ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ ΣΠΗΛΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ (α)

ΤΟ ΣΠΗΛΑΙΟ ΤΟΥ ΓΛΑ

Ένα φαινομενικά ασήμαντο άνοιγμα στο έδαφος, μας οδήγησε σε μερικές όμορφα στολισμένες αίθουσες που έμοιαζαν παρθένες, καθώς ο λεπτός -λευκός και κίτρινος- σταλακτιτικός διάκοσμος δεν είχε υποστεί ουδεμία ζημιά!

Στα βορειοατολικά της Κωπαΐδας, χτισμένη πάνω σε έναν απόκρημνο βράχο στον ανατολικό μυχό του τεκτονικού βυθίσματος της παλιάς λίμνης, βρίσκεται η μυκηναϊκή ακρόπολη της νησίδας του Γλα, ένα από τα σημαντικότερα έργα της Μυκηναϊκής περιόδου. Είναι η μεγαλύτερη ακρόπολη των μυκηναϊκών χρόνων, μεγαλύτερη και από τις ακροπόλεις των Μυκηνών και της Τίρυνθας. Γνωστή με το όνομα Γλας ή Γκλας (από το τουρκικό Γουλάς που σημαίνει πύργος-κάστρο) ή Παλαιόκαστρο, όνομα που επιβιώνει σήμερα στο διπλανό χωριό Κάστρο (Δήμος Ορχομενού, Νομός Βοιωτίας) που κατά την αρχαιότητα ονομαζόταν Κώπες.
Παρά την παλαιότητα της περιοχής, και βέβαια της ακρόπολης, κανείς δεν φαίνεται να γνώριζε ποτέ τίποτα για την ύπαρξη σπηλαίου εντός του περιβόλου. Το φαινομενικά άγνωστο και ανεξερεύνητο σπήλαιο, ανακαλύψαμε μαζί με τη Γεωργία Μπουρμπούλη τη Δευτέρα 19/5/2014 σε τυχαία επίσκεψή μας μέσα στον ανοικτό περίβολο των ερειπίων του Γλα. 

Καμία πληροφορία δεν έφτασε ποτέ ως εμάς πριν από την ανακάλυψη. Κατά την αναζήτηση που πραγματοποιήθηκε στη συνέχεια στο αρχείο της Ελληνικής Σπηλαιολογικής Εταιρείας, δεν βρέθηκε καταγεγραμμένο σπήλαιο εντός περιβόλου του Γλα. Γενικότερα δεν στάθηκε δυνατόν να εντοπίσουμε καμία πηγή που να αναφέρει την ύπαρξή του. 

Ένα φαινομενικά ασήμαντο άνοιγμα στο έδαφος, μας οδήγησε σε μερικές όμορφα στολισμένες αίθουσες που έμοιαζαν “παρθένες” καθώς ο λεπτός (λευκός και κίτρινος) διάκοσμος δεν έχει υποστεί ουδεμία ζημιά. Η είσοδός του μοιάζει να άνοιξε κατά τη σύγχρονη εποχή, αφού υποχώρησε ποσότητα χώματος πάνω από την οποία περνάμε για να κατέβουμε στο εσωτερικό.

Δεν έχει ίχνη επίσκεψης στο εσωτερικό και -κατά τη δική μας γνώμη- ούτε κατάλοιπα αρχαίας παρουσίας. Παρ’ όλα αυτά, επειδή βρίσκεται εντός της αρχαίας Ακρόπολης, θεωρήσαμε απαραίτητο να ενημερωθεί η ΕΠΣΝΕ, ώστε να γνωστοποιηθεί η παρουσία του και, εφ’ όσον είναι επιθυμητό, να πραγματοποιηθεί αυτοψία στο εσωτερικό του, προς εξαγωγή συμπερασμάτων.

Εντυπωσιάζει ο σταλακτιτικός διάκοσμος και η σημαντική έκταση του σπηλαίου (κατ’ εκτίμηση, της τάξης αρκετών δεκάδων τ.μ.), ενώ πρέπει να σημειωθεί ότι η οροφή του είναι χαμηλή στα περισσότερα σημεία, με αποτέλεσμα η διέλευση να γίνεται έρποντας, ή και καθόλου, για να μην καταστραφούν οι λεπτές σταλακτιτικές απολήξεις της οροφής (μακαρονάκια). 

Το σπήλαιο εκτείνεται αριστερά από την κατηφορική είσοδο, όπου συναντάμε 2 – 3 μικρού έως μετρίου μεγέθους αίθουσες, όχι όμως σαφώς σχηματισμένες, που επικοινωνούν με στενούς διαδρόμους. Σε αυτή την πλευρά το σπήλαιο είναι ζωντανό, παρά την ξηρασία της επιφάνειας.

Επιστρέφοντας πίσω στο σημείο κάτω από την είσοδο, διαπιστώσαμε ότι η έκταση του σπηλαίου εκτεινόταν και από την άλλη πλευρά! Προς αυτή την κατεύθυνση συναντήσαμε κατάλευκο αλλά νεκρό πια διάκοσμο. 

Το μέγιστο βάθος από την επιφάνεια δεν πρέπει να ξεπερνά τα 10 μέτρα, αν και μερικά πολύ δύσκολα στενά χαμηλά σημεία του από αυτή την πτέρυγα έμειναν ανεξερεύνητα, μην αποκλείοντας φυσικά την παρουσία συνέχειας και επιπλέον αιθουσών.

Έξοδος
Η ακρόπολη του ΓλαΟ περίβολος της οχύρωσης διέθετε τέσσερις πύλες.Αξίζει να σημειωθεί ότι όταν η Kωπαΐδα ήταν λίμνη, η ακρόπολη του Γλα εμφανιζόταν σαν νησί! 

Στο ισχυρό της τείχος μπορούσαν να καταφεύγουν σε περίπτωση κινδύνου οι περίοικοι καλλιεργητές της γης, φέρνοντας μαζί τους μέρος της συγκομιδής και αρκετά ζώα. Το αρχαίο όνομα του φρουρίου είναι άγνωστο (ίσως λεγόταν Άρνη), αποτελεί όμως μετά τον Oρχομενό το δεύτερο αξιόλογο κέντρο της περιοχής. Το φρούριο βρισκόταν ασφαλώς κάτω από τον έλεγχο του Ορχομενού, ο οποίος είχε και τη φροντίδα της συντήρησης των αποχετευτικών έργων της πεδιάδας. Σύμφωνα με τους ειδικούς, εκεί κατοικούσαν 2.000 εργατοτεχνίτες που είχαν την ευθύνη των αποχετευτικών και αρδευτικών έργων του κάμπου της Κωπαΐδας.

Τέλος, υποστηρίχτηκε η άποψη ότι ο οχυρωμένος λόφος δεν ήταν ηγεμονική κατοικία, ούτε απλό φρούριο, ούτε οχυρό για να βρίσκουν προστασία οι γύρω αγρότες και ποιμένες, αλλά το κέντρο όπου παρέμεναν μόνιμα τα ανώτερα βασιλικά όργανα, τα υπεύθυνα για την ομαλή λειτουργία των αποστραγγιστικών έργων της λεκάνης της Κωπαΐδας. Η πολύ μεγάλη έκταση του περιβόλου πάντως είναι υπέρ της άποψης ότι το οχυρό Γλα μπορεί να χρησίμευε ως καταφύγιο μεγάλου αριθμού περιοίκων.

Για περισσότερες πληροφορίες διαβάστε εδώ το άρθρο της Ομάδας Παυσανίας για το Γλα.


Κείμενο: Παναγιώτης ΔευτεραίοςΦωτογραφίες: Γεωργία Μπουρμπούλη, Παναγιώτης ΔευτεραίοςΔραστηριότητα: αστική σπηλαιολογία (urban speleologyΣυμμετείχανΓεωργία Μπουρμπούλη, Παναγιώτης ΔευτεραίοςΠληροφορίες κειμένου: Ομάδα ΠαυσανίαςΣύλλογος των απανταχού Ακραιφνιωτών

(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)

ΠΗΓΗ http://urbanspeleology.blogspot.com/

Posted in ARCHAEOLOGIE | Tagged , , , | Leave a comment

GI(G)ANT(E)S – GEANTS – ГИГАНТ 10

(BEING CONTINUED FROM 7/5/20)

Amazon giants may be for real; Research team finds several large skeletons near Peruvian border

By Liam Higgins

A British anthropologist says he has finally found the Amazon giants he has been looking for.

A Shuar settlement, southeast of Cuenca, near the site of Russell Dement’s excavation.

Although Russell Dement says the tribe of giants has almost certainly died out, he and a team of German researchers have excavated two settlements in the Ecuador and Peru Amazon region and found a half dozen human skeletons that measure between seven and eight feet in height.

Dement said the settlements dated to the early 1400s in one case and to the mid-1500s in the second. “We are very early in our research and I am only able to provide a general overview of what we have found,” he said. “I don’t want to make claims based on speculation since our work is ongoing. Because of the size of the skeletons, this has both anthropological and medical implications.”

Two of the skeletons have been sent to Freie Universität in Germany for analysis, including one that measures eight feet, while the others remain on site in Ecuador.

Dement says he has heard about the race of large Amazonians for more than 25 years as he has studied the Shuar and Achuar Amazon indigenous communities. “The elders in the communities tell a story about very tall, pale-skinned people who used to live nearby,” he says. “They described them as peaceful, gentle people who were always welcomed in their villages.”

Stories of the giant Amazonians have been known for more than a hundred years, since the first anthropologists made contact with Amazon tribes. One of the first mentions of them was in an article by the German researcher Franz Bosch, who heard about it from a community of the Shuar, southeast of Cuenca. Bosch is best known for his study of head-shrinking which, unfortunately, he fell personal victim to.

“There are quite a few references to the giants in the scientific literature,” says Dement, “but because the Shuar insist that they belonged to the ‘spirit world’ it was always assumed that they were legend and not fact.”

What caught Dement’s attention was the fact that the same story is told by indigenous Amazonians over a large area of the jungle area east of the Andes, in both Ecuador and Peru. “Because the stories were so similar and because I heard them so frequently no matter where I worked, I’ve always thought there might be something to them.”

In December 2013, Dement received a phone call from a Shuar friend who had found part of skeleton about 70 miles from Cuenca. “He said that it was of one of the giants,” says Dement. “I was in Quito at the time and of course rushed down to take look.”

What Dement found was the skull and rib cage of a large female who had lived about 600 years ago. The remains had been exposed by flooding of a nearby creek. With the help of his friend, he quickly located the rest of skeleton, which had been moved in the flood. When he assembled the entire skeleton, it measured seven feet, four inches.

Within two months, Dement assembled a team of four research associates from Freie Universität in Berlin. The university also provided funding for excavation and research work. “Even though I had been working with Freie for many years, I was concerned that they might not give a grant for someone looking for giants,” says Dement. “To outsiders, especially scientists, I understand this sounds hair-brained.”

Once together, Dement’s team worked for six months, unearthing three more complete skeletons and parts of two more, collecting artifacts and mapping the area. During the work, and with the assistance of his Shuar friends, Dement located a second settlement about twenty miles away, on the Ecuadorian – Peruvian border, where two more skeletons were found. That settlement dated to about 1550.

“The exciting thing about the second site is that it proved that the tribe had been in the area for at least 150 years, and probably a lot longer,” says Dement. “It also means that they were both pre-Columbian and post-Columbian, although we’ve found no evidence that they interacted with the Spanish.”

Preliminary study indicates that the six bodies were of relatively healthy, well-proportioned humans. “The skeletons show no signs of diseases such as the hormonal growth problems that are common in most cases of gigantism,” Dement says. “In all the skeletons, the joints seemed healthy and lung cavity appeared large. One of the skeletons that we have dated was of a female who was about 60 when she died, much older than typical cases of gigantism.”

Dement says the burials were elaborate. “Bodies were wrapped in leaves that were still partly intact when we excavated them. All the bodies were surrounded by a thick layer of clay, which prevented water intrusion and is probably responsible for the fact that the skeletons are in relatively good condition.”

Dement says he expects the work at Freie to continue for at least a year after which he and his team will publish their findings. “Because of the sensational nature of this, we have to be extremely diligent in our research since it will be met with a great deal of skepticism.”

In the meantime, he says he is collecting DNA samples from the Shuar living near the excavations to determine if there was interbreeding with the giants.

For the record, the tallest person to live in modern times was Robert Pershing Wadlow, who died at age 22 in 1940. Called the Alton (Illinois) Giant, Wadlow was just under nine feet at the time of his death. His extreme height was the result of a condition known as pituitary gigantism.

German anthropologist visits Cuenca to study the Amazonian head shrinkers and gets much more than he bargained for

By David Morrill

Shrunken human heads were sold to tourists at Cuenca’s San Francsico Plaza until the early 1960s.

Until the Amazonian ritual of head shrinking disappeared in the early 1960s, almost any head was fair game for shrinking, including those of foreigners.

The best-known case is that of young German anthropologist Franz Bosch, who arrived in Cuenca in November 1906 to study the rituals of the Amazonian Shuar community.

A century ago, some of the Shuar lived as close as 70 miles east of Cuenca, in the foothills of the Andes.

Bosch had studied other Amazonian tribes in Brazil and Peru in 1905 and 1906, and came to Cuenca to continue his work. Alfred Joyce, an Irish priest assigned to the Todo Santos church at the time, said one of Bosch’s goals was to witness a head shrinking ceremony in person and he made several trips to the jungle with a hired guide in an attempt to make the arrangements.

When Bosch and his guide failed to return to Cuenca on schedule in February 1907, it was assumed by those who knew them, including Father Joyce, that the research was going well and that the pair had traveled north to visit another group of natives east of Ambato.

Several months later, while he was walking through the San Francisco Plaza market, Joyce was stunned to see two familiar faces, although in greatly miniaturized form. The shrunken heads of Bosch and his guide were hanging side by side in a display of jungle medicines and indigenous crafts. Writing later in a Quito newspaper, the priest said, “To my everlasting horror, I immediately recognized the flowing mane of blond hair and the distinctive, although tiny Aryan features of Señor Bosch.” Joyce continued, suggesting that the young scientist had been treated to an up-close and personal demonstration of the head-shrinking art.

After a few minutes of wrangling, Joyce purchased Bosch’s head for the equivalent of $15, insisting that the guide’s head be thrown in at no extra charge.

On a 1911 European trip, Joyce delivered Bosch’s head to his parents in Berlin. Today, it is displayed in a natural history museum at Freie Universität.

The tragic but peculiar ending of Franz Bosch was reported in several German newspapers as well as in Harry Franck’s 1917 travel classic, Vagabonding Down the Andes.

To learn more about the head-shrinking craft, and to see one of the world’s most impressive collections of shrunken heads, visit the Pumapungo Museum on Calle Larga.

SOURCE https://cuencahighlife.com/ 2020

(to be continued)

Posted in ARCHAEOLOGIE | Tagged , , , , , | Leave a comment

Π Ρ Ο Ϊ Σ Τ Ο Ρ Ι Κ Η Α Ρ Χ Α Ι Ο Λ Ο Γ Ι Α (X)

(ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΑΠΟ  8/05/2020)

  • 5. 1. Οικονοµία – Κοινωνία – Πολιτισµός της Μέσης Νεολιθικής
    Η έκταση των οικισµών είναι ακόµη κατά πολύ µικρότερη εκείνων της Εγγύς Ανατολής. ∆εν ξεπερνά τα 50 στρέµµατα, πλην εξαιρέσεων όπως τα Βασιλικά
    στην Κεντρική Μακεδονία ή η Τούµπα Σερρών, που υποτίθεται ότι φτάνουν ή και
    υπερβαίνουν τα 300 στρέµµατα. Η έκταση αυτή, ωστόσο, δεν πρέπει να θεωρείται
    δεσµευτική για τον υπολογισµό του πληθυσµού της κοινότητας, εφόσον χωρίς εκτεταµένη ανασκαφική έρευνα δεν είναι δυνατόν να ελεγχθεί η πυκνότητα και ο
    τύπος/µέγεθος των κτισµάτων. Όσον αφορά τον πληθυσµό, οι νεολιθικές αυτές
    κοινότητες του ελληνικού χώρου φαίνεται ότι ανταποκρίνονται στις φυλές µε την
    έννοια που προσδίδει στον όρο η διάκριση του E.Service. Πρόκειται στην πραγµατικότητα για πολυφυλετικές κοινωνίες µερικών εκατοντάδων ατόµων που συνδέονται µε δεσµούς συγγένειας, αρχολούνται κατά κύριο λόγο µε τη γεωργία, και δεν
    έχουν υιοθετήσει συστήµατα διακοινοτικής ιεραρχίας. Υπάρχουν αρχηγικές µορφές, αυτές, όµως, δεν είναι σε θέση να κληροδοτούν την εξουσία τους, εφόσον δεν
    ελέγχουν οικονοµικά την οµάδα. Τέτοιες κοινότητες µπορούν εν δυνάµει να αποτελέσουν µεγαλύτερη φυλετική ενότητα, αλλά αυτό δεν αποτελεί αναγκαία εξέλιξη.
    Τώρα βρίσκουµε εδραιωµένα και όλα τα συστατικά του νεολιθικού πολιτισµού, δίπλα σε µια σηµαντικά αύξηση του αριθµού των οικισµών αλλά και εντατικοποίηση των πρακτικών της γεωργίας και της κτηνοτροφίας. Οι αρχαιοβοτανολόγοι ανιχνεύουν τις γεωργικές ασχολίες, αντλώντας πληροφορίες από τα φυτικά
    κατάλοιπα, καρπούς και σπόρους, που διατηρήθηκαν έπειτα από καύση, σκόπιµη
    ή τυχαία. Λίθινες αξίνες και δρεπάνια χρησιµοποιούνται για να κόψουν φυτά και
    µαλακούς βλαστούς, ενώ τριβεία και γουδιά για να συνθλίψουν τους σπόρους και
    να φτιάξουν αλεύρι. Το νεολιθικό διαιτολόγιο ήταν πλούσιο, και περιλάµβανε δηµητριακά (κριθάρι, σιτάρι, κεχρί και ρόβι), όσπρια (φακή, λαθούρι, µπιζέλι και λινάρι), φρούτα (σύκα νωπά ή αποξηραµένα και σταφύλια), άγριους καρπούς και
    χόρτα. Το µαγείρεµα του φαγητού γινόταν στο ύπαιθρο αλλά και στο σπίτι, πάνω
    σε εστίες ή µέσα σε θολωτούς φούρνους. Αναλύσεις δειγµάτων από το εσωτερικό
    των αγγείων δίνουν στους αρχαιολόγους χρήσιµες πληροφορίες για το είδος της
    τροφής που είχε µαγειρευτεί, αποθηκευτεί ή καταναλωθεί σ’ αυτά. ∆ιάτρητα
    σκεύη σαν σουρωτήρια πρέπει να χρησιµοποιούνταν για την παρασκευή γαλακτοκοµικών προϊόντων, όπως το τυρί και το γιαούρτι, ενώ ταψιά για το ψήσιµο του
    ψωµιού ή της πίτας. Τα δηµητριακά καταναλώνονταν και ωµά, αλλά συνήθως τα
    έλιωναν, και παρασκεύαζαν πλιγούρι, ή τα έψηναν στη φωτιά ή στον ατµό. Τα όσπρια βράζονταν πολλές φορές, για να αποβάλουν τις επικίνδυνες για τον άνθρωπο τοξίνες που περιέχουν.
    Η κτηνοτροφία βασιζόταν κυρίως στα αιγοπρόβατα, που αποτελούν σχεδόν παντού την πλειοψηφία. Μαζί µε τα βοοειδή, τους χοίρους και το σκύλο τα βρίσκουµε σε όλους τους οικισµούς, από τη Νεολιθική µέχρι το τέλος της προϊστορίας. Τα ζώα εκτρέφονταν σε κοπάδια για το κρέας, το γάλα, το µαλλί και το δέρµα τους. Εκτρέφονταν όµως και για προϊόντα που δεν εντοπίζονται αρχαιολογικά: την κοπριά που τη χρησιµοποιούσαν ως λίπασµα για τα χωράφια, τις µεµβράνες που τις µετέτρεπαν σε ασκούς µεταφοράς υγρών, τις τριχιές, τους τένοντες, τα έντερα και τα νεύρα, που τα χρησιµοποιούσαν ως νήµατα, σχοινιά και χορδές. ∆ραστηριότητες που σχετίζονται, άµεσα ή έµµεσα, µε την κτηνοτροφίας, µάς αποκαλύπτονται µέσα από τα ευρήµατα των ανασκαφών: ίχνη σφαγής στα οστά των ζώων,εργαλεία επεξεργασίας του µαλλιού και των δερµάτων, εργαλεία από οστά και κέρατα. Αλλά και τα ζωόµορφα ειδώλια, κοσµήµατα ή λαβές αγγείων µαρτυρούν το δεσµό του νεολιθικού ανθρώπου µε τα ζώα. Τα οστά τους µελετώνται από τους αρχαιοζωολόγους, ώστε να διακριθούν τα εξηµερωµένα και τα άγρια είδη, και να διαπιστωθούν κτηνοτροφικές πρακτικές, ασθένειες, ηλικίες σφαγής και ποσοστά εκπροσώπησης κάθε είδους. Τα στοιχεία αυτά δεν είναι όµοια σε κάθε περιοχή και περίοδο. Επηρεάζονται από τις στρατηγικές που υιοθετεί η κοινότητα ως προς το κυνήγι και τα δευτερογενή προϊόντα της κτηνοτροφίας, τη νηµατουργία, τη γαλακτοκοµία και την άροση.
  • Η αλιεία δεν είναι πλέον βασική απασχόληση των κατοίκων, προσέφερε
  • όµως ένα συµπλήρωµα διατροφής µε πολλά θρεπτικά συστατικά, γι’ αυτό και τεκµηριώνεται, ακόµα και σε οικισµούς που απείχαν πολύ από τη θάλασσα, µε την
  • παρουσία εργαλείων: αγκίστρια, καµάκια από οστά ψαριών, λίθινα βαρίδια για τα
  • δίχτυα, αλλά και πολύ βαρύτερα που ήταν ίσως άγκυρες για µικρά νεολιθικά
  • πλοιάρια. Τέτοια πλοιάρια πρέπει να αναπαριστά ένας τύπος αγγείου µε µικρό
  • πλάτος και επίπεδο πυθµένα, γνωστός από τις ανασκαφές στο ∆ισπηλιό και στα
  • Λιµενάρια. Επικουρική ήταν, στις περισσότερες περιπτώσεις, και η συνδροµή του
  • κυνηγιού, µε βασικά του εργαλεία τις αιχµές βελών από οψιανό και πυριτόλιθο,
  • και τους πήλινους ωοειδείς πεσσούς για τις σφεντόνες.
  • Εκτός της κεραµικής του ‘πολιτισµού του Σέσκλου’, που φτάνει µέχρι τη
  • Στερεά Ελλάδα και την Κεντρική Μακεδονία, αρκετές ακόµη περιοχές έχουν να
  • επιδείξουν σπουδαίες κεραµικές παραδόσεις. Στην Πελοπόννησο κατασκευάζεται
  • η εξαιρετικής ποιότητας, λεπτή κεραµική Urfirnis (Εικ. Γ3), για τη διακόσµηση
  • της οποίας χρησιµοποιείται ένα επίχρισµα που µετατρέπεται σε πολύ στιλπνό βερνίκι µετά από όπτηση σε υψηλή θερµοκρασία. Τα Urfirnis που φαίνεται ότι πρωτοεµφανίζονται στη ΒΑ. Πελοπόννησο, είναι στην αρχή µονόχρωµα, ενώ αργότερα αποκτούν συµπαγή γραµµικά και, σπανιότερα, εικονιστικά διακοσµητικά θέµατα.
  • Τα πρωιµότερα προέρχονται από θέσεις όπως το Φράγχθι και η Λέρνα, λίγο αργότερα τα βρίσκουµε στη Στερεά Ελλάδα, ενώ στην αρχή της Νεότερης Νεολιθικής
  • φτάνουν σε νησιά του Ιονίου όπως η Λευκάδα µαζί τις επίσης δηµοφιλείς στην Πελοπόννησο παραδόσεις της αµαυρόχρωµης και της γκρίζας στιλβωµένης κεραµικής. Στις Σποράδες, στο Σπήλαιο του Κύκλωπα στα Γιούρα, η γραπτή κεραµική της
  • Μέσης Νεολιθικής, του α’ µισού της 6ης χιλιετίας π.Χ., επιλέγει κατά κόρον αγγεία
  • µε σφαιρικό σώµα και χαµηλό κωνικό πόδι, και χρησιµοποιεί ερυθρές βαφές πάνω
  • σε µπεζ βάθος σε εντυπωσιακά κατάκοσµα θέµατα εµφανώς επηρεασµένα από την
  • υφαντική. Θυµίζουν έντονα την πρωιµότερη κεραµική του Αγίου Πέτρου αλλά και
  • την παράδοση της Μέσης Νεολιθικής στη Ανατολική Θεσσαλία.
  • Στη Μακεδονία και στη Θράκη η γραπτή κεραµική σπανίζει, και κυριαρχούν
  • τα µαύρα ή καστανά στιλβωµένα αγγεία χωρίς διακόσµηση, ενώ συναντώνται και
  • αποθηκευτικά ανθρωπόµορφα αγγεία µεγάλων διαστάσεων. Ωστόσο, στη ∆υτική
  • και Κεντρική Μακεδονία υπάρχουν αγγεία διακοσµηµένα µε κρεµ ή κόκκινα
  • γραµµικά µοτίβα, ακολουθώντας τα θεσσαλικά πρότυπα, ενώ στην Ανατολική Μακεδονία κάνει γύρω στα µέσα της 6ης χιλιετίας την εµφάνισή της µια εξαιρετικής
  • ποιότητας λεπτή36 κεραµική µε λευκή διακόσµηση πάνω σε µελανόχρωµη επιφάνεια. Η εµµονή των νεολιθικών πληθυσµών ολόκληρου σχεδόν του ελλαδικού χώρου στη διαρκή βελτίωση της κεραµικής τους, αποδεικνύει το σηµαντικό ρόλο της,
  • ρόλο όχι αποκλειστικά χρηστικό αλλά επίσης κοινωνικό και ιδεολογικό.
  • Τώρα πληθαίνουν οι τύποι των ανθρωπόµορφων ειδωλίων, σε ορισµένα από
  • τα οποία απεικονίζονται ατοµικά χαρακτηριστικά, συχνά και φυσικά ελαττώµατα.
  • Υπάρχει µεγάλη ποικιλία λίθινων και οστέινων εργαλείων, σφραγίδες, σφοντύλια
  • και υφαντικά βάρη που προδίδουν την άνθιση της υφαντικής του όρθιου αργαλειού, αλλά και ποικιλία κοσµηµάτων.
  • Με την πάροδο του χρόνου φαίνεται ότι ο οψιανός ταξιδεύει ολοένα µακρύτερα από την πηγή του, τη Μήλο, µάλλον όχι µέσω άµεσου προσπορισµού, αφού οι θέσεις της Βόρειας Ελλάδας απέχουν πολύ από τις Κυκλάδες, αλλά µέσω ενός αλυσιδωτού δικτύου ανταλλαγών. Στις επόµενες νεολιθικές φάσεις, φτάνει στη Μακεδονία οψιανός και από τα Καρπάθια, και, αργότερα, κατά την 3η χιλιετία, οψιανός από την Καπαδοκία στο Μικρό Βουνί της Σαµοθράκης. Οι λεπίδες του οψιανού αποσπώνται από κατάλληλα διαµορφωµένους πυρήνες µε πίεση, ενώ του
  • πυριτόλιθου µε έµµεση κρούση δηλαδή µε παρεµβολή ενδιάµεσου εργαλείου, από
  • πέτρα, οστό ή ξύλο, µεταξύ του κρουστήρα και του σηµείου κρούσης. Τα λειασµένα εργαλεία όπως οι αξίνες, αφού σφυροκοπηθούν, λειαίνονται µε νερό και άµµο,
  • και στειλεώνονται σε κεράτινο ή ξύλινο στέλεχος. Η ίδια, εν πολλοίς, τεχνική χρησιµοποιείται και για τα εργαλεία επεξεργασίας των καρπών, που επίσης πολλαπλασιάζονται, δηλαδή τα τριβεία, τα γουδιά, τους τριπτήρες και τους κρουστήρες.
  • Όσον αφορά τα λατοµεία προσπορισµού της πρώτης ύλης γνωρίζουµε αρκετά για τα λατοµεία οψιανού στον Αδάµαντα και στο ∆εµενεγάκι της Μήλου, τα
  • λατοµεία του οψιανού του Γυαλιού της Νισύρου, αλλά όχι αρκετά για τα λατοµεία
  • πυριτολίθου. Στην Ευρώπη έχουν εντοπιστεί και ερευνηθεί λατοµεία πυριτόλιθου
  • της νεολιθικής εποχής, όπως αυτά της Ανατολικής Αγγλίας και της Ολλανδίας, όπου τα κάθετα φρέατα φτάνουν σε βάθος τα 15 περίπου µ., και εκεί ανοίγονται οριζόντιες ακτινωτές στοές, για τον προσπορισµό καλύτερης ποιότητας πυριτικού
  • πετρώµατος.
  • Οι προϊστορικοί πληθυσµοί χρησιµοποιούσαν µεγάλη ποικιλία οστέινων
  • εργαλείων: οπείς και ξέστρα για την επεξεργασία των δερµάτων, βελόνες για την
  • καλαθοπλεκτική, την υφαντική, και την επιδιόρθωση διχτυών, αγκίστρια για το
  • ψάρεµα, γλύφανα, σπάτουλες, χτένια, στιλβωτήρες για την κατασκευή και τη διακόσµηση των αγγείων, την ξυλουργική και την αρχιτεκτονική. Με αυτά ξεφλούδιζαν τα δέντρα και τα φυτά, έκοβαν και επεξεργάζονταν το ξύλο, αλλά και έχριζαν
  • τους τοίχους των σπιτιών. Τα περισσότερα οστέινα εργαλεία κατασκευάζονταν
  • από τα µακριά αυλοειδή οστά των ζώων, δηλαδή κνήµες, µεταπόδια, κερκίδες και
  • ωλένες, και λιγότερο από τα πλευρά, τις ωµοπλάτες, τους σπονδύλους και τις γνάθους. Χρησιµοποιούνταν τα οστά των αιγοπροβάτων και των βοοειδών, αλλά και
  • αγρίων ζώων και πτηνών. Τα µακριά κόκαλα των ελαφιών ήταν κατάλληλα για
  • σουβλιά. Με τα πλευρά των βοοειδών κατασκεύαζαν σπάτουλες και ξέστρα, ενώ
  • από µικρά ζώα κατασκεύαζαν βελόνες. Κατάλληλα για εργαλεία ήταν και τα κέρατα, από βόδια και ελάφια. Αποσπούσαν το κέρατο από τον κορµό και στη συνέχεια
  • το άδειαζαν για να κατασκευάσουν λαβές για κοφτερά λίθινα εργαλεία, λεπίδες
  • και φολίδες.
  • Σηµαντική ήταν σίγουρα η λειτουργία των κοσµηµάτων ήδη από την αρχή
  • της Νεολιθικής εποχής. Η κοινωνική ταυτότητα του ατόµου, ο ρόλος του στην οµάδα, το φύλο, η ηλικία και η ασχολία του ίσως δηλώνονταν µέσω του συµβολισµού της κόσµησης σώµατος και ενδυµάτων. Το ίδιο και ιδιαίτερες στιγµές της
  • ζωής του, όπως η ενηλικίωση, η εγκυµοσύνη, η γέννηση, η µύηση, το κυνήγι, η µαγεία και η συµµετοχή σε τελετουργίες. Υπήρχαν κοσµήµατα από οστό και κέρατο,
  • όστρεο, πηλό, λίθους και µέταλλα, αλλά σίγουρα και από υλικά που δεν έχουν διασωθεί, όπως το ξύλο. Τα όστρεα λόγω της ποικιλίας τους σε χρώµατα και σχήµατα
  • ήταν πολύ αγαπητά. Περισσότερο χρησιµοποιούνταν πεταλίδες, αχιβάδες, κώνοι,
  • σπόνδυλοι (Spondylous gaederopus Linne), το Dentalium κυρίως για κοσµήµατα
  • ανδρών, και τα Cypraea για γυναικεία. Συχνά επέλεγαν οστά µικρών ζώων, πουλιών και ψαριών, ενώ και τα κοσµήµατα από δόντια θηραµάτων δήλωναν µάλλον
  • τον επιτυχηµένο κυνηγό. Από σπάνιες πέτρες κατασκεύαζαν είτε απλές χάντρες,
  • είτε απεικονίσεις ανθρώπων ή ζώων, µε έκδηλη ιδεολογική σηµασία. Κοσµήµατα
  • από µέταλλο υπάρχουν ήδη από τη Νεολιθική εποχή.
  • Η αύξηση του αριθµού των προβάτων αλλά και η καλλιέργεια του λιναριού
  • σε αρκετές περιοχές, προκάλεσαν εντατικοποίηση της υφαντικής. Εκτός του
  • ρουχισµού, κατασκευάζονταν σακίδια για µεταφορές και υφάσµατα για τα σπίτια
  • ως διαχωριστικά δωµατίων και καλύµµατα για τους τοίχους και τα δάπεδα. Αν και
  • σε πολλούς πρώιµους νεολιθικούς, φαίνεται ότι προτιµούσαν αρχικά τις φυτικές
  • ίνες του λιναριού και της κάνναβης, το µαλλί κυριάρχησε σταδιακά, επειδή οι κλωστές του έχουν µεγαλύτερη συνοχή, ελαστικότητα, και δίνουν πιο ζεστά ενδύµατα.
  • ∆εν πρέπει να κούρευαν τα πρόβατα, αλλά να ξερίζωναν τις τρίχες µε µεγάλα χτένια, πρακτική που έδινε λιγότερο αλλά καλύτερης ποιότητας µαλλί. Στη συνέχεια,
  • το έπλεναν και το στέγνωναν, αφαιρούσαν τις ακαθαρσίες, έξαιναν τις ίνες και τις
  • ξεχώριζαν: τις µακρύτερες για το στηµόνι και τις κοντύτερες για το υφάδι του αργαλειού. Οι ίνες γνέθονταν, στρίβονταν σε κλωστή, και τυλίγονταν στο αδράχτι. Τα
  • αδράχτια ήταν ξύλινα και σπάνια διασώζονται, τα σφονδύλια όµως που µπήγονταν
  • στο κάτω άκρο τους για να ενισχύσουν την περιστροφή τους, τα βρίσκουµε σε όλες
  • τις ανασκαφές. Παρουσιάζουν µεγάλη ποικιλία στο σχήµα και στο µέγεθος, ιδιαιτέρως κατά την Πρώιµη Εποχή του Χαλκού, και είναι κατά κανόνα από πηλό. Η
  • διάµετρος και το βάρος τους εξαρτώνται από το είδος της κλωστής και τον τρόπο
  • γνεσίµατος. Οι έτοιµες κλωστές τυλίγονταν σε πήλινα πηνία. Ο προϊστορικός αργαλειός ήταν κάθετος. Αποτελούνταν από δύο κάθετα επιµήκη ξύλα και ένα οριζόντιο, στο οποίο δένονταν τα στηµόνια, οι κατακόρυφες µακριές κλωστές. Στην άκρη των στηµονιών, για να τα κρατούνται τεντωµένα, δένονταν τα υφαντικά βάρη,
  • πήλινα ή λίθινα, που έπρεπε να έχουν το ίδιο βάρος. Για τη ραφή των υφασµάτων
  • χρησιµοποιούνταν οστέινα σουβλιά και βελόνες.
  • Οι πήλινες και, σπανιότερα, λίθινες σφραγίδες αποτελούν επίσης ενδιαφέρουσα κατηγορία αρχαιολογικού υλικού, επειδή η χρήση τους δεν είναι διευκρινισµένη. Εµφανίζονται από την αρχή της Νεολιθικής εποχής µε γραµµικά, γεωµετρικά, σπειροειδή, ή µαιανδροειδή θέµατα. Ίσως προορίζονταν για την κόσµηση
  • ενδυµάτων αλλά και του ίδιου του σώµατος. Η συνήθεια της δερµατοστιξίας (τατουάζ) µάς είναι γνωστή από τα κυκλαδικά ειδώλια, πιθανόν όµως και από κάποια
  • νεολιθικά. Το αποτύπωµα µιας σφραγίδας πάνω σε µαλακό υλικό δεν αποκλείεται
  • να υποδήλωνε την κατοχή ή την προέλευση ενός αντικειµένου.
  • Ενώ για την οικονοµία των νεολιθικών οικισµών η γνώση µας προωθείται
  • διαρκώς, για την κοινωνική οργάνωση των οµάδων αυτών µόνον έµµεσες µαρτυρίες µπορούµε να έχουµε. Πρόβληµα αποτελεί το γεγονός ότι στον ελλαδικό χώρο είναι ελάχιστα τα παραδείγµατα οικισµών αυτής της περιόδου ανασκαµµένων
  • σε ικανοποιητική έκταση. Συνήθως, η ‘εικόνα’ που δίνεται για τη νεολιθική κοινότητα είναι αυτή µιας ισότιµης, µη ιεραρχηµένης κοινωνίας χωρίς έντονες διαφοροποιήσεις ως προς τα αγαθά που κατέχουν οι οικογένειες και τα άτοµα. ∆ιαφορές
  • βεβαίως βασισµένες στην ηλικία, το φύλο ή τη δεξιοτεχνία πρέπει να υπήρχαν, αλλά δεν ήταν µάλλον θεσµοθετηµένες, ώστε να αποτυπώνονται στην οικιστική οργάνωση.
  • Σε ενδοκοινοτικό37 επίπεδο, δεν διαπιστώνονται κατά κανόνα σοβαρές διαφορές ως προς το µέγεθος ή την οικοσκευή των κατοικιών, ούτε ενδείξεις εξειδικευµένων εργαστηρίων για ολικής απασχόλησης τεχνίτες. Τα σπανιότερα αντικείµενα, όπως είναι τα µαρµάρινα αγγεία, κάποια κοσµήµατα ή τα πρώτα µεταλλικά
  • τέχνεργα πρέπει να έφταναν στα χέρια κάποιου προσφέροντάς του κύρος αλλά όχι
  • ακόµη εξουσία. Γινόταν, δηλαδή, κάτοχός τους, όχι λόγω της κοινωνικής του θέσης
  • αλλά, το πιθανότερο, επειδή είχε διαθέσιµο κάποιο είδος, µε το οποίο µπορούσαν
  • να ανταλλαγούν.
  • Πρέπει, ωστόσο, να επισηµανθεί ότι κάποιες προκαταρκτικές κοινωνικές διαφοροποιήσεις έχουν ίσως δροµολογηθεί από την εποχή αυτή σε ορισµένους τουλάχιστον οικισµούς. Στο Σέσκλο δεν είναι σαφές αν δικαίωµα κατοίκησης στην ακρόπολη είχαν όλοι ή µερικές µόνον οικογένειες, αλλά φαίνεται ότι όσοι διέµεναν εκεί είχαν καλύτερη πρόσβαση σε ορισµένες κατηγορίες υλικών, όπως η διακοσµηµένη
  • κεραµική και κάποια µικροευρήµατα. Τα διακοσµηµένα αυτά αγγεία, που απαιτούν πηλό πλούσιο σε ασβέστιο και γνώση προηγµένων τεχνικών πλασίµατος και
  • όπτησης, αποτελούν το 17% περίπου στα σπίτια της ‘ακρόπολης’ αλλά µόλις το 4%
  • σ’ εκείνα της ‘πόλης’.
  • Από την άλλη, το κτίσµα 7-8-9 στον Τοµέα Α, αν και δεν είναι δυνατόν να
  • τεκµηριωθεί ότι εξυπηρετούσε κοινές συνελεύσεις ή τις ανάγκες αποθήκευσης κοινοτικού πλεονάσµατος, είχε, πάντως, κεντρική θέση και ιδιαίτερη κάτοψη. ∆εν
  • αποκλείεται µια ανάλογη λειτουργία να εξυπηρετούσε και το ‘κεντρικό’ κτίριο στη
  • Μάκρη ή η περιοχή των αποθηκευτικών λάκκων στα Λιµενάρια.
  • Και σε διακοινοτικό38 επίπεδο, δεν είναι εµφανή µεταξύ των οικισµών θεσµοθετηµένα συστήµατα ιεραρχίας, χωρίς αυτό να σηµαίνει ότι δεν υπήρχαν ‘εξαρτώµενες’ επικουρικές εγκαταστάσεις, ίσως εποχικές, για τη διευκόλυνση των
  • οικονοµικών στρατηγικών της κοινότητας, όπως το κυνήγι, η αλιεία ή ο προσπορισµός των πρώτων υλών. ∆εν εντοπίζουµε ενδείξεις ανταγωνισµού µεταξύ των κοινοτήτων, τέτοιου που να απαιτεί την κατασκευή χρονοβόρων οχυρωµένων εγκαταστάσεων. Τα τοιχία ή οι τάφροι που συχνά παρατηρούνται στην περίµετρο των
  • οικισµών, φαίνεται πιθανότερο να εξυπηρετούσαν άλλες ανάγκες παρά την οχύρωση, ίσως, δηλαδή, τον περιορισµό των κοπαδιών, την προστασία από τα άγρια
  • ζώα, ή ακόµη τη συµβολική οριοθέτηση του κατοικηµένου χώρου.
  • Σηµαντική όσον αφορά την εξάρτηση µια θέσης από το περιβάλλον της, και,
  • κατ’ επέκταση, την παρουσία ή όχι επικουρικών θέσεων και προτύπων διακοινοτικής ιεραρχίας είναι η ιδέα της ‘ανάλυσης των πηγών µιας θέσης’ (site catchment
  • analysis) των E.Higgs και C.Vita-Finzi. Έτσι προσπαθούµε να καταγράψουµε και
  • να µελετήσουµε το άµεσο περιβάλλον µιας θέσης, που πιθανόν είχε χρησιµοποιηθεί από τον πληθυσµό, έτσι ώστε να εξακριβώσουµε την προέλευση του συνόλου
  • των υλικών που εντοπίζονται στο εσωτερικό της. Η ‘ανάλυση της περιοχής εκµετάλλευσης µιας θέσης’ (site exploitation territory) -ορθότερος, µάλλον, όροςχρησιµοποιεί το αξίωµα ότι όσο µακρύτερα βρίσκεται µια πηγή τόσο µειώνονται οι
  • πιθανότητες εκµετάλλευσής της επειδή απαιτεί υπερβολικό κόπο και χρόνο. Υποθέτουµε ότι οι αγροτικές κοινωνίες δύσκολα αποµακρύνονται περισσότερο από
  • µια ακτίνα 5 χλµ., απόσταση που ισοδυναµεί µε πορεία µιας ώρας. Αυτό το όριο,
  • πάντως, φαίνεται ότι ισχύει κυρίως για τις ανάγκες της πρωτογενούς παραγωγής,
  • αλλά καταστρατηγείται στις περιπτώσεις του κυνηγιού, της αλιείας και της αναζήτησης πρώτων υλών.

(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)

Ευστράτιος Παπαδόπουλος

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

36 Η κεραµική διακρίνεται σε λεπτή, µεσαία και χοντρή µε κριτήριο την ‘καθαρότητα’ του πηλού,την περιεκτικότητά του δηλαδή σε ορυκτά εγκλείσµατα ή άλλα υλικά.

37 Ενδοκοινοτική οργάνωση: ο τρόπος ‘οργάνωσης’ µιας κοινότητας, µέσα στα όρια της εγκατάστασης.

38 ∆ιακοινοτική οργάνωση: ο τρόπος ‘οργάνωσης’ µιας οµάδας οικισµών της ίδιας περιοχής που υποθέτουµε ότι αλληλεξαρτώνται.

Posted in ARCHAEOLOGIE | Tagged , , , | Leave a comment

PALAEOJUDAICA ARCHAEOLOGY NEWS (7)

(BEING CONTINUED FROM 5/05/20)

A)A Canaanite “missing link?”

PALEOGRAPHY: Canaanite Inscription Found in Israel Is ‘Missing Link’ in Alphabet’s History. The tiny inscribed pottery shard unearthed at Lachish dates to 3,500 years ago and is the oldest text from the Southern Levant to use alphabetic writing, rather than pictographic, archaeologists say (Ariel David, Haaretz). Cross-file under Northwest Semitic Epigraphay.

The story has received a lot of attention. The Daily Mail has coverage with some background on the earliest alphabetic Canaanite inscriptions, discovered in a turquoise mine in the Sinai: Has the ‘missing link’ in the history of the ALPHABET been discovered? Archaeologists find evidence of an early example in Israel from 1450 BC that could explain how the alphabet arrived in the Levant from Egypt (Jonathan Chadwick).

Both articles note the underlying open-access article in the journal Antiquity:

Early alphabetic writing in the ancient Near East: the ‘missing link’ from Tel Lachish

Published online by Cambridge University Press: 15 April 2021

Felix Höflmayer, Haggai Misgav, Lyndelle Webster and Katharina Streit

Abstract

The origin of alphabetic script lies in second-millennium BC Bronze Age Levantine societies. A chronological gap, however, divides the earliest evidence from the Sinai and Egypt—dated to the nineteenth century BC—and from the thirteenth-century BC corpus in Palestine. Here, the authors report a newly discovered Late Bronze Age alphabetic inscription from Tel Lachish, Israel. Dating to the fifteenth century BC, this inscription is currently the oldest securely dated alphabetic inscription from the Southern Levant, and may therefore be regarded as the ‘missing link’. The proliferation of early alphabetic writing in the Southern Levant should be considered a product of Levantine-Egyptian interaction during the mid second millennium BC, rather than of later Egyptian domination.

At biblical site, researchers discover ABCs of how alphabet came to be

A potsherd slightly larger than a business card found in the ruins of a Late Bronze Age temple at the biblical site of Lachish in southern Israel has yielded a few tantalizing letters from a 12th century BCE alphabet — what one researcher called a “once in a generation” find.

The inscription, three lines containing nine early Semitic letters, was discovered during excavations at the site in 2014 and is believed to date from around 1130 BCE. It’s the first Canaanite inscription found in a Late Bronze Age context in over 30 years, the authors of the paper said. The letters were etched into a clay jar before firing, and are exceptionally clear.

An early 12th century BCE Canaanite alphabet inscription found at Lachish in 2014. (courtesy of Yossi Garfinkel, Hebrew University)

The first line reads pkl, the second spr — the Semitic root for scribe — but the third has two letters of uncertain meaning (one is fragmentary). The text includes the earliest dateable examples of the letters kaf — the precursor to the Latin letter K — samekh — S — and resh — R. Samekh had never before been found in early Canaanite inscriptions.

The Oldest Hebrew Script and Language

In the BAR article “What’s the Oldest Hebrew Inscription,”* epigraphy scholar Christopher Rollston asks a seemingly straightforward question: What is the oldest Hebrew inscription? His examination requires him to address the fundamental questions of epigraphy. Is a text written in Hebrew script necessarily in the Hebrew language? And was the Hebrew language originally written in an alphabet that predates Hebrew script? Christopher Rollston examined four contenders for the oldest Hebrew inscription—the Qeiyafa Ostracon, Gezer Calendar, Tel Zayit Abecedary and Izbet Zayit Abecedary—to explore the interplay between early Hebrew script and language.

In his study, Christopher Rollston distinguishes between purely Hebrew script and other visually similar alphabets while examining relationships between alphabets and languages. Not only can a single language be written in various scripts, but a single script can be used for dozens of languages. English shares the Latin script with most Western languages; finding Latin letters does not necessarily mean that a text is English.

Old Hebrew script derived directly from Phoenician, and Christopher Rollston contends that Old Hebrew script did not split off from its Phoenician predecessor until the ninth century B.C.E. The Hebrew language existed well before then; the oldest extant Hebrew language texts are recorded in Phoenician script. Identifying the oldest combination of Hebrew script and language is hindered by a diverse set of complications including the poor condition of texts, the existence of cognates, regional variation, partial language preservation, limited number of artifacts and myriad other difficulties.

Other relevant posts are hereherehere, and here.

SOURCE https://www.timesofisrael.com/ ,https://www.biblicalarchaeology.org/

B)Camps, campaigns, colonies. Roman military presence in Anatolia, Mesopotamia, and the Near East

Edward Dabrowa’s contributions to the field of study of the Roman Near East are numerous. From his seminal study on the governors of Syria[1] to investigations on the legions that operated along the Euphrates, Dabrowa has ushered in a picture of the Roman limes that teems with the energy of the military infrastructure, vibrantly populating the eastern provinces through the stories of those who lived, fought, and often perished in lands far away from their homes. It is apt then that the editors of the distinguished Philippika series solicited a collection of previously published essays by the Polish historian. To the scholar of the Roman East, this collating of articles may at first seem to follow the path of similar enterprises like Glen Bowersock’s 1994 Studies on the Eastern Roman Empire or Fergus Millar’s 2004 Rome, the Greek World, and the East, tributes to commanding figures that changed the discourse of the Roman East in fundamental ways. Rather than addressing overarching themes, Dabrowa focuses his analysis on the impact of the Roman army in the east and, more to the point, the physical presence of legions and the ensuing political and administrative adjustments. To that end, he uses a three-tiered approach, probing camps, campaigns, and colonies as factors that show how durable and consequential the presence of the eastern army was. From the outset the book is a compelling series of questions and problems that are central in the field.

The succinct first chapter on the Syrian army under Augustus and Tiberius is a bracing start for what turns out to be an analysis of murky textual sources as well as a disquieting lack of archaeological evidence. The unsung military operations under the Julio-Claudian emperors and the invisibility of the legions suggest the involvement of vassal kings and their units in defending the interests of the Roman state. The turning point, in Dabrowa’s opinion, was Germanicus’ appointment in the East and the probable scaling up of the military logistics to compete with a rising Parthia. Had their sites not been flooded by Turkish dams, Samosata and Zeugma (especially the former) would probably shed light on the materiality of the army in the early first century CE. Better dividends may be returned by reconsidering the role of Antioch on the Orontes, where the presence of a Campus Martius northeast of the island on the Orontes may have signaled the importance of the provincial capital, in tandem with massive building programs under Agrippa and Tiberius.

More concrete frameworks are offered in the following essay, “La garrison romaine à Doura-Europus,” where Dabrowa surveys the military camp within the built environment of the city on the Euphrates, highlighting its unique conglomerate of multiethnic actors, and, ultimately, the bond between civic and military authorities. He suggests that the establishment of the camp in the northern expanses of the city led to the displacement of previous settlers: “ceci (le camp) a entraîné l’expulsion des habitants.” It may not be so, as recently shown by James Simon.[2] All the same, the securing of colonial status in the early third c. CE led to the appearance of a new Semitic constituency that determined the economic fortunes of the garrison until its 256 CE demise, while also spurring social reconfiguration and the slow erosion of the Graeco-Macedonian aristocracy of old.

Section II of the book (“Campaigns”) opens with “…ostentasse Romana arma satis,” an essay that offers a timeline of campaigns and Roman-Parthian relations spanning the period from the events of 20 BCE, including the return of the military insignia, to the campaign of Vitellius, governor of Syria, in AD 36. The souring of the relationship between the emperors and Arsacid rulers, as well as the centrality of Syria as a base for far-flung campaigns into Armenia, once again promptsquestions about the logistics of these campaigns and the legions involved. What is more, Dabrowa delves into the general Roman perception of the Persian foe. His argument that the Parthians were portrayed as a weak opponent in Roman propaganda is disputable. The 19 BC dedication of the Parthian Arch in the Roman Forum, which is also celebrated by a host of denarii from Spain and a cistophorus from Pergamon, tells a different story.

The following two essays shift the focus to Judea and the long season of wars that culminated in the fall of Jerusalem in AD 70. At issue are the mobilization of the legions, their intersection with local communities, and, lastly, a topography of siege operations. Dabrowa takes on the long debated issue of the position of Titus’ military camp, placing it in the area of the New City north of the Second Wall. With “The Bellum Commagenicum and the ornamenta triumphalia of M. Ulpius Traianus” we encounter the remarkable figure of this legate, the father of the future emperor Trajan. A soldier, administrator, and engineer, he was a man whose achievements were celebrated by both the textual and epigraphic sources and who was instrumental in the building of the military infrastructure of Seleucia Pieria. Dabrowa focuses on the momentous days of the Fall of AD 73 when Traianus was hastily dispatched to Commagene to keep the Parthians in check. That this success led to the receipt of the highest military honors is the main thrust of the essay, thus offering a way forward in the discussion of Traianus’ chronology of accolades.  The section closes with a chronicle of the emperor Julian’s dramatic campaign of AD 363. Much ink has been spilled on the event: the controversial death of the emperor, the aftermath, the triumphant voice of the church fathers. Dabrowa surveys one of the most critical and yet under-studied issues of the whole enterprise, that is, the logistical support of the navy along the Euphrates as the legions marched deep into the heart of Sasanian territory. He argues convincingly that the furious pace of the campaign would not have been feasible without the impressive array of warships and cargo ships assisting the army.

Section III enters the nitty-gritty of colonies and their making, in particular, what is a post-Hadrianic colony in the Greek east, and was the “colony” denomination more than a mere honorific title. In “Colonial Coinage and Religious Life of Roman Colonies,” Dabrowa approaches the discussion from the religious standpoint, noting how military symbols and the iconography of the sacred were intertwined in the numismatic repertoire of Pisidian Antioch and Aelia Capitolina. Antioch’s depiction of the Phrygian god Mên Askaenos on countless issues, however, hardly gestures at the “romanization” of a local cult. The god’s eccentric visual display of worship on Antioch’s Karakuyu Hill, at variance with the great urban sanctuary of Augustus and Rome, rather document two independent, well defined religious foci that articulated life in Antioch. But one can only agree with Dabrowa’s emphasis on the durable allegiance of Antioch’s constituency to the military values that contributed to founding the colony itself. It needs to be added that Antioch’s emission of sesterces (and smaller denominations) in the 3rd c CE with the SR (Socia Romanorum) legend is a further celebration of the colonial legacy.[3]

“Les colonies honoraires ou les colonies de vétérans?” shifts the discussion to issues of numismatic iconography. Dabrowa marshals a vast and complicated array of patterns, types, and iconography, stressing the visual affinity between the repertoire of canonical veteran colonies and that of “honorific” colonies of the Severan age (Singara, Rhesaina, Tyre, Sidon, Caesarea-Arca, and Damascus). “Le vexillum sur les monnaies coloniales (IIe-IIIe s. ap. J.-C.)” segues into the incidence and meaning of the military standard, a symbol that traversed the whole history of Roman coinage. Here, Dabrowa considers whether the type, as struck on the coins of the “honorific” colonies, implied the presence of a military contingent. In so doing, the author convincingly argues that as late as the third century the legions and their veterans were still implicated in the making of colonies.

“Roman Military Colonization in Anatolia and the Near East (2nd-3rd c. AD)” braids several of the previous threads together while bringing into sharper focus the numismatic evidence of the individual honorific colonies, plus adding the case of Tyana, which landed the title of “colonia” under Caracalla.[4] “Les colonies et la colonisation romaine en Anatolie et au Proche-Orient (IIe-IIIe s. de n. è.)” reaffirms Dabrowa’s idea that post-Hadrainic colonies in the East still entailed land allocation for veterans, while also discussing the shifting landscape of veteran policies from the early to the late Roman empire. The following essay “La Legio III Gallica, la colonisation militaire et les Sévères” brings to the fore the role of a military unit that was critical to the establishment of colonies at Tyre and Sidon, while also deploying units at the veteran settlement at Acco-Ptolemais. In “Military Colonization in the Near East and Mesopotamia under the Severi,” Dabrowa discusses the spatial impact of the colonies, weighing in on potential centuriation in the Emesa region, and inquiring whether a program of land distribution ever occurred under the mandate of Alexander Severus, as the Historia Augusta would have us believe. Lastly, “Veterans and the Urban Policy of Roman Emperors” surveys almost two and a half centuries of veteran policies and their intersection with colonies, both east and west.

This is a volume that is redolent with erudition and knowledge of the Roman East, and the firm hand of the author walks us through a landscape of elusive colonies, military operations, and modest material evidence. The quibbles here are essentially two: first, the essays in Section III (Colonies) tend to often repeat points, concepts, and evidence. Second, the complete lack of maps and images is jarring. The volume would have benefitted enormously from maps illustrating the dissemination of third century colonies, for example, because even the most experienced specialist may have a problem locating Rhesaina and Singara in space. Further, the numismatic record of the colonies is the core evidence for eight essays, and the absence of illustrations makes the reading at times cumbersome. The lack of visual assistance is thus particularly regrettable. Lastly, a handful of typos went unnoticed in the copyediting process. All the same, this book is essential in advancing scholarly discourse about the Roman military in the east.

Notes

[1] Dabrowa, E. 1998. The Governors of Roman Syria from Augustus to Septimius Severus. Bonn: Habelt.

[2] Simon, J. 2019. The Roman Military Base at Dura-Europos, Syria: an Archaeological Visualization. Oxford and New York: Oxford University Press.

[3] Nollé, J. 1995. “Colonia und Socia der Römer. Ein neuer Vorschlag zur Auflösung der Buchstaben ‹SR› auf den Münzen von Antiocheia bei Pisidien,” in: Rom und der Griechische Osten. Festschrift H.H. Schmitt zum 65. Geburtstag, Stuttgart: Steiner, 350-370.

[4] Incidentally, Antioch on the Orontes is conspicuously absent from the list, despite its being the third century CE military hub of the east. Its long history of colonial issues (AD 218-253), however, is the object of a seminal study by Kevin Butcher’s “The Colonial Coinage of Antioch-on-the-Orontes c.AD 218-53,” The Numismatic Chronicle 148, 63-75.

SOURCE https://bmcr.brynmawr.edu/

(TO BE CONTINUED)

Posted in ARCHAEOLOGIE | Tagged , , , , , , , | Leave a comment

eCOWAVES HOMAD(e)S ARCHAIOLOGIAS(e)IN EUROOPEE & MEDI,LETS DO IT (e)

(BEING CONTINUED FROM 12/05/20)

A)Αίγυπτος: Στο φως η «αιγυπτιακή Πομπηία» κοντά στο Λούξορ

aigyptos-sto-fos-i-aigyptiaki-pompiia-konta-sto-loyxor

Φωτ. Reuters Newsroom08.04.2021 • 22:12

Στο φως έφεραν οι αρχαιολόγοι μια μεγάλη, αρχαία φαραωνική πόλη που είχε μείνει κρυμμένη για αιώνες, κοντά σε κάποια από τα γνωστότερα μνημεία της χώρας.

Διαβάστε ακόμη: Η εντυπωσιακή παρέλαση των Φαραώ στους δρόμους του Καΐρου (βίντεο)

Η πόλη χτίστηκε πριν από τουλάχιστον 3.400 χρόνια, κατά τη βασιλεία του Αμενχοτέπ (ή Αμένωφις) Γ΄, ενός από τους ισχυρότερους φαραώ της 18ης Δυναστείας, όπως ανέφερε ο Ζάχι Χάουας, ο γνωστός Αιγύπτιος αρχαιολόγος που επέβλεψε την ανασκαφή.

Τον περασμένο Σεπτέμβριο η ομάδα του Χάουας ξεκίνησε την αναζήτηση ενός ταφικού ναού κοντά στο Λούξορ. Όμως μετά από μερικές εβδομάδες οι εργάτες έπεσαν πάνω σε πλίνθινες δομές που εκτείνονταν προς όλες τις κατευθύνσεις.

aigyptos-sto-fos-i-aigyptiaki-pompiia-konta-sto-loyxor0

Η αρχαιολογική σκαπάνη αποκάλυψε μια καλοδιατηρημένη πόλη, με σχεδόν ανέπαφους τοίχους και δωμάτια γεμάτα με καθημερινά εργαλεία, δαχτυλίδια, σκαραβαίους, πολύχρωμα κεραμικά δοχεία και πλίνθους που έφεραν σφραγίδες με το σύμβολο του Αμενχοτέπ.

«Οι δρόμοι της πόλης περιβάλλονται από σπίτια… κάποιοι τοίχοι έχουν ύψος τρία μέτρα», ανέφερε ο Χάουας.

Η πόλη βρίσκεται στη Δυτική Όχθη του Λούξορ, κοντά στους Κολοσσούς του Μέμνονα και το Μεντινέτ Χαμπού, τον ταφικό ναό του φαραώ Ραμσή Γ΄, σε μικρή απόσταση από την Κοιλάδα των Βασιλέων.

«Πρόκειται για μια πολύ σημαντική ανακάλυψη», σχολίασε ο Πίτερ Λακοβάρα, ο διευθυντής του αμερικανικού Ταμείου Αρχαίας Αιγυπτιακής Κληρονομιάς και Αρχαιολογίας. Η κατάσταση στην οποία βρέθηκε η πόλης και ο μεγάλος αριθμός των αντικειμένων θυμίζουν μια άλλη, διάσημη πόλη, πρόσθεσε: «Είναι σαν μια αρχαία αιγυπτιακή Πομπηία και δείχνει πόσο κρίσιμο είναι να διαφυλαχθεί η περιοχή αυτή ως αρχαιολογικό πάρκο». Ο Λακοβάρα εργάζεται εδώ και 10 χρόνια στην ανασκαφή του ανακτόρου Μαλκάτα, αλλά δεν συμμετείχε στην ομάδα του Χάουας.

Η Μπέτσι Μπράιαν, καθηγήτρια Αιγυπτιολογίας στο Πανεπιστήμιο Τζονς Χόπκινς και ειδική στην εποχή του Αμενχοτέπ Γ΄, είπε ότι στην περιοχή βρέθηκαν πολλοί φούρνοι και καμίνια για την παρασκευή γυαλιού και κεραμικών, καθώς και θραύσματα από αμέτρητα αγάλματα. «Η ανακάλυψη αυτής της χαμένης πόλης είναι η δεύτερη σημαντικότερη αρχαιολογική ανακάλυψη μετά τον τάφο του Τουταγχαμών», εκτίμησε.

Η «μεγαλύτερη αρχαία πόλη της Αιγύπτου» εκτείνεται δυτικά προς το χωριό των εργατών Ντέιρ ελ Μεντίνα. Σύμφωνα με τις ιστορικές αναφορές, περιλάμβανε τρία παλάτια του Αμενχοτέπ Γ΄ και το διοικητικό και βιομηχανικό κέντρο της αυτοκρατορίας του, ανέφερε ο Χάουας στην ανακοίνωσή του. Εξακολουθούσε να κατοικείται μέχρι και πριν από 3.000 χρόνια, επί βασιλείας του Τουταγχαμών.

Βρέθηκαν επίσης δύο τάφοι «αγελάδων ή ταύρων» και ένα «ασυνήθιστο» ανθρώπινο λείψανο.

Ο Αμενχοτέπ Γ΄ ανέβηκε στον θρόνο της αρχαίας Αιγύπτου το 1.391 π.Χ. και πέθανε το 1.353.

Πηγή: ΑΠΕ – ΜΠΕ, Reuters, AFP

PAGAN https://www.kathimerini.gr/

B)Ηλικίας … 150.000 ετών ο πρώτος άνθρωπος του Αιγαίου

Παροχή άδειας για συστηματική ανασκαφή σε παλαιολιθική θέση στην περιοχή του Λισβορίου της Λέσβου αποφασίστηκε από το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο. Πρόκειται για χώρο της μέσης παλαιολιθικής περιόδου, αποδεικτικό της πρώτης εγκατάστασης ανθρώπου στο Αιγαίο πριν από 120.000 με 150.000 χρόνια. Ωστόσο, από την έρευνα δεν αποκλείεται να προκύψει ότι η ανθρώπινη παρουσία εμφανίστηκε στην περιοχή έως και 200.000 χρόνια πριν από σήμερα.

 Το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο επέτρεψε με απόφασή του πριν από τρεις εβδομάδες να διεξαχθεί συστηματική ανασκαφική έρευνα  από το Πανεπιστήμιο Κρήτης υπό τη διεύθυνση της αναπληρώτριας καθηγήτριας Προϊστορικής Αρχαιολογίας, Νένας Γαλανίδου. Η ανασκαφή θα πραγματοποιηθεί σε ένα μεγάλο ελαιώνα που ονομάζεται Ροδαφνίδια, δύο χιλιόμετρα δυτικά του Λισβορίου, όπου εδώ και χρόνια έχουν εντοπισθεί τα ίχνη της παλαιολιθικής αυτής εγκατάστασης. Μάλιστα, σχετική δημοσίευση υπήρξε στο περιοδικό «Αρχαιολογία» πριν από έντεκα χρόνια, το Σεπτέμβριο του 2000.

Τα ίχνη του οικισμού στα Ροδαφνίδια μάς δίνουν το δικαίωμα για ένα ταξίδι στην ιστορία του πλανήτη και της ανθρώπινης παρουσίας σε αυτόν, το οποίο συντείνει ουσιαστικά στην προσπάθεια που καταβάλλεται τον τελευταίο καιρό για να χαρακτηρισθεί όλη η Λέσβος παγκόσμιο γεωπάρκο.   

“Πράγματι”, αναφέρουν οι ερευνητές που ασχολούνται με το ζήτημα στην ανακοίνωση τους στο περιοδικό Αρχαιολογία το Σεπτέμβριο του 2000, “42 χιλιόμετρα δυτικά της Μυτιλήνης, στην Κοινότητα Πολιχνίτου, εντοπίσαμε τα ίχνη μιας υπαίθριας εγκατάστασης της Παλαιολιθικής εποχής. Η τοποθεσία, ένας μεγάλος ελαιώνας, ονομάζεται Ροδαφνίδια. Ο παλαιολιθικός λιθώνας που εντοπίσαμε έχει έκταση μεγαλύτερη από 400 στρέμματα. Σε όλη αυτή την έκταση υπάρχουν άφθονα αποκρούσματα και εργαλεία, τα οποία δεν φέρουν σημάδια μεταφοράς τους από το νερό, γεγονός που υποδηλώνει επιτόπια παραγωγή. Τα περισσότερα εργαλεία έχουν παραχθεί με άμεση κρούση σκληρού κρουστήρα, όπως φαίνεται από το μεγάλο βολβό που φέρουν. Λίγα μόνο έχουν μικρό βολβό, πιθανώς λόγω χρήσης διπολικής λάξευσης του πυρήνα. Τέλος, αρκετά παρουσιάζουν τεχνητή αφαίρεση του βολβού”. 

Στο σύνολο οι ερευνητές ξεχώρισαν κάθε λογής εργαλεία, ενώ, όπως σημειώνουν, απουσιάζουν τελείως τα όστρακα αγγείων. Τα χαρακτηριστικά της λιθοτεχνίας σύμφωνα πάντα με τους ερευνητές στα Ροδαφνίδια ανήκουν στη Μέση Παλαιολιθική εποχή ενώ κάποια στοιχεία μπορούν ίσως να φτάσουν τη χρονολογία ζωής στο χώρο στο τέλος της Κατώτερης Παλαιολιθικής (200.000 χρόνια πριν από σήμερα).

Όπως η κ. Νένα Γαλανίδου δήλωσε, η ανασκαφή στα Ροδαφνίδια θα ξεκινήσει την ερχόμενη άνοιξη.
 
 Πηγή: Περιοδικό “Αρχαιολογία”

(SYNECHIZETAI)

Posted in ARCHAEOLOGIE | Tagged , , , , , , , | Leave a comment

AI ARCHEOLOGIKAI EEMETERAI SCHOLAI KALOUNTAI OOS ORGANOTHOUN SYNERGAZOMENAI META TOON HYPOLOIPOON HETAIROON,PROS EKSKAFAS EKSOOTHEN (XIV)

(BEING CONTINUED FROM  1/05/20)

a)750 Sacks Of Human Excrement Recovered From Herculaneum

Herculaneum, which lies on the Bay of Naples in southern Italy, was buried by the eruption of Mount Vesuvius that destroyed Pompeii, Stabiae and other nearby towns in 79 AD. 

Specialists involved in the Herculaneum Conservation Project have excavated the ancient sewers of the city and uncovered the largest deposit of organic material ever found in the Roman world. 

Layers of excrement that lay buried by volcanic mud for centuries are giving experts new clues about the diet and health of the city’s ancient inhabitants. 

Project manager Jane Thompson told ANSA the team has recovered some 750 large sacks of human excrement. 

“Studying this waste and linking it to the inhabitants or workers in the buildings above is allowing us to learn more about their lives, the types of food people ate and the work they did,” Thompson said. “This is even more unusual because it emerged from a conservation project”. 

Herculaneum Sewer [Credit: Herculaneum Conservation Project]

When Vesuvius erupted the Roman city had an efficient system of water drainage with subterranean sewers that flowed beneath several roads that ran on a north-south axis in the city. One of the channels is only 60 cm wide and a metre high and is believed to have served the town’s main public baths and several houses, and a second channel with similar dimensions. 

Both ran through the town to the shoreline. 

“We cleaned out the two principal Roman sewers that ran to the shoreline,” Thompson said. “The sewer under the Cardio III road was cleaned out with a high pressure pump and it is immaculate. 

But it was the third of Herculaneum’s north-south roads that revealed the biggest surprise – a large tunnel measuring 3.6 metres high that runs under Cardo V street along an entire city block. 

“The sewer we found under the Cardo V road in the lower stage of the city is so large and spectacular we could use human beings instead of pressure hoses,” Thompson said. 

“This was crucial because it has never been completely excavated and we found a half-metre deposit of organic waste along its entirety.” The 86-metre tunnel is linked to chutes that flowed from the latrines and kitchens of the homes and shops above. Instead of draining into the sea, this sewer was more like a giant septic tank that collected human waste, food scraps and discarded objects. 

Food remains from a latrine pit:  grape pips, fig pips, fish bones, sea urchin shell [Credit: University of Oxford]

Apart from 170 crates of artefacts including pottery,a lamp and 60 coins, the excavation team has recovered bone pins, necklace beads and a gold ring with a decorative gemstone from the sewers. But it is the organic deposits that may provide the most innovative research – giving researchers an unprecedented insight into the diet and health of the Roman inhabitants. 

Early analysis confirmed that the human faeces were rich in vegetable fibres and one sample showed a high white blood cell count, which according to researchers, indicated a bacterial infection. 

The Herculaneum Conservation Project, directed by Professor Andrew Wallace-Hadrill, is a joint initiative involving the Special Superintendency for Archeology in Naples and Pompeii,the Packard Humanities Institute and the British School at Rome. American philanthropist David Packard has committed more than 15 million euros to the project to date. 

Source: ANSA/IT [June 13, 2011]

b)Gadir se conecta con Egipto

El hallazgo de dos tumbas fenicias validan los fuertes lazos comerciales exteriores de Cádiz

Solar de la antigua Subdelegación del Gobierno en Cádiz con las 12 tumbas.
Solar de la antigua Subdelegación del Gobierno en Cádiz con las 12 tumbas. R. R. EFE

La antigua Subdelegación del Gobierno de Cádiz sigue siendo un solar después de más de cuatro años desde que se derribara su edificio principal. Y, aunque todo parecía parado en él, allí acaban de descubrirse varios de los restos arqueológicos más llamativos de los últimos años en la capital gaditana, donde cualquier excavación suele sacar a la luz su pasado más glorioso. Aquí esos trabajos han sacado varias capas de la historia gaditana. La más antigua, del siglo VI antes de Cristo, ha permitido hallar dos tumbas de época fenicia con piezas de inspiración egipcia. Para los arqueólogos es una demostración de la comunicación entre ambas culturas.

La investigación arqueológica acumula medio año. Y es ahora, cuando después de muchos rumores y comentarios, las autoridades han decidido confirmar la importancia de los restos encontrados hasta ahora. La delegada provincial de la Consejería de Cultura, Cristina Saucedo, y el subdelegado del Gobierno, Javier de Torre, han visitado las obras para revelar que el interés suscitado por este yacimiento no iba desencaminado.

En las tumbas se han hallado numerosos objetos: anillos, pendientes, collares y joyas de bronce

Lo más relevante apareció el pasado 19 de diciembre. Mientras se realizaban los sondeos para ubicar los nuevos pilotes del futuro edificio de la Subdelegación, aparecieron dos conjuntos funerarios. Cada uno tiene seis tumbas realizadas en caja de sillares de roca ostionera de gran tamaño. Los investigadores han comprobado que presentan un estado de conservación excelente. Las tumbas son las que han aportado numerosos objetos de valor: anillos, pendientes, collares, joyas de bronce con chapa en oro y plata. Y lo más llamativo varios amuletos de origen egipcio, que representan a dioses de esa civilización. “Son piezas de inspiración egipcia con muy escasa presencia en España”, destacó Saucedo. Según la delegada, a falta de estudios posteriores, el hallazgo confirma la relación comercial entre Gadir y Egipto.

Pero la excavación, en la frontera entre el casco antiguo y la zona nueva de la ciudad, ha revelado más cosas. Por ejemplo, las puertas originales de la ciudad en el siglo XVII, dos troneras de la segunda línea defensiva y 28 tumbas de época romana, datadas entre el siglo I antes de Cristo y el II después de Cristo.  Las piezas, como recoge la ley, serán trasladadas al Museo Provincial para su estudio. Ahora queda saber cómo afectarán estos hallazgos al desarrollo del nuevo edificio administrativo previsto.

source https://elpais.com/ 2013

c)

НЕВЕРОВАТНО ОТКРИЋЕ: Порука Србима урезана у обелиск у Лици пре 2800

У граду Сирбину, како га назива Страбон и како се стварно звао, а Грци су га прекрстили у Ксантос, у покрајини Лици, Мала Азија, нађен је уклесан на великом камену српски законик из осмог века пре Христа. Законик је уклесан на српском језику и на србици, тако да се може без много труда читати.

У Лици малоазиској (Људеји) Александар Велики је затекао једно посебно стање. У градовима Лике, који су били бројни, није било персиских посада. Иако је Лика била укључена у Персијску царевину од времена Кира Великог, она је задржала своје посебно уређење и своје старе законе.

Имали су савез од 23 града, међу којима је град Сирбин (данашњи Ксантос) био престоница и највећи од градова . Личани су најпре били познати под именом Солими, а затим као Термили по једном делу Крићана, које је Сарпедон довео са Крита и населио у Лици . Сарпедон је основао и град Милет као насеобину критског града Милета .

Стари Законик лички, који је био уклесан у каменом обелиску у граду Сирбину, потиче из VIII века пре Христа, нађен је и био је на сербо-рашком језику и писму. Изглед овог споменика можете видети у самом тексту. Ликијске текстове је сакупио крајем XIX века аустријски професор Ернст Калинка. Тумачење текста грчким и другим језицима није дало резултат, а прочитан је у целости од стране Светислава Билбије, уз тумачење древног србског језика и писма из Лидије и Ликије. Билбија је најпре протумачио и објавио своје дешифровање текста са северне стране споменика, према препису Ернста Калинке (стр. 44 наведене Калинкине књиге, са 34 исказа које је Билбија гласовно протумачио као запис фонетским писмом, а протумачио га је помоћу сличности са србским језиком.

Светислав Билбија је текст са северне стране споменика у Сирбину назвао „Порука Србима урезана у обелиск у престоници Лике – Ликије пре 2600 – 2800 година“, а касније је протумачио читљиве делове записа и са других страна. Taj радни материјал је објављен у зборнику „Catena Mundi“, под насловом „Обелиск из Ксантоса – Камена књига закона и обичаја старих Срба“, где су искази приказани у облику одредби законика, које су груписане према темама које обрађују, уз ознаку стране споменика и броја реда за сваку од одредби.

Комплетан текст овог споменика сербо-рашке писмености азијске Ликије и древног сербо-рашког законика, који садржи 232 одредбе, уобличио је и допунио коментарима проф. Радомир Ђорђевић.

Одредбе су сврстане у 16 група, према своме садржају, а свака од њих носи ознаку стране света и реда на обелиску. Те групе (главе Законика) су:

(1) О управљању државом – задатак државе; (2) Хуманитарне дужности државе; (3) Слобода занимања и рада; (4) Обичаји и закони; (5) Избор и особине вође; (6) Дужности бораца; (7) О непријатељу и његовом чињењу; (8) Мудре изреке и савети; (9) Савети предака пољоделцима; (10) Савети копачима златне руде;

(11) Лекарски савети; (12) Кривична дела, поступак и казне; (13) Васпитање деце; (14) О храни и њеној припреми; (15) О храни и како се хранити; (16) Уклесано треба читати, памтити, вршити. Ради стицања утиска о садржају законика са обелиска у Сирбину, навешћемо овде појединачно само неке од одредби (оне носе Билбијине ознаке стране и реда).

Тако у делу названом „О управљању државом; задатак државе“ стоји:

З-10 о yправљањy овђе међама – границама државе завјет ту створити, ослањати се на стотине бораца, ови се нужно хоће – требају….

С-7 држава има задатак позивати на оружану узбуну кроз цијели живот, зла која кебају вребају), она укеба така зла

Ј-55 народу треба рећи да овђе стављени чувари штите тврђаву и који јој овђе припадају

И-56 ко овђе дирне у народ, ко обара обичаје, блати, које шибајтe y затвору

С-51 све је дато тој ложи, има дружину када треба торњевима, знају одмах да нађу чуваре који знају штитити, бранити је

И-57 такве који руше имовину, спријечити, чега ради их гонити, те ако се докаже, тога објесити, да одјекне да се сазна

Ј-53 крв насуту зазидаше, ко овђе говори у ругалицама, овима ту суђење да се има

C-52 ту хоће се одређена снага да је одржи, ако потрошена буде, жера да изије ту коју купују Међани

С-60 ми имамо велико оружје и начин да сломимо који се ставио да се довати овог мјеста, жртве оплакиваће послије народне пјеваније

У делу, названом „Дужности бораца и њихове особине“, стоји:

С-44 Срби да се крве (да ратују) овђе за циме (врхове тврђаве), да спријече икоме они да оду, да надзиру потомке, нека силно жежу те који гледају да их узму

С-45 примјерно треба пазити као што су обичаји, закон, имати огњиште, ко оца и матер, стари гробови да се поштују

И-1 у боју издаја, она једе потомке, кроз цијели живот прошлост стрши…

И-12 да (нека) људи копљаници, када су у боју, заштите оне заробљене туђинце које нађу покорене…

У делу, названом „Особине вође и његов избор“, стоји:

И-53 предање је предака, у кући које мушкарац, он господари, и тако да остане

З-15 да јест домаћин кога годинама познају, вале и траже да он правду примјењује

С-45 примјерно треба пазити као што су обичаји, закон, имати огњиште, ко оца и матер, стари гробови да се поштују

SOURCE https://srbin.info/

(TO BE CONTINUED)

Posted in ARCHAEOLOGIE | Tagged , , | Leave a comment

Το σπήλαιο Πετραλώνων (5)

(ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΑΠΟ 4/05/20)

ΟΙ ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΕΣ ΤΗΣ Α.Ε.Ε. ΕΠΑΙΣΧΥΝΤΑ ΑΝΑΤΙΘΕΝΤΑΙ ΠΡΟΣ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΟΥΣ… ΚΑΤΑΓΓΕΛΛΟΜΕΝΟΥΣ

(ενδεικτικά, ορισμένα παραδείγματα):

          Α) Αναφορικά με τις καταστροφικές παρεμβάσεις που έχει υποστεί το κρανίο του Αρχανθρώπου των Πετραλώνων, αρχικά 16-9-1983, ο “Συναγερμός” είχε αναφερθεί στο θέμα με τίτλο: “Καταστρέφεται το κρανίο του Αρχανθρώπου των Πετραλώνων”. Στη συνέχεια, 31-10-1985 / 457 η Α.Ε.Ε. προέβη σε αντίστοιχη έγγραφη αναφορά, η οποία δεν διερευνήθηκε τότε λόγω… “ανωτέρας (πολιτικής…) βίας”. Έτσι η Α.Ε.Ε. επανήλθε 16-9-2005 / 1245, προτείνοντας αυτή τη φορά να ληφθούν συγκεκριμένα επιπλέον μέτρα προστασίας τού απολιθώματος (φωτογραφική τεκμηρίωση, βιντεοσκόπηση κλπ), προτάσεις που όμως και πάλι απέβησαν εις μάτην (καθότι ξανά παράνομα δεν δόθηκε καμμία αντίστοιχα απάντηση, αλλ’ ούτε κι έγινε κάποια ανάλογη ενέργεια – παραπέμποντας ακόμα και σε ύποπτα πλαίσια). Του ζητήματος συνεχίζει να ενημερώνεται από την Α.Ε.Ε. το κράτος (27-10-2005, 31-12-2007, 28-1-2008, 12-3-2009 ή / και 19-7-2010), ενώ παραπέρα σχετική πληροφόρηση γίνεται εκ μέρους επίσης της Ευρωπαϊκής Ανθρωπολογικής Ένωσης (σε συνέχεια αποφάσεών της τόσο του 1984 στη Φλωρεντία, όσο και του 2010 στο Πόζναν της Πολωνίας), οι οποίες (αποφάσεις) συνοψίστηκαν σε επιστολή 5-9-2012 προς το Υπουργείο Πολιτισμού, το οποίο δήθεν “απάντησε” 31-10-2013 (παραδόξως, όμως, σε επιστολή της Παγκόσμιας Ένωσης Σπηλαιολογίας – I.U.S.) της 13-8-2013, με μια “ως εκ του θαύματος” εκ νέου παραπομπή του εγγράφου στους καταγγελλόμενους. Εν ολίγοις, ένας ανθρωπολόγος εξ Η.Π.Α, ένας εξ Αγγλίας, ένας εκ Γερμανίας και οι δύο Πουλιανοί από την Ελλάδα, διαπιστώνουν τεράστιες φθορές που έγιναν επί του κρανίου του Αρχανθρώπου στα χέρια καθηγητών του Α.Π.Θ. Σε συνέχεια όμως των ανωτέρω, η Αρχαιολογική Υπηρεσία 15-1-2008, αλλά όπως προαναφέρθηκε και 31-10-2013 δήθεν “απάντησε” (δηλ. όχι με τεκμηριωμένα στοιχεία) ότι: Πρόσφατα πραγματοποιήθηκε διεξοδική επιθεώρηση του κρανίου από ομάδα εμπειρογνωμόνων αποτελούμενη από καθηγητές του Πανεπιστημίου (εν προκειμένω του καταγγελλόμενου Α.Π.Θ.) και τον Διευθυντή της Εφορείας Παλαιοανθρωπολογίας – Σπηλαιολογίας της Βόρειας Ελλάδας (τον κ. Α. Ντάρλα). Με τον έλεγχο αυτό διαπιστώθηκε ότι το κρανίο βρίσκεται σε άριστη (;;;) κατάσταση και προστατεύεται με ασφάλεια στο Μουσείο Γεωλογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Στο σημείο αυτό αξίζει να επισημανθεί αφενός ότι στην ομάδα των “εμπειρογνωμόνων” δεν συμπεριλήφθηκε και πάλι κανένας ανθρωπολόγος, ενώ ο κ. Ντάρλας όντας αρχαιολόγος προφανώς αδυνατεί να διαπιστώσει κατά πόσο έγιναν και ποίες ζημιές στο κρανίο. Αφετέρου, ξανά δεν ρωτήθηκε σχετικά, ενώ προφανώς θα έπρεπε να ληφθεί υπόψη η γνώμη του μόνου παλαιοανθρωπολόγου που υπηρετεί στο ΥΠ.ΠΟ.Α., του Δ-ρα Νίκου Α. Πουλιανού, ενός εκ των 5 καταγγελλόντων. Έτσι, είτε οι ειδικοί επιστήμονες ανησυχούν χωρίς λόγο, είτε από πλευράς καθηγητών Α.Π.Θ. και Αρχαιολογικής Υπηρεσίας επιχειρήθηκε μια άνευ προηγουμένου εξαπάτηση των πάντων, σχεδόν όλου δηλ. του υπουργικού συμβουλίου (Υπουργών Πολιτισμού, Τουρισμού, Παιδείας, Δικαιοσύνης κ.ά.), αλλά το χειρότερο της Διεθνούς Σπηλαιολογικής Ενώσεως, η οποία προφανώς αδυνατούσε να διανοηθεί ότι η εν Ελλάδι Αρχαιολογική Υπηρεσία μπορούσε ακόμα και να ψεύδεται ασύστολα ενώπιό της (κατάμουτρα)… Πέρα από τις κατά καιρούς καταστροφικές παρεμβάσεις που έχει υποστεί το κρανίο του Αρχανθρώπου, ο Δ-ρ Ν. Α. Πουλιανού έθεσε στη συνέχεια 19-3-2019 επί τάπητος ένα επιπλέον ζήτημα, αυτό της φύλαξης και της ανάγκης μεταφοράς του ευρήματος από το ΑΠΘ στο Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης. Σ’ αυτή την εισήγηση ο προϊστάμενός του αρχαιολόγος κ. Ντάρλας αντέτεινε 5-4-2019 ότι δεν λαμβάνονται υπόψη όλες οι παράμετροι του ζητήματος (πιθανόν εκείνες που αναφέρουν  τα περί δήθεν άριστης κατάστασης διατήρησης του ευρήματος, το οποίο τάχα προστατεύεται με ασφάλεια στο Μουσείο Γεωλογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης). Στη συνέχεια και λόγω της διαφαινόμενης αδιαφορίας της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας, το ζήτημα έφτασε 19-8-2020 στον Άρειο Πάγο, όπου ενδιαφέρον έδειξε και μάλιστα την επομένη 20-8-2020 ο Αντιεισαγγελέας του Αρείου Πάγου κ. Δασούλας Δημήτριος (σχετ. πρβλ. κι ένα διαβιβαστικό της 10-10-2020 της Γενικής Διεύθυνσης Αρχαιοτήτων). Τελικά όμως φαίνεται πως η Αρχαιολογική Υπηρεσία δεν μπόρεσε να “ξεσκαλώσει” την όλη υπόθεση η οποία όπως είδαμε “σέρνεται” εδώ και 60 ουσιαστικά χρόνια. Το γεγονός αυτό έκανε τον Άρη Πουλιανό 6-4-2020 να επανέλθει με την ελπίδα τ’ απολίθωμα να τεθεί το γρηγορότερο σε συνθήκες απόλυτης ασφάλειας, κάτι που είναι και το κατά προτεραιότητα βασικότερο ζητούμενο.

         Β) Διαδικτυακές “επίσημες” διαστρεβλώσεις: Με το 1942 / 7-7-2016 έγγραφό της η Α.Ε.Ε. διαμαρτυρήθηκε για το ότι η Εφορεία Παλαιοανθρωπολογίας – Σπηλαιολογίας (Ε.Π.Σ.) στην επίσημη ιστοσελίδα της σχετικά με το Σπήλαιο Πετραλώνων διαστρεβλώνει ακόμα και τη βιβλιογραφική πραγματικότητα, αναφερόμενη στο ενδεχόμενο των 300.000 χρόνων (όπως αρχικά η κ. Βασιλοπούλου με τις 200.000 χρόνια, μετά η κ. Βελένη και ξανά ο κ. Νάρλας το 2012), αυτή τη φορά όμως με την ανεκδιήγητη βιβλιογραφική παραπομπή σε ανάλογα δήθεν συμπεράσματα του Δ-ρα Άρη Πουλιανού (παραβιάζοντας “πολιτισμένα” κάθε ιερό και όσιο). Και πάλι όμως η Γενική Δ/νση Αρχαιοτήτων ανέθεσε το χειρισμό του ανωτέρω 1942 εγγράφου στην καταγγελλόμενη Ε.Π.Σ., η οποία δήθεν “απάντησε” 3-8-2016, ενώ ταυτόχρονα (εντός ολίγων ημερών) εξαπέλυε 12-8-2016 μια εκδικητική επίθεση, με κλήση σε απολογία του μόνου της παλαιοανθρωπολόγου Δ-ρα Ν. Α. Πουλιανού. Είναι γνωστό πως η Αρχαιολογική Υπηρεσία είναι ένα εν διαπλοκή εξαρτώμενο κράτος εν κράτει (πρβλ. π.χ. Ελευθεροτυπία του 1980 ή Iefimerida του 2017). Όμως ανεξαρτήτως τούτου, το σημαντικότερο ερώτημα που ανακύπτει είναι κατά πόσο η Γενική Διεύθυνση Αρχαιοτήτων και οι διάφοροι “αρμόδιοι” (συμ)φορείς του ΥΠ.ΠΟ.Α. δεν έχουν μέχρι σήμερα ούτε καν αντιληφθεί ότι το ανωτέρω (3-8-2016) έγγραφο της Ε.Π.Σ. αποτελεί κλασσική περίπτωση υπεκφυγής απάντησης, αν όχι και στοχευμένης συγκάλυψης πλείστων όσων παρανομιών; Έτσι, μ’ αφορμή αυτή τη διαστρέβλωση, τέθηκε εξάλλου στη συνέχεια το ερώτημα: Μήπως άραγε η Αρχαιολογική Υπηρεσία δρα ανθελληνικά (οπότε κατά συνέπεια επίσης κι αντιευρωπαϊκά); Η συνέχεια επί της οθόνης…

         Γ) Στην εφημερίδα «Χρόνος» της Κομοτηνής δημοσιεύθηκαν αναφορικά με το σπήλαιο Πετραλώνων τέσσερα άρθρα με τίτλο: Τα χάλια και οι αυθαιρεσίες στο επικίνδυνο πια Σπήλαιο Πετραλώνων. Τα δύο τελευταία εξ αυτών κυκλοφόρησαν 17-8 και 24-8 του 2016 (μέρος Γ’ και Δ’ αντίστοιχα), παραθέτοντας επιστολές επισκεπτών αναφορικά με τα ίχνη φωτιάς που έχει ανακαλύψει εκεί ο Δ-ρ Α. Πουλιανός. Οι επιστολές αυτές έκαναν λόγο για “ξεναγήσεις” πως τα ίχνη φωτιάς οφείλονται σε επενέργεια κεραυνών – (αν είναι δυνατόν;) – ή / και απλά σε σκούρα χώματα, με ρητές νύξεις περί του (δήθεν) εσφαλμένου των σχετικών απόψεων του ανασκαφέα. Υπεύθυνη για οποιεσδήποτε ενέργειες στο σπήλαιο Πετραλώνων, σύμφωνα με το Νόμο καθώς και αποφάσεις Ανωτάτων Δικαστηρίων, είναι η Εφορεία Παλαιοανθρωπολογίας – Σπηλαιολογίας (Ε.Π.Σ). Για αυτό, την 15η Δεκεμβρίου 2016 η Α.Ε.Ε. αποτεινόμενη προς τη Γενική Διεύθυνση Αρχαιοτήτων (Γ.Δ.Α.Π.Κ.), που είναι η προϊσταμένη αρχή της Ε.Π.Σ., ζήτησε εξηγήσεις για τις καταφανώς δυσφημιστικές για τον ανασκαφέα προαναφερμένες “ξεναγήσεις”. Η ΓΔΑΠΚ έκρινε σκόπιμο να διαβιβάσει “λόγω αρμοδιότητας” την από 15-12-2016 επιστολή της Α.Ε.Ε. πάλι στην Ε.Π.Σ, η οποία δεν έχασε βεβαίως την ευκαιρία, αν και καταγγελλόμενη Υπηρεσία, να “απαντήσει” 23-1-2017. Έτσι στις ερωτήσεις της Α.Ε.Ε. κατά πόσο εκφράζονται οι απόψεις της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας με τις εν λόγω “ξεναγήσεις”, οι απαντήσεις της Ε.Π.Σ.ήταν καταφανέστατα άσχετες με τις ερωτήσεις, όπως π.χ. για το εάν πρόκειται για έρευνα της εφημερίδας ή όχι κ.ά. παρόμοια. Αντίθετα, τα αρχαιότερα ίχνη φωτιάς στη Γη (700.000 ετών) βρέθηκαν πράγματι από την Α.Ε.Ε. στο σπήλαιο Πετραλώνων, όπως προκύπτει από επιστημονικές δημοσιεύσεις ή συνεντεύξεις “ον κάμερα” (και όχι βεβαίως κάποια πινακίδα που η Ε.Π.Σ. επικαλέστηκε πρόσφατα για να “αποδείξει” ότι η Α.Ε.Ε. προέβη σε παράνομες ανασκαφές). Πάντως το ύφος στις δήθεν “απαντήσεις” το 2017, θυμίζουν έντονα το ερώτημα της “Κάθε 1ης του μηνός” Ιουλίου 2011: όντως ή (/και) σκόπιμα είναι τόσο ανίκανοι; Στο σημείο αυτό επισημαίνεται εξάλλου πως ακόμα κι αν υποτεθεί πως η Γ.Δ.Α.Π.Κ. διαβίβασε την από 15-12-2016 καταγγελία της Α.Ε.Ε., ώστε να διαθέτει και την άποψη της Ε.Π.Σ., το γεγονός ότι ενώ όφειλε, δεν έλεγξε (συγκρίνοντας) τα εν λόγω έγγραφα και ταυτόχρονα τους υφισταμένους της, δείχνουν μια προσπάθεια συγκάλυψης (κοινώς “κουκουλώματος”) των παρανομιών και ενδεχομένως ακόμα και της μεταξύ τους συνενοχής. Σε κάθε περίπτωση βεβαίως δεν προσέφερε τίποτα το θετικό στην εικόνα της Δημόσιας Διοίκησης μιας Γενικής Διεύθυνσης της Ε.Ε., η οποία χρηματοδοτείται από τις οικονομίες των Ευρωπαίων πολιτών, προκειμένου “έντεχνα” να αποφευχθεί η απάντηση σχετικά με την ανακάλυψη για τα αρχαιότερα ίχνη φωτιάς που άναψαν ποτέ “προ-ανθρώπινα” χέρια πάνω στη Γη.

ΥΠΠΟπαράνομες μη απαντήσεις σε έγγραφα της Α.Ε.Ε.

          Με βάση τα παραπάνω αποδεικνύεται πέραν πάσης αμφιβολίας ότι παράνομα δεν δίνονται συνήθως μάλιστα καθόλου απαντήσεις. Όποτε δε ενίοτε δίνονται, τότε αυτές επίτηδες – και ξανά παράνομα – παραβλέπουν την ουσία των εγγράφων της Α.Ε.Ε., στο πλαίσιο μιας ΥΠΠΟδιαστρέβλωσης, καθόλα τεραστίων διαστάσεων.

“ΥΠΠΟπροστασία” καταδικασμένων ψευδομαρτύρων και το αντίστοιχο “πολιτισμένο” μπούλινγκ (;!)

          Το 2007 εκδόθηκε η 2812 δικαστική απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, σύμφωνα με την οποία οι δύο γνωστοί από τα προαναφερθέντα αρχαιοφύλακες του ΥΠ.ΠΟ. (οι κ. Κ. Παπαδόπουλος και Α. Χαντζαρίδης), εκείνοι που είχαν επίσης διατελέσει μέχρι το 1998/9 υπάλληλοι της προαναφερμένης Υπηρεσίας Αυτεπιστασίας του Ε.Ο.Τ. (οι ίδιοι που δεν γνώριζαν… τίποτα για την ύπαρξη χοιροστασίου), είχαν καταδικαστεί ως ψευδομάρτυρες διότι κατήγγειλαν αμφότερους τους Πουλιανούς (Άρη και Νίκο) πως (δήθεν) έκαναν λαθρανασκαφές ( …αν είναι ποτέ δυνατόν… ) στο σπήλαιο Πετραλώνων. Ο βασικότερος στόχος βέβαια ήταν ο μόνος παλαιοανθρωπολόγος του ΥΠ.ΠΟ.Α., Δ-ρ Νίκος Α. Πουλιανός, διότι αν γινόταν κατορθωτό να καταδικαστεί για ανάλογο αδίκημα, όντας υπάλληλος σε Αρχαιολογική Υπηρεσία, θα είχε χάσει τη θέση του κινδυνεύοντας ακόμα και με φυλάκιση. Μέχρι σήμερα πάντως παραμένει επίσης άγνωστο κατά πόσο οι αντίστοιχες “καταγγελίες” τελούσαν καθ’ υπαγόρευση των τότε “ιθυνόντων” της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας. Η συνέχεια όμως είναι εκπληκτική, ακόμα και για μας τους Έλληνες που έχουμε εξοικειωθεί με παρόμοιες απατεωνιές. Αυτή λοιπόν τη δικαστική απόφαση πρωτοκόλλησε η Α.Ε.Ε. 6-2-2008 στο ΥΠ.ΠΟ. (όπου πήρε τον αρ. πρωτ. 11746 / 8-2-08), με την παράκληση για ενημέρωση των ενεργειών που θα ακολουθούσαν εκ μέρους του Υπουργείου Πολιτισμού. Τουλάχιστον σε αυτή την περίπτωση αναμενόταν κάποια απάντηση. Αλλά φευ ούτε και τότε έγινε αυτό εφικτό. Αντίθετα, ο μεν πρώτος αρχαιοφύλακας πήρε προαγωγή, ο δε δεύτερος συνταξιοδοτήθηκε κανονικότατα. Αυτό συνέβη διότι το τότε ΥΠ.ΠΟ. είχε σκαρφιστεί το εξής τέχνασμα: Με τον ίδιο αρ. πρωτ. (11746) απέστειλε 2-4-2008 την απόφαση 2812 / 2007 στο Εφετείο Θεσσαλονίκης, κάτι που δείχνει καραμπινάτη περίπτωση “κουκουλώματος δια του βραχυκυκλώματος”. Κατ’ αυτό τον τρόπο το ΥΠ.ΠΟ. εμφανίζεται μέχρι και σήμερα πως τάχα έκανε αυτό που όφειλε, ενώ οι δικαστές της Θεσσαλονίκης μάλλον πρέπει να έμειναν κατάπληκτοι καθότι τους αποστελλόταν από την Αθήνα η δικαστική απόφαση που οι ίδιοι είχανεκδώσει στη συμπρωτεύουσα.

         Αν τώρα φανταστεί κανείς πως η ανωτέρω κατάληξη αποτέλεσε και την τελική έκβαση, απατάται, καθότι υπήρξε μια συνέχεια ακόμα πιο βορβορώδης. Χρησιμοποιώντας, εν γνώσει του τους ίδιους καταδικασμένους ψευδομάρτυρες κι υποστηρίζοντας το ίδιο ακριβώς κατηγορητήριο, ο προαναφερθείς κ. Α. Ντάρλας κατέθεσε 29-10-2008, άλλη μια από τις πολλές μηνυτήριες αναφορές εναντίον αμφοτέρων των Πουλιανών. Η μήνυση αυτή τέθηκε 25-6-2009 στο αρχείο. Παρόλα αυτά, 2-5-2010 διαβιβάστηκε στην Εισαγγελία Εφετών Θεσσαλονίκης το υπ’ αριθ. πρωτ. 3503/6-5-2010 έγγραφο του Υπουργού Πολιτισμού, που απευθυνόταν στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, με το οποίο ο αρμόδιος Υπουργός Πολιτισμού (τότε ήταν ο κ. Π. Γερουλάνος – “ομογάλακτος” του κ. Ε. Βενιζέλου, κατόπιν βεβαίως σχετικής προηγούμενα εισηγήσεως εκ μέρους του κ. Α. Ντάρλα), ζήτησε την ανάσυρση της δικογραφίας, διότι δήθεν ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, ο οποίος την είχε θέσει στο αρχείο (25-6-2009) έσφαλε στην κρίση του. Έτσι, ανασύρθηκε η δικογραφία κι επαναλήφθηκε η διαδικασία των ανακρίσεων. Αποτέλεσμα: Χάθηκαν ξανά άσκοπα χρόνος, χρήμα, καθώς επίσης κόπος, εκπεφρασμένος σε (τουλάχιστον) ψυχική οδύνη, καθότι 20-9-2011 εκδόθηκε το 1132 Απαλλακτικό Βούλευμα. Εντωμεταξύ όμως είχε χαθεί για την ΑΕΕ ενώπιον του Σ.τ.Ε, επί προεδρίας του κ. Π. Πεκραμένου, το 2010 η υπόθεση του σπηλαίου Πετραλώνων, με βάση προφανώς (μεταξύ άλλων) και των ανωτέρω ψευδών αιτιάσεων της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας. Οι αντίστοιχες αποφάσεις του Σ.τ.Ε, καθώς και του Αρείου Πάγου του οποίου η απόφαση εκδόθηκε μόλις το 2017, έχουν καταγγελθεί από το νομικό σύμβουλο και αντιπρόεδρο της Α.Ε.Ε. κ. Ν. Τρίπλη, ως πραξικοπηματικές και παράνομες. Έτσι, αναγκαστικά αναμένεται συνέχεια ενώπιον του Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στο Στρασβούργο, μια εξέλιξη όχι και ιδιαίτερα κολακευτική για το σημερινό δικονομικό μας σύστημα.

         Εξ αιτίας όμως του ότι οι προαναφερόμενοι κ. Α. Ντάρλας, Κ. Παπαδόπουλος και Α. Χαντζαρίδης, παρά τη δικαστική απόφαση 2812 / 2007 για συκοφαντική δυσφήμηση, επέμεναν στους ίδιους ισχυρισμούς ενώπιον σχεδόν κάθε αρχής ως προς τις δήθεν παράνομες ανασκαφές στο Σπήλαιο Πετραλώνων, καθώς και τις εντωμεταξύ μηνύσεις που είχε καταθέσει ο κ. Ντάρλας, ασκήθηκε το 2009 αγωγή εναντίον τους για συκοφαντική δυσφήμιση εκ μέρους των Δ-ρων Άρη και Νίκου Πουλιανού. Ως “απάντηση”, αλλά πιθανόν και για λόγους καθυστέρησης της εκδίκασης, ανταγωγή άσκησε ο κ. Α. Ντάρλας το 2010. Μεσούντων ανάλογων εκδικάσεων η τότε πολιτική ηγεσία για λόγους εξάλλου προφύλαξης των ανθρώπων της, λίγο πριν τις εκλογές του 2015 ανηθικότατα μετέφερε τον κ. Ντάρλα ως προϊστάμενο στην Εφορεία Παλαιοανθρωπολογίας – Σπηλαιολογίας από τη Θεσσαλονίκη στην Αθήνα όπου εργάζεται ο μόνος παλαιοανθρωπολόγος του Υπουργείου Πολιτισμού Δ-ρ Ν. Α. Πουλιανός. Υπό αυτές τις συνθήκες η παλαιοανθρωπολογία του Υπουργείου Πολιτισμού (σκόπιμα ή μη) υποβαθμίστηκε σε απίστευτο βαθμό (αναλυτικότερα βλ. κατωτέρω), γεγονός που δεν φαίνεται να ενόχλησε ιδιαίτερα (αλλά αντιθέτως μάλλον χαροποίησε), την καθ’ ημάς Αρχαιολογική Υπηρεσία και τους ΥΠΠΟαρχαιολόγους της.

            Σχετικά τώρα με ακόμα πιο δυσώδεις καταστάσεις (όπως π.χ. της 911/2015 ! προσφυγής ενώπιον του Σ.τ.Ε), στις οποίες ενέπλεξαν την ελληνική παλαιο-ανθρωπολογία διάφοροι καθεστωτικοί φορείς (οι οποίοι μάλλον δεν μπορούν να αντιληφθούν πως το πολλάκις εξαμαρτείν είναι χειρότερο του δις… ), τα αντίστοιχα θέματα προτιμήθηκε να μην παρατεθούν ακόμα εδώ, εν αναμονή πρώτα παραπέρα δικαστικής διερεύνησης.

ΤΑ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΑ ΕΠΙΤΕΥΓΜΑΤΑ ΤΗΣ Α.Ε.Ε. ΚΑΤΑ ΤΗ “ΜΕΣΟΠΑΓΕΤΩΔΗ” ΠΕΡΙΟΔΟ 1997-2011

          Μαζί με την παράλληλη αντιμετώπιση των δικαστικών και διοικητικών ζητημάτων συντελέστηκε μια ανεπανάληπτη σειρά επιστημονικών δημοσιεύσεων. Το σύνολο αυτών απαντάται στην επιστημονική βιβλιογραφία. Ανάμεσά τους μπορούν αναφερθούν ενδεικτικά: τα προβλήματα ταξινόμησης των “erectus” και των αυστραλοπιθήκων, η δυνατότητα χρονολόγησης μέσω Πετραλώνων της αγγλικής παλαιοανθρωπολογικής ανασκαφής στο Μπόξγκροουβ, η 2η διδ. διατριβή του Ν. Α. Πουλιανού, άρθρο κατά του ρατσισμού, η ανεύρεση και η αντίστοιχη σημασία δοντιού ενός 2ου ανθρωπίδη από το “Μαυσωλείο”, οι απόλυτες χρονολογήσεις, οι “Ανατροπές” στο έργο του Δ-ρα Α. Ν. Πουλιανού, εισαγωγή στην εποχή του λίθου (για λογαριασμό του Παν/μιου Αιγαίου) και η αναγωγή ελληνικών λέξεων στην ίδια εποχή.

         Ως απαύγασμα των ανωτέρω δημοσιεύσεων μπορεί να θεωρηθεί η έκδοση περιορισμένου αριθμού αντιτύπων ενός βιβλίου το 2008, 340 σελίδων μεγέθους A4, για τα παλαιολιθικά τέχνεργα του σπηλαίου Πετραλώνων (Petralonae Palaeolithicum – πρβλ. εξώφυλλο, αλλά και ολόκληρο), με αναφορές σε αδημοσίευτο υλικό ακόμα και του 1968. Το βιβλίο αυτό έχει επίσης κατατεθεί με αριθμό πρωτοκόλλου (3781 / 4-1-2012 στην Ε.Π.Σ.) και ως εκ τούτου είναι γνωστό στο Υπουργείο Πολιτισμού. Στο σημείο αυτό αξίζει να αναφερθεί εξάλλου το γεγονός ότι η παρουσίαση των διάφορων τέχνεργων διεθνώς γίνεται κυρίως σχεδιαστικά, αντιπροσωπεύοντας έτσι μια ερμηνεία του τρόπου επεξεργασίας τους. Όμως με τη νέα μέθοδο μέσω της πιστής υπό κλίμακα φωτογραφικής απεικόνισης αποδίδεται ακριβώς αυτό που παρατηρεί ο μελετητής, καθιστώντας αναμφισβήτητα τ’ αντίστοιχα συμπεράσματα για κάθε ειδικό. Ο τρόπος αυτός παρουσίασης των τέχνεργων μαζί με ορισμένα νεωτεριστικά στοιχεία αναφορικά με την ορολογία αναπτύχθηκε για πρώτη φορά στα Πετράλωνα και αυτός ήταν ο βασικός λόγος που ο προαναφερθείς Διευθυντής του Ανθρωπολογικού Ινστιτούτου των Παρισίων ακαδημαϊκός πια κ. H. de Lumley προσκάλεσε τον Δ-ρα Ν. Α. Πουλιανό, προσφέροντας την κάλυψη των εξόδων προκειμένου να προχωρήσει η μελέτη των εργαλείων του Τουταβέλ από τα γαλλικά Πυρηναία με την καινούργια μεθοδολογία. Ούτε όμως αυτή η μελέτη ευοδώθηκε, χάριν της “ατάραχης και ματαιόδοξης απραξίας” που διακατέχει την “ελληνική” – κατά τα άλλα – Αρχαιολογική Υπηρεσία. Για ανάλογες αιτίες δεν προχώρησε και η ολοκλήρωση της μελέτης των οστέινων τέχνεργων, μένοντας έτσι προσωρινά στο προκαταρκτικό στάδιο της ανακοίνωσης που είχε γίνει στο 13ο Παγκόσμιο Συνέδριο Σπηλαιολογίας της Μραζίλια το 2001. Όμως προκειμένου να υπάρχει διαθέσιμη η αντίστοιχη τεκμηρίωση (στα πλαίσια μιας αναγκαίας προτεραιοτητοποίησης), αποδόθηκε ένας 30σέλιδος απολογισμός των ανασκαφών της Α.Ε.Ε. που πραγματοποιήθηκαν το 1977 στο χώρο που βρέθηκε το κρανίο του Αρχανθρώπου έστω και μετά από 42 χρόνια, ήτοι 1-1-2019.

(CYNECHIZETAI)

PAGAN  http://www.aee.gr/

Posted in ARCHAEOLOGIE | Tagged , , , | Leave a comment

SYN-CHRONOUS METHODS FOR ARCHAOLOGIA (6)-Sensing the Past

(BEING CONTINUED FROM 3/05/2020)

The Blackstairs Mountains: South-East Ireland: Investigating the archaeological potential of the Irish uplands

Introduction
The Blackstairs form a chain of high ground in South East Ireland covering parts of counties Carlow, Wexford and Kilkenny. These uplands are not only visible at ground level because of their dramatic rise from the low-lying Barrow Valley, but also from above due to land management in recent decades which has been one of abandonment, rough grazing and forestry planting.
There had previously been no archaeological investigation into these uplands beyond basic recording. A history of burning episodes on the mountains, both controlled and accidental,
has sometimes stripped the peat down to the bare bedrock.
Such an event occurred in 2010 when burning over 2km2 revealed many previously unidentified features including hut sites, cairns and pre-bog field walls. 70 new sites were recorded here through fieldwalking where only 16 had been recorded previously (Fig. 1). Was this an isolated occurrence or could it be replicated across the entire mountain range?
The Blackstairs Mountains: South-East Ireland: Investigating the archaeological potential of the Irish uplands Local groups further assisted in the interpretation and modern understanding of many features. Uplands can be considered as unspoiled by humans and are designated as a Special Area of Conservation despite a poor understanding of the archaeological remains. Intensive survey has shown that this landscape was settled, moved through, farmed and exploited from prehistory to the modern period. Most significantly desk-based research,
local engagement and fieldwork combined has demonstrated how the Great Irish Famine (1845-60), which is traditionally seen to have had little effect in the south-east, had a major
negative impact on the population, settlement pattern and land-use of this region.

Fig. 1: The results of a fieldwalking survey on Dranagh Mtn. following a fire incident.

Future research
This project adds to the slowly increasing number of projects targeting Irish uplands and recognising their research potential. A case study using LiDAR and multispectral satellite
imagery on known features in a similar landscape, the Dublin Mountains, revealed little more than was visible in open source imagery or fieldwalking due to the dense vegetation cover
(Fig. 5). Future research would include targeted environmental analysis to gain a better understanding of the timing of its onset and the historical vegetation cover. Excavations may
provide a tighter chronology especially for features which Methodology could date to any period (e.g. hut sites). Periodical burning To investigate the entire mountain range, a more rapid survey approach was needed. Historic aerial photographs and modern remote sensing techniques were unavailable and focus switched to open source imagery such as Bing and
Google Earth. Bing imagery, in particular, proved to be an invaluable source revealing most of the newly identified sites.
Desk-based analysis was followed up by 100% ground truthing, kite aerial photography and fieldwalking in targeted areas (Fig. 2). Ground truthing highlighted the importance of
follow up confirmation, especially in upland landscapes.
Some of the mapped features were revealed to be modern or natural, which most often occurred at rock outcrops or in extremely dense heather. The imagery was not detailed
enough to pick up smaller features, especially cairns,
which were later recorded through fieldwalking. The work was supported by local engagement and a citizen science programme both of which enhanced the understanding of what has been found.

Fig. 2: The sources used to investigate the landscape centred on the
remains of a cottiers house (c. early 19th C) on Knockroe Mtn. Co. Carlow.

Fig. 3: Distribution of archaeological features in the Blackstairs following intensive
investigation. The large gaps still present in the uplands are due to forestry plantations.

Summary of results
The Blackstairs work has revealed 172 new sites (112 Bing, 10 Google Earth, 50 Fieldwalking) in the upland zone (200mOD+) where only 38 had been previously recorded (Fig. 3). These
included hut sites, enclosures, sheepfolds, trackways, field systems, cultivation ridges, cairns, house structures and turf cutting remains (Fig. 4).

Fig. 4: Examples of some of the archaeological features in the Blackstairs Mtns.

Local groups further assisted in the interpretation and modern understanding of many features. Uplands can be considered as unspoiled by humans and are designated as a Special Area of Conservation despite a poor understanding of the archaeological remains. Intensive survey has shown that this landscape was settled, moved through, farmed and exploited from prehistory to the modern period. Most significantly desk-based research,
local engagement and fieldwork combined has demonstrated how the Great Irish Famine (1845-60), which is traditionally seen to have had little effect in the south-east, had a major
negative impact on the population, settlement pattern and land-use of this region.

Fig. 5: Some Comparative LiDAR Visualisations: A. Hut Site, Kilmashogue Mtn., Dublin; B. Bing Aerial Image; C. Multi-Directional Hillshade; D. Openness (Negative); E. Principal Components Analysis (RGB); F. Simple Local Relief Model. LiDAR provided by DLRCC. Produced using Relief Visualisation Toolbox (RVT) (Zakšek, K., Oštir, K., Kokalj, Ž. 2011 “Sky-View Factor as a Relief Visualization Technique”. Remote Sensing 3, 398-415; Kokalj, Ž., Zakšek, K., Oštir, K. 2011 “Application of Sky-View Factor for the Visualization of Historic Landscape Features in LiDAR-Derived Relief Models”. Antiquity 85, 327, 263-273).

The changing Romanian landscape: The importance of archival imagery

Dobrogea Location1

Introduction
Archives of historical vertical aerial and satellite photography exist around the world. The images they contain were taken for a variety of purposes, but often originate in military
reconnaissance. Such archives offer huge, but largely untapped, potential to advance our understanding of past archaeological landscapes.
The photographs have a number of particular advantages over more recent aerial and satellite imagery. First and foremost, they provide a unique insight into the character of the landscape across large parts of Europe as it was some seventy or more years ago before the destructive
impact of later twentieth century development, whether from the increasing mechanisation of agriculture, intensive industrialisation or urban expansion. Thus, they facilitate the recognition of archaeological features that have since been erased or severely damaged. Secondly, the character of the photographs,usually consisting of overlapping runs of vertical images,
provides more systematic block coverage than traditional archaeological, observerdirected
aerial reconnaissance.
This encourages a more landscape-focused approach, which better enables the identification of more ephemeral remains, such as roads, trackways, field systems and cultivation traces.
In addition, because of the stereographic nature of much of the coverage, the photographs can be more than a two dimensional medium.
Though most countries possess their own national archives, the largest and most well-known international archives are the National Collection of Aerial Photography (NCAP) in Edinburgh, the Imperial War Museum in London, the National Archives and Records Administration (NARA) in Maryland, and the declassified intelligence satellite photographs held by the United States Geological Survey. Between them these archives hold tens of millions of vertical photographs of Europe from the First World War onwards. One of the main problems in utilising this archival photography, however, is its accessibility, which varies considerably,
not just between but even within archives. Thus the US declassified satellite photography is readily accessible and can be searched online. By way of contrast, however, of the four main Second World War collections held by NCAP, only the Allied Central Interpretation
Unit material covering western Europe currently has an on-line catalogue, while there are currently no readily accessible geographical finding aids for the other three collections.



Fortunately, a high proportion of the historical aerial photographs held by
NARA is geographically indexed, but the finding aids are not available on-line.
Two case studies from Dobrogea in eastern Romania highlight the potential
of this photography. The Valu lui Traian is a multi-phase linear rampart and ditch
system, with associated fortifications,whose character and date are poorly
understood. Archival aerial photography (from both World Wars) and CORONA
satellite imagery, in conjunction with modern observer-directed oblique
reconnaissance and Romanian mapping ortho-photographs, has facilitated a
re-assessment and re-mapping of the fortifications. This has clarified their
distinctive characteristics, demonstrated their complex history of development
and supported their interpretation as predominantly Roman in construction,
analogous with frontier barriers in Britain and Germany.
The same photographic sources, with the exception of imagery from World War I,
have also enabled the mapping of some 8700 burial tumuli. This has in turn
facilitated the analysis of patterns of clustering of the barrows, hinting at the
presence of a number of previously unsuspected settlement foci of Hellenistic
and Roman date.


Fig. 1: Corona image from 1966 showing forts and fortlets at the eastern end of the Large Earthen Wall (US Geological Survey).

Fig. 2: Corona image from 1966 showing cemeteries of tumuli around the ancient town of Callatis (Mangalia) (US Geological Survey).


Fig. 3: MAPRW photograph from 1944 showing a large fort on the Stone Wall at
Cumpana (Licensor NCAP/aerial.rcahms.gov.uk).

Fig. 4: Luftwaffe photograph from 1940 showing cluster of tumuli at Fantana Mare (Licensor NCAP/aerial.rcahms.gov.uk).

Bibliography:
Hanson, W.S. and Oltean, I.A. 2012. “The ‘Valu lui Traian’: a Roman frontier rehabilitated.” Journal of Roman Archaeology 25: 297-318.
Hanson, W.S. and Oltean, I.A. (eds) 2013. Archaeology from Historical Aerial and Satellite Archives. New York: Springer.
Oltean, I.A. 2013. “Burial mounds and settlement patterns: a quantitative approach to their identification from the air and interpretation.” Antiquity 87: 202-19.

(TO BE CONTINUED)

Posted in ARCHAEOLOGIE | Tagged , , , | Leave a comment

ΔΙΑΣΤΗΜΙΚΗ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ (γ)

(ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΑΠΟ 2.05.20)

[t.p. Αυτό το κείμενο φαίνεται απλοϊκό, όμως ουσιαστικά είναι κρυπτογραφημένο, και ενδεικτικά αναφέρω την λέξη «φωτιά», που βέβαια, δεν υπονοεί την γνωστή φωτιά, αλλά κρυπτογραφεί την Οργονοενέργεια, την οποία κατείχε κι εκμεταλλευόταν το Δωδεκάθεο, όπως και κάθε θεικό πλάσμα και είναι το εκ διαμέτρου αντίθετο με την υποδεέστερη πυρηνική ενέργεια. Είναι αξιοσημείωτο ότι στην ονομασία «πυραμίδα» υπάρχει η λέξη «πυρ» καθόλου τυχαίο, επειδή η πυραμίδα του Χέοπα στην Αίγυπτο, όπως προκύπτει από την διαρρύθμιση των θαλάμων της, από το περιεχόμενό τους και από τα υλικά που βρέθηκαν μέχρι σήμερα μέσα στην πυραμίδα, όπως πλάκες από χαλαζία και γρανίτη, ήταν ένας οργονοενεργειακός αντιδραστήρας, ένας τεράστιος orgonion]

Η ναυπήγηση της Αργούς έγινε, σύμφωνα με τον μύθο, μετά από αίτημα του αρχηγού της εκστρατείας Ιάσονα, από τον Άργο και τα αδέρφια του, Κυτίσουρο, Μέλανα και Φρόντιδα. Ως τόπος της ναυπήγησης αναφέρονται οι Παγασές, Θεσαλλικό επίνειο που απείχε απόσταση είκοσι σταδίων από την Ιωλκό. Ο βασιλιάς της Ιωλκού, Πελίας, πρόσταξε τον Άργο να μην καρφώσει στέρεα το πλοίο, ούτως ώστε στην πρώτη τρικυμιά να βυθιστεί. Ο Άργος, όμως, αγνόησε την εντολή του Πελία κτίζοντας ένα πλοίο άψογο, κατασκευαστικά, ενώ συμμετείχε και ο ίδιος στην εκστρατεία.

Πέρα από την πλέον διαδεδομένη εκδοχή, με βάση την οποία η Αργώ ναυπηγήθηκε από το υιό του Φρίξου, η κατασκευή της αποδίδεται, επίσης, στον Άργο, ήρωα του Άργους ή και στον Άργο από τις Θεσπιές. Διασώζεται ακόμη μύθος, που φέρει ως κατασκευαστή του πλοίου τον Ηρακλή, ο οποίος επέλεξε το όνομα για να τιμήσει τον ευνοούμενο του, Άργο.

Η Αργώ περιγράφεται ως το γρηγορότερο και το πλέον στέρεο σκάφος της εποχής του. Επιπλέον, ήταν εξαιρετικά ελαφρύ, ώστε να παρέχει τη δυνατότητα μεταφοράς του στην στεριά από το πλήρωμά του. Κάποιες, περισσότερο λεπτομερείς, πηγές προσδιορίζουν το μήκος του πλοίου στα 50 έως 60 μέτρα (μακρά ναυς). Κυβερνήτης του πλοίου ήταν ο Τίφυς.

Αναφέρεται, επίσης, ότι η Θεά Αθηνά (ή η Ήρα) τοποθέτησε στην πλώρη του ένα κλαδί από την Δωδωναία Δρυ. Αυτό είχε μαντικές ιδιότητες, μιλούσε με ανθρώπινη λαλιά και προειδοποιούσε τους Αργοναύτες για τους αναμενόμενους κινδύνους. Η χωρητικότητα του σκάφους αποτελεί ένα θέμα, στο οποίο παρατηρούνται σημαντικές αποκλίσεις μεταξύ των διαφόρων αφηγήσεων. Κάποιες πηγές αναφέρουν θέσεις για εξήντα κωπηλάτες, άλλες για πενήντα (πεντηκοντήρης) και άλλες για λιγότερους.

Μετά το πέρας της εκστρατείας, οι Αργοναύτες αφιέρωσαν το πλοίο τους στο ναό του Ποσειδώνα στον Ισθμό. Με βάση το μύθο, η Αργώ συνδέεται και με το τέλος του Ιάσoνα. Σε μεγάλη ηλικία, ο Ιάσων, έπειτα από υπόδειξη της Μήδειας, κάθισε στην πρύμνη της Αργούς για να αναπαυθεί. Σε αυτή τη θέση βρήκε τραγικό θάνατο εξαιτίας της πτώσης ενός ιστίου (καταρτιού) του πλοίου, στο οποίο ήταν πλέον έντονα τα σημάδια του χρόνου.

Η Αργώ μεταφέρθηκε αργότερα στον ουρανό και μετασχηματίσθηκε στον ομώνυμο αστερισμό.

Υπήρχε, μάλιστα, μία παράδοση, πως τμήμα του πλοίου μεταφέρθηκε στη Ρώμη και εκτίθετο μέχρι το 100 μ.κ.ε.

Μεταξύ των Αργοναυτών συγκαταλέγονται:

Ιάσων, ο αρχηγός της εκστρατείας
Αγκαίος ο Μέγας της Τεγέας, υιός του Λυκούργου του Αλέου
Αγκαίος ο Μικρός, Λέλεγας της Σάμου, υιός του Ποσειδώνος
Άδμητος, πρίγκιπας των Φερών
Αιθαλίδης, υιός του Ερμή
Άκαστος, υιός του βασιλιά Πελία
Άκτωρ, υιός του Υπεράσιου από την Αχαική Πελλήνη
Άμυρος, Θεσσαλός υιός του Ποσειδώνα
Αμφιάραος, ο μάντης από το Άργος
Αμφιδάμας, υιός του Λυκούργου
Άργος των Θεσπιών, υιός του Φρίξου (ο κατασκευαστής της Αργούς)
Ασκάλαφος ο Ορχομένιος, υιός του Άρη
Αστερίων, υιός του Κομήτη
Αταλάντη, η παρθένος κυνηγός
Αυγείας, υιός του βασιλιά Φορβάντα της Ηλείας
Βούτης των Αθηνών, ο μελισσοκόμος
Εργίνος ο Αργοναύτης της Μίλητου
Ευρύαλος, υιός του Μεκίστου, ένας από τους Επίγονους
Ευρυδάμας των Δολόπων, από τη λίμνη Ξενία
Εύφημος του Ταίναρου, ο κολυμβητής
Εχίων, υιός του Ερμή
Ηρακλής
Θησέας από την Αθήνα
Ίδας, υιός του Αφαρέως της Μεσσήνης και ο
Λυγκέας, ο παρατηρητής, αδελφός του
Ίδμων του Άργους, υιός του Απόλλωνα
Ίφικλος του Θεστίου, της Αιτωλίας
Ίφιτος του Ευρύτου ή ο Ίφις του Σθενέλου, αδελφός του βασιλιά Ευρυσθέα των Μυκηνών
Καινέας των Λαπίθων
Καλάις, ο φτερωτός υιός του Βορέα και ο
Ζήτης, ο αδελφός του
Κάνθος της Εύβοιας
Κάστωρ, ο Σπαρτιάτης παλαιστής και ο
Πολυδεύκης, ο πυγμάχος αδελφός του (οι Διόσκουροι)
Κηφέας, υιός του Άλεου της Αρκαδίας
Κορωνός των Λαπίθων, Γυρτών της Θεσσαλίας
Λαέρτης, υιός του Ακρίσιου από το Άργος, ο πατέρας του Οδυσσέα
Μελάμπους της Πύλου, υιός του Ποσειδώνος
Μελέαγρος της Καλυδώνος
Μόψος των Λαπίθων
Ναύπλιος ο Νεώτερος, υιός του Κλυτονήου και εγγονός του Ναυβόλου
Ορφέας, ο ποιητής από την Θράκη, υιός του Απόλλωνα και της Κλειώς και άντρας της Ευρυδίκης
Παλαίμων, υιός του Ήφαιστου, Αιτωλός
Περικλύμενος ο Τελαμών
Περικλύμενος της Πύλου, εγγονός του Ποσειδώνος
Πηλέας ο Μυρμιδών, πατέρας του Αχιλλέα, υιός του Αιακού και της Ενδηίδας
Πηνέλεως, υιός του Ιππάλμου της Βοιωτίας
Ποίας, υιός του Θαυμάκου της Μαγνησίας
Πολύφημος, υιός του Έλατου της Αρκαδίας
Τελαμώνας της Λοκρίδας, πατέρας του Αίαντα του Λοκρού, αδερφός του Πηλέα
Τίφυς, από τις Σίφες της Βοιωτίας (ο τιμονιέρης της Αργούς)
Ύλας των Δρυόπων, ιπποκόμος του Ηρακλή
Φαληρεύς, ο Αθηναίος τοξότης
Φανός ο Κρητικός, υιός του Διόνυσου και ο
Στάφυλος, ο αδελφός του.

Το Σμιθσόνιαν και οι Αρχαιολογικές του Συγκαλύψεις

Ακολουθώντας τις εντολές των Επικυρίαρχων

Οι περισσότεροι από εσάς θυμάστε την τελευταία σκηνή από την δημοφιλή ταινία αρχαιολογικής περιπέτειας “Οι Κυνηγοί της Χαμένης Κιβωτού” με τον Ιντιάνα Τζόουνς, στην οποία ένα σημαντικό ιστορικό εύρημα, η Κιβωτός της Διαθήκης από το Ναό της Ιερουσαλήμ, κλειδώνεται σ’ ένα κιβώτιο και τοποθετείται σε μια τεράστια αποθήκη, όπου δεν θα την ξαναδεί ποτέ κανείς, εξασφαλίζοντας μ’ αυτό τον τρόπο ότι τα βιβλία της ιστορίας δεν θα χρειαστεί να ξαναγράφουν και οι καθηγητές της ιστορίας δεν θα χρειαστεί να αναθεωρήσουν τη διάλεξη που δίνουν εδώ και σαράντα χρόνια.

Συμφωνα με τη γνώμη πολλών εξερευνητών, παρ’ όλο που η ταινία είναι φανταστική, η σκηνή κατά την οποία ένα σημαντικό αρχαίο λείψανο θάβεται σε μια αποθήκη είναι επικίνδυνα κοντά στην πραγματικότητα (το τρομακτικό δε είναι ότι εκεί που θάβεται υπάρχουν γύρω της, πολλές χιλιάδες άλλα ευρήματα θαμμένα) Για όσους ερευνούν τις κατηγορίες για αρχαιολογικές συγκαλύψεις, υπάρχουν ενοχλητικές ενδείξεις ότι το πιο σημαντικό αρχαιολογικό ινστιτούτο των ΗΠΑ, το Ινστιτούτο Σμιθσόνιαν (Smithsonian), που αποτελεί ανεξάρτητη ομοσπονδιακή αρχή, έχει σκόπιμα αποκρύψει κάποιες από τις πιο ενδιαφέρουσες και σημαντικές αρχαιολογικές ανακαλύψεις που έγιναν στον πλανήτη.

Το Βατικανό εδώ και πολύ καιρό κατηγορείται ότι κρύβει ευρήματα και αρχαία βιβλία στα τεράστια υπόγεια του, χωρίς να επιτρέπει στον έξω κόσμο την πρόσβαση σ’ αυτά. Οι μυστικοί αυτοί θησαυροί, των οποίων η ιστορική ή θρησκευτική φύση είναι συχνά αμφισβητούμενη, θεωρούνται ότι αποκρύπτονται από την Καθολική Εκκλησία γιατί μπορούν να εξαφανίσουν την αξιοπιστία της και να θέσουν τα επίσημα κείμενα τους υπό αμφισβήτηση. Δυστυχώς, υπάρχουν ατράνταχτα στοιχεία ότι κάτι παρόμοιο συμβαίνει στο Ινστιτούτο Σμιθσόνιαν.

Το Ινστιτούτο Σμιθσόνιαν ιδρύθηκε το 1829, όταν ένας εκκεντρικός Βρετανός εκατομμυριούχος ονόματι Τζέημς Σμίθσον (James Smithson), πέθανε αφήνοντας το ποσό των 515.169 δολαρίων για τη δημιουργία ενός ινστιτούτου “για την αύξηση και τη διάδοση της γνώσης στους ανθρώπους”. Δυστυχώς, υπάρχουν στοιχεία σύμφωνα με τα οποία το Σμιθσόνιαν τα τελευταία εκατό χρόνια ασχολείται περισσότερο με την απόκρυψη παρά με τη διάδοση της γνώσης.

terrapapers.com_Smithsonian Archaeological Laundering


Η συγκάλυψη και απόκρυψη αρχαιολογικών στοιχείων ξεκίνησε στο τέλος του 1881 όταν ο Τζων Γουέσλυ Πάουελ (John Wesley Powell), ο γεωλόγος που έγινε διάσημος για την εξερεύνηση του Γκραν Κάνυον, διόρισε τον Σάϊρους Τόμας (Cyrus Thomas) διευθυντή του Τμήματος Ανατολικών Τύμβων του Γραφείου Εθνολογίας του Ινστιτούτου Σμιθσόνιαν. Όταν ο Τόμας έφτασε στο Γραφείο Εθνολογίας “πίστευε ακράδαντα στην ύπαρξη μιας φυλής Κατασκευαστών Τύμβων, διάφορης από τις φυλές των Ινδιάνων της Αμερικής”.

Ο Τζων Γουέσλυ Πάουελ όμως, ο διευθυντής του Γραφείου Εθνολογίας, που ήταν πολύ φιλικά διακείμενος προς τους Ινδιάνους της Αμερικής, όταν ήταν νέος είχε ζήσει για πολλά χρόνια με τους ειρηνικούς Ινδιάνους Γουινεμπάγκο (Winnebago) του Ουισκόνσιν και πίστευε ότι οι Ινδιάνοι της Αμερικής άδικα θεωρούνταν πρωτόγονοι και άγριοι. Το Σμιθσόνιαν άρχισε να προωθεί την ιδέα ότι οι ιθαγενείς Αμερικανοί, οι οποίοι εκείνη την εποχή εξολοθρεύονταν στους “Ινδιάνικους Πολέμους”, κατάγονταν από προηγμένους πολιτισμούς και ήταν άξιοι σεβασμού και προστασίας.

Ξεκίνησαν επίσης ένα πρόγραμμα συγκάλυψης των αρχαιολογικών στοιχείων που υποστήριζαν το κίνημα που ήταν γνωστό ως Διαδοτισμός (Diffusionism), ένα κίνημα που υποστηρίζει ότι κατά τη διάρκεια της ιστορίας υπήρξε μεγάλη διάδοση κουλτούρας και πολιτισμικών αξιών, η οποία προέκυψε λόγω των ταξιδιών των πλοίων και των εμπορικών ανταλλαγών. Το Σμιθσόνιαν ακολούθησε το αντίθετο κίνημα, που είναι γνωστό ως Απομονωτισμός (Isolationism). Ο Απομονωτισμός υποστηρίζει ότι οι περισσότεροι πολιτισμοί ήταν απομονωμένοι ο ένας από τον άλλο και ότι υπήρξε ελάχιστη επαφή μεταξύ τους, ιδιαίτερα μεταξύ εκείνων που χωρίζονταν από εκτάσεις νερού.

Σ’ αυτό τον διανοητικό πόλεμο που ξέσπασε την δεκαετία του 1880, υποστηριζόταν ότι ακόμα και η επαφή μεταξύ των πολιτισμών των Κοιλάδων του Οχάιο και του Μισισιπή ήταν σπάνια, και οπωσδήποτε οι πολιτισμοί αυτοί δεν είχαν καμιά επαφή με προηγμένους πολιτισμούς όπως των Μαγιάς, των Τολτέκων, ή των Αζτέκων στο Μεξικό και την Κεντρική Αμερική. Με τα δεδομένα του Παλιού Κόσμου η ιδέα αυτή είναι ακραία, ακόμα και γελοία, αν σκεφτεί κανείς ότι το “δίκτυο” των ποταμών φτάνει μέχρι τον Κόλπο του Μεξικού και ότι οι πολιτισμοί αυτοί υπήρχαν στην απέναντι πλευρά του κόλπου. Είναι σαν να ισχυρίζεται κάποιος ότι οι πολιτισμοί της Μαύρης θάλασσας δεν θα μπορούσαν να έχουν επαφή με τη Μεσόγειο. Αθάνατο Smithsonian.

Όταν εξετάστηκε το περιεχόμενο πολλών αρχαίων τύμβων και πυραμίδων στις Μεσοδυτικές πολιτείες, φάνηκε ότι η ιστορία των Κοιλάδων του Μισισιπή αφορούσε έναν αρχαίο και προηγμένο πολιτισμό που είχε έρθει σε επαφή με την Ευρώπη και άλλες περιοχές. Εκτός αυτού, σε πολλούς τύμβους ανακαλύφθηκαν τάφοι πανύψηλων ανδρών, που έφταναν κάποτε τα εφτά ή οχτώ πόδια σε ύψος, στους οποίους μάλιστα υπήρχαν πλήρεις πανοπλίες και σπαθιά και μερικές φορές θησαυροί μεγάλης αξίας. Για παράδειγμα, όταν ανασκάφηκε ο τύμβος Σπίρο (Spiro) στην Οκλαχόμα στα 1930, βρέθηκε ένας ψηλός άνδρας μαζί με ένα δοχείο με χιλιάδες μαργαριτάρια και άλλα τεχνουργήματα. Ήταν ο μεγαλύτερος θησαυρός αυτού του είδους που είχε καταγραφεί μέχρι τότε. Το πού βρίσκεται ο άνδρας με την πανοπλία είναι άγνωστο και είναι πολύ πιθανό ότι τελικά μεταφέρθηκε στο Ινστιτούτο Σμιθσόνιαν.

Σε μια ιδιωτική συζήτηση με έναν γνωστό ιστορικό ερευνητή (το όνομα του οποίου δεν θα αποκαλύψω), έμαθα ότι ένας πρώην υπάλληλος του Σμιθσόνιαν, που απολύθηκε γιατί υποστήριζε την εκδοχή του Διαδοτισμού στην Αμερικανική ήπειρο (δηλ. την αιρετική άποψη ότι άλλοι αρχαίοι πολιτισμοί είχαν ίσως επισκεφθεί τις ακτές της Βορείου και Νοτίου Αμερικής κατά τη διάρκεια των πολλών χιλιετηρίδων πριν από τον Κολόμβο), υποστήριζε ότι κάποτε το Σμισθόνιαν έβγαλε στον Ατλαντικό μια φορτηγίδα γεμάτη περίεργα αντικείμενα και τεχνουργήματα και τα έριξε στον ωκεανό.

Παρ’ όλο που είναι δύσκολο να δεχτεί ο αδαής την ιδέα, ότι το Σμιθσόνιαν μπορεί να συγκαλύψει ένα σημαντικό αρχαιολογικό εύρημα, υπάρχουν δυστυχώς πολλές αποδείξεις ότι το Ινστιτούτο Σμιθσόνιαν συγκάλυψε και “έχασε” σκόπιμα σημαντικά αρχαιολογικά ευρήματα. Το ενημερωτικό δελτίο “Stonewatch” της Εταιρείας “Gungywamp” του Κονέκτικατ, η οποία ερευνά μεγαλιθικά μνημεία στη Νέα Αγγλία, είχε μια περίεργη ιστορία στο τεύχος του χειμώνα του 1992 σχετικά με ορισμένα πέτρινα φέρετρα που ανακαλύφθηκαν το 1892 στην Αλαμπάμα, στάλθηκαν στο Ινστιτούτο Σμιθσόνιαν και μετά “χάθηκαν”. Σύμφωνα με το ενημερωτικό δελτίο, ο ερευνητής Φρέντερικ Τζ. Πολ (Frederick J. Pohl) έγραψε ένα ενδιαφέρον γράμμα το 1950 στον μακαρίτη Δρα. Τ. Σ. Λέθμπριτζ (Dr. T.C. Lethbridge), έναν Βρετανό αρχαιολόγο.

Το γράμμα από τον Πολ ανέφερε: “Ένας καθηγητής της γεωλογίας μου έστειλε ένα αντίγραφο από την έκθεση του Ινστιτούτου Σμιθσόνιαν, με τίτλο “Το Ταφικό Σπήλαιο Κραμφ, του Φρανκ Μπέρνς (Frank Burns), της Υπηρεσίας Γεωλογικής Έρευνας των ΗΠΑ” από την αναφορά του Εθνικού Μουσείου των ΗΠΑ για το 1892, σελ. 451-454, 1984. Στο Σπήλαιο Κραμφ (Crumf), στο νότιο βραχίονα του ποταμού Γουόριορ, στην Κοιλάδα Μέρφυ, στην Επαρχία Μπλάουντ της Αλαμπάμα, όπου φτάνει κανείς μέσω ποταμών από τον Κόλπο Μομπάιλ, υπήρχαν φέρετρα από ξύλο σκαμμένο με φωτιά και με πέτρινα ή χάλκινα εργαλεία. Οχτώ από αυτά τα φέρετρα μεταφέρθηκαν στο Σμιθσόνιαν. Είχαν μήκος περί που εφτά πόδια και πέντε ίντσες, πλάτος 14 ως 18 ίντσες και βάθος 6 έως 7 ίντσες. Τα καπάκια ήταν ανοιχτά. Έγραψα πρόσφατα στο Σμιθσόνιαν, και στις 11 Μαρτίου έλαβα την απάντηση από τον Φ. Μ. Σέτζλερ (F.M. Setzler), τον προϊστάμενο του Τμήματος Ανθρωπολογίας. Είπε ότι: Δεν μπορέσαμε να βρούμε τα δείγματα αυτά στις συλλογές μας, αν και τα αρχεία δείχνουν ότι παρελήφθησαν.

Ο Ντέηβιντ Μπάρον (David Barron), Πρόεδρος της Εταιρείας Gungywamp, έμαθε τελικά από το Σμιθσόνιαν ότι, τα φέρετρα τελικά ήταν ξύλινες λεκάνες και ούτως ή άλλως δεν μπορούσε να τα δει κανείς γιατί φυλάσσονταν σε μια αποθήκη μολυσμένη από αμίαντο. Η αποθήκη αυτή επρόκειτο να κλειστεί για τα επόμενα δέκα χρόνια και κανείς δεν επιτρεπόταν να μπει εκτός από το προσωπικό του Σμιθσόνιαν!

Ο Ιβάν Τ. Σάντερσον (Ivan T. Sanderson), γνωστός ζωολόγος και ένας από τους τακτικούς καλεσμένους στο σώου του Τζόνυ Κάρσον (Johnny Carson) στη δεκαετία του ’60 (συνήθως με ένα εξωτικό ζώο, όπως έναν μυρμηγκοφάγο – παγκολίνο ή έναν λεμούριο), διηγήθηκε κάποτε μια περίεργη ιστορία για ένα γράμμα που έλαβε σχετικά με έναν μηχανικό που δούλευε στο νησί Σεμίγια (Shemya) του συμπλέγματος των Αλεουτίων Νήσων κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο.

Κατά την κατασκευή ενός αεροδιαδρόμου, η ομάδα του ισοπέδωσε κάποιους λόφους και ανακάλυψε κάτω από αλλεπάλληλα στρώματα προσχώσεων, απομεινάρια που τους φάνηκαν ανθρώπινα. Ο τύμβος της Αλάσκα ήταν στην πραγματικότητα ένα νεκροταφείο γεμάτο τεράστια ανθρώπινα λείψανα, που περιελάμβαναν κρανία και μακριά οστά ποδιών. Τα κρανία είχαν ύψος από 22 έως 24 ίντσες από τη βάση ως την κορυφή. Δεδομένου ότι το κρανίο ενός ενήλικα είναι συνήθως οχτώ ίντσες από το εμπρός έως το πίσω μέρος του, ένα τόσο μεγάλο κρανίο φανερώνει ότι ο άνθρωπος που το είχε πρέπει να ήταν τεραστίων διαστάσεων. Επιπλέον, αναφέρθηκε ότι κάθε κρανίο είχε υποστεί προσεκτικό τρυπανισμό (διαδικασία ανοίγματος μιας οπής στο πάνω μέρος του κρανίου). Στην πραγματικότητα, η συνήθεια να συμπιέζεται το κρανίο ενός βρέφους και να εξαναγκάζεται να αναπτυχθεί το επίμηκυμένο σχήμα ήταν μια πρακτική που χρησιμοποιούσαν οι αρχαίοι Περουβιανοί, οι Μαγιάς και οι Πλατυκέφαλοι Ινδιάνοι της Μοντάνα.

Ο Σάντερσον προσπάθησε να συγκεντρώσει επιπλέον στοιχεία, και τελικά έλαβε ένα γράμμα από ένα άλλο μέλος της ομάδας που επιβεβαίωσε το γεγονός. Και τα δυο γράμματα ανέφεραν ότι το Ινστιτούτο Σμιθσόνιαν είχε παραλάβει τα λείψανα αλλά έπειτα δεν ξανακούστηκε τίποτα. Ο Σάντερσον φαινόταν πεπεισμένος ότι το Ινστιτούτο Σμιθσόνιαν είχε παραλάβει τα περίεργα απομεινάρια, αναρωτιόταν όμως γιατί δεν δημοσιοποιούσαν τα στοιχεία. Ρωτάει: “… αυτό συμβαίνει επειδή αυτοί οι άνθρωποι δεν θέλουν να ξαναγράψουν τα επιστημονικά εγχειρίδια;”

Acámbaro Figures

terrapapers.com_Acambaro figures S.A. Jordan (2)
terrapapers.com_Acambaro figures S.A. Jordan (b)
terrapapers.com_Acambaro figures S.A. Jordan (4)


Waldemar Julsrud: Η Αρχαία μας Ιστορία Συγκαλύφθηκε

Acámbaro Figures

Το 1944 έγινε μια τυχαία ανακάλυψη ακόμα πιο αμφιλεγόμενης φύσης από τον Βάλντεμαρ Τζάλσραντ (Waldemar Julsrud) στο Ακαμπάρο (Acambaro) του Μεξικού. Το Ακαμπάρο ανήκει στην Πολιτεία του Γκουανα χουάτο (Guanajuato), 175 μίλια βορειοδυτικά της πόλης του Μεξικού. Στον περίεργο αρχαιολογικό χώρο βρέθηκαν πάνω από 33.500 αντικείμενα από πηλό, από πέτρα (ακόμη κι από νεφρίτη), καθώς και μαχαίρια από οψιδιανό (που είναι πιο κοφτερά από τα ατσάλινα και χρησιμοποιούνται ακόμα και σήμερα στην καρδιοχειρουργική). Ο Τζάλσραντ, επιφανής Γερμανός έμπορος της περιοχής, βρήκε επίσης αγάλματα με ύψος που κυμαινόταν από λιγότερο από μια ίντσα μέχρι και έξι πόδια, και τα οποία απεικόνιζαν μεγάλα ερπετά, μερικά από τα οποία ήταν σε ενεργητική επαφή με ανθρώπους, συνήθως τους έτρωγαν, αλλά σε μερικά, περίεργα αγαλματίδια εμφανιζόταν ερωτική επαφή. Πολλά από τα πλάσματα αυτά θύμιζαν δεινόσαυρους στους παρατηρητές.

Ο Τζάλσραντ στρίμωξε αυτή τη συλλογή σε δώδεκα δωμάτια του εκτεταμένου σπιτιού του. Σ’ αυτή συμπεριλαμβάνονταν εκπληκτικές αναπαραστάσεις Νέγρων, Ανατολιτών και γενειοφόρων Καυκασίων, όπως και μοτίβα από Αιγυπτιακούς, Σουμεριακούς κι άλλους αρχαίους πολιτισμούς του άλλου ημισφαιρίου, καθώς και πορτραίτα του Μεγαλοπόδαρου και άλλων υδρόβιων τερατόμορφων πλασμάτων, περίεργων συμπλεγμάτων ανθρώπων και ζώων κι ένα σωρό άλλες ανεξήγητες κατασκευές. Στον ίδιο χώρο με τα κεραμικά αντικείμενα βρέθηκαν δόντια από ένα εξαφανισμένο είδος αλόγου της Εποχής των Πάγων, ο σκελετός ενός μαμούθ και μια σειρά από ανθρώπινα κρανία.

Στα εργαστήρια του Πανεπιστημίου της Πενσυλαβανίας έγινε ραδιοχρονολόγηση καθώς και πρόσθετα τεστ, με την χρήση της μεθόδου θερμικής φωτεινότητας για τη χρονολόγηση αγγείων. Τα αποτελέσματα αποκάλυψαν ότι τα αντικείμενα κατασκευάστηκαν πριν από 6.500 χρόνια, γύρω στο 4.500 π.κ.ε. Μια ομάδα ειδικών από άλλο πανεπιστήμιο, οι οποίοι είδαν τα έξι δείγματα του Τζάλσραντ χωρίς όμως να ξέρουν την προέλευση τους, απέκλεισαν την πιθανότητα να είναι σύγχρονα αντίγραφα. Παρ’ όλα αυτά, δεν μπόρεσαν να πουν τίποτα όταν πληροφορήθηκαν την αμφισβητούμενη προέλευση τους.

Το 1952, σε μια προσπάθεια να δυσφημιστεί η περίεργη αυτή συλλογή η οποία είχε αρχίσει να γίνεται γνωστή, ο Αμερικανός αρχαιολόγος Τσαρλς Σ. Ντιπέσο (Charles C. DiPeso) ισχυρίστηκε ότι εξέτασε διεξοδικά τα 32.000 κομμάτια που υπήρχαν τότε. Τα εξέτασε μέσα σε τέσσερις ώρες που πέρασε στο σπίτι του Τζάλσραντ. Σε ένα βιβλίο που πρόκειται να εκδοθεί (το οποίο καθυστέρησε πολύ να κυκλοφορήσει λόγω των συνεχιζόμενων εξελίξεων στην έρευνα του) ο ερευνητής αρχαιολογίας Τζων X. Τίρνεϋ (John Η. Tierney), ο οποίος δίνει διαλέξεις πάνω στο θέμα εδώ και δεκαετίες, ισχυρίζεται ότι για να καταφέρει να το κάνει αυτό ο Ντιπέσο θα έπρεπε να εξετάζει 133 κομμάτια το λεπτό συνέχεια επί τέσσερις ώρες, ενώ στην πραγματικότητα, θα χρειάζονταν εβδομάδες ολόκληρες απλώς και μόνο για διαχωρίσει κανείς τον τεράστιο όγκο των εκθεμάτων και να τα διατάξει κατάλληλα για μια σωστή εκτίμηση.

Ο Τίρνεϋ, που κατά την διάρκεια της έρευνας συνεργάστηκε με τον μακαρίτη καθηγητή Χάπγκουντ, τον επίσης μακαρίτη Ουίλλιαμ Ν. Ράσελ (William Ν. Russell) και άλλους, υποστηρίζει ότι το Ινστιτούτο Σμιθσόνιαν και άλλες αρχαιολογικές αρχές (υπό τον έλεγχο του) οργάνωσαν μια εκστρατεία πάραπληροφόρησης σχετικά με τα ευρήματα. Στην αρχή της διαμάχης αυτής, το Σμιθσόνιαν απέρριψε ολόκληρη τη συλλογή Ακαμπάρο ως μια καλοστημένη απάτη. Επίσης, χρησιμοποιώντας τον Νόμο για την Ελευθερία της Πληροφόρησης, ο Τίρνεϋ ανακάλυψε ότι όλοι σχεδόν οι φάκελοι του Σμιθσόνιαν σχετικά με την υπόθεση Τζάλσραντ είχαν χαθεί.

Μετά από δυο αποστολές στην περιοχή το 1955 και το 1968, ο καθηγητής Τσαρλς Χάπγκουντ, καθηγητής ιστορίας και ανθρωπολογίας στο Πανεπιστήμιο του Νιου Χαμσάιρ, κατέγραψε τα αποτελέσματα της έρευνας του στο Ακαμπάρο σε ένα βιβλίο που τυπώθηκε ιδιωτικά με τον τίτλο Μυστήριο στο Ακαμπάρο. Αρχικά, ο Χάπγκουντ ήταν ένας σκεπτικιστής με ανοιχτό μυαλό σ’ ό,τι αφορούσε στη συλλογή, όμως μετά την πρώτη του επίσκεψη το 1955, όταν ήταν μάρτυρας της ανασκαφής κάποιων από τις φιγούρες και μπόρεσε ακόμα να υποδείξει στους ανασκαφείς το πού ήθελε να σκάψουν, πίστεψε απόλυτα ότι ήταν πραγματική.

Τα πράγματα στην απίστευτη αυτή διαμάχη περιπλέκονται ακόμα περισσότερο από το γεγονός ότι το Εθνικό Ινστιτούτο Ιστορίας και Ανθρωπολογίας, μέσω του μακαρίτη διευθυντή Προ-Ισπανικών Μνημείων, Δρα Εντουάρντο Νογκουέρα (Dr. Eduardo Noguera), (ο οποίος, ως επικεφαλής μιας επίσημης ομάδας ερευνών στην περιοχή, εξέδωσε μια αναφορά την οποία θα δημοσιεύσει ο Τίρνεϋ), παραδέχτηκε “τα αντικείμενα βρέθηκαν με προφανώς επιστημονική διαδικασία”. Όμως, παρά το ότι οι αποδείξεις ήταν μπροστά στα μάτια τους, οι επίσημοι δήλωσαν ότι λόγω της “φανταστικής” φύσης των αντικειμένων, θα πρέπει να αποτελούσαν απάτη του Τζάλσραντ! Ο απελπισμένος αλλά πάντα αισιόδοξος Τζάλσραντ πέθανε. Το σπίτι του πουλήθηκε και η συλλογή μπήκε στην αποθήκη. Η συλλογή αυτή τη στιγμή δεν είναι ανοιχτή για το κοινό.

Αιγυπτιακή Τύμβος στην Αριζόνα

Ίσως η πιο εντυπωσιακή συγκάλυψη απ’ όλες (από τις γνωστές) είναι η ανασκαφή ενός αιγυπτιακού τύμβου από το ίδιο το Σμιθσόνιαν στην Αριζόνα. Μια μεγάλη πρωτοσέλιδη δημοσίευση στην εφημερίδα “Phoenix Gazette” στις 5 Απριλίου του 1909, έδινε μια πολύ λεπτομερειακή αναφορά σχετικά με την ανακάλυψη κι ανασκαφή ενός θαλάμου σκαμμένου στο βράχο από μια αποστολή επικεφαλής της οποίας ήταν κάποιος καθηγητής Σ.Α. Τζόρνταν (S.A. Jordan) από το Σμιθσόνιαν. Το Σμιθσόνιαν όμως ισχυρίζεται ότι δεν έχει απολύτως καμία γνώση για την ανακάλυψη ή εκείνους που την έκαναν.

Η World Explorers Club (Λέσχη Εξερευνητών του Κόσμου) αποφάσισε να ελέγξει την ιστορία αυτή επικοινωνώντας με το Σμιθσόνιαν στην Ουάσιγκτον, αν και πιστεύαμε ότι υπήρχαν λίγες πιθανότητες να βρεθούν πραγματικά αξιόλογες πληροφορίες. Αφού μιλήσαμε λίγο με τον τηλεφωνητή, μας συνέδεσαν με μια αρχαιολόγο του Σμιθσόνιαν και μια γυναικεία φωνή ήρθε στο τηλέφωνο και μάς συστήθηκε. Της είπα ότι ερευνούσα μια ιστορία από ένα άρθρο εφημερίδας του Φοίνιξ του 1909 σχετικά με την ανασκαφή του Σμιθσόνιαν στους θαλάμους που ήταν σκαμμένοι στους βράχους του Γκραν Κάνυον όπου βρέθηκαν αιγυπτιακά αντικείμενα, και ρώτησα αν το Σμιθσόνιαν μπορούσα να μου δώσει πληροφορίες πάνω στο θέμα.

“Λοιπόν, το πρώτο πράγμα που μπορώ να σας πω, πριν προχωρήσουμε παρακάτω” είπε, “είναι ότι δεν έχουν βρεθεί ποτέ κανενός είδους αιγυπτιακά αντικείμενα στη Βόρειο ή τη Νότιο Αμερική. Οπότε μπορώ να σας πω ότι το Σμιθσόνιαν δεν έχει ποτέ αναμιχθεί σε τέτοιες ανασκαφές”. Ήταν πολύ ευγενική και εξυπηρετική, τελικά όμως, δεν ήξερε τίποτα. Ούτε αυτή ούτε κανένας άλλος με τον οποίο μίλησα δεν μπόρεσε να βρει κάποια καταγραφή της ανακάλυψης ούτε σχετικά με τον Γ.Ε. Κινκέιντ (G.E. Kinkaid) ή τον καθηγητή Σ. Α. Τζόρνταν.

Παρ’ όλο που δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι ολόκληρη η ιστορία ίσως ήταν μια περίτεχνη απάτη της εφημερίδας, το γεγονός ότι ήταν στην πρώτη σελίδα, κατονόμαζε το φημισμένο Ινστιτούτο Σμιθσόνιαν και έδινε μια πολύ λεπτομερειακή αναφορά που καταλάμβανε αρκετές σελίδες, υποστηρίζει την αξιοπιστία της. Είναι δύσκολο να πιστέψουμε ότι μια τέτοια ιστορία βγήκε από το πουθενά.

Το Ινστιτούτο Σμιθσόνιαν συγκαλύπτει μια αρχαιολογική ανακάλυψη τεράστιας σημασίας; Αν η ιστορία αυτή είναι αληθινή, θα αλλάξει ριζικά την τρέχουσα επιστημονική άποψη ότι δεν υπήρχε υπερωκεάνια επαφή πριν από τον Κολόμβο κι ότι όλοι οι Αμερικανοί Ινδιάνοι, και στις δύο ηπείρους, κατάγονται από τους εξερευνητές της Εποχής των Πάγων που ήρθαν από τον Βερίγγειο Πορθμό. Η ιδέα ότι οι αρχαίοι Αιγύπτιοι επισκέφθηκαν την περιοχή της Αριζόνα είναι τόσο παράλογη κι απορριπτέα που πρέπει να συγκαλυφθεί. Το Ινστιτούτο Σμιθσόνιαν ενδιαφέρεται περισσότερο να διατηρήσει την υπάρχουσα κατάσταση, παρά να ταράξει τα νερά με εκπληκτικές νέες ανακαλύψεις που ανατρέπουν την προηγουμένως αποδεκτή ακαδημαϊκή διδασκαλία.

Ο ιστορικός και γλωσσολόγος Καρλ Χαρτ (Carl Hart), εκδότης του “World Explorer”, βρήκε έναν οδοιπορικό χάρτη του Γκραν Κάνυον από ένα βιβλιοπωλείο στο Σικάγο. Εξετάζοντας το χάρτη, εκπλαγήκαμε από το πόσες περιοχές στη βόρεια πλευρά του φαραγγιού έχουν Αιγυπτιακά ονόματα. Η περιοχή γύρω από το Χείμαρρο των 94 Μιλίων και το Χείμαρρο Τρίνιτυ έχει σημεία (συμπλέγματα βράχων, απ’ ό,τι φαίνεται) με ονόματα όπως Πύργος του Σετ, Πύργος του Ρα, Ναός του Ώρου, Ναός του Όσιρι και Ναός της Ίσιδος. Στην περιοχή του Στοιχειωμένου Φαραγγιού υπήρχαν ονόματα πυραμίδα του Χέοπα, Ερημητήριο του Βούδα, Ναός του Βούδα, Ναός του Μανού και Ναός της Σίβα. Υπήρχε κάποια σχέση ανάμεσα σ’ αυτές τις περιοχές και τις  αιγυπτιακές ανακαλύψεις – συγκαλύψεις στο Γκραν Κάνυον.

Επικοινωνήσαμε με έναν αρχαιολόγο της πολιτείας στο Γκραν Κάνυον, που μας είπε ότι απλώς στους πρώτους εξερευνητές άρεσαν τα αιγυπτιακά και ινδουιστικά ονόματα, ήταν αλήθεια όμως ότι η περιοχή αυτή ήταν απαγορευμένη στους οδοιπόρους και τους άλλους επισκέπτες “λόγω επικίνδυνων σπηλαίων”. Πραγματικά, ολόκληρη αυτή η περιοχή του Γκραν Κανυον με τα αιγυπτιακά και ινδουιστικά τοπωνύμια είναι απαγορευμένη ζώνη κανείς δεν επιτρέπεται να μπει σ’ αυτή τη μεγάλη περιοχή. Το μόνο που μπορούσαμε να συμπεράνουμε ότι αυτή ήταν η περιοχή στην οποία βρίσκονταν οι θάλαμοι. Κι όμως σήμερα, η περιοχή αυτή, όλως περιέργως, είναι αποκλεισμένη για όλους τους οδοιπόρους κι ακόμα, κατά μεγάλο μέρος και στο προσωπικό του πάρκου.

Πιστεύω ότι ο έξυπνος αναγνώστης θα καταλάβει ότι αν έστω κι ένα μικρό μέρος από τις αποδείξεις του “Σμιθσόνιαν-γκέητ” είναι αληθινές, τότε το πιο φημισμένο αρχαιολογικό μας Ινστιτούτο έχει αναμειχθεί ενεργά στη συγκάλυψη στοιχείων σχετικά με προηγμένους αμερικανικούς πολιτισμούς, στοιχείων για αρχαία ταξίδια πολλών πολιτισμών στη Βόρειο Αμερική, στοιχείων για ανώμαλης μορφής γίγαντες κι άλλα περίεργα ευρήματα, και στοιχείων που τείνουν να ανατρέψουν το επίσημο δόγμα σχετικά με την ιστορία της Βορείου Αμερικής. Το Διοικητικό Συμβούλιο του Σμιθσόνιαν εξακολουθεί να αρνείται να ανοίξει τις συνεδριάσεις του στους δημοσιογράφους ή στο κοινό. Αν οι Αμερικανοί μπορούσαν κάποτε να μπουν στη “σοφίτα του έθνους”, όπως έχει αποκληθεί το Σμιθσόνιαν, ποιος ξέρει τι σκελετούς θα ανακάλυπταν.

@Ντέιβιντ Χάτσερ Τσίλντρες /1996

***

Αναζήτησε και μελέτησε το άρθρο

Γι’ αυτό το Isis καταστρέφει αρχαιότητες: Γιατί οι Αμερικάνοι και το Smithsonian εξαφάνισαν την ιστορία της ανθρωπότητας; Γιατί το Isis κάνει κομμάτια τα μεγαλύτερα έργα τέχνης της αρχαίας ιστορίας στη Συρία και το Ιράκ; Η αρχαιολόγος Joanne Farchakh εξηγεί, στον Robert Fisk, ότι το Isis πωλεί τα αγάλματα και τις τοιχογραφίες που ζητούν διεθνείς έμποροι. Παίρνει τα χρήματα, παραδίδει τις αρχαιότητες και ανατινάζει τους ναούς και τα κτίρια για να αποκρύψει τις αποδείξεις για τις λεηλασίες και να συγκαλύψει την ιστορία της ανθρωπότητας.

terrapapers.com_Acambaro figures S.A. Jordan (a)
terrapapers.com_Acambaro figures S.A. Jordan (13)
terrapapers.com_Acambaro figures S.A. Jordan (3)
terrapapers.com_Acambaro figures S.A. Jordan (1)
terrapapers.com_Acambaro figures S.A. Jordan (9)
terrapapers.com_Acambaro figures S.A. Jordan (14)
terrapapers.com_Acambaro figures S.A. Jordan (15)
terrapapers.com_Acambaro figures S.A. Jordan a (16)
terrapapers.com_Acambaro figures S.A. Jordan (7)
terrapapers.com_Acambaro figures S.A. Jordan (8)
terrapapers.com_Acambaro figures S.A. Jordan (9)
terrapapers.com_Acambaro figures S.A. Jordan (10)
terrapapers.com_Acambaro figures S.A. Jordan (11)
terrapapers.com_Acambaro figures S.A. Jordan (5)

PEEGEE TERRAPAPERS

(CYNECHIZETAI)

Posted in ARCHAEOLOGIE | Tagged , , | Leave a comment

ARCHEOLOGICAL PROOFS FOR THE MEDITERRANEAN THEORY (d)

(being continued from 29/04/2020)

The Eutresis and Korakou Cultures of Early Helladic I-II

The Eutresis and Korakou Cultures of Early Helladic I-II

Terminology

In 1918 Wace and Blegen, in imitation of Evans’ tripartite scheme for Crete, divided the Mainland Greek Bronze Age into Early, Middle, and Late, and then subdivided each of these into I, II, and III. Until the excavations of Caskey at Lerna between 1952 and 1958, the distinction between the cultures of the Early Helladic (EH) II and III chronological periods was not very clear. Likewise, it was not until Caskey’s supplementary excavations at Eutresis in 1958 that EH I culture became easily distinguishable from those of the preceding FN and the succeeding EH II periods.

As a result of the discovery in the mid-1960’s of a new Early Bronze Age (EBA) assemblage in the basal level (I) at the site of Lefkandi on Euboea that was initially thought to be contemporary with the EH III cultures of the Argolid and Central Greece, Renfrew in 1972 proposed an alternative system of terminology whereby EH I, II, and III were abandoned as designations for cultural (i.e. artifactual) assemblages, though they might still be useful as terms for chronological intervals, that is purely for periods of time. In their place, Renfrew used site names to designate cultures: the culture that flourished during the EH I period was named the Eutresis culture, that of the EH II period the Korakou culture, and that of the EH III period in its northeastern Peloponnesian version (i.e. stratum IV at Lerna) the Tiryns culture. The “Lefkandi I” culture in Renfrew’s scheme became a second distinct cultural assemblage existing during the EH III period, contemporary with but spatially discrete from the Tiryns culture.

In 1979, Rutter suggested that the culture represented by the finds from Lefkandi I was contemporary not with the Tiryns culture of the EH III period but rather with the last phases of the Korakou culture of EH II. In contrast with the Eutresis and Korakou cultures which are found distributed throughout Mainland Greece south of Thessaly, the “Lefkandi I” assemblage was regionally restricted: it is at present attested in the northern Cyclades (= Renfrew’s Kastri group of the EC II Keros-Syros culture), Euboea, eastern Attica, coastal Thessaly, and at several sites on the interior of Boeotia. Several of its more distinctive shapes have also been reported to occur in late EB II levels at the site of Limantepe on the western Anatolian coast immediately west of ancient Clazomenai and about 25 kms. west of modern Izmir.

In 1987, Dousougli, in publishing collections of pottery both from excavations and from surface surveys at three sites in the Argolid, drew attention to a variant EH I cultural assemblage. Deposits of such material have been excavated both at Kephalari (just south of Argos) and at Tsoungiza, in both cases stratified below early EH II remains. This regional EH I complex characteristic of the Argive plain (Kephalari, Makrovouni, Talioti, etc.) and of the southern Corinthia (Tsoungiza, Zygouries) is as yet differentiated only by its pottery, which is distinct from, though clearly related to, both that from contemporary central Greece (e.g. Eutresis) and that from the southeastern Argolid (numerous sites in the Hermionid explored by survey but not yet excavated). Particularly characteristic of this “Talioti” sub-culture are: large red-slipped and usually unburnished bowls on high pedestal feet, often featuring simple incised and impressed patterns on the pedestals or the flattened interiors of the rims or both; mat impressions on the undersides of coarse cooking vessels; dark burnished and incised or impressed “frying pans” similar to those found in the EBA Cyclades, although possibly earlier than any of those; andaskoi furnished with an incised, high-swung vertical strap handle which may be descended from the incised scoops of the Final Neolithic period common in the area of the Saronic Gulf and the western Cyclades.

Resistance to Renfrew’s system of site labels for distinct cultural assemblages has consistently been quite strong since the mid-1970’s, with the result that both his site-based terminology and the older EH I-II-III labels are in concurrent use as descriptors for the various EBA cultures of the central and southern Greek Mainland. The EH terminological system, if retained, should be modified as follows: EH I = Eutresis culture (including the Talioti sub-culture); EH IIA = Korakou culture; EH IIB = “Lefkandi I” culture; EH III = Tiryns culture. Moreover, one must remember that in many areas of Greece (for example, throughout the northern Peloponnese) there is no EH IIB cultural phase, the Tiryns culture (EH III = Lerna stratum IV) directly succeeding the Korakou culture (EH IIA = Lerna stratum III).

The Eutresis Culture of Early Helladic I (ca. 3100/3000-2650 B.C.)

This cultural assemblage was first recognized by Blegen at Korakou in 1915-16. Best defined stratigraphically at Eutresis between levels attributable to Final Neolithic and Early Helladic II, it is also well represented at Lithares (Boeotia), Palaia Kokkinia (Attica), Perachora-Vouliagmeni (Corinthia), Nemea-Tsoungiza (Corinthia), and Talioti (Argolid). The ceramic type shape of the period – a red slipped and burnished hemispherical bowl – has a wide distribution from the Peloponnese to Thessaly. This culture is likely to be characteristic of the entire Greek Mainland south of the Spercheios River valley, although the recent definition of the Talioti sub-culture (see above) in the central Argolid and southern Corinthia suggests that regional variants may be fairly distinctive and possibly quite numerous.

Architecture

There is a possible fortification wall at Perachora. Very little is known about the settlement architecture of this culture, primarily because levels dating from this period are normally found deeply buried beneath deposits belonging to later periods and are therefore relatively inaccessible. No tombs of this culture are known at present.

Material Culture

Stone, bone, and clay objects (spools, spindle whorls, and loomweights) are undistinguished. Metal finds are extremely rare. The pottery is somewhat variable, as the definition of the Talioti sub-culture (see above) has recently demonstrated. Nevertheless, the following traits seem to be widely shared: a preference for red slips in the finer tableware, whether this is burnished or not; a distinct fabric employed for cooking vessels, which are normally dark-surfaced; a penchant for simple incised or impressed patterns, normally rectilinear, on the fine tableware, and a corresponding predilection for plastic and impressed ornament on the cooking pottery and pithoi; and finally, a relatively simple shape repertoire consisting of convex-sided bowls, either pedestal-footed or flat-based, for eating and drinking, collar-necked jars for storage, and deeper bowls or wide-mouthed jars for cooking.

Origins

This assemblage appears to have developed directly out of central and southern Greek Final Neolithic culture. It is obvious from the summary above that at present we know very little about it. For the first phase of the “Bronze Age”, it is very poor in metal. From the point of view of stages in economic growth, the culture is perhaps best viewed as a terminal phase of the Neolithic.

The Korakou Culture of Early Helladic IIA (ca. 2650-2200/2150 B.C.)

This culture is defined stratigraphically at Eutresis and Tsoungiza above Early Helladic I levels of the Eutresis culture and at Eutresis, Lerna, Tiryns, and Tsoungiza below Early Helladic III levels of the Tiryns culture. The Korakou culture is widely distributed all over the Peloponnese, Attica, Euboea, Boeotia, Phocis, Locris, and as far west as the island of Lefkas. Pottery typical of the Korakou culture is found in late Rachmani levels at Pefkakia (near Volos in Thessaly), in Early Minoan II levels at Knossos in Crete, and in Keros-Syros culture levels at sites such as Skarkos (Ios) and Ayia Irini (Keos) in the Cyclades. Many settlements of this culture, especially in the Argolid (e.g. Lerna, Tiryns), suffer burnt destructions before being either abandoned or reoccupied by bearers of the Tiryns culture, but at Eutresis in Boeotia and at Kolonna on Aegina there is said to be a smooth and peaceful transition to the new Tiryns culture.

Pottery

A basically tripartite ceramic assemblage appears to have developed gradually and smoothly out of that of the preceding Eutresis culture. The fine wares, employed for most open shapes (saucers, bowls with T-shaped rims, large dippers with ring handles, small spoons, and especially {sauceboat}s [deep cups with a single small horizontal or vertical handle attached just below the rim on one side opposite an unusually long and high-swung, troughed spout on the other]) as well as for some of the smaller closed shapes (beaked jugs, askoi), fall into two major classes. The most common is {Early Helladic Urfirnis} (so labelled to distinguish it from the much earlier and quite different Middle Neolithic Urfirnis). This ware is normally unburnished and usually coated solidly with a paint/slip varying in color from black through brown to red (depending on firing conditions) and often mottled in a variety of these darker colors on one and the same vase. Large bowls, some water jars, and, towards the end of the period, numerous smaller shapes are only partially painted or have a simple band at the rim instead of the more common solid coating. Rarely, vases are decorated with true patterns in dark Urfirnis paint on a light clay ground (patterned Urfirnis). The second major fine class, {Yellow Mottled ware} (or, in German, “Elfenbeinware” = “Ivory Ware”), has a shape range very similar to that of Urfirnis ware but is coated with a light-colored slip rather than a dark one and is usually burnished. The surface colors of Yellow Mottled vary enormously, even on the same vase, and include yellow, pink, and bluish-gray. Most large closed shapes, including the extremely common hydrias or water jars, are made in a pale-surfaced, medium coarse fabric which is usually left unpainted. The third and final component of Korakou culture ceramics consists of medium coarse and coarse, dark-surfaced, and unburnished cooking pottery. Very closely related to that of the preceding Eutresis culture, such pottery consists primarily of deep bowls with incurving rims which often feature plastic and impressed decoration in the form of bands or lugs just below the rim.

Architecture

Several sites, all of which lie on the coast (e.g. Lerna, Askitario, Kolonna), are fortified. For the first time large, presumably public buildings are attested (Building BG and the “House of the Tiles” at Lerna; at least two similar buildings at Akovitika in Messenia; the “Rundbau” at Tiryns; the “White House” at Kolonna on Aegina; the “Fortified Building” at Thebes; the “House of the Pithoi” at Zygouries). With the exception of the circular “Rundbau”, all of these conform to a single basic design, recently christened the “{Corridor House}”, which may be defined as follows: a rectangular, free-standing, two-storeyed structure characterized by a linear series of square to rectangular halls at the core and flanked on the long sides by corridors which also serve as stairwells. Most of these buildings were roofed with tiles, usually of terracotta only (some of which were even solidly coated with Urfirnis paint at Zygouries) but in some cases of both schist and terracotta, and thus the roofs were presumably pitched rather than flat. Notable features of these structures are the presence of aligned off-center doorways, the absence of cut stone, and the failure to employ the half-timbering technique in wall construction, all in marked contrast to the tradition of monumental settlement architecture that flourished in contemporary western Anatolia (e.g. Troy I-II). The Tirynthian “Rundbau”, though distinguished both by its round plan and by its enormous size, features concentric corridors and a roof of both tiles and schist slabs and thus is clearly part of the same highly distinctive architectural tradition as the Corridor Houses.

The function of all these structures has been much debated: are they truly public buildings or simply fancy private residences? if public, did they serve religious, economic, or political purposes, or were they multifunctional? With the exception of the House of the Tiles at Lerna (see below), no known example has been found to contain much in the way of its original furnishings, and even that building was claimed by its excavator to have been not yet finished at the time of its destruction by fire, so the movable contents of these structures do not provide any useful clues as to their function. The “Rundbau” has been claimed to be a monumental granary, but this identification, though it has considerable appeal, cannot be substantiated by much solid evidence. At both Akovitika and Tiryns more than one such monumental building may have been in simultaneous use; if such buildings were in fact multiple rather than singular at most sites, they are unlikely to have been THE settlement centers or residences of rulers, but more evidence is needed on this point. Interestingly, not only this architectural type but also the practice of using tiles for roofing disappear completely at the end of the EH II period.

Good portions of village plans have been cleared at the sites of Ayios Kosmas (Attica), Lithares (Boeotia), and Zygouries (Corinthia). The houses are in general rectangular (i.e. no curved walls) with flat roofs and some fixed hearths. Although there is no standard house plan, many exhibit common features (e.g. off-axis doorways) and some can even be recognized as simple one-storey versions of the larger Corridor Houses. The irregularities of most of the ordinary houses of the Korakou culture may be explained by the fact that the domestic architecture of this culture was agglomerative; that is, additions were made to an original building whenever and however they were needed or wanted rather than in any prescribed fashion or sequence. The contrast with the typological uniformity characteristic of the apsidal or rectangular megaron (= long-house consisting of one or two rooms with a shallow porch across, and an axially located doorway in the middle of, one short side) which was standard in the EH III and MH periods is striking. At the site of Orchomenos in Boeotia, a series of round foundations, presumably houses, may belong to the Korakou culture and are evidence for a fundamentally different kind of house plan.

Tombs

The number of different forms in common use clearly reveal that there was no standard tomb type:

(1) Ayios Stephanos (Laconia): single burials in pits within the settlement.

(2) Ayios Kosmas and Tsepi cemetery at Marathon (Attica): extramural cemeteries ofcistgraves, each containing multiple burials. Strong Cycladic connections are indicated by the tomb gifts as well as by the tomb type itself.

(3) Lefkas, Nidri Plain, “R”-Graves: individual burials in pithoi, cists, or pits, all of which are set within raised circular platforms which supported tumuli/mounds covered with a layer of stones. These tombs, all located outside the settlement in a single cemetery, may actually be of a later calendar date than other EH IIA tombs, but some contain sauceboats and are thus culturally part of the EH IIA assemblage. There are traces of cremation in some tombs. Cists built of slabs are secondary and generally poor in grave offerings, while pithoi and cists built of rubble masonry are primary and often rich in their contents.

(4) Corinth (Corinthia): multiple burials in small rock-cut chambers opening off of a vertical rock-cut shaft.

(5) Zygouries (Corinthia): multiple burials in rock-cut chamber tombs constituting an extramural cemetery.

(6) Manika (Euboea): a series of extensive extramural cemeteries consisting of rock-cut chamber tombs used for multiple inhumation burials. The small tomb chambers are circular or trapezoidal in plan with roofs sloping down toward the back. The chambers are approached by a short vertical or steeply sloping shaft in which between one and three shallow steps are often cut. The mouths of the tomb chambers are sealed by stone slabs to prevent earth from filtering into the chambers and the entrance shafts are themselves filled with stones. The bones of the flexed inhumation burials often exhibit cutting marks, perhaps evidence for the severing of tendons to facilitate the flexing of the corpse after rigor mortis had set in.

Pithos burials for children are quite common. No tombs of this culture are known from Lerna, so the presence at this site of an extramural cemetery which has so far escaped detection is probable. In the chamber tombs of Manika, one or two burials are often found lying fully articulated on the tomb floor. By contrast, the masses of human bones found tightly packed into thecist graves at Tsepi in nearby eastern Attica were clearly deposited secondarily in their final resting places. Thus not only the tomb forms but also the final disposition of the body after death varied considerably from site to site within the Korakou culture.

Settlement Pattern and General Town Planning

Many sites of the Korakou culture continue to be occupied in the subsequent EH III and Middle Helladic (MH) periods. However, a substantial number of EH IIA sites occurring inland on low hillocks or ridges or on low coastal promontories are abandoned, not to be reoccupied until Mycenaean or even later times, if at all. Many of these abandoned sites were probably small fishing hamlets or isolated farmsteads which were given up in the more nucleated and defence-conscious EH III and MH periods. In contrast with both the preceding EH I and the succeeding EH III phases, settlements during the EH II period vary so considerably in absolute size that most authorities feel confident that some sort of site hierarchy existed, although there is considerable disagreement over how many levels or stages to identify in this hierarchy (two, three, or even four have been proposed).

Material Culture Other than Pottery

In clay, pithoi and hearths are often decorated with impressed designs made by rolling quite crudely decorated cylinder seals over raised bands of clay on pithos shoulders or over the flattened upper surfaces of hearth rims. Identical patterns occur at Tiryns, Lerna, and Zygouries in the Argolid, a fact which has been argued to show that the same itinerant artist was responsible for making these purportedly non-movable items. Clay animal figurines are fairly common (cows/bulls, sheep, etc.) and in some cases feature intentionally slit bellies, presumably indicative of butchery practices and possibly even of sacrificial procedure. Large numbers of sealings from Lerna, as well as seal impressions both on sealings and on pottery from a number of other sites, show that Mainland {glyptic} [the art of seal-cutting] was probably more advanced than Minoan glyptic at this time. The seals are also evidence for the existence of the concept of private property and suggest that the House of the Tiles, in which most of the Lernaean sealings were found, may have served as a “redistributive center” for this area of the Argolid. The actual seals from Lerna III have not survived, but one recently found at Nemea-Tsoungiza is made of lead, while others of both stone and terracotta are known from other sites. Spindle whorls and loomweights are common. Some terracotta “anchors” (use unknown) appear at this time, but not at Lerna until Lerna IV (= Tiryns culture of EH III period).

In stone, obsidian is the material for chipped stone, at least throughout the eastern mainland. Stone vessels are not common but do occur at Attic and Euboean sites which have strong Cycladic connections. Figurines of Cycladic type again occur at Attic and Euboean sites but almost never elsewhere. There does not appear to have been a particularly Mainland version of this marble artifactual form, as there was on Crete (the so-called Koumasa variant of the standard Cycladic folded-arm figurine). Stone pestles and grinders are common, as are beads and pendants of various kinds. Ground stone axes (called {celts) are also common.

In bone, small tools of various sorts are fairly common: pins, awls, needles, fish-hooks, and small tubes to hold pigment.

There is an enormous increase in the number of metal artifacts during this period over what is known from EH I. Copper/bronze daggers and tweezers are common, the latter particularly in graves. Two pairs of silver tweezers come from tombs at Manika. There is a fair amount of gold jewelry, also from tombs (e.g. at Zygouries), a class of object which may be considered to culminate in examples of precious metal {plate} [containers made out of metal], such as the two gold sauceboats known (one reputedly from Arcadia) and several incised gold and silver cups said to have been found on Euboea.

Representational Art

Representational art is quite rare in the Korakou culture, regardless of the medium (terracotta, stone, metal, or bone). Most common are three-dimensional animals in terracotta, either figurines of sheep and cattle or else {protome}s [only the heads, necks, and occasionally shoulders] of the same animals attached at the ends of sauceboat spouts or the bases of handles on other shapes. The existence of more complex figurines is suggested by a fragmentary yoke of oxen from Tsoungiza, which incidentally is the earliest evidence from the Greek Mainland for the use of draft animals or the plow. Human figures, on the other hand, are unattested in terracotta. In stone, tombs in the EH II cemeteries of Attica (e.g. Ayios Kosmas) and Euboea (e.g. Manika) have produced numerous marble figurines, of both schematic and relatively naturalistic types, which invite comparison with contemporary examples in the same material from the Cyclades (see following handout).

Much less frequent are representational forms used as elements in seal designs or as painted patterns on pottery. The two-dimensional pictorial motifs used on both these classes of object usually take the form of insects (especially spiders), although one example of a man-made object – a round-bottomed beak-spouted jug – is also attested. The only true “scene” in the pictorial art of the Korakou culture is a fragmentarily preserved depiction of a quadruped (again a bovid or caprid?) suckling its young, an impressed design on a hearth rim from Tiryns. The absence of the human form from Peloponnesian art of this period is striking.

Lerna III: The Type Site for the Northeastern Peloponnese

The House of the Tiles

Measuring ca. 25 x 12 m., the building consists basically of two large halls and two smaller rooms on the major axis with long corridors along both sides and benches outside. There are entryways on all four sides. The building was two-storeyed and had a low pitched roof covered with terracotta tiles except along the eaves where the tiles were of schist. A stone socle (ca. 0.45 m. high for the exterior walls, a little lower for the interior ones) served as a footing for a baked mudbrick superstructure. The bricks are 0.35 m. square in plan and 0.13 m. thick. Wood was used for the treads of the stairs and for sheathing [and so slightly thickening, with respect to the adjacent walls] the jambs of most doorways; wood was also used for the beams and rafters that carried the waterproofing clay and the capping tiles of the roof. Yellow clay was used to make up floor surfaces and to stucco the exterior walls. Reddish-brown clay was used in a thin coating over the floors and for plastering the interior walls. The walls, with two minor exceptions at the northwest corner, are uniformly 0.90 m. thick. The walls in the east hall received their final coat of plaster and the wall surfaces there are divided into rectangular panels by incised lines. The walls above the staircase in the north corridor also received their final coat of plaster. The remaining walls of the building were left unfinished, coated only with “combed” reddish-brown clay.

Of the two stairways, the northern provides access from the exterior of the building only and leads up to the east along the length of the north corridor. The southern stair leads up from the west hall on the interior in a southerly direction to a small landing in the south corridor, from which it would have continued up to the west along the length of the south corridor.

Two rooms are accessible only from the exterior, one at the northwest corner (I) and one in the middle of the south side (XI). Both rooms are located close to benches which run along the exterior of the long sides of the building. Neither room had its walls plastered. The southern room was the only room in the building to have any contents of significance at the time of the building’s destruction by fire: much pottery as well as many sealings and a good deal of black, carbonized material, presumably the contents of containers made from perishable materials to which the sealings had been attached.

The Fortifications

There are at least four detectable stages:

(1) A single wall running along the same line as the northern of the two walls in the later compartmentalized fortification system. This wall’s rough north (i.e. interior) face indicates that it may have been only a retaining wall for a raised settlement platform. Alternatively, this wall may have been the stone substructure of a mudbrick fortification wall.

(2) A rectangular projection (Q-R) was added to the south of the earlier wall, and from this projection a horseshoe-shaped tower (U) still further to the south could be entered. The stone socles of the walls of this phase are characterized by herringbone masonry. The superstructure of the walls was in mudbrick. A stone staircase led up from east to west just to the west of the new projecting elements towards a now no longer preserved gateway. These fortifications were destroyed by fire.

(3) A southern, outer wall was constructed at this time. The western compartments (A-D) of the wall possibly also belong to this phase. Tower U was demolished, and a new solid Tower V was constructed just to the west. Tower V itself went through a number of stages (first rectangular, later with rounded corners). The earlier stairway went out of use. Very possibly, a second tower was built projecting from the wall a good deal further west.

(4) The west end of the earlier compartment/casemate wall system was drawn inwards from the earlier line of A-D to the line of Building EV (i.e. J-L). Spurwalls were added in between compartments Q-R and S-T at the eastern end of the system.

The whole fortification system was in ruins when the House of the Tiles was under construction. After its destruction in turn, the House of the Tiles was covered with a circular tumulus and its area was not encroached upon for several building phases of early Lerna IV (= Tiryns culture of EH III).

SOURCE http://www.dartmouth.edu

(TO BE CONTINUED)

Posted in ARCHAEOLOGIE | Tagged , , , , , , , , , | Leave a comment

ΠΕΡΙ ΠΟΙΗΤΙΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ(α)

(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)

Posted in Books | Tagged , , , , | Leave a comment

ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΠΟΛΕΩΣ ΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ – Μεσαιωνική και Νεότερη Ιστορία: μια νέα συνείδηση για την πόλη της Αθήνας στα τέλη του 19ου αιώνα (TH)

(ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΑΠΟ  30/04/20)

Νάσια ΓιακωβάκηΙστορικός, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας

«Η λεωφόρος Πανεπιστημίου, η οδός Σταδίου, η πλατεία Συντάγματος και πολλοί άλλοι δρόμοι των νέων τμημάτων της πόλης θα τιμούσαν κάθε ευρωπαϊκή πρωτεύουσα. Αλλά και το εμπορικό κέντρο, όπως η οδός Ερμού και η οδός Αιόλου, έχουν πελώρια κτήρια, πλήθος από λαμπρά καταστήματα. Εκείνο ίσως που στην Αθήνα δεν προκαλεί ευχάριστη εντύπωση στον ξένο, τον συνηθισμένο σε ευρωπαϊκές πόλεις, είναι εκείνη η έλλειψη εκκλησιαστικών και κοσμικών κτιρίων που υψώνονται πάνω από τη θάλασσα των σπιτιών και αποτυπώνουν σε μια πόλη που τη βλέπει κανείς από μακριά την ορισμένη φυσιογνωμία της. Οι νεώτερες εκκλησίες της Αθήνας είναι μεγάλες και έχουν θεόρατα κωδωνοστάσια, αλλά καμιά τους δεν καταφέρνει να δεσπόζει πράγματι στη συνολική εικόνα της πόλης. Είμαστε τόσο υποδουλωμένοι στις αισθητικές μας συνήθειες που θέλουμε αμέσως το ξένο και το νέο να το προσαρμόσουμε στις γνωστές σε μας συνθήκες, θα πρέπει να πω ότι συχνά κατά τους περιπάτους μου σχεδίαζα νοητά στη σιλουέτα της πόλης έναν κάποιο καθεδρικό ναό. Και ακριβώς αυτές οι προσπάθειες με δίδαξαν πόσο αδικαιολόγητη ήταν η αρχική μου δυσαρέσκεια στην Αθήνα. Κάθε κτίσμα που υψωνόταν μεγαλειωδώς πάνω από την πόλη, αφενός θα έβλαπτε τη θέα τη Ακρόπολης, αφετέρου δε, θα ζημίωνε τη δική του επίδραση στην άνιση αυτή άμιλλα με τον ιερό βράχο. Το μόνο που μπορεί εδώ να δεσπόζει και να αποτυπώνει στο περιβάλλον τον χαρακτήρα του είναι ακριβώς ο επιβλητικός βράχος της Ακρόπολης που υψώνεται σαν ένας αιώνια πιστός προστάτης της πόλης, με τη χρυσόλαμπρη κορόνα του, τον Παρθενώνα».1

Άποψη των Αθηνών κατά τη δεκαετία του 1880 (Πηγή: Karl Baedeker, Griechenland, Λειψία 1889)

Αυτή η παρουσίαση της Αθήνας ανήκει στον Κάρολο Κρουμπάχερ, στον μεγάλο Γερμανό βυζαντινολόγο, όταν επισκέπτεται για πρώτη φορά την Αθήνα το 1884. Η επίσκεψη ενός βυζαντινολόγου στην κατεξοχήν κλασική πόλη μπορεί να μας εισαγάγει κατάλληλα τόσο στην αθηναϊκή εποχή που σήμερα θα επιχειρήσουμε να πλησιάσουμε, δηλαδή στα 30 τελευταία χρόνια του 19ου αι. (1873-1904 για την ακρίβεια), όσο και στο θέμα που θα επιχειρήσουμε να διερευνήσουμε, συγκεκριμένα στην εμφάνιση ενός συστηματικού και καινούργιου ενδιαφέροντος για το μεσαιωνικό και νεώτερο παρελθόν της πόλης των Αθηνών.
Από το παραπάνω παράθεμα μπορεί εύκολα κανείς να εντοπίσει ποια είναι η βάση του αισθητικού κενού που ξενίζει τον Ευρωπαίο ξένο. Η Αθήνα, ευρωπαϊκή κατά τις νέες της λεωφόρους και τα λαμπρά της καταστήματα, αποκλίνει από τον κανόνα της ευρωπαϊκής μεγαλούπολης κατά τούτο: κατά την απουσία μεσαιωνικής στάμπας/μήτρας. Διότι η εμμονή στον δεσπόζοντα καθεδρικό ναό, αυτή η αίσθηση ενός κενού στον τόπο, επισημαίνει κατ’ ουσία ένα είδος κενού στον χρόνο. Τέτοια είναι η όψη των Νέων Αθηνών –πόλη νέα, αναπτυσσόμενη με ταχύτητα και χωρίς άμεσο παρελθόν– που στρέφει τον Κρουμπάχερ, σε άλλο σημείο των περιηγητικών του εντυπώσεων, προς έναν αναπάντεχο για την εποχή παραλληλισμό: «Η πόλη αυτή είναι ένα από τα αξιοπερίεργα δημιουργήματα της νεώτερης εποχής, που μπορεί να συγκριθεί κατά κάποιο τρόπο μόνο με αμερικανικά περιστατικά».2

Karl Krumbacher (1856-1909) – Γεώργιος Σουρής (1853-1919)

Είναι τελείως συμπτωματικό ότι την ίδια ακριβώς χρονιά κατά την οποία ο Κρουμπάχερ επισκέπτεται την Αθήνα, το 1884, ο Γεώργιος Σουρής δημοσιεύει στον Ρωμιό ένα ποίημα με τίτλο «Καινούργια Αθήνα και πλούτος και πείνα»:

Απ’ την παλιά σου εποχή τίποτε δεν σου μένει και κάθε μέρα κι από μια ανάμνηση σου σβήνει
οι πιο αρχαίοι σου κάτοικοι περνούνε πια για ξένοι
και θαύμα πως εσώθηκαν μέσα στα τόσα νέα
οι Άγιοι Θεόδωροι και η Καπνικαρέα.
Φαντάζομαι τον πληθυσμόν δεκαπλασιασμένον,
τον σύμπαντα ελληνισμόν εδώ συγκεντρωμένον,
και ούτε ένας κάτοικος εις την λοιπήν Ελλάδα.
Να μην υπάρχουν Θεσσαλοί, Κρήτες, Μυτιληναίοι,
και να γενούμε όλοι μας πολίται Αθηναίοι.3

Ο εγχώριος παρατηρητής καταγράφει με τον σατιρικό του τρόπο την αλλαγή που συντελείται ορμητικά αυτά τα χρόνια. Εκεί όπου ο βυζαντινολόγος νιώθει την έλλειψη του επιβλητικού καθεδρικού ναού, ο ποιητής του Ρωμιού παρηγορείται με τη διάσωση της μικρής Καπνικαρέας. Μια διαφορά που δεν κρύβει την ομοιότητα, την ανάγκη παρουσίας στον χώρο του παρελθόντος χρόνου. Στο ύφος του Σουρή συνυπάρχει ένα κράμα νοσταλγίας με την ακατανίκητη και αναπόφευκτη έλξη του καινούργιου.

Ο ναός της Καπνικαρέας στα μέσα του 19ου αιώνα

Δεν είναι της ώρας να μιλήσουμε για τις μεταμορφώσεις της πρωτεύουσας του Βασιλείου, χρειάζεται ωστόσο να τονίσουμε ότι ακριβώς στα χρόνια αυτά, από το 1870 έως το 1900, κάτι σπουδαίο συμβαίνει με την Αθήνα. Μεγαλώνει, δυναμώνει σε χώρο και σε πληθυσμό, εκσυγχρονίζεται: αποκτά σιδηρόδρομο, ηλεκτρικό φωτισμό, δίκτυο ύδρευσης, νέα δημόσια και ιδιωτικά κτήρια… Αυτή η «εν τω γίγνεσθαι» πόλη, κατά την έκφραση του Κρουμπάχερ, εξαφανίζει πια οριστικά «την παλιά της εποχή» και, για να ξαναθυμηθούμε τον Σουρή, οι «πιο αρχαίοι της κάτοικοι περνούνε πια για ξένοι». Η Νέα Αθήνα τείνει πλέον να γίνει μεγαλούπολη, έλκεται από τον αστερισμό της οριστικής αστικοποίησής της. Αποκτά επιτέλους μια δικιά της περηφάνια. Είναι η Αθήνα που λίγα χρόνια μετά υποδέχεται –μπορεί να υποδεχθεί– τους Ολυμπιακούς Αγώνες.
Μέσα σε αυτές τις νέες πραγματικότητες της Νέας Αθήνας, της ίδιας δηλαδή της πόλης, χρειάζεται να τοποθετήσουμε το νέο και, εξαρχής, θεσμικά διατυπωμένο αίτημα για μια ιστορία της μεσαιωνικής και νεώτερης Αθήνας. Η καινούργια αυτή αναζήτηση του αθηναϊκού παρελθόντος, που με ένταση πρωτοεμφανίζεται τότε, εύλογα συμπλέει με τις κατευθύνσεις της εθνικής ιστοριογραφίας, όπως αυτή διαμορφώνεται κατά τα αμέσως προηγούμενα χρόνια. Χωρίς αμφιβολία, θα μπορούσε να θεωρηθεί προέκταση και εφαρμογή της ιδέας της συνέχειας του έθνους στο πεδίο της ιστορίας της πόλης της Παλλάδας, που είναι πια η πρωτεύουσα του αναγεννημένου ελληνισμού. Το κλίμα που δημιουργεί η στροφή προς τις μεσαιωνικές σπουδές και η ανακάλυψη του Βυζαντίου ασφαλώς βαραίνει και διευκολύνει την εμφάνιση των αθηναϊκών αναζητήσεων.4

Διονύσιος Σουρμελής, Ιστορία των Αθηνών κατά τον υπέρ ελευθερίας αγώνα, αρχομένη από της Επαναστάσεως μέχρι της αποκαταστάσεως των πραγμάτων, Αίγινα 1834

Η ανάγκη ωστόσο της αναζήτησης του αθηναϊκού νεώτερου και μεσαιωνικού παρελθόντος προέρχεται από την ίδια την εξέλιξη που συντελείται στην πόλη και τις διεργασίες που αυτή γεννά στις συνειδήσεις των πολιτών της ή, καλύτερα, σε στρώματα των πολιτών της. Μια τέτοια οπτική γωνία συνδέει την κίνηση των ιδεών με την κοινωνία αντί να αυτονομεί το πεδίο των ιδεών (της ιστοριογραφίας επί του προκειμένου) για να διακρίνει διαδρομές, συνέχειες ή τομές αποκλειστικά στο εσωτερικό τους.
Μετά τον απαραίτητο αυτό εγκλιματισμό, ήρθε η ώρα να παρακολουθήσουμε τα καθέκαστα, όπως αυτά έλαβαν χώρα. Ας κοιτάξουμε λοιπόν τα πράγματα από πιο κοντά.
Τον Νοέμβριο του 1873 κι ενώ δήμαρχος είναι ο Παναγής Κυριάκος, γηγενής Αθηναίος και αφιερωμένος εργάτης στην υπόθεση της –κατά τη δική του έκφραση– «αναμορφώσεως της πόλεως», το Δημοτικό Συμβούλιο προβαίνει σε μια επίσημη και ουσιαστικά ιδρυτική για το νέο αντικείμενο ενέργεια. Προκηρύσσει «αγώνισμα» με θέμα «την συγγραφήν της ιστορίας των Αθηνών από Χριστού μέχρι του έτους 1821».5 Είμαστε μπροστά στη στιγμή που πρωτοφανερώνεται δημόσια η ζήτηση της αθηναϊκής ιστορίας εκ μέρους της ίδιας της πόλης (κοντά σε αυτή την προκήρυξη ας κρατήσουμε –σαν ένα όχι άσχετο φαινόμενο– ότι κι ένας άλλος γοργά αναπτυγμένος Δήμος κάνει την ίδια στιγμή μιαν ανάλογη ενέργεια, ο Δήμος Σύρου6).
Η προθεσμία που δίνεται είναι μικρή (ένας χρόνος και κάτι) και η κριτική επιτροπή αποτελείται από μια επίλεκτη ομάδα λογίων: Κ. Παπαρρηγόπουλος, Στ. Κουμανούδης, Γρ. Παπαδόπουλος, Π. Λάμπρος και Ιω. Πανταζίδης.
Η ανταπόκριση στον διαγωνισμό αυτό δεν είναι μεγάλη. Για την ακρίβεια ένα μόνο χειρόγραφο φτάνει στο Δήμο, το οποίο, μάλιστα, βραβεύεται με ευθύνη τελικά του Δήμου (κι όχι της αρμόδιας επιτροπής) και τυπώνεται –σύμφωνα με τους όρους– με δημοτική δαπάνη το 1876.7
Συγγραφέας του είναι ο νεαρός, 22 ετών τότε, Γεώργιος Κωνσταντινίδης, απόφοιτος της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, ο οποίος συνέχιζε τις σπουδές του στη Γερμανία, και λίγο μετά θα γινόταν Διευθυντής των Ζαρίφειων Εκπαιδευτηρίων της Φιλιππούπολης, αργότερα δε έφορος της Εθνικής Βιβλιοθήκης. Ο νεαρός Κωνσταντινίδης έχει αίσθηση της πρόκλησης που αναλαμβάνει και επιχειρεί με έναν απολογητικό πρόλογο να προλάβει τις ενστάσεις. Σε αυτόν επαινεί τον Δήμο για την πρωτοβουλία του «διότι η επιθυμία αυτή […] να ερευνηθή και εξιστορηθή η σκοτεινότερη και μέχρι τούδε εξ ολοκλήρου σχεδόν ανερεύνητος εποχή του μακραίωνος βίου της ενδόξου πατρίδος του μαρτυρεί αριδήλως ότι οι νεώτεροι Αθηναίοι αρκετά ηνδρώθησαν εν τη αναπτύξει».8
Ο ίδιος εκφράζει ωστόσο και τις επιφυλάξεις του για το βραχύ της προθεσμίας. Κατά τα άλλα, ο Κωνσταντινίδης, αφού δηλώσει ότι «ουδόλως διέλαθε με ευθύς εξ αρχής το δύσκολον και ακανθώδες της εργασίας […] ουδέ το ανεπαρκές των γνώσεων προς παρομοίαν εργασίαν», καταλήγει ότι «απεφάσισε να συγγράψει σύγγραμμα σύντομον μεν, αλλ’ επί επιστημονικών ερευνών και βάσεων στηριζόμενον» και ότι «το έργον τούτο, ει μη τι άλλο, θα χρησιμεύση τουλάχιστον ως αφετηρία […] ώστε εν τω μέλλοντι, των πραγμάτων γνωστότερων καταστάντων, να γραφή τελεία τις και αξία της ενδόξου πόλεως ιστορία».9
Για τον αθηναϊκό ιστορικό διαγωνισμό του Δήμου Αθηναίων ενδιαφέρον έδειξε και κάποιος άλλος: συνομήλικος σχεδόν του Κωνσταντινίδη, επίσης απόφοιτος της Φιλοσοφικής του Αθήνησι και ομοίως μετεκπαιδευόμενος τη στιγμή του διαγωνισμού στη Γερμανία, και μάλιστα με αντικείμενο συναφές προς τη βυζαντινή ιστορία των Αθηνών, ο οποίος ωστόσο κράτησε διαφορετική στάση. Είναι ο Σπυρίδων Λάμπρος, ο μετέπειτα καθηγητής ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.10 Ο Λάμπρος αρνείται να ανταποκριθεί στην προκήρυξη του Δήμου και αντ’ αυτού απευθύνει «μακράν έκθεσιν» με την οποίαν επιχειρεί «να καταδείξει ότι όλως αλυσιτελής ήτο η σπουδή προς ταχείαν αποπεράτωσιν του διαγωνισμού» διότι «ο ζήλος προς ταχείαν απόκτησιν προχείρου εγχειριδίου περί της μεσαιωνικής ιστορίας των Αθηνών δεν συνεδέετο προς τελείαν έννοιαν της επιβολής του έργου».11
Η από τον Δήμο αγνόηση των υποδείξεων του Σπ. Λάμπρου υιού, ας σημειωθεί, του Παύλου Λάμπρου, μέλους της εν λόγω επιτροπής, και η εμμονή του Δήμου στη βιασύνη του να αποκτήσει έστω και πρόχειρο, έστω και χωρίς την κρίση της κριτικής επιτροπής, το ιστορικό εγχειρίδιο της νεώτερης πόλης, ας μη μείνει απαρατήρητη. Όμως, το περιστατικό αυτό δεν πρέπει να κατανοηθεί τόσο ως ελαφρότητα, ως ένα είδος απαίδευτης πολιτικάντικης ευκολίας, όσο ως άλλου είδους προτεραιότητα. Περισσότερο ή λιγότερο «επιστημονική», ο Δήμος θέλει να έχει τυπωμένη τη «μετά την παλαιά ακμή», τη νεώτερη ιστορία της πόλης του.
Πολύ σύντομα, το 1878, η επιστημονική προσφορά του Σπ. Λάμπρου για μια συστηματική δραστηριότητα του Δήμου στον τομέα των αθηναϊκών ιστορικών ερευνών βρίσκει την ανταπόκριση της Δημοτικής αρχής –δήμαρχος παραμένει ο Π. Κυριάκος. Με την επιστροφή του Σπ. Λάμπρου από την Εσπερία, του ζητείται να υποβάλει «έκθεσιν περί των μέσων δι’ ων ηδύναντο συστηματικώς να διεξαχθώσι αι ιστορικοί έρευναι». Υποβάλλει, λοιπόν, ο Λάμπρος συνολικό και αναλυτικό σχέδιο των αναγκαίων ενεργειών.12 Οι προτάσεις του οργανώνονται γύρω από ένα τρίπτυχο που υπηρετεί τον γενικό σκοπό της συγκέντρωσης και της διάθεσης όλων των πηγών των σχετικών με τη μεσαιωνική και νεώτερη ιστορία των Αθηνών:
α. Δημιουργία ειδικευμένης βιβλιοθήκης, όπου να συγκεντρωθούν όλα τα σχετικά με την ιστορία της πόλεως βιβλία (ανάμεσα στα οποία ιδιαίτερη θέση βλέπει να έχουν τα ευρωπαϊκά περιηγητικά κείμενα) αλλά και οι κώδικες, τα περισωζόμενα έγγραφα, οι εικόνες και τα σχέδια από τις μονές ή τις ιδιωτικές συλλογές της Αττικής. Τέλος, προτείνεται το υλικό της Βιβλιοθήκης της Ιστορίας της Πόλεως να συμπληρωθεί με συλλογή επίσημων αντιγράφων των σχετικών με την αθηναϊκή ιστορία ανεκδότων εγγράφων, τα οποία φυλάσσονται σε βιβλιοθήκες και αρχεία της Ευρώπης.
β. Εκτύπωση σε συστηματική σειρά και σε έκδοση «αυστηρώς κριτική» των σχετικών με την ιστορία των Αθηνών ανεκδότων εγγράφων υπό τον τίτλο «Μνημεία αναφερόμενα εις την ιστορία των Αθηνών».
γ. Κατάρτιση συλλογής «των σωζόμενων τοπικών παραδόσεων παρά γερόντων, καταγραφή των διανοητικών προϊόντων του αττικού λαού».

Σπυρίδων Λάμπρος (1851-1919)

Από το τρίπτυχο αυτό σχέδιο, ο Λάμπρος αναπτύσσει ιδιαίτερα το δεύτερο σκέλος, το οποίο και καταλαμβάνει το μεγαλύτερο και πλέον επεξεργασμένο μέρος της Έκθεσής του, για το οποίο προτείνει ένα συγκεκριμένο εκδοτικό πρόγραμμα, δηλαδή μια σειρά αυτοτελών τόμων που θα περιλαμβάνει «τα έργα του μητροπολίτου Αθηνών Μιχαήλ Ακομινάτου, την αλληλογραφίαν των Ατζαϊολών, καθ’ όσον αναφέρεται εις την ιστορίαν των Αθηνών, τας εκθέσεις των Βενετών προξένων, τας των Γάλλων προξένων, τους επί Τουρκοκρατίας οργανισμούς της πόλεως, τας εκθέσεις και τα έγγραφα τα αναφερόμενα εις την υπό του Μοροζίνη άλωσιν των Αθηνών και τον εν Πελοποννήσω και αλλαχού σκορπισμόν των Αθηναίων».
Πρόκειται δηλαδή για μια εκδοτική σειρά η οποία καλύπτει την περίοδο από τον 12ο έως και τον 17ο αι. και στην οποία οι ευρωπαϊκής παραγωγής αρχειακές πηγές πρωταγωνιστούν, εξασφαλίζοντας έτσι τόσο τη δημιουργία ενός αξιόλογου ιστορικού βάθους, όσο και τη διασύνδεση της ιστορίας των Αθηνών με εκείνη της Δύσης. Θα μπορούσε κανείς να σκεφθεί ότι με αυτόν τον τρόπο η Αθήνα τείνει να περιβληθεί με ένα παρελθόν ανάλογο προς τον δυτικό μεσαίωνα.
Χρειάζεται να σταθούμε λίγο παραπάνω στην έκθεση αυτή για να δούμε τον τρόπο με τον οποίον τεκμηριώνει την ανάγκη ανάπτυξης της ιστορίας της πόλης.
Στη σκέψη του Λάμπρου, η μελέτη της αρχαίας Αθήνας διακρίνεται από αυτή της νέας (συμπεριλαμβανομένης σε αυτήν και της μεσαιωνικής) διότι για τη μεν πρώτη, την αρχαία, φροντίζει «από μακρού ο πεπολιτισμένος κόσμος»· για τη δε δεύτερη, τη νεώτερη, δεν υπάρχει έως τη στιγμή αυτή κανείς που να τον ενδιαφέρει. Η μελέτη της αρχαίας είναι υπόθεση ήδη καταξιωμένη και κατά τεκμήριο υπόθεση διεθνής. Η ελληνική εθνική φροντίδα για την αρχαία πόλη προκύπτει μέσα από αυτό το ευρύτερο πλαίσιο και έχει, ούτως ή άλλως, εξασφαλισθεί. Αντίθετα, η μελέτη της τύχης της νεώτερης Αθήνας δεν έχει διεκδικητές, καθώς ούτε αποτελεί ένα συγκροτημένο πεδίο έρευνας ούτε όμως μπορεί να γίνει αντικείμενο εθνικής, πόσω μάλλον δε διεθνούς, μέριμνας. Αν είναι να αναπτυχθεί, αν είναι να υπάρξει, χρειάζεται την κηδεμονία της τοπικής εξουσίας, δηλαδή του Δήμου. Γι’ αυτό ο Λάμπρος φέρνει ως παράδειγμα προς μίμηση αυτό των ευρωπαϊκών πόλεων και δήμων: το εκδοτικό πρόγραμμα του Δήμου των Παρισίων για τις πηγές της ιστορίας της γαλλικής πρωτεύουσας, την εκδοτική δραστηριότητα της Ιστορικής Επιτροπής του Μονάχου για τις Χανσεατικές και άλλες πόλεις της Γερμανίας, ή τα τοπικά ιστορικά περιοδικά συγγράμματα υπό την ονομασία «Archivio» των ιταλικών πόλεων.
Βεβαίως, φέρνοντας ως πρότυπο τις μεθοδεύσεις περί την ιστορική μέριμνα των ευρωπαϊκών πόλεων, ο Λάμπρος αισθάνεται υποχρεωμένος να σταθεί στη διαφορά, ως προς τη μεσαιωνική ιστορία, των ευρωπαϊκών πόλεων με την Αθήνα. Μια διαφορά που τον υποχρεώνει παραλλήλως να ονομάσει ρητά τους λόγους για τους οποίους η μέση και νεώτερη ιστορία της πόλης των Αθηνών οφείλει κατ’ αυτόν να ενδιαφέρει.
«Και είναι μεν αληθές, ότι ενδοξότερα πολλώ είνε η ιστορία των πλείστων ευρωπαϊκών πόλεων κατά τους μέσους αιώνας της των Αθηνών. Αλλά δι’ ημάς ουχ ήττον σπουδαία η τύχη των αρχαίων μνημείων και των ζώντων Ελλήνων πόλεως, ήτις, υπάρξασα εν τη αρχαιότητι η ενδοξότατη των ελληνίδων, είνε και νυν έτι η μητρόπολις του διεσπαρμένου ελληνισμού».
Το παρελθόν λοιπόν κρίνεται ως σημαντικό και αξιοδοτείται όχι εξαιτίας της αξίας του κάθε αυτήν αλλά λόγω της σχέσης του «μεθ’ ημών».
Τα ευρωπαϊκά παραδείγματα κατατίθενται ως πρότυπα από τον Λάμπρο με διπλό σκοπό. Από τη μία χρησιμοποιούνται για να προβάλει ακριβώς αυτόν τον πεπολιτισμένο, τον επιστημονικό τύπο ιστορικής μέριμνας: με την έμφαση στην πηγή, στην αυστηρώς ελεγμένη, σαρωτική κατά το δυνατό συγκέντρωση των τεκμηρίων που οδηγεί με βραδύτητα αλλά και ασφάλεια στο θετικιστικό ιδεώδες, την «εκτενή και ακριβή ιστορίαν των Αθηνών» (αντί της –ας πούμε– εκλαϊκευτικής ή εκ των ενόντων ιστοριογραφίας). Από την άλλη, το ευρωπαϊκό παράδειγμα επιστρατεύεται για να ωθήσει την αρχική εκδήλωση ενδιαφέροντος του Δήμου περί την ιστορία, προς την κατεύθυνση γενναίων επιχορηγήσεων και θεσμικών ρυθμίσεων που θα στηρίζουν το επιστημονικό σχέδιο της συγκέντρωσης και διάθεσης της πρώτης ιστορικής ύλης. Έτσι, η δημοτική φροντίδα για την ιστορία της πόλης προβάλλεται ως μια λειτουργία ευρωπαϊκή και η οικονομική γενναιοδωρία για τη μελέτη της ιστορίας προσλαμβάνει επιπλέον και ιδεολογική διάσταση.
«Και είναι μεν δαπανηρά η εξερεύνησις και δημοσίευσις […] ανεκδότων, αλλά θα ύψωνε τον Δήμον των Αθηναίων εις το σημείον εκείνον του πολιτισμού, όπερ κατέχουσιν αι πόλεις της λοιπής Ευρώπης, εις ην και γεωγραφικώς ανήκομεν και ηθικώς αξιούμεν ότι κατατασσόμεθα».
Με αυτόν τον τρόπο ο Λάμπρος παρεμβαίνει με το επιστημονικό του βάρος επιχειρώντας να τραβήξει το ενδιαφέρον του Δήμου για το αθηναϊκό παρελθόν προς ένα ευρύτερο πρόγραμμα ιστορικών ερευνών, εντάσσοντας τη μέριμνα για το ιστορικό παρελθόν της πόλης στο πρότυπο ανάπτυξης που ακολουθεί και αναδεικνύοντάς την σε δείκτη του εξευρωπαϊσμού της.
Ο Δήμος προφανώς άκουσε την εμπεριστατωμένη και φιλόδοξη πρόταση. Αγνοούμε τον ακριβή αντίκτυπό της,13 γνωρίζουμε ωστόσο το άμεσο πρακτικό αποτέλεσμα: ο Δήμος Αθηναίων αποφασίζει να χρηματοδοτήσει τη δίτομη έκδοση των Σωζόμενων του Μιχαήλ Χωνιάτη, του λογίου, πεπαιδευμένου στα κλασικά γράμματα, Μητροπολίτη των Αθηνών κατά τον 12ο αι., έκδοση την οποία επιμελείται ο ίδιος ο Λάμπρος.14 Πρόκειται για ένα έργο μεγάλου ερευνητικού μόχθου, καρπό πολυετών αναζητήσεων, αντιγραφών και παραβολών χειρογράφων στις μεγάλες βιβλιοθήκες της Εσπερίας, ένα έργο που ανταποκρίνεται με επάρκεια στις πιο αυστηρές επιστημονικές προδιαγραφές κριτικών εκδόσεων της εποχής.
Με την πραγματοποίηση της έκδοσης του Χωνιάτη από τον Δήμο, η οποία –ας υπενθυμιστεί– περιλαμβανόταν πρώτη στη σειρά των Μνημείων της Πόλης των Αθηνών, σύμφωνα με το σχέδιο που υπέβαλε προς τον Δήμο, ο Λάμπρος νιώθει προσωπικά δικαιωμένος και εθνικά υπερήφανος: «Της εκδόσεως δε ταύτης ούσης πολυδάπανου καθίστατο δυσχερής η εύρεσις των μέσων και κατ’ ανάγκην έμελλεν ίσως να αναλάβη αυτήν ξένη ακαδημία κράτους εκ τε επιστημονικού ζήλου και εθνικών συμφερόντων τα μάλιστα διατρίβοντος εν τοις τελευταίοις χρόνοις περίτην βυζαντινήν ιστορίαν. […] Εις τίνα ηδυνάμην άλλον δικαιότερον να αφιερώσω την έκδοσιν ταύτην αλλ’ ή εις τον Δήμον, τον γενναίως χορηγούντα τας της εκτυπώσεως δαπάνας; Ευχαρίστως δε εκφράζων την ευγνωμοσύνην μου προς το Δημοτικόν Συμβούλιον διά την στοργήν προς την πάτριον ιστορία ην από τίνος επιδεικνύει, αισθάνομαι καθήκον να αναφέρω ιδία τα ονόματα του φιλόμουσου δημάρχου κ. Παναγή Κυριακού και των δημοτικών συμβούλων εις ους ανετέθη η περί της εκδόσεως μέριμνα, των κκ. Τιμολέοντος Φιλήμονος και Δημητρίου Μ. Καλλιφρονά».15
Δύο σχόλια: Πρώτον, το ξένο κράτος. Το πιθανότερο, εδώ υπονοείται η Ρωσία που, στα ίδια χρόνια κι αναζητώντας το δικό της ένδοξο παρελθόν, αναπτύσσει με θέρμη τις βυζαντινές σπουδές, με το έργο δε του Χωνιάτη έχει αρχίσει ήδη τότε να ασχολείται ο Ουσπένσκι. Δεύτερον, τα πρόσωπα. Αξίζει να υπενθυμίσουμε ότι Κυριακοί και Καλλιφρονάδες ανήκουν σε δύο από τις παλαιότερες οικογένειες Αθηναίων αρχόντων και ο Φιλήμων είναι συνεχιστής του πατέρα του, αγωνιστή και ιστορικού του Αγώνα, στην έκδοση μιας από τις πρώτες και μακροβιότερες αθηναϊκές εφημερίδες, τον Αιώνα. Άνδρες, με άλλα λόγια, Αθηναίοι, παλιοί Αθηναίοι, με κίνητρα φροντίδας για την όντως «πάτριον» γι’ αυτούς ιστορία.
Ωστόσο, μέριμνα μονιμότερη, πολιτική για την ιστορία και το παρελθόν της πόλης ο Δήμος δεν αποκτά. Βεβαίως, η ευρύτερη επιθυμία να γίνει ορατό το παρελθόν της νέας πόλης παραμένει. Με την ίδρυση της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας το 1882 στην Αθήνα (πρώτος πρόεδρος της οποίας αναλαμβάνει ο Τιμολέων Φιλήμων και αντιπρόεδρος ο Σπυρίδων Λάμπρος) επιτυγχάνεται σιγά-σιγά –παρά τους ευρύτερους, εθνικής εμβέλειας στόχους που θέτει και παρά την οικονομική της ένδεια– η συλλογή αθηναϊκού, ιστορικού και λαογραφικού, υλικού, κυρίως με δωρεές. Απορροφάται έτσι εκεί, από το ιδιωτικό αυτό σωματείο, μέρος του ενδιαφέροντος που έχει γεννηθεί για το παρελθόν της πόλης και καλύπτεται εν μέρει το θεσμικό κενό που δεν αναλαμβάνει ο Δήμος της πρωτεύουσας.16
Στα επόμενα χρόνια ο Λάμπρος συνεχίζει μεν –ανάμεσα σε άλλες ασχολίες– τις έρευνές του για την Αθήνα, με μικρές πλέον δημοσιεύσεις που αφορούν κυρίως εκδόσεις πηγών, επεκτείνονται δε και στα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Φαίνεται όμως να εγκαταλείπει –αν ποτέ πράγματι το είχε– το νεανικό σχέδιο να γίνει ο ιστορικός της μεσαιωνικής και νεώτερης Αθήνας. Πολύ αργότερα θα αποδώσει ακριβώς στην ελλιπή και ασυνεχή στάση του Δήμου Αθηναίων, ως προς την προαγωγή της αθηναϊκής ιστορικής έρευνας, την αποστασιοποίησή του από τον «παλαιό του πόθο».17
Απ’ όλες τις άλλες αθηναϊκές του δημοσιεύσεις θα μνημονεύσουμε μία, αυτήν του 1881, ο χαρακτήρας της οποίας συνδέεται με την έως τότε παρέμβαση του Λάμπρου υπέρ της ανάπτυξης και του ορθού προσανατολισμού της μεσαιωνικής και νεώτερης ιστοριογραφίας των Αθηνών. Τίτλος της: «Πρόχειρα τινά περί της αθηναϊκής ιστορίας κατά τους μέσους χρόνους και επί Τουρκοκρατίας».18
Με αυτό το κείμενο ο Λάμπρος υποδεικνύει το εύρος των πηγών που πρέπει να μελετηθούν και θέτει δημόσια το ζήτημα του τρόπου με τον οποίο οφείλει να αναπτυχθεί η μελέτη της ιστορίας των Αθηνών. Στιγματίζοντας την εύκολη, μονομερή και ατελή ιστοριογραφία που αντλεί το υλικό της αποκλειστικά από τα παλαιότερα έτοιμα ιστορήματα, τονίζει την ανάγκη ανεύρεσης και μελέτης των πηγών, τις «ψηφίδες», όπως λέει, που μόνο αυτές είναι ικανές να δημιουργήσουν την «εικόνα». Καθώς στα ίδια χρόνια κι άλλοι αρχίζουν να μπαίνουν στον χορό των ιστορικών δημοσιεύσεων για την Αθήνα, ίσως με το δημοσίευμά του αυτό, μεθοδολογικό στον χαρακτήρα, ο Λάμπρος επιδιώκει να προσανατολίσει τους μελετητές των Αθηνών.
Από το 1879 θα χρειαστεί να περιμένουμε 10 χρόνια, έως το 1889, για να δούμε την ιστορία της ιστορίας της νεώτερης Αθήνας να κάνει δημόσια το επόμενο μεγάλο της βήμα. Σε αυτό το νέο βήμα πρωταγωνιστούν ένα νέο πρόσωπο και ένα ήδη σε μας γνωστό: ο Δημήτρης Καμπούρογλου και ο Τιμολέων Φιλήμων.

Τιμολέων Φιλήμων (1833-1898)

Ο Τιμολέων Φιλήμων, ο οποίος, όπως είδαμε, υπήρξε δραστήριος στις προηγούμενες περί την ιστορία δραστηριότητες του Δήμου και έχει εν τω μεταξύ διατελέσει πρώτος πρόεδρος της Ιστορικής Εθνολογικής Εταιρείας, εμπλέκεται στην υπόθεση από καινούργια, ισχυρότερη τώρα, θέση: το 1887 εκλέγεται δήμαρχος. Ως δήμαρχος, λοιπόν, το 1889 ο Φιλήμων εξαγγέλλει και κάνει τις πρώτες κινήσεις για τη δημιουργία ενός Δημοτικού Μουσείου της Ιστορίας των Αθηνών, αν και τελικά αυτό το σχέδιο δεν θα ευοδωθεί. Αυτή η ιδέα, μιας εικονογραφημένης ιστορίας της πόλης, ασφαλώς δεν είναι ξένη προς τις παλαιότερες προτάσεις του Λάμπρου. Ωστόσο στη σκέψη του Φιλήμονος, εκτός από τη σωστική και ερευνητική λειτουργία που και το Μουσείο θα εκπλήρωνε, διαπιστώνουμε και μια νέα χρήση του ιστορικού παρελθόντος. Ένα τέτοιο Μουσείο θα έδειχνε «την έκπτωσιν εις ην περιέστησαν [αι Αθήναι] κατά τους χρόνους της υποδουλώσεως και το μέγεθος εις ο προήλθαν και οσημέρας προάγονται, γιγαντιαίοις βήμασι χωρούσι».19
Αυτή η ιδέα της χρήσης του παρελθόντος για την απόδειξη της προόδου του παρόντος αποκαλύπτει το πλήρες νόημά της με τη συμπληρωματική παρατήρηση του Φιλήμονος στο ίδιο εξαγγελτικό του Μουσείου κείμενο. Εκεί, σχολιάζοντας τη δραματική αλλαγή που σημειώνεται στην όψη της πόλης από τις αρχές έως τα τέλη του αιώνα, ο Φιλήμων αναδεικνύει ως σύμβολο της αλλαγής –της προόδου– την εξαφάνιση από τον αθηναϊκό ουρανό των μιναρέδων και την αντικατάστασή τους από «τον ελληνικόν σταυρόν δεσπόζοντα πανταχού». Η ανάγκη βεβαιώσεων για τις αποστάσεις που χωρίζουν την οθωμανική από την ελληνική πόλη φαίνεται ισχυρή· η διαφορά από τις αρχές έως τα τέλη του αιώνα δεν ενδιαφέρει λοιπόν μόνον ως προς το μέγεθος αλλά και ως προς την ταυτότητα και τη φυσιογνωμία. Εξάλλου, η ίδια η ιδέα του Μουσείου της Ιστορίας της Πόλης ρητά προτείνεται ως πρακτική ευρωπαϊκή. Η δημιουργία του δεν θα απεικονίζει απλώς την πορεία προς την ανάπτυξη, προς την Ευρώπη, αλλά συλλαμβάνεται ως μέρος αυτής της πορείας. Προσεγγίσεις, ως προς αυτό, ανάλογες με εκείνες που είδαμε στις προτάσεις του Λάμπρου.
Επί δημαρχίας Φιλήμονος, και πάλι το έτος 1889, κάνει δυναμικά το ξεκίνημά της μια διπλή έκδοση με δημοτική δαπάνη, επιμελητής της οποίας είναι ο Δημήτρης Καμπούρογλου. Πρόκειται για τον πρώτο τόμο των Μνημείων της Ιστορίας των Αθηναίων (οι δύο επόμενοι τόμοι εκδίδονται το 1890 και το 1892 αντίστοιχα). Ο Καμπούρογλου εκδίδει τα ίδια χρόνια, συμπληρωματικά προς τα Μνημεία, την επίσης τρίτομη Ιστορία των Αθηναίων κατά την Τουρκοκρατία, όπου αφενός προσφέρεται ανάλυση των πηγών και αφετέρου επιχειρείται η παρουσίαση μιας πρώτης εικόνας της ιστορίας της πόλης κατά την περίοδο 1458-1687.

Δημήτριος Γρ. Καμπούρογλου (1852-1942)

Ο Δημήτρης Καμπούρογλου20 δεν είναι επαγγελματίας ιστορικός· είναι ερασιτέχνης με τη διπλή σημασία του όρου: στρέφεται στην ιστοριοδιφία γιατί πάνω απ’ όλα είναι και νιώθει Αθηναίος. Πριν απ’ αυτόν η μητέρα του, η Μαριάννα Καμπούρογλου, το γένος Γέροντα, καταγράφει και δημοσιεύει αθηναϊκά παραμύθια.21 «Ω, Αθήναι», θα γράψει κλείνοντας τον τρίτο τόμο της Ιστορίας των Αθηναίων, «ω, Αθήναι, τας οποίας η μήτηρ μου πρώτη με εδίδαξε να λατρεύω, καταθέτων την γραφίδα και αναπαύωντην κουρασθείσαν χείραν, εύχομαι να έχω και εν τω μέλλοντι την δύναμιν ίσην προς την επιθυμίαν, όπως δυνηθώ να συμπληρώσω το προς το παρελθόν σου οφειλόμενον ιερόν καθήκον».22
Χρειάζεται να κρατήσουμε τις λέξεις «λατρεία της Αθήνας» και «ιερό καθήκον». Ο Καμπούρογλου, που βραβεύτηκε ως ποιητής για την ικανότητά του να απομυθοποιεί και να σαρκάζει εκεί όπου οι ρομαντικοί ποιητές έως τα 1870 δραματοποιούσαν και έπασχαν, ο είρων και πνευματώδης Καμπούρογλου των σημειωμάτων στην εφημερίδα Εβδομάς, στη σχέση του με την Αθήνα γίνεται ρομαντικός και πραγματικά αφιερώνεται. Γι’ αυτή του τη σχέση με το παρελθόν της Αθήνας επονομάζεται αθηναιογράφος.
Οι έρευνες του Καμπούρογλου για την Αθήνα, όπως δηλώνει ο ίδιος, ξεκινούν στα 1873, το έτος δηλαδή του δημοτικού ιστορικού διαγωνισμού. Μια υπενθύμιση: η προσωπική του περίπτωση αναδύεται μέσα στο περιρρέον κλίμα, που ζητεί από τότε με ποικίλους τρόπους να φωτιστεί η ιστορία της πόλης. Το κυρίως αντικείμενο των ερευνών του στρέφεται στη ζωή της τουρκοκρατούμενης πόλης. «Διατί άραγε», αναρωτιέται, «ενώ κι αυτό το απώτατο παρελθόν κατά κόρον πλέον ανεπτύχθη και εδιδάχθη, η αμέσως προηγούμενη της συγχρόνου εποχή του Αθηναϊκού βίου, η της Τουρκοκρατίας, διατελεί τοσούτον άγνωστος ημίν; Διατί ευθύς μετά την απελευθέρωσιν εγεννήθη αδιαφορία τις, αν μη περιφρόνησις, προς τους υπό την δεσποτείαν των Τούρκων αμέσους και ορισμένους ημών προγόνους; Διατί ως εξιππασμένοι τινές οψίπλουτοι περιφρονήσαμεν τους γεννήτορας ημών;»23
Η ανάγκη αποκατάστασης των αμέσων προγόνων, των γεννητόρων, είναι μια ανάγκη που στα τέλη του 19ου αι. προβάλλει ορμητικά από τη γενιά του δημοτικισμού και της λαογραφίας. Είμαστε, ας μην το ξεχνάμε, στο κλίμα που δημιουργεί τον Νικόλαο Πολίτη, τον Ψυχάρη, τον Παλαμά. Εδώ όμως δεν πρόκειται για τη γενικότητα, η έμφαση δεν είναι εθνική, είναι αθηναιοκεντρική κατ’ αποκλειστικότητα:
«Πόθεν δε άραγε», συνεχίζει ο Καμπούρογλου, «προέρχεται και η παρατηρούμενη ιδιάζουσα υποτίμησις προς τους Αθηναίους περί ων ουχί σπανίως αναγιγνώσκει τις, και ακούει ήκιστα ευμενείς κρίσεις; Ήσαν άραγε άξιοι των κρίσεων τούτων, ή επί τοσούτον επεβάρυνεν αυτούς η των αρχαίων προγόνων δόξα, ώστε μόνοι ούτοι να κρίνωνται απολύτως και όχι σχετικώς προς την εποχήν; […] Σχετικώς, προς την κατάστασιν και το πνεύμα της εποχής πρέπει να κρίνονται και οι Αθηναίοι. […] Μη ζητώμεν λοιπόν επί Τουρκοκρατίας να εύρωμεν εν Αθήναις Περικλείς, Ευριπίδας και Φειδίας. Τούτο ου μόνον δυνατόν δεν είναι, αλλ’ ουδέ φυσικόν. Αλλ’ άραγε επειδή δεν ήσαν Ικτίνοι, έπεται ότι ήσαν κτήνη;»24

Δημήτριος Γρ. Καμπούρογλου, Το Ριζόκαστρον, Αθήνα 1920

Η ενδιαφέρουσα ένταση ανάμεσα σε αρχαίους και νεώτερους Αθηναίους, όπως βιώνεται από τον Καμπούρογλου, έχει το αντίστοιχό της σε μια δεύτερη ομόκεντρη ένταση ανάμεσα στον τόπο, τον μελετημένο και τιμημένο, και τους ανθρώπους, τους αγνοημένους και τους υποτιμημένους. Γι’ αυτό ο Καμπούρογλου γράφει την ιστορία των Αθηναίων κι όχι την ιστορία των Αθηνών: «Άνευ της λεπτομερούς γνώσεως του καθόλου βίου του Λαού, ουδείς δύναται να διισχυρισθή ότι κατέχει γνώσεις περί της ιστορίας έθνους τινός ή πόλεως».25
Η έννοια του λαού είναι κεντρική στη σκέψη του Καμπούρογλου. Και δεν είναι μόνο στο ιστορικό του έργο, στην Ιστορία των Αθηναίων, όπου εκδηλώνεται. Και στα Μνημεία, χάρη σε αυτήν φροντίζει για ταπεινές, μικρές πηγές, ιδιωτικά έγγραφα και επιστολές, χάρη σε αυτήν αξιοδοτεί και συγκεντρώνει ποικίλη λαογραφική ύλη, έθιμα, παραδόσεις, δεισιδαιμονίες και παροιμίες. Δεν πρόκειται ωστόσο για τον λαό-πρωταγωνιστή του έθνους, αλλά για τον γηγενή πληθυσμό της πόλης. Ο Καμπούρογλου κάνοντας ιστορία υπερασπίζεται την τιμή των γεννητόρων Αθηναίων και αυτή η υπεράσπιση δεν απευθύνεται τόσο στους ξένους, στους αλλοεθνείς, αλλά μάλλον στο εθνικό κοινό που συρρέει στην πρωτεύουσα και πλέον ηγείται της πόλεως, εκτοπίζοντας τους γηγενείς.
Πλάι στην έννοια του λαού, μια δεύτερη έννοια, η έννοια της επιστήμης, προβάλλει στη σκέψη του Καμπούρογλου, κι αυτές οι δύο έννοιες οργανώνουν το σύνολο του έργου του αυτής της περιόδου. Η επιστήμη του Καμπούρογλου δεν είναι η ακαδημαϊκή επιστήμη, όπως, ας πούμε, αυτή του Λάμπρου. Κι ο Καμπούρογλου όμως στην επιστήμη πιστεύει, σε αυτή βλέπει την υπέρτατη δύναμη της γνώσης, τη «θρησκεία», όπως γράφει, «του σύγχρονου κόσμου».26 Αλλά ενδιαφέρεται πρωτίστως για την εκλαΐκευσή της, θέλει τη γνώση για τους πολλούς και για την πατρίδα. Κάτω, όμως, κι από τη σκιά του Λάμπρου ή και των γενικότερων θετικιστικών ιδεών που ηγεμονεύουν, δεσμεύεται από το να προχωρήσει στην εξιστόρηση των γνωστών κι αντίθετα αφιερώνει μεγάλη προσπάθεια στη συγκέντρωση των πηγών. Ο Καμπούρογλου θέλει να προσφέρει νέα γνώση. Η τρίτομη έκδοση των Μνημείων υλοποιεί, με τις ατέλειες του ερασιτέχνη ιστοριοδίφη, την ιδέα της συγκέντρωσης των πηγών, των «ψηφίδων» του Λάμπρου, χωρίς ωστόσο οργάνωση της ύλης, χωρίς σχέδιο: εδώ θέλει να βρίσκονται όλα, «παν ότι περιεσώθη και δύναται να θεωρηθή ως Πηγή της Αθηναϊκής ιστορίας», πάσα η ιστορική ύλη, ατάκτως ερριμμένη. Πηγές γραπτές: έγγραφα, ιδιωτικά και δημόσια, περικοπές περιηγητών· πηγές χαρακτές: επιγράμματα, επιγραφές και σφραγίδες, και τέλος, πηγές κατά την παράδοσιν, δηλαδή ποικίλο λαογραφικό υλικό.
Ακόμη κι όταν ξεκινά τη συγγραφή της Ιστορίας συνομιλεί ευθέως, και εν μέρει απολογητικά, με τη σκέψη του Λάμπρου και τις επιστημονικές απαιτήσεις, τις οποίες εκείνος, όπως είδαμε, είχε θέσει στα 1878-1881 ως προς τη μελέτη της αθηναϊκής ιστορίας.
Γιατί οι λέξεις είναι του Λάμπρου στα παρακάτω λόγια του Καμπούρογλου: «Αι πηγαί της ιστορίας των Αθηναίων επί Τουρκοκρατίας, και κατά την πρώτην περίοδον ιδίως, ατυχώς δεν είναι πολλαί […] ο δε επιχειρών ν’ απεικονίσει τους αιώνας τούτους, αφού πολλάκις απελπίση, κατορθοί μεν πως, επί τέλους, τούτο, διατρύτων κόπων, αλλ’ αντί εικόνος, καταρτίζει μάλλον ψηφίδωμα, ούτινος και τα συστατικά λιθάρια ηναγκάσθη ν’ αναζητήση ο ίδιος».
Επειδή, όμως, ο Καμπούρογλου είναι αποφασισμένος να γράψει την ιστορία των γεννητόρων του, συμπληρώνει απαντώντας έμμεσα στον Λάμπρο: «Οπωσδήποτε και το ψηφίδωμα είναι εικών».27
Η «εικών», την οποία ο Καμπούρογλου αδημονεί να συνθέσει, είναι η ιστορία της Αθήνας –του αθηναϊκού βίου, όπως θα διόρθωνε εκείνος– στα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Και εδώ, στην περίοδο δηλαδή, βρίσκεται μια άλλη διαφορά έμφασης από τον Λάμπρο. Το μέλημα του Καμπούρογλου είναι η αποκατάσταση της τουρκοκρατούμενης Αθήνας· θέλει να την εντάξει στο πεδίο δράσης της ιστορικής έρευνας, να φωτίσει «τα πολλά άλυτα ιστορικά προβλήματα [τα οποία] εν εαυταίς κρύπτουσιν αι Αθήναι» και με την Ιστορία των Αθηναίων αυτό επιχειρεί. Πασχίζει αφενός να προβάλει την «ανεπίδραστον αντίθεσιν της Ελληνικότατης των πόλεων προς τα (αλβανόφωνα) χωρία της Αττικής και να θέσει το πρόβλημα του χρόνου της μεταβαπτίσεως τμημάτων της Αττικής γης και της εν τη Αττική μεταναστεύσεως του Ηπειρωτικού πληθυσμού» και αφετέρου να αναδείξει την τομή του 1687, δηλαδή της βενετικής κατοχής και του εκπατρισμού των Αθηναίων που επακολούθησε, σε ορόσημο έως το οποίο διήρκεσε η «σχετική ακμή της πόλεως και των Αθηναίων υπό πάντα δυνάστην, μηδέ του Τούρκου εξαιρουμένου».28 Αυτός ο ορμητικός προσανατολισμός του Καμπούρογλου προς την Τουρκοκρατία, η αφοσιωμένη αποφασιστικότητά του να ιστορικοποιήσει και να αποκαταστήσει αυτό το «περιφρονημένο» παρελθόν είναι, ίσως, το πιο σημαντικό του γνώρισμα.

Δημήτριος Γρ. Καμπούρογλου, Αι Παλαιαί Αθήναι, Αθήνα 1922

Δεν τελειώνει εδώ, ούτε βεβαίως εξαντλείται σε όσα παρουσιάσαμε ώς εδώ, η αθηναϊκή απόπειρα μελέτης και γνωριμίας με το αθηναϊκό παρελθόν, όπως αυτή δυναμικά εμφανίστηκε στο τελευταίο τέταρτο του 19ου αι. Στα ίδια χρόνια είναι κι άλλοι που καταπιάνονται με θέματα της μεταγενέστερης αθηναϊκής ιστορίας. Για να αναφέρουμε μερικούς, είναι ο Τάσσος Νερούτσος, ο Επαμεινώνδας Σταματιάδης, ο Κωνσταντίνος Ζήσιος, ο Πανάρετος Κωνσταντινίδης, ο Θεμιστοκλής Νικολαΐδης Φιλαδελφεύς. Παράλληλα, σημειώνεται από το 1882 η αξιόλογη συλλεκτική δραστηριότητα της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας, στο Δελτίο της οποίας δημοσιεύονται αρκετές από τις μελέτες για το αθηναϊκό παρελθόν.
Επίσης, στα πρώτα χρόνια του αιώνα μας νέα σημαντικά έργα εμφανίζονται με τη χρηματοδότηση και υποστήριξη και του Δήμου Αθηναίων. Καταρχήν, η έκδοση το 1901, του πρώτου περί την ιστορία έργου του Γιάννη Βλαχογιάννη, φέρει τον τίτλο Αθηναϊκόν Αρχείον και εκδίδεται με δημοτική δαπάνη. Περιλαμβάνει έκδοση μεγάλου όγκου αθηναϊκών εγγράφων της δεκαετίας του Αγώνα. Αν και το έργο του μεγάλου ιστοριοδίφη, και πρώτου Διευθυντή των Γενικών Αρχείων του Κράτους, δεν έχει τελικά ως κυρίως αντικείμενο αθηναϊκά πράγματα, είναι ακόμη πιο ενδιαφέρον –για τη δύναμη του φαινομένου που εξετάζουμε– ότι ο Βλαχογιάννης ξεκινάει με ενότητα αθηναϊκή. Ας μην υποτιμάται επίσης ούτε η σημασία που έχει η δυνατότητα της δημοτικής χρηματοδότησης. Πράγματι, ο Δήμος Αθηναίων έχει τουλάχιστον σταθεροποιηθεί, έστω χωρίς τον προγραμματισμό που οραματιζόταν νεαρός ο Λάμπρος, ως χορηγός αθηναϊκών ιστορικών εκδόσεων.
Τέλος, το 1904, και πάλι ο Σπυρίδων Λάμπρος παρουσιάζει, ως μεταφραστής τώρα, την ελληνική έκδοση της Ιστορίας της Πόλεως των Αθηνών κατά τους μέσους χρόνους του Φερδινάνδου Γρηγοροβίου, συγγραφέα της Μεσαιωνικής Ιστορίας της Ρώμης.29 Ο Σπυρίδων Λάμπρος θερμά και πολύπλευρα υποστήριξε τον Γρηγορόβιο στο αθηναϊκό του σχέδιο, ακριβώς γιατί δεν θέλησε για ποικίλους λόγους να το αναλάβει ο ίδιος. Η παρουσία του Δήμου Αθηναίων είναι πάλι αισθητή με τη μορφή τώρα χρηματοδότησης προς τον Λάμπρο για μια ερευνητική αποστολή στις Βιβλιοθήκες της Ευρώπης (δήμαρχος τώρα ο Σπύρος Μερκούρης). Καρπός της χορηγίας και της αποστολής αυτής ο τρίτος τόμος της ελληνικής έκδοσης του Γρηγοροβίου: μια φροντισμένη δημοσίευση πλήθους ανέκδοτων μεσαιωνικών εγγράφων, από τον ίδιο τον Λάμπρο, ο οποίος κρατά για τον εαυτό του επίμονα τον ρόλο του επιμελητή κριτικών εκδόσεων. Πρόκειται για έναν τόμο που θα μπορούσε θαυμάσια να σταθεί και ως αυτοτελής έκδοση.30
Αυτή ήταν σε αδρές γραμμές η ιστορία της ανάπτυξης του πρώτου ενδιαφέροντος, εντός της Αθήνας, για την ιστορική μελέτη του νεώτερου παρελθόντος της. Πιο εθνική και πιο ακαδημαϊκή (και πιο μεσαιωνική;) η προσέγγιση του Σπ. Λάμπρου, πιο τοπική και πιο λαϊκή/κοσμική (και σαφώς πιο προσανατολισμένη στα τουρκοκρατούμενα νεώτερα χρόνια), η προσέγγιση του Καμπούρογλου. Και οι δύο γεννημένοι στα μέσα του αιώνα, μεγαλωμένοι στη Νέα Αθήνα, εκπρόσωποι της ίδιας γενιάς, της ίδιας πόλης. Ανάμεσά τους, γύρω τους, όπως μπορεί, ο Δήμος των Αθηναίων.

Άποψη των Αθηνών το 1873

Η ιστορία της αθηναϊκής ιστορίας, όπως την είδαμε, είναι ασφαλώς μια ιστορία της Αθήνας του 19ου αι. Η σκιαγράφηση που επιχειρήθηκε, στραμμένη κυρίως στην ιστορία της γένεσης αυτού του νέου ιστοριογραφικού πεδίου, δεν αποτελεί παρά μια εισαγωγή για την κατανόησή του. Η κυρίως μελέτη του θα πρέπει ασφαλώς να ενταχθεί στην έρευνα τόσο της νεοελληνικής ιστοριογραφίας, όσο και της ιστορίας της πόλης.

1. Π. Ενεπεκίδης, Η Ελλάδα, τα νησιά και η Μικρά Ασία τον Καρόλου Κρονμπάχερ, Αθήνα 1994, σ. 61.

2. Αυτ., σ. 58.

3. Ρωμιός, 8 Σεπτεμβρίου 1884, αρ. 33.

4. Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι ήδη από τη δεκαετία του 1850 έχουν εμφανιστεί στην ευρωπαϊκή βιβλιογραφία δύο σημαντικές μελέτες σχετικές με την ιστορία των Αθηνών, τη μεταγενέστερη της αρχαίας: Karl Hopf, De historiae Ducatus Atheniensis fonbidus, Βόννη 1852 και Comte de Laborde, Athènes au XVe, XVIe, XVIIe siècles, Παρίσι 1854, 2 τόμοι. Οι μελέτες ωστόσο αυτές συνδέονται είτε με τη μελέτη της Φραγκοκρατίας στην Ανατολή, που γνωρίζει ιδιαίτερη ανάπτυξη στην Ευρώπη ως μέρος της στροφής στην ιστορική έρευνα του δυτικού μεσαίωνα, είτε με τη μελέτη της προόδου της ευρωπαϊκής γνωριμίας με την ελληνική αρχαιότητα και τον ελληνικό χώρο, επίσης μέρος διεργασιών που αφορούν στην ευρωπαϊκή αυτογνωσία. Εξάλλου, από ελληνικής πλευράς θα πρέπει επίσης να σημειωθεί το έργο του Αθηναίου συμβολαιογράφου Διονυσίου Σουρμελή: Τους υπέρ πατρίδος αποθανόντος εν τη πολιορκία των Αθηνών, εντός της πόλεως και τον φρουρίον, εν έτει 1826, Αίγινα 1828· Ιστορία των Αθηνών κατά τον υπέρ ελευθερίας αγώνα, αρχομένη από της Επαναστάσεως μέχρι της αποκαταστάσεως των πραγμάτων, Αίγινα 1834· Κατάστασις συνοπτική της πόλεως των Αθηνών από της πτώσεως αυτής υπό των Ρωμαίων μέχρι τέλους της Τουρκοκρατίας, Αθήνα 1842 (α’ και β’ εκδ.) και 1846 (γ’ εκδ.). Ο Σουρμελής είναι κατά μία έννοια ο πρώτος μετά την Ανεξαρτησία ιστορικός της νεώτερης Αθήνας. Το έργο του ωστόσο εντάσσεται κυρίως στην ιστοριογραφική παραγωγή, τη σχετική με τις τοπικές συμβολές στον Αγώνα, ενώ το υπόλοιπο έργο του, ανεπαρκές και συνοπτικό ούτως ή άλλως, συνδέεται μάλλον με τις απόπειρες ανασκευής των θέσεων του Φαλμεράγερ για την ερήμωση των Αθηνών κατά τον Μεσαίωνα, οι επανεκδόσεις του οποίου οφείλονται εν πολλοίς στην περαιτέρω ανάπτυξη των αναιρετικών επιχειρημάτων του συγγραφέα (βλ. σχετικά Γ. Βελούδη, Ο Fallmerayer και η γένεση τον ελληνικού ιστορισμού, Αθήνα 1982, σ. 50-52).

5. Η αναγγελία του «αγωνίσματος» γίνεται από τον δήμαρχο την 1η Νοεμβρίου 1873, το σχετικό έγγραφο δημοσιεύεται στον πρόλογο του Γ. Κωνσταντινίδη, Ιστορία των Αθηνών, Αθήνα 1876, σ. θ’-ι.

6. Βλ. σχετικά, Σπ. Λάμπρου, Μικταί Σελίδες, Αθήνα 1905, σ. 47.

7. Βλ. σχετικό σχόλιο από έναν άλλο σύγχρονο ιστορικό της νεώτερης Αθήνας: «επειδή δε ούτε επί νέων πηγών ήτο συντεταγμένη […] η επιτροπή απέστη της κρίσεως. Τότε ο Δήμαρχος μετά του Δημοτικού Συμβουλίου, μετασχηματισθέντες εις Ελλανόδικος, εβράβευσαν ασυζητητείτο πόνημα του Γ. Κωνσταντινίδου ευχερώς και ταχέως», Θ. Ν. Φιλαδελφέως, Ιστορία των Αθηνών επί Τουρκοκρατίας, Αθήνα 1902, τ. 1, σ. γ’-δ’. Ωστόσο, η Ιστορία του Γ. Κωνσταντινίδη σημείωσε εκδοτική επιτυχία τόση ώστε να κάνει και δεύτερη έκδοση το 1894. Ο ίδιος δημοσίευσε το 1930 Επιτομή Ιστορίας των Αθηνών από τις εκδόσεις Ελευθερουδάκη.

8. Γ. Κωνσταντινίδη, ό.π., σ. η’.

9. Αυτ., σ. ιγ’.

10. Ο Σπ. Λάμπρος ασχολείται ήδη ερευνητικά με τον Μιχαήλ Ακομινάτο και αποτέλεσμα των ερευνών του αυτών είναι η διατριβή επί υφηγεσία που υποβάλει στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και η οποία εκδίδεται το 1878 με τίτλο Αι Αθήναι περί τα τέλη του 12ου αιώνος.

11. Φερδινάνδου Γρηγορόβιου, Ιστορία της Πόλεως των Αθηνών, μεταφρασθείσα, μετά διορθώσεων και προσθηκών υπό Σπυρίδωνος Λάμπρου, τ. Α’, Αθήνα 1904, σ. 20.

12. Η Έκθεση του Σπ. Λάμπρου δημοσιεύεται από τον ίδιο στην «Εισαγωγή» του στο έργο του Φ. Γρηγορόβιου, ό.π., τ. Α’, σσ. 21-23.

13. Από τον Λάμπρο πληροφορούμαστε επίσης ότι στη συνέχεια του ζητήθηκε μια εκτίμηση του οικονομικού κόστους του όλου σχεδίου, την οποία και υπέβαλε προτείνοντας τον ορισμό ενός ετήσιου κονδυλίου 3.000 δραχμών στον προϋπολογισμό του Δήμου, βλ. αυτ., σ. 24 –25.

14. Σπ. Λάμπρου, Μιχαήλ Ακομινάτου τον Χωνιάτη τα Σωζόμενα, τα πλείστα εκδιδόμενα, νυν το πρώτον κατά τους εν Φλωρεντία, Οξωνίω, Παρισίοις και Βιέννη κώδικας, 2 τόμοι, Αθήνα 1879.

15. Αυτ., «Τοις Αναγνώσταις», σ. ε’-στ’.

16. Ο Δήμος Αθηναίων καταθέτει συνδρομή στη ΙΕΕ 300 δρχ. ετησίως από το 1888 έως και το 1899, με διακοπή το 1893-1894, δες σχετικά τις Εκθέσεις του Ταμία της ΙΕΕ, όπως δημοσιεύονται στα Δελτία της ΙΕΕ, τ. Β’-ΣΤ 1888-1900.

17. Δες σχετικά την «Εισαγωγή» του στο Φ. Γρηγορόβιου, ό.π., 1904, σ.19 και σ. 25. Εν τω μεταξύ, ο Σπ. Λάμπρος που από το 1878 εργάζεται ως υφηγητής της Ελληνικής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο, το 1882 αναλαμβάνει τη θέση του Γενικού Επιθεωρητή των Δημοτικών Σχολείων.

18. Δημοσιεύεται στον Παρνασσό, τ. Ε’, 1881, σ. 224- 253. Αναδημοσιεύεται στο Σπ. Λάμπρου, Μικταί Σελίδες, Αθήνα 1905, σ. 518-530.

19. Αιών, 30 Δεκεμβρίου 1889.

20. Για τον Καμπούρογλου, βλ. Δ. Γέροντα, Δημήτριος Γρηγορίου Καμπούρογλου, η ζωή και το έργο του, Αθήνα 1974.

21. Δελτίο της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας, τ. Α’, 1883.

22. Δ. Γρ. Καμπούρογλου, Ιστορία των Αθηναίων, τ. 3,1986, σ. 267.

23. Αυτ., τ. 1,1889, σ. 15-16.

24. Αυτ., τ. 1,1889, σ. 16.

25. Αυτ., τ. 1,1889, σ. 10.

26. Αυτ., τ. 1,1889, σ. 8.

27. Αυτ., τ. 1,1889, σ. 21.

28. Αυτ. τ. 1,1889, σ. 17-18.

29. Ferdinard Gregorovius, Geschichte der Stadt Rom in Mittelalter, Στουτγάρδη 1859-1872.

30. Αξίζει, επίσης, να σημειωθεί εδώ η περιπέτεια που γνώρισε η έκδοση των χειρογράφων του Ιωάννου Μπενιζέλου (1735-1807), συγγραφέα μιας Ιστορίας των Αθηνών σε δύο μέρη –Παλαιά Ιστορία της Πόλεως των Αθηνών (από τους μυθικούς χρόνους έως το 1754), και Ιστορία Νέα των εν Αθήναις συμβεβηκότων (από το 1754 έως το 1795). Τελικώς εκδόθηκε πλήρως μόλις το 1986, αν και τμήματά της εκδίδονται ήδη από το 1815 από τον Περραιβό, όπως και κατά την περίοδο που εδώ εξετάσαμε από τον Καμπούρογλου και τον Φιλαδελφέα, διατηρώντας ωστόσο ανοιχτή την «περί του χειρογράφου έριδα» (βλ. σχετικά στην ενότητα με αυτόν το τίτλο στα «Προλεγόμενα» του Ιω. Γεννάδιου στην έκδοση που ο ίδιος ετοίμασε το 1932 και η οποία τελικά πραγματοποιήθηκε το 1986). Η καθυστέρηση αυτή της έκδοσης του έργου του Μπενιζέλου έχει ένα ενδιαφέρον, ακριβώς γιατί παρά τις αντιστοιχίες του εγχειρήματος του με τις προσπάθειες που επιχειρούνται στα τέλη του 19ου αι. ο Μπενιζέλος, ο πρώτος Αθηναίος ιστορικός των Αθηνών κατά τους νεώτερους χρόνους, δεν τοποθετείται έγκαιρα σε αυτή τη θέση από τους «επιγόνους» του. Βεβαίως, η έκδοση που ετοίμαζε ο Ιω. Γεννάδιος το 1932, έκδοση για την οποία είχε εξασφαλίσει –κατά το γνώριμο πλέον σχήμα– τη χρηματοδότηση του Δήμου Αθηναίων, επί δημαρχίας Σπύρου Μερκούρη, και η οποία ματαιώθηκε λόγω του θανάτου του Γεννάδιου, θα μπορούσε να θεωρηθεί προέκταση της αθηναϊκής ιστοριογραφικής δραστηριότητας που ξεκινά γύρω στα 1874. Σε αυτήν εξάλλου ο Γεννάδιος σκόπευε να συμπεριλάβει, υπό τον τίτλο «Παρεμβολαί», τη δημοσίευση εικοσιτεσσάρων δικών του αθηναϊκών ιστορικών εργασιών του, άλλες ήδη δημοσιευμένες και άλλες όχι (για τους τίτλους των επιμέρους εργασιών, οι οποίες φυλάσσονται στη Γεννάδειο, βλ. την εισαγωγική «Παρουσίαση» της έκδοσης από τον Μ.Ι. Μανούσακα στο Ιω. Μπενιζέλου, Ιστορία των Αθηνών, επιμ. Ι. Κοκκώνας – Γ. Μπώκος, Αθήνα 1986, σ. ιστ’)

(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)

ΠΗΓΗ  http://www.eie.gr

Posted in ARCHAEOLOGIE | Tagged , , , , , | Leave a comment

Georgian Church Hymns (clast)

(Being continued from 4/07/20)

The present collection is the notated version of one hundred and thirteen chants
performed by Artem Erkomaishvili in 1966.21 The collection comprises hymns for the
services at Easter, Christmas, the birth of Theotokos, Epiphany, The Presentation of the
Lord, Annunciation, Transfiguration, Palm Sunday, The Ascension, Passion Week, the
Hymns of the Various Holy Days, as well as the Hymns of the Divine Liturgy. In
addition there are hymns for the Ordination of Priests and Wedding Hymns. As can be
expected, there are many types of chant represented including the Irmos (Theme-songs)
with their Canticles, Troparion, Stichera, Kondakion, Antiphones, Introits, and others.
Artem Erkomaishvili was a bass singer, so because he was singing all three
parts, they are quite low.

To accommodate a wider readership, we have transposed the chants into a higher register, using the pitch registers of Pilimon Koridze’s transcriptions as a guide. To accommodate the challenge of recording all three voice
parts, Erkomaishvili listened to the playback of the melody before starting in with the
harmony voice recordings. This may have been a common custom, as explained by 19th
century poet Akaki Tsereteli, where he remarks about Koridze’s transcriptions: “They
are notated wonderfully, but one thing is missing, which could be easily corrected: all
three voices begin together. This is incorrect. The second voice part is called
modzakhili, -meaning “responder” because it must respond to the first voice beginning
the chant. Usually the mtkmeli begins, the modzakhili follows, and the bani supports.”22
However, in most of the manuscripts from Koridze, R. Khundadze, E. Kereselidze, or
the Karbelashvili brothers, all three voices begin together. Both traditions of beginning
chant must have existed simultaneously, but since the majority of chant manuscripts have a synchronous beginning, we have indicated the first notes for the bass and middle voices with small type. These filler notes may also occur in the middle of a chant where for one reason or another, Erkomaishvili was not able to sing that note.
This collection of chant seeks to serve the dual purpose of presenting a high
level of artistic Georgian chant from the Shemokmedi Monastery school, and to make
these chants available for church practice. Because of this second function, the editors
have made slight corrections to the words recorded by Erkomaishvili in order to
conform with ecclesiastical canon. In Georgian chant, there is a custom of modifying
vowel sounds, especially when several pitch values occur for one syllable. For
example, [i] –pronounced ‘ee’– might be modified to [eie], or [a] might be modified to
[aia], as in the word siqvarulman (love), which could be sung se-i-e-qva-rul-ma-i-an. In
most cases, an [i] modifies other vowels, but when the vowel is itself [i], it is modified
by a close substitute vowel sound symbolized in this text by a [j], as in tsmidao (holy),
which becomes tsmi-j-i-da-o. In order to distinguish vowel-additions from the canonic
text, the added letters have been italicized.
Other particular features of Georgian chant must be mentioned. Concerning the
phenomenon of individual consonants being sung as separate syllables, Pilimon
Koridze again gives his insight: “In these chant transcriptions, one will find many nonsyllabic
letters under passing tones, such as [d, n, t, l, etc.], which must be sung as if
possessing vowels. Though the consonant is mute in spoken verse, it will become like a
vowel while being sung if the performer quickly removes the tongue from the teeth. For
example, for the [n] consonant to be sung, one must press and quickly release the
tongue from the back of the front teeth, producing an unaccented and inexplicable
vowel sound [nuh]. This remark should be observed by chanters as it is a common
characteristic of Georgian chant.”23 This example can be observed in the commonly sung pronoun shen (you), which becomes she-nuh, and is common among chant from all regions of Georgia.
Concerning performance practice, one 19th century observer (anonymous) noted
the difference between Russian and Georgian styles: “In Georgian chanting, all three
voice parts remain restrained and sparing, which is quite different from the basses in
Russian chant, who open their mouths and larynxes as wide as possible to sing.
Georgian basses do not open their mouths to sing loudly and deeply, and neither do the
top and middle voice singers. Perhaps this is what gives Georgian chant a feeling of
tender softness, which is purely of the heart.”24 This description should help modern
performers sing prayer with a uniquely Georgian manner and attitude. It does not mean
to sing with a soft, quavering voice, as is commonly sung today, but rather means to
sing with an expressive moderation according to the Christian soul – the illustrative
examples of which are the recordings by Artem Erkomaishvili. In the future, the
publication of all Erkomaishvili’s sound recordings will be an incredible discovery for
every chant performer, scholar, and enthusiast.
The present collection is a rich example of the musical wealth of one of the
most important centers of Georgian chant, the Shemokmedi Monastery chant school,
which will be recognized as having a prominent place in the treasury of Georgian Christian culture.

David Shugliashvili, Tbilisi Conservatory
Translation, Ia Iashvili
English editing, John A Graham, Princeton University

THE END

David Shugliashvili

Shemokmedi School(from the Artem Erkomaishvili Archive, Tbilisi Conservatory)2nd Edition, Tbilisi, 2006

NOTES

21 Several hymns in this collection come from sources other than the 1966 Erkomaishvili Conservatory
archive: – “Love has brought Thee, God” (#75) and “You are the Vine” (#118) are taken from a
recording of brothers Anania, Vladimir, and Artem Erkomaishvili from the 1940s as reproduced on the
Melodiya Record label by grandson Anzor Erkomaishvili in the 1980s. Four hymns are from a recording
in 1949 of the master chanters Dimitri Ptarava, Varlaam Simonishvili, and Artem Erkomaishvili; one
chant is from a recording of Anania Erkomaishvili (Artem’s younger brother), in 1977.
22 Akaki Tsrereteli – “A Few Words about the Restoration of the Georgian Chants” – Newspaper
“Droeba” 1884, #40.

23 Pilimon Koridze – Georgian Chant Liturgy – 1895, p.2.

24 ‘An Admirer of Georgian Chant’ – “Chant of Kartli & Kakheti” – newspaper “Iveria” 1887. #64.

Posted in Music | Tagged , , | Leave a comment

Η ΡΩΜΑΙΚΗ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗ ΜΟΥΣΙΚΗ ΒΑΣΙΖΕΤΑΙ ΚΥΡΙΩΣ ΕΣ ΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ Κ ΔΕΥΤΕΡΕΥΟΝΤΩΣ ΕΣ ΑΙΓΥΠΤΟ Κ ΙΣΡΑΗΛ

Περί Εκκλησιαστικής Μουσικής

Άρθρο του Αντώνη Κλάδη, Μουσικού

«Η βυζαντινή μουσική είναι τόσον ελληνική, όσον πρέπει να είναι. Είναι η μόνη γνήσια και η μόνη υπάρχουσα. Και δι’ ημάς, εάν δεν είναι η μουσική των ελλήνων, είναι η μουσική των Αγγέλων ».
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Η Βυζαντινή Μουσική είναι η μουσική της Ορθοδόξου Εκκλησίας, η οποία έχει ως κύριο σκοπό να υπηρετεί αποκλειστικά τις λατρευτικές της ανάγκες και λέγεται Βυζαντινή, διότι αναπτύχθηκε στα χρόνια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας μετά την επικράτηση του Χριστιανισμού.

Λέγοντας Βυζαντινή Μουσική στα Επτάνησα εννοούμε τις απλοποιήσεις και τις διασκευές του Ιωάννη Σακελλαρίδη (1853-1938), ο οποίος εισήγαγε δυτικίζουσες και λαϊκότροπες «θέσεις» δηλαδή μελωδικές φόρμες. Η ευρωπαϊκή κατεύθυνση που δόθηκε στην εκκλησιαστική μουσική από τον Ι. Σακελλαρίδη εδραιώθηκε στα Επτάνησα και παραμέρισε σε κάποιο βαθμό την τοπική εκκλησιαστική μουσική παράδοση. Φυσικά η αξία και η προσφορά του Ι. Σακελλαρίδη στην Εκκλησιαστική Μουσική είναι μεγάλη. Σχετικά δε με την ικανότητά του ως ψάλτη, υπάρχει η μαρτυρία του μακαριστού γέροντος Θεόκτιστου Αλεξόπουλου (1907-2007) της Ι. Μ. Προδρόμου Δημητσάνας, που έλεγε πως, όταν άκουσε τον Σακελλαρίδη να ψάλει, «ήταν σαν να άκουγε αγγέλους».

Η εκκλησιαστική μουσική αυτή, όπως και κάθε άλλη τέχνη, εμφανίστηκε στην αρχή ατελής, εξελίχτηκε όμως και αναπτύχθηκε δια μέσου των αιώνων μέχρι σήμερα. Τον Δ΄ αιώνα, εποχή των μεγάλων πατέρων Βασιλείου και Χρυσοστόμου, γίνονται οι τελικές διαρρυθμίσεις των τύπων της Θείας Λειτουργίας. Ο ιερός Χρυσόστομος θέλοντας να παραστήσει ότι η βάση για την υμνωδία της Εκκλησίας της Καινής Διαθήκης υπήρξε ο Ιησούς Χριστός, λέγει «Ο Σωτήρ ύμνησεν όπως και ημείς υμνώμεν ομοίως».

Η Βυζαντινή Μουσική της Ορθοδόξου Εκκλησίας είναι εκκλησιαστική – λατρευτική τέχνη. Για το λόγο αυτό ορθά ονομάζεται στη χειρόγραφη μουσική παράδοση Ψαλτική Τέχνη. Η Ψαλτική όμως, εκτός από τέχνη, είναι και επιστήμη. Ως τέχνη αποτελεί έκφραση του πνεύματος και της ψυχής, ενώ ως επιστήμη διαθέτει τεχνική και συστατικά στοιχεία που μπορεί κανείς να αναλύσει και να εξετάσει.

Δεν είναι επάγγελμα, αλλά λειτούργημα και αυτό οφείλουν να το γνωρίζουν καλά όλοι όσοι ψάλλουν, πως το έργο του Ιεροψάλτη είναι η απόδοση των ιερών ύμνων, όπως μας τους παρέδωσαν οι θεόπνευστοι υμνογράφοι της εκκλησίας μας, Ιωάννης ο Δαμασκηνός, Ρωμανός ο Μελωδός, Κοσμάς ο Μελωδός, Ιωάννης ο Κουκουζέλης, ο οποίος θεωρείται η μεγαλύτερη μορφή έπειτα από τον Ι. Δαμασκηνό και πολλοί άλλοι. Γι’ αυτό το λόγο χρειάζεται τόσο η γνώση της μουσικής αυτής καθ’ εαυτής και της υμνολογίας, όσο και της λειτουργικής πράξης. Ο ιεροψάλτης οφείλει δηλαδή να γνωρίζει, εκτός από τη βυζαντινή μουσική, και τους ειδικούς Ιερούς Κανόνες της θείας λατρείας, το χώρο της λατρείας, τον ιερό ναό και όσα τελούνται σ΄ αυτόν καθώς και όλους τους συμβολισμούς τους.

Το τυπικό της Εκκλησίας περί ψαλτών, στο προλογικό σημείωμά του, αναφέρει ότι πρέπει να ψάλλουν «οι μουσικής έμπειροι και της Εκκλησιαστικής τάξεως γνώσται» (ΙΕ΄ Κανών της εν Λαοδικεία τοπικής Συνόδου), τότε επικρατεί «ευταξία και συγκίνησις», ενώ όταν την ψαλμωδία αναλαμβάνει ο «τυχών αμαθής και άμουσος», τότε η «αταξία και η χασμωδία» προκαλούν την εύλογη δυσφορία και τις δικαιολογημένες διαμαρτυρίες του Εκκλησιάσματος. (Γ. Αγγελινάρας). Ασφαλώς, η καλλιφωνία και η ορθοφωνία αποτελούν πολύ σημαντικά προσόντα για έναν καλό ιεροψάλτη. Και η ίδια η Εκκλησία με Κανόνες [1] αποδοκιμάζει τις άτακτες κραυγές και τις επιτεταμένες καλλιφωνίες των ψαλτών και συνιστά την απέριττη φωνή και την μετά προσοχής και κατανύξεως ψαλμωδία.

Στη θεία λατρεία δεν έχουν θέση τα εξεζητημένα και επίπλαστα φωνητικά τεχνάσματα, οι χορευτικοί ρυθμοί, τα λικνίσματα τσακίσματα, ο αυτοθαυμασμός και η ματαιοδοξία.

Μέσα στην απλότητα ενυπάρχει η μεγαλοπρέπεια, η υποβλητική σεμνότητα, η συγκρατημένη πανηγυρική και δοξολογική διάθεση. Δεν πρέπει ποτέ να μας διαφεύγει ότι από τα κύρια χαρακτηριστικά της βυζαντινής μελουργίας είναι η πνευματικότητα και η απόρριψη του περιττού. Και ο ιεροψάλτης δεν πρέπει να λησμονεί ότι η μουσική στη λατρεία της ορθόδοξης εκκλησίας δεν αποτελεί αυτοσκοπό, τέχνη για την τέχνη αλλά μέσο για την κατάνυξη των ψυχών και την επικοινωνία τους με το θεό.

Η Εκκλησιαστική Μουσική υπηρετεί τον λόγο, γι’ αυτό είναι φωνητική και δεν συνοδεύεται από μουσικά όργανα, επειδή η παρουσία τους δεν συμβιβάζεται με το πνεύμα της χριστιανικής λατρείας, άλλωστε η χρήση της οργανικής μουσικής στη λατρεία είχε απαγορευτεί με Αποστολικές διατάξεις. Έτσι προέχει ο λόγος και με την απλότητα και την ιεροπρέπεια της μουσικής δημιουργείται κλίμα κατανυκτικό, μέσα στο οποίο οι ύμνοι εκπληρώνουν το θεολογικό τους και διδακτικό τους σκοπό. Γι΄ αυτό και η ψαλμωδία δεν πρέπει μόνο να έχει ένα ωραίο άκουσμα, όπως συμβαίνει με κάποιο τραγούδι αλλά να κινεί όλες τις πνευματικές λειτουργίες, να γαληνεύει και να καταπραΰνει την ψυχή του πιστού [2].

Και ο Μέγας Αθανάσιος τονίζει ότι με την ψαλμωδία «δεν επιδιώκουμε την ευφωνία, αλλά αποδεικνύουμε την αρμονική διάθεση των ψυχικών μας λογισμών. Η ψυχή προτρέπεται να περάσει από την ανισότητα στη ισότητα για να φτάσει στη φυσική της κατάσταση. Λησμονεί τις ηδονές, σκέπτεται μόνο το αγαθό.» [3]

Το εκκλησιαστικό μέλος πρέπει να απέχει από τους κοσμικούς νεωτερισμούς, να βοηθά την κατάνυξη της καρδιάς, να είναι στόλισμα της λατρείας. Οφείλει να συμβάλει μέσω της ψαλμωδίας στην προσευχητική κοινωνία και αναφορά του πιστού προς τον τριαδικό Θεό.

Η Εκκλησιαστική Μουσική είναι αναπόσπαστο στοιχείο της παράδοσης και της πολιτιστικής μας κληρονομιάς. Έχουμε χρέος να τη διασώσουμε, πολύ δε περισσότερο που την παραλάβαμε από Άγιους Πατέρες που έζησαν βιωματικά και εξ εμπειρίας τη σχέση τους με το Θεό. «Μάθε ψάλλειν και ὃψει τοῦ πράγματος τήν ἡδονήν οι ψάλλοντες γάρ πνεύματος πληροῦνται ἁγίου» (Ιωάννης Χρυσόστομος).
Ζάκυνθος, Ιούλιος 2009

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

1. Κανών ΟΕ΄ της εν Τρούλλω Οικ. Συνόδου: «Τους επί τω ψάλλειν εν ταις εκκλησίαις παραγινομένους, βουλόμεθα μήτε βοαίς ατάκτοις κεχρήσθαι, και την φύσιν προς κραυγήν εκβιάζεσθαι, μήτε τι επιλέγειν των μη τη εκκλησία αρμοδίων τε και οικείων, αλλά μετά πολλής προσοχής και κατανύξεως τας ψαλμωδίας προσάγειν τω των κρυπτών εφόρω θεώ».
2. Ο Μητροπολίτης Κοζάνης Διονύσιος, στο βιβλίο του « Η βυζαντινή μουσική», Κοζάνη 1969, σ.3, σημειώνει ότι με τον όρο Ψαλμῳδία «ἐκφράζεται τὸ περιεχόμενο καὶ ὁ χαρακτῆρας τοῦ ὀρθοδόξου ἐκκλησιαστικοῦ ᾄσματος καὶ διαστέλλεται τοῦτο ἀπὸ κάθε ἄλλη θρησκευτικὴ μουσική. Ἡ ὀρθόδοξος ψαλμῳδία εἶναι αὐστηρὰ ἐκκλησιαστικὸ μέλος (ποίηση καὶ μουσική) ἱερατικοῦ καὶ λειτουργικοῦ χαρακτῆρος.»
3. Η Μουσική μέσα από την Ιστορία της, Σχολικό Βιβλίο της Β΄ Γυμνασίου, ΟΕΔΒ, 2006

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:

* Αγγελινάρας Γεώργιος, «Άκουσμα και λάλημα τερπνόν» στο μουσικοφιλολογικό έργο «Ο Γλυκασμός των αγγέλων», Έκδοση Χορωδία και ορχήστρα Νέων «Άνθη της Πέτρας», Άγιος Νικόλαος Κρήτης 2000.
* Καραγκούνης Κωνσταντίνος, «Ζητήματα θεολογίας της ψαλτικής τέχνης», Βόλος 2005
* π. Κυριακόπουλος Χρίστος, «Η παρουσία του ιεροψάλτη στα τελούμενα εντός του ιερού ναού», εισήγηση στο σύλλογο Ιεροψαλτών της Ιεράς Μητροπόλεως Δημητριάδος, Κυριακή 29 Απριλίου 2001.
* Κωνσταντίνου Γεώργιος «Θεωρία και πράξη της εκκλησιαστικής μουσικής», Αθήνα 2003.
* Μακρής Ευστάθιος, «Η παραδοσιακή εκκλησιαστική μουσική των Επτανήσων. Συνολική ιστορική προσέγγιση», άρθρο στο Μουσικολογικό περιοδικό «μουσικός λόγος», χειμώνας 2009, τεύχος 8.
* Παϊβανάς Αθανάσιος, «Η ψαλτική Τέχνη συστατικό της Ορθόδοξης Λατρείας και Κατήχησης», Πεύκη 2004
* Στάθης Θ. Γρ. «Οι αναγραμματισμοί και τα μαθήματα της βυζαντινής μελοποιΐας», Αθήνα 1994.

Posted in Music | Tagged , , , | Leave a comment

HYDRAULIC THE FIRST KEYBOARD MUSIC ORGAN

Ctesibius Invents the Water Organ, the First Keyboard Musical Instrument

The Greek inventor and mathematician of Ctesibius (Ktesibios, Tesibius,  Κτησίβιος) of Alexandria, supposedly originally a barber, and also possibly the first head of the Museum of Alexandria, made several contributions to hydraulic engineering. He invented the hydraulis, a water organ that is considered the precursor of the modern pipe organ. This instrument was not an automaton since it required a human player.

Ctesibius described one of the first force pumps for producing a jet of water, or for lifting water from wells, examples of which have been found at various Roman sites, such as at Calleva Atrebatum (Silchester) in Britain. The principle of the siphon has also been attributed to him. In his De architectura Vitruvius described the water organ and credited the force pump to Ctesbius.

“The hydraulis was the world’s first keyboard instrument and was, in fact, the predecessor of the modern church organ. Unlike the instrument of the Renaissance period, which is the main subject of the article on the pipe organ, the ancient hydraulis was played by hand, not automatically by the water-flow; the keys were balanced and could be played with a light touch, as is clear from the reference in a Latin poem by Claudian (late 4th century), who uses this very phrase (magna levi detrudens murmura tactu . . . intonet, “let him thunder forth as he presses out mighty roarings with a light touch”) (Paneg. Manlio Theodoro, 320–22)” (Wikipedia article on Hydraulis [Water organ], accessed 12-25-2011).

An original hydraulis from the first century BCE was excavated at Dion, Pieria, Greece, and is preserved in the Museum of Dion.

Detail of musicians playing a Roman tuba, a pipe organ (hydraulis), and a pair of cornua, From the  Zliten mosaic, a Roman floor mosaic from about the 2nd century AD, found in the town of Zliten in Libya, on the east coast of Leptis Magna.Archaeological Museum of Tripoli, Tripoli, Libya.

Image Source: en.wikipedia.orgDetail of musicians playing a Roman tuba, a pipe organ (hydraulis), and a pair of cornuaFrom the  Zliten mosaic, a Roman floor mosaic from about the 2nd century AD, found in the town of Zliten in Libya, on the east coast of Leptis Magna.
Archaeological Museum of Tripoli, Tripoli, Libya.

c1500 BC- 21 c

AUTOMATA – Musical instruments played automatically – i.e. by a machine rather than a
player. Automata are usually either hydraulic-pneumatic contrivances, or musical instruments
controlled from pinned barrels, punched information storage devices (typically metal plates,
paper rolls or strips), electronic systems (e.g. MIDI) or some combination of these. The
playing action may be mechanical, pneumatic, electric, electro-pneumatic or electronic. They
may be driven by hydraulic, human, clockwork, or electrical motive power. The sounding
instrument itself may include everything from simple twittering birds or cuckoo clocks, to
music boxes, carillons, harpsichords, chiming clocks, small and large organs (both indoors
and outdoors, including signal organs and sirens) or may use electronic tone generation.
c1500BC

  • Egypt – a great statue of the Theban God, Memnon sounded a signal at daybreak.
    3 c BC rd
  • From the earliest development of the organ in the 3 c BC (Ctesibius; Arabic Organ) there rd
    has been a close relationship with Automata: they have a natural affinity.
  • The rhytum, one of the sound-producing “musical” contrivances of ancient Greece, was
    possibly a variety of automata or signal organ. It was another invention of Ctesibios related
    to, and probably preceding, the hydraulis. Hydelus of Alexandria referred to the rhytum in a
    poem dating c250BC:
    Come, all ye lovers of pure wine,
    Come, and within Arsinoë’s shrine
    Behold the Rhytum: like the Egyptian dancer
    Besas, giving forth tones pure and bold,
    Such is the Rhytum’s mouth, outpouring.
    It makes no sound of war;
    But from its golden mouth
    It signals mirth and revelry,
    Such as the Nile, King of flowing rivers
    Pours in watery sound from holy shrines,
    Dear to the priests of sacred mysteries.
    Then honor this invention of Ktesibios,
    And hasten ye to fair Arsinoë’s shrine.
  • this and similar devices sometimes had religious associations: “waking the god” was one of
    the implied usages of organs or similar instruments (Kyros; Dion; magrephà)

  • 11 c
  • Theophilus: “gilded trees, shining in the distance with a ruddy glow of yellow gold,
    whereon perched musical birds, fashioned of gold, just as though they were among the leaves
    of some pine or lofty fir tree, twittering forth a sound sweet as honey by means of a
    mechanism”.

  • 13 c
  • Roger Bacon’s talking head. (See also 1860)
  • Continuing development of organ-related automata – today vestiges of the hydraulicpneumatic ingenuity of early Automata technology still survive in certain organ accessories,
    e.g. as twittering birds: Rosignol, Kuckuk, Vogelgesang, also Cymbelsterne,
    Glockenspiele

14 c

  • From the 1300s the earliest self-playing carillons appear.

16 c

  • Salzburger Stier 1502
  • automatically playing harpsichords (including a virginal of Henry VIII in England)
  • often related to the fascination with astronomic clocks.
  • 1599 an automatic organ, incorporated into a clock, was sent by Elizabeth I of England to
    the Sultan of Turkey.
    17 c
  • a number of important treatises (Kircher, de Causs, Fludd, Caspar Schott) were published
    which included details on organ-related automata, Garden Organs such as the “water organ”
    in the Villa d’Este, Tivoli (recently restored)
  • by this time various adaptations of Automata were becoming widespread e.g. the cuckoo
    clock
    18 c-early 19 c
  • Automata now became more complex and played an important part in the sociology of
    upper-class Europe
  • Flötenuhr (especially Bavaria, Austria).
  • Highly dedicated and often quite ingenious organ builders, such as Joseph Niemicz, now
    made it possible to play quite lengthy works on their Automata. This was the era of the
    barrel organ. Important treatises included details of their construction and manufacture
    (Engramelle, Dom Bedos). In the late 18 c various inventions, usually with Greek names – th
    Panmelodikon, Apolonicon, Orchestrion – were intended to imitate whole orchestras.
    Manufacturers included Strasser and Mälzel. G. F. Handel, F. J. Haydn and W. A.
    Mozart were associated with, and Haydn (smaller pieces) and Mozart (longer works) wrote
    some music specifically for barrel and clockwork organs.
  • the British, had been placing barrel organs in churches since the beginning of the 18 c

    19 c
  • Beethoven’s Wellington’s Victory was intended for Mälzels’ Panharmonicon.
  • the street organ appeared
  • The British exported barrel organs to their colonies to provide voluntaries and
    congregational accompaniment for church
  • Alongside the more serious and useful 19 c developments some amazing gimmickry was th
    also produced: the bustle of Britain’s Queen Victoria played “God Save the Queen” when she
    sat down
  • Serinettes (Vogelorgeln), organettes etc.
  • “signal organs” and their derivatives found new uses and forms – e.g. Birmingham and St
    Petersburg Railways signaling systems were developed by organ builders – the development
    in turn had influence on high-pressure organ reed stops such as the Ophicleide or Tuba
    Mirabilis
  • 1860 a device was contrived by Josef Faber (Vienna) in the form of a talking head
    employing ivory reeds (vocal cords), a rubber tongue and lips, all of which could be “played”
    from a keyboard to reproduce the mechanics of speech (cf. the vowel sounds of the organ
    stop vox humana, with which this device had a strong affinity.)
  • some more refined developments were applied to new methods of control of Automata,
    notably paper rolls and strips. In France in 1863 the creation of the first player pianos took
    place. The technology operated from a pneumatic action controlled by player rolls. At
    about the same time rolls and strips were applied to organs, amongst the most significant form of which was the popular Fairground organ or limonaire.
  • Welte’s orchestrions were developed manufactured and very successfully marketed, as
    were similar instruments by the American Aeolian Company amongst others
    20 c
  • early 20 c several companies, again especially Aeolian and Welte, developed player th
    organs on which recordings made by organists, playing standard organ repertoire, could be
    played back automatically from rolls.
  • signaling systems were further developed by organ builders – Robert Hope-Jones and the
    Diaphone = the naval foghorn (the Diaphone was particularly associated with the cinema
    organ)
  • the Welte Vorsetzer was developed early 20 c

    Does this thing play?
    Like a musical gorilla,
    With fingers all of one length.
    And with a sort of soul …
    (H. G. Wells in Tono-Bungay, 1909)
  • The first applications of Automata applied to electronic sound reproduction and
    synthesizers followed on from the 200-ton New York Telharmonium with, in the 1920s,
    Coupleux and Givelet and then later (1930s) with Percy Grainger’s experiments.
  • 1913 Britannic organ built (also that surviving in Tunbridge Wells) – the instrument is now
    in the Museum für Musikautomaten at Seewen (Solothurn)
  • c1920s automatically-playing cinema organs were also developed.
  • The combination of electric action and modern computer MIDI technology is now
    frequently applied to automatically record and/or play back performances on some modern
    organs. Applications, such as that found at Paris, Notre Dame or Sydney, Opera House,
    use related computer technology primarily as a registration aid.

SHIPS’ ORGANS – during the mid-19 c, beginning with the calliope, keyboard musical
th
instruments increasingly came to be featured on the river boats, yachts and ocean liners of
Europe and North America. Calliopes were a “health and safety in the workplace” nightmare,
burning their players’ fingers and destroying their hearing – they could also use so much
steam that they slowed the boats’ progress! Jules Verne’s 1869/70 novel Twenty Thousand
Leagues under the Sea contains a reference to captain Nemo playing a pipe organ installed on
his ship, Nautilus. From fiction to fact took a little time. Harmoniums and grand pianos
were featured in such ships as the Cunard line’s Campania and Lucania (both 1893).
Campania even had false pipes arranged, as was sometimes the custom with harmoniums, to
make it look like a pipe organ. A race was sparked off for luxurious on-board musical
entertainment, which became a serious pursuit in the greatest luxury liners of early 20 c. In th
their catalogue of c1913/14, Welte identified and illustrated a number of piano and organ
installations, including player pianos such as the Welte-Mignon, and player organs aboard
yachts and ships. Their New York branch, which existed 1865-1917, installed at least one
orchestrion aboard the Pocahontas, an American river boat. But the largest of these was
eventually the Britannic organ, a Welte “Philharmonie” which was built for this sister ship
to the Titanic. Others, mainly on vessels of the White Star Line or Lloyds, but including some
private yachts such as Howard Gould’s steam yacht, “Niagara,” which also featured a
Philharmonie, are chronicled in these catalogues. The Aeolian company were also involved:
originally the Britannic was intended to have a player organ from this firm. (Salon organ;
Titanic organ).

c1850-1916
1902-1903
K Die Planung an Olympic und Titanic startet. Orchestrien diverser Produzenten von
mechanischen Musikinstrumenten sind seit längerer Zeit bekannt.
1908
K 16. Dezember: Kiellegung der Olympic.
1909
K Die erste Aufnahmeorgel der Firma Welte wurde in Freiburg gebaut.
K 31. März: Kiellegung der Titanic.
1910
K 20. Oktober: Die Olympic wird vom Stapel gelassen.
1911
K 31. Mai: Die Titanic wird vom Stapel gelassen; die Olympic wird der Reederei White Star
Line ausgeliefert.
K November: Die Welte-Philharmonie-Orgel wird an der Weltausstellung von Turin
erstmals der breiten Öffentlichkeit vorgestellt und das Bestellbuch der Firma eröffnet.
K 30. November: Kiellegung der Britannic.
1912
K 1. April: Jungfernfahrt der Titanic.
K 15. April: Untergang der Titanic.
K Die Arbeit an der Britannic wird eingestellt, solange die Ermittlungen zum Untergang der
Titanic noch laufen. Einige Änderungen an der Konstruktion der Britannic werden
vorgenommen, vor allem bei Sicherheitselementen.
K Welte-Philharmonie-Orgel werden von der Firma Welte erstmals in Katalogen angeboten.
1913
K Welte modifiziert die Konstruktion der Welte-Philharmonie-Orgeln, was auch
Veränderungen an der Freiburger Aufnahmeorgel von 1909 nach sich zieht, möglicherweise
auf Anraten des berühmten Organisten Edwin Lemare (Kurt Binninger, 1987). Im gleichen
Jahr werden die modifizierten Modelle lieferbar, einschliesslich des grössten Modells,
welchem das Instrument von Seewen entspricht und dessen Disposition nahe an der
Freiburger Aufnahmeorgel liegt. Nun beginnt die eigentliche Produktion. Es ist genug Zeit
vorhanden, die Orgel der Britannic zu bauen; da sich die Arbeiten auf dem Schiff
verzögerten, stand sogar noch mehr Zeit zur Verfügung.
1914
K 26. Februar: Die Britannic wird vom Stapel gelassen und man startet mit dem Einbau der
Innenausstattung.
K 28. Juli: Beginn des Ersten Weltkriegs.
K August: Zum ersten Mal wird gemeldet, dass die Britannic von der Marine eingefordert
werden könnte. Der weitere Einbau der Innenausstattung des Schiffes verzögert sich.
1915
K Mai: Erste Tests werden durchgeführt. Gleichzeitig muss die Britannic innerhalb von vier
Wochen in militärische Bereitschaft gestellt werden.
K 13. November: Die Britannic wird offiziell als Spitalschiff eingezogen und entsprechend
umgerüstet.
K 11. Dezember: Die Britannic nimmt Kurs auf England und wird am 23. Dezember von der
britischen Marine in Betrieb genommen.
1916
K 21. November: Die Britannic trifft auf eine deutsche Mine und sinkt vor der griechischen

Lemare, Edwin Henry – internationally renowned organist, composer, arranger and
compiler. *1865 Sep 9 Ventnor/Isle of Wight (GB:) 1888 was the year of first performance of
his most famous work Andantino in D – the song-writer, Charles Daniels, later pirated it and, =
under the pseudonym of Neil Moret, issued it as a “work of an old master” entitled Moonlight
and Roses; 1895 organist and choirmaster at London, St. Margaret Westminster; 1900 Dec 27
left for a visit to New York and played a recital there on New Year’s Day; 1901 Jun recital
for the Glasgow Exhibition; Sep a 15-recital tour of USA; .Mid-Dec took a post at the
Carnegie Institute in Pittsburgh (62-stop Farrand & Votey organ); 1903 invitation to play a
series at Sydney Town Hall; 1906 second Australia tour – included inauguration of Melbourne
Town Hall organ and concerts in New Zealand; 1917 he held civic positions in San Francisco
and Portland. †1934 Sep 24 Los Angeles (USA:)
Lemare recorded at least 89 rolls for Welte. Release dates were between 1912 and 1928. The
repertoire is music transcribed from, based on or by J. S. Bach, Bach-Gounod, Brahms, Bizet,
Bocherini, Chauvet, Chopin, d’Evry, Dubois, Dvorak, Elgar, Faulkes, Goldmark, Gounod,
Guilmant, Händel, Hofmann, Hollins, Horseman, Humperdinck, Johnson, Mendelssohn,
Mozart, Nevin, Offenbach, Rheinberger, Saint Saëns, Sandiford Turner, Schumann, Wagner,
Weber, Wolstenholme and some popular songs. His own works are well-represented: Adagio
patetico a Symphonie D moll Op. 50; Allegro pomposo; Andantino B major; Arcadian Idyll

(Serenade,Musette Solitude,) Op. 52; Bell-Scherzo Op. 89; Benediction nuptiale Op.85;
Chant du bonheur, Op.62; Chant seraphique, Op.75; Frühlingslied (“From the South”) Op.
56; Intermezzo “Moonlight” Op.83 No.2; Madrigale; Marche héroique Op.74; Morning day
Op. 94; Pastorale E major; Romance in D major; Rondo Capriccio Op. 64; Scherzo a =
Symphonie d minor Op.50; Sonnenschein “Melodie”; Souvenir joyeux Op. 87; Stabat mater:
Quis es homo (Rossini-Lemare); Summer Sketches: 1.Dawn 2.the bee 3 Cuckoo 4.Twilight
5.Evening Op.73; Sunset – Song without Words Op.69; Weihnachtslied Op.82; Wiegenlied
Op. 81. His Opus 64 mentioned above is his famous “Rondo Capriccio: A Study in Accents”.
He recorded “Moonlight and Roses” but this roll is not contained in the Seewen collection.
Finally there are 4 rolls with improvisations of his, one entitled “4.Februar für meinen Freund
Karl Bockisch” (foreman at Welte, Freiburg), one noted in Seewen as “Improvisation mit
Harfen-und Glocken-Effekt”, one as “Improvisation on a given Theme tutti” and one as
“Improvisation über ein Menuett”.

SOURCE https://www.historyofinformation.com/ ,http://www.davidrumsey.ch/

Posted in Music | Tagged , , , , | Leave a comment