MERIKA ETYMA

Umbrella» όπως…»ὄμβρος»!

H λέξη «ὄμβρος» σημαίνει «βροχή».
Από εκεί προκύπτουν οι λέξεις: ανομβρία («α» στερητικό + ὄμβρος)= δεν βρέχει, όμβρια (ύδατα)= τα νερά της βροχής, αλλά και η αγγλική λέξη «umbrella».
Μία άλλη λέξη για την ομπρέλα είναι η λέξη «αλεξιβρόχιο». Το ρήμα «ἀλέξω» σημαίνει «διώχνω, αποκρούω κάτι κακό/ προστατεύω». Από εκεί έχουμε τις λέξεις:

  • αλεξιβρόχιο : ἀλέξω + βροχή = προστατεύει από την βροχή
  • αλεξικέραυνο : ἀλέξω + κεραυνός = προστατεύει από τους κεραυνούς
  • αλεξήλιον : ἀλέξω + ἥλιος = προστατεύει από τον ήλιο
  • Αλέξανδρος : ἀλέξω + ἀνδρός  = προστατεύει τους άνδρες / διώχνει τους εχθρικούς άνδρες, τους εχθρούς
  • αλεξίσφαιρο : ἀλέξω + σφαίρα = προστατεύει από τις σφαίρες
  • αλεξίπτωτο : ἀλέξω + πτώση = προστατεύει από την πτώση

.

«Ελευθερία»… η πιο όμορφη λέξη

Η λέξη «ἐλευθερία» προκύπτει «παρά τό ἐλεύθειν ὅπου ἐρᾶ τίς», δηλαδή «να πηγαίνει κάποιος εκεί όπου αγαπάει/επιθυμεί».
(ἐλεύθω= ἐρχομαι, πορεύομαι / ἐρῶ= αγαπώ -> ἔρως)
«Ελευθερία» λοιπόν δεν είναι, σύμφωνα με την ετυμολογία της λέξεως, το να μην είσαι σκλάβος ή δούλος, αλλά το να πράττεις εν γένει σύμφωνα με ό,τι σου γεννά έρωτα στην ψυχή σου…
Δεν αρκεί επομένως να μην είσαι υπόδουλος για να είσαι ελεύθερος. Πρέπει να βαδίζεις σύμφωνα με ό,τι έρωτα σου προκαλεί, δηλαδή σε ενθουσιάζει, ταράζει την ψυχή σου, σε οδηγεί στην δημιουργία και την υπέρβαση, σε συγκλονίζει… Ζώντας μία ζωή ρουτίνας και ημιμέτρων, ελεύθερος δεν είσαι…
Πόρισμα: η ελληνική γλώσσα κρύβει νοήματα και έχει και φιλοσοφικό υπόβαθρο…

.

Γιατί…»λωποδύτης»;

Η «λώπη» στα αρχαία ελληνικά σημαίνει «ένδυμα».
«Δύω» σημαίνει «βουτώ, βυθίζω» (απ’ὀπου προέρχονται και τα «δύτης», «κατάδυση» κ.α.)
Ο λωποδύτης λοιπόν είναι αυτός που «βουτάει» στα ρούχα και «ξαφρίζει» ό,τι υπάρχει εκεί (χρήματα, αντικείμενα κτλ).

.

«Περιδέραιο»…μάς λέει πού είναι η θέση του!

Το πρόσθιο μέρος του λαιμού μας ονομάζεται «δέρη» ή «δειρή» (ενώ το όπισθεν «αὐχήν» = αυχένας).
Η πρόθεση «περί» φανερώνει την κίνηση «γύρω-γύρω», όπως «περίβολος», «περίμετρος» κ.α.
Γύρω (περί) του λαιμού μας (τῆς δέρης μας) τοποθετούμε το «περιδέραιον»!
Για άλλη μια φορά βλέπουμε πως η ελληνική γλώσσα φανερώνει ακριβώς την έννοια της κάθε λέξεως (σε αντίθεση με την λέξη «κολιέ» που χρησιμοποιούμε πιο συχνά, αλλά που δεν φανερώνει απολύτως τίποτα σχετικά με την ιδιότητα/ σημασία του aντικειμένου).

.

Ποιός είναι…»ξιπασμένος»;

«Ξιπασμένο» θεωρούμε τον άνθρωπο που είναι υπερόπτης και υπερφίαλος.
Προέρχεται από την πρόθεση «‘ἐξ» και την λέξη «ἵππος»= άλογο -> ἐξιππασμένος -> ξιπασμένος.
Είναι λοιπόν ο άνθρωπος ο «ἀλαζών ὡς ὁ ἵππος» (αλαζόνας όπως το άλογο).

.

Άλλο «μύρια»…άλλο «μυρία»!

«Μύρια» = 10. 000.
Γι’ αυτό και «ἑκατόν + μύριο»= εκατομμύριο = 1.000.000.
Διαφέρει από το «μυρία», το οποίο προέρχεται από την «μύρα» =θάλασσα = πολλά σαν την μύρα.
Η κάθοδος των Μυρίων λοιπόν, δεν είναι παρά η κάθοδος των πάρα πολλών…

.

Χωρίς άγχος…

«Ἄγχω» σημαίνει «στραγγαλίζω, πνίγω».
Από εκεί προέρχεται και το «ἄγχος», που είναι ένα αίσθημα που μας «πνίγει», καθώς και η «ἀγχόνη».
Η λέξη αυτή τείνει σήμερα να αντικατασταθεί από την ξενόφερτη λέξη «στρες»… το οποίο σημαίνει…χμμμ…δεν σημαίνει τίποτα, καθώς δεν έχει καμμία εννοιολογική αναφορά.
Ας το σκεφτούμε λοιπόν δύο φορές όταν πάμε να αντικαταστήσουμε ελληνικές λέξεις με άλλες στον λόγο μας… όσο πιο περίτεχνο το λεξιλόγιό μας, τόσο πιο περίτεχνη και η σκέψη μας…όσο πιο περίτεχνη η σκέψη μας, τόσο πιο περίτεχνος και ο νους μας…

 

SCHOLIA

Κόριννα said

Σεπτεμβρίου 6, 2012 στις 9:42 πμ

Καὶ ἀπὸ τὸ Μύρα=θάλασσα(mare,mer).

Μύρομαι=κλαίω,χύνω δάκρυα «παρά τό ρεῖν τὰ δάκρυα,ἀπὸ

τοῦ μύρω=ρέω» Ε.Μ(ἐτυμολογικὸν τὸ μέγα)

Σχετικὸ μὲ μύρα=θάλασσα.πρβλ.ποταμοὶ δακρύων.

Ἐκ τοῦ μύρομαι τὸ μυρολογῶ…»γοόωσά τε μυρομένη τε»

(Ζ 373).

Ὁσοι γράφουμε τὸ μυρολογῶ μὲ «οι» γράφουμε λάθος

ἑλληνικὰ διότι δὲν κλαῖμε τὴν μοῖρα μας ἀλλά χύνουμε

ποταμοὺς δακρύων.

 

Astillais said

Σεπτεμβρίου 6, 2012 στις 5:32 μμ

Κόριννα,μάλλον υπάρχει λάθος ή διπλή γραφή
Μύρο είναι μοσχοβολιά είναι ευχάριστη μυρωδιά -ευωδία και υπάρχει πλήθος παραγώγων λέξεων.
Το μοιρολόγι προκύπτει απ΄την αναλογικότητα της μοίρας
Μοιρολογώ= αναλογίζομαι τα της μοίρας στα οποία δεν έδωσα την πρέπουσα προσοχή
και τώρα με βάση το συγκεκριμμένο γεγονός (συνήθως θάνατος) ΟΦΕΙΛΩ να ξαναδώ και να γίνω καλλίτερος
Αναλογίζομαι=ξανασκέφτομαι
Τα μοιρολόγια είναι μέγα θέμα αυτογνωσίας

Λογική και λόγος και λογία φαντάσου ότι είναι (μεταξύ άλλων) κλάσμα με αριθμητή το σήμερα παρονομαστή το χθές και ως γραμμή κλάσματος το άτομο

Απάντηση

  • Κόριννα said

    Σεπτεμβρίου 6, 2012 στις 7:53 μμ

    Ἄστιλλαΐς,
    μὲ ἔκανες καὶ ἔψαχνα λεξικὰ καὶ καλά ἔκανες γιατὶ βρῆκα τὰ περὶ «μύρου» πού δὲν εἶχα προσὲξει.

    Στὸ Liddell &Scott τὸ βρῆκα ὥς «μυρολογῶ».
    Τὸ ρῆμα «μοιρολογέω» κατὰ τὸ ἴδιο λεξικὸ σημαίνει,λέγω εἰς τινα τὴν μοῖραν αὐτοῦ,καὶ μοιρολόγος=προφητικὸς.

    Στὸ λεξικό τοῦ Ἡσυχίου,ὑπάρχει μόνο ὡς μετοχή δλδ «μυρομένη»(Ζ 373)=ὀδυρομένη(ἡ Ἀνδρομάχη).

    Γιὰ τὸ «μύρο» πού λές βρῆκα(liddell & Scott) ὅτι προέρχεται ἀπὸ τὸ ρῆμα μύρω=ρέω καὶ σημαίνει ὁ ἐκ τῶν φυτῶν χέων εὐώδης χυμὸς,μυρωδιά.

    Τὸ μέγα πλῆθος ἀνθρώπων τὸ ὀνομάζουμε «λαοθάλασσα» καὶ ἔτσι γεννήθηκε ἡ λέξις «μύριοι» δλδ ἀμέτρητοι ὅπως ἡ θάλασσα,»μυριοπληθεῖς».

    Γιά τό: «λόγος»,»λογική» μὲ τὸ τὶ σχετὶζεται καὶ ποὺ ἀλλοῦ ὁδηγεῖ,ἄς μὴ τὸ πιάσουμε τώρα διότι ἔχει πολύ πρᾶγμα.

  • Astillais said

    Σεπτεμβρίου 7, 2012 στις 5:16 μμ

    Αυτό πάει να πεί ανταλλαγή σκέψεων.
    Όχι μαχακίες και τσακωμενιές τύπου , ξέρεις ποιός είμαι εγώ ρε – μαρί
    Τεσπα
    Το θέμα του ΛΟΓΟΥ και της ΛΟΓΙΚΗΣ είναι από τα πλέον στοιχειώδη
    ή (για να το πω καλλίτερα)
    Θα έπρεπε να είναι
    Το έθιξα κάποια στιγμή σε σχόλιό μου (σιγά μην θυμάμαι που και πότε), μπορεί να θυμάται η Φαίη γιατί κάτι μου είχε απαντήσει ,ξώμεινε όμως στην μέση
    Οφείλουμε να το ξαναδούμε
    Με τον ΛΟΓΟ και την ΛΟΓΙΚΗ καθώς και με τους ορισμούς των εννοιών αποφεύγονται πάμπολλες παρεξηγήσεις
    και το έργο που προσφέρεται από και προς τους συνομιλήτες είναι ΠΑΙΔΕΙΑ

    Να είσαι καλά
    Να είμαι κι εγώ καλά να σε βάνω να ψαχουτεύεις και να βρίσκείς ΔΙΑΜΑΝΤΙΑ.
    Τελικά είσαι του ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΚΟΥ και του ΜΕΘΟΔΙΚΟΥ
    Όχι σαν και ου λόγου μου που είμαι της αναμπουμπουλιάσεως (εννίοτε)
    Μουτς

 

PAGAN  Έτυμον Ελληνικής Γλώσσης

Posted in GLOSSOLOGY | Tagged , , , | Leave a comment

THE AEOLODOREAN HELLENIC DIALECT FORMS OF NOWADAYS-THE ALBANIAN (1b)

(BEING CONTINUED FROM 12/08/2016)

THE GREEK ELEMENT IN THE FIRST ETIMOLOGIC DICTIONARY OF ALBANIAN LANGUAGE

Abstract

The Albanian language and its history have always attracted the attention of the scholars during the last two centuries. The Etymologic Dictionary of Albanian language by Gustav Meyer is one of works that has set the foundations of Albanian studies in the history of Albanian language. It is an obligation to honour all those scholars that kindly dedicated their lives to language, history and culture.We have inherited a valuable scientific research in the field of albanologiocal science, so that a selected fund of important works in Albanian language can be created. The aim of this paper is to introduce and point out the linguistic values of the Greek borrowings (elements) in the Etymologic Dictionary of Albanian language by Gustav Meyer (Strasburg 1891). Furthermore, through the comparative method we are going to compare them with the Greek borrowings found even nowadays in the “Dictionary of Albanian Language” (Tirana 2006). This paper aims not only at promoting the values of his work, but also at pointing out some limitations and shortages that time has proved.

1. The history of the Albanian language

Albanian language and its history has attracted more and more the attention of researchers over the last two centuries. The efforts of several generations of scholars, native and foreign, have made it possible to examine the increasingly well known system of this language and its history. Works and studies which have been devoted to this language and its history are numerous and full of values.
“Etymological dictionary of Albanian” of Gustav Meyer is considered as one of the foundational works in the history of the Albanian language and studies.
Initiatives undertaken recently in Tirana and Prishtina for the translation and publication of the outstanding works Albanologists of the nineteenth and twentieth centuries, such as the works of Hahn, Pedersen, Cimochowsky, Ippen, etc, and recently the work of G. Meyerit, are commendable and to be supported in order to continue further with the translation and publication of other works, because not only they settle an obligation to honor all those who kindly devoted all their lives, to our language, history and our culture and left a very valuable scientific heritage in the fields of albanological sciences, but also because in this way is created a chosen fund of the basic works in Albanian that will help today’s and future researchers to better recognize the inherited values and to undertake new studies in these areas.
The purpose of our paper is the recognition of linguistic values and to highlight the greak loanwords in the “Etymological dictionary of Albanian” of Gustav Meyer (Strasburg 1891). But we shouldn’t stop here and through the comparative method we will confront them with the Greek  loanwords preserved until today in the “Dictionary of Albanian languag”, publication of the Albanian Academy of Sciences, Institute of Linguistics and Literature, Tirana 2006. Emphasizing the values and importance that carries this work is a noble duty of every scholar of linguistics who deals with the treatment of this work.
Along this way, we will be accompanied from many linguists and researchers, who with their studies and analysis about this work will lead us to reflect in a more thorough way the historical and linguistic values that this research involves being as one of the oldest etymological research in the field of Albanian language, as for example the one of Gustav Meyer with the “Etymological dictionary of Albanian Language”.
Once we bring to the light all Greek loanwords listed in the etymological dictionary of Meyer then we will put them in a comparative plan with the Greek loanwords of today’s Dictionary, making a detailed approach to all the Greek loanwords up to today in Albanian. But at the same time we will carefully analyze all the changes they have undergone, either phonetically or semantically.
Each paper has etymological connection with the state of lexical studies of its time. One should always have in mind when assessing the work of Gustav Meyer or when it is compared with today’s works, especially from the course of the current state of knowledge of the Albanian vocabulary. Enrichment of this vocabulary in this one century and onwards was conducted in a broader measure and with a faster pace than in earlier times. Works on which we will rely on the design of this study will be numerous, but those that will occupy a prime location will be the works of Çabej, which comprise the most consolidated studies about the history of the Albanian language. Through its analysis Çabej will orient us toward a more precise definition of the Greek loanwords status, reflected in the Meyer’s etymological dictionary.

Despite the extraordinary merits and values of his vocabulary, the Meyer’s Dictionary is a work of his time as to the criteria used and applied in the etymological study in Albanian, also to the case of the Albanian language that is involved in it. This study aims to promote the values of this work, but also to recognize some limitations and shortcomings that time has proven.

2. Greek borrowings in Albanian

The Albanian language is one of the oldest languages of the Balkans, which has no kinship with any of the other Balkan languages, as well as abroad. The geographical position where this language was spoken has been very favorable for the mutual influences between different tribes and peoples in various areas of social, political and cultural life. Because of these relationships languages of the neighboring peoples have left many traces in the lexical field of the Albanian language of its mother tongue, Illyrian.
As to the source of foreign words, which are documented in Albanian, these should be divided into two major groups:1) Words from foreign sources that Albanian inherited from its ‘mother’ language. 2) words which come from foreign sources that Albanian has borrowed directly from  other languages which had historical relations. So Albanian borrowings themselves are only words from foreign source in the second group, while those of the first group are borrowings of the ‘mother’ tongue of the Albanian language and as such should be considered as inherited words, but from the foreign source.
Words from foreign sources are subject to phonetic and grammatical rules of the receiving language and they have followed the same evolutionary path as those of the inherited fund of the Albanian language. Obviously more changes have underwent foreign words of the first group, which in many cases only through etymological studies can be separated from the fund of the inherited words.
In the first group of words from foreign sources should be included in the first place those which have penetrated from the pre-Illyrian substrate to the Illyrian. But separating these words nowadays presents insurmountable difficulties.
A considerable place in the Albanian language lexicon take the Greek borrowings. Greek, being documented in writing from the fourteenth century B.C., is divided into three periods: the ancient Greek, middle Greek and in the modern Greek. Ancient Greek lasted roughly until the VI century AD, when the middle Greek begins, which continues until approximately XII century. Whereas the modern Greek includes the period after the XII century and until today.

Borrowings from Ancient Greek

Ancient Greek has been divided into five main dialects:
-Doric dialect
-Aeolic dialect
-Arcado-Cypriot dialect
-Ionic-Attic dialect
-Mycenaean dialect of Linear B tablets
The ancient Greeks, as well as Phoenicians before them, established settlements outside the territories of Greece, e.g., in southern Italy, on the shores of Anatolia, on the shores of the Adriatic and the Black Sea etc. These settlements are not set in a desolate land. Through these settlements they came into contact with indigenous people around. Relations with non-Greek peoples of the Balkans, the ancient Greeks held not only through their settlements on the eastern shores of the Adriatic and the western shores of the Black Sea, but also through the border areas within the Balkan Peninsula.
Century relations between the Greeks and the neighboring Balkan nations will definitely leave marks on their tongues. Here it is the word, primarily, for the traces of the Greek language spoken in the western, central and eastern Balkans, i.e., in Illyrian, Dacian, Thracian and Macedonian, respectively. Also, there wasn’t missing the interest of representing the tracks that the neighboring languages have left in Greek.

Many centuries’ relations between Greek and Albanian ancestors have left their mark in Albanian. We are talking about elements from the old Greek that Albanian has inherited from the ‘mother’ language of its own. The presence of a considerable number of the old Greek words in the Albanian language is already convincingly argued. But, on the other hand, it is also proved that some old Greek words entered in the ‘mother’ language of Albanian through Latin.
Among the elements of the old Greek in Albanian it is accepted also the noun mokën / mokër. This word, which has its origins in Doric dialect, came into the Latin language several centuries ago BC in its form machina. From the Latin langauge this word is inherited in Romance languages, such as: Italian macchina, French machine, Romanian macina. But the word mokën / mokër of the Albanian could have penetrated through the Latin, because one Latin long -a- gave only -a- in the Latin element of this language It is therefore rightly recognized that evolution – a – > – o -, that is regularly certified in the element i.e Albanian has involved also the oldest layer of Greek borrowings from the ‘mother’ language of Albanian. This layer should be several centuries earlier than the oldest layers of Latin borrowings from the ‘mother’ langauge of Albanian.
At best of the great age of the word borrowing mokën / mokër shows also the reflection of the Greek sound – kh – with – k -, which shows that the loan is made at a time when the Greek sound kh was pronounced still as an aspirated closed consonant k. Even the strong R – n- > – r – in the southern dialects is another proof for the age of this loan.

Between the Greek preLatin element of Albanian A.Thumb marks the word bretëk ( bretkosë), that seems to come from Greek Hellenistic period Brothakos. If Greek source is correct, then it must be admitted that this word has entered the ‘mother’ language of Albanian at a time when in Greek the consonant b was not yet transformed into v. This transformation is quite recent, but not later than the 1rst century of the new era. But according to Thumb in Albanian there are 21 words from Ancient Greek. Among these words can be also mentioned: drapën / draper, laken / lakër, pjepën / pjepër, presh, qershi, shpell, etc. Even in Çabej’s works it is given special attention to the Albanian elements from the Ancient Greek.
In these works it is held a critical stance towards some previous statements and are noted in other words the Albanian, which have origins in Ancient Greek. Thus, it is questioned or challenged the Greek source of source words, like: qull, shtamë, etj. In addition, it must be recognized that some words of this resource will have gone out from their use in the stream of centuries. However, the source words from Ancient Greek are fewer in number than those that have penetrated from the middle and new Greek. The former have undergone a significant change compared with the latter, especially those of the phonetic character and they are all Albanian. While the second, in most cases, are more prevalent and strong in southern dialects and have undergone little changes.
The presence of a small number of words with a source from the Ancient Greek into the documented Albanian gives clearly an evidence for the early contacts between the Greeks and the Albanian ancestors. These words have penetrated in “mother tongue” of Albanian through people  who lived in the Greek settlements on the Adriatic Coast, as well as in the northwestern part of Ancient Greece. On the other hand, the relatively small number of these words proves that old Greek influence on the ‘mother tongue’ of the Albanians has been limited. Greek small settlements of the Adriatic couldn’t practice a major impact on the local population which was greater in number. Such influence couldn’t be exercised either through border areas that in ancient times lied even further south.
Borrowings from middle and new Greek
Apart from the Ancient Greek elements inherited from her “mother”, Illyrian, Albanian language has borrowed a considerable number of words from the middle and new Greek. The latter are uncomparably numerous with the elements of Ancient Greek. And this is explainable, if one bears in mind that the Greek influence over Albanian has been added after the Greek became the official language of the Byzantine Empire there from c. VII AD. This effect has also enabled further the fact that a large portion of the Christian population of Albanian lands were Orthodox and Orthodox churches as liturgical languages used the Greek. Also, the relationships between Greeks and Albanians, especially in border areas, have been increased.
Borrowings from the middle and the new Greek haved undergone less changes from the Ancient Greek elements. But, certainly borrowings from the middle Greek and new Greek, especially the former, yet have not remained unadapted to the phonetic system irregularities and grammatical structure of the Albanian language. P.sh. te krahasohen huazime të tilla si kllogjer dhe trëndafil me trajtat e vetë greqishtes kallajeros dhe triandafyllo. Eg., to compare loans such as kllogjer and trëndafil to the Greek forms kallajeros and triandafyllo.

High borrowings from the middle and new Greek have penetrated stronger in the southern dialect of Albanian. But borrowings from the middle Greek have penetrated in the northern dialect. Such are the words of the religious sphere kllogjen, monastery, as well as other spheres such as: benevreke, dafne, farmëk, hir, kallem, keq, qefali, skile, trëndafil etj.
Greek borrowings mostly have penetrated in Albanian through the spoken language. But earlier times have entered in Albanian words from Greek sources through written language, here is the word primarily for the concepts, which are built by the Greek root and that in Albanian have entered in Albanian greatly through the Roman language.
It comes to terms such as: aristocracy, democracy, dialogue, diameter, phonetic, geography, geology, geometry, hypertony, hypotony, monologue, morphology, perimeter, polygon, syntax, etc.
Together with borrowed words have entered in Albanian some suffixes from the Greek source, to which were added to the roots of non-Greek source. Such are mainly suffixes;

-it: gjirokast-rit, labov-it, libohov-it, etc.
-jot: gramsh-jot, himar-jot, mallakastri-jot, delvi-njot, etc.

-om: balt-omë, bur-omë, kredh-omë, zez-omë, etc.
-is: kallaj-is, paj-is, përrall-is, rast-is, tigan-is, vaj-is, etc.
-os: ajr-os, barr-os, bring-os, brum-os, celnik-os, balk-os, fund-os, gjak-os, hekur-os, plag-os, tym-os, vend-os, vul-os, etc.

In addition to these borrowings, which have entered into various time periods in the history of the Albanian language development, a number of Greek loanwords in Albanian penetrated after 1990. This period coincides with the collapse of communist rule in Albania and the Albanians flow to various European countries, especially neighboring Greek and Italian. This socio-political change was accompanied by a change in the Albanian language lexical terms. Greek borrowings of this period have penetrated throughout Albanian, but a vast place they occupy in the southern Albanian dialects, which are close to Greek influence. New Greek borrowings were from various fields, but most of them make up their daily communication as suflaqe, kartopecetë, etc.
Besides various borrowings from Greek language, Albanian efforts to clean unnecessary foreign words that were launched since the last century have made it possible to be avoided from the Albanian also quite of replaceable Greek words.
In turn, the literary Albanian has exerted a powerful influence on the daily discourse of the population to eliminate or partially eliminate of the sufficient Greek words. It comes to such borrowings, which had had a limited regional spread or have passed on historicisms.

3. About the etymological issues of the Albanian language and the role of Gustav Meyer in the field of Albanology

With the issues of Albanian language etymology, since the time before the application of the principles of the Indo-European linguistics compared in a broader scale, were engaged various scholars, like Thunman, Malte-Brun, Pouquevill, Xylander, Hahn, and others, and between those comparisons that they made, there are some that still have a value even today. Earlier than these scholars, Leibnizit the genius had paved the criteria in judging the character of Albanian should be separated country elements from the borrowed elements, and with this he has shown the way that he automatically followed, that even today continues to pursue linguistics itself.
In this research field, a systematic work and with the principles of proper scientific methods, as for other languages but also for Albanian was launched with the establishment of the comparative Indo-European linguistics with Rasmus Rasku activity, and for Albanian with the work of Franz Bopp. This scholar in determining the character of the Albanian language, he rightly did put as a base primarily the grammatical forms, but with his work he did enable that many sources of many words should be consulted mainly by the lexis of Indo-Europian language.
The well-known Slavist F. Miklosich in his Forschungen Albanische reviewed Slavic elements, Roman language with borrowed verbs forms of the Albanian. On the other hand, in his  dictionaries and in various Slavic and Romanian researches for the first time he noted the impact of an Albanian and its extent on ancient neighboring languages. Later (1884-1890) he also studied borrowings from Turkish in this language, looking at the broad picture ‘Turkish elements in the languages of Eastern and Southeastern Europe’, such work that he fullfilled it with some ‘appendixes’. The work of this scholar was proceded and clarified by the scholar H. Schuhardt especially with regard to Latin-Roman influences in Albanian, and F. v. Kraelitz-Greifenhorst in terms of Ottoman-Turkish borrowings.
The central figure of the Albanian language etymological study was however, and still remains, to a certain view, even today, Gustav Meyer, with his etymological dictionary (1891), with Albanian Studies I-IV (1883-1897), to which he added extras as regards neogreek case studies I-IV (1894-1895) and of the Turkish Studies (1893).
The Indoeuropeanist, Albanologist, and Balkanist the great Gustav Meyer was born on November 25, 1850 in Gross-Strehlitz of Silezia. Studies of classical philology, indoeuropean philology, new Greek and Sanskrit began in 1867 at the University of Breslau, where he graduated in 1871.
In the second half of the nineteenth century had begun work on drafting the comparative grammar and etymological dictionaries of various European languages. At this time also the foundations were laid for the scientific study of the Albanian language and its history.

After linguistic and historical studies undertaken by eminent scholars, as mentioned above like J.Thunmann, G.hahn, F.Bopp, F.Miklosich, who with his works threw light on many aspects of the history of Albanians, the origin and the Albanian language, its relationships with other languages, another true master of etymological studies and historical phonetics gave the Albanian language since in the last quarter of the nineteenth century an etymological dictionary, which reflected the so far achievements in the field of historical study of phonetics and the vocabulary of Albanians during the time they were recognized and studied in his time.
Meyer began to be interested in Albanian, Albanian language and its history in the early 80s of the XIX century. As the main sources for knowledge of the history of Albanians and their language served him the work of G.Hahnit “Albanian studies” (1854) finally equipped with a glossary of Albanian, the work of J.Thunmann “Research in the history of the peoples of Eastern Europe” (1774), “An outline of the comparative grammar of the Albanian language” (1886) from the Arbresh Dh.Kamarda especially “Albanian studies” I-III (1870-71) of Miklosich and his other studies for the Turkish elements in the Southeastern European languages and also the etymological dictionary of Slavic languages. Visits that he undertook towards Arbëresh settlements helped him to collect material from these linguistic dialect of Albanian detached long time ago from its trunk. Meyeri entered into correspondence with the Albanian scholars and Arbëresh in that time, with Th.Mitko, K.Kristoforidh, J.De Rada, Dh.Kamarda, etc.
In 1883-1897 he published six volumes of “Albanian Studies” in which he addressed multiple problems in historical phonetics and grammar of the Albanian, the etymology and vocabulary, Albanian relations with other languages. Particularly important for the historical phonetics and for the Albanian language and its etymological studies, as two areas closely related to each other, is the third volume (1892), where are presented sounds developments of the Indoeuropean language in Albanian, thus by laying the foundation of the Albanian historical phonetics for its early period.
G.Meyer in the large sharing with Indo-European languages in satema and centum, upon reflection labial consonants, he includes the Albanian language in the group of satem languages. So, when he began work on drafting etymological dictionary of Albanian, G.Meyer had studied many aspects of its historical development. Regarding the origin of the Albanians and their autochthony Meyeri believed that “Albanians live in Albania or at least a part of it since very old times, they are descendants from Illyrians …”
G.Meyer in 1888 published a “short grammar of the Albanian language”, equipped also with texts and reading parts in Tosk dialect and also with a glossary of these texts.
But the basic work of G.Meyer which are synthesized all his achievements in the field of historical study is “The etymological dictionary of Albanian language”. By being the first work of its kind for the Albanian language and by remaining the only work of its kind for nearly a century, the etymological dictionary of Meyer has played a tremendous role in Albanian historical linguistics during the twentieth century. All subsequent studies of historical phonetics and etymology of the Albanian language and its relationship with other Indo-European languages were referred to this work. Albanological works of Meyer were recognized and praised by prestigious institutions and personalities of the time. French Academy gave him the Werner price. Faik Konica in his magazine “Albania” 1897 No. 8 would write: “We will not teach our readers, mostly albanologists, who is Professor Gustav Meyer”.

Etymological dictionary of Albanian language has served and still serves as an encouragement and support for scientific research in various fields of historical study of the Albanian language and helped its history be better known in many European scientific and cultural circles of the world and in this way to spread the Albanian content which is included in the comparative grammar dictionaries of different languages.
It has served as a starting point and as the basis for subsequent studies on Albanian etymological such as “Etymological Studies in the field of Albanian” of Çabej in seven volumes, “Albanian etymology” of Bardhyl Demirak and “etymological dictionary of Albanian language” of Vladimir Orelitetj, and other studies in the field of the history of the Albanian language and Balkanology. Even today, after a century and a quarter, when etymological studies are studied much broader and with new applications and methods in accordance with the discipline of epistemology and when the knowledge and the scientific study of the Albanian language can not be compared with the time when Meyerit dictionary was published, this work has not lost not only its historical value but also scientific.

Despite the extraordinary merits and values, Meyer’s vocabulary is a work of its time, as for the criteria used in the etymological study conducted in Albanian, as for the case of the Albanians that he has included in it, for the degree of its recognition and for the conclusions that has brought about the composition of the vocabulary of this language after the etymological analysis.
After Gustav Meyer the line of Albanology development is most strongly determined with the names of Jokli and Pedersen. Pedersen was dedicated more to the Albanian grammar problems and issues related to them rather than those of its etymology; it seems that finding some historical phonetics rules which were unnoticed properly before him and clarification of some morphological structure sides of the Albanian language caused the removal of many etymological comparisons of Mayer, and also opened the way for a fairer view of the history of some words of this language.
His work in this field is more qualitative than quantitative. More complex appears for the Albanian the work and activity of Norbert Jokli, who in time came and focused mainly in this branch of study, in contrast with Boppi, who had been above all a languages comparativist, from Miklosich, who was the ballkanist and Slavist, from Gustav Meyer that except that he was studying Greek and Albanian, from Pedersen, who left earlier from the Albanian studies.
Jokli’s scientific interests, except that for the problem of Albanian etymology and his links with ancient Balkan languages, were driven more strongly by the etymology of the word history rather from the meaningful grammar. He took on a larger scale that his predecessors and contemporaries the Albanian material, the written and spoken, there not only the linguistic evidence, but also objective data of cultural material and ethnography. Etymologies of Jokli stand to explain the morphological structure of the word, in the area of disclosure of certain phonetic syllabic features of liquids and nasals.

A work of paramount importance remains also keeping of his attitude towards international scientific activity in the field of epistemology and the Albanians over the years 1916-1940, who appears in his peer-reviewed “Indogermanisches Jahrbuch” yearbook IV XXIV. The work of this scholar , with all the results indicated, remained unfinished . With his suffered death in 1942, he couldn’t finish his etymological dictionary and The Albanian Historical Grammar, which could have been the work of his life. Viewed in its entirety and in its effects on the further direction of Albanology, the way that Pedersen opened and then extended and continued Jokli after a longitudinal work, mark a turning point in the linguistic field of archeological research. Albanian was never seen again, as before, as a mixed semi-Roman language. It was already recognized as in the grammatical system but also in vocabulary, many of its inherited features, unnoticed well from before.
Along with these scholars, with the problems of epistemology at the same time are many others who dealt with the same isues, by approaching to the Albanian from their specialization standinpoint like Indo-Europian language, Hellenic, Slavic, and particularly from Romanian  languages, who among them were especially Stier, Thumb, Miklosich, Schmid, Tagliavin, Mann, Restel, etc. The result of this work more than fifteen years of wor is this one, that in the comparable etymological dictionaries of the last two generations of Albanian vocabulary occupies a larger place as it has occupied earlier. Among these dictionaries, the one of Walde – Hofmann gives some of the Albanian etymology announced to the author by Jokli through letters.
Among Albanian linguists who have contributed to the history of Albanian etymology are Kamarda and La Piana from Arbëresh’s of Italy, Furiki from those of Greece, Kristoforidhi, Xhuvani and Çabej in Albania.
Among these, Kamarda is distinguished with his talent of a rare the combination, but has been damaged by the lack of scientific distinction of the local element of vocabulary by the foreign element. The work of La Piana should be complete by what is known, if we judge from this that a large part of his manuscripts remained unpublished.
From the comparisions of Kristoforidhi, those that are right or at least questionable were treated in various works. The works of Alexander Xhuvani present a more accurate orientation and a higher scale of linguistic research. The source words of Turkish-Oriental, after a preliminary work of Th.Mitko, has been tracked especially from T.Dizdari, the author of a manuscript with broad-Orientalism over the Albanian language.
In general lines, in the authoctonous etymologists the lack or the dicrease of external comparison is compensated with a full knowledge of the mother tongue. This has often enabled to more tightly with intuitive way to dictate some internal closeness which were not noticed by foreign scholars. In the field of Slavic-Albanian relations, has got merits the author called I. Ajeti. There isn’t also without interest Pjeter Mazëreku from Prizren, Archbishop of Tivar since 1632,which saw that the translation of some Albanian words with the Italian, coming thus as an ancestor of Albanian etymological studies.
From the ranks of the Arbëreshs of Italy, in manuscripts and works especially of N.Keta, A.Masci, J. V.Dorsa. De Rada, in the most unstable combinations, can be found also any fair etymological comparison. But the linguist who gave a great impetus to the etymology of the Albanian language and to the whole Albanian study, while marveling him at all angles in his works, it is definitely Eqrem Çabej. His works in the field of Albanian epistemology are numerous, but the most conspicuous of those which carry an inexhaustible potential for the Albanian language and its etymology are Language Studies I-II and Etymological Studies in the field of Albanian I-VII.
Etymological studies have a dual character, he is also very well-built as a critics. In addressing every word the author departs from a review of the work that has been done since then, by a screening of the thoughts that have emerged, aiming to achieve a certain balance of results since then. While the critical documentation, maintaining attitude, appearance of the condition of the Albanian language etymological study, the objective assessment of previous work represented one side of the paper overall character. In addition, starting from the platform of criticism, Çabej  struggled in a positive way, often with new interpretations, to give a personal opinion on the history of the source of many Albanian words. This is made possible by relying often on a previously unused material, with taking into account of several new tools and research results. With these features this paper is presented with a new character, essentially different from the studies undertaken until then in this branch of Albanian studies.

Polite Çoçka

Doctoral student at Centre for Albanological Studies in Tirana.

SOURCE Anglisticum Journal (IJLLIS), Volume: 2 | Issue: 4 |

(TO BE CONTINUED)

Posted in GLOSSOLOGY | Tagged , , , , , , | Leave a comment

ΔΙΔΑΚΤΙΚΗ ΚΑΙ ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ ΤΩΝ ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΩΝ (CT)

(CYNECHIZETAI APO 9/8/16)

2.4 Τα σύμβολα και ο ρόλος τους στην κατανόηση των μαθηματικών

O μαθηματικός συμβολισμός αποτελεί ένα από τα ισχυρότερα μέσα έκφρασης των μαθηματικών. Η χρήση συμβόλων για την αναπαράσταση των μαθηματικών ιδεών συνέβαλε σημαντικά στη εντυπωσιακή εξέλιξη της μαθηματικής επιστήμης, εφοδιάζοντας τη σκέψη με ένα ευέλικτο και οικονομικό εργαλείο. Η εκτεταμένη αυτή χρήση συμβόλων στα μαθηματικά επηρέασε το περιεχόμενο και τη διδασκαλία του μαθήματος στο σχολείο. Από τα πρώτα χρόνια και με την πάροδο του χρόνου, τα παιδιά γνωρίζονται μ’ ένα σημαντικό αριθμό συμβόλων. Η έρευνα έχει επανειλημμένα ασχοληθεί με αυτό το κομμάτι των σχολικών μαθηματικών, εστιάζοντας το ενδιαφέρον στα χαρακτηριστικά του μαθηματικού συμβολισμού και στον τρόπο με τον οποίο οι μαθητές και οι εκπαιδευτικοί χειρίζονται το συμβολικό σύστημα των μαθηματικών. Ο Skemp (1971) γράφει ότι «η χρήση των συμβόλων είναι εκείνη με την οποία επιτυγχάνουμε τον εθελοντικό έλεγχο της σκέψης» και αποδίδει στο μαθηματικό συμβολισμό έναν αριθμό λειτουργιών, όπως επικοινωνία, ταξινόμηση, επεξήγηση, διευκόλυνση διαλογισμού, αυτοματοποίηση συχνά επαναλαμβανόμενων χειρισμών,κατανόηση, κάθε δημιουργική διανοητική δραστηριότητα κτλ. Υποστηρίζει ότι τα σύμβολα λειτουργούν ως γέφυρες μεταξύ των σκέψεων και του εξωτερικού κόσμου και δανείζεται από τον Chomsky τους όρους «επιφανειακή δομή (surface structure)» και «βαθιά δομή (deep structure)» για να αναπαραστήσει τους δύο αυτούς κόσμους αντίστοιχα. Επεκτείνοντας αυτήν την αντίληψη, οι Byers και Erlwanger (1984) αναπτύσσουν την άποψη ότι τα μαθηματικά ως επιστημονικός κλάδος διακρίνονται από μια δυαδικότητα, αυτήν του «περιεχομένου» και της «φόρμας». Η τελευταία εξελίσσεται και αλλάζει εξαιτίας της ανάγκης να εκφράσει τις ιδιότητες ενός «αυξανόμενου αποθεματικού μαθηματικών αντικειμένων». Κεντρικό σημείο της μαθηματικής δραστηριότητας αποτελεί η ικανότητα χειρισμού συμβόλων και η ταυτόχρονη διατήρηση της συνειδητοποίησης των εννοιών που δηλώνουν αυτά τα σύμβολα. Για το λόγο αυτό, η επιτυχία ενός παιδιού στα μαθηματικά εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την ικανότητά του να ελέγχει πλήρως τόσο το περιεχόμενο όσο και τη φόρμα, ενώ ο εκπαιδευτικός θα πρέπει να είναι σε θέση να εκτιμήσει τους ρόλους και των δύο και τις μεταξύ τους σχέσεις. Πιθανή αποτυχία του παιδιού να διακρίνει τη διαφορά μεταξύ περιεχομένου και φόρμας μπορεί να προκαλέσει σύγχυση. Οι Byers και Erlwanger συμπεραίνουν ότι το σχολείο θα πρέπει να βοηθήσει τους μαθητές να αποκτήσουν ευχέρεια στους χειρισμούς των συμβόλων, με δεδομένο, ωστόσο, το γεγονός ότι η μάθηση της φόρμας κατέχει πρωτεύουσα θέση στη διδασκαλία των σχολικών μαθηματικών, δε θα πρέπει να τους δοθεί η εντύπωση ότι οι κανόνες που αφορούν τη φόρμα και τη δομή αποτελούν την ουσία των μαθηματικών. Είναι πιθανό η αδυναμία πολλών παιδιών να εκτιμήσουν τους ρόλους του περιεχομένου και της φόρμας και την αλληλεπίδρασή τους στο πλαίσιο των μαθηματικών να αποτελεί έναν από τους βασικούς λόγους αποτυχίας τους στα μαθηματικά.

Σε μεταγενέστερο άρθρο του ο Skemp (1982) υιοθετεί τον όρο «συμβολική κατανόηση» (symbolic understanding) για να αναφερθεί στην κατανόηση που αφορά την ικανότητα της σύνδεσης των μαθηματικών συμβόλων με τις αντίστοιχες μαθηματικές ιδέες [την οποία οι Byers και Herscovics (1977) αποκαλούν «τυπική κατανόηση» (formal understanding)]. Ο Skemp διευκρινίζει ότι η λέξη «συμβολική» δεν αναφέρεται σε ένα μοναδικό σύμβολο αλλά σε ένα συμβολικό σύστημα, δηλαδή σε ένα σύνολο συμβόλων που αντιστοιχούν σε ένα σύνολο εννοιών μαζί με σχέσεις μεταξύ των συμβόλων, οι οποίες με τη σειρά τους αντιστοιχούν σε σχέσεις μεταξύ των εννοιών. Για παράδειγμα, η θέση και το μέγεθος των ψηφίων «2» και «3» στις παρακάτω συμβολικές αναπαραστάσεις καθορίζουν τις σχέσεις μεταξύ των εννοιών που αναπαριστούν: 23, 23 . Τελικά, ο Skemp υιοθετεί τον εξής ορισμό για τη συμβολική κατανόηση: είναι η αμοιβαία αφομοίωση μεταξύ ενός συστήματος συμβόλων και μιας κατάλληλης εννοιολογικής δομής. Τονίζει, ωστόσο, ότι η εννοιολογική δομή είναι σημαντικό να μην κυριαρχείται από το σύστημα συμβόλων, καθώς η ισχύς των μαθηματικών βρίσκεται στις ιδέες. Με την κατάλληλη συνεργασία των δύο, τα σύμβολα υποστηρίζουν τη χρήση αυτής της ισχύος μέσω της αξιοποίησης των ιδεών αυτών στην πληρότητά τους. Σε περιπτώσεις ισομορφισμού, ελάχιστη σημασία έχει η κυριαρχία του ενός στοιχείου έναντι του άλλου. Στα μαθηματικά, ο ισομορφισμός μεταξύ συμβολικού συστήματος και εννοιολογικής δομής είναι, στις περισσότερες περιπτώσεις, τοπικού μόνο χαρακτήρα. Για παράδειγμα, η χωρική  σχέση «βρίσκεται δεξιά από» έχει διαφορετική σημασία σε κάθε μία από τις παρακάτω συμβολικές αναπαραστάσεις: 23, 21/3, 2α, ενώ η αναπαράσταση (2,3) έχει τρεις διαφορετικές ερμηνείες: ρητός αριθμός, σημείο στο επίπεδο και ελεύθερο διάνυσμα. Αυτό οφείλεται κυρίως στις πολύ περιορισμένες δυνατότητες διευθέτησης των συμβόλων αναφορικά με τις πολλές σχέσεις που αναπτύσσονται μεταξύ των μαθηματικών ιδεών και λιγότερο σε ενδεχόμενα λανθασμένη επιλογή συμβολικού συστήματος. Ο Skemp υποστηρίζει ότι οποιαδήποτε επικοινωνία, προφορική ή γραπτή γίνεται αντιληπτή αρχικά από ένα σύστημα συμβόλων.

Για να γίνει κατανοητή (δηλαδή να συσχετιστεί εννοιολογικά), πρέπει να «προσελκυστεί» από κάποια εννοιολογική δομή και να ερμηνευτεί με βάση τις σχέσεις της εννοιολογικής, κυρίως, δομής και λιγότερο αυτές του συμβολικού συστήματος. Αυτό απαιτεί ισχυρές εννοιολογικές δομές και κυρίως αρκετά δυνατούς δεσμούς μεταξύ του συμβολικού συστήματος και της εννοιολογικής δομής, έτσι ώστε να πραγματοποιηθεί η μετάβαση από το ένα σύστημα στο άλλο. Σε μία ενδιαφέρουσα ανταλλαγή απόψεων για το ρόλο των μαθηματικών συμβόλων στη μάθηση και διδασκαλία των σχολικών μαθηματικών μέσα από τις σελίδες του περιοδικού «Mathematics Teaching» της Μεγάλης Βρετανίας, ο Tahta (1985) διατυπώνει μια ενδιαφέρουσα όσο και προκλητική σε σχέση με τα παραπάνω θέση. Συγκεκριμένα, θεωρεί ως σημαντική για την κατανόηση των μαθηματικών από τα παιδιά την απόκτηση ευχέρειας στο χειρισμό των μαθηματικών συμβόλων, ανεξάρτητα από οποιαδήποτε συσχετιζόμενα εξωτερικά νοήματα. Αντιδρώντας σε αυτήν τη θέση, η Liebeck (1986) υπερασπίζεται το ρόλο της εμπειρίας στη μάθηση των μαθηματικών, αντιπαρατάσσοντας ένα μοντέλο ανάπτυξης των μαθηματικών εννοιών, σύμφωνα με το οποίο η εμπειρία έρχεται πρώτη, ακολουθεί η γλώσσα, στη συνέχεια η εικόνα και στο τέλος το σύμβολο. Συμμετέχοντας στη συζήτηση, ο Pimm (1986) επικρίνει τη θέση της Liebeck, η οποία διαχωρίζει τη γλώσσα από την εμπειρία. Τονίζει το γλωσσικό χαρακτήρα των μαθηματικών, διατυπώνοντας τη θέση ότι εκείνο που συχνά απαιτείται από το μαθητή είναι να κατανοήσει τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιείται ένα γλωσσικό σχήμα. Το γεγονός ότι τα παιδιά, από πολύ μικρή ηλικία, κατέχουν ένα σημαντικό μέρος της μητρικής τους γλώσσας φανερώνει ότι είναι σε θέση να διερευνήσουν και να υιοθετήσουν ένα αντίστοιχο σύστημα «πριν προσεγγίσουν τον πιο δύσκολο στόχο της κατανόησης της σχέσης του με τον εξωτερικό κόσμο».

Αυτό ενισχύει τη θέση σύμφωνα με την οποία «η διδασκαλία που στοχεύει στην κατανόηση περιλαμβάνει την ευχέρεια χειρισμού η οποία δεν είναι απαραίτητο να ακολουθήσει την απόκτηση νοήματος» (Pimm, 1986). Η Sesay (1982) αναφέρεται στο ίδιο θέμα της σχέσης μεταξύ συμβόλων και μαθηματικών ιδεών/ αντικειμένων στα πλαίσια της σχολικής πρακτικής και υποστηρίζει ότι για να μπορεί ένα παιδί να αντιμετωπίσει μια συμβολική πρόταση, θα πρέπει να είναι σε θέση: (i) να χειριστεί τα σύμβολα, (ii) να συνειδητοποιήσει τη μεταξύ τους σχέση και (iii) να μεταφέρει αυτές τις δραστηριότητες στο επίπεδο των μαθηματικών ιδεών τις οποίες αναπαριστούν τα σύμβολα. Στην τελευταία διαδικασία, το παιδί πρέπει να αντιστοιχίσει τα σύμβολα με αυτές τις ιδέες, με τον κίνδυνο ανεξαρτητοποίησης των συμβόλων από τα αντικείμενα που η Sesay αποκαλεί έλλειψη ‘εξωτερικής σταθερότητας’ (αναφέρεται στη σταθερότητα μεταξύ των μαθηματικών ιδεών και του συστήματος των συμβόλων). Για πολλά χρόνια, ο χειρισμός των μαθηματικών συμβόλων κατείχε κεντρική θέση στη διδασκαλία των μαθηματικών. Τα τελευταία χρόνια, ωστόσο, η έρευνα έστρεψε την προσοχή των εκπαιδευτικών στη σημασία που έχει για τη μάθηση των μαθηματικών η κατανόηση των μαθηματικών αντικειμένων, στα οποία αναφέρονται τα σύμβολα. Ωστόσο, ακόμη και σήμερα, τα μαθηματικά σύμβολα έχουν λίγο ή καθόλου νόημα για πολλούς μαθητές.

Εντοπίζοντας αυτό το πρόβλημα, ο Arcavi (1994) υποστηρίζει ότι η μαθηματική εκπαίδευση θα πρέπει να καλλιεργήσει αυτό που αποκαλεί ‘αντίληψη συμβόλου’ (symbol sense), δηλαδή «μια σύνθετη και πολύπλευρη ‘αίσθηση’ για τα σύμβολα … μια γρήγορη ή ακριβή αναγνώριση, κατανόηση ή αντίληψη των συμβόλων». Ο Arcavi δεν επιχειρεί να διατυπώσει έναν ακριβή ορισμό του όρου αλλά προσπαθεί να περιγράψει συμπεριφορές οι οποίες αποτελούν παραδείγματα της «αντίληψη συμβόλου» όπως: • κατανό ηση της δύναμης των συμβό λων, δηλαδή πό τε και πο ύ μπο ρο ύν να χρησιμοποιηθούν, • συναίσθηση της λειτουργικότητας των συμβόλων έναντι άλλων προσεγγίσεων, • ικανότητα χειρισμού αλλά και ‘ανάγνωσης’ των συμβόλων ως δύο συμπληρωματικών πλευρών της λύσης προβλημάτων, • ικανότητα επιλογής ενός μαθηματικού συμβολισμού αλλά και απόρριψής του προς όφελος της επίλυσης του προβλήματος, • συνειδητοποίηση της ανάγκης ελέγχου της σημασίας/νοήματος του συμβόλου κατά την επίλυση του προβλήματος, • αντίληψη του διαφορετικού ρόλου που μπορούν να διαδραματίσουν τα σύμβολα σε διαφορετικά πλαίσια. Κατά τον Arcavi, η ‘αντίληψη συμβόλου’ αποτελεί συστατικό της ευρύτερης διαδικασίας απόδοσης νοήματος στα μαθηματικά, και συνιστά το βασικότερο στόχο της μαθηματικής εκπαίδευσης, γι’ αυτό θα πρέπει να γίνει αναπόσπαστο μέρος των μαθηματικών εργαλείων τόσο του μαθητή όσο και του εκπαιδευτικού, έτοιμο να ενεργοποιηθεί όταν χρειαστεί. Σε διδακτικό επίπεδο, αυτό σημαίνει τη συγκρότηση μαθηματικών δραστηριοτήτων οι οποίες, μέσα από κατάλληλες προσεγγίσεις παρέχουν στους μαθητές ευκαιρίες διαμόρφωσης της ‘αντίληψης συμβόλου’. Συνοψίζοντας, ο ρόλος των συμβόλων στις διαδικασίες μάθησης και διδασκαλίας των μαθηματικών χρήζει ειδικής μελέτης. Είναι δυνατό για ένα μαθητή να επιτύχει στα μαθηματικά μαθαίνοντας απλώς να χειρίζεται τα μαθηματικά σύμβολα, χωρίς να τα κατανοεί. Ωστόσο, προτεραιότητα για το παιδί αποτελεί η κατανόηση του νοήματος των ιδεών, παράλληλα ή ταυτόχρονα με την ικανότητα χειρισμού των συμβολικών τους αναπαραστάσεων. Παρόλα αυτά, στο σημερινό σχολείο συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Τα παιδιά συχνά μαθαίνουν πώς να χειρίζονται ‘ετικέτες’ χωρίς περιεχόμενο. Αυτό επιτυγχάνεται σύντομα και με ευκολία, αλλά είναι ιδιαίτερα προβληματικό σε μακροπρόθεσμη βάση.

(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)

Αλέξανδρος Α. Αλεξανδρίδης

Επιβλέπων Καθηγητής
Παναγιώτης Σπύρου

Αθήνα, Ιούνιος 2010

ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΤΜΗΜΑ ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΩΝ
ΤΜΗΜΑ ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑΣ, ΙΣΤΟΡΙΑΣ &
ΘΕΩΡΙΑΣ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ
ΤΜΗΜΑ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ – ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΗΣ & ΨΥΧΟΛΟΓΙΑΣ

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΤΜΗΜΑ ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΩΝ & ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΗΣ
ΤΜΗΜΑ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΑΓΩΓΗΣ

Posted in GLOSSOLOGY | Tagged , , , , | Leave a comment

SANS-KRIT AND HELLENIC DIALECTS (B last)

(BEING CONTINUED FROM 10/08/2016)

image

image

image

image

image

end

CLYDE WINTERS

source ACADEMIA.EDU

Posted in GLOSSOLOGY | Tagged , , , , , | Leave a comment

ΕΛΛΗΝΙΚΑΙ ΔΙΑΛΕΚΤΟΙ ΚΑΙ ΝΟΥΣ 6

(ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΑΠΟ 7/8/16)

Μέρος 6ον : Τεχνητές και Πλαστοϊδιωματικές Γλώσσες.

Όλα αυτά ως φαίνεται διέφυγαν της προσοχής των νεωτέρων (των τελευταίων 5 περίπου αιώνων) οι οποίοι κατά καιρούς προσπαθούν να κατασκευάσουν με την σειρά τους διεθνείς γλώσσες επικοινωνίας, προκειμένου να αποφύγουν τα «προβλήματα» των φυσικών γλωσσών.
Το βασικό πρόβλημα είναι ότι επειδή οι έννοιες έθνος – λαός – πολιτισμός είναι αρρήκτως συνδεδεμένες με την έννοια της γλώσσας, υπάρχει ο κίνδυνος αφομοιώσεως ή εξαφανίσεως ενός έθνους με την χρήσι μιάς άλλης γλώσσας που ενδεχομένως θα καταστεί διεθνής. Σκέφθηκαν  έτσι κάποιοι, προκειμένου να υπάρχει ομόνοια μεταξύ των εθνών αλλά και να μην τσακωθούν μεταξύ τους για το ποια γλώσσα θα προταθεί ως διεθνής από τις ήδη υπάρχουσες (στην ουσία η Ελληνική και οι διάλεκτοί της) να κατασκευαστεί μία γλώσσα εκ του «μηδενός» (πράγμα που ανατρέπεται στην πορεία) η οποία να λειτουργήσει ως διεθνής.
Εδώ σας προειδοποιώ ότι θα αλλάξουμε λίγο κλίμα και θα εισχωρήσουμε σε έναν χώρο μάλλον άγνωστον, πλην όμως ιδιαιτέρως σημαντικού για το θέμα μας και αρκετά ενδιαφέροντος.
Η ιστορία ξεκινάει από πολύ παλιά, συγκριμένα ο Αλέξαρχος, Έλληνας γραμματικός, νεότερος γιός του Αντίπατρου, στρατηγού του Φιλίππου του Β’και του Μ. Αλεξάνδρου, επινόησε μία γλώσσα με λέξεις που είχαν ελληνικές καταλήξεις αλλά ρίζες τελείως αινιγματικές. Επίσης ο Γαληνός, ο γνωστός ιατρός από την Πέργαμο (131-201 ή 210 μ.α.χ.χ.), δημιούργησε σύστημα από σημεία για ακριβή μετάδοση των διαφόρων ιδεών. Κορυφώνεται όμως τον 17ο αιώνα μ.α.χ.χ.
Η πιο γνωστή τέτοια γλώσσα είναι η  «εσπεράντο» και είναι γνωστή ως η πλέον διεθνιστική γλώσσα, τα διάφορα όμως σχέδια «που εμφανίσθηκαν κατά καιρούς ξεπέρασαν τα 500!!!» (Κώστας Γ. Κυριάκος  «Esperanto η γλώσσα της ελπίδας» εκδ.  «Δωδώνη» 1995 σ. 45).
Γευθείτε λοιπόν ένα μέρος από την ποικιλία των επινοηθέντων γλωσσών:
«Ο Γερμανός Αλχημιστής Joh. Joach. Becher (1635-1682) το 1661 πρότεινε ένα σύστημα αρίθμησης όλων των λέξεων (λεξικού), με σκοπό να χρησιμοποιηθούν αυτοί οι αριθμοί ως γραπτή κοινή γλώσσα.»” (σ. 45) (Κάτι σαν τηλεφωνικός κατάλογος δηλαδή!!!).
«Μια άλλη μορφή γλώσσας (ή καλύτερα γραπτής γλώσσας) ήταν η «Πασιγραφία» (…τοις πάσι γραφήο όρος έχει καθιερωθεί και διεθνώς (Pasigraphic, Pasigraphie, Pasigraphischen, Pasigrafik, Pasigrafioκ.ά) δηλαδή «σύστημα γλώσσας από σημεία», τα οποία μπορούσε κάποιος να χρησιμοποιήσει μόνο για γραπτή επικοινωνία. Πρώτος που ασχολήθηκε μ’ αυτό το  σύστημα… ήταν ο θεολόγος και ανθρωπιστής Tritaim…» (σ. 46)
«Δύο χρόνια αργότερα, το 1668, ο Επίσκοπος John Wilkins παρουσίασε ένα τεράστιο έργο πάνω στη μορφή της “Ιδεογραφίας” (ιδέας-γραφή… ο όρος αυτός έχει καθιερωθεί και διεθνώς (Ideographik, Ideografiko, Ideographie κ.ά.)… που τα σήματά του εξέφραζαν απευθείας ιδέες (ιδεογράμματα) και όχι φθόγγους ή συλλαβές… Πάντως ο Leibniz εκφράστηκε αρνητικά γι’ αυτό, εξαιτίας της πληθώρας των σημάτων και της δυσκολίας στην έκφρασή τους.» (σ. 46)
«Κορυφαίοι… από άποψη δομής ευκολίας και μεθοδολογίας των έργων τους είναι: ο βαρώνος   De Gablenz, (το έργο του  «Gablenzographia-Gablenzolalia» ήταν τεράστιο από πλευράς όγκου εργασίας. το αλφάβητο πρήρχετο από 33 διαφορετικές γλώσσες και οι λέξεις ήταν μονοσύλλαβες (π.χ. 1=ra, 2=re, 3=ri, 4=ro, 5=ru). Συνέταξε γραμματική και συντακτικό της γλώσσας αυτής.» (σ. 47)
Για φαντάσου:
– Κάποιος φτιάχνει μια γλώσσα, την ονομάζει «πασιγραφία» αλλά δεν μπορεί να την μιλήσει!
– Κάποιος φτιάχνει μια γλώσσα, πάνω στη μορφή της «ιδεογραφίας» οπισθοδρομώντας τεχνικώς μερικές χιλιάδες χρόνια πίσω.
– Κάποιος φτιάχνει μια γλώσσα. Και ενώ χρησιμοποιεί 33 διαφορετικές γλώσσες για το αλφάβητό του τελικώς ονομάζει το έργο του «Γραφή και Λαλιά του Gablenz».
Και το κακό είναι ατελείωτο.
«Ο Moses (Μωυσής) Paic (Σέρβος). Το 1864 παρουσίασε το σύστημα γραφής του, που βασιζόταν μόνο στους αριθμούς. Οι αριθμοί από το 1 μέχρι το 999 χρησιμοποιούνταν για όλες τις γραμματικές κλίσεις και από το1000 και πάνω για να εκφράσουν ιδέες. Ετσι με την πρόσθεση και αφαίρεση σχηματιζόταν μια συγκεκριμένη έκφραση. Π.χ. ο αριθμός 3243 σημαίνει την γενική ιδέα της (ενέργειας)  «αγοράς»”, έτσι 3243+10=αγοραστής, 3243+20=αγοράστρια, 3243+13=ο αγοραστής, 3243+101=αγοραστές κ.ο.κ.» (σ. 47). Θα ήθελα πολύ να δω την μετάφρασι της εξής φράσεως: “Ενας αγοραστής, εκ του συνόλου των αγοραστών της αγοράστριας εταιρείας «ΑΓΟΡΑ Α.Ε.Β.Ε.», εξηγόρασε στα πλαίσια των κανόνων της «ελεύθερης αγοράς», το μη αγορασθέν υπό των συναγοραστών του υπόλοιπον, της εν μέρει μη αγορασθείσης εταιρείας «ΑΓΟΡΑ Ε.Π.Ε.»
«Ο Gyo”rgy Kalma’r (Ούγγρος θεολόγος και γλωσσολόγος. εξέδωσε το έργο του στην ιταλική, γερμανική και λατινική με τίτλο  «Lingua philosophica sine universalis» (1772). αποτελείται από 400 σήματα (σύμβολα): γράμματα από το ελληνικό, λατινικό, (βλ. χαλκιδικό), αρχαίο εβραϊκό (βλ. ελληνοφοινικικό) αλφάβητο και σύμβολα από τη Χημεία, τα Μαθηματικά και τη Γεωμετρία.)» (σ. 48)
“Ο Albert Walter (χρησιμοποίησε βασικά γράμματα, από το λατινικό αλφάβητο
(από το a μέχρι το z), καθώς και ορισμένους αριθμούς, κυρίως για τη γραμματική. Οι  «λέξεις» σχηματίζονται από το συνδυασμό πάντα τριών γραμμάτων, από το  «aaa» μέχρι το  «zzz»)». (σ. 48) Κάτι σαν κωδικοποίηση εμπορευμάτων δηλαδή.
«Αλλοι χρησιμοποίησαν για σύμβολα αριθμούς, άλλοι γράμματα, άλλοι και τα δυό μαζί, άλλοι μουσικές νότες, άλλοι διάφορες παραστάσεις από τη φύση…»(σ. 45). Σημειωτέον  ότι η ελληνική είναι η μοναδική που μπορεί ταυτοχρόνως να αξιοποιήσει τα γράμματα του αλφαβήτου της ως γράμματα, αριθμούς, μουσικές νότες, αλλά και οι ίδιες οι λέξεις έχουν γραμματική και λεξαριθμική-αλφαριθμητική και μουσική σημασία.
“Από την πληθώρα των διαφόρων σχεδίων τεχνητών γλωσσών… ξεχωρίζει… η Volapu”k (Βολαπίκ) η οποίαδημιουργήθηκε (λέγεται μέσα σε ένα μήνα !!!) από τον Johann Martin Schleyer ((18/7/1831-16/8/1912). Γερμανός, καθολικός ιερέας του Litzelsetten, γνώστης 80 και πλέον γλωσσών.), που την παρουσίασε περιληπτικά το Μάιο του 1879, στο περιοδικό του   «Sionscharfe» …Η  Volapu”k, κατά ένα μέρος ήταν προσωπικό δημιούργημα, ενώ κατά το άλλο βασιζόταν στις φυσικές γλώσσες, ιδιαίτερα στη αγγλική, της οποίας τα στοιχεία ήταν τόσο συντετμημένα και αλλαγμένα ώστε να μη μπορεί κάποιος να τα αναγνωρίσει. Για παράδειγμα το όνομα  «Volapu”k» προέρχεται από τις αγγλικές λέξεις «World»=Κόσμος (Vol, γενική: Vola) και  «speak»=ομιλώ (pu”k), δηλαδή  «Παγκόσμια Γλώσσα»… ο Schleyer κατήργησε από τη γλώσσα του το γράμμα (r), γιατί «οι ψευδίζοντες, οι ηλικιωμένοι, και τα νήπια δύσκολα μπορούν να το προφέρουν» Η Volapu”k είναι πολύ δυσκολότερη στην εκμάθησή της και γίνεται προσιτή μόνο στους μορφωμένους ανθρώπους. Επίσης… λόγω της πληθώρας των μονοσύλλαβων λέξεων, που διαφέρουν πολύ λίγο μεταξύ τους, υπάρχει δυσκολία στην άμεση αντίληψη. Για παράδειγμα στον προφορικό λόγο χρειάζεται μεγάλη προσοχή για να εντοπίσει κάποιος τη διαφορά μεταξύ των λέξεωνbap, pab, pap, pep, pop, bob, pup, bub, pub, bib, pip (π.χ. η πρόταση «tab de map»= τραπέζι από μάρμαρο.)» (σ.53-55).
Και ως εκ του θαύματος, tab = τραπέζι, στα αγγλικά = table εκ του αρχαίου Ελληνικού τάβλα=σανίς καιmap = μάρμαρον στα αγγλικά= marble στην αρχαίου Ελληνικού. μαρμαίρω=λάμπω, αστράπτω. Δηλαδή ούτε αυτή η τεχνητή γλώσσα κατάφερε να ξεφύγει από την κεντρομόλο δύναμι της Ελληνικής.
Πιστεύω εκτός των άλλων, ο αναγνώστης να αντελήφθη πώς μία  «γλώσσα» (αγγλική) με ελληνογενή βάσι, μεταλλάσσεται σε ένα εξαμβλωματικό σύνολο άναρθρων κραυγών, ικανών να συμπαρασύρουν μελλοντικούς «οραματιστές» να παραποιούν ακόμη και την σημερινή   (συμβατικώς) διεθνή «γλώσσα», την αγγλική. Κάνοντας μία παρένθεσι σ’ αυτό το σημείο θα αναφέρουμε το γεγονός ότι Αγγλοι οι οποίοι εμμένουν στην παραδοσιακή μορφή και προφορά την αγγλικής δυσκολεύονται να κατανοήσουν την  αμερικανική.
Έτσι βλέπουν το «mother» (προφ.  «μάδεαρ») = μήτηρ, να προφέρεται «μάδα»,
το  «I want» (προφ. «Αι γουόντ») = θέλω , να γράφεται  «I wanna»(προφ. «Αι γουάνα»),
το  «I’m going» (προφ. «Αι εμ γκόινγκ») = πρόκειται, να γράφεται «I gonna» (προφ. «Αι γκόνα»).
το «What is going up (my brother)» (προφ. «γουότ ιζ γκόινγκ απ (μάι μπράδερ)») = Τι   συμβαίνει, τί κάνεις (αδελφέ ενν. φίλε κτλ. Όπου το «brother» εκ του Ελληνικού «φράτωρ» εξ’ ου και «φατρία») συμπύσσεται στο  «What’s up bro» (προφ. «γουάτς απ μπρο») κτλ.
Έτσι δεν είναι διόλου παράξενο ένας κάτοικος της Νέας Υόρκης να φαντάζει ως βάρβαρος όταν συνομιλεί με έναν κάτοικο του Λονδίνου.
Και άντε τώρα, ο οποιοσδήποτε πραγματικός δάσκαλος της επομένης δεκαετίας, να πείσει τους μελλοντικούς μαθητές του ότι το «μπρο» προέρχεται από το αρχαίου Ελληνικού «φράτωρ» ή ότι το «μάδα» προέρχεται από το «μήτηρ».
Και για δούμε και λίγο το καμάρι των τεχνητών γλωσσών την λεγόμενη «γλώσσα της ελπίδας-esperanto» (espera = ελπίδα).
Ο εφευρέτης της «Λάζαρος-Λουδοβίκος Ζάμενχοφ γεννήθηκε στρις 15 Δεκεμβρίου 1859 από εβραϊκή οικογένεια (παρά το γερμανικής προέλευσης επώνυμο), στο Bialystok της Πολωνίας…»
(Κώστας Γ. Κυριάκος  «Esperanto η γλώσσα της ελπίδας» εκδ.  «Δωδώνη» 1995 σ. 65).
Στο σημείο αυτό, εάν δεν το έχετε ήδη κάνει, παρατηρήστε, ότι όλως συμπτωματικώς βεβαίως,  οι ενασχοληθέντες μετά των τεχνητών γλωσσών ήταν θεολόγοι, επίσκοποι ή … εβραίοι. Αντιπαραβάλετε την εξέχουσα περίπτωσι των βυζαντινών μοναχών «αγίων!;» Κυρίλλου και  Μεθοδίου οι οποίοι προκειμένου να μην μεταδώσουν ατόφιο το Ελληνικόν αλφάβητον στους Σλάβους και Ρώσους επινόησαν ένα μείγμα Ελληνικών, λατινικών και εβραϊκών στοιχείων!
Στις 17 /12/1878 λοιπόν, εν μέσω γνωστών και φίλων έγινε η πρώτη παρουσίασις της νέας γλώσσας.
Ασχέτως των πεποιθήσεων του Ζάμενχοφ και των κινήτρων του, (οι πράξεις του και η εμφανής ιδεολογία του έρχονταν σε αντίθεση με τα διάφορα σιωνιστικά κινήματα που δημιουργήθηκαν εκείνη την περίοδο όπως «Hovevei Zion» («Φίλοι της Σιών») και  «Hibbat Zion» («Αγάπη στη Σιών») το 1881/82, ως και της μεγάλης σιωνιστικής κίνησης το 1897 από το Theodor Herzl) (σ.103), θα εντοπίσουμε το ενδιαφέρον μας μόνον στην ίδια τη γλώσσα.
Σημειώνεται ότι ο Ζάμενχωφ «κατείχε άριστα τις γλώσσες: ρωσική, γίντις, πολωνική, γερμανική, αρχαία ελληνική, πολύ καλά τις: λατινική, και γαλλική, και καλά τις: αγγλική, αρχαία εβραϊκή και αρχαία βουλγαρική.» (σ.76)
«Για το σχηματισμό μιας λέξης χρησιμοποιείται η ρίζα που απαντάται στις περισσότερες ευρωπαϊκές γλώσσες, πράγμα που την κάνει αμέσως κατανοητή, χωρίς μεγάλη προσπάθεια από μια μεγάλη μερίδα ανθρώπων. Για παράδειγμα, η λέξη «τραπέζι» που στην Esperanto λέγεται  «tablo», είναι  «table» στα αγγλικά,  «table» στα γαλλικά και «tavola» στα ιταλικά. Ετσι, στη λέξη «g^ardeno» («κήπος») ο Αγγλος αναγνωρίζει με το μάτι του το δικό του «garden», ο Γάλλος με το αυτί του το δικό του «jardin» και ο Ιταλός με το μάτι και με το αυτί του το δικό «giardino». Αυτή είναι η Διεθνικότητά της.» (σ.110)
Αν τώρα ρωτήσουμε: Καλά, και ο Ελλην τι αναγνωρίζει; Ο Ελλην χωρίς την γνώσιν της γλώσσας του δεν αναγνωρίζει τίποτε. Διότι το μυαλό του δεν πάει ούτε στο «τάβλα» ούτε στο «χόρτος» = «καλλιεργημένος τόπος».
Έτσι παρόλο που το λεξιλόγιο της «εσπεράντο» κατά τις μελέτες και έρευνες και αναφορές στατιστικών που έγιναν σε διάφορα γλωσσολογικά συμπόσια ανήκει στην ομάδα των ινδοευρωπαϊκών (;;;!!!) γλωσσών έχοντας 91,64% του λεξιλογίου της κοινό με τη γαλλική,  89,50% κοινό με την αγγλική,  89,12% κοινό με την ιταλική, 87,79% κοινό με την πορτογαλική, 87,12% κοινό με την ισπανική, 81,70% κοινό με τη γερμανική, 64,78% κοινό με τη λατινική και 53,26% κοινό με τη ρωσική (σ.111), η  «μεθοδολογία» επιμένει να λέγεται  «Metodologio», η «ανάλυσις» «Analiza», η «γραμματική» «Grammatico», ο «μεσαιωνικός» «Mezepoca», ο «κλασικός» «Klasika», η «περίοδος» «Periodo», ο «λέων» «Leono», ο «πατήρ» «Patro», ο «υιός» «Filo», το «πλήρες» «Plena», το «ΕΙΜΑΙ» «ESTI» και το «ΠΡΟΒΛΗΜΑ» παραμένει εις το διηνεκές «PROBLEMO».
Και ερωτούμε. Δεν έφταναν τόσες διάλεκτοι της Ελληνικής, έπρεπε να εφευρεθεί άλλη μία; Αν κάποιοι θεωρούν ότι επιβάλλεται η διάδοσι και χρήσι μιας «μη εθνικής γλώσσας» ας κάτσουν να κατασκευάσουν μία από την αρχή. Με την θερμή παράκλησι να μην δανειστούν καμμία λέξι της Ελληνικής. Και όταν ολοκληρώσουν το έργο τους ύστερα από  «φχψω» χρόνια ας δοκιμάσουν να την μιλήσουν. Και αν καταφέρουν να συννενοηθούν περισσότεροι από δύο, ας  κάνουν και μία μετάφρασι των έργων του Ομήρου, του Ησιόδου κλπ. Έως τότε διατελούμε με την χαρά της αναμονής…
Όσον αφορά την δομή της γλώσσας τα πράγματα είναι ακόμη πιο απλά.
28 γράμματα του αλφαβήτου, χωρίς διφθόγγους, 16 γραμματικοί κανόνες, χωρίς καμία εξαίρεσι, 17 καταλήξεις και 38 προσθήματα (10 προθήματα, 28 επιθήματα), 1.000 περίπου ρίζες για να γνωρίζει κανείς αμέσως 10.000 εσπεραντικές λέξεις. «Αριστούργημα λογικής και απλότητας τη χαρακτήρισαν οι 40 σοφοί, μέλη της γαλλικής  «Ακαδημίας των Επιστημών», τον Ιούνιο του 1924.» (σ.115)
«Πρόχειρο  παράδειγμα το πρόθημα «Mal-». Το λεξίδιο αυτό (όπως και άλλα τα οποία ο Ζάμενχοφ δανείστηκε από τη δραβιδική, ελληνική και ιαπωνική) χαρακτηρίζει το  «εκ διαμέτρου αντίθετο. Μαθαίνουμε λοιπόν, σε μια οποιαδήποτε εθνική γλώσσα τη λέξη «καλός». Την τελείως αντίθετη έννοια της λέξης αυτής εκφράζει άλλη ρίζα, νέα λέξη, «κακός», ή μεγάλος-μικρός, ωραίος-άσχημος, επάνω-κάτω, κλείνω-ανοίγω, αγάπη-μίσος, δεξιά-αριστερά. Πόσες και πόσες λέξεις που μας είναι απαραίτητο να μάθουμε. Όμως όταν στην Esperanto μάθουμε ότι «καλός» είναι «bona», ο «κακός» είναι «malbona», «δεξιά» είναι «dekstre» και αριστερά είναι «maldekstre»,  «αγάπη» είναι «amo» και  μίσος είναι «malamo».»(σ.114)
Θα ισχυριστεί κάποιος «εσπεραντιστής» ότι αυτή η απλότης και ευκολία είναι υγιής. Φέρνοντας την όμως σε ευθεία αντιπαράθεσι με ανάλογα λεξίδια- προθήματα της Ελληνικής  διαπιστώνουμε τα εξής:
– Το πρόθεμα «mal» δεν προσδιορίζει περιεχόμενο χαρακτήρος λέξεως αλλά απλώς κάτι γενικώς αντίθετο. Όντως αν γνωρίζεις το «dekstre» ή το «bona» μπορείς πολύ εύκολα να μάθεις και το«maldekstre» και το «malbona», όμως, είναι πολύ δύσκολο να διευκρινίσεις αν το «dekstre είναι το«δεξιά» ή το «αριστερά» και αντιστρόφως, ή αν «bona» είναι το «καλός» ή το «κακός» και αντιστρόφως. Τίθεται δηλαδή το πρόβλημα της αναγνωρίσεως του  «mal» αν ανήκει  στον «θετικό χαρακτηρισμό» ή στον «αρνητικό-αντίθετό του».
– Επιπλέον το «maldekstre» στερείται της γοητείας που έχει το ανάλογο «μη δεξιά» της Ελληνικής. Διότι«μη δεξιά» δε σημαίνει απαραιτήτως «αριστερά». Επισημαίνει μιά πιο ευρεία έννοια που καλύπτει και το «λοξώς δεξιά» και  το «ευθεία» κτλ. Και ενώ στερείται αυτής της γοητείας, ταυτοχρόνως δεν στερείται διόλου των νοηματικών του στερήσεων. Διότι μπορεί να είναι απλό (ή καλύτερα απλοϊκό) το ζεύγος «amo-malamo», όμως αυτό  δεν σημαίνει ότι όποιος «δεν αγαπάει», τότε «μισεί».
– Τα βασικά προθήματα στην Ελληνική από μόνα τους διευκρινίζουν τον περιεχόμενο χαρακτήρα της λέξεως. Π.χ. λέμε εύ-μορφος=όμορφος (όχι ωραίος)  και δύσ-μορφος, που όντως είναι το αντίθετο του εύμορφου, ή ά-μορφος τονίζοντας την απουσία της μορφής. Και όταν λέμε εύ-οσμον / δύσ-οσμον /ά-οσμον, αυτομάτως γίνεται κατανοητόν αν κάποιο άνθος προκαλεί ευ-χάριστη ευ-ωδία, δυσ-άρεστη δυσ-ωδία, ή α-διάφορη α-οσμία. Οταν λέμε εισ-έρχομαι και εξ-έρχομαι αυτομάτως αναγνωρίσουμε αν οδεύουμε προς την είσ-οδο ή την έξ-οδο και αν χρειαζόμαστε εισ-ιτήριον ή εξ-ιτήριον κτλ.
Η αναφορά αυτή στις τεχνητές γλώσσες, που δεν είναι ευρέως γνωστές αλλά και δεν είχαν εν τέλει κάποιο ουσιώδες αποτέλεσμα, δεν γίνεται άνευ λόγου. Δείχνει το μέγεθος της άγνοιας (ή το μέγεθος του φθόνου) απέναντι στην φυσιο-λογική  Ελληνική.
Αυτή η αγωνιώδης προσπάθεια για εγκαθίδρυσι μιας παγκόσμιας γλώσσας συνδράμει τις ανάλογες προσπάθειες προς εγκαθίδρυσιν μιας παγκόσμιας θρησκείας, ενός παγκόσμιου νομίσματος, μίας παγκόσμιας «κουλτούρας» εξομοιώνοντας «υπερήφανα αιωνόβια πλατύφυλλα δροσοίσκιωτα πλατάνια με μικροσκοπικούς εφήμερους νανοειδείς – γλαστροειδείς κάκτους».
Βεβαίως δεν πρέπει να μας διαφεύγουν και άλλες επιθέσεις από τις οποίες η Ελληνική βγήκε νικήτρια.
Την περίοδο της Τουρκοκρατίας ακόμη και οι Οπλαρχηγοί της Επαναστάσεως του 1821 μιλούσαν και έγραφαν μία γλώσσα αρκετά κακοποιημένη. Στα Επτάνησα οι Ιταλικές  επιδράσεις ήταν εντονότατες. Αργότερα, στα σαλόνια της κοσμικής Αθήνας και για κάποιο χρονικό διάστημα, ήταν επιβεβλημένος νεωτερισμός στο πλαίσιον του βλακώδους «σαβουάρ βίβρ» (οδηγού επιτηδευμένης συμπεριφοράς), η χρήσις γαλλικών όρων, όπως «σιλβουπλέ», «μαντμουαζέλ»,  «ορεβουάρ» κλπ.
Ο κατάλογος ατελείωτος, μέχρι που φθάσαμε στο σήμερα. Πλήθος αμερικανοπλήκτων πλαστοϊδιωματικών εκφράσεων κατακλύζει το λεξιλόγιον ημιμαθών και αμαθών.

Επιπλέον στην γραφή εισήχθησαν τα λεγόμενα ελληνοαγγλοειδή («greeklish»). Ένα έκτρωμα, προϊόν εγκεφαλικής παράνοιας και παραγωγός εγκεφαλικής δυσλειτουργίας.

Εννοείται βεβαίως, ότι  τίποτε από αυτά δεν είναι ικανό να υποσκελίσει την ανωτερότητα και γοητεία της Συμπαντικής γλώσσας, της γλώσσας των Θεών. Όσες προσπάθειες και αν γίνουν είναι ατελέσφορες ακριβώς γιατί δεν γνωρίζουν «με τι έχουν να κάνουν». Η Ελληνική δεν είναι ένα οικοδόμημα που μπορεί κάποιος να κατεδαφίσει. Δεν είναι μία πόλις που μπορεί κάποιος να βομβαρδίσει. Δεν είναι ένα κοπάδι μαζανθρώπων που μπορεί κάποιος να χειραγωγήσει.  Είναι η έκφρασις των Συμπαντικών Αρχών, Δομών και Νόμων που εξ ορισμού δεν δύναται κάποιος να καθυποτάξει. Πιο πρακτικά, φανταστείτε το γελοίον ενός νομοθετήματος… «απαγορεύσεως της επιδράσεως της βαρύτητος»!
Με την αφορμή αυτήν ας δούμε και τι συνέβει στον αντίποδα.
Κατά καιρούς έχει προταθεί από διάφορους η χρήσις της Ελληνικής ως επίσημης παγκόσμιας γλώσσας.«Π.χ. Ο Voltaire σε επιστολή του προς την αυτοκράτειρα της Ρωσίας, Αικατερίνη τη Μεγάλη (βασίλεψε 1762-1769), έγραψε ότι  «η ελληνική μπορεί να γίνει παγκόσμια γλώσσα» (Bibliografio de Internacia Lingvo, P. Stojan, 1929, Geneve).  Ο Ούγγρος Ακαδημαικός Iva’an Te’lfy (1847-1898), σε διάλεξή του στην Ακαδημία Επιστημών της Ουγγαρίας στις 19/3/1888, πρότεινε ως διεθνή γλώσσα τη νεοελληνική, της οποίας η γενική εισαγωγή στο σχολικό σύστημα μετά από ένα χρονικό διάστημα θα έλυνε το πρόβλημα. Ο  Te’lfy πίστευε ότι «η αρχαία ελληνική είναι η διεθνής γλώσσα του πολιτισμού» και ότι  « η νεοελληνική δεν είναι κόρη της, αλλά η ίδια γλώσσα σε ανανεωμένη μορφή» («Miscellanea Interlinguistica», Πανεπιστήμιο Eo”tvos Lora’nd Βουδαπέστης, 1980).» (Κώστας Γ. Κυριάκος «Esperanto η γλώσσα της ελπίδας» εκδ.  «Δωδώνη» 1995 σ. 41).
Όταν «εις την Αμερικήν του 1817-1822 εποχήν καθ’ ήν συνεζητείτο εις το Κογκρέσσον μεταξύ άλλων και η επιλογή της γλώσσης, η οποία θα ωμιλείτο εις τον Νέον Κόσμον… επροτάθη εξ ορισμένων βουλευτών η Ελληνική γλώσσα, πρότασις που από πολλούς εγένετο ενθουσιωδώς δεκτή πλήν του Ντανιέλ Γουέμπστερν (Daniel Webster), επιφανούς πολιτικού και ρήτορος εκείνης της εποχής, ο οποίος ήτο υπέρ της αγγλικής. “Ομως κατά  την ημέραν της ψήφου περιέργως απουσίαζον πολλοί βουλευταί, δύο δε εξ αυτών υπέστησαν θανατηφόρον δυστύχημα, καθώς μετεφέροντο με τας αμάξας των εις το Κογκρέσσον.» (Λεωνίδας Πολυχρονίου «Ηλεκτρονικοί υπολογιστές και ελληνική γλώσσα» εκδ. Γεωργιάδης 1999 σ.44)
«Η μεγάλη αυτή αξία της ελληνικής γλώσσας συνετέλεσε ώστε παρά μια ψήφο να ήταν επίσημη γλώσσα των Η.Π.Α. Όταν οι Η.Π.Α. συγκροτήθηκαν σε ενιαίο έθνος, οι ιδρυτές του τόσο θαύμαζαν τη σοφία της αρχαίας Ελλάδας, ώστε όταν συνήλθαν για ν’ αποφασίσουν ποια θα ήταν η εθνική γλώσσα των Η.Π.Α., η υπόθεση  «παίχτηκε» τελικά μεταξύ της αγγλικής και της ελληνικής, η οποία έχασε με διαφορά μιας ψήφου (του Αμερικανοεβραίου Δανιήλ Ουέμπστερ)» (Ιάσων Ευαγγέλου  «Ελληνικός πολιτισμός δοκίμια και μελέτες» εκδ. Σαββάλα 1995  σ. 28)
Και επειδή  «το ‘να χέρι νίβει τ’ άλλο και δυό το πρόσωπο»,  «Τη αρχαία ελληνική γλώσση χρώμεθα και αναντικατάστατόν τι εν τω ευρωπαϊκώ πολιτισμώ ανακτάσθαι πειρώμεθα… Η Ελλάς, της Ευρώπης το λίκνον και η παιδαγωγός εστίν η μεγίστη… χάριτας πλείστας ομολογώ» Αριστείδης Πολιάναξ ο λεγόμενος JUAN JOSE’ PUJANA ARZA (από την εισήγησή του της 8.5.93 στο Β’ Παγκόσμιο Γλωσσικό Συνέδριο της Καβάλας). Είναι ο Βάσκος Γερουσιαστής ο οποίος έπεισε τους Ισπανούς Ευρωβουλευτάς να καταθέσουν πρόταση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο προκειμένου να καθιερωθή  η Ελληνική ως επίσημη γλώσσα της ευρωπαικής Κοινότητος.» (Άννα Τζιροπούλου Ευσταθίου  «Πως η ελληνική γονιμοποίησε τον ευρωπαϊκό λόγο» εκδ. Νέα Θέσις 1995 τόμος 1ος σ. 219).
Όμως  «τον αράπη κι’ αν τον πλένεις το σαπούνι σου χαλάς». Έτσι χαμένες πήγαν οι προσπάθειες αυτών των ευγενών ανθρώπων, αφού οι Ελλαδίτες ευρωβουλευτές όχι μόνον αδιαφόρησαν αλλά και αποστασιοποιήθηκαν της προτάσεως των Ισπανών…
Χρέος όλων των ανθρώπων η αναζήτησις του Αληθούς και  το κρίνειν Δικαίως. Βασικός, εάν όχι  Μοναδικός Αρωγός τους, η Συνειδητοποίησις ως προϊόν της Γνώσεως…
Στο σημείον αυτό ολοκληρώνεται η εργασία μας. Ακολουθεί  ένα μικρολεξικόν αποδόσεως ξενικών όρων στην Ελληνικήν. Πολλοί εξ’ αυτών  παρουσιάζονται δια πρώτην φοράν. Εμφανέστατη  η απεριόριστη δημιουργικότης της Ελληνικής και το ότι η αξία της δεν περιορίζεται  από νομοθετήματα ούτε καθορίζεται από σκοπιμότητες.

ΑΦΙΕΡΩΝΕΤΑΙ στους ΑΝΑΖΗΤΗΤΕΣ του ΑΝΤΙΣΥΜΒΑΤΙΚΟΥ!

ΕΥΡΥΜΑΧΟΣ ΣΕΡΕΤΗΣ
Διπλ. Μηχ/γος Μηχ/κός

PEEGEE  SCHIZAS

(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)

Posted in GLOSSOLOGY | Tagged , , , , , | Leave a comment

GREEK AND LATIN –TWO HELLENIC DIALECTS / MEROS IB

( BEING CONTINUED FROM  8/08/16)

2. The other cases denote partly the relations between one object and another, expressed by a noun, partly an attachment of one object to another by motion from the one to the other. These endings were originally local in their signification, and often interchanged their functions. The ending of the genitive singular was originally as,

image

image

image

image

pg97

(TO BE CONTINUED)

A PHILOLOGICAL INTRODUCTION TO GREEK AND LATIN FOR STUDENTS.

TRANSLATED FROM THE GERMAN OF FERDINAND BAUR, DR. PH., Professor in Maulbronn

by

C. KEGAN PAUL, M.A., OXON, AND E. D. STONE, M.A., Late Fellow of Kings College Assistant-Master at Eton

1883

SOURCE   UNIVERSITY OF CALIFORNIA

Posted in GLOSSOLOGY | Tagged , , , , | Leave a comment

a-ko ,ak-hoo peri grammikes etymologias

 

Η ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΚΝΩΣΟΥ ΚΑΙ ΤΩΝ ΑΡΧΑΝΩΝ ΚΑΤΑ ΤΗ ΜΙΝΩΙΚΗ ΕΠΟΧΗ

(Η μυκηναϊκή λέξη ΚΝΩΣΟΣ και η μινωική ΑΚΧΑΡΝΑ)

Του Αντώνη Θωμά Βασιλάκη
Από την εποχή κατά την οποία η Κνωσός άρχισε να λειτουργεί ως ανακτορικό κέντρο, χρησιμοποιούσε και την περιοχή των Αρχανών, καταρχήν για θρησκευτικούς λόγους, επειδή υπήρχε το ιερό όρος Ίυττός (Γιούκτας) και αργότερα, με την πάροδο των αιώνων και την αυξανόμενη οικονομική και πολεμική δύναμη της (Κνωσού), ως νεκροταφείο του βασιλικού ιερατείου αλλά και ως εξαρτημένο αυτόνομο εμπορικό κέντρο.

Πάντα η περιοχή Κνωσού – Αρχανών λειτουργούσε ως ενιαίο σύνολο από κάθε άποψη. Σε πολλές περιπτώσεις , όπως η λατρεία των νεκρών, η λατρεία του υπέρτατου Θεού στο ιερό κορυφής του Γιούκτα, το εμπόριο των αφιερωμάτων και των γεωργικών ειδών, ήταν περισσότερο εμφανή στις Αρχάνες σαν αυτόνομα.

Οι Μυκηναίοι όταν ήλθαν στην Κρήτη και εγκαταστάθηκαν στην Κνωσό , συνέχισαν να λειτουργούν με τον ίδιο ακριβώς τρόπο όπως οι Μινωϊτες, τόσο στο ανάκτορο της Κνωσού όσο και στις Κνωσιακές εγκαταστάσεις μέσα στην κωμόπολη των Αρχανών. Επίσης συνέχισαν να χρησιμοποιούν σαν νεκροταφείο υψηλών προσώπων το νεκροταφείο στο Φουρνί. Τα πρόσωπα που θάβονται τώρα στο Φουρνί δεν κατέχουν μόνο υψηλές θέσεις στο πριγκιποκρατούμενο ιερατείο, αλλά και στην διοικητική και πολεμική μηχανή των Μυκηνών. Με τη διευκρίνιση ότι και αυτοί οι αξιωματούχοι ήταν συνδεδεμένοι σε βαθμό συγγενείας, με τη βασιλική οικογένεια.

Την εποχή που ήλθαν οι Μυκηναΐοι στην Κνωσό , τα ανακτορικά κέντρα της Κρήτης, αλλά και αρκετά της νότιας Ελλάδας ήταν μισοκατεστραμμένα. Αφού αναστύλωσαν τα κυριότερα τμήματα του ανακτόρου της Κνωσού και φτιάχνοντας ορισμένα δικά τους για την εγκατάσταση του Μυκηναΐου άνακτα και ύπατου αρχιερέα, μετέτρεψαν το μεγαλύτερο μέρος των κτιρίων σε εμπορικό συλλεκτικό διαμετακομιστικό κέντρο. Εδώ πρέπει να αναφέρω ότι στο κείμενο που είναι γραμμένο στην κούπα από το σπίτι των μονολιθικών στύλων, με μελάνη σουπιάς, έχουν γράψει σε Γραμμική γραφή με στοιχεία αρκαδοκυπριακής Γραμμικής, <<από τον Ατρέα κύπελλο, στο Διόνυσο τον γεννημένο από τον Δία. Νεαρότατο αγόρι στα λήναια>>.

Εδώ ο Ατρέας ή απογονός του, οπότε το όνομα αναφέρεται μεταφορικά στον γενάρχη της δυναστείας των Ατρειδών, σαν βασιλέας αρχιερέας της Κνωσού, προΐσταται στα μεγάλα Διονύσια στην Κνωσό σε μια σειρά τελετών της διονυσιακής λατρείας.

Από τους Μινωϊτες οι οποίοι βρίσκονταν πριν την μεγάλη καταστροφή με τα καράβια τους στην ανατολική μεσόγειο , στις Αιγυπτιακές και ασιατικές ακτές , ελάχιστοι επέστρεψαν.

Οι Μινωίτες που έμειναν εκτός Κρήτης, ισχυρότατοι οικονομικά και διακατεχόμενοι από το εμπορικό και τεχνολογικό δαιμόνιο που κυριαρχούσε στην πατρίδα τους όταν άκμαζε, έφτιαξαν μια σπουδαιότατη πόλη στις ακτές της Παλαιστίνης, και έδωσαν σε αυτήν το όνομα της μινωικής Κνωσού, το οποίο ήταν Ακό.

Η Ακό, που αναφέρεται στην Παλαιά διαθήκη σαν Ακχώ, είναι αρχαία πόλη και λιμάνι του βορειοδυτικού Ισραήλ στη Μεσόγειο θάλασσα. Βόρεια του κόλπου της Χάϊφας, ο οποίος ονομαζόταν παλαιότερα κόλπος της Άκρα, επειδή η Ακό λεγόταν και Άκρε. Το φυσικό αυτό λιμάνι απετέλεσε συχνά στόχο των πολυαρίθμων εισβολέων της Παλαιστίνης.

Η Ακό αναφέρεται στον πίνακα των αιγυπτιακών κατακτήσεων του 15ου π.Χ. αιώνα. Η Παλαιά Διαθήκη (Ιουδ. 1) αναφέρει ότι η Ακχώ δεν υπέκυψε στους Εβραίους υπό τον Ιησού του Ναυή και τους διαδόχους του. Οι Χαναναίοι και οι Φοίνικες , σημιτικοί λαοί της Παλαιστίνης και των ανατολικών ακτών της Μεσογείου, κράτησαν υπό την κατοχή τους για μεγάλα διαστήματα την πόλη. Αργότερα κατακτήθηκε από τον Μέγα Αλέξανδρο (336 π.Χ.) και από το βασιλιά της Αιγύπτου Πτολεμαίο Β΄ τον Φιλάδελφο, που την μετονόμασε Πτολεμαϊδα.

Η Ακό ήταν κύριο λιμάνι των Ρωμαίων. Αργότερα την κατάκτησαν οι Πέρσες, οι Άραβες και οι σταυροφόροι που την ονόμασαν Άγιο Ιωάννη της Άκρας. Το 1918 την πήραν οι βρετανικές δυνάμεις από τους Τούρκους και αργότερα απετέλεσε τμήμα της Παλαιστίνης υπό βρετανική εντολή (1922). Στις 17 Μαίου 1948 την πόλη κατέλαβαν δυνάμεις του τακτικού Ισραηλινού στρατού.

Οι περισσότεροι από τους   Άραβες κατοίκους της πόλης έφυγαν και έμειναν 3.000. Το αρχαίο λιμάνι της Ακό επιχώθηκε κατά τους νεώτερους χρόνους και σήμερα είναι βοηθητικό λιμάνι της Χάιφας.

Ίσως το μπέρδεμα που υπάρχει γύρω από την προέλευση του Ελληνικού αλφάβητου να οφείλεται στο ότι για αρκετά χρόνια οι Φοίνικες είχαν καταλάβει την Ακό και την εποχή εκείνη οι Κρήτες να δημιούργησαν το αλφάβητο αυτό, το οποίο να φάνηκε ως Φοινικικό στους εκτός περιοχής λαούς , αφού οι Φοίνικες κυριαρχούσαν τότε. Εξάλλου οι Μινωίτες δημιούργησαν πρώτοι το Ελληνικά ιερογλυφικά συλλαβογράμματα και αργότερα την Ελληνική Γραμμική Α.

Οι Μυκηναίοι έδωσαν το όνομα Κνωσός στο μεγάλο ανακτορικό κέντρο νότια του Ηρακλείου. Σεβάστηκαν όμως το μινωικό όνομα . Η Κνωσός σύμφωνα με ιερογλυφικά συλλαβογράμματα πάνω σε νομίσματα της 1 ης χιλιετίας π.Χ. λεγόταν κατά την Μινωική εποχή Ακό. Και για την ακρίβεια Κο, βάζοντας δε το επιτατικό Α πριν από την λέξη , την ονόμαζαν Μεγάλη Κο = Ακό. Οι Μυκηναΐοι έδωσαν το όνομα . image = ko-no-so , το οποίο συναντούμε στις μυκηναϊκές πινακίδες Γραμμικής Β. Έτσι στη σύνθετη λέξη ΚΟ-ΝΟΣΟ , έχομε την μινωική ονομασία ΚΟ και ως δεύτερο συνθετικό την λέξη Νόσος. Νόσος = 1.όλεθρος, καταστροφή 2.αθλιότητα, δυστυχία.

ΚΟΝΟΣΟ = ΚΝΩΣΟ = κατεστραμμένη Κό, κατά τους μυκηναίους. Βλέπομε όμως ότι οι μυκηναίοι παραλείπουν το επιτατικό Α. Αυτό δείχνει ότι δεν ήθελαν να την αποκαλούν μεγάλη Κό = Ακό.

Το καθαυτό όμως μινωικό όνομα της Κνωσού διατηρήθηκε στο μινωικό όνομα των Αρχανών.
Το όνομα των Αρχανών απαντά για πρώτη και μοναδική φορά στην αρχαιότητα σε επιγραφή του 5ου π.Χ αιώνα, που βρέθηκε στο Πελοποννησιακό ¨Αργος και αναφέρεται σε συνθήκη μεταξύ Κνωσίων και Τυλισσίων. << ΤΟΝ ΑΡΧΟΝ ΤΟ ΤΕΜΕΝΟΣ ΕΧΕΝ ΤΟΝ ΑΧΑΡΝΑΙ>>.

Το όνομα εμφανίζεται στον ενικό αριθμό. Σαν συνέχεια του ανακτορικού συνόλου της Κνωσού, οι Αρχάνες ουδέποτε έκοψαν νομίσματα για να δούμε έστω εκεί την ονομασία τους. Αντίθετα βρέθηκαν νομίσματα της Κνωσού στην περιοχή. Η λέξη Αχάρνα είναι σύνθετη, με πρώτο συνθετικό το μινωικό όνομα της Κνωσού , δηλαδή το όνομα Ακό ή Ακχό, και την λέξη άρνα (η άρνα). Η λέξη αυτή έχει πάρα πολλές ερμηνείες , οι οποίες αποδίδονται σε διαφορετικές εποχές. Η αρχική ερμηνεία της είναι: Άδης. Αργότερα , η λησμονιά , η λήθη. Αρνησιά = ο τόπος όπου οι νεκροί απαρνιούνται, λησμονούν τους ζωντανούς.

Σαν Αχάρνα = Αχ-άρνα = Ο Άδης της Ακό = νεκροταφείο της Ακό = νεκροταφείο της Κνωσού.

Αναλυτικά:
Έχομε Ακχό-άρνα. Το βραχύ -ο στη λήξη της πρώτης λέξης συναποβάλλεται μαζί με τον τόνο του, προ του αρχικού φωνήεντος της αμέσως επομένης (Αχ. Τζάρτζανος σελ.16), και έχομε Ακχ-άρνα.

Από τα δύο σύμφωνα -κχ χάθηκε το -κ (Νεοελληνική Γραμματική, Ιδρ. Μαν.Τριανταφυλλίδη) και στη θέση του μετατέθηκε το ρ . Έχομε Αχάρνα και με μετάθεση του ρ, αργότερα Αρχάνα.
Άρνη ονομαζόταν πηγή και νύμφη στην Αρκαδία όπου ανατράφηκε ανάμεσα στα αρνιά ο Ποσειδώνας αφού τον γλίτωσε από τον Κρόνο δίνοντας του να καταπιεί πέτρα η Ρέα.

Τον Ποσειδώνα ανέθρεψε η νύμφη Σινόισσα, η οποία, επειδή αρνήθηκε όταν ο Κρόνος αναζητούσε το βρέφος, ονομάστηκε Άρνη. Έχομε δηλαδή κάτι ανάλογο με τον μύθο του Δία.

Στην επιγραφή του Άργους αναφέρεται λατρεία του Ποσειδώνα στον Ιυττό = Γιούχτα. Ίσως η λατρεία του Δία και του Ποσειδώνα να ταυτίζεται κατά την 1η π.Χ. χιλιετία στην περιοχή, λόγω της ομοιότητας του μύθου, γιαυτό είναι δύσκολη η εξακρίβωση της λατρείας του θεού από τα αρχαιολογικά ευρήματα. Όσον αφορά την σημερινή ονομασία των Αρχανών σε πληθυντικό αριθμό, προσωπικά την αποδίδω στην ύπαρξη δύο κωμοπόλεων και όχι σε τίποτε άλλο, το οποίο αποφεύγω να κατονομάσω, προς αποφυγήν περιττών συζητήσεων, αφού ήδη χρησιμοποίησα σε υπέρτατο βαθμό λακωνική έκφραση στις προηγούμενες προτάσεις.

Ευχαριστώ όλους όσους δέχτηκαν να συζητήσουν μαζί μου, θέματα που αφορούν το παρόν κείμενο, τόσο στην Ελλάδα όσο και από το εξωτερικό.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Εγκ. Πάπυρος-Λαρούς-Μπριτάννικα
Γραμματική της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσης: Αχιλ. Τζάρτζανου
Γραμματική της Αρχαίας Ελληνικής : Μιλτ. Κηρυκοπουλου
Γραμματική της Αρχαίας Ελληνικής : Μιχ. Οικονόμου
Ι.ΠΡΟΜΠΟΝΑ : Σύντομος εισαγωγή εις την Μυκηναϊκήν Φιλολογίαν
Ruiperez-Melena: ΟΙ ΜΥΚΗΝΑΙΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ
Αντ. Θωμ. Βασιλάκη: ΟΙ 147 ΠΟΛΕΙΣ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΚΡΗΤΗΣ
Γ ΚΑΙ Ε. ΣΑΚΕΛΛΑΡΑΚΗ: ΚΡΗΤΗ – ΑΡΧΑΝΕΣ
Ι. ΠΑΝΤΑΖΙΔΟΥ: ΛΕΞΙΚΟΝ ΟΜΗΡΙΚΟΝ
Ι. ΣΤΑΜΑΤΑΚΟΥ: ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΗΣ
ΙΔΡΥΜΑ ΜΑΝ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΗ: ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗ (ΤΗΣ ΔΗΜΟΤΙΚΗΣ)

ΑΝΤΩΝΗΣ ΘΩΜ. ΒΑΣΙΛΑΚΗΣ
ΕΡΕΥΝΗΤΗΣ ΠΡΟΪΣΤΟΡΙΚΩΝ ΓΡΑΦΩΝΒΛΥΧΙΑ ΚΝΩΣΟΥ
ΗΡΑΚΛΕΙΟ ΚΡΗΤΗΣ.

Posted in GLOSSOLOGY | Tagged , , , , , , | Leave a comment