OI KOLLYBADES K OI STARETS

Μιὰ ὀρθόδοξη θεώρησι τοῦ ἀνθρώπου κατὰ τὸν Ἀλέξανδρο Παπαδιαμάντη καὶ τὸν Θεόδωρο Ντοστογιέφσκυ *

Τὸ παρὸν κείμενο ἀποτελεῖ ἕνα ἀπάνθισμα τῆς ὁμιλίας τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου 
πρώην Ἐρζεγοβίνης (τῆς Σερβίας) κ. Ἀθανασίου Γέφτιτς, μὲ θέμα: 
«Παπαδιαμάντης – Ντοστογιέφκσυ», εἰς τὴν Ἀθήνα τὴν 26η Μαΐου τοῦ 2001

Μόλις εἶχε τελειώσει ὁ Α´ Παγκόσμιος Πόλεμος καὶ εἶχε καταρρεύσει ἡ Γερμανία, ἐνῷ οἱ Μπολσεβίκοι στὴν Ρωσσία εἶχαν νικήσει, ὁ γερμανὸς (λογοτέχνης) Χέρμαν Ἔσσε ἔγραφε, σ᾿ ἕνα ἀπὸ τὰ πρῶτα κείμενά του (1919), γιὰ τὸν Ντοστογιέφσκυ περίπου τὰ ἑξῆς: «Αὐτὸς εἶναι ἐπικίνδυνος γιὰ τὴν Δύσι. Οἱ ἥρωές του, οἱ Καραμαζώφ, εἶναι ἀνατολικοὶ τύποι, πολὺ ἐπικίνδυνοι, σκοτεινοί, μὲ ἀσιατικὸ βάθος καὶ ἀποτελοῦν ἄμεσο κίνδυνο γιὰ τὸν δυτικὸ ἄνθρωπο». Αὐτὴ ἡ πόλωση, «Ἀνατολικοὶ – Δυτικοί», ποὺ ἔβλεπε τότε ὁ Ἔσσε, τὴν ἔχουν λίγο-πολὺ καὶ σήμερα οἱ περισσότεροι, ποὺ γράφουν γιὰ μᾶς τοὺς ὀρθοδόξους λαούς…

Εἶναι, ὅμως, τραγικὴ εἰρωνεία τῆς ἱστορίας ὅτι ὁ Χ. Ἔσσε, ἀφοῦ πέρασε καὶ ὁ Β´ Παγκόσμιος Πόλεμος καὶ πάλι οἱ Γερμανοὶ ἠττήθησαν στὰ Βαλκάνια, ἔγινε βουδδιστής, δηλαδὴ ἄκρως Ἀνατολικός. Καὶ διερωτᾶται κανείς, μήπως οἱ λεγόμενοι Δυτικοὶ εἶναι πιὸ κοντὰ στοὺς ἄπω Ἀνατολίτες, παρὰ σὲ μᾶς ἐδῶ τοὺς κοντινοὺς Βαλκάνιους. Ὅμως, ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι, ὄχι μόνο ποὺ δὲν εἴμαστε Δυτικοί, ἀλλ᾿ οὔτε καὶ Ἀνατολικοί του Ἔσσε· δὲν εἴμαστε Εὐρωπαῖοι τοῦ Ἔσσε, ἀλλ᾿ ἀκόμη λιγότερο Ἀσιάτες του.

Οἱ ἥρωες τοῦ Ντοστογιέφσκυ καὶ τοῦ Παπαδιαμάντη δὲν κατατάσσονται στὰ σχήματα αὐτά, οὔτε ἐξηγοῦνται ἀπὸ αὐτά: «Ἀνατολὴ-Δύσι, Εὐρώπη-Ἀσία, Ἀνατολικοί-Δυτικοί». Ἡ γεωγραφικὴ καὶ πνευματικὴ πατρίδα τους, ἀλλὰ καὶ ἡ δική μας, εἶναι ἡ Ἀνατολικὴ Μεσογειακὴ λεκάνη μὲ τὰ περίχωρά της, ὅπου περιλαμβάνονται ἡ χερσόνησος τοῦ Αἴμου, τὰ Βαλκάνια (ἀλλὰ καὶ ἡ Ρωσσία), ἡ Μ. Ἀσία, ἡ Παλαιστίνη, ἡ Μεσοποταμία, ἡ Αἴγυπτος, ἡ Β. Ἀφρικὴ καὶ ἡ Ν. Ἰταλία, δηλαδὴ ἡ γεωγραφικὴ καὶ πνευματικὴ περιοχὴ τοῦ Βυζαντίου, ὅπου γεννήθηκε ὁ Χριστιανισμός, ἀλλὰ καὶ ὁ ἀρχαῖος ἑλληνικὸς πολιτισμός, καὶ ὅπου γεννήθηκε καὶ ἀναπτύχθηκε ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία μὲ τὴν παράδοσί της τὴν ζωντανή.

Τὰ πρόσωπα, ποὺ βρίσκομε στὰ ἔργα τοῦ Ντοστογιέφσκυ καὶ τοῦ Παπαδιαμάντη, δὲν μπαίνουν καὶ δὲν ἐξηγοῦνται στὰ πλαίσια αὐτά: «Ἀνατολή-Δύσι», οὔτε στὴν πόλωσι αὐτήν: «Εὐρώπη-Βαλκάνια». Ὄχι πῶς δὲν εἶναι καὶ Ἀνατολικοὶ καὶ Δυτικοί, ἀλλὰ δὲν ἐξαντλοῦνται σ᾿ αὐτὸ τὸ σχῆμα, ὅπως δὲν ἐξαντλούμεθα ἐμεῖς σήμερα μὲ τὸ νὰ χωριζώμεθα σὲ Εὐρωπαίους καὶ Βαλκάνιους…

Ὁ Παπαδιαμάντης καὶ ὁ Ντοστογιέφσκυ γεννήθηκαν καὶ ἀνατράφηκαν σ᾿ αὐτὸ τὸ ὀρθόδοξο ἐκκλησιαστικὸ περιβάλλον. Εἶναι γνωστὴ ἡ σχέσι καὶ τῶν δυό με τὴν Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία καὶ εἰδικὰ μὲ τὰ Μοναστήρια, καὶ διαπιστώνεται αὐτὴ ἡ σχέσι στὰ ἔργα τους, μὲ διαφορὲς βέβαια, ἀλλὰ καὶ μὲ μία ἐσωτάτη ταυτότητα. Οἱ Κολλυβάδες τοῦ Παπαδιαμάντη καὶ οἱ Στάρετς (Γέροντες) τοῦ Ντοστογιέφσκυ ἦσαν φορεῖς τῆς ζωντανῆς αὐτῆς παραδόσεως τοῦ Ἡσυχασμοῦ. Οἱ Στάρετς τῆς Ρωσίας –καὶ ὄχι μόνον τῆς Ὄπτινα στὰ μετέπειτα ἔργα τοῦ Ντοστογιέφσκυ, ἀλλὰ καὶ τοῦ (ἁγίου) Τύχωνος τοῦ Ζαντόνκ, ἐπισκόπου καὶ ἀσκητοῦ– καὶ οἱ Κολλυβάδες μαρτυροῦν προσωπικά, καὶ ὄχι μόνο με τὰ ἔργα τους ἣ τὰ γραπτά τους, ἐκεῖνο ποὺ βρίσκεται στὸ βάθος τῆς ἀνθρωπολογίας τοῦ Παπαδιαμάντη καὶ τοῦ Ντοστογιέφσκυ: Τὸ ἀνθρώπινο πρόβλημα, ἡ ἀνθρώπινη μοίρα, ἂν θέλετε, ἢ τὸ πεπρωμένο του· ὄχι, ὅμως, μὲ τὴν ἐξωχριστιανικὴ ἔννοια τοῦ κρίματος ἢ τῶν κριμάτων τοῦ Θεοῦ. Κι ἑπομένως μαρτυροῦν γιὰ τὸ ἀνθρωπολογικὸ καὶ ἀνθρωπιστικὸ πρόβλημα.

Πόσα χρωστᾶ ὁ Ντοστογιέφσκυ στὰ Μοναστήρια, στὸν ἅγιο Τύχωνα καὶ στοὺς Στάρετς ἐν συνεχείᾳ καὶ πόσα χρωστᾶ ὁ Παπαδιαμάντης στὸν πατέρα του ἱερέα, ἀλλὰ καὶ στὴν παράδοση τῶν Κολλυβάδων στὴν Σκιάθο… Ἀπὸ τὰ παιδικά τους χρόνια ἦσαν πολὺ ποτισμένοι μὲ τὶς ἐμπειρίες αὐτὲς καί, ὅπως λένε καὶ οἱ δυό, ἀλλὰ τὸ ἐκφράζω μὲ τὰ λόγια του Κ. Παλαμᾶ, ὅτι ἦσαν παιδιά: «Ὁ ἄνθρωπος εἶναι πάντα αὐτό, ποὺ ἦταν παιδί». Ἴσως δὲν τὸ ξέρομε ἀκριβῶς, ἀλλὰ ξέρομε ὅτι μένει πάντα μέσα του, καὶ στὸν πλέον ἀλλαγμένο ἄνθρωπο –ἀλλαγμένο ἀπὸ τὴν ἡλικία, ἀπὸ τὰ πάθη, ἀπὸ τὴν σκέψι– μένει κάτι ἀπὸ τὸ παιδί. Καὶ ἦσαν παιδιὰ ὅταν ἔζησαν τὴν βαθειὰ ἐμπειρία τῆς Ἐκκλησίας, τὴν βαθειὰ ἐμπειρία τῶν ἡρῴων της Βίβλου, ἂς μοῦ ἐπιτραπῇ ἔτσι νὰ πῶ.

Ὁ Ντοστογιέφσκυ τὸ περιγράφει βάζοντας τὸν στάρετς Ζωσιμᾶ, ποὺ ὡς μικρὸς βρέθηκε στὸν ναὸ τὴν Μ. Ἑβδομάδα, ὅταν διαβαζόταν τὸ βιβλίο τοῦ Ἰώβ. Καὶ εἶναι γνωστό, πὼς ἐκεῖ ἔζησε ὁ στάρετς Ζωσιμᾶς, δηλαδὴ ὁ ἴδιος ὁ Ντοστογιέφσκυ, τὸ μεγάλο μυστήριο, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ πεπερασμένη γήινη μορφὴ τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἡ αἰώνια Ἀλήθεια, ἡ μορφὴ τοῦ Θεοῦ, συναστήθηκαν, ἀγγίχτηκαν μαζί. Καὶ ἡ γήινη δικαιοσύνη –μὲ τὴν ἔννοια τῆς ἀληθείας, διότι τὸ ῥωσσικὸ «πράβδα» ἔχει καὶ τὴν ἔννοια τῆς ἀληθείας– συναντήθηκε μὲ τὴν αἰώνια ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ. Καὶ ὁ Ἰὼβ ἀπήντησε: «Εἴη τὸ ὄνομα Κυρίου εὐλογημένον εἰς τοὺς αἰῶνας».

Ὁ Παπαδιαμάντης, στὸ καταπληκτικὸ κείμενό του: «Φωνὴ αὔρας λεπτῆς», γραμμένο τὸ 1901, (σχολιάζοντας) ἕνα εἱρμὸ ἀπὸ τὴν ἑορτὴ τοῦ προφήτου Ἠλιοῦ, γράφει: «Ὁ Θεὸς ἐφανερώθη εἰς τὸν Προφήτην ὄχι ἐν τῷ πνεύματι τῷ βιαίῳ, ὄχι ἐν τῷ συσσεισμῷ, ὄχι ἐν πυρί, ἀλλ᾿ ἐν φωνῇ αὔρας λεπτῆς. Καὶ ἡ φωνὴ τῆς αὔρας τῆς λεπτῆς εἶναι ἡ φωνὴ τοῦ πράου Ἰησοῦ, εἶναι ἡ φωνὴ τοῦ Εὐαγγελίου».

Ἐν συνεχείᾳ τελειώνει τὸ πολὺ μικρὸ καὶ πολὺ χαρακτηριστικὸ αὐτὸ ἄρθρο –γιὰ νὰ ποῦμε ὅτι δὲν εἶναι ὅλα τὰ διηγήματα, οὔτε ἀκόμη λιγότερο ὅλα τὰ ἄρθρα τοῦ Παπαδιαμάντη τῆς ἴδιας ἀξίας, οὔτε τοῦ Ντοστογιέφσκυ, στὸ ἴδιο ἐπίπεδο, ἀφοῦ ὡς ἄνθρωποι πάλευαν καὶ ἀποτύπωναν– τελειώνει ἀναφέροντας τὸ ποίημα τοῦ Πινδάρου, ὅπου «οἰονεὶ (:σὰν νὰ) προφητεύει» γιὰ τὸν Χριστό, ἀφοῦ «τοιοῦτος Θεός, ἥρως καὶ ἄνθρωπος οὐδεὶς ἄλλος ὑπάρχει, εἰ μὴ ὁ Ἰησοῦς Χριστός».

Φαίνεται μία μεγάλη ἀγάπη τοῦ Παπαδιαμάντη καὶ τοῦ Ντοστογιέφσκυ γιὰ τὸν Χριστό. Εἶναι γνωστὸ τὸ γράμμα τοῦ Ντοστογιέφσκυ στὸν Φονβίζιν (τὸ 1854), ποὺ λέει παράδοξα: «Ἂν ἡ ἀλήθεια, ἂς ὑποθέσωμε, θὰ ἀπέκλειε τὸν Χριστό, ἐγὼ θὰ ἔμενα μὲ τὸν Χριστὸ κι ὄχι μὲ τὴν ἀλήθεια». Παράδοξο, παραδοξότατο, (ἀφοῦ ὁ Χριστὸς ὁ ἴδιος εἶναι ἡ Ἀλήθεια, ἡ Αὐτοαλήθεια, Ἰωάν. ιδ´ 6), ἀλλ᾿ ἀληθηνέστατο. Ὁ Τ. Χρυσάφης, σ᾿ ἕνα βιβλίο του, γράφει γιὰ τὴν θεολογικὴ σκέψι τοῦ Παπαδιαμάντη καὶ λέει: «Σπάνια συναντοῦμε τὴν λέξι Θεός. Στὰ γραπτά του μιλάει γιὰ τὸν Χριστὸ καὶ ἀπευθύνεται στὸν Χριστό». Ὁ Τέσλαν Μίλος ἔχει γράψει ἕνα ἄρθρο γιὰ τὸν Ντοστογιέφσκυ καὶ λέει: «Δὲν βρῆκε τὸν Θεό, ἔχασε τὸν Θεὸ καὶ πιάστηκε ἀπὸ τὸν Χριστό». Καὶ τὸ θεωρεῖ κατάντημα τοῦ Ντοστογιέφσκυ αὐτό. Ὅμως, τί ἄλλο θὰ μποροῦσε νὰ γράψη ἕνας καθολικὸς καὶ ποῦ ἀλλοῦ θὰ μποροῦσε νὰ τὸν ὁδηγήση ἡ θρησκεία του; Πῶς νὰ καταλάβη γιατί ὁ Ντοστογιέφσκυ πιάστηκε ἀπὸ τὸν Χριστό…

Ὁ Παπαδιαμάντης τὴν ἴδια ὁμολογία δίνει ὅταν λέῃ: «Ἐν ὅσῳ ζῶ καὶ ἀναπνέω καὶ σωφρονῶ δὲν θὰ παύσω πάντοτε νὰ ὑμνῶ μετὰ λατρείας τὸν Χριστόν μου…». Διότι δὲν ἀρκεῖ κάποιος θεός, οὔτε κάποια θρησκεία. Ὁ Θεός μας εἶναι Θεὸς ἐνσαρκωμένος στὸ πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Θεὸς ποὺ δὲν ἔλαβε σάρκα, ποὺ δὲν ἔζησε τὸν πόνο μας τὸν ἀνθρώπινο, τὴν ὕπαρξί μας, τὰ βάσανά μας, τί νὰ τὸν κάνωμε; Ἔτσι καὶ οἱ θεοὶ τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων, ποὺ ὁ Πλήθων στὴν «Γυφτοπούλα» (τοῦ Παπαδιαμάντη) θέλει νὰ τοὺς ἀποκαταστήσῃ, ὅπως ὁ Ἰουλιανὸς ὁ παραβάτης πρίν, εἶναι νεκροί.

Ὁ Ντοστογιέφσκυ πέρασε ἀπὸ τὸν μεγάλο πειρασμὸ (τῆς Εὐρώπης) καὶ μπολιάστηκε πάρα πολὺ ἀπὸ τὴν Δύσι, καὶ δὲν μποροῦσε (ἴσως) νὰ μὴ μπολιαστῇ. Διότι «ἀνένδεκτον (:ἀδύνατον) ἐστι τοῦ μὴ ἐλθεῖν τὰ σκάνδαλα», τοὺς πειρασμοὺς (Λουκ. ιζ´ 1). Ἀλλὰ πρέπει νὰ ξέρωμε ὅτι «πειρασμὸς ἡμᾶς οὐκ εἴληφεν (:κατέλαβε) εἰ μὴ ἀνθρώπινος» (Α´ Κορ. Ι´ 12). Εἶναι ἀναπόφευκτο νὰ περάσωμε κι ἐμεῖς (τέτοιο πειρασμό), διότι εἶναι ὄχι γεωγραφικές, ἀλλὰ πνευματικὲς κατηγορίες αὐτές. Ὁ δυτικὸς ἄνθρωπος εἶναι μέσα μας, εἶναι ὁ παλαιὸς Ἀδάμ. Καὶ παλεύουμε μέσα μας νὰ βγοῦμε, ἂν ὄχι Ἀνατολίτες, νὰ βγοῦμε τουλάχιστον ἄνθρωποι τῆς Ἐκκλησίας, ἄνθρωποι ὀρθόδοξοι, πέστε τὸ Βαλκάνιοι, Βυζαντινοί, Ἕλληνες, Σέρβοι, Ῥῶσσοι, κτλ, πάντως μὲ διαφορετικὴ γεῦσι ζωῆς, μὲ πείρα ἀνθρώπου διαφορετικὴ ἀπὸ ὅ,τι εἶναι ὁ δυτικὸς ἄνθρωπος.

Αὐτὸ ποὺ λέμε «δυτικὸς ἄνθρωπος», ἐμφωλεύει πάντα μέσα μας. Ἤξερε ὁ Παπαδιαμάντης καὶ ὁ Ντοστογιέφσκυ τὴν χριστιανικὴ ἀλήθεια, ὅτι ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου ἐκ νεότητος ῥέπει πρὸς τὸ πονηρό. «Ἐκ νεότητός μου πολλὰ πολεμεῖ με πάθη». Γράφει τὸ 1875 σὲ μία ἐπιστολή του ὁ Παπαδιαμάντης: «Εἰς τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν ὑπάρχει μία ῥοπή, μία τάσις πρὸς τὴν διαφθοράν. Θέλει κανεὶς νὰ χαλασθῇ καὶ διὰ τούτου χαλνιέται». Στὸν «Χρῖστο Μηλιώνη» μὲ ἄλλα λόγια γράφει: «Τὰ ὅρια τῆς ἀρετῆς καὶ τῆς κακίας εἶναι τοσοῦτον δυσδιάκριτα ἐν τῇ ἀνθρωπίνῃ φύσει, ὥστε οἱ νεώτεροι ἐκ τῶν φιλοσοφούντων ἔχουν δίκαιον νὰ ἀνακηρύξουν ὡς ὅλως ἀνωφελῆ καὶ αὐτὴν ταύτην τὴν ψυχολογίαν, ὅπως ἀνεκήρυξαν καὶ τὴν μεταφυσικήν».

Λέει κι ἄλλα ὁ Παπαδιαμάντης γιὰ τὸ σκοτεινὸ ἄντρο τῆς συνειδήσεως τοῦ ἀνθρώπου. Καὶ ἀλλοῦ πάλι: «Ἡ αἰωνία τάσις τῆς ἀνθρωπίνης καρδίας εἰς τὸ νὰ ἀγαπᾷ πᾶν τὸ μισητόν». Καὶ μιλάει γιὰ αὐτολατρεία: «Ἐπέστη ὁ καιρὸς τῆς αὐτολατρείας καὶ πᾶσαι αἱ ἄλλαι θρησκεῖαι κατηργήθησαν». Ὁ κ. Μπαστιᾶς, (στὸ ὡραῖο βιβλίο του γιὰ τὸν Παπαδιαμάντη), μιλάει γιὰ αὐτολατρεία τοῦ οὐμανισμοῦ, τοῦ ἀνθρωπισμοῦ. Ὁ ἅγιος Ἀνδρέας Κρήτης τὸ εἶχε πῆ πολὺ πρὶν στὸν Μεγάλο Κανόνα του: «Αὐτείδωλον ἐγενόμην». Αὐτὸ εἶναι ἡ Δύσι: αὐτείδωλον. Καὶ αὐτὸ εἶναι μέσα μου…

Ὁ Ντοστογιέφσκυ εἶχε πολὺ μπολιαστεῖ ἀπὸ τὴν Εὐρώπη κι ἔλεγε: «Εἶναι χώρα τῶν θαυμάτων, ἀλλ᾿ εἶναι νεκροταφεῖο. Εἴμαστε εὐγνώμονες, πήραμε πάρα πολλὰ ἀπὸ τὴν Εὐρώπη καὶ θὰ πάρωμε καὶ τὴν εὐχαριστοῦμε, ἀλλ᾿ εἶναι πλέον καιρὸς νὰ βγοῦμε ἀπὸ τὴν “αἰχμαλωσία τῆς Αἰγύπτου”, ἀπὸ τὴν Εὐρώπη». Αὐτὸ ἔχει πολλὴ σημασία ἂν τὸ μετρᾶμε μὲ τὶς διαστάσεις ἑνὸς Ντοστογιέφσκυ. Νομίζω πὼς καὶ ὁ Παπαδιαμάντης πέρασε κι αὐτὸς ἀπὸ τὸν βαθὺ πειρασμὸ τῆς Δύσεως. Ἦταν ἄνθρωπος εὐρωπαῖος, σύγχρονος, μορφωμένος, διαβασμένος, μετέφρασε (δυτικὰ ἔργα), ἀλλ᾿ ἐπειδὴ ἀκριβῶς τὴν μέτρησε…, δὲν εἶπε ἀνάθεμα στὴν Εὐρώπη, ἀλλὰ τὴν ζοῦσε μέσα του.

Αὐτὸ εἶναι τὸ δράμα τοῦ ἀνθρώπου, τὸ δράμα τῶν λαῶν, ποὺ σήμερα ζοῦμε ἐμεῖς οἱ ὀρθόδοξοι λαοί. Γιατί τόσο δὲν θέλουν τοὺς Ῥώσσους, τοὺς Σέρβους καὶ τοὺς Ἕλληνες; Γιατὶ εἶναι ἀπρόβλεπτοι, ἀπροσδόκητοι. Αὐτοὶ θέλουν τὸ σίγουρο, θέλουν τὸ καλούπι, θέλουν νὰ ἐλέγχουν. Αὐτὸ εἶναι φιλαρχία δαιμονικὴ στὸ βάθος τῆς στάσεως τῆς Εὐρώπης, γιὰ γνῶσι καὶ γιὰ κυριαρχία καὶ γιὰ ὅ,τι φαίνεται. Ὁ π. Ἰουστίνος (Πόποβιτς) ἐμμένοντας στὸν Ντοστογιέφσκυ –δὲν ξέρω ἂν διάβασε τὸν Παπαδιαμάντη, δὲν τὸν ἀναφέρει– ἔλεγε ὅτι Παπισμὸς κατὰ βάθος εἶναι στὴν Εὐρώπη ὁ Μέγας Ἱεροεξεταστής. Ἡ νοοτροπία αὐτὴ νὰ κατέχῃς τὸν ἄλλον, νὰ τὸν γνωρίζῃς, νὰ τὸν κάνῃς εὐτυχισμένο, ἀλλὰ κατὰ τὰ μέτρα σου.

Κι ἐδῶ ἔρχεται ὁ Ἰησοῦς, ὁ πράος, ὁ ταπεινός, ὁ ἀδύναμος, ποὺ φανερώνεται στὰ πρόσωπα τῶν ἡρῴων του Παπαδιαμάντη καὶ τοῦ Ντοστογιέφσκυ, ἀλλὰ δὲν σῴζει βίαια, σῴνει καὶ καλά. Δὲν ἔσωσε τὴν «Φραγκογιαννοῦ τὴν φόνισσα», ποὺ δὲν μετάνοιωσε, δὲν ἔσωσε τὴν «κα Αὐγούστα», ποὺ κι ἐκείνη δὲν μετάνοιωσε. Γιατὶ ἡ αὐτομεμψία ἀπὸ μόνη της δὲν σῴζει. Σῴζει ὁ Θεὸς βλέποντας τὸν ἄνθρωπο νὰ ξεχύνεται, νὰ καταγκρεμίζη τὰ εἴδωλα καὶ αὐτείδωλά του, τὴν αὐτοθρησκεία του, τὴν αὐτολατρεία του καὶ νὰ προσφέρῃ λατρεία στὸν Θεό.

Τὸ καλὸ καὶ χαρακτηριστικό του Παπαδιαμάντη καὶ τοῦ Ντοστογιέφσκυ εἶναι ὅτι αὐτοὶ δὲν φτιάχνουν πρόσωπα, ἀλλὰ περιγράφουν, παριστάνουν. Στὸν Ντοστογιέφσκυ βλέπει κανεὶς μία πολυφωνία καὶ μία διαλογικότητα, δηλαδὴ τὸν πλοῦτο τῆς καθολικότητας τῆς Ἐκκλησίας, τὸν πλοῦτο τῆς ἰδιοφορφίας, τῆς ἰδιοπροσωπίας. Καὶ σ᾿ ὅλα τὰ ἱστορήματα τοῦ Παπαδιαμάντη (εἶναι) μαζεμένος ὁλόκληρος λαός, ἕνα ἑλληνικὸ πανηγύρι, κι ἁπλώνεται μία ὁμοαλήθεια. Αὐτὸ δηλαδὴ ποὺ ἔλεγε ὁ Ντοστογιέφσκυ μὲ τὴν «σόμπορνοστ» (:ἑνότητα ἐν τῇ ποικιλίᾳ), ὄχι ἐπιβαρυμένη μὲ τὴν ἔννοια τῶν Σλαβοφίλων του Σολόβιεφ, ἀλλὰ μ᾿ ἐκείνη ποὺ τῆς ἔδωσε στὴν ὁμιλία του γιὰ τὸν (μεγάλο ῥῶσσο ποιητή) Πούσκιν, ὅπου εἶπε ὅτι ὁ Πούσκιν εἶναι «πανάνθρωπος», ἀντὶ τοῦ εὐρωπαίου «ὑπερανθρώπου».

Στὴν ὁμιλία αὐτὴ τοῦ 1880 ὁ Ντοστογιέφσκυ εἶπε: «Ταπεινώσου ὑπερήφανε ἄνθρωπε…». Καὶ σὲ λίγο ἐκοιμήθη († 1911) μὲ τὴν χαρὰ τῆς Ἀναστάσεως, μὲ τὴν Θ. Κοινωνία, ἀλλὰ κυρίως μὲ τὸ Εὐαγγέλιο τῆς ἀγάπης πρὸς τοὺς ἀνθρώπους…

ΠΗΓΗ http://users.uoa.gr/

Advertisements
Posted in PHILOSOPHICAL THEMES | Tagged , , , , | Leave a comment

THE SOPHOI PATEEMA=SUFIPATH (c)

(being continued from  16/10/2017)

KONYA (ICONIUM)



  • Alternate: From Bursa to Cay
    Güzelyali – Bursa – Inegol – Eskisehir – Dervispasa – Cay

Leave Bursa for Kestel, Inegol, Bozoyuk Eskisehir, Seyitgazi, Kesenler, Akin, Yarbasan, Gokbahce, Dervişpaşa to meet up with pilgrims from the Geliboluroad at Afyon or Cay.


  • From Malatya to Karaman: The Mevlana Way 
    Malatya – Erzincan – Sivas – Kayseri – Gumusler – Nigde – Karaman

This is the track of Mevlana himself on Turkish soil. According to tradition, Rumi was born in Balkh in contemporary Afghanistan. At that time part of the Persian Khwarezmian Empire and hometown of his father’s family. Scholars believe that he was born in Wakhsh, a small town located at the river Wakhsh in what is now Tajikistan. Wakhsh belonged to the larger province of Balkh, and in the year Rumi was born, his father was an appointed scholar there. His father decided to migrate. Rumi’s family first performing the Hajj and the first place we find Mevlana on Turkish soil is Malatya. From there the caravan with the young master went to Erzincan, Sivas, Kayseri, Gumusler and Nigde, to arrive in 1222 in Larende, now known as Karaman. Mevlana stayed in Karaman, where his mother died. After Karaman he left for Konya.
Read the biography of Mevlana Rumi


  • From Selifke to Konya: The Karaman Way
    Tassucu – Selifke – Mut – Karaman – Çumra – Çatalhöyük – Icençumra – Konya

In Konya itself The Karaman Way was the main track of the long-distance Sufipaths to Konya, as Mevlana himself walked (part of) this way. The name refers to the main city among this trail: Karaman, but It was actually a sea-gate to the Miditarean. The Karaman Way starts from the Tassucu-harbour near Selifke, runs up north to Mut, to the shrine of Sheikh Edebali near Karaman. After Karaman the road leads to the 1001 churches of Binbir Kilisi. This is very old soil. Near Çumra we pass, 50km southeast of Konya, the Neolithic site Çatalhöyük. From Icençumra to Konya is the last part of the Karaman Way.


  • The Silk Road
    Istanbul – Ankara

This is a fraction of the historical Silk Road alignment entering Anatolia that trespasses Istanbul to reach the European Continent and the cities of Adapazari, Bolu and Ankara found on its alignment. Also encompassing the remote disticts of Sapanca, Geyve, Tarakli, Goynuk, Mudurnu, Beypazari, Gudul and Ayas.


  • The Lycian Way
    Fethiye – Antalya

The Lycian Way is a 500 km long footpath that stretches from Fethiye to Antalya, around part of the coast of ancient Lycia. It takes its name from this civilisation which once ruled the area. The route is graded medium to hard; it is not level walking, but has many ascents and descents as it approaches and veers away from the sea. It is easier at the start near Fethiye and gets more difficult as it progresses. Summer in Lycia is too hot, although you could walk short, shady sections.
List of places on the trail: Ölü Deniz, Kabak, Kınık (Xanthos), Akbel, (detour for the Gelemiş village and ruins of Patara), Kalkan, Kaş (Antiphellos), Üçağız, Kale, Demre (Myra), Kutluca, Zeytin and Alakilise. Here the trail reach a height of 1811 meters at İncegeriş T. Then on to Belos, Finike, Kumluca, Mavikenic, Karaöz, Adrasan, Olympos, Çıralı. Here the trail splits into:
Coastal route: Tekirova, Phaselis, Asagikuzdere (just outside Kemer)
Inland route: Ulupınar, Beycik, Yukari Beycik, Yayla Kuzdere, Gedelme
Hısarçandır.
The route is mainly over footpaths and mule trails; mostly limestone and often hard and stony underfoot. It is waymarked with red and white stripes, the Grande Randonnee convention. The Sunday Times has listed it as one of the world’s top ten walks. Starting in 2009, an ultramarathon will be annually organized at the historical lycian way with the support of the Ministry of Culture and Tourism. See Lycian Way UltraMarathon
More on the Lycian Way


  • The Saint Paul Trail
    Perge (Antalya) – Yalvaç – Isparta + Aspendos – Adada

After Jesus, St Paul the Apostle is most probably the most important person in the history of western Christianity. The name of the trail derives from the fact that it follows approximately 500 kilometers the route of the Apostle on his first recorded missionary journey into his homeland. Saint Paul was born in Tarsus and on his 1st Journey he traveled to Antioch, Seleucia, Cyprus (Salamis and Paphos), Perge, Antioch in Pisidia, Konya (Iconium), Derbe, Lystra, Antalya and Antioch.
St Pauls Trail goes from Perge, 10 kilometers east of Antalya, to Yalvaç, Isparta, northeast of Lake Eğirdir. It starts at sea level and climbs to 2200 meters in elevation. A second branch starts at Aspendos, 40 kilometers east of Antalya, and joins the main route at the ancient Roman site of Adada. It is marked along the way with red and white stripes to Grande Randonnée standards.
More on the Saint Paul Trail


  • The Cappadocian Trials
    Kapadokya – Avanos – Göreme – Ürgüp

The Bible’s New Testament tells of Cappadocia, but in fact this is Turkey’s most visually striking region, especially the “moonscape” area around the towns of Ürgüp, Göreme, Uçhisar, Avanos and Mustafapasa (Sinasos), where erosion has formed “fairy chimneys”, clefts, caves and sensuous folds in the soft volcanic rock. A number of short trails wend through the volcanic Cappadocian landscape near Avanos, Göreme and Ürgüp.
More on the Cappadocia Trials


  • Kaçkar Mountaintrekkings
    Ayder – Yusufeli

The Kaçkars stretch along the Black Sea coast in extreme northeastern Turkey. Dotted with historic Georgian churches, the mountains offer fine trekking possibilities from Ayder and Yusufeli. Yusufeli, 130 km (81 miles) north of Erzurum, is right across the summits from Ayder on the Black Sea slope and a more pleasant town than the nearby provincial capital of Artvin.
More on the Kaçkar Mountaintrekkings


crossroad

Güngör: In the year 1005 earl Dirk III of Holland visited Istanbul, Konya and Antakya. Not as Crusader, such as later continuators as Floris II would do, but as peaceful pilgrim, on the gone to Palestine. Dirk III is the oldest known Dutch visitor to current Turkey. It is time the world should know that among the historic European longtrack walkingpaths, Sufipath and Caminos cross each other on many places.


The Historic Via Comitis
Route of Dirk III to Konya

The Dutch earl Dirk III (981-1039) was five years old as his father, Arnoud of Ghent, earl of Holland, dies in 993 during one of that ‘boerenriots’ , that occurred in the early history of the Dutch county. Dirks mother, Liutgarde of Luxembourg, sister of the powerful German emperor Hendrik II observed the governing board concerning the Netherlands for him as a regentes.

Dirk develops into a tree of a guy. He is already of age when his county Holland is threatened to be attacked by the Frisians. Then Dirk makes a vow and promise to god. that if his country will be saved of the Frisians, he makes a pilgrimage to Palestine.

His mother is less pious. Instead to wait for celestial aid, she calls for the aid of her brother, the Holy Roman emperor. He travelled with an army from Utrecht by ship to the Friese area in the winter of 1004/1005. When the Frisian attacks has ended, Dirk III temporarily hands over the governing board of Holland to his mother and brother Sicco.

Right then, in spring of 1005, spends Sicco a castle at Santpoort (Sancta Porta) and thus Dirk could discharge on his ‘promessa’ and leave on pilgrimage.

Thrace

By the mid 5th century, as the Roman Empire began to crumble, Thracia fell from the authority of Rome and into the hands of Germanic tribal rulers. With the fall of Rome, Thracia turned into a battleground territory for the better part of the next 1,000 years. The eastern successor of the Roman Empire in the Balkans, the Byzantine Empire, retained control over Thrace until the beginning of the 9th century when most of the region was incorporated into Bulgaria.

Cities n Trace:

Çerkezköy (56 km from Tekirdağ and 110 km from Istanbul. Until the 1800s this was a village called ‘Türbedere’. ‘Türbe’ is the Turkish for ‘tomb’ and the village took its name from the tomb of the eldest son of sultan Bayezid I, Suleiman Çelebi, who was murdered here in 1410 when fleeing from his brothers during the Ottoman Interregnum. The tomb was destroyed by Bulgarian troops when they occupied the town for nine months during the war for Bulgarian Independence in 1912. The land here is flat, watered by the River Çorlu and good soil for farming, so until the 1970s Çerkezköy was a pleasant small town in a rural setting. Today an industrial area with hundreds of factories surround Çerkezköy town centre, a typical Turkish collection of rows of grey low-rise blocks containing public buildings, small supermarkets, banks, and kebab restaurants, with a square in the middle containing a statue of Mustafa Kemal Atatürk and nearby a large central mosque. The military base in Çerkezköy is Turkey’s biggest centre for basic training in military service. The town is well-equipped with schools, hospitals and other infrastructure.

Uzunköprü is a small town on the railway line from Istanbul towards Sofia and a frontier post on the Greek border. The “Long Bridge” (Turkish: Uzunköprü) gave its name to the town. The bridge was built between 1426 and 1443 by head architect Muslihiddin on the orders of Ottoman Sultan Murad II. The ancient stone-built bridge, which has 174 arches, is 1,329 m (4,360 ft) long and up to 6.80 m (22.3 ft) wide. Some of the arches are pointed and some are round. Uzunköprü is the longest stone bridge in Turkey.

Edirne close to the borders with Greece (7 km) and Bulgaria (20 km), is famed for its many mosques, the elegant domes and minarets, which dominate the panoramic appearance of the province. Adrianople contains the ruins of the ancient palace of the Sultans, and has many beautiful mosques. One of the most important monuments in this ancient province is the Selimiye Mosque, built in 1575 and designed by Turkey’s greatest master architect, Mimar Sinan, which has the highest minarets in Turkey, at 70.9 meters, of an altogether grandiose appearance and with a cupola three or four feet higher than that of St. Sophia in Istanbul. Carrying the name of the then reigning the Ottoman Sultan Selim II, this mosque magnificently represents Turkish marble handicrafts and it is covered with valuable tiles and fine paintings. Edirne was founded as Hadrianopolis, named for the Roman Emperor Hadrian. The area around Edirne has been the site of no fewer than 16 major battles or sieges, from the days of the ancient Greeks. Licinius was defeated there by Constantine in 323, and Valens killed by the Goths in 378. In 813 the city was seized by Khan Krum of Bulgaria who moved its inhabitants to the Bulgarian lands to the north of the Danube.
During the existence of the Latin Empire of Constantinople, the Crusaders were decisively defeated by the Bulgarian Emperor Kaloyan in the battle of Adrianople (1205). Later Theodore Komnenos, Despot of Epirus, took possession of it in 1227, and three years later was defeated at Klokotnitsa by Asen, Emperor of the Bulgarians. It was captured by Sultan Murat I in 1365, the city served as capital of the Ottoman Empire from 1365 until 1453. Sultan Mehmed II, the conqueror of Constantinople, was born in Adrianople. Bahá’u’lláh, the founder of the Bahá’í Faith, lived in Edirne from 1863 to 1868. He was exiled there by the Ottoman Empire before being banished further to the Ottoman penal colony in Akka.
Symbolic inscription consisting of two “waw” letters on the walls of the ‘Ulu Mosque’
Also needing mention are the Trakya University Bayezid II Külliye Health Museum, a great monument with its complex construction comprising many facilities used in those times.
Besides the fascinating mosques, there are different sites to be visited in Edirne, all reflecting its rich past. There are attractive palaces, the most prominent one being the Edirne Palace, which was the “Palace of the Empire” built during the reign of Murat II. There are the amazing caravansaries, like the Rustem Pasha and Ekmekcioglu Ahmet Pasha caravansaries, which were designed to host travelers, in the 16th century.
Of Edirne’s Christian heritage, there remain two Bulgarian Orthodox churches: Saint George and Saints Constantine and Helena. Saint George has a Bulgarian library and an ethnographic collection. The two Bulgarian churches are the only functioning Christian places of worship in the city today. Every year in end of June there is an oil-wrestling festival called Kırkpınar, the oldest active sport organization after the Olympic Games (which were refounded after centuries of inactivity).

Kırklareli area may have been the location of the first organized settlement on the European continent. It is not clearly known when the city was founded, nor under what name. Byzantines called it “Forty Churches” In the XIV Century, this was translated to Turkish and called “Kırk Kilise” . During the Republican Period, Sanjaks became cities and on December 20, 1924, Kırk Kilise’s name was changed to Kırklareli. The Bulgarian name of the town is Lozengrad, which means “vineyard town”. Located at the center of the city is the 1383 built Hızır Bey religious compound (külliye). This consists of a Mosque, Bath and Arasta (Bazaar), built by Köse Mihalzade Hızırbey. Kırklareli is also host to the only cave that is open to tourists in Thrace, the Dupnisa Cave (which is believed to have formed 4 million years ago). Dupnisa Cave was used for Dionysian Rituals (Sparagmos) in ancient times. Even the name of Dionysus is believed to have come from Mount Nisa that is above the cave of Dupnisa.

Lüleburgaz has a population of 98,000 and is known for its sixteenth-century mosque and bridge, both named after the Grand Vizier Sokollu Mehmet Paşa and purportedly designed by the Ottoman chief architect Sinan.

Tekirdağ is situated on the coast of the Sea of Marmara, 135 km west of Istanbul. The picturesque bay of Tekirdağ is enclosed by the great promontory of the mountain which gives its name to the city, a spur about 2000 ft. in height from the hilly plateau to the north. Between Tekirdağ and Şarköy is another mountain, Ganos Dağı. In 813 and again in 1206 it was sacked by the Bulgarians after the Battle of Rodosto, but it continued to appear as a place of considerable note in later Byzantine history. It is the capital of Tekirdağ Province and it is seen by many as a smaller, quieter town than the industrial centre of Çorlu, which it administers. The population as of 2007 was 134,000.
Tekirdağ’s historical name was Rodosto and during the Byzantine era, it was also called Bisanthi. During the Ottoman era, it was called Tekfur Dağ, based on the Turkish word tekfur, which designates generally the Byzantine feudal lords. In time, the name mutated into Tekirdağ. Today the Tekirdağ area is the site of many holiday homes, as the area is 90 minutes by road or train from nearby Istanbul. The road follows the coast and the villages of Şarköy, Mürefte and Kumbağ are particularly popular. Much of this holiday property has been built in an unregulated and unplanned manner and thus much of the coast seems very crowded and over-built. And the sea is not all that clean either, but there are still places to access the seaside near Tekirdağ.
Tekirdağ itself is a typical Turkish commercial town centre with a little harbour and little to offer to visitors. Of all the statues of Atatürk in Turkey the town centre of Tekirdağ holds the only one that was made exactly life-size. Most of the Ottoman wooden buildings have been replaced by practical concrete blocks but the town has neither modern sophistication, nor antique charm, nor any night-life. The Rakoczi Museum, a 17th century Turkish house where the Hungarian national hero, Francis II Rákóczi lived during his exile, from 1720 till his death in 1735 is a property of the State of Hungary and is widely visited, having become a place of national pilgrimage.
The church of Panagia (Virgin Mary) Rheumatocratissa contains the graves, with long Latin inscriptions, of other Hungarians who took refuge here with their leader.

Çorlu today is larger in population than the provincial center of Tekirdağ, owing to a population growth initially caused by the emigration of Turks from Bulgaria that complemented the traditional left-leaning, industrial working-class of Çorlu, and a second wave of migrants from rural Anatolia in the 1990s who came to work in the factories, who now make up the conservative populace of the city. Another group, albeit smaller in numbers, is the Romani community. The town center bears the hallmarks of a typical migration-accepting Turkish rural town, with traditional structures coexisting with a collection of concrete apartment blocks providing public housing, as well as amenities such as basic shopping and fast-food restaurants, and essential infrastructure but little in the way of culture except for cinemas and large rooms hired out for wedding parties. Çorlu’s shopping facilities have recently been enhanced by the completion of the 25 km² Orion Mall. While there is little to no nightlife, save for the town’s now-infamous red light activities, as Çorlu is close to Istanbul, locals can and often do easily go to “the city” for the weekend.

(TO BE CONTINUED)

SOURCE  www.mevlana800

Posted in PHILOSOPHICAL THEMES | Tagged , , , , | Leave a comment

ΦΙΛΟΣΟΦΕΙΑΙ ΠΕΡΙ ΜΕΓΑ

Οι φιλοσοφικές αντιλήψεις του Μεγάλου Αλεξάνδρου

Είναι γνωστό ότι έχουν γραφτεί πολλά βιβλία για τον Αλέξανδρο,χρησιμοποιώντας σαν κυριώτερες πηγές τον Πλούταρχο και τον Αρριανό. Εχουν διατυπωθεί πολλές και διαφορετικές ” ερμηνείες ” για τη ζωή και το έργο του Αλέξανδρου. Αυτές οι ερμηνείες, ανάλογα με την πολιτική τοποθέτηση, τη θρησκευτική αντίληψη, την ψυχολογική και τη χρονική απόσταση του συγγραφέα, ποικίλουν σε τεράστιο βαθμό. Ετσι άλλοι τον θεοποιούν και άλλοι τον κατακρίνουν.

Σε αυτό το άρθρο θα τονίσουμε τις πράξεις και τα λόγια του Αλέξανδρου που αποδεικνύουν, ότι εκτός από ανίκητος Στρατηγός, τρομερός πολεμιστής και άξιος Βασιλιάς ήταν και ένας φιλόσοφος, πιο πολύ στην πράξη παρά στα λόγια.

Ο Μαθητής του Πλάτωνα Αριστοτέλης αναλαμβάνει τη Φιλοσοφική διαμόρφωση του 13χρονου Αλέξανδρου, στο Ιερό των Νυμφών, στην τοποθεσία Μίεζα, κοντά στα Στάγειρα, μαζί με μιά ομάδα νέων.
Και όπως μας γράφει ο Πλούταρχος και ο Αρριανός :  << Φαίνεται ότι ο Αλέξανδρος δεν διδάχθηκε μόνο την Ηθική και την Πολιτική επιστήμη, αλλά και τις απόρρητες και βαθύτερες διδασκαλίες που οι άνδρες τις αποκαλούσαν ακροαματικές και εποπτικές και δεν τις διέδιδαν σε πολλούς. >>
Από το Αριστοτέλη είναι που αποκτά γνώσεις Ιατρικής, έτσι ώστε να θεραπεύει τους φίλους του όταν αρρώσταιναν και να γράφει συνταγές για θεραπεία και δίαιτα.  Ο Λυσίμαχος και ο Λεωνίδας είναι που σφυρηλάτησαν έναν ολιγαρκή και σκληραγωγημένο Αλέξανδρο, που είχε συνεχώς κάτω από το προσκεφάλι του την Ιλιάδα του Ομήρου.
Είναι γνωστό πως την εποχή εκείνη στον Ελλαδικό χώρο οι πόλεις ήταν χωρισμένες μεταξύ τους και λειτουργούσαν αυτόνομα σαν μικρά κράτη. Αποτέλεσμα ήταν οι συνεχείς πόλεμοι μεταξύ των πόλεων. Μόνο κάτω από την απειλή κάποιας εχθρικής δύναμης, π.χ. των Περσών, ενώνονταν για να αντιμετωπίσουν τον κίνδυνο.

Ο Αλέξανδρος κατάφερε να ανακηρυχθεί σε ηλικία 20 χρονών Αρχηγός των Ελλήνων, πλήν των Λακαιδεμονίων. Να ενώσει όλες τις Ελληνικές πόλεις κάτω από μία αρχή, μία εξουσία, έτσι ώστε το εκστρατευτικό σώμα που θα περνούσε τον Ελλήσποντο να αποτελεί ένα ενιαίο σύνολο, ένα αρμονικό σώμα το οποίο θα είχε ένα κεφάλι, ένα μυαλό, τον Αλέξανδρο.
Στη συνέχεια κατάφερε να ενώσει όλους τους λαούς τους οποίους κατέκτησε κάτω από μία αρχή.
Και όπως γράφει ο Πλούταρχος :<< Δίδαξε τους Υρκανούς να κάνουν νόμιμους γάμους, τους Αραχωσίους να καλλιεργούν την γή των, τους Σογδιανούς έπεισε να τρέφουν και όχι να φονεύουν τους γέροντες γονείς των, τους Πέρσες να σέβονται τις μητέρες των και να μην τις νυμφεύονται. Επεισε τους Ινδούς να λατρεύουν τους Θεούς της Ελλάδας, τους Σκύθες να θάβουν τους νεκρούς των αντί να τους τρώγουν.>>
Ετσι ο Μέγας Αλέξανδρος κατάφερε να εξημερώσει την Ασία και να διαδώσει τον Ελληνικό πολιτισμό από τον Ελλήσποντο ώς την Ινδία. Κατάφερε να εφαρμόσει το πολιτειακό σύστημα του Ζήνωνος, του Ιδρυτή της στωικής φιλοσοφίας. Δηλαδή, να μήν κατοικούν οι άνθρωποι κατά πόλεις χωρισμένες, με διαφορετικούς νόμους, αλλά να θεωρούνται όλοι οι άνθρωποι συμπολίτες ( αν και από διαφορετικά έθνη ) και πολίτες του ίδιου κράτους και να υπάρχει μία τάξη και ένα δίκαιο για όλους.
Αυτό ο Ζήνων το διατύπωσε σαν ένα όνειρο για επίτευξη, σαν μια διδασκαλία προς εφαρμογή, την Φιλοσοφική Πολιτεία. Ο Μέγας Αλέξανδρος το εφάρμοσε στην πράξη.
Δεν ακολούθησε τη συμβουλή του Αριστοτέλη, να φέρεται στους Ελληνες σαν Βασιλιάς και στους υπόλοιπους σαν τύρρανος. Αλλά, θεωρώντας τον εαυτό του ως απεσταλμένο του θεού και ρυθμιστή εθνών, ένωσε όλους τους λαούς, με την πειθώ ή με τη βία και κατάφερε τη συνύπαρξη ανθρώπων με διαφορετικά ήθη και έθιμα, θρησκεία και νοοτροπία, έτσι ώστε να θεωρούν σαν συγγενείς τούς αγαθούς και τους κακούς σαν ξένους. Προωθούσε την αντίληψη ότι η διάκριση Ελληνας από βάρβαρο δεν στηρίζεται στα διαφορετικά ρούχα, στη διαφορετική καταγωγή και στα διαφορετικά έθιμα.
Αλλά υποστήριζε ότι Ελληνας είναι ο ενάρετος, ενώ βάρβαρος είναι ο κάκιστος.
Ο Μέγας Αλέξανδρος λοιπόν θέλησε να καταλάβουν οι άνθρωποι πως οι διαφορές μεταξύ των λαών είναι τελείως επιφανειακές και πρέπει να υπάρχει σεβασμός και κατανόηση στα διαφορετικά ήθη και έθιμα, στα διαφορετικά πιστεύω και όπως γράφει ο Πλούταρχος :  << Ο Αλέξανδρος πίστευε ότι όλοι οι άνθρωποι βασιλεύονται από το θεό γιατί η υπάρχουσα στον καθένα δύναμη ” του άρχειν και εξουσιάζειν ” είναι θεία. Οτι ο θεός είναι κοινός πατέρας όλων, αλλά κυρίως αναγνωρίζει σαν δικά του παδιά τους άριστους.>>Ιδρυσε και θεμελίωσε περίπου 70 πόλεις, οι οποίες αποτέλεσαν κέντρα ανάπτυξης και διάδοσης του Ελληνικού πολιτισμού. Θαυμαστό παράδειγμα είναι η Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, μία πόλη που έμελλε να γίνει με την αρχική ώθηση του Μεγάλου Αλεξάνδρου πνευματική μήτρα της Ελληνιστικής περιόδου, αλλά και της μετέπειτα χριστιανικής επικράτησης.
Είδε σε “όνειρο” το σημείο όπου έπρεπε να χτιστεί η πόλη και έδωσε διαταγές να γίνουν τέτοια έργα τα οποία θα αποτελούσαν τις κατάλληλες προϋποθέσεις για να αναπτυχθεί και να γίνει μία πόλη αντάξια του Ιδρυτή της.
Δικαιολογημένα λοιπόν μπορεί να παρομοιαστεί με έναν Θησέα, Ιδρυτή της Αθήνας, με έναν Περσέα, Ιδρυτή των Μυκηνών, με τον Ρωμύλο και το Ρώμο, Ιδρυτές της Ρώμης.
Ο Πλούταρχος γράφει:  << και διέταξε να χαράξουν το σχέδιο της πόλης προσαρμόζοντάς το στην τοποθεσία. Και επειδή δεν υπήρχε λευκό χώμα, πήραν αλεύρι και σχημάτισαν στη μαύρη γή μία κυκλική καμπύλη της οποίας την περιφέρεια όριζαν ευθείες βάσεις που, ξεκινώντας σαν από στρόγγυλο κράσπεδο και σχηματίζουν χλαμύδες και ίσες στο μέγεθος συνέπιπταν μεταξύ τους.>
Ο τρόπος σχεδίασης και ορισμού του σημείου ίδρυσης της πόλης φανερώνει γνώσεις και εφαρμογή αντιλήψεων Ιδρυτή πόλης που συναντάμε μόνο σε ίδρυση Ναών ή Ιερών πόλεων.
Εκεί δεν παίρνονται υπόψη μόνο γεωγραφικοί παράγοντες, αλλά και οδηγίες που έχουν σχέση με την Ιερότητα του χώρου. Είναι γνωστό πως στην ακολουθία του Αλέξανδρου βρισκόταν πλήθος ανθρώπων του πνεύματος.  Από τον μάντη Αρίστανδρο μέχρι τον γυμνόσοφο Κάλανο.
ΠλούταρχοςΟ Αλέξανδρος είχε μεγάλη εκτίμηση στους φιλοσόφους και τους συμπεριφερόταν ανάλογα.
Ο Πλούταρχος γράφει :  <<Είναι ίδιον ψυχής φιλοσόφου να αγαπά την σοφία και μάλιστα να θαυμάζει σοφούς άνδρας. Κανείς άλλος από τους Βασιλείς δεν έμοιασε τον Αλέξανδρο ως προς αυτό. Είναι γνωστή η Αγάπη του για τον Αριστοτέλη και η εκτίμηση που είχε για τον μουσικό Ανάξαρχο. Στον Πύρρωνα τον Ηλείο, όταν τον είδε για πρώτη φορά, του έδωσε 10.000 χρυσά νομίσματα, στον Ξενοκράτη, μαθητή του Πλάτωνα, έστειλε 50 τάλαντα δώρο, τον Ονησίκριτο, μαθητή του Διογένη, διόρισε άρχοντα των κυβερνητών του στόλου >>.   Πλήθος άλλων προσφορών και δωρεών αποδει-κνύουν όχι μόνο την γεναιόδωρη φύση του Μ.Αλέξανδρου γενικά, αλλά την γεναιοδωρία του ειδικά προς τους φιλόσοφους. Μιά γεναιοδωρία που πήγαζε από μιά ψυχή που έδινε περισότερη αξία στα πνευματικά αγαθά από ότι στα υλικά.
Οταν ξεκίνησε την εκστρατεία για την Ασία δώρισε όλα τα υπάρχοντά του και κράτησε για τον εαυτό του μόνο  ” Ελπίδα “.

Μετά τη νίκη επί του Δαρείου και αφού ανακυρήχθηκε Βασιλιάς της Ασίας, ήρθαν στην κατοχή του στρατού τόσα πλούτη, που οι Μακεδόνες άρχισαν να ζούν μέσα στην πολυτέλεια.
Αποτέλεσμα ήταν η μαλθακή ζωή των στρατιωτών και ιδιαίτερα των Αξιωματικών του Αλέξανδρου.
Αποφάσισε λοιπόν, λίγο πρίν την εκστρατεία για την Ινδία, να δωρίσει όλα τα πλεονάζοντα υλικά αγαθά και να κάψει όλα όσα του ήταν εμπόδιο για την εστρατεία.
Το ίδιο έκαναν και οι Αξιωματικοί του αφού έβλεπαν το παράδειγμα ενός ανθρώπου που όχι μόνο τους έλεγε ποιό ήταν το σωστό, αλλά αυτός πρώτος το εφάρμοζε.
Αξιοσημείωτη είναι επίσης και η καθημερινή ζωή του.

Οταν δεν πολεμούσε, ακόμα και κατά τη διάρκεια που βρισκόταν σε πορεία, αυτός εκπαιδευόταν στα όπλα, ανεβοκατέβαινε από άρματα και άλογα, πήγαινε κυνήγι και γενικά βρισκόταν σε μιά διαρκή εγρήγορση. Κάτι που συνέβαινε και κατά τη διάρκεια της μάχης.
Στο Γρανικό ένα σπαθί, κόβοντας την περικεφαλαία του, έφτασε μέχρι το τριχωτό του κεφαλιού του.
Στην Γάζα δέχθηκε ένα βέλος στον ώμο.  Στη Μαράκανδα ένα βέλος έσπασε το κόκαλο της κνήμης του. Στην Υρκανία χτυπήθηκε από λίθο, χάνοντας την όρασή του για πολλές ημέρες.
Στη μάχη του Ισσού πληγώθηκε από ξίφος στο μηρό. Στη χώρα των Μαλλών ένα βέλος τρύπησε το στήθος του και δέχτηκε χτύπημα από λοστό στο κεφάλι.
Και για όλους αυτούς τους τραυματισμούς ήταν πολύ υπερήφανος.
Τους θεωρούσε σαν απόδειξη της ανδρείας του και της γενναιότητάς του.
Αν και Βασιλιάς έμπαινε πρώτος στην μάχη, δίνοντας το παράδειγμα στους στρατιώτες του.
Ενας Βασιλιάς που δεν ήξερε μόνο να διατάζει αλλά και να εκτελεί ο ίδιος τις διαταγές που έδινε. Θεωρούσε πως η μεγαλύτερη νίκη που μπορεί να πετύχει κάποιος είναι η νίκη στον εαυτό του για να μπορεί να τον ελέγχει. Αποτέλεσμα αυτής της νίκης του Αλέξανδρου είναι η εγκράτειά του προς τις ηδονές.
Δεν δέχθηκε καμία γυναίκα δίπλα του παρά μόνο αυτήν που είχε παντρευτεί.
Αν και πολλές φορές οι φίλοι του τον παρότρυναν να γευτεί την ηδονή με διάφορες γυναίκες ή αγόρια. Ηταν τόσο εγκρατής και μεγαλόψυχος που ανάγκασε τον Δαρείο, τον Βασιλιά που ουσιαστικά κατέστρεψε, να δηλώσει:  << Θεοί, προστάτες της γέννησης των ανθρώπων και της τύχης των Βασιλέων, δώστε να μην εγκαταλείψω την τύχη των Περσών, αλλά αφού νικήσω να ανταμείψω τις ενέργειες του Αλέξανδρου, τις οποίες νικημένος δέχθηκα από αυτόν στους πιό αγαπημένους μου. Αν όμως έφτασε κάποιος χρόνος μοιραίος, από θεία εκδίκηση και μεταβολή να πάψει η βασιλεία των Περσών, κανείς άλλος άνθρωπος ας μην καθήσει στον θρόνο του Κύρου πλήν του Αλέξανδρου.>>  Αυτή τη δήλωση την έκανε αφού έμαθε την μεγαλόψυχη συμπεριφορά του Αλέξανδρου προς την οικογένειά του που είχε αιχμαλωτίσει.

Ο Αρριανός γράφει πως ο Αλέξανδρος εγκαθιστούσε τη Δημοκρατία ως πολίτευμα σε κάθε χώρα που κατακτούσε. Μιά Δημοκρατία που βοηθούσε στη λειτουργία των τοπικών θεσμών κάθε πόλης, κάτω όμως από μιά κοινή Αρχή.  Καταργούσε τους υπερβολικούς φόρους και κατάφερνε να κατακτά εκπολιτίζοντας και όχι καταστρέφοντας.

Το μόνο που κατέστρεφε ήταν το παλιό, αυτό που είχε φθαρεί και δεν δεχόταν να αλλάξει προς το καλύτερο.  Εδινε περισότερη σημασία στις ουσιαστικές δυνάμεις του ανθρώπου, όπως τη σοφία, τη δικαιοσύνη, τη μεγαλοψυχία, την Ανδρεία, ανεξάρτητα αν αυτός ήταν εχθρός ή φίλος.
Ετσι όταν καταλάβαινε πως ο κυβερνήτης της πόλης που κατακτούσε ή ο βασιλιάς του έθνους το οποίο νικούσε είχε αυτές τις αρετές, τον διόριζε πάλι άρχοντα, ανεξάρτητα αν είχε παραδοθεί ή νικηθεί μετά από μάχη.
Δίκαια λοιπόν ο Πλούταρχος γράφει : << Εάν δε μέγιστος έπαινος της φιλοσοφίας είναι ότι σκληρά και αμόρφωτα ήθη εξημερώνει και εξευγενίζει, ο Αλέξανδρος φαίνεται ότι εξεπολίτισε τόσους λαούς αγρίους και ατίθασους που δικαίως δύναται να θεωρηθεί φιλόσοφος>>.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ. “Ηθικά. Περί της Αλεξάνδρου Τύχης ή Αρετής”
Εκδόσεις Ζαχαρόπουλος
ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ “Βίοι παράλληλοι. Αλέξανδρος” Εκδόσεις Πάπυρος
ΑΡΡΙΑΝΟΣ “Αλεξάνδρου Ανάβασις”. Εκδόσεις Ζαχαρόπουλος
PAGAN http://www.nea-acropoli.gr/
Posted in PHILOSOPHICAL THEMES | Tagged , , , , | Leave a comment

The Wave Structure of Matter (WSM) in Space-ABOUT EDUCATION (C)

(BEING CONTINUED FROM  12/10/17)

Jean Jacques Rousseau, On the Philosophy of Education

Plants are shaped by cultivation and men by education. .. We are born weak, we need strength; we are born totally unprovided, we need aid; we are born stupid, we need judgement. Everything we do not have at our birth and which we need when we are grown is given us by education. (Jean Jacques Rousseau, Emile)

I will say little of the importance of a good education; nor will I stop to prove that the current one is bad. Countless others have done so before me, and I do not like to fill a book with things everybody knows. I will note that for the longest time there has been nothing but a cry against the established practice without anyone taking it upon himself to propose a better one. The literature and the learning of our age tend much more to destruction than to edification. (Jean Jacques Rousseau, Emile)

Michel de Montaigne, Philosophy Quotes on Education

I would like to suggest that our minds are swamped by too much study and by too much matter just as plants are swamped by too much water or lamps by too much oil; that our minds, held fast and encumbered by so many diverse preoccupations, may well lose the means of struggling free, remaining bowed and bent under the load; except that it is quite otherwise: the more our souls are filled, the more they expand; examples drawn from far-off times show, on the contrary, that great soldiers ad statesmen were also great scholars. (de Montaigne)

I think it better to say that the evil arises from their tackling the sciences in the wrong manner and that, from the way we have been taught, it is no wonder that neither master nor pupils become more able, even though they do know more. In truth the care and fees of our parents aim only at furnishing our heads with knowledge: nobody talks about judgement or virtue. When someone passes by, try exclaiming, ‘Oh, what a learned man!’ Then, when another does, ‘Oh, what a good man!’ Our people will not fail to turn their gaze respectfully towards the first. There ought to be a third man crying, ‘Oh, what blockheads!’ (de Montaigne)

We readily inquire, ‘Does he know Greek or Latin?’ ‘Can he write poetry and prose?’ But what matters most is what we put last: ‘Has he become better and wiser?’ We ought to find out not who understands most but who understands best. We work merely to fill the memory, leaving the understanding and the sense of right and wrong empty. Just as birds sometimes go in search of grain, carrying it in their beaks without tasting it to stuff it down the beaks of their young, so too do our schoolmasters go foraging for learning in their books and merely lodge it on the tip of their lips, only to spew it out and scatter it on the wind. (de Montaigne)

Their pupils and their little charges are not nourished and fed by what they learn: the learning is passed from hand to hand with only one end in view: to show it off, to put into our accounts to entertain others with it, as though it were merely counters, useful for totting up and producing statements, but having no other use or currency. ‘Apud alios loqui didicerunt, non ipsi secum’ [They have learned how to talk with others, not with themselves] (de Montaigne)

Whenever I ask a certain acquaintance of mine to tell me what he knows about anything, he wants to show me a book: he would not venture to tell me that he has scabs on his arse without studying his lexicon to find out the meaning of scab and arse.
All we do is to look after the opinions and learning of others: we ought to make them our own. We closely resemble a man who, needing a fire, goes next door to get a light, finds a great big blaze there and stays to warm himself, forgetting to take a brand back home. What use is it to us to have a belly full of meat if we do not digest it, if we do not transmute it into ourselves, if it does not make us grow in size and strength? (de Montaigne)

If our souls do not move with a better motion and if we do not have a healthier judgement, then I would just as soon that our pupil should spend his time playing tennis: at least his body would become more agile. But just look at him after he has spent some fifteen or sixteen years studying: nothing could be more unsuited for employment. The only improvement you can see is that his Latin and Greek have made him more conceited and more arrogant than when he left home. He ought to have brought back a fuller soul: he brings back a swollen one; instead of making it weightier he has merely blown wind into it. (de Montaigne)

And I loathe people who find it harder to put up with a gown askew than with a soul askew and who judge a man by his bow, his bearing and his boots. (de Montaigne)

Learning is a good medicine: but no medicine is powerful enough to preserve itself from taint and corruption independently of defects in the jar that it is kept in. One man sees clearly but does not see straight: consequently he sees what is good but fails to follow it; he sees knowledge and does not use it. (de Montaigne)

.. since it was true that study, even when done properly, can only teach us what wisdom, right conduct and determination consist in, they wanted to put their children directly in touch with actual cases, teaching them not by hearsay but by actively assaying them, vigorously molding and forming them not merely by word and precept but chiefly by deeds and examples, so that wisdom should not be something which the soul knows but the soul’s very essence and temperament, not something acquired but a natural property. (de Montaigne)

But in truth I know nothing about education except this: that the greatest and the most important difficulty known to human learning seems to lie in that area which treats how to bring up children and how to educate them. (de Montaigne)

Socrates and then Archesilaus used to make their pupils speak first; they spoke afterwards. ‘Obest plerumque iss discere volunt authoritas eorum qui docent.’ [For those who want to learn, the obstacle can often be the authority of those who teach] (de Montaigne)

Those who follow our French practice and undertake to act as schoolmaster for several minds diverse in kind and capacity, using the same teaching and the same degree of guidance for them all, not surprisingly can scarcely find in a whole tribe of children more than one or two who bear fruit from their education.
Let the tutor not merely require a verbal account of what the boy has been taught but the meaning and substance of it: let him judge how the boy has profited from it not from the evidence of his memory but from that of his life. Let him take what the boy has just learned and make him show him dozens of different aspects of it and then apply it to just as many different subjects, in order to find out whether he has really grasped it and made it part of himself, judging the boy’s progress by what Plato taught about education. Spewing food up exactly as you have swallows it is evidence of a failure to digest and assimilate it; the stomach has not done its job if, during concoction, it fails to change the substance and the form of what it is given. (de Montaigne)

The profit we possess after study is to have become better and wiser. (de Montaigne)

Nor is it enough to toughen up his soul; you must also toughen up his muscles. (de Montaigne)

Teach him a certain refinement in sorting out and selecting his arguments, with an affection for relevance and so for brevity. Above all let him be taught to throw down his arms and surrender to truth as soon as he perceives it, whether the truth is born at his rival’s doing or within himself from some change in his ideas. (de Montaigne)

As for our pupils talk, let his virtue and his sense of right and wrong shine through it and have no guide but reason. Make him understand that confessing an error which he discovers in his own argument even when he alone has noticed it is an act of justice and integrity, which are the main qualities he pursues; stubbornness and rancour are vulgar qualities, visible in common souls whereas to think again, to change one’s mind and to give up a bad case on the heat of the argument are rare qualities showing strength and wisdom. (de Montaigne)

In his commerce with men I mean him to include- and that principally- those who live only in the memory of books. By means of history he will frequent those great souls of former years. If you want it to be so, history can be a waste of time; it can also be, if you want it to be so, a study bearing fruit beyond price. (de Montaigne)

The first lessons with which we should irrigate his mind should be those which teach him to know himself, and to know how to die … and to live. (de Montaigne)

Since philosophy is the art which teaches us how to live, and since children need to learn it as much as we do at other ages, why do we not instruct them in it? (de Montaigne)

Any time and any place can be used to study: his room, a garden, is table, his bed; when alone or in company; morning and evening. His chief study will be Philosophy, that Former of good judgement and character who is privileged to be concerned with everything.
(de Montaigne)

For among other things he had been counseled to bring me to love knowledge and duty by my own choice, without forcing my will, and to educate my soul entirely through gentleness and freedom. (de Montaigne)

Learning must not only lodge with us: we must marry her. (de Montaigne)

Educational Quotes by Famous Philosophers

Quotations from Confucius, Aristotle, Euripides, Seneca, Cicero, Horace, William James, Friedrich Nietzsche, Sigmund Freud, John Fowles, George Bernard Shaw

Study the past if you would define the future.
I am not one who was born in the possession of knowledge; I am one who is fond of antiquity, and earnest in seeking it there.
Learning without thought is labor lost; thought without learning is perilous. (Confucius, Analects)

Those who educate children well are more to be honored than parents, for these gave only life, those the art of living well. (Aristotle, In Education)

The educated differ from the uneducated as much as the living from the dead. (Aristotle, In Education)

All who have meditated on the art of governing mankind have been convinced that the fate of empires depends on the education of youth. (Aristotle)

Learned we may be with another man’s learning: we can only be wise with wisdom of our own:
[I hate a sage who is not wise for himself] (Euripides)

What use is knowledge if there is no understanding? (Stobaeus)

‘non vitae sed scholae discimus’. [We are taught for the schoolroom not for life] (Seneca)

Now we are not merely to stick knowledge on to the soul: we must incorporate it into her; the soul should not be sprinkled with knowledge but steeped in it. (Seneca)

And if knowledge does not change her and make her imperfect state better then it is preferable just to leave it alone. Knowledge is a dangerous sword; in a weak hand which does not know how to wield it it gets in its master’s way and wounds him, ‘ut fuerit melius non didicisse’ [so that it would have been better not to have studied at all] (de Montaigne quoting Cicero)

She (philosophy) is equally helpful to the rich and poor: neglect her, and she equally harms the young and old. (Horace)

‘As a man who knows how to make his education into a rule of life not a means of showing off; who can control himself and obey his own principles.’ The true mirror of our discourse is the course of our lives. (de Montaigne quoting Cicero)

THE TEACHER AS A NECESSARY EVIL. Let us have as few people as possible between the productive minds and the hungry and recipient minds! The middlemen almost unconsciously adulterate the food which they supply. It is because of teachers that so little is learned, and that so badly. (Nietzsche, 1880)

What a distressing contrast there is between the radiant intelligence of the child and the feeble mentality of the average adult. (Sigmund Freud)

To teach how to live without certainty, and yet without being paralysed by hesitation, is perhaps the chief thing that philosophy, in our age, can do for those who study it. (Bertrand Russell, The History of Western Philosophy)

To begin with our knowledge grows in spots. ..What you first gain, … is probably a small amount of new information, a few new definitions, or distinctions, or points of view. But while these special ideas are being added, the rest of your knowledge stands still, and only gradually will you line up your previous opinions with the novelties I am trying to instill, and to modify to some slight degree their mass. ..Your mind in such processes is strained, and sometimes painfully so, between its older beliefs and the novelties which experience brings along. (William James, Pragmatism)

Chess permits freedom of permutations within a framework of set rules and prescribed movements. Because a chess player cannot move absolutely as he likes, either in terms of the rules or in terms of the exigencies of the particular game, has he no freedom of move? The separate games of chess I play with existence has different rules from your and every other game; the only similarity is that each of our games always has rules. The gifts, inherited and acquired, that are special to me are the rules of the game; and the situation I am in at any given moment is the situation of the game. My freedom is the choice of action and the power of enactment I have within the rules and situation of the game. (Fowles, 1964. The Aristos)

Our present educational systems are all paramilitary. Their aim is to produce servants or soldiers who obey without question and who accepts their training as the best possible training. Those who are most successful in the state are those who have the most interest in prolonging the state as it is; they are also those who have the most say in the educational system, and in particular by ensuring that the educational product they want is the most highly rewarded. (Fowles, 1964. The Aristos)

Every serious student of the subject knows that the stability of a civilisation depends finally on the wisdom with which it distributes its wealth and allots its burdens of labour, and on the veracity of the instruction it provides for its children. We do not distribute the wealth at all: we throw it into the streets to be scrambled for by the strongest and the greediest who will stoop to such scrambling, after handing the lion’s share to the professional robbers politely called owners. We cram our children with lies, and punish anyone who tries to enlighten them. Our remedies for the consequences of our folly are tariffs, inflation, wars, vivisections and inoculations – vengeance, violences, black magic. (George Bernard Shaw)

Help Humanity

“You must be the change you wish to see in the world.”
(Mohandas Gandhi)

“When forced to summarize the general theory of relativity in one sentence: Time and space and gravitation have no separate existence from matter. … Physical objects are not in space, but these objects are spatially extended. In this way the concept ’empty space’ loses its meaning. … The particle can only appear as a limited region in space in which the field strength or the energy density are particularly high. …
The free, unhampered exchange of ideas and scientific conclusions is necessary for the sound development of science, as it is in all spheres of cultural life. … We must not conceal from ourselves that no improvement in the present depressing situation is possible without a severe struggle; for the handful of those who are really determined to do something is minute in comparison with the mass of the lukewarm and the misguided. …
Humanity is going to need a substantially new way of thinking if it is to survive!” (Albert Einstein)

Our world is in great trouble due to human behaviour founded on myths and customs that are causing the destruction of Nature and climate change. We can now deduce the most simple science theory of reality – the wave structure of matter in space. By understanding how we and everything around us are interconnected in Space we can then deduce solutions to the fundamental problems of human knowledge in physicsphilosophymetaphysicstheologyeducationhealthevolution and ecologypolitics and society.

This is the profound new way of thinking that Einstein realised, that we exist as spatially extended structures of the universe – the discrete and separate body an illusion. This simply confirms the intuitions of the ancient philosophers and mystics.

Given the current censorship in physics / philosophy of science journals (based on the standard model of particle physics / big bang cosmology) the internet is the best hope for getting new knowledge known to the world. But that depends on you, the people who care about science and society, realise the importance of truth and reality.

(to be continued)

SOURCE www.spaceandmotion.com

Posted in PHILOSOPHICAL THEMES | Tagged , , , , , | Leave a comment

PERI KOUREETIKOON HIEROGLYPHIKOON- Corpus Hieroglyphicarum Insriptionum Cretae

Η Ελληνική Γλώσσα “υπάρχει” στα Κρητικά Ιερογλυφικά

Στα κρητικά ιερογλυφικά, γραφή που υπάρχει από το 2000 π.Χ. στη Μινωική Κρήτη, βρίσκονται στοιχεία της ελληνικής γλώσσας αυτούσια.
Πρόκειται για δεδομένο το οποίο καταδεικνύει πως οι Ελληνες υπήρχαν στην Κρήτη τουλάχιστον από την αρχή του μινωικού πολιτισμού, γεγονός που το επιβεβαιώνει το σύνολο των σοβαρών ιστορικών πηγών.

Η εν λόγω διαπίστωση του μελετητή των Αιγαιακών γραφών, Μηνά Τσικριτσή, είναι αυτοτελώς σημαντική αλλά επιπρόσθετα και επειδή μελετητές, αρχαιολόγοι μεταμοντέρνοι και όχι μόνο, διατείνονται χωρίς σοβαρά επιχειρήματα πως οι Μινωίτες ήταν σημιτικό φύλο.

Βεβαίως, ουδόλως μπαίνουν στον κόπο να απαντήσουν πώς είναι δυνατόν ένας άλλος πολιτισμός και λαός να δημιουργεί κοσμοείδωλα, σύμβολα ιστορικά, πολιτισμικά και μυθολογικό πλαίσιο που αντιστοιχούν στα ελληνικά προκλασικά και κλασικά σύμβολα.  
Δηλαδή, ένα υποκείμενο μπορεί να δημιουργεί τον αξιακό του κόσμο σε αντίθεση με τον πολιτισμό του, μας λένε περισπούδαστα!

Κύριε Τσικριτσή, ποιες είναι οι διαπιστώσεις σας στα κρητικά ιερογλυφικά; «Η μελέτη μας στην Κρητική Ιερογλυφική Γραφή (Κ.Ι.Γ.) οφείλεται στην έκδοση του έργου των J.Ρ.Olivie και L.Godart με τίτλο “Corpus Hieroglyphicarum Insriptionum Cretae”.

Η στατιστική επεξεργασία των λέξεων με την οποία ασχοληθήκαμε στο 10ο Κρητολογικό Συνέδριο, τον τελευταίο καιρό, συνεχώς επιβεβαιώνει την άποψη που είχαμε τότε διαμορφώσει, ότι υπάρχουν αρκετές λέξεις από την προανακτορική περίοδο που ερμηνεύουν επιγραφές σε μια πρώιμη ελληνική διάλεκτο.

Ο J.Ρ. Olivier παρατήρησε ότι τα κρητικά ιερογλυφικά σύμβολα είναι παραστατικά και έχουν εμφανή συσχέτιση με περίπου 10 σύμβολα της γραμμικής Α.  Στην ομοιότητα αυτών των συμβόλων στηριχθήκαμε, αποδίδοντας συλλαβικές αξίες από τη γραμμική Α και Β γραφή.
Το αποτέλεσμα είναι να κατανοούμε με σχέση σημαίνοντος, σημαινομένου αρκετά από τα ενεπίγραφα ευρήματα της κρητικής ιερογλυφικής γραφής.

Τα ενεπίγραφα ευρήματα γραφής επιβεβαιώνουν την άποψη ότι η γραμμική Α και τα ιερογλυφικά συνυπήρχαν και χρησιμοποιούνταν παράλληλα στο ανάκτορο των Μαλίων μέχρι το 1620 π.Χ. Παράλληλα, δύο αιώνες πριν, στα λείψανα του ανακτόρου της Φαιστού χρησιμοποιούν μια πρώτη μορφή γραφής της γραμμικής Α.

Συμπεραίνουμε δηλαδή ότι στον ίδιο χρόνο και τόπο ήταν σε χρήση δύο συγγενικά αλλά και διαφορετικά συστήματα γραφής.   Για το φαινόμενο αυτό ο J. Melena προτείνει την πιθανή άποψη ότι: “Το κάθε σύστημα γραφής χρησιμοποιούνταν για την καταγραφή διαφορετικής γλώσσας”».

Οι δικές σας απόψεις πού καταλήγουν;
«Στο ίδιο συμπέρασμα οδηγηθήκαμε και εμείς μέσα από την έρευνά μας στο αρχείο της γραμμικής Α, όπου το 65% των λέξεων είναι ένα πρώιμο αιολικό ιδίωμα.
Ειδικότερα, στα κρητικά ιερογλυφικά αναγνωρίζουμε αντίστοιχο ποσοστό ελληνικών λέξεων που συγγενεύει με τη μορφή της γραμμικής Β.
Είναι λάθος να θέλουμε να ερμηνεύσουμε το Μινωικό πολιτισμό με την αντίληψη της Pax Minoica με μια ενιαία γλώσσα.
Η Κρήτη στη θέση που βρισκόταν ανέκαθεν μπορούσε να είχε αποικισθεί από δύο ή περισσότερες φυλές με διαφορετική γλώσσα (πολύ αργότερα ο Ομηρος αναφέρει η Κρήτη να κατοικείται από Αχαιούς, Ετεοκρήτες, Κύδωνες και Πελασγούς.

Η αναφορά αυτή επιβεβαιώνει δύο τουλάχιστον γλώσσες, τα ελληνικά και τα πελασγικά, να ομιλούνται στην Κρήτη πριν από τον 12ο αι. π.Χ.
Το συμπέρασμα είναι ότι στην Κρήτη από τα πρώτα ανάκτορα ώς στις αρχές της δεύτερης χιλιετίας συνυπάρχουν ελληνικά φύλα με κάποια άλλη φυλή, που μιλά και γράφει με την ίδια συλλαβική γραφή μια άλλη γλώσσα. Αυτό παρατηρείται σε περιοχές κατοίκησης στην ανατολική Κρήτη.
Ετσι, ο κάθε γραφέας χρησιμοποιώντας την ίδια γραφή, γράφει στη γλώσσα του.
Αποτέλεσμα είναι τα διάφορα αφιερωματικά ενεπίγραφα ευρήματα άλλοτε να ερμηνεύονται με τα ελληνικά και άλλοτε όχι».

ΌΛΑ ΤΑ ΠΑΡΑΠΑΝΩ ΈΧΟΥΝ ΗΔΗ ΓΡΑΦΕΙ ΠΑΛΑΙΟΤΕΡΑ  ΣΕ ΒΙΒΛΙΑ 
ΌΠΩΣ ΤΟ ΠΑΡΑΚΑΤΩ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ:  Η ελληνικότητα των κρητικών γραφών.

Οι Μινωίτες αρχικά χρησιμοποιούσαν ένα είδος γραφής που μοιάζει οπτικά τουλάχιστον, με την ιερογλυφική της Αιγύπτου, και κάθε γράμμα συμβολίζεται με ένα ζώο ή αντικείμενο. Στη συνέχεια χρησιμοποίησαν τη “Γραμμική Α” και τέλος, μετά το 1450 π.Χ. και την επικράτηση των Αχαιών, καθιερώθηκε η “Γραμμική Β”. Η αποκρυπτογράφηση της τελευταίας το 1952 από τον Αγγλο M.Ventris απέδειξε ότι την εποχή αυτή στην Κνωσό μιλούσαν την ίδια (ελληνική) γλώσσα, που μιλούσαν και οι Αχαιοί, αλλά μας βοήθησε σήμερα να αποδείξουμε ότι το ίδιο ισχύει και για τα “ιερογλυφικά” και την “Γραμμική Α”.

Τα Ελληνικά “ιερογλυφικά” άρχισαν να δημιουργούνται στην Κρήτη από τους ‘Ελληνες του νησιού, φαίνεται δε από τις γραφές αυτές ότι μόνο ‘Ελληνες ή ελληνόφωνοι δημιούργησαν πολιτισμό, την “προϊστορική περίοδο” στο νησί αυτό.
Σε όλα τα γραπτά με “ιερογλυφικά” και τις θυγατρικές τους Γραμμικές γραφές, ήταν αποτυπωμένη μόνο η Ελληνική γλώσσα, όπως θα δούμε πιο κάτω.
Οι Γραμμικές γραφές προήλθαν από τα “ιερογλυφικά”, όχι σαν νέα γραφή, αλλά σαν πιο ταχυγραφικός τύπος αυτών.
Κάθε Ελληνικό ιερογλυφικό παριστάνει ένα αντικείμενο και έχει φωνητική αξία την πρώτη συλλαβή της ονομασίας του αντικειμένου της εικόνας. Λόγω όμως του ότι καταγράφουν μια τέτοια πλούσια γλώσσα και κάθε αντικείμενο έχει σε ορισμένες ελληνικές διαλέκτους άλλη ονομασία, η ίδια εικόνα έχει στην κάθε διάλεκτο διαφορετική φωνητική αξία σαν συλλαβόγραμμα.
Αυτή ακριβώς η ιδιομορφία των ελληνικών διαλέκτων δημιούργησε τη διαφορά μεταξύ Γραμμικής Α και Γραμμικής Β, οι οποίες εμφανίζονται προς το παρόν να αντιπροσωπεύουν τις κυριότερες διαλέκτους, στον “προϊστορικό” ελληνικό χώρο.
Το ίδιο βέβαια έχομε και στα Ιερογλυφικά, δηλαδή ιερογλυφική Α, Β, κ.λπ.
Δεν πρέπει να φανεί παράξενο, εάν στη Θεσσαλία συναντήσουμε ιερογλυφικά ή τα απλούστερά τους Γραμμικά με άλλη φωνητική αξία, η οποία όμως αναφέρεται στην ονομασία του ίδιου αντικειμένου στο τοπικό γλωσσικό ιδίωμα.
Την Γραμμική δημιούργησαν, για να έχουν τη γραμμική παράσταση του αντικειμένου και όχι την εικόνα, διότι η δεύτερη ήθελε για να γραφεί, οπωσδήποτε “καλλιτεχνικό χέρι” και είναι πιο χρονοβόρα. Δεν έχομε, δηλαδή, διαφορετικό σύστημα γραφής στις Γραμμικές από ότι στα ιερογλυφικά.
Η στασιμότητα στην έρευνα των ελληνικών προϊστορικών γραφών οφείλεται, στο ότι κανένας δεν αντιλήφθηκε, ότι οι φωνητικές αξίες των συλλαβογραμμάτων ακολουθούν τα τοπικά γλωσσικά ιδιώματα και ότι κάθε μετάφραση λέξεων πρέπει να ακολουθεί πάλι το τοπικό γλωσσικό ιδίωμα, το οποίο ομιλείται ακόμα και σήμερα στο κάθε γεωγραφικό διαμέρισμα του Ελληνικού χώρου, με τις έννοιες που είχε κάθε λέξη στην μινωική και στην μυκηναϊκή εποχή.

Τα αιγυπτιακά ιερογλυφικά έχουν δύο βασικά γνωρίσματα τα οποία είναι και μειονεκτήματα: πρώτον, τα αντικείμενα που μπορούν να αποτυπωθούν, απεικονίζονται σαν “ζωγραφιές” και δεύτερον, τα εικονογραφικά σημεία παίρνουν τη φωνητική αξία των λέξεων οι οποίες δηλώνουν τα αποτυπωμένα αντικείμενα. Ταυτόχρονα τα σημεία αυτά γράφονται και για να δηλώσουν ομώνυμα, λέξεις ομόηχες.

Η γραφή αυτή αγνοεί τα φωνήεντα και παλαιότερα αγνοούσε και τα ημίφωνα i, y και w, προσφέροντας έτσι περισσότερες δυνατότητες για τη μεταφορά των σημείων σε λέξεις με τους ίδιους ακριβώς συνδυασμούς συμφώνων.
Το σύστημα αυτό ήταν αδύνατον να αποτυπώσει έστω και μέρος τής ελληνικής γλώσσας, λόγω του ότι ουδέποτε απομακρύνθηκε από την ιδεογραφική δομή του.
Κάθε αιγυπτιακή λέξη είχε τη δική της γραπτή εικόνα, με την οποία συνδεόταν άρρηκτα και έχομε ένα πλήρες σύστημα γραφής, το οποίο μπορούσε να ορίσει οποιαδήποτε λέξη μαζί με όλα της τα παράγωγα και όλους τους γραμματικούς τύπους, σ’ αυτήν όμως μόνο, τη μικρή γλώσσα σε σχέση με την ελληνική. Ετσι είναι αδύνατον η αιγυπτιακή γραφή να άντεχε στην πληθώρα των γλωσσικών ιδιωμάτων του Αιγαίου και της ηπειρωτικής Ελλάδος.

Επειδή έχομε ήδη μελετήσει εβδομήντα πέντε συλλαβογράμματα της ελληνικής γραφής και απαιτούνται πολλές σελίδες για να γραφούν, θα αναφέρομε πώς δημιουργήθηκαν μόνο μερικά από αυτά. Με αφορμή την ανάγνωση και μετάφραση της ιερογλυφικής επιγραφής, που υπάρχει στο μικρότερο από τα δύο δακτυλίδια, του θησαυρού των Αηδονιών, τις φωτογραφίες των οποίων δημοσίευσε η “Κυριακάτικη Καθημερινή” της 28/1/1996, αντιληφθήκαμε τον τρόπο, με τον οποίο γράφονταν τα Ελληνικά “Ιερογλυφικά” και οι Γραμμικές Γραφές Α και Β.

Διαβάζοντας την επιγραφή αυτή και πριν αντιληφθούμε, ότι ενδιάμεσα των δύο γυναικών στην παράσταση της σφενδόνης, υπήρχε ιερογλυφικό, είχαμε τη λέξη sa-re.
Η λέξη προέρχεται από τη λέξη “σαρίρ” που είναι (κατά τον Ησύχ. στους Λάκωνες) «κλάδος φοίνικος». Πράγματι το πρώτο ιερογλυφικό sa βρίσκεται και σχηματίζεται από τα φύλλα στην κορυφή ενός κλαδιού φοίνικα, τον οποίο κρατά η αριστερή, όπως κοιτάζομε το δακτυλίδι, γυναίκα.
Έχομε, λοιπόν, χρήση της πρώτης συλλαβής της λέξης με την οποία ονόμαζαν το φοίνικα και με την εικόνα του να παριστάνεται σ’ αυτήν την περίπτωση το συλλαβόγραμμα sa. Αργότερα, βλέποντας, και το τρίτο ιερογλυφικό, διαβάσαμε την λέξη, sa-ko-re ή ζά-κο-ρε. Ζάκορος, όμως λέγεται αυτή που φροντίζει το ναό, και εδώ σε δυϊκό αριθμό, χαρακτηρίζει τις δύο γυναίκες του δακτυλιδιού.
Έχοντας αυτή την εμπειρία από αυτό το δακτυλίδι, και αφού ήδη είχαμε διαβάσει και μεταφράσει πάρα πολλές πινακίδες αδιάβαστες και αμετάφραστες μέχρι τώρα, Γραμμικής Α και Β, το δίσκο της Φαιστού, τις πελασγικές επιγραφές από τη Λήμνο, την Σαμοθράκη και την Πραισό και τα Ιερογλυφικά σε δεκάδες σφραγίδες, σφραγίσματα και αντικείμενα προερχόμενα από την Κρήτη, την Πελοπόννησο, την ηπειρωτική Ελλάδα και το Αιγαίο, αρχίσαμε να κάνομε διάφορες σκέψεις για την προέλευση των ιερογλυφικών της Κρήτης και της Πελοποννήσου.

Γνωρίζοντας ότι όλες αυτές οι γραφές αποτυπώνουν την αρχαία ελληνική στις κατά τόπους διαλέκτους, αρχίσαμε να εξετάζομε, ένα ένα, τα ιερογλυφικά και κατ’ επέκταση τα συλλαβογράμματα της Γραμμικής Α και Β.

Παρατηρήσαμε ότι χωρίς την ύπαρξη της Αρχαϊκής ελληνικής δε θα υπήρχε καμμία από αυτές τις γραφές, όπως τις βλέπομε, οι οποίες μάλιστα χρησιμοποιούνταν όλες μέχρι και τους ελληνιστικούς χρόνους.
Έτσι στη Γραμμική Β έγιναν γνωστά από το Βέντρις, και με άλλο τρόπο, μόνο αυτά τα συλλαβογράμματα τα οποία προέρχονται από λέξεις ελληνικές, κοινές στις διάφορες διαλέκτους.
Αυτό μας κάνει να συμπεράνομε, ότι τα ιερογλυφικά είναι χιλιάδες, όσα και τα αντικείμενα που βλέπει το ανθρώπινο μάτι, και εάν υπολογίσουμε και τις διαλέκτους, τότε η φωνητική αξία κάθε συλλαβογράμματος είναι πολλαπλάσια, αφού με την ίδια εικόνα αποδίδονται αρκετές φωνητικές αξίες. Επίσης έχομε και το αντίστροφο, ότι ένα συλλαβόγραμμα παριστάνεται με αρκετές εικόνες λόγω της πληθώρας, των ονομασιών των αντικειμένων που αρχίζουν με το ίδιο συλλαβόγραμμα.
Έχοντας, λοιπόν, μπροστά μας την πλουσιότερη σε λέξεις γλώσσα του κόσμου, είναι αδύνατον να βρούμε, πόσες χιλιάδες είναι τα ιερογλυφικά και τα συλλαβογράμματα γραμμικής Α και Β.
Το μεγάλο πρόβλημα βρίσκεται στα κυπριακά συλλαβογράμματα τα οποία, εκτός των καθαρά Ελληνικών λέξεων, προέρχονται και από λέξεις άλλων γλωσσών της ανατολικής Μεσογείου, τις οποίες έχει αφομοιώσει η κυπριακή ελληνική διάλεκτος, λόγω της μεγαλύτερης επικοινωνίας των Κυπρίων με χώρες και λαούς γειτονικούς προς αυτούς αλλά και λόγω των κατακτητών, που βρίσκονταν, σε διάφορες περιόδους των “προϊστορικών χρόνων”, στο νησί.

Μερικές από τις προελεύσεις των συλλαβογραμμάτων βλέπομε παρακάτω. 
Γράφομε πρώτα το συλλαβόγραμμα με το λατινικό αλφάβητο, ακολουθεί η περιγραφή του σχεδίου του στα ιερογλυφικά ή στις Γραμμικές γραφές, στις οποίες το συναντούμε, μετά η λέξη της Αρχαίας ελληνικής, της οποίας αποτελεί την πρώτη συλλαβή, και η μετάφραση στα νέα Ελληνικά (κάθε λέξη του κειμένου που ακολουθεί έχει αντιγραφεί από λεξικά):
01. mo = στα ιερογλυφικά κεφάλι μόσχου. Μό-σχος = 1.(γενικά) το νεογνό οποιουδήποτε ζώου. 2. ο νεαρός ταύρος του οποίου τη μορφή πίστευαν ότι έπαιρνε ο Θεός ’πις. (« ο δε ’πις γίνεται μόσχος εκ βοός », Ηροδ.). 3.(το θηλ.) η μόσχος. δαμάλι, νεαρή αγελάδα.
02. ko = Ν70 στη Γρ.Β, βλέπομε τον καρπό τού κόλιανδρου = κό-λιανδρο
03. ja = Ν57 στη Β, και σχέδιο πόρτας ή σκαλοπατιών στα “ιερογλυφικά” ζά-βατος= διαβατός, η διάβαση, τα σκαλοπάτια.
04. ke = σχέδιο σφυροπέλεκυ στα ιερογλυφικά > κέ-αρνον= εργαλείο του ξυλουργού και του βυρσοδέψη. Επίσης το συναντούμε στην Γραμμική Β με το Ν19.
05. sa = Ν31 στην Β, κλαδί με καρπούς σησαμιού > σά-αμον= λακωνικός τύπος του σήσαμον.
06. ki = Ν67 στη Β, σχέδιο κανάτα > κύ-λιξ = κατά τον Ησύχιο 1.στάμνα. 2.βόδι με ανεστραμμένο το ένα κέρατο.
07. ni = Ν30 στη Β, σχέδιο σύκου > νι-κύλεα = στην Κρήτη είδος σύκων.
08. I = σύμβολο, πόδι στα ιερογλυφικά > ί-θμα = τα πόδια, ίχνη, πατήματα, βήματα.
09. ra = σχέδιο πουλιού σαν πελεκάνος, στα ιερογλυφικά > ρά-μφιος = ο πελεκάνος, αλλά και (κατά τον Ησύχιο) ράφοι = όρνεις τινές. Επίσης λα-ιός= το πουλί πετροκότσυφας.
10. ra και la =Ν60 στη Β. Στη Γραμμική Α έχομε το σχέδιο αρότρου. Ετσι το συλλαβόγραμμα -la- προέρχεται από τη λέξη λα-ίον= το υνί του αρότρου. Με το ίδιο σχέδιο παριστάνεται το όσπριο λαθούρι, το οποίο στα αρχαία ελληνικά λέγεται λά-θυρος. Δίνει δηλαδή τα δύο πρώτα γράμματα της λέξης στο συλλαβόγραμμα la.
11. te = Ν4 στη Β, σχέδιο κλαδιού φτέρης ή δικότυλου τεύκριου > τε-ύκριον= το φυτό χαμαίρωψ. Εκτός όμως από αυτά, δυνατόν να προέρχεται και από την λέξη, τε-ρέβινθος= (κατά τον Ησύχ.) φυτό όμοιο με το λινάρι από το οποίο κατασκεύαζαν οι Αθηναίοι αλιευτικές ορμιές. Το τεύκριον ως φαρμακευτικό πολυετές φυτό αποκαλείται και κρητικό, έχει όμως άλλη ονομασία “πόλιον”, λόγω του χρώματος του άνθους του, δηλαδή το λευκό ή υπόλευκο. Το ίδιο σχέδιο συναντούμε στην Γραμμική Α και στα ιερογλυφικά, στα οποία παριστάνει το όσπριο λούπινο. Το όσπριο αυτό στα αρχαία ελληνικά, λέγεται θέ-ρμος (τέρμος) και δίνει στο συλλαβόγραμμα την πρώτη συλλαβή από το όνομα του. Θέ-ρμος= είδος όσπριου, χρησίμευε ως αντίδοτο κατά της μέθης. Βλέπομε, ότι το συλλαβόγραμμα έχει προέλθει από όμοια φυτά, τα οποία μπορεί να παραστήσει σαν εικόνα.
12. ta = σχέδιο ζυγαριάς στην Γραμμική Α, και μαστάρια στα ιερο-γλυφικά > τά-λαντον = ζυγαριά, πλάστιγγα, οι δίσκοι της ζυγαριάς.
13. ma = στα ιερογλυφικά, σχήμα κεφαλής γάτας ή σκύλου ή οχτώσχημης ασπίδας > μά-γιν = (κατά τον Ησύχ.) ασπίδα.
14. ma = Το σχέδιο σκύλου στα ιερογλυφικά, πρέπει να αναφέρεται στη λέξη Μα-ίρα= προσωνυμία της Εκάβης που μεταμορφώθηκε σε σκύλο.
15. ku = Ν81 στη Β, σχέδιο στις Γραμμικές Α και Β πουλιού, που πετά > κυ-κνίας= είδος αετού όμοιου στη λευκότητα με τον κύκνο. Το ίδιο σχέδιο δίνεται στο όσπριο, κουκιά άσπρα. Στα Αρχαία ελληνικά το κουκί λέγεται κύ-αμος, και το συλλαβόγραμμα προέρχεται από την πρώτη συλλαβή αυτής της λέξης.
16. ro = Ν68 σχέδιο σαν το μουσικό όργανο στην Γραμμική Β, το οποίο περιγράφεται πιο κάτω από τον Πλούταρχο > ρό-πτρον= μουσικό όργανο των Κορυβάντων, ρόμβος («ρόπτρα βυρσοπαγή και κοίλα περιτείνοντες ηχείοις χαλκοίς», Πλουτ.)
17. ma = Ν80 το σχέδιο που στη Γραμμική παριστάνει το μαλλί (προβάτου), αλλά μάλλον είναι έμμεση αναφορά αφού στην πραγματικότητα είναι σχέδιο από δύο κοτσίδες μαλλιών > μά-λιον = κοτσίδα, βόστρυχος. Φυσικά έχουν χαρακτηρίσει το σχέδιο ως μαλλί, επειδή αναφέρεται σε πινακίδες προβάτων, που είναι το έριο, το τρίχωμα, και ειδικά των προβάτων.
18. qi = Ν21 χι=ένα σχήμα που μοιάζει με το χαρακτηριζόμενο στη Γραμμική και στα ιερογλυφικά ως κατσίκα. > χί-μαιρα= 1.γίδα, κατσίκα. 2. (ειδικά) χρονιάρικη γίδα, βετούλα, που προσφερόταν πριν από τη μάχη ως θυσία στην Αγροτέρα ’ρτεμη. 3.άγρια γίδα, αγριοκάτσικο. κ.λπ.
19. tu = Ν69 στη Β. Σχέδιο στη γραμμική τσαμπιού σταφιλιού και στα ιερογλυφικά με το σχέδιο του κρασιού. Προέρχεται έμμεσα από λέξη, που αφορά το Διόνυσο, όπως π.χ. α) θυ-ία= γιορτή του Διονύσου β) θυ-νάται= (κατά τον Ησύχ.) ευωχείται. Υπάρχουν και πολλές άλλες λέξεις με το θύρσο που ενθυμίζει διoνυσιακές τελετές.
20. pu = Ν29 σχέδιο κουκιάς ανθισμένης στις Γραμμικές > πύ-αμος και λακων. τύπος πού-ανος = οι κύαμοι, τα κουκιά.
21. i = Ν28 στη Β, στις Γραμμικές σχήμα ρόκας > η-λακάτη= η ρόκα= το όργανο με το οποίο κλώθουν το μαλλί, το μπαμπάκι, και ένα από τα είδη της έχει τρία ή τέσσερα διχάλια στην κορυφή. Με το ίδιο σχήμα παριστάνεται το όσπριο παπούλες, που στα Αρχαία ελληνικά λέγεται ι-άλιον, και δίνει στο συλλαβόγραμμα το πρώτο γράμμα της ονομασίας.
22. i = σχέδιο καρφιού στα ιερογλυφικά > η-λάριον= μικρό καρφί, καρφάκι.
23. wu = στα ιερογλυφικά, σχέδιο ανθρώπου που σκύβει και κάνει κάτι με αξίνα φυ-τευτής= αυτός που σκαλίζει, ιδίως λαχανικά ή σπαρτά, σκαλεύς.
24. e = Ν38 στη Β, στα ιερογλυφικά σχέδιο μυτερής γραφίδας ή μυτερό σίδερο που εφαρμόζεται στο πόδι και διευκολύνει την αναρρίχηση > ε-γκεντρίδα= 1.είδος γραφίδας που κατέληγε σε αιχμηρή άκρη. 2.κομμάτι σίδερο με μυτερή άκρη που εφαρμοζόταν στο πόδι και διευκόλυνε την αναρρίχηση.
25. wa = Ν54 στις Γραμμικές και στα ιερογλυφικά παριστάνεται με σχέδιο που λένε ότι είναι ύφασμα και πράγματι έτσι είναι > φα-ρεός ή φά-ρος= μεγάλο κομμάτι υφάσματος, αλλά και ύφασμα, με το οποίο κάλυπταν τους νεκρούς, σάβανο.
26. u = το Ν10 στις Γραμμικές παριστάνει πηδάλιο πλοίου και στα ιερογλυφικά κυρτή βέργα όπως το μπαστούνι. Έτσι, έχομε, στις Γραμμικές: ύ-αξ= (κατά τον Ησύχ.) το πηδάλιο. Στα ιερογλυφικά: ύ-βος= κυφός, καμπούρης και ύ-βωση= κύρτωση, καμπούριασμα.
27. nau = στα ιερογλυφικά πλοίο, του οποίου το μισό υπάρχει στη Γραμμική Α και Β με Ν 86, και πιθανή την ίδια συλλαβική αξία. Ναυ-ς= (γενικά) πολεμικό πλοίο, έμβλημα στον θυρεό που εικόνιζε αρχαϊκό πλοίο.
28. ti =Ν 37 στη Β. Στις Γραμμικές και στα ιερογλυφικά, σχέδιο τρίποδα >τι-βήν= ο τρίποδας. Τίβηνος= (κατά τον Ησύχιο) λέβης, τρίπους.
29. nu = στις Γραμμικές και ειδικά στη Γραμμική Β, σχέδιο όμοιο με εσοχή στον τοίχο που περιείχε άγαλμα > νύ-φη ή νύ-μφη = εσοχή σε σχήμα αχιβάδας η οποία περιείχε άγαλμα ή τρίποδο ή κάτι παρόμοιο και η οποία υπήρχε στον τοίχο του ναού ή οικίας, θύρωμα.
30. ai = ένα σχέδιο, το Ν43 της γραμμικής Β, που αν το προσέξομε αποτελείται από θρινί που λιχνίζει > αί-νω = κοσκινίζω, λιχνίζω, ξεχωρίζω την ήρα από το σιτάρι.
31. ru = Ν26 στη Γραμμική Β, αλλά συναντάται στα ιερογλυφικά και στη Γραμμική Α. Γραμμικό σχέδιο ρυτού σε σχήμα κεφαλής ταύρου > ρυ-τόν= 1.είδος ποτηριού ή αγγείου σε σχήμα ζώου, όπως λ.χ. βοδιού, ελέφαντα ή και προσώπου. 2.Μινωικό ή μυκηναϊκό αγγείο με παρόμοια χαρακτηριστικά.
32. qa = στη Γραμμική Α έχει σχήμα κουρουπωτού ποτηριού σαμπάνιας με δύο αυτιά και ψηλό πόδι με βάση >κα-νθαρος = είδος ποτηριού που μοιάζει με κάραβο, επειδή φέρει τα αυτιά = κερασφόρος κάνθαρος.
33. me = το Ν13 της Γραμμικής Β το οποίο συναντούμε με παρόμοιο σχέδιο στην Γραμμική Α και στα κρητικά ιερογλυφικά με κεφάλι κριού που φέρει κέρατο και γένι κάτω από σαγόνι > μέ-θλην = (κατά τον Ησύχ.) «τόν άρνα». Αρνός= αρνί, αμνός (άρρην ή θήλυς), γενικά πρόβατο και, όπως μεταφράζει ο Ησύχιος, αρσενικό. Δηλαδή, κριάρι.
34. pe = το Ν72 της Γραμμικής Β, με σχήμα τριγώνου που έχει οπή στη μέση > πε-ριγώνιον= (στον πληθ.) τα περιγώνια. τα εργαλεία του κτίστη.
35. pa = Το Ν3 της Γραμμικής Β ,το οποίο συναντούμε και στις δύο άλλες γραφές.
Έχει σχήμα γραμμής με δύο καθέτους επαυτής σαν διπλός σταυρός, με το όποίο παριστάνεται το όσπριο φακή, που λέγεται φά-κος.
Φάκος= το φυτό και ο καρπός, όστις ετρώγετο κατά τας κηδείας.

PAGAN http://giosxx.blogspot.com

Posted in Books | Tagged , , , , , , , | Leave a comment

GNO-O-SIS / KNO-W-SIS IS P-H(F)-IR-E / P-YR 7

(BEING CONTINUED FROM  10/10/17)

As the above examples indicate, the magistrates of the Republic took action from
time to time to limit the presence and activities of foreign ritual specialists, sometimes
with grotesque consequences. Such persons and, more importantly for our discussion,
their texts were destroyed by the state, in at least one instance by burning them in a
highly public ceremony. In this manner, the Senate and officials asserted their authority
over religious issues.63 Their successors during the empire, beginning with Augustus,
would continue in similar fashion.

Augustus Burns Prophetic Books as Pontifex Maximus
After the battle of Actium in 31 B.C.E., and after more than a century of civil war,
Octavian, the grand-nephew and heir of Julius Caesar, consolidated his power and began
to restore stability to Roman political and civil life. By 27 B.C.E. Octavian officially
“restored the Republic” by returning control of the State to the Senate and people of
Rome.64 In reality, Octavian retained a number of special privileges and political offices,
as well as enormous wealth, which allowed him to maintain control over the Roman army  and thus the whole Roman world. Thenceforth, Rome would be ruled by emperors. For  his “restoration,” Octavian was awarded the new name Augustus by the Roman Senate.

He presented himself in his actions and in images and public works as a model of pietas.
Augustus’s concern for religious and moral issues, as well as his careful
manipulation of religious symbols, is well known.65 In keeping with his predecessors,
Augustus was keen to preserve what he felt to be truly Roman. To this end, the emperor
built many temples and restored many others; he also revived archaic rites that had
lapsed, such as the Secular Games in 17 B.C.E., and filled traditional priestly offices that
had long been vacant.66 According to Alan Wardman, in Augustus’s revival of archaic
practices, “[p]eople were able to see the ceremonies of the past again, not just from
curiosity but to confirm their sense that a period of disorder and conflict had come to an
end.”67 These spectacles had the social and political function of uniting the Roman
people.

The culminating period of Augustus’s program of restoring Roman religion
occurred around the time he assumed the one priestly office he had long coveted, pontifex maximus.68

It was during this period that some of the greatest and most ideologically
meaningful monuments of the Augustan period were unveiled, such as the Ara Pacis and
the solarium Augusti, a huge sundial constructed in the Campus Martius, the largest ever
built.69 Both featured Augustus as pontifex maximus prominently. Although the pontifex
maximus had been the leading and most influential member of the college of pontifices
during the middle Republic and following, by Augustus’s assumption of this particular
priesthood and his uniting it with the other powers he held as princeps, the pontifex
maximus took on the role of a ‘high priest’ for Roman state religion. Later emperors
continued to assume this priestly office through the fourth century C.E.70
Suetonius reports that the first official act of Augustus upon assuming this office
in 12 B.C.E. was to burn publicly in the forum more than 2,000 divinatory texts in Greek
and Latin.71 Although both Bowersock and Wardman overlooked the incident,Augustus’s burning of prophetic texts can be seen in this same light, a deliberate attempt to revive a by then venerable Roman ceremony and to bring it to life for the purpose of restoring social harmony.

Unfortunately, Suetonius does not record how these prophetic texts were burned, or by whom it was carried out. Presumably Augustus himself would
have been present on the occasion. It could have been carried out in the manner of the
bookburning of 181 B.C.E., given Augustus’s interest in reviving ancient rituals, but no
further details have survived. Earlier, as Suetonius also explains, Augustus had taken
steps to conserve the Sibylline oracles and even later added some of these confiscated
prophetic texts to this collection.72
Some scholars, like David S. Potter, have suggested that these books may have
come from a number of chresmologoi or “oracle mongers,” who were rounded up and
their books seized.73 The writings of inspired prophets, such as the Sibyl, whom we have
already mentioned, and other figures such as Orpheios, Musaios, Bakis, and Epimenides,
appear to have been circulating in Greece at least as early as the sixth century B.C.E.74

Unlike these prophetic figures, most chresmologoi did not present themselves as
divinely inspired, but rather as dealers and sellers of authentic prophetic texts, although
the categories of purveyors, interpreters, and creators of prophetic writings do seem to
have overlapped.75 These individuals, known in Latin by such terms as vates, prophetes,
and harioli, and their prophetic and oracular books were “a feature of the literary
environment of the Roman empire,” and like the other occult religious texts mentioned
above they offered solace and inspiration to their readers. What made them dangerous is
that they could be used to interpret contemporary events and to foretell, for example, the
time of the emperor’s death or the identity of his successor. For these reasons, it was
necessary for the emperor to be in control of “authentic” prophecy.
Later emperors followed this precedent of seizing and destroying occult religious
books and punishing those who made, sold, or used them.76 The evidence for the later
Principate records the occurrence of no other bookburnings, but the treatment of such
practices in this period clearly differed little from the third and second centuries B.C.E.
Especially during periods of political or social crisis, the emperors took action to expel or
otherwise punish religious specialists who were seen to be a danger to society, or even to
the emperor himself. In this manner, Augustus, Tiberius, and later emperors expelled diviners and astrologers from Rome on some seven occasions during the first century
C.E. and held numerous trials of astrologers and their clients who were accused of
attempting to ascertain the future of the emperor or the identity of his successor.77
Likewise, sorcery or magic became a crime punishable by the most extreme penalties.78
Later emperors continued to periodically round up prophetic texts as well.79

Conclusions
As this section has highlighted, the rulers of the Republic and early Empire felt a
strong need to preserve and uphold what they took for their ancestral religious traditions,while at the same time allowing for change in religious practices, especially if these could be linked to earlier precedents or through existing means of introducing innovations, such as the Sibylline Books. In this manner, the arbiter of religious change remained the state.
When religious innovations surfaced at Rome rather than being called in by some sort of
official invitation, the Roman government at times reacted with harsh measures to defend society from activities and beliefs perceived as subversive or dangerous to traditional practices, which they were duty-bound to protect. For this reason, various occult religious texts came to be collected up from their owners from time to time from as early  as the late third century B.C.E. Little more than thirty years later, by 181 B.C.E., such books were not only rounded up by the authorities, they were burned in a public
ceremony.
From this incident, the very earliest of any sort recorded in Roman history, a
number of the key features of bookburning become discernible: similar to public
executions, bookburning was a spectacle that forcefully exhibited the power of the
Roman State to determine the content of important aspects of private life and behavior,
including prohibiting practices that were regarded as dangerous to traditional religion.
The location of bookburnings in highly public and symbolic places, such as Rome’s
comitium, and the care taken to perform bookburnings “in sight of the people” highlights
the aspect of spectacle evident in the earliest incidents. Also like public executions,
bookburning was a religious ritual. The role played by sacrificial attendants and Roman
political-religious authorities suggests that the burning of the texts had a deeply
meaningful religious significance for the performers of bookburning as well as witnesses.
Now that we have examined several early incidents of bookburning and seen the act from the perspective of the Roman government, who sanctioned and performed it
from at least as early as the middle Republic and following, the next section will turn to
the books themselves and the authors who wrote them and the communities who utilized them for religious purposes. By briefly looking at the creators and users of occult
religious texts, we may come to understand more clearly the importance of these religious writings to their practices and, in so doing, perhaps how burning them could have been perceived by their victims.

(TO BE CONTINUED)

Presented in Partial Fulfillment of the Requirements for
The Degree Doctor of Philosophy in the Graduate
School of The Ohio State University
By
Daniel Christopher Sarefield, M.A.

NOTES

63 So argues Mary Beard, John North, and Simon Price, Religions of Rome, Volume 1: A
History, 87–108; John A. North, Roman Religion, 54–62; Eric Orlin, “Why a Second
Temple for Venus Erycina?” 70–90.
64 Res Gestae 34.

65 See J.H.W.G. Liebeschuetz, Continuity and Change in Roman Religion (Oxford:
Clarendon Press, 1979), 55–100; Paul Zanker, The Power of Images in the Age of
Augustus, trans. Alan Shapiro. (Ann Arbor, MI: University of Michigan Press, 1988); and
G.W. Bowersock, “The Pontificate of Augustus,” in Between Republic and Empire:
Interpretations of Augustus and His Principate, Kurt A. Raaflaub and Mark Toher, eds.
(Berkeley, CA: University of California Press, 1990), 380–94, at 382.
66 On Augustus’s construction and rededication of temples, see his Res Gestae, 20, and
Liv. 4.20.7.
67 See Alan Wardman, Religion and Statecraft among the Romans (London: Granada,
1982), 63–79, at 75.

68 The pontificate had been held by M. Aemilius Lepidus, one of Augustus’s triumviral
partners, since the 40s B.C.E. and, although Lepidus had fallen from power and had been
living in seclusion in Circeii, Augustus was unwilling to strip him of this office. When
Lepidus died in 13 B.C.E., Augustus gladly took it for himself.
69 On these imperial monuments, See G.W. Bowersock, “The Pontificate of Augustus,”
383–94.
70 Concerning this priesthood, Bowersock explained “[n]othing is more consistently or
ostentatiously paraded by the Roman emperors apart from their tribunician power.”
G.W. Bowersock, “The Pontificate of Augustus,” 381.
71 Suetonius, Div. Aug. 31: quidquid fatidicorum librorum Graeci Latinique generis nullis vel parum idoneis auctoribus vulgo ferebatur, supra duo milia contracta undique cremavit ac solos retinuit Sibyllinos, hos quoque dilectu habito; condiditque duobus forulis auratis sub Palatini Apollinis basi.
72 On the date, see H.W. Parke, Sibyls and Sibylline Prophecy, ed. B.C. McGinn.
(London: Routledge, 1988), 149, n. 11.
73 David S. Potter, Prophets and Emperors: Human and Divine Authority from Augustus
to Theodosius (Cambridge, MA: Harvard University Press, 1994), 95.
74 See Hdt. 7.6.3; and see H.W. Parke, Sibyls and Sibylline Prophecy, 174–89. On
Orpheios, see Albert Henrichs, “Hieroi Logoi and Hierai Bibloi: The (Un)Written
Margins of the Sacred in Ancient Greece,” HSCP 101 (2003), 212–16; and W.K.C.
Guthrie, Orpheus and Greek Religion: A Study of the Orphic Movement (Princeton, NJ:
Princeton University Press, 1952).

75 David S. Potter, Prophets and Emperors: Human and Divine Authority from Augustus
and Theodosius, 95, and 243, n. 98.
76 On these incidents, see especially Frederick H. Cramer, “Expulsion of Astrologers
from ancient Rome,” passim. For example, the emperor Vitellius (69 C.E.) employed the
imperial edict to expel astrologers and anonymous pamphleteers (booksellers) from
Rome and Italy. See Tac. Hist. 2.62; Suet. Vitellius 14.4; Dio Cassius 63 (65) 1.4; 65
(66) 9.2.

77 See Frederick H. Cramer, Astrology in Roman Law and Politics, 81–145.
78 See Section 2.2, below.
79 Tiberius, for example, investigated after books of prophecy in 19 C.E. See Dio Cassius
57.18.5.

Posted in PHILOSOPHICAL THEMES | Tagged , , , , , , | Leave a comment

Ο ΡΟΔΟΚΗΠΟΣ ΤΩΝ ΦΙΛΟΣΟΦΩΝ

“ΜΕΤΡΟ ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ ΕΙΝΑΙ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ”                                                                           Πρωταγορας ο Αβδηριτης

«Ομπρός, βοηθάτε να σηκώσουμε τον ήλιο πάνω από την Ελλάδα, ομπρός βοηθάτε να σηκώσουμε τον ήλιο πάνω από τον κόσμο!

Tι ιδέτε, εκόλλησεν η ρόδα του βαθιά στη λάσπη,
κι ά, ιδέτε, χώθηκε τ’ αξόνι του βαθιά μες στο αίμα!
Ομπρός παιδιά, και δε βολεί μονάχος του ν’ ανέβει ο ήλιος, σπρώχτε με γόνα και με στήθος, να τον βγάλουμε απ’ τη λάσπη, σπρώχτε με στήθος και με γόνα, να τον βγάλουμε απ’ το γαίμα.

Δέστε, ακουμπάμε απάνω του ομοαίματοι αδερφοί του!
Ομπρός, αδέρφια, και μας έζωσε με τη φωτιά του
ομπρός, ομπρός κ’ η φλόγα του μας τύλιξε, αδερφοί μου!»

“Ομπρός, οι δημιουργοί… Την αχθοφόρα ορμή Σας
στυλώστε με κεφάλια και με πόδια, μη βουλιάξει ο ήλιος!

Βοηθάτε με και μένανε αδερφοί, να μη βουλιάξω αντάμα! Τι πια είν’ απάνω μου και μέσα μου και γύρα
τι πια γυρίζω σ’ έναν άγιον ίλιγγο μαζί του!

Χίλια καπούλια ταύροι του κρατάν τη βάση
δικέφαλος αητός κι απάνω μου τινάζει
τις φτέρουγές του και βογγάει ο σάλαγός του
στην κεφαλή μου πλάι και μέσα στη ψυχή μου
και το μακρά και το σιμά για με πια είν’ ένα!
Πρωτάκουστες, βαριές με ζώνουν Αρμονίες!

Ομπρός συντρόφοι βοηθάτε να σηκωθεί, να γίνει ο ήλιος Πνέμμα! Σιμώνει ο νέος ο Λόγος π’ όλα θα τα βάψει στη νέα του φλόγα, νου και σώμα, ατόφιο ατσάλι.

Η γη μας αρκετά λιπάστηκε από σάρκα ανθρώπου!
Παχιά και καρπερά, να μην αφήσουμε τα χώματά μας
να ξεραθούν απ’ το βαθύ τούτο λουτρό του αιμάτου
πιο πλούσιο, πιο βαθύ κι απ’ όποιο πρωτοβρόχι!

Αύριο να βγει ο καθένας μας με δώδεκα ζευγάρια βόδια, τη γην αυτή να οργώσει την αιματοποτισμένη.
Ν’ ανθίσει η δάφνη απάνω της και δέντρο της ζωής να γένει, και η Άμπελό μας ν’ απλωθεί ως τα πέρατα της Οικουμένης.

Ομπρός, παιδιά, και δε βολεί μονάχος του ν’ ανέβει ο ήλιος. Σπρώχτε με γόνα και με στήθος, να τον βγάλουμε απ’ τη λάσπη, σπρώχτε με στήθος και με γόνα, να τον βγάλουμε απ’ το γαίμα, σπρώχτε με χέρια και κεφάλια, για ν’ αστράψει ο ήλιος Πνέμμα!»

Απόσπασμα από το “Πνευματικό Εμβατήριο” του Άγγελου Σικελιανού….

 

Ο Ροδόκηπος των Φιλοσόφων”, Αστική μη Κερδοσκοπική Εταιρεία.

Γενόμενη αντιληπτή η κραυγή αγωνίας πριν την έκφρασή της, αφουγκραζόμενοι σχεδόν προφητικά την επερχόμενη καταιγίδα, ξεκινήσαμε να οργανώσουμε έναν φορέα κοινωνικής αρωγής πρώτιστα, πριν σχεδόν 2,5 χρόνια (την άνοιξη του 2009). Βρισκόμενοι στην καμπή της μεγάλης αλλαγής των εποχών, κληθήκαμε – και αποδεχθήκαμε – να εργαστούμε για την ομαλή μετάβαση στην εποχή που ανατέλει. Γνωρίζουμε ότι, ευήκοοι στο κάλεσμα είναι και άλλοι – όχι πολλοί αλλά εκλεκτοί – οι οποίοι αλληλοαναγνωριζόμενοι συνέρχονται κάποια στιγμή σε κοινή πορεία και δράση, ως καθάρια ρυάκια που δυναμώνουν αφάνταστα το μεγάλο ρεύμα της αλλαγής. Ο αγώνας που χρειάζεται να τελεστεί είναι πολύπλευρος, καθώς πολλές πλευρές της κοινωνίας νοσούν αφάνταστα. Η αρρωγή που ζητείται από τους ανθρώπους, δεν περιορίζεται μόνον στον υλικό τομέα, αλλά η κοινωνία διψά για ανθρωπιά, για παιδεία, για αλληλοβοήθεια και αλληλοσυμπόρευση.

Η ανθρωπότητα, καθώς οδεύει προς γενική καταστροφή, συνειδητοποιεί την αδιέξοδη πορεία και αποζητά την μεγάλη αλλαγή, που θα εξυγιάνει το περιβάλλον και θα αποκαταστήσει την χαμένη ισορροπία στην Φύση. Η παρέκλιση από το μέτρο ενεργοποίησε την Νέμεση. Η σύνθεση της αγνής φυσικής διαβίωσης με την σώφρονα επιστήμη, θα μας ξανακάνει κύριους του εαυτού μας από υπηρέτες – αν όχι δούλους – της ανισόρροπης τεχνολογίας. Η επιστήμη χωρίς αρετή κατάντησε πανουργία που καταδυναστεύει τον άνθρωπο, δηλητηριάζοντας παράλληλα το σώμα, την ψυχή και τον νου του. Η στροφή στα δώρα της Μητέρας Φύσης που μας χαρίζει απλόχερα, είναι πλεον επιτακτική ανάγκη για να απαλειφθεί η νόσος από κάθε επίπεδο και από κάθε πεδίο. Ξεκινάμε με δράσεις στην αλληλοκάλυψη των υλικών αναγκών, προχωρόντας παράλληλα στην καλλιέργεια και ανάπτυξη αγαθών που θα καλύψουν και θα εξυγιάνουν τις ανθρώπινες ανάγκες και προσμονές σε κάθε επίπεδο.

Προχωράμε συντονισμένοι με την κοσμική θέληση, πεπεισμένοι ότι θα συναντούμε στην πορεία πολλούς ανιδιοτελείς αφιερωμένους συνεργάτες στο “καλό έργο”. Αληθινούς συνεργάτες στο ανθρωπιστικό έργο της Γνώσης και της Ελευθερίας.

Σύμφωνα με το Καταστατικό ίδρυσης της Εταιρείας, ουσιαστική μέριμνα του “Ροδόκηπου των Φιλοσόφων” που αποτελεί την πυξίδα για κάθε του δράση, είναι η συμπαράσταση στον κάθε συνάνθρωπό μας με την συνδρομή κάθε δυνατής παροχής και ενέργειας, η οποία θα συνέβαλε στην επίλυση των προβλημμάτων του και στην βελτίωση της ζωής του.

Συνεπής στην ανθρωποκεντρική φιλοσοφία, σύμφωνα με την οποία ο άνθρωπος απαρτίζει την ανώτερη αξία και η ζωή του το πολυτιμότερο αγαθό, επίκεντρο των σκοπών, στόχων και δράσεων της Εταιρείας, είναι ο ένας, ο ξεχωριστός, ιδιαίτερος και μοναδικός, ο κάθε συνάνθρωπός μας, ανεξαρτήτως φυλής, φύλου, ηλικίας, ιδιαιτεροτήτων, πλούτου, μόρφωσης και πεποιθήσεων. Είναι το ειδεχθέστερο έγκλημα να εξαναγκάζεται κάθε ξεχωριστή ατομικότητα σε κανονιστικές συμπεριφορές και επιβεβλημένες δράσεις, τις οποίες μία εξουσιαστική νοοτροπία της ολιγαρχίας προσπαθεί να επιβάλει ως κανονικά πρότυπα.

Είναι η υπέρτατη ύβρις ενάντια στην ίδια την ζωή να θυσιάζεται μια ξεχωριστή ατομικότητα στον βωμό του δήθεν κοινωνικού συμφέροντος μιας κατεστημένης παγίωσης. Ο άνθρωπος, ο κάθε ξεχωριστός άνθρωπος, χρειάζεται να στηριχθεί και να βοηθηθεί από την κοινωνία, ώστε να καταφέρει να αναπτύξει και να εκδηλώσει την μοναδική του ξεχωριστή ιδιαιτερότητα, χωρίς ποτέ να απαιτηθεί από αυτόν οποιοδήποτε αντάλλαγμα.

Η μεγαλύτερη προσφορά που δύναται να κάνει ο καθένας προς την κοινωνία και την ίδια την ζωή, είναι να καταφέρει να πραγματοποιήσει τον δικό του μοναδικό και ξεχωριστό σκοπό της ζωής του, να καταφέρει να πραγματοποιήσει το δικό του προσωπικό όραμα, να δομήσει ουσιαστικά την δική του μοναδική ταυτότητα και όχι να την αποκτά ως προσωπείο μέσα από συγκεκριμμένα και παγιωμένα ιδεολογήματα.

«Κοίταξε – μας είπε [ο Καντ] – να ενεργείς και να αισθάνεσαι έτσι, ώστε ποτέ να μη μεταχειρίζεσαι τον άνθρωπο ως μέσον αλλά πάντοτε να τον έχεις σκοπό στις προθέσεις και στις πράξεις σου. Δεν έχω συναντήσει ως τώρα πιο υψηλόφρονη προτροπή, που να δείχνει τέτοιαν εμπιστοσύνη και τόσο σεβασμό στον άνθρωπο σαν άνθρωπο. Εάν τη μεταφέρουμε στο σχήμα του ορισμού και τη συσχετίσουμε με την παραπάνω ανάλυσή μας, θα έχουμε την εξής απλή και συνάμα βαρυσήμαντη φόρμουλα: «Άνθρωπος είναι το μοναδικό μέσα στο γνωστό μας σύμπαν ον που έχει το αναφαίρετο δικαίωμα να λογαριάζεται πάντοτε ως σκοπός και ποτέ ως μέσον».

Αυτή – θα παραδεχτούμε – είναι η γλώσσα του γνήσιου ουμανισμού. Κανένας «σκοπός», όσο ψηλά κι αν τον τοποθετήσουμε, με όσην αίγλη και αν τον περιβάλουμε, δεν μπορεί να δικαιολογήσει εκείνον που θα χρησιμοποιήσει τον άνθρωπο ως μέσον για την πραγματοποίησή του. «Μέσα για κάποιο σκοπό» μπορούν (και στην ανάγκη, επιβάλλεται) να γίνουν όλα τα όντα εκτός από ένα: τον άνθρωπο. Αυτός οφείλει να είναι, και δικαιούται να απαιτήσει να είναι, μόνο σκοπός.

Η αξία του δεν αντικατασταίνεται με τίποτα. Δεν μπορεί να αποτιμηθεί με καμιάν άλλη. Είναι το μέτρο των άλλων αξιών. Εκείνος λοιπόν που τον κατεβάζει από το υψηλό επίπεδο του απόλυτου «σκοπού» στο χαμηλό επίπεδο του σχετικού «μέσου», ή αυτός που αυτοκαταδικάζεται (από βλακεία ή ανανδρία) σε «μέσον προς άλλο σκοπό», αναιρεί, καταλύει, «σκοτώνει» τον άνθρωπο μέσα στον άνθρωπο. Μεγαλύτερη βλασφημία, βαρύτερο έγκλημα δεν υπάρχει.

Τα δικαιώματα όμως συνυφαίνονται με ισομεγέθεις ευθύνες. Να λογαριάζεσαι (από τους άλλους και από τον εαυτό σου) σαν άνθρωπος δεν είναι μόνο δικαίωμα, αλλά και ευθύνη. Το πρώτο μας αρέσει, το δεύτερο αποφεύγουμε να το ομολογούμε. Το «ως χαρίεν άνθρωπος» του αρχαίου ποιητή, έχει δύο όψεις, τη μια φανερή, την άλλη αφανή: – Τι χαριτωμένο πράγμα είναι να είσαι άνθρωπος! – Αλλά και τι βαρύ, τι ασήκωτο πράγμα είναι να είσαι άνθρωπος….»

“Η πιο επαναστατική αλλαγή στον 21ο αιώνα δεν θα προέλθει από την τεχνολογία, αλλά από μια καινούργια αντίληψη για το τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος”. (2)

“Εκείνο για το οποίο η δική μας γενιά θα μετανιώσει μία μέρα δεν θα είναι τόσο η σκληρότητα και οι αδικίες των κακών ανθρώπων, όσο η απαράδεκτη σιωπή των καλών”. (3)

(1) Παπανούτσος Ε., Η κρίση του πολιτισμού μας, εκδ. Φιλιππότη, Αθήνα 1994

(2) John Naisbitt, Αμερικανός συγγραφέας & μελλοντολόγος

(3) Μάρτιν Λούθερ Κινγκ

Η “Αυθεντική Μυστικιστική Ροδοσταυρική Αδελφότητα” που λειτουργεί κάτω από την αιγίδα του Ροδόκηπου των Φιλοσόφων, αναγγέλλει την έναρξη του νέου κύκλου εισδοχής ζηλωτών στην Αδελφότητα και την μύηση των στο βαθμό του “Νεόφυτου”. Η εισδοχή και συμμετοχή στην αδελφότητα, για τον καινούριο μυητικό κύκλο που θα ξεκινήσει στις αρχές του έτους 2018,  είναι δυνατή για τα εγγεγραμμένα   μόνον μέλη  του Ροδόκηπου των Φιλοσόφων και όσων καταστούν μέλη του έως την 31/12/2017. Η συμμετοχή στην Α.Μ.Ρ.Α. είναι δωρεάν, μη επιβαρυνόμενη με κανένα βάρος οικονομικό.

RODOKIPOS

Ο Ροδόκηπος αποτελεί ένα ’Οραμα Ψυχής, να μπορέσουμε να σωθούμε από ένα σύστημα Απάτης, Διαφθοράς και Εκμετάλλευσης, όπου ο καθένας μας υποφέρει με πολλαπλό τρόπο, είτε λόγω Υγείας, είτε λόγω έλλειψης κατάλληλης Παιδείας, είτε λόγω ενός προβληματικού κοινωνικο-πολιτισμικού περιβάλλοντος.

’Ολες αυτές τις προβληματικές περιοχές, προσπαθούμε στον Ροδόκηπο, να τις μεταλλάξουμε, έτσι ώστε μια μέρα να αξιωθούμε να πούμε, πως δημιουργήσαμε έναν Νέο Κόσμο, στον οποίο αξίζει να ζούμε, που δεν μας καταστρέφει και δεν τον καταστρέφουμε.

Προσπαθώντας να αποδείξουμε πόση δύναμη, έχει ο κάθε ’Ανθρωπος, να φέρει μία θετική αλλαγή, γύρω του, φέρνουμε θεραπείες σε μέχρι στιγμής, αποκαλούμενες ανίατες παθήσεις, ή πολύ δύσκολες παθήσεις, από τις οποίες συνάνθρωποι μας, ταλαιπωρούνται πάρα πολύ, και ακόμα ξοδεύουν πάρα πολλά χρήματα, χωρίς να βρίσκουν λύση πουθενά.

Αποδεικνύουμε λοιπόν, στο Ροδόκηπο, πως τα πάντα θεραπεύονται, τίποτα δεν είναι ανίατο, απλά είναι όλα θέμα χρόνου, και της κατάλληλης παιδείας και έρευνας, να φέρουμε όλες τις θεραπείες, όλες τις πραγματικές θεραπείες, διαθέσιμες σε όλο τον κόσμο, να θεραπευτεί, και να δυναμώσει, και με την σειρά του, να αγωνιστεί να βοηθήσει και τους συνανθρώπους του, γύρω του, να θεραπευτούν και εκείνοι.

Και πραγματικά, έχουμε δημιουργήσει ένα νέο Ανθρωπιστικό – Θεραπευτικό Κίνημα στο Ροδόκηπο.

’Οποιος θεραπεύεται, από τις αποκαλούμενες ανίατες παθήσεις, ή πολύ δύσκολες παθήσεις, παθαίνει κυριολεκτικά, σοκ, και νιώθοντας ευγνωμοσύνη, για το καλό που του έγινε, βοηθάει όλο τον κύκλο του να θεραπευτεί, έτσι ώστε να βρούμε όλοι μας την υγειά μας.

Και πολλοί πραγματικά ρωτάνε.

Γιατί ρε παιδιά, 5, 10, 20, 30, 40, ή ακόμα 50 χρόνια ταλαιπωρούμαι, έχω ψάξει όλο τον κόσμο, και στο εξωτερικό, και δεν υπάρχει πουθενά θεραπεία, αλλά απεναντίας κινδύνεψε η υγεία μου, και η ζωή μου, με τα επικίνδυνα σκευάσματα, που με τάιζαν?

Και απαντάμε προς όλους.

Τα συμφέροντα και η έλλειψη της κατάλληλης παιδείας, είναι οι δύο παράγοντες που εμποδίζουν την θεραπεία μας, σε όλους τους τομείς της ύπαρξης.

Εφόσον λοιπόν γνωρίζουμε και αποδεικνύουμε, πλέον την Αλήθεια, πως τα πάντα θεραπεύονται, απλά είναι θέμα χρόνου, να βρεθεί η κατάλληλη θεραπεία, μπορούμε να είμαστε πιο αισιόδοξοι, πως η Ελπίδα δεν χάθηκε, αρκεί κάποιοι ’Ανθρωποι, πάντα να αγωνίζονται και να διεκδικούν, έναν καλύτερο Κόσμο.

Και τότε ο Κόσμος, Μαγικά, κάθε μέρα θα γίνεται όλο και καλύτερος, κάθε μέρα θα γίνεται όλο και πιο όμορφος, και το ΦΩΣ και τα Χαμόγελα, θα επιστρέψουν πίσω σε όσους δεινοπάθησαν, και γονάτισαν, σε ένα σάπιο σύστημα.

Διότι αξίζουμε όλοι μας, να ζούμε καλύτερα!

PAGAN  http://www.ortf.gr/

Posted in Uncategorized | Leave a comment