H FILOSOPHIA TOY ARSENIKOU

Η ΘΗΛΥΚΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

ΟΙ  ΕΚΦΥΛΙΣΜΕΝΟΙ  ΑΝΔΡΕΣ  ΚΑΙ  ΟΙ  ΚΡΟΚΟΔΕΙΛΟΙ”
Ο  καθηγητής Ουρολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων κ. Νικόλαος Σοφικίτης λέει:
«Άνδρες και κροκόδειλοι παρουσιάζουν σήμερα σχεδόν τους ίδιους  γενετικούς εκφυλισμούς. Στην περίπτωση των κροκοδείλων της Τάμπα, οι οποίοι είναι εκτεθειμένοι σε βιομηχανικά απόβλητα, παρατηρούμε πτώση του αριθμού των σπερματοζωαρίων, σμίκρυνση του μεγέθους των όρχεων και αδιαφορία στις προκλήσεις των θηλυκών για αναπαραγωγή».

  ΑΓΟΡΙΑ  ΓΕΝΝΙΟΥΝΤΑΙ  ΧΩΡΙΣ  ΟΡΧΕΙΣ
Αγόρια γεννιούνται χωρίς όρχειςείτε μόνο με έναν, όπως επίσης έχει πολλαπλασιαστεί 3,5 φορές η συχνότητα εμφάνισης ασθενειών που είναι συγγενικές με την κρυψορχία και τον υποσπαδία.

  ΠΕΦΤΕΙ  Η  ΠΟΙΟΤΗΤΑ  ΤΟΥ  ΑΝΔΡΙΚΟΥ  ΣΠΕΡΜΑΤΟΣ

Τα τελευταία χρόνια ο μέσος όρος γονιμοποίησης του ανδρικού σπέρματος φθίνει. Μελέτες στατιστικής έχουν δείξει ότι μειώνεται ο μέσος αριθμός σπερματοζωαρίων ανά εκσπερμάτιση και η μέση κινητικότητα αυτών, ενώ συγκριτικά με 40 χρόνια πριν ο μέσος αριθμός παραγόμενων σπερματοζωαρίων είναι περίπου ο μισός.

Η πολύκροτη τελευταία  μελέτη 

Η  ΕΞΑΦΑΝΙΣΗ  ΤΩΝ  ΤΑΛΕΝΤΩΝ  

ΣΤΗΝ  ΕΥΡΩΠΗ»   του  L. Winter  διαπιστώνει ότι: “τον 20ο αιώνα εμφανίσθηκε απότομη  και   δραματική  μείωση  παραγωγής ταλέντων». “Τον 20ο  παρήχθησαν πολύ λιγότερα  ταλέντα   από  τον  19ο  και  τον   21ο  αιώνα  η  γέννηση  των  ταλέντων  στην  Ευρώπη  ουσιαστικά  μηδενίζεται”.

ΤΟ  ΕΙΔΟΣ  ΤΗΣ  ΚΑΤΟΙΚΙΑΣ  ΚΑΙ  Η  ΖΩΪΚΗ  ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ
Σε  ποντίκια  δόθηκε   άφθονη  τυποποιημένη  τροφή  σε  στενά 
κλειστά  αμπάρια  γεμάτα  σιτάρι. Το  αποτέλεσμα:  Ατελείωτο σεξ  με υπερφαγία,  υπερπληθυσμός, 
αιμομιξία,  υπερκινητικότητα, αναρχία, τρέλα, αυτοκτονικές  τάσεις,  κανιβαλισμός.      Τα  τέκνα  μιας  τυπικής  ελληνικής  οικογένειας μεγαλώνουν  
κλεισμένα σε  ένα  άθλιο  στενό  διαμέρισμα,   με   τυποποιημένη  πλαστική  τροφή.Τα  παιδιά  γίνονται   έτσι μικρόψυχα,  μίζερα,  φοβισμένα, ατομικιστικά,  απείθαρχα,  υπερκινητικά,   με  δεκάδες  ψυχικές 
αναστολές και προβλήματα,  φιλήδονα,  ναρκομανή   και  αναρχικά.  
Δεν  αναπτύσσουν  ομαδικό  πνεύμα,  παραμελούν  την   σωματική 
εκγύμναση  και  βελτίωση,  δεν έχουν στόχους,  ούτε  όρεξη  για εργασία. Η πνευματική  και  συναισθηματική  ωρίμανση αλλοιώνεται, 
αναστέλλεται  ή  νεκρώνεται  ολοσχερώς  και  οι  σωματικές  και   ψυχικές  διαστροφές  έχουν  τον  πρώτο  λόγο. 
 Τι  είδους  συναισθήματα  θα αναπτύξουν  κλεισμένα σε  ένα κλουβί   και για ποιο πράγμα πρέπει να πολεμήσουν και να υπερασπισθούν; 
 Για  το  διαμέρισμα;
Στο  τέλος οι αρσενικοί  νεοέλληνες  μαντραχαλάδες,  
αν δεν  καταλήξουν σε κάτι  χειρότερο,  γίνονται   άγαμοι προβληματικοί   φοβισμένοι   
30άρηδες,  40άρηδες  και  50άρηδες,   μένουν  με  τους  γονείς   και  τους  ταΐζει  η  μαμά  και  η γιαγιά,  φοβούνται  τις  γυναίκες  και  τελικά   στρέφονται   σε  διαστροφές.  Οι  καταθλιπτικές  γεροντοκόρες  πάλι  ασχολούνται 
με  καφεμαντεία,  αστρολογία,  κηδείες,  “προφητείες”,  (αγαπημένο  σπορ  των  ορθόδοξων  ρωμιών  πριν  από  κάθε  καταστροφή),  νοσηρή  θρησκευτικότητα  ή  όπως   συμβαίνει  με  τις  σκύλες,υποκύπτουν  στον  έρωτα  αθλίου  τινός  ψωροσκύλου, παντρεύονται  ένα  πακιστανό  και  ασπάζονται  το   Ισλάμ,  όπως  άρχισε   να  συμβαίνει   τελευταία.  
Η  ΜΙΣΗ  ΕΛΛΑΔΑ  ΚΑΤΑΝΤΗΣΕ  ΠΟΡΝΕΙΟ

Οκτώ στους δέκα άνδρες και επτά στις δέκα γυναίκες επισκέπτονται διαδικτυακούς χώρους με σεξουαλικό περιεχόμενο. Τα στοιχεία της έρευνας είναι πρωτοφανή, καθώς φανερώνουν πως η μισή και πλέον Ελλάδα είναι συνδεδεμένη με το ροζ Διαδίκτυο. Οι άντρες έχουν σταματήσει να χρησιμοποιούν την φαντασία τους και δεν σκέφτονται αληθινούς ανθρώπους στις ζωές τους όπως για παράδειγμα τις κοπέλες τους ή τις πρώην τους- δεν αντλούν ‘υλικό’ από την ερωτική βάση του μυαλού τους”.
ΑΔΥΝΑΜΙΑ  ΝΑ  ΚΑΝΟΥΝ  SEX

Σύμφωνα με μία  μελέτη  της  εφημερίδας  Independent  «οι επονομαζόμενοι Millennials (εκείνοι που γεννήθηκαν από τις αρχές του ’80)  είναιη πρώτη καταγεγραμμένη γενιά που κάνει λιγότερο σεξ από ότι οι γονείς τους στην ίδια ηλικία.

ΟΙ  ΤΕΛΕΙΟΙ  ΕΛΛΗΝΕΣ  ΠΟΛΙΤΙΚΟΙ

“Το μεγάλο πρόβλημα της Ελλάδας είναι ένα: ότι διέθετε και συνεχίζει να διαθέτει τέλειους πολιτικούς. Απλώς δε διαθέτει τίποτε άλλο. Οι πολιτικοί της είναι τόσο τέλειοι και καταλαμβάνουν τόσο χώρο στο κοινωνικό γίγνεσθαι που δεν αφήνουν τίποτε άλλο να ανθίσει”.  
Η ΕΥΡΩΠΗ ΣΗΜΕΡΑ ΕΙΝΑΙ ΑΝΙΚΑΝΗ ΝΑ ΠΑΡΑΓΕΙ ΕΝΑ ΕΡΓΟ ΤΕΧΝΗΣ. 
O  ΛΗΘΑΡΓΟΣ  ΤΩΝ  ΕΥΡΩΠΑΙΩΝ.
“Οι  Ευρωπαϊκοί  λαοί δεν έχουν  την αντοχή να προκαλέσουν την παραμικρή εξέγερση,  μία  έλλειψη κουράγιου, ένα  καταστροφικό σύμπτωμα της έλλειψης δύναμης ζωής, μια ναρκωμένη παράδοση στην εισβολή  ξένων  λαθρομεταναστών, μια συναίνεση στην αυτοκτονία,  στην  αυτοεξαφάνιση του ευρωπαϊκού έθνους. Δεν  υπάρχει καμία λαϊκή αντίδραση, οποιουδήποτε μεγέθους, καμία εξέγερση, ειρηνική ή μη ειρηνική, που θα απαιτεί την άμεση λογοδοσία των βρωμερών,  πρακτόρικων  και  ανίκανων  ευρωπαϊκών  κυβερνήσεων. Αντίθετα  υπάρχει  μία πλαδαρότητα  χαμαιτυπείου,  μία  απάθεια,  ένας ανήκουστος λήθαργος του ευρωπαϊκού  πληθυσμού, του λαού  που είναι ο ιστορικός θεματοφύλακας της ταυτότητας του ευρωπαϊκού  έθνους μας”.

Γράμμα από μία γυναίκα: Στάσου σαν άνδρας σε έναν θηλυκοποιημένο κόσμο
(Από  τον  Κόκκινο  Ουρανό).
ΕΝΑ  ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝ  ΑΡΘΡΟ  ΜΙΑΣ  ΕΥΡΩΠΑΙΑΣ  ΓΥΝΑΙΚΑΣ   

Έγκυρη  επιστημονική  μελέτη του σπέρματος περίπου 26.600 ανδρών στη Γαλλία μεταξύ των ετών 1989-2005,  απέδειξε  ότι  το μέσο σπέρμα εμφάνισε αραίωση κατά το ένα τρίτο περίπου (32,2%).Η μείωση – αραίωση του σπέρματος των  Ευρωπαίων, έχει συνοδευτεί με μια εξίσου  αύξηση του καρκίνου των όρχεων, του οποίου τα περιστατικά έχουν διπλασιαστεί κατά τις τρεις τελευταίες δεκαετίες.Κάτι στο σύγχρονο τρόπο ζωής μας, στη διατροφή ή στο περιβάλλον προκαλεί  αυτό  το  φαινόμενο  και σταδιακά η κατάσταση χειροτερεύει.

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ  ΕΠΙΔΕΙΝΩΣΗ  ΣΤΗΝ  ΠΟΙΟΤΗΤΑ  ΤΟΥ  ΣΠΕΡΜΑΤΟΣ.  ΑΝΗΣΥΧΙΑ  ΤΩΝ  ΙΑΤΡΩΝ  ΓΙΑ  ΤΗΝ  ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ  ΑΝΑΠΑΡΑΓΩΓΗ  ΚΑΙ,  (ΧΩΡΙΣ  ΝΑ  ΤΟ  ΤΟΝΙΖΟΥΝ,  ΓΙΑ  ΤΟΝ  ΦΟΒΟΝ  ΤΩΝ  ΙΟΥΔΑΙΩΝ),  ΓΙΑ  ΤΗΝ  ΥΠΑΡΞΗ  ΤΗΣ  ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ  ΦΥΛΗΣ.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ:  ΠΟΙΑ  ΜΠΟΡΕΙ  ΝΑ  ΕΙΝΑΙ  Η  ΣΥΣΧΕΤΙΣΗ  ΑΥΤΟΥ  ΤΟΥ  ΦΑΙΝΟΜΕΝΟΥ  ΜΕ  ΤΗΝ  ΥΠΟΓΕΝΝΗΤΙΚΟΤΗΤΑ  ΚΑΙ  ΤΗΝ  ΑΔΥΝΑΜΙΑ  ΤΩΝ  ΕΥΡΩΠΑΙΩΝ  ΝΑ  ΑΝΤΙΔΡΑΣΟΥΝ  ΣΤΗΝ  ΛΑΘΡΟΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗ;

Η ΔΥΝΑΜΗ ΓΙΑ ΖΩΗ  ΚΑΙ  ΕΠΙΒΙΩΣΗ ΤΩΝ  ΕΥΡΩΠΑΙΩΝ ΜΕΙΩΘΗΚΕ  ΑΙΣΘΗΤΑ.  ΥΠΑΡΧΕΙ  ΕΝΑΣ  ΠΕΡΙΕΡΓΟΣ ΛΗΘΑΡΓΟΣ ΤΩΝ  ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΛΑΩΝ. ΜΙΑ  ΑΔΥΝΑΜΙΑ ΑΜΥΝΑΣ ΣΤΙΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ ΠΟΥ ΕΠΙΔΙΩΚΟΥΝ ΤΟΝ ΑΦΑΝΙΣΜΟ ΤΗΣ  ΕΥΡΩΠΗΣ.  ΟΙ  ΛΑΘΡΟΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ  ΣΦΑΖΟΥΝ ΤΟΥΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥΣ  ΛΑΟΥΣ ΚΑΙ ΑΥΤΟΙ ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ  ΤΗΝ ΑΝΤΟΧΗ ΝΑ ΕΞΕΓΕΡΘΟΥΝ. Η ΕΥΡΩΠΗ ΣΗΜΕΡΑ ΕΙΝΑΙ ΑΝΙΚΑΝΗ ΝΑ ΠΑΡΑΓΕΙ ΕΝΑ ΕΡΓΟ ΤΕΧΝΗΣ.

Οι  Ευρωπαϊκοί  λαοί δεν έχουν  την αντοχή να προκαλέσουν την παραμικρή εξέγερση,  μία  έλλειψη κουράγιου, ένα  καταστροφικό σύμπτωμα της έλλειψης δύναμης ζωής, μια ναρκωμένη παράδοση στην εισβολή  ξένων  λαθρομεταναστών, μια συναίνεση στην αυτοκτονία,  στην  αυτοεξαφάνιση του ευρωπαϊκού έθνους. Δεν  υπάρχει καμία λαϊκή αντίδραση, οποιουδήποτε μεγέθους, καμία εξέγερση, ειρηνική ή μη ειρηνική, που θα απαιτεί την άμεση λογοδοσία των βρωμερών,  πρακτόρικων  και  ανίκανων  ευρωπαϊκών  κυβερνήσεων. Αντίθετα  υπάρχει  μία πλαδαρότητα  χαμαιτυπείου,  μία  απάθεια,  ένας ανήκουστος λήθαργος του ευρωπαϊκού  πληθυσμού, του λαού  που είναι ο ιστορικός θεματοφύλακας της ταυτότητας του ευρωπαϊκού  έθνους μας.
ΠΩΣ  ΣΥΣΧΕΤΙΖΟΝΤΑΙ

ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΑ  Η  ΛΗΘΑΡΓΙΚΗ 

ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ  ΤΩΝ  ΕΥΡΩΠΑΙΩΝ ΚΑΙ  Η  ΜΕΙΩΜΕΝΗ  ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΣΠΕΡΜΑΤΟΣ  ΣΤΟΥΣ  ΑΝΔΡΕΣ; 

Η μεγαλύτερη μέχρι σήμερα επιστημονική έρευνα που έχει γίνει για την ποιότητα του ανδρικού σπέρματος, από Γάλλους ερευνητές, δείχνει ότι αυτό εμφανίζει σημαντική επιδείνωση με το πέρασμα του χρόνου, γεγονός που απειλεί τη γονιμότητα του μέσου άνδρα. Οι Γάλλοι επιστήμονες χτυπούν καμπανάκι κινδύνου, θεωρώντας ότι η κατάσταση παίρνει ανησυχητικές διαστάσεις και τονίζουν ότι πρέπει να ληφθούν επειγόντως κάποια μέτρα, ώστε να μην υπάρξει περαιτέρω επιδείνωση.

Οι επιστήμονες του Ινστιτούτου επιτήρησης της δημόσιας υγείας, με επικεφαλής την επιδημιολόγο Ζοέλ Λε Μοάλ, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο κορυφαίο περιοδικό για θέματα ανθρώπινης αναπαραγωγής “Human Reproduction“, σύμφωνα με το BBC και το πρακτορείο Ρόιτερ, μελέτησαν το σπέρμα περίπου 26.600 ανδρών στη Γαλλία μεταξύ των ετών 1989-2005.

Οι Γάλλοι ερευνητές ανέλυσαν στοιχεία από 126 γαλλικές κλινικές υποβοηθούμενης αναπαραγωγής, που είχαν συλλέξει δείγματα σπέρματος από άνδρες με μέση ηλικία 35 ετών χωρίς προβλήματα γονιμότητας (τα προβλήματα είχαν οι γυναίκες τους), συνεπώς θεωρούνταν αντιπροσωπευτικό διαχρονικό δείγμα του υγιούς ανδρικού πληθυσμού.

Όπως ανακάλυψαν οι ερευνητές, στη διάρκεια αυτής της 17χρονης περιόδου, το μέσο σπέρμα εμφάνισε αραίωση κατά το ένα τρίτο περίπου (32,2%). Η συγκέντρωση των σπερματοζωαρίων στο σπέρμα εμφάνισε μέση μείωση κατά 1,9% το χρόνο, από τα 73,6 εκατ. σπερματοζωάρια ανά χιλιοστόλιτρο το 1989 σε 49,9 εκατ. το 2005.

Αν και η ποσότητα αυτή είναι ακόμα αρκετά πάνω από το επίσημο όριο (15 εκατ. ανά χιλιοστόλιτρο) για την ανδρική γονιμότητα, είναι αρκετά χαμηλότερα από το όριο (55 εκατ. ανά χιλιοστόλιτρο) του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, κάτω από το οποίο αυξάνεται πλέον ο χρόνος γονιμοποίησης. Εκτιμάται ότι, σύμφωνα με παλαιότερες ευρωπαϊκές έρευνες, περίπου ένας στους πέντε άνδρες έχουν πλέον αραιότερο σπέρμα από αυτό που χρειάζεται για φυσιολογική γονιμοποίηση. Αυτή η εξέλιξη, σε συνδυασμό με τα προβλήματα της γυναικείας γονιμότητας, τείνουν να δημιουργήσουν μια ανησυχητική κατάσταση για την ανθρώπινη αναπαραγωγή.
Ανάλογη εξάλλου, σύμφωνα με τη γαλλική έρευνα, υπήρξε η διαχρονική μείωση (33,4%) και στην ποσότητα του υγιούς σπέρματος, δηλαδή των σπερματοζωαρίων που έχουν φυσιολογική μορφολογία.

Αν και η νέα έρευνα περιορίστηκε στη Γαλλία, πιστεύεται ότι έχει γενικότερη ισχύ. Η μελέτη έρχεται να επιβεβαιώσει τις έρευνες των τελευταίων 20 περίπου ετών που δείχνουν χειροτέρευση της ποσότητας και ποιότητας του σπέρματος σε πολλές χώρες.     (έχουμε  μελέτες  και  από  το  Ισραήλ,  αλλά  δεν  διευκρινίζεται  σε  ποιες  εθνότητες  έγινε  ο  έλεγχος,  δηλαδή  στους  Ιουδαίους,  στους  Παλαιστίνιους  ή  και  στους  δύο).   

Η πρώτη μελέτη που σήμανε συναγερμό, ήταν μια δανική του 1990, που δημοσιεύτηκε στο βρετανικό ιατρικό περιοδικό «British Medical Journal” και είχε διαπιστώσει μια αραίωση του σπέρματος παγκοσμίως κατά 50% μεταξύ 1940-1990.
 Έκτοτε, διάφορες εξηγήσεις έχουν προταθεί, από τα στενά ανδρικά εσώρουχα και τους φορητούς υπολογιστές που οι άνδρες ακουμπούν πάνω τους, έως τις τοξικές χημικές ουσίες στο περιβάλλον που διαταράσσουν το ενδοκρινικό-ορμονικό σύστημα, αλλά δεν έχει ακόμα δοθεί μια οριστική απάντηση στο πρόβλημα, που συνεχώς φαίνεται να επιδεινώνεται.

Η αραίωση του σπέρματος έχει συνοδευτεί με μια εξίσου διεθνή αύξηση του καρκίνου των όρχεων, του οποίου τα περιστατικά έχουν διπλασιαστεί κατά τις τρεις τελευταίες δεκαετίες.

Ο καθηγητής αναπαραγωγικής υγείας Ρίτσαρντ Σαρπ του πανεπιστημίου του Εδιμβούργου χαρακτήρισε «άκρως εντυπωσιακή» τη γαλλική μελέτη που, όπως είπε, πρέπει πλέον να πείσει κάθε σκεπτικιστή. «Δεν υπάρχει πια καμία αμφιβολία ότι το πρόβλημα είναι πραγματικό και ότι ήρθε η ώρα για δράση. Κάτι στο σύγχρονο τρόπο ζωής μας, στη διατροφή ή στο περιβάλλον το προκαλεί και σταδιακά η κατάσταση χειροτερεύει. Δεν γνωρίζουμε ακόμα ποιές είναι οι κυριότερες αιτίες, αλλά οι πιο πιθανές είναι η διατροφή με πολλά λιπαρά και η ρύπανση του περιβάλλοντος με χημικά», τόνισε.
Έως σήμερα υπολογίζεται ότι ο άνθρωπος έχει δημιουργήσει 10 εκατομμύρια χημικές ουσίες και ο αριθμός αυτός κάθε χρόνο αυξάνεται. Πολλές από τις χημικές αυτές ουσίες μιμούνται τη δράση των ορμονών που παράγει το ανθρώπινο σώμα, και ονομάζονται «ξενοοιστρογόνα», τα οποία επιφέρουν σοβαρά γενετικά και αναπαραγωγικά προβλήματα.

Για καλό και κακό, πάντως, για την προστασία του σπέρματος, οι ειδικοί συνιστούν στους άνδρες χαλαρά εσώρουχα (που δεν ανεβάζουν την θερμοκρασία των όρχεων και δεν ασκούν πίεση πάνω τους), αποφυγή τροφών πλούσιων σε κορεσμένα λίπη, καπνίσματος, αλκοόλ, ναρκωτικών, αντικαταθλιπτικών φαρμάκων και παχυσαρκίας, καθώς και μείωση της έκθεσης σε επικίνδυνες βιομηχανικές χημικές ουσίες.

ΤΟ  ΑΝΔΡΙΚΟ  ΑΝΑΠΑΡΑΓΩΓΙΚΟ  ΣΥΣΤΗΜΑ    

Η ανδρική γονιμότητα εξαρτάται από την σωστή λειτουργία ενός σύνθετου συστήματος που αποτελείται από όργανα και ορμόνες. Οι ρόλοι του ανδρικού αναπαραγωγικού συστήματος είναι η παραγωγή και αποθήκευση σπερματοζωαρίων καθώς και η επιτυχής μεταφορά τους έξω από το σώμα. Η παραγωγή των σπερματοζωαρίων πραγματοποιείται στους όρχεις, μέσα σε πολύ μικροσκοπικούς σωληνίσκους οι οποίοι ονομάζονται εσπειραμένα σπερματικά σωληνάρια. Η διαδικασία της σπερματογένεσης ξεκινά με πρόδρομες, ανώριμες μορφές σπερματικών κυττάρων (σπερματογόνια), που βρίσκονται πάνω στη βασική μεμβράνη, μεταξύ των βάσεων των κυττάρων Sertoli στο κατώτερο τμήμα των σπερματικών σωληναρίων. Όσο η διαδικασία της σπερματογένεσης προχωράει, τα σπερματογόνια πολλαπλασιάζονται και σταδιακά αλλάζουν μορφή, “ανεβαίνοντας” ταυτόχρονα προς το επάνω μέρος των σωληναρίων, κοντά στον αυλό.

Ως και το στάδιο των σπερματίδων, τα σπερματικά κύτταρα έχουν σχήμα σφαιρικό. Οι σπερματίδες υφίστανται μια σειρά μεταβολών (σπερμιογένεση) μετά το τέλος των οποίων οι σπερματίδες έχουν μετατραπεί σε σπερματοζωάρια, έτοιμα πια να απελευθερωθούν στον αυλό των σωληναρίων. Τα σπερματοζωάρια είναι κύτταρα μακρόστενα αποτελούμενα από τρία ευδιάκριτα τμήματα: την κεφαλή, τον αυχένα και την ουρά. Τα σπερματοζωάρια που απελευθερώνονται στον αυλό αν και είναι «ώριμα» μορφολογικά, δε μπορούν ούτε να κινηθούν, ούτε είναι ικανά να γονιμοποιήσουν. Το κύρια όργανα που είναι υπεύθυνα για την τελική ωρίμανση και λειτουργία τους είναι οι δύο επιδιδυμίδες (μακρά εσπειραμένα σωληνάρια ευρισκόμενα πίσω από τους όρχεις), όπου και μεταφέρονται διαμέσου του αυλού των σπερματικών σωληναρίων. Η ωρίμανση των σπερματοζωαρίων, που περιλαμβάνει μια σειρά μεταβολών που αφορούν κυρίως τη βιοχημεία και τη φυσιολογία τους, πραγματοποιείται σταδιακά, καθώς αυτά μεταφέρονται από την «αρχή» (κεφαλή) προς το «τέλος» (ουρά) της επιδιδυμίδας. Οι επιδιδυμίδες είναι και οι χώροι αποθήκευσης των σπερματοζωαρίων έως την εκσπερμάτιση.

Τα σπερματοζωάρια που απελευθερώνονται με την εκσπερμάτιση «κολυμπούν» μέσα σε ένα υγρό, το σπερματικό υγρό το οποίο προέρχεται από την ανάμειξη των εκκρίσεων των επιδιδυμίδων, των σπερματικών πόρων και ληκύθων, των σπερματοδόχων κύστεων και του προστάτη.

Η ανδρική γονιμότητα, όπως και η γυναικεία, είναι άμεσα εξαρτημένες από τη σωστή παραγωγή και δράση των ορμονών που ρυθμίζουν τη σπερματογένεση. Σε ένα πρώτο στάδιο, ο υποθάλαμος εκκρίνει GnRH, η οποία δρώντας στην υπόφυση προκαλεί την απελευθέρωση των ορμονών FSH και LH.  Η FSH δρώντας στα κύτταρα Sertoli βοηθά στην ανάπτυξη των σπερματοζωαρίων στα σπερματικά σωληνάρια. Η LH, δρώντας στα κύτταρα Leydig, διεγείρει την παραγωγή της κύριας ανδρικής ορμόνης, της τεστοστερόνης, η οποία είναι υπεύθυνη για την παραγωγή και
την ωρίμανση των σπερματοζωαρίων, όπως επίσης και για την ανδρική σεξουαλική ικανότητα.

Ο χρόνος που απαιτείται από την παραγωγή των σπερματοζωαρίων στους όρχεις μέχρι την ωρίμανση και εκσπερμάτιση τους είναι περίπου τρεις μήνες. Με την εκσπερμάτιση, πολλά εκατομμύρια σπερματοζωάρια απελευθερώνονται στο γυναικείο κόλπο. Τα σπερματοζωάρια αυτά μπορούν να «επιβιώσουν» στο γυναικείο αναπαραγωγικό σύστημα για δύο με τρεις ημέρες. Από αυτά, λίγα τελικά θα καταφέρνουν να φτάσουν το ωάριο σε μια από τις δυο σάλπιγγες και ένα μόλις να το γονιμοποιήσει.

Η επίτευξη της εγκυμοσύνης εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την ποιότητα του σπέρματος, η οποία και εκτιμάται κατά τη λήψη εκσπερματίσματος για Σπερμοδιάγραμμα. Η απλή αυτή εξέταση, ανώδυνα και γρήγορα, δίνει τη δυνατότητα στον θεράποντα ιατρό να αξιολογήσει πληθώρα παραμέτρων που σχετίζονται με τη γονιμότητα (ή υπογονιμότητα) του άνδρα.

 ΑΝΔΡΙΚΗ  ΥΠΟΓΟΝΙΜΟΤΗΤΑ

Για το ζευγάρι που επιθυμεί να τεκνοποιήσει, ο όρος υπογονιμότητα περιγράφει τη μη επίτευξη εγκυμοσύνης μετά πάροδο ενός έτους συχνών, ελεύθερων σεξουαλικών επαφών. Στο διάστημα αυτό, περίπου το 85% των ζευγαριών αναμένεται να έχει επιτύχει εγκυμοσύνη, ενώ το υπόλοιπο 15% περιγράφεται υπογόνιμο.

Στο 25% των περιπτώσεων το πρόβλημα εντοπίζεται αποκλειστικά στον άνδρα. Σε ένα άλλο 30 – 40% υπάρχει πρόβλημα και στους δύο συζύγους. Συνεπώς, ο ανδρικός παράγοντας υπογονιμότητας φαίνεται πως απαντάται στα μισά σχεδόν από τα ζευγάρια που επισκέπτονται ένα κέντρο γονιμότητας προκειμένου να βρουν τη λύση στο πρόβλημα τους.

Από τον πληθυσμό των υπογόνιμων ανδρών, περίπου το 40% εμφανίζει κιρσοκήλη ενώ σε ένα άλλο μικρότερο αλλά σημαντικό 10-15% η διάγνωση είναι αζωοσπερμία. Η αζωοσπερμία απαντάται στο 1% του ανδρικού πληθυσμού. Πάντως, γεγονός είναι πως παρά την πληθώρα των παραγόντων που ευθύνονται για την ανδρική υπογονιμότητα, σε έναν σημαντικό αριθμό ανδρών η υπογονιμότητα θεωρείται ιδιοπαθής. 

Η ανδρική υπογονιμότητα διαπιστώνεται κυρίως από την παρουσία μη φυσιολογικών παραμέτρων στο σπερμοδιάγραμμα

Έτσι   η παραγωγή μειωμένου, σε σχέση με το φυσιολογικό, αριθμού σπερματοζωαρίων ή/και η παραγωγή ανώμαλων μορφών σπερματοζωαρίων ή/και η παραγωγή σπερματοζωαρίων που δεν κινούνται επαρκώς ή καθόλου. Σε αυτά μπορούμε να προσθέσουμε και την ύπαρξη, ανάλογα με το περιστατικό, μικροβίων, πυοσφαιρίων, αντισωμάτων ή άλλων άτυπων στοιχείων. Η ποιότητα δηλαδή του σπέρματος χειροτερεύει, μειώνοντας έτσι τη γονιμοποιητική του ικανότητα.

Ο λεπτομερής έλεγχος της ανδρικής γονιμότητας έχει μεγάλη σημασία προκειμένου α) να διαπιστωθεί αν υπάρχει κάποιο πρόβλημα, β) να βρεθούν, εφόσον υπάρχουν, τα αίτια του προβλήματος και γ) να επιλεγεί η κατάλληλη θεραπεία. Ένας πλήρης έλεγχος περιλαμβάνει τη λήψη ιστορικού, κλινική εξέταση και πλήρη εργαστηριακό έλεγχο.






ΕΛΕΓΧΟΣ  ΤΗΣ  ΑΝΔΡΙΚΗΣ  ΓΟΝΙΜΟΤΗΤΑΣ

1. Λήψη Ιστορικού: Γίνεται προφορικά ή, εφόσον ο ασθενής το επιθυμεί, συμπληρώνοντας την κατάλληλη φόρμα. Συλλέγονται πληροφορίες: 1) σχετικά με τη σεξουαλική δραστηριότητα του ανδρός, 2) για παθήσεις/τραυματισμούς/εγχειρήσεις στο ανδρικό αναπαραγωγικό σύστημα, 3) για τη λήψη φαρμάκων ή άλλων ουσιών που μπορεί να επηρρεάζουν τη γονιμότητα, 4) για χρόνιες γενικές παθήσεις καθώς και 5) για το περιβάλλον εργασίας (υψηλές θερμοκρασίες και τις καθημερινές συνήθειες (πχ κάπνισμα, αλκοόλ).

2. Κλινική ΕξέτασηΠεριλαμβάνει εξέταση του όσχεου και των όρχεων. Είναι απαραίτητη προκειμένου να αποκλεισθεί η ύπαρξη κιρσοκήλης, κρυψορχία, η έλλειψη τμημάτων ή όλων των σπερματικών πόρων ή επιδιδυμίδων, η απουσία κύστεων, φλεγμονών ή άλλων παθολογικών ευρημάτων. Επιπλέον πραγματοποιείται έλεγχος του προστάτη και του πέους για τον αποκλεισμό ανωμαλιών.

3. Σπερμοδιάγραμμα: Όπως προαναφέρθηκε, γίνεται λήψη εκσπερματίσματος για ανάλυση. Το σωστό είναι το δείγμα να λαμβάνεται με αυνανισμό στον ειδικά διαμορφωμένο χώρο του κέντρου όπου και μεταφέρεται άμεσα σε ειδικό χώρο στο εργαστήριο για ανάλυση. Για να είναι ακριβής η εξέταση αυτή, ο ασθενής θα πρέπει να ακολουθήσει τις συγκεκριμένες οδηγίες που δίνονται από τον Ανδρολόγο του κέντρου. Το σπερμοδιάγραμμα πραγματοποιείται μετά από αποχή 3-5 ημερών. Καλό είναι να υπάρχει ικανοποιητικός αριθμός επαφών και πριν το διάστημα αυτό. Πολύ μικρός χρόνος αποχής πιθανόν να οδηγήσει σε μείωση του όγκου του εκσπερματίσματος, ενώ μακροχρόνια αποχή μπορεί να προκαλέσει μείωση της κινητικότητας του σπέρματος. Το σπερμοδιάγραμμα πρέπει να πραγματοποιηθεί τουλάχιστον δύο φορές μέσα σε διάστημα 2 μηνών.

4. Εξέταση ούρων: Εφόσον υπάρχει ένδειξη, για την εύρεση μικροβίων, ή σπέρματος, σε περίπτωση ανάδρομης εκσπερμάτισης.

5. Βιοχημικός έλεγχος του σπερματικού υγρού: Ανάλογα με την περίπτωση, κυρίως όμως όταν φαίνεται ότι το πρόβλημα βρίσκεται στους σπερματικούς πόρους ή τις επιδιδυμίδες. Μπορεί να πραγματοποιηθεί επίσης έλεγχος ακροσίνης, ενός ενζύμου απαραίτητου για τη γονιμοποίηση.

6. Μικροβιολογικός Έλεγχος σπέρματος: Πραγματοποιείται όταν υπάρχει μεγάλος αριθμός λευκοκυττάρων στο εκσπερμάτισμα (>1 εκατομμύριο ανά κεκ), κλινικά στοιχεία φλεγμονής ή άλλα παθολογικά ευρήματα στο σπέρμα.

7. Ανοσολογικός Έλεγχος: Μερικές φορές η υπογονιμότητα μπορεί να σχετίζεται με την ύπαρξη αντισπερματικών αντισωμάτων, που μειώνουν την κινητικότητα των σπερματοζωαρίων ή/και τη γονιμοποιητική τους ικανότητα. Πραγματοποιείται συνήθως εφόσον στο σπερμοδιάγραμμα παρατηρηθεί υψηλός αριθμός συγκολλήσεων.

8. Ενδοκρινολογικός ΈλεγχοςΟι πληροφορίες από το ιστορικό, την κλινική εξέταση και το σπερμοδιάγραμμα θα καθορίσουν την έκταση του ενδοκρινολογικού ελέγχου του υπογόνιμου άνδρα. Συνήθως, γίνεται πρωϊνή λήψη αίματος για τον προσδιορισμό των ορμονών FSH, LH και τεστοστερόνης και προλακτίνης.

9. Κυτταρογενετικός έλεγχοςΣε ορισμένες περιπτώσεις η ανδρική υπογονιμότητα ή στειρότητα έχει γενετική βάση. Ο έλεγχος καρυοτύπου και η μοριακή ανάλυση του χρωμοσώματος Υ αποσκοπούν είτε στην επιβεβαίωση της ύπαρξης κάποιας γενετικής ασθένειας (πχ Σύνδρομο Klinefelter) ή στην αποφυγή άσκοπων θεραπειών. Είναι μια πολύ σημαντική εξέταση στις περιπτώσεις που υπάρχει κίνδυνος μεταβίβασης γενετικών ανωμαλιών στους απογόνους.

10. Βιοψία όρχεος: Η κυριότερη ένδειξη για την εξέταση αυτή είναι η απουσία σπερματοζωαρίων στο εκσπερμάτισμα (αζωοσπερμία). Είναι η μόνη μέθοδος που δείχνει αν η αζωοσπερμία είναι αποφρακτική ή υπάρχει διαταραχή στη σπερματογένεση. Ο προς εξέταση ορχικός ιστός λαμβάνεται κάτω από αναισθησία, είτε χειρουργικά με διάνοιξη του οσχέου και τομή του όρχεος, είτε με παρακέντηση του με πολύ λεπτή βελόνα.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ  ΑΝΔΡΙΚΗΣ  ΥΠΟΓΟΝΙΜΟΤΗΤΑΣ

1. Φαρμακευτική αγωγή και λήψη βιταμινούχων σκευασμάτων.

Η λήψη αντιβιοτικών και αντιφλεγμονωδών φαρμάκων είναι αρκετά αποτελεσματική για τη θεραπεία μολύνσεων και φλεγμονών του ανδρικού ουρογεννητικού συστήματος που έχουν αρνητική επίδραση στην ποιότητα του σπέρματος. Είναι όμως σημαντικό η λήψη τους να γίνει στα αρχικά στάδια της ασθένειας προκειμένου να αποφευχθούν μονιμότερες βλάβες.

Η λήψη κορτικοστεροειδών ενδείκνυται σε ορισμένες περιπτώσεις ύπαρξης αντισπερματικών αντισωμάτων, με σκοπό την καταστολή των αντισωμάτων. Εναλλακτικά, πραγματοποιείται καθαρισμός του σπέρματος στο εργαστήριο και ακολουθούν σπερματέγχυση ή εξωσωματική γονιμοποίηση.

Οι βιταμίνες C και E, ο ψευδάργυρος και η καρνιτίνη μπορεί σε μερικές περιπτώσεις να βελτιώσουν τα χαρακτηριστικά του σπέρματος.

2. Ορμονική διέγερση σπερματογένεσης

Ανάλογα με το περιστατικό, ο ασθενής λαμβάνει GnRH, FSH, FSH και hCG, κιτρική κλομιφένη ή κιτρική ταμοξιφένη, ανδρογόνα ή συνδυασμό των παραπάνω. Με τις ουσίες αυτές επιχειρούμε να αποκαταστήσουμε σε φυσιολογικά επίπεδα, διαδικασίες ή παράγοντες, που εμποδίζουν τη φυσιολογική παραγωγή και ωρίμανση του σπέρματος.

3. Χειρουργική αντιμετώπιση

Χειρουργική επέμβαση μπορεί να πραγματοποιηθεί σε περιπτώσεις όπου υπάρχει απόφραξη των εκφορητικών αγωγών του σπέρματος ώστε να αποκατασταθεί η διαβατότητα τους, όπως επίσης για την κρυψορχία και την κιρσοκήλη.

Επιπλέον, η βιοψία όρχεος εκτός από διαγνωστική μπορεί να έχει και θεραπευτική αξία, εφόσον επιτρέπει την λήψη (αν υπάρχουν) σπερματοζωαρίων από τον ορχικό ιστό. Τα σπερματοζωάρια αυτά, δύνανται να γονιμοποιήσουν ωάρια με τη μέθοδο της μικρογονιμοποίησης σε έναν κύκλο εξωσωματικής γονιμοποίησης, οδηγώντας (σε ένα ικανοποιητικό ποσοστό) σε εγκυμοσύνη.
4. Εμπλουτισμός σπέρματος – Ενδομητρική σπερματέγχυση

Με τη διαδικασία αυτή το σπέρμα του συζύγου, μετά από κατάλληλη διεργασία που επιτρέπει, να το πούμε πολύ απλά, την επιλογή των καλύτερων σπερματοζωαρίων, εγχύεται στη μητρική κοιλότητα της γυναίκας.

Η ενδομητρική σπερματέγχυση εφαρμόζεται στις περιπτώσεις που το πρόβλημα οφείλεται σε δυσκολία των σπερματοζωαρίων να βρεθούν στη μητρική κοιλότητα εξαιτίας κάποιου τραχηλικού παράγοντα ή στην περίπτωση ολιγοασθενοσπερμίας.

5. Κλασική εξωσωματική γονιμοποίηση (IVF) και Μίκρογονιμοποίηση (ICSI)

Η κλασική εξωσωματική γονιμοποίηση είναι η τοποθέτηση σε κοινό χώρο σπερματοζωαρίων με ωάρια με σκοπό τη γονιμοποίηση. Εφαρμόζεται σε διάφορες περιπτώσεις γυναικείας υπογονιμότητας αλλά και σε ήπια ανδρική υπογονιμότητα εφόσον η σπερματέγχυση υπήρξε ανεπιτυχής. Σε περιπτώσεις έντονης όλιγο-, άσθενο-, και τέρατο- σπερμίας, ή όταν τα σπερματοζωάρια προέρχονται από τον ορχικό ιστό, τότε εφαρμόζεται η μέθοδος της μίκρογονιμοποίησης, όπου ένα μόνον σπερματοζωάριο τοποθετείται μηχανικά εντός του ωαρίου προκειμένου να το γονιμοποιήσει. Και στις δύο περιπτώσεις, μετά από την πάροδο 2, 3 ή 5 ημερών, το έμβρυο μεταφέρεται στην κοιλότητα της μήτρας.

ΑΥΤΑ  ΠΟΥ  ΠΡΕΠΕΙ  ΟΛΟΙ  ΝΑ  ΓΝΩΡΙΖΟΥΝ  ΓΙΑ  ΤΟ  ΣΠΕΡΜΑ

Ο μοντέρνος τρόπος ζωής (άγχος, κάπνισμα κτλ) αποτελεί εχθρό της ανδρικής γονιμότητας.
Πρώτα, ξεχάστε όρους όπως «δυνατό» και «αδύναμο» σπέρμα, που μπορεί να παραπέμπουν στις έννοιες «ικανότητα» και «ανικανότητα». Για τους γιατρούς δεν ευσταθούν! Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας, από το 1999, ξεκαθάρισε ότι δεν μιλάμε πλέον για φυσιολογικές ή παθολογικές τιμές συγκέντρωσης σπερματοζωαρίων (που δηλώνουν πότε είναι κανείς γόνιμος και πότε όχι), αλλά απλώς για τιμές αναφοράς. Στην πραγματικότητα, η γονιμότητα για έναν άνδρα είναι μια μεγάλη κλίμακα που ορίζεται από δύο άκρα: το ένα είναι η έλλειψη σπερματοζωαρίων και το άλλο η επαρκής ποσότητά τους που μπορεί να γονιμοποιήσει ένα γυναικείο ωάριο. Όλοι οι άνδρες κινούνται ανάμεσα σε αυτά τα δύο άκρα: άλλος κλίνει προς τη στειρότητα και άλλος προς τη γονιμότητα. Αν λάβουμε υπόψη ότι και οι γυναίκες βρίσκονται με τη σειρά τους στα δύο αυτά όρια, γίνεται προφανές ότι η σύλληψη είναι θέμα πιθανοτήτων. Αφήνοντας τις γυναίκες απ’ έξω, στην προκειμένη περίπτωση, το ζήτημα είναι πώς θα μπορέσει ένας άνδρας να κινηθεί προς την πλευρά της γονιμότητας. Διαβάστε, λοιπόν, ό,τι πρέπει να ξέρετε για να γίνετε πιο γόνιμος.


ΤΑ  ΦΥΣΙΟΛΟΓΙΚΑ  ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ  ΤΟΥ  ΣΠΕΡΜΑΤΟΣ
› Το χρώμα:  Αν το χρώμα του σπέρματός σας έχει απόχρωση ασπρο-μπέζ ή πλησιάζει προς το γκρι, τότε έχετε περάσει το πρώτο τεστ με επιτυχία! Μια αλλαγή, ωστόσο, στο χρώμα μπορεί να δηλώνει κάποιο πρόβλημα του οργανισμού. Η κόκκινη απόχρωση του σπέρματος πιθανότατα οφείλεται σε τραυματισμό, ενώ η καφετί ίσως υποδηλώνει ένα παλαιότερο τραύμα. Στην περίπτωση κάποιου προβλήματος με τη βαλβίδα (που επιτρέπει μόνο στο σπέρμα ή μόνο στα ούρα να χρησιμοποιούν την έξοδο του πέους), μπορεί να υπάρχουν στο σπέρμα προσμείξεις με ούρα, που του δίνουν έναν έντονο υποκίτρινο τόνο.
› Η οσμή:  Η μυρωδιά του σπέρματος διαφέρει από άτομο σε άτομο (αιτία είναι συνήθως η διατροφή), ενώ είναι χαρακτηριστική όταν πρόκειται για παθολογικές καταστάσεις, τις οποίες εκτιμά ο ειδικός.
› Η ρευστοποίηση:  Το σπέρμα κατά την εκσπερμάτιση είναι υγρό, αλλά γίνεται αμέσως κολλώδες για να κολλήσει στα εσωτερικά γεννητικά όργανα της γυναίκας, ώστε να επιτευχθεί η σύλληψη και να μην κυλήσει μαζί με τα υγρά του κόλπου, ακόμη κι όταν απομακρυνθεί το πέος. Στη συνέχεια, εξαιτίας της θερμοκρασίας του κόλπου, αρχίζει να ρευστοποιείται ξανά, προκειμένου να μπορέσουν να ελευθερωθούν τα σπερματοζωάρια και να συνεχίσουν, μόνα τους πλέον, το «ταξίδι» προς το ωάριο. Ο χρόνος, λοιπόν, στον οποίο ρευστοποιείται -εκ νέου- το σπέρμα είναι μια ακόμη σημαντική παράμετρος, που κρίνει τη γονιμοποιητική ικανότητα του άνδρα.
› Ο όγκος:  Αν οι άνδρες εκσπερμάτιζαν μία μόνο σταγόνα, αυτή θα χανόταν μέσα στο όξινο περιβάλλον του κόλπου και η ελπίδα για σύλληψη θα χανόταν! Το ζητούμενο, λοιπόν, είναι να υπάρχει ποσότητα σπέρματος πάνω από 2 ml (ένα κουταλάκι του γλυκού), προκειμένου να γίνει ουδέτερο το περιβάλλον του κόλπου και να επιβιώσουν τα σπερματοζωάρια. Στην περίπτωση που ο όγκος είναι πολύ μεγαλύτερος, το σπέρμα είναι πιθανό να μην μπορεί να συγκρατηθεί μέσα στον κόλπο, καθώς η εκσπερμάτιση είναι πολύ αραιή ως προς τη συγκέντρωση των σπερματοζωαρίων.
› Το ph:  O κόλπος της γυναίκας έχει όξινο περιβάλλον (pH χαμηλότερο του 7), ώστε να καταστρέφονται τα μικρόβια που μπαίνουν στο εσωτερικό του. Θεωρητικά, λοιπόν, στην περίπτωση που εισχωρούσαν σπερματοζωάρια, θα πέθαιναν. Ο οργανισμός, όμως, έχει προνοήσει! Οι εκκρίσεις των αδένων των ανδρών (υγρά κυρίως από τον προστάτη και τις σπερματοδόχους κύστεις, μέσα στα οποία κολυμπάνε τα σπερματοζωάρια) έχουν βασικό pH (αντίθετο, δηλαδή, από το όξινο και μεγαλύ­τερο του 7), με αποτέλεσμα, όταν αυτά τα δύο περιβάλλοντα έρθουν σε επαφή, να αλληλοεξουδετερώνονται, το περιβάλλον να γίνεται ουδέ­τερο και επομένως να επιζούν τα σπερμα­τοζωάρια.
› Ο αριθμός των σπερματοζωαρίων:  Για τη σύλληψη, χρειάζεται η ένωση ενός μόνο σπερματοζωαρίου με ένα ωάριο. Οι όρχεις, όμως, παράγουν κάθε λεπτό 50.000 σπερματοζωάρια, τα οποία «αποθηκεύονται» μέχρι τη στιγμή που ο άνδρας θα εκσπερματίσει, οπότε και απελευθερώνονται εκατομμύρια σπερματοζωάρια. Γιατί, λοιπόν, ο οργανισμός καταναλώνει τόση ενέργεια, αφού ουσιαστικά χρειάζεται ένα μοναδικό σπερματοζωάριο; Η απάντηση είναι ότι αυτό το ένα δεν θα κατάφερνε ποτέ να φτάσει στο στόχο του χωρίς τη βοήθεια των υπολοίπων. Τα ωάρια, για να προστατεύονται όταν απελευθερώνονται από τα ωοθηλάκια, περιβάλλονται από σκλη­ρό κέλυφος. Το μπροστινό μέρος κά­θε σπερματοζωαρίου (το «κεφάλι») έχει ένα κυστίδιο, που λειτουργεί σαν ένα «σφυράκι». Όσο περισσότερα σπερματοζωάρια, λοιπόν, υπάρχουν, τόσο περισσότερα «σφυράκια» θα χτυπάνε το κέλυφος, με αποτέλεσμα να εισέλθει το ένα και να γίνει η σύλληψη.
› Η κίνησή τους:  Κινούνται όλα τα σπερματοζωάρια ή ορισμένα και ποια ακριβώς είναι η κίνησή τους; Φανταστείτε τα σαν τους παίκτες μιας ποδοσφαιρικής ομάδας. Διαθέτει το σπέρμα αρκετούς επιθετικούς, ώστε να καταφέρουν να σκοράρουν; Το ζητούμενο είναι να τρέξουν όσο το δυνατόν περισσότερα σπερματοζωάρια, με τη μεγαλύτερη δυνατή ταχύτητα, προκειμένου να φτάσουν και να πολιορκήσουν το ωάριο.
› Η μορφολογία τους:  Είναι πιθανό αρκετά σπερματοζωάρια να μην έχουν φυσιολογική μορφή. Αυτό μπορεί να αποτελεί ένδειξη του «κακού» περιεχομένου τους (δηλαδή της γενετικής πληροφορίας που «κουβαλάνε») ή να είναι αποτέλεσμα κακής κατασκευής (η οποία μπορεί με τη σειρά της να αποτελεί την αιτία της αργής κίνησης των ­σπερματοζωαρίων). Ωστόσο, σύμφωνα με τα νεότερα δεδομένα, αρκεί το 15-20% των σπερμα­τοζωαρίων να έχουν καλή μορφολογία, για να υπάρξει σύλληψη.

1. Σπερμοδιάγραμμα  

Για να ελέγξετε κατά πόσο το «εργοστάσιο» που είναι εγκαταστημένο στους όρχεις παράγει ικανοποιητική ποσότητα σπερματοζωαρίων, αρκεί μια εξέταση σπέρματος, το σπερμοδιάγραμμα. Είναι ουσιαστικά η πιο απλή και ασφαλής εξέταση, που δίνει τη δυνατότητα να γίνει παράλληλα και μικροβιολογικός έλεγχος, στην περίπτωση που υπάρχει πιθανότητα μόλυνσης. Οι περισσότεροι άνδρες καταφεύγουν στο σπερμοδιάγραμμα μόνο μετά από αποτυχημένες προσπάθειες για σύλληψη. Παρ’ όλα αυτά, οι ουρολόγοι θεωρούν καλό να ελέγχει κανείς το σπέρμα του από την αρχή της ενήλικης ζωής του (18-20 χρονών). Όπως οι γυναίκες, όταν ξεκινούν τη σεξουαλική τους ζωή, έχουν ένα γυναικολόγο και ελέγχονται σε τακτά διαστήματα, έτσι θα έπρεπε και ένας άνδρας να βγάλει μια πρώτη «φωτογραφία» της ικανότητάς του να γονιμοποιεί. Αν, βέβαια, βρεθεί κάποιο πρόβλημα που χρειάζεται διερεύνηση, ο ουρολόγος θα συστήσει περαιτέρω διαγνωστικές εξετάσεις.
› Τι δείχνει:  Η εξέταση σπέρματος δεν αποτελεί απόδειξη του ότι είναι κανείς γόνιμος. Δίνει απλώς ενδείξεις, οι οποίες δηλώνουν αν υπάρχει κάποιο πρόβλημα. Το αποτέλεσμα, δηλαδή η σύλληψη, είναι ο τελικός κριτής της γονιμότητας. Με την πάροδο των χρόνων, η ποιότητα του σπέρματος ενδέχεται να αλλάξει. Γι’ αυτό και είναι σημαντικός ο τακτικός έλεγχος του σπέρματος (π.χ. κάθε 5 χρόνια), ώστε να μπορεί κανείς να συγκρίνει το σπέρμα του σε διάφορες φάσεις της ζωής του και να επέμβει άμεσα σε περίπτωση που χρειαστεί.
› Πού να το κάνετε:  Αν δεν έχετε τη δυνατότητα να απευθυνθείτε σε βιολόγο αναπαραγωγής, ο οποίος ειδικεύεται στη μελέτη του σπέρματος, μπορείτε να κάνετε την εξέταση και σε ένα μικροβιολόγο που ασχολείται με θέματα γονιμότητας.
› Το άγχος αλλοιώνει το σπέρμα:  Το άγχος φαίνεται να επηρεάζει την ποιότητα του σπέρματος και, επομένως, τα αποτελέσματα της εξέτασης, που μπορεί να μην είναι αληθή. Σύμφωνα με έρευνες, οι διάφορες παράμετροι του σπέρματος είναι καλύτερες όταν υπάρχει έντονη διέγερση, ειδικά μέσω της σεξουαλικής επαφής. Αν και το σπερμοδιάγραμμα δεν είναι χρονοβόρα και επώδυνη εξέταση, πολλοί άνδρες νιώθουν άβολα με την όλη διαδικασία και αυτό… αποτυπώνεται στο σπέρμα τους. Μάλιστα, οι ειδικοί της γονιμότητας ενθαρρύνουν πλέον τα ζευγάρια να συλλέγουν το δείγμα του σπέρματος στο σπίτι, σε συνθήκες που αγχώνουν όσο το δυνατόν λιγότερο τον άνδρα, και να το μεταφέρουν στο εργαστήριο μέσα σε 45-60΄ (σε θερμοκρασία σώματος, π.χ. κάτω από τη μασχάλη ή σε εσωτερική τσέπη σακακιού). Επίσης, τα τελευταία χρόνια, μετά από ενδιαφέρουσες μελέτες, χορηγούνται στους άνδρες που δυσκολεύονται να εκσπερματίσουν υπό συνθήκες «πίεσης» ουσίες για την καταπολέμηση της στυτικής δυσλειτουργίας (βαρδεναφίλη και σιλδεναφίλη). Με αυτούς τους τρόπους, επιτυγχάνεται η καλή λειτουργία του ανδρικού γεννητικού συστήματος και, επομένως, η λήψη δείγματος του σπέρματος γίνεται σε συνθήκες όσο το δυνατόν πιο κοντά στην πραγματικότητα.

2. Ορμονικός έλεγχος  
Στην περίπτωση που το σπερμοδιάγραμμα δείξει ότι υπάρχει πρόβλημα γονιμότητας, εκτός από την κλινική εξέταση σε ουρολόγο (ο οποίος θα ζητήσει και τη λήψη εκτενούς ιστορικού), θα χρειαστεί να υποβληθείτε και σε έναν ορμονικό έλεγχο, ο ­οποίος βοηθά στην αναγνώριση της αιτίας. Οι όρχεις, εκτός από σπερματοζωάρια, παράγουν και τεστοστερόνη, την ορμόνη που έχουν σε ­μεγαλύτερο ποσοστό οι άνδρες και ευθύνεται για την καλή λειτουργία του ανδρικού οργανισμού, τη χροιά της φωνής, την τριχοφυΐα, την κατανομή λίπους.
Η διερεύνηση των τιμών των ορμονών βοηθά στην κατανόηση του είδους της βλάβης, για παράδειγμα, αν υπάρχει πρόβλημα απλώς στην παραγωγή σπερματοζωαρίων ή αν ο μικρός τους αριθμός οφείλεται σε κάτι άλλο, π.χ. στο ότι έχει αποφραχθεί η δίοδος και δεν μπορούν να βρουν την έξοδό τους.

ΠΩΣ  ΝΑ  ΓΙΝΕΤΕ  ΠΙΟ  ΓΟΝΙΜΟΙ

› Περιορίστε το κάπνισμα  
Επηρεάζει τη βιοσύνθεση της τεστοστερόνης, τη σπερματογένεση, την ωρίμανση των σπερματοζωαρίων και ελαττώνει τη γονιμοποιητική τους ικανότητα. Παράλληλα, προκαλεί και κατακερματισμό του DNA τους.

› Κρατήστε το κινητό μακριά  
Η ακτινοβολία, λόγω π.χ. της πολύωρης και καθημερινής χρήσης του κινητού τηλεφώνου ή της υποβολής σε ακτινοβολία-χημειοθεραπεία, επηρεάζει τη γονιμοποιητική ικανότητα του άνδρα.

› Μετριάστε το στρες  
Έρευνες έχουν δείξει ότι άνδρες που ζουν με πολύ άγχος παράγουν μεγαλύτερο ποσοστό σπερματοζωαρίων ανώμαλης μορφολογίας.

«Πειραγμένο» DNA  
Όλοι οι επιβλαβείς παράγοντες που αναφέρουμε μπορούν να επηρεάσουν το DNA του ανδρικού σπέρματος, που βρίσκεται μέσα στο «κεφάλι» του σπερματοζωαρίου. Το DNA κινδυνεύει να κατακερματιστεί, με αποτέλεσμα να υπάρχει αυξημένη πιθανότητα το έμβρυο που θα προκύψει να μην μπορεί να μεγαλώσει. Όταν υπάρχουν πολλές αποτυχίες σύλληψης επειδή τα έμβρυα που δημιουργούνται δεν εξελίσσονται, συστήνεται η εξέταση «κατακερματισμού του DNA» στο σπέρμα, που ανιχνεύει την κατάσταση του γενετικού υλικού των σπερματοζωαρίων. Αν χρειαστεί, χορηγούνται στον άνδρα ειδικές βιταμίνες. Αν δεν πρόκειται για σοβαρή βλάβη ή γενετική ασθένεια, μετά την πάροδο ενός τριμήνου τα πράγματα βελτιώνονται.

› Όχι στα στενά εσώρουχα και τα laptop  
Οι υψηλές θερμοκρασίες, που αναπτύσσονται από τα στενά εσώρουχα και παντελόνια, τα ζεστά μπάνια, τη σάουνα και το τζακούζι, επηρεάζουν τη γονιμότητα. Αυξημένο κίνδυνο δια­τρέχουν, επίσης, όσοι δουλεύουν με το laptop στα πόδια τους ή όσοι εκτίθενται σε υψηλές θερμοκρασίες λόγω επαγγέλματος (π.χ. πυροσβέστες, μάγειροι), ενώ υπάρχουν και ορισμένα παθολογικά προβλήματα (όπως η κρυψορχία και η κιρσοκήλη) που συνδέονται με μειωμένη παραγωγή ικανο­ποιητικού αριθμού σπερματοζωαρίων, εξαιτίας της υψηλής θερμοκρασίας στην οποία έχουν εκτεθεί οι όρχεις.

› Μην παίρνετε σκευάσματα χωρίς συνταγή γιατρού  
Ουσίες χωρίς συνταγογράφηση, που δίνονται συνήθως από γυμναστήρια, αλλά και ορισμένες κατηγορίες φαρμάκων (π.χ. κάποια αντιβιοτικά) συνδέονται με μειωμένη γονιμότητα.

› Μην πίνετε ζεστά ροφήματα σε πλαστικά ποτήρια  
Τα πλαστικά ποτήρια που έρχονται σε επαφή με ζεστό καφέ ή άλλα ζεμα­τιστά υγρά απελευθερώνουν τοξικές ουσίες (βινυλούχα παράγωγα) που επηρεάζουν τη σπερματογένεση.

› Εκσπερματίζετε συχνά…  
Οι τακτικές εκσπερματίσεις βοηθούν στο να είναι πιο ενεργοποιημένο το γενετικό σύστημα ενός άνδρα. Αυτό δεν συνδέεται άμεσα με την παρα­γωγή σπερματοζωαρίων, αλλά με τη ­λειτουργία κάποιων επικουρικών γεν­νητικών αδένων. Για παράδειγμα, ο προστάτης (που υπάρχει μόνο για λόγους γονιμότητας στον άνδρα) φαίνεται πως είναι σκόπιμο να ενεργοποιείται τακτικά και να αδειάζει. Κανείς, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιορίσει μια απαιτούμενη χρονική συχνότητα εκσπερμάτισης. Πάντως, όταν ο οργανισμός σας δεν αποβάλλει τη μεγάλη παραγωγή των σπερματοζωαρίων του, ίσως ρίχνει τους ρυθμούς παραγωγικότητάς του.  

› Αποφύγετε τις περιοχές με αυξημένους ρύπους  
Η ατμοσφαιρική ρύπανση (π.χ. καυσαέρια αυτοκινήτων) προκαλεί βλάβες στο γενετικό υλικό των σπερματοζωαρίων.

› Διατηρήστε σταθερό το βάρος σας  
Τα παραπανίσια κιλά, αλλά και το υπερβολικά χαμηλό βάρος, επηρεάζουν το ορμονικό προφίλ των ανδρών και, επομένως, τροποποιούνται οι εντολές που δίνονται στους όρχεις (μέσω των ορμονών) σχετικά με την παραγωγή σπερματοζωαρίων.

› Μην τρώτε σόγια  
Τα φυτοοιστρογόνα (ορμόνες που περιέχονται σε υψηλή συγκέντρωση στη σόγια) θεωρούνται βλαβερά για το σπέρμα, αφού επηρεάζουν τη λειτουργία των ορμονών. Πολύ πρόσφατη έρευνα της Σχολής Δημόσιας ­Υγείας του Πανεπιστημίου του Χάρβαρντ έδειξε ότι ακόμη και μικρή κατανάλωση σόγιας μειώνει κατά 50% περίπου την παραγωγή σπέρματος.

› Ψάξτε κληρονομικές αιτίες  

Η κληρονομικότητα φαίνεται να παίζει σπουδαίο ρόλο στο θέμα της γονιμότητας.

› Γίνετε μπαμπάς όσο είστε νέος  
Όσο περνάει ο χρόνος, τόσο πιο εκτεθειμένος είναι ο άνδρας σε συνθήκες που πιθανώς να επηρεάζουν τη γονιμότητά του. Γι’ αυτό και οι άνδρες μετά τα 40 είναι πιο πιθανό να αντιμετωπίζουν σχετικά προβλήματα.

1. Γιατί το σπερματοζωάριο έχει ουρά;
Από τη στιγμή της εκσπερμάτισης, το σπερματοζωάριο έχει ως στόχο να φτάσει στο ωάριο. Αν και η απόσταση από τον κόλπο μέχρι τη μήτρα φαίνεται να είναι λίγα μόνο εκατοστά, για τα δεδομένα του σπερματοζωαρίου πρόκειται για ένα τεράστιο «ταξίδι». Η ουρά, λοιπόν, το βοηθά να «τρέξει» όσο το δυνατόν πιο γρήγορα προς τον προορισμό του.

2. Γιατί οι άνδρες έχουν δύο όρχεις;
Ό,τι χρειάζεται ο οργανισμός πολύ, φαίνεται να το έχει διπλό (δύο μάτια, δύο πνεύμονες, δύο νεφρά), ώστε στην περίπτωση που «χαλάσει» το ένα, να μπορεί να λειτουργήσει το άλλο.

3. Γιατί είναι τόσο λεπτό το δέρμα που περιβάλλει τους όρχεις;
Οι όρχεις, για να μπορέσουν να λειτουργήσουν σωστά, πρέπει να βρίσκονται σε αρκετά χαμηλή θερμοκρασία. Σε αντίθεση, λοιπόν, με όλο το υπόλοιπο σώμα, που καλύπτεται από λίπος που συγκρατεί τη θερμότητα του σώματος, ο οργανισμός έχει προνοήσει σχετικά, τοποθετώντας τους όρχεις εκτός σώματος και περικλείοντάς τους με το λεπτό δέρμα του όσχεου, που δεν έχει λίπος. Έτσι, οι όρχεις βρίσκονται τουλάχιστον 4 βαθμούς χαμηλότερα από τη θερμοκρασία του σώματος (36,6 βαθμοί).

Οσο μεγαλώνει ο άνδρας – και ειδικά μετά την ηλικία των 55 χρόνων – τόσο αυξάνονται τα σπερματοζωάρια που φέρουν το χρωμόσωμα Χ το οποίο είναι και υπεύθυνο για τη γέννηση κοριτσιών
Δεν είναι μόνο οι γυναίκες που πρέπει να ανησυχούν για το αναπαραγωγικό τους ρολόι. Είχε διαπιστωθεί ότι όσο περνούν τα χρόνια περιορίζεται και η αναπαραγωγική ικανότητα του άνδρα.

Αυτό που δεν είχε διαπιστωθεί είναι το αν μειώνεται η ποσότητα ή η ποιότητα του σπέρματος. Μια νέα μελέτη στις ΗΠΑ δείχνει ότι μετά την ηλικία των 35 ετών αρχίζει να υπάρχει σταδιακή επιδείνωση τόσο της ποσότητας όσο και της ποιότητάς του.

Πιο δύσκολα μπαμπάς, πιο πιθανό το κορίτσι
Τη μελέτη διεξήγαγαν ειδικοί των Εργαστηρίων Αναπαραγωγικής Τεχνολογίας στο Λος Αντζελες. Ανέλυσαν το σπέρμα 5.081 ανδρών ηλικίας 16-72 ετών και διαπίστωσαν ότι τα προβλήματα στην ποιότητα αλλά και στην ποσότητα του σπέρματος ξεκινούν στην ηλικία των 35 ετών. Προηγούμενες μελέτες υποστήριζαν ότι αυτά τα προβλήματα κάνουν την εμφάνισή τους μετά την ηλικία των 40 ετών στον άνδρα.

Η μελέτη έδειξε επίσης ότι όσο μεγαλώνει ο άνδρας – και ειδικά μετά την ηλικία των 55 χρόνων – τόσο αυξάνονται τα σπερματοζωάρια που φέρουν το χρωμόσωμα Χ το οποίο είναι και υπεύθυνο για τη γέννηση κοριτσιών. Οι ερευνητές αναφέρουν ότι δεν έχουν όμως ακόμη στοιχεία που να δίνουν μια απάντηση στο γιατί μειώνεται το χρωμόσωμα Υ και αυξάνεται το Χ όσο μεγαλώνει ο άνδρας.

«Υπάρχουν πλέον πειστικές επιδημιολογικές αποδείξεις σύμφωνα με τις οποίες όσο μεγαλώνουν οι άνδρες, τόσο δυσκολεύονται να κάνουν παιδιά ανεξαρτήτως της ηλικίας που έχει η σύντροφός τους. Αυξάνονται επίσης οι πιθανότητες αποβολής, ακόμη και αν τελικά μείνει έγκυος η σύντροφος ενός μεσήλικου ή ηλικιωμένου άνδρα. Επιπλέον, η αύξηση της ηλικίας ενός άνδρα, μεταφράζεται και σε αύξηση των πιθανοτήτων για εμφάνιση γενετικών ανωμαλιών στο παιδί του.

Το μήνυμα λοιπόν τόσο αυτής όσο και άλλων μελετών είναι ότι για πολλούς λόγους οι άνδρες που επιθυμούν να ζήσουν την πατρότητα δεν πρέπει να το καθυστερούν πολύ» δήλωσε στο περιοδικό «New Scientist» ο Αλαν Πέισι, ειδικός σε θέματα γονιμότητας στο Πανεπιστήμιο του Σέφιλντ.

ΤΙ  ΕΠΗΡΕΑΖΕΙ  ΤΟ  ΣΠΕΡΜΑ

Μήπως η αιτία που δεν μπορείτε να αποκτήσετε απογόνους είναι το λάπτοπ ή το τζακούζι; Ανακαλύψτε απρόσμενους παράγοντες που μπορεί να έχουν βλάψει την ποιότητα του σπέρματός σας και βρείτε τις λύσεις για να αντιστρέψετε την κατάσταση.
Όλο και περισσότεροι ερευνητές σήμερα προειδοποιούν: «Η ανδρική γονιμότητα σταδιακά μειώνεται. Το σπέρμα χάνει τόσο σε ποσότητα όσο και σε ποιότητα».

Κάποτε, όταν ένα ζευγάρι δεν μπορούσε να κάνει παιδί, κοιτούσαν όλοι τη γυναίκα. Τα τελευταία χρόνια, όμως, οι άνδρες γίνονται ολοένα και πιο υπογόνιμοι, με αποτέλεσμα η ανδρική υπογονιμότητα να αποτελεί πλέον στο 50% των περιπτώσεων την αιτία για εξωσωματική γονιμοποίηση. Oι άνδρες φαίνεται ότι χάνουν κάθε χρόνο το 2% της δυναμικής του σπέρματός τους. Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι όχι μόνο μειώνεται ο αριθμός των σπερματοζωαρίων τους, αλλά και η κινητικότητά τους. Τι ευθύνεται για τον κατήφορο που έχει πάρει η ανδρική γονιμότητα; O σύγχρονος τρόπος ζωής. Oι συνήθεις ύποπτοι; Το τσιγάρο, η ρύπανση του περιβάλλοντος, το στρες, η μόδα, μέχρι και το τζακούζι!

Όλοι οι άνδρες δεν είναι ίδιοι…  
Oι παράγοντες που μπορεί να βλάψουν την ποιότητα του σπέρματος είναι πολλοί, αλλά δεν επηρεάζουν όλους τους άνδρες το ίδιο. Η βλαπτική τους επίδραση εξαρτάται τόσο από το χρόνο και τη συχνότητα έκθεσης κάποιου σε έναν ή περισσότερους επιβαρυντικούς παράγοντες, όσο και από το ορμονικό του προφίλ και τη γενικότερη κατάσταση της υγείας του. Το θετικό, βέβαια, είναι ότι ο ανθρώπινος οργανισμός έχει απίστευτες ικανότητες ανάκαμψης. Πράγμα που σημαίνει ότι, όταν ένας άνδρας σταματήσει να εκτίθεται σε κάποιον επιβαρυντικό παράγοντα, η ποιότητα του σπέρματός του μπορεί και πάλι να βελτιωθεί ή και να αποκατασταθεί. Δεν είναι τυχαίο ότι ο αριθμός των σπερματοζωαρίων και η ποιότητά τους παρουσιάζει διακυμάνσεις από άνδρα σε άνδρα και από ημέρα σε ημέρα. Η κλινική πράξη δείχνει ότι δείγματα σπέρματος από τον ίδιο άνδρα που λαμβάνονται με διαφορά ενός μηνός μπορεί να διαφέρουν σημαντικά. Η γονιμότητα ενός άνδρα, λοιπόν, μπορεί να αλλάζει πολύ περισσότερο από ό,τι η γονιμότητα της γυναίκας. Oι άνδρες έχουν την ποσότητα με το μέρος τους. Από τη στιγμή που θα μπουν στην εφηβεία παράγουν συνεχώς σπέρμα. Στην ουσία, αποτελούν μια βιομηχανία παραγωγής σπερματοζωαρίων, σε αντίθεση με τη γυναίκα, που γεννιέται με όλα τα ωάρια που θα έχει στη ζωή της και από τα οποία μόνο 400-500 περίπου από το αρχικό απόθεμα θα ωριμάσουν και θα μπορούν να γονιμοποιηθούν.

Oι συνήθεις ύποπτοι
Το κάπνισμα: Μελέτες της Oυρολογικής Κλινικής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο Tottori της Ιαπωνίας, έχουν δείξει ότι μεγάλες ποσότητες μεταβολιτών της νικοτίνης (π.χ. κοτινίνη) στο αίμα προκαλούν βλάβη στη βιοσύνθεση της τεστοστερόνης, στη σπερματογένεση, στην ωρίμανση των σπερματοζωαρίων, καθώς και ελάττωση της γονιμοποιητικής ικανότητας. Το κάπνισμα, όμως, επηρεάζει και το γενετικό υλικό των σπερματοζωαρίων. Στην ουσία προκαλεί κατακερματισμό του DNA τους, με αποτέλεσμα το σπερματοζωάριο να έχει ελαττωμένη ικανότητα να πυροδοτήσει την απαραίτητη εμβρυϊκή ανάπτυξη. Σε άλλες έρευνες που έχουν γίνει έχει παρατηρηθεί επίσης ότι τα παιδιά των καπνιστών έχουν αυξημένο ποσοστό εμφάνισης καρκίνου σε νεογνική ηλικία σε σχέση με τα παιδιά των μη καπνιστών.

Η  ΠΑΙΔΕΙΑ,  ΤΟ  ΚΑΠΝΙΣΜΑ  ΚΑΙ  ΟΙ  ΕΛΛΗΝΕΣ
Η  ΠΟΙΟΤΗΤΑ  ΤΗΣ  ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ  ΠΑΙΔΕΙΑΣ  ΤΟΥ  ΤΣΙΠΡΑ
Σε  τελευταία  έγκυρη   διεθνή  αξιολόγηση  οι  Έλληνες μαθητές κατέλαβαν μόλις την 43η θέση και οι Γερμανοί την 16η  ανάμεσα  σε  72  χώρες.
 
Σημερινά  αποτελέσματα  έρευνας  από  την  Eurostat: Το 64,2% των Ελλήνων καπνίζει παθητικά – Μία ακόμη αρνητική πρωτιά –  Οι  Έλληνες είναι  οι  δεύτεροι  πιο  θεριακλήδες  στην  Ευρώπη.
Μία ακόμη αρνητική πρωτιά δίνει στην Ελλάδα έρευνα της Eurostat, σύμφωνα με την οποία σχεδόν τα 2/3 των Ελλήνων καπνίζουν παθητικά σε καθημερινή βάση.
Το 62,2% των Ελλήνων που εκτίθενται στον καπνό του τσιγάρου σε κλειστούς χώρους είναι το μεγαλύτερο ποσοστό στην Ευρώπη, σύμφωνα με την έρευνα. Ακολουθεί η Κροατία με 44,7% και η Βουλγαρία με 40,5%. Στον αντίποδα, η Σουηδία φαίνεται πως είναι η χώρα που προστατεύει καλύτερα τους πολίτες της από το παθητικό κάπνισμα, στο οποίο εκτίθενται μόνο το 5,9%, ενώ ακολουθεί η Φινλανδία με 6,3%.
Δεύτεροι πιο «θεριακλήδες» οι Έλληνες
Η Ελλάδα έχει το δεύτερο μεγαλύτερο ποσοστό καπνιστών- το 32,6% των πολιτών– πίσω από τη Βουλγαρία (34,7%), ενώ οι λιγότεροι είναι στη Σουηδία (16,7%) και τη Μ. Βρετανία (17,2%).
Σύμφωνα με την Eurostat, ένας στους 4 πολίτες της ΕΕ άνω των 15 ετών (24%) είναι καπνιστής. Το γραφείο στατιστικών της ΕΕ περιέγραψε το κάπνισμα ως «έναν από τους μεγαλύτερους κινδύνους για την υγεία που μπορούν να αποφευχθούν στην ΕΕ», σημειώνοντας ότι αυτή η βλαβερή συνήθεια συνδέεται με τον καρκίνο, τις καρδιακές και αναπνευστικές παθήσεις.
Κατά μέσο όρο, οι Ευρωπαίοι άνδρες (28,7%) είναι πιο πιθανό να καπνίσουν σε σύγκριση με τις γυναίκες (19,5%).

Η ατμοσφαιρική ρύπανση: Η ρύπανση που προκαλείται από τα καυσαέρια των αυτοκινήτων μπορεί να ελαττώσει τη γονιμότητα των ανδρών. Μελέτες έχουν δείξει ότι άνδρες που εκτίθενται περισσότερο σε καυσαέρια (π.χ. οι υπάλληλοι διοδίων) έχουν χειρότερη ποιότητα σπέρματος και λιγότερα σπερματοζωάρια. Η ρύπανση, επίσης, προκαλεί βλάβες στο γενετικό υλικό των σπερματοζωαρίων, δυσκολεύοντας τη σύλληψη και αυξάνοντας τον κίνδυνο αποβολής. Ωστόσο, οι βλάβες φαίνεται πως είναι παροδικές και γι’ αυτό η αποφυγή των ρύπων επιτρέπει στα νέα σπερματοζωάρια να αναπτυχθούν φυσιολογικά.
Oι τοξικές ουσίες: Δεκάδες τοξικές ουσίες, που βρίσκονται σε μεγάλες συγκεντρώσεις παντού στο περιβάλλον, ανιχνεύονται στο αίμα μας και μπορούν να μας βλάψουν ποικιλοτρόπως. Η εκτεταμένη, λοιπόν, παρουσία τους συνδέεται και με βλάβες στο DNA του σπέρματος.
Το στρες: Δεν υπάρχει σχεδόν καμία πάθηση που να μη σχετίζεται με το στρες και επίσης δεν υπάρχει πάθηση η οποία να μην αυξάνει το στρες, δημιουργώντας έτσι ένα φαύλο κύκλο. Άνδρες που βρίσκονται σε κατάσταση στρες παράγουν μεγαλύτερο ποσοστό σπερματοζωαρίων ανώμαλης μορφολογίας. Σε ειδική μελέτη που έγινε φάνηκε ότι οι μαραθωνοδρόμοι κατά τη διάρκεια των προπονήσεών τους παράγουν σπερματοζωάρια διαφορετικής μορφολογίας από τα φυσιολογικά.
Oι υψηλές θερμοκρασίες: Oι υψηλές θερμοκρασίες είναι από τους πιο σημαντικούς εχθρός της ανδρικής γονιμότητας. Oι όρχεις, για να λειτουργήσουν, βρίσκονται σε θερμοκρασία χαμηλότερη από αυτήν του σώματος. Η φύση, λοιπόν, έχει προνοήσει να τους προστατέψει, περικλείοντάς τους στο όσχεο, το οποίο είναι από τις λίγες περιοχές του δέρματος που δεν καλύπτεται με λίπος γιατί δεν πρέπει να λειτουργεί θερμομονωτικά – αντίθετα, πρέπει να έρχεται σε επαφή με τη δροσιά του περιβάλλοντος, προκειμένου το… εργοστάσιο παραγωγής σπερματοζωαρίων να «δουλεύει» καλά. O σύγχρονος όμως τρόπος ζωής συχνά τους… εκθέτει σε υψηλές θερμοκρασίες. Όπως και η ενδυμασία, ιδιαίτερα των νεοτέρων. Παράδειγμα, τα στενά παντελόνια και τα σλιπάκια, που υπερθερμαίνουν τα γεννητικά όργανα καθώς φέρνουν τους όρχεις κοντά στους μηρούς αυξάνοντας έτσι τη θερμοκρασία τους και προκαλώντας μείωση της κινητικότητας του σπέρματος.

Oι απρόσμενοι εχθροί του σπέρματος  
Oυσίες και οινοπνεύματα: 
Το αλκοόλ μειώνει την παραγωγή τεστοστερόνης στους όρχεις, ενώ τα παραισθησιογόνα και τα ναρκωτικά δρουν, μέσω καταστολής του υποθαλάμου του εγκεφάλου, μειώνοντας επίσης τα επίπεδα τεστοστερόνης.
Κατάχρηση αντιβιοτικών: Φαρμακευτικές ουσίες, όπως τα συνήθη αντιβιοτικά (κινολόνες, τετρακυκλίνες, νιτροφουραντοΐνη, ερυθρομυκίνη, γενταμυκίνη), τα αναβολικά στεροειδή κ.ά. μπορούν να επηρεάσουν την παραγωγή και λειτουργία των σπερματοζωαρίων.
Τα πλαστικά ποτήρια: Η καθημερινή χρόνια συνήθεια πολλών ανδρών να πίνουν τον καφέ τους σε πλαστικό ποτήρι μπορεί, σύμφωνα με μελέτες, να επηρεάσει την ποιότητα του σπέρματος λόγω των διάφορων ουσιών που εκλύονται από το πλαστικό, όταν αυτό έρθει σε επαφή με το ζεστό κυρίως καφέ.
Oι βρεφικές πάνες: Επιστήμονες του Πανεπιστημίου του Κιέλου διαπίστωσαν ότι η πλαστική επένδυση στις πάνες αυξάνει τη θερμοκρασία στο όσχεο κατά 1ο C. Συγκεκριμένα, υποστήριξαν ότι η παρατεταμένη αύξηση της θερμοκρασίας των όρχεων κατά 1ο C είναι δυνατό να μειώσει τον αριθμό των σπερματοζωαρίων που θα παράγει το βρέφος όταν ενηλικιωθεί.
Το κινητό: Υπάρχουν μελέτες που συσχετίζουν την πολύωρη και καθημερινή χρήση του κινητού τηλεφώνου με διαταραχές σπερματογένεσης, χωρίς όμως να έχει ξεκαθαριστεί η ακριβής σχέση.
Το αγαπημένο σας λάπτοπ: Κατά τη λειτουργία τους, τα λάπτοπ αναπτύσσουν στο εσωτερικό τους θερμοκρασία άνω των 70ο C και συχνά οι χρήστες τους τα τοποθετούν στους μηρούς τους, κοντά στους όρχεις, βλάπτοντας έτσι την ποιότητα του σπέρματος. Η ζημιά μπορεί να αποφευχθεί αν τοποθετείτε το λάπτοπ σε ένα τραπέζι ή γραφείο, ακόμα και στο κάθισμα δίπλα σας.

Μήπως φταίει το τζακούζι;  
Ίσως τα ζεστά μπάνια, το τζακούζι, η σάουνα να ευθύνονται έως ένα βαθμό για το γεγονός ότι δεν μπορείτε να κάνετε παιδί. Το ζεστό μπάνιο που κάνετε και σας χαλαρώνει μπορεί να «σκοτώνει» τα σπερματοζωάριά σας, αφού οι υψηλές θερμοκρασίες αντενδείκνυνται. Μάλιστα, το να γεμίζει κανείς την μπανιέρα του και να μένει ώρα μέσα στο ζεστό νερό είναι ό,τι χειρότερο για την ανδρική γονιμότητα. Το ίδιο ισχύει και για το τζακούζι και τη σάουνα. Γι’ αυτό, μην το παρακάνετε και, όταν το κάνετε, επιλέγετε πάντα το νερό να έχει μια μέτρια θερμοκρασία. Το καλύτερο πάντως από όλα είναι το ντους.

Όταν το πρόβλημα είναι παθολογικό
Εκτός από τον τρόπο ζωής και τους περιβαλλοντικούς παράγοντες, υπάρχουν και παθολογικές καταστάσεις που μπορεί να επηρεάσουν τη γονιμότητα ενός άνδρα. Παθήσεις που βλάπτουν τη δράση του σπέρματος είναι η ορχίτιδα που προκύπτει μετά από μαγουλάδες, η κρυψορχία, η κιρσοκήλη, οι λοιμώξεις του ουροποιογεννητικού, τα παρατεταμένα εμπύρετα νοσήματα (πυρετός >38,5ο C, ανεξαρτήτως αιτιολογίας, που έχει κατασταλτική επίδραση στη σπερματογένεση μέχρι και για 6 μήνες), η χρόνια νεφρική και ηπατική ανεπάρκεια, ο σακχαρώδης διαβήτης, αλλά και νευρολογικά νοσήματα. Επίσης, ενοχοποιούνται διάφορες ορμονικές διαταραχές, καθώς και τραυματισμοί στην περιοχή των γεννητικών οργάνων που μπορεί να προκαλέσουν φλεγμονή ή ατροφία των όρχεων.
Πώς αντιμετωπίζονται:  Ανάλογα με το πρόβλημα που αντιμετωπίζετε και τη σοβαρότητά του, ο γιατρός σας θα σας συστήσει και την κατάλληλη θεραπεία, φαρμακευτική ή χειρουργική. Γι’ αυτούς που το πρόβλημά τους δεν επιδέχεται βελτίωση με φαρμακευτική ή άλλη αγωγή, ο ειδικός γιατρός θα συστήσει κάποια μορφή υποβοηθούμενης αναπαραγωγής (σπερματέγχυση, εξωσωματική γονιμοποίηση ή ενδοωαριακή έγχυση σπερματοζωαρίων).

Πώς επηρεάζει η ηλικία
Στους άνδρες, η γονιμότητα δεν παρουσιάζει τις δραματικές αλλαγές που παρατηρούνται στις γυναίκες. Όμως, υπάρχει μια ήπια σταδιακή μείωση των επιπέδων της τεστοστερόνης, που αρχίζει νωρίς. Η ηλικία έναρξης της μείωσης και η ταχύτητα εξέλιξης της μείωσης αυτής διαφέρουν από άνδρα σε άνδρα. Μετά την ηλικία όμως των 50 ετών, στους περισσότερους άνδρες η μείωση είναι αισθητή. Στην ηλικία αυτή, η ποσότητα του σπέρματος μειώνεται, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι μειώνεται σε σημείο τέτοιο που να μην επιτρέπει την τεκνοποίηση. Oι άνδρες ουσιαστικά θα έχουν πάντοτε σπέρμα. Βέβαια, ήδη από το 1912 οι γιατροί είχαν παρατηρήσει ότι με την αύξηση της ηλικίας των ανδρών, αυξάνονταν και οι πιθανότητες μετάδοσης στα παιδιά χρωμοσωμιακών ανωμαλιών. Αρχικά η ηλικία της μητέρας θεωρείτο ως ο καθοριστικός παράγοντας για το σύνδρομο Down, σταδιακά όμως φάνηκε ότι παίζει ρόλο και η ηλικία του πατέρα. Μελέτες επίσης δείχνουν ότι ο κίνδυνος να προσβληθεί από σχιζοφρένεια ένα παιδί σχετίζεται με την ηλικία του πατέρα του κατά τη γονιμοποίηση. Όσο πιο ηλικιωμένος ήταν ο πατέρας του κατά τη γονιμοποίηση, τόσο πιο μεγάλος είναι ο κίνδυνος να παρουσιάσει σχιζοφρένεια. Μέχρι σήμερα έχουν αναγνωριστεί 20 διαφορετικές ασθένειες που σχετίζονται με την ηλικία του πατέρα.

Oι οδηγοί κινδυνεύουν περισσότερο;

Δεν είναι λίγα και τα επαγγέλματα που έχουν συσχετιστεί με διαταραχές της γονιμότητας. Η επαγγελματική έκθεση σε υψηλές θερμοκρασίες (θερμαστές, πυροσβέστες, μάγειροι κλπ.), σε ηλεκτομαγνητικά κύματα, καθώς και οι εργασίες που σχετίζονται με την έκθεση και την επαφή με χημικά προϊόντα-βαρέα μέταλλα (π.χ. αλουμινάδες, ελαιοχρωματιστές, αγρότες κλπ.) ενδέχεται να επηρεάζουν την ποιότητα του σπέρματος.
 Επίσης, επαγγελματίες οδηγοί που οδηγούν καθημερινά πολλές ώρες μπορεί να παρουσιάσουν μειωμένη γονιμότητα, αφού, σύμφωνα με έρευνες, ακόμη και δύο ώρες οδήγησης την ημέρα μπορεί να αυξήσει κατά 2ο C τη θερμοκρασία των όρχεων. Γι’ αυτό, οι ειδικοί συνιστούν δεκάλεπτα διαλείμματα ανά ώρα οδήγησης.

ΕΠΤΑ  ΔΟΛΟΦΟΝΟΙ  ΤΟΥ  ΣΠΕΡΜΑΤΟΣ  ΥΠΕΡΑΝΩ  ΠΑΣΗΣ  ΥΠΟΨΙΑΣ
Οι δολοφόνοι του σπέρματος μπορεί να βρίσκονται παντού, από το γρήγορο και πρόχειρο φαγητό που καταναλώνει κανείς, μέχρι το χαλαρωτικό ντους που απολαμβάνει. Χωρίς να έχει ιδιαίτερη σημασία το σημείο εισόδου τους στον οργανισμό, διάφορες χημικές ουσίες με τις οποίες ερχόμαστε σε επαφή καθημερινά μπορεί να βλάψουν το σπέρμα. Οι ουσίες αυτές μπορεί να έχουν επίπτωση στην ποσότητα του σπέρματος, στην κινητικότητα των σπερματοζωαρίων καθώς και στο DNA των κυττάρων.
Είναι ήδη γνωστές οι μελέτες που ανέδειξαν τη σχέση των στενών σελών στα ποδήλατα με τη στυτική δυσλειτουργία, καθώς και αυτή των αντικαταθλιπτικών με την αλλοίωση του σπερματικού DNA. Υπάρχουν όμως και απλές καθημερινές συνήθειες που «κρύβουν» χημικές ουσίες επιβλαβείς για την αναπαραγωγική υγεία του άνδρα. Εύκολα κανείς μπορεί να συνδυάσει την ελεύθερη διακίνηση αυτών των ουσιών στην αγορά με την αυξημένη ζήτηση των υπηρεσιών για την αντιμετώπιση υπογονιμότητας. Τα καλά νέα είναι σύμφωνα με τους ειδικούς, ότι αν κάποιος γνωρίζει που κρύβονται οι ουσίες αυτές, μπορεί εύκολα να τις αποφύγει. Πιο κάτω αναφέρονται οι 7 πιο απρόσμενοι παράγοντες που θέτουν σε κίνδυνο την αναπαραγωγική υγεία των ανδρών. 
1.     Ταμειακές αποδείξεις
Αν σκεφτεί κανείς πόσες φορές την ημέρα παίρνει στο χέρι του μια ταμειακή απόδειξη, μπορεί να χάσει το λογαριασμό. Το πρόβλημα είναι πως το 40% των αποδείξεων σήμερα εμπεριέχουν τη βισφενόλη Α, μια χημική ουσία που διαταράσσει το ενδοκρινικό σύστημα κι έχει συνδεθεί με καρδιαγγειακά νοσήματα και υπογονιμότητα. Μια πρόσφατη μελέτη μάλιστα βρήκε πως οι άνδρες που είχαν στα ούρα τους υψηλότερη συγκέντρωση αυτής της ουσίας είχαν μειωμένη ποιότητα και ποσότητα σπέρματος σε σύγκριση με αυτούς που είχαν χαμηλότερη.
Η άμεση λύση για αυτό είναι οι ηλεκτρονικές αποδείξεις. Μέχρι όμως να εξαλειφθούν οι ταμειακές, καλό είναι να φυλάσσονται σε ένα φάκελο και όχι στην τσέπη όπου μπορεί κανείς να έρθει πολλές φορές σε επαφή με το περιεχόμενο. Επίσης καλό είναι να μην ανακυκλώνονται ώστε να μη μολυνθούν το νερό και τα προϊόντα που κατασκευάζονται από ανακυκλωμένο χαρτί.

2.    Κονσερβοποιημένο φαγητό
Οι ερευνητές πιστεύουν πως η μεγαλύτερη πηγή βισφενόλης Α είναι οι συσκευασίες τροφίμων και ιδιαίτερα οι αλουμινένιες. Είναι προτιμότερα λοιπόν τα φρέσκα και τα καταψυγμένα τρόφιμα, ενώ  είναι καλύτερο να καταναλώνονται οι συσκευασμένες σάλτσες σε γυάλινα δοχεία και όχι αλουμινένια.

3.    Ερωτικά βοηθήματα (sex toys)
Επικίνδυνες  είναι όλες οι «συσκευές ευχαρίστησης» που έχουν κατασκευαστεί από βινύλιο. Το βινύλιο απελευθερώνει τις φθαλάτες, χημικές ουσίες που έχουν συνδεθεί με αλλεργίες, καρκίνο, συγγενείς ανωμαλίες και υπογονιμότητα. Προτιμότερα είναι τα προϊόντα που φτιάχνονται από σιλικόνη υψηλής ποιότητας.

4.      Το τοξικό ντους
Οι φθαλάτες βρίσκονται επίσης κυριολεκτικά μέσα στο ντους. Βρίσκονται στα αρωματισμένα σαπούνια, τα σαμπουάν, τα καθαριστικά, ακόμα και στις πλαστικές κουρτίνες. Παράλληλα όταν η θερμοκρασία ανεβαίνει μετά από ένα ζεστό μπάνιο, οι χημικές ουσίες απελευθερώνονται πιο εύκολα.
Η επιλογή ενός φυτικού σαπουνιού και σαμπουάν όπως είναι τα παιδικά μπορεί να λύσουν το πρόβλημα. Σε γενικές γραμμές θα πρέπει να αποφεύγονται τα προϊόντα προσωπικής χρήσης που έχουν άρωμα ή μυρωδιά. Τέλος είναι προτιμότερο να επενδύσει κάποιος σε μια ανθεκτική κουρτίνα από φυτικές ίνες, παρά να αγοράζει πλαστικές κάθε δυο μήνες, βάζοντας μάλιστα σε κίνδυνο την αναπαραγωγική του υγεία.

5.   Ραντισμένα προϊόντα
Τα παρασιτοκτόνα με τα οποία ραντίζονται φρούτα και λαχανικά έχουν σχεδιαστεί για να σκοτώνουν τα παράσιτα. Δυστυχώς όμως μαζί με τα παράσιτα σκοτώνουν και το σπέρμα.
Το καλό πλύσιμο των προϊόντων, σίγουρα βοηθάει, αλλά πολλές φορές τα παρασιτοκτόνα δεν είναι μόνο πάνω αλλά και μέσα στην τροφή. Γι αυτό προτιμότερη είναι η κατανάλωση οργανικών-βιολογικών προϊόντων. Η καλύτερη μάλιστα η λύση είναι ο σχεδιασμός του προσωπικού οργανικού κήπου, όταν αυτό είναι δυνατό.
6.      Θερμαινόμενα καθίσματα αυτοκινήτου
Τα θερμαινόμενα καθίσματα αυτοκινήτου είναι σίγουρα μια αξιοζήλευτη πολυτέλεια, αλλά έχουν το σημαντικό κόστος της μείωσης της ποιότητας του σπέρματος. Οτιδήποτε μάλιστα μπορεί να αυξήσει τη θερμοκρασία στους όρχεις, ακόμα κι αν αυτό είναι ένα παρατεταμένο ζεστό μπάνιο, μπορεί να είναι αρκετό ώστε να μειωθεί η ποσότητα του σπέρματος.
Το πρόβλημα είναι η άμεση επαφή με την πηγή θερμότητας. Η αύξηση θερμοκρασίας του αυτοκινήτου με τη βοήθεια του κλιματισμού δε δημιουργεί προβλήματα στη γονιμότητα.
7.    Μολυσμένα ψάρια
Τα PCBs είναι μια ομάδα συνδυασμένων τοξινών που χρησιμοποιούνταν κατά κόρον στην βιομηχανία ηλεκτροδότησης. Πλέον έχουν απαγορευτεί, αλλά όσα έχουν χρησιμοποιηθεί θα παραμείνουν στο περιβάλλον με αποτέλεσμα να καταναλώνονται και από τα ψάρια. Αυτό σημαίνει πως οι ψαράδες θα πρέπει να  αναζητούν καθαρά νερά και όποιος επιθυμεί ψάρι να ακολουθεί τις οδηγίες κατανάλωσης και να ενημερώνεται από τα αρμόδια τοπικά συμβούλια.

ΠΟΙΟΤΗΤΑ  ΣΠΕΡΜΑΤΟΣ  ΚΑΙ  ΠΡΟΣΔΟΚΙΜΟ  ΖΩΗΣ

Σύμφωνα με μια νέα μελέτη, οι άνδρες που είναι υπογόνιμοι εξαιτίας κάποιων ελλειμμάτων στο σπέρμα και τα σπερματοζωάριά τους, είναι πιο πιθανό να πεθάνουν νωρίς, σε σύγκριση με αυτούς που έχουν φυσιολογικό σπέρμα.
Σε μια περίοδο 8 ετών περίπου, βρέθηκε πως οι άνδρες με δύο ή περισσότερες ανωμαλίες στο σπέρμα τους είχαν πάνω από διπλάσιο κίνδυνο θανάτου, σε σύγκριση με τους υγιείς.
Για τους σκοπούς της μελέτης, οι ερευνητές ανασκόπησαν ιατρικά αρχεία 12.000 ανδρών ηλικίας 20-50 ετών που είχαν επισκεφτεί μια κλινική υπογονιμότητας για να προβούν σε εξέταση της αναπαραγωγικής του ικανότητας. Οι ιατροί κατέγραψαν πληροφορίες σχετικά με την ποιότητα του σπέρματος, το συνολικό του όγκο, τη συγκέντρωση, τη μορφολογία και την κινητικότητα των σπερματοζωαρίων. Οι ερευνητές συνέκριναν τα δεδομένα αυτά με τα αρχεία θανάτων, λαμβάνοντας παράλληλα υπόψη την ύπαρξη κάποιων θεμάτων μεγέθους που θα μπορούσαν να επηρεάσουν την ποιότητα του σπέρματος.
Σύμφωνα με τα ευρήματα της μελέτης, καμία ανωμαλία δεν μπορούσε να προβλέψει από μόνη της την πρόωρη θνησιμότητα, αλλά οι άνδρες που είχαν δύο ή περισσότερες ανωμαλίες είχαν 2.3 φορές αυξημένο κίνδυνο θανάτου κατά τη διάρκεια της μελέτης, σε σύγκριση με αυτούς που δεν είχαν ανωμαλίες στο σπέρμα τους. Όσο μεγαλύτερος ήταν ο αριθμός των ανωμαλιών τόσο υψηλότερος ήταν ο κίνδυνος θανάτου.
Πιο συγκεκριμένα, ο μικρός όγκος σπέρματος, η χαμηλή συγκέντρωση και κινητικότητα των σπερματοζωαρίων, ο μικρός συνολικός αριθμός των σπερματοζωαρίων, καθώς και ο περιορισμένος αριθμός των ενεργών σπερματοζωαρίων, σχετίζονταν με αυξημένο κίνδυνο θανάτου. Οι ανωμαλίες στη μορφολογία των σπερματοζωαρίων δε βρέθηκε να σχετίζονται με τη θνησιμότητα.
Για παράδειγμα, η αναπαραγωγή είναι μια βασική ανθρώπινη δραστηριότητα στην οποία αφιερώνεται το 10-15% του ανθρώπινου γονιδιώματος. Είναι πολύ εύκολο κάποιος να αντιληφθεί ότι εάν υπάρχει κάποιο πρόβλημα με την παραγωγή σπέρματος, θα υπάρχουν και άλλα προβλήματα στον οργανισμό.
Παράλληλα, η κακή ποιότητα σπέρματος μπορεί να οφείλεται σε χαμηλά επίπεδα τεστοστερόνης, της σημαντικής αυτής ανδρικής ορμόνης, η οποία έχει συνδεθεί με τη μακροβιότητα. Οι ερευνητές μάλιστα, τονίζουν ότι δεν πρέπει να αποκλειστεί η συσχέτιση κοινωνικών παραγόντων με τη γονιμότητα. Αν παρατηρήσει κανείς σχετικά ερευνητικά ευρήματα, οι άνδρες που έχουν παιδιά απολαμβάνουν μια ζωή μεγάλη σε διάρκεια κι ο κίνδυνος θανάτου είναι σαφώς μικρότερος.
Επίσης, υποθέτουν ότι ο αυξημένος κίνδυνος πρόωρου θανάτου που βρέθηκε στους υπογόνιμους άνδρες, ισχύει και για τις υπογόνιμες γυναίκες. Υποστηρίζουν χαρακτηριστικά, ότι η υπογονιμότητα είναι ένας δείκτης της μελλοντικής υγείας και για τα δυο φύλα

ΠΕΝΤΕ  ΤΡΟΦΕΣ  ΓΙΑ  ΝΑ  ΒΕΛΤΙΩΣΕΤΕ  ΤΗΝ  ΠΟΙΟΤΗΤΑ  ΤΟΥ  ΣΠΕΡΜΑΤΟΣ
Το  πρόβλημα που αντιμετωπίζουν τα ζευγάρια είναι η χαμηλή κίνηση σπερματοζωαρίων στους άντρες. Παρόλ’ αυτά υπάρχουν τρόφιμα που όχι μόνο είναι εξαιρετικά στη γεύση, αλλά δυναμώνουν και βελτιώνουν την ποιότητα τους σπέρματος.
Στρείδια
Νέα μελέτη από το πανεπιστήμιο του Μαϊάμι, διαπίστωσε ότι τα συγκεκριμένα μαλάκια περιέχουν ισχυρά αμινοξέα που βοηθούν στην αναπαραγωγή τεστοστερόνης στους άνδρες και προγεστερόνης στις γυναίκες. Παράλληλα, η κατανάλωση στρειδιών μπορεί να βοηθήσει και στην επιδιόρθωση των κατεστραμμένων κυττάρων του σπέρματος.
Μαύρη Σοκολάτα
Η σκούρα σοκολάτα περιέχει L-αργινίνη HCl, ένα αμινοξύ που σχετίζεται με την αργινίνη  που περιέχουν τα καρύδια. Το αμινοξύ αυτό αυξάνει τον αριθμό των σπερματοζωαρίων του άντρα και δυναμώνει και το σπέρμα.
Μπανάνες
Οι μπανάνες έχουν ένα σπάνιο ένζυμο που ονομάζεται βρομελίνη, το οποίο έχει αποδειχθεί ότι ρυθμίζει τις ορμόνες φύλου. Υπάρχει επίσης μια καλή ποσότητα βιταμίνης Β1, βιταμίνης Α και βιταμίνης C, οι οποίες βοηθούν να αυξηθούν οι αντοχές σας αφού χαρίζουν ενέργεια και αυξάνουν την παραγωγή σπέρματος.
Σπαράγγια
Αυτό το μικρό πράσινο λαχανικό μπορεί πράγματι να δυναμώσει πολύ το σπέρμα. Η υψηλή ποσότητα βιταμίνης C εμποδίζει το σπέρμα από την οξείδωση και προστατεύει τα κύτταρα στους όρχεις. Επιπλέον, η βιταμίνη C βοηθάει το αντρικό σώμα να επικεντρωθεί στην παραγωγή του σπέρματος και προστατεύει από τις ασθένειες.

Καρύδια
Τα καρύδια περιέχουν το αμινοξύ L-Arginine το οποίο βοηθά τους όρχεις να αυξήσουν την παραγωγή σπέρματος και βοηθά επίσης στην αύξηση του όγκου του σπέρματος. Περιέχουν επίσης οξέα ωμέγα-3 λιπαρά τα οποία βελτιώνουν την ροή του αίματος στο πέος. Μάλιστα σύμφωνα με αμερικανική μελέτη η ημερήσια κατανάλωση 7 καρυδιών μπορεί να μειώσει την χοληστερίνη και τον κίνδυνο στεφανιαίας νόσου.-

ΖΗΝΩΝ  ΠΑΠΑΖΑΧΟΣ

PEEGEE autochthonesellhnes

Posted in PHILOSOPHICAL THEMES | Tagged , , , | Leave a comment

ABOUT THE SECRET&SYMBOLICAL PHILOSOPHY (a)

THE SECRET TEACHINGS OF ALL AGES

AN ENCYCLOPEDIC OUTLINE OF

MASONIC, HERMETIC,

QABBALISTIC AND ROSICRUCIAN

SYMBOLICAL PHILOSOPHY

Being an Interpretation of the
Secret Teachings concealed within the Rituals, Allegories,
and Mysteries of all Ages

PREFACE

NUMEROUS volumes have been written as commentaries upon the secret systems of philosophy existing in the ancient world, but the ageless truths of life, like many of the earth’s greatest thinkers, have usually been clothed in shabby garments. The present work is an attempt to supply a tome worthy of those seers and sages whose thoughts are the substance of its pages. To bring about this coalescence of Beauty and Truth has proved most costly, but I believe that the result will produce an effect upon the mind of the reader which will more than justify the expenditure.

Work upon the text of this volume was begun the first day of January, 1926, and has continued almost uninterruptedly for over two years. The greater part of the research work, however, was carried on prior to the writing of the manuscript. The collection of reference material was begun in 1921, and three years later the plans for the book took definite form. For the sake of clarity, all footnotes were eliminated, the various quotations and references to other authors being embodied in the text in their logical order. The bibliography is appended primarily to assist those interested in selecting for future study the most authoritative and important items dealing with philosophy and symbolism. To make readily accessible the abstruse information contained in the book, an elaborate topical cross index is included.

I make no claim for either the infallibility or the originality of any statement herein contained. I have studied the fragmentary writings of the ancients sufficiently to realize that dogmatic utterances concerning their tenets are worse than foolhardy. Traditionalism is the curse of modern philosophy, particularly that of the European schools. While many of the statements contained in this treatise may appear at first wildly fantastic, I have sincerely endeavored to refrain from haphazard metaphysical speculation, presenting the material as far as possible in the spirit rather than the letter of the original authors. By assuming responsibility only for the mistakes which may’ appear herein, I hope to escape the accusation of plagiarism which has been directed against nearly every writer on the subject of mystical philosophy.

Having no particular ism of my own to promulgate, I have not attempted to twist the original writings to substantiate preconceived notions, nor have I distorted doctrines in any effort to reconcile the irreconcilable differences present in the various systems of religio-philosophic thought.

The entire theory of the book is diametrically opposed to the modern method of thinking, for it is concerned with subjects openly ridiculed by the sophists of the twentieth century. Its true purpose is to introduce the mind of the reader to a hypothesis of living wholly beyond the pale of materialistic theology, philosophy, or science. The mass of abstruse material between its covers is not susceptible to perfect organization, but so far as possible related topics have been grouped together.

Rich as the English language is in media of expression, it is curiously lacking in terms suitable to the conveyance of abstract philosophical premises. A certain intuitive grasp of the subtler meanings concealed within groups of inadequate words is necessary therefore to an understanding of the ancient Mystery Teachings.

Although the majority of the items in the bibliography are in my own library, I wish to acknowledge gratefully the assistance rendered by the Public Libraries of San Francisco and Los Angeles, the libraries of the Scottish Rite in San Francisco and Los Angeles, the libraries of the University of California in Berkeley and Los Angeles, the Mechanics’ Library in San Francisco, and the Krotona Theosophical Library at Ojai, California. Special recognition for their help is also due to the following persons: Mrs. Max Heindel, Mrs. Alice Palmer Henderson, Mr. Ernest Dawson and staff, Mr. John Howell, Mr. Paul Elder, Mr. Phillip Watson Hackett, and Mr. John R. Ruckstell. Single books were lent by other persons and organizations, to whom thanks are also given.

The matter of translation was the greatest single task in the research work incident to the preparation of this volume. The necessary

p. 6

German translations, which required nearly three years, were generously undertaken by Mr. Alfred Beri, who declined all remuneration for his labor. The Latin, Italian, French, and Spanish translations were made by Prof. Homer P. Earle. The Hebrew text was edited by Rabbi Jacob M. Alkow. Miscellaneous short translations and checking also were done by various individuals.

The editorial work was under the supervision of Dr. C. B. Rowlingson, through whose able efforts literary order was often brought out of literary chaos. Special recognition is also due the services rendered by Mr. Robert B. Tummonds, of the staff of H. S. Crocker Company, Inc., to whom were assigned the technical difficulties of fitting the text matter into its allotted space. For much of the literary charm of the work I am also indebted to Mr. M. M. Saxton, to whom the entire manuscript was first dictated and to whom was also entrusted the preparation of the index. The splendid efforts of Mr. J. Augustus Knapp, the illustrator, have resulted in a series of color plates which add materially to the beauty and completeness of the work. Q The printing of the book was in the hands of Mr. Frederick E. Keast, of H. S. Crocker Company, Inc., whose great personal interest in the volume has been manifested by an untiring effort to improve the quality thereof Through the gracious cooperation of Dr. John Henry Nash, the foremost designer of printing on the American Continent, the book appears in a unique and appropriate form, embodying the finest elements of the printer’s craft. An increase in the number of plates and also a finer quality of workmanship than was first contemplated have been made possible by Mr. C. E. Benson, of the Los Angeles Engraving Company, who entered heart and soul into the production of this volume.

The pre-publication sale of this book has been without known precedent in book history. The subscription list for the first edition of 550 copies was entirely closed a year before the manuscript was placed in the printer’s hands. The second, or King Solomon, edition, consisting of 550 copies, and the third, or Theosophical, edition, consisting of 200 copies, were sold before the finished volume was received from the printer. For so ambitious a production, this constitutes a unique achievement. The credit for this extraordinary sales program belongs to Mrs. Maud F. Galigher, who had as her ideal not to sell the book in the commercial sense of the word but to place it in the hands of those particularly interested in the subject matter it contains. Valuable assistance in this respect was also rendered by numerous friends who had attended my lectures and who without compensation undertook and successfully accomplished the distribution of the book.

In conclusion, the author wishes to acknowledge gratefully his indebtedness to each one of the hundreds of subscribers through whose advance payments the publication of this folio was made possible. To undertake the enormous expense involved was entirely beyond his individual means and those who invested in the volume had no assurance of its production and no security other than their faith in the integrity of the writer.

I sincerely hope that each reader will profit from the perusal of this book, even as I have profited from the writing of it. The years of labor and thought expended upon it have meant much to me. The research work discovered to me many great truths; the writing of it discovered to me the laws of order and patience; the printing of it discovered to me new wonders of the arts and crafts; and the whole enterprise has discovered to me a multitude of friends whom otherwise I might never have known. And so, in the words of John Bunyan:

                                 I penned
It down, until at last it came to be,
For length and breadth, the bigness which you see.

MANLY P. HALL.

Los Angeles, California

May 28,1928 

Introduction

PHILOSOPHY is the science of estimating values. The superiority of any state or substance over another is determined by philosophy. By assigning a position of primary importance to what remains when all that is secondary has been removed, philosophy thus becomes the true index of priority or emphasis in the realm of speculative thought. The mission of philosophy a priori is to establish the relation of manifested things to their invisible ultimate cause or nature.

“Philosophy,” writes Sir William Hamilton, “has been defined [as]: The science of things divine and human, and of the causes in which they are contained [Cicero]; The science of effects by their causes [Hobbes]; The science of sufficient reasons [Leibnitz]; The science of things possible, inasmuch as they are possible [Wolf]; The science of things evidently deduced from first principles [Descartes]; The science of truths, sensible and abstract [de Condillac]; The application of reason to its legitimate objects [Tennemann]; The science of the relations of all knowledge to the necessary ends of human reason [Kant];The science of the original form of the ego or mental self [Krug]; The science of sciences [Fichte]; The science of the absolute [von Schelling]; The science of the absolute indifference of the ideal and real [von Schelling]–or, The identity of identity and non-identity [Hegel].” (See Lectures on Metaphysics and Logic.)

The six headings under which the disciplines of philosophy are commonly classified are: metaphysics, which deals with such abstract subjects as cosmology, theology, and the nature of being; logic, which deals with the laws governing rational thinking, or, as it has been called, “the doctrine of fallacies”; ethics, which is the science of morality, individual responsibility, and character–concerned chiefly with an effort to determine the nature of good; psychology, which is devoted to investigation and classification of those forms of phenomena referable to a mental origin; epistemology, which is the science concerned primarily with the nature of knowledge itself and the question of whether it may exist in an absolute form; and æsthetics, which is the science of the nature of and the reactions awakened by the beautiful, the harmonious, the elegant, and the noble.

Plato regarded philosophy as the greatest good ever imparted by Divinity to man. In the twentieth century, however, it has become a ponderous and complicated structure of arbitrary and irreconcilable notions–yet each substantiated by almost incontestible logic. The lofty theorems of the old Academy which Iamblichus likened to the nectar and ambrosia of the gods have been so adulterated by opinion–which Heraclitus declared to be a falling sickness of the mind–that the heavenly mead would now be quite unrecognizable to this great Neo-Platonist. Convincing evidence of the increasing superficiality of modern scientific and philosophic thought is its persistent drift towards materialism. When the great astronomer Laplace was asked by Napoleon why he had not mentioned God in his Traité de la Mécanique Céleste, the mathematician naively replied: “Sire, I had no need for that hypothesis!”

In his treatise on Atheism, Sir Francis Bacon tersely summarizes the situation thus: “A little philosophy inclineth man’s mind to atheism; but depth in philosophy bringeth men’s minds about to religion.” The Metaphysics of Aristotle opens with these words: “All men naturally desire to know.” To satisfy this common urge the unfolding human intellect has explored the extremities of imaginable space without and the extremities of imaginable self within, seeking to estimate the relationship between the one and the all; the effect and the cause; Nature and the groundwork of Nature; the mind and the source of the mind; the spirit and the substance of the spirit; the illusion and the reality.

An ancient philosopher once said: “He who has not even a knowledge of common things is a brute among men. He who has an accurate knowledge of human concerns alone is a man among brutes. But he who knows all that can be known by intellectual energy, is a God among men.” Man’s status in the natural world is determined, therefore, by the quality of his thinking. He whose mind is enslaved to his bestial instincts is philosophically not superior to the brute-, he whose rational faculties ponder human affairs is a man; and he whose intellect is elevated to the consideration of divine realities is already a demigod, for his being partakes of the luminosity with which his reason has brought him into proximity. In his encomium of “the science of sciences” Cicero is led to exclaim: “O philosophy, life’s guide! O searcher–out of virtue and expeller of vices! What could we and every age of men have been without thee? Thou hast produced cities; thou hast called men scattered about into the social enjoyment of life.”

In this age the word philosophy has little meaning unless accompanied by some other qualifying term. The body of philosophy has been broken up into numerous isms more or less antagonistic, which have become so concerned with the effort to disprove each other’s fallacies that the sublimer issues of divine order and human destiny have suffered deplorable neglect. The ideal function of philosophy is to serve as the stabilizing influence in human thought. By virtue of its intrinsic nature it should prevent man from ever establishing unreasonable codes of life. Philosophers themselves, however, have frustrated the ends of philosophy by exceeding in their woolgathering those untrained minds whom they are supposed to lead in the straight and narrow path of rational thinking. To list and classify any but the more important of the now recognized schools of philosophy is beyond the space limitations of this volume. The vast area of speculation covered by philosophy will be appreciated best after a brief consideration of a few of the outstanding systems of philosophic discipline which have swayed the world of thought during the last twenty-six centuries. The Greek school of philosophy had its inception with the seven immortalized thinkers upon whom was first conferred the appellation of Sophos, “the wise.” According to Diogenes Laertius, these were Thales, Solon, Chilon, Pittacus, Bias, Cleobulus, and Periander. Water was conceived by Thales to be the primal principle or element, upon which the earth floated like a ship, and earthquakes were the result of disturbances in this universal sea. Since Thales was an Ionian, the school perpetuating his tenets became known as the Ionic. He died in 546 B.C., and was succeeded by Anaximander, who in turn was followed by Anaximenes, Anaxagoras, and Archelaus, with whom the Ionic school ended. Anaximander, differing from his master Thales, declared measureless and indefinable infinity to be the principle from which all things were generated. Anaximenes asserted air to be the first element of the universe; that souls and even the Deity itself were composed of it.

Anaxagoras (whose doctrine savors of atomism) held God to be an infinite self-moving mind; that this divine infinite Mind, not



BABBITT’S ATOM.

From Babbitt’s Principles of Light and Color.

Since the postulation of the atomic theory by Democritus, many efforts have been made to determine the structure of atoms and the method by which they unite to form various elements, Even science has not refrained from entering this field of speculation and presents for consideration most detailed and elaborate representations of these minute bodies. By far the most remarkable conception of the atom evolved during the last century is that produced by the genius of Dr. Edwin D. Babbitt and which is reproduced herewith. The diagram is self-explanatory. It must be borne in mind that this apparently massive structure is actually s minute as to defy analysis. Not only did Dr. Babbitt create this form of the atom but he also contrived a method whereby these particles could be grouped together in an orderly manner and thus result in the formation of molecular bodies.

p. 14

inclosed in any body, is the efficient cause of all things; out of the infinite matter consisting of similar parts, everything being made according to its species by the divine mind, who when all things were at first confusedly mingled together, came and reduced them to order.” Archelaus declared the principle of all things to be twofold: mind (which was incorporeal) and air (which was corporeal), the rarefaction and condensation of the latter resulting in fire and water respectively. The stars were conceived by Archelaus to be burning iron places. Heraclitus (who lived 536-470 B.C. and is sometimes included in the Ionic school) in his doctrine of change and eternal flux asserted fire to be the first element and also the state into which the world would ultimately be reabsorbed. The soul of the world he regarded as an exhalation from its humid parts, and he declared the ebb and flow of the sea to be caused by the sun.

After Pythagoras of Samos, its founder, the Italic or Pythagorean school numbers among its most distinguished representatives Empedocles, Epicharmus, Archytas, Alcmæon, Hippasus, Philolaus, and Eudoxus. Pythagoras (580-500? B.C.) conceived mathematics to be the most sacred and exact of all the sciences, and demanded of all who came to him for study a familiarity with arithmetic, music, astronomy, and geometry. He laid special emphasis upon the philosophic life as a prerequisite to wisdom. Pythagoras was one of the first teachers to establish a community wherein all the members were of mutual assistance to one another in the common attainment of the higher sciences. He also introduced the discipline of retrospection as essential to the development of the spiritual mind. Pythagoreanism may be summarized as a system of metaphysical speculation concerning the relationships between numbers and the causal agencies of existence. This school also first expounded the theory of celestial harmonics or “the music of the spheres.” John Reuchlin said of Pythagoras that he taught nothing to his disciples before the discipline of silence, silence being the first rudiment of contemplation. In his Sophist, Aristotle credits Empedocles with the discovery of rhetoric. Both Pythagoras and Empedocles accepted the theory of transmigration, the latter saying: “A boy I was, then did a maid become; a plant, bird, fish, and in the vast sea swum.” Archytas is credited with invention of the screw and the crane. Pleasure he declared to be a pestilence because it was opposed to the temperance of the mind; he considered a man without deceit to be as rare as a fish without bones.

The Eleatic sect was founded by Xenophanes (570-480 B.C.), who was conspicuous for his attacks upon the cosmologic and theogonic fables of Homer and Hesiod. Xenophanes declared that God was “one and incorporeal, in substance and figure round, in no way resembling man; that He is all sight and all hearing, but breathes not; that He is all things, the mind and wisdom, not generate but eternal, impassible, immutable, and rational.” Xenophanes believed that all existing things were eternal, that the world was without beginning or end, and that everything which was generated was subject to corruption. He lived to great age and is said to have buried his sons with his own hands. Parmenides studied under Xenophanes, but never entirely subscribed to his doctrines. Parmenides declared the senses to be uncertain and reason the only criterion of truth. He first asserted the earth to be round and also divided its surface into zones of hear and cold.

Melissus, who is included in the Eleatic school, held many opinions in common with Parmenides. He declared the universe to be immovable because, occupying all space, there was no place to which it could be moved. He further rejected the theory of a vacuum in space. Zeno of Elea also maintained that a vacuum could not exist. Rejecting the theory of motion, he asserted that there was but one God, who was an eternal, ungenerated Being. Like Xenophanes, he conceived Deity to be spherical in shape. Leucippus held the Universe to consist of two parts: one full and the other a vacuum. From the Infinite a host of minute fragmentary bodies descended into the vacuum, where, through continual agitation, they organized themselves into spheres of substance.

The great Democritus to a certain degree enlarged upon the atomic theory of Leucippus. Democritus declared the principles of all things to be twofold: atoms and vacuum. Both, he asserted, are infinite–atoms in number, vacuum in magnitude. Thus all bodies must be composed of atoms or vacuum. Atoms possessed two properties, form and size, both characterized by infinite variety. The soul Democritus also conceived to be atomic in structure and subject to dissolution with the body. The mind he believed to be composed of spiritual atoms. Aristotle intimates that Democritus obtained his atomic theory from the Pythagorean doctrine of the Monad. Among the Eleatics are also included Protagoras and Anaxarchus.

Socrates (469-399 B.C.), the founder of the Socratic sect, being fundamentally a Skeptic, did not force his opinions upon others, but through the medium of questionings caused each man to give expression to his own philosophy. According to Plutarch, Socrates conceived every place as appropriate for reaching in that the whole world was a school of virtue. He held that the soul existed before the body and, prior to immersion therein, was endowed with all knowledge; that when the soul entered into the material form it became stupefied, but that by discourses upon sensible objects it was caused to reawaken and to recover its original knowledge. On these premises was based his attempt to stimulate the soul-power through irony and inductive reasoning. It has been said of Socrates that the sole subject of his philosophy was man. He himself declared philosophy to be the way of true happiness and its purpose twofold: (1) to contemplate God, and (2) to abstract the soul from corporeal sense.

The principles of all things he conceived to be three in number: Godmatter, and ideas. Of God he said: “What He is I know not; what He is not I know.” Matter he defined as the subject of generation and corruption; idea, as an incorruptible substance–the intellect of God. Wisdom he considered the sum of the virtues. Among the prominent members of the Socratic sect were Xenophon, Æschines, Crito, Simon, Glauco, Simmias, and Cebes. Professor Zeller, the great authority on ancient philosophies, has recently declared the writings of Xenophon relating to Socrates to be forgeries. When The Clouds of Aristophanes, a comedy written to ridicule the theories of Socrates, was first presented, the great Skeptic himself attended the play. During the performance, which caricatured him seated in a basket high in the air studying the sun, Socrates rose calmly in his seat, the better to enable the Athenian spectators to compare his own unprepossessing features with the grotesque mask worn by the actor impersonating him.

The Elean sect was founded by Phædo of Elis, a youth of noble family, who was bought from slavery at the instigation of Socrates and who became his devoted disciple. Plato so highly admired Phædo’s mentality that he named one of the most famous of his discourses The Phædo. Phædo was succeeded in his school by Plisthenes, who in turn was followed by Menedemus. Of the doctrines of the Elean sect little is known. Menedemus is presumed to have been inclined toward the teachings of Stilpo and the Megarian sect. When Menedemus’ opinions were demanded, he answered that he was free, thus intimating that most men were enslaved to their opinions. Menedemus was apparently of a somewhat belligerent temperament and often returned from his lectures in a badly bruised condition. The most famous of his propositions is stated thus: That which is not the same is different from that with which it is not the same. This point being admitted, Menedemus continued: To benefit is not the same as good, therefore good does not benefit. After the time of Menedemus the Elean sect became known as the Eretrian. Its exponents denounced all negative propositions and all complex and abstruse theories, declaring that only affirmative and simple doctrines could be true.

The Megarian sect was founded by Euclid of Megara (not the celebrated mathematician), a great admirer of Socrates. The Athenians passed a law decreeing death to any citizen of Megara found in the city of Athens. Nothing daunted, Euclid donned woman’s clothing and went at night to study with Socrates. After the cruel death of their teacher, the disciples of Socrates, fearing a similar fate, fled to Megara, where they were entertained with great honor by Euclid. The Megarian school accepted the Socratic doctrine that virtue is wisdom, adding to it the Eleatic concept that goodness is absolute unity and all change an illusion of the senses. Euclid maintained that good has no opposite and therefore evil does not exist. Being asked about the nature of the gods, he declared himself ignorant of their disposition save that they hated curious persons.

The Megarians are occasionally included among the dialectic philosophers. Euclid (who died 374? B.C.) was succeeded in his school by Eubulides, among whose disciples were Alexinus and Apollonius Cronus. Euphantus, who lived to great age and wrote many tragedies, was among the foremost followers of Eubulides. Diodorus is usually included in the Megarian school, having heard Eubulides lecture. According to legend, Diodorus died of grief because he could not answer instantly certain questions asked him by Stilpo, at one time master of the Megarian school. Diodorus held that nothing



PLATO.

From Thomasin’s Recuil des Figures, Groupes, Thermes, Fontaines, Vases et autres Ornaments.

Plato’s real name was Aristocles. When his father brought him to study with Socrates, the great Skeptic declared that on the previous night he had dreamed of a white swan, which was an omen that his new disciple was to become one of the world’s illumined. There is a tradition that the immortal Plato was sold as a slave by the King of Sicily.

p. 15

can be moved, since to be moved it must be taken out of the place in which it is and put into the place where it is not, which is impossible because all things must always be in the places where they are.

The Cynics were a sect founded by Antisthenes of Athens (444-365? B.C.), a disciple of Socrates. Their doctrine may be described as an extreme individualism which considers man as existing for himself alone and advocates surrounding him by inharmony, suffering, and direst need that be may thereby be driven to retire more completely into his own nature. The Cynics renounced all worldly possessions, living in the rudest shelters and subsisting upon the coarsest and simplest food. On the assumption that the gods wanted nothing, the Cynics affirmed that those whose needs were fewest consequently approached closest to the divinities. Being asked what he gained by a life of philosophy, Antisthenes replied that he had learned how to converse with himself.

Diogenes of Sinopis is remembered chiefly for the tub in the Metroum which for many years served him as a home. The people of Athens loved the beggar-philosopher, and when a youth in jest bored holes in the tub, the city presented Diogenes with a new one and punished the youth. Diogenes believed that nothing in life can be rightly accomplished without exercitation. He maintained that everything in the world belongs to the wise, a declaration which he proved by the following logic: “All things belong to the gods; the gods are friends to wise persons; all things are common amongst friends; therefore all things belong to the wise.” Among the Cynics are Monimus, Onesicritus, Crates, Metrocles, Hipparchia (who married Crates), Menippus, and Menedemus.

The Cyrenaic sect, founded by Aristippus of Cyrene (435-356? B.C.), promulgated the doctrine of hedonism. Learning of the fame of Socrates, Aristippus journeyed to Athens and applied himself to the teachings of the great Skeptic. Socrates, pained by the voluptuous and mercenary tendencies of Aristippus, vainly labored to reform the young man. Aristippus has the distinction of being consistent in principle and practice, for he lived in perfect harmony with his philosophy that the quest of pleasure was the chief purpose of life. The doctrines of the Cyrenaics may be summarized thus: All that is actually known concerning any object or condition is the feeling which it awakens in man’s own nature. In the sphere of ethics that which awakens the most pleasant feeling is consequently to be esteemed as the greatest good. Emotional reactions are classified as pleasant or gentle, harsh, and mean. The end of pleasant emotion is pleasure; the end of harsh emotion, grief; the end of mean emotion, nothing.

Through mental perversity some men do not desire pleasure. In reality, however, pleasure (especially of a physical nature) is the true end of existence and exceeds in every way mental and spiritual enjoyments. Pleasure, furthermore, is limited wholly to the moment; now is the only time. The past cannot be regarded without regret and the future cannot be faced without misgiving; therefore neither is conducive to pleasure. No man should grieve, for grief is the most serious of all diseases. Nature permits man to do anything he desires; he is limited only by his own laws and customs. A philosopher is one free from envy, love, and superstition, and whose days are one long round of pleasure. Indulgence was thus elevated by Aristippus to the chief position among the virtues. He further declared philosophers to differ markedly from other men in that they alone would not change the order of their lives if all the laws of men were abolished. Among prominent philosophers influenced by the Cyrenaic doctrines were Hegesias, Anniceris, Theodorus, and Bion.

The sect of the Academic philosophers instituted by Plato (427-347 B.C.) was divided into three major parts–the old, the middle, and the new Academy. Among the old Academics were Speusippus, Zenocrates, Poleman, Crates, and Crantor. Arcesilaus instituted the middle Academy and Carneades founded the new. Chief among the masters of Plato was Socrates. Plato traveled widely and was initiated by the Egyptians into the profundities of Hermetic philosophy. He also derived much from the doctrines of the Pythagoreans. Cicero describes the threefold constitution of Platonic philosophy as comprising ethics, physics, and dialectics. Plato defined good as threefold in character: good in the soul, expressed through the virtues; good in the body, expressed through the symmetry and endurance of the parts; and good in the external world, expressed through social position and companionship. In The Book of Speusippus on Platonic Definitions, that great Platonist thus defines God: “A being that lives immortally by means of Himself alone, sufficing for His own blessedness, the eternal Essence, cause of His own goodness. According to Plato, the One is the term most suitable for defining the Absolute, since the whole precedes the parts and diversity is dependent on unity, but unity not on diversity. The One, moreover, is before being, for to be is an attribute or condition of the One.

Platonic philosophy is based upon the postulation of three orders of being: that which moves unmoved, that which is self-moved, and that which is moved. That which is immovable but moves is anterior to that which is self-moved, which likewise is anterior to that which it moves. That in which motion is inherent cannot be separated from its motive power; it is therefore incapable of dissolution. Of such nature are the immortals. That which has motion imparted to it from another can be separated from the source of its an animating principle; it is therefore subject to dissolution. Of such nature are mortal beings. Superior to both the mortals and the immortals is that condition which continually moves yet itself is unmoved. To this constitution the power of abidance is inherent; it is therefore the Divine Permanence upon which all things are established. Being nobler even than self-motion, the unmoved Mover is the first of all dignities. The Platonic discipline was founded upon the theory that learning is really reminiscence, or the bringing into objectivity of knowledge formerly acquired by the soul in a previous state of existence. At the entrance of the Platonic school in the Academy were written the words: “Let none ignorant of geometry enter here.”

After the death of Plato, his disciples separated into two groups. One, the Academics, continued to meet in the Academy where once he had presided; the other, the Peripatetics, removed to the Lyceum under the leadership of Aristotle (384-322 B.C.). Plato recognized Aristotle as his greatest disciple and, according to Philoponus, referred to him as “the mind of the school.” If Aristotle were absent from the lectures, Plato would say: “The intellect is not here.” Of the prodigious genius of Aristotle, Thomas Taylor writes in his introduction to The Metaphysics:

“When we consider that he was not only well acquainted with every science, as his works abundantly evince, but that he wrote on almost every subject which is comprehended in the circle of human knowledge, and this with matchless accuracy and skill, we know not which to admire most, the penetration or extent of his mind.”


THE PROBLEM OF DIVERSITY.

From Kircher’s Ars Magna Sciendi.

In the above diagram Kircher arranges eighteen objects in two vertical columns and then determines he number of arrangements in which they can be combined. By the same method Kircher further estimates that fifty objects may be arranged in 1,273,726,838,815,420,339,851,343,083,767,005,515,293,749,454,795,408,000,000,000,000 combinations. From this it will be evident that infinite diversity is possible, for the countless parts of the universe may be related to each other in an incalculable number of ways; and through the various combinations of these limitless subdivisions of being, infinite individuality and infinite variety must inevitably result. Thus it is further evident that life can never become monotonous or exhaust the possibilities of variety.

p. 16

[paragraph continues] Of the philosophy of Aristotle, the same author says: “The end of Aristotle’s moral philosophy is perfection through the virtues, and the end of his contemplative philosophy an union with the one principle of all things.”

Aristotle conceived philosophy to be twofold: practical and theoretical. Practical philosophy embraced ethics and politics; theoretical philosophy, physics and logic. Metaphysics he considered to be the science concerning that substance which has the principle of motion and rest inherent to itself. To Aristotle the soul is that by which man first lives, feels, and understands. Hence to the soul he assigned three faculties: nutritive, sensitive, and intellective. He further considered the soul to be twofold–rational and irrational–and in some particulars elevated the sense perceptions above the mind. Aristotle defined wisdom as the science of first Causes. The four major divisions of his philosophy are dialectics, physics, ethics, and metaphysics. God is defined as the First Mover, the Best of beings, an immovable Substance, separate from sensible things, void of corporeal quantity, without parts and indivisible. Platonism is based upon a priori reasoning; Aristotelianism upon a posteriori reasoning. Aristotle taught his pupil, Alexander the Great, to feel that if he had not done a good deed he had not reigned that day. Among his followers were Theophrastus, Strato, Lyco, Aristo, Critolaus, and Diodorus.

Of Skepticism as propounded by Pyrrho of Elis (365-275 B.C.) and by Timon, Sextus Empiricus said that those who seek must find or deny they have found or can find, or persevere in the inquiry. Those who suppose they have found truth are called Dogmatists; those who think it incomprehensible are the Academics; those who still seek are the Skeptics. The attitude of Skepticism towards the knowable is summed up by Sextus Empiricus in the following words: “But the chief ground of Skepticism is that to every reason there is an opposite reason equivalent, which makes us forbear to dogmatize.” The Skeptics were strongly opposed to the Dogmatists and were agnostic in that they held the accepted theories regarding Deity to be self-contradictory and undemonstrable. “How,” asked the Skeptic, “can we have indubitate knowledge of God, knowing not His substance, form or place; for, while philosophers disagree irreconcilably on these points, their conclusions cannot be considered as undoubtedly true?” Since absolute knowledge was considered unattainable, the Skeptics declared the end of their discipline to be: “In opinionatives, indisturbance; in impulsives, moderation; and in disquietives, suspension.”

The sect of the Stoics was founded by Zeno (340-265 B.C.), the Cittiean, who studied under Crates the Cynic, from which sect the Stoics had their origin. Zeno was succeeded by Cleanthes, Chrysippus, Zeno of Tarsis, Diogenes, Antipater, Panætius, and Posidonius. Most famous of the Roman Stoics are Epictetus and Marcus Aurelius. The Stoics were essentially pantheists, since they maintained that as there is nothing better than the world, the world is God. Zeno declared that the reason of the world is diffused throughout it as seed. Stoicism is a materialistic philosophy, enjoining voluntary resignation to natural law. Chrysippus maintained that good and evil being contrary, both are necessary since each sustains the other. The soul was regarded as a body distributed throughout the physical form and subject to dissolution with it. Though some of the Stoics held that wisdom prolonged the existence of the soul, actual immortality is not included in their tenets. The soul was said to be composed of eight parts: the five senses, the generative power, the vocal power, and an eighth, or hegemonic, part. Nature was defined as God mixed throughout the substance of the world. All things were looked upon as bodies either corporeal or incorporeal.

Meekness marked the attitude of the Stoic philosopher. While Diogenes was delivering a discourse against anger, one of his listeners spat contemptuously in his face. Receiving the insult with humility, the great Stoic was moved to retort: “I am not angry, but am in doubt whether I ought to be so or not!”

Epicurus of Samos (341-270 B.C.) was the founder of the Epicurean sect, which in many respects resembles the Cyrenaic but is higher in its ethical standards. The Epicureans also posited pleasure as the most desirable state, but conceived it to be a grave and dignified state achieved through renunciation of those mental and emotional inconstancies which are productive of pain and sorrow. Epicurus held that as the pains of the mind and soul are more grievous than those of the body, so the joys of the mind and soul exceed those of the body. The Cyrenaics asserted pleasure to be dependent upon action or motion; the Epicureans claimed rest or lack of action to be equally productive of pleasure. Epicurus accepted the philosophy of Democritus concerning the nature of atoms and based his physics upon this theory. The Epicurean philosophy may be summed up in four canons:

“(1) Sense is never deceived; and therefore every sensation and every perception of an appearance is true. (2) Opinion follows upon sense and is superadded to sensation, and capable of truth or falsehood, (3) All opinion attested, or not contradicted by the evidence of sense, is true. (4) An opinion contradicted, or not attested by the evidence of sense, is false.” Among the Epicureans of note were Metrodorus of Lampsacus, Zeno of Sidon, and Phædrus.

Eclecticism may be defined as the practice of choosing apparently irreconcilable doctrines from antagonistic schools and constructing therefrom a composite philosophic system in harmony with the convictions of the eclectic himself. Eclecticism can scarcely be considered philosophically or logically sound, for as individual schools arrive at their conclusions by different methods of reasoning, so the philosophic product of fragments from these schools must necessarily be built upon the foundation of conflicting premises. Eclecticism, accordingly, has been designated the layman’s cult. In the Roman Empire little thought was devoted to philosophic theory; consequently most of its thinkers were of the eclectic type. Cicero is the outstanding example of early Eclecticism, for his writings are a veritable potpourri of invaluable fragments from earlier schools of thought. Eclecticism appears to have had its inception at the moment when men first doubted the possibility of discovering ultimate truth. Observing all so-called knowledge to be mere opinion at best, the less studious furthermore concluded that the wiser course to pursue was to accept that which appeared to be the most reasonable of the teachings of any school or individual. From this practice, however, arose a pseudo-broadmindedness devoid of the element of preciseness found in true logic and philosophy.

The Neo-Pythagorean school flourished in Alexandria during the first century of the Christian Era. Only two names stand out in connection with it–Apollonius of Tyana and Moderatus of Gades. Neo-Pythagoreanism is a link between the older pagan philosophies and Neo-Platonism. Like the former, it contained many exact elements of thought derived from Pythagoras and Plato; like the latter, it emphasized metaphysical speculation and ascetic habits. A striking similarity has been observed by several authors between Neo-Pythagoreanism and the doctrines of the Essenes. Special emphasis was laid upon the mystery of numbers, and it is possible that the Neo-Pythagoreans had a far wider knowledge of the true teachings of Pythagoras than is available today. Even in the first century Pythagoras was regarded more as a god than a man, and the revival of his philosophy was resorted to apparently in the hope that his name would stimulate interest in the deeper systems of learning. But Greek philosophy had passed the zenith of its splendor; the mass of humanity was awakening to the importance of physical life and physical phenomena. The emphasis upon earthly affairs which began to assert itself later reached maturity of expression in twentieth century materialism and commercialism,



ÆNEAS AT THE GATE OF HELL.

From Virgil’s Æneid. (Dryden’s translation.)

Virgil describes part of the ritual of a Greek Mystery–possibly the Eleusinian–in his account of the descent of Æneas, to the gate of hell under the guidance of the Sibyl. Of that part of the ritual portrayed above the immortal poet writes:

“Full in the midst of this infernal Road,
An Elm displays her dusky Arms abroad;
The God of Sleep there hides his heavy Head
And empty Dreams on ev’ry Leaf are spread.
Of various Forms, unnumber’d Specters more;
Centaurs, and double Shapes, besiege the Door:
Before the Passage horrid Hydra stands,
And Briareus with all his hundred Hands:
Gorgons, Geryon with his triple Frame;
And vain Chimæra vomits empty Flame.
The Chief unsheath’d his shining Steel, prepar’d,
Tho seiz’d with sudden Fear, to force the Guard.
Off’ring his brandish’d Weapon at their Face,
Had not the Sibyl stop’d his eager Pace,
And told him what those empty Phantoms were;
Forms without Bodies, and impassive Air.”

p. 17

even though Neo-Platonism was to intervene and many centuries pass before this emphasis took definite form.

Although Ammonius Saccus was long believed to be the founder of Neo-Platonism, the school had its true beginning in Plotinus (A.D. 204-269?). Prominent among the Neo-Platonists of Alexandria, Syria, Rome, and Athens were Porphyry, Iamblichus, Sallustius, the Emperor Julian, Plutarch, and Proclus. Neo-Platonism was the supreme effort of decadent pagandom to publish and thus preserve for posterity its secret (or unwritten) doctrine. In its teachings ancient idealism found its most perfect expression. Neo-Platonism was concerned almost exclusively with the problems of higher metaphysics. It recognized the existence of a secret and all-important doctrine which from the time of the earliest civilizations had been concealed within the rituals, symbols, and allegories of religions and philosophies. To the mind unacquainted with its fundamental tenets, Neo-Platonism may appear to be a mass of speculations interspersed with extravagant flights of fancy. Such a viewpoint, however, ignores the institutions of the Mysteries–those secret schools into whose profundities of idealism nearly all of the first philosophers of antiquity were initiated.

When the physical body of pagan thought collapsed, an attempt was made to resurrect the form by instilling new life into it by the unveiling of its mystical truths. This effort apparently was barren of results. Despite the antagonism, however, between pristine Christianity and Neo-Platonism many basic tenets of the latter were accepted by the former and woven into the fabric of Patristic philosophy. Briefly described, Neo-Platonism is a philosophic code which conceives every physical or concrete body of doctrine to be merely the shell of a spiritual verity which may be discovered through meditation and certain exercises of a mystic nature. In comparison to the esoteric spiritual truths which they contain, the corporeal bodies of religion and philosophy were considered relatively of little value. Likewise, no emphasis was placed upon the material sciences.

The term Patristic is employed to designate the philosophy of the Fathers of the early Christian Church. Patristic philosophy is divided into two general epochs: ante-Nicene and post-Nicene. The ante-Nicene period in the main was devoted to attacks upon paganism and to apologies and defenses of Christianity. The entire structure of pagan philosophy was assailed and the dictates of faith elevated above those of reason. In some instances efforts were made to reconcile the evident truths of paganism with Christian revelation. Eminent among the ante-Nicene Fathers were St. Irenæus, Clement of Alexandria, and Justin Martyr. In the post-Nicene period more emphasis was placed upon the unfoldment of Christian philosophy along Platonic and Neo-Platonic lines, resulting in the appearance of many strange documents of a lengthy, rambling, and ambiguous nature, nearly all of which were philosophically unsound. The post-Nicene philosophers included Athanasius, Gregory of Nyssa, and Cyril of Alexandria. The Patristic school is notable for its emphasis upon the supremacy of man throughout the universe. Man was conceived to be a separate and divine creation–the crowning achievement of Deity and an exception to the suzerainty of natural law. To the Patristics it was inconceivable that there should ever exist another creature so noble, so fortunate, or so able as man, for whose sole benefit and edification all the kingdoms of Nature were primarily created.

Patristic philosophy culminated in Augustinianism, which may best be defined as Christian Platonism. Opposing the Pelasgian doctrine that man is the author of his own salvation, Augustinianism elevated the church and its dogmas to a position of absolute infallibility–a position which it successfully maintained until the Reformation. Gnosticism, a system of emanationism, interpreting Christianity in terms of Greek, Egyptian, and Persian metaphysics, appeared in the latter part of the first century of the Christian Era. Practically all the information extant regarding the Gnostics and their doctrines, stigmatized as heresy by the ante-Nicene Church Fathers, is derived from the accusations made against them, particularly from the writings of St. Irenæus. In the third century appeared Manichæism, a dualistic system of Persian origin, which taught that Good and Evil were forever contending for universal supremacy. In Manichæism, Christ is conceived to be the Principle of redeeming Good in contradistinction to the man Jesus, who was viewed as an evil personality.

The death of Boethius in the sixth century marked the close of the ancient Greek school of philosophy. The ninth century saw the rise of the new school of Scholasticism, which sought to reconcile philosophy with theology. Representative of the main divisions of the Scholastic school were the Eclecticism of John of Salisbury, the Mysticism of Bernard of Clairvaux and St. Bonaventura, the Rationalism of Peter Abelard, and the pantheistic Mysticism of Meister Eckhart. Among the Arabian Aristotelians were Avicenna and Averroes. The zenith of Scholasticism was reached with the advent of Albertus Magnus and his illustrious disciple, St. Thomas Aquinas. Thomism (the philosophy of St. Thomas Aquinas, sometimes referred to as the Christian Aristotle) sought to reconcile the various factions of the Scholastic school. Thomism was basically Aristotelian with the added concept that faith is a projection of reason.

Scotism, or the doctrine of Voluntarism promulgated by Joannes Duns Scotus, a Franciscan Scholastic, emphasized the power and efficacy of the individual will, as opposed to Thomism. The outstanding characteristic of Scholasticism was its frantic effort to cast all European thought in an Aristotelian mold. Eventually the Schoolmen descended to the level of mere wordmongers who picked the words of Aristotle so clean that nothing but the bones remained. It was this decadent school of meaningless verbiage against which Sir Francis Bacon directed his bitter shafts of irony and which he relegated to the potter’s field of discarded notions.

The Baconian, or inductive, system of reasoning (whereby facts are arrived at by a process of observation and verified by experimentation) cleared the way for the schools of modern science. Bacon was followed by Thomas Hobbes (for some time his secretary), who held mathematics to be the only exact science and thought to be essentially a mathematical process. Hobbes declared matter to be the only reality, and scientific investigation to be limited to the study of bodies, the phenomena relative to their probable causes, and the consequences which flow from them under every variety of circumstance. Hobbes laid special stress upon the significance of words, declaring understanding to be the faculty of perceiving the relationship between words and the objects for which they stand.

Having broken away from the scholastic and theological schools, Post-Reformation, or modern, philosophy experienced a most prolific growth along many diverse lines. According to Humanism, man is the measure of all things; Rationalism makes the reasoning faculties the basis of all knowledge; Political Philosophy holds that man must comprehend his natural, social, and national privileges; Empiricism declares that alone to be true which is demonstrable by experiment or experience; Moralism emphasizes the necessity of right conduct as a fundamental philosophic tenet; Idealism asserts the realities of the universe to be superphysical–either mental or psychical; Realism, the reverse; and Phenomenalism restricts knowledge to facts or events which can be scientifically described or explained. The most recent developments in the field of philosophic thought are Behaviorism and Neo-Realism. The former estimates the intrinsic characteristics through an analysis of behavior; the latter may be summed up as the total extinction of idealism.

Baruch de Spinoza, the eminent Dutch philosopher, conceived God to be a substance absolutely self-existent and needing no other conception besides itself to render it complete and intelligible. The nature of this Being was held by Spinoza to be comprehensible only through its attributes, which are extension and thought: these combine


THE PTOLEMAIC SCHEME OF THE UNIVERSE.

From an old print, courtesy of Carl Oscar Borg.

In ridiculing the geocentric system of astronomy expounded by Claudius Ptolemy, modem astronomers have overlooked the philosophic key to the Ptolemaic system. The universe of Ptolemy is a diagrammatic representation of the relationships existing between the various divine and elemental parts of every creature, and is not concerned with astronomy as that science is now comprehended. In the above figure, special attention is called to the three circles of zodiacs surrounding the orbits of the planets. These zodiacs represent the threefold spiritual constitution of the universe. The orbits of the planets are the Governors of the World and the four elemental spheres in the center represent the physical constitution of both man and the universe, Ptolemy’s scheme of the universe is simply a cross section of the universal aura, the planets and elements to which he refers having no relation to those recognized by modern astronomers.

p. 18

to form an endless variety of aspects or modes. The mind of man is one of the modes of infinite thought; the body of man one of the modes of infinite extension. Through reason man is enabled to elevate himself above the illusionary world of the senses and find eternal repose in perfect union with the Divine Essence. Spinoza, it has been said, deprived God of all personality, making Deity synonymous with the universe.

German philosophy had its inception with Gottfried Wilhelm von Leibnitz, whose theories are permeated with the qualities of optimism and idealism. Leibnitz’s criteria of sufficient reason revealed to him the insufficiency of Descartes’ theory of extension, and he therefore concluded that substance itself contained an inherent power in the form of an incalculable number of separate and all-sufficient units. Matter reduced to its ultimate particles ceases to exist as a substantial body, being resolved into a mass of immaterial ideas or metaphysical units of power, to which Leibnitz applied the term monad. Thus the universe is composed of an infinite number of separate monadic entities unfolding spontaneously through the objectification of innate active qualities. All things are conceived as consisting of single monads of varying magnitudes or of aggregations of these bodies, which may exist as physical, emotional, mental, or spiritual substances. God is the first and greatest Monad; the spirit of man is an awakened monad in contradistinction to the lower kingdoms whose governing monadic powers are in a semi-dormant state.

Though a product of the Leibnitzian-Wolfian school, Immanuel Kant, like Locke, dedicated himself to investigation of the powers and limits of human understanding. The result was his critical philosophy, embracing the critique of pure reason, the critique of practical reason, and the critique of judgment. Dr. W. J. Durant sums up Kant’s philosophy in the concise statement that he rescued mind from matter. The mind Kant conceived to be the selector and coordinator of all perceptions, which in turn are the result of sensations grouping themselves about some external object. In the classification of sensations and ideas the mind employs certain categories: of sense, time and space; of understanding, quality, relation, modality, and causation; and the unity of apperception. Being subject to mathematical laws, time and space are considered absolute and sufficient bases for exact thinking. Kant’s practical reason declared that while the nature of noumenon could never be comprehended by the reason, the fact of morality proves the existence of three necessary postulates: free will, immortality, and God. In the critique of judgment Kant demonstrates the union of the noumenon and the phenomenon in art and biological evolution. German superintellectualism is the outgrowth of an overemphasis of Kant’s theory of the autocratic supremacy of the mind over sensation and thought. The philosophy of Johann Gottlieb Fichte was a projection of Kant’s philosophy, wherein he attempted to unite Kant’s practical reason with his pure reason. Fichte held that the known is merely the contents of the consciousness of the knower, and that nothing can exist to the knower until it becomes part of those contents. Nothing is actually real, therefore, except the facts of one’s own mental experience.

Recognizing the necessity of certain objective realities, Friedrich Wilhelm Joseph von Schelling, who succeeded Fichte in the chair of philosophy at Jena, first employed the doctrine of identity as the groundwork for a complete system of philosophy. Whereas Fichte regarded self as the Absolute, von Schelling conceived infinite and eternal Mind to be the all-pervading Cause. Realization of the Absolute is made possible by intellectual intuition which, being a superior or spiritual sense, is able to dissociate itself from both subject and object. Kant’s categories of space and time von Schelling conceived to be positive and negative respectively, and material existence the result of the reciprocal action of these two expressions. Von Schelling also held that the Absolute in its process of self-development proceeds according to a law or rhythm consisting of three movements. The first, a reflective movement, is the attempt of the Infinite to embody itself in the finite. The second, that of subsumption, is the attempt of the Absolute to return to the Infinite after involvement in the finite. The third, that of reason, is the neutral point wherein the two former movements are blended.

Georg Wilhelm Friedrich Hegel considered the intellectual intuition of von Schelling to be philosophically unsound and hence turned his attention to the establishment of a system of philosophy based upon pure logic. Of Hegel it has been said that he began with nothing and showed with logical precision how everything had proceeded from it in logical order. Hegel elevated logic to a position of supreme importance, in fact as a quality of the Absolute itself. God he conceived to be a process of unfolding which never attains to the condition of unfoldment. In like manner, thought is without either beginning or end. Hegel further believed that all things owe their existence to their opposites and that all opposites are actually identical. Thus the only existence is the relationship of opposites to each other, through whose combinations new elements are produced. As the Divine Mind is an eternal process of thought never accomplished, Hegel assails the very foundation of theism and his philosophy limits immortality to the everflowing Deity alone. Evolution is consequently the never-ending flow of Divine Consciousness out of itself; all creation, though continually moving, never arrives at any state other than that of ceaseless flow.

Johann Friedrich Herbart’s philosophy was a realistic reaction from the idealism of Fichte and von Schelling. To Herbart the true basis of philosophy was the great mass of phenomena continually moving through the human mind. Examination of phenomena, however, demonstrates that a great part of it is unreal, at least incapable of supplying the mind with actual truth. To correct the false impressions caused by phenomena and discover reality, Herbart believed it necessary to resolve phenomena into separate elements, for reality exists in the elements and not in the whole. He stated that objects can be classified by three general terms: thing, matter, and mind; the first a unit of several properties, the second an existing object, the third a self-conscious being. All three notions give rise, however, to certain contradictions, with whose solution Herbart is primarily concerned. For example, consider matter. Though capable of filling space, if reduced to its ultimate state it consists of incomprehensibly minute units of divine energy occupying no physical space whatsoever.

The true subject of Arthur Schopenhauer’s philosophy is the will; the object of his philosophy is the elevation of the mind to the point where it is capable of controlling the will. Schopenhauer likens the will to a strong blind man who carries on his shoulders the intellect, which is a weak lame man possessing the power of sight. The will is the tireless cause of manifestation and every part of Nature the product of will. The brain is the product of the will to know; the hand the product of the will to grasp. The entire intellectual and emotional constitutions of man are subservient to the will and are largely concerned with the effort to justify the dictates of the will. Thus the mind creates elaborate systems of thought simply to prove the necessity of the thing willed. Genius, however, represents the state wherein the intellect has gained supremacy over the will and the life is ruled by reason and not by impulse. The strength of Christianity, said Schopenhauer, lay in its pessimism and conquest of individual will. His own religious viewpoints resembled closely the Buddhistic. To him Nirvana represented the subjugation of will. Life–the manifestation of the blind will to live–he viewed as a misfortune, claiming that the true philosopher was one who, recognizing the wisdom of death, resisted the inherent urge to reproduce his kind.



THE TREE OF CLASSICAL MYTHOLOGY.

From Hort’s The New Pantheon.

Before a proper appreciation of the deeper scientific aspects of Greek mythology is possible, it is necessary to organize the Greek pantheon and arrange its gods, goddesses, and various superhuman hierarchies in concatenated order. Proclus, the great Neo-Platonist, in his commentaries on the theology of Plato, gives an invaluable key to the sequence of the various deities in relation to the First Cause and the inferior powers emanating from themselves. When thus arranged, the divine hierarchies may be likened to the branches of a great tree. The roots of this tree are firmly imbedded in Unknowable Being. The trunk and larger branches of the tree symbolize the superior gods; the twigs and leaves, the innumerable existences dependent upon the first and unchanging Power.

p. 19

Of Friedrich Wilhelm Nietzsche it has been said that his peculiar contribution to the cause of human hope was the glad tidings that God had died of pity! The outstanding features of Nietzsche’s philosophy are his doctrine of eternal recurrence and the extreme emphasis placed by him upon the will to power–a projection of Schopenhauer’s will to live. Nietzsche believed the purpose of existence to be the production of a type of all-powerful individual, designated by him the superman. This superman was the product of careful culturing, for if not separated forcibly from the mass and consecrated to the production of power, the individual would sink back to the level of the deadly mediocre. Love, Nietzsche said, should be sacrificed to the production of the superman and those only should marry who are best fitted to produce this outstanding type. Nietzsche also believed in the rule of the aristocracy, both blood and breeding being essential to the establishment of this superior type. Nietzsche’s doctrine did not liberate the masses; it rather placed over them supermen for whom their inferior brothers and sisters should be perfectly reconciled to die. Ethically and politically, the superman was a law unto himself. To those who understand the true meaning of power to be virtue, self-control, and truth, the ideality behind Nietzsche’s theory is apparent. To the superficial, however, it is a philosophy heartless and calculating, concerned solely with the survival of the fittest.

Of the other German schools of philosophic thought, limitations of space preclude detailed mention. The more recent developments of the German school are Freudianism and Relativism (often called the Einstein theory). The former is a system of psychoanalysis through psychopathic and neurological phenomena; the latter attacks the accuracy of mechanical principles dependent upon the present theory of velocity.

René Descartes stands at the head of the French school of philosophy and shares with Sir Francis Bacon the honor of founding the systems of modern science and philosophy. As Bacon based his conclusions upon observation of external things, so Descartes founded his metaphysical philosophy upon observation of internal things. Cartesianism (the philosophy of Descartes) first eliminates all things and then replaces as fundamental those premises without which existence is impossible. Descartes defined an idea as that which fills the mind when we conceive a thing. The truth of an idea must be determined by the criteria of clarity and distinctness. Hence Descartes, held that a clear and distinct idea must be true. Descartes has the distinction also of evolving his own philosophy without recourse to authority. Consequently his conclusions are built up from the simplest of premises and grow in complexity as the structure of his philosophy takes form.

The Positive philosophy of Auguste Comte is based upon the theory that the human intellect develops through three stages of thought. The first and lowest stage is theological; the second, metaphysical; and the third and highest, positive. Thus theology and metaphysics are the feeble intellectual efforts of humanity’s child-mind and positivism is the mental expression of the adult intellect. In his Cours de Philosophie positive, Comte writes:

“In the final, the positive state, the mind has given over the vain search after Absolute notions, the origin and destination of the universe, and the causes of phenomena, and applies itself to the study of their laws,–that is, their invariable relations of succession and resemblance. Reasoning and observation, duly combined, are the means of this knowledge.” Comte’s theory is described as an “enormous system of materialism.” According to Comte, it was formerly said that the heavens declare the glory of God, but now they only recount the glory of Newton and Laplace.

Among the French schools of philosophy are Traditionalism (often applied to Christianity), which esteems tradition as the proper foundation for philosophy; the Sociological school, which regards humanity as one vast social organism; the Encyclopedists, whose efforts to classify knowledge according to the Baconian system revolutionized European thought; Voltairism, which assailed the divine origin of the Christian faith and adopted an attitude of extreme skepticism toward all matters pertaining to theology; and Neo-Criticism, a French revision of the doctrines of Immanuel Kant.

Henri Bergson, the intuitionalist, undoubtedly the greatest living French philosopher, presents a theory of mystic anti-intellectualism founded upon the premise of creative evolution, His rapid rise to popularity is due to his appeal to the finer sentiments in human nature, which rebel against the hopelessness and helplessness of materialistic science and realistic philosophy. Bergson sees God as life continually struggling against the limitations of matter. He even conceives the possible victory of life over matter, and in time the annihilation of death.

Applying the Baconian method to the mind, John Locke, the great English philosopher, declared that everything which passes through the mind is a legitimate object of mental philosophy, and that these mental phenomena are as real and valid as the objects of any other science. In his investigations of the origin of phenomena Locke departed from the Baconian requirement that it was first necessary to make a natural history of facts. The mind was regarded by Locke to be blank until experience is inscribed upon it. Thus the mind is built up of received impressions plus reflection. The soul Locke believed to be incapable of apprehension of Deity, and man’s realization or cognition of God to be merely an inference of the reasoning faculty. David Hume was the most enthusiastic and also the most powerful of the disciples of Locke.

Attacking Locke’s sensationalism, Bishop George Berkeley substituted for it a philosophy founded on Locke’s fundamental premises but which he developed as a system of idealism. Berkeley held that ideas are the real objects of knowledge. He declared it impossible to adduce proof that sensations are occasioned by material objects; he also attempted to prove that matter has no existence. Berkeleianism holds that the universe is permeated and governed by mind. Thus the belief in the existence of material objects is merely a mental condition, and the objects themselves may well be fabrications of the mind. At the same time Berkeley considered it worse than insanity to question the accuracy of the perceptions; for if the power of the perceptive faculties be questioned man is reduced to a creature incapable of knowing, estimating, or realizing anything whatsoever.

In the Associationalism of Hartley and Hume was advanced the theory that the association of ideas is the fundamental principle of psychology and the explanation for all mental phenomena. Hartley held that if a sensation be repeated several times there is a tendency towards its spontaneous repetition, which may be awakened by association with some other idea even though the object causing the original reaction be absent. The Utilitarianism of Jeremy Bentham, Archdeacon Paley, and James and John Stuart Mill declares that to be the greatest good which is the most useful to the greatest number. John Stuart Mill believed that if it is possible through sensation to secure knowledge of the properties of things, it is also possible through a higher state of the mind–that is, intuition or reason–to gain a knowledge of the true substance of things.

Darwinism is the doctrine of natural selection and physical evolution. It has been said of Charles Robert Darwin that he determined to banish spirit altogether from the universe and make the infinite and omnipresent Mind itself synonymous with the all-pervading powers of an impersonal Nature. Agnosticism and Neo-Hegelianism are also noteworthy products of this period of philosophic thought. The former is the belief that the nature of ultimates is unknowable; the latter an English and American revival of Hegel’s idealism.

Dr. W. J. Durant declares that Herbert Spencer’s Great Work, First Principles, made him almost at once the most famous philosopher of his time. Spencerianism is a philosophic positivism which describes evolution as an ever-increasing complexity with equilibrium as its highest possible state. According to Spencer, life is a continuous process from homogeneity to heterogeneity and back from heterogeneity to homogeneity. Life also involves the continual adjustment of internal relations to external relations. Most famous of all Spencer’s aphorisms is his definition of Deity: “God is infinite intelligence, infinitely diversified through infinite time and infinite space, manifesting through an infinitude of ever-evolving individualities.” The universality of the law of evolution was emphasized by Spencer, who applied it not only to the form but also to the intelligence behind the form. In every manifestation of being he recognized the fundamental tendency of unfoldment from simplicity to complexity, observing that when the point of equilibrium is reached it is



A CHRISTIAN TRINITY.

From Hone’s Ancient Mysteries Described.

In an effort to set forth in an appropriate figure the Christian doctrine of the Trinity, it was necessary to devise an image in which the three persons–Father, Son, and Holy Ghost–were separate and yet one. In different parts of Europe may be seen figures similar to the above, wherein three faces are united in one head. This is a legitimate method of for to those able to realize the sacred significance of the threefold head a great mystery is revealed. However, in the presence of such applications of symbology in Christian art, it is scarcely proper to consider the philosophers of other faiths as benighted if, like the Hindus, they have a three-faced Brahma, or, like the Romans, a two-faced Janus.

p. 20

always followed by the process of dissolution. According to Spencer, however, disintegration took place only that reintegration might follow upon a higher level of being.

The chief position in the Italian school of philosophy should be awarded to Giordano Bruno, who, after enthusiastically accepting Copernicus’ theory that the sun is the center of the solar system, declared the sun to be a star and all the stars to be suns. In Bruno’s time the earth was regarded as the center of all creation. Consequently when he thus relegated the world and man to an obscure corner in space the effect was cataclysmic. For the heresy of affirming a multiplicity of universes and conceiving Cosmos to be so vast that no single creed could fill it, Bruno paid the forfeit of his life.

Vicoism is a philosophy based upon the conclusions of Giovanni Battista Vico, who held that God controls His world not miraculously but through natural law. The laws by which men rule themselves, Vico declared, issue from a spiritual source within mankind which is en rapport with the law of the Deity. Hence material law is of divine origin and reflects the dictates of the Spiritual Father. The philosophy of Ontologism developed by Vincenzo Gioberti (generally considered more as a theologian than a philosopher) posits God as the only being and the origin of all knowledge, knowledge being identical with Deity itself. God is consequently called Being; all other manifestations are existences. Truth is to be discovered through reflection upon this mystery.

The most important of modern Italian philosophers is Benedetto Croce, a Hegelian idealist. Croce conceives ideas to be the only reality. He is anti-theological in his viewpoints, does not believe in the immortality of the soul, and seeks to substitute ethics and aesthetics for religion. Among other branches of Italian philosophy should be mentioned Sensism (Sensationalism), which posits the sense perceptions as the sole channels for the reception of knowledge; Criticism, or the philosophy of accurate judgment; and Neo-Scholasticism, which is a revival of Thomism encouraged by the Roman Catholic Church.

The two outstanding schools of American philosophy are Transcendentalism and Pragmatism. Transcendentalism, exemplified in the writings of Ralph Waldo Emerson, emphasizes the power of the transcendental over the physical. Many of Emerson’s writings show pronounced Oriental influence, particularly his essays on the Oversoul and the Law of Compensation. The theory of Pragmatism, while not original with Professor William James, owes its widespread popularity as a philosophic tenet to his efforts. Pragmatism may be defined as the doctrine that the meaning and nature of things are to be discovered from consideration of their consequences. The true, according to James, “is only an expedient in the way of our thinking, just as ‘the right’ is only an expedient in the way of our behaving.” (See his Pragmatism.) John Dewey, the Instrumentalist, who applies the experimental attitude to all the aims of life, should be considered a commentator of James. To Dewey, growth and change are limitless and no ultimates are postulated. The long residence in America of George Santayana warrants the listing of this great Spaniard among the ranks of American philosophers. Defending himself with the shield of skepticism alike from the illusions of the senses and the cumulative errors of the ages, Santayana seeks to lead mankind into a more apprehending state denominated by him the life of reason.

(In addition to the authorities already quoted, in the preparation of the foregoing abstract of the main branches of philosophic thought the present writer has had recourse to Stanley’s History of Philosophy; Morell’s An Historical and Critical View of the Speculative Philosophy of Europe in the Nineteenth Century; Singer’s Modern Thinkers and Present Problems; Rand’s Modern Classical Philosophers; Windelband’s History of Philosophy; Perry’s Present Philosophical Tendencies; Hamilton’s Lectures on Metaphysics and Logic; and Durant’s The Story of Philosophy.)

Having thus traced the more or less sequential development of philosophic speculation from Thales to James and Bergson, it is now in order to direct the reader’s attention to the elements leading to and the circumstances attendant upon the genesis of philosophic thinking. Although the Hellenes proved themselves peculiarly responsive to the disciplines of philosophy, this science of sciences should not be considered indigenous to them. “Although some of the Grecians,” writes Thomas Stanley, “have challenged to their nation the original of philosophy, yet the more learned of them have acknowledged it [to be] derived from the East.” The magnificent institutions of Hindu, Chaldean, and Egyptian learning must be recognized as the actual source of Greek wisdom. The last was patterned after the shadow cast by the sanctuaries of Ellora, Ur, and Memphis upon the thought substance of a primitive people. Thales, Pythagoras, and Plato in their philosophic wanderings contacted many distant cults and brought back the lore of Egypt and the inscrutable Orient.

From indisputable facts such as these it is evident that philosophy emerged from the religious Mysteries of antiquity, not being separated from religion until after the decay of the Mysteries. Hence he who would fathom the depths of philosophic thought must familiarize himself with the teachings of those initiated priests designated as the first custodians of divine revelation. The Mysteries claimed to be the guardians of a transcendental knowledge so profound as to be incomprehensible save to the most exalted intellect and so potent as to be revealed with safety only to those in whom personal ambition was dead and who had consecrated their lives to the unselfish service of humanity. Both the dignity of these sacred institutions and the validity of their claim to possession of Universal Wisdom are attested by the most illustrious philosophers of antiquity, who were themselves initiated into the profundities of the secret doctrine and who bore witness to its efficacy.

The question may legitimately be propounded: If these ancient mystical institutions were of such “great pith and moment,” why is so little information now available concerning them and the arcana they claimed to possess? The answer is simple enough: The Mysteries were secret societies, binding their initiates to inviolable secrecy, and avenging with death the betrayal of their sacred trusts. Although these schools were the true inspiration of the various doctrines promulgated by the ancient philosophers, the fountainhead of those doctrines was never revealed to the profane. Furthermore, in the lapse of time the teachings became so inextricably linked with the names of their disseminators that the actual but recondite source–the Mysteries–came to be wholly ignored.

Symbolism is the language of the Mysteries; in fact it is the language not only of mysticism and philosophy but of all Nature, for every law and power active in universal procedure is manifested to the limited sense perceptions of man through the medium of symbol. Every form existing in the diversified sphere of being is symbolic of the divine activity by which it is produced. By symbols men have ever sought to communicate to each other those thoughts which transcend the limitations of language. Rejecting man-conceived dialects as inadequate and unworthy to perpetuate divine ideas, the Mysteries thus chose symbolism as a far more ingenious and ideal method of preserving their transcendental knowledge. In a single figure a symbol may both reveal and conceal, for to the wise the subject of the symbol is obvious, while to the ignorant the figure remains inscrutable. Hence, he who seeks to unveil the secret doctrine of antiquity must search for that doctrine not upon the open pages of books which might fall into the hands of the unworthy but in the place where it was originally concealed.

Far-sighted were the initiates of antiquity. They realized that nations come and go, that empires rise and fall, and that the golden ages of art, science, and idealism are succeeded by the dark ages of superstition. With the needs of posterity foremost in mind, the sages of old went to inconceivable extremes to make certain that their knowledge should be preserved. They engraved it upon the face of mountains and concealed it within the measurements of colossal images, each of which was a geometric marvel. Their knowledge of chemistry and mathematics they hid within mythologies which the ignorant would perpetuate, or in the spans and arches of their temples which time has not entirely obliterated. They wrote in characters that neither the vandalism of men nor the ruthlessness of the elements could completely efface, Today men gaze with awe and reverence upon the mighty Memnons standing alone on the sands of Egypt, or upon the strange terraced pyramids of Palanque. Mute testimonies these are of the lost arts and sciences of antiquity; and concealed this wisdom must remain until this race has learned to read the universal language–SYMBOLISM.

The book to which this is the introduction is dedicated to the proposition that concealed within the emblematic figures, allegories, and rituals of the ancients is a secret doctrine concerning the inner mysteries of life, which doctrine has been preserved in toto among a small band of initiated minds since the beginning of the world. Departing, these illumined philosophers left their formulæ that others, too, might attain to understanding. But, lest these secret processes fall into uncultured hands and be perverted, the Great Arcanum was always concealed in symbol or allegory; and those who can today discover its lost keys may open with them a treasure house of philosophic, scientific, and religious truths.


THE ORPHIC EGG.


THE ORPHIC EGG.

From Bryant’s An Analysis of Ancient Mythology.

The ancient symbol of the Orphic Mysteries was the serpent-entwined egg, which signified Cosmos as encircled by the fiery Creative Spirit. The egg also represents the soul of the philosopher; the serpent, the Mysteries. At the time of initiation the shell is broke. and man emerges from the embryonic state of physical existence wherein he had remained through the fetal period of philosophic regeneration.

(TO BE CONTINUED)

by Manly P. Hall

AN FRANCISCO
PRINTED FOR MANLY P. HALL
BY H.S. CROCKER COMPANY, INCORPORATED
MCMXXVIII [1928]
Posted in PHILOSOPHICAL THEMES | Tagged , , , , , | Leave a comment

ΗΜΑΤΙ ΤΩιΔΕ ΠΛΑΤΩΝΑ ΘΕΟΙ ΔΟΣΑΝ ΑΝΘΡΩΠΟΙΣΙΝ

«και Αθηναίοι δε την γενεθλιακήν αυτού ημέραν επιτελούντες επάδοντες φάσκουσιν· ήματι τωδε Πλάτωνα θεοί δόσαν ανθρώποισιν( Και οι Αθηναίοι κατά την ημέρα των γενεθλίων του, γιορτάζοντας τραγουδούσαν : «Την ημέρα αυτή οι θεοί έδωσαν τον Πλάτωνα στους ανθρώπους») 
Επ’ευκαιρία της 7ης Θαργηλιώνος, η οποία συμπίπτει με την 21η Μαίουτου συγχρόνου ημερολογίου, θα προσπαθήσουμε να κάνουμε μια πολύ σύντομη αναφορά στον Πλάτωνα, εστιάζοντας σε σημεία τα οποία λίγο-πολύ είναι άγνωστα. Για μια πλήρη βιογραφία του Πλάτωνα, μπορούμε να ανατρέξουμε σε οποιοδήποτε σχετικό βιβλίο. 
Η 7η Θαργηλιώνος είναι μια πολύ μεγάλη εορτή, μιας και την ημέρα αυτή εορτάζοντο τα γενέθλια του Απόλλωνος (αρχίζει η κυριαρχία του θεούΑπόλλωνα στον ζωδιακό με αποκορύφωση το θερινό ηλιοστάσιο στις 21 Ιουνίου ) και την ίδια ημέρα εορτάζοντο και τα γενέθλια του Πλάτωνα
Παράλληλα η 6η Θαργηλιώνος ήταν εορτή της Αρτέμιδος και την ίδια ημέρα εορτάζοντο τα γενέθλια του Σωκράτη( εγενήθη γαρ εν τη ζ’ του Θαργηλιώνος μηνός, εν η εορτήν επιτελούσι οι Δήλιοι του Απόλλωνος. Εν δε τη έκτη τούτου του μηνός ετέχθη Σωκράτης, εν η γενεθλιακήν εορτήν Αρτέμιδος επιτέλουν. Δηλοί δε τούτο το προύχον εν τω Σωκράτει κατά τε χρόνον και λόγον) 
Αρτεμις εθεωρείτο και έφορος των γεννήσεων, μαία , ήταν δε προστατιδα των τοκετών. Το ίδιο και ο Σωκράτης που εξασκούσε την«μαιευτική» τέχνη. 
Η Αρτεμις βοηθούσε τις γυναίκες να γεννήσουν υγιή μωρά και οΣωκράτης, όπως αναφέρει στον Θεαίτητο, βοηθά τις ψυχές να γεννήσουν υγιείς ιδέες, μέσω της μαιευτικής. 
Ο Πλάτων είχε ιδιαίτερη σχέση με τον Απόλλωνα,όπως και ο Σωκράτης. Ο μύθος λέει ότι όταν η μητέρα του ήταν έγκυος σε εκείνον, ο Απόλλωνεμφανίσθηκε στον πατέρα του σε όνειρο, προστάζοντας να αποφύγει να συνευρίσκεται μαζί της, έως ότου γεννηθεί το παιδί που κυοφορούσε. ( Περί δε τον τόκον είδεν όνειρον ο τούτου πατήρ, έτι εν γαστρί εχούσης αυτόν της μητρός, μη συγγενέσθαι αυτή άχρις αν αποτέκη. Τούτο δε εσήμανεν ως ου δι’ηδονήν δει την συνουσίαν αιρείσθαι, αλλά δια παιδοποιίαν και μόνην, και ως το τεχθησόμενον καθαρόν τεχθείη, μηδένα σπίλον προσειληφός από της εξ’υστέρου δι’αισχρότητα συνουσίας. ) 
Το όνομα που του εδώθη ήταν Αριστοκλής, όπως και του παππού του. Αργότερα εκλήθη Πλάτων λόγω του πλατιού μετώπου ή του πλατιού στήθους του, ή και κατά κάποιους άλλους για τον ευρύ χαρακτήρα του. ( πρότερον Αριστοκλής λεγόμενος τω του πάππου ονόματι· εκλήθη δε ούτως δια το δύο μόρια του σώματος έχειν πλατύτατα, το τε στέρνον και το μέτωπον, ως δηλούσι πανταχού αι ανακείμεναι αυτού εικόνες ούτω φαινόμεναι. Άλλοι δε φασί μη δια τούτο μετονομασθήναι αυτόν, αλλά δια το πλατύ και κεχυμένον και αναπεπταμένον του ανειμένου χαρακτήρος ) 
Όμως, είναι πιθανόν το όνομα Πλάτων να ήταν και το αρχικό του όνομα, μιας και το όνομα Πλάτων ήταν σύνηθες την εποχή εκείνη και ο ίδιος το χρησιμοποιεί σε κάποιους από τους διαλόγους του. ( Απολογία Σωκράτους, Φαίδων) 
Όταν ο Πλάτων ήταν μωρό, η μητέρα του τον πήγε στον Υμηττό, για να θυσιάσουν στον Απόλλωνα και στις Νύμφες. Η μητέρα του κάθησε να ξεκουραστεί. Τότε ήλθαν μέλισσες και άφησαν μέλι πάνω στα χείλια του, πράγμα που θεωρήθηκε χρησμός για την γλυκύτητα των λόγων του( αλλά και η μήτηρ αυτού μετά τον τόκον λαβούσα αυτόν ανήγαγεν εν τω Υμηττώ όρει, θύσαι βουλομένη Απόλλωνι τε νομίω και Νύμφαις. Και εν τούτω καταθεμένη αυτόν εύρεν αυτόν υποστρέψασα πεπληρωμένον έχοντα το στόμα μέλιτος· ελθούσαι γαρ μέλιτται τούτο πεποιήκεσαν προμηνύουσαι ότι τα εξ αυτού μέλλοντα ρεύσαι μέλιστος έσται γλυκύτερα κατά τον ποιητήν) 
Ελαβε όλη την εκπαίδευση της εποχής, υπηρέτησε δε στον στρατό και έλαβε μέρος στις εκστρατείες της Τανάγρας, της Κορίνθου και του Δηλίου, όπου και του απενεμήθη βραβείο, η στρατιωτική του ανδρεία δε ήταν εφάμιλλη του Σωκράτη. ( και αυτόν φησίν Αριστόξενος τρις εστρατεύσθαι, άπαξ μεν εις Τανάγραν, δεύτερον εις Κόρινθον, τρίτον επί Δηλίω· ένθα και αριστεύσαι ) 
Πριν την ενασχόληση του με την φιλοσοφία, έγραφε ποίησητραγωδία,διθυράμβους και κωμωδίες. Εσκόπευε να σταδιοδρομήσει σαν τραγωδός, όμως ο Σωκράτης τον έπεισε όταν ήταν είκοσι ετών για την ανωτερότητα της φιλοσοφίας έναντι της ποίησης, διαβλέποντας την λαμπρή του πορεία. ( και ταύτα μεν αυτώ διεπράττετο άχρις ετών είκοσι, μετά δε τούτο εφοίτησε Σωκράτει και δέκα έτη παρ’αυτώ εποίησεν, ηθικήν φιλοσοφίαν εκμαθείν βουλόμενος. Ευρηκώς δε τον Σωκράτη επαναβεβηκότα των άλλων, φασί, πυρί μέλλων παραδιδόναι τα προ τούτου πονηθέντα αυτώ είπεν τούτο το έπος· ‘Ηφαιστε, πρόμολ’ώδε, Πλάτων ωυ τι σείο χατίζει. ) 
Την προηγούμενη νύχτα της γνωριμίας του με τον Πλάτωνα, ο Σωκράτηςείδε ένα όνειρο στο οποίο ένας μικρός άπτερος κύκνος ήλθε στην αγκαλιά του. Αμέσως έβγαλε φτερά και πέταξε στον ουρανό, τραγουδώντας μια πολύ ευχάριστη μελωδία. Όταν ο Σωκράτης συνάντησε τον Πλάτωνα την επόμενη ημέρα, θυμήθηκε το όνειρο και ανάφερε στους παρευρισκόμενους ότι ο κύκνος στο όνειρο του ήταν ο Πλάτων. Όπως ο μικρός κύκνος, o Πλάτων ήταν νέος και ανεκπαίδευτος όταν παρουσιάσθηκε στον Σωκράτη, αλλά με την διδασκαλία που θα παρακολουθούσε, ο Πλάτων θα πέταγε ψηλά μόνος του. ( Θείος δε ήν ο Πλάτων και Απολλωνιακός. Και ότι μεν θείος ήν, δήλον εκ τε εαυτού κακ των ονειράτων· εξ ευατού μεν, ότι ομόδουλον εαυτόν εκάλει τοις κύκνοις, εκ των ονειράτων δε ούτως. Σωκράτης ο τούτου διδάσκαλος προ μιας του μέλλειν αυτόν φοιτάν αυτώ είδεν όναρ ότι κύκνος άπτερος ήλθεν εν τοις κόλποις αυτού, είτα πτεροφυήσας ανέπτη κλάγξας μέγα τε αυτώ και λιγυρόν, ως απάντας ελείν τους ακούσαντας· εδήλου δε τούτο ως φοιτήσει μεν αυτώ ατελής ο Πλάτων, γενήσεται δε τέλεος και ούτως διαπρέψει εν τοις δόγμασιν ) 
Ο κύκνος ήταν ιερό πουλί του Απόλλωνα, και ο Σωκράτης έλεγε χαρακτηριστικά για αυτό : «Και καθώς φαίνεται σας δίνω την εντύπωση ότι στην μαντική τέχνη είμαι κατώτερος από τους κύκνους, που όταν αισθάνονται ότι θα πεθάνουν, αυτοί που και πριν τραγουδούσαν, τραγουδούν τότε πιο πολύ και πιο ωραία από τότε, επειδή είναι χαρούμενοι που θα φύγουν κοντά στον θεό του οποίου είναι θεράποντες
Οι άνθρωποι όμως, εξαιτίας του τρόμου που νοιώθουν για τον θάνατο, αραδιάζουν ένα σωρό ψέμματα ακόμα και για τους κύκνους και λένε ότι θρηνούν για τον θάνατο και τραγουδούν από την θλίψη τους, χωρίς να αναλογίζονται ότι κανένα πτηνό δεν τραγουδάει όταν πεινάει ή τουρτουρίζει ή υποφέρει άλλη κακουχία, ούτε το αηδόνι ούτε το χελιδόνι ούτε ο τσαλαπετεινός, αυτά δηλαδή που εξαιτίας της λύπης τραγουδούν θρηνητικά. 
Ούτε όμως αυτά μου φαίνεται να τραγουδούν επειδή λυπούνται, ούτε οι κύκνοι, αλλά επειδή φαντάζομαι, πουλιά του Απόλλωνα καθώς είναι, έχουν το χάρισμα της μαντικής και, προβλέποντας τα αγαθά στον Αδη, τραγουδούν και χαίρονται ξεχωριστά εκείνη την ημέρα όσο καμμιά άλλη στην προηγούμενη ζωή τους. Και εγώ ο ίδιος ωστόσο θεωρώ ότι είμαι συνυπηρέτης με τους κύκνους και αφιερωμένος στον ίδιο θεό και ότι δεν κατέχω από τον κύριο μας την τέχνη της μαντικής λιγότερο από εκείνους ούτε ότι θα αποχωριστώ την ζωή με μεγαλύτερη δυσθυμία από ότι εκείνοι» 
O ίδιος ο Πλάτων λίγο πριν τον θάνατο του είδε ένα όνειρο ότι ήταν έναςκύκνος που πέταγε από δένδρο σε δένδρο αποφεύγοντας τους κυνηγούς που προσπαθούσαν να τον πιάσουν. Ο Σιμμίας αποσυμβόλισε τουςκυνηγούς με αυτούς που προσπαθούν να καταλάβουν την διδασκαλία του και αποτυγχάνουν. ( και αυτός δ’ο Πλάτων είδεν εαυτόν εν τω μέλλειν τελευτάν κύκνον γενόμενον και μεταπηδώντα από δένδρου επί δένδρον και πολλά παρέχοντα τοις ορνιθοθήραις πράγματα, μη δυναμένων ελείν αυτόν. Τούτου δε του ενυπνίου ακούσας Σιμμίας ο Σωκρατικός έφησεν πάντας ανθρώπους σπουδάσαι καταλαβείν την του Πλάτωνος διάνοιαν, μηδένα δε δυνήσεσθαι, αλλ΄έκαστον προς το δοκούν αυτώ την εξήγησιν ποιείσθαι, είτε θεολογήσαι είτε φυσιολογήσαι είτε άλλο τι έλοιτο. Ταυτόν γαρ εκάτερος, Ομηρος τε και Πλάτων πεπόνθασιν) 
Μετά τον θάνατο του Σωκράτη, εγκατέλειψε την Αθήνα και ακολουθώντας την προτροπή του Σωκράτη λίγο πριν πεθάνει, ταξίδεψε σε όλο τον τότε γνωστό κόσμο και σπούδασε φιλοσοφία, θεολογία, αστρονομία και διάφορες επιστήμες. 
Η Ακαδημία του Πλάτωνα ήταν σε ένα άλσος έξω από τα τείχη των Αθηνών, σε μια ανθυγιεινή περιοχή και εχρησιμοποιείτο σαν χώρος συζητήσεων μεταξύ των σοφιστών και των διανοουμένων. Λόγω της απομόνωσης της και του κακού περιβάλλοντος, ήταν ιδανική για ασκητισμό, για αυτό, και παρά τις περί αντιθέτου προτροπές των ιατρών, με την βοήθεια του Δίωνα, ο Πλάτων αγόρασε την γή και ίδρυσε εκεί την Ακαδημία(Πλάτων δε την Ακαδήμειαν οικείν είλετο, ου μόνον έρημον και πόρρω του άστεως χωρίον, αλλά και , βως φασίν, επίνοσον….Ο Πλάτων, νοσερού χωρίου λεγομένου είναι της Ακαδημείας, και συμβουλευόντων αυτώ των ιατρών ες το Λύκειον μετοικήσαι, ουκ ηξίωσεν ειπών ‘αλλ’έγωγε ουκ αν ουδέ ες τα του Αθω μετώκησα αν υπερ του μακροβιώτερος γενέσθαι ) 
Μέσα στην Ακαδημία έφτιαξε ένα ιερό για τις Μούσες, στην δε Ακαδημία εσπούδασαν και γυναίκες( μέρος δε του διδασκαλείου τέμενος ανέθηκε ταις Μούσαις ο Πλάτων. Τούτω δ’εφοίτησαν ου μόνον άνδρες αλλά και γυναίκες, Δεξιθέα τε η εκ Φλιούντος και Λασθένεια η εξ Αρκαδίας.) 
Θεωρούσε ότι πολλά από τα σημεία της διδασκαλίας του δεν μπορούσαν να καταγραφούν, αντίθετα υπεστήριζε ότι έπρεπε να καταγραφούν μόνο στην ψυχή
Λέγεται ότι κάποτε ένας μαθητής του που ταξίδευε ναυάγησε και έτσι έχασε όλα τα βιβλία του και τις σημειώσεις του. Όταν λοιπόν συνάντησε τον Πλάτωνα, του είπε ότι τώρα καταλαβαίνει γιατί ο Πλάτων επέμενε ότι η γνώση δεν πρέπει να γράφεται σε βιβλία αλλά στην ψυχή. ( Φέρεται δε τοιούτον τι διήγημα προς το μη δειν συγγράμμασιν αποτίθεσθαι τα νοήματα, ότι μαθητής τις του Πλάτωνος πάντα τα λεγόμενα παρ’αυτού απογραψάμενος απέπλευσε, και ανυαγία περιπεσών άπαντα απώλεσε και υπέστρεψε προς τον διδάσκαλον, έργω πειραθείς ότι ου δει εν βιβλίοις αποτίθεσθαι τα νοήματα, αλλά εν τη ψυχή. ) 
Ονομαστή είναι και η ομιλία του “Περί του Αγαθού”, που ήταν η μοναδική η οποία έγινε δημόσια με δυνατότητα παρακολούθησης οποιουδήποτε. Όπως αναφέρει ο Αριστόξενος, συνέρευσαν πλήθη για να την ακούσουν περιμένοντας ότι θα άκουγαν για πλούτο, υγεία, ισχύ και γενικά υλικά αγαθά. Οταν όμως ο Πλάτων άρχισε να αναπτύσσει την διδασκαλία του μεμαθηματικάγεωμετρίααστρονομία και φιλοσοφικές έννοιες, όλοι σχεδόν έφυγαν απογοητευμένοι, επιβεβαιώνοντας έτσι εν τοις πράγμασι το Πυθαγόρειο ρητό, «ου δέον τα πάντα τοις πάσι ρητά». ( καθάπερ Αριστοτέλης αεί διηγείτο τους πλείστους των ακουσάντων παρά Πλάτωνος την περί ταγαθού ακρόασιν παθείν· προσιέναι μεν γαρ έκαστον υπολαμβάνοντα λήψεσθαι τι των νομιζομένων τούτων ανθρωπίνων αγαθών οίον πλούτον, υγιείαν, ισχύν, το όλον ευδαιμονίαν τινά θαυμαστήν· ότε δε φαείησαν οι λόγοι. Περί μαθημάτων και αριθμών και γεωμετρίας και αστρολογίας και το πέρας ότι αγαθόν εστίν έν, παντελώς οίμαι παράδοξον τι εφαίνετο αυτοίς, είθ’ οι μεν υποκατέφρονουν του πράγματος, οι δε κατεμέμφοντο. τι ούν το άιτιον; Ου προήδεσαν, αλλ΄ώσπερ οι εριστικοί προς τούνομα αυτό υποκεχηνότες προσήεσαν· ) 
Η διδασκαλία του περιλαμβάνει στοιχεία ΟρφικάΠυθαγόρεια καιΗρακλείτεια, όπως φυσικά και όλη την διδασκαλία του δασκάλου τουΣωκράτη( μίξιν τε εποιήσατο των τε Ηρακλειτείων λόγων και Πυθαγορικών και Σωκρατικών· τα μεν γαρ αισθητά καθ’Ηράκλειτον, τα δε νοητά κατά Πυθαγόραν, τα δε πολιτικά κατά Σωκράτην εφιλοσόφει….Πλάτωνος υποδεξαμένου την παντελή περί των θεών οργίων επιστήμην εκ τε των Πυθαγορείων και Ορφικών γραμμάτων ) 
Υπάρχει η παράδοση ότι υπερασπίσθηκε τον στρατηγό Χαβρία που κινδύνευε να καταδικασθεί σε θάνατο, ενώ κανένας Αθηναίος δεν θέλησε να το κάνει. Οταν ανέβαινε στην Ακρόπολη μαζί με τον Χαβρία τον συνάντησε ο Κρωβύλος ο συκοφάντης και του είπε «Ερχεσαι άλλον να υπερασπισθής και δεν ξέρεις ότι και σένα σε περιμένει το κώνειο του Σωκράτη» . Και ο Πλάτων αποκρίθηκε : «Και όταν πολεμούσα για την πατρίδα υπέμενα τους κινδύνους, και τώρα για το χρέος μου προς έναν φίλο θα τους υπομείνω». (και ότε υπέρ της πατρίδος εστρατευόμην, υπέμενον τους κινδύνους, και νυν υπέρ του καθήκοντος δια φίλον υπομενώ ) 
Σαν χαρακτήρας ήταν ταπεινός, δεν κοιμόταν πολύ, δεν έτρωγε κρέας και είχε αφιερώσει την ζωή του στην εκπαίδευση των άλλων. ( Διαίτη δ’έκέχρητο ου τη από των ζώων, αλλά τη από των φυτών ) 

Αν και ήταν πολύ πλούσιος, ο τρόπος ζωής του ήταν λιτός και φτωχικός. 
Κάποτε επισκέφτηκε την Ολυμπία και συναναστράφηκε με ανθρώπους που δεν τον αναγνώρισαν, μιας και το μόνο που τους αποκάλυψε ήταν ότι ελέγετο Πλάτων, δεν ανέφερε δε καθόλου περί Ακαδημίας και Σωκράτη. Όταν κάποτε ήλθαν στην Αθήνα, τους φιλοξένησε και όταν εκείνοι του ζήτησαν να πάνε στην Ακαδημία για να συναντήσουν τον συνονόματο του φιλόσοφο Πλάτωνα, τότε τους αποκάλυψε ότι αυτός ήταν ο Πλάτων και τότε εξεπλάγησαν μιας και δεν τον είχαν αναγνωρίσει λόγω της ταπεινότητας του και της απλότητας του. ( Πλάτων ο Αρίστωνος εν Ολυμπία συνεσκήνωσεν αγνώσιν ανθρώποις, και αυτός ως αυτοίς αγνώς. Ούτως δε αυτούς εχειρώσατο και ανεδήσατο τη συνουσία, συνεστιώμενος τε αυτό΄θα αφελώς και συνδιημερεύων εν πάσιν, ως υπερησθήναι τους ξένους τη του ανδρός συντυχία. Ούτε δε Ακαδημείας εμέμνητο ούτε Σωκράτους· αυτό γε μην τούτον ενεφάνισεν αυτοίς ότι καλείται Πλάτων. Επεί δε ήλθον ες τας Αθήνας, υπεδέξατο αυτούς ευ μάλα φιλοφρόνως. Και οι ξένοι ‘άγε’ ‘ειπονμ ‘ώ Πλάτων, επίδειξονμ ημίν και τον ομώνυμον σου, τον Σωκράτους ομιλητήν, και επί την Ακαδημείαν ηγήσαι την εκείνου και σύστησον τω ανδρί, ίνα τι και αυτού απολάυσωμων.’ Ο δε ηρέμα υπομειδιάσας, ώσπερ ουν και ειώθει, ‘αλλ’εγώ’ φησίν ‘αυτός εκείνος ειμί’. Οι δε εξεπλάγησαν ει τον άνδρα έχοντες μεθ’εαυτών τον τοσούτον ηγνόησαν,ατύφως αυτού συγγενομένου και ανεπιτηδεύτως αυτοίς και δείξανγτος ότι δύναται και άνευ των συνήθων λόγων χειρούσθαι τους συνόντας. ) 
Όπως δε όλοι οι φιλόσοφοι, διαλογιζόταν συνέχεια. Κάποτε θέλησε να μείνει σε μια οδό που υπήρχαν σιδεράδες. Όταν ρωτήθηκε γιατί εκεί, απήντησε : «Όταν ο ύπνος με καταλαμβάνει, και απειλεί τον διαλογισμό μου, η φασαρία που κάνουν με ξυπνά» 
Ο Πλάτων έζησε μέχρι την ηλικία των 81 ετώνΠέθανε την ημέρα των γενεθλίων του. Ο αριθμός 81 εθεωρείτο ιερός, ήταν τετράγωνος αριθμός και ήταν το τετράγωνο των αριθμών των Μουσών, που ήταν ακόλουθες του Απόλλωνα ( Εζησεν δε πα’ ενιαυτούς, και δια τούτο δεικνύς ως Απολλωνιακός ών τυγχάνει. Ο γαρ θ’ των Μουσών αριθμός εφ’ εαυτόν πολλαπλασιαζόμενος απογεννά τον πα’ αριθμόν· ότι δ’αι Μούσαι υπηρέτιδες εισίν του Απόλλωνος, ουδείς αντερεί. Ούτος δε ο πα’ αριθμός δυναμοδύναμις λέγεται ως αν του γ’ αριθμού πρώτου όντος δια το έχειν αυτόν αρχήν και μέσον και τελευτήν, πολλαπλασιαζομένου και απογεννώντος τον θ’ ( τριάκις γαρ τρία θ’ ) και του εννέα τον πα’ αριθμόν) 

Ο Ρωμαίος δε Σενέκας έγραψε : «Ειμαι σίγουρος ότι ο Πλάτων είχε καλή τύχη, λόγω της προσεκτικής ζωής του, να πεθάνει την ημέρα των γενεθλίων του, ακριβώς κατά την συμπλήρωση του 81ου έτους. Για τον σκοπό αυτό, σοφοί της Ανατολής που ήταν στην Αθήνα την εποχή εκείνη, θυσίασαν σε αυτόν μετά τον θάνατο του, πιστεύοντας ότι η διάρκεια της ζωής του ήταν πλήρης για έναν θνητό, μιας και ολοκλήρωσε τον τέλειο αριθμό εννέα φορές εννέα. Δεν αμφιβάλλω ότι θα ήθελε να ζήσει λίγες μέρες ακόμα για να θυσιάσει για αυτόν τον λόγο» ( Nam hoc scis, puto, Platoni diligentiae suae beneficio contigisse quod natali suo decessit et annum unum atque octogensimum implevit sine ulla deductione. Ideo magi, qui forte Athenis erant, immolaverunt defuncto, amplioris fuisse sortis quam humanae rati, quia consummasset perfectissimum numerum, quem novem novies multiplicata componunt. Non dubito quin paratus sis et paucos dies ex ista summa et sacrificium remittere ) 
Σαν επίγραμμα στον τάφο του γράφτηκε : «Αυτούς τους δύο, τον Ασκληπιό και τον Πλάτωνα , γέννησε ο Απόλλων, τον ένα για να γιατρεύει σώματα και τον άλλο για να γιατρεύει ψυχές». δύο Απόλλων φυσ’, Ασκληπιόν ηδέ Πλάτωνα, τον μεν ίνα ψυχήν, τον δ’ίνα σώμα σόοι. ) 

ΠΗΓΗ:http://empedotimos.blogspot.com

Posted in PHILOSOPHICAL THEMES | Tagged , , , | Leave a comment

COVID-19 RESEARCH -bioPHILOSOPHICAL HISTORY3- (ιωταE)

(BEING CONTINUED FROM 11/01/21)

4. “It’s more like 1918”

Since 2016, Dr. Rick Bright has run the Biomedical Advanced Research and Development Authority. A division of H.H.S., the authority is responsible for medical countermeasures in the event of bioterrorism or a pandemic. According to a whistle-blower complaint, on January 22nd Bright received an e-mail from Mike Bowen, an executive at the Texas-based firm Prestige Ameritech, the country’s largest maker of surgical masks. Bowen wrote that he had four “like new” N95 manufacturing lines, which weren’t in use. He added, “Reactivating these machines would be very difficult and very expensive but could be achieved in a dire situation and with government help.” In another message, Bowen wrote, “We are the last major domestic mask company. . . . My phones are ringing now, so I don’t ‘need’ government business. I’m just letting you know that I can help you preserve our infrastructure if things ever get really bad. I’m a patriot first, businessman second.”

Bright had already been worried about the likely shortage of personal protective equipment in the Strategic National Stockpile. He also felt that not enough was being done to develop diagnostics for the virus from Wuhan. On January 23rd, at an H.H.S. leadership meeting with Secretary Alex Azar, he warned that the “virus might already be here—we just don’t have the tests to know.” Many Trump Administration officials seemed determined to ignore scientists who shared bad news.

On January 25th, Bowen wrote Bright again, saying that his company was getting “lots of requests from China and Hong Kong” for masks—a stunning piece of intelligence. About half the masks used in the U.S. come from China; if that supply stopped, Bowen said, American hospitals would run out. Bright continued pushing for immediate action on masks, but he found H.H.S. to be unresponsive. On January 27th, Bowen wrote, “I think we’re in deep shit. The world.”

The same day, at the White House, Matt Pottinger convened an interagency meeting of Cabinet officers and deputies. Attendees fell into four camps. There was the public-health establishment—Redfield, Fauci, Azar—data-driven people who, at the moment, had no data. Another group—the acting White House chief of staff, Mick Mulvaney, along with officials from the Office of Management and Budget and the Transportation Department—was preoccupied with the economic damage that would result if drastic steps were taken. A State Department faction was concerned mainly with logistical issues, such as extracting Americans from Wuhan. Finally, there was Pottinger, who saw the virus not just as a medical and economic challenge but also as a national-security threat. He wanted dramatic action now.

For three weeks, the U.S. had been trying unsuccessfully to send medical experts to China. The public-health contingent didn’t want to make decisions about quarantines or travel bans without definitive intelligence, but the Chinese wouldn’t supply it. When Pottinger presented a proposal to curtail travel from China, the economic advisers derided it as overkill. Travel bans upended trade—a serious consideration with China, which, in addition to P.P.E., manufactured much of the vital medicine that the U.S. relied on. Predictably, the public-health representatives were resistant, too: travel bans slowed down emergency assistance, and viruses found ways to propagate no matter what. Moreover, at least fourteen thousand passengers from China were arriving in the U.S. every day: there was no way to quarantine them all. These arguments would join other public-health verities that were eventually overturned by the pandemic. Countries that imposed travel bans with strict quarantines, such as Vietnam and New Zealand, kept the contagion at a manageable level.

The State Department’s evacuation of Americans, particularly diplomatic staff in Wuhan, outraged the Chinese; Tedros Adhanom Ghebreyesus, the director-general of the W.H.O., said that the U.S. was overreacting. In part to placate the Chinese, the 747s that were sent to collect Americans were filled with eighteen tons of P.P.E., including masks, gowns, and gauze. It was a decision that many came to regret—especially when inferior substitutes were later sold back to the U.S., at colossal markups.

The morning after the meeting, Pottinger spoke to a doctor in China who was treating patients. People were getting infected and there was no way to know how and where it happened—a stage of contagion called community spread.

Pottinger asked, “Is this going to be as bad as sars?”

“Don’t think 2003—it’s more like 1918,” the doctor said. That flu lasted two years, and killed between forty and a hundred million people.

On January 28th, the national-security adviser, Robert O’Brien, brought Pottinger into the Oval Office, where the President was getting his daily intelligence briefing. According to contemporaneous notes from someone present at this meeting, the briefer mentioned the virus, but didn’t present it as the top threat. O’Brien warned the President, “This will be the biggest national-security threat you will face.” Trump asked if the outbreak posed as big a danger as sars, and the briefer responded that it wasn’t clear yet.

Pottinger leaped to his feet and recounted what he’d heard from his sources—most shockingly, that more than half the disease’s spread was attributed to asymptomatic carriers. Yet, every day, thousands of people were flying from China to the U.S.

“Should we shut down travel?” Trump asked.

“Yes,” Pottinger advised.

Pottinger left the Oval Office and walked to the Situation Room, where a newly formed Coronavirus Task Force was meeting. People were annoyed with him. “It would be unusual for an asymptomatic person to drive the epidemic in a respiratory disorder,” Fauci said. That certainly had been true of sars. He still wanted U.S. scientists to report from China, in order to get more data. Redfield, of the C.D.C., considered it too early for disruptive actions. He said that there were only a handful of cases outside China, and that in the U.S. the pathogen wasn’t moving that fast. The public-health contingent was united. “Let the data guide us,” they advised.

Pottinger pointed out that the Chinese continued to block such efforts: “We’re not getting data that’s dependable!”

The economic advisers, meanwhile, were frantic—a travel ban would kill the airline industry and shut down the global supply chain. Larry Kudlow, the President’s chief economic adviser, had been questioning the seriousness of the situation. He couldn’t square the apocalyptic forecasts with the stock market. “Is all the money dumb?” he wondered. “Everyone’s asleep at the switch? I just have a hard time believing that.” (Kudlow doesn’t recall making this statement.)

Pottinger, sensing that he’d need backup, had brought along Peter Navarro, an abrasive economic adviser who had been part of the trade negotiations with China. Many White House officials considered Navarro to be a crackpot, but he was known to be one of the President’s favorites because he advocated tariff wars and other nationalist measures. Navarro warned the group, “We have got to seal the borders now. This is a black-swan event, and you’re rolling the dice with your gradualist approach.”

Within minutes, Navarro was at odds with everyone in the room. He pointed out that the new virus was spreading faster than the seasonal flu or sars. The possible economic costs and loss of life were staggering. Azar argued that a travel ban would be an overreaction. No progress was made in that meeting, but Navarro was so strident that Mulvaney barred him from future sessions.

Then data surfaced that shifted the argument. In mid-January, a Chicago woman returned from a trip to China. Within a week, she was hospitalized with covid. On January 30th, her husband, who hadn’t been to China, tested positive. Fauci, Redfield, and others in the public-health contingent changed their minds: human-to-human transmission was clearly happening in America.

Trump was told the news. The timing couldn’t have been worse for him. The bitter trade war he had initiated with China had reached a tentative pause. Since then, he had been praising Xi Jinping’s handling of the contagion, despite evidence of a coverup. A travel ban would reopen wounds. Nevertheless, Trump agreed to announce one the next day.

It was a bold gesture, but incomplete. The Administration blocked non-Americans coming from China, but U.S. citizens, residents, and their family members were free to enter. A two-week quarantine was imposed on travellers coming from the Wuhan region, but, unlike Taiwan, Australia, Hong Kong, and New Zealand, which rigidly enforced quarantines, the U.S. did little to enforce its rules, and the leaks soon became apparent.

5. Flattening the Curve

In 1989, Dr. Howard Markel was in graduate school at Johns Hopkins, specializing in both pediatrics and the history of medicine. He had just lost his wife to cancer, a month after their first anniversary. Markel began volunteering at a local aids clinic. He found that helping men his own age who were facing their mortality, or their partner’s, was immensely consoling—“the most spiritually uplifting work I did in my entire clinical career.”

Image may contain Anthony S. Fauci Tie Accessories Accessory Suit Coat Clothing Overcoat Apparel and Audience
Birx and Fauci pushed Trump to shut down European travel: “Every seed case you prevent is a cluster of cases you prevent.”Photo illustration by Tyler Comrie; source Jabin Botsford / The Washington Post / Getty

Markel’s patients often asked him, “Doc, do you think I’ll be quarantined because I have H.I.V.?” He’d reply that it wasn’t appropriate for the disease. But, realizing that these men feared being shut away, like victims of leprosy, he began studying “the uses and misuses of quarantine.” His first book was about two epidemics in New York City in 1892, one of typhus and one of cholera, in which Jewish immigrants were blamed for the outbreak and many were sent to quarantine islands.

In the early two-thousands, Markel studied “escape” communities that had essentially closed their doors during the 1918 flu pandemic—among them Gunnison, Colorado, and a school for the blind in Pittsburgh. All had survived the contagion virtually unscathed. In 2006, Markel continued his work on the 1918 flu with Martin Cetron, who now directs the Division of Global Migration and Quarantine, at the C.D.C. For an initiative undertaken by the George W. Bush Administration, Cetron and Markel were asked to help identify the best way to manage the early waves of a pandemic that had no vaccine or treatments. They considered school closures, public-gathering bans, business shutdowns—traditional tools of public health. Markel assembled a dozen researchers—“the Manhattan Project for historians,” he jokes—who combed through more than a hundred archives.

In 1918, Americans faced the same confounding choices as today. Twenty-five cities closed their schools once; fourteen did so twice, and Kansas City three times. More than half the cities were “double-humped”—suffering two waves of the flu. “They raised the bar too early because the natives got restless,” Markel, who is now a professor at the University of Michigan, told me. “They each acted as their own control group. When the measures were on, the cases went down. When the measures were off, the cases went up.” After Philadelphia permitted a Liberty Loans parade, there was a huge uptick in cases. St. Louis, by contrast, cancelled all parades, and local officials broadcast a unified message. The city’s health commissioner published an op-ed alerting citizens to the threat, immediately closing entertainment venues and banning public gatherings. St. Louis’s death rate was half of Philadelphia’s. By quickly imposing several nonpharmaceutical interventions, a city could dramatically lower the peak of infection—on a graph, it would look more like a rainbow than like a skyscraper. Markel compared each intervention to a slice of Swiss cheese; one layer by itself was too riddled with holes to be effective, but multiple layers made a profound difference. “Early, layered, and long” was the formula.

JAMA published the study in 2007. The authors declared, “We found no example of a city that had a second peak of influenza while the first set of nonpharmaceutical interventions were still in effect.” In the century since 1918, technology has transformed so much, but the tools for curbing a novel pandemic haven’t changed. Masks, social distancing, and frequent hand washing remain the only reliable ways to limit contagion until treatments or vaccines emerge.

One night, Markel and Cetron were in Atlanta, talking over their study, and they ordered Thai food. When their dinner arrived, Markel opened his Styrofoam container: instead of a fluffy mound of noodles, he gazed on a level, gelatinous mass. “Look,” Markel said. “They’ve flattened the curve, just like we’re trying to do.” A slogan was born.

6. The Lost February

By January 20th, ten days after the Chinese posted the genetic sequence of sars-CoV-2, the C.D.C. had created a diagnostic test for it. Secretary Azar reportedly boasted to Trump that it was “the fastest we’ve ever created a test” and promised to have more than a million tests ready within weeks. (Azar denies this.) But the F.D.A. couldn’t authorize it until February 4th. And then everything really went to pieces.

The testing fiasco marked the second failed opportunity America had to control the contagion. The C.D.C. decided to manufacture test kits and distribute them to public-health labs, under the Food and Drug Administration’s Emergency Use Authorization provision. According to Redfield, the C.D.C. published the blueprint for its test, and encouraged the labs to ask the F.D.A. for permission to create their own tests. But Scott Becker, the C.E.O. of the Association of Public Health Laboratories, told me that the labs weren’t made aware of any change in protocol. They kept waiting for the C.D.C. to supply tests, as it had done previously.

At a Coronavirus Task Force meeting, Redfield announced that the C.D.C. would send a limited number of test kits to five “sentinel cities.” Pottinger was stunned: why not send them everywhere? He learned that the C.D.C. makes tests, but not at scale. For that, you have to go to a company like Roche or Abbott—molecular-testing powerhouses that have the experience and the capacity to manufacture millions of tests a month. The C.D.C., Pottinger realized, was “like a microbrewery—they’re not Anheuser-Busch.”

At the time, Azar, a former top executive at the pharmaceutical firm Eli Lilly, led the Coronavirus Task Force. He agreed with Pottinger that test kits needed to be broadly distributed, yet nothing changed. Everyone on the task force understood the magnitude of the crisis; they attended meetings every weekday, with conference calls on weekends. North Korea and Iran didn’t receive such concentrated attention. Yet the Administration was simply not accomplishing tasks crucial to limiting the pandemic. There was a telling disparity between what Azar said in private, or in the task-force meetings, and what he told the President. He was hammering Redfield and the C.D.C. on testing delays while assuring Trump that the crisis was under control.

Abottleneck of constraints imposed by the C.D.C. meant that testing was initially limited to symptomatic patients who had come from China or had been in close contact with an infected person. Even health-care workers who’d developed covid-like symptoms while treating patients had trouble getting tests, because the C.D.C.’s capacity was so limited.

Pottinger kept in frequent touch with his brother, Paul, the infectious-disease doctor in Seattle.

“You getting enough test kits?” Matt asked him.

“We use none of the C.D.C. kits,” Paul responded. “They have been way too slow in coming.” They also hadn’t been approved for screening asymptomatic patients. Seattle doctors had instead devised a “homemade” diagnostic platform, but their testing capacity was “way less than demand.” Paul was frantically setting up triage procedures—guessing which cases were covid, and trying to sequester those patients, in order to prevent them from infecting everyone at the hospital.

But there was an even bigger problem.

Microbiologists are acutely aware of the danger of contamination. Viral DNA can linger for hours or days on surfaces, adulterating testing materials. C.D.C. scientists wipe down their instruments every day. Chin-Yih Ou, a Taiwanese microbiologist who retired from the C.D.C. in 2014, told me that while he was creating a test for H.I.V. in infants he refused to let janitors into his lab, mopping the floor himself. In some labs, the last person to leave at night turns on ultraviolet lamps, to kill DNA that might be on the floor or a lab bench. A new pathogen is like an improvised bomb: one wrong decision can be fatal.

The development of the C.D.C.’s test kits was overseen by Stephen Lindstrom, a microbiologist from Saskatchewan, who was known for his ability to function under pressure. C.D.C. scientists began working sixteen-hour days. The C.D.C.’s Biotechnology Core Facility is in charge of producing the components used to detect such pathogens as flu, H.I.V., and sars. To save time, Lindstrom asked the Core Facility to produce both the components and a template of a coronavirus fragment, which would be used to generate the positive control for the C.D.C. test. But, just as the kits were being boxed up to be mailed, a last-minute quality-control procedure found a problem that could cause the tests to fail thirty-three per cent of the time. A decision was made—perhaps by Lindstrom, perhaps by his superiors—to send the kits anyway. According to ProPublica, Lindstrom told colleagues, “This is either going to make me or break me.” (The C.D.C. did not make Lindstrom available for comment.)

Almost immediately, public-health labs realized that something was wrong with the kits. The labs are required to do a negative control on the test—for instance, using sterile water—and the tests kept showing false positives.

The C.D.C. test kit had three sets of primers and probes, which are tiny bits of nucleic acid that find a segment of RNA in the virus and replicate it until it gets to a detectable level. Two were aimed at sars-CoV-2 and a third would detect any coronavirus, in case the virus mutated. The third component failed. Public-health labs figured this out quickly. On their behalf, Scott Becker communicated with the C.D.C. on February 9th, seeking permission to use the test without the third component. “I got radio silence,” he told me. Later, he learned that an internal C.D.C. review showed that it hadn’t passed the quality-control check before the test kit was sent out. “That was a gut punch,” Becker said.

In 2009, Matt Pottinger was in Kabul, in his final deployment as a marine. While walking through a tunnel connected to the U.S. Embassy, he passed a young woman, and then suddenly wheeled around. Her name was Yen Duong. She was working with the Afghan government on improving its H.I.V. testing. “It was, like, seven o’clock at night,” Yen remembers. “He came up to me and asked if I knew where so-and-so’s office was. I was thinking that I’m pretty sure so-and-so’s office is closed right now. It was just a ploy to talk.” Matt and Yen married in 2014.

They have lived very different American lives. He grew up in Massachusetts. His parents divorced when he was young, and he lived mostly with his mother and stepfather. His father, J. Stanley Pottinger, was a lawyer in the Nixon Administration. Matt had an ear for languages, and majored in Mandarin and Japanese at the University of Massachusetts, Amherst, and that is how he found his way to China as a reporter.

Yen was six months old when her family left Vietnam, in 1979, in a boat that her father had secretly built in his sugar factory. At sea, the Duong family—sixty-eight in all—were shot at. A storm nearly capsized the vessel. Pirates robbed them. Finally, the family reached a refugee camp in Indonesia. Six months later, the Duongs were sponsored by four American churches on Long Island, and ended up living in the Hamptons. Yen’s mother cleaned houses and took in sewing, and then found a job in a bakery. Her father painted houses and worked in construction. Eventually, they saved enough money to send Yen to boarding school.

Yen, drawn to science, fell in love with studying viruses. She got a doctorate in pharmacology at the University of California, Davis. In 2007, she became a virologist at the C.D.C., where she developed the global-standard test to measure H.I.V. incidence. None of this would have happened if the family had stayed in Vietnam, if the boat had sunk in the storm, if the pirates had murdered them, or if they hadn’t been taken in by Americans who wanted to help them achieve the opportunities that freedom allowed.

Yen Pottinger, who is now a senior laboratory adviser at Columbia University, told her husband what she thought had gone awry with the test kits. Once the Chinese had posted online the genetic sequence for the virus, Yen explained to Matt, primers would have been easy to design. “It’s a pretty standard task,” she told him. But sars-CoV-2 is an RNA virus, which is “sticky”—tending to cling to any surface. Contamination was the only plausible explanation for the test kit’s failure. Perhaps a trace amount of the virus template had found its way into the primers and probes. “Contamination has felled many a great scientist,” she said, which is why a pristine lab environment is essential.

On February 10th, the F.D.A. learned that ten labs working with C.D.C. test kits were reporting failures. The C.D.C. assured the F.D.A. that it could quickly fix the problem with the third component. The Trump Administration—in particular, Azar—insisted on continuing with the C.D.C. test kits. Although F.D.A. rules generally require that any procedure granted an Emergency Use Authorization be used exactly as designed, the agency could have allowed public-health labs to use the C.D.C. test kits without the third component, as they were pleading for. The test kits largely worked, even without it, but the F.D.A. says that it didn’t have the data from the C.D.C. to justify that simple solution. The C.D.C. wanted to stick with its original design. Moreover, university scientists, hospital researchers, and commercial labs were eager to develop their own tests, but they were hampered by the bureaucratic challenge of obtaining an Emergency Use Authorization.

On February 12th, the C.D.C. estimated that it would take a week to remanufacture the third component. Six days later, Redfield informed Azar that doing so might take until mid-March. By February 21st, only seven labs in the country could verify that the test worked. Redfield admitted that he had no idea when new test kits might be ready.

On Saturday, February 22nd, the F.D.A. sent Dr. Timothy Stenzel, the director of the Office of In Vitro Diagnostics and Radiological Health, to the C.D.C. to investigate what had gone wrong with the test. When he arrived, there was no one there to receive him, and he was turned away. The next day, he was allowed in the building but forbidden to enter any labs. It was still the weekend. Stenzel made some calls. After he was finally permitted to visit the labs where the test kits were manufactured, he spotted a problem: in one lab, researchers were analyzing patient samples in the same room where testing ingredients were assembled. The tests are so sensitive that even a person walking into the room without changing her lab coat might carry viral material on her clothing that would confound the test. According to the Wall Street Journal, an F.D.A. official described the C.D.C. lab as “filthy.” It was the lowest point in the history of a proud institution.

According to an internal F.D.A. account, C.D.C. staff “indicated to Dr. Stenzel that Dr. Stephen Lindstrom—who oversaw a different lab in the manufacturing process—directed them to allow positive and negative control materials to occupy the same physical space of the lab, even though this is a violation of their written protocols.” The clear remedy was to hand over part of the test’s manufacture to two outside contractors. Within a week, tens of thousands of tests were available. But America never made up for the lost February.

I recently asked Redfield, a round-faced man with a white Amish-style beard, how the contamination had occurred and if anyone had been held accountable for the corrupted kits. He replied, vaguely, “One of the newer individuals hadn’t followed protocol.” It also could have been a design flaw that mangled results. Both mistakes might have happened, he conceded. “I wasn’t happy when we did our own internal review,” he said, and acknowledged that the C.D.C. shouldn’t have mass-produced the test kits: “We’re not a manufacturing facility.” He insisted, “At no moment in time was a covid test not available to public-health labs. You just had to send it to C.D.C.” But the C.D.C. couldn’t process tens of thousands of tests.

The C.D.C. wasn’t entirely responsible for the delay. The F.D.A. might have authorized a version of the test kit without the problematic third component, and loosened the reins on tests developed by other labs. Not until February 26th did the F.D.A. permit public-health labs to use the C.D.C. test kit without the third component. Only on February 29th could other labs proceed with their own tests.

Secretary Azar held the F.D.A. responsible for the absence of alternative tests. A senior Administration official told me, “Instead of being more flexible, the F.D.A. became more regulatory. The F.D.A. effectively outlawed every other covid test in America.” Stephen Hahn, the F.D.A.’s commissioner, says, “That’s just not correct,” and notes that more than three hundred tests are currently authorized. But there was only one other test by the end of February. Whether the delay was caused mainly by the C.D.C. or the F.D.A., Azar oversaw both agencies.

Without the test kits, contact tracing was stymied; without contact tracing, there was no obstacle in the contagion’s path. America never once had enough reliable tests distributed across the nation, with results available within two days. By contrast, South Korea, thanks to universal public insurance and lessons learned from a 2015 outbreak of mers, provided free, rapid testing and invested heavily in contact tracing, which was instrumental in shutting down chains of infection. The country has recorded some fifty thousand cases of covid. The U.S. now reports more than four times that number per day.

SOURCE www.newyorker.com

(TO BE CONTINUED)

Posted in PHILOSOPHICAL THEMES | Tagged , , , , , | Leave a comment

ΠΕΡΙ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ ΜΟΝΟΦΥΣΙΤΩΝ ΤΗΣ ΑΙΡΕΣΕΩΣ ΤΟΥ ΜΩΑΜΕΘ (α)

Τι σημαινουν τα μεμονωμενα γραμματα στο Κορανι και γιατι ο Αλλαχ παρουσιαζεται στον πρωτο πληθυντικο;

Θέλω να σας ζητήσω να μου εξηγήσετε, περιληπτικά εάν δύνασθε, την φύση καθώς και τον λόγο ύπαρξης των περιέργων, αμετάφραστων γραμμάτων στις Σούρες 2:1 (όμοια με 3:1), 7:1, 13:1, 19:1, 20:1, 26:1, 28:1, 36:1 και 40:1 μέσα στο Ιερό Κοράνιο. – Ιδιαίτερα στην 10:1, 11:1 και 13:1 σε τι ακριβώς αναφέρεται; – Σε πολλά σημεία ο άγγελος καταγράφεται να αναφέρει τα θελήματα και τις πράξεις του Θεού χρησιμοποιώντας ρήματα στον πρώτο πληθυντικό. Γιατί; Αι εκδόσεις του Ιερού Κορανίου που κατέχω είναι «Sahih International» (μια μεταφρασμένη στην αγγλική και μια στην ελληνική γλώσσα) και στις δυο αναφέρεται η δωρεά του Βασιλιά Φαχντ μπιν Αμπντουλαζίζ Αλ Σαούντ και η υπογραφή του Σεΐχη Σάληχ μπιν Αμπντουλαζίζ μπιν Μουχάμμεντ Αλ ελ-Σέιχ ως Υπουργού Ισλαμικών Υποθέσεων, Βακουφίων και Ιερού Κηρύγματος, Γενικού επόπτη επί του Συγκροτήματος. Προσμένω απάντησή σας και σας ευχαριστώ εκ των προτέρων για τον χρόνο σας.»

Απάντηση:

بـسـم الله والحـمـد لله والـصلاة والـسـلام عــلى رسـول الله، وبـعـد

Ευχαριστούμε για την ερώτηση σας.

Τα μεμονωμένα γράμματα που ξεκινούν στην αρχή ορισμένων κεφαλαίων του Κορανίου έχουν συζητηθεί απο τους μεγάλους Ουλεμά οι οποίοι πρόσφεραν παραπάνω από μια εκδοχή για το τι μπορεί να σημαίνουν. Όμως υπάρχει ομοφωνία και συναίνεση οτι αυτά τα γράμματα ανήκουν στο αόρατο πεδίο (για τον άνθρωπο) και γνώση για αυτά έχει μόνο ο Αλλάχ ο Ύψιστος. Αυτό έχει αναφερθεί από τον Abu Bakr, τον Umar, τον Uthman, τον Ali, και τον Ibn Masud.[1]

Σε ένα άλλο θέμα οπου υπάρχει ομοφωνία είναι ότι αυτά τα γράμματα δεν αποκαλύφθηκαν τυχαία, δίχως κανένα λόγο. Το αντίθετο, έχουν μεγάλη σημασία και βαρύτητα, και αν είχαμε αυθεντική δήλωση του Προφήτη Μουχάμαντ (ειρήνη και ευλογία σε αυτόν) τότε δεν θα είχαμε άλλη επιλογή από να την δεχτούμε. Μόνο ένας αδαής θα έλεγε ότι αυτά τα γράμματα δεν έχουν κανένα νόημα και σημασία.[2]

Μια ισχυρή άποψη αρκετών μεγάλων Ουλεμά είναι ότι τα γράμματα αυτά μαρτυρούν το θαύμα του Κορανίου. Κανένας δεν κατάφερε μέχρι στιγμής να αναπαράγει ένα κείμενο σαν το Κοράνι. Οι αυθεντίες λογοτέχνες και ποιητές της εποχής του Προφήτη (ειρήνη και ευλογία σε αυτόν) απέτυχαν, οπου και σύγχρονοι επικριτές είχαν και έχουν την ίδια μοίρα. Δεν κατάφεραν να δημιουργήσουν μια απαγγελία όμοια με το Κοράνι παρόλο (και εδώ είναι το θαύμα και το σημείο που το καταμαρτυρούν τα μεμονωμένα γράμματα) που αυτό το θαύμα (το Κοράνι) αποτελείται από γράμματα μιας γλώσσας οπου οι επικριτές όχι μόνο μιλούσαν (άραβες/αραβική) αλλά απαγγέλνανε ποιήματα και φιλοσοφικούς στίχους με βάση αυτών των γραμμάτων (της Αραβικής). Αυτή είναι η γνώμη του μεγάλου Ιμάμη και ερμηνευτή al Qurtubi, και του λόγιου ar Razi. Αξίζει να σημειωθεί ότι είναι και η άποψη του Ibn Taymiyyah.[3]

Ως προς το δεύτερο ερώτημα σας, ως προς το πρώτο πληθυντικό. Να τονίσουμε ότι το Κοράνι είναι ο αδημιούργητος λόγος του Αλλάχ και όχι η αναφορά του αγγέλου. Ο άγγελος μετέφερε τα λόγια του Αλλάχ στον απόστολο και προφήτη Μουχάμαντ (ειρήνη και ευλογία σε αυτόν). Το λογοτεχνικό ύφος στην αραβική γλώσσα δίνει την δυνατότητα να αναφερθεί κάποιος στον εαυτό του ως «εμείς» نحن (νάχνου) για σεβασμό, ευγένεια, η δόξα. Μπορεί επίσης να αναφερθεί στο πρόσωπο του ως «εγώ» أنا (άνα). Επίσης ο Ύψιστος αναφέρεται στον εαυτό του ως «αυτός» هو (χούα). Αυτά τα τρία ύφη χρησιμοποιούνται από τον Ύψιστο για να τον κατανοήσουν οι Άραβες.[4]

Ο Ibn Taymiyah είπε οτι ο Αλλάχ ο Ύψιστος αναφέρεται στο πρόσωπο του στο πληθυντικό για λόγους δόξας, δύναμης, και σεβασμού.[5]

Υποσημειώσεις:

1) Tafsir Ibn Kathir  τόμος 1 σελ. 102

2) Tafsir Ibn Kathir  τόμος 1 σελ. 103

3) Tafsir at Tabari τόμος 1 σελ. 208

4) Lajnah aDaimah 4:143

5) Aqeedah al Tadmuriyah του Ibn Taymiyah σελ. 75 και 109

Τι είδους βιβλίο είναι το Κοράνι και πως διαβάζεται;

Άχμαντ Ελντίν

Το ιερό Κοράνι είναι η τελευταία ανακοίνωση του θελήματος του Θεού προς την ανθρωπότητα. Είναι ο Δημιουργός που μιλά στον άνθρωπο και γιαυτό η συνομιλία αυτή παίρνει μια ανθρώπινη μορφή έτσι ώστε να εξυπηρετήσει τον άνθρωπο να κατανοήσει.

Όπως ο άνθρωπος αλλάζει ξαφνικά θέμα κατά την διάρκεια μιας συνομιλίας η ομιλίας, έτσι και το Κοράνι φαίνεται να αλλάζει θεματολογία ξαφνικά με έναν «τυχαίο» τρόπο. Συνεπώς, η μορφή του Κορανίου είναι μοναδική ανάμεσα στα υπόλοιπα βιβλία.

Το Κοράνι δεν είναι ένα βιβλίο με την συνηθισμένη έννοια της λέξης. Για παράδειγμα δεν θα βρούμε μέσα μια εισαγωγή, επεξήγηση του θέματος, μέση, συμπέρασμα, και τέλος. Ούτε περιορίζεται σε μια συγκεκριμένη παρουσίαση ενός θέματος όπως ιστορίας, φιλοσοφικών προβλημάτων, επιστήμης, κοινωνικούς νόμους, αν και όλα βρίσκονται αρμόνικα δεμένα μαζί σαν θεματολογία χωρίς να συνδέονται άμεσα μεταξύ τους. 

Τα θέματα εισάγονται χωρίς βασικές πληροφορίες. Τα ιστορικά γεγονότα δεν παρουσιάζονται με χρονολογική σειρά. Νέα θέματα μερικές φορές ξεπηδούν ανάμεσα σε άλλα χωρίς προφανή λόγο, και ο ομιλητής αλλάζει κατεύθυνση όσον αφορά το θέμα και το ύφος χωρίς την παραμικρή προειδοποίηση.

Ο αναγνώστης που δεν γνωρίζει αυτή την μοναδικότητα του Κορανίου συχνά  προβληματίζεται όταν συνειδητοποιεί ότι είναι αντίθετο με την έννοια ενός βιβλίου, ειδικά ενός «θρησκευτικού» βιβλίου. Έτσι λοιπόν, το Κοράνι μπορεί να φαίνεται σε αυτόν αποδιοργανωμένο και με τυχαία τοποθέτηση. Ωστόσο αυτοί που καταλαβαίνουν το αντικείμενο του Κορανίου, τον στόχο του, και το κεντρικό του θέμα, το Κοράνι γιαυτον είναι το ακριβώς αντίθετο.

Το κεντρικό θέμα του Κορανίου είναι ο άνθρωπος και χωρίζεται σε 3 κατηγορίες.

  1. Ο άνθρωπος και η σχέση του με τον Δημιουργό του.
  2. Ο άνθρωπος και η σχέση με τον ίδιο του τον εαυτό.
  3. Ο άνθρωπος και η σχέση του με την υπόλοιπη δημιουργία.

Το κύριο θέμα που επικρατεί στο Κοράνι είναι ότι ο ΑΛΛΑΧ (ο Θεός) είναι ο μόνος άξιος για την λατρεία μας και μόνο. Ο άνθρωπος οφείλει να υποταχτεί στους νόμους του Δημιουργού του τόσο στην προσωπική του ζωή όσο και στη σχέση του με την υπόλοιπη κτίση.  Με άλλα λόγια το κεντρικό θέμα είναι το κάλεσμα στη λατρεία και στο πιστεύω στον Θεό κάνοντας καλές και ενάρετες πράξεις έτσι όπως έχουν οριστεί από τον ίδιο τον Δημιουργό.

Εφόσον ο αναγνώστης έχει υπόψιν τα παραπάνω θα καταλάβει ότι από την αρχή μέχρι και το τέλος του Κορανίου, όλα τα θέματα είναι συνδεδεμένα με το κεντρικό θέμα και ολόκληρο το βιβλίο αιτιολογεί και επιχειρηματολογεί για το κεντρικό του θέμα.

Το Κοράνι διατηρεί το ίδιο αντικείμενο ως άποψη, είτε περιγράφει την δημιουργία του ανθρώπου και του σύμπαντος, είτε αναφέρει γεγονότα από την ανθρώπινη ιστορία. Από την στιγμή που ο στόχος του Κορανίου είναι να καθοδηγήσει τον άνθρωπο, δηλώνει και συζητά πράγματα που έχουν σχέση με την καθοδήγηση του και την σωτηρία του. Αφήνει απέξω ασήμαντες και άσχετες λεπτομέρειες και επαναλαμβάνει το κεντρικό του θέμα ξανά και ξανά σε κάθε καινούριο θέμα που παρουσιάζει.

Οι ακόλουθες 5 αρχές πρέπει να λαμβάνονται υποψιν από τον καινούριο αναγνώστη του Κορανίου αν θέλει να αποφύγει την άσκοπη σύγχυση και τυχόν αποπροσανατολισμό.

  1.  Το βιβλίο(του Κορανίου) είναι μοναδικό στο είδος του σε όλο τον κόσμο
  2.  Το λογοτεχνικό ύφος του είναι εντελώς διαφορετικό από όλα τα άλλα βιβλία
  3.  Η θεματολογία του είναι μοναδική
  4.  Διάφορες ανθρώπινες έννοιες για το τι είναι ένα βιβλίο αποτελούν εμπόδιο για την κατανόηση του Κορανίου
  5. Οι μεταφράσεις απλά αποτελούν την μετάφραση των εννοιών. Δεν είναι Κοράνι αλλά επεξήγηση η εξήγηση των νοημάτων.

πηγή: Από το βιβλίο Usul Al Tafsir –Παρουσίαση και κεντρικό θέμα του Κορανίου– με προσωπικά σχόλια και εξηγήσεις

Οι δεκα ημερες του μηνα Δουλ Χιτζα

Άχμαντ Ελντίν

بـسـم الله والحـمـد لله والـصلاة والـسـلام عــلى رسـول الله، وبـعـد

Οι πρώτες 10 μέρες του Ισλαμικού μήνα Δούλ Χίτζα είναι οι καλύτερες μέρες για να λατρέψουμε τον Δημιουργό μας μιας και τις προτίμησε ο Ύψιστος από τις υπόλοιπες άλλες. Ο Ίμπν Αμπάς αφηγήθηκε ότι ο Προφήτης (ειρήνη και ευλογία σε αυτόν) είπε ότι οι ενάρετες πράξεις είναι πιο αγαπητές στον Αλλάχ σε αυτές τις ημέρες (Μπουχάρι, 2/457)

Επίσης, ο Άνας αφηγήθηκε ότι ο Προφήτης (ειρήνη και ευλογία σε αυτόν) είπε ότι υπάρχει μεγαλύτερη ανταμοιβή για τις καλές πράξεις που εκτελούνται σε αυτές τις ήμερες (Αντ-Ντάαριμι 1/357 – αυθεντικό στο αλ-ιρουα 3/398)

Πολλά άλλα κείμενα δείχνουν και μας αποδεικνύουν ότι αυτές οι 10 μέρες είναι καλύτερες από όλες τις άλλες ήμερες του χρόνου, χωρίς καμία εξαίρεση, ακόμα και από τις τελευταίες ήμερες του Ραμαζανίου. Όμως οι τελευταίες νύχτες του Ραμαζανίου είναι καλύτερες από τις πρώτες 10 μέρες του Δούλ Χίτζα διότι στις νύχτες του Ραμαζανίου έχουμε την νύχτα «κάντρ» οπου η νύχτα αυτή είναι καλύτερη και από 1000 μήνες λατρείας (Ταφσίρ Ίμπν Καθίρ, τόμος 5, σελ. 412)

Έτσι λοιπόν, σαν Μουσουλμάνοι, πρέπει να αρχίσουμε αυτές τις ήμερες με ειλικρινής μετάνοια και να ζητήσουμε συγχώρεση από τον Δημιουργό μας. Να κάνουμε αρκετές ενάρετες πράξεις, γενικά, και να προσπαθήσουμε όσο μπορούμε καλύτερα γίνεται να κάνουμε τα παρακάτω:

Νηστεία:

Να νηστέψουμε σε αυτές τις πρώτες 9 μέρες του μήνα Δούλ Χίτζα γιατί είναι Σούννα και επειδή ο Προφήτης Μουχάμαντ (ειρήνη και ευλογία σε αυτόν) μας ενθάρρυνε να κάνουμε καλές και ενάρετες πράξεις σε αυτές τις πρώτες ημέρες. Η νηστεία είναι μια από τις καλύτερες πράξεις που ο Αλλάχ την έχει διαλέξει για τον εαυτό Του όταν είπε: «Όλες οι πράξεις του υιού του Αδάμ είναι γιαυτόν εκτός από την νηστεία που είναι για Μένα και Εγώ θα την ανταμείψω (Μπουχάρι νούμερο 1805). Ο ίδιος ο Προφήτης συνήθιζε να νηστεύει τις πρώτες 9 ημέρες του Δούλ Χίτζα (Αν Νασάι, 4/205 και από τον Άμπου Νταούντ – αυθεντικό από τον Αλλάμα αλ Αλμπάνι στο Σαχίχ Άμπου Νταούντ, 2/462)

Απαγγέλλοντας συχνά Τακμπίρ, Ταχμίντ, Ταχλίλ και Τασμπίχ

Είναι Σούννα στις πρώτες 10 ημέρες του Δούλ Χίτζα να απαγγέλουμε Τακμπίρ, δηλαδή να λέμε Αλλάχου Άκμπαρ (Ο Αλλάχ είναι ο Μέγας), Να λέμε Ταχμίντ, δηλαδή Αλχάμντουλιλλα (όλη η δόξα ανήκει στον Αλλάχ). Να λέμε Ταχλίλ, δηλαδή Λα Ιλάχα Ίλα Αλλάχ (Δεν υπάρχει άλλος Θεός (άξιος λατρείας) εκτός από τον Αλλάχ) και να λέμε Τασμπίχ δηλαδή Σουμπχάναλλα (το μεγαλείο ανήκει στον Αλλάχ). Αυτά τα λόγια μπορούν να ειπωθούν στο τζαμί, στο σπίτι, στο δρόμο, και σε κάθε μέρος που επιτρέπεται η ενθύμηση του Αλλάχ.

Διαβάζουμε στο Κοράνι:

«Ώστε να αποκτήσουν καλές ωφέλειες και να αναφέρουν το όνομα του ΑΛΛΑΧ – στις ορισμένες Ημέρες» (Κοράνι 22:28)

Η πλειοψηφία των λογίων (Ουλεμά) εξηγούν το «στις ορισμένες Ημέρες» ότι είναι οι πρώτες 10 ήμερες του Δούλ Χίτζα (Μούσναντ του Ιμάμ Άχμαντ τόμος 7, σελ.224)

Κάνοντας Χάτζ και Ούμρα

Το Χάτζ είναι το υποχρεωτικό ετήσιο προσκύνημα γιαυτόν που είναι ικανός οικονομικά και φυσικά (υγιής) να το εκτελέσει σε συγκεκριμένη χρονική στιγμή (8,9,10,11,12,13 του μήνα Δούλ Χίτζα). Είναι η 5η κολώνα του Ισλάμ όπως είναι γνωστό από το χαντίθ του Γαβριήλ. Η Ούμρα από την άλλη είναι Σούννα, αλλά υπάρχει διαφωνία μεταξύ των λογίων για το αν είναι υποχρεωτική η όχι.   

Ουντχία  (Θυσιάζοντας το ζώο) 

Μια καλή και ενάρετη πράξη που φέρνει ένα άτομο «κοντά» στον Αλλάχ σε αυτές τις 10 ημέρες είναι η σφαγή ενός ζωντανού (κατσίκι, πρόβατο, αγελάδα η καμήλα) ως θυσία και έπειτα να φαγωθεί (και αν γίνεται να μοιραστεί ένα μέρος σε φτωχούς). Ο πιστός πρέπει να ψάξει ένα καλό, χοντρό και υγιής ζώο που θα ξοδέψει λεφτά σε αυτό για χάρη του Αλλάχ. Η σφαγή πρέπει να πραγματοποιηθεί την 10η μέρα του Δούλ Χίτζα, που είναι ημέρα γιορτής (ίντ αλ άντχα), μετά την προσευχή. (Φατάουα αλ Λάτζνα τόμος 11, σελ. 406)

Ας βιαστούμε λοιπόν να κάνουμε ότι μπορούμε καλύτερο μέσα σε αυτές τις 10 μέρες

—————————————————————

Στις 6 Οκτωβρίου 2013 θα είναι η πρώτη μέρα του μήνα Δούλ Χίτζα και στις 14 Οκτωβρίου 2013 θα είναι η 9η ημέρα του Δούλ Χίτζα οπου στο Προσκύνημα του Χάτζ οι προσκυνητές στέκονται στο βουνό Αραφα. Στης 15 Οκτωβρίου 2013 θα είναι η 10η ημέρα του Δούλ Χίτζα οπου σημαίνει η πρώτη ημέρα γιορτής για το Ιντ αλ Άντχα. Αυτές είναι οι ημερομηνίες, εκτός απρόοπτου, που προβλέπονται.

وصلى الله وسلم وبارك على نبينا محمد

πηγη ελληνες πιστοι της μονοφυσιτικης χριστιανικης αιρεσεως(σχολης) του μωαμεθ, ISLAM FOR GREEKS

(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)

Posted in PHILOSOPHICAL THEMES | Tagged , , , , | Leave a comment

4 GNOOSIS EXISTS THE THEIA SOPHIA GOVERNED BY THEIA BOYLEESIS&THEIA AGAPE

(BEING CONTINUED FROM 24/01/2020)

CHAPTER TWO 

THE BRAZEN ALTAR AND LAVER 

THE BRAZEN ALTAR was placed just inside the eastern gate, and it was used for the sacrifice 
of animals during the temple service. The idea of using bulls and goats as sacrifices seems barbaric 
to the modern mind, and we cannot realize that they could ever have had any efficacy in that respect. 
The Bible does indeed hear out this view of the matter, for we are told repeatedly that God desires 
not sacrifice but a broken spirit and a contrite heart, and that He has no pleasure in sacrifices of 
blood. In view of this fact it seems strange that sacrifices should ever have been commanded. But 
we must realize that no religion can elevate those whom it is designed to help if its teachings are too 
far above their intellectual or moral level. To appeal to a barbarian, religion must have certain 
barbaric traits. A religion of love could not have appealed to those people, therefore they were given 
a law which demanded "an eye for an eye, and a tooth for a tooth." There is not in the Old 
Testament any mention whatever of immortality, for these people could not have understood a 
heaven nor aspired to it. But they loved material possessions, and therefore they were told that if 
they did right they and their seed should dwell in the land forever, that their cattle should be 
multiplied, et cetera. 

They loved material possessions, and they knew that the increases of the flock were due to the 
Lord's favor and given by Him for merit. Thus they were taught to do right in the hope of a reward 
in this present world. They were also deterred from wrongdoing by the swift punishment which was 
meted out to them in retribution for their sins. This was the only way to reach them. They could not 
have done right for the sake of right, nor could they have understood the principle of making 
themselves "living sacrifices," and they probably felt the loss of an animal for sin as we would feel 
the pangs of conscience because of wrongdoing. 

The Altar was made of brass, a metal not found in nature, but made by man from copper and zinc. 
Thus it is symbolically shown that sin was not originally contemplated in our scheme of evolution 
and is an anomaly in nature as well as its consequences, pain and death, symbolized by the 
sacrificial victims. But while the Altar itself was made from metals artificially compounded, the fire 
which burned thereon unceasingly was of divine origin, and it was kept alive from year to year with 
the most jealous care. No other fire was ever used, and we may note with profit that when two 
presumptuous and rebellious priests dared to disregard this command and use strange fire, they met 
with an awful retribution and instant death. When we have once taken the oath of allegiance to the 
mystic Master, the HIGHER SELF, it is extremely dangerous to disregard the precepts then given. 

When the candidate appears at the eastern gate he is "poor, naked, and blind." He is at that 
moment an object of charity, needing to be clothed and brought to the light, but this cannot be done 
at once in the mystic Temple. 

During the time of his progress from the condition of nakedness until he has been clothed in the 
gorgeous robes of the high priest there is a long and difficult path to be traveled. The first lesson 
which he is taught is that man advances by sacrifices alone. In the Christian Mystic Initiation when 
the Christ washes the feet of His disciples, the explanation is given that unless the minerals 
decomposed and were offered us as embodiments for the plant kingdom, we should have no 
vegetation; also, did not the plant food furnish sustenance for the animals, these latter beings could 
not find expression; and so on, the higher is always feeding on the lower. Therefore man has a duty 
to them, and so the Master washes the feet of His disciples symbolically performing for them the 
menial service as a recognition of the fact that they have served Him as stepping-stones to 
something higher. 



Similarly, when the candidate is brought to the Brazen Altar, he learns the lesson that the animal 
is sacrificed for his sake, giving its body for food and its skin for clothing. Moreover, he sees the 
dense cloud of smoke hovering over the Altar and perceives within it a light, but that light is too 
dim, too much enshrouded in smoke, to be of permanent guidance to him. His spiritual eyes are 
weak, however, and it would not do to expose them at once to the light of greater spiritual truths. 

We are told by the apostle Paul that the Tabernacle in the Wilderness was a shadow of greater 
things to come. It may therefore be of interest and profit to see what is the meaning of this Brazen 
Altar, with its sacrifices and burning flesh, to the candidate who comes to the Temple in modern 
times. In order that we may understand this mystery, we must first grasp the one great and 
absolutely essential idea which underlies all true mysticism, viz., that these things are WITHIN and 
not without. Angelus Silesius says about the Cross: 

"Though Christ a thousand times in Bethlehem be born, 
And not within thyself thy soul will be forlorn. 
The Cross on Golgotha thou lookest to in vain, 
Unless within thyself it be set up again." 

This idea must be applied to every symbol and phase of mystic experience. It is not the Christ without that saves, but THE CHRIST WITHIN. The Tabernacle was built at one time; it is clearly 
seen in the Memory of Nature when the interior sight has been developed to a sufficient degree; but no one is ever helped by the outward symbol. We must build the Tabernacle within our own hearts 
and consciousness. We must live through, as an actual inner experience, the whole ritual of service there. We must become both the Altar of sacrifice and the sacrificial animal lying upon it. We must become both the priest that slays the animal and the animal that is slain. Later we must learn to identify ourselves with the mystic Laver, and we must learn to wash therein in spirit. Then we must 
enter behind the first veil, minister in the East Room, and so on through the whole Temple service till we BECOME the greatest of all these ancient symbols, the Shekinah Glory, or it will avail us 
nothing. In short, before the symbol of the Tabernacle can really help us, we must transfer it from the wilderness of space to a home in our hearts so that when we have become everything that that 
symbol is, we shall also have become that which it stands for spiritually. 

Let us then commence to build within ourselves the Altar of sacrifice, first that we may offer upon it our wrongdoings and then expiate them in the crucible of remorse. This is done under the modern system of preparation for discipleship by an exercise performed in the evening and scientifically designed by the Hierophants of the Western Mystery School for the advancement of the aspirant on the path which leads to discipleship. Other schools have given a similar exercise, but this one differs in one particular point from all previous methods. After explaining the exercises we shall also give the reason for this great and cardinal difference. This special method has such a far-reaching effect that it enables one to learn now not only the lessons which one should ordinarily learn in this life, but also attain a development which otherwise could not be reached until future lives. 

After retiring for the night the body is relaxed. This is very important, for when any part of the body is tense, the blood does not circulate unimpeded; part of it is temporarily imprisoned under 
pressure. As all spiritual development depends upon the blood, the maximum effort to attain soul growth cannot be made when any part of the body is in tension. 



When perfect relaxation has been accomplished, the aspirant to the higher life begins to review the scenes of the day, but he does not start with the occurrences of the morning and finish with the 
events of the evening. He views them in REVERSE order: first the scenes of the evening, then the events of the afternoon, and lastly the occurrences of the morning. The reason for this is that from 
the moment of birth when the child draws its first complete breath, the air which is inspired into the lungs carries with it a picture of the outside world, and as the blood courses through the left 
ventricle of the heart, each scene of life is pictured upon a minute atom located there. Every breath brings with it new pictures, and thus there is engraved upon that little seed atom a record of every 
scene and act in our whole life from the first breath to the last dying gasp. After death these pictures from the basis of our purgatorial existence. Under the conditions of the spirit world we suffer pangs of conscience so acute that they are unbelievable for every evil deed we have done, and we are thus discouraged from continuing on the path of wrongdoing. The intensity of the joys which we experience on account of our good deeds acts as a goad to spur us on the path of virtue in future lives. But in the post-mortem existence this panorama of life is reenacted in reverse order for the 
purpose of showing first the effects and then the causes which generated them that the spirit may learn how the law of cause and effect operates in life. Therefore the aspirant who is under the 
scientific guidance of the Elder Brothers of the Rosicrucians is taught to perform his evening exercise also in reverse order and to judge himself each day that he may escape the purgatorial 
suffering after death. But let it be understood that no mere perfunctory review of the scenes of the day will avail. It is not enough when we come to a scene where we have grievously wronged 
somebody that we just say, "Well, I feel rather sorry that I did it. I wish I had not done it." At that time we are the sacrificial animal lying upon the Alter of Burnt Offerings, and unless we can feel in 
our hearts the divinely enkindled fire of remorse burn to the very marrow of our bones because of our wrongdoings during the day, we are not accomplishing anything. 

During the ancient dispensation all the sacrifices were rubbed with salt before being placed upon the Altar of Burnt Offerings. We all know how it smarts and burns when we accidentally rub salt 
into a fresh wound. This rubbing of salt into the sacrifices in that ancient Mystery Temple symbolized the intensity of the burning which we must feel when we as living sacrifices place ourselves upon the Altar of Burnt Offerings. It is the feeling of remorse, of deep and sincere sorrow for what we have done, which eradicates the picture from the seed atom and leaves it clean and stainless, so that as under the ancient dispensation transgressors were justified when they brought to the Altar of Burnt Offerings a sacrifice which was there burnt, so we in modern times by scientifically performing the evening exercise of retrospection wipe away the record of our sins. It 
is a foregone conclusion that we cannot continue evening after evening to perform this living sacrifice without becoming better in consequence and ceasing, little by little, to do the things for 
which we are forced to blame ourselves when we have retired for the night. Thus, in addition to cleansing us from our faults this exercise elevates us to a higher level of spirituality than we could 
otherwise reach in the present life. 

It is also noteworthy that when anyone had committed a grievous crime and fled to the sanctuary, 
he found safety in the shadow of the Altar of sacrifice, for there only the divinely enkindled fire 
could execute judgment. He escaped the hands of man by putting himself under the hand of God. 
Similarly also, the aspirant who acknowledges his wrongdoing nightly by fleeing to the altar of 
living judgment thereby obtains sanctuary from the law of cause and effect, and "though his sins be 
as scarlet they shall be white as snow." 

THE BRAZEN LAVER 

The Brazen laver was a large basin which was always kept full of water. It is said in the Bible that it was carried on the backs of twelve oxen, also made of brass, and we are told that their hind parts were toward the center of the vessel. It appears from the Memory of Nature, however, that those animals were not oxen but symbolical representations of the twelve signs of the zodiac. Humanity was at that time divided into twelve groups, one group for each zodiacal sign. Each symbolic animal attracted a particular ray, and as the holy water used today in Catholic churches is magnetized by the priest during the ceremony of consecration, so also the water in this Laver was magnetized by the divine Hierarchies who guided humanity. 

There can be no doubt concerning the power of holy water prepared by a strong and magnetic personality. It takes on or absorbs the effluvia from his vital body, and the people who use it 
become amenable to his rule in a degree commensurate to their sensitiveness. Consequently the Brazen La vers in the ancient Atlantean mystery Temples, where the water was magnetized by 
divine Hierarchs of immeasurable power, were a potent factor in guiding the people in accordance with the wishes of these ruling powers. Thus the priests were in perfect subjection to the mandates 
and dictates of their unseen spiritual leaders, and through them the people were made to follow blindly. It was required of the priests that they wash their hands and feet before going into the 
Tabernacle proper. If this command was not obeyed, death would follow immediately on the priest entering into the Tabernacle. We may therefore say that as the keyword of the Brazen Altar was 
"justification" so the central idea of the Brazen Laver was "consecration." 

"Many are called but few are chosen." We have the example of the rich young man who came to Christ asking what he must do to be perfect. He asserted that he had kept the law, but when Christ gave the command, "Follow me," he could not, for he had many riches which held him fast as in a vise. Like the great majority he was content if he could only escape condemnation, and like them he was too lukewarm to strive for commendation merited by service. The Brazen Laver is the symbol 
of sanctification and consecration of the life to service. As Christ entered upon His three years' ministry through the baptismal waters, so the aspirant to service in the ancient Temple must sanctify 
himself in the sacred stream which must sanctify himself in the sacred stream which flowed from the Molten Sea. And the mystic Mason endeavoring to build a temple "without sound of hammer" 
and to serve therein must also consecrate himself and sanctify himself. He must be willing to give up all earthly possessions that he may follow the CHRIST WITHIN. Though he may retain his 
material possessions he must regard them as a sacred trust to be used by him as a wise steward would use his master's possessions. And we must be ready in everything to obey this Christ within 
when he says, "Follow me," even though the shadow of the Cross looms darkly at the end, for without this utter abandonment of the life to the Light, to the higher purposes, there can be no progress. Even as the Spirit descended upon Jesus when he arose from the baptismal water of consecration, so also the mystic Mason who bathes in the Laver of the Molten Sea begins dimly to hear the voice of the Master within his own heart teaching him the secrets of the Craft that he may use them for the benefit of others. 

(to be continued)

SOURCE https://www.rosicrucian.com/

Posted in PHILOSOPHICAL THEMES | Tagged , , , , , , , , | Leave a comment

ΜΥΘΗΜΙ ΟΠΩΣ ΛΕΓΩΜΕΝ ΙΣΗΜΕΡΟΝ ΙΣΤΟΡΕΙΝ (α)

ΚΙΝΥΡΑΣ
ΜΕΛΕΤΗ ΣΤΟΝ ΑΡΧΑΙΟ ΚΥΠΡΙΑΚΟ ΜΥΘΟ

ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Ο πλούτος της σχετικής με τον Κινύρα αρχαίας παράδοσης προσέλκυσε το ερευνητικό ενδιαφέρον μου, μετά από μια σειρά Μεταπτυχιακών Σεμιναρίων για την Αρχαία Κυπριακή Γραμματεία, παράλληλα με τις σπουδές μου τον ίδιο καιρό (1992 κε.) στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών και την παρακολούθηση ενός μαθήματος που είχε ως θέμα την Προϊστορική Αρχαιολογία της Κύπρου. Τα διαβάσματα αυτά με έφεραν σε μια πρώτη ουσιαστική επαφή τόσο με την πνευματική κληρονομιά όσο και με τους πολιτιστικούς θησαυρούς της αρχαίας Κύπρου.
Η επιστημονική έρευνα γύρω από ένα πρόσωπο που περιβάλλεται από την αχλύ του μύθου δεν είναι εύκολο εγχείρημα, και μάλιστα, όταν αυτή η έρευνα διενεργούμενη σε επίπεδο διδακτορικής διατριβής πρέπει να διεκδικεί και στοιχεία πρωτοτυπίας. Εδώ ο ερευνητής δεν έχει στα χέρια του αδιάσειστα ιστορικά τεκμήρια, δεν έχει κείμενα του ίδιου του προσώπου, δεν ασχολείται, έστω, με ένα ορισμένο λογοτεχνικό είδος. Σε αυτού του είδους τις εργασίες το βασικό υλικό του μελετητή αποτελείται από ποικίλες και αληθοφανείς ή απίστευτες ιστορίες που τις έχουν διηγηθεί μεταγενέστεροι συγγραφείς (ποιητές, ιστορικοί, μυθογράφοι, φιλόλογοι κ.ά.), οι οποίοι το πιθανότερο είναι να στηρίχθηκαν μόνο σε φήμες και παραδόσεις.
Για την ολοκλήρωση της παρούσας έρευνας είχα την αμέριστη στήριξη και αρωγή της Τριμελούς Συμβουλευτικής Επιτροπής: του εισηγητή του θέματος και επιβλέποντος Καθηγητή κ. Ανδρέα Βοσκού, του Καθηγητή κ. Ιωάννη Προμπονά και της Καθηγήτριας κ. Γεωργίας Ξανθάκη‐Καραμάνου. Κατ᾿ αρχήν, θα ήθελα να ομολογήσω ότι αισθάνομαι τυχερή, διότι είχα τη σπάνια ευκαιρία να έχω καθοδηγητές μου τρεις καταξιωμένους πανεπιστημιακούς δασκάλους και αναγνωρισμένους ευρύτερα φιλολόγους. Το αυξημένο κύρος τους, όμως, δεν με καθησύχασε· αντίθετα, με κράτησε σε διαρκή αγωνία να εκπονήσω, κατά το μέτρο των δυνατοτήτων μου πάντα, μια μελέτη όσο το δυνατόν αντάξια των υψηλών προσδοκιών τους. Θέλω να εκφράσω την ευγνωμοσύνη μου για την ανεκτίμητη βοήθειά τους. Οφείλω, βεβαίως, να διευκρινίσω ότι για τις τυχόν παραλείψεις, τις υπερβολές και τα λάθη της διατριβής υπόλογη είμαι, αποκλειστικά και μόνο, εγώ η συγγραφέας.
Επίσης, πρέπει να ευχαριστήσω θερμά την Επίκουρη Καθηγήτρια κ. Σοφία Παπαϊωάννου και τη Λέκτορα κ. Γραμματική Κάρλα, οι οποίες, μολονότι δεν ήταν υποχρεωμένες, είχαν την ευγενική καλοσύνη και την υπομονή να διαβάσουν ολόκληρη την εργασία, πριν αυτή πάρει την τελική της μορφή, και να μου υποδείξουν διορθώσεις και αλλαγές. Οι περισσότερες από τις εύστοχες υποδείξεις τους λήφθηκαν υπ᾿ όψιν και συνέβαλαν κατά πολύ στη βελτίωση του περιεχομένου και της μορφής της διατριβής.

Άμεση, όταν του ζητήθηκε, ήταν και η συνδρομή του Αναπληρωτή Καθηγητή κ. Νικολάου Γεωργαντζόγλου στην ερμηνεία ενός σημαντικού για την εργασία πινδαρικού χωρίου. Ενθαρρυντικός παράγοντας για την πρόοδο της έρευνας ήταν το ενδιαφέρον και οι συμβουλές του Αναπληρωτή Καθηγητή κ. Αμφιλοχίου Παπαθωμά. Οφείλω να ευχαριστήσω και τους δύο για τον χρόνο που εγκάρδια διέθεσαν.
Ακόμη, θέλω να εκφράσω τις ευχαριστίες μου στη διδάκτορα Ναταλία Τζένου και στους υποψήφιους διδάκτορες Γεωργία Κατσαγάνη και Ιωάννη Λεονάρδο για τη φιλική συνεργασία τους και την εποικοδομητική ανταλλαγή απόψεων που είχαμε, στο εκλεκτό προσωπικό του Σπουδαστηρίου Κλασσικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών για την πάντοτε πρόθυμα προσφερόμενη εξυπηρέτηση, στους συναδέλφους μου από το 3ο Ενιαίο Λύκειο Αλίμου, στους μαθητές μου και στους φίλους μου για το ειλικρινές ενδιαφέρον τους.
Τέλος, η εργώδης προσπάθειά μου δεν θα είχε ευοδωθεί, αν δεν είχα από την αρχή μέχρι το τέλος την ηθική συμπαράσταση της οικογένειάς μου και τη σύμπνοια των δικών μου ανθρώπων. Ιδιαίτερα οφείλω να μνημονεύσω τον σύζυγό μου Αντώνη Μητσέα για τη συνεχή παρότρυνση, καθώς και τα παιδιά μου για την υποδειγματική υπομονή που επέδειξαν σε δύσκολες και απαιτητικές στιγμές της όλης διαδικασίας.
Αθήνα, Οκτώβριος 2009

ΣΥΝΤΟΜΟΓΡΑΦΙΕΣ
Ι. Συντομογραφίες αρχαίων συγγραφέων και έργων
Αθήν. = Αθήναιος
Αιλιαν. = Κλαύδιος Αιλιανός
Ἰδιότ. ζῴων = Περὶ ζῴων ἰδιότητος
Αισχ. = Αισχύλος
Ἱκέτ. = Ἱκέτιδες
Παλαμ. = Παλαμήδης
[Αλκιδ.] = [Αλκιδάμας]
Ὀδ. = Ὀδυσσεὺς κατὰ Παλαμήδους προδοσίας
Αλκμ. = Αλκμάν
Ανακρ. = Ανακρέων
Ἀνθ. Παλ. = Ἀνθολογία Παλατινή
Anth. Lat. = Anthologia Latina
Αντίμ. = Αντίμαχος ο Κολοφώνιος
Αντιφάν. = Αντιφάνης
Ἄδων. = Ἄδωνις
Ὁμοπ. = Ὁμοπάτριοι
Στρατ. = Στρατιώτης ἢ Τύχων
Αντων. Λιβ. = Αντωνίνος Λιβεράλις
Μετ. = Μεταμορφώσεων συναγωγή
*Απολλόδ. = Ψευδο‐Απολλόδωρος
Βιβλ. = Βιβλιοθήκη
Ἐπιτ. = Ἐπιτομή
Απολλωνίδ. = Απολλωνίδης
Append. proverb. = Appendix proverbiorum
Αραρ. = Αραρώς
Αριστοτ. = Αριστοτέλης
Περὶ ψυχ. = Περὶ ψυχῆς
Αριστοφ. = Αριστοφάνης
Λυσ. = Λυσιστράτη
Ὄρν. = Ὄρνιθες
Arnob. = Arnobius
Adv. nat. = Adversus nationes
Αρποκρ. = Αρποκρατίων, ο γραμματικός
Αρσέν. = Αρσένιος αρχιεπίσκοπος Μονεμβασίας, ο παροιμιογράφος (ή Αριστόβουλος Αποστόλιος)
Ἀποφθ. = Ἀποφθέγματα
Αρχίλ. = Αρχίλοχος
Aus. = Decimus Magnus Ausonius Burdigalensis

Epigr. = Epigrammata Ausonii de diversis rebus
Epist. = Epistulae
Βί. Σμυρν. = Βίων ο Σμυρναίος
Ἐπιτ. Ἀδών. = Ἐπιτάφιος Ἀδώνιδος
Γαλην. = Κλαύδιος Γαληνός
Περὶ ἰδ. παθ. = Περὶ διαγνώσεως καὶ θεραπείας τῶν ἐν τῇ ἑκάστου ψυχῇ ἰδίων παθῶν
Γοργ. = Γοργίας
Ὑπὲρ Παλαμ. = Ὑπὲρ Παλαμήδους ἀπολογία
Catull. = Gaius Valerius Catullus
Cic. = Marcus Tullius Cicero
Tusc. = Tusculanae disputationes
Cinn. = Helvius Cinna
Zmyrn. = Zmyrna
Cir. = Ciris
Claud. = Claudius Claudianus
In Eutr. = In Eutropium II Praefatio
Colum. = Lucius Junius Moderatus Columella
De re rust. = De re rustica
Δημόδ. = Δημόδοκος ο Λέριος
Δίκτ. = Δίκτυς ο Κρητικός
Διογ. Λαέρτ. = Διογένης ο Λαέρτιος
Φιλ. βί. = Φιλοσόφων βίων καὶ δογμάτων συναγωγή
Διογενιαν. = Διογενιανός
Διόδ. Σικ. = Διόδωρος ο Σικελιώτης
Διον. = Διονύσιος, ο επικός
Βασσ. = Βασσαρικά
Διον. Περιηγ. = Διονύσιος ο Περιηγητής
Διον. Τραγ. = Διονύσιος ο Τραγικός
Ἄδων. = Ἄδωνις
Διοσκ. = Διοσκορίδης, ο επιγραμματοποιός
Διοσκ. Πεδ. = Διοσκορίδης Πεδάνιος Αναζαρβεύς
Εὐπόρ. = Εὐπόριστα
Ὕλ. ἰατρ. = Περὶ ὕλης ἰατρικῆς
Δί. Κάσσ. = Δίων ο Κάσσιος
Ῥωμ. ἱστ. = Ῥωμαϊκαὶ ἱστορίαι
Δί. Χρυσ. = Δίων ο Χρυσόστομος
Περὶ ἀρετ. = Περὶ ἀρετῆς
Περὶ τύχ. β΄ = Περὶ τύχης δεύτερος
Εβδομήκ. = Εβδομήκοντα
Βασιλ. = Βασιλεῖς
Γένεσ. = Γένεσις
Εμπεδ. = Εμπεδοκλής
Enn. = Quintus Ennius
Euh. = Euhemerus sive sacra historia
Etym. Gen. = Εtymologicum Genuinum
Etym. Gud. = Etymologicum Gudianum

Etym. Magn. = Etymologicum Magnum
Εύβουλ. = Εύβουλος
Ἄστυτ. = Ἄστυτοι
Ευρ. = Ευριπίδης
Βάκχ. = Βάκχαι
Παλαμ. = Παλαμήδης
Φαέθ. = Φαέθων
Ευσέβ. = Ευσέβιος
Εὐαγγ. προπ. = Εὐαγγελικὴ προπαρασκευή
Ευστ. = Ευστάθιος αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης
Διον. Περιηγ. = Παρεκβολαὶ εἰς Διονύσιον τὸν Περιηγητήν
Ὁμ. Ἰλ. = Παρεκβολαὶ εἰς τὴν Ὁμήρου Ἰλιάδα
Ὁμ. Ὀδ. = Παρεκβολαὶ εἰς τὴν Ὁμήρου Ὀδύσσειαν
Firm. Matern. = Iulius Firmicus Maternus
De err. = De errore profanarum religionum
Fulgent. = Fabius Planciades Fulgentius Afer
Mythol. = Mythologiarum libri tres
Ηρόδ. = Ηρόδοτος
Ηρωδιαν. = Ηρωδιανός
Περὶ καθ. προσῳδ. = Περὶ καθολικῆς προσῳδίας
Ησ. = Ησίοδος
Θεογ. = Θεογονία
Ησύχ. = Ησύχιος
Hyg. = Gaius Iulius Hyginus
Fab. = Fabulae
Θεμίστ. = Θεμίστιος
Εἰς Κωνστάντ. = Εἰς τὸν αὐτοκράτορα Κωνστάντιον
Χαριστ. = Χαριστήριος τῷ αὐτοκράτορι ὑπὲρ τῆς εἰρήνης καὶ τῆς ὑπατείας τοῦ στρατηγοῦ Σατορνίνου
Θεόδ. = Θεόδωρος
Θεόδ. Υρτ. = Θεόδωρος Υρτακηνός
Ἐπὶ θαν. Μιχ. Παλαιολ. = Μονῳδία ἐπὶ θανάτῳ τοῦ ἀοιδίμου βασιλέως κύρου Μιχαὴλ Παλαιολόγου
Θεοδώρητ. = Θεοδώρητος επίσκοπος Κύρρου
Ἑλλην. θερ. παθ. = Ἑλληνικῶν θεραπευτικὴ παθημάτων
Θεόκρ. = Θεόκριτος
Εἰδύλλ. = Εἰδύλλια
Θεόπομπ. = Θεόπομπος
Θεόφρ. = Θεόφραστος
Περὶ ὀσμ. = Περὶ ὀσμῶν
Περὶ λίθ. = Περὶ λίθων
Θουκυδ. = Θουκυδίδης
Ιάμβλ. = Ιάμβλιχος, ο φιλόσοφος
Προτρ. = Προτρεπτικός
Ιμέρ. = Ιμέριος
Λόγ. = Λόγοι
Ιουλιαν. = Φλάβιος Κλαύδιος Ιουλιανός, ο αυτοκράτορας

Ἐπιστ. = Ἐπιστολαί
Isid. = Isidorus Hispalensis
Orig. = Etymologiae sive Origines
Ίστρ. = Ίστρος ο Πάφιος
Iust. = Marcus Iunianus Iustinus
Epit. Hist. Phil. = Epitoma Historiarum Philippicarum Pompei Trogi
Ιωάνν. Λυδ. = Ιωάννης Λαυρέντιος ο Λυδός
Περὶ μην. = Περὶ μηνῶν
Ιώσηπ. = Φλάβιος Ιώσηπος
Ἰουδ. ἀρχ. = Ἰουδαϊκὴ ἀρχαιολογία
Κεδρ. = Γεώργιος Κεδρηνός
Σύν. ἱστ. = Σύνοψις ἱστοριῶν ἀρχομένη ἀπὸ κτίσεως κόσμου καὶ μέχρι τῆς βασιλείας Ἰσαακίου τοῦ Κομνηνοῦ, συλλεγεῖσα ἐκ διαφόρων βιβλίων
Κλέαρχ. Σολ. = Κλέαρχος ο Σολεύς
Κλήμ. Αλεξ. = Κλήμης ο Αλεξανδρεύς
Παιδαγ. = Παιδαγωγός
Προτρ. = Προτρεπτικὸς πρὸς Ἕλληνας
Στρωμ. = Στρωματεῖς
Κλήμ. Ρώμ. = Κλήμης επίσκοπος Ρώμης
Ὁμιλ. = Ὁμιλίαι
Κορνούτ. = Koρνούτος
Περὶ θ. φύσ. = Περὶ τῆς τῶν θεῶν φύσεως
Κρατ. = Κρατίνος
Κύπρ. = Κύπρια
Κύριλλ. Αλεξ. = Κύριλλος αρχιεπίσκοπος Αλεξανδρείας
Ἠσ. = Ὑπόμνημα εἰς Ἠσαΐα
Κωνστ. Πορφ. = Κωνσταντίνος ο Πορφυρογέννητος
Περὶ θεμ. = Περὶ τῶν θεμάτων
Lactant. = Lucius Caecilius Firmianus Lactantius
Div. Instit.= Divinae Institutiones
Lactant. Plac. = Lactantius Placidus
Narr. fab.= Narrationes fabularum ovidianarum
Λιβάν. = Λιβάνιος
Ἐπιστ. = Ἐπιστολαί
Λόγ. = Λόγοι
Λουκιαν. = Λουκιανός
Ἀληθ. ἱστ. = Ἀληθὴς ἱστορία
Λεξιφ. = Λεξιφάνης
Περὶ ὀρχ. =Περὶ ὀρχήσεως
Περὶ Συρ. θ. = Περὶ τῆς Συρίης θεοῦ
Ῥητ. διδ. = Ῥητόρων διδάσκαλος
Lucan. = Marcus Annaeus Lucanus
De bell. civ. = De bello civili vel Pharsalia
Λυκόφρ. = Λυκόφρων
Ἀλεξ. = Ἀλεξάνδρα
Λυρ. Ἀδέσπ. = Λυρικά Ἀδέσποτα
Macrob. = Ambrosius Theodosius Macrobius

Sat. = Saturnalia
Μartial. = Marcus Valerius Martialis
Epigr. = Epigrammata
Μαρτύρ. Ἰγνατ. Ἀντιοχ. = Μαρτύριον Ἰγνατίου Ἀντιοχείας
Modest. = Herennius Modestinus
Myth. Vat. = Mythographi Vaticani
Nemes. = Marcus Aurelius Olympius Nemesianus
Cyn. = Cynegetica
Νίκανδρ. = Νίκανδρος
Νικοφ. = Νικοφών
Ἄδων. = Ἄδωνις
Νόνν. = Νόννος
Διον. = Διονυσιακά
*Νόνν. = Ψευδο‐Νόννος
Σχόλ. μυθ. = Σχόλια μυθολογικά
*Ξενοφ. = Ψευδο‐Ξενοφών
Ξενοφ. Κύπρ. = Ξενοφών ο Κύπριος
Όμ. = Όμηρος
Ἰλ. = Ἰλιάς
Ὀδ. = Ὀδύσσεια
Α, Β κ.λπ.: βιβλία της Ἰλιάδος
α, β κ.λπ.: βιβλία της Ὀδυσσείας
Ομ. ύμν. = Ομηρικοί ύμνοι
Εἰς Ἀφρ. = Εἰς Ἀφροδίτην
Εἰς Ἑρμ. = Εἰς Ἑρμῆν
Ορφ. = Ορφικά
Ἀργ. = Ἀργοναυτικά
Ὕμν. = Ὕμνοι
Οv. = Publius Ovidius Naso
Fast. = Fasti
Her. = Heroides
Met. = Metamorphoses
Παν. = Πανύασσις
Πάρ. μάρμ. = Πάριον μάρμαρον
Παρθ. = Παρθένιος
Πασχ. Χρον. = Πασχάλιον Χρονικόν
Παυσ. = Παυσανίας
Πίνδ. = Πίνδαρος
Νεμ. = Νεμεόνικοι
Παρθ. = Παρθένεια
Πυθ. = Πυθιόνικοι
Πλάτ. = Πλάτων
Νόμ. = Νόμοι
Συμπ. = Συμπόσιον
Πλάτ. Κωμ. = Πλάτων ο Κωμικός
Ἄδων. = Ἄδωνις
Plin. = Gaius Plinius Secundus

Nat. hist. = Naturalis historia
Πλούτ. = Πλούταρχος
Ἠθ. = Ἠθικά
Θησ. = Θησεύς
Κάτ. = Κάτων ὁ Νεώτερος
Μάρκελλ.= Μάρκελλος
Περὶ Ἀλεξ. τύχ. = Περὶ τῆς Ἀλεξάνδρου τύχης ἢ ἀρετῆς λόγος
Συναγ. παραλλ. = Συναγωγὴ ἱστοριῶν παραλλήλων Ἑλληνικῶν καὶ Ῥωμαϊκῶν
Πορφύρ. = Πορφύριος
Περὶ ἀποχ. = Περὶ ἀποχῆς
Πράξ. = Πράξιλλα
Prob. = Marcus Valerius Probus
Comm. in Verg. Ecl. = In Vergilii Eclogas Commentarium
Προκόπ. = Προκόπιος μητροπολίτης Γάζης
Ἐπιστ. = Ἐπιστολαί
Ἠσ. = Ὑπόμνημα εἰς Ἠσαΐα
Prop. = Sextus Propertius
Πτολεμ. Μεγαλ. = Πτολεμαίος ο Μεγαλοπολίτης
Πτολεμ. Φιλοπ. = Πτολεμαίος ο Φιλοπάτωρ
Ἄδων. = Ἄδωνις
Quint. = Marcus Fabius Quintilianus
Instit. = Institutionis Oratoriae
Ρούφ. = Γάιος Μουσώνιος Ρούφος
Frag. min. = Fragmenta minora
Σαπφ. = Σαπφώ
Serv. = Maurus Servius Honoratus
Comm. in Verg. Aen. = In Vergilii Aeneiadam Commentarium
Comm. in Verg. Ecl. = In Vergilii Eclogas Commentarium
Comm. in Verg. Georg. = In Vergilii Georgica Commentarium
De cent. metr. = De centum metris
Σκόλ. Ἀλφ. = Σκόλια Ἀλφαβητικά
Σκύλ. = Σκύλαξ ο Καρυανδεύς
Σοῦδ. = Σοῦδα
Σοφ. = Σοφοκλής
Θαμ. = Θαμύρας
Ναύπλ. = Ναύπλιος
Παλαμ. = Παλαμήδης
Stat. = Publius Papinius Statius
Silv. = Silvae
Στέφ. Βυζ. = Στέφανος ο Βυζάντιος
Στησίχ. = Στησίχορος
Στοβ. = Ιωάννης ο Στοβαίος
Στράβ. = Στράβων
Suet. = Gaius Suetonius Tranquillus
Cal. = Caligula (De vita Caesarum)
Cat. = Cato (De vita Caesarum)
De gramm. = De grammaticis (De viris illustribus)

Tit. = Titus (De vita Caesarum)
Σχόλ. Διον. Περιηγ. = Σχόλια εἰς Διονύσιον Περιηγητήν
Σχόλ. Εὐρ. Ἀνδρ. = Σχόλια εἰς Εὐριπίδου Ἀνδρομάχην
Σχόλ. Θεόκρ. = Σχόλια εἰς Θεόκριτον
Σχόλ. Κλήμ. Ἀλεξ. = Σχόλια εἰς Κλήμεντος Ἀλεξανδρέως Προτρεπτικὸν πρὸς Ἕλληνας καὶ Παιδαγωγὸν
Σχόλ. Νικάνδρ. Θηρ. = Σχόλια εἰς Νικάνδρου Θηριακά
Σχόλ. Ὁμ. Ἰλ. = Σχόλια εἰς Ὁμήρου Ἰλιάδα
Σχόλ. Ὁμ. Ὀδ. = Σχόλια εἰς Ὁμήρου Ὀδύσσειαν
Σχόλ. Πινδ. Νεμ. = Σχόλια εἰς Πινδάρου Νεμεονίκους
Σχόλ. Πινδ. Πυθ. = Σχόλια εἰς Πινδάρου Πυθιονίκους
Σχόλ. Πλάτ. Ἱππ. Μείζ. = Σχόλια εἰς Πλάτωνος Ἱππίαν Μείζονα
Tac. = Cornelius Tacitus
Agr. = Agricola
Ann. = Annales
Hist. = Historiae
Τατιαν. = Τατιανός
Πρὸς Ἕλλ. = Πρὸς Ἕλληνας
Ter. = Publius Terentius Afer
Adelph. = Adelphi
Τζέτζ. = Ιωάννης Τζέτζης
Ἀλληγ. Ἰλ. = Ἀλληγορίαι Ἰλιάδος
Χιλ. = Βίβλος ἱστορική, Χιλιάδες
[Τζέτζ.] = [Ιωάννης Τζέτζης]
Λυκόφρ. = Σχόλια εἰς Λυκόφρονα (Εἰς τὸν Λυκόφρονα Σχόλια Ἰσαακίου γραμματικοῦ τοῦ Τζέτζου)
Τραγ. Ἀδέσπ. = Τραγικὰ Ἀδέσποτα
Τυρτ. = Τυρταίος
Verg. = Publius Vergilius Maro
Aen. = Aeneis
Ecl. = Eclogae ή Bucolica
Φιλιππίδ. = Φιλιππίδης
Ἀδωνιάζ. = Ἀδωνιάζουσαι
Φιλοστέφ. = Φιλοστέφανος ο Κυρηναίος
Φιλόστρ. = Φιλόστρατος
Εἰκ. = Εἰκόνες
Φώτ. = Φώτιος
Βιβλ. = Βιβλιοθήκη
Λέξ. = Λέξεων συναγωγή
Χαρίτ. = Χαρίτων ο Αφροδισιεύς
Xρυσοκέφ. = Μακάριος Χρυσοκέφαλος, ο παροιμιογράφος
Παροιμ. = Παροιμίαι

ΙΙ. Συντομογραφίες περιοδικών
ABSA
The Annual of the British School at Athens. Athens‐London, British School at Athens.
AC
L᾿ Antiquité Classique. Bruxelles.
Ἀθηνᾶ
Ἀθηνᾶ: Σύγγραμμα περιοδικὸν τῆς ἐν Ἀθήναις Ἐπιστημονικῆς Ἑταιρείας. Ἀθῆναι, Τυπ. Μυρτίδου.
AJPh
American Journal of Philology. Baltimore (Md.), John Hopkins University Press.
APh
L᾿ Année Philologique. Bibliographie critique et analytique de l᾿ antiquité greco‐latine. Paris, Les Belles Lettres.
BCH
Bulletin de Correspondance Hellénique. Αthènes, École française d᾿ Athènes. Paris, de Boccard.
BCO
Bibliotheca Classica Orientalis. Documentation der altertumwiss. Literatur der Sowjetunion und der Länder der Volksdemokratien. Berlin, Akademie‐Verlag.
BICS
Bulletin of the Institute of Classical Studies. London, University of London, Institute of Classical Studies.
BIFG
Bolletino dell᾿ Istituto di Filologia Greca dell᾿ Università di Padova, Roma.
CCEC
Cahiers / Centre d᾿ Études Chypriotes. Paris, de Bocard.
CΕΑ
Cahiers des Études Anciennes. Montréal, Pr. de l᾿ Univ. du Québec.
CJ
The Classical Journal. Ashland (Va.), Randolph‐Macon College, Depatment of Classics, Classical Association of the Middle West and South.
CQ
Classical Quarterly. Oxford, Oxford University Press.
F&F
Filomata
Forschungen und Fortschritte. Berlin, Akademie‐Verlag.
Filomata. Kraków, Państwowe Wydawn. Naukowe.
FO
Folia Orientalia. Kraków, Państwowe Wydawn. Naukowe.
Glotta
Glotta: Zeitschrift für griechische und lateinische Sprach. Göttingen, Vandenhoeck & Ruprecht.
G&R
Greece & Rome. Oxford, Clarendon Press.
Helios
Helios: A Journal devoted to critical and methodological studies of classical culture, literature and society. Lubbock (Tex.), Texas Tech University Press.
Hermes
Hermes: Zeitschrift für Klassische Philologie. Stuttgart, Steiner.
HSPh
Harvard Studies in Classical Philology. Cambridge (Mass.), Harvard University Press.
InvLuc
JANER
Invigilata Lucernis. Bari, Edipuglia.
Journal of Ancient Near Eastern Religion. Leiden, Brill.
JAOS
Journal of the American Oriental Society. Ann Arbor (Mich.), University of Michigan, Hatcher Graduate Library, American

JHS
The Journal of Hellenic Studies. London, Society for the Promotion of Hellenic Studies.
JSS
Journal of Semitic Studies. London.
Kernos
Kernos: revue internationale et pluridisciplinaire de religion grecque antique. Liège‐Athènes, Centre international d᾿ étude de la religion grecque antique.
ΚυΣπ
Κυπριακαὶ Σπουδαί: Δελτίον τῆς Ἑταιρείας Κυπριακῶν Σπουδῶν. Λευκωσία, Ἑταιρεíα Κυπριακῶν Σπουδῶν.
LAMA
LAMA: documents du Centre de recherches comparatives sur les langues de la Méditerranée ancienne. Nice, Université de Nice, Faculté des letters.
Métis
Métis: anthropologie des mondes grecs ancien: histoire, philologie, archéologie. Paris, E. H. E. S. S. Athènes, Daedalus.
MH
Museum Helveticum: schweizerische Zeitschrift für Klassische Altertumswissenschaft= revue suisse pour l᾿ étude de l᾿ antiquité classique. Basel, Schwabe.
MIO
Mitteilungen des Instituts für Orientforschung. Deutsche Akademie der Wissenschaften zu Berlin. Berlin
MUSJ
Mélanges de l᾿ Université Saint‐Joseph. Beyrouth, Dar el‐Machreq.
ΟΝΟΜΑΤΑ
ΟΝΟΜΑΤΑ: Revue d᾿ Onomastique Grecque. Athènes.
OpArch
ΠΑΑ
Opuscula Archaeologica: Skrifter utgivna av Svenska Institutet i Rom.
Πρακτικά τῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν. Ἀθῆναι, Ἀκαδημία Ἀθηνῶν.
PAPhS
Proceedings of the American Philosophical Society. Philadelphia (Pa.), American Philosophical Society.
Παρουσία
Παρουσία: Εκπαιδευτικό περιοδικό της ΟΕΛΜΕΚ Κύπρου.
Philologus
Philologus: Zeitschrift für Klassische Philologie. Berlin, Akademie Verlag.
Phoenix
Phoenix: Journal of the Classical Association of Canada. Toronto, University of Toronto Press.
Πλάτων
Πλάτων: Περιοδικὸ τῆς Ἑταιρείας Ἑλλήνων Φιλολόγων. Ἀθῆναι, Ἑταιρεία Ἑλλήνων Φιλολόγων.
PP
La Parola del Passato: Rivista di Studi antichi. Napoli, Macchiaroli.
Prometheus
Prometheus: rivista quadrimestrale di studi classici. Firenze, Ed. della Associazione Culturale Filologi Amici di Prometheus.
RA
Revue archéologique. Paris, Pr. Universitaires de France.
RCCM
Rivista di cultura classica e medioevale. Roma, Istituti Editoriali e Poligrafici Internazionali.
RDAC
Report of the Department of Antiquities of Cyprus. Nicosia, Cyprus Archaeological Museum, Department of Antiquities.
RhM
SIFC
Rheinisches Museum für Philologie. Frankfurt am Main, Sauerländer.
Studi Italiani di Filologia Classica. Firenze, Le Monnier.

SMEA
Studi Micenei ed Egeo‐Anatolici. Roma, Istituto per gli Studi Micenei ed Egeo‐Anatolici, Edizioni dell᾿ Ateneo.
Στασῖνος
Στασῖνος: Δελτίον τοῦ Συνδέσμου Ἑλλήνων Φιλολόγων Κύπρου. Λευκωσία, Σύνδεσμος Ἑλλήνων Φιλολόγων Κύπρου.
Syria
Syria: revue d᾿ art oriental et d᾿ archéologie. Beyrouth, Institut français d᾿ archéologie du Proche‐Orient.
TAPhA
Transactions of the American Philological Association. Baltimore (Md.), John Hopkins University Pr.
ΙΙΙ. Συντομογραφίες όρων
αγγλ.: αγγλικός
αι.: αιώνας / αιώνες
αιγυπτ.: αιγυπτιακός
αιθιοπ.: αιθιοπικός
αιολ.: αιολικός
al.: alii
ανωτ.: ανωτέρω
απ.: απόσπασμα / αποσπάσματα
αρ.: αριθμός
αυτ.: αυτόθι
Bde: Bände
βιενν.: βιεννέζικος
βλ.: βλέπε
δηλ.: δηλαδή
δωρ.: δωρικός
εβλαϊτ.: εβλαϊτικός
εβρ.: εβραϊκός
ed.: editor
eds.: editores
εικ.: εικόνα
έκδ.: έκδοση
επίθ.: επίθετο
F, fr.: fragmentum / fragmenta
ιων.: ιωνικός
Κ.: Κινύρας
κ.ά.: και άλλοι
κ.α.: και αλλού
κατωτ.: κατωτέρω
κε.: και εξής
κεφ.: κεφάλαιο
κ.λπ.: και λοιπά
λ.: λέξη / λήμμα
λλ.: λέξεις / λήμματα
λ.χ.: λόγου χάριν
μεσαιων.: μεσαιωνικός
μτγν.: μεταγενέστερος
μ.Χ.: μετά Χριστόν
ό.π.: όπου παραπάνω
ουγκαρ.: ουγκαριτικός
ουσ.: ουσιαστικό
p.: pagina
πβ.: παράβαλε
pl.: plate
π.χ.: παραδείγματος χάριν
π.Χ.: προ Χριστού
ρ.: ρήμα
σ.: σελίδα
sc.: scilicet
σσ.: σελίδες
σημ.: σημείωση
σημμ.: σημειώσεις
σημιτ.: σημιτικός
σ.λ.: στη λέξη / στο λήμμα
σ.λλ.: στις λέξεις / στα λήμματα
στ.: στίχος / στίχοι
Teil.: Teilen
τεύχ.: τεύχος / τεύχη
τόμ.: τόμος / τόμοι
tom.: tomus / tomi
vol.: volume, volumen
voll.: volumina
vols.: volumes
φοινικ.: φοινικικός
χφ.: χειρόγραφο
χφφ.: χειρόγραφα
χ.χ.: χωρίς χρονολογία έκδοσης

ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΚΟΣ ΠΙΝΑΚΑΣ*
Ύστερη Χαλκοκρατία ή Υστεροκυπριακή περίοδος (ΥΚ)
ΥΚ Ι: 1650/1600‐1450 π.Χ.
ΥΚ ΙΑ: 1650/1600‐1500 π.Χ.
ΥΚ ΙΒ: 1500‐ 1450 π.Χ.
ΥΚ ΙΙ: 1450‐ 1225/1200 π.Χ.
ΥΚ ΙΙΑ: 1450‐1350 π.Χ.
ΥΚ ΙΙΒ: 1350‐1300 π.Χ.
ΥΚ ΙΙΓ: 1300‐1225/1200 π.Χ.
ΥΚ ΙΙΙ: 1225/1200‐1050 π.Χ.
ΥΚ ΙΙΙΑ: 1225/1200‐1125/1100 π.Χ.
ΥΚ ΙΙΙΒ: 1125/1100‐1050 π.Χ.
*Επειδή ο Κ. φέρεται να έζησε (σύμφωνα με τον Όμηρο) κατά την εποχή του Τρωϊκού πολέμου, θεωρούμε χρήσιμο να παραθέσουμε έναν πίνακα με τις χρονικές φάσεις της Ύστερης Χαλκοκρατίας στην Κύπρο· βλ. Μαντζουράνη 12 , 156.

EΙΣΑΓΩΓΗ
Στην Πάφο η παμπάλαιη λατρεία της Αφροδίτης και το λαμπρό ιερό της, του οποίου τα παλαιότερα σωζόμενα κατάλοιπα ανάγονται περί το 1200 π.Χ. (αρχές ΥΚ ΙΙΙΑ)1, δημιούργησαν τις κατάλληλες συνθήκες, ώστε να εξυφανθεί μια πληθώρα διηγήσεων. Σημαίνουσες μορφές του κυπριακού μύθου, όπως ο Άδωνις, ο Κινύρας, ο Πυγμαλίων, η Σμύρνα, και άλλες λιγότερο προβεβλημένες, όπως η Κεγχρεΐς, ο Αμάρακος, ο Μήλος, η Πέλεια, ο Αερίας κ.ά, έχουν ως πεδίο δράσης τους την Πάφο. Σε αυτές τις μορφές πρέπει να προσθέσουμε και τον Αρκάδα Αγαπήνορα που, μετά τον Τρωικό πόλεμο, λέγεται πως με τους δικούς του αποίκισε την Πάφο και αναμόρφωσε το ιερό της. Πάνω από όλες αυτές τις μορφές κυριαρχεί η Αφροδίτη μαζί με τις θεϊκές συνοδούς της, τις Χάριτες και τις Ώρες.
Μπορεί η Αφροδίτη να λατρεύεται σε πλείστους άλλους ελληνικούς τόπους, λαμβάνοντας εκάστοτε ιδιαίτερα χαρακτηριστικά στη λατρεία της και τοπικά επίθετα. Με την κυπριακή μορφή της, όμως, ως Κύπρις και ως Παφία καθιερώνεται ευρύτερα και αποκτά καθολικότερο χαρακτήρα. Η Πάφος δεν είναι απλώς ένας εκ των πολλών τόπων λατρείας της μεγάλης θεάς, είναι ο τόπος που τη γέννησε, σύμφωνα με τις περισσότερες πηγές2. Ακόμη και για τον Ησίοδο η θαλασσογεννημένη θεά μπορεί να άγγιξε, αμέσως μετά τη γέννησή της, τις ακτές των Κυθήρων, αλλά τα πόδια της περπάτησαν για πρώτη φορά πάνω στη στεριά της Κύπρου3. Εδώ, μόλις την έφεραν του Ζεφύρου οι αύρες, λένε οι ποιητές, τη δέχτηκαν πρώτες οι Ώρες, και αφού την έντυσαν και τη στόλισαν, την πήγαν στους αθανάτους4. Εδώ, πάλι, η θεά ήρθε για να την προετοιμάσουν οι Χάριτες με αρωματικά έλαια, πριν πάει στην Ίδη, με σκοπό να συναντήσει τον Αγχίση5. Εδώ κατέφυγε μετά την παράνομη ένωσή της με τον Άρη, για να αποφύγει τις ενοχλήσεις των Ολυμπίων6. Η Πάφος, δηλαδή, είναι η ιδιαίτερη κατοικία της θεάς, η έδρα της και το καταφύγιό της. Ενώ, κατά την πολεμική αντίληψη των Χριστιανών συγγραφέων, εδώ βρισκόταν ακόμη και ο τάφος της7!
Ο Κινύρας κατέχει κεντρική θέση στις παραδόσεις της Πάφου γύρω από το ιερό της Αφροδίτης. Σύμφωνα με τις αρχαίες πηγές8, είναι ο αγαπημένος ιερέας της θεάς, αυτός που της αφιέρωσε τον ναό και οργάνωσε τα περίφημα μυστήριά της, ο επώνυμος γενάρχης των ιερέων της, των Κινυραδών.
Πέρα από την Αφροδίτη, ο Κινύρας συνδέεται με τον Απόλλωνα και τον Άδωνι. Με τον πρώτο έχει πότε μια σχέση πατέρα και γιου, πότε μια σχέση ερωτικού χαρακτήρα και πότε μια σχέση ανταγωνιστική ως προς τη μουσική ικανότητα που καταλήγει στον θάνατο. Ο Άδωνις θεωρούνταν γιος του, καρπός της αιμομικτικής σχέσης του με την κόρη του, τη Σμύρνα ή Μύρρα.
Αυτή είναι η θρησκευτική διάσταση του Κινύρα. Πλάι σε αυτήν την ιδιαιτέρως προβεβλημένη ιδιότητα, είναι γνωστές και οι σχέσεις του με τους Αχαιούς και κυρίως τον Αγαμέμνονα, στον οποίο λέγεται πως έστειλε έναν πολύτιμο θώρακα, προκειμένου να έχει την εύνοιά του. Προβάλλει, συνεπώς, ως ηγεμόνας της Κύπρου ή ενός μεγάλου τμήματός της, κατά την εποχή του Τρωικού πολέμου.
Εκτός από βασιλιάς‐ιερέας φέρεται να είναι και δημιουργός πολιτισμού (υλικού και πνευματικού) στην Κύπρο. Από τη μια, του αποδίδονται μια σειρά τεχνικών εφευρέσεων που έχουν να κάνουν με τη μεταλλουργία. Από την άλλη, είναι περίφημος μουσικός, λυριστής και σε αυτήν την ικανότητα λένε πως οφείλει το όνομά του. Είναι χρησμολόγος, δηλαδή προφήτης και ποιητής9, και ως εκ τούτου μπορεί να θεωρηθεί πιθανώς «γενάρχης της κυπριακής λογοτεχνίας»10.
Του αποδίδονται και άλλα γνωρίσματα από τους αρχαίους συγγραφείς. Η καταγωγή του είναι ασαφής και οι γενεαλογίες του ποικίλες. Είναι εξαιρετικά όμορφος11 και έχει αμύθητα πλούτη, περισσότερα και από αυτά του Μίδα. Είναι φίλος με τους Αχαιούς, τους οποίους όμως εξαπατά με πολυμήχανο τρόπο. Κάποιοι τον παρουσιάζουν ως έναν ηγεμόνα ευτυχισμένο, ευνοημένο από τους θεούς και επαινούμενο από τους συμπατριώτες του, ενώ άλλοι τον βλέπουν ως έναν άνθρωπο βαθύτατα δυστυχισμένο, ένα τραγικό πρόσωπο. Κάποιοι λένε ότι έφθασε μέχρι την απίστευτη ηλικία των 160 χρόνων, άλλοι λένε ότι τον καταράστηκε ο Αγαμέμνων και σκοτώθηκε από τον Απόλλωνα.

Αντιλαμβανόμαστε ότι ο Κινύρας είναι μια πολυδιάστατη προσωπικότητα που απασχόλησε έντονα τη σκέψη των αρχαίων συγγραφέων. Ως προς το εύρος της παράδοσης γύρω από το πρόσωπό του αξίζει να εξετάσουμε, ενδεικτικά, μια αρκετά πρώιμη μαρτυρία.
Γύρω από το όνομα του Κινύρα έχουν λεχθεί πολλές ιστορίες κατά ποικίλους τρόπους, αναφέρει ο Πίνδαρος, και γι᾿ αυτό, προτού μιλήσει, στέκεται με ανάλαφρα πόδια ανασαίνοντας βαθιά. Ο ποιητής (δυστυχώς για την ιστορία της παράδοσης του μύθου) δεν προβαίνει στη διήγηση των σχετικών ιστοριών, για τον λόγο ότι θεωρεί εντελώς επικίνδυνο να ανακαλύπτει κανείς καινούργια πράγματα και να τα περνάει από τη βάσανο του ελέγχου· τα λόγια είναι ὄψον, δηλαδή «έδεσμα», για τους φθονερούς και ο φθόνος αγγίζει πάντοτε τους καλούς, ενώ δεν τα βάζει με τους υποδεεστέρους12:
ἵσταμαι δὴ ποσσὶ κούφοις, ἀμπνέων τε πρίν τι φάμεν.
πολλὰ γὰρ πολλᾷ λέλεκται, νεαρὰ δ᾽ ἐξευ‐
ρόντα δόμεν βασάνῳ
ἐς ἔλεγχον, ἅπας κίνδυνος· ὄψον δὲ λόγοι φθονεροῖσιν,
ἅπτεται δ᾽ ἐσλῶν ἀεί, χειρόνεσσι δ᾽ οὐκ ἐρίζει.
Από τον αρχαίο Σχολιαστή έχουμε την ακόλουθη ερμηνεία τούτων των δυσνόητων και αινιγματικών στίχων13:
ἐπιλαμβάνεται ἑαυτοῦ ὁ Πίνδαρος, ἵνα μὴ παρεκβῇ πλείονα εἰς τὸν περὶ Κινύρα λόγον… οἱ μέγα φωνεῖν θέλοντες, οἷον τραγωδοί, προαναπνέουσιν ἐπιπολύ, ἵν᾽, ὅταν ἀναφωνήσωσιν, ἐξαρκέσῃ ἐπιπλέον ἡ φωνή· πολλαὶ οὖν, φησί, περὶ τοῦ Κινύρου καταβέβληνται ἱστορίαι καὶ διάφοροι, διὸ ἀναπνέω πρὶν εἰπεῖν… ἐμὲ δὲ νῦν, φησί, καινολογῆσαι περὶ τοῦ Κινύρου παρώσαντα τὰ κοινῶς ἱστορούμενα, κινδυνῶδές ἐστιν. ἐὰν γὰρ τι καινουργῶ, ἀπιστηθήσομαι.
Όσον αφορά τα κοινῶς ἱστορούμενα, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι είναι αυτά που αναφέρει ο ίδιος ο Πίνδαρος και η προγενέστερη ποίηση (Όμηρος, Αλκμάν, Τυρταίος κ.ά.). Ποια θα μπορούσαν, όμως, να είναι τα νεαρά, τα οποία ο ποιητής κρίνει επικίνδυνο να ελεγχθούν, εξ αιτίας του φθόνου που στοχεύει πάντοτε τους καλούς; Μήπως αφορούν τις φήμες για την ανόσια ένωση του Κινύρα με την κόρη του Σμύρνα και τη γέννηση του Αδώνιδος, μυθική εκδοχή που, όπως συνάγεται και από άλλες μαρτυρίες, αρχίζει να κερδίζει έδαφος κατά τον 5ο αι. π.Χ.;
Αναμφισβήτητα, η πινδαρική αφήγηση, επειδή αποτελεί βασικό σημείο αναφοράς για τη μεταγενέστερη παράδοση του μύθου, καθίσταται πολύτιμο και ουσιώδες υλικό για την έρευνά μας στο σύνολό της σχεδόν, γι᾿ αυτό και αναλύεται εκτενώς στα επιμέρους θεματικά κεφάλαια. Σε αυτό το αρχικό σημείο, την προσοχή μας ελκύει η βαρυσήμαντη φράση πολλὰ γὰρ πολλᾷ λέλεκται. Μας εκπλήττει το ότι μια τέτοια μαρτυρία προέρχεται από τους πρώιμους κλασσικούς χρόνους και όχι από μεταγενέστερους, όταν υπερδιογκώθηκε η μυθολογία για τον αρχέγονο βασιλιά, τον πρώτο μύστη της λατρείας της Αφροδίτης και γενάρχη του κυπριακού πολιτισμού.
Πραγματικά, αν αναλογιστούμε το πλήθος των αρχαίων κειμένων που χάθηκαν κατά την ιστορική τους διαδρομή μέχρι τις μέρες μας και ότι, παρά την καθομολογούμενη καταστροφή, τα σημερινά λείψανα μαρτυρούν μια ιδιαίτερα πλούσια, λογοτεχνική και φιλολογική παράδοση για τον Κινύρα, όταν άλλοι επιφανέστεροι ήρωες ή βασιλείς περιχαρακώθηκαν σε λιγοστές διηγήσεις, τότε μόνο μπορούμε να εννοήσουμε το βαθύτερο νόημα των πινδαρικών στίχων.
Ο Κινύρας φαίνεται πως δεν ευνοήθηκε μόνο από την Αφροδίτη και τον Απόλλωνα με ποικίλα χαρίσματα. Ο μύθος του επέζησε μέσα από ένα πλήθος κειμένων της κλασσικής γραμματείας που καλύπτουν όλες τις χρονικές περιόδους, από τον Όμηρο μέχρι την ύστερη αρχαιότητα και τους βυζαντινούς λογίους, οι οποίοι διέσωσαν ένα μέρος της αρχαίας παράδοσης. Οι σωζόμενες πηγές που ανήκουν σε όλα σχεδόν τα είδη του ποιητικού και πεζού λόγου (έπος, λυρική ποίηση, δράμα, ιστοριογραφία, μυθιστορία, μυθογραφία, φιλολογία κ.ά.), εντυπωσιάζουν με την ποικιλία των διηγήσεων και τον πλούτο των πληροφοριών που παρέχουν. Από αυτές άλλες είναι ιδιαίτερα σημαντικές και πολύτιμες· μερικές είναι δυσνόητες και διφορούμενες· κάποιες προβληματίζουν για την προέλευσή τους και τη γνησιότητά τους· άλλες φαίνονται απομονωμένες από την υπόλοιπη παράδοση.
Ο πλούτος, λοιπόν, της σχετικής με τον Κινύρα παράδοσης αποτελεί πρόκληση για τον φιλόλογο, όπως αποτελεί πρόκληση και για τον ιστορικό, τον αρχαιολόγο και τον θρησκειολόγο. Το ενδιαφέρον για τον Κινύρα γίνεται ακόμη μεγαλύτερο, καθώς υπάρχουν ενδείξεις ότι πιθανότατα πρόκειται για ιστορική ύπαρξη των μυκηναϊκών χρόνων που πολύ γρήγορα έγινε μύθος.
Πριν μιλήσουμε για τον χαρακτήρα και τους σκοπούς της δικής μας εργασίας, ας δούμε ενδεικτικά πώς είδε τον Κινύρα η νεότερη έρευνα.
Κατά τον 19ο αιώνα τις βάσεις έθεσε ο Engel στη θεμελιώδη, δίτομη μονογραφία του για την Κύπρο. Ο συγγραφέας αφιερώνει αρκετές σελίδες στον βασιλιά και ιερέα Κινύρα, παραπέμποντας σε αρκετές πηγές14. Τα σχόλιά του είναι πολύτιμα και πολλές φορές εύστοχα, αλλά έχουν τα λάθη, τις υπερβολές και τις ελλείψεις που είχε η βιβλιογραφία εκείνης της εποχής. Η φοινικική πλευρά του Κινύρα, την οποία ο Engel συμπέρανε βάσει κάποιων πηγών, κατέστη βεβαιότητα και πήρε τη θέση της στη «φοινικομανία» που κυριαρχούσε τότε στις έρευνες σχετικά με την αρχαία ελληνική ιστορία.
Οι πρώτες ανασκαφές της βρετανικής αποστολής στο ιερό της Αφροδίτης στην Παλαίπαφο το 1888 ωθούν τους μελετητές στη διερεύνηση της προσωπικότητας του μυθικού ιερέα και ιδρυτή Κινύρα15. Είναι χαρακτηριστικό αυτό που ισχυρίζεται ο Dyer16 το 1890, σε μια από τις περίφημες διαλέξεις περί των ελληνικών θεών και των ιερών τους στο Ινστιτούτο Lowell: «If it were possible to unravel aright all the legends of Cinyras, the whole early and unknown history of Cyprus might be understood».
Ο Κινύρας, μολονότι ακόμη άγνωστος στην ευρύτερη επιστημονική κοινότητα, αρχίζει να καταλαμβάνει αξιοζήλευτη θέση στα μυθολογικά και αρχαιογνωστικά λεξικά. Γράφονται βασικά άρθρα με παραπομπές σε αρκετές αρχαίες πηγές και στην έως τότε βιβλιογραφία, όπως αυτό του Drexler17 στο μυθολογικό λεξικό του Roscher και του Kroll18 στη Realencyclopädie der classischen Alterumwissenschaft.
Ο Frazer19 ασχολείται με τον Κινύρα στη μελέτη του Adonis‐Attis‐Osiris, στο κεφάλαιο που αφιερώνει για τον Άδωνι στην Κύπρο. Τον συγγραφέα ενδιαφέρουν περισσότερο τα φαινόμενα του ιερού γάμου, της ιερής πορνείας και της αιμομιξίας, όπως αυτά λέγεται ότι τελούνταν στο ιερό της Πάφου γύρω από τη μορφή του Κινύρα.
Γενικά στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα το ενδιαφέρον των ερευνητών δείχνει να εστιάζεται στο θέμα της καταγωγής και της προέλευσης του Κινύρα. Ο Blinkenberg20 αφορμώμενος από κάποια μυκηναϊκά στοιχεία του ναού της Πάφου μιλάει για μυκηναϊκή καταγωγή του Κινύρα, ενώ ο Gjerstad21 λαμβάνοντας υπ᾿ όψιν του ορισμένες αρχαίες πηγές και αρχαιολογικά ευρήματα κάνει λόγο για καταγωγή από την Κιλικία.
Οι αρχαιολογικές ανασκαφές που διενεργούνται όλο και περισσότερο στο νησί και στην απέναντι συριακή ακτή, ωθούν πολλούς ανατολιστές στη μελέτη της Κύπρου. Το 1950 δημοσιεύεται από τον Dussaud22 το πρώτο εκτενές άρθρο για τον Κινύρα στο περιοδικό Syria. Για τον συγγραφέα, ο Κινύρας συμβολίζει τον αυτόχθονα πληθυσμό του νησιού, δηλαδή αυτόν που προϋπήρξε της άφιξης των Φοινίκων και των Αχαιών. Ό,τι γνωρίζουμε για αυτόν, υποστηρίζει ο Dussaud, είναι οι μαρτυρίες των εικαστικών μνημείων σχετικά με τις νεκρικές λατρείες (ο θεός με τον ταύρο, ο θεός με το λιοντάρι). Αυτή η γενικευμένη διαπίστωση σαφώς δεν ισχύει, όπως δεν ευσταθεί και η υπόθεση του Dussaud ότι ο Κινύρας είχε ως βάση την Έγκωμη‐Αλασία, γιατί μόνο αυτή εκ των λαμπρών ερειπίων της μπορούσε να είναι στην εποχή του η πρωτεύουσα του νησιού.

Ακολουθούν άλλες δύο σύντομες εργασίες, αυτές του Kirst23 και του Jirku24. Αμφότεροι εξετάζουν τη σχέση του ονόματος του Κινύρα με ανατολικά κείμενα που αναφέρονται σε παρόμοιες γλωσσικά θεότητες. Ο δεύτερος, ειδικότερα, μιλάει για την ομοιότητα του δεξιοτέχνη της λύρας Κινύρα με την ουγκαριτική θεότητα της λύρας knr. Στο δρόμο που άνοιξαν τα ανατολικά γλωσσικά ευρήματα κινείται και το άρθρο του Brown Pairman25 που συσχετίζει τον Κινύρα με τον σιδηρουργό, ναυτικό και μουσικό Kothar.
To 1969, στο Α΄ Διεθνές Κυπρολογικό Συνέδριο, ο Kapera26 μιλάει για τον Κινύρα σε μια σύντομη αλλά περιεκτική ανακοίνωση για την πρώιμη ιστορία του βασιλείου της Πάφου. Όσον αφορά το όνομα του Κινύρα, σωστά υπογραμμίζει ότι εκτός από τα σημιτικά ευρήματα αυτό πρέπει να συγκριθεί και με τον μυκηναϊκό όρο ki‐nu‐ra, ο οποίος είχε αναγνωστεί στις πινακίδες της Πύλου λίγα χρόνια νωρίτερα. O εν λόγω μελετητής είχε ασχοληθεί με τον Κινύρα και σε παλαιότερο άρθρο του27, όπου εξέταζε τη φήμη για τον πήλινο στόλο που έστειλε στους Αχαιούς με ανάλογα κεραμεικά ευρήματα από την Κύπρο. Οι σχέσεις του Κινύρα με τους Αχαιούς και το όνομα Κινύρας απασχολούν τον Kapera σε δύο ακόμη δημοσιεύσεις28. Πάντως, ο ίδιος έχει κατανοήσει τόσο καλά το μέγεθος της μορφής του Κινύρα, ώστε να επιλέξει το μυθικό όνομά του στην βιβλιογραφία για την αρχαία Κύπρο που εξέδωσε το 198329.
Δικαίως πρέπει να σταθούμε στην αποφασιστική συμβολή του Baurain, Kαθηγητή Ελληνικής Ιστορίας σήμερα στο Πανεπιστήμιο της Λιέγης. Ο Baurain ερευνά στις ιστορικές μελέτες του την Εποχή του Χαλκού στην Κύπρο. Σε τέσσερα άρθρα του από το 1975 και εξής ασχολείται ειδικά με τον Κινύρα. Στο πρώτο30 ο συγγραφέας συνεξετάζει γενικά τον μύθο του Κινύρα με την ιστορική πραγματικότητα. Βασικό και πληρέστερο θεωρείται το δεύτερο άρθρο του31, το οποίο ουσιαστικά αποτελεί εκτενέστερη μορφή του πρώτου. Η προσεγμένη αυτή εργασία έχει τύχει καθολικής αναγνώρισης και αποτελεί, κατά τις τελευταίες τρεις δεκαετίες, σημείο αναφοράς για κάθε ερευνητή που επιχειρεί να προσεγγίσει τον μύθο του Κινύρα. Στο τρίτο32 ο μελετητής ασχολείται εν συντομία με το όνομα και στο τέταρτο33 με τις τεχνικές εφευρέσεις του Κινύρα, όπως παραδίδονται από τον Πλίνιο.
Σε έναν συγκεντρωτικό τόμο, το 1982, δημοσιεύεται μια περιεκτική εργασία του Ribichini για τον Κινύρα τον Κύπριο34. Ο μελετητής, γνωστός στην επιστημονική κοινότητα μέσα από τις εργασίες του για τον Άδωνι και τις ανατολικές θρησκείες, εστιάζει την έρευνά του περισσότερο στον θρησκευτικό ρόλο του Κινύρα στο πλάι του Αδώνιδος και της Αφροδίτης και στις ανατολικές καταβολές της προσωπικότητάς του.
Την πινδαρική μαρτυρία για τον Κινύρα επιχειρεί να προσεγγίσει ο Parry35, το 1982, σε σύγκριση με αυτά που αναφέρει ο ποιητής στον 2ο Πυθιόνικο για τον Ιέρωνα. Μια άλλη πτυχή της πινδαρικής μαρτυρίας είχε εξετάσει το 1960 και η Anna Morpurgo36 διερευνώντας την πιθανή σχέση της έκφρασης ἱερέα κτίλον Ἀφροδίτας, η οποία χαρακτηρίζει τον Κινύρα, με θηριομορφικές λατρείες της Κύπρου.
Ο Maier, σε αρχαιολογικό συμπόσιο στη Λευκωσία το 1985, επιλέγει να μιλήσει για τους μύθους του Κινύρα και του Αρκάδος οικιστή Αγαπήνορος, σε σχέση με το ιερό της Πάφου, στο οποίο ο ίδιος έχει διενεργήσει πολλές ανασκαφές37. Ο Ελβετός Καθηγητής, άριστος γνώστης της ευρύτερης αρχαιολογικής περιοχής της Πάφου, θεωρεί ότι τα ευρήματα, αν και ανήκουν περισσότερο στη μετά τον Τρωικό πόλεμο εποχή του Αγαπήνορος, δεν αναιρούν τον μύθο του Κινύρα.
Η Eveline Loucas‐Durie, σε ένα ενδιαφέρον άρθρο της τo 1989, εξετάζει τον Κινύρα σε σχέση με την ιερή μεταλλουργία της Κύπρου38. Πιο πρόσφατα, τo 2001, ο Cayla ορμώμενος από μια δική του καινούργια ανάγνωση σε επιγραφή από τον χώρο της Πάφου κάνει σημαντικές παρατηρήσεις για τη σχέση Κινύρα και Απόλλωνος39.
Από τους ερευνητές που, εν τω παρόντι χρόνω, ασχολούνται σοβαρά με τον Κινύρα είμαστε σε θέση να έχουμε υπ᾿ όψιν μας τον Franklin και το άρθρο του ‘’Kinyras at Pylos’’40. Ο εν λόγω ερευνητής από το Πανεπιστήμιο του Vermont εξετάζει τις δύο πυλιακές πινακίδες με τον όρο ki‐nu‐ra και τη σχέση που μπορεί να έχουν αυτές με τον μύθο του Κυπρίου Κινύρα.
Παράλληλα, η μορφή του Κινύρα ερευνήθηκε άλλοτε περισσότερο άλλοτε λιγότερο σε πολλές μελέτες και άρθρα για την Κύπρο, την Πάφο, τον Άδωνι, την Αφροδίτη, τον Όμηρο, τον Πίνδαρο, τον Οβίδιο κ.λπ. Από όλη αυτή τη συνεχώς διευρυνόμενη βιβλιογραφία, στην οποία και παραπέμπουμε στα επιμέρους κεφάλαια, εδώ πρέπει να μνημονεύσουμε ιδιαιτέρως τρία θεμελιώδη για την κυπρολογική έρευνα έργα, στα οποία η παρούσα μελέτη χρωστάει πολλά. Είναι το έργο του Χατζηιωάννου Ἡ Ἀρχαία Κύπρος εἰς τὰς Ἑλληνικάς Πηγάς41, το Paphos: History and Archaeology από τον Maier και τον Καραγιώργη σε συνεργασία με τις Jacqueline Karageorghis και Marie‐Louise von Wartburg42 και, κυρίως, η τετράτομη Ἀρχαία Κυπριακὴ Γραμματεία του Βοσκού43. Τέλος, οφείλω να αναφέρω και τις μελέτες της Jacqueline Karageorghis44, η οποία έχει ασχοληθεί επανειλημμένως με τη λατρεία της Μεγάλης Θεάς της Κύπρου και ειδικότερα με το ιερό της Πάφου.
Η δική μας εργασία έχει ως βάση της, κατά κύριο λόγο, τη γραπτή παράδοση για τον Κινύρα –ελληνική και λατινική– από τον Όμηρο έως τους βυζαντινούς χρόνους. Είναι μια καθαρά φιλολογική έρευνα, σε αντίθεση με τις περισσότερες από τις προαναφερθείσες, οι οποίες διενεργούνται, κατά βάση, από ιστορικούς‐αρχαιολόγους (Dussaud, Kapera, Baurain, Maier κά.). Βεβαίως, δεν θα μπορούσαμε να αφήσουμε έξω από την έρευνά μας εκείνα τα αρχαιολογικά δεδομένα που συνδέονται στενά και, πολλές φορές, εναρμονίζονται εκπληκτικά με τη λόγια μαρτυρία.
Η παρούσα διατριβή είναι μια μονογραφία, μια πλήρης προσωπογραφία για τον Κινύρα και παράλληλα μια μελέτη του αρχαίου κυπριακού μύθου. Ο Κινύρας δεν είναι μια απλή, απομονωμένη μορφή του ελληνικού μύθου, αλλά συμπλέκεται με πολλά σημαίνοντα πρόσωπα και παρουσιάζεται να πρωταγωνιστεί σε μείζονος σημασίας διηγήσεις. Το στοιχείο που τον διαφοροποιεί από άλλες μορφές του μύθου είναι ότι, εκτός από τη μακραίωνη και πλούσια γραπτή παράδοση, δείχνει να διαθέτει και κάποια ίχνη ιστορικότητας.
Παρά την υπάρχουσα ειδική και γενική βιβλιογραφία45, θεωρούμε ότι η εργασία μας έρχεται να καλύψει ένα σημαντικό κενό φωτίζοντας άγνωστες και σκοτεινές πτυχές όχι μόνο του ίδιου του μύθου και της γραπτής παράδοσης του Κινύρα, αλλά και της ιστορίας, της θρησκείας και του πολιτισμού της αρχαίας Κύπρου και της Ελλάδος ευρύτερα. Συγκεντρώνουμε και σχολιάζουμε όλες τις σωζόμενες πηγές για τον Κινύρα, ομαδοποιημένες κατά εννέα θεματικές ενότητες (όνομα, μυθικές γενεαλογίες, υποψήφιες πατρίδες, σχέσεις με Αχαιούς κ.λπ.). Επειδή ο χαρακτήρας της δικής μας συμβολής είναι περισσότερο φιλολογικός, κρίνουμε αναγκαίο να προτάξουμε ένα κεφάλαιο, όπου παρουσιάζουμε τις πηγές μας και ανασυνθέτουμε την πιθανή διαδρομή του μύθου από την αρχαιότητα έως τους βυζαντινούς χρόνους. Κάποιες από τις πηγές, βεβαίως, έχουν συζητηθεί και στις προαναφερθείσες εργασίες. Η πρωτοτυπία της δικής μας έρευνας έγκειται στο ότι αναλύουμε επαρκώς όλες τις πηγές (ελληνικές και λατινικές) και στο ότι τις περισσότερες φορές καταλήγουμε σε εύλογα συμπεράσματα, αφού πρώτα συνεκτιμήσουμε όλες τις λόγιες παραλλαγές, τα ιστορικά και τα αρχαιολογικά δεδομένα.
Αναμφισβήτητα, ο μύθος του Κινύρα δεν εξαντλείται σε μερικά άρθρα, ακόμη και σε μια διδακτορική διατριβή. Υπάρχουν πάμπολλα θέματα που ανακύπτουν από κάθε ξεχωριστό κεφάλαιο, τα οποία χρήζουν περαιτέρω έρευνας και συζήτησης. Μην ξεχνάμε ότι αρκεί ένας αποσπασματικός στίχος από πάπυρο, μια επιγραφή, ένα καινούργιο αρχαιολογικό εύρημα, μια διαφορετική φιλολογική ερμηνεία για να αναζωπυρωθεί ξανά ο διάλογος μεταξύ των επιστημόνων. Ελπίδα μας είναι το πόνημα τούτο να αποτελέσει αφορμή για δημιουργικό προβληματισμό και για γόνιμη συνέχεια.

(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1 Maier – Karageorghis, Paphos 81 κε.· βλ. κατωτ. εικ. 2, 3 και 4.
2 Για το θέμα της γέννησης της Αφροδίτης μέσα από τη θάλασσα της Πάφου και τη σχετική αρχαία παράδοση, βλ. Karageorghis J., MythCult 357 κε. και την πιο πρόσφατη μελέτη της Kypris 1 κε.· βλ. κατωτ. εικ. 1.
3 Ησ. Θεογ. 192 κε.
4 Ομ. ύμν. Εἰς Ἀφρ. 6.1 κε.
5 Αυτ. 5. 58 κε.
6 Ομ. Ὀδ. θ 360 κε.
7 Μαρτύρ. Ἰγν. Ἀντιοχ. 3.2.5: Ἀφροδίτη ἐν Πάφῳ μετὰ Κινύρου τέθαπται.
8 Κάποιες από τις ελληνικές πηγές για τον Κ. βρίσκονται συγκεντρωμένες και μεταφρασμένες στο ΑΚΕΠ Α΄ αρ. 14‐14.43 και στο ΑΚυΓ¹ 1 Τ1‐Τ7, σσ. 192‐203 κείμενο, κριτικό υπόμνημα και μετάφραση, σσ. 343‐355 σχόλια. Από τις λατινικές πηγές λίγες (όχι συγκεντρωμένες) βρίσκονται στο ΑΚΕΠ Δα΄ κείμενο και μετάφραση και σχόλια στον τόμ. Δβ΄.

9 Συμπεριλαμβάνεται στους μυθικούς ποιητές της Ελλάδος, μαζί με τον Ορφέα, τον Θαμύρα, τον Μουσαίο κ.ά.· βλ. Platthy 97 κε.
10 ΑΚυΓ¹ 71, 78.
11 Δεν έχει διασωθεί βεβαιωμένη αρχαία απεικόνιση του παροιμιώδους για την ομορφιά του Κ. Υποθέσεις έχουν γίνει διάφορες. Το μόνο εύρημα, ίσως, που θα μπορούσαμε να πούμε ότι βρίσκεται πιο κοντά του (τοπικά και χρονικά) είναι ένα μικρό ειδώλιο από την Παλαίπαφο (ΥΚ ΙΙΙΒ), το οποίο παριστάνει έναν λυριστή καθισμένο πλαγίως πάνω σε άλογο, βλ. κατωτ. εικ. 7· για τον πιθανό συσχετισμό του ειδωλίου με τον «λυριστή» Κ., βλ. Voyatzis 161 και περισσότερα κατωτ. σ. 63. Μια άλλη ενδιαφέρουσα πρόταση αφορά μια πελίκη (περίπου 330 π.Χ.) της συλλογής Kertscher Tyszkiewicz (Riggisberg, Ελβετία). Η Αφροδίτη ανεβασμένη σε άμαξα που τη σέρνουν δύο Έρωτες φθάνει μπροστά σε μια καθιστή μορφή γενειοφόρου γυμνού άνδρα· δίπλα στον άνδρα κάθεται μια γυναικεία μορφή και πίσω από την Αφροδίτη βρίσκεται ο Παν. O Loeb, σ. 87 και σημ. 265, υποστηρίζει ότι θα μπορούσαμε στην αντρική μορφή να δούμε τον Κ.· βλ. Delivorrias σ.λ. Aphrodite, LIMC II.1, σ. 117 αρ. 1199. Να υποθέσουμε ότι η γυναίκα δίπλα του είναι ίσως η κόρη του Μύρρα, μια μορφή γνωστή στους αγγειογράφους της εποχής, αφού αναπαριστάνεται και σε απουλιανή πελίκη (περίπου 350 π.Χ.) να συζητάει με την τροφό της; Για τις αρχαίες αναπαραστάσεις της Μύρρας, βλ. κατωτ. σσ. 234, 242 και εικ. 21, 22, 24, 25 και 26.

12 Πινδ. Νεμ. 8.19 κε. Ο ποιητής υποστηρίζει αυτά, αφού στους αμέσως προηγούμενους στίχους παρουσίασε τον Κ. ως παράδειγμα ὀλβίου και ευνοημένου από τους θεούς ανθρώπου. Σε άλλη ωδή (Πυθ. 2.13‐17), ο Πίνδαρος αναφέρει τους ύμνους των Κυπρίων που συχνά αντηχούν για τον Κ., τον αγαπημένο του Απόλλωνος και πιστό ιερέα της Αφροδίτης. Ωστόσο, πρέπει να επισημάνουμε ότι εδώ (Νεμ. ό.π.) δεν είναι ευνόητο για ποιες ιστορίες γίνεται λόγος. Ο ποιητής εννοεί τις ιστορίες για τον Κύπριο Κ. ή εκείνες σχετικά με τη σύγκρουση Οδυσσέως – Αίαντος, την οποία χρησιμοποιεί ως μυθικό τεκμήριο των λόγων του στη συγκεκριμένη ωδή; Οι νεότεροι μελετητές συμφωνούν με τον αρχαίο Σχολιαστή πως αυτά λέγονται για τον Κ.· πβ. Boeckh 446: «πολλὰ λέλεκται, de Cinyra». Για την ερμηνεία του συγκεκριμένου χωρίου οφείλω να ευχαριστήσω τον Αναπληρωτή Καθηγητή κ. Ν. Γεωργαντζόγλου.
13 Σχόλ. Πινδ. Νεμ. 8.32a‐34a. Όσοι μελετητές ασχολήθηκαν με τον Κ. δεν έχουν εξετάσει ιδιαίτερα τη σημαντικότητα του πινδαρικού χωρίου και των αντίστοιχων Σχολίων για την παράδοση του μύθου του, με εξαίρεση τη λακωνική μνεία στον Engel II.95 και σημ. 2. και τη σύντομη αναφορά στο ΑΚυΓ³ 601.

14 Engel κυρίως Ι.203 κε., ΙΙ.91 κε.

15 James 175 κε.
16 Dyer 294‐295.
17 Drexler σ.λ. Kinyras, στο Roscher, Lex. Myth. II.1 (1890‐1897) 1189‐1192.
18 Kroll σ.λ. Kinyras, RE XI.1 (1921) 484‐486.
19 Frazer, Adon. κυρίως 42 κε.
20 Blinkenberg 14 κε.
21 Gjerstad, SCE (1948) 429‐430.
22 Dussaud 57 κε.

23 Kirst 185 κε.
24 Jirku 211.
25 Brown Pairman 197 κε.
26 Kapera, EHPaK 191 κε.
27 Του ιδίου, TerraFleet 195 κε.
28 Του ιδίου, KinyrAch 7 κε. και KinyrMygd 131 κε.
29 Του ιδίου, Kinyras.
30 Baurain, MUSJ (1975‐6) 523 κε.
31 Του ιδίου, BCH (1980) 277 κε.
32 Του ιδίου, ONOMATA (1980) 7 κε.
33 Του ιδίου, AC (1981) 23 κε.
34 Ribichini, Kinyr. 479 κε

35 Parry 25 κε.
36 Morpurgo, ΚΤΙΛΟΣ 30 κε.
37 Maier, KinyrAgap 311 κε.
38 Durie‐Loucas 117 κε.
39 Cayla 69 κε.
40 Franklin, KinyrPy (διαθέσιμο μόνο στο διαδίκτυο)· με τον Κ. ασχολείται και στις εργασίες του LyrGod 39 κε. και Lyr.
41 ΑΚΕΠ Α΄‐ΣΤ΄.
42 Maier – Karageorghis, Paphos 1 κε.
43 ΑΚυΓ¹, ΑΚυΓ², ΑΚυΓ³ και ΑΚυΓ⁴.

44 Karageorghis J., GDCy 1 κε., MythCult, ChReCy, NomGD, RoSaPa και Kypris 1 κε.
45 Σαφώς στο πλαίσιο του προσωπικού στοχασμού και του ελεύθερου δοκιμίου κινείται το βιβλίο του Αμφιαράου Παναγίδη, Τρεῖς Κύπριοι Τιτάνες. Κινύρας – Εὐαγόρας – Ζήνων (1946), γι᾿ αυτόν τον λόγο και δεν το θεωρήσαμε αναγκαίο να το εντάξουμε στη βιβλιογραφία μας.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΤΣΑΒΛΗ

ΔΙΔΑΚΤΟΡΙΚΗ ΔΙΑΤΡΙΒΗ

EΘΝΙΚΟ ΚΑΙ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΘΗΝΩΝ 2009

Posted in PHILOSOPHICAL THEMES | Tagged , , , , | Leave a comment

gnostics and religions (δ)

(BEING CONTINUED FROM 22/1/20)

GNOSTICISM IN ITS BEGINNING.

To begin with the received account of the RISE AND PROGRESS of the Gnostic philosophy, for that is its proper appellation, heresy being properly restricted to differences of opinion between members of one regularly established community, we find that as early as the year A.D. 35, the Samaritans were regarding Simon Magus, as “the Great Power of God,” and he and his disciple Cerinthus, are represented by the Christian Fathers as the actual founders of Gnosticism, under that accepted name.

Of the former, Hippolytus gives a history which there is no reason for not accepting as correct in the main particulars. He was a native of Gitteh, in the province of Samaria, and commenced his career, and soon acquired great influence amongst his countrymen, by practising magic after the “Thrasymedian method” (i.e. jugglery, as previously described by Hippolytus), nay more, by working miracles “through the agency of devils.” Having fallen in love with a beautiful courtezan at Tyre, he bought her from her owner, and always carried her about with him, declaring that she was the “Intelligence” (Ἔννοια) that of old was imprisoned in the body of the Grecian Helen, then of the Lost Sheep, but now was restored to him for the salvation of the world. Even before the preaching of Christianity he had set up for a teacher of a new religion, plagiarised from Moses and Heraclitus the “Obscure,” based upon the axiom that Fire was the First Principle of all things, subordinate to which were the “Six Radicals”: a curiously compounded mixture of Judaism and Magism, of which Hippolytus gives a full though not very intelligible summary. “This Simon, after he had ransomed Helen, granted salvation unto men by means of his own knowledge. For inasmuch as the angels had governed the world ill by reason of their own ambitiousness, he pretended that he was come to set all things right; and having changed his form and made himself like to the Principalities, the Powers, and the

p. 22

[paragraph continues]Angels, wherefore it was that he showed himself in the form of man although not a man at all, and had suffered the Passion in Judæa, although he had not really suffered it; moreover, that he had manifested himself to the Jews as the Son, in Samaria as the Father, and amongst the Gentiles in other parts as the Holy Ghost; but he submitted to be called by whatsoever name they pleased, The Prophets were inspired by the Angels, creators of the world, when they delivered their prophecies; on which account they that believe in Simon and Helen pay no regard to them (the Prophets) even in our times: and they do whatever they please, pretending that they are redeemed through his grace.” . . . “Now this same Simon, when he was by his magic arts deceiving many in Samaria, was confuted by the Apostles, and having been cursed by them, he afterwards fell from his reputation and invented these fables. At last, having travelled to Rome, he again ran against the Apostles, and Peter had many encounters with him when he was seducing multitudes through his magical practices. Finally, having gone into the land of Persia, he took up his abode under a plane-tree, and there preached his doctrine. But at last, when he was on the point of being convicted for an impostor, in consequence of his making too long a stay in the same place, he gave out that, if he were buried alive, he would rise again on the third day. And in truth, having caused a pit to be dug by his disciples, he commanded himself to be covered over with earth. They therefore did what he commanded them, but he never came back unto this day, inasmuch as he was not a Christ. Now this is the story told concerning Simon, from whom Valentinus borrowed his first ideas, but called them by different names. For ‘Mind,’ and ‘Truth,’ and ‘the Word,’ and ‘Life,’ and ‘the Church,’ and ‘Man,’ the Æons of Valentinus, are confessedly the Six Radicals of Simon, namely, ‘Mind, Intelligence, Voice, Name, Reason, and Thought.'”

But to go on with the series of teachers–this counter-apostolical succession–Simon was followed by Menander, he by Basilides at Alexandria, who, dying about A.D. 138, was replaced by Valentinus, born of Jewish parentage in the same city. This last is styled by Irenæus “Chief of the Gnostics,” on account

p. 23

of the importance and wide diffusion of his doctrines even during his own lifetime. In Syria other sects were being founded contemporaneously with these, taking their names from Marcion and Bardesanes, both of whom tradition represents as Persians by origin, and consequently Magian by religious training. The latter is by some called a native of Pontus, a circumstance, however, making no difference as to the source of his opinions, that region being confessedly the seat of Mithraicism, and ruled over by a line claiming descent from the first Darius, or a satrap of his. It is needless to enumerate here the founders of less important sects, until we come to the uprising of Manes, author of the most daring and most permanent theosophy of them all, which fought twice over so long and obstinate a battle with the Catholic faith. This sect, its origin, and tenets, on account of the curiosity of its doctrines, and the immense influence that they exerted over the ancient and mediæval world, will be considered at length in another chapter; as will also the Ophites whose name figures so conspicuously in the history of the primitive Church.

What has been mentioned above with respect to the countries producing the founders of all these sects–Egypt, Syria, or Persia–leads us to expect to find one common principle pervading the systems of all, and such is most probably the case. The fundamental doctrine held in common by all the chiefs of the Gnosis was, that the whole creation was not the work of the Supreme Deity, but of the Demiurgus, a simple Emanation, and several degrees removed from the highest power. To the latter, indeed, styled by them the “Unknown Father” (or as Simon first designated him “The Boundless Power,” and “The Root of all Things”), they attributed the creation of the intellectual world–that is, the Intelligences, the Æons, and the Angels–whilst, to the Demiurgus they referred the creation or the World of Matter, subject to imperfection from its very nature. But in order clearly to understand the grand principles underlying these doctrines, it is absolutely necessary to possess the main features of the older systems from which these same doctrines were principally borrowed; these systems being that of the Zendavesta, of the Kabbala (which is little more than a

p. 24

translation of the same), and of the reformed Brahminical religion as taught by the Buddhist missionaries in the dominions of the Syro-Macedonians, or picked up in India by Alexandrian merchants visiting the emporia of Guzerat for the sake of trade.

Although to express their ideas visibly upon their monuments (the elucidation of which is the special object of this treatise) the Gnostics largely borrowed the images and symbols of the ancient Egyptian mythology (especially those connected with the Agathodaemon, the Solar god Iao, and the guide of souls, the jackal-headed Anubis), yet these figures were employed in a new sense, unless indeed we suppose (what is probable enough) that their esoteric meaning had been from the very beginning similar to that published by the teachers of the new faith. This last explanation was in fact the perpetual boast of Valentinus, and runs through every article of his theosophy as we read it in the interesting summary given by Hippolytus; and again, it must never be forgotten, for it is the key to many of the seeming contradictions in the different systems about to be passed in review, that Greek and Jew carried with them their ancient quarrel into the new field of the Gnosis. The former exalts the Bacchic Serpent, whilst he makes Sabaoth little better than a demon; the latter continues to abominate the Serpent as the impersonation of Satan, but his Sabaoth is the “Great and Good” (as Pistis-Sophia perpetually entitles him), the defender of the believer’s soul against the malignant “Æons of the Sphere,” and the influence of Judaism radiating from its second focus, the school of Alexandria, was so much more powerful than ordinary readers of history have ever suspected, that a few remarks upon this very curious subject will form a useful introduction to our consideration of its later philosophy.

INFLUENCE OF JUDAISM ON THE ANCIENT WORLD.

People in these times are still so influenced by the ideas engendered by the fifteen centuries of ecclesiastical régime, during which hatred and contempt for the Jewish race formed an

p. 25

important Christian virtue, that they entirely overlook the influence exercised by Judaism over the minds of the heathen world so long as the Temple stood, and the national worship was celebrated there in all its glory. When the Romans, by their conquest of Syria, and soon after of Egypt, came into direct contact with the Jewish nation, although they disliked them individually, yet they conceived an intense admiration for their ancient, mysterious, and solemn worship. But, in fact, every institution, hallowed by the stamp of antiquity, immediately commanded the respect of the genuine old Roman. The Emperors lost no time in gaining a new patron, of mighty and undefined power, in Jehovah, by instituting a daily sacrifice to be ever offered at their own cost on behalf of themselves and empire. The discontinuance of this sacrifice, by the faction of the Zealots which had taken possession of the Temple, is noted by Josephus as the consummating act of the great revolt and attempt to re-establish independence, which brought down final destruction upon Zion. To give a few examples of the hold Judaism had taken upon the imaginations of the highest classes in Rome, whence its vastly magnified power over the minds of the vulgar, may be calculated according to the well-known rule of proportion in such matters. To mark Augustus’ freedom from superstition, Suetonius quotes the circumstance of his highly commending the conduct of his grandson Caius, his heir apparent, because–during his visit to Egypt and Palestine–he had forborne to visit Apis in the one and the Temple in the other country. Putting the two religions in this way upon an equality, of itself demonstrates the high place then held by the Jewish in popular estimation; for by that time the Egyptian, as the chapter upon the Serapis-worship will show, had to a great extent superseded the worship of the national deities of Rome. Fuscus Aristius, a friend of Horace’s, and therefore to be supposed a person of consequence and of education, makes it his excuse for not attending to a business-matter, that the day happened to be the Sabbath, and that “he was a little superstitious, like many others.”

The influence and numbers of the Jews actually residing at Rome under the Republic is strikingly exhibited by some

p. 26

observations of Cicero in his oration in defence of Flaccus. Flaccus, when commanding in Asia, had prohibited the sending of money to Jerusalem. This money can only mean the tribute paid by each adult Jew to the Temple, of half a shekel, or two drachmæ a head. Flacons seized the money that had been collected for the purpose in defiance of his edict, amounting at Apamea to nearly one hundred pounds weight of gold, at Laodicea to twenty. The only gold piece of the age being the stater, current for twenty-five drachmæ, and of the weight of fifty to the pound, these collections would give us fifty thousand tribute-payers at the former city, and ten thousand at the other. The orator considers this “auri Judaici invidia” so damaging to his cause, that he explains the circumstances in a whisper to the jurymen, in order not to excite the indignation of the Jews amongst his audience. He actually declares that Flaccus’s enemies had managed that his cause should be tried in that particular court in order to have the aid of the Jews domiciled in that quarter of Rome, to intimidate the jury, and so gain a verdict against him. “Sequitur auri illa invidia Judaici. Hoc nimirum est illud, quod non longe a gradibus Aureliis hæc causa dicitur. Ob hoc crimen hic locus abs te, Laeli, atque illa turba qæsita est. Scis quanta sit manus, quanta concordia, quantum valeat in concionibus. Submissa voce agam, tantum ut judices audiant. Neque enim desunt qui istos in me atque in optimum quemque incitent, quos ego quo id facilius faciant non adjuvabo.” (Chapter XXVIII.) And what is still more surprising this influence continued to work even after the fall of Jerusalem, and the extinction of the people as a nation. Spartianus mentions that Severus in his tour of investigation throughout Asia, when he forbade people to turn Christians, extended the same interdict to the Jewish religion also. Again, to show the natural good-heartedness of Caracalla, he instances his indignation on account of the severe flogging which a boy, his playfellow, had received from his father, with the emperor’s approbation, on the score of his Judaising. The circumstances of the friendship point out that the boy thus made a “confessor” must have belonged to one of the best families of Rome. Such a position yet retained by the religion of Abraham is almost inconceivable

p. 27

at that late period, when it had, besides the vigorous and ever-increasing growth of Christianity, to contend with the varieties of the Gnosis which suited themselves to every taste, and in many instances had sprung immediately out of herself (not out of her hated daughter and rival), and by their union with heathen philosophy, were naturally more attractive to the Gentiles than the original parent. Even at the time when one would have expected the prejudice against anything belonging to that nation to have been the most violent amongst the Romans, we find Vespasian, the actual destroyer of their national existence, erecting a statue in the most honourable of all situations, to an Alexandrian Jew, Tiberius, who had assisted him in his attempt to gain the empire, in some manner not recorded, but possibly in his capacity of the Rothschild of the age by an opportune loan. It is true that Juvenal cannot repress his indignation of all this prostitution to a foreigner of an honour before confined to the most eminent of his countrymen, and hints it to be the duty of every true Roman to express his sense of the injury by committing nuisances under the very nose of the statue.”Atque triumphales, inter quos ausus habere
Nescio quis titulos Ægyptius atque Alabarches,
Cujus ad effigiem non tantum meiere fas est.”–I. 130.

In the third century we find the model emperor, Severus Alexander, setting up the image of Abraham by the side of Christ and Orpheus, all considered as the divinely-inspired founders of the several schools of mystery (or to go to the probable root of the belief, as so many different Buddhas), in the most holy recess of his domestic chapel. A little research amongst the annals of the later emperors would no doubt, furnish many other examples of the hold taken by various particulars of the Jewish creed, in its Babylonian and Alexandrian phases, upon the religious notions of the Romans The fact is easily accounted for, when men’s ideas upon the nature of the soul, of God’s Government, and of a future state, are entirely vague, as were those of the educated heathen of those times, when (old traditions being discarded as mere unsatisfying poetical fables) they attempted to build up systems

p. 28

that should explain every difficulty by the help of reason and philosophy alone, although destitute of any solid grounds upon which to lay the first foundation of the fabric. Things being in this state, a religion venerable by its antiquity (itself an impenetrable shield against the shafts of infidelity, as even Tacitus concedes: “Hi ritus, quoquo modo inducti, antiquitate defenduntur” Hist. v. 5), possessing a complete system that solved every problem by a professedly divine revelation, totally setting itself above reason and human experience, but proclaiming unquestioning credence as the most meritorious of virtues, such a religion could not but gain the victory over its disorderly and discordant competitors, which had nothing but arguments deduced from probabilities and analogies wherewith to oppose it. The same contest we behold passing under our own eyes; Roman Catholicism with its doctrines overthrown, exploded, rejected by reason, learning, and philosophy, for the space of three centuries, is again rapidly bringing back into her fold her lost sheep, which, having wandered through the tempting ways of Protestantism, and of philosophy or infidelity, however people choose to call it, and unable to discover any reason that will bear the test for standing fast at any ultimate point as the absolute truth, at last return weary and disappointed to whence they started, and find it conducive to peace of mind to accept assertion for demonstration, and the age of a tenet as equivalent to its truth.

There is yet another consideration that is of great importance in the present inquiry, which is the close affinity between the Judaism of this period and Magian, the extent of which will be pointed out in the following sections when we come to speak of the Talmud. Remembering how much of the machinery of the one was borrowed from the other, there is little cause for astonishment at discovering that what are generally considered peculiarly Jewish titles of Deity upon relics, may rather be attributed to a Magian source.

The three circumstances thus briefly adduced–namely, the direct influence of the religion of Zion as a “mystery” of the most venerable antiquity, vying with those of Egypt and of Babylon; its subsequent indirect influence through its offshoots

p. 29

[paragraph continues](which left its visible impress upon things tangible); the virtue of its connection with the creed of the Magi, the secret priesthood, or rather, freemasons of the ancient world; these are the things solving the difficulty that must have struck any inquiring mind when beginning to study the so-called Gnostic remains. From the foregoing considerations, at least a plausible reason may be gathered for the fact of the Hebrew names of the Deity, and of his angels, and of the patriarchs, so perpetually being repeated on works presenting the figures of genii and of astral spirits–forms of idol-monsters the most repugnant, one would have thought, to the feelings of the worshippers of those sacred names, profaned by such union; and imagery, from beholding which the true follower of Moses must certainly have recoiled in horror.

THE ZENDAVESTA.

The Zendavesta, literally “text and comment,” is the doctrine of Zoroaster (Zarathrustra), comprised in eight parts, written at different periods, but of which the earliest have been assigned to the date of B.C. 1200-1000. In its present form it was collected by Ardeshir, the founder of the Sassanian dynasty, from oral tradition, at the time when he re-established the ancient religion of Persia.

In this revelation the Supreme Being is called “Boundless Time” (Zarvana Akarana), because to him no beginning can be assigned; he is so surrounded by his own glory, and so far exalted beyond all human comprehension, that he can only be the object of silent veneration. The beginning of creation was made by means of Emanations. The first emanation of the Eternal One was Light, whence issued Ormuzd (Ahuramazda), the King of Light. Ormuzd is styled the Firstborn of Boundless Time; and the “Ferouer” of him, or Pre-existing Soul (type or idea in Platonic phrase), had existed from all eternity within the primitive Light. By means of his “Word,” Ormuzd created the pure world of which he is the preserver and the

p. 30

judge. Next, he created in his own image the six Amshaspands, who stand about his throne, and are his agents with the lower spirits, and with mankind, whose prayers they offer up to him, and to whom they serve for models of perfection. These Amshaspands, of whom Ormuzd is the first, thus making up the mystic number seven, are of both sexes, and the Gnostics adopted them, as we shall see further on, into their own systems, with the same distinction of sex. The next series of emanations were the Izeds, twenty-eight in number, of whom Mithras is the chief. Like the superior order, they watch over the purity and happiness of the world, of which they are the genii and guardians. The principal names amongst them are Vohu-mano, Mazda, Asha, Vayu (Ventus), Geusurvi (Soul of the Earth), Sraosha (who exactly answers, in point of duties, to the Grecian Hermes and Jewish Gabriel, for he carries the mandates of Ormuzd, and conveys up to him the souls of the righteous).

The third series, the Ferouers, are in number infinite. These are the Thoughts or “Ideas” conceived in the mind of Ormuzd before he proceeded to the creation of things. They are the protectors of mankind during this mortal life, and will purify their souls on the Day of the Resurrection.

The creation of these chiefs, with their angelic hosts, had become necessary. Ahriman, the Second-born of the Eternal One–like Ormuzd, an emanation from the Primal Light, and equally pure, but ambitious and full of pride–had become jealous of the Firstborn. On this account the Supreme Being condemned him to inhabit for twelve thousand years the space that is illumined by no ray of light–the black empire of Darkness. This interval will suffice to decide the struggle between Light and Darkness, between Good and Evil. Ahriman, in order to oppose his rival, created in his turn three series of evil spirits, corresponding in number, and antagonistic in office, to each one of the good, and, like them, male and female. The first series is that of the Arch-Devs, chained each one to his respective planet, and of whom the chief is Astomogt, “the two-footed Serpent of lies.” These Devs are the authors of all evil, both physical and moral, throughout the universe.

Ormuzd, after a reign of three thousand years, then created

p. 31

the Animal World in six periods, creating first light–a faint image of the Light celestial–then water, earth, plants, beasts, and lastly, man. Ahriman had concurred in the creation of earth and water, for Darkness being already inherent in these two elements, Ormuzd was unable to exclude its nature from them.

Ormuzd had produced by his Word a being the type and source of universal life for all creation; this being was called Life, or the Bull (the same word in Zend stands for both). This creature Ahriman contrived to destroy, but out of its scattered seed Ormuzd, through the agency of the Amshaspand Saphandomad (Wisdom), formed the first human pair, Meschia and Meschiane. This couple Ahriman, by a bribe of fruits and milk, succeeded in corrupting, having gained over the female first. Then, to all the good animals made by Ormuzd, he opposed, by his own creation, as many mischievous and venomous ones. The struggle still goes on; the Power of Darkness often is the superior, but the pure souls are assisted and defended by the good genii, and will ultimately triumph. For when things shall seem at their worst, and Evil all-powerful in the creation, three prophets shall appear and restore the lost Light. One of these, Sosioch, shall regenerate the world and restore it to its pristine excellence. Then comes the general Resurrection, when the good shall immediately enter into this happy abode–the regenerated earth, and Ahriman, together with his angels and the wicked, be purified by immersion in a lake of molten metal, so as to render them fitting members of the new kingdom. Thenceforth all will enjoy unchangeable happiness, and, headed by Sosioch, ever sing the praises of the Eternal One.

The religion of Zoroaster was a reformed version of the ancient creed held by the inhabitants of Eritene in Bactria. For it is probable that the first gods of the Aryan race before it split into Indian and Zend, were the powers of Nature, Indra, thunder, Mithra, sunlight, Vayu, wind, Agni, fire, Armaiti, earth, Soma, intoxication. The worship of the last may have been the source of the Dionysia, introduced from India, as the Greeks themselves always asserted. These powers were called Ahuras and Devas indifferently; but Zoroaster reduced all these

p. 32

powers to the secondary rank of angels, and used the name Devas in a bad sense only. The Zoroastrian was the established religion of the Persians at the time when they conquered Assyria; and to a great extent it superseded the material idolatry of the Babylonians, whose gods Darius and Xerxes melted down without any scruple. But Matter is of opinion that the College of Magi, established long before the Persian conquest of Babylon, accepted the new religion upon the change of masters, retaining nothing of the old besides Astrology and Divination.

It must not be forgotten how large a portion of the Jewish captivity remained permanently in Assyria–only two tribes, Judah and Levi, having been sent back to Jerusalem by Cyrus; and Babylon long continued the seat of a most flourishing Rabbinical school, whilst Judea itself, down to the time of the Macedonian conquest, remained a province of the Persian Empire. How important a part of the Persian population at a much later period were either Jews, or under Jewish influence, appears from the very remarkable assertion of Josephus, “that his nation were encouraged to brave all extremities in their final struggle against the power of Rome by the confident expectation of aid from their brethren beyond the Euphrates.” And three centuries later Ammianus notices that Julian’s invading army came upon a city entirely inhabited by Jews in the very centre of Persia. After the captivity, the principal literary establishments of the Jews appear to have been seated in central Asia. The schools of Nahardea, of Sora, of Punbiditha, were at least as famous as the schools of Palestine (cf. Jos. Ant. xviii. 12). The latter even appear to have paid a sort of filial deference to these foundations: the Chaldee version of the Pentateuch, made by Onkelos of Babylon, was accepted as the authorised version by all the Jews living in Palestine; and the Rabbi Hillel, coming from that capital to Jerusalem, was received by the doctors of the Holy City as an ornament of the same national school, and this only a few years before the birth of Christ. From all these circumstances it is easy to perceive how much of the Zoroastrian element may have pervaded the Jewish religion at the time of the promulgation of Christianity, when its principal teachers

p. 33

were the Pharisees or “separatists,” if, indeed, their doctors did not actually get their appellation from the word Pharsi, “Persian”–an etymology that has something to recommend it. These doctrines, as then taught, are set forth in the Kabbala, or “Traditions,” so called from Kabbal, “to receive”–the main features of which shall be sketched in the following sections.

THE KABBALA AND THE TALMUD.

The origin of the Kabbala is placed by most authors much later than that of Christianity; and, indeed, it is not impossible that its doctrines may have received great developments after that epoch; * nevertheless, the elements of them go back to a much more remote antiquity. The Book of Daniel bears the most conspicuous traces of this antiquity, and to the attestation of this record are added other proofs no less convincing. The idea of Emanation is, so to speak, the soul, the essential element of the Kabbala; it is likewise, as we have already seen, the essential character of Zoroastrism. We may therefore consider that it was through their very intimate connection with Persia that the Jews imbibed that idea.

According to the Kabbala, as according to the Zendavesta, all that exists has emanated from the source of the Infinite Light.

Before all things existed the Primal Being, the “Ancient of Days,” the eternal King of Light. This King of Light is the All; he is the real cause of all existence; he is the Infinite (En Soph); he alone is He, there is in him no Thou; but he cannot be known, “he is a closed Eye.”

The universe is the revelation of the King of Light, and only subsists in Him. His qualities are manifested in it, variously modified and in different degrees; it is therefore his “Holy

p. 34

[paragraph continues]Splendour”–the mantle, as it were, wherewith he must be clothed in silence. All is an emanation from this Being; the nearer therefore that any approaches to him, the more perfect is it, and the less so does it become as it recedes from him: this idea of gradation is eminently Persian. Before the creation of the world, the Primal Light filled all, so that there was no void at all; but when the Supreme Being, residing within this Light, resolved to display and manifest his perfection, he retired within himself, and formed around him a void space. Into this void he let fall his first emanation–a ray of the Light, which is the cause and principle of all existence, uniting in itself the generative and conceptive forces; being both father and mother in the sublimest sense, pervading all, and without which nothing can for an instant subsist.

From this Double Force, designated by the first two letters of the name Jehovah (YodHe *), emanated the First-born of God, the Tikkun, or “Universal Type” (Platonic Idea), and the general container of all beings, united within himself by means of the Primal Ray. He is the creator, preserver, and prime animator of the world. He is the “Light of light,” possessing the three primitive forces of the Godhead: the light, the spirit, and the life. Inasmuch as he has received what he gives, the light and the life, he is considered as equally a generative and conceptive principle as the “Primitive Man,” Adam-Kadmon; and as man himself is called the “little world,” or the microcosm, so this Being, his Type, is properly designated the “great world,” or Macrocosm. In this their Adam-Kadmon, the principle of light and life, the Kabbalists have united the attributes of the same principles amongst the Persians.

Adam-Kadmon has manifested himself in ten emanations, which are not indeed actual beings, but sources of life, vessels of the Almighty Power, types of all the creation. Their names are: the Crown, Wisdom, Prudence, Magnificence, Severity, Beauty, ‘Victory, Glory, Foundation, Empire. To Wisdom they gave the title Jah; to Prudence Jehovah; to Magnificence El; 

p. 35

to Severity Elohim; to Victory and Glory Sabaoth; to Empire Adonai.

These are all attributes of the Supreme, as displayed in his works, through which alone it is possible for the human mind to conceive him. To the same emanations the Kabbalists give other titles, which constantly present themselves in Gnostic inscriptions. For example, the Crown (Parmenides also calls the Godhead Στέφανος) has the synonym of Or, “Light,” (possibly the same with Our, the name of a Sabean genius). Wisdom is called Nous and Logos, and is equivalent to the Sophia of Gnosticism; she has also the names of FearDepth of thoughtEden, according to the several passions that animate her. Prudence is the “river flowing out of Paradise, the fountain of the oil of unction.” Magnificence has for symbol a lion’s head; Severity, a red and black fire; Beauty, the colours green and yellow; the symbol of Beauty is an illuminating mirror; Victory is Jehovah Sabaoth, having for symbol the pillar on the right hand, called Jachin; Glory has the left pillar Boaz, called likewise the “Old Serpent,” and sometimes “Cherubim and Seraphim;” this principle answers to the genius Ophis of the Gnostic systems. “Jachin” and “Boaz” signify Strength and Power: they figure conspicuously in the symbolism of the secret societies of modern times; and naturally so, for these illuminati have borrowed (probably without understanding it) all the terminology of the Valentinians and the Kabbalists. “Foundation” becomes the Tree of the knowledge of Good and Evil: also Noah, Solomon, and the Messiah–all which titles merely express the eternal alliance existing between the Supreme and all that emanates from him, and in virtue whereof he brings back into himself all the souls that have lost their original purity. “Empire” is the Consuming Fire, the wife of the Church–all three titles being also employed in the Valentinian system.

The relationship of the “Sephiroth,” or Æons, to one another the Kabbalists represent by a number of circles intersecting in a mysterious manner ad infinitum; or again, by the figure of a Man, or of a Tree, made up of such circles. The figure of the Man, Seir-Anpin, consists of two hundred and forty-three numbers,

p. 36

being the numerical value of the letters in the name Abram, and signifying the different orders in the celestial hierarchy. The first idea of this type was possibly borrowed from the Hindoo figure of Brahma and the several types typified by the different parts of his body, to which mystical values are still attached by the Hindoos.

The ten Sephiroth served as types or models for the visible Creation; and from them emanated the Four Worlds, Aziluth, B’riah, Jezirah, and Asiah; each world successively proceeding out of the one above it, and each in succession enveloping its superior. A theory this, possibly borrowed from Plato’s description of the arrangement of the seven spheres, as given in the “Vision of Er,” at the end of his “Republic,” where he compares them to a set of the hemispherical bowls used by jugglers, fitting into, and moving loosely within, each other (lib. x. 614B, seq.).

These Four Worlds become less pure as they descend in the series; the least pure of all being the material world. But nothing is entirely material, for all subsists through God, the ray of his light penetrating through all creation being the Life of the life, and consequently “all is God.” This universal All is divided into thirty-two “Gates,” the elements or energies out of which all beings are formed.

The world Aziluth is inhabited by the Parsuphaim, the purest emanations of the Deity, having nothing material in their composition. B’riah is possessed by an inferior order, who are the servants of Aziluth, although still immaterial creatures. Still lower are the inhabitants of Jezirah, to which world belong the Cherubim and Seraphim, the Elohim and the Benê-Elohim. But Asiah is peopled by gross material existences of both sexes, the Klippoth delighting in evil, whose chief is Belial. These last beings are full of ambition, and ever at war with the pure spirits of the superior worlds, whose empire they unceasingly endeavour to usurp.

The three superior orders just described answer to the Amshaspands, Izeds, and Fravashis, of Zoroaster; as do the Klippoth. in their vast numbers and malicious nature, to his Devs. This discord did not exist in the beginning, it was the

p. 37

result of a revolution in heaven, called the “Fall of the Seven Kings,” from whom * the Creator, as a punishment, extracted the principle of good and light, and bestowed it upon the inhabitants of the three superior spheres.

This last notion is common to many forms of Gnosticism. The Ophites make Achamoth extract from Ildabaoth and his six sons the inherent ray of Divine Light, in order to bestow it upon Man. Again, the Pistis-Sophia represents two great angels, Melchisedech and Zorocothora (gatherer of light) making their annual rounds through the rebellious “Æons of the sphere” (zodiacal signs), and squeezing out of them all the rays of Divine Light that are still left in their composition, which having been all extracted, the fulness of time and the kingdom of heaven are come; and so, according to the Kabbala, when the contest shall have endured for the space ordained from the beginning of the world, the Supreme shall deliver the spirits in Asiah from their material envelope, shall strengthen the feeble ray of his light that is within them, and shall establish its pristine harmony throughout all Creation.

The Human Soul is composed of all parts borrowed from each of these four worlds. From Asiah it gets the Nephesh, or seat of the physical appetites; from Jezirah the Ruach, or seat of the passions, from Briah the Neshamah or reason, and from Aziluth it obtains the Chaiah, or principle of spiritual life. This looks like an adaptation of the Platonic theory of the soul’s obtaining its respective faculties from the Planets in its downward progress through their spheres. But the Pistis-Sophia, with its accustomed boldness, puts this theory into a much more poetical

p. 38

shape (§ 282). The Inner Man is similarly made up of four constituents, but these are supplied by the rebellious Æons of the Sphere, being the Power (a particle of the Divine light (“Divinæ particula auræ”) yet left in themselves); the Soul “formed out of the tears of their eyes, and the sweat of their torments”; the Ἀντιμῖμον Πνεύματος Counterfeit of the Spirit (seemingly answering to our Conscience); and lastly the Μοῖρα Fate, whose business it is to lead the man to the end appointed for him; “if he hath to die by the fire, to lead him into the fire; if he hath to die by a wild beast, to lead him unto the wild beast, &c.” But in truth the entire system of this most wondrous Gospel is a mixture of the Kabbala with the ideas of Magian astrology, clouded under the terminology of the old Egyptian creed, to which belong its “Triple Powers,” “Invisible Gods,” and “the Proper Forms” assigned by it to the different Æons.

All the human race having sinned in the First Man, that is as regards their souls, all which were necessarily contained within his soul at the time of the Fall, these souls are exiled hither into prisons of Matter, called bodies, in order to expiate their sin, and to exercise themselves in good during their residence on earth. Such as upon quitting the body are not found sufficiently purified for entrance into Aziluth, have to recommence their penance in this world. Hence the question of the Disciples whether a man’s being born blind were the punishment for his own sins, which on this supposition must have been committed by him in a previous life. This penitential transmigration of souls forms a very conspicuous feature in the doctrine set forth in the Pistis-Sophia. The wicked, after undergoing torment for periods nicely apportioned to their deserts, in prisons belonging to the several Infernal Powers, are sent into this world again to inhabit human bodies afflicted in different ways–lame, blind, or sunk in abject poverty. Similarly the righteous, but unregenerate, man is provided with a fresh body wherein to avail himself of the sacraments of the new religion; which in his former life he had neglected through ignorance, and not wilfully.

The nature of God, and of Man, is therefore the subject of the Kabbala; the Government of the Creation is set forth in the

p. 39

[paragraph continues]Talmud, the doctrine of which concerning the Nature of the Angels is extremely important for the understanding of much in Gnosticism. The whole system in this particular is borrowed from the Zendavesta; and could not have originated before, or indeed without the Captivity, so opposite is the spirit pervading it to the genius of the Mosaic Law. According to it, the government of all things is entrusted to the Angels, of whom there are seventy Princes, watching over each element, nation, and language. Thus, Jehuel is the Prince of Fire, and has under him seven subordinates: Seraphiel, Gabriel, Uriel, Temanael, Shimsael, Hadranael, and Samiel. Again, Michael is Prince of Water, and similarly attended by seven inferior spirits. Moreover, there are an infinity of Angels yet lower in degree, guardians of the various animals, plants, heat, winds, rains, &c. There also are others Presiding over the passions of the soul, fear, grace, favour, love, and so on. Hence it is not to be wondered at, that the Angel who directs the course of the sun should have under him no less than two hundred and ninety-six hosts, whose sum is expressed by the numerical letters in the word Haaretz “the earth.” The head of them is Metatron, the “number of his name” being three hundred and fourteen, and therefore equivalent to that of Shaddai, “the Almighty.” Metatron is the Persian Mithras; the names of the others are all compounded with El “God,” and contain his titles, or invocations to him. * All this celestial roll-call fully explains St. Paul’s warning to his flock at Colossae against being reduced into a “voluntary (that is, an uncalled for) humility, and the worshipping of Angels,” whilst the copious appearance of their names upon talismans strongly testifies to the veneration in which their power was held.

This last circumstance was a necessity of the case, for all these monuments proceed from two sources–the two great schools of Magi mentioned by Pliny, the most ancient, the

p. 40

[paragraph continues]Chaldean, founded by Zoroaster and Orthanes, the modern of his own day, by Moses and Jambres. So Juvenal, after bringing in the proud and pompous Chaldean, the maker of emperors–“Cujus amicitia conducendaque tabella
Magnus civis obit, et formidatus Othoni,” (vi. 557-8.)

makes the poor trembling Jewess fortune-teller steal in with whispers for the lady’s private ear–her profession going no further than the interpreting or the vending of dreams–“Qualiacunque voles Judæi somnia vendent.” Such nocturnal revelations, we are told, were to be procured by sleeping with the proper talisman put under one’s pillow. Thus, a writer on magic quoted by Camillo di Leonardo, lays down that “a woman with her hair hanging down loose, and a man approaching her making a gesture of love, engraved upon a crystal, or jacinth, being placed under the head upon going to sleep, will make one see in a dream whatsoever one desires.” *

Such being the nature of the case, the existing productions of Gnosticism will be most appropriately investigated in the present Treatise by considering the nature of the various sources from which they emanated. The series commences with the Mithraic, as being the most ancient in origin, and in which the Magian and the Jewish Kabbalistic ideas are found the most frequently united. To this class succeed the Abraxas-gems, properly so-called, in which the Magian ground-work is modified by the refinements of Basilides, introducing a strong tincture of the primitive Egyptian theology. To Egypt herself more properly belong the Agathodæmon talismans bearing the figure of the good serpent, Chnuphis–an emblem which gave its name to that very wide-spreading and clearly defined sect, the Ophites. Last of all come the innumerable relics of the

p. 41

worship of Serapis, that most recent of all the gods in the Egyptian Pantheon, and in which the Brahminical influence is most distinctly to be traced. This last subject, so curious in itself, shall be the subject of the following section, where the numerous facts brought forward may perhaps serve to remove some of the incredulity with which such a thesis will naturally at first be regarded.

FIG. 2.
FIG. 2.

(*)

(to be continued)

by Charles William King / [1887]

Footnotes

33:* The tradition is that it was first committed to writing by Simon Ben Jochai, who, being proscribed by Titus, concealed himself in a cavern for the space of eleven years, the whole of which he devoted to this work, in which he was assisted by the prophet Elias.

34:* The I. H. so conspicuously placed on some Gnostic stones probably expresses this name; as being the nearest equivalents the Greek alphabet could furnish for the Hebrew letters.

37:* The author of the Book of Enoch alludes to the same legend: “Over these fountains also I perceived a place which had neither the firmament of heaven above it, nor the solid ground underneath it; neither was there water above it, nor any thing on wing, but the spot was desolate. And then I beheld seven stars like great blazing mountains, and like spirits entreating me. Then the Angel said, this place until the consummation of heaven and earth will be the prison of the stars and the host of heaven. The stars which roll over fire are those who transgressed the commandments of God before their time arrived, for they came not in their proper season. Therefore was he offended with them, and bound them until the consummation of their crimes in the secret year.”–Chap. xviii.

39:* The Book of Enoch thus states the names and offices of the “Angels who watch”: Uriel presides over clamour and terror; Raphael over the spirits of men; Ragiel inflicts punishment on the world and the luminaries; Michael, who presides over human virtue, commands the nations. Sarakiel over the spirits of the children of men who transgress; Gabriel over Ikisat, over Paradise, and over the Cherubim.

40:* And again, the “sigil of a man having a long face and beard, and eyebrows raised, seated upon a plough, and holding a fox and vulture, with four men lying upon his neck; such a gem being placed under your head when asleep, makes you dream of treasures, and of the right manner of finding them.” Also, “Cepheus, a man girt with a sword, having his hands and legs extended, is held by Aries, and placed in the north. It is of the nature of Saturn and Jupiter, makes the wearer cautious and prudent; and put under the head of a sleeping person makes him see delightful visions.”

source http://www.sacred-texts

Posted in PHILOSOPHICAL THEMES | Tagged , , , , , | Leave a comment

φιλοσοφοι οι πολεμισται του φωτος (α)

Το Χαμαίζηλον του Πολεμιστή – Φιλοσόφου…

«Χαμαίζηλον», σημειώνει ο Ησύχιος ο Αλεξανδρεύς, είναι το «ταπεινόν», το «γήϊνον», το «εἰς τὰ γήϊα ῥέπον»… Το χαμαίζηλον, ως εσωτερικός εξοπλισμός του Πολεμιστή – Φιλοσόφου, είναι η ικανότητα που έχει αναπτύξει να χαμηλώνει εκούσια τις πτήσεις του και να προσγειώνεται στην πραγματικότητα που τον περιβάλλει· είναι η γείωσή του και η «άγκυρά» του στον κόσμο των αισθήσεων…, πράγμα το οποίο τον απαλλάσσει από πλήθος ψευδ-αισθήσεις και παρ-αισθήσεις και τον κάνει ικανό να «βλέπει» με τα δικά του μάτια και να «ακούει» με τα δικά του αυτιά…, αναγνωρίζοντας, σε μια έκλαμψη συνειδήσεως, την πραγματική του θέση μέσα στον Κόσμο…

Κάποτε, λέει η παράδοση, συναντήθηκαν δυο τέτοιοι πνευματικοί Πολεμιστές, ο Χίλων και ο Αίσωπος… «Τί συνηθίζει να κάνει ο Ζεύς, Χίλωνα;» (- Ζεὺς τί εἴη ποιῶν;) ρώτησε ο Αίσωπος. Κι ο Χίλων απάντησε: «Να ταπεινώνει τα υψηλά και ν’ ανυψώνει τα ταπεινά, Αίσωπε!» (-Τὰ μὲν ὑψηλὰ ταπεινῶν, τὰ δὲ ταπεινὰ ὑψῶν)!

Ο ΜΝΗΣΙΠΗΜΩΝ ΠΟΝΟΣ…

«Ζῆνα δέ τις προφρόνως ἐπινίκια κλάζων
τεύξεται φρενῶν τὸ πᾶν, 
τὸν φρονεῖν βροτοὺς ὁδώσαντα,
τὸν πάθει μάθος θέντα κυρίως ἔχειν. 
Στάζει δ’ ἀνθ’ ὕπνου πρὸ καρδίας
μνησιπήμων* πόνος·
καὶ παρ’ ἄκοντας ἦλθε σωφρονεῖν».
«Μα όποιος του Δία τη νίκη από καρδιάς τιμά
της γνώσεως τον καρπό τρυγά.
Που ωδήγησε τον άνθρωπο στη γνώση
κ’ έβαλε νόμο: πάθος μάθος,
που ώς και στον ύπνο, στην καρδιά μας
στάζει τον πόνο, που θυμίζει
με τρόμο τα παθήματά μας 
κι αθέλητα μας συνετίζει».
Αισχύλου, Αγαμέμνων στ. 175-181.Απόδοση: Ι. Γρυπάρης
Μνησιπήμων < μνησι- (ρ. μι-μνήσκω) + πήμων (πῆμα = πάθημα).  Μνησιπήμων Πόνος -Αυτός που μας υπενθυμίζει τα παθήματα (πήματα ) ή προκαλείται από την ανάμνηση των παθημάτων μας. Η λέξη “μνησιπήμων” είναι άπαξ ειρημένη στην τραγωδία «Αγαμέμνων» του Αισχύλου.

Η ΕΠΙΚΛΗΣΙΣ ΤΟΥ ΑΧΙΛΛΕΩΣ: ΖΕΥ ΑΝΑ ΔΩΔΩΝΑΙΕ ΠΕΛΑΣΓΙΚΕ… ΣΗΜΑΤΟΔΟΤΕΙ ΤΗΝ “ΜΗΝΙΔΟΣ ΠΑΥΣΙΝ”!

Ομήρου “Ιλιάς”, Ραψωδία Π, στίχοι: 233 επ.

«Ζεῦ ἄνα Δωδωναῖε Πελασγικὲ τηλόθι ναίων
Δωδώνης μεδέων δυσχειμέρου, ἀμφὶ δὲ Σελλοὶ
σοὶ ναίουσ᾽ ὑποφῆται ἀνιπτόποδες χαμαιεῦναι,
ἠμὲν δή ποτ᾽ ἐμὸν ἔπος ἔκλυες εὐξαμένοιο,
τίμησας μὲν ἐμέ, μέγα δ᾽ ἴψαο λαὸν Ἀχαιῶν,
ἠδ᾽ ἔτι καὶ νῦν μοι τόδ᾽ ἐπικρήηνον ἐέλδωρ·
αὐτὸς μὲν γὰρ ἐγὼ μενέω νηῶν ἐν ἀγῶνι,
ἀλλ᾽ ἕταρον πέμπω πολέσιν μετὰ Μυρμιδόνεσσι
μάρνασθαι· τῷ κῦδος ἅμα πρόες εὐρύοπα Ζεῦ,
θάρσυνον δέ οἱ ἦτορ ἐνὶ φρεσίν!… »

«Δία, θεέ Πελασγικέ, προστάτη στην Δωδώνην
πέρα την κακοχείμωνην, όπου από σε προσφέρουν
οι άλουτοι, χαμόκοιτοι Σελλοί ρήματα θεία,
ως έδωκες ακρόασιν εις τες ευχές μου πρώτα,
κι επλήγωσες τους Αχαιούς κι ετίμησες εμένα,
και τώρα πάλιν την εξής ευχήν ευδόκησέ μου.
Ότι αν και μένω εγώ μακράν κλεισμένος στα καράβια,
ιδού στέλνω τον φίλον μου με Μυρμιδόνων πλήθη.
Δόξαν λαμπρήν, βροντόφωνε Κρονίδη, απόστειλέ του,
θάρρος στα στήθη βάλε του!…»

( Ποιητική Απόδοση: Ι. Πολυλάς)

(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)

πηγη pyrisporos.blogspot.com

Posted in PHILOSOPHICAL THEMES | Tagged , , , | Leave a comment

COVID-19 RESEARCH -bioPHILOSOPHICAL HISTORY2- (ιωταστ)

(BEING CONTINUED FROM 05/01/21)

3. Spike

When I was around six, I woke up one morning and couldn’t get out of bed: I was paralyzed from the waist down. It was during the polio era, in the early fifties, before there was a cure. I remember the alarm in my mother’s eyes. Our family doctor made a house call. He sat on the edge of the bed, and took my temperature and pulse; there was little else he could do. The terror of polio haunted children and parents everywhere.

I was lucky. After a day or so, I could move my legs again. I was never certain what had caused my brief paralysis, but the memory was searing. Soon after the polio vaccine, invented by Jonas Salk, became available, in 1955, I was inoculated, along with millions of other children.

So I had a personal interest when I entered Building 40 of the main campus of the National Institutes of Health, in Bethesda, Maryland, which houses the National Institute of Allergy and Infectious Diseases. Dr. Barney S. Graham, the deputy director of the Vaccine Research Center and the chief of the Viral Pathogenesis Laboratory and Translational Science Core, works on the second floor. He studies how viruses cause disease, and he designs vaccines.

The first thing you notice about Graham is that there’s a lot of him: he’s six feet five, with a gray goatee and a laconic manner. Graham’s boss at niaid, Anthony Fauci, told me, “He understands vaccinology better than anybody I know.”

Bookshelves in Graham’s office hold colorful 3-D printouts of viruses that he has worked with, including Ebola, Zika, and influenza. While I was researching “The End of October,” a novel that I published earlier this year, about a deadly pandemic, Graham helped me design a fictional virus, and then concocted a vaccine for it. As we collaborated, I came to understand that researchers like Graham are essentially puzzle solvers. This past year, he solved one of the most consequential puzzles in modern science. He is the chief architect of the first covid vaccines authorized for emergency use. Manufactured by Moderna and Pfizer, they differ only in their delivery systems.

On Graham’s wall is a map of Kansas, where he grew up. His father was a dentist and his mother was a teacher. For part of his childhood, they lived on a hog farm. Barney and his brother did much of the farming. Working with the animals, he learned a lot about veterinary medicine. At Rice University, he majored in biology. He earned a medical degree at the University of Kansas, where he met his wife, Cynthia Turner-Graham, a psychiatrist. In 1978, on an infectious-disease rotation in medical school, he spent time at the N.I.H., where he first encountered Fauci. “Cynthia noticed when I came back how excited I was,” Graham recalled. “People were willing to battle each other’s ideas. She thought I would end up here.”

First, he and Cynthia had to complete residencies. They wanted to be in the same town, a problem many professional couples face, but additionally complicated in their case because Cynthia is Black. She suggested Nashville: he could apply to Vanderbilt School of Medicine and she to Meharry Medical College, a historically Black institution. Tennessee had only recently repealed a ban on interracial marriage.

Driving back to Kansas from Maryland on Christmas Eve, Graham stopped in at Vanderbilt. To his surprise, the director of the residency program, Thomas Brittingham, was in his office and willing to meet with him immediately. When the interview was over, Graham told Brittingham, “I know this is the South. I’m going to marry a Black woman, and if that makes a difference I can’t come here.” Brittingham said, “Close the door.” He welcomed Graham on the spot. Cynthia was accepted at Meharry, and so they moved to Nashville.

By 1982, Graham had become the chief resident at Nashville General Hospital. That year, he saw a patient suffering from five simultaneous infections, including cryptococcal meningitis and herpes simplex. It was a mystery: most infections are solitary events. The medical staff was terrified. Graham realized that he was treating Tennessee’s first aids patient. “We kept him alive for three weeks,” he said.

Millions of lives would be changed, and so many ended, by this remorseless, elusive disease. Immunology, then a fledgling field, was transformed by the battle. “It took us a couple years just to figure out that H.I.V. was a virus,” Graham said. He started running vaccine trials. “It was not till the mid-nineties that we had decent treatments. There were some really hard years. Almost everyone died.”

In 2000, the N.I.H. recruited Graham to create a vaccine-evaluation clinic. He insisted on keeping a research lab. With space for two dozen scientists, his lab focusses on vaccines for three categories of respiratory viruses: influenza, coronaviruses, and a highly contagious virus called respiratory syncytial virus (RSV), which ended up playing a key role in the development of a covid vaccine.

RSV causes wheezing pneumonia in children, and sends more kids under five years old to the hospital than any other disease. One of the last childhood infectious diseases without a vaccine, RSV also kills about as many of the elderly as seasonal influenza. It’s wildly infectious. In order to stop its spread in a hospital pediatric ward, staff must wear gloves, masks, and goggles; if any of these items is omitted, RSV will surge. Like covid, it is dispersed through particle droplets and contaminated surfaces. In the nineteen-sixties, a clinical trial of a potential RSV vaccine made children sicker and led to two deaths—a syndrome called vaccine-enhanced disease. Graham spent much of two decades trying to solve the riddle of what causes RSV, but the technology he needed was still being developed.

In 2008, he had a stroke of luck. Jason McLellan, a postdoc studying H.I.V., had been squeezed out of a structural-biology lab upstairs. H.I.V. has proved invulnerable to a vaccine solution, despite extraordinary technological advances and elegant new theories for designing one. “I thought, Let’s try things out on a more tractable virus,” McLellan recalled. “Barney thought RSV would be perfect for a structure-based vaccine.”

Image may contain Clothing Apparel Coat Lab Coat Human Person and Shirt
Dr. Jason McLellan is a structural biologist whose work with Barney Graham opened a new front in the war against infectious disease. The first COVID vaccine to be granted an Emergency Use Authorization by the F.D.A. uses the modified protein that Graham and McLellan designed.Photo illustration by Tyler Comrie; photograph by Nikola Tamindzic for The New Yorker

A vaccine trains the immune system to recognize a virus in order to counter it. Using imaging technology, structural biologists can intuit the contours of a virus and its proteins, then reproduce those structures to make more effective vaccines. McLellan said of his field, “From the structure, we can determine function—it’s similar to how seeing a car, with four wheels and doors, implies something about its function to transport people.”

The surface of an RSV particle features a protein, designated F. On the top of the protein, a spot called an epitope serves as a landing pad for antibodies, allowing the virus to be neutralized. But something extraordinary happens when the virus invades a cell. The F protein swells like an erection, burying the epitope and effectively hiding it from antibodies. Somehow, McLellan had to keep the F protein from getting an erection.

Until recently, one of the main imaging tools used by vaccinologists, the cryogenic electron microscope, wasn’t powerful enough to visualize viral proteins, which are incredibly tiny. “The whole field was referred to as blobology,” McLellan said. As a work-around, he developed expertise in X-ray crystallography. With this method, a virus, or even just a protein on a virus, is crystallized, then hit with an X-ray beam that creates a scatter pattern, like a shotgun blast; the structure of the crystallized object can be determined from the distribution of electrons. McLellan showed me an “atomistic interpretation” of the F protein on the RSV virus—the visualization looked like a pile of Cheetos. It required a leap of imagination, but inside that murky world Graham and McLellan and their team manipulated the F protein, essentially by cloning it and inserting mutations that kept it strapped down. McLellan said, “There’s a lot of art to it.”

In 2013, Graham and McLellan published “Structure-Based Design of a Fusion Glycoprotein Vaccine for Respiratory Syncytial Virus,” in Science, demonstrating how they had stabilized the F protein in order to use it as an antigen—the part of a vaccine that sparks an immune response. Antibodies could now attack the F protein, vanquishing the virus. Graham and McLellan calculated that their vaccine could be given to a pregnant woman and provide enough antibodies to her baby to last for its first six months—the critical period. The paper opened a new front in the war against infectious disease. In a subsequent paper in Science, the team declared that it had established “clinical proof of concept for structure-based vaccine design,” portending “an era of precision vaccinology.” The RSV vaccine is now in Phase III human trials.

In 2012, the mers coronavirus emerged in Saudi Arabia. It was extremely dangerous to work with: a third of infected people died. Ominously, it was the second novel coronavirus in ten years. Coronaviruses have been infecting humans for as long as eight centuries, but before sars and mers they caused only the common cold. It’s possible that, in the distant past, cold viruses were as deadly as covid, and that humans developed resistance over time.

Image may contain Clothing Apparel Jacket Coat Blazer Home Decor Human Person Suit and Overcoat
Dr. Barney S. Graham, the chief architect of the first authorized COVID vaccines.Photo illustration by Tyler Comrie; photograph by Nikola Tamindzic for The New Yorker

Like RSV, coronaviruses have a protein that elongates when invading a cell. “It looks like a spike, so we just call it Spike,” Graham said. Spike was large, flexible, and encased in sugars, which made it difficult to crystallize, so X-ray crystallography wasn’t an option. Fortunately, around 2013, what McLellan calls a “resolution revolution” in cryogenic electron microscopy allowed scientists to visualize microbes down to one ten-billionth of a metre. Finally, vaccinologists could truly see what they were doing.

Using these high-powered lenses, Graham and McLellan modified the mers spike protein, creating a vaccine. It worked well in mice. They were on the way to making a version for humans, but, after mers had killed hundreds of people, it petered out as an immediate threat to humans—and the research funding petered out, too. Graham was dismayed, realizing that such a reaction was shortsighted, but he knew that his energies hadn’t been wasted. About two dozen virus families are known to infect humans, and the weapon that Graham’s lab had developed to conquer RSV and mers might be transferrable to many of them.

What was the best way to deliver a modified protein? Graham knew that Moderna, a biotech startup in Cambridge, Massachusetts, had encoded a modified protein on strips of genetic material known as messenger RNA. The company had never brought a vaccine to market, concentrating instead on providing treatments for rare disorders that aren’t profitable enough to interest Big Pharma. But Moderna’s messenger-RNA platform was potent.

In mice, Graham had proved the effectiveness of a structure-based vaccine for mers and also for Nipah, a particularly fatal virus. In 2017, Graham arranged a demonstration project for pandemic preparedness, with mers and Nipah serving as prototypes for a human vaccine using Moderna’s messenger-RNA platform. Almost three years later, as he was preparing to begin human trials for the Nipah vaccine, he heard the news from Wuhan.

Graham called McLellan, who happened to be in Park City, Utah, getting snowboard boots heat-molded to his feet. McLellan had become a star in structural biology, and was recruited to the University of Texas at Austin, where he had access to cryogenic electron microscopes. It took someone who knew Graham well to detect the urgency in his voice. He suspected that China’s cases of atypical pneumonia were caused by a new coronavirus, and he was trying to obtain the genomic sequence. It was a chance to test their concept in a real-world situation. Would McLellan and his team like to get “back in the saddle” and help him create a vaccine?

“Of course,” McLellan said.

“We got the sequences Friday night, the tenth of January,” Graham told me. They had been posted online by the Chinese. “We woke up on the eleventh and started designing proteins.”

Nine days later, the coronavirus officially arrived in America.

Within a day after Graham and McLellan downloaded the sequence for sars-CoV-2, they had designed the modified proteins. The key accelerating factor was that they already knew how to alter the spike proteins of other coronaviruses. On January 13th, they turned their scheme over to Moderna, for manufacturing. Six weeks later, Moderna began shipping vials of vaccine for clinical trials. The development process was “an all-time record,” Graham told me. Typically, it takes years, if not decades, to go from formulating a vaccine to making a product ready to be tested: the process privileges safety and cost over speed.

Graham had to make several crucial decisions while designing the vaccine, including where to start encoding the spike-protein sequence on the messenger RNA. Making bad choices could render the vaccine less effective—or worthless. He solicited advice from colleagues. Everyone said that the final decisions were up to him—nobody had more experience in designing vaccines. He made his choices. Then, after Moderna had already begun the manufacturing process, the company sent back some preliminary data that made him fear he’d botched the job.

Graham panicked. Given his usual composure, Cynthia, his wife, was alarmed. “It was a crisis of confidence that I just never see in him,” she said. So much depended on the prompt development of a safe and effective vaccine. Graham’s lab was off to a fast start. If his vaccine worked, millions of lives might be spared. If it failed or was delayed, it would be Graham’s fault.

After the vaccine was tested in animals, it became clear that Graham’s design choices had been sound. The first human trial began on March 16th. A week later, Moderna began scaling up production to a million doses per month.

SOURCE www.newyorker.com

(TO BE CONTINUED)

Posted in PHILOSOPHICAL THEMES | Tagged , , , , , | Leave a comment

ΕΝ ΜΟΡΦΑΙΣ ΠΟΛΥΤΡΟΠΟΙΣ ΕΠΑΝΕΡΧΟΜΕΘΑ

Τρέμουν τον Γίγαντα Ελληνισμό που επανέρχεται

Ο φόβος των ηγετών της χριστιανικής θρησκείας απέναντι στο Ελληνικό Κίνημα που γιγαντώνεται είναι πλέον ολοφάνερος. Διαβάστε τις παρακάτω δηλώσεις όπου ο Γ. Μεταλληνός παραδέχεται πως η θρησκεία την οποία εκπροσωπεί είναι στενά συνδεδεμένη με τον Ιουδαϊσμό.

Γεώργιος Μεταλληνός , Το χρέος της εκκλησίας απέναντι στην ειδωλολατρία

Η ανάπτυξη του κινήματος των νεοειδωλολατρών εξελίσσεται, ως μη όφειλε, σε ανοικτό πόλεμο εναντίον της Ορθοδοξίας και των Ορθόδοξων Ελλήνων. Οι ηγέτες δε αυτού του «νεοϊουλιανισμού» φροντίζουν να καθιστούν με κάθε τρόπο αισθητή την παρουσία τους, διεκδικώντας, μάλιστα, την επίσημη κρατική αναγνώρισή τους ως «γνωστής» Θρησκείας.

Σε πρόσφατο συνέδριο της Εκκλησίας μας, με διορθόδοξη σύνθεση, μελετήθηκε το πρόβλημα εντατικά, διότι δεν αφορά μόνο την ελληνική κοινωνία, αλλά έχει και πανορθόδοξες διαστάσεις. Τα πορίσματα της εισήγησής μας παρουσιάζουμε εδώ και για τον υποψιασμό του λαού μας, αλλά και για μια – αναγκαία – κριτική των μεθόδων της εκκλησιαστικής ποιμαντικής μας.

α) Η αντορθόδοξη νεοειδωλολατρική κίνηση, στα πρόσωπα των επηρεαζόμενων έξωθεν ηγετών της, στερείται αντικειμενικότητας, καλής θελήσεως, συχνά δε και δυνατοτήτων έρευνας και αμέσου κατανοήσεως των φιλολογικών πηγών, λόγω ανεπαρκούς ελληνικής παιδείας. Κάθε, λοιπόν, προσπάθεια εκ μέρους μας πρέπει να απευθύνεται σ’ εκείνους, που δεν εντάχθηκαν ακόμη «ολοτελώς» σ’ αυτήν και διαθέτουν ακόμη την διάθεση ειλικρινούς και έντιμου διαλόγου. Διαφορετικά, ισχύει και εδώ ο λόγος του απ. Παύλου προς τον Τίτον για τον «αιρετικό άνθρωπο». Στις περιπτώσεις αυτές αποτελεσματικότερη είναι η προσευχή, η επίκληση γι’ αυτούς της Χάρης του Θεού.

β) θα πρέπει γι’ αυτό να προσεγγίζουμε τις κινήσεις αυτές ως νέες προκλήσεις για τη χριστιανική μας πίστη και, μέσα από την αναγκαία ιστορική αναδρομή, να τις αντιμετωπίζουμε όπως ακριβώς οι πρώτοι χριστιανοί αντιμετώπιζαν τον τότε εθνικά κόσμο. Οι εργασίες θεολόγων, όπως ο π. Ι. Ρωμανίδης, μας έχουμε προσανατολίσει και πάλι στην φύση της Εκκλησίας ως «Σώματος Χριστού» και στον τρόπο ιεραποστολικής ενεργείας της στον κόσμο.

Ο Χριστιανισμός δεν εμφανίσθηκε στην ιστορική σκηνή ως μία νέα θρησκεία, με στόχο τη διεκδίκηση ανωτερότητας έναντι των άλλων. Αν ήταν έτσι, Θα είχε γίνει αποδεκτός από το ελληνορωμαϊκά πάνθεο της εποχής χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα. Αυτό, που προκάλεσε τόσες αντιδράσεις, ήταν η διεκδίκηση μοναδικότητας και αποκλειστικότητας στη σωτηρία (πρβλ. Πράξ. 4,12: «ουκ εστίν εν άλλω ουδενί η σωτηρία», παρά μόνο στον Ιησού Χριστά, ως μοναδική ένσαρκη παρουσία του θεού στην ιστορία.

Παρενθετικά, δε, μπορούμε να πούμε, ότι αυτά ακριβώς είναι που απειλείται σήμερα στο πνεύμα της νεοεποχικής πανθρησκείας, με την ισοπέδωση του Χριστιανισμού στην αναγκαστική σύμφυρσή του με όλα τα θρησκεύματα του κόσμου. Επανήλθαμε, δηλαδή, με τη Νέα Εποχή, στις ίδιες περίπου συνθήκες, γι’ αυτά και επιβάλλεται η ίδια ιεραποστολική μέθοδος και τακτική.

Ας συνεχίσουμε όμως. Γι’ αυτά και στην Κ. Διαθήκη δεν ορίζεται πουθενά ο χριστιανισμός ως θρησκεία, αλλά ως «εκκλησία» – σύναξη των πιστών, ιστορική και υπεριστορική, ως «σώμα Χριστού» (Α΄ Κορ. 12,27) και δυνατότητα υπέρβασης της Θρησκείας, της εθνικής και Ιουδαϊκής Θρησκευτικότητας, ως προσπάθειας γεφυρώσεως της αποστάσεως ανθρώπου Θεού, μέσω των Θυσιών και των τελετουργικών καθάρσεων (η προς Εβραίους επιστολή, το πρώτο λειτουργιολογικό βιβλίο της Εκκλησίας, επισημαίνει αυτή την υπέρβαση.

Η θρησκεία, όπως έχει σαφώς αναπτύξει ο π. Ι. Ρωμανίδης, αντιμετωπίσθηκε χριστιανικά ως «αρρώστια» της πτωτικής καταστάσεως του ανθρώπου, που Θεραπεύεται «εν Χριστώ» και «διά Χριστού» μέσα στην Εκκλησία, το Σώμα Του. Η Εκκλησία, ως «σώμα Χριστού» και «εν Χριστώ κοινωνία» στην αυθεντικότητά της, προσφέρει τη θεραπεία της ανθρώπινης φύσεως και υπάρξεως, με την ολόκληρη ένταξη όμως στη ζωή της. Αν εμείς δεν έχουμε θεραπευθεί και μαστιζόμεθα ακόμη από την αρρώστια της (εθνικής) θρησκείας και της εξωχριστιανικής θρησκευτικότητας, οφείλεται στο γεγονός, ότι δεν απελευθερωθήκαμε ακόμη από τη δουλεία μας στα «στοιχεία του κόσμου» (Κολ. 2,20). Τα μοναστήρια μας, όμως, όταν και όπου μένουν πιστά στην αποστολική και αγιοπατερική παράδοση, διασώζουν τον εν Χριστώ τρόπο υπάρξεως, ως υπέρβαση της κοσμικής θρησκευτικότητας και της «μυστηριολογικής ευσέβειας» και προσφορά θεραπείας.

γ) Ο αρχαίος ειδωλολατρικός κόσμος εγκατέλειπε τη Θρησκεία του (στον Πλούταρχο θρησκεία σημαίνει λατρεία), για να ενταχθεί στο πνευματικά νοσοκομείο («ιατρείο πνευματικόν», κατά τον ι. Χρυσόστομου της Εκκλησίας και να αγιαστεί μέσα στο Άκτιστο. Δεν εγκατέλειπε τη Θρησκεία του, για να ασπασθεί κάποια άλλη. Απλώς εγκατέλειπε τον κόσμο και τα «στοιχεία» του, για να ενταχθεί στη ζωή της Εκκλησίας. Αυτόν τον δρόμο ακολούθησαν και οι αρχαίοι πρόγονοί μας. Εγκατέλειψαν και αυτοί την «Θρησκεία» τους, για να ενταχθούν στην εν Χριστώ ζωή, ως την μόνη δυνατότητα σωτηρίας, αληθινής δηλαδή ένωσης με τον Άκτιστο Τριαδικά Θεό.

Αυτά που οδηγούμενος από τη Χάρη του Θεού συνέλαβε και ο Ελληνισμός ως προσδοκία πρβλ. Γεν. 49,10: «και αυτός προσδοκία εθνών» και ζούσε μαζί με όλους τους άλλους λαούς με τη λυτρωτική αναζήτησή του (πρβλ. Πράξ. 17,27: «ει άρα γε ψηλαφήσειαν αυτόν και εύροιεν» = «προσπαθώντας να τον βρουν, ψηλαφώντας στο σκοτάδι» , το βρίσκει μέσα στο «σώμα του Χριστού», την Εκκλησία Αυτά είναι το βαθύτερο νόημα της ομιλίας του Αποστόλου Παύλου στον Άρειο Πάγο των Αθηνών (και γι’ αυτά αρνούνται την ιστορικότητά της οι νεοειδωλολάτρες μας) όχι η κλήση σε μία νέα Θρησκεία, αλλά ο προσανατολισμός των Ελλήνων στην «ένσαρκη» υπέρβαση κάθε θρησκείας, τον Ιησού Χριστά (πρβλ. το περίφημο εξαποστειλάριο της Κυριακής των Βαίων: την αλογίαν λύων των εθνών την κάκιστον, πάλαι κεχερσωμένην).

Γι’ αυτό ψάλλει ο Έλληνας και μαζί του κάθε Ορθόδοξος, στο τέλος της Λειτουργίας του:

«Είδομεν το φως το αληθινό, ελόβομεν πνεύμα επουράνιον εύρομεν πίστιν αληθή, αδιαίρετο Τριάδα προσκυνούντες». Με αυτόν τον ρεαλισμό της γλώσσας μας ομολογούμε και διακηρύσσουμε την σωτηριολογική βεβαιότητά μας. Η ελληνική «ζήτησις αληθείας» (Κλήμης ο Αλεξανδρεύς, + 215 μ.Χ.) επληρώθη με την ανεύρεσή της στον Χριστά και την Εκκλησία Του.

δ) Η σημερινή, συνεπώς, συνάντηση των Ορθόδοξων Ελλήνων με τους εγκαταλείποντες την εν Χριστώ αλήθεια και επιστρέφοντες στην «ειδωλικήν πλάνη», είναι ανάγκη να πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο της πρωτοχριστιανικής – αλλά και αγιοπατερικής – ιεραποστολικής στρατηγικής ως προσφορά της εν Χριστώ θεραπείας, και όχι ως σύγκρουση μιας «θρησκείας» (μη χριστιανικής, στην ουσία με την θρησκεία του Δωδεκαθέου, την οποίαν όμως οι Άγιοι Πατέρες μας έβλεπαν – και βλέπουν – στα όρια της αρχαιοελληνικής «ζητήσεως της Αληθείας». Εμείς, αντί να τους ενσωματώνουμε, όπως και όλο το λαό μας, στην «εν Χριστώ» και «δια Χριστού» θεραπευτική διαδικασία (κάθαρσις, φωτισμός, Θέωσις), τους προσφέρουμε μια άλλη θρησκεία, την «Θρησκεία» μας.

Αυτό, δηλαδή, που κατανοούμε και ζούμε εμείς ως χριστιανισμό, και όχι τον Χριστιανισμό των Άγιων μας. Δεν προσφέρουμε στον κόσμο και τα «έθνη» της εποχής μας την ζωογόνο πνοή του Πνεύματος, αλλά ένα «χριστιανισμό», που ασφυκτιά στα δεσμά της εθνικής και Ιουδαϊκής Θρησκευτικότητας.

Βέβαια, η λατρεία μας, που δεν αλλοιώθηκε ακόμη… μας συνδέει άμεσα με την χριστιανική αρχαιότητα. Εμείς, όμως, την βιώνουμε και την προσφέρουμε (πρβλ. πολυτέλεια αμφίων, καλλιτεχνική περισσοτεχνία, εκκοσμικευμένο κήρυγμα κ.τ.ό.) μέσα στο πνεύμα της θρησκείας και των «στοιχείων» της. Δεν είναι, έτσι, περίεργο, που οι σημερινοί νεοειδωλολάτρες προκρίνουν την (αρχαία ελληνική Θρησκεία ως ανώτερη και τελειότερη – όπως διατείνονται – από την «θρησκεία», που προσφέρει η πλειοψηφία του λεγομένου χριστιανικού κόσμου.

Ο «επανευαγγελισμός» του κόσμου σήμερα δεν είναι δυνατόν να επιτευχθεί στο πνεύμα του παπικού επεκτατισμού, όπως ο Πάπας επιχειρεί, αλλ’ ούτε στην επικίνδυνα εκκοσμικευμένη δική μας κατανόηση, δομή και οργάνωση του εκκλησιαστικού μας βίου, αλλά μόνο αν προηγηθεί ο δικός μας επανευαγγελισμός, ιδίως των Ποιμένων, στο πνεύμα της αποστολικής και αγιοπατερικής Ορθοδοξίας.

Μόνον έτσι Θα καταστεί δυνατή η προσφορά Χριστού και η αυθεντική λυτρωτική μας κλήση προς τον κόσμο της «Νέας Εποχής» και στην έντεχνα καλλιεργούμενη στροφή του Ελληνισμού «επί το ίδιον εξέραμα» (Β΄ Πέτρ. 2,22), σ’ αυτά δηλαδή που πριν από πολλούς αιώνες με βδελυγμία απέρριψε, χάριν της εν Χριστώ σωτηρίας. Βέβαια, και σ’ αυτήν την περίπτωση, τα αποτελέσματα δεν κρίνονται ποσοτικά, αλλά πνευματικά. Διότι ισχύει και εδώ ο λόγος του Χριστού μας «ο ων εκ της αληθείας ακούει μου της φωνής» (Ιωάνν. 18,37) ή, σχετικά με τους «Έλληνες αδελφούς μας, ο λόγος του Ευαγγελιστού της Αγάπης: «ει γαρ ήσαν εξ ημών, μεμενήκεσαν αν μεθ’ ημών» (Α’ Ιωάνν 2,19).

ΠΗΓΗ ΙΧΩΡ 2010

Posted in PHILOSOPHICAL THEMES | Tagged , , , , | Leave a comment

GNO-O-SIS / KNO-W-SIS IS P-H(F)-IR-E / P-YR 9

(BEING CONTINUED FROM  14/01/20)

Some scholars of ancient magic have identified Egypt as the birthplace of
magical texts.102 In Pharaonic and Ptolemaic Egypt, magical practices were widely
accepted and even understood to be essential for the proper functioning of the universe
and preservation of the state. It was in this context that magical spells began to be
committed to writing and, eventually, to be collected into handbooks and formularies that were enshrined for safekeeping within temple libraries. This process began well before Alexander the Great entered Egypt in 332 B.C.E. In this early period, temple priests were responsible for the collection and transmission of magical lore in Egypt. The magician,as Hans Dieter Betz notes, was a resident member of the temple priesthood.103 Just as Graeco-Roman ideas came to infiltrate the textualized magic of Egypt, its ideas and techniques, including the widespread use of ritual handbooks, or grimoires, were transported beyond the confines of Egypt to the cities and provinces of the Roman Empire. The evidence provided by “activated” magical devices, whose manufacture required a template in the form of a magical recipe, and which hail from throughout the confines of the Empire and beyond, lend credence to this conclusion.104

During the centuries following Alexander’s conquest, Egypt’s indigenous
magical practices began to commingle with the native traditions of its neighbors, among them, the Babylonians, Greeks, Syrians, Jews, Persians, and ultimately the Romans. The tools and techniques of native ritual specialists, more easily distinguishable from each other in earlier periods, blended together with temple magicians during centuries of widespread Greek and Roman cultural interaction that followed. The result of this convergence was an international form of magical practice that was never completely uniform across the Mediterranean world, but was characterized by tremendous commonality throughout the eastern Mediterranean and in many locations all over the Roman Empire in terms of its technical operation and the possession of a common mindset.105
During the period in which this convergence was taking place, there emerged two
trends whose ultimate consequence was the conspicuous targeting of magical texts for
destruction and, therefore, set the stage for many of the burnings of occult books that
occurred during the later Roman world: 1) magical spells and operations became textualized to a greater degree than ever before, and 2) the generally held opinion about magic changed from one characterized primarily by indifference to suspicion, fear, and outright hostility.
According to William Brashear, an expert on Greek magical texts, beginning
about the first century C.E. the form of magical texts was greatly elaborated, from simple,direct spells and curses with little accompanying ritual to highly involved formulae,giving the precise, step-by-step instructions necessary for performing elaborate magical ceremonies. The length and complexity of magical texts was increased, in particular, by the development of a growing specialized vocabulary of magical words, or voces magicae (unintelligible and foreign-sounding names and words as well as lengthy strings of vowels), and so-called ring letters, or characteres (magical images and symbols),within the texts. Increased dependence on written copies of the magical formulas and operations was the necessary outgrowth of this increasing complexity and textualization:
it became essential for practitioners of magic to possess their own copies of spells and
ritual actions to ensure their proper activation. “No longer could an individual simply
write a text on papyrus or foil and deposit it under a doorway, in a tomb, or carry it on his person, as in times past. He was now constrained to conduct a whole ceremony,
reproducing an entire incantation, with all its dozens—even hundreds—of lines of
magical words.” 106

Magical texts of the Roman period reflect a different sort of magician than the
temple priests of ancient Egypt.107 Although some individual magicians may have
continued to be associated with temples, the magicians of the Roman period were more
commonly itinerant ritual experts, who freely drew from many religious traditions and
combined them for their own purposes and those of their clients. The existing magical
handbooks from the Roman period are, as we might conceive of them, “the most
heterogeneous pastiches imaginable”: in the manner of recipe books, directions for the
production of magical amulets and gemstones, metal curse tablets, figurines, and potions appear interspersed among instructions for performing exorcisms, various techniques for divination, healing rituals, prayers, and amatory magic, to name only the most commonly preserved materials. Some magical texts note carefully within them that they are copies and from whom they are derived. That these books were not wholly original compositions can also be discerned by internal evidence, such as references here and there to “other copies,” glosses to variant readings within the margins, and obvious scribal errors.108 Parallel texts have surfaced as well: for example, much of the text of the Philinna Papyrus (dated to the first century B.C.E.) is reproduced in fragmentary form in another magical text unearthed at Oxyrhyncus and dating to the fourth century C.E.—almost five centuries later.109 There was a textual tradition, a pedigree of texts, which functioned to transmit them through time.110
To be sure, novelty must have always played an important role in magic, but
nevertheless, all magical literature is or at least makes claim to be part of an ongoing
tradition. “No magician who is worth his reputation would ever claim to have invented
or made up his own spells.”111 Moreover, the collection and redaction of magical
formulae seems to have been a central preoccupation of magicians in the Graeco-Roman period, who, beyond their need to possess handbooks to meet the day-to-day requests of their clientele, were concerned with the preservation, and ultimately, the transmission of presumably authentic, effective magical lore to future magicians. Certainly, the personal relationship between the learned magician and apprentice facilitated the education of many would-be sorcerers, numerous references from contemporary literature and from the surviving magical texts themselves support this inference, but the role played by books in the transmission of magical knowledge must not be underestimated. The significance of these books to the tradition was well understood not only by the magicians themselves, but also by Roman society at-large.
For their knowledge, which was commonly believed to be able to provide an edge
in the face of life’s vicissitudes, magicians were consulted by many people, from all
walks of Roman life.112 In spite of the tremendous power that magicians were presumed to wield, or perhaps because of this power, many Romans came to regard magic with the same disapproval that they had held for earlier occult practices. Like these other practices magic claimed to be able to upset the normal course of events, and consequently magic came to be seen as a danger to the pax deorum.
The art of astrology also developed in the eastern Mediterranean during the
Hellenistic period. Although rooted in Babylonian astronomical knowledge, astrology
was chiefly a development of the Alexandrian milieu. It was based on a principle of
cosmic sympathy linking all things together everywhere. Relying on this principle,
astrologers predicted the outcome of events and even human destinies with their
knowledge of the arrangement of the celestial bodies. Although magic and astrology are
now generally seen as separate enterprises, the terminology was frequently interchangeable and there was no strict separation.113 By the time of the Christian
Roman Empire, magic and divination had come to be assimilated and were treated “as
one and the same crime.”114
As discussed in this section, many occult practitioners came to make extensive
use of writings in the Hellenistic period and following. During the Roman Empire
writings continued to grow in importance to these practices. Books and formularies came to be indispensable tools for magicians, astrologers, diviners, and other religious
specialists and were no doubt a principal accessory of many individuals. As they spread
throughout the vast expanse of Roman dominion, they offered their initiations, spells, and ceremonies whose authenticity and power were evident from their careful and secretive transmission and preservation. These practices had clearly become bookish religious practices. The consequences of this development will be discussed below.

(TO BE CONTINUED)

Presented in Partial Fulfillment of the Requirements for
The Degree Doctor of Philosophy in the Graduate
School of The Ohio State University
By
Daniel Christopher Sarefield, M.A.

NOTES

102 See David Frankfurter, “Ritual Expertise in Roman Egypt and the Problem of the
Category ‘Magician,’” in Envisioning Magic: A Princeton Seminar and Symposium, eds.
Peter Schäfer and Hans G. Kippenberg. (Leiden: Brill, 1997), 115–35; and idem, Religion
in Roman Egypt: Assimilation and Resistance (Princeton, NJ: Princeton University Press,
1998), 198–264.
103 Hans Dieter Betz, The Greek Magical Papyri in Translation, including the Demotic
Spells, Vol. 1, Texts, 2d ed. (Chicago, IL: University of Chicago Press, 1992), xlvi.
104 On the potentially wide geographical dispersion of textualized magic in the Roman
world, consider the evidence of “activated” magical texts in the form of curse tablets,
amulets, voodoo dolls, and other magica materia, which have surfaced from all over the
Roman world, and whose manufacture and activation are dependent upon magic in bookform. See, for example, John Gager, ed. Curse tablets and binding spells from the
ancient world (Oxford: Oxford University Press, 1992); and Roy Kotansky, Texts and
Studies in the Graeco-Egyptian Magical Lamellae: An Introduction, Corpus, and
Commentary on the Phylacteries and Amulets, Principally Engraved onto Gold and
Silver Tablets (Ph.D. Diss. University of Chicago 1988).
105 Great allowance should be given for variations according to regional, cultural and
social status, processes like hellenization and romanization served as much to provide a
common context as it worked to preserve, amplify, and give voice to local interests and
traditions. On this important issue, see David Frankfurter, Religion in Roman Egypt:
Assimilation and Resistance; Roger S. Bagnall, Egypt in Late Antiquity (Princeton, NJ:
Princeton University Press, 1993), and G.W. Bowersock, Hellenism in Late Antiquity
(Ann Arbor, MI: University of Michigan Press, 1990).

106 William Brashear, “The Greek Magical Papyri: an Introduction and Survey;
Annotated Bibliography (1928–1994),” ANRW 2.18.5 (1995), 3414.

107 See Fritz Graf, Magic in the Ancient World, 5–6.
108 See, for example, the discussion of David Jordan of a group of defixiones discovered
in a well in the Athenian agora. The author suggests that several hands are present,
including a master and one or more pupils. David R. Jordan, “Defixiones from a well
near the southwest corner of the Athenian agora,” Hesperia 54 (1985): 205–50.

109 P. Maas, “The Philinna Papyrus,” JHS 62 (1942): 33–8.
110 Astrological texts, as will be discussed below, exhibit the same sort of textual
conservatism and long-term continuity demonstrated by magic texts in the Greco-Roman world. For example, ancient Alexandrian doctrines continued to be preserved
scrupulously in astrological texts well into the Late Antique period. See Tasmyn Barton,
Ancient Astrology (London: Routledge, 1994), 80–5.
111 Hans Dieter Betz, “The Formation of Authoritative Tradition in the Greek Magical
Papyri,” in Jewish and Christian Self-Definition, Vol. 3. Self-Definition in the GrecoRoman World, eds. Ben F. Meyer and E.P. Sanders. (Philadelphia, PA: Fortress Press,1982), 162.

112 Fritz Graf, “How to Cope with a Difficult Life,” in Envisioning Magic: A Princeton
Seminar and Symposium, eds. Peter Schäfer and Hans G. Kippenberg. (Leiden: Brill,
1997), 93–114, particularly 103–14.

interchangeable and there was no strict separation.113 By the time of the Christian
Roman Empire, magic and divination had come to be assimilated and were treated “as
one and the same crime.”114
As discussed in this section, many occult practitioners came to make extensive
use of writings in the Hellenistic period and following. During the Roman Empire
writings continued to grow in importance to these practices. Books and formularies came to be indispensable tools for magicians, astrologers, diviners, and other religious
specialists and were no doubt a principal accessory of many individuals. As they spread
throughout the vast expanse of Roman dominion, they offered their initiations, spells, and ceremonies whose authenticity and power were evident from their careful and secretive transmission and preservation. These practices had clearly become bookish religious practices. The consequences of this development will be discussed below.
113 Matthew Dickie, Magic and Magicians in the Greco-Roman World, 16; and Tamsyn
Barton, Ancient Astrology, 64–85.
114 Tamsyn Barton, Ancient Astrology, 195; and see 64–85.

Posted in PHILOSOPHICAL THEMES | Tagged , , , , , | Leave a comment

ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ ΑΣΚΗΤΙΚΗΣ (α)

Από Την Ασκητική ΕμπειρίαΤου Αγίου Ισαακ Του Σύρου

Αφιερώνεται Στους ανά την οικουμένη
Ορθοδόξους Μοναχούς

Απολυτίκιον
Ήχος πλ. α΄. Τον συνάναρχον Λόγον.
Αρετών ταις ακτίσι καταλαμπόμενος, της εν Χριστώ πολιτείας φωστήε πολύφωτος, θεοφόρε Ισαάκ ώφθης εν Πνεύματι, και κατευθύνεις ασφαλώς, σωτηρίας προς οδόν, διδάγμασι θεοπνεύστοις, τους ευφημούντας σε Πάτερ, ως του Χριστού θείον θεράποντα.
Κοντάκιον
Ήχος πλ. δ΄. Τη υπερμάχω.
Τη ισαγγέλω πολιτεία σου, μακάριε, του Παρακλήτου ανεδείχθης θείον όργανον, Ισαάκ, και μοναζόντων τύπος εν πάσιν, αλλ’ ως χάριτος της θείας ενδιαίτημα, χάριν αίτησαι ημίν και φως ουράνιον, τοις βοώσι σοι, χαίροις, Πάτερ θεόσοφε.
Μεγαλυνάριον
Χαίροις ησυχίας θείος κανών, χαίροις μοναζόντων, ο διδάσκαλος ο σοφός, χαίροις ο παρέχων, τα πρόσφορα εκάστω, της χάριτος τω λόγω, Ισαάκ Όσιε.

ΕΙΣΑΓΩΓΗ
1.Ας ξεκινήσουμε γράφοντας λίγα λόγια για τη ζωή το αββά Ισαάκ. Ο όσιος αββάς Ισαάκ καταγόταν από γονείς Σύρους. Γεννήθηκε στη Νινευΐ της Μεσοποταμίας ή, κατ’ άλλους, κοντά στην Έδεσσα της Συρίας. Αυτός ο ουρανοπολίτης άνθρωπος, ενώ ήταν στην ακμή της νεότητάς του, απαρνήθηκε τον κόσμο και εγκαταστάθηκε με τον αδελφό του σε ένα κοινόβιο της περιοχής. Εκεί φόρεσε τα αγγελικό σχήμα του μοναχού και ασκήθηκε με αγώνες και κόπους στην πρακτική αρετή. Και αφού, έτσι, υπέταξε τα σαρκικά πάθη στην κατά Θεόν πολιτεία, αποχώρησε σε ερημικό και ήσυχο μέρος, όπου κατοίκησε σε μεμονωμένο κελί, ζώντας μόνος με μόνο το Θεό. Εκεί επιδόθηκε με ζήλο στη νοερή προσευχή και, όπως φαίνεται έμμεσα, από τα κείμενα που μας άφησε, αξιώθηκε από τον Θεό μεγάλων χαρισμάτων. Γράφει λοιπόν ο άγιος, ότι για μεγάλο χρονικό διάστημα δέχθηκε πολλούς πειρασμούς στο ερημητήριό του και αναρίθμητες πληγές από τα πονηρά πνεύματα, αλλά και μεγάλη βοήθεια και επισκέψεις της θείας χάρης, που τον παρηγορούσε και τον ενδυνάμωνε στους αγώνες του. Αυτά που θα διαβάσετε στα κείμενα που αφήνω, λέει, είναι η πείρα μου από τη μελέτη των θείων Γραφών, από τα άγια στόματα των Πατέρων, και η μικρή δική μου πείρα. Το μεγάλο μυστήριο της ησυχίας, της σιωπής, της μυστικής παρουσίας του Θεού στην καρδιά του, της αδιάλειπτης προσευχής και της πρακτικής αρετής του, μπορούμε με σαφήνεια να το διαβλέψουμε στα κείμενά του. Έτσι π.χ. γράφει στον 38ο Λόγο του: «Πολλές φορές, όταν έγραφα αυτά, παρέλυαν τα δάχτυλά μου επάνω στο χαρτί, και δεν άντεχα τη θεία ηδονή που έπεφτε στην καρδία μου και προκαλούσε πλήρη σιωπή στις σωματικές μου αισθήσεις». Στην ίδια συνάφεια του κειμένου γράφει ότι, «όποιος έφθασε στην τέλεια αγάπη του Θεού, αυτός δε θέλει πια να μείνει στην παρούσα ζωή», και συνεχίζει: «Δεν αντέχω να φυλάξω τα θεία μυστήρια στη σιωπή, αλλά γίνομαι άφρων και μωρός, για να ωφεληθούν οι αδελφοί μου, διότι αυτή είναι η αληθινή αγάπη».
Ο άγιος αββάς Ισαάκ έζησε γύρω στα 700 μ.Χ. Ας έχουμε την ευχή του.

2.Οι ασκητικοί λόγοι του αββά Ισαάκ, τα «Ασκητικά», όπως λένε τα βιβλία, γράφηκαν στη συριακή γλώσσα για μοναχούς και ησυχαστές. Για ανθρώπους δηλ. που απαρνήθηκαν τον κόσμο και ζούσαν σε ήσυχο φυσικό περιβάλλον, όπου αγωνίζονταν να μεταμορφωθούν, σωματικά και ψυχικά, σε «καινή κτίση». Αυτός ο δρόμος της άσκησης δεν είναι για όλους. Ωστόσο κι εμείς, που κάνουμε το δικό μας αγώνα, μπορούμε να ωφεληθούμε και να ενισχυθούμε, ζώντας μέσα στον κόσμο στην «υπακοή του Χριστού». Γι αυτό το λόγο, αποφάσισα να μπω μέσα στον ανοιχτό κήπο των κειμένων του, και να μαζέψω εκείνα τα άνθη και τις πρασινάδες, που μου φαίνονταν, εμένα του αρχαρίου, πιο όμορφα και πιο ευωδιαστά. Βέβαια ήταν πολλά που, στα ταπεινά πνευματικά μου μέτρα, ήταν άπιαστα και ασύλληπτα και, γι αυτό, προτίμησα να τα αφήσω να τα μελετήσουν, από άλλες εκδόσεις, οι μοναχοί και οι ερημίτες κι αυτοί, όχι όλοι!
3.Καταλαβαίνουμε, λοιπόν, ότι ίσως υπάρξουν κάποιοι πνευματικοί κίνδυνοι για το μελετητή αυτού του βιβλίου. Πρώτα πρώτα υπάρχει ο κίνδυνος να θελήσει κάποιος να κάνει αυτά που προσιδιάζουν στην ησυχαστική ζωή, οπότε, ζώντας αυτός στον κόσμο και χωρίς να έχει κοντά του το Γέροντα, θα έχει ψυχικά μπερδέματα, που μπορεί να τον οδηγήσουν ακόμη και σε ψυχονευρωτικές καταστάσεις και φανταστικές ενοχές.
Αν υπάρξει, έστω και υποψία, ότι ο μελετητής μπερδεύεται αντί να ωφεληθεί, ας κλείσει το βιβλίο. Ένα άλλο βιβλίο θα βρεθεί, που θα είναι στα δικά του μέτρα, και θα του φέρει τη χαρά του αγίου Πνεύματος. Ωστόσο, είναι καλό, κατά κάποιο τρόπο, να «βιάζουμε» και εμείς τον εαυτό μας, αφού «η βασιλεία των ουρανών βιάζεται και βιασταί αρπάζουσιν αυτήν» (Ματθ. 11, 12). Όμως η βία πρέπει να ασκείται πάντοτε με την ευλογία του Γέροντα, ή του φωτισμένου και συνετού πνευματικού μας, ανάλογα με τα πνευματικά μέτρα μας, και με κριτήριο πάντοτε την πνευματική μας ωφέλεια και χαρά. Θυμάμαι το μακαριστό Γέροντα Παΐσιο που είπε σε κάποιον που έγραφε τα λόγια του στην κασέτα: «Αυτά που λέω είναι για σένα. Τι τα γράφεις; Αν τ’ ακούσουν άλλοι, μπορεί να μελαγχολήσουνε και να τρελαθούνε!».
Έτσι, ας έχουμε υπόψη μας ότι η πνευματική άσκηση διαφέρει από άνθρωπο σε άνθρωπο. Αν βάλεις έναν, που έχει πρόβλημα στην καρδιά του, να τρέξει με τους κατοστάρηδες, θα μείνει στα πρώτα βήματα! Γι’ αυτό οι άγιοι Πατέρες – και ο αββάς Ισαάκ – έχουν διάκριση. Σε μια ακροβατική παράσταση ένας περπατάει πάνω στο σχοινί και άλλος κερνάει πορτοκαλάδες. Ο καθένας μας ας κάνει αυτό που μπορεί, και ο καλός Θεός θα μας κρίνει με τα μέτρα της δικής του αγάπης.
Διάβαζα σε ένα βιβλίο για τον μακαριστό Γέροντα Πορφύριο (του Ωρωπού) ότι πήγε να τον δει μια κοσμική κοπέλα, που ζούσε τη ζωή της χωρίς κανένα ηθικό φραγμό, αλλά αυτό μπέρδεψε πολύ την ψυχή της. Έλεγε, λοιπόν, ο Γέροντας, αναφερόμενος στην περίπτωσή της: «Να δεις, της είπα να κάνει κάτι σαν κανόνα έτσι, αστείο θα σας φανεί, αν το πω. Όμως αυτή θα γλυκαθεί με αυτό που θα κάνει και θα ξανάρθει». Ανάλογες, και πολύ καθοδηγητικές και παρηγορητικές συμβουλές μας δίνει ο αββάς Ισαάκ στα λήμματα 45. 170. 174. 186 αυτού του βιβλίου. Άν θέλετε, ξεκινάτε από κει.
Αν ρωτούσαμε τον άγιο, πώς να διαβάσουμε τα κείμενά του, θα μας έλεγε: Με την ευχή και με ταπείνωση. Διότι χωρίς τη θεία φώτιση τίποτε δεν μπορούμε – όλοι μας – να εννοήσουμε ορθώς.
Ίσως είναι καλό να διαβάζουμε, π.χ. μια σελίδα σήμερα, μια σελίδα αύριο κ.ο.κ. για να μπορούμε να στοχαζόμαστε, να εμπνεόμαστε, και να αφομοιώνομε τα άγια αυτά λόγια. Αυτή τη συμβουλή έδινε ο Γέροντας Ιερώνυμος της Αίγινας, όταν αναφερόταν στα «Ασκητικά» του αββά Ισαάκ. «Να διαβάζεις κάθε μέρα μια σελίδα», έλεγε.
Η πρωτότυπη ελληνική μετάφραση, της έκδοσης του 1770, στην οποία στηρίχθηκα κυρίως, έχει πολλές ασάφειες. Γι’ αυτό το λόγο, συμβουλεύθηκα και άλλες μεταφράσεις και προσπάθησα να ερμηνεύσω, με απλά και πολύ σαφή Ελληνικά, τα κείμενα που επέλεξα, και να προσφέρω, έτσι, στην αγάπη και στη λαχτάρα των εν Χριστώ πατέρων και αδελφών μου τα άγιο νοήματα του αββά Ισαάκ.
4.Στο βιβλίο που έχετε στα χέρια σας θα βρείτε δεκατρείς ανθοδέσμες. Άλλη είναι για την αγάπη, άλλη για τους λογισμούς, άλλη για τους πειρασμούς και τον πόνο. Στον πίνακα Περιεχομένων θα τις βρείτε όλες με αλφαβητική σειρά. Το υλικό που παραθέτω δεν προσφέρεται για επιστημονική αξιολόγηση και κατάταξη. Μιλάει κατ’ ευθείαν στην καρδιά μας, και έτσι πρέπει να το δούμε.
Ας δώσει ο Θεός το σπλαχνικό του έλεος σε όλους εμάς, που είμαστε άτακτα παιδιά του, για να ταπεινωθούμε, να φωτισθούμε και να ζήσουμε στη δική του μεθυστική αγάπη. Αμήν.

ΑΓΑΠΗ
Η αγάπη «ου ζητεί τα εαυτής»
1.Λένε για τον μακάριο Αντώνιο ότι ποτέ του δε σκέφθηκε να κάνει κάτι που να ωφελεί τον εαυτό του πιότερο από τον πλησίον του. Κι αυτό, γιατί πίστευε πως το κέρδος του πλησίον του είναι γι’ αυτόν άριστη εργασία.
Και πάλι είπαν για τον αββά Αγάθωνα, ότι έλεγε πως «ήθελα να βρω ένα λεπρό και να λάβω το σώμα του και να του δώσω το δικό μου». Είδες τέλεια αγάπη; Και πάλι, αν είχε κάποιο πράγμα χρήσιμο, δεν άντεχε να μην αναπαύσει μ’ αυτό τον πλησίον του. Είχε κάποτε μια σμίλη για να κόβει τις πέτρες. Ήρθε λοιπόν ένας αδελφός κοντά του και, επειδή την είδε και τη θέλησε, δεν τον άφησε να βγει από το κελί του χωρίς αυτή.
Πολλοί ερημίτες παρέδωσαν τα σώματά τους στα θηρία και στο ξίφος και στη φωτιά, για να ωφελήσουν τον πλησίον.
Κανείς δεν μπορεί να φτάσει σ’ αυτά τα μέτρα της αγάπης, αν δεν ζήσει κρυφά, μέσα του, την ελπίδα του Θεού. Και δεν μπορούν να αγαπήσουν αληθινά τους ανθρώπους όσοι δίνουν την καρδιά τους σ’ αυτό τον εφήμερο κόσμο. Όταν ένας άνθρωπος αποκτήσει την αληθινή αγάπη, τον ίδιο το Θεό ντύνεται, μαζί με αυτήν. Είναι ανάγκη λοιπόν αυτός που απέκτησε το Θεό να πεισθεί ότι δεν μπορεί ν’ αποκαταστήσει μαζί με το Θεό, τίποτε που να μην είναι αναγκαίο, αλλά να αποδυθεί και το ίδιο το σώμα του, δηλ. και αυτές τις μη αναγκαίες σωματικές αναπαύσεις. Ένας άνθρωπος, που είναι ντυμένος, στο σώμα και στην ψυχή, με την κοσμική ματαιοδοξία και που ποθεί να απολαύσει τα αγαθά του κόσμου, δεν μπορεί να φορέσει το Θεό – να γίνει θεοφόρος – μέχρι να τα αφήσει. Γιατί ο ίδιος ο Κύριος είπε ότι «όποιος δεν εγκαταλείψει όλα τα κοσμικά και δε μισήσει την κοσμική ζωή του, δεν μπορεί να γίνει μαθητής μου» (Λουκ. 14, 26). Όχι μόνο να τα αφήσει, αλλά και να τα μισήσει. Αν λοιπόν δεν μπορεί να γίνει μαθητής του, πως ο Κύριος θα κατοικήσει μέσα του; (308-9).
2.Δε θα αμελήσω να αναφέρω τι έκαμε ο άγιος Μακάριος ο Μεγάλος, για να ελέγξει εκείνους που καταφρονούν τους αδελφούς τους. Βγήκε λοιπόν κάποτε να επισκεφθεί έναν άρρωστο αδελφό και ρώτησε τον άρρωστο αν ήθελε τίποτε. Εκείνος αποκρίθηκε πως θα’ θελε λίγο φρέσκο ψωμί. Και επειδή όλοι οι μοναχοί εκείνο τον καιρό όλη τη χρονιά συνήθιζαν και έφτιαχναν το ψωμί παξιμάδια, σηκώθηκε αμέσως εκείνος ο αξιομακάριστος άνθρωπος και, μ’ όλα τα ενενήντα του χρόνια, βάδισε από τη σκήτη του στην Αλεξάνδρεια και αντάλλαξε τα ξερά ψωμιά, που πήρε από το κελί του, με φρέσκα και τα πήγε στον αδελφό.
Αλλά και ο αββάς Αγάθων, που ήταν σαν αυτόν το Μεγάλο Μακάριο που ανέφερα, έκαμε κάτι ακόμη πιο σπουδαίο. Αυτός ο αββάς ήταν ο πιο έμπειρος στα πνευματικά από όλους τους μοναχούς του καιρού του, και τιμούσε τη σιωπή και την ησυχία περισσότερο απ’ όλους. Αυτός λοιπόν ο θαυμαστός άνθρωπος, όταν είχε πανηγύρι στην πόλη, πήγε να πουλήσει το εργόχειρό του. Οπότε βρήκε στην αγορά έναν ξένο άρρωστο και παραπεταμένο σε μια άκρη. Τι έκανε τότε; Νοίκιασε ένα σπιτάκι και έμενε κοντά του ασκώντας χειρωνακτική εργασία. Ό,τι έβγαζε το ξόδευε για τον άρρωστο και τον υπηρετούσε συνέχεια έξι μήνες, μέχρι που ο άρρωστος έγινε καλά. (373 – 4).
3.Ο λόγος του Κυρίου ο αληθινός κα αψευδής μας λέει ότι δεν μπορεί ένας άνθρωπος να έχει μέσα του τον πόθο των κοσμικών πραγμάτων και μαζί, την αγάπη του Θεού (Ματθ. 6, 24). (15).
4.Αυτός ο άνθρωπος να λογίζεσαι ότι είναι του Θεού, που από την πολλή του ευσπλαχνία νεκρώθηκε ως προς τις υλικές του ανάγκες. Διότι ο ελεών το φτωχό έχει το Θεό να φροντίζει για τις δικές του ανάγκες. Και αυτός που στερείται για το Θεό, βρήκε θησαυρούς ακένωτους.
Ο Θεός δε χρειάζεται τίποτε. Ευφραίνεται όμως όταν δει κάποιον να αναπαύει την εικόνα του και να την τιμά για την αγάπη του. Όταν έλθει κάποιος και σου ζητήσει αυτό που έχεις, μην πεις μέσα στην καρδία σου ότι θα το κρατήσω αυτό για μένα, για να με αναπαύει, και ότι ο Θεός θα ικανοποιήσει την ανάγκη του αδελφού με άλλο τρόπο. Γιατί αυτά τα λόγια τα λένε οι άδικοι που δεν γνωρίζουν το Θεό. Ο δίκαιος και ενάρετος άνθρωπος την τιμή που του έκανε ο ενδεής αδελφός του δεν την μεταβιβάζει σε άλλον, ούτε την ευκαιρία της ελεημοσύνης θα επιτρέψει στον εαυτό του να την χάσει. Ο φτωχός και ενδεής άνθρωπος λαμβάνει τα αναγκαία από τον Θεό, διότι κανέναν δεν εγκαταλείπει ο Κύριος. Συ όμως, που θέλησες να αναπαύσεις τον εαυτό σου μάλλον παρά το φτωχό αδελφό σου, αποποιήθηκες την τιμή που σου έκαμε ο Θεός και απομάκρυνες τη χάρη του από σένα. Όταν λοιπόν δώσεις ελεημοσύνη, να ευφραίνεσαι και να πεις: Δόξα σοι ο Θεός, που με αξίωσες να βρω κάποιον να αναπαύσω. Όταν όμως δεν έχεις τι να δώσεις, μάλλον να χαρείς και να πεις ευχαριστώντας το Θεό: Σε ευχαριστώ, Θεέ μου, που μού ‘δωσες αυτή τη χάρη και την τιμή να γίνω φτωχός για το όνομά σου, και που με αξίωσες να γευθώ τη θλίψη της σωματικής αδυναμίας και της φτώχειας, που όρισες στο στενό δρόμο των εντολών σου, όπως τη γεύθηκαν οι άγιοί σου, που περπάτησαν αυτό το δρόμο (23 – 4).
Η αγάπη είναι καρπός προσευχής
5.Η αγάπη είναι καρπός της προσευχής. Η αγάπη αρχίζει από τη θέα της (κατά την προσευχή) και οδηγεί το νου αχόρταγα στον πόθο της, όταν ο άνθρωπος κάνει υπομονή στην προσευχή χωρίς αμέλεια («ακηδία»). Οπότε μόνο προσεύχεται μέσα σε σιωπηλά ενθυμήματα της διάνοιας με θεϊκή πύρωση και θέρμη. (272).
6.Η αγάπη του Θεού έρχεται μέσα μας από τη συνομιλία μαζί του. (156).

Η αγάπη του Θεού είναι παράδεισος
7.Παράδεισος είναι η αγάπη του Θεού. Μέσα σ’ αυτήν υπάρχει η τρυφή όλων των μακαρισμών. Σ’ αυτόν τον παράδεισο ο μακάριος Παύλος τράφηκε με υπερφυσική τροφή. Και αφού γεύθηκε εκεί το ξύλο της ζωής, έκραξε λέγοντας: «αυτά που μάτι δεν τα είδε, ούτε αυτί τα άκουσε, κι ούτε που τα’ βαλε ο λογισμός του ανθρώπου, όσα ετοίμασε ο Θεός για κείνους που τον αγαπούν» (1 Κορ. 2, 9). Από αυτό το ξύλο της ζωής εμποδίστηκαν ο Αδάμ με τη συμβουλή του διαβόλου.
Το ξύλο της ζωής είναι η αγάπη του Θεού, από την οποία εξέπεσε ο Αδάμ και δεν μπόρεσε πια να χαρεί, παρά δούλευε και έχυνε τον ιδρώτα του στη γη των αγκαθιών. Όσοι στερήθηκαν την αγάπη του Θεού, δηλ. τον παράδεισο, τρώνε με την εργασία τους, μέσα στ’ αγκάθια, το ψωμί του ιδρώτα, και αν ακόμη βαδίζουν στον ίσιο δρόμο των αρετών. Είναι το ψωμί που επέτρεψε ο Θεός στον πρωτόπλαστο να φάει μετά την έκπτωσή του. Μέχρι να βρούμε λοιπόν την αγάπη, η εργασία μας είναι στη γη των αγκαθιών και μέσα σ’ αυτά σπέρνουμε και θερίζουμε, κι ας είναι ο σπόρος μας σπόρος δικαιοσύνης. Συνέχεια,λοιπόν, μας κεντάνε τα αγκάθια και, όσο και να δικαιωθούμε, ζούμε μέσα σ’ αυτά με τον ιδρώτα του προσώπου μας.
Όταν όμως μέσα στον έμπονο και δίκαιο αγώνα μας, βρούμε την αγάπη του Θεού, τρεφόμαστε με ουράνιο άρτο και δυναμώνουμε, χωρίς να εργαζόμαστε με αγωνία και χωρίς να κουραζόμαστε, όπως οι χωρίς αγάπη άνθρωποι. Ο ουράνιος άρτος είναι ο Χριστός, που ήρθε κάτω σε μας από τον ουρανό και δίνει στον κόσμο την αιώνια ζωή. Και αυτή η ζωή είναι η τροφή των αγγέλων.
Όποιος βρήκε των αγάπη, κάθε μέρα και ώρα τρώγει το Χριστό κι από αυτό γίνεται αθάνατος (Ιω. 6, 58). Διότι «ο τρώγων – λέει – από τον άρτο που εγώ θα του δώσω, ποτέ (“εις τον αιώνα”) δε θα πεθάνει». Μακάριος λοιπόν είναι εκείνος που τρώγει από τον άρτο της αγάπης, που είναι ο Ιησούς. Ότι βέβαια, αυτός που τρώγει από την αγάπη, τρώγει το Χριστό, το Θεό των πάντων, το μαρτυρεί ο απόστολος Ιωάννης, όταν λέει ότι «ο Θεός είναι αγάπη» (1 Ιω. 4, 8). Λοιπόν όποιος ζει στην αγάπη, λαμβάνει από το Θεό ως καρπό τη ζωή, και σ’ αυτό τον κόσμο οσφραίνεται από τώρα εκείνο τον αέρα της ανάστασης, στον οποίο εντρυφούν οι κοιμηθέντες δίκαιοι.
Η αγάπη είναι το δείπνο της βασιλεία του Θεού.
8.Η αγάπη είναι η βασιλεία, που μυστικά υποσχέθηκε ο Κύριος στους Αποστόλους ότι θα φάνε στη βασιλεία του. Διότι το «να τρώτε και να πίνετε στο δικό μου τραπέζι στη βασιλεία μου» (Λκ. 22, 30) τί άλλο είναι παρά η αγάπη; Γιατί η αγάπη του Θεού μπορεί να θρέψει τον άνθρωπο, χωρίς αυτός να τρώγει και να πίνει. Η αγάπη, ακόμη, είναι το κρασί που ευφραίνει την καρδιά του ανθρώπου (Ψ. 93, 16). Μακάριος είναι αυτός που ήπιε από τούτο το κρασί. Από αυτό ήπιαν οι ακόλαστοι, και ένιωσαν ντροπή, οι αμαρτωλοί και λησμόνησαν τους δρόμους της αμαρτίας, και οι μέθυσοι και έγιναν νηστευτές, και οι πλούσιοι και πεθύμησαν τη φτώχεια, και οι φτωχοί και πλούτισαν με την ελπίδα, και οι άρρωστοι, και έγιναν υγιείς, και οι αγράμματοι και έγιναν σοφοί. (282– 3).
Η πρακτική αγάπη
9.Όπως το λάδι συντηρεί το φως του λυχναριού, έτσι και η ελεημοσύνη, τρέφει στην ψυχή την αληθινή γνώση του Θεού. Το κλειδί της καρδιάς για την απόκτηση των θείων χαρισμάτων δίνεται μέσω της αγάπης προς τον πλησίον.
Τι ωραία και αξιέπαινη που είναι η αγάπη προς τον πλησίον, εάν βέβαια η μέριμνα γι’ αυτή δεν μας αποσπά από την αγάπη του Θεού! Πόσο γλυκιά είναι η συντροφιά των πνευματικών μας αδελφών, εάν μπορέσουμε να φυλάξουμε μαζί μ’ αυτήν και την κοινωνία με το Θεό! (289).
10.Ένας άνθρωπος που ασχολείται με τα βιοτικά και ασκεί χειρωνακτική εργασία και λαμβάνει από άλλους βοήθεια, αυτός έχει χρέος να δώσει ελεημοσύνη. Αν αμελήσει γι’ αυτήν, η ασπλαχνία του είναι ενάντια στην εντολή του Κυρίου. (300)
11.Ένας μοναχός έχει, ας πούμε, κανόνα να ησυχάζει στο κελί του επτά εβδομάδες ή μία εβδομάδα και, αφού εκπληρώσει τον κανόνα του, συναντιέται και συναναστρέφεται με τους ανθρώπους και παρηγοριέται μαζί τους. Αυτός λοιπόν, αν αδιαφορεί για τους πονεμένους αδελφούς του, στοχαζόμενος ότι αρκεί ο εβδομαδιαίος κανόνας του, είναι ανελεήμων και σκληρός. Γιατί με το να μην έχει ελεημοσύνη στην καρδιά του και με το να υψηλοφρονεί και να συλλογίζεται το ψεύδος, δε συγκαταβαίνει να συμμετάσχει στον πόνο των αδελφών του.
Όποιος καταφρονεί τον ασθενή αδελφό του δεν πρόκειται να δει το φως του Θεού. Και όποιος αποστρέφει το πρόσωπό του από τον ευρισκόμενο σε στεναχώρια, η ημέρα του θα είναι σκοτεινή. (354)
12.Είπε ένας γνωστικός άγιος ότι τίποτε δεν μπορεί να λυτρώσει το μοναχό από το δαίμονα της υπερηφάνειας και να τον βοηθήσει όταν το πάθος της πορνείας είναι σε έξαψη, όσο το να επισκέπτεται και να υπηρετεί τους κατάκοιτους και κείνους που λιώνουν από το σωματικό πόνο. (355)
13.Είπε ο Κύριος: «Ό,τι θέλετε να κάνουν σε σας οι άνθρωποι, έτσι και σεις να κάνετε σ’ αυτούς» (Λουκ. 6, 31). Όταν όμως ο άνθρωπος δεν έχει υλικά αγαθά ούτε σωματική δύναμη για να εκπληρώσει την αγάπη προς τον αδελφό του, τότε είναι αρκετή για το Θεό μόνη η αγάπη γα τον αδελφό, που φυλάγεται στην προαίρεσή του. (355)

(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)

Ερμηνευτική απόδοση – επιμέλεια
Κωνσταντίνου Χρ. Καρακόλη,
Δρος ΦιλολόγουΔρος Θεολογίας, Φιλολόγου

Posted in PHILOSOPHICAL THEMES | Tagged , , , , | Leave a comment

The Wave Structure of Matter (WSM) in Space-ABOUT EDUQuantum Physics (E)

(BEING CONTINUED FROM  16/01/19)

1.2 Quantum Theory / Mechanics: de Broglie’s Discovery of the Wave Properties of Electrons (1927)

The next step was taken by de Broglie. He asked himself how the discrete states could be understood by the aid of current concepts, and hit on a parallel with stationary (standing) waves, as for instance in the case of proper frequencies of organ pipes and strings in acoustics. (Albert Einstein, 1954)

It is with some frustration that I now read these quotes, as it is obvious in hindsight as to their errors, and how simply they can now be solved! de Broglie’s realisation that standing waves exist at discrete frequencies and thus energies is obviously true and important, yet he continued with the error of the particle concept and thus imagined particles moving in a wavelike manner! Nonetheless, as he was close to the truth he had considerable success with his theory, and these predicted wave properties of matter were shortly thereafter confirmed from experiments (Davisson and Germer, 1927) on the scattering of electrons through crystals (which act as diffraction slits). As Albert Einstein confirms;

Experiments on interference made with particle rays have given brilliant proof that the wave character of the phenomena of motion as assumed by the theory does, really, correspond to the facts. (Albert Einstein, 1954)

So by 1927 the wave properties of matter had been predicted theoretically by de Broglie, and then confirmed by experiment. But unfortunately these scientists continued to believe in the existence of discrete particles, and thus they misinterpreted this most important discovery of the standing wave properties of matter.

1.2.1 de Broglie’s Interpretation of the Standing Waves as the Wave-Like Motion of a Particle in Orbit (1927)

In 1913, Niels Bohr had developed a simple (though only partly correct) model for the hydrogen atom that assumed; (Our further comments in brackets)

i) That the electron particle moves in circular orbits about the proton particle. (This is nearly correct, they are not ‘orbits’ but complex Standing Wave patterns)
ii) Only certain orbits are stable. (This is nearly correct, only certain Standing Wave patterns are resonantly stable)
iii) Light is emitted and absorbed by the atom when the electron ‘jumps’ from one allowed orbital state to a another. (This is nearly correct, the electrons move from one stable Standing Wave pattern to another. This is known as ‘Resonant Coupling’ and is explained in Section 1.4.)

This early atomic model had some limited success because it was obviously created to explain the discrete energy states of light emitted and absorbed by bound electrons in atoms or molecules, as discovered by Planck in 1900.
de Broglie was aware of Bohr’s model for the atom and he cleverly found a way of explaining why only certain orbits were ‘allowed’ for the electron. As Albert Einstein explains;

de Broglie conceived an electron revolving about the atomic nucleus as being connected with a hypothetical wave train, and made intelligible to some extent the discrete character of Bohr’s ‘permitted’ paths by the stationary (standing) character of the corresponding waves. (Albert Einstein, 1940)

de Broglie Wave Electron Orbits
Fig: 1.2.1 The allowed discrete orbits of the electron as imagined by de Broglie.

de Broglie assumed that because light had both particle and wave properties, that this may also be true for matter. Thus he was not actually looking for the wave structure of matter. Instead, as matter was already assumed to be a particle, he was looking for wave properties of matter to complement the known particle properties. As a consequence of this particle/wave duality, de Broglie imagined the standing waves to be related to discrete wavelengths and standing waves for certain orbits of the electron particle about the proton. (Rather than considering the actual standing wave structure of the electron itself.)

From de Broglie’s perspective, and from modern physics at that time, this solution had a certain charm. It maintained the particle – wave duality for BOTH light and matter, and at the same time explained why only certain orbits of the electron (which relate to whole numbers of standing waves) were allowed, which fitted beautifully with Niels Bohr model of the atom. de Broglie further explains his reasoning for the particle/wave duality of matter in his 1929 Nobel Prize acceptance speech;

On the one hand the quantum theory of light cannot be considered satisfactory since it defines the energy of a light particle (photon) by the equation E=hf containing the frequency f. Now a purely particle theory contains nothing that enables us to define a frequency; for this reason alone, therefore, we are compelled, in the case of light, to introduce the idea of a particle and that of frequency simultaneously.
On the other hand, determination of the stable motion of electrons in the atom introduces integers, and up to this point the only phenomena involving integers in physics were those of interference and of normal modes of vibration. This fact suggested to me the idea that electrons too could not be considered simply as particles, but that frequency (wave properties) must be assigned to them also. (de Broglie, 1929)

The solution to their problems was first found by Wolff (1986). He discovered two things (both of which deserve a Nobel prize in their own right);

Firstly, from reading Feynman’s PhD thesis (see reference, Feynman and Wheeler, 1945) he was aware of Feynman’s conception of charged particles which ‘somehow’ generated Spherical Electromagnetic In and Out Waves (Feynman called them advanced and retarded waves), but Wolff realised that there are no solutions for spherical vector electromagnetic waves (which are mathematical waves which require both a quantity of force and a direction of force, i.e. vector). Wolff had the foresight to try using real waves, which are Scalar (defined by their Wave-Amplitude only).
And this then led to a series of remarkable discoveries.

He realised that spherical In and Out-Waves removed the need for a separate particle, as the Wave-Center of the Spherical Waves created the particle effect.
He then discovered that when one spherical standing wave was moving relative to another the Doppler shifts gave rise to BOTH the de Broglie Wavelength AND the Mass increase of Albert Einstein’s Relativity. (i.e. Wolff demonstrated that when two charged particles (Wave-Centers of two SSWs) are moving relative to one another they gives rise to beats of interference (caused by the Doppler shifting of the In and Out Waves due to relative Motion) which were identified in experiments as the de Broglie wavelength y=h/mv, and also gave rise to the frequency increases and thus energy/mass increases (as E=hf =mc2) of Special Relativity.

Thus in the one equation he had deduced, with mathematical certainty, the two observed phenomena due to relative motion, which respectively found central parts of both Quantum Theory and Albert Einstein’s Special Relativity. (Thus for the first time uniting these two theories from one common theoretical foundation!)
This then led to his further work on resonant coupling which finally solved the puzzle of the ‘photon’ and explained why light energy is only ever emitted and absorbed in discrete amounts. (See Section 1.4)

Unfortunately for modern physics, and ultimately for human knowledge, this obvious solution was never considered by de Broglie, Albert Einstein, Bohr, Schrodinger, Heisenberg, Dirac, Born, Feynman, etc. etc. Thus the now obvious solution of realising that matter was a Spherical Standing Wave that causes the point particle effect at the Wave-Center remained unknown and ignored, and instead, the confusing and paradoxical concept of the particle / wave duality was retained.

1.3 Quantum Theory: The Compton Wavelength 2.43*10-12m of the Electron Y=h/mc (1923)

As stated, in hindsight there were many clues as to the Wave Structure of the Electron. Another obvious clue being that the electron itself has a ‘Compton’ wavelength (named after American experimental physicist Holly Compton who discovered this from experiments with electron beams). But unfortunately they had come to accept the particle / wave duality of matter and simply continued to assume that somehow this paradoxical conception of matter was true, and thus beyond human comprehension. (So they stopped looking for an obvious solution!)

So let us briefly explain the Compton Wavelength. Experiments show that Energy is directly related to both Frequency and Mass (this is true since we now realise that they are ALL caused by Wave-Motion). As we know from experiment the energy E and mass m of the electron, and the velocity of light c, we can calculate the Compton Wavelength Y of the Electron as follows; E=hf=mc2 and f=c/Y, thus hc/Y= mc2 resulting in Y=h/mc which for the Electron = 2.43*10-12m.

Combined In-Waves and Out-Waves form a Spherical Standing Wave about the Wave Center (our present). This explains the particle / wave duality of Matter. Matter is a Spherical Standing Wave - the Wave-Center causes the 'particle' effect of matter. Fig: 2.3 The Compton Wavelength (Y) of the Electron – While this wavelength is related to the actual Wavelength of the Spherical Standing Wave, it is more complex than this. As the Spherical In-Wave flows in towards the Wave-Center, both its Wave-Amplitude and mass-energy density of space increase, thus the velocity and wavelength will also change. (Thus there is still a substantial amount of mathematical analysis required on how the Wavelength of the Electron changes with distance from the Wave-Center.)



1.4 Quantum Wave Mechanics: The Schrodinger Wave Equations / Standing Wave Interactions (1928)

Quantum theory was thus essentially founded on the experimental observations of frequency and wavelength for both light and matter. These empirical facts are obviously consistent with the Spherical Standing Wave structure of matter.

1. Planck’s discovery that energy is related to frequency in the equation E=hf
2. The Equivalence of Energy, Frequency and Mass E=hf=mc2, which deduces the Compton Wavelength Y=h/mc
3. The de Broglie wavelength y=h/mv

It was Erwin Schrodinger who discovered that when frequency f and de Broglie wavelength y were substituted into general wave equations it becomes possible to express energy E and momentum mv (from the above equations) as wave functions – thus a confined particle (e.g. an electron in an atom/molecule) with known energy and momentum functions could be described with a certain wave function.

From this it was further found that only certain frequency wave functions, like frequencies on musical strings, were allowed to exist. These allowed functions and their frequencies depended on the confining structure (atom or molecule) that the electron was bound to (analogous to how strings are bound to a violin, and only then can they resonate at certain frequencies).

Significantly, these allowed frequencies corresponded to the observed discrete frequencies of light emitted and absorbed by electrons bound in atoms/molecules. This further confirmed the standing wave properties of matter, and thus that only certain standing wave frequencies could exist which corresponded to certain energy states. The agreement of observed frequencies and Schrodinger’s Wave Equations further established the fundamental importance of Quantum Theory and thus the Wave properties of both light and matter. As Albert Einstein explains;

How can one assign a discrete succession of energy values E to a system specified in the sense of classical mechanics (the energy function is a given function of the co-ordinates x and the corresponding momenta mv)? Planck’s constant h relates the frequency f =E/h to the energy values E. It is therefore sufficient to assign to the system a succession of discrete frequency f values. This reminds us of the fact that in acoustics a series of discrete frequency values is coordinated to a linear partial differential equation (for given boundary conditions) namely the sinusoidal periodic solutions. In corresponding manner, Schrodinger set himself the task of coordinating a partial differential equation for a scalar wave function to the given energy function E (x, mv), where the position x and time t are independent variables. (Albert Einstein, 1936)

And here we have a final piece of the puzzle in a sense, for it was Schrodinger who discovered that the standing waves are scalar waves rather than vector electromagnetic waves. This is a most important difference. Electromagnetic waves are vector waves – at each point in Space the wave equations yield a vector quantity which describes both a direction and an amplitude (size of force) of the wave, and this relates to the original construction of the e-m field by Faraday which described both a force and a direction of how this force acted on other matter.

Spherical Wave Motions of Space are Scalar waves – at each point in Space the wave equations yield a single quantity which simply describes the wave amplitude (there is no directional component). For example, sound waves are scalar waves where the wave amplitude describes the Motion (or compression) of the wave medium (air). Likewise Space is a nearly rigid Wave-Medium which propagates Wave-Motions.

With de Broglie’s introduction of the concept of standing waves to explain the discrete energy states of atoms and molecules, and the introduction of scalar waves by Schrodinger, they had intuitively grasped important truths of nature as Albert Einstein confirms;

Experiments on interference made with particle rays have given brilliant proof that the wave character of the phenomena of motion as assumed by the theory does, really, correspond to the facts.
The de Broglie-Schrodinger method, which has in a certain sense the character of a field theory, does indeed deduce the existence of only discrete states, in surprising agreement with empirical facts. It does so on the basis of differential equations applying a kind of resonance argument. (Albert Einstein, 1927)

So let us now explain in more detail this phenomena of Light energy being emitted and absorbed in discrete amounts (photons) due to Resonant Standing Wave interactions. Firstly, we must understand Principle Two and realise that the velocity of wave Motions in Space is not constant, and in fact depends upon both the Wave-Amplitude and the mass-energy density of space (square of Wave-Amplitude). These are simply the properties of Space as a Wave-medium.

1.4.1 Quantum Physics: On the Forces of Charge and Light

It is the nature of Principles that they are stated rather than deduced. Thus we must state the Properties of Space, as Principles, and then demonstrate that logical deductions from these Principles do in fact correspond to observation. What we have found is that if Space behaves in the following way, then it gives rise to deductions which correspond to observation and experiment.

The Wave Velocity (velocity of light c) varies with both the Wave-Amplitude and the mass-energy density of space (the square of the Wave-Amplitude).
i) The greater the Wave-Amplitude the greater the Wave-Velocity.
ii) The greater the mass-energy density of space the slower the Wave-Velocity.
We do not know why Space, as a Wave-Medium, behaves this way, other than to say that these are simply the properties of Space. What we do discover though, is that from these foundations we get a simple explanation of both Charge/Light and Mass/Gravity.

As gravity is explained in the article on Relativity, the general idea is only briefly summarised here. When In-Waves travel in through other Matter / Wave-Motions of Space, they slightly slow down due to the increased mass-energy density of space, and this causes the Wave-Centers to naturally move together, which we observe as Gravitational attraction. As mass-energy density of space is always positive (squares are always positive), this always causes a slowing of the In-Waves, thus explaining why gravity is always attractive.

On the other hand, Wave-Amplitude is both positive and negative, thus interacting Wave-Amplitudes can either increase or decrease (i.e. combine or cancel out), causing either an increase or decrease in the velocity of the In-Waves, and a consequent moving together, or moving apart of the Wave-Centers.
It is this property of Space that causes Charge / Electromagnetic Fields and in a slightly more complex manner, Light.

Thus when we place two electrons near one another in Space, then the Wave-Amplitude of Space between them increases because the Waves are in phase and the Wave-Amplitudes combine and increase, thus the Wave-Velocity increases (opposite to gravity’s slowing of In-Waves) and this causes the Wave-Centers to move apart. This explains the electrical repulsion of like charges.

Conversely, if we place an electron and a positron (anti-matter being the opposite phase Wave-Motion to Matter, thus a positron is the opposite phase to an electron) then the Wave-Amplitude between the two Wave-Centers tends to cancel out and become smaller, thus the Wave-Velocity between the two Wave-Centers decreases (like gravity) and thus causes the Wave-Centers to move together.
In fact this also explains the electron / positron (matter / antimatter) annihilation, as the Wave-Centers will eventually overlap one-another and the Wave-Amplitudes will completely cancel out (due to their equal and opposite phase) and thus disappear.
This explains Charge, but does not explain Light, which is slightly more complex, though it is still caused by the same fundamental properties of Space.

(to be continued)

All that is necessary for evil to succeed is for good people to do nothing.”
(Edmund Burke)

“In a time of universal deceit – telling the truth is a revolutionary act.”
(George Orwell)

“Hell is Truth Seen Too Late.”
(Thomas Hobbes)

SOURCE www.spaceandmotion.com

Posted in PHILOSOPHICAL THEMES | Tagged , , , , , , | Leave a comment

TECHNAS-ZEEN DIA TOU PHILO-SOPHEIN (IX)

(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ  ΑΠΟ  17/01/20)

(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)

Γ.ΑΒΡΑΜΙΔΗΣ /ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΗΣ

ΠΗΓΗ  ΕΠΙΚΟΥΡΟΣ ΚΕΙΜΕΝΑ – ΠΗΓΕΣ ΕΠΙΚΟΥΡΕΙΑΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ ΚΑΙ ΤΕΧΝΗΣ ΤΟΥ ΖΗΝ ΘΕΜΑΤΙΚΗ ΤΑΞΙΝΟΜΗΣΗ Εισαγωγή: D.S. Hutchinson Eπιμέλεια: Γ. Αβραμίδης, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΘΥΡΑΘΕΝ

Posted in PHILOSOPHICAL THEMES | Tagged , , , , | Leave a comment