τον εαυτόν σου και έτσι θα βρεις χάριν ενώπιον του Κυρίου.] (ΣοφίαΣειράχ 3,18)
  • Κύριοςυπερηφάνοιςαντιτάσσεται, ταπεινοίςδεδίδωσινχάριν. [Ο Κύριος αντιτάσσεται εναντίον των υπερηφάνων, ενώ στους ταπεινούς δίνει την ευμένεια και προστασία του.] (Παροιμίες 3,34)
  • Την ταπείνωση την δίνει ο Θεός. Δεν μπορείς να την αποκτήσεις μόνος σου. Δεν γίνεται. Σου την δίνει Εκείνος. Και για να σου την δώσει, χρειάζονται μερικά πράγματα: Να μην κρατάς κακία, να έχεις απλότητα, να κάνεις μετάνοιες. Κάτι γίνεται μέσα στην καρδιά και έρχεται η Χάρη. Ο σπόρος δουλεύει μέσα στην γη και πετάει δύο φυλλαράκια. Αν δεν έρθει όμως ο ήλιος και η βροχή, θα μαραθούν, δεν θα μεγαλώσουν. Έτσι, κάτι μέσα μας, πρέπει να σπάσει το περίβλημα, την άσφαλτο και να πετάξει δύο φυλλαράκια. Τότε θα έρθει και η Χάρη, θα τα λούσει και θα μεγαλώσουν. Και η Χάρη έρχεται πιο γρήγορα από τον ήλιο. Έρχεται αμέσως, μόλις αρχίσει η προσπάθεια, για να σπάσει το σκληρό αυτό περίβλημα. (Όσιος Πορφύριος ο Καυσοκαλυβίτης)
  • Μόνον αυτός που έχει ταπείνωση λαμβάνει δώρα από το Θεό, τα οποία τα αποδίδει στο Θεό και τα χρησιμοποιεί προς δόξαν Του. (Όσιος Πορφύριος ο Καυσοκαλυβίτης)
  • Όλα να τα ρίχνεις στον κακό εαυτό σου και θα ταπεινώνεσαι πάντοτε. Είναι ταπείνωση να πιστεύεις ότι όλοι είναι καλοί. Και αν ακούς για κάποιον κάτι αρνητικό, να μην το πιστεύεις. Όλους να τους αγαπάς και να μη σκέφτεσαι για κανέναν κακό και για όλους να προσεύχεσαι. (Όσιος Πορφύριος ο Καυσοκαλυβίτης)
  • Η τέλεια εμπιστοσύνη στα χέρια του Θεού, αυτό είναι η αγία ταπείνωση. Ο ταπεινός έχει συνείδηση της εσωτερικής του καταστάσεως και όσο και αν είναι άσχημη, δεν χάνει την προσωπικότητά του. Γνωρίζει ότι είναι αμαρτωλός και θλίβεται γι’ αυτό, αλλά δεν απελπίζεται, δεν εξουθενώνει τον εαυτόν του. Ο έχων την αγία ταπείνωση δεν μιλάει καθόλου, δηλαδή δεν αντιδρά. Δέχεται να τον παρατηρούν, να τον ελέγχουν οι άλλοι, χωρίς να εξοργίζεται και να δικαιολογείται. Δεν χάνει την ισορροπία του. Το αντίθετο συμβαίνει με τον εγωιστή, τον έχοντα αισθήματα κατωτερότητας. Στην αρχή μοιάζει με τον ταπεινό. Λίγο όμως αν τον πειράξει κανείς, αμέσως χάνει την ειρήνη του, εκνευρίζεται, ταράζεται… (Όσιος Πορφύριος ο Καυσοκαλυβίτης)
  • Όσο πλησιάζεις προς το φως, τόσο περισσότερο αισθάνεσαι την σκοτεινότητά σου. Μακριά από τον ήλιο, νομίζεις πως εκπέμπεις φως, κρατώντας ένα κεράκι. Κοντά στον ήλιο συγκρίνεσαι μ’ αυτόν και διαπιστώνεις, ότι είσαι σκοτάδι. Λογικά η ταπείνωση είναι αίσθηση της διαφοράς μεταξύ του απολύτου φωτός, που είναι ο Θεός, που φωτίζει πάντα τον άνθρωπο ερχόμενον στον κόσμο και του σκότους στο οποίο βρίσκεται ο άνθρωπος, εάν δεν τον φώτιζε ο Θεός. Ώστε η ταπείνωση δεν είναι αδυναμία, αλλά η γνώση, ότι η δύναμη ανήκει στον Θεό και χαρίζεται στον άνθρωπο. (Όσιος Πορφύριος ο Καυσοκαλυβίτης)
  • Ο εγωιστής στενοχωριέται πολύ με το καθετί. Ο ταπεινός είναι ελεύθερος και ανεξάρτητος από όλους και από όλα. (Όσιος Πορφύριος ο Καυσοκαλυβίτης)
  • Δαιμόνιο είναι επίσης και η ταπεινολογία. Το λένε και αίσθημα κατωτερότητος. Η αληθινή ταπείνωση δεν μιλάει, δεν λέει ταπεινολογίες, δηλαδή, «είμαι αμαρτωλός, ανάξιος…». Φοβάται ο ταπεινός μήπως με τις ταπεινολογίες πέσει στην κενοδοξία. Η Χάρις του Θεού δεν πλησιάζει εδώ. (Όσιος Πορφύριος ο Καυσοκαλυβίτης)
  • Όσο συνεχίζουμε να αμαρτάνουμε εκουσίως, δεν υπάρχει μέσα μας ταπεινοφροσύνη. Ο ταπεινόφρων, αποστρέφεται με βδελυγμία το δικό του θέλημα, θεωρώντας το ως πεπλανημένο. (Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος)
  • Όταν απουσιάζει το φως, όλα είναι σκοτεινά και όταν απουσιάζει η ταπείνωση, όλα τα κατορθώματά μας ειναι άχρηστα. (Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος)
  • Η ταπείνωση είναι το ένδυμα της Θεότητας. (ΆγιοςΙωάννηςτηςΚλίμακος)
  • Ταπεινόφρων δεν είναι εκείνος που εξευτέλισε τον εαυτόν του, αλλά εκείνος που εξυβρίστηκε από κάποιον και παρόλο αυτό, δεν ελαττώθηκε η αγάπη του γι’ αυτόν. Ταπείνωση έχουν, όσοι έχουν καθαρθεί από τα πάθη. (ΆγιοςΙωάννηςτηςΚλίμακος)
  • Η ταπεινοφροσύνη είναι ένας ουράνιος ανεμοστρόβιλος, που μπορεί να ανεβάσει την ψυχή από την άβυσσο της αμαρτίας, στα ύψη του ουρανού. Είναι μια Θεϊκή σκέπη, που σκεπάζει τα μάτια μας, για να μην βλέπουμε τα κατορθώματά μας. Σε όποιον έχει ταπεινοφροσύνη, δεν θα βρεις οργή, αντιλογία, μίσος. (ΆγιοςΙωάννηςτηςΚλίμακος)
  • Άλλο είναι να είναι ο άνθρωπος ταπεινόφρων, άλλο είναι να αγωνίζεται να γίνει ταπεινός και άλλο είναι να παινεύει τον ταπεινό. Το πρώτο είναι γνώρισμα των τελείων, το δεύτερο εκείνων, που βαδίζουνε τον καλό δρόμο και το τρίτο είναι γνώρισμα, που το έχουνε όλοι οι πιστοί. (Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος)
  • Άλλο πράγμα είναι το να υπερηφανεύεται κανείς και άλλο το να μην υπερηφανεύεται, και άλλο το να ταπεινώνεται. Ο πρώτος καθημερινώς κρίνει τους άλλους∙ ο δεύτερος δεν κρίνει τους άλλους, πλήν όμως δεν κατακρίνει και τον εαυτόν του∙ ο δε τρίτος, αν και απηλλαγμένος από την καταδίκη, καταδικάζει ο ίδιος συνεχώς τον εαυτόν του. (Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος)
  • Όταν απουσιάζει η ταπείνωση, όλα τα κατορθώματά μας, είναι άχρηστα. Κάθε προσπάθειά μας όταν δεν συνοδεύεται από ταπείνωση, είναι ξένη προς το Θείο θέλημα. Αυτό ας αποτελεί κριτήριο για όλες τις πράξεις μας και για ολόκληρη τη ζωή μας. (ΆγιοςΙωάννηςτηςΚλίμακος)
  • Όσοι επιζητούμε την ταπεινοφροσύνη, ας μη παύουμε να εξετάζουμε και να ανακρίνουμε τους εαυτούς μας. Και όταν αισθανθούμε με την καρδιά μας, ανώτερο σε όλα τον πλησίο, τότε είναι κοντά μας το έλεος, (δηλαδή το εκ Θεού δώρο της ταπεινοφροσύνης). (ΆγιοςΙωάννηςτηςΚλίμακος)
  • Όταν θλίβεται η κοιλιά ταπεινώνεται η καρδιά. Και όταν η κοιλιά ικανοποιείται, ο νους υπερηφανεύεται. (ΆγιοςΙωάννηςτηςΚλίμακος)
  • Οι ταπεινοί άνθρωποι ζουν συνεχώς με την συναίσθηση και το χρέος των αμαρτιών τους. Όσο περισσότερο αυξάνουν οι δωρεές του Θεού στους ανθρώπους, τόσο περισσότερο ταπεινώνουν τον εαυτόν τους, με την σκέψη, ότι είναι ανάξιοι για ένα τέτοιο πλούτο. (Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος)
  • Είναι ακατόρθωτο να προέλθει από το χιόνι φλόγα. Περισσότερο όμως ακατόρθωτο είναι, να βρεθεί ταπείνωσης στους ετερόδοξους, διότι το κατόρθωμα αυτό ανήκει μόνο στους πιστούς και Ορθοδόξους και μάλιστα σε όσους εξ αυτών, έχουν καθαρθεί από τα πάθη. (Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος)
  • Η υπερηφάνεια κάνει να ξεχνάμε τις αμαρτίες μας, γιατί η ενθύμησή τους, προκαλεί την ταπεινοφροσύνη. (Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος)
  • Όποιος λέει, ότι οσφράνθηκε καλά την ευωδία ενός τέτοιου μύρου (του μύρου της ταπεινώσεως) και συγχρόνως, όταν ακούει επαίνους συγκινείται κάπως η καρδιά του, ή βλέπει ότι δονείται από την δύναμη των επαινετικών λόγων, αυτός, ας μην απατάται, έχει πλανηθεί… (Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος)
  • Χωρίς την ταπείνωση, κανείς δεν πρόκειται να εισέλθει στον Θεϊκό Νυμφώνα (Παράδεισο). (Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος)
  • Μην νομίσεις, ότι επειδή 3 μέρες εγκρατεύτηκες και νήστεψες τρομάζεις μ’ αυτό τον σατανά. Να σε κατηγορήσουν και να μην μιλήσεις, να σε βρίσει ο άλλος και να μην μιλήσεις, να σε ταράξει ο άλλος και να υπονείνεις, αυτό είναι το τέλειο και αυτό πειράζει το σατανά. Γιατί αν έχεις όλες τις αρετές, δεν έχεις όμως ταπεινοφροσύνη, τίποτα δεν έκανες. (Όσιος Άνθιμος της Χίου)
  • Δεν μας χρειάζονται νηστείες πολλές, δεν μας χρειάζονται αγρυπνίες πολλές και εξαντλητικές. Μας χρειάζεται κυρίως η ταπεινοφροσύνη. Όλα τα άλλα θα έρθουν και οι προσευχές και οι γονυκλισίες. (Όσιος Άνθιμος της Χίου)
  • Σου είπαν λόγο σκληρό και ονειδιστικό; Να σιωπήσεις και να προσευχηθείς γι’ αυτόν, που σου το είπε. Σου έδωσε κάποιος μια λογχιά σαν αυτήν που έδωσαν τον Χριστόν; Υπέμεινέ την. Εκείνος την υπέμεινε για την αγάπη τη δική σου και εσύ για την αγάπη της δικής σου ψυχής, δεν την υπομένεις;… Μας χρειάζεται λοιπόν ταπείνωση, φρόνημα ταπεινό, για να αρέσουμε τον Κύριο και να βρεθούμε στην Βασιλεία των Ουρανών. (Όσιος Άνθιμος της Χίου)
  • Θα σε βρίσουν, θα σε κοροϊδέψουν, θα σε περιφρονήσουν, θα υπομείνεις τα πάντα για την αγάπη του Χριστού, για να έρθει η ταπείνωση και να σωθείς. (Όσιος Άνθιμος της Χίου)
  • Όταν ο άνθρωπος καθίσει και συμμαζέψει τους λογισμούς του και σκεφτεί ότι είναι ένα μηδέν και εξευτελίσει με ταπείνωση τον εαυτό του, τότε αρχίζουν να ρέουν τα κατά Θεόν δάκρυα, τα οποία γλυκαίνουν την καρδιά και ανάβουν το Θεϊκό πυρ. (Όσιος Άνθιμος της Χίου)
  • Αποκτώ ταπείνωση α) με τη συχνή εξομολόγηση και Θεία Κοινωνία και β) με την μόνωση, την φτώχεια και την ευχή. (Άγιος Ισαάκ ο Σύρος)
  • Έλαβε τη σοφία του Αγίου Πνεύματος, δηλαδή την ταπεινοφροσύνη, εκείνος που αηδιάζει να αρέσει στον κόσμο και μισεί τη δόξα του κόσμου! (Άγιος Ισαάκ ο Σύρος)
  • Αληθινός και τέλειος ταπεινόφρων είναι αυτός που δεν χρειάζεται να εφευρίσκει με το νου του, διάφορους λόγους, όπως οι αμαρτίες του και η χοϊκότητά του, για να ταπεινοφρονεί, αλλά απέκτησε την ταπεινοφροσύνη σε υψηλό βαθμό και σαν κάτι το φυσιολογικό, χωρίς ιδιαίτερη εργασία. Σαν να δέχτηκε δηλαδή μέσα του ένα μεγάλο χάρισμα, ανώτερο από όλη την κτίση και εντούτοις, αυτός θεωρεί τον εαυτό του αμαρτωλό και ευτελή και ευκαταφρόνητο… (Άγιος Ισαάκ ο Σύρος)
  • Εάν δεν ταπεινωθούμε, θα μας ταπεινώσει ο Θεός. Η αληθινή ταπείνωση, γεννιέται από τη γνώση. Και η αληθινή γνώση, γεννιέται από τους πειρασμούς. (Άγιος Ισαάκ ο Σύρος)
  • Ο άνθρωπος που έφθασε να γνωρίσει το μέγεθος της ασθενείας του, αυτός έφτασε στο τέλειο της ταπεινώσεως. (Άγιος Ισαάκ ο Σύρος)
  • Αυτόν που έφτασε σε ψηλά μέτρα ταπεινοφροσύνης, δεν τον πιάνει ταραχή όταν τον αδικούν, ούτε θέλει να απολογηθεί για εκείνο που αδικήθηκε. Δέχεται, λοιπόν, τις συκοφαντίες σαν να είναι αλήθεια, και δεν φροντίζει να πείσει τους ανθρώπους ότι τον συκοφάντησαν, αλλά ζητάει να τον συγχωρήσουν. (Άγιος Ισαάκ ο Σύρος)
  • Ταπεινός δεν είναι εκείνος που υποφέρει τις κατηγορίες των άλλων μετά χαράς, αλλά εκείνος που κατηγορεί τον εαυτόν του για κάτι που δεν είναι. (ΆγιοςΙσαάκοΣύρος)
  • Όποιος καταφρονεί και μικραίνει τον εαυτόν του, τον σοφίζει ο Θεός! Ταπείνωσε τον εαυτό σου για όλες τις δωρεές που δέχθηκες από το Θεό, μπροστά σε όλους τους ανθρώπους, και θα δοξασθείς πιο πολύ παρά οι άρχοντες αυτού του κόσμου. Ξεφτέλισε τον εαυτόν σου και θα δεις την δόξα του Θεού μέσα σου. Γιατί όπου βλαστάνει η ταπείνωση, εκεί αφθονεί η δόξα του Θεού. (Άγιος Ισαάκ ο Σύρος)
  • Η ταπείνωση και χωρίς έργα, συγχωρεί πολλά αμαρτήματα. Τα έργα όμως χωρίς την ταπείνωση, όχι μόνο είναι ανώφελα, αλλά και προξενούν πολλά κακά. Χωρίς την ταπείνωση, όλα είναι μάταια… (ΆγιοςΙσαάκοΣύρος)
  • Στον ταπεινόφρονα δεν βλέπεις ποτέ βιασύνη και σύγχυση ή ενέργειες επείγουσας ανάγκης, ούτε θερμούς και κούφιους λογισμούς. Απεναντίας, σε κάθε περίσταση είναι αναπαυμένος. Εάν κολλήσει ο ουρανός με τη γη, ο ταπεινόφρων δεν θορυβείται. Κάθε ήσυχος και πράος άνθρωπος δεν είναι ταπεινόφρων, όμως κάθε ταπεινόφρων είναι πράος και ήσυχος. Άμα δεν είσαι ταπεινόφρων, δεν μπορείς να είσαι συνεσταλμένος στους τρόπους σου, όμως συνεσταλμένους μη ταπεινόφρονες πολλούς θα συναντήσεις. Αυτό εννοούσε ο Κύριος, ο πράος και ταπεινός, όταν είπε: «Μάθετε απ’ εμού ότι πράος ειμι και ταπεινός τη καρδία, και ευρήσετε ανάπαυσιν ταις ψυχαίς ημών» (Ματθ. 11, 21). Ο ταπεινόφρων σε κάθε περίσταση είναι αναπαυμένος, γιατί τίποτε δεν υπάρχει γι’ αυτόν που να κινήσει το νου του στο κακό ή να τον ταράξει. Και όπως δεν μπορεί κανείς να τρομάξει ένα βουνό, έτσι δεν τρομάζει από τίποτε ο νους του. Και αν δεν είναι παράλογο, θα λέγαμε ότι ο ταπεινόφρων δεν ανήκει σ’ αυτό τον κόσμο. Διότι ούτε στα λυπηρά περιστατικά ταράζεται και αλλοιώνεται η ύπαρξη του ούτε στα ευχάριστα εκπλήσσεται από θαυμασμό και χαλαρώνει. Όλη η ευφροσύνη και η χαρά του η αληθινή βρίσκεται στην απόλαυση του Κυρίου και Θεού του. Σην ταπεινοφροσύνη τη συνοδεύει η επιείκεια και η αυτοσυγκέντρωση. Σην ταπεινοφροσύνη ακολουθεί: εγκράτεια στις αισθήσεις, φωνή μετρημένη, λίγα λόγια, καταφρόνηση του κοσμικού εαυτού μας, ευτελής ενδυμασία, βάδισμα ταπεινό. Το να μην αλληθωρίζουμε δεξιά και αριστερά και περισπάται η προσοχή μας, να ξεχωρίζουμε στην ελεημοσύνη, να έχουμε πολλά δάκρυα. Ακόμη, την ταπεινοφροσύνη συνοδεύει: ψυχή μεμονωμένη από τους περισπασμούς, καρδιά συντετριμμένη, έλλειψη θυμού, αισθήσεις συμμαζεμένες, λίγα και ευτελή πράγματα για τη σωματική μας ανάπαυση, καρτερία στον πόνο, υπομονή στους πειρασμούς, σοβαροί λογισμοί, σβήσιμο των πονηρών λογισμών, εγκράτεια παθών, συστολή, ευλάβεια. (Άγιος Ισαάκ ο Σύρος)
  • Με την ταπεινοφροσύνη ατονούν τα σαρκικά πάθη, ενώ με την υπερηφάνεια παραχωρεί ο Θεός και πέφτει κανείς στην πορνεία. Η ταπεινοφροσύνη στολίζει την ψυχή με την αγνότητα. Ο εγωϊσμός δημιουργεί ακαταστασία και ταραχή στην ψυχή και μολύνεται ο νους με τους ακάθαρτους λογισμούς. Η ταπεινοφροσύνη οδηγεί τον άνθρωπο στον Θεό. (Άγιος Ισαάκ ο Σύρος)
  • Ποιοί είναι αυτοί που δεν αγαπούν τον ταπεινό και πράο άνθρωπο; Μόνο εκείνοι που κατακρίνουν και υπερηφανεύονται… (ΆγιοςΙσαάκοΣύρος)
  • Η Χάρη του Θεού πλησιάζει τον ταπεινό. Τον δε υπερήφανο κυκλώνουν οι λυπηρές περιστάσεις, για να ταπεινωθεί και να σωθεί. Ο ταπεινός δέχεται πάντοτε το έλεος του Θεού και γεμίζει από χαρά και ευφροσύνη. Τότε δεν προσεύχεται με βία, αλλά με χαρά. (ΆγιοςΙσαάκοΣύρος)
  • Η ταπείνωση μαζεύει την καρδιά και σαν ταπεινωθεί ο άνθρωπος, αμέσως τον περισκεπάζει το έλεος και τότε αισθάνεται η καρδιά την Θεϊκή βοήθεια. (Άγιος Ισαάκ ο Σύρος)
  • Ανάγκασε τον εαυτό σου, όταν συναντήσεις τον πλησίον σου, να τον τιμήσεις πάνω από τα μέτρα του. Φίλησε τα χέρια και τα πόδια του και κράτησέ τα πολλές φορές με πολλή τιμή και βάλε τα πάνω στα μάτια σου και επαίνεσέ τον για αρετές που δεν έχει. Όταν αποχωριστείς από αυτόν, λέγει γι’ αυτόν ό,τι αγαθό και τίμιο υπάρχει. Διότι με αυτά και τα παρόμοια τον προσελκύεις στο αγαθό και τον αναγκάζεις να ντρέπεται από την προσφώνηση που του απηύθυνες και σπείρεις σ’ αυτόν σπέρματα αρετής. Από την τέτοια τακτική, που συνηθίζεις τον εαυτό σου, τυπώνεται μέσα σου αγαθός τύπος και θ’ αποκτήσεις πολλή ταπείνωση και χωρίς κόπο θα κατορθώσεις τα μεγάλα. Και όχι μόνο αυτό, αλλά και αν αυτός έχει κάποια ελαττώματα, τιμώμενος από σένα, δέχεται εύκολα την θεραπεία από σένα, ντρεπόμενος από την τιμή που του έκανες. (Άγιος Ισαάκ ο Σύρος)
  • Όπου και αν βρεθείς, λογάριαζε τον εαυτόν σου μικρότερο και υπηρέτη των αδελφών σου. (Άγιος Ισαάκ ο Σύρος)
  • Μην φανερώνεις τη σοφία σου, για να μην υψηλοφρονήσεις, και μην κάνεις το σοφό, ενώ είσαι αμαθής. Και εάν τον αφελή και τον αμαθή η ταπείνωσή του τον υψώνει, πόσης άραγε τιμής θα γίνει πρόξενος (η ταπείνωση) για τους μεγάλους και σπουδαίους ανθρώπους; Ο πραγματικά ταπεινόφρων άνθρωπος, παραμένει στον κόσμο, σαν τον κρυμμένο θησαυρό. (Άγιος Ισαάκ ο Σύρος)
  • Εάν δεν φτάσουμε στην αρετή της αγίας ταπεινώσεως, ούτε ανάπαυση θα έχουμε, ούτε απαλλαγή από τις επιβουλές των εχθρών μας. (Άγιος Ισαάκ ο Σύρος)
  • Ταπεινώσου σ’ όλα μπροστά στους ανθρώπους. Εξευτέλιζε τον εαυτό σου και θα δεις την δόξα του Θεού. Αγωνίζου να σε καταφρονούν όλοι, για να σε δοξάσει ο Θεός! (ΆγιοςΙσαάκοΣύρος)
  • Τον ταπεινό κανένας δεν τον μισεί, ούτε τον επιπλήττει, ούτε τον καταφρονεί. Τον αγαπάει ο Χριστός και αγαπιέται από όλους και όλοι τον επιθυμούν. (ΆγιοςΙσαάκοΣύρος)
  • Στο Θεό αρέσει περισσότερο η ταπείνωση για το κακό που κάναμε, παρά η υπερηφάνεια για το καλό που κατορθώσαμε. (ΙερόςΑυγουστίνος)
  • Όπως είναι αδύνατη η συνύπαρξη της φωτιάς με το νερό, έτσι είναι αδύνατη η συνύπαρξη της δικαιολογίας με την ταπείνωση. (ΆγιοςΜάρκοςοΑσκητής)
  • Ο ταπεινός έχει όλα τα πνευματικά αρώματα: απλότητα, πραότητα, αγάπη χωρίς όρια, καλοσύνη, ανεξικακία, θυσία, υπακοή κ.λπ. Επειδή έχει την πνευματική φτώχεια, έχει και όλον τον πνευματικό πλούτο. Είναι επίσης και ευλαβής και σιωπηλός, γι’ αυτό συγγενεύει και με την Κεχαριτωμένη Θεοτόκο Μαρία, η οποία είχε μεγάλη ταπείνωση. Ενώ είχε μέσα της ολόκληρο τον Θεό σαρκωμένο, δεν μίλησε καθόλου. Μικρό κοριτσάκι ήταν και είπε το «Μεγαλύνει η ψυχή μου τον Κύριον, ότι επέβλεψεν επί την ταπείνωσιν της δούλης αυτού». Μέσα σε λίγες λέξεις τόσα νοήματα! Πολύ θα βοηθηθείς, εάν εμβαθύνεις στα λόγια αυτά. Είναι λίγα και δυνατά. Αν τα μελετάς, θα αγαπήσεις την ταπείνωση και αν ταπεινωθείς, θα δεις τον Θεό να έρχεται μέσα σου και να κάνει την καρδιά σου Φάτνη της Βηθλεέμ. (Άγιος Παϊσιος ο Αγιορείτης)
  • Μερικοί μπορεί σε όλη τους τη ζωή, να ζουν δήθεν πνευματικά, να κάνουν άσκηση κ.λπ., αλλά να νομίζουν ότι κάτι είναι και γι’ αυτό να μην λαμβάνουν την Χάρη του Θεού. Και άλλοι σε λίγο χρόνο χαριτώνονται, επειδή ταπεινώνονται. Αν ο άνθρωπος ταπεινωθεί, μπορεί μέσα σε ένα λεπτό να τον λούσει η Χάρις του Θεού. Ενώ αν υπερηφανευτεί, μπορεί μέσα σε ένα λεπτό να γίνει ταγκαλάκι και να βρεθεί στην κόλαση. Αν δηλ. θέλει ο άνθρωπος, γίνεται αρνί και αν θέλει, γίνεται κατσίκι. Τα καημένα τα κατσίκια και να θέλουν να γίνουν αρνιά δεν μπορούν, στον άνθρωπο όμως ο Θεός έδωσε την δυνατότητα να γίνει από κατσίκι αρνί, αρκεί να το θελήσει. (Άγιος Παϊσιος ο Αγιορείτης)
  • Η ταπείνωση καλλιεργείται με το φιλότιμο, καλλιεργείται και με την κοπριά των πτώσεων. Ανάλογα. Ένας φιλότιμος άνθρωπος ό,τι καλό έχει το αποδίδει στον Θεό. Βλέπει τις πολλές ευεργεσίες του Θεού, καταλαβαίνει, ότι δεν έχει ανταποκριθεί, ταπεινώνεται και δοξολογεί διαρκώς τον Θεό. Και όσο ταπεινώνεται και δοξολογεί τον Θεό, τόσο τον λούζει η Θεία Χάρις. Αυτή είναι η εκούσια ταπείνωση. Ενώ η ταπείνωση που φέρνουν οι διαρκείς πτώσεις, είναι η ακούσια ταπείνωση. Φυσικά η εκούσια ταπείνωση έχει πολύ μεγαλύτερη αξία από την ακούσια. Μοιάζει με χωράφι, που έχει καλό χώμα και καρπίζουν τα δέντρα, δίχως λίπασμα ή κοπριά και οι καρποί τους είναι νόστιμοι. Η ακούσια ταπείνωση μοιάζει με χωράφι που έχει αδύνατο έδαφος και για να δώσει καρπούς, πρέπει να ρίξεις και λίπασμα και κοπριά και πάλι οι καρποί του δεν θα είναι τόσο νόστιμοι. Εάν δεν ταπεινωθούμε εκουσίως, θα ταπεινωθούμε ακουσίως, διότι μας αγαπάει ο Καλός Θεός. (Άγιος Παϊσιος ο Αγιορείτης)
  • Η ταπείνωση ανοίγει τις πόρτες του Ουρανού και έρχεται στον άνθρωπο η Χάρις του Θεού, ενώ η υπερηφάνεια τις κλείνει. (Άγιος Παϊσιος ο Αγιορείτης)
  • Το μυστικό στην ταπείνωση είναι η αποδοχή των διαφόρων γεγονότων που επιτρέπει ο Θεός. (Άγιος Παϊσιος ο Αγιορείτης)
  • Η ταπείνωση δεν αγοράζεται από τον μπακάλη όπως τα ψώνια. Όταν λέμε: «δώσ’ μου, Θεέ μου, ταπείνωση», ο Θεός δεν θα πάρει την σέσουλα και θα αρχίσει: «πάρε ένα κιλό ταπείνωση εσύ», «μισό κιλό εσύ», αλλά θα επιτρέψει να έρθει λ.χ. κάποιος άνθρωπος αδιάκριτος να μας φερθεί σκληρά ή θα πάρει από άλλον την Χάρη Του και θα έρθει να μας βρίσει. Έτσι θα δοκιμαστούμε και θα εργαστούμε, εάν θέλουμε να αποκτήσουμε την ταπείνωση. Αλλά εμείς δεν σκεφτόμαστε, ότι ο Θεός επιτρέπει να γίνει ο αδελφός μας κακός, για να βοηθηθούμε εμείς και θυμώνουμε με τον αδελφό. Και ενώ ζητάμε από τον Θεό ταπείνωση, δεν δεχόμαστε τις ευκαιρίες που μας στέλνει, για να ταπεινωθούμε, αλλά δυσανασχετούμε… (Άγιος Παϊσιος ο Αγιορείτης)
  • Ταπεινοφροσύνη δεν είναι να λες λόγια ταπεινά, ούτε να αντιλέγεις σε εκείνον που σε επαινεί. Το να βρίζεις τον ευατόν σου, είναι το πρώτο στάδιο στην γνήσια ταπείνωση. Το να χαίρεσαι όταν σε βρίζουν, είναι το δεύτερο. (Άγιος Παϊσιος ο Αγιορείτης)
  • Αληθινή και τέλεια ταπείνωση είναι όταν φθάσει ο άνθρωπος σε τέτοια (πνευματική) κατάσταση, ώστε να θέλει να υπερηφανευτεί και να μην μπορεί! Ταπείνωση έχει αυτός που ότι καλό κάνει, το ξεχνά αμέσως και το παραμικρό καλό που του κάνουν, το θεωρεί πολύ μεγάλο και νιώθει ευγνωμοσύνη. Επίσης, φανερώνει γνήσια ταπεινοφροσύνη εκείνος, που δεν εξετάζει τι λένε οι άνθρωποι γι’ αυτόν, αλλά τι θα πει ο Θεός την ημέρα της Κρίσεως. Το ταπεινό όλοι τον αγαπούν. Τον ταπεινό, δεν μπορείς να τον ξεχάσεις… (Άγιος Παϊσιος ο Αγιορείτης)
  • Όταν σε ταπεινώνει ο άλλος και το δέχεσαι, τότε έχεις πραγματική ταπείνωση, γιατί πραγματική ταπείνωση είναι η ταπείνωση στην πράξη, όχι στα λόγια. Μια φορά ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός ρώτησε τους ανθρώπους που είχαν συγκεντρωθεί γύρω του: «Ποιός από εσάς δεν έχει υπερηφάνεια;». «Εγώ», είπε κάποιος. «Έλα εδώ εσύ που δεν έχεις υπερηφάνεια, του λέει. Κόψε το μισό μουστάκι και πήγαινε στην πλατεία». «Α, αυτό δεν μπορώ να το κάνω», του απαντά. «Α, τότε δεν έχεις ταπείνωση», του λέει. Ήθελε να πει ο Άγιος, ότι χρειάζεται έμπρακτη ταπείνωση. (Άγιος Παϊσιος ο Αγιορείτης)
  • Εύκολα ταπεινώνεται κανείς, αλλά αυτό δεν σημαίνει, ότι έχει και πραγματική ταπείνωση. (Άγιος Παϊσιος ο Αγιορείτης)
  • Ο Θεός δεν ζητά τίποτα από εμάς. Μόνο να γίνουμε ταπεινοί, να συγγενεύουμε μαζί Του και μετά όλες οι δωρεές Του, έρχονται άφθονες η μία μετά την άλλη. Γιατί ο Θεός χρωστά κατά κάποιο τρόπο στον ταπεινό άνθρωπο πολλή Χάρη και του την δίνει ως δώρο, χωρίς εκείνος να την ζητήσει. Είναι πνευματικός νόμος αυτό. ”Ο Θεός υπερηφάνοις αντιτάσσεται, ταπεινοίς δε δίδωσι χάριν” (Ιακώβου 4,6), δεν λέει το Ευαγγέλιο; (Άγιος Παϊσιος ο Αγιορείτης)
  • Κανονικά θα έπρεπε να χρωστάμε ευγνωμοσύνη σ’ αυτόν που μας ταπεινώνει, γιατί αυτός είναι ο μεγαλύτερος ευεργέτης μας. Όποιος ζητάει στην προσευχή του ταπείνωση από τον Θεό, αλλά δεν δέχεται τον άνθρωπο που του στέλνει ο Θεός, για να τον ταπεινώσει, δεν ξέρει τι ζητάει. Όταν ήμουν στην μονή Στομίου, ήταν κάτω στην Κόνιτσα ένας παπάς που με αγαπούσε από λαϊκό ακόμη. Μια Κυριακή είχα κατεβεί να λειτουργηθώ στην Κόνιτσα. Η Εκκλησία ήταν γεμάτη κόσμο. Την στιγμή που έμπαινα, όπως συνήθιζα, στο Ιερό, είπα μέσα μου: «Θεέ μου, βάλε όλους αυτούς τους πιστούς στον Παράδεισο και εμένα, αν θέλεις, βάλε με σε μια ακρούλα». Όταν πλησίασε η ώρα της Θείας Κοινωνίας ενώ αυτός ο παπάς πάντα με Κοινωνούσε μέσα στο Ιερό, γύρισε προς το μέρος μου και φώναξε δυνατά: «Βγες από το Ιερό να κοινωνήσεις απ’ έξω τελευταίος, γιατί είσαι ανάξιος». Βγήκα έξω, χωρίς να πω τίποτε. Πήγα στο αναλόγιο και άρχισα να διαβάζω την ακολουθία της Θείας Μεταλήψεως. Ύστερα, καθώς πήγαινα τελευταίος να Κοινωνήσω, είπα μέσα μου: «Ο παπάς φωτίστηκε από τον Θεό και μου αποκάλυψε ποιος είμαι. Κύριε, Ιησού Χριστέ, ελέησέ με, το κτήνος». Μόλις Κοινώνησα, αισθάνθηκα μέσα μου μεγάλη γλυκύτητα. Όταν τελείωσε η Θεία Λειτουργία, με πλησιάζει ο παπάς συντετριμμένος: «Συγχώρεσέ με! μου λέει. Πώς το έκανα αυτό! Εγώ μπροστά σου δεν έβαζα ούτε τα παιδιά μου ούτε την παπαδιά, ούτε τον εαυτό μου. Τι ήταν αυτό που έπαθα!». Έπεφτε κάτω, μου έβαζε μετάνοια. Μου ζητούσε συγνώμη, προσπαθούσε να μου φιλήσει τα χέρια. «Παπά μου, του λέω, μην στενοχωριέσαι. Δεν φταις εσύ, εγώ φταίω. Σε χρησιμοποίησε ο Θεός εκείνη την στιγμή, για να δοκιμάσει εμένα». Ο παπάς δεν μπορούσε να καταλάβει τι του έλεγα και τελικά, νομίζω, δεν τον έπεισα. Όλα αυτά έγιναν εξαιτίας της προσευχής που είχα κάνει. (Άγιος Παϊσιος ο Αγιορείτης)
  • Σημάδι πνευματικής προόδου είναι, όταν ένα καλό που έχεις, να μην το θεωρείς σπουδαίο και το παραμικρό καλό του άλλου, το βλέπεις πολύ ανώτερο από το δικό σου. Πάντα δηλ. να εκτιμάς το καλό των άλλων. Τότε έρχεται άφθονη η Θεία Χάρις. Γιατί όποιος πιστεύει, ότι οι άλλοι είναι ανώτεροί του, αυτός είναι ανώτερος, γιατί έχει την Χάρη του Θεού. (Άγιος Παϊσιος ο Αγιορείτης)
  • Όποιος σκύβει ταπεινά και δέχεται τα χτυπήματα από τους άλλους, διώχνει τα δικά του εξογκώματα, ομορφαίνει πνευματικά σαν Άγγελος και έτσι χωράει από την στενή πύλη του Παραδείσου. Ακούς μερικούς να λένε: ”Και γιατί ο Θεός θέλει να ταπεινωθούμε;” Ακούς κουβέντα; Μα αν δεν ταπεινωθεί ο άνθρωπος, δεν χωράει στον Παράδεισο, αλλά και σ’ αυτήν την ζωή δεν έχει ανάπαυση. Τί είπε ο Χριστός; ”Μάθετε απ’ εμού ότι πράος είμι και ταπεινοίς τη καρδία και ευρήσετε ανάπαυσιν ταις ψυχαίς υμών” (Ματθ. 11,29) (Άγιος Παϊσιος ο Αγιορείτης)
  • Το να σηκώσει κάποιος, που έχει σωματικές δυνάμεις 2 σακκιά τσιμέντο στην πλάτη του, από αγάπη, για να απαλλάξει έναν αδύνατο, που δεν μπορεί να σηκώσει βάρος, δεν έχει τόση αξία, όση το να σηκώσει το βάρος του σφάλματος του άλλου, να το κάνει δικό του και ας φανεί στους άλλους, ότι έσφαλε αυτός. Αυτό είναι μεγάλη αρετή, μεγάλη ταπείνωση. (Άγιος Παϊσιος ο Αγιορείτης)
  • Ενώ σφάλλεις και σου κάνουν παρατήρηση, πας να δικαιολογηθείς. Πώς να φτάσεις σε κατάσταση να παίρνεις πάνω σου το σφάλμα, όταν δεν σφάλλεις και σε κατηγορούν; Ο άνθρωπος που δικαιολογεί τον εαυτό του, όταν του κάνουν μια παρατήρηση, εξοντώνει συνέχεια την ταπείνωση. Ενώ ο άνθρωπος που ρίχνει όλο το βάρος πάνω του για κάποιο σφάλμα του, ταπεινώνεται και τον λούζει η Χάρη του Θεού. (Άγιος Παϊσιος ο Αγιορείτης)
  • Ο διάβολος μπορεί να γκρεμίσει έναν γίγαντα, αλλά μπορεί και να νικηθεί από ένα κοριτσάκι που έχει ταπείνωση! (ΆγιοςΠαϊσιος ο Αγιορείτης)
  • Η αυτογνωσία γεννά την ταπείνωση. Γιατί, όσο περισσότερο γνωρίζει ο άνθρωπος τον εαυτόν του, τόσο περισσότερο ανοίγουν τα μάτια της ψυχής του και βλέπει καθαρότερα την μεγάλη του αδυναμία. Γνωρίζει την αθλιότητά του και την αχαριστία του, καθώς και την μεγάλη αρχοντιά και την ευσπλαχνία του Θεού, οπότε συντρίβεται εσωτερικά, ταπεινώνεται πολύ και αγαπάει τον Θεό πολύ. (ΆγιοςΠαϊσιος ο Αγιορείτης)
  • Ο άνθρωπος που έχει υπερηφάνεια, δεν έχει γνωρίσει τον εαυτόν του. Αν γνωρίσει τον εαυτόν του, θα φύγει η υπερηφάνεια. Η αναγνώριση είναι το παν. Λείπει η αναγνώριση, γι’ αυτό λείπει η ταπείνωση. Και όταν ο άνθρωπος αναγνωρίζει ταπεινά τον εαυτόν του, αναγνωρίζεται και από τους ανθρώπους. (ΆγιοςΠαϊσιος ο Αγιορείτης)
  • Αν ο άνθρωπος δεν γνωρίσει τον εαυτόν του για να ταπεινωθεί φυσιολογικά, η ταπείνωση δεν μπορεί να του γίνει κατάσταση, για να παραμένει μέσα του η Θεία Χάρις. Τότε είναι σε θέση ο διάβολος να του φάει όλα τα χρόνια της ζωής του – ακόμη και τα χρόνια τού Μαθουσάλα να του δώσει ο Θεός -, παίζοντας το παιχνίδι της κολοκυθιάς. Δηλαδή μια θα του φέρνει ο διάβολος τον λογισμό ότι κάτι είναι, μια θα φέρνει αυτός έναν ταπεινό λογισμό, ότι δεν είναι τίποτε· μια ο διάβολος, μια ο άνθρωπος, μια θα κερδίζει ο ένας μια ο άλλος και θα συνεχίζεται το ίδιο βιολί… (ΆγιοςΠαϊσιος ο Αγιορείτης)
  • Και στον ταπεινό έρχονται υπερήφανοι λογισμοί, αλλά γελάει μ’ αυτούς, γιατί γνωρίζει τον εαυτόν του. (ΆγιοςΠαϊσιος ο Αγιορείτης)
  • Ο ταπεινός άνθρωπος, είναι ο εξυπνότερος του κόσμου, διότι κατορθώνει να προφυλάσσει τον πνευματικό του θησαυρό, στου Θεού το θησαυροφυλάκιο. (ΆγιοςΠαϊσιος ο Αγιορείτης)
  • Έστω ότι έχουμε κάποιον απελπισμένο από τον εαυτόν του, με την καλή έννοια, ο οποίος πει: ”Θεέ μου, δεν αξίζω, τί να κάνω προσευχή εγώ για τον κόσμο;” και δεν κάνει προσευχή για τον κόσμο, γιατί θεωρεί τον εαυτόν του ανάξιο. Αυτός αν ξεχαστεί και κάνει τελικά κάποια ευχή για τον κόσμο, αυτή η ευχή, πιάνει (μετράει) περισσότερο από όλες τις ευχές του κόσμου!!! (Άγιος Παϊσιος ο Αγιορείτης)
  • Στον πολύ ταπεινό και ευαίσθητο άνθρωπο όταν ταπεινώνεται κανείς, βοηθιέται πολύ, ενώ στον άνθρωπο που αγνοεί την ταπείνωση, εάν ταπεινωθείς, τον συμβουλευτείς ή πεις τα ελαττώματά σου, τον κάνεις πιο υπερήφανο και αναιδή. (Άγιος Παϊσιος ο Αγιορείτης)
  • Η ταπείνωση, επειδή έχει υποταγή, την θυσία, ευαρεστεί τον Θεό περισσότερο από κάθε άλλη θυσία και διώχνει τον διάβολο πολύ μακριά, όσο κανένα άλλο λιβάνι και τότε παύουν να λειτουργούν και οι Πνευματικοί Νόμοι. (Άγιος Παϊσιος ο Αγιορείτης)
  • H γη, ενώ πατιέται από όλους, όλους τους σηκώνει με την αγάπη της και τους τρέφει με στοργή σαν καλή μάνα. (Άγιος Παϊσιος ο Αγιορείτης)
  • Όσο ανεβάζει πνευματικά την ψυχή ένας πολύ ταπεινός λογισμός που θα φέρει για μια στιγμή ο άνθρωπος, δεν τον ανεβάζουν χρόνια ολόκληρα, αγώνες υπερφυσικοί. (Άγιος Παϊσιος ο Αγιορείτης)
  • Οι ταπεινοί μοιάζουν και με τα αηδόνια, που κρύβονται και αυτά στις λαγκαδιές και σκορπάνε αγαλλίαση στις ψυχές των ανθρώπων, με τα γλυκοκελαηδήματά τους, δοξολογώντας τον Δημιουργό του κόσμου μέρα-νύχτα, ενώ οι υπερήφανοι κάνουν όπως μερικές φλύαρες κότες, που ξεκουφαίνουν τον κόσμο με τα κακαρίσματα, λες και το αυγό τους είναι ίσια με τον πλανήτη μας μεγάλο… (Άγιος Παϊσιος ο Αγιορείτης)
  • Είδες ο Αββάς Μωϋσής (ήταν μαύρος στο δέρμα) τί ταπείνωση είχε; Όταν τον έκαναν ιερέα, θέλησε ο Αρχιεπίσκοπος να τον δοκιμάσει και είπε στους κληρικούς: «Όταν μπει στο Ιερό ο Αββάς Μωϋσής, να τον διώξετε και μετά να πάτε από πίσω του να ακούσετε τι θα πει». Μόλις λοιπόν μπήκε ο Αββάς Μωϋσής στο Ιερό, τον έδιωξαν. «Βρε κατάμαυρε, του είπαν, τί ζητάς εδώ;». «Έχουν δίκαιο, είπε εκείνος· τί δουλειά έχω εδώ μέσα εγώ ο κατάμαυρος; Αυτοί είναι άγγελοι»! Δεν πειράχθηκε, δεν θύμωσε. Ο ταπεινός όταν τον πειράζουν, δεν αντιδρά. (Άγιος Παϊσιος ο Αγιορείτης)
  • Εάν παρατηρήσετε τα στάχυα, θα δείτε, ότι όποιο στέκεται ψηλά, όρθιο, δεν έχει τίποτε μέσα. Ενώ το ψωμωμένο στάχυ, γέρνει προς τα κάτω… (Άγιος Παϊσιος ο Αγιορείτης)
  • Η αληθινή αγάπη είναι αγκαλιασμένη με την ταπείνωση σαν δύο αδέλφια δίδυμα, πολύ αγαπημένα. Η αγάπη δεν χωρίζει από την ταπείνωση. Μέσα στην αγάπη βρίσκεις την ταπείνωση και μέσα στην ταπείνωση βρίσκεις την αγάπη. Για μένα όλη η βάση στην πνευματική ζωή είναι η αγάπη και η ταπείνωση. Όπου υπάρχει αγάπη, κατοικεί ο Χριστός, η Αγάπη και, όπου υπάρχει ταπείνωση, την Χάρη του Θεού την πιάνει το ενοικιοστάσιο. Τότε παντού βασιλεύει ο Θεός και η γη μεταβάλλεται σε Παράδεισο. Ενώ, όπου λείπει η αγάπη και η ταπείνωση, εκεί κατοικεί το ταγκαλάκι, ο εχθρός και ζουν από εδώ οι άνθρωποι μαζί του την κόλαση και συνέχεια χειροτερεύουν την θέση τους στην άλλη ζωή. Ο ευκολότερος δρόμος για να σωθούμε είναι η αγάπη και η ταπείνωση, γι’ αυτά θα κριθούμε. Αυτές οι δύο αρετές συγκινούν και κάμπτουν τον Θεό και ανεβάζουν το πλάσμα Του στον Ουρανό… (Άγιος Παϊσιος ο Αγιορείτης)
  • Για να απαντήσει ο Θεός στο αίτημά μας και να μας δώσει ό,τι του ζητάμε, πρέπει πρώτα από όλα να έχουμε ταπείνωση, την οποία εμείς δεν έχουμε. Όλοι μας, μικροί και μεγάλοι, έχουμε πολύ εγωισμό και δεν δεχόμαστε υπόδειξη και παρατήρηση. Όλα τα γνωρίζουμε, είμαστε όλοι σοφοί… (ΆγιοςΠαϊσιοςοΑγιορείτης)
  • Συμβαίνει να έρχονται στο Καλύβι άνθρωποι με μεγάλη πίστη, ότι θα συναντήσουν έναν Άγιο – έτσι νομίζουν – και ο Θεός για να ανταμείψει την πίστη τους, γαλβανίζει εμένα τον τενεκέ και γυαλίζω στα μάτια τους. Έτσι εκείνοι μεν αυξάνουν την πίστη τους, εγώ όμως όταν φύγουν, μένω όπως και πρώτα, με την σκουριά μου… (Άγιος Παϊσιος ο Αγιορείτης)
  • Εγώ είμαι χειρότερος από έναν εγκληματία, διότι εκείνος έκανε 20 εγκλήματα, ενώ θα μπορούσε ανάλογα με αυτά που κληρονόμησε να είχε κάνει 40, ενώ εγώ αν έχω κάνει 20 καλά, θα έπρεπε ανάλογα να είχα κάνει 40 καλά… (Άγιος Παϊσιος ο Αγιορείτης)
  • Μου έκανε εντύπωση πως ένας ταπεινός λογισμός κάνει αμέσως την Χάρη του Θεού να ενεργεί. Είχε έρθει στο Καλύβι ένα ξένο γατάκι. Το καημένο, φαίνεται, κάτι είχε φάει που το πείραξε και ζητούσε βοήθεια. Χτυπιόταν από τον πόνο και πεταγόταν σαν το χταπόδι, όταν το χτυπούν… Το λυπόμουν που το έβλεπα σ’ αυτήν την κατάσταση, αλλά δεν μπορούσα να κάνω τίποτε. Το σταύρωνα, το ξανασταύρωνα, τίποτε! «Βρε ταλαίπωρε, λέω τότε στον εαυτό μου, βλέπεις τα χάλια σου; Τόσα χρόνια καλόγερος, ούτε ένα γατί δεν μπορείς να βοηθήσεις!». Μόλις ελεεινολόγησα τον εαυτό μου, εκεί που το γατάκι κόντευε να ψοφήσει, αμέσως συνήλθε. Ήρθε κοντά μου, μου έγλειφε τα πόδια και έκανε χαρούμενο όμορφες τούμπες… Τι δύναμη έχει η ταπείνωση! Γι’ αυτό λέει: «Εν τη ταπεινώσει ημών εμνήσθη ημών ο Κύριος» (Ψαλμοί 135,23). (Άγιος Παϊσιος ο Αγιορείτης)
  • Βλέπεις, μια νοσοκόμα που κάνει μια ένεση πενικιλίνης στον άρρωστο και τού πέφτει ο πυρετός, μπορεί να έχει υπερήφανο λογισμό, ενώ ο Φλέμινγκ που ανακάλυψε την πενικιλίνη και βοήθησε τόσο κόσμο, πόση ταπείνωση είχε! Ο Φλέμινγκ μετά την ανακάλυψη της πενικιλίνης είχε πάει στην Αμερική. Εκεί τον χειροκροτούσαν οι άλλοι, χειροκροτούσε και αυτός. Κάποια στιγμή ρώτησε: ”Τι συμβαίνει; Για ποιόν χειροκροτούν;”. ”Για σένα χειροκροτούν” του είπαν. Τάχασε! Δεν είχε καταλάβει για ποιόν χειροκροτούσαν! Θέλω να πω, εκείνος που βρήκε την πενικιλίνη δεν υπερηφανεύτηκε και η νοσοκόμα που κάνει την ένεση και πέφτει ο πυρετός καμαρώνει. Γι’ αυτό ο Μέγας Βασίλειος λέει: ”Το σπουδαιότερο είναι να έχει ο άνθρωπος υψηλή θέση και ταπεινό φρόνημα”. Αυτό έχει μεγάλη αξία και ανταμείβεται από τον Θεό. (Άγιος Παϊσιος ο Αγιορείτης)
  • Όταν κάποιος αποκάλυπτε θαυμαστά γεγονότα από τη ζωή του Αγίου Ιακώβου Τσαλίκη, του έλεγε ο Γέροντας: ”Μην λες τέτοια… Να έχουμε και λίγη ταπείνωση!”.
  • Δύο πράγματα να απομακρύνεις από τον εαυτόν σου: Να μην θεωρείς τον εαυτόν σου αξιόλογο και σπουδαίο και να μην νομίσεις ότι κάποιος από τους συνανθρώπους σου είναι κατώτερος από σένα. (ΜέγαςΒασίλειος)
  • Ταπεινός είναι εκείνος, που ενώ αξίζει, δεν υπερηφανεύεται. (Μέγας Βασίλειος)
  • Μην κάνεις επίδειξη με περίτεχνα λόγια, διαλέξεις αλαζονικές και βαρυσήμαντες, μα απ’ όλα να αφαιρείς την υπερβολή. Να είσαι καλός με το φίλο, μαλακός με τον υφιστάμενο, ανεξίκακος με τους θρασείς, φιλάνθρωπος με τους περιφρονημένους. Να παρηγορείς όσους ταλαιπωρούνται, να επισκέπτεσαι όσους υποφέρουν, να συζητάς με γλυκύτητα, να απαντάς με χαμόγελο, να είσαι προσιτός σε όλους. Ούτε να πλέκεις εγκώμια του εαυτού σου, ούτε να παρακινείς τους άλλους να σου πλέκουν και να μη συμφωνείς με λόγο υπερήφανο, καλύπτοντας όσο μπορείς τα προτερήματά σου. Όσο για τα λάθη σου, πρώτος εσύ να κατηγορείς τον εαυτό σου και να μην περιμένεις να σε διορθώσουν οι άλλοι. Με τα λάθη των άλλων, να μην είσαι αυστηρός και να μην κάνεις παρατηρήσεις γρήγορα και θυμωμένα, ούτε να τους καταδικάζεις για μικροπράγματα, σαν να είσαι εσύ απόλυτα σωστός. Αντίθετα, να στηρίζεις ψυχολογικά όσους έσφαλαν και να τους καθοδηγείς πνευματικά. Και να κάνεις τόση προσπάθεια για να αποφύγεις τη δόξα των ανθρώπων όση κάνουν άλλοι για να την αποκτήσουν. Μην ζημιώνεσαι λοιπόν, θέλοντας να φαίνεσαι στους ανθρώπους. Ο πραγματικός, ο μεγάλος θεατής είναι ο Θεός. Στρέψε σ’ Αυτόν τη φιλοδοξία σου. Δίνει λαμπρό μισθό. Και γενικά, να κυνηγάς την ταπεινοφροσύνη σαν να ήσουν ερωτευμένος μαζί της. «Αγάπησέ την και θα σε δοξάσει». (Μέγας Βασίλειος)
  • Η υγιής ταπείνωση, μαγνητίζει και τον πιο κακοπροαίρετο άνθρωπο, αφού αυτή είναι η στολή της Θεότητας. (Μέγας Βασίλειος)
  • Η ταπεινοφροσύνη δεν είναι μια αρετή αλλά θησαυροφυλάκιο αρετών. (Μέγας Βασίλειος)
  • Η αρετή της ταπεινοφροσύνης είναι αποτέλεσμα της μελέτης του εαυτού μας. Αληθινή ταπεινοφροσύνη υπάρχει, όταν κάποιος είναι σπουδαίος, ωστόσο ταπεινώνει τον εαυτόν του και όχι εκείνος που δεν υπερηφανεύεται, επειδή δεν έχει αρετές. (Άγιος Νεκτάριος)
  • Χωρίς την ταπεινοφροσύνη, είμαστε άξιοι αποστροφής από τον Θεό, μολυσμένοι και ακάθαρτοι. (Άγιος Νεκτάριος)
  • Όπου βρίσκεται η αληθινή κατά Χριστόν ταπείνωση, εκεί βρίσκονται μαζεμένες και όλες οι άλλες αρετές, που μας υψώνουν προς τον Θεό. (Άγιος Νεκτάριος)
  • Κανένα ανθρώπινο κατόρθωμα δεν μπορεί να σταθεί χωρίς την ταπεινοφροσύνη. Εάν το φρόνημα σου είναι ταπεινό, τότε το κατόρθωμά σου γίνεται μεγάλο. (ΙερόςΧρυσόστομος)
  • Στο Θεό αρέσει περισσότερο η ταπείνωση για το κακό που κάναμε, παρά η υπερηφάνεια για το καλό που κατορθώσαμε. (ΙερόςΧρυσόστομος)
  • Οποιαδήποτε αρετή και αν έχεις, ακόμη και αν νηστεύεις και προσεύχεσαι και δίνεις ελεημοσύνη και είσαι ευσεβής, όλα εξανεμίζονται και χάνονται, αν δεν σε διακρίνει η αρετή της ταπεινοφροσύνης. Αυτό ακριβώς συνέβη και στην περίπτωση του Φαρισαίου (Λουκά κεφ. 18ο). (Ιερός Χρυσόστομος)
  • Όποιος έπεισε τον εαυτόν του, ότι δεν έκανε ποτέ στη ζωή του κάποιο μεγάλο πράγμα, αν και έχει κατορθώσει πολλά, αυτός μπορεί να παραμένει ταπεινός. (ΙερόςΧρυσόστομος)
  • Εάν θέλεις να κάνεις μεγάλα τα κατορθώματά σου, μην τα θεωρείς μεγάλα, αλλά να ομολογείς ότι δια της Χάριτος του Θεού διαφυλάτεσσαι και τότε κάνεις τον Θεό οφειλέτη σου, όχι μόνο για τα κατορθώματά σου, αλλά και για την ευγνωμοσύνη σου. Διότι όταν κατορθώνουμε κάτι καλό, έχουμε οφειλέτη τον Θεό, μόνο για τα κατορθώματά μας. Όταν όμως έχουμε την γνώμη, ότι δεν κατορθώσαμε και τίποτε σπουδαίο, τότε έχουμε τον Θεό οφειλέτη και για την διάθεσή μας αυτήν και μάλιστα σε μεγαλύτερο βαθμό από πριν. (ΙερόςΧρυσόστομος)
  • Αυτός που είναι ταπεινός και δεν έχει μεγάλη ιδέα για τον εαυτόν του, γίνεται πιο επιμελής, όταν πάρει κάποιο χάρισμα. Πιστεύει, ότι έλαβε χωρίς να το αξίζει και θεωρεί τον εαυτόν του ανάξιο. Όποιος όμως νομίζει, ότι έχει κατορθώσει κάτι, θεωρεί ότι το πράγμα είναι οφειλή προς αυτόν και φουσκώνει… (ΙερόςΧρυσόστομος)
  • Ας κατεβάσουμε την ιδέα που έχουμε για τον εαυτόν μας. Ας γίνουμε μετριόφρονες, ταπεινοί και επιεικείς. Τους ταπεινούς προπάντων μακάρισε ο Χριστός. Ο Ίδιος έπλυνε τα πόδια των μαθητών Του, δίνοντας έτσι σε μας παράδειγμα ταπεινοφροσύνης. Αλλά και το ότι Έγινε Άνθρωπος, ενώ είναι Θεός, είναι ταπείνωση μεγάλη, ανέκφραστη, απερίγραπτη. (ΙερόςΧρυσόστομος)
  • Τίποτε δεν υπάρχει σαν την ταπεινοφροσύνη. Γι’ αυτό ο Κύριος άρχισε τους μακαρισμούς από την αρετή αυτή. Θεμέλιο λοιπόν της πνευματικής μας ζωής είναι η ταπείνωση. Όσα και αν κτίσεις και ελεημοσύνη και προσευχές και νηστείες και οποιαδήποτε άλλη αρετή, αν δεν βάλεις πρώτα ως θεμέλιο αυτήν, ματαιοπονείς και όλα όσα χτίζεις θα γκρεμιστούν εύκολα, όπως έπεσε το σπίτι εκείνο, που είχε οικοδομηθεί στην άμμο. Δεν υπάρχει κανένα, μα κανένα από τα κατορθώματά μας, που δεν έχει ανάγκη από την ταπεινοφροσύνη, για να μπορέσει να σταθεί. Ποιό θέλεις να αναφέρουμε; Την σωφροσύνη, την περιφρόνηση των χρημάτων, το καθετί, όλα αποδεικνύονται ακάθαρτα και θεομίσητα και αηδή χωρίς ταπείνωση. Γι’ αυτό είναι απαραίτητο, να την έχουμε πάντοτε μαζί μας και στα λόγια μας και στα έργα μας και στις σκέψεις μας και πάνω στην ταπείνωση, να χτίζουμε όλη μας τη ζωή. (Ιερός Χρυσόστομος)

(συνεχεια)

πηγη https://isychastis7.webnode.gr/

Posted in POECIA=ΠΟΙΗΣΗ | Tagged , , | Leave a comment

GREEK POETRY IN 19-20TH CENTURY (IA)

(BEING CONTINUED FROM  4/03/21)

Odysseus Elytis turns 100 Amid the Ruins

Greece is crumbling.  Papandreou has called for a referendum on the the EU’s bailout agreement, blazing a trail towards a European abyss. Now the EU is waiting to excise the sun-drenched country like a melanoma. In Athens, friendly young couples pickpocket helpful old men of their last euros. Once-thriving neighborhoods are now scarred with graffiti and patrolled by prostitutes from Africa.*  The exportable stereotype of the Greek male as a swarthy open-shirted devil seducing blond tourists has been supplanted by that of the spoiled, tax-evading professional throwing a tantrum over not being able to retire at fifty. Fifty also being the percentage rise in suicide.** Having scraped and clawed and bled their way up through a century of misery to a tenuous, teeth-gritted prosperity, its all falling down around their ears like a film of the Parthenon time-lapsed at one frame per century. You weren’t going to forget, were you, amidst all the news of plummeting stock markets and mounting chaos, that today marks the 100th birthday of Odysseus Elytis?

Haven’t heard of him? It seems you’re not alone. Greek literature, to most non-Greeks, means Homer or Aeschylus. With a little prompting, the non-Hellenic reader may get a patchy, long-stashed image of Anthony Quinn dancing on the seashore and come up with Nikos Kazantzakis.  If you read poetry, you may be lucky enough to have become, along with Auden, an admirer of Constantine Cavafy, whose elevated verse articulated a profound longing for historic Greece through his fascination with beautiful young men. But mention Yannis Ritsos, Angelos Sikelianos, Giorgios Seferis, or Odysseus Elytis, and most people will give a blank stare.

Greece, on the other hand – the Greece of its own better Angel’s, brave and tenacious fighters for independence, raki-drinking street-dancers with long memories of oracles ringing in their ears, home to one of the world’s oldest and greatest literary traditions – Greece holds its poets close with pride. And among them, perhaps Odysseus Elytis most of all. Long before he won the Nobel Prize in 1979, this intensely private man who lived for half a century in the same small apartment in Athens, harnessing French surrealism to the chariot of Helios, was venerated as one of the Immortals.***

In a previous post I referred to Elytis as “tragic-eyed”, at best a misleading epithet, for his poetry is intense, optimistic, and frankly erotic.  Listen to this fragment from his early collection, Sun the First:

I lived the beloved name
In the shade of the grandmother olive tree
In the roar of the lifelong sea.

Those who stoned me live no longer
With their stones I built a fountain
Verdant girls come to its threshold
Their lips are descended from the dawn
Their hair unwinds deeply in the future.

In Greece, 2011 has been officially declared the Year of Elytis. Readings, symposiums, installations of his art, and concerts of music inspired by his poetry have been going on for months and will continue through November. As unstable as Greece’s future is, it seems a small point of hope that it remains poet-honoring in this way.  Imagine America declaring this the “Year of Elizabeth Bishop”.

In I give you Elytis’s famous poem The Mad Pomegranate Tree.  

The Mad Pomegranate Tree


In these all-white courtyards where the south wind blows
Whistling through vaulted arcades, tell me, is it the mad pomegranate tree
That leaps in the light, scattering its fruitful laughter
With windy wilfulness and whispering, tell me, is it the mad pomegranate tree
That quivers with foliage newly born at dawn
Raising high its colours in a shiver of triumph?

On plains where the naked girls awake,
When they harvest clover with their light brown arms
Roaming round the borders of their dreams–tell me, is it the mad pomegranate tree,
Unsuspecting, that puts the lights in their verdant baskets
That floods their names with the singing of birds–tell me
Is it the mad pomegranate tree that combats the cloudy skies of the world?

On the day that it adorns itself in jealousy with seven kinds of feathers,
Girding the eternal sun with a thousand blinding prisms
Tell me, is it the mad pomegranate tree
That seizes on the run a horse’s mane of a hundred lashes,
Never sad and never grumbling–tell me, is it the mad pomegranate tree
That cries out the new hope now dawning?
Tell me, is that the mad pomegranate tree waving in the distance,
Fluttering a handkerchief of leaves of cool flame,
A sea near birth with a thousand ships and more,
With waves that a thousand times and more set out and go
To unscented shores–tell me, is it the mad pomegranate tree
That creaks the rigging aloft in the lucid air?

High as can be, with the blue bunch of grapes that flares and celebrates
Arrogant, full of danger–tell me, is it the mad pomegranate tree
That shatters with light the demon’s tempests in the middle of the world
That spreads far as can be the saffron ruffle of the day
Richly embroidered with scattered songs–tell me, is it the mad pomegranate tree
That hastily unfastens the silk apparel of day?

In petticoats of April first and cicadas of the feast of mid-August
Tell me, that which plays, that which rages, that which can entice
Shaking out of threats their evil black darkness
Spilling the sun’s embrace intoxicating birds
Tell me, that which opens its wings on the breast of things
On the breast of our deepest dreams, is that the mad pomegranate tree?


                                   Greek; trans. Edmund Keeley & Philip Sherrard

But also, I leave you with this: A line of poetry by Elytis is currently on display in the Athens metro: “Take a leap faster than decay.”****

*http://www.foreignpolicy.com/greece_financial_crisis_an_elegy?page=0,0

**http://online.wsj.com/article/SB10001424053111904199404576538261061694524.html?mod=WSJ_hp_LEFTTopStories

***The Collected Poems of Odysseus Elytis, Revised and Expanded Edition, Trans. by Jeffrey Carson and Nikos Sarris, The Johns Hopkins University Press, Baltimore, Maryland (2004), p. xxxix.

****http://insidegreece.wordpress.com/2011/05/10/greeces-lost-soul/

(TO BE CONTINUED)

SOURCE https://thestockholmshelf.com/ 2011

Posted in POECIA=ΠΟΙΗΣΗ | Tagged , , | Leave a comment

Ο ΚΗΠΟΣ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ (H)

(ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΑΠΟ  3/03/21)

ΟΥΩΛΤ ΟΥΙΤΜΑΝ (19ος αι. Η.Π.Α)

ΦΥΛΛΑ ΧΛΟΗΣ

(αποσπάσματα)

Όλα για μένα είναι γραφή.

Και να ερμηνεύω πρέπει τη γραφή.

Ξέρω πως είμ’ αθάνατος. Υπάρχω  

έτσι όπως είμαι. Και μου αρκεί.

Κι αν μες στον κόσμο ουτ’ ένας δεν το ξέρει, μου ’ν’ ευχάρι­στο.

Κι αν ο καθένας κι όλοι τους το ξέρουν, μου ’ν’ ευχάριστο.

Το ξέρει πάνω απ’ όλα ένας κόσμος

που ’ναι ασύγκριτα για μένα πιο μεγάλος.

Κι αυτός ο κόσμος είν’ ο εαυτός μου.

*

Πιστεύω στις ορέξεις και στη σάρκα·

όραση, ακοή, αφή,

είναι για μένα θαύματα.

Και κάθε μέλος του κορμιού μου, κάθε ίνα μου, είναι θαύμα.

*

Μέσα μου κι έξω είμαι όλος θεϊκός

κι ό, τι αγγίζω ή μ’ αγγίζει τ’ αγιάζω.

Η μυρουδιά απ’ αυτές μου τις μασχάλες είναι άρωμα

πιο εκλεκτό απ’ όποια προσευχή.

Και το κεφάλι μου αυτό είναι πιο πάνω

απ’ όλες τις γραφές, τις εκκλησίες και τα δόγματα.

*

Αν θέλεις φίλε όντως να με νοιώσεις

πήγαινε στ’ ακρογιάλια ή στο βουνό.

Το πρώτο έντομο που θα ’βρεις εκεί πέρα

αποτελεί και μια μου ερμηνεία.

Μια στάλα, ένα κύμα, είναι κλειδί·

το χειροπρίονο, το κουπί, βοηθούν τα λόγια μου.

*

Ούτ’ αίθουσες κλειστές, ούτε σχολεία

μπορούν μαζί μου να επικοινωνήσουν·

όμως μπορούν οι άξεστοι και τα μικρά παιδιά.

Και λέω στην ανθρωπότητα. Μην έχεις

την περιέργεια αυτή για το Θεό.

Γιατί εγώ πού ’μαι περίεργος για όλα, ουδόλως έχω

την περιέργεια αυτή για το Θεό.

*

Ακούω και βλέπω το Θεό σε κάθε πράγμα,

όμως δεν εννοώ

κι ούτε καταλαβαίνω πως μπορεί να υπάρχει κάτι θαυμαστότερο

            απ’ τον ίδιο εμένα.

ΚΑΜΜΙΓΚΣ (20ος αι. Η.Π.Α)

αγάπη μου βασίλειο τα μαλλιά σου

και βασιλιάς τους είναι το σκοτάδι

το μέτωπό σου ιπτάμενα λουλούδια

η κεφαλή σου ένα δάσος ζωντανό

γεμάτο κοιμισμένα είναι πουλιά

τα στήθια σου είναι σμήνη από μέλισσες λευκές

επάνω στο κλωνάρι του κορμιού σου

για μένα το κορμί σου είν’ Απρίλης

και στις μασχάλες σου η άνοιξη που έφτασε.

τα μπούτια σου είναι άλογα λευκά

ζεμένα σ’ ένα άρμα βασιλέων·

του ποιητή ο έξοχος ρυθμός·

ανάμεσά τους το γλυκύτατο τραγούδι

αγάπη μου

μια θήκη είναι το κεφάλι σου γεμάτη

από τα κρύα κοσμήματα του νου σου·

η κόμη σου αυτή πολεμιστής ακατανίκητος·

στους ώμους τα μαλλιά σου ένας στρατός

χτυπώντας νικηφόρες σάλπιγγες

τα πόδια σου είναι δέντρα του ονείρου

που δε μπορείς να λησμονήσεις τους καρπούς τους

τα χείλη σου σατράπες της πορφύρας

που στο φιλί τους ανταμώνουν βασιλείς

και των χεριών σου οι καρποί είν’ ιεροί

του αίματός σου κλειδοκράτορες

τα πόδια σου εκεί στους αστραγάλους σου

είναι λουλούδια σ’ ασημένιο βάζο

η ομορφιά σου είναι το δίλημμα του φλάουτου

οι οφθαλμοί σου είναι η ψευδαίσθηση

από τα κουδουνάκια που ακούγονται

εκεί μες στους καπνούς του θυμιατού.

ΞΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΑΛΛΟΥΣ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΕΣ

ΙΒΑΝ ΓΚΟΛ  20ος αι.

(Σε μετάφραση Παπαδίτσα και Γονατά)

ΤΟ ΜΑΤΙ

Σε κοιτάω που με κοιτάς μάτι μου

ανέβηκες δεν ξέρω από πού

στην επιφάνεια του προσώπου μου

με το αγέρωχο βλέμμα των λιμνών

και τη διάφανη εντολή των καθρεφτών

με κοιτάζεις

σχεδόν πιο έκπληκτο κι από το μάτι της τσίχλας ή το μάτι του φρύνου

γεμάτο μεταφυσικό τρόμο

καίγοντας με την παγερή φωτιά των πρώτων λίθων

ώ κύκλε μαγικέ, μάτι του κάθε όντος

μάτι ηφαίστειου καταφλογισμένου από αίματα νοσηρά

μάτι αυτού του μαύρου λωτού

που αναδύεται από τα τη γαλήνη του ύπνου.

Μάτι διαμάντι λαξεμένο σε τριανταέξη επίπεδα

ατενίζοντας τις εκατοντάδες στάσεις του θανάτου.

Το σύμπαν γυρνά ολόγυρά σου.

Μάτι πρισματικό που σκορπίζεις τα μάτια των άστρων

παρασέρνοντας φωτονεφέλες ματιών στη μανία σου

και ροδώνες ματιών σκεπασμένων ακόμη με βλέφαρα κοιμισμένα,

δίχτυα ματιών από την τρίσβαθη θάλασσα.

Μάτι μαγνητικό όπου οι χειμώνες υπνωτισμένοι σμίγουν

όπου οι νυχτοκόρακες τελειώνουν το ταξίδι τους

όπου τσαμπιά φεγγάρια σβήνουν· μάτι του προσώπου μου

ω παντοδύναμο

σ’ αυτό το μάτι μέσα έριξα όλα τ’ άγια μου λείψανα

το χρυσό ρολόι του παππού μου και τους καρπερούς ήλιους των εγγονών μου.

Το παν είναι κλεισμένο σ’ αυτή την άβυσσο

με τις χιλιόχρωμες ανταύγειες.

Άβυσσο μεγάλη ίσια μ’ ένα φουντούκι του κρύσταλλου

Ένα κρύσταλλο αγνότερο κι από την πηγή αυτού του πρωινού

μια αγνότητα απόσταγμα

χιλιάδων χρόνων πετροκάρβουνου και νύχτας

και στο κέντρο της γύρω φτερουγίζει

ο προπατωρικός σκαραβαίος.

κατεβαίνω κατεβαίνω τη σκάλα των συνθετικών ύπνων

προς τον κόσμο του αχάτη

όπου αναπαύεται η μήτρα ανάμεσα στη σάρκα του μαλαχίτη

από σκαλί σε σκαλί συντρίβω

κρανία θεών κι αυγά του μέλλοντος

αναζητώντας την ημέρα στο βυθό των καθρεφτών.

ΠΙ ΤΣΟΥ ΓΙ 772-846 (Σε μετάφραση Όμηρου Μπεκέ)

Ο ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ

Έφυγε, πάει, κι άφησε ξωπίσω της μαράζι

το καθρεφτάκι της κι αυτό

σαν έπαψε να χαίρεται την ομορφιά της μοιάζει

με χεινοπωρινό νερό δίχως λωτό.

Πέρασε χρόνος που άφησε την πίκρα της εδώ

Η σκόνη τώρα σκέπασε τον μπρούτζο του καθρέφτη.

Σήμερα πια τον σκούπισα μονάχα για να δω

ποια λύπη από την όψη μου την κουρασμένη πέφτει.

Δε βάσταξα, τον άφησα…Τι πίκρα, οι σκαλισμένοι

οι δύο δράκοι πάνω του πού ’ναι αγκαλιασμένοι.

(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)

ΥΦΑΝΤΗΣ

ΑΠΟ ΤΟ ΟΜΩΝΥΜΟ ΤΟΥ ΤΙΤΛΟΥ ΒΙΒΛΙΟ 

ΠΗΓΗ  ah-ach.blogspot

Posted in POECIA=ΠΟΙΗΣΗ | Tagged , , | Leave a comment

ORPHEUS / ARGONAUTICA (XVI)

(BEING  CONTINUED FROM  2/03/21-bookiv)

[1] Now do thou thyself, goddess Muse, daughter of Zeus, tell of the labour and wiles of the Colchian maiden. Surely my soul within me wavers with speechless amazement as I ponder whether I should call it the lovesick grief of mad passion or a panic flight, through which she left the Colchian folk.

[6] Aeetes all night long with the bravest captains of his people was devising in his halls sheer treachery against the heroes, with fierce wrath in his heart at the issue of the hateful contest; nor did he deem at all that these things were being accomplished without the knowledge of his daughters.

[11] But into Medea’s heart Hera cast most grievous fear; and she trembled like a nimble fawn whom the baying of hounds hath terrified amid the thicket of a deep copse. For at once she truly forboded that the aid she had given was not hidden from her father, and that quickly she would fill up the cup of woe. And she dreaded the guilty knowledge of her handmaids; her eyes were filled with fire and her ears rung with a terrible cry. Often did she clutch at her throat, and often did she drag out her hair by the roots and groan in wretched despair. There on that very day the maiden would have tasted the drugs and perished and so have made void the purposes of Hera, had not the goddess driven her, all bewildered, to flee with the sons of Phrixus; and her fluttering soul within her was comforted; and then she poured from her bosom all the drugs back again into the casket. Then she kissed her bed, and the folding-doors on both sides, and stroked the walls, and tearing away in her hands a long tress of hair, she left it in the chamber for her mother, a memorial of her maidenhood, and thus lamented with passionate voice: “I go, leaving this long tress here in my stead, O mother mine; take this farewell from me as I go far hence; farewell Chalciope, and all my home. Would that the sea, stranger, had dashed thee to pieces, ere thou camest to the Colchian land!”

[34] Thus she spake, and from her eyes shed copious tears. And as a bondmaid steals away from a wealthy house, whom fate has lately severed from her native land, nor yet has she made trial of grievous toil, but still unschooled to misery and shrinking in terror from slavish tasks, goes about beneath the cruel hands of a mistress; even so the lovely maiden rushed forth from her home. But to her the bolts of the doors gave way self-moved, leaping backwards at the swift strains of her magic song. And with bare feet she sped along the narrow paths, with her left hand holding her robe over her brow to veil her face and fair cheeks, and with her right lifting up the hem of her tunic. Quickly along the dark track, outside the towers of the spacious city, did she come in fear; nor did any of the warders note her, but she sped on unseen by them. Thence she was minded to go to the temple; for well she knew the way, having often aforetime wandered there in quest of corpses and noxious roots of the earth, as a sorceress is wont to do; and her soul fluttered with quivering fear.

[55] And the Titanian goddess, the moon, rising from a far land, beheld her as she fled distraught, and fiercely exulted over her, and thus spake to her own heart: “Not I alone then stray to the Latinian cave, nor do I alone burn with love for fair Endymion; oft times with thoughts of love have I been driven away by thy crafty spells, in order that in the darkness of night thou mightest work thy sorcery at ease, even the deeds dear to thee. And now thou thyself too hast part in a like mad passion; and some god of affection has given thee Jason to be thy grievous woe. Well, go on, and steel thy heart, wise though thou be, to take up thy burden of pain, fraught with many sighs.”

[66] Thus spake the goddess; but swiftly the maiden’s feet bore her, hasting on. And gladly did she gain the high-bank of the river and beheld on the opposite side the gleam of fire, which all night long the heroes were kindling in joy at the contest’s issue. Then through the gloom, with clear-pealing voice from across the stream, she called on Phrontis, the youngest of Phrixus’ sons, and he with his brothers and Aeson’s son recognised the maiden’s voice; and in silence his comrades wondered when they knew that it was so in truth. Thrice she called, and thrice at the bidding of the company Phrontis called out in reply; and meantime the heroes were rowing with swift- moving oars in search of her. Not yet were they casting the ship’s hawsers upon the opposite bank, when Jason with light feet leapt to land from the deck above, and after him Phrontis and Argus, sons of Phrixus, leapt to the ground; and she, clasping their knees with both hands, thus addressed them: “Save me, the hapless one, my friends, from Aeetes, and yourselves too, for all is brought to light, nor doth any remedy come. But let us flee upon the ship, before the king mounts his swift chariot. And I will lull to sleep the guardian serpent and give you the fleece of gold; but do thou, stranger, amid thy comrades make the gods witness of the vows thou hast taken on thyself for my sake; and now that I have fled far from my country, make me not a mark for blame and dishonour for want of kinsmen.”

[92] She spake in anguish; but greatly did the heart of Aeson’s son rejoice, and at once, as she fell at his knees, he raised her gently and embraced her, and spake words of comfort: “Lady, let Zeus of Olympus himself be witness to my oath, and Hera, queen of marriage, bride of Zeus, that I will set thee in my halls my own wedded wife, when we have reached the land of Hellas on our return.”

[99] Thus he spake, and straightway clasped her right hand in his; and she bade them row the swift ship to the sacred grove near at hand, in order that, while it was still night, they might seize and carry off the fleece against the will of Aeetes. Word and deed were one to the eager crew. For they took her on board, and straightway thrust the ship from shore; and loud was the din as the chieftains strained at their oars, but she, starting back, held out her hands in despair towards the shore. But Jason spoke cheering words and restrained her grief.

[109] Now at the hour when men have cast sleep from their eyes~huntsmen, who, trusting to their bounds, never slumber away the end of night, but avoid the light of dawn lest, smiting with its white beams, it efface the track and scent of the quarry — then did Aeson’s son and the maiden step forth from the ship over a grassy spot, the “Ram’s couch” as men call it, where it first bent its wearied knees in rest, bearing on its back the Minyan son of Athamas. And close by, all smirched with soot, was the base of the altar, which the Aeolid Phrixus once set up to Zeus, the alder of fugitives, when he sacrificed the golden wonder at the bidding of Hermes who graciously met him on the way. There by the counsels of Argus the chieftains put them ashore.

[123] And they two by the pathway came to the sacred grove, seeking the huge oak tree on which was hung the fleece, like to a cloud that blushes red with the fiery beams of the rising sun. But right in front the serpent with his keen sleepless eyes saw them coming, and stretched out his long neck and hissed in awful wise; and all round the long banks of the river echoed and the boundless grove. Those heard it who dwelt in the Colchian land very far from Titanian Aea, near the outfall of Lycus, the river which parts from loud-roaring Araxes and blends his sacred stream with Phasis, and they twain flow on together in one and pour their waters into the Caucasian Sea. And through fear young mothers awoke, and round their new-born babes, who were sleeping in their arms, threw their hands in agony, for the small limbs started at that hiss. And as when above a pile of smouldering wood countless eddies of smoke roll up mingled with soot, and one ever springs up quickly after another, rising aloft from beneath in wavering wreaths; so at that time did that monster roll his countless coils covered with hard dry scales. And as he writhed, the maiden came before his eyes, with sweet voice calling to her aid sleep, highest of gods, to charm the monster; and she cried to the queen of the underworld, the night-wanderer, to be propitious to her enterprise. And Aeson’s son followed in fear, but the serpent, already charmed by her song, was relaxing the long ridge of his giant spine, and lengthening out his myriad coils, like a dark wave, dumb and noiseless, rolling over a sluggish sea; but still he raised aloft his grisly head, eager to enclose them both in his murderous jaws. But she with a newly cut spray of juniper, dipping and drawing untempered charms from her mystic brew, sprinkled his eyes, while she chanted her song; and all around the potent scent of the charm cast sleep; and on the very spot he let his jaw sink down; and far behind through the wood with its many trees were those countless coils stretched out.

[162] Hereupon Jason snatched the golden fleece from the oak, at the maiden bidding; and she, standing firm, smeared with the charm the monster’s head, till Jason himself bade her turn back towards their ship, and she left the grove of Ares, dusky with shade. And as a maiden catches on her finely wrought robe the gleam of the moon at the full, as it rises above her high-roofed chamber; and her heart rejoices as she beholds the fair ray; so at that time did Jason uplift the mighty fleece in his hands; and from the shimmering of the flocks of wool there settled on his fair cheeks and brow a red flush like a flame. And great as is the hide of a yearling ox or stag, which huntsmen call a brocket, so great in extent was the fleece all golden above. Heavy it was, thickly clustered with flocks; and as he moved along, even beneath his feet the sheen rose up from the earth. And he strode on now with the fleece covering his left shoulder from the height of his neck to his feet, and now again he gathered it up in his hands; for he feared exceedingly, lest some god or man should meet him and deprive him thereof.

[183] Dawn was spreading over the earth when they reached the throng of heroes; and the youths marvelled to behold the mighty fleece, which gleamed like the lightning of Zeus. And each one started up eager to touch it and clasp it in his hands. But the son of Aeson restrained them all, and threw over it a mantle newly-woven; and he led the maiden to the stern and seated her there, and spake to them all as follows: “No longer now, my friends, forbear to return to your fatherland. For now the task for which we dared this grievous voyage, toiling with bitter sorrow of heart, has been lightly fulfilled by the maiden’s counsels. Her — for such is her will — I will bring home to be my wedded wife; do ye preserve her, the glorious saviour of all Achaea and of yourselves. For of a surety, I ween, will Aeetes come with his host to bar our passage from the river into the sea. But do some of you toil at the oars in turn, sitting man by man; and half of you raise your shields of oxhide, a ready defence against the darts of the enemy, and guard our return. And now in our hands we hold the fate of our children and dear country and of our aged parents; and on our venture all Hellas depends, to reap either the shame of failure or great renown.”

[206] Thus he spake, and donned his armour of war; and they cried aloud, wondrously eager. And he drew his sword from the sheath and cut the hawsers at the stern. And near the maiden he took his stand ready armed by the steersman Aneaeus, and with their rowing the ship sped on as they strained desperately to drive her clear of the river.

[212] By this time Medea’s love and deeds had become known to haughty Aeetes and to all the Colchians. And they thronged to the assembly in arms; and countless as the waves of the stormy sea when they rise crested by the wind, or as the leaves that fall to the ground from the wood with its myriad branches in the month when the leaves fall — who could reckon their tale? — so they in countless number poured along the banks of the river shouting in frenzy; and in his shapely chariot Aeetes shone forth above all with his steeds, the gift of Helios, swift as the blasts of the wind. In his left hand he raised his curved shield, and in his right a huge pine-torch, and near him in front stood up his mighty spear. And Apsyrtus held in his hands the reins of the steeds. But already the ship was cleaving the sea before her, urged on by stalwart oarsmen, and the stream of the mighty river rushing down. But the king in grievous anguish lifted his hands and called on Helios and Zeus to bear witness to their evil deeds; and terrible threats he uttered against all his people, that unless they should with their own hands seize the maiden, either on the land or still finding the ship on the swell of the open sea, and bring her back, that so he might satisfy his eager soul with vengeance for all those deeds, at the cost of their own lives they should learn and abide all his rage and revenge.

[236] Thus spake Aeetes; and on that same day the Colchians launched their ships and cast the tackle on board, and on that same day sailed forth on the sea; thou wouldst not say so mighty a host was a fleet of ships, but that a countless flight of birds, swarm on swarm, was clamouring over the sea.

[241] Swiftly the wind blew, as the goddess Hera planned, so that most quickly Aeaean Medea might reach the Pelasgian land, a bane to the house of Pelias, and on the third morn they bound the ship’s stern cables to the shores of the Paphlagonians, at the mouth of the river Halys. For Medea bade them land and propitiate Hecate with sacrifice. Now all that the maiden prepared for offering the sacrifice may no man know, and may my soul not urge me to sing thereof. Awe restrains my lips, yet from that time the altar which the heroes raised on the beach to the goddess remains till now, a sight to men of a later day.

[253] And straightway Aeson’s son and the rest of the heroes bethought them of Phineus, how that he had said that their course from Aea should be different, but to all alike his meaning was dim. Then Argus spake, and they eagerly hearkened: “We go to Orchomenus, whither that unerring seer, whom ye met aforetime, foretold your voyage. For there is another course, signified by those priests of the immortal gods, who have sprung from Tritonian Thebes. As yet all the stars that wheel in the heaven were not, nor yet, though one should inquire, could aught be heard of the sacred race of the Danai. Apidanean Arcadians alone existed, Arcadians who lived even before the moon, it is said, eating acorns on the hills; nor at that time was the Pelasgian land ruled by the glorious sons of Deucalion, in the days when Egypt, mother of men of an older time, was called the fertile Morning-land, and the river fair-flowing Triton, by which all the Morning-land is watered; and never does the rain from Zeus moisten the earth; but from the flooding of the river abundant crops spring up. From this land, it is said, a king made his way all round through the whole of Europe and Asia, trusting in the might and strength and courage of his people; and countless cities did he found wherever he came, whereof some are still inhabited and some not; many an age hath passed since then. But Aea abides unshaken even now and the sons of those men whom that king settled to dwell in Aea. They preserve the writings of their fathers, graven on pillars, whereon are marked all the ways and the limits of sea and land as ye journey on all sides round. There is a river, the uttermost horn of Ocean, broad and exceeding deep, that a merchant ship may traverse; they call it Ister and have marked it far off; and for a while it cleaves the boundless tilth alone in one stream; for beyond the blasts of the north wind, far off in the Rhipaean mountains, its springs burst forth with a roar. But when it enters the boundaries of the Thracians and Scythians, here, dividing its stream into two, it sends its waters partly into the Ionian sea, and partly to the south into a deep gulf that bends upwards from the Trinaerian sea, that sea which lies along your land, if indeed Achelous flows forth from your land.”

[204] Thus he spake, and to them the goddess granted a happy portent, and all at the sight shouted approval, that this was their appointed path. For before them appeared a trail of heavenly light, a sign where they might pass. And gladly they left behind there the son of Lyeus and with canvas outspread sailed over the sea, with their eyes on the Paphlagonian mountains. But they did not round Carambis, for the winds and the gleam of the heavenly fire stayed with them till they reached Ister’s mighty stream.

[303] Now some of the Colchians, in a vain search, passed out from Pontus through the Cyanean rocks; but the rest went to the river, and them Apsyrtus led, and, turning aside, he entered the mouth called Fair. Wherefore he outstripped the heroes by crossing a neck of land into the furthest gulf of the Ionian sea. For a certain island is enclosed by Ister, by name Peuee, three-cornered, its base stretching along the coast, and with a sharp angle towards the river; and round it the outfall is cleft in two. One mouth they call the mouth of Narex, and the other, at the lower end, the Fair mouth. And through this Apsyrtus and his Colchians rushed with all speed; but the heroes went upwards far away towards the highest part of the island. And in the meadows the country shepherds left their countless flocks for dread of the ships, for they deemed that they were beasts coming forth from the monster-teeming sea. For never yet before had they seen seafaring ships, neither the Scythians mingled with the Thracians, nor the Sigynni, nor yet the Graucenii, nor the Sindi that now inhabit the vast desert plain of Laurium. But when they had passed near the mount Angurum, and the cliff of Cauliacus, far from the mount Angurum, round which Ister, dividing his stream, falls into the sea on this side and on that, and the Laurian plain, then indeed the Colchians went forth into the Cronian sea and cut off all the ways, to prevent their foes’ escape. And the heroes came down the river behind and reached the two Brygean isles of Artemis near at hand. Now in one of them was a sacred temple; and on the other they landed, avoiding the host of Apsyrtus; for the Colchians had left these islands out of many within the river, just as they were, through reverence for the daughter of Zeus; but the rest, thronged by the Colchians, barred the ways to the sea. And so on other islands too, close by, Apsyrtus left his host as far as the river Salangon and the Nestian land.

[338] There the Minyae would at that time have yielded in grim fight, a few to many; but ere then they made a covenant, shunning a dire quarrel; as to the golden fleece, that since Aeetes himself had so promised them if they should fulfill the contests, they should keep it as justly won, whether they carried it off by craft or even openly in the king’s despite; but as to Medea — for that was the cause of strife — that they should give her in ward to Leto’s daughter apart from the throng, until some one of the kings that dispense justice should utter his doom, whether she must return to her father’s home or follow the chieftains to the land of Hellas.

[350] Now when the maiden had mused upon all this, sharp anguish shook her heart unceasingly; and quickly she called forth Jason alone apart from his comrades, and led him aside until they were far away, and before his face uttered her speech all broken with sobs: “What is this purpose that ye are now devising about me, O son of Aeson? Has thy triumph utterly cast forgetfulness upon thee, and reekest thou nothing of all that thou spakest when held fast by necessity? Whither are fled the oaths by Zeus the suppliants’ god, whither are fled thy honied promises? For which in no seemly wise, with shameless will, I have left my country, the glories of my home and even my parents — things that were dearest to me; and far away all alone I am borne over the sea with the plaintive kingfishers because of thy trouble, in order that I might save thy life in fulfilling the contests with the oxen and the earthborn men. Last of all the fleece — when the matter became known, it was by my folly thou didst win it; and a foul reproach have I poured on womankind. Wherefore I say that as thy child, thy bride and thy sister, I follow thee to the land of Hellas. Be ready to stand by me to the end, abandon me not left forlorn of thee when thou dost visit the kings. But only save me; let justice and right, to which we have both agreed, stand firm; or else do thou at once shear through this neck with the sword, that I may gain the guerdon due to my mad passion. Poor wretch! if the king, to whom you both commit your cruel covenant, doom me to belong to my brother. How shall I come to my father’s sight? Will it be with a good name? What revenge, what heavy calamity shall I not endure in agony for the terrible deeds I have done? And wilt thou win the return that thy heart desires? Never may Zeus’ bride, the queen of all, in whom thou dost glory, bring that to pass. Mayst thou some time remember me when thou art racked with anguish; may the fleece like a dream vanish into the nether darkness on the wings of the wind! And may my avenging Furies forthwith drive thee from thy country, for all that I have suffered through thy cruelty! These curses will not be allowed to fall unaccomplished to the ground. A mighty oath hast thou transgressed, ruthless one; but not long shalt thou and thy comrades sit at ease casting eyes of mockery upon me, for all your covenants.”

(TO BE CONTINUED)

By Apollonius  εκ ροδου

tr. R.C. Seaton
Posted in POECIA=ΠΟΙΗΣΗ | Tagged , | 1 Comment

ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΣ EITE EROOTOS KRISIS (V)

(ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΑΠΟ 28/02/21) 

ΠOIHTHΣ
     H Nένα εξανασφάγηκε, να τση γρικήσει πάλι
          πως βρίσκεται στο λογισμόν, οπού’λπιζε να βγάλει.
     Eστηθοδάρθηκεν ομπρός, κι απόκεις αρχινίζει,
          κ’ εμίλειε τση σα μάνα τση, κι ωσά γονής μανίζει.

NENA
     Λέγει τση· “Πάντα ελόγιαζα, πάντά’λπιζα κ’ εθάρρου’,          885
          κείνη τη λίγην παιδωμή να διώξεις μονιτάρου·
     και σαν αρχή άφαντην πολλά και διχωστάς θεμέλιο,
          να την αφήσεις να διαβεί, και να την έχεις γέλιο.
31     Mα εγώ θωρώ κ’ ερίζωσεν, κι αφορμισμένη σ’ έχει,          
          σ’ κάψα μεγάλη βρίσκεσαι, κ’ εσύ θαρρείς πως βρέχει.           890     
     Πώς είν’ και πεθυμάς να δεις έναν που δεν κατέχεις,          
          κ’ έτοιο μεγάλο λογισμό μ’ έτοια λαχτάραν έχεις;
     O-για τραγούδια που’πασι κοντά στη γειτονιά σου,
          εμπήκες σ’ έτοιαν παιδωμή, κ’ ήχασες την εξά σου;          
     Tούτος οπού τραγούδησεν, και ποιός τον-ε κατέχει,          895
          όμορφος να’ναι γ-ή άσκημος, σωστά τα μέλη αν έχει;
     Πάψε τσι αυτούς τσι λογισμούς, σκόλασε αυτήν τη ζάλη,
          και τέτοια πράματ’ άμοιαστα ο νους σου πλιό μη βάλει.
     Mιά γνωστική και φρόνιμη, άξα και παινεμένη,          
          για σκοποτραγουδίσματα είν’ έτσι αποδομένη;          900
     Όσες κι αν είναι ζωντανές, κ’ η πλάκα όσες σκεπάζει,
          κρίνω να μην ευρίσκεται κιαμι’ άλλη να σου μοιάζει
     εις ομορφιάν και φρόνεψιν, κ’ εις-ε πιτηδειοσύνη.
          K’ εδά χερότερη ολωνών η Aρετούσα εγίνη;
     Bλέπε ό,τι κι α’ μου μίλησες, άλλος να μη γρικήσει,          905
          και κάμε αυτή η αναλαμπή, οπού’ρχισε, να σβήσει.
     Mιά Aφέντρα, τέκνο έτοιου Pηγός, και μιά Kερά μεγάλη,
          πώς το’παθε έτοιο λογισμόν αψήφιστο να βάλει;
     που μόνο να το θυμηθώ, να το καλολογιάσω,
          νεκρώνουνται τα μέλη μου, κι όλη σιγοτρομάσσω.          910
     Mετάβαλε το λογισμόν, το νου σου μην παιδεύγεις,
          και τέτοια πράματ’ άφαντα κι άμοιαστα μη γυρεύγεις.

     “Kι αν είχες δει τον Έρωτα σα Pήγας να προβάλει,
          και να’χε πει πως σ’ αγαπά εσένα πλιά παρ’ άλλη,
     ετύχαινε ν’ αντισταθείς, κάλλια να πας στον ’δη,          915
          παρά να κάμεις τση τιμής βλάψιμο κι ασκημάδι.
     K’ εσύ, για κτύπο λαγουτιού, για τραγουδιού γλυκότη,
          εμπέρδεσες κ’ εσκλάβωσες έτοιας λογής τη νιότη;
32     δίχως να δεις ποιός τραγουδεί, και διχωστάς να ξεύρεις
          ποιός είναι, ποιός τον ήπεψε, να θέλεις να τον εύρεις;           920
     κ’ έτοιας λογής να σκλαβωθείς, και να τον αγαπήσεις,     
          και να ψυγομαραίνεσαι, ώστε να του γρικήσεις!
     Bλέπεσε, αυτός ο λογισμός πλιότερα μη ριζώσει,
          μ’ ανάσπασε, και ρίξε τον, μη σε κακαποδώσει.”

ΠOIHTHΣ
     H Aρετούσα, να γρικά τά τσ’ ήλεγεν η Nένα,          925
          απιλογιά τής ήδωκε με χείλη πρικαμένα·

APETOYΣA
     “Nένα μου, όντεν εγρίκησα τραγούδια και λαγούτα,
          δεν όλπιζα ουδ’ εθάρρουν το να’ρθω στα μέτρα τούτα.
     Mα δεν κατέχω να σου πω, το πώς και μ’ ίντα τρόπο
          τα μέλη εκομπωθήκασιν, κ’ εμπήκα σ’ έτοιον κόπο.          930
     Aν ήθελα γνωρίσει πως στα Πάθη κατακρούγω,
          από την πρώτην ήφρασσα τ’ αφτιά, να μην του ακούγω.
     Mα ελόγιασα να μην ψηφώ μηδ’ άλλους, μηδέ τούτο,
          και μόνο περιδιάβαση να παίρνω στο λαγούτο.
     Kι ως άγνωστη εκομπώθηκα, κ’ επιάστηκα στο βρόχι,          935
          σαν όντε στένει ο κυνηγός, και την ολπίδα τό’χει
     να’βρει πουλίν ακάτεχο κι άγνωστο να γελάσει,
          κι όντε πετά και κιλαδεί, με πλάνος να το πιάσει-
     έτσι εμπερδεύτηκα κ’ εγώ, και πάσκω, και ξετρέχω,
          να’βγω από τέτοιον μπερδεμόν, και λυτρωμό δεν έχω·           940
     κι ολημερνίς κι οληνυκτίς, ξύπνου κι όντε κοιμούμαι,
          το λαγουτάρη ανεζητώ, του τραγουδιού θυμούμαι.
     Πάσκω, βουηθούμαι όσον μπορώ, το σφάλμα μου γνωρίζω,
          μα την εξά μού επήρανε, και πλιό δεν την ορίζω.
     Mαγάρι ας ήτον μπορετό, μαγάρι να το μπόρου’,          945
          ένα[ν] που δεν εγνώρισα, στο νου να μην εθώρου’!
     Mα ολημερνίς κι οληνυκτίς κρίσιν έχω μεγάλη,
          και σγουραφίζω στην καρδιά, ‘νούς που δεν είδα, κάλλη.
33     Kαι σοθετή κι ωριόπλουμη εγίνη η σγουραφιά του,
          τη στόρηση εσγουράφισα απ’ τα καμώματά του.          950
     Tαχιά κι αργά την-ε θωρώ, πολλά όμορφος εγίνη…”

NENA
          “Γρίκ’ ανοστιά, γρίκ’ ανοστιά! Γρίκα δαιμόνου οδύνη!
     Kαι δε λογιάζω και ποτέ στον Kόσμο να’τον άλλη,
          να μπήκε σ’ έτοιαν παιδωμήν άφαντη και μεγάλη·
     κι ουδέ να βρέθηκε κιαμιά, άνθρωπο ν’ αγαπήσει,          955
          δίχως να τον-ε δει ποτέ και να τον-ε γνωρίσει.
     Πολλές, αν το κατέχασιν, ηθέλανε το λέγει
          για παραμύθι, και κιανείς να μην τως το πιστεύγει.”

APETOYΣA
     “Nένα, όντεν ανεθρέφουμου’ και κοπελιά ελογούμου’,
          παιγνίδια και κουτσουνικά πάντά’βανα στο νου μου·          960
     και μετ’ αυτά εξεφάντωνα κ’ επέρνα-ν ο καιρός μου,          
          κι οπού’χε πει να τ’ αρνηθώ, ήτον αντίδικός μου.
     Kαι κάθ’ αργά, ως πράμ’ ακριβό σ’ τσι μόσκους ήβανά τα,
          και στα χρουσά και στ’ αργυρά εμοσκοφύλασσά τα·
     και το ταχύ, πρι’ σηκωθώ, και πρι’ ντυθώ άτιες, Nένα,          965
          στο στρώμα μού τα φέρνασι, κ’ εθώρουν τα ένα-ν ένα·
     κ’ είχα μεγάλην παιδωμή με τα κουτσουνικά μου,
          κείνά’χα για παρηγοριάν, κείνά’σαν η χαρά μου.

     “Kι ωσάν ακρομεγάλωσα, το γάζωμα ήρεσέ μου,
          δεν ήφηνα το ράψιμο, ταχιά κι αργά, ποτέ μου.          970
     Mε ράψιμο, με γράμματα, και με κοντύλι, Nένα,
          σ’ αγάπες και ψιλότητες οι λογισμοί μου εμπαίνα’.
     Kατέχω το, πόσες φορές μου’λεγες· “Θυγατέρα,
          ίντα το θες το διάβασμα το τόσο, νύκτα-ημέρα;
     Ίντ’ όμορφα κ’ ίντα καλά βρίσκεις αυτού γραμμένα,          975
          και δε σου αρέσει, μηδέ θες, πράμα άλλον πλιό κιανένα;”
     K’ εγώ’χα τόση πεθυμιά (πούρι μεγάλο πράμα)
          να βάνω στο προσκέφαλο κάθε βραδύ το γράμμα.
34     ‘Tό’χα ξυπνήσει, εφώνιαζα· “Kιαμιά, φωτιά ας μου φέρει!”
          κ’ εσύ πολλά εβαριούσουν το, Nένα, το καλοκαίρι·          980
     συχνιά μου παραμάνιζες, κ’ ήλεγες πως σε κάνω
          να βάλεις τα βιβλία μου εις τη φωτιάν απάνω.
     Πολλά μ’ εκαταδίκαζες στην παιδωμήν οπού’μου’,
          κι ώρες με γέλιο σ’ τ’ άκουγα, κι ώρες σού τα βαριούμου’.

     “Mα εδά μηδέ το ράψιμο, κουτσούνα, ουδέ κοντύλι          985
          έγνοια κιαμιά μού δίδουσι, μα πρικαμένα χείλη.
     Eδά γρικώ άλλην παιδωμήν, εδά γρικώ άλλη ζάλη,
          επάψασι όλες οι μικρές, κ’ ηύρε με μιά μεγάλη.
     Tο ράψιμο έχω αντίδικο, το γράμμα-ν έχω οχθρό μου,
          και το σκοπόν παρηγοριάν, και τη φωνή γιατρό μου.          990

     “Kαι μη θαρρείς και πεθυμώ πράμα που να μη μοιάζει,     
          γ-ή άφαντα κι άσκημα ποτέ ο νους μου να λογιάζει.
     Πρι’ παρά πράμα βουληθώ, οπού κιανείς το ψέγει,
          κάλλια νεκρή πολλ’ άσκημην η Mάνα να με κλαίγει.
     Aρέσει μου και πεθυμώ να δω το λαγουτάρη          995
          οπού’χει τόσην αντρειάν, οπού’χει τόση χάρη.
     Kι ως τον-ε δω, αναπεύγεται η Πεθυμιά μου η τόση.
          Δεν είμαι τόσο αφορμαρά, μα’χω δαμάκι γνώση.
     Mα πούρι αν είν’ και μέλλει μου σ’ τούτα τα Πάθη να’μαι,
          Ήλιε μου, δος μου Θάνατο, κ’ ελεημοσύνη κάμε!     1000

“Tην πρώτην οπού τ’ άκουσα κ’ ήπαιζεν το λαγούτο,
          ποτέ μου δεν το λόγιαζα να’ρθω στο μέτρο τούτο.
     Mα τα τραγούδια πό’λεγεν, κι οπού χαρά μού φέρνα’,
          ήσαν προδότες πίβουλοι και την εξά μου επαίρνα’.
     Tο περασμένο κάμωμα της αντρειότης, πάλι,          1005
          μου πλήθυνεν την πείραξη, μου πλήθυνεν τη ζάλη.
     Aυτός δεν είν’ μηδέ στραβός, μηδέ ζουγλός, Φροσύνη,
          και μαρτυρά και λέγει το, το πράμα-ν οπού ‘γίνη.
35     Oπό’χει έτοια μποδίσματα, δεν πολεμά με δέκα·
          γνωρίζεις το κ’ εσύ καλά, κι ας είσαι και γυναίκα.”          1010

ΠOIHTHΣ
     Tούτα τα λόγια, τρέμοντας τα χείλη ανεθιβάναν,
          τα μάτια ετρέχαν ποταμός, στη γην πηλόν εκάναν.
     Eσκόλασε το διάταμα για τότες η Φροσύνη,
          δεν ήθελε άλλο να τση πει ο-για την ώραν κείνη.
     Eίδεν το πως τα χείλη της εχάνα’ ό,τι εμιλούσα’,          1015
          δε θέλει ν’ αποδιαντραπεί πλιότερα η Aρετούσα.
     K’ εις άλλην ώραν και καιρό βούλεται να μιλήσει,
          και τούτα τα διατάματα πάλι να ξαναρχίσει.
     Έχει καημένα σωθικά, χείλη φαρμακεμένα·
          σ’ ό,τ’ ήκουσε της Aρετής, δεν τσ’ ήρεσε κιανένα.          1020

     K’ ίντα δεν κάνει ο Έρωτας σε μιά καρδιά π’ ορίζει!
          Σαν τη νικήσει, ουδέ καλό, ουδέ πρεπό γνωρίζει.
     K’ ίντα δεν κάνει ο πίβουλος, όντε το νίκος έχει,
          και πού τα βρίσκει τα πολλά, τα τόσα που κατέχει!
     Mε πόσες στράτες μάς γελά, με πόσες μάς πειράζει,          1025
          πώς μας-ε δείχνει δροσερόν εκείνον οπού βράζει!
     Πόσα μάς τάσσει ο αδικητής, κι απόκει μας κομπώνει,
          πόσα μάς γράφει [σ]την αρχή, κ’ ύστερα μας τα λιώνει!
     Kαι ποιός μπορεί ν’ αντισταθεί, την ώρα οπού θελήσει
          ν’ αρματωθεί με πονηριές, να μας-ε πολεμήσει;          1030
     Έτσι νικά τα γερατειά, ωσά νικά τη νιότη.
          Xαρά στον όποιος του χωστεί, και φύγει από την πρώτη!
     Όποιος στραφεί να τον-ε δει, εκείνο μόνο σώνει,
          ζιμιό το πιάνει το σφυρί, ζιμιό κτυπά στ’ αμόνι.
     Mα οπού του φύγει ως τον-ε δει, και φίλο δεν τον έχει,          1035
          μ’ όλον οπού βαστά φτερά, σφαίνει όσο κι αν κατέχει.
     Mα λίγοι είναι οπού φεύγουσι, λίγοι είναι οπού γλιτώνουν,
          λίγοι είναι οπού τον-ε νικούν, όντε τον-ε μαλώνουν.
36     Tο νίκος έχει στην αρχή, στο τέλος, κ’ εις τη μέση·
          κιανένα δεν εμάλωσε, να μην τον-ε κερδέσει.          1040
     Eνίκησε την Aρετήν, εσκόρπισε το νου τση,
          και δε δειλιά τη Mάνα τση κι όργητα του Kυρού τση.
     Kάνει την κ’ είναι ξυπνητή όλο το μερονύχτι,
          για να θυμάται τση Φιλιάς, κ’ εις αφορμήν τη ρίχτει.
     K’ ύπνον αν είχε κοιμηθεί, ήτονε ξυπασμένος,          1045
          μ’ αγκούσες, μ’ αναστεναμούς, σαν κάνει ο αρρωστημένος.

     Aφήνω τη στα βάσανα, κι οπού τα θέλει ας τα’χει,
          κι ας πω για τον Pωτόκριτον, που’το στην ίδια μάχη.
     Aσούσουμος κι ανέγνωρος ήτον αποδομένος,
          κλιτός πολλά και ταπεινός, στεγνός και σουρωμένος.          1050
     Kαι μόνος κι ολομόναχος με λογισμό επορπάτει,     
          και πάντα, πάντα ευρίσκετον ανάδια στο Παλάτι.
     K’ εφαίνουντό του τα τειχιά ανάπαψη του δίδα’,
          κ’ εκείνα είχε παρηγοριάν και στον καημόν του ολπίδα·
     κι ο πόνος του κ’ η πείραξις του εφαίνετο λιγαίνει,          1055
          θυμώντας ποιά να βρίσκεται μέσα κατοικημένη.
     Ωσά ζαβός και κουζουλός, πάντά’στεκε κ’ εθώρει
          τον τόπο όπου επορεύγετον η πλουμισμένη Kόρη.
     K’ εξόμπλιαζε καθημερνό εις την καρδιά του μέσα
          κείνες τσι τόσες ομορφιές οπού τον επλανέσα’.     1060

     Tα μάτια δεν καλοθωρού’ στο μάκρεμα του τόπου,
          μα πλιά μακρά και πλιά καλλιά θωρεί η καρδιά του ανθρώπου·
     εκείνη βλέπει στα μακρά, και στα κοντά γνωρίζει,
          και σ’ έναν τόπο βρίσκεται, και σε πολλούς γυρίζει.
     Tα μάτια, να’ναι κι ανοιχτά, τη νύκτα δε θωρούσι·          1065
          νύκτα και μέρα, τση καρδιάς τα μάτια συντηρούσι.
     Xίλια μάτιά’χει ο λογισμός, μερόνυκτα βιγλίζουν,
          χίλια η καρδιά, και πλιότερα, κι ουδεποτέ σφαλίζουν.
37     Mακρά’τον ο Pωτόκριτος από την Aρετούσα,
          τα μάτια που’χε στην καρδιά, πάντα την εθωρούσα’.     1070
     Eθώρειεν την πού βρίσκουντο’, ταχύ, νύκτα, αποσπέρα,
          μ’ όλο που δεν την ήβλεπε, με μάτια, την ημέρα.

     O Φίλος του ο πολλ’ ακριβός, θωρώντας πώς εγίνη,
          και πως τον πρώτο λογισμόν ακόμη δεν αφήνει,
     του λέγει, μιά από τσι πολλές, να πά’ να ξεφαντώσει,          1075
          του λογισμού και του κορμιού παράταξη να δώσει.
     Kαι να’ν’ οι δυό ολομόναχοι, ο-για να μη γρικήσει
          κιανείς εκείνα τά μιλούν, κι αλλού τα ‘μολογήσει.

     Kαβαλικεύγουσι κ’ οι δυό, μιά ταχινή, μιά σκόλη,
          πάσι καμπόσο ακρόμακρα, εις ένα περιβόλι,     1080
     κ’ ευρήκασιν-ε μοναξά. Πεζεύγουν, και καθίζουν,
          και με τους αναστεναμούς αθιβολές αρχίζουν.

ΠOΛYΔΩPOΣ
     Kαι λέγει του ο Πολύδωρος· “Aδέρφι, θέλω πάλι     
          να πω γι’ αυτήν την παιδωμήν οπού’χεις και τη ζάλη.
     Γιατί, καλά και δε μιλείς, τα μάτια ομολογούσι          1085
          εκείνα που τα χείλη σου δε θέλου’ να μου πούσι.
     Για ποιά αφορμή σε τυραννά πράμα-ν οπού κατέχεις
          πως δεν κληρονομάς ποτέ, και μηδ’ ολπίδαν έχεις;
     Για ποιά αφορμή έτοιο λογισμόν έχεις για την Kερά σου;
          που χίλιοι χρόνοι αν-ε διαβού’ και χίλιοι αν-ε περάσου’,     
     αυτή δεν είν’ για λόγου σου, δεν είν’ για σε έτοια βρώση·          1091     
          σ’ έτοιο δεντρόν η χέρα σου ζουγλαίνεται ν’ απλώσει.
     Ωσάν αγάπησες εσύ, θαρρώ στον Kόσμον άλλος
          ποτέ να μην αγάπησε, μικρός ουδέ μεγάλος.

     “Ήκουσ’ εδά, κ’ εδιάβασα, και μιά βουλή κρατούσι          1095
          εκείνοι π’ αγαπιούντανε κ’ εκείνοι π’ αγαπούσι.
     ‘Tό δού’ μιάν κόρην όμορφην, η Πεθυμιά’ναι η πρώτη
          να τους κινά να ρέγουνται τση λυγερής τη νιότη.
38     Kαι πάντα τούτη η Πεθυμιά είναι με την ολπίδα,
          κ’ έχουν τα μάτια προδοτή σαν κείνα που την είδα’.          1100

(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)

Posted in POECIA=ΠΟΙΗΣΗ | Tagged , , , | Leave a comment

RΩME OLD or NEW R THE SAME (δ)

(being continued from 1/03/21)

Aesthetic Result

Such was the nature of the Roman comedy of the sixth century. The mode in which the Greek dramas were transferred to Rome furnishes a picture, historically invaluable, of the diversity in the culture of the two nations; but in an aesthetic and a moral point of view the original did not stand high, and the imitation stood still lower. The world of beggarly rabble, to whatever extent the Roman editors might take possession of it under the benefit of the inventory, presented in Rome a forlorn and strange aspect, shorn as it were of its delicate characteristics: comedy no longer rested on the basis of reality, but persons and incidents seemed capriciously or carelessly mingled as in a game of cards; in the original a picture from life, it became in the reproduction a caricature. Under a management which could announce a Greek agon with flute-playing, choirs of dancers, tragedians, and athletes, and eventually convert it into a boxing-match;(27) and in presence of a public which, as later poets complain, ran away en masse from the play, if there were pugilists, or rope-dancers, or even gladiators to be seen; poets such as the Roman composers were—workers for hire and of inferior social position—were obliged even perhaps against their own better judgment and their own better taste to accommodate themselves more or less to the prevailing frivolity and rudeness. It was quite possible, nevertheless, that there might arise among them individuals of lively and vigorous talent, who were able at least to repress the foreign and factitious element in poetry, and, when they had found their fitting sphere, to produce pleasing and even important creations.

Naevius

At the head of these stood Gnaeus Naevius, the first Roman who deserves to be called a poet, and, so far as the accounts preserved regarding him and the few fragments of his works allow us to form an opinion, to all appearance as regards talent one of the most remarkable and most important names in the whole range of Roman literature. He was a younger contemporary of Andronicus—his poetical activity began considerably before, and probably did not end till after, the Hannibalic war—and felt in a general sense his influence; he was, as is usually the case in artificial literatures, a worker in all the forms of art produced by his predecessor, in epos, tragedy, and comedy, and closely adhered to him in the matter of metres. Nevertheless, an immense chasm separates the poets and their poems. Naevius was neither freedman, schoolmaster, nor actor, but a citizen of unstained character although not of rank, belonging probably to one of the Latin communities of Campania, and a soldier in the first Punic war.(28) In thorough contrast to the language of Livius, that of Naevius is easy and clear, free from all stiffness and affectation, and seems even in tragedy to avoid pathos as it were on purpose; his verses, in spite of the not unfrequent -hiatus- and various other licences afterwards disallowed, have a smooth and graceful flow.(29) While the quasi-poetry of Livius proceeded, somewhat like that of Gottsched in Germany, from purely external impulses and moved wholly in the leading-strings of the Greeks, his successor emancipated Roman poetry, and with the true divining-rod of the poet struck those springs out of which alone in Italy a native poetry could well up —national history and comedy. Epic poetry no longer merely furnished the schoolmaster with a lesson-book, but addressed itself independently to the hearing and reading public. Composing for the stage had been hitherto, like the preparation of the stage costume, a subsidiary employment of the actor or a mechanical service performed for him; with Naevius the relation was inverted, and the actor now became the servant of the composer. His poetical activity is marked throughout by a national stamp. This stamp is most distinctly impressed on his grave national drama and on his national epos, of which we shall have to speak hereafter; but it also appears in his comedies, which of all his poetic performances seem to have been the best adapted to his talents and the most successful. It was probably, as we have already said,(30) external considerations alone that induced the poet to adhere in comedy so much as he did to the Greek originals; and this did not prevent him from far outstripping his successors and probably even the insipid originals in the freshness of his mirth and in the fulness of his living interest in the present; indeed in a certain sense he reverted to the paths of the Aristophanic comedy. He felt full well, and in his epitaph expressed, what he had been to his nation:

-Immortales mortales si foret fas fiere,
Flerent divae Camenae Naevium poetam;
Itaque, postquam est Orci traditus thesauro,
Obliti sunt Romae loquier lingua Latina.-

Such proud language on the part of the man and the poet well befitted one who had witnessed and had personally taken part in the struggles with Hamilcar and with Hannibal, and who had discovered for the thoughts and feelings of that age—so deeply agitated and so elevated by mighty joy—a poetical expression which, if not exactly the highest, was sound, adroit, and national. We have already mentioned(31) the troubles into which his licence brought him with the authorities, and how, driven presumably by these troubles from Rome, he ended his life at Utica. In his instance likewise the individual life was sacrificed for the common weal, and the beautiful for the useful.

Plautus

His younger contemporary, Titus Maccius Plautus (500?-570), appears to have been far inferior to him both in outward position and in the conception of his poetic calling. A native of the little town of Sassina, which was originally Umbrian but was perhaps by this time Latinized, he earned his livelihood in Rome at first as an actor, and then—after he had lost in mercantile speculations what he had gained by his acting—as a theatrical composer reproducing Greek comedies, without occupying himself with any other department of literature and probably without laying claim to authorship properly so called. There seems to have been at that time a considerable number of persons who made a trade of thus editing comedies in Rome; but their names, especially as they did not perhaps in general publish their works,(32) were virtually forgotten, and the pieces belonging to this stock of plays, which were preserved, passed in after times under the name of the most popular of them, Plautus. The -litteratores- of the following century reckoned up as many as 130 such “Plautine pieces”; but of these a large portion at any rate were merely revised by Plautus or had no connection with him at all; the best of them are still extant. To form a proper judgment, however, regarding the poetical character of the editor is very difficult, if not impossible, since the originals have not been preserved. That the editors reproduced good and bad pieces without selection; that they were subject and subordinate both to the police and to the public; that they were as indifferent to aesthetical requirements as their audience, and to please the latter, lowered the originals to a farcical and vulgar tone—are objections which apply rather to the whole manufacture of translations than to the individual remodeller. On the other hand we may regard as characteristic of Plautus, the masterly handling of the language and of the varied rhythms, a rare skill in adjusting and working the situation for dramatic effect, the almost always clever and often excellent dialogue, and, above all, a broad and fresh humour, which produces an irresistible comic effect with its happy jokes, its rich vocabulary of nicknames, its whimsical coinage of words, its pungent, often mimic, descriptions and situations—excellences, in which we seem to recognize the former actor. Undoubtedly the editor even in these respects retained what was successful in the originals rather than furnished contributions of his own. Those portions of the pieces which can with certainty be traced to the translator are, to say the least, mediocre; but they enable us to understand why Plautus became and remained the true popular poet of Rome and the true centre of the Roman stage, and why even after the passing away of the Roman world the theatre has repeatedly reverted to his plays.

Caecilius

Still less are we able to form a special opinion as to the third and last—for though Ennius wrote comedies, he did so altogether unsuccessfully—comedian of note in this epoch, Statins Caecilius. He resembled Plautus in his position in life and his profession. Born in Cisalpine Gaul in the district of Mediolanum, he was brought among the Insubrian prisoners of war(33) to Rome, and earned a livelihood, first as a slave, afterwards as a freedman, by remodelling Greek comedies for the theatre down to his probably early death (586). His language was not pure, as was to be expected from his origin; on the other hand, he directed his efforts, as we have already said,(34) to a more artistic construction of the plot. His pieces experienced but a dull reception from his contemporaries, and the public of later times laid aside Caecilius for Plautus and Terence; and, if nevertheless the critics of the true literary age of Rome—the Varronian and Augustan epoch—assigned to Caecilius the first place among the Roman editors of Greek comedies, this verdict appears due to the mediocrity of the connoisseur gladly preferring a kindred spirit of mediocrity in the poet to any special features of excellence. These art-critics probably took Caecilius under their wing, simply because he was more regular than Plautus and more vigorous than Terence; notwithstanding which he may very well have been far inferior to both.

Moral Result

If therefore the literary historian, while fully acknowledging the very respectable talents of the Roman comedians, cannot recognize in their mere stock of translations a product either artistically important or artistically pure, the judgment of history respecting its moral aspects must necessarily be far more severe. The Greek comedy which formed its basis was morally so far a matter of indifference, as it was simply on the same level of corruption with its audience; but the Roman drama was, at this epoch when men were wavering between the old austerity and the new corruption, the academy at once of Hellenism and of vice. This Attico-Roman comedy, with its prostitution of body and soul usurping the name of love—equally immoral in shamelessness and in sentimentality—with its offensive and unnatural generosity, with its uniform glorification of a life of debauchery, with its mixture of rustic coarseness and foreign refinement, was one continuous lesson of Romano-Hellenic demoralization, and was felt as such. A proof of this is preserved in the epilogue of the -Captivi- of Plautus:—

-Spectators, ad pudicos mores facta haec fabulast.
Neque in hoc subigitationes sunt neque ulla amatio
Nec pueri suppositio nec argenti circumductio,
Neque ubi amans adulescens scortum liberet clam suum patrem.
Huius modi paucas poetae reperiunt comoedias,
Ubi boni meliores fiant. Nunc vos, si vobis placet,
Et si placuimus neque odio fuimus, signum hoc mittite;
Qui pudicitiae esse voltis praemium, plausum date!-

We see here the opinion entertained regarding the Greek comedy by the party of moral reform; and it may be added, that even in those rarities, moral comedies, the morality was of a character only adapted to ridicule innocence more surely. Who can doubt that these dramas gave a practical impulse to corruption? When Alexander the Great derived no pleasure from a comedy of this sort which its author read before him, the poet excused himself by saying that the fault lay not with him, but with the king; that, in order to relish such a piece, a man must be in the habit of holding revels and of giving and receiving blows in an intrigue. The man knew his trade: if, therefore, the Roman burgesses gradually acquired a taste for these Greek comedies, we see at what a price it was bought. It is a reproach to the Roman government not that it did so little in behalf of this poetry, but that it tolerated it at all Vice no doubt is powerful even without a pulpit; but that is no excuse for erecting a pulpit to proclaim it. To debar the Hellenic comedy from immediate contact with the persons and institutions of Rome, was a subterfuge rather than a serious means of defence. In fact, comedy would probably have been much less injurious morally, had they allowed it to have a more free course, so that the calling of the poet might have been ennobled and a Roman poetry in some measure independent might have been developed; for poetry is also a moral power, and, if it inflicts deep wounds, it can do much to heal them. As it was, in this field also the government did too little and too much; the political neutrality and moral hypocrisy of its stage-police contributed their part to the fearfully rapid breaking up of the Roman nation.

(TO BE CONTINUED)

From: The History of Rome, by Theodor Mommsen

http://www.gutenberg.org/

Translated with the sanction of the author by William Purdie Dickson

Posted in PHILOLOGIE | Tagged , , , , | Leave a comment

Ο ΑΔΑΜΑΣ ΤΟΥ ΠΑΠΑ ΕΨΑΛΕ ΤΟΙΣ ΟΛΟΙΣ ΤΑ ΠΑΝΤΑ(β)

(ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΑΠΟ 26/02/21)

Παναγιώτης Ἀγησιλάου Ζιωτόπουλος – H κοσμοθεωρία καὶ ὁ μυστικισμὸς τοῦ Παπαδιαμάντη

Ἄρθρο στὴν ἐφημερίδα ΕΣΤΙΑ, 21 Δεκεμβρίου 2014

Κάθε φορὰ ποὺ ἔρχονται τὰ Χριστούγεννα, εἰδικὰ ἐμεῖς οἱ παλαιότεροι, εἶναι ἀδύνατο νὰ μὴ θυμηθοῦμε τὸν «ἅγιο τῶν νεοελληνικῶν γραμμάτων», τὸν ἀλησμόνητο Ἀλέξανδρο Παπαδιαμάντη. Ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο ἡ μαγικὴ πέννα του προσεγγίζει τὴν μεγάλη γιορτὴ εἶναι μοναδικός, καταφέρνει δὲ πάντοτε νὰ κάνει τὸν ἀναγνώστη του συμμέτοχο στὰ δρώμενα ἔστω καὶ ὑπὸ τὴν μορφὴ κομπάρσου. Σὲ λίγες ἡμέρες συμπληρώνονται 104 χρόνια ἀπὸ τῆς ἐκδημίας του. Ἔτσι, ξεφυλλίζοντας προχθὲς τὸ βράδυ γιὰ πολλοστὴ φορὰ μερικὰ ἀπὸ τὰ διηγήματά του, σκέφθηκα νὰ συστηματοποιήσω ὅσα τόσα χρόνια εἶχα «ἀποθησαυρίσει» ἀπὸ τὴν συναναστροφή μου μὲ τὸν μεγάλο Σκιαθίτη λογοτέχνη, κυρίως δὲ γιὰ τὴν προσωπικότητα καὶ τὰ πιστεύω του. Ἀπεφάσισα νὰ ἀρχίσω ἀπὸ τὴν κοσμοθεωρία του, δηλαδὴ τὸ «πῶς ἔβλεπε τὸν κόσμο» καθὼς καὶ γιὰ τὴν θέση ποὺ κατεῖχε στὴν κοσμοθεωρία του ὁ ἄνθρωπος. Κατὰ τὸν Wilhelm Diltay, ἡ κοσμοθεωρία συγκροτεῖται ἀπὸ τρία στοιχεῖα, τὸ κοσμοείδωλο, τὴν ἐμπειρία τῆς ζωῆς καὶ τὸ ἰδεῶδες της ζωῆς.

Ἂς ξεκινήσουμε ἀπὸ τὸ κοσμοείδωλό του. Ὅσοι ἔχουν διαβάσει τὰ ἔργα του καὶ τὴν βιογραφία του, θὰ ἔχουν διαπιστώσει ὅτι ὁ Παπαδιαμάντης μολονότι χωριατόπαιδο, μὲ τὰ ἀτελείωτα διαβάσματά του, τὴν γλωσσομάθειά του, τὴν γνωριμία του μὲ τὴν γαλλικὴ καὶ τὴν ἀγγλικὴ λογοτεχνία καὶ γενικώτερα τὸ εὐρωπαϊκὸ πνεῦμα, καὶ βεβαίως μὲ τὴν ἐπὶ μακρὸν παραμονὴ καὶ ἐργασία του στὴν Ἀθήνα, δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ εἶχε κοσμοείδωλο ἀνεπτυγμένο καὶ ἀντίστοιχο τῆς ἐποχῆς ποὺ ἔζησε (ἀντιθέτως πρὸς τὸ κοσμοείδωλο πολλῶν ἐκ τῶν ἡρώων του). Βεβαίως, πιθανῶς νὰ ἐπιθυμοῦσε νὰ εἶχε ζήσει σὲ μίαν ἄλλη παλαιότερη ἐποχή, πλὴν ὅμως αὐτὸ ἦταν ἀποτέλεσμα τοῦ ρομαντισμοῦ του καὶ τοῦ περιπλόκου της ψυχοσύνθεσής του. Πιθανῶς ἐνδομύχως καὶ ὑποσυνειδήτως νὰ εἶχε ταυτίσει τὸν ἑαυτό του μὲ κάποιαν ἢ κάποιες προσωπικότητες παλαιοτέρων ἐποχῶν καὶ νὰ ἐβίωνε τὴν ὑπόστασή του ὡς συνέχεια ἐκείνων. Ἔχοντας τὸ Βυζάντιο κυριολεκτικὰ μέσα «στὸ πετσί» του καὶ πιστεύοντας ὅτι αὐτὸ ἦταν ἡ μοναδικὴ γέφυρα τοῦ νεωτέρου ἑλληνισμοῦ μὲ τὴν ἑλληνικὴν ἀρχαιότητα, κυριολεκτικὰ ἐπαναστατοῦσε διαπιστώνοντας ὅτι κάτω καὶ γύρω ἀπὸ τὴν Ἀκρόπολη τῆς ἐποχῆς ἐκείνης δὲν ζοῦσε ἡ συνέχεια τῶν Βυζαντινῶν Ἑλλήνων, ἀλλὰ ἕνα περίεργο μίγμα ἀνθρώπων φορέων (πλὴν τοῦ Βυζαντίου) τοῦ εὐρωπαϊκοῦ διαφωτισμοῦ, τῶν ἰδεολογικῶν ρευμάτων τῆς δύσης, τοῦ σοσιαλισμοῦ, τοῦ φιλελευθερισμοῦ. Ὅλα τα ἀνωτέρω ὅμως μὲ κανένα τρόπο δὲν σημαίνουν ὅτι τὸ κοσμοείδωλό του ἦταν ἀπαρχαιωμένο, ὅπως ἴσως διανοήθηκαν μερικοί. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶχε ἀπαρχαιωμένο κοσμοείδωλο ἕνας ἄνθρωπος ποὺ ἦταν γνώστης τοῦ ἔργου τοῦ Ε. Littre καὶ τοῦ Auguste Comte.

Ὅσον ἀφορᾶ τὴν ἐμπειρία τῆς ζωῆς τοῦ Παπαδιαμάντη, θὰ πρέπει νὰ ὁμολογήσουμε ὅτι ἦταν ἡ ἱστορία μιᾶς πληγῆς ποὺ δὲν ἔκλεινε ποτέ. Τὰ ἀνωτέρω ἀποκαλύπτονται εὔγλωττα σ᾿ ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ γνωστὰ ποιήματά του.

«Μάνα μου, ἐγώ ῾μαι τ᾿ ἄμοιρο, τὸ σκοτεινὸ τρυγόνι, ὁποὺ τὸ δέρνει ὁ ἄνεμος, βροχὴ ποὺ τὸ πληγώνει…».

Ἀπὸ πλευρᾶς χαρακτῆρος ἦταν ἕνας περίεργος συνδυασμὸς ἀτόμου ἐγωιστικοῦ καὶ πεπεισμένου περὶ τῆς ἀξίας του καὶ ταυτοχρόνως ἀντικοινωνικοῦ, ἀτόλμου καὶ τείνοντος πρὸς τὸν ἀπομονωτισμό. Ἐκτὸς ἀπὸ βαθὺς γνώστης καὶ μελετητὴς τῶν τῆς ἐκκλησίας καὶ πολιτείας, ἦταν συγχρόνως γνώστης καὶ μελετητὴς τῆς Ἀρχαίας Ἑλλάδος. Τελικῶς, κατὰ τὸν ἀείμνηστο Τωμαδάκη, «ἡ λύση ὑπῆρξεν ὑπὲρ τῆς ὀρθοδοξίας εἰς τὰς τελετὰς καὶ τὰς συγγραφὰς καὶ ὑπὲρ τῆς εἰδωλολατρίας εἰς τὰ συμπόσια καὶ τὴν ἀνέμελον σπαταλημένην ζωήν».

Τὸ ἰδεῶδες τῆς ζωῆς τοῦ Παπαδιαμάντη διαφαίνεται δι᾿ ὀλίγων εἰς τὸν ἀφορισμόν του «Τὸ ἐπ᾿ ἐμοί, ἐνόσῳ ζῶ καὶ ἀναπνέω καὶ σωφρονῶ, δὲν θὰ παύσω πάντοτε, ἰδίως κατὰ τὰς πανεκλάμπρους ταύτας ἡμέρας, νὰ ὑμνῶ μετὰ λατρείας τὸν Χριστόν μου, νὰ περιγράφω μετ᾿ ἔρωτος τὴν φύσιν καὶ νὰ ζωγραφῶ μετὰ στοργῆς τὰ γνήσια ἑλληνικὰ ἤθη».

Ὁ Παπαδιαμάντης ὑπῆρξεν μέγας λάτρης ἑνὸς οὐτοπικοῦ χριστιανικοῦ ἐπιγείου παραδείσου, ἴχνη τοῦ ὁποίου ὑπάρχουν σὲ ἀρκετὰ ἀπὸ τὰ ἀριστουργήματα ποὺ βγῆκαν ἀπὸ τὴν γραφίδα του, π.χ. «…Ἀπὸ τὰ φύλλα της ἐστάλαζε καὶ ἔρρεεν ὁλόγυρά της μάννα ζωῆς, δρόσος γλυκασμοῦ, μέλι τὸ ἐκ πέτρας . Ἔθαλπον οἱ ζωοφόροι ὀποὶ τῆς ἔρωτα θείας ἀκμῆς…(Ὑπὸ τὴν βασιλικὴν δρῦν)» ἢ … Ὤ, ἂς ἤμην ἀκόμη βοσκὸς εἰς τὰ ὅρη… (Ὄνειρο στὸ κύμα)» ἢ «…τοιοῦτος νὰ εἶναι ὁ χειμερινὸς θάλαμος, ὅπου μεγάλα ξύλα ὀρθὰ καίουσι καὶ βρέμουσιν ἐπὶ τῆς ἑστίας… τοιαύτη θὰ ἦτο, χωρὶς νὰ παραβῶ τὴν δεκάτην ἐντολήν, ἡ μόνη μου φιλοκτημοσύνη καὶ ἡ μόνη μου πλεονεξία… ( Ἡ Γλυκοφιλοῦσα)».

Οἱ τρικυμίες τῆς ζωῆς καὶ τὰ πάθια κι᾿ οἱ καημοὶ τοῦ κόσμου ἦταν ἡ κεντρικὴ ἰδέα καὶ ὁ βασικὸς καμβὰς τῶν περισσοτέρων διηγημάτων του. Ἕνα ἄλλο στοιχεῖο τῆς συγγραφῆς του ἦταν ἡ λαϊκὴ εὐσέβεια. Αὐτὰ τὰ δύο ἦταν προέκταση τῆς μονίμως τρικυμιώδους ψυχῆς του καὶ ταυτοχρόνως διὰ παλινδρόμου μηχανισμοῦ διαμόρφωναν συνεχῶς τὸ βασανισμένο εἶναι του. Μόνιμος κλῆρος τῶν ἡρώων του ἦταν ἡ φτώχεια, οἱ ἀρρώστειες, ὁ θάνατος, ὁ ξενιτεμός, τὰ χρέη, ὁ ἔρωτας, τὸ ἄγχος γιὰ τὴν προίκα, ἡ κοινωνικὴ κριτικὴ (κουτσομπολιό), ἀλλὰ καὶ ὁ φραγκολεβαντινισμός, ὁ λογιωτατισμός, ἡ πολιτικολογία, ἡ φιληδονία, ἡ κοινωνικὴ ἐξαθλίωση, ἡ τραπεζορρητορεία (Τωμαδάκης). Οἱ ἥρωές του ἐπίσης δὲν εἶναι συνήθως οὔτε καλοὶ καὶ ἀγαθοί, οὔτε κακοὶ καὶ ἀποδιοπομπαῖοι, ἀλλὰ ἕνα περίεργο κράμα ἀγαθότητας καὶ κακίας. Αὐτὴ τὴ δίψυχη στάση ὁ Παπαδιαμάντης τὴ λάτρεψε. Κριτήριό του δὲν εἶχε ποτὲ τὴν αὐστηρὴ διάκριση τοῦ «κατὰ κόσμον» ἀπὸ τοῦ «κατὰ Θεὸν» (Κ. Παπαγιώργης). Καλοὶ καὶ κακοὶ μαζὶ συνερχόμενοι ἐπὶ τὸ αὐτόν, δηλαδὴ τὸν βυζαντινὸ ναὸ ἢ τὸ ναΰδριο, αἰσθάνονται καὶ βιώνουν ὅτι ἀναβιβάζονται πρὸς τὴν θεότητα, ἐνῶ ἡ θεότης καταβιβάζεται πρὸς τὴν ἀνθρωπότητα (Κ. Παπαπέτρου). Τοιουτοτρόπως ὅλοι οἱ ἀνωτέρω, ἔχοντας ἄρει ἕκαστος τὸν σταυρὸν αὐτοῦ «ἁγιάζονται» καὶ «κοινωνοῦν» τοῦ θείου. Ἐξ ἄλλου κατὰ τὸν Παπαδιαμάντη, ὅλα τα τελούμενα ρωμέικα γνήσια λαϊκὰ ἤθη καὶ ἔθιμα ἰσοδυναμοῦν μὲ τέλεση λειτουργίας. Θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε ὅτι ὅλα τὰ ἀνωτέρω ἀποτελοῦν τὸν «μυστικισμὸ» τοῦ Παπαδιαμάντη. Ἐπὶ πλέον ὁ Παπαδιαμάντης οὐδέποτε ἀποσυνέδεσε τὴν θρησκεία ἀπὸ τὴ ζωή, ἀλλὰ θεωροῦσε ὅλη τὴν κτίση εὐχαριστία, διαχειριστὴς καὶ ἱερέας τῆς ὁποίας ἦταν ὁ ἄνθρωπος. Μὲ τὴν εὐχαριστία αὐτὴ ὁ ἄνθρωπος μεταμόρφωνε κυριολεκτικὰ τὴ ζωή του σὲ συνεχῆ κοινωνία μετὰ τοῦ Θεοῦ.

Ἀπὸ τὰ ἀνωτέρω προκύπτει ὅτι ὁ μυστικισμὸς τοῦ «κὺρ-Ἀλέξανδρου» ἦταν μέσα στὸ «πνεῦμα τοῦ μυστικισμοῦ τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας», φέροντας ὡστόσο καὶ τὴν προσωπική του σφραγίδα.

π. Ἀνανίας Κουστένης – Ὁ ἱερέας στὸν Παπαδιαμάντη

Ἀρχιμ. Ἀνανίας Κουστένης – Ὁ ἱερέας στὸν Παπαδιαμάντη

ἄρθρον εἰς τὸ ἐγκόλπιον Ἡμερολόγιον 2012 τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Πειραιῶς

Οἱ τύποι τῶν ἱερέων στὸν Παπαδιαμάντη εἶναι μορφὲς (δηλαδὴ μορφωμένοι), ἐνάρετοι, σεβάσμιοι, ἱεροπρεπεῖς. Μπορεῖ νὰ εἶναι ὀλιγογράμματοι, ἀλλὰ μποροῦν καὶ κάνουν πολὺ καλὰ τὸ ἔργο τους. Μποροῦν καὶ στέκουν μέσα στὸ Ναὸ μὰ καὶ στὴν Κοινωνία. Κάνουν τὴ Θεία Λειτουργία καὶ παίρνουν τὰ ὑπερκόσμια δῶρα της. Καὶ ὕστερα βγαίνουν, «προέρχονται ἐν εἰρήνῃ», καὶ συνεχίζουν τὴ λειτουργία τῆς ζωῆς. Τὴ λειτουργία μετὰ τὴ Λειτουργία. Ὁ ἱερέας πατέρας του ἦταν ἄριστος λειτουργός, τέκνον τῶν Κολλυβάδων, ἀλλὰ καὶ ἱκανὸς καὶ θαρραλέος καὶ χρήσιμος μέσα στὴν Κοινωνία. Στὸ διήγημα «Στὸ Χριστὸ στὸ Κάστρο» νοιάζεται γιὰ τοὺς δύο ἀποκλεισμένους σὲ αὐτό… Πηγαίνουν μὲ κίνδυνο τῆς ζωῆς των στὸ Χριστὸ στὸ Κάστρο, βρίσκουν σώους τους κινδυνεύοντας ἀπὸ τὰ χιόνια, κάνουν ἐκεῖ τὴ θεία Λειτουργία τῶν Χριστουγέννων, προσφέρουν βοήθεια καὶ σὲ ναυαγοὺς ποὺ ξώκειλαν κατὰ τ᾿ ἀκροθαλάσσι, κι ὅλοι μαζὶ τρῶνε καὶ πίνουν εὐχαριστημένοι καὶ κοιμοῦνται πανάλαφροι. Καὶ τὴν ἄλλη μέρα τὸ ἀπόγευμα γυρίζουν αἰσίως στὴν πολίχνη. Τί καρτεροῦν οἱ ἄνθρωποι ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία; Τὴν ἀγάπη τὴν ἔμπρακτη, τὴν ἔγνοια καὶ τὴν ἀποδοχή. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἡ Μάννα μας, κι ἐμεῖς πιστά Της τέκνα.

Ἰωάννης Θεοδωρακόπουλος – Ἀ.Π. ὁ «βυζαντινός»

ἄρθρον εἰς τὸ ἐγκόλπιον Ἡμερολόγιον 2012 τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Πειραιῶς

Ὁ Παπαδιαμάντης εἶναι ἕνας ἀληθινὸς νέος Ἕλληνας, δηλαδὴ ζῆ ὅλη τὴ ζωὴ ποὺ σχηματίζεται στὴν Ἑλλάδα ἔπειτα ἀπὸ τὴν ἀπόχτηση τῆς ἐλευθερίας, καὶ τὴ ζῆ ἄμεσα στὴν πηγή της, στὸ λαό. Ὅμως εἶναι, θά ῾λεγε κανείς, ὁ ἴδιος ἄνθρωπος καὶ βυζαντινός. Καὶ ἀπὸ καταγωγὴ καὶ ἀπὸ κλίση εἶναι δεμένος μὲ τὴ βυζαντινὴ χριστιανικὴ παράδοση. Ἀγαπάει τρυφερὰ κάθε ἐκδήλωση τῆς θρησκευτικῆς ζωῆς. Καὶ λατρεύει τὸ μυστικό της βάθος. Ἰδιαίτερη εἶναι ἡ ἀγάπη του πρὸς τὴν Ἁγία Γραφή. Ὁ χριστιανὸς ὅμως αὐτὸς δὲ θέλησε νὰ δεχθῇ τὸ σχῆμα τῆς ἱερωσύνης. Γνωστὴ εἶναι ἡ περίφημη ἐκείνη φράση του: «Θέλω νὰ γίνω κοσμοκαλόγηρος», δηλαδὴ καλόγηρος μέσα στὴν κοινωνία, στὴ ζωή. Δημιούργημα τοῦ Παπαδιαμάντη εἶναι τὸ διήγημα. Μέσα του ἔχομε μίαν ἀβίαστη τέχνη, ποὺ μᾶς ἀναγκάζει νὰ ἀκροασθοῦμε τὴν ψυχὴ τοῦ λαοῦ, τὸν ἐσωτερικό της βίο, καθὼς καὶ τὸ φυσικὸ πλαίσιο ὅπου μέσα ἁπλώνεται. Ἀγάπη πρὸς τὸ λαὸ εἶναι τὸ κύριο γνώρισμα τοῦ Παπαδιαμάντη. Ὁ λαός, ἡ πατρικὴ γῆ, λίγοι διαλεχτοὶ φίλοι, μέσα σ᾿ αὐτὰ ἁπλώνεται ἡ ψυχὴ τοῦ Παπαδιαμάντη.

(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)

Ρητά«Ἡ πλουτοκρατία ἦτο, εἶναι καὶ θὰ εἶναι ὁ μόνιμος ἄρχων τοῦ κόσμου, ὁ διαρκὴς Ἀντίχριστος. Αὕτη γεννᾷ τὴν ἀδικίαν, αὕτη τρέφει τὴν κακουργίαν, αὕτη φθείρει σώματα καὶ ψυχάς.»
Ἀλ. Παπαδιαμάντη “Οἱ χαλασοχώρηδες”

«Ὤ! ἑπτάκις μόνον !… ἐβδομηκοντάκις ἑπτὰ θὰ εἶχον τώρα ἀνάγκην νὰ περιζώσω τὸν ναὸν τῆς Ἁγίας Ἀναστασίας! … Τοσάκις εἶχε περιεζωσμένην τὴν καρδίαν μου ἡ ἄκανθα τῆς πικρᾶς ἀγάπης, τοσάκις τὴν εἶχε περισφίξει τὸ ἑρπετὸν πάθος, τὸ δολερόν…εὐλαβούμην νὰ εἴπω εἰς τὴν Ἁγίαν, ἠσχυνόμην νὰ ὁμολογήσω πρὸς ἐμαυτόν, ὅτι ἤμην, ὀψὲ ἤδη τῆς ἡλικίας, λεία τοῦ πάθους καὶ ἕρμαιον… Ἀλλὰ πρὸς τί νὰ προσφέρω λαμπάδας καὶ μοσχολίβανον, πρὸς τί νὰ περιζώσω μὲ κηρία τὸν ναόν; Ἡ Ἁγία ἠδύνατο ἴσως νὰ μὲ θεραπεύσῃ, ἀλλ᾿ ἐγὼ δὲν ἐπεθύμουν νὰ θεραπευθῶ. Θὰ ἐπροτίμων νὰ καίωμαι εἰς τὴν φλόγαν τὴν βραδείαν… Ὑπάρχουν εἰς τὸν Παράδεισον Ἅγιοι δεχόμενοι τὰς εὐχὰς τῶν ἐρώντων; … Τάχα ἐκεῖ, δίπλα εἰς τὸ παρεκκλήσιον τῆς Φαρμακολυτρίας, εἰς τὸ παλαιὸν ἐκεῖνο μεγαλομάρμαρον κτήριον, τὸ αἰνιγματῶδες, νὰ ὑπῆρχε τὸ πάλαι ἱερόν της Ἀφροδίτης, νὰ ὑπῆρχε βωμὸς τοῦ Ἔρωτος; Ὤ! καὶ ὅμως ἐτηκόμην… ὥρας-ὥρας ἐπεθύμουν, εἰ δυνατόν, νὰ ἰατρευθῶ. Βοήθει, Ἁγία Ἀναστασία…»
Ἀλ. Παπαδιαμάντη “Ἡ Φαρμακολύτρια”

«Αὐτὸ πουλάκι μ᾿, δὲν εἶναι πράμα ποὺ θὰ κρυφτῇ. Ἔχεις ψαλίδι γιὰ νὰ κόψῃς τὶς γλῶσσες ὅλων των κοριτσιῶν; … Καὶ νὰ τὶς κόψεις, πουλάκι μ᾿, ἄλλες θὰ φυτρώσουνε. Μιὰ θὰ κόφτεις, δύο, τρεῖς, τέσσαρες θὰ βγαίνουνε… Δὲν ἔχουν παιδεμὸ τῶν γυναικῶν οἱ γλῶσσες…»
Ἀλ. Παπαδιαμάντη “Τῆς δασκάλας τὰ μάγια”

ΠΗΓΗ https://www.papadiamantis.org/

Posted in PHILOLOGIE | Tagged , , , , , | Leave a comment

Jewish Literature of the Greco-Roman Age

We have arrived at the Hellenistic era ushered in by the conquests of Alexander the Great.  Last session I concluded by summarizing how the Ptolemaic rulers, in Egypt, differed from the Seleucid rulers to their north and east by how they treated those under their rule.  I noted that the Ptolemies sought to keep the native Egyptians under their control by denying them access to the economic and social advantages of Ptolemaic society, even though they allowed Greeks and others – including some Jews – access to those benefits.

The Seleucids, on the other hand, generally extended social and economic advantages to all their subjects, choosing to exercise control by luring them into adopting the Hellenistic way of life, thus becoming an integral part of the larger world.

The largest prize to be gained by those attracted to such benefits was the right to become a city.  In Hellenistic culture, a city meant more than simply having a planning commission and a public works department.

The city, or Polis, especially as developed in 5th century Athens, was a community of citizens that lived according to a set of agreed-upon laws and ruled themselves through the public assembly.  There was also a religious cohesiveness through the official cult of the city.  And there was a robust pride that developed into ethnic snobbery in Athens, as the city ultimately restricted citizenship to those born to parents who were both Athenian citizens.

The Polis of the Hellenistic era, as transplanted throughout the lands Alexander conquered, even though it underwent some modifications, bore some distinctively Greek characteristics. As in ancient Greece, the land of the Polis was owned by its citizens, who had hereditary rights to their property.  Those who owned such land held political rights and were permitted to govern themselves as long as they were not in conflict with the king.

More important, at the heart of the Polis were two institutions that marked the society as distinctively Hellenistic.  The first was the agora, a commons flanked on each side by buildings and colonnades.  Here is a sketch of what Athens likely looked like during the Hellenistic era, with the agora circled and the Parthenon above it.  The agora served as the center of economic and political life.  Gathered around the agora were the most important temples, as well as the city’s governmental halls.

The other distinctive institution was the gymnasium, which was in many ways the heart of Greek life.  Gymnasia could and did stand in communities that were not Poleis, but no Polis could be without one.  In fact, the honorary director of the gymnasium, the gymnasiarch, �was one of the most important city dignitaries.�

The gymnasium was much more than just a health club; it was, above all, an educational institution.  There the students studied Greek language and the epic poems of Homer, especially the Iliad.  Education in the gymnasium was the means to becoming a full-fledged citizen of the Polis.

One of the sticking points for many Jews was that the Polis was not simply an educational and political institution; it was also highly religious.  The Polis had its patron deities, and it was part of one’s civic responsibilities to participate in their cults.  Moreover, Hellenic education via the gymnasia indoctrinated one in the pantheon of Homer and was carried out under the tutelary watch of Hermes and Heracles (better known as Hercules).  And that’s not to mention the practice of ruler worship that was also part of citizenship in the Polis.

So the place of the Polis in inculcating Hellenistic culture cannot be overstated. It offered opportunities for special privileges, dignity and advancement that, at least in the Seleucid realm, were open to anyone willing to work for them, be they Greek, Persian, Babylonian or Jew. Membership in such cities, scattered throughout the empire proved an important, stabilizing political force for the Seleucids.

The desirability of belonging to a Polis was alluring enough to inspire non-Greeks to conform themselves to Hellenic standards so as to acquire Greek status.  As we shall see, that allure was too much to resist for many aristocratic Jews in Jerusalem of the late 3rd and early 2nd centuries B.C.E., as well as for many who lived in Egypt, especially Alexandria.

Given these political realities of the Hellenistic era, what was the Zeitgeist or spirit of the Hellenistic world?  What was it like to live in that age?

One feature was a strong cosmopolitanism, which had already been developing during the late classical period in Greece, but was accentuated with the imposition of Alexander�s rule. The Hellenistic age witnessed a melding of divergent cultures on a grander scale than either the west or the east had seen previously.  Even though there was no systematic imposition of Greek culture, Greek culture nevertheless steadily infiltrated the subjugated lands, where the appeal of Greek culture produced syncretism:  the blending of traditions of the native peoples with peculiarly Hellenic traditions.  At the same time, Greek culture itself underwent modifications of various sorts by interaction with native traditions. The result was a developing cosmopolitanism:  even if there was no unified culture, there was at least a prevailing culture to which virtually everyone aspired.  And that gave a sense of unity to the far-flung regions controlled by Alexander�s political heirs.

Another feature of the Hellenistic Zeitgeist was a pronounced individualism.

In discussing the development of culture in Greece, I noted that experimentation with democracy brought with it growing focus on the individual.  Indeed, that was a robustly optimistic individualism, having to do with empowerment of the individual to participate in society, the individual attaining insight into the Good, etc.  The individual could achieve the ideal life by personal exertion.  To be sure, one always had to face the unforeseen or fate, but that was simply the incalculable in life; it did not make personal ambition meaningless.

The individualism of the Hellenistic age was much more pessimistic; it saw the individual more as a victim than a victor.  The fifth century playwright Euripides presaged this perspective. Euripides portrayed human beings as dignified, and yet ultimately impotent in the face of powers too great for them.  Those powers – whether called Zeus, fate or something else – could not be placated by humans; they called the shots without giving humans any insight into what they are doing.  Accordingly, it is perilous for humans to encounter such powers, because they are unpredictable and implacable.

In the Hellenistic age, fate is the unbending principle coded into the universe.  What this means, then, is that life is understood deterministically.  There is no room for individual freedom and aspirations.  Everything is in the hands of fate, which is simply playing out an already decreed path, ultimately negating any notion of the worth of the individual.

This distress was exacerbated since, at the same time this deterministic view of life was taking hold, the niches where people had traditionally found their identity were disappearing.  Chief among them was the evaporation of self-rule, as one�s country was gobbled up by a larger-than-life empire.  Joined with determinism, the product was a sense of alienation:  the individual was merely a cog in the gigantic wheel of life.

So when I say that individualism is a characteristic of the Hellenistic age, I have in mind a very pessimistic individualism, deriving from a deterministic view of the world and a sense of alienation.

Another characteristic of the Hellenistic spirit was the rise of, in various times and degrees, resurgent nationalism.  While this might seem contradictory to the cosmopolitanism and the sense of alienation I mentioned, in some ways it goes hand-in-hand with them.

As I mentioned last session, the Greek’s discovery of the traditions of other nations led to questions (during the 5th century) as to whether Greek culture was a reflection of natural law or was simply a social convention.  While that did not mean sacrificing belief in the superiority of Greek culture, it did lead to a fascination with other cultures. It also lead to the discovery not only of similarities between facets of Hellenic culture and the cultures of other nations, but also to the conviction that they – the Greeks – had inherited some of their own culture from others, especially cultures to their east.

That fascination with foreign cultures increased during the ongoing upheavals following the Peloponnesian war.  With their own traditions overthrown and altered, many Greeks found their fascination with other cultures sharpened by the discovery of the great antiquity of foreign traditions.  That kind of stability of tradition had great appeal to those who felt themselves awash in a sea of change.  In fact, it became a staple of literature of the period to depict a famous Greek philosopher in conversation with a wise man from the east, absorbing his insights.

For example, one story tells of an encounter between Aristotle and a Jew who proved, by a hypnotic experiment, that the soul leaves the body in sleep, thus confirming Plato�s notion of the soul as independent of the body.

Similarly, Aristotle�s successor, Theophrastus, cited Jewish tradition for his argument that the earliest humans did not practice sacrifice.  For some reason he thought that the Jews sacrificed at night, and concluded that this must be so due to their shame over sacrifice.  Another reason for this, he supposed, was that this �philosophical� race, as he called them, prayed and observed the stars, which, for Plato, held divine status.

So during the Hellenistic period, fascination with eastern cultures led to the supposition that those cultures had contributed significantly to Greek culture.  And that spawned a series of attempts by the subject nations to display their ancient roots and august tradition.

For instance, in the third century B.C.E. it inspired an Egyptian priest named Manetho to write a history of Egypt – including disparaging comments about the Jews as having been expelled from Egypt as lepers – and it led the Mesopotamian Berossus to write a similar history of Babylonia.

The earliest attempt to write such a history for the Jews was by an Alexandrian named Demetrius – also  of the third century – who wrote a chronological work “on the kings of the Jews” that sought to show the great antiquity of the Jews.

So nationalism was actually reinforced by the Hellenistic age at the same time as national political power was undercut.

Of course, the undercutting of national power could also have other effects.  While it was generally foolhardy to attempt insurrection under the strong grip of the Hellenistic governments, it was not uncommon to entertain hopes for the restoration of national autonomy.  The literature of the Hellenistic age is rife with expectations that a national deliverer would arise to free this or that nation from the clutches of foreign rulers.  Hellenistic Jewish literature, with its varying notions of a Messiah figure, had no corner on that market.  In fact, this dynamic of nationalism, that forms part of the Zeitgeist of the era, is one way the subjugated peoples dealt with their sense of despair.

Having explored these characteristics of the Hellenistic era, let’s consider three ways people found meaning in the face of this sense of helplessness and alienation.  The first of those was philosophy.

With the coming of the Hellenistic age, Aristotle’s speculations about causes was effectively shelved. Similarly, in the early stages of the Hellenistic era, only certain features of Plato’s thought persisted, and then via some elaboration.

In particular, Plato�s student Xenocrates joined with Plato�s cosmological dualism – his distinction between the world of forms and the world of becoming – an ethical dualism.  Whereas in the Timeaeus Plato described the Demiurge as creating the world with a soul, Xenocrates distinguished between a good world soul and an evil world soul – the former standing behind the actions of good divine beings, while the other was responsible for the actions of a group of evil beings.  That train of thought, of course, was to bear fruit in literature throughout the Hellenistic world, including Jewish literature, although it is not easy to say whether ethical dualism in Jewish literature comes from this development of Platonic thought or is due to the influence of Zoroastrianism.

In any case, until the first century B.C.E., Platonic strains of thought otherwise fade into the background. Interestingly enough, the philosophers that carry the day reach back to strains of thought before Socrates.

We don’t have time to consider all the philosophical movements floating around in the Hellenistic age, but I do want us to look at two of the most important:  Epicureanism and Stoicism.  These philosophical schools revert to the pre-Socratic assumption that knowledge comes from the senses; they rejected the notion (initiated by Parmenides) that the senses are not trustworthy.

Let�s begin with the Epicureans.  They drew on the insights of the pre-Socratic Atomists, who saw the world as simply the result of combinations of atoms that cohere for a moment, but ultimately return to their original state as individual atoms. The not-so hidden agenda of the founder of this movement, Epicurus (early 3rd cent), was to allay people’s fears of two things:  death and the gods.

As for the gods, they too, according to Epicurus, are simply compositions of atoms, albeit the finest kind of atoms.  The good news, though, is that the gods, who inhabit the spaces between the various worlds of collected atoms, are blissfully oblivious to human beings.  Rather than spending their time scrutinizing and troubling humans, they live happy lives in association with one another, whiling away the days at feasts during which they converse in Greek.  One may, if one chooses, honor the gods by participating in the cult, but one need not fear the gods, nor may one expect to curry their favor.  They have no interest in humans.

By a similar reasoning Epicurus sought to allay fear of death.  On the basis of Atomism he could say that since death is nothing but the break-up of atoms, it is impossible actually to experience death, and thus there is no reason to fear it.  In that sense, death is nothing more than part of life, understood as the chance processes of the universe.

Epicurus also constructed a system of ethics meant to help people find contentment in this life – once again addressing the angst of the Hellenistic age.  Epicurus made pleasure the goal of life rather than some ideal, metaphysical state.

By pleasure Epicurus did not mean simply whatever brings one enjoyment – even though by his reckoning every pleasurable sensation is good, whereas all suffering is evil.  What Epicurus had most in mind, though, is activities that bring pleasure over the long-haul.  In fact, for Epicurus, it might prove wise to undergo what is temporarily painful for the long-term benefits it would bring.  Conversely, it might be wise to reject an immediate pleasure which in the end brings only pain.

Moreover, pleasure consists in the absence of pain rather than gratification, and is to be found, above all, in intellectual pleasure.  Accordingly, the highest pleasure is serenity of mind.  In keeping with this, the wise individual will reduce his/her needs to the minimum, because need multiplies the possibilities of pain.  The goal is to achieve serenity by placing a mental and emotional buffer between yourself and fate.

While this might sound quite self-consumed – and it is – Epicurus also endorsed friendship and acts of charity, so that the Epicurean was not entirely self-consumed, even though Epicurus lauded friendship and charity mainly because they were in one�s best interest!

You can see how Epicurus attempted to address the anguish of the Hellenistic age.  As an individual you get your bearings in the world by recognizing the true composition of the world and who you are within it.  You overcome the prevailing sense of foreboding by realizing that all that exists is atoms, so that you need not worry about gods threatening to impale you at a moment�s notice, nor be anxious about the end of life, since it is simply the dissolution of atoms.  Moreover, you live with the uncertainty of life by adopting a sense of serene detachment from both luck and fate.  That�s Epicureanism. 

Even more influential during much of the Hellenistic era was Stoicism.  Whereas Epicurus reached back to the pre-Socratic Atomists, the Stoa tapped the philosophy of Heraclitus of Ephesus, one of the cosmologists who flourished towards the end of the 6th century B.C.E.

For Heraclitus change permeates existence.  It was he who observed that �You cannot step twice into the same river.�  Change is at the core of life, and fundamental to change is struggle.  In fact, the unity and stability we find in the world is the product of such struggle.

The place we find change eminently embodied, he maintained, is fire, where there are two forces at work:  an upward path and a downward path.  In the downward path, fire congeals into moisture which eventually becomes water and then earth.  In the upward path, the earth is liquefied, eventually yielding water, which then evaporates into fire.  This involves give and take in perfect equilibrium, so that the aggregate quantity of matter remains constant.

One force drives these dual paths of Fire:  Universal Reason (logos).  logos is not a transcendent force, but immanent.  What’s more, human reason is a specific manifestation of logos.  The wise person, then, is the one who is alert to the logos  and lives in accord with it, realizing the unity of all things and being content with the processes of change.

The Stoics took up Heraclitus’ system virtually in toto.  For them, the world was a unified material whole, organized and permeated by the logos, that determines its course. This logos is not so much a metaphysical property as physical, since it and the physical realm are one.  For them, the logos is �fire,� the principle stuff of life.  All things come from this fire and return to it.

In fact, the Stoics posit that the world goes through 2,000 year cycles, at the end of which everything is consumed by fire and then the world is generated all over again, down to the smallest details – including the individual, who lives life all over again in the same way.

What the Stoics did was adopt the prevailing determinism and found a way to integrate it into their philosophy.  However, their take on determinism is that what happens is not the result of blind chance, but is determined by the logos, which has a benign intent.  Consequently, nothing that happens to us is for good or ill; good or ill is all in how we perceive what befalls us.  That, in fact, is where good and evil lie:  in the individual soul.

While the Epicureans rejected the notion of an all-controlling fate – although they allowed for the unpredictable in life – the Stoics sought to align themselves with the controlling force in life.   Indeed, the wise individual is the one who learns to live in sync with the logos.

They spoke of this as �living according to nature� rather than �contrary to nature.”   By �nature� they did not mean the physical world per se  – although that was included – but the structure of the world; �nature� in this sense is parallel to the logos.  Living in accord with nature means going along with destiny, fulfilling one’s appointed role.

The way to accomplish this is, in effect, to jettison your passions, which are different from emotions and impulses; they are, in effect, excessive emotion.  All passions – fear, desire, pleasure, regret, compassion – are pathological states of the soul.  The wise person sets passion aside in order to follow universal reason.  By doing so, one achieves an inner harmony because she/he is in full agreement with the logos and the role it has assigned.

This notion of living in harmony with the logos or nature also translates into a cosmopolitanism very much at home in the Hellenistic age.  Because the logos is the essence of the world, one must not consider oneself a member of this or that society, this or that city.  The wise person is one who recognizes himself/herself to be a citizen of the world.  In this frame of mind, cosmopolitanism is not the loss of something, but the true state of the world.

One of the best examples of someone trying to live by the Stoic system was the second century C.E. Roman emperor, Marcus Aurelius, who left us his �Meditations,� more-or-less his diary, in which he frequently upbraids himself, reminding himself of what he knows.  Here is an excerpt:  �The first rule is, to keep an untroubled spirit; for all things must bow to Nature�s law, and soon enough you must vanish into nothingness, like Hadrian and Augustus.  The second is to look things in the face and know them for what they are, remembering that it is your duty to be a good man.  Do without flinching what man�s nature demands; say what seems to you most just – though with courtesy, modesty, and sincerity.�

Marcus Aurelius� Meditations are not the sort of reading you pick up when you�re down.  They have an obviously melancholic mood to them, because they are exhortations to keep oneself in check and follow the task assigned by �Nature� or the logos.

Let�s consider the place of the divine in the Stoic system.  The Epicureans for all practical purposes rejected the gods as meaningless:  they simply whiled away the hours drinking and speaking Greek, without any concern for humans – a good thing in the thinking of Epicurus.  Other philosophers, however, called into question the existence of the gods, at least as they were portrayed in the literature of Homer.

Already in 520, a philosopher named Xenophanes raised questions about the Olympian deities – especially their all-too-human behavior – and suggested that god was one, not many.  The Stoics affirmed this and made it an integral part of their system:  logos, universal reason, is one, and is identical with god.

In this vein, the Stoics picked up the allegorical method of interpretation introduced by the pre-Socratics and developed it.  By reading Homer allegorically they were able to surmount problems posed by the Olympian pantheon and find in Homer teachings amazingly consistent with Stoicism.  Alexandria was a major site for this sort of allegorical interpretation of Homer.  And, by the way, it is not coincidental that such allegorical interpretation is applied by Jewish interpreters in Alexandria to the law of Moses – most notably, by Philo.

So the Stoics, alongside the Epicureans, sought to answer the concerns of Hellenism by providing philosophical antidotes to people�s fears of fate and giving them a way of life.  However, philosophy was not the dominant coping device for most people, particularly the lower classes.

Not only were the upper classes more likely to be apprised of such esoteric philosophies, but more importantly, only those who are well-heeled are likely to be disposed to a message that says �be in sync with the logos,� which was virtually identical with the status quo.  Those who are disadvantaged are not likely to be pacified with that message.

Another popular coping device during the Hellenistic age was to be a member of some sort of an association.  There were many different types of associations or clubs in the Hellenistic world.  There were what amounted to professional guilds that supported the practice of a particular profession and saw to the needs of its members, such as in moving from one city to another to practice one�s business.

There were also the gymnasia, which could be publicly funded – especially in the polis – but which many times were supported by an association that undertook support of the gymnasium – although even in that situation the gymnasium was still seen as a public institution. There were also social groups, organized specifically to provide opportunities for affiliation with other people.  And, of course, there were religious associations, which were organized in support of a particular deity, whether or not that deity was part of the state�s official religion(s).

There were also what were called the politeumata, or ethnic associations, for those who were not members of the dominant ethnic group.  These were common in cities that had strong contingents of foreigners.  Foreigners were allowed to form their own subculture, a politeuma, to promote their own traditions and identity – as long, of course, as things didn’t get out of hand.  A good example is the politeuma of the Jews in Alexandria, which enabled them to promote Jewish culture in the midst of a fully Greek polis – although that did not necessarily mean to place Jewish culture over against Greek culture, as we shall see.

So these various sorts of associations were another useful means of counteracting the negative affects of living in Hellenistic society.

Having just mentioned religious associations, we need to consider the role religion played in Hellenistic society.  The fact of the matter is that the Hellenistic age was shot through with religion; indeed, the reason the Epicureans and Stoics had to deal with the gods in some way is that their existence was simply assumed.  After all, religion was woven into the fabric of the state in several ways.

On the one hand, from the time of Alexander on, the rulers of the Hellenistic empire were accorded divine honors.  While it used to be assumed that this was a result of interaction with Near Eastern culture – either Mesopotamian or Egyptian, where rulers were considered the offspring of the deity – most scholars now locate the roots of ruler worship in Hellenic culture.

Ancient Greece had already developed the practice of honoring the departed heroes of the state.  Because the Greeks saw such heroes as embodying divine powers, it was natural to establish a cult to honor these departed heroes.  It is not too far of a step from the cult of the departed hero to the cult of the living hero – and that may well be the root of assumptions about the divinity of the ruler.  In any case religious claims were embedded into the structure of Hellenistic rule.

Moreover, the state typically sponsored the worship of particular deities, such as Zeus.  Then, of course, there were the cults traditional associated with public institutions like the gymnasium and the theater.  There was also the perpetuation of the cults of the traditional local gods, although typically joined with the cult of a major Hellenic deity, such as Zeus or Dionysus.  Accordingly, Hellenistic culture was awash in religion.

What was the role of the Olympian deities – such as Zeus, Hera, Hermes, and Heracles – in the Hellenistic age?  While there was renewed support for the cult sites of the Olympians in Athens – mainly due to recognition of Athens as the seat of these deities – throughout the rest of the Hellenistic world there was a widespread attempt to align the Olympian gods with local deities.

This practice was already underway among Greeks before the Macedonians took over, since the Greeks themselves had noted parallels between their gods and those of other nations.  In the Hellenistic age this tendency to identify Greek and indigenous deities became a virtual stampede.  Especially now that the Cosmo polis was the focus, the need was to identify what had previously been patron deities of a city or state with Hellenistic deities.

However, for many people, worship of the gods had to do primarily with religious festivals and games, in which popular piety took the form of essentially a civil religion.  In Egypt of the late 4th and early 3rd century these festivals began to focus on the non-Olympian Dionysus – equivalent to the Roman deity Bacchus, god of wine and merriment – whose cult was promoted by Ptolemy IV (Philometer).  That is the setting for events reported by 3 Maccabees, which we�ll read, when the Ptolemaic king ordered all Jews to worship Dionysus or suffer death.

As long as we’re talking about Egypt, let�s deal with a cult that was a Ptolemaic innovation, but soon swept the whole of the Hellenistic world, becoming more important, for most people, than the Olympian cults:  the cult of Sarapis and Isis.

Their cult was developed by Ptolemy I around 300 B.C.E. as part of his transference of the capital from Memphis to Alexandria.  To legitimize his rule as continuous with the ancient Pharaohs, he took over the ancient Egyptian cult legend of Osiris and Isis.  However, the cult was promulgated in a Hellenized form.

The original, Egyptian cult myth runs as follows:  Isis was the goddess of the royal throne and the mother of Horus, the mythical representation of the living Pharaoh.  Osiris was both the embodiment of Egypt�s fertile lands and the god of the dead, in which function he was identified with the dead Pharaoh.  It was natural, then, that Osiris, the god of the dead Pharaoh, should become the husband of Isis, the goddess of the royal throne, and that together they should be the parents of Horus, representing the living Pharaoh.  After all, the new Pharaoh was the offspring of the preceding ruler.

However, as the representation of the fertile lands, Osiris�s mortal foe was his twin brother, Seth, god of the desert.  In the Egyptian form of the myth, Seth kills Osiris, cuts his corpse into pieces and throws them into the Nile.  Isis, together with Seth�s wife, mourns Osiris, searches the waters for his body parts, and reconstitutes his body.  In particular, though, Isis revives Osiris�s phallus and thereby conceives Horus, who subsequently rules over the living. How�s that for an ancient soap opera?

In the Hellenization of this cult several things happen.  First, existing alongside the cult of Osiris in ancient Memphis was the cult of the Apis bull.  The dead bull was thought to become Osiris, while the soul of the dying Osiris was thought to unite with the living Apis bull.  Ptolemy I joined Osiris and Apis into the name Oserapis, which was then Hellenized into Sarapis.  The iconography of Sarapis, however, loses any similarity to the Egyptian Osiris, acquiring instead the features of Zeus and Hades.

However, even though the cult of Sarapis spread quickly, the really successful member of this duo was Isis, who became in essence the central divine figure of the Hellenistic era.

As in the case of Sarapis, she takes on features that are more Hellenic than Egyptian:  she is the goddess of heaven and the mother of the All.  Sometimes she takes on the features of Aphrodite, which at least corresponds to the occasional correlation of Isis with Hathor, the Egyptian goddess of love.  Moreover, in Asia Minor, in particular, Isis is identified with the Great Mother Goddess, who insures fertility and assists women in childbirth.

The kinds of far-reaching claims forged for her are on display especially in the Isis aretalogies, hymns that praise the deeds of the goddess, as in this abbreviated example, from Asia Minor:  �I am Isis the ruler of every land.  I was brought up by Hermes, and with Hermes I invented writing, hieroglyphic and common, so that everything need not be written in the same way.  I established laws for mankind and set up ordinances which no one can transgress. . . . I separated earth from heaven.  I showed the stars their path.  I established the track of the sun and the moon.  I discovered the works of the sea.  I made justice strong. . . . I am the mistress of rivers, of winds, of the sea.  No one wins glory without my consent.  I am the ruler of warfare.  I am the mistress of the lightning.  I calm and arouse the sea.  I am present in the beams of the sun, and I stand in the paths of the sun.  Whatsoever I wish must come to pass, to me must everything give way.�

You can see how a goddess boasting such all-embracing powers became an attractive object of worship in the Hellenistic world.

Alongside these sorts of cults existed numerous others, including what are called mystery cults.  Mystery cults were associations centered on a deity and his or her myth, with tightly controlled access to membership.  Becoming a member involved secret rites that supposedly conferred benefits on the member, many having to do with immortality.

While most of these remained firmly rooted in Greece, one cult that emphasized care of the soul, called Orphism, spread throughout the Hellenistic world. For the Orphics, life was viewed as a struggle between body and soul – the soul must be delivered from the body.  The practical outworking of this involved forms of asceticism, including the avoidance of meat, probably because of belief in reincarnation (you don�t want to eat an old friend).

Other mystery cults of various natures also popped up, serving as outlets for the religious quests of people trying to come to grips with the upheavals of the Hellenistic era.

We also need to acknowledge the importance of astrology in the Hellenistic age.  That it came to play a major role is understandable, given the prevailing sense of determinism.  Because Plato had identified the stars with divine beings, Greek culture already had within itself the means to assimilate Babylonian understandings of the stars and their role in determining the fate of individuals. Astrology became a major tool for learning precisely what awaited you so you were not caught unawares or didn�t undertake an action at an unfavorable time.

So philosophy, associations, religion and the occult were all means that people took up to cope with the radical changes imposed upon them during the Hellenistic age.  Questions?

Next week we�ll begin exploring how this Hellenistic environment affected the thinking and religious expression of Jews, who were forced to grapple with a world far different than they had known and at odds, in many ways, with their traditions.

source http://imp.lss.wisc.edu

Posted in PHILOLOGIE | Tagged , , , , | Leave a comment

ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ γ

(ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΑΠΟ 24/02/21)

Η επιστολογραφία

Η επιστολογραφία είναι ένα λογοτεχνικό είδος, στο οποίο πραγματικά διέπρεψαν οι Βυζαντινοί. Πιστεύεται μάλιστα ότι στην περίπτωση αυτή κατόρθωσαν να ξεπεράσουν την παράδοση της Ύστερης Αρχαιότητας, την οποία κληρονόμησαν και χρησιμοποίησαν ως πρότυπο. Xιλιάδες επιστολές της Βυζαντινής εποχής έχουν φτάσει ως τις μέρες μας. Πολλές από αυτές έχουν εκδοθεί και μελετηθεί, ωστόσο μεγάλο μέρος τους παραμένει ακόμη ανέκδοτο.
O σύγχρονος αμύητος αναγνώστης, που αγνοεί την ιδεολογία και τους κανόνες που διέπουν τη λογοτεχνία αυτή, κινδυνεύει να χαρακτηρίσει με επιπολαιότητα τα ρητορικά αυτά κείμενα φλύαρα και ανυπόφορα, ανιαρά, γεμάτα κοινοτοπίες, με μόνο στόχο την επίδειξη πολυμάθειας. O βυζαντινός μεσαιωνικός άνθρωπος αντιμετώπιζε την επιστολή διαφορετικά. Προσωπικά γράμματα έγραφε σίγουρα πολλά, όμως ελάχιστα έφτασαν ως τις μέρες μας, διότι τέτοιου είδους κείμενα θεωρούνταν ανάξια να φυλαχτούν. Aυτά που διασώθηκαν είναι κυρίως λογοτεχνικές επιστολές, γράμματα που γράφτηκαν με την πρόθεση να δουν το φως της δημοσιότητας. Πολλά από αυτά μάλιστα υπέστησαν αργότερα και δεύτερη επεξεργασία από το συγγραφέα τους. Kύριο μέλημα του αποστολέα ήταν να συντάξει ένα άψογα επεξεργασμένο κείμενο, με περιεχόμενο και ύφος που να συμμορφώνεται προς τους κανόνες των θεωρητικών της επιστολογραφίας.
Στο Bυζάντιο η συγγραφική δημιουργία θεωρούνταν τέχνη και μάλιστα υψηλής ποιότητας. H επιστολή, λοιπόν, ήταν σαν ένα έργο μικροτεχνίας που προσφερόταν ως δώρο στον παραλήπτη. O ιδεαλισμός που διέπει γενικότερα τη βυζαντινή τέχνη χαρακτηρίζει και την επιστολογραφία. H αισθητική της κομψότητας, της ευπρέπειας, του επιτηδευμένου ύφους δεν αφήνει περιθώρια στο ρεαλισμό, τις συγκεκριμένες λεπτομέρειες, την καθημερινότητα. Kατάλληλο γλωσσικό όργανο έκφρασης αυτής της τέχνης μπορούσε να είναι μόνο η αττική διάλεκτος, έστω πιο απλή. Oι επιστολογράφοι προτιμούσαν τις περιφράσεις, τους υπαινιγμούς, τα σχήματα, για να δώσουν τη χαρά στο μυημένο και καλλιεργημένο αναγνώστη-ακροατή να τα ξεδιαλύνει. Ως προς το περιεχόμενο, επιδίωκαν να δώσουν την εικόνα του ιδανικού ανθρώπου, που δεν έχει καμιά σχέση με τον καθημερινό άνθρωπο αλλά διέπεται από αγαθά αισθήματα, όπως η φιλία και η ευγνωμοσύνη. Oι ηθικές ανθρώπινες αδυναμίες, για παράδειγμα το μίσος, το πάθος, η οργή, λείπουν ή χρησιμοποιούνται με τέτοιο τρόπο ώστε να τονιστεί η δυσαρμονία τους προς το αγαθό.
Aυτού του είδους η επιστολογραφία είναι βέβαια προϊόν μιας πνευματικής ελίτ που έχει εκπαιδευθεί και προετοιμαστεί κατάλληλα στα σχολεία για τη λεπτότητα αυτής της τέχνης.

ΘΕΩΡΙΑ ΕΠΙΣΤΟΛΟΓΡΑΦΙΑΣ

Για την επιστολογραφία δε συντάχθηκε ποτέ ειδικό θεωρητικό έργο. H θεωρία της επιστολής εμπεριέχεται κυρίως σε κείμενα ή επιστολές λογίων που κάνουν διάφορες παρατηρήσεις ή δίνουν συμβουλές, σε πρακτικά εγχειρίδια επιστολογραφίας, σε θεωρητικά έργα ή σε εγχειρίδια ρητορικής.
O αρχαιότερος θεωρητικός είναι ο Aρτέμων, ο οποίος στα προλεγόμενα της έκδοσης των επιστολών του Aριστοτέλη παρατηρούσε ότι η επιστολή είναι φύση συγγενική με το διάλογο και γι’ αυτό απαιτεί ύφος λιτό και απέριττο που να εναρμονίζεται με τον τόνο της καθημερινής ομιλίας. Tο έργο του Aρτέμωνα δε μας έχει σωθεί. Γνωρίζουμε τις απόψεις του από μια παρέκβαση του Ψευδο-Δημήτριου στο έργο του Περί Eρμηνείας, όπου στα κεφάλαια 223-235 αναφέρεται στα χαρακτηριστικά του επιστολικού είδους.
Tο 2ο αιώνα μ.X. ο Φιλόστρατος Λήμνιος σε μια επιστολή του δίνει τις πιο παλιές οδηγίες για τη σύνταξη μιας φιλολογικής επιστολής. H γλώσσα της επιστολής πρέπει να κινείται μεταξύ της αττικής διαλέκτου και της εξευγενισμένης καθομιλουμένης και να διακρίνεται από κομψότητα, χωρίς ωστόσο να βαρύνεται με πολλά σχήματα λόγου. Bασική επιδίωξη του συγγραφέα πρέπει να είναι η σαφήνεια. O Φιλόστρατος προτείνει ως πρότυπα τις επιστολές του Aπολλωνίου Tυανέως, του Δίωνος, του Mάρκου Bρούτου, του Mάρκου Aυρηλίου, του Hρώδη Aττικού.
Λεπτομερέστερες οδηγίες προσφέρει αργότερα ο Γρηγόριος Nαζιανζηνός στην επιστολή (αρ. 51) που απευθύνει στον ανιψιό του Nικόβουλο. Γενικά τον συμβουλεύει να αποφεύγει τις ακρότητες. Tο μήκος της επιστολής σωστό είναι να καθορίζεται από τις απαιτήσεις του θέματος και το περιεχόμενό της να είναι σαφές χωρίς να χρειάζεται ερμηνεία, ενώ αποκτά χάρη με τη μετρημένη χρήση παροιμιών, αποφθεγμάτων, παρομοιώσεων κ.ά. Tα ρητορικά σχήματα λόγου πρέπει να χρησιμοποιούνται με μεγάλη φειδώ. H μεγαλύτερη αρετή για μια επιστολή είναι η φυσικότητα και η αποφυγή της προσποίησης.
Οι βυζαντινοί επιστολογράφοι εκτιμούσαν πολύ τα πρακτικά εγχειρίδια επιστολογραφίας. Aπό την Αρχαιότητα σώζονται δύο οδηγοί επιστολογραφίας. O πρώτος οδηγός, του Δημήτριου, συντάχθηκε στην Ύστερη Ελληνιστική εποχή και φέρει τον τίτλο Tύποι επιστολικοί. Mετά από μια σύντομη εισαγωγή διακρίνει τις επιστολές με βάση το περιεχόμενό τους σε 21 κατηγορίες και παραθέτει από μία υποδειγματική επιστολή για το κάθε είδος.
O δεύτερος οδηγός παραδίδεται σε δύο παραλλαγές, που η μία φέρει το όνομα του Πρόκλου (ψευδεπίγραφη) και έχει τίτλο Περί επιστολιμαίου χαρακτήρος, ενώ η δεύτερη αποδίδεται στο Λιβάνιο (επίσης ψευδεπίγραφη) και έχει τίτλο Eπιστολιμαίοι χαρακτήρες. H πρώτη εκδοχή του Ψευδο-Πρόκλου τοποθετείται ανάμεσα στον 4ο και τον 6ο αιώνα, δίνει τον κλασικό ορισμό της επιστολής ως γραπτής συνομιλίας με έναν απόντα και διακρίνει σαράντα ένα είδη επιστολών αναφέροντας από ένα υπόδειγμα αμέσως μετά τον ορισμό. Tέλος δίνει τις γνωστές συμβουλές περί σαφήνειας, γλωσσικού ύφους και μέτρου στην έκταση των επιστολών. H παραλλαγή του Ψευδο-Λιβάνιου πρέπει να συντάχθηκε γύρω στον 9ο αιώνα και έχει διαφορετική διάρθρωση.

Ψευδο-Δημήτριος, Περί Eρμηνείας, κεφ. 223-224, L. Radermacher (έκδ.), Λιψία 1901.
Kαι στη συνέχεια θα μιλήσουμε για το επιστολικό ύφος, αφού και αυτό πρέπει να είναι απλό. O Aρτέμωνας, ο εκδότης των επιστολών του Aριστοτέλη, λέει ότι μια επιστολή πρέπει να γράφεται με τον ίδιο τρόπο όπως ένας διάλογος, διότι η επιστολή δεν είναι παρά το ένα από τα δύο μέρη ενός διαλόγου. Kαι είναι ίσως εν μέρει σωστό αυτό που λέει αλλά όχι εξολοκλήρου. H επιστολή πρέπει να είναι περισσότερο επεξεργασμένη από το διάλογο, διότι αυτός μιμείται κάποιον που αυτοσχεδιάζει, ενώ η επιστολή γράφεται και στέλνεται, τρόπον τινά, ως δώρο

Γρηγόριος Nαζιανζηνός, Eπιστολή 51, Nικοβούλω, P. Gallay (έκδ.), Belles Lettres, Παρίσι 1964, σ. 66-68.
Aπό τους ανθρώπους που γράφουν επιστολές άλλοι μεν γράφουν εκτενέστερα, άλλοι πάλι συντομότερα απ’ό,τι πρέπει. Kαι στις δύο περιπτώσεις σφάλλουν στο μέτρο, όπως οι τοξότες οι οποίοι είτε ρίχνουν το βέλος πιο κοντά από το στόχο είτε μακρύτερα, και στις δύο ωστόσο περιπτώσεις αποτυγχάνουν εξίσου.
Tο μέτρο των επιστολών το προσδιορίζει η ανάγκη του θέματος. Δεν πρέπει κανείς να γράφει πολλά εκεί όπου το θέμα δεν προσφέρεται, ούτε πάλι λίγα εκεί όπου χρειάζεται να πει πολλά […]
Ως προς τη σαφήνεια είναι γνωστό ότι πρέπει κανείς να αποφεύγει, όσο μπορεί, το ύφος του ρητορικού λόγου και να κλίνει περισσότερο προς το ύφος της συνομιλίας. Mε λίγα λόγια, η καλύτερη και ωραιότερη επιστολή είναι εκείνη η οποία πείθει και τον απλό άνθρωπο και το μορφωμένο, τον έναν γιατί μοιάζει να είναι γραμμένη όπως μιλούν οι πολλοί, τον άλλον επειδή ξεπερνά αυτό το επίπεδο. H επιστολή πρέπει αμέσως να γίνεται κατανοητή, διότι είναι εξίσου ακατάλληλο ένας γρίφος να γίνεται εύκολα αντιληπτός και μια επιστολή να χρειάζεται ερμηνεία.
Tρίτο χαρακτηριστικό των επιστολών η χάρις. Aυτή θα την διατηρήσουμε εάν από τη μια μεριά αποφύγουμε να γράφουμε εντελώς ξερά και αστόλιστα, δηλαδή χωρίς να χρησιμοποιούμε γνωμικά, παροιμίες και αποφθέγματα, ακόμη και ανέκδοτα ή αινίγματα με τα οποία ο λόγος αποκτά γλυκύτητα, και από την άλλη δεν κάνουμε κατάχρηση αυτών των μέσων. Στη μία περίπτωση είμαστε άξεστοι, στη δεύτερη άπληστοι […]
Σχήματα λόγου θα χρησιμοποιήσουμε λίγα και όχι τα πιο κακόγουστα. Tα αντίθετα, τα πάρισα και τα ισόκωλα ας τα αφήσουμε στους ρήτορες […]
Aυτό που πρέπει να τηρούμε περισσότερο στις επιστολές είναι το αστόλιστο που είναι όσο το δυνατόν πιο κοντά στη φύση.
Aυτά λοιπόν περί των επιστολών, σταλμένα από εμάς με τη μορφή επιστολής.

ΕΙΔΗ

Μελετώντας το περιεχόμενο των βυζαντινών επιστολών που έχουν διασωθεί διαπιστώνουμε ότι οι σαράντα ένας τύποι που διακρίνει ο Ψευδο-Πρόκλος όχι μόνο δεν επαρκούν για την κατάταξη των επιστολών, αλλά και ότι οι προτεινόμενες διακρίσεις δε μας επιτρέπουν μία πρακτική επισκόπησή τους. O διαπρεπής βυζαντινολόγος H. Hunger πρότεινε την εξής διαίρεση, με βάση το σκοπό και τον τρόπο δημιουργίας μιας επιστολής:
1. Φιλολογικές ιδιωτικές επιστολές:Στην κατηγορία αυτή ανήκει το μεγαλύτερο μέρος των βυζαντινών επιστολών που μας έχουν σωθεί. Γράφονται μεν με συγκεκριμένη αφορμή και εξυπηρετούν σε γενικές γραμμές κάποιο πρακτικό σκοπό, ωστόσο ο αποστολέας τους αποσκοπεί αφενός να τις γνωστοποιήσει και αφετέρου να ενταχθούν ενδεχομένως αργότερα σε κάποια συλλογή επιστολών (επιστολάριο).
2. Kαθαρά ιδιωτικές επιστολές:Απευθύνονται σε ένα μόνο ιδιώτη-αποδέκτη, γράφονται για πρακτικούς σκοπούς και σε καμία περίπτωση ο αποστολέας τους δε σκέπτεται τη δημοσίευσή τους. Mας παραδίδονται κυρίως σε παπύρους και η διάσωση αυτού του είδους επιστολών οφείλεται σε σύμπτωση.
3. Φιλολογικές επιστολές:
Γράφονται χωρίς συγκεκριμένη και επείγουσα αφορμή και αποσκοπούν να διαβαστούν από πολλούς αναγνώστες, όταν αργότερα δημοσιευτούν συγκεντρωμένες σε μια συλλογή επιστολών. Mπορούν να διακριθούν σε:
α) Διδακτικές επιστολές, που συχνά έχουν θεολογικό περιεχόμενο, ωστόσο δε λείπουν από αυτές και τα επιστημονικά ή γενικότερα τα κοσμικά θέματα. Tέτοιου είδους επιστολές έχουν γράψει μεταξύ άλλων ο Iσίδωρος Πηλουσιώτης, ο Φώτιος, ο Aρέθας, ο Mιχαήλ Ψελλός, ο Iωάννης Mαυρόπους, ο Nικηφόρος Γρηγοράς κ.ά.
β) Αφιερωματικές επιστολές, που προτάσσονται σε ένα μεγαλύτερο φιλολογικό ή επιστημονικό έργο και αποτελούν τον πρόλογο του κειμένου. Περίφημο παράδειγμα αποτελεί η επιστολή που προτάσσει ο Φώτιος στη Bιβλιοθήκη του.
γ) Ένθετες επιστολές, που παρεμβάλλονται στη ροή της αφήγησης ενός μυθιστορήματος ως ανταλλαγή επιστολών ανάμεσα σε ερωτευμένους ή άλλα πρόσωπα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η επιστολή του Bρυάξου προς το Mιστύλο στο έμμετρο μυθιστόρημα του Θεόδωρου Πρόδρομου.
δ) Στερεότυπες επιστολές, που δεν περιέχουν κανένα πραγματικό στοιχείο, αλλά πιστά ακολουθούν δοκιμασμένα επιστολογραφικά υποδείγματα και αναφέρονται σε κοινότοπα επιστολογραφικά θέματα. Tέτοιου είδους επιστολές συναντάμε διάσπαρτες σε διάφορα επιστολάρια λογίων.
ε) Mιμητικές επιστολές, στις οποίες ο συγγραφέας τους προσπαθεί να μιμηθεί το ύφος και τη γλώσσα άλλων λογίων ή ακόμα και το τρόπο ομιλίας διάφορων κοινωνικών ή επαγγελματικών ομάδων, όπως χωρικών, ελευθερίων ηθών γυναικών κ.ά. O Iωάννης Xορτασμένος το 15ο αιώνα απαντά στο Λιβάνιο, ρήτορα του 4ου αιώνα, μιμούμενος το ύφος του. Aντίθετα, ο Θεοφύλακτος Σιμοκάττης στην επιστολή 51 γράφει δήθεν εξ ονόματος μιας πόρνης.
4. Yπηρεσιακές επιστολές:Aπευθύνονται σε κάποια αρχή ή υπηρεσιακό πρόσωπο και εξυπηρετούν κυρίως πρακτικούς σκοπούς. Kαταρχήν ο αποστολέας δε στοχεύει να δημοσιευθούν. Aργότερα όμως όταν ο συγγραφέας τους υπήρξε σημαντική προσωπικότητα των γραμμάτων πολλές από αυτές τις επιστολές του συμπεριλήφθηκαν στις συλλογές των επιστολών του. Έτσι συνέβη με επιστολές του αυτοκράτορα Iουλιανού, των πατριαρχών Nικόλαου A’ και Aθανάσιου, του Mιχαήλ Ψελλού κ.ά.

Iσίδωρος Πηλουσιώτης, “Eπιστολή προς τον Tιμόθεο”, Patrologia Graeca 78, στ. 185.
(Διδακτική επιστολή)

Oι νυχτερινές φαντασιώσεις, φιλομαθέστατε, δεν είναι μόνο απηχήσεις, όπως έγραψες, των συναντήσεων και των συνομιλιών της ημέρας αλλά είναι δημιουργήματα και της ράθυμης ζωής. Διότι, όταν ο νους πέσει σε νάρκη από το μεθύσι, τότε γίνεται ορμητήριο παθών, ενώ όταν ξύπνιος επαγρυπνεί και περιμένει πανέτοιμος τον Kύριο, τότε δεν τον νικά το στομάχι ούτε τα πάθη που προέρχονται από αυτό. Διότι αυτό σημαίνει το να κρατά κανείς σφιχτό το ζωνάρι στη μέση του.

Φώτιος, Bιβλιοθήκη, R. Henry (έκδ.), I, Belles Lettres, Παρίσι 1959, σ. 1 (απόσπασμα). “Φώτιος ηγαπημένω αδελφώ Tαρασίω εν Kυρίω χαίρειν”.
(Αφιερωματική επιστολή)

Aφού η κοινή γνώμη των μελών της πρεσβείας και η θέληση του αυτοκράτορα επέλεξαν εμένα να γίνω πρέσβης στους Aσσυρίους, μου ζήτησες, αγαπημένε μου αδελφέ Tαράσιε, να σου γράψω τις υποθέσεις εκείνων των βιβλίων που κατά την ανάγνωσή τους δεν ήσουν παρών, ώστε αφενός μεν να έχεις μια παρηγοριά για το χωρισμό μας, που δύσκολα τον υποφέρεις, και αφετέρου να μάθεις, έστω και με περιληπτικό και γενικό τρόπο, όσα δεν έχεις διαβάσει μαζί μας. (Xρειάζεται το ένα δέκατο πέμπτο συν ένα, όχι περισσότερα, για να είναι τριακόσια.Tόσα νομίζω είναι αυτά που έτυχε να διαβάσω τον καιρό που στερήθηκα την παρουσία σου) […]

Θεοφύλακτος Σιμοκάττης, επ. 51: “H Pοδάκλεια προς την Yψιπύλη”, R. Hercher (έκδ.), Epistolographi Graeci, Παρίσι 1873, σ. 778.
(Μιμητική επιστολή)

Xτες τη νύχτα τριγυρνούσα στον Πειραιά και είδα τον εραστή σου με τη Xρυσίππη, ένα παιδί τούς έφεγγε και μπροστά τους πήγαινε η φίλη σου η γριά Aβρότονον. Όταν εγώ χαιρέτησα την τσατσά, το παιδί έσβησε το δαδί. Έτσι το διέταξε ο δικός σου εραστής, για να μείνει κρυφό το γεγονός μέσα στο σκοτάδι. Mην τον εμπιστεύεσαι, λοιπόν, ούτε όταν σου ορκίζεται, ούτε όταν σε κολακεύει. Kαι τα δυο είναι δόλια τεχνάσματα της γλώσσας του.

Nικόλαος A’, πατριάρχης Kωνσταντινουπόλεως, επ. 146: “Προς τον πρωτασηκρήτη Kωνσταντίνο”, R. J. H. Jenkins, G. Westerink (έκδ.), CFHB 6, Washington D.C. 1973, σ. 460.
Γράφω απλά προς έναν άνθρωπο που είναι αρκετά έξυπνος να αντιλαμβάνεται τη σφοδρή θλίψη της ψυχής, ακόμα κι αν εκφράζεται με απλά λόγια. Aκούσαμε ότι μετά την αναχώρηση του αυτοκράτορα από τα μέρη σας, εκδιώξατε τον αρχιεπίσκοπο που χειροτόνησε η ταπεινότητά μας (αυτός είναι ο μητροπολίτης Nεαπόλεως) και στείλατε άλλον τον οποίον είχε ευλογήσει και τοποθετήσει εκεί εκείνος που όπως γνωρίζετε σφετερίστηκε το θρόνο που μου πρόσφερε ο Xριστός μου, άδηλες οι βουλές του, μολονότι είμαι ο πιο αμαρτωλός από όλους τους ταπεινούς ανθρώπους […]

(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)

πηγή http://www.ime.gr/

Posted in PHILOLOGIE | Tagged , , , | Leave a comment

THE ART OF FRAUD (Elast)-The Unbelievable Tale of Jesus’s Wife

(BEING CONTINUED FROM 25/02/2021)

At one point, Fritz said he needed to disclose something: When he was a 9-year-old boy being raised by a single mother in a small town in southern Germany, a Catholic priest had gotten him drunk on sacramental wine and raped him in a room next to the altar. In April 2010, he wrote a letter about the episode to Pope Benedict XVI, a fellow southern German, whom Fritz felt was doing too little to address the legacy of sexual abuse by members of the clergy. Fritz sent me digital images of consoling letters he said he’d received from three Catholic officials—replies that left him unsatisfied.Fritz leaned across the table. He had a proposition for me.

Fritz described the effects of the abuse as less spiritual than psychological: his struggles with anger, his combativeness, his contempt for people he saw as intellectually inferior. He said he feared that if he didn’t tell me about his letter, someone, perhaps at the Vatican, would leak word of it to insinuate yet another motive for forgery. He insisted that the abuse and the timing of his letter to Benedict—a few months before he contacted King—were unconnected to the papyrus.

I hated to question anyone’s account of sexual abuse, but after everything I’d learned about Fritz, I didn’t know whether to believe him. A few years earlier, I’d written a long profile of a man who’d been molested by a priest in a small Italian town and later became a hero to the community of abuse survivors. I wondered whether Fritz had read the article and seen an opening to my sympathies—or even to public sympathy. But I discovered that he’d reported the incident long before we met. A Vatican official confirmed that a high-level prelate had written to Fritz “on behalf of the Holy Father,” responding to his “sad story.” Church officials in southern Germany said they had a record of Fritz’s allegations but knew of no other complaints against the priest, who died in 1980.

One thing did become clear, though. When we first started talking, Fritz had claimed that he had no stake in the papyrus’s message. But I began to see that he in fact cared deeply. As a teenager he wanted to become a priest, he said, but he later came to believe that much of Catholic teaching was “bullcrap.” Particularly flawed was the Church’s claim that the Gospels of Matthew, Mark, Luke, and John were truer accounts of Jesus’s life than the Gnostic Gospels.

He pointed to the fact that almost no papyri bearing the canonical Gospels have been carbon-dated, because such testing would cause physical damage to the New Testament’s seminal manuscripts—damage that institutions like the Vatican Library would never countenance. But with the new ink tests at Columbia—the ones King had told me about—scientists can date papyri without damaging them. Fritz said these tests could well show that most of the Gnostic Gospels were written before the canonical Gospels, making them better witnesses to the historical Jesus—a view that virtually no serious scholars share.

“All that discussion that the canonical Gospels were way before anything else—that’s utter bullshit,” Fritz told me. “The Gnostic texts that allow women a discipleship and see Jesus more as a spiritual person and not as a demigod—these texts are probably the more relevant ones.”

Fritz had also told me at first that he didn’t believe in his wife’s spiritual channeling, but later he described her as strangely prophetic about everything from people’s motivations to imminent traffic accidents. She’s normally a terrible speller, he said, but her automatic writing is almost letter-perfect: “Something must be going on.” He said his wife sometimes lapsed, unaccountably, into a language he suspected was Aramaic, the tongue of Jesus. “We tried to record it. It goes on for 20 or 30 seconds.”

I asked when he had first heard her speak in this mysterious language.

“During sex,” he said.

After the waitress cleared our lunch plates, Fritz leaned across the table and told me to shut off my tape recorder. I obliged, but continued taking notes. He wanted to keep this next part between the two of us, but I didn’t agree, and he went on anyway.

He had a proposition. He had no talent for storytelling, he said, but he possessed the erudition to produce hundreds of pages of background material for a book—a thriller—that he wanted me to write. Instead of doing my own research, which could take years, I should rely on his. “I’d do all the legwork for you, and I wouldn’t want anything in return.”

The book’s subject, he said, would be “the Mary Magdalene story,” the “suppression of the female element” in the Church, and the primacy of the Gnostic Gospels, “maybe accumulating to a thriller story in the present.”

It sounded an awful lot like The Da Vinci Code.

“People don’t want to read Karen King’s book” on Gnosticism, or the books of other academics, because they’re too dense, he said. “People want something they can take to bed. The facts alone, they don’t really matter. What matters is entertainment.”

The book, he assured me, would be a runaway best seller: “A million copies in the first month or so.” Our collaboration, he said, “could really make a big difference.” But he insisted on the need for fabrication. “You have to make a lot of stuff up,” he said. “You cannot just present facts.”

“The truth is not absolute,” he explained. “The truth depends on perspectives, surroundings.”

I let him go on for a while, but I was stupefied. I was reporting a story about a possible forgery, and the man at its center was asking me to “make a lot of stuff up” for a new project in which he’d be my eager partner. It was a proposal so tone-deaf that either he was clueless, incorrigible—or up to something I couldn’t quite yet discern.

I reminded him that I was a journalist; I wrote fact, not fiction. Nor could I accept favors from the subject of a story. But I was curious: What role would the Walter Fritz character play in this hypothetical book, whose underlying ideas, after all, would be entirely his? He gave me a quizzical look. “I wouldn’t have a role in it,” he said.

He wanted, that is, to be the invisible hand.

As I walked back to my car, I realized with something like a shudder that Fritz had hoped to lure me into a trap from which my reputation might never recover. I knew enough about his dealings with King and Laukamp to recognize all the signs: the request for secrecy, the strategic self-effacement, the use of other people for his own enigmatic ends.

Fame and fortune would rain down on me, he’d promised. All I had to do was lower my guard and trust him with all the important details.


Petra Krischok served as an interpreter for this article and contributed reporting from Berlin.

the end

SOURCE papyrology.blogspot

Posted in PHILOLOGIE | Tagged , , , , , | Leave a comment

Ο ΣΤΑΥΡΟΣ ΤΗΣ ΦΙΛΟΛΟΓΙΑΣ

Μια Κυριακή με πιτσιπάου

Είχα κανονίσει από μέρες να πάω με την Κούλα και τη Μέλπω για μπάνιο την Κυριακή.
Ο λόγος που δέχτηκα ήταν η πρόκληση να πάμε με πούλμαν.
Αυτό που κλείνεις θέση στο ψιλικατζίδικο της γειτονιάς και ξεκινάει στις 8 το πρωί, γεμάτο γριές με πετσετέ ρόμπες και γέρους με ψάθινα παντοφλέ παπούτσια, συνοδεία κάλτσας.

Η Κούλα τηλεφώνησε Σάββατο απόγευμα να μου το υπενθυμίσει:

ΚΟΥΛΑ: Στις εφτά το πρωί θα μνήσκεις από κάτου έτσι πουλάκι μου;
ΕΓΩ: Αφού στις 8 φεύγει το πούλμαν και το ψιλικατζίδικο είναι δίπλα!
ΚΟΥΛΑ: Ενά κατεβούμε από τις εφτά γιατί ποτές δεν ξεύρεις.
ΕΓΩ: Λες να ξεκινήσει στις επτά ενώ έχει ώρα αναχώρησης οκτώ;
ΚΟΥΛΑ: Άμανες συναχτούμε όλοι νωρίς γιατί να μη φύουμε;

Πού να της εξηγώ τι σημαίνει ώρα αναχώρησης.
Επτά ακριβώς ήμουν κάτω από το σπίτι.

Το ίδιο η Κούλα με τη Μέλπω, αλλά και καμιά σαρανταριά γέροι ακόμα.
Είχαν μαζευτεί όλοι από τις επτά.
Το πούλμαν άφαντο.
Η Κούλα και η Μέλπω φορούσαν τα κουζινικά τους για καπέλα, αφού της μιας το ψαθάκι ήταν σαν κατσαρόλα και της άλλης σαν ταψί.
Στα πόδια τους, λαστιχένια παπούτσια της θάλασσας.
Το φουστανάκι της Μέλπως ήταν κλαρωτό αμάνικο και της Κούλας «πιτσιπάου» , δηλαδή πουά.
Μπροστά της η καθεμιά είχε από μια τεράστια πάνινη τσάντα.
ΕΓΩ:Τι κουβαλάτε εκεί;
ΚΟΥΛΑ: Τα μπαγιό και τα προσόψια, το σεντόνι να αλλάξουμε, το ψωμί…
ΜΕΛΠΩ: Εγώ βαστώ τα τάπερι και το νερό αμά μην κορακιάσουμε.
ΕΓΩ: Και σε ποια θάλασσα θα πάμε;
ΚΟΥΛΑ: Στη Λούτσα. Πήγες ποτές;
ΕΓΩ: Όχι, είναι μακριά.
ΜΕΛΠΩ: Α, θε να τρίβεις τα μάτια σου. Κόσμος να διεις, μιλιούνια!
Πετάγεται από δίπλα μια γρια.
ΓΡΙΑ: Ποια Λούτσα; Στον Κάλαμο θα πάμε.
Η Κούλα την αγριοκοίταξε.
ΚΟΥΛΑ: Σε ρωτήξαμε;
ΕΓΩ: Τελικά στον Κάλαμο πάμε ή στη Λούτσα;
ΚΟΥΛΑ: Στον Κάρλαμο, εν άκουσες;

Μετά από έξι τσιγάρα, πέντε γριές να με στραβοκοιτάνε και τέσσερις γέρους να χαζεύουν τον κώλο μου με το σορτς, ήρθε το πούλμαν, επιβιβαστήκαμε και ξεκινήσαμε φυσικά στις 8.
ΜΕΛΠΩ: Αργήσαμε να φύουμε …
Με την πρώτη γκαζιά ο οδηγός έβαλε μουσική.
Πάριο, τα νησιώτικα.
Εκεί να δεις αντανακλαστικά.Οι γριές σηκώθηκαν αμέσως να χορέψουν, οι γέροι άρχισαν τα παλαμάκια και τις στροφές, στο τρίτο τραγούδι πουκάμισα άνοιξαν, τιράντες χαλάρωσαν, μαλλιά ξεχτενίστηκαν, ανταλλάχθηκαν τηλέφωνα και η ώρα ήταν μόνο 8.15.
Πριν ακόμα βγούμε Εθνική, στο πούλμαν μόνο πιάτα δε σπάγανε.
Η Κούλα και η Μέλπω κοίταζαν με ξινισμένα μούτρα.
Κάπου κοντά στο Καπανδρίτι κουράστηκαν, οπότε ένας γέρος που είχε μείνει με το φανελάκι, άρπαξε το μικρόφωνο κι άρχισε να λέει ανέκδοτα:
«Τοτέ, πες μας ένα πράμα που αρχίζει από λάμδα και τρώγεται» λέει η δασκάλα. «Η λάμπα» απαντάει ο Τοτός. «Τι λες βρε αφαλοκομμένο; Τρώγεται η λάμπα;» αποκρίνεται η κυρά δασκάλα. «Τότε γιατί κάθε βράδυ ο πατέρας μου λέει στη μάνα μου, σβήσε τη λάμπα κι έλα να τη φας;» της λέει ο Τοτός …Χα!Χα!Χα! τράνταξε το πούλμαν απ΄τα γέλια. Ο οδηγός χτυπιότανε.
«Μπα σε καλό σου κυρ-Απόστολε, πώς τα λες!» φωνάζει μια γριά με βαμμένο φρύδι και πασαλειμμένο κραγιόν.Εκείνη τη στιγμή με σκουντάει η Κούλα και μου λέει σιγά:
ΚΟΥΛΑ: Αυτοί οι δυο καβαλιούνται.
ΕΓΩ: Αλήθεια;
ΚΟΥΛΑ: Εν άκουσες τις της είπε;
ΕΓΩ: Σε όλους το είπε, ανέκδοτο ήτανε.
ΚΟΥΛΑ: Ναι, αμά πολύ σόκι, ο παλιόγερος.
Μετά από καμιά τριανταριά σόκι, φτάσαμε στον …Κάρλαμο.
Κατέβασα την Κούλα και τη Μέλπω από το πούλμαν μη σκοτωθούνε στα σκαλιά, πήρα παραμάσχαλα τις τσάντες τους και πήγαμε παραλία.
Παραλία με πλάτος 2 μέτρα και στρωμένη με ψηφιδωτό τύπου: ένα βότσαλο μια γόπα, ένα βότσαλο μια γόπα, η χαρά του γύφτου.
Στρώσαμε κάτω τις ψάθες, στερέωσα μια ομπρέλα που όταν την άνοιξα ντράπηκα ακόμα και τους γέρους γιατί ήταν μπαλωμένη σε 3 σημεία, άνοιξα 2 σκαμνάκια, ξεφόρτωσα το «θερμόν» και ένα σωρό τζάντζαλα που κουβάλησαν η Κούλα με τη Μέλπω πλην της σαλοτραπεζαρίας τους, συν κάτι τάπερ.
Μετά από κάνα εικοσάλεπτο, ιδρωμένη βγάζω τα ρούχα μου έτοιμη να βουτήξω.
ΚΟΥΛΑ: Μπαγιό ειν’ τούτο που φοράς;
ΕΓΩ: Ναι.
ΚΟΥΛΑ: Πολύ τσουρούτικο πουλάκι μου. Να σου δώκω να βάλεις το δικό μου;
ΕΓΩ: Γεια σας.
Και βουτάω στη θάλασσα.
Πήγα μια βόλτα μέχρι μέσα να ξεπλυθώ από την πουλμανίλα και γυρίζοντας βλέπω τη Μέλπω και την Κούλα από μακριά να κουνάνε τα χέρια και να ουρλιάζουν, ενώ γύρω τους είχαν μαζευτεί κάτι γέροι που κοιτάζανε προς το μέρος μου.Οι απίθανες νόμιζαν ότι πνίγομαι και φώναζαν βοήθεια.Φτάνω στα γρήγορα έξω και ακούω την Κούλα να τους λέει ανακουφισμένη:
ΚΟΥΛΑ: Σώθηκε μόνη της, φύετε τώρα.
Οι γέροι σκόρπισαν, εγώ κάθισα στην αμμουδιά κι η Κούλα ήρθε από πάνω μου.ΚΟΥΛΑ: Πουλί μου τόσο βαθιά να μην πααίνεις, έχει χαρχαρίες.
ΜΕΛΠΩ: Αλήθεια; Τότενες εν ημπαίνω!
ΚΟΥΛΑ: Μέσα λέγω, εδιώ εν κιδυνεύουμε.
ΕΓΩ: Άντε, θα βουτήξετε;
Βγάλανε τα φουστανάκια τους, δέσανε σφιχτά τα καπέλα στο λαιμό και κάτσανε δίπλα μου με τα πόδια στο νερό.
Τα «μπαγιό» τους πρέπει να ήταν τριάντα ετών τουλάχιστον, αφού τα λάστιχα ήταν όλα ξεχειλωμένα και κάνανε φραμπαλάδες. Πλατσουρίσανε λίγο τα χέρια στο νερό, βρέξανε λαιμό και μπράτσα, πήρανε βαθιά ανάσα το θαλασσινό αγέρι και αρχίσανε την εκπομπή.
ΚΟΥΛΑ: Απέναντι ποια χώρα είναι;
ΕΓΩ: Η Εύβοια είναι ρε Κούλα.
ΚΟΥΛΑ: Αμά Ελλάδα είναι κι εκεί;
ΜΕΛΠΩ: Η Έβγια σου λέγει είναι!
ΚΟΥΛΑ: Πού τηνε ξεύρεις εσύ την Έβγια;
ΜΕΛΠΩ: Εν τηνε ξεύρω, τώρα την έμαθα.
ΕΓΩ: Άντε θα μπείτε μέσα;
ΚΟΥΛΑ: Μέσα εν είμαστε πουλί μου;
ΜΕΛΠΩ: Εγώ επείνασα. Θα βγω.
ΚΟΥΛΑ: Τσαούσα έχουμε ‘εμιστά. Τα τρως;
ΕΓΩ: Θα πάω σπίτι μου να φάω δεν έρχομαι σε σας.
ΚΟΥΛΑ: Μαζί τα έχουμε, στο τάπερι.
ΕΓΩ: Δέκα η ώρα το πρωί θα φάω γεμιστά;
ΚΟΥΛΑ: Εμένα το μπάνιο μου ανοίγει τη όρεξη. Μέλπω, βγαίνουμε.Και κάνανε ένα βήμα και βγήκανε.
Αποφάσισα να πάρω μια βουτιά ακόμη και να συνεχίσω με ηλιοθεραπεία.
Τις έβλεπα από μακριά κάτω από την ομπρέλα, στα σκαμνάκια τους, με ένα ταπεράκι στα πόδια, να τρώνε σαν παιδάκια του νηπιαγωγείου.
Το ίδιο έκαναν και οι υπόλοιποι σύντροφοι.
Όλοι οι γέροι τρώγανε.
Σε λίγο βγήκα, πασαλείφτηκα με αντηλιακό, έβαλα την ψάθα μου στον ήλιο και ξάπλωσα.
Μόλις βολεύτηκα ακούω την Κούλα που κούμπωνε το πιτσιπάου της.
ΚΟΥΛΑ: Σήκω να φύουμε.
ΕΓΩ: Τι εννοείς;;
ΚΟΥΛΑ: Σε δέκα λεφτά ξεκινά το λεωφορείο.
ΕΓΩ: Πας καλά;; Δεν πάω πουθενά.
ΜΕΛΠΩ: Γιατί πουλάκι μου εν ηχόρτασες;
ΕΓΩ: Καλά, για μια ώρα ήρθαμε;
ΜΕΛΠΩ: Στη 12 ε, να μνήσκουμε σπίτι για τα χάπια μας.
ΚΟΥΛΑ: Πρι’ χωνέψουμε τα εμιστά γιατί με άδειο στομάχι εν κάνει να τα πίνουμε.
ΕΓΩ: Μα θέλω να κάνω ηλιοθεραπεία.
ΚΟΥΛΑ: Τότενες πουλάκι μου, έλα την άλλη εβδομάδα να κάνεις.
Τους κράτησα το κατωσέντονο για να αλλάξουνε τα μπαγιό τους.
Με τον ίδιο τρόπο αλλάζανε και οι υπόλοιποι.
Γέμισε η παραλία σεντόνια και σε κάθε φύσημα του αέρα οι γριές έσκυβαν, γιατί σου λέει “μη δουν το πράμα μου” άσχετα που έτσι φαινόταν από πίσω ο κώλος τους.Μετά το ντύσιμο, οι μισοί γέροι ήταν με ξεκούμπωτο φερμουάρ και οι μισές γριές με το φουστάνι πιασμένο στο βρακί τους.
Μπήκαμε στο “πούλμα” και φύγαμε.
Δώδεκα παρά πέντε ήμουν σπίτι μου.
Για την επόμενη Κυριακή η Κούλα έκλεισε Λούτσα «και να πάγω τούτη τη φορά για λιοθεραπεία».
Μαλακίες λέει.
Το πούλμαν αυτό πάει μόνο Κάλαμο.

… γέρασες; Φτωχός; έχασες

Τα δέκα ευρώ της Κυρίας Άννας

ΕΣΚΥΒΕ ΜΕ ΚΟΠΟ στο καλάθι της. Όταν έβγαλε όλα τα ψώνια ζήτησε από την ταμία να «χτυπήσει» τόσα όσα να φτάσουν τα μόλις δέκα ευρώ που διέθετε. Με το ένα της χέρι- το άλλο ανήμποροπροσπάθησε να σηκώσει τις δύο σακούλες. Στη μικρή διαδρομή προς το σπίτι της, με πέντε φράσεις είχε ξεδιπλώσει τα ογδόντα χρόνια της ζωής της.

Σύνταξη: ευρώ 580. Ενοίκιο:ευρώ 250. Όλα τα υπόλοιπα:ευρώ 330. Και υπό έξωση. Το διαμερισματάκι όπου ζει δεκαετίες τώρα, πωλείται.

Η Κυρία Άννα που συνάντησα στο σούπερ μάρκετ στα Ιλίσια μπορεί να μην έχει καν ακούσει για τον χορό των εκατομμυρίων της Ζίμενς. Τι σημασία έχουν άλλωστε για κείνη και για την κάθε κυρία Άννα οι μίζες και τα σκάνδαλα. Τα εκατομμύρια, οι βίλες, η χλιδή, ακόμη κι αν τα έχουν ακούσει, είναι απλώς αριθμοί ή ιστορίες του Φώσκολου, που όσο φανατικά κι αν τις παρακολουθούσαν, ξέρουν από την αρχή ότι είναι παραμύθια. Για κείνες σημασία έχει ότι ζουν σ΄ έναν τόπο που δεν μπορεί να εξασφαλίσει αξιοπρέπεια για τους ηλικιωμένους του, σε μια χώρα όπου ακόμη κι όταν ξεκινά κάτι καλό- όπως ήταν φερ΄ ειπείν η «Βοήθεια στο σπίτι»- τ΄ αφήνει και βουλιάζει.

Καθώς βρισκόμουν στο ταμείο πίσω της έχοντας βάλει στο δικό μου καλάθι ό,τι μου είχε κάνει κέφι, αισθάνθηκα ντροπή για την ευμάρειά μου και για κάθε τάπερ φαγητού δύο ημερών που καταλήγει στα σκουπίδια. Ακόμη κι έτσι όμως, όσο άσχημα κι αν ένιωσα εγώ ή εσείς που τυχαίνει να διαβάζετε αυτές τις γραμμές, είναι σαφές ότι στη φτώχεια και τη μοναξιά η όποια φιλανθρωπία προσφέρει μεν ανακούφιση, αλλά όχι λύση.

Σπάω το κεφάλι μου να σκεφτώ πώς θα μπορούσαν όλοι οι μοναχικοί και χαμηλοσυνταξιούχοι να ζούσαν αξιοπρεπώς. Δεν ξέρω. Ο υπερήλικος πατέρας της Ολλανδέζας φίλης μου πάντως, από τη στιγμή που κατέστη ανήμπορος να αυτοεξυπηρετείται, φιλοξενείται σε κέντρο ηλικιωμένων της πόλης του και μάλιστα υποχρεωτικά, ώστε να έχει τη φροντίδα που χρειάζεται.

ΠΗΓΗ stavrochoros.pblogs.gr ,

Posted in PHILOLOGIE | Tagged , , , , | Leave a comment

A WΑRRIOR FUNCTION AMONG THE EUROPEANS AND MEDITERRANEANS (6)

(BEING CONTINUED FROM  23/02/2021)

XI. Horace et les curiaces, Hercules et Cacus

Ainsi s’équilibre à Rome le mythe indo-européen du héros vainqueur de l’adversaire triple. Mais on sait que, prélevée sur la tradition grecque et greffée sur les bords du Tibre comme de mainte rivière italienne, une autre version en subsiste, plus fabuleuse naturellement, et qui, au siècle dernier, a fort intéressé les comparatistes, les uns prétendant que, sous un costume et sous des noms grecs, c’est en réalité un vieux mythe latin qui nous a été conservé, les autres admettant que la matière du récit comme les noms était de provenance étrangère: nous pensons à Hercule vainqueur du triple Cacus, au livre séduisant de Michel Bréal (1863), à l’enfance tumultueuse de nos [31] études. Voici comment Bréal, “d’après Virgile, Properce et Ovide” en résumait les circonstances principales (Mélanges de mythologie et de linguistique, 1877, pp. 45 et suiv.): “Hercule, vainqueur de Géryon, traverse l’Italie et arrive sur les bords du Tibre. Pendant qu’il laisse paître ses boeufs, un brigand depuis longtemps redouté, Cacus, fils de Vulcain, monstre à trois têtes, lui enlève en secret quelques-unes de ses génisses, et, pour empêcher qu’on ne suive leurs traces, il les entraîne en arrière dans son antre. Mais le mugissement des vaches qui lui ont été enlevées avertit Hercule: il court vers la caverne fermée de toutes parts, où son ennemi, déjà plein de terreur, s’est retranché. Il en force l’entrée; avec les vaches, tous les trésors que le brigand a entassé dans son antre paraissent au grand jour. Hercule l’accable de ses traits; malgré ces cris, malgré les flammes et la fumée qu’il vomit et qui l’entourent de ténèbres, le dieu l’étreint et le tue. Le corps informe du monstre tombe aux pieds du héros. Hercule élève alors un autel à Jupiter qui a trouvé les boeufs, Jupiter Inventor, et il institue le culte qui lui sera rendu à lui-même …….”

Aujourd’hui, on semble généralement d’accord avec M. Jean Bayet pour rendre Hercule à la Grèce, avec sa massue, avec ses boeufs et les trois corps de Cacus, mais nous connaissons des esprits intrépides qui n’ont pas renoncé à relever tôt ou tard l’autre thèse. Il faut qu’ils en prennent leur parti: dans la mythologie latine authentique, dans celle qui a hérité directement et librement traité la matière mythique indo-européenne, les détails merveilleux et la vaste résonance de la bagarre de la porte Trigemina n’ont pas de place: ils sentent l’étranger. A rome c’est le soldat Horace vainqueur des trois soldats Curiaces qui est le répondant légitime du demi-dieu Héraclès vainqueur du monstre à trois têtes Géryon; le voyageur Hercule vainqueur du brigand à trois têtes Cacus n’en est que l’adaptation. Adaptation elle-même marquée, certes, du caractère latin en ce sens que l’orgueil national s’y est attaché, que les traits merveilleux y sont déjà atténués (dans Tite-Live le pâtre Cacus n’a qu’une tête et il est simplement ferox viribus), et aussi en ce que des éléments de ruse et presque de farce y ont été introduits. Adaptation pourtant, et localisée comme telle avant Romulus, avant la fondation de Rome, dans cette vague période ‘grecque’ du Latium où Denys d’Halicarnasse s’ébat comme un dauphin parmi les Iles. Il n’est pas étonnant que les mythes grecs de Rome, du moins le plus considérable d’entre eux, se soit ainsi inséré, dans la chronologie, avant les mythes proprement romains: ces derniers constituant une histoire et une protohistoire déjà tout humaines, il ne restait aux fables surhumaines que la préhistoire.[33]

Appendice. Les ‘vies parallèles’ de Tullus et d’Indra

[…] on a noté que l’exploit de Cûchulainn et celui d’Horace sont deux variantes, à beaucoup d’égards deux formes voisines d’une même variante, de l’exploit rituel ou mythique dont les littératures de plusieurs peuples indo-européens donnent d’autres exemples: le combat, lourd de conséquences, d’un dieu ou d’un héros contre un adversaire doué d’une forme variable de triplicité. La tradition indo-iranienne, notamment, dans le duel ici d’Indra ou d’un héros qu’il protège, là du héros Өraētaona contre le monstre à trois têtes, et aussi la tradition scandinave, dans la victoire de Thor sur le géant Hrungnir au coeur tricornu et dans les suites immédiates et lointaines de ce ‘premier duel régulier’ , connaissent d’autres variantes, proches pour le sens, du même thème.

Ces résultats sont valables. Il reste vrai que l’affabulation irlandaise, humaine et pseudo-historique comme l’affabulation latine, est la plus apte à en expliquer d’importants détails, notamment tout ce qui relève, ou a relevé dans une forme préhistorique probable du récit, de la notion de furor. Cependant, moins frappantes au premier regard parce que moins pittoresques, il existe entre la défaite du Tricéphale indien et celle des Curiaces des correspondances qui éclairent cette dernière d’un jour plus philosophique et ouvrent sur la fonction guerrière de plus vastes perspectives que n’a fait la comparaison de la légende de Cûchulainn. En outre, de proche en proche, c’est presque toute la geste du roi Tullus Hostilius que nous serons conduits à mettre en parallèle avec les plus fameux exploits du dieu Indra. Ainsi s’étendra, entre Rome et l’Inde, au second niveau cosmique et social la remarquable identité profonde, dans l’idéologie et dans l’expression mythique de l’idéologie, que nous avons surtout observée jusqu’à présent au niveau de Romulus et de Varuna, de Numa Pompilius et de Mitra (‘Aspects de la fonction guerrière’, p. 24).[34]

[G. Dumézil résume son analyse parallèle dans deux tableaux (Aspects p. 40 et p. 48), reproduits ci-dessous:][35]

(TO BE CONTINUED)

SOURCE  http://cahiers.kingston.ac.uk/

Posted in PHILOLOGIE | Tagged , , , , | Leave a comment

Ο ΑΡΑΤΟΣ ΣΤΟΥΣ ΣΥΓΧΡΟΝΟΥΣ Κ ΣΤΟΥΣ ΜΕΤΑΓΕΝΕΣΤΕΡΟΥΣ ΤΟΥ (γ)

(ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΑΠΟ 22/02/21)

(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)

ΧΑΡΙΛΑΟΣ ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ

ΔΙΔΑΚΤΟΡΙΚΗ ΔΙΑΤΡΙΒΗ

ΙΩΑΝΝΙΝΑ 2006

Posted in PHILOLOGIE | Tagged , , , , , | Leave a comment

METIS MENIS OF DION YSUS (THlast)

(BEING CONTINUED FROM  19/02/2021)

DIONYSOS TITLES

Greek Name

Διονυσος

Transliteration

Dionysos

Latin Spelling

Dionysus

Translation

Liber, Bacchus

DIONYSOS was the Olympian god of wine and festivity.

This page lists his cult titles and poetic epithets.


ENCYCLOPEDIA DIONYSUS TITLES

ACRATO′PHORUS (Akratophoros), a surname of Dionysus, by which he was designated as the giver of unmixed wine, and worshipped at Phigaleia in Arcadia. (Paus. viii. 39. § 4.)

ACROEITES (Akrôreitês), a surname of Dionysus, under which he was worshipped at Sicyon, and which is synonymous with Eriphius, under which name he was worshipped at Metapontum in southern Italy. (Steph. Byz. s. v. Akrôreia.)

ADO′NEUS (Adôneus). 1. A surname of Bacchus, signifies the Ruler. (Auson. Epigr. xxix. 6.) 2. Adoneus is sometimes used by Latin poets for Adonis. (Plaut. Menaech. i. 2. 35; Catull. xxix. 9.)

AEGO′BOLUS (Aigobolos), the goat-killer, a surname of Dionysus, at Potniae in Boeotia. (Paus. ix. 8. § 1.)

AESYMNE′TES (Aisumnêtês), a surname of Dionysus, which signifies the Lord, or Ruler, and under which he was worshipped at Aroë in Achaia. The story about the introduction of his worship there is as follows: There was at Troy an ancient image of Dionysus, the work of Hephaestus, which Zeus had once given as a present to Dardanus. It was kept in a chest, and Cassandra, or, according to others, Aeneas, left this chest behind when she quitted the city, because she knew that it would do injury to him who possessed it. When the Greeks divided the spoils of Troy among themselves, this chest fell to the share of the Thessallian Eurypylus, who on opening it suddenly fell into a state of madness. The oracle of Delphi, when consulted about his recovery, answered, “Where thou shalt see men performing a strange sacrifice, there shalt thou dedicate the chest, and there shalt thou settle.” When Eurypylus came to Aroë in Achaia, it was just the season at which its inhabitants offered every year to Artemis Triclaria a human sacrifice, consisting of the fairest youth and the fairest maiden of the place. This sacrifice was offered as an atonement for a crime which had once been committed in the temple of the goddess. But an oracle had declared to them, that they should be released from the necessity of making this sacrifice, if a foreign divinity should be brought to them by a foreign king. This oracle was now fulfilled. Eurypylus on seeing the victims led to the altar was cured of his madness and perceived that this was the place pointed out to him by the oracle; and the Aroëans also, on seeing the god in the chest, remembered the old prophecy, stopped the sacrifice, and instituted a festival of Dionysus Aesymnetes, for this was the name of the god in the chest. Nine men and nine women were appointed to attend to his worship. During one night of this festival a priest carried the chest outside the town, and all the children of the place, adorned, as formerly the victims used to be, with garlands of corn-ears, went down to the banks of the river Meilichius, which had before been called Ameilichius, hung up their garlands, purified themselves, and then put on other garlands of ivy, after which they returned to the sanctuary of Dionysus Aesymnetes. (Paus. vii. 19 and 20.) This tradition, though otherwise very obscure, evidently points to a time when human sacrifices were abolished at Aroë by the introduction of a new worship. At Patrae in Achaia there was likewise a temple dedicated to Dionysus Aesymnetes. (Paus. vii. 21. § 12.)

AGRI′ONIUS (Agriônios), a surname of Dionysus, under which he was worshipped at Orchomenus in Boeotia, and from which his festival Agrionia in that place derived its name. (Dict. of Ant. p. 30; Müller, Orchom. p. 166, &c.)

AMPHI′ETES or AMPHIE′TERUS (Amphietês), a surname of Dionysus. (Orph. Hymn. 52. 1, 51. 10.) It is believed that at Athens, where the Dionysiac festivals were held annually, the name signified yearly, while at Thebes, where they were celebrated every third year, it was interpretated to be synonymous with trietês.

ANTHEUS (Antheus), the blooming, a surname of Dionysus. (Paus. vii. 21. § 2.) Anthius, a surname which Dionysus bore at Athens, is probably only a different form for Antheus. (Paus. i. 31. § 2.)

BACCHUS. [DIONYSUS.]

BA′SSAREUS (Bassareus), a surname of Dionysus (Hor. Carm. i. 18. 11; Macrob. Sat. i. 18), which, according to the explanations of the Greeks, is derived from bassara or bassaris, the long robe which the god himself and the Maenads used to wear in Thrace, and whence the Maenads themselves are often called bassarae or bassarides. The name of this garment again seems to be connected with, or rather the same as, bassaris, a fox (Hesych. s. v. bassarai), probably because it was originally made of fox-skins. Others derive the name Bassareus from a Hebrew word, according to which its meaning would be the same as the Greek protrugês, that is, the precursor of the vintage. On some of the vases discovered in southern Italy Dionysus is represented in a long garment which is commonly considered to be the Thracian bassara.

BRISAEUS (Brisaios), a surname of Dionysus, derived from mount Brisa in Lesbos (Steph. Byz. s. v. Brisa), or from a nymph Brisa, who was said to have brought up the god. (Schol. ad Pers. Sat. i. 76.)

BRO′MIUS (Bromios), a surname of Dionysus, which some explain by saying, that he was born during a storm of thunder and lightning (Diod. iv. 5; Dion Chrys. Or. 27); others derive it from the nymph Brome, or from the noise of the Bacchantic processions, whence the verb bromeazesthai, to rage like a Bacchant (Ov. Met. iv. 11; Orph. Lith. xviii. 77.) There is also a my thical personage of this name. (Apollod. ii. 1. § 5.)

CALYDO′NIUS (Kaludônios), a surname of Dionysus, whose image was carried from Calydon to Patrae (Paus. vii. 21. § 1), and of Meleager, the hero in the Calydonian hunt. (Ov. Met. viii. 231.)

CRE′SIUS (Krêsios), a surname of Dionysus at Argos, where he had a temple in which Ariadne was said to be buried. (Paus. ii. 23. § 7.)

DENDRI′TES (Dendritês), the god of the tree, a surname of Dionysus, which has the same import as Dasyllius, the giver of foliage. (Plut. Sympos. 5; Paus. i. 43. § 5.)

ELEUTHEREUS (Eleuthereus), a surname of Dionysus, which he derived either from Eleuther, or the Boeotian town of Eleutherae; but it may also be regarded as equivalent to the Latin Liber, and thus describes Dionysus as the deliverer of man from care and sorrow. (Paus. i. 20. § 2, 38. § 8; Plut. Quaest. Rom. 101.) The form Eleutherius is certainly used in the sense of the deliverer, and occurs also as the surname of Zeus. (Plut. Sympos. vii. in fin.; Pind. Ol. xii. 1; Strab. ix. p. 412; Tacit. Ann. xv. 64.)

ENORCHES (Enorchês), a son of Thyestes by his sister Daeta, was born out of an egg, and built a temple to Dionysus, who was hence called Dionysus Enorches, though Enorches may also describe the god as the dancer. (Tzetz. ad Lycoph. 212 ; Hesych. s. v.)

ENYA′LIUS (Enualios), the warlike, frequently occurs in the Iliad (never in the Odyssey) either as an epithet of Ares . . . Dionysus, too, is said to have been surnamed Enyalius. (Macrob. Sat. i. 19.)

EUBU′LEUS (Eubouleus). Eubuleus occurs also as a surname of several divinities, and describes them as gods of good counsel, such as Hades and Dionysus. (Schol. ad Nicand. Alex. 14; Orph. Hymn. 71. 3; Macrob. Sat. i. 18; Plut. Sympos. vii. 9.)

HYES (Huês), the moist or fertilising god, occurs like Hyetius, as a surname of Zeus, as the sender of rain. (Hesych. s. v. huês.) . . . Hyes was also a surname of Dionysus, or rather of the Phrygian Sabazius, who was identified sometimes with Dionysus, and sometimes with Zeus. (Hesych. l.c.; Strab. p. 471.)

INTONSUS, i.e. unshorn, a surname of Apollo and Bacchus, alluding to the eternal youth of these gods, as the Greek youths allowed their hair to grow until they attained the age of manhood, though in the case of Apollo it may also allude to his being the god of the sun, whence the long floating hair would indicate the rays of the sun. (Hom. Il. xx. 39, Hymn. in Apoll. 134; Horat. Epod. xv. 9; Tibull. i. 4. 34; Ov. Met. iii. 421, Amor. i. 14. 31; Martial, iv. 45.)

ISODAETES (Isodaitês), from daiô, i.e. the god who distributes his gifts equally to all, occurs as a surname of Dionysus Zagreus. (Plut. de Ei. ap. Delph. 9.)

LAMPTER (Lamptêr), i.e. the shining or torch-bearer, a surname of Dionysus, under which he was worshipped at Pellene in Achaia, where a festival called lamptêria was celebrated in his honour. (Paus. vii. 27. § 2.)

LAPHY′STIUS (Laphustios). A surname of Dionysus, from the Boeotian mountain Laphystius, whence the female Bacchantes were called, in the Macedonian dialect, Laphystiae. (Tzetz. ad Lycoph. 1236; Miiller, Orchom. p. 168, 2d edit.)

LARISSAEUS (Larissaios, surnames of Zeus and Apollo, derived from the arx Larissa at Argos (Paus. ii. 24. § 4; Strab. ix. p. 440, xiv. 649; Steph. Byz. s. v. Larissa).

LENAEUS (Lhnaios), a surname of Dionysus, derived from lênos, the wine-press or the vintage. (Hesych. s. v.; Virg. Georg. ii. 4. 529; Dict. of Ant. s. v. Lenaea.)

LIMNE′GENES, LIMNAEA, LIMNE′TES (Limnaia os, Limnêtês is, Limnêgenês), i.e. inhabiting or born in a lake or marsh, is a surname of several divinities who were believed either to have sprung from a lake, or had their temples near a lake. Instances are, Dionysus at Athens (Eustath. ad Hom. p. 871; Callim. Fragm. 280, Bentl.; Thuc. ii. 15; Aristoph. Ran. 216; Athen. x. p. 437, xi. p. 465), and Artemis.

LYAEUS (Luaios), the god who frees men from care and anxiety, a surname of Bacchus. (Eustath. ad Hom. p. 108; Virg. Georg. ii. 229.)

LY′SIUS (Lusios), i.e. the Deliverer, a surname of Dionysus, under which he was worshipped at Corinth, where there was a carved image of the god, the whole figure of which was gilt, while the face was painted red. (Paus. ii. 2. § 5.) He was also worshipped at Sicyon, where the Theban Phanes was said to have introduced the god (ii. 7. § 6), and at Thebes. In the last-mentioned place he had a sanctuary near one of the gates, and there was a story that the god had received the surname from the fact of his once having delivered Theban prisoners from the hands of the Thracians in the neighbourhood of Haliartus (ix. 16. § 4; Orph. Hymn. 49, 2, &c.)

MEILI′CHIUS (Meilichios), i. e. the god that can be propitiated, or the gracious, is used as a surname of several divinities. 1. Of Zeus, as the protector of those who honoured him with propitiatory sacrifice . . . 2. Of Dionysus in the island of Naxos. (Athen. iii. p. 78.)

MELANAEGIS (Melanaigis), i.e. armed or clad with a black aegis, occurred as a surname of Dionysus at Eleutherae (Suid. s. v. Eleutheros ; Paus. i. 38. § 8), and at Athens (Suid. s. v. Apatouria; Conon, Narrat. 39; Paus. ii. 35. § 1), and of the Erinnys. (Aeschy. Sept. 700.)

MELPO′MENUS (Melpomenos), or the singer, was a surname of Dionysus at Athens, and in the Attic demos of Acharne. (Paus. i. 2. § 4, 31. § 3.)

MESATEUS (Mesteus), a surname of Dionysus, derived from the town of Mesatis, where, according to a tradition at Patrae, he had been educated. (Paus. vii. 18. § 3, 21. § 2.)

METHYMNAEUS (Mêthumnaios), a surname of Dionysus, derived, according to some, from Methymna, rich in vines. (Hesych. s. v. ; Virg. Georg. ii. 20.) Others derived it from methe (sweet or wine), as Plutarch (Sympos. iii. 2) and Athenaeus (viii. p. 363)

NYSAEUS, NY′SIUS, NYSEUS, or NYSI′GENA (Nusêïos), a surname of Dionysus, derived from Nysa, a mountain or city, either in Thrace, Arabia, or India, where he was said to have been brought up by nymphs. According to some, it was derived from Nisus, who is said to have been his father, or at least to have educated him. (Hom. Il. vi. 133, Hymn. xxv. 5; Apollon. Rhod. ii. 905, iv. 431; Diod. i. 15, iii. 68; Cic. de Nat. Deor. iii. 23; Virg. Aen. vi. 806; Ov. Met. iv. 13.)

OMA′DIUS (Ômadios), that is, the flesh-eater, a surname of Dionysus, to whom human sacrifices were offered in Chios and Tenedos. (Orph. Hymn. 51. 7; Porphyr. de Abstin. ii. 55.)

PHLEON (Phleôn), i. e. the giver of plenty, is a surname of Dionysus, describing the god as promoting the fertility of plants and trees. (Aelian, V.H. iii. 41.) A similar surname of the god is Phlyus (from phluen; Schol. ad Apollon. Rhod. i. 115.)

PSILAS (Psilas), i.e. “the giver of wings,” or “the unbearded,” a surname of Dionysus, under which he was worshipped at Amyclae. (Paus. iii. 19. § 6; Lobeck ad Phrynich. p. 435.)

SOTER (Sôtêr), i. e. “the Saviour” (Lat. Servator or Sospes), occurs as the surname of several divinities :– 1. of Zeus . . . 2. Of Helios (Paus. viii. 31. § 4), and 3. of Bacchus. (Lycoph. 206.)

TAUROCE′PHALUS (Taurokephalos, also Taurokranos, Taurometôpos, &c.), a surname of Dionysus in the Orphic mysteries. (Orph. Hymn. 51. 2.) It also occurs as a surname of rivers and the ocean, who were symbolically represented as bulls, to indicate their fertilising effect upon countries. (Eurip. Iphig. Aul. 275, Orest. 1378 ; Aelian, V. H. ii. 33; Horat. Carm. iv. 14, 25.)

TAURUS (Tauros), a bull, occurs as a surname of Dionysus. (Eurip. Bacch. 918 ; Athen. xi. p. 476; Plut. Quaest. Graec. 36 ; Lycoph. Cass. 209.)

THYO′NEUS (Thuôneus). A surname of Dionysus which has the same meaning as Thyone, both being formed from thuein, “to be inspired.” (Ov. Met. iv. 13; Horat. Carm. i. 17. 23; Oppian, Cyneg. 27 ; Hesych. s. v. Thuônidês.)

ZAGREUS (Zagreus), a surname of the mystic Dionysus (Dionusos chthonios), whom Zeus, in the form of a dragon, is said to have begotten by Persephone, previously to her being carried off by Pluto (Callim. Fragm. 171, ed. Bentl.; Etym. Magn. s. v. ; Orph. Hymn. 29 ; Ov. Met. vi. 114 ; Nonnus, Dionys. vi. 264). He was torn to pieces by the Titans, though he defended himself bravely, and assumed various forms; and Athena carried his heart to Zeus. (Tzetz. ad Lycoph. 355 ; Lobeck, Aglaopham. p. 547, &c.)

Source: Dictionary of Greek and Roman Biography and Mythology.


CULT TITLES & EPITHETS

The first of Dionysos’ cult titles refer to his various divine functions, as god of the Bacchic orgy, nocturnal revels, fertility, wine, feasts, freedom and salvation, tragedy plays, the underworld:–

Greek Name

Βακχος

Βακχειος

Ιοβακχος

Ιακχος

Transliteration

Bakkhos

Bakkheios

Iobakkhos

Iakkhos

Latin Spelling

Bacchus

Baccheus

Iobacchus

Iacchus

Translation

Of Bacchic Frenzy

Of Bacchic Frenzy

Of Ritual Bacchic-Cry

Of Ritual Iacchic-Cry

Greek Name

Ευαστηρ

Βρομιος

Λυαιος

Μαινολης

Transliteration

Euastêr

Bromios

Lyaios

Mainolês

Latin Spelling

Evaster

Bromius

Lyaeus

Maenoles

Translation

Of Ritual Euoi-Cry

Noisy, Boisterous

Mad, Raging

Greek Name

Νυκτελιος

Λαμπτηρος

Ἑστιως

Κωλωτης

Transliteration

Nyktelios

Lamptêros

Hestiôs

Kôlôtês

Latin Spelling

Nyctelius

Lampterus

Hestius

Colotes

Translation

Of the Night

Of the Torches

Of the Feast

Spotted Gecko

Greek Name

Αυξιτης

Φαλλην

Ανδρογυνος

Φλεων

Transliteration

Auxitês

Phallên

Androgynos

Phleôn

Latin Spelling

Auxites

Phallen

Androgynus

Phleon

Translation

Giver of Increase

Phallic, Of the Phallus

Androgynous (Sexually)

Luxuriant (Foliage)

Greek Name

Σταφυλιτης

Ομφακιτης

Ληναιος

Λιναιος

Transliteration

Staphylitês

Omphakitês

Lênaios

Lêinaios

Latin Spelling

Staphylites

Omphacites

Lenaeus

Linaeus

Translation

Of the Grape

Of the Unripe Grape

Of the Wine-Press

Of the Wine-Press

Greek Name

Θεοινος

Αγαθοσ Δαιμον

Προτρυγαιος

Οινοψ

Ακρατοφορος

Transliteration

Theoinos

Agathos Daimon

Protrygaios

Oinops

Akratophoros

Latin Spelling

Theoenus

Agathus Daemon

Protrygaeus

Oenops

Acratophorus

Translation

God of Wine

The Good Spirit

First of the Vintage

Wine-Dark

Bringer of Mixed Wine

Greek Name

Κισσιος

Κιττοφορος

Ανθιον

Κιστοφορος

Ερεβινθινος

Transliteration

Kissios

Kittophoros

Anthion

Kistophoros

Erebinthinos

Latin Spelling

Cisseus

Cittophorus

Anthion

Cistophorus

Erebinthinus

Translation

Of the Ivy

Ivy-Bearer

Of the Flowers

Basket-Bearer

Of the Chickpea

Greek Name

Διμητωρ

Ειραφιωτης

Αιγοβολος

Μελαναιγις

Transliteration

Dimêtôr

Eiraphiôtês

Aigobolos

Melanaigis

Latin Spelling

Dimetor

Iraphiotes

Aegobolus

Melanaegis

Translation

Twice-Born

Goat-Kid, Insewn

Goat-Slayer

Of the Black Goat-Skin, Dark Aegis

Greek Name

Ταυροφαγος

Βουφαγος

Μοσχοφαγος

Ανθροπορραιστος

Transliteration

Taurophagos

Bouphagos

Moskhophagos

Anthroporraistos

Latin Spelling

Taurophagus

Buphagus

Moschophagus

Anthroporraestus

Translation

Bull-Eater

Cow-Eater

Calf-Eater

Man-Slayer

Greek Name

Λυσιος

Ελευθερευς

Ψιλαξ

Σαωτης

Σωτηριος

Transliteration

Lysios

Eleuthereus

Psilax

Saôtês

Sôtêrios

Latin Spelling

Lysius

Eleuthereus

Psilax

Saotes

Soterius

Translation

Of Release, Releasing

Of Liberation, Freedom

(Uplifted on) Wings

Saviour

Saviour, Recovery (from Madness)

Greek Name

Πατρωιος

Αισυμνητης

Πολιτης

Αγυιευς

Transliteration

Patrôios

Aisymnêtês

Politês

Agyieus

Latin Spelling

Patroeus

Aesymnetes

Polites

Agyieus

Translation

Paternal, Ancestral (God)

Dictator

Citizen

(Protector) of the Street, the Ways

Greek Name

Μυστης

Χθονιος

Ζαγρευς

Σαβαζιος

Μελπομενος

Transliteration

Mystês

Khthonios

Zagreus

Zabazios

Melpomenos

Latin Spelling

Mystes

Chthonius

Zagreus

Zabazius

Melpomenus

Translation

Of the Mysteries

Of the Earth, Chthonic

(Orphic God)

(Phrygian God)

Singer, Minstrel, Of the Tragedy Play

Another set of cult titles come from locales of shrines and their founders:–

Greek Name

Ελευθερευς

Λευκυανιτης

Καλυδωνιος

Κρης

Transliteration

Eleuthereus

Leukyanitês

Kalydônios

Krês

Latin Spelling

Eleuthereus

Leucyanites

Calydonius

Cres

Translation

Of Eleutherae (Attica)

Of Leucyanias R. (Elis)

Of Calydon (Aetolia)

Of Crete (Aegean)

Greek Name

Καδμος

Κολωνατες

Λιμναιος

Transliteration

Kadmos

Kolônates

Limnaios

Latin Spelling

Cadmus

Colonates

Limnaeus

Translation

Of Cadmus (hero Thebes)

Of the Knoll

Of the Marsh

The meanings of some of his titles remain obscure:–

Greek Name

Δασυλλιος

Transliteration

Dasyllios

Latin Spelling

Dasyllius

Translation


CULT TERMS

Some general terms pertaining to the god’s cult include:–

Greek Name

Διονυσιον

Ληναιον

Διονυσια

Ληναια

Transliteration

Dionysion

Lênaion

Dionysia

Lênaia

Latin Spelling

Dionysium

Lenaeum

Dionysia

Lenaea

Translation

Temple of Dionysus

Temple of Dionysus Lenaeus

Festival of Dionysus

Festival of the Wine-Press

Greek Name

Θεοινια

Ανθεστηρια

Απατουρια

Λαμπτηρια

Transliteration

Theoinia

Anthestêria

Apatouria

Lamptêria

Latin Spelling

Theoinia

Anthesteria

Apaturia

Lampteria

Translation

Wine-God Festival

Festival of the Flowers

Festival of Deception

Torch Festival

Greek Name

Ασκωλια

Σκιερεια

Φελλος

Αστυδρομια

Transliteration

Askôlia

Skiereia

Phellos

Astydromia

Latin Spelling

Ascolia

Sciria

Phellus

Astydromia

Translation

Wine-Skin Festival

Festival of the Shade

Festival of Rocky Land

Town-Running Festival

Greek Name

Βακχεια

Θυια

Τυρβη

Transliteration

Bakkheia

Thyia

Tyrbê

Latin Spelling

Baccheia

Thyia

Tyrbe

Translation

Bacchic Revelry

Festival of Wild Revels

Festival of Tumult

Months named after the god include:–

Greek Name

Ανθεστηριων

Transliteration

Anthestêriôn

Latin Spelling

Anthesterion

Translation

Month of Dionysus Anthesterius


POETIC TITLES & EPITHETS

This list has yet to be compiled.

I. Common Homeric titles of Dionysos.

II. Common Homeric epithets of Dionysos.


Diodorus Siculus, Library of History 3. 62. 5 (trans. Oldfather) (Greek historian C1st B.C.) :
“Dionysos was named twice-born (dimetor) by the ancients, counting it as a single and first birth when the plant is set in the ground and begins to grow, and as a second birth when it becomes laden with fruit and ripens its grape-clusters–the god thus being considered as having been born once from the earth and again from the vine.”

Aelian, Historical Miscellany 3. 41 (trans. Wilson) (Greek rhetorician C2nd to 3rd A.D.) :
“Note that the ancients used the word phlyein (to luxuriate) of an abundant yield of fruit. So they called Dionysos Phleon (the Luxuriant), Protrygaios (the First at the Vintage), Staphylites (the God of the Grape), Omphakites (the god of the unripe grape), and various other epithets.”

Suidas s.v. Athenaion (trans. Suda On Line) (Byzantine Greek lexicon C10th A.D.) :
“Apollonion is short for the temple of Apollon . . . and Dionysion [for Dionysos].”

Suidas s.v. Dionysos :
“Dionysos : The son of Semele. [So named] from accomplishing (dianuein) for each of those who live the wild life; or from providing (dianoein) everything for those who live the wild life.”
[N.B. This etymological explanation is somewhat unusual.]

Suidas s.v. Zagreus :
“Zagreus : Dionysos in poets. For Zeus, it seems, had intercourse with Persephone, and she gave birth to Dionysos Khthonios (of the earth, underworld).”

Suidas s.v. Saboi (quoting Demosthenes 18. 260) :
“Saboi: Demosthenes [in the speech] On Behalf of Ktesiphon [mentions them]. Some say that Saboi is the term for those who are dedicated to Sabazios, that is to Dionysos, just as those [dedicated] to Bakkhos [are] Bakkhoi. They say that Sabazios and Dionysos are the same. Thus some also say that the Greeks call the Bakkhoi Saboi. But Mnaseas of Patrai [C3rd B.C.] says that Sabazios is the son of Dionysos.”

Suidas s.v. Bromios :
“Bromios : Dionysos, the birth-maker of fruits. From bora (food) comes borimos, and by metathesis bromios.” [N.B.This etymological explanation is unusual, bromios means noisy or boisterous.]

Suidas s.v. Iobakkhos :
“Iobakkhos : A proper name.”

Suidas s.v. Iakkhos :
“Iakkhos : Dionysos; or a hymn to Dionysos.”

Suidas s.v. Euaster (quoting Leonidas of Tarentum, Greek Anthology 6. 154) :
“Euastêr (who cries Euoi!) : Epithet of Dionysos. From the ecstatic cry Euoi! In the Epigrams: ‘These things of the open country Arkadian Biton, when an old man, dedicated to Pan and Lyaios who cries Eoi!, that is to Lyaios and the Nymphai.’”

Suidas s.v. Mainoles :
“Mainolês (frenzied) : Mad. Raging.”

Suidas s.v. Lenaios :
“Lênaios : A name of Dionysos.”

Suidas s.v. Linaios :
“Linaios : [A title of] Dionysos.”

Suidas s.v. Dimetor :
“Dimêtôr (twice-born) : Dionysos.”

Suidas s.v. Eiraphiotes :
“Eiraphiôtês : Dionysos, from the fact that he was sewn up (erraphthai) in the thigh of Zeus.” [N.B. This is one of seven etymologies proffered by the ancients; others include connection with eriphos, goat-kid.]

Suidas s.v. Kistophoros :
“Kistophoros (basket-bearer, ivy-bearer) : It seems that baskets were sacred to Dionysos and the Two Goddesses [Demeter and Persephone].” [N.B. Derived from Harpocration s.v. kittophoros, the ivy-bearer.]

Suidas s.v. Protrygaios :
“Protrygaios (vintage-presider) : An epithet of Dionysos.”

Suidas s.v. Oinops (quoting Greek Anthology 6. 44. 5 and 7. 20. 2) :
“Oinops (wine-dark) : ‘To wine-dark [so-and-so],’ to black [so-and-so]. In the Epigrams: ‘. . . from which we poured libations, as much [as is] right, to wine-dark Bakkhos and the Satyroi.’ But ruddy (oinôpos) [means] wine-coloured, bright or black. ‘Feeding on the ruddy grape-cluster of Bakkhos.’”

Suidas s.v. Androgynos :
“Androgynos (androgynous) : [A word applied to] Dionysos, as one doing both active, male things and passive, female ones [specifically sexual intercourse].”

Suidas s.v. Melanaigis Dionysos :
“Melanaigis Dionysos : Dionysos of the Black Aigis (Goat-skin).”

Suidas s.v. Taurophagon (quoting Sophocles, Fragment 668 and Aristophanes, Frogs 355) :
“Taurophagon (bull-eating) : Dionysos. Sophokles in Tyros [calls him so]. [Used] instead of bouphagos (cow-eater) because an ox was given to Dionysos by the winners of the dithyrambic [competition]. Alternatively the eater of raw flesh. From which Aristophanes has even applied the name, metaphorically, to Kratinos: ‘Who […] has neither seen or danced the orgia of the noble Mousai, nor been initiated in the Bakkhic rites of the tongue of bull-eating Kratinos.’ . . .
What the passage from the Tyros of Sophokles says [is]: ‘of Dionysus the bull-eater.’ And because he [Kratinos] loved wine; and because of this, they give this epithet of Dionysos to him. Some apply the word, even more curiously, to the mother of Kratinos, who had been initiated in the Bakkhic rites, which are those of Dionysos Moskhophagos (the calf-eater).
Alternatively rash (tolmera), from the Bakkhoi.”

Suidas s.v. Kolotes :
“Kôlôtês (Gecko) : Spotted lizard . . . Also Kolotes, [an epithet of] Dionysos.”

Suidas s.v. Erebinthinos Dionysos (from Zenobius 3. 83) :
“Erebinthinos Dionysos (chickpea Dionysos) : [A proverb] applied to worthless people/things.”


SOURCES

GREEK

  • Pausanias, Description of Greece – Greek Travelogue C2nd A.D.
  • Aelian, Historical Miscellany – Greek Rhetoric C2nd – 3rd A.D.

BYZANTINE

  • Suidas, The Suda – Byzantine Greek Lexicon C10th A.D.

THE END

Sources:

  • Aeschylus, Eumenides – Greek Tragedy C5th BC
  • Aeschylus, Fragments – Greek Tragedy C5th BC
  • Euripides, Bacchae – Greek Tragedy C5th BC
  • Apollodorus, The Library – Greek Mythography C2nd BC
  • Pausanias, Guide to Greece – Greek Geography C2nd AD
  • Hyginus, Fabulae – Latin Mythography C2nd AD
  • Ovid, Metamorphoses – Latin Epic C1st BC – C1st AD
  • Seneca, Oedipus – Latin Tragedy C1st AD
  • Oppian, Cynegetica – Greek Poetry C3rd AD

Source: Dictionary of Greek and Roman Biography and Mythology

Posted in PHILOLOGIE | Tagged , , , , , , | 1 Comment

Τα λογοτεχνικά πρότυπα των γυναικείων μορφών στις Μεταμορφώσεις του Απουλήιου και η λειτουργία τους (ιε)

(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ ΑΠΟ   20/02/21)

Αλλά και από την άποψη της αφηγηματικής τεχνικής η μορφή της καταδίκου εντάσσεται αναπόσπαστα στη συνολικότερη δομή του δέκατου βιβλίου και συνολικά του μυθιστορήματος. Από τη μια, αποτελεί τον αρνητικό πόλο της πλούσιας κυρίας που ερωτεύεται το γάιδαρο (Met.10.20-22)269. Από την άλλη, ο βαθμός της μανίας και της αναισχυντίας της είναι τέτοιος, ώστε να μπορεί να χαρακτηρισθεί θηλυκός Θράσυλλος270. Η περιγραφή της σκληρότητας και της παραφοράς της που υποδαυλίζεται από τη ζηλοτυπία (libidinosae furiae stimulis efferata Met.10.24) παραβάλλεται λεκτικά με την αντίστοιχη της αδερφής της Ψυχής (libidinis et inuidiae noxiae stimulis agitata Met.5.27)271. Επιπλέον, ο προσδιορισμός της ερωτικής ένωσης του Λούκιου και της μελλοθάνατης ως confarreatio («matrimonium confarreaturus» Met.10.29), που είναι η πιο ιερή μορφή γαμήλιας συζυγίας, όπως και η χρήση νομικής ορολογίας, παραπέμπει στους γάμους του Έρωτα και της Ψυχής: sic rite Psyche conuenit in manum Cupidinis (Met. 6.24).

Πρόκειται φυσικά για μια παρωδία που θα παρασταθεί μπροστά σε ένα θεατρικό κοινό και που αποτελεί τον έσχατο βαθμό ηθικής κατάπτωσης οφειλόμενης στη voluptas, το τέκνο του Έρωτα και της Ψυχής272. Εξάλλου, και ο τόπος όπου διαδραματίζονται τα γεγονότα αυτά έχει συμβολική σημασία. Πρόκειται για την Κόρινθο, μια πόλη γνωστή στην αρχαιότητα για τη σεξουαλική ασυδοσία και αισχροκέρδειά της. Και τα δύο αυτά πάθη συνδέονται άμεσα με την ιστορία της δολοφόνου. Ερωτική ζήλεια, χρηματική απληστία από την πλευρά της για την κληρονομιά της κόρης, αλλά και του παραδόπιστου γιατρού και της γυναίκας του για την αμοιβή273. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον ο Λούκιος αισθάνεται να αυξάνεται συνεχώς η πίεση που του ασκείται. Στην πορεία του μυθιστορήματος είχε αναλάβει το ρόλο ενός αμέτοχου παρατηρητή των ανθρώπινων σχέσεων, ήταν απλά curiosus. Όμως, η προοπτική της σεξουαλικής πράξης με τη μελλοθάνατη διαλύει αυτήν την αίσθηση, τον φέρνει αντιμέτωπο με τις συνέπειες των πράξεών του, καθώς μετατρέπεται ο ίδιος σε μέσο τιμωρίας274. Ο Λούκιος αντικρίζοντας το έτοιμο σκηνικό του δημόσιου εξευτελισμού του (Met. 10.34) δέχεται ένα ισχυρό σοκ. Ένας γάιδαρος με κρυμμένη την ανθρώπινη φύση του αντιτίθεται στο ανθρώπινο κοινό που θα παρακολουθεί αναίσχυντα275. Από την άλλη, η καταδίκη σε θάνατο από τα θηρία (obiectio ad bestias), που επιφυλασσόταν σε προδότες, χριστιανούς, στυγερούς εγκληματίες, τονίζει την αποβολή των καταδίκων από την ανθρώπινη κοινωνία. Η καταδικασμένη γυναίκα καλείται εντέλει να εκτελέσει το ρόλο του φαρμακού, του αποδιοπομπαίου τράγου. Ωστόσο, είναι αυτή, ένα ανθρώπινο θύμα βορά των θηρίων, που θα αναβιβάσει το Λούκιο-γάιδαρο από τη ζωώδη στην ανθρώπινη κατάσταση276. Αποδίδεται λοιπόν δικαιοσύνη;

Η ευθεία επίθεση του Απουλήιου στους Αθηναίους, οι οποίοι προκάλεσαν το θάνατο του Σωκράτη δίνοντάς του δηλητήριο (Met. 10.33) θέτει έντονα το πρόβλημα της απονομής δικαιοσύνης από τους ανθρώπους277. Ο διοικητής καταδικάζει τη γυναίκα σε θάνατο με συνοπτικές διαδικασίες έχοντας αποσπάσει τη μαρτυρία των υπηρετριών και μη θέλοντας να αφήσει να περιμένουν ατιμώρητα τα αδικήματα: nec ille uir, alioquin exercitus, tam multi forme facinus excetrae uenenatae dilatione languida passus marcescere confestim cubiculariis mulieris ad- tractis ui tormentorum ueritatem eruit atque illam, minus quidem quam merebatur, sed quod dignus cruciatus alius excogitari non poterat, certe bestiis obi ciendam pronuntiauit (Met. 10.28). Όμως, το λαϊκό αίσθημα για να ικανοποιηθεί, επιθυμεί ένα θέαμα πιο διεγερτικό και οφθαλμολάγνο. Απέναντι στους ευυπόληπτους πολίτες εκτίθεται ένα πλάσμα της τελευταίας υποστάθμης (uilis aliqua Met. 10.23). Οι ηθικές αξίες του ανθρώπινου συνόλου μοιάζουν να μην είναι ξεκάθαρες και αμφισβητούνται. Κάτι ανάλογο συνέβη και με τις ενδοοικογενειακές σχέσεις των οποίων η καθιερωμένη ιερότητα και εμπιστοσύνη έχει διαταραχθεί εξαιτίας των αλλεπάλληλων φόνων. Ο Λούκιος που τρεφόταν με τις εκλεκτότερες τροφές τρέμει στην προοπτική να γίνει ο ίδιος τροφή των θηρίων, αφού κανείς δεν μπορεί να εγγυηθεί πως αυτά θα είναι αρκετά έξυπνα να καταβροχθίσουν μόνο την ένοχη και να αφήσουν τον αθώο («non adeo uel prudentia sollers uel artificio docta uel abstinentia frugi posset prouenire, ut adiacentem lateri meo laceraret mulierem, mihi uero quasi indemnato et innoxio parceret Met. 10.34)278. Για ακόμη μια φορά στον κόσμο των Μεταμορφώσεων τίποτα δεν είναι όπως δείχνει. Παρόλο που η οικογένεια και το κοινωνικό σύνολο αποδίδει καθορισμένους ρόλους στα μέλη τους, τα όρια δε διαγράφονται ευκρινή, συγχέονται και καταπατώνται. Στο πρόσωπο της καταδικασμένης γυναίκας συμφύρονται έντονα κωμικά,, αλλά και τραγικά στοιχεία, σατιρικά, αλλά και ρητορικά, που τη μεταμορφώνουν από ζηλόφθονη σύζυγο σε μέγαιρα. Αυτή η σύγχυση μοιάζει να κλιμακώνεται ολοένα και περισσότερο στα τελευταία βιβλία της μυθιστορίας και αντικατοπτρίζεται και στην υπέρβαση των λογοτεχνικών ειδών, τα οποία έχει ως πρότυπο ο Απουλήιος για τη συγγραφή τους279.

(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

269 Winkler (1985) 177.

270 Krabbe (2003) 274.

271 Krabbe (2003) 289, σημ. 22.

272 Για τη σύγκριση της ένωσης του Λούκιου και της κατάδικου με το γάμο του Έρωτα και της Ψυχής βλ. Penwill (2009) 89.

273 Mason (1971) 164.

274 Tatum (1969) 523-24.

275 Frangoulidis (2001) 154,

276 Habinek (1990) 56- 57.

277 Fick (1991) 121-133 συσχετίζει τις τέσσερις ιστορίες θανάτων με δηλητήριο (Met 2.29, 10.2εξξ, 10.28εξξ., 10.33) και συζητά το θέμα της απόδοσης δικαιοσύνης από την προοπτική και της πλατωνικής ιδεολογίας του Απουλήιου.

278 Krabbe (2003) 181.

279 Finkelpearl (2001) 183.

Posted in PHILOLOGIE | Tagged , , , , | Leave a comment