Ο μύθος των Ζηλωτών της Θεσσαλονίκης (B)

(ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΑΠΟ 13/09/17)

Μία εξέταση προσώπων και γεγονότων είναι απαραίτητη ώστε να κατανοήσουμε τι ήταν τελικά οι Ζηλωτές. Το καλοκαίρι του 1342 ο Θεόδωρος Συναδηνός, παλιός φίλος του Καντακουζηνού, μετά από πολύ δισταγμό αποφάσισε να προσχωρήσει. Ωστόσο είχε αργήσει υπερβολικά με αποτέλεσμα οι διαθέσεις του να γίνουν γνωστές στους αντιφρονούντες οι οποίοι ξεσήκωσαν εναντίον του το δήμο της Θεσσαλονίκης. Ο Συναδηνός και άλλοι 1000 άντρες μέλη της φρουράς της Θεσσαλονίκης καθώς και υποστηρικτές του Καντακουζηνού αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την πόλη και να ενωθούν με τον Καντακουζηνό, ο οποίος εντωμεταξύ είχε φθάσει στα περίχωρα της Θεσσαλονίκης. Σύντομα στη Θεσσαλονίκη κατέφθασε επικεφαλής ενός ισχυρού στρατού και στόλου και ο Αλέξιος Απόκαυκος, ο ουσιαστικός επικεφαλής της αντιβασιλείας. Ο έπαρχος Μιχαήλ Μονομάχος εγκαταστάθηκε ως κυβερνήτης της πόλης. Ο Συναδηνός και οι περισσότεροι Θεσσαλονικείς βλέποντας τη δυσχερή θέση του Καντακουζηνού τον εγκατέλειψαν και προσχώρησαν στον Απόκαυκο.8
Από την αρχή του 1343 η τύχη του Καντακουζηνού αλλάζει. Η Θεσσαλία και η Δυτική Μακεδονία προσχωρούν ενώ το καλοκαίρι καταφθάνει ένας ισχυρός στρατός Τούρκων συμμάχων. Ο Αλέξιος Απόκαυκος αναγκάζεται να εγκαταλείψει τη Θεσσαλονίκη, η οποία στη συνέχεια πολιορκείται ανεπιτυχώς από τον Καντακουζηνό. Κατά την διάρκεια της πολιορκίας οι πολίτες της Θεσσαλονίκης έπεσαν σε δυσμενή θέση λόγω των ελλείψεων. Σε αυτή την κρίσιμη κοινωνική και   οικονομική κατάσταση, οι πολιτικοί αντίπαλοι ήταν εκείνοι που την πλήρωσαν πρώτοι. Δύο πολίτες, ένας από την αριστοκρατία και ένας από τη μεσαία τάξη, δολοφονήθηκαν στη μέση της αγοράς, ενώ άλλοι οπαδοί του Καντακουζηνού εξορίστηκαν ή αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την πόλη (π.χ. ο Δημήτριος Κυδώνης).9
Από το 1344 διοικητής της Θεσσαλονίκης ήταν ο γιος του Αλέξιου Απόκαυκου, ο Ιωάννης. Φαίνεται πως δυσανασχετούσε με την ισχύ των Ζηλωτών, οπωσδήποτε τους θεωρούσε μια απειλή στην δική του εξουσία. Οπότε άρχισε να προσεταιρίζεται τους Καντακουζηνικούς της Θεσσαλονίκης. Τελικά συγκέντρωσε αρκετή ισχύ ώστε να δολοφονήσει τον ηγέτη τους Μιχαήλ Παλαιολόγο και να συλλάβει αρκετούς άλλους Ζηλωτές, χωρίς να προκαλέσει καμία αντίδραση στο δήμο.
Το Σεπτέμβριο του 1345 (ή πολύ πιθανότερα την άνοιξη του 1346)10 ο Ιωάννης αποφάσισε να προσχωρήσει στον Καντακουζηνό. Συγκάλεσε συνέλευση όλων των αρχόντων της πόλης, στην οποία εξέφρασε τη βούλησή του, ενώ οι λίγοι διαφωνούντες Ζηλωτές αναγκάστηκαν και εκείνοι να συμφωνήσουν· μεταξύ αυτών ήταν και ο Ανδρέας Παλαιολόγος, πιθανότατα κάτι σαν «δήμαρχος» της Κάτω παραθαλάσσιας γειτονιάς.11 Αμέσως συστάθηκε πρεσβεία προς τη γειτονική Βέροια,όπου διοικητής ήταν ο γιος του Καντακουζηνού Ματθαίος, ώστε να διαπραγματευτεί τους όρους παράδοσης. Σύμφωνα με αυτούς θα παραχωρούνταν ατέλεια στη Θεσσαλονίκη, ενώ οι άρχοντές της θα λάμβαναν περαιτέρω προνόμια και γαίες.

Τα νέα της συμφωνίας έγιναν δεκτά με ενθουσιασμό στη Θεσσαλονίκη, ωστόσο ο Ανδρέας Παλαιολόγος είτε γιατί δεν κέρδισε προσωπικά όσα περίμενε, είτε γιατί ήθελε να μείνει πιστός στην αντιβασιλεία, αποφάσισε να παίξει το τελευταίο του χαρτί. Κατέφυγε στη γειτονιά των παραθαλασσίων που διοικούσε και τους ξεσήκωσε. Ο Ιωάννης Απόκαυκος επικεφαλής περίπου 800 ανδρών (μεταξύ των οποίων και της φρουράς της πόλης) δεν έκανε την πρώτη κίνηση να επιτεθεί, αναμένοντας το στρατιωτικό απόσπασμα από τη Βέροια. Όμως έτσι άφησε τους Ζηλωτές να αναδιοργανωθούν και να καλούν τον υπόλοιπο δήμο σε εξέγερση, ο οποίος ως τότε δεν είχε πάρει σαφή θέση. Εντούτοις την τελική έκβαση καθόρισε ένας Γεώργιος Κωκαλάς, στρατιωτικός διοικητής, ο οποίος ως τότε είχε παραμείνει στο πλευρό του Απόκαυκου. Ο Κωκαλάς αποφάσισε να αλλάξει στρατόπεδο και το ίδιο βράδυ κάλεσε την στρατιωτική φρουρά της πόλης να μην πολεμήσει, ενώ παράλληλα ξεσήκωσε και τον υπόλοιπο δήμο κατά του Απόκαυκου. Όταν το επόμενο πρωί ξεκίνησε η μάχη, οι στρατιώτες αρνήθηκαν να πολεμήσουν και οπισθοχώρησαν, με αποτέλεσμα οι Ζηλωτές να γίνουν εύκολα κύριοι της κατάστασης και ο Απόκαυκος και άλλοι 100 περίπου να συλληφθούν. Οι Ζηλωτές όμως δεν μπορούσαν να ελέγξουν πλήρως την ορμή του δήμου που είχαν ξυπνήσει. Την επόμενη μέρα ο δήμος εξεγέρθηκε πάλι, με αφορμή φήμες για εξέγερση των συλληφθέντων, και πολιόρκησε την ακρόπολη όπου κρατούνταν, απαιτώντας να παραδοθούν οι συλληφθέντες. Ο δήμος που κατοικούσε στην ακρόπολη, λόγω φόβου πιθανού πλιάτσικου ή άλλων έκτροπων του υπόλοιπου δήμου στην ακρόπολη, αναγκάστηκε να τους παραδώσει με αποτέλεσμα όλοι τους να εκτελεστούν επί τόπου. Ακολούθησαν και άλλες λεηλασίες και σφαγές ανά την πόλη και ανάμεσα τους δεν  γλίτωσε ούτε ο ένας από τους πρέσβεις στον Ματθαίο Καντακουζηνό, αν και μπατζανάκης του Κωκαλά, ο Φαρμάκης.12
Οι εξελίξεις στη συνέχεια στην αυτοκρατορία ήταν ραγδαίες. Μεταξύ 1343-1349 ο Σέρβος βασιλιάς Στέφανος Δουσάν έγινε κύριος της Μακεδονίας, Θεσσαλίας και Ηπείρου, εκτός της Θεσσαλονίκης. Στις αρχές του 1347 ο Καντακουζηνός μπήκε νικητής στην Κωνσταντινούπολη και πάραυτα πρότεινε συγκυβέρνηση στην Άννα της Σαβοΐας και στον δεκαπεντάχρονο τότε Ιωάννη Ε΄. Ορισμένες πόλεις όμως, μεταξύ των οποίων και η Θεσσαλονίκη, αρνήθηκαν να αποδεχτούν τη νέα κατάσταση πραγμάτων. Έτσι οι δύο τότε διοικητές της Θεσσαλονίκης, ο Αλέξιος Μετοχίτης και ο Ανδρέας Παλαιολόγος αρνήθηκαν το 1349 να δεχτούν το Γρηγόριο Παλαμά, στενό φίλο του Καντακουζηνού, ως μητροπολίτη Θεσσαλονίκης. Ο Καντακουζηνός υποσχέθηκε προνόμια προκειμένου να κερδίσει τους Θεσσαλονικείς, αλλά ο Ανδρέας Παλαιολόγος έκαψε δημοσίως τις επιστολές του. Η ενέργεια αυτή ανησύχησε τον Αλέξιο Μετοχίτη που την θεώρησε αδιανόητη, ως μια διακήρυξη ανεξαρτησίας από την αυτοκρατορία. Δίχως να χάσει χρόνο ξεσήκωσε το δήμο. Ο δήμος επικράτησε εύκολα απέναντι στον Παλαιολόγο και τους παραθαλασσίους και λεηλάτησε τις περιουσίες τους. Ο Ανδρέας Παλαιολόγος βρήκε καταφύγιο στο Στέφανο Δουσάν και στη συνέχεια στο Άγιο Όρος. Όμως η δύναμη των Ζηλωτών δεν είχε σβήσει τελείως. Άρχισαν να έρχονται σε επαφή με το Στέφανο Δουσάν προτείνοντάς του προσχώρηση. Ο Αλέξιος Μετοχίτης που αντελήφθη τις διαπραγματεύσεις κάλεσε τον Καντακουζηνό να έρθει στην πόλη επειγόντως προτού περιέλθει στα χέρια των Σέρβων. Την άνοιξη του 1350 ο Καντακουζηνός κατέφθασε μαζί με τον Ιωάννη Ε΄ προκειμένου να δείξει τις συμφιλιωτικές διαθέσεις του. Συγκάλεσε εκκλησία όλου του δήμου όπου εξέθεσε τα ατοπήματα των Ζηλωτών και στη συνέχεια χωρίς καμία αντίδραση τους συνέλαβε και τους οδήγησε δέσμιους στην  Κωνσταντινούπολη.13

(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

8 Γρηγοράς, I, σ. 633-634· Καντακουζηνός, II, σ. 233-237.

9 Γρηγοράς, I, σ. 673-676· Καντακουζηνός, II, σ. 393-394.
10 Στο 22ο Διεθνές Συνέδριο Βυζαντινών Σπουδών στη Σόφια τον Αύγουστο του 2011, ο Dan Ioan Mureşan αμφισβήτησε την καθιερωμένη χρονολογία που έδινε ένα Βραχύ Χρονικό (ed. P.Schreiner, Byzantinischen Kleinchroniken, Βιέννη 1975-1979, no. 49) με τον ισχυρισμό ότι το συγκεκριμένο χρονικό και σε άλλα σημεία του δεν είναι ακριβές. Τελικά τοποθέτησε την εξέγερση στην άνοιξη του 1346 με βάση την χρονολογική αλληλουχία των γεγονότων στην Ιστορία του Καντακουζηνού (ο Καντακουζηνός εξιστορεί την εξέγερση του 1345 ανάμεσα στην στέψη του Στέφανου Δουσάν τον Απρίλιο του 1346 στις Σέρρες και στην δική του στέψη στην Αδριανούπολη το Μάιο του 1346). Βλ. D.I. Mureşan, “Pour une nouvelle datation du massacre de l’aristocratie de Thessalonique”, στο Proceedings of the 22nd International Congress of Byzantine studies, Sofia 22-27 August 2011. Volume II: Abstracts of Round Table Communications, Σόφια 2011, σ. 227-228.
11 Ο Ανδρέας Παλαιολόγος δεν αναφέρεται ρητά ως δήμαρχος από τον Καντακουζηνό. Φέρεται μόνο να κατείχε την «αρχή των παραθαλασσίων», οι οποίοι δεν ήταν τίποτα άλλο από τους κατοίκους στο παραθαλάσσιο τμήμα της πόλης δίπλα στο λιμάνι, και ως εκ τούτου πολλοί ήταν ναυτικοί (ή πιθανώς ασχολούνταν και με άλλα επαγγέλματα της θάλασσας) (Καντακουζηνός, ΙΙ, σ. 575). Άλλωστε, η Θεσσαλονίκη ήταν χωρισμένη σε γειτονιές με βάση το ενοριακό σύστημα σίγουρα τον 15ο αι., ενώ μάλιστα γνωρίζουμε ότι τουλάχιστον τον 11ο αι. υπήρχε ένας γειτονιάρχης (βλ. Η. Lowry, “Portrait of a city: the population and topography of Ottoman Selânik (Thessaloniki) in the year 1478”, Δίπτυχα 2 (1980-1981), σ. 254-293. Είναι πολύ πιθανό λοιπόν και ο Ανδρέας Παλαιολόγος να είχε ένα τέτοιας φύσεως αξίωμα. Βλ. επίσης Matschke, Thessalonike und die Zeloten, σ. 24-27, για αυτήν την εξήγηση. Έχει προταθεί η υπόθεση ότι ο Ανδρέας Παλαιολόγος ήταν επικεφαλής μιας επίσης υποθετικής συντεχνίας των ναυτικών (βλ. Sjuzjumov, ό.π., σ. 28). Αυτό όμως φαντάζει απίθανο, όχι μόνο για το γεγονός ότι πιθανότατα οι συντεχνίες είχαν εξαφανιστεί ήδη από το 12ο αι., αλλά και επειδή δεν υπήρχε ποτέ μνεία σε κάποια «συντεχνία των ναυτικών».

12 Καντακουζηνός, II, σ. 568-582. Κάποιοι που συμμετείχαν στο πλευρό του Απόκαυκου γλίτωσαν χωρίς να είναι ξεκάθαροι οι λόγοι. Ανάμεσά τους είναι ο Γεώργιος Ισάρις (βλ. Γρηγόριος Ακίνδυνος, Επιστολές, επιστολή 59) και ο έτερος πρέσβης στον Ματθαίο Καντακουζηνό, ο Νικόλαος Καβάσιλας.
13 Καντακουζηνός, ΙΙΙ, σ. 104-105, 108-111 και 117-118. Μία ακόμη από τις αντιφάσεις του Καντακουζηνού είναι ότι ενώ λέει πως λίγο πριν καταφθάσει ο δήμος και οι Ζηλωτές στασίαζαν (πάλι!) κατά των «αρίστων». Ωστόσο μόλις κατέφθασε εκείνος, οι διαφορές λύθηκαν και “ολόκληρη η πόλη χαιρόταν”.

Advertisements
Posted in HISTORIC THEMES | Tagged , , , | Leave a comment

MACEDONIANS OF MACEDONIA N.(orth) STAY NEAR BY TO OUR ANCIENT HELLENIC TRADITIONS&MYTHS

The ancient Greek mythology can tell us some things about what the ancient Greeks (Hellines) believed about their origin. That is because the ancient Greek mythology wasn’t just a group of fictious stories, but, the attempt of the Greeks to explain, in a mythical way, what they knew about the past. Mythology is equivalent to tradition. Many events are known only because they were recorded and maintained through tradition. For example, the Trojan War, was known only by the Homeric poems, and its occurrence was verified only in 1871 by Eric Slemman, who excavated the relative area in Asia Minor (Issarlic hill), guided by Homer’s descriptions. That was a direct link of a true event to mythology. Of course, that doesn’t mean that everything reported in mythology is real… But that doesn’t alter its value as a historical source that can offer us links to past events.

According to Hellanikos (5th cent. BC)Hellin was the son of Deufkalion andPyrra. With the nymph Orsiid he got 3 sons (Doros, Xouthos, Aeolos). Xouthos had 2 sons (Ion and Achaeos) and Aeolos had 2 sons (Makedon, Magnetas).

  • Doros was the tribeleader of the Dorians
  • Ion was the tribeleader of the Iones
  • Achaeos was the tribeleader of theAchaeans
  • Aeolos was the tribeleader of the Aeoleis
  • Makedon was the tribeleader of the Makedones
  • Magnetas was the tribeleader of the Thessalians

    the Dorians, Iones, Achaeans, Aeoleis, Makedones, Thessalians were hellenic tribes

    Also Hesiodos reports that:

    One way, or, another, it is proved that the ancient Greeks regarded the Macedonians in the same way with the Thessalians, that means as Greeks too.

    Also the ancient Greeks believed in 12 gods that lived on the top of the mountain Olympos (southern Macedonia). Now the question is, how would a nation that proud, as the Greek one, allow itself to believe in gods that didn’t even live in Greek lands, if the ancient Greeks didn’t consider Macedonia as Greek land?

  • Why did Demosthenes call Philippos a “barbarian”

    Demosthenes (Athens, 383-322BC), was an ancient statesman and was the most fanatical enemy of Philippos II and his son Alexander III. He wrote 3 speeches named as Philippics (351BC, 344BC, 341BC) in order to organize the Athenians against the hegemony of Macedonia and the establishment of monarchy in Greece, and 3 more the “Olynthiacs” (349BC) to encourage the reiged by Philippos Olynthias in their resistance. In the 3rd Philippic and in the 3rd Olynthiac he refers to Philippos as a barbarian. That alone shows how much he hated Philippos. The ancient Greeks considered barbarian (=uncivilized) anyone that was not Greek, and it was very offending to call someone a barbarian.

    Some  theorists say that the term barbarian, that Demosthenes uses for Philippos, proves that the Macedonians were not Greek (they were “barbarians”)! That is totally ridiculus:

    • Since the word barbarian was an offence for the Greeks then Demosthenes would naturally use it to humiliate his enemy, that he hated. But why would Philippos be humiliated ?Because he was a Greek and considered the word barbarian as an offence, otherwise the word barbarian wouldn’t be offensive for him, and Demosthenes’ attempt to humiliate him would be a failure.
    • Also the political system of Macedonia (monarchy) wasn’t Demosthenes’ favorite, who believed that a civilized person should support only democracy. Since Philippos was a king (against democracy) and supported monarchy (as did the barbarian (non-Greek) nations) Demosthenes considered him uncivilized – a barbarian.
    • The ancient Macedonians, as well as the ancient Hepirotes (both Greek tribes), were geographically isolated from the other Greek tribes. The rest of the Greeks regarded them as barbarians in their political system (monarchy) and not in their phyletical identity.
    • And, finally, can anyone regard as an objective source of info for Philippos the words of his sworn enemy? I don’t think so…

      “…Not only has that man occupied our villages, but won’t we suffer the worst if he becomes master of this country? Won’t we promise that we are ready to sacrifice ourselves, for those that are fighting, if they continue to fight? Isn’t he our enemy? Hasn’t he taken what’s ours? Isn’t he a barbarian? Is there anything that one can say about him? …”

       

      Demosthenes 3rd Olynthiac, 16

    The speech was written in 349 BC in Olynthos while Philip II was in war with Olynthos. The Olynthians asked for help from the Athenians, and so that’s why Demosthenes wrote the speech, in order to organize the people against Philip II.

    The golden star of Vergina

    The emblem of the royal Argead dynasty and the ancient kingdom of Macedonia was an 8-ray star. Herodotus gives us the story how it became a symbol of the ancient Macedonians.

    The golden star of Vergina is the 16-ray version of that symbol, that had 8 rays. That can be proved by the many findings on which we can see the 8-ray sun, like the findings of the French excavations in the kingdom of Vactriani, that was established by Alexander the Great and his successors. The same symbol was found on the cover of the golden larnaka that was in the tomb of Philippos II (father of Alexander the Great). The tomb was excavated in 1977 by professor M.Andronikos in the archaeological site of Vergina. That star, which, of course, is more impressive, since it is large and made of gold, has 16 rays. According to M.Andronikos it is the same symbol, with the 8 rays, but, it has 8 additional smaller rays (reflections), in order to emphasize the brightness of the star, since the 8 smaller rays do not touch the central circle of the symbol as the other 8 do.

     

    • The specific star (with the 16 rays) is known as the Vergina Star and didn’t exist as any kind of national symbol during the antiquity. Only the star with the 8 rays was the emblem of the ancient Greek kingdom of Macedonia and not of any nation.
    • The star with the 16 rays is found only in the royal tomb of Philip II, which was excavated in 1977 in Vergina (IN GREECE), by Manolis Andronikos.

    image

    The 8-ray star, emblem of the ancient kingdom of Makedonia, is a very common symbol for ancient findings. In the photograph there is a small golden decorating disk, found in the antechamber of Philippos’ tomb.

    image

    The 16-ray star as it was designed on the golden larnaka that contained Philippos’ remains. That appearance of the 16-ray star is possibly the only appearance on ancient findings

    SOURCE  www.cc.ece.ntua.gr  /98

    Posted in HISTORIC THEMES | Tagged , , , , | Leave a comment

    ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΠΑΛΑΙ ΔΑΚΙΑΣ ΚΑΙ ΝΥΝ ΤΡΑΝΣΥΛΒΑΝΙΑΣ,ΒΛΑΧΙΑΣ ,ΜΟΛΔΑΥΙΑΣ ΤΕ (B)

    (ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΑΠΟ 11/09/17)

    image

    image

    image

    image

    image

    image

    image

    image

    image

    image

    (ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)

    Posted in HISTORIC THEMES | Tagged , , , , , , , | Leave a comment

    UNE VIE SANTE (2fin)

    (EN SUIVANT DE 10/09/17)

    image

    image

    image

    image

    image

    FIN

    MERCI UGO ZANETTI

    Posted in HISTORIC THEMES | Tagged , , | Leave a comment

    ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΑΝΤΙΣΚΗΝΩΝ ΤΟΥ ΜΕΛΑΝΟΣ ΠΟΝΤΟΥ (2)

    ( ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΑΠΟ 7/09/16)

    Σχέσεις με τα ρωσικά κινήματα

    Σε ιδεολογικό επίπεδο, ο ρωσικός χώρος επηρέασε τον ελληνικό, τόσο αυτόν της Μαύρης Θάλασσας όσο και της κυρίως Ελλάδας. Οι Πόντιοι πρωτεργάτες της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, Αλέξανδρος και Δημήτριος Υψηλάντης, είχαν μεγάλες σχέσεις με το κίνημα των Ρώσων Δεκεμβριστών, ενώ η ίδια η Φιλική Εταιρεία, η oποία εμπνεύστηκε την ελληνική επανάσταση, είχε ως έδρα την Οδησσό.[31] Η ελληνική διανόηση ήταν δέκτης δύο διαφορετικών ρευμάτων: αφενός των επαναστατικών απόψεων που εμφανίστηκαν στη Ρωσία και αφετέρου των ιδεών που προέρχονταν από τον ελλαδικό χώρο.

    Ως αποτέλεσμα των προβληματισμών που εμφανίστηκαν στην Ελλάδα δημιουργήθηκε έντονο δημοτικιστικό κίνημα στο Βατούμι και στο Σοχούμι μεταξύ του 1900-1917[32], ενώ η εξάπλωση των επαναστατικών ιδεών στις αρχές του αιώνα μας στους Έλληνες φοιτητές στα ρωσικά πανεπιστήμια εκφράστηκε με τη συμμετοχή τους στην αυθόρμητη εξέγερση του 1905. Χαρακτηριστικές περιπτώσεις Ελλήνων που συμμετείχαν στα γεγονότα ήταν ο Γιάννης Πασαλίδης, ο Γεώργιος Κωνσταντινίδης (ο οποίος αργότερα πήρε το ψευδώνυμο Σκληρός), ο Γεώργιος Φωτιάδης κ.ά. Η κύρια επίπτωση της εξέγερσης του 1905 στις ελληνικές κοινότητες της Ρωσίας ήταν η εθνική συσπείρωση. Η εμπορική τάξη των Ελλήνων αύξησε την επιρροή της στους Έλληνες εργαζόμενους, οι οποίοι ξεχώριζαν πλέον από τους εργαζόμενους των άλλων εθνικοτήτων.

    Η πολιτική ενεργοποίηση των Ελλήνων και η κοινωνική τους άνοδος εκφράστηκε και στο χώρο των εντύπων. Η πρώτη εφημερίδα που κυκλοφόρησε ήταν ο Κόσμοςμε έδρα την Οδησσό. Mέχρι το 1908 ο Κόσμος ήταν η μοναδική ελληνική εφημερίδα της Ρωσίας. Κυκλοφορούσε στις ελληνικές κοινότητες της Ρωσίας, στον Πόντο και στις βαλκανικές χώρες. Ανέπτυξε δεσμούς με τον Τύπο της Αθήνας και δημιούργησε ένα ευρύ δίκτυο ανταποκριτών στο Λονδίνο, Παρίσι, Κωνσταντινούπολη, Σόφια, Βελιγράδι, Βουκουρέστι, Αθήνα. Το 1907 ο Κόσμοςέθεσε για πρώτη φορά το ζήτημα της οργάνωσης των Ελλήνων της Ρωσίας και της ένωσης των Ελλήνων του Καυκάσου και του Πόντου. Το 1907 ιδρύθηκε στην Οδησσό η πολιτική, φιλολογική και εμπορική εφημερίδα με το όνομα Φως. Ο εκδότης της νέας εφημερίδας ήταν ο Μ. Κυριαζής, εξέχων έμπορος παλιότερα στη Ρουμανία. Το 1908 εκδόθηκε στο Βατούμι από τον Τραπεζούντιο Π. Φιλιππίδη η φιλελεύθερη εφημερίδα Δράσις, η οποία ένα χρόνο αργότερα μετονομάσθηκε σεΕθνική Δράσις. Το κεφάλαιο για την έκδοση της εφημερίδας αυτής το εξασφάλισε ο επιχειρηματίας Σταύρος Γαληνός που κατοικούσε στο Βατούμι. Στόχος της ήταν η πληροφόρηση των Ελλήνων στις ακτές της Μαύρης Θάλασσας και στη Ρωσία. ΗΕθνική Δράσις και ο Κόσμος ανέπτυξαν ανταγωνιστικές σχέσεις. Την ίδια χρονιά κυκλοφόρησαν στην Τραπεζούντα η δισεβδομαδιαία εφημερίδα Φάρος της Ανατολής των αδελφών Σεράση και η εβδομαδιαία Ανεξάρτητος του Χ. Μηλόπουλου. Ο Κόσμος, στα πλαίσια του ανταγωνισμού με την Εθνική Δράσι,δημιούργησε δεσμούς με το Φάρο της Ανατολής, υπογράφοντας συμφωνία για τη διανομή του στον Πόντο μέσω των αντιπροσώπων της τραπεζουντιακής εφημερίδας.

    Το 1909 ο Κόσμος πήρε την άδεια από τις αρχές της Οδησσού να εκδώσει ρωσόφωνη εφημερίδα με τίτλο Ruski Mir, ενώ στην Τραπεζούντα οι αδελφοί Σεράση εξέδωσαν την τουρκόφωνη Bahri Siyah. Την ίδια χρονιά κυκλοφόρησαν στο Ερζιγκιάν του Πόντου το περιοδικό Πόντος, στην Αμισό οι εβδομαδιαίες εφημερίδες Άγκυρα του Χ. Συμβουλίδη και Φως των αδελφών Συμεωνίδη και στην Τραπεζούντα ο Αστήρ του Πόντου του Θ. Γραμματικόπουλου. Οι ελληνικές εφημερίδες του Εύξεινου Πόντου πολιτικοποιήθηκαν και τοποθετήθηκαν στο πλευρό των πολιτικών δυνάμεων της Ελλάδας. Ο Κόσμος εξέφρασε το αντιβενιζελικό στρατόπεδο, ενώ το Φως και η Εθνική Δράσις τους βενιζελικούς. ΟΚόσμος αντιτάχθηκε στην προσέγγιση των φιλελεύθερων ομάδων του Καυκάσου από τον εκδότη της Εθνικής Δράσεως. Με άρθρο ενός Έλληνα από το Καρς τον κατήγγειλε ότι επιθυμούσε να διαιρέσει πολιτικά τους Έλληνες του Πόντου και της Ρωσίας.

    Τα αριθμητικά μεγέθη

    Δεκάδες χιλιάδες Έλληνες εγκατέλειψαν την Οθωμανική Αυτοκρατορία από το 1775 έως το 1884, για να εγκατασταθούν στη Ρωσία. Σύμφωνα με την πρώτη απογραφή της Ρωσικής Αυτοκρατορίας, που έγινε τον Ιανουάριο του 1897, οι Έλληνες ανέρχονται σε 207.536[33].

    Στην πρώτη αυτή απογραφή προσδιοριζόταν και η γλωσσική κατάταξη των Ελλήνων. Από τους 207.536 Έλληνες οι 186.925 ήταν ελληνόγλωσσοι (101.706 άνδρες και 85.219 γυναίκες), ενώ 20.611 μιλούσαν την τουρκική ή την ταταρική γλώσσα και κατοικούσαν στη Μαριούπολη. Στην ευρωπαϊκή Ρωσία ζούσαν 101.945 Έλληνες και στην Υπερκαυκασία 105.169. Απ’ αυτούς 69.351, δηλαδή περισσότεροι από τους μισούς της ευρωπαϊκής Ρωσίας, ζούσαν στην περιοχή της Μαριούπολης. Άλλες μεγάλες συγκεντρώσεις Ελλήνων υπήρχαν στην Κριμαία με 18.048 άτομα, στο Κουμπάν με 20.137 άτομα, στο Καρς με 32.593, στην Τιφλίδα με 27.118 άτομα, στην Κουταΐδα με 14.482 κ.λπ. Στην Σιβηρία το 1897 ζούσαν 165 Έλληνες ενώ στην Κεντρική Ασία 97.

    Η απογραφή αυτή έδινε αρκετά στοιχεία για την επαγγελματική κατάσταση των Ελλήνων. Το 70,89% ήταν αγρότες. Το υπόλοιπο 29.11% ήταν κυρίως επιχειρηματίες και βιοτέχνες. 5.000 Έλληνες ασκούν το εμπόριο ενώ 189 είναι δημόσιοι υπάλληλοι. Το εργατικό δυναμικό των ελληνόγλωσσων Ελλήνων αποτελούταν από 46.192 άνδρες και 3.886 γυναίκες, ενώ οι οικογένειές τους είχαν 55.514 άρρενα μέλη και 81.333 θήλεα. Στη συγκεκριμένη απογραφή ασκήθηκε δριμεία κριτική, γιατί κατέτασσε τις εθνότητες σύμφωνα με τη μητρική γλώσσα και όχι με βάση την εθνική καταγωγή και συνείδηση. Το μεγάλο πρόβλημα αυτής της μεθόδου φάνηκε και από το γεγονός ότι, ενώ υπήρχαν τουλάχιστον 150 εθνότητες, στην απογραφή του 1897 καταγράφηκαν οι 125.34
    Δεκάδες εθνότητες αγνοήθηκαν τελείως εξαιτίας των μεθόδων της απογραφής και πιθανόν λόγω των πολιτικών σκοπιμοτήτων, εφόσον την ίδια περίοδο η πανσλαβιστική ιδεολογία κυριαρχούσε στο ρωσικό χώρο. Ο αριθμός των Ελλήνων που προέκυπτε από την απογραφή αυτή υπολειπόταν του πραγματικού πληθυσμιακού μεγέθους τους. Είναι γνωστό ότι την ίδια περίοδο στην Υπερκαυκασία υπήρχαν τουρκόφωνοι και αρμενόφωνοι ελληνικοί πληθυσμοί καθώς και ρωσόφωνοι στην ίδια τη Ρωσία, οι οποίοι δεν καταγράφηκαν, παρόλο που στην περιοχή της Μαριούπολης οι ταταρόφωνοι Έλληνες καταγράφηκαν από τους υπευθύνους ως Έλληνες. Την εποχή αυτή στο γενέθλιο χώρο των Ελλήνων της Ρωσίας, στο μικρασιατικό Πόντο, το ελληνικό στοιχείο υπερείχε των υπόλοιπων εθνοτήτων.

    Το 1897 ο ελληνικός πληθυσμός της Ρωσίας ανερχόταν, σύμφωνα με τη Μεγάλη Σοβιετική Εγκυκλοπαίδεια, σε 462.000 άτομα. Ο αστικός πληθυσμός κατανεμόταν ως εξής: Βατούμι 29.000, Σοχούμι 8.000, Σότσι 1.000, Νοβοροσίσκ 17.000, Κρασνοντάρ 66.000 και Σεβαστούπολη 54.000. Για τους Έλληνες αγρότες, οι οποίοι κατοικούσαν σε 290 χωριά, οι αριθμοί που δίνονταν από την Εγκυκλοπαίδεια ήταν: περιοχή Καρς 80.000, περιοχή Τιφλίδας 50.000, περιοχή Βατούμι 13.000, περιοχή Σοχούμι 48.000, περιοχή Σότσι 10.000, περιοχή Κουμπάν 7.000, Κριμαία 9.000, περιοχή Μαριούπολης 70.000.[35]

    Το 1914 η πληθυσμιακή σύνθεση των εθνοτήτων στο μικρασιατικό Πόντο ήταν η εξής: μουσουλμάνοι 1.006.000, χριστιανοί Έλληνες 696.495, Αρμένιοι 60.000. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η εθνική σύνθεση της ομάδας των μουσουλμάνων: Τούρκοι 420.000, εξισλαμισμένοι Έλληνες 190.000, κρυπτοχριστιανοί Έλληνες 43.000, άλλες εθνότητες (Κιρκάσιοι, Λαζοί, Σάνοι, Αμπχάζιοι, Γεωργιανοί, Κιζιλπάσηδες κ.λπ.) 352.000.[36]

    Την περίοδο του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου κατέφυγαν στη Ρωσία περίπου 160.000 Έλληνες, λόγω της αποχώρησης των ρωσικών στρα­τευμάτων από τον Καύκασο και τον ανατολικό Πόντο. Οι ίδιοι οι Έλληνες, μετά το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, έδιναν νούμερα που κυμαίνονταν από 400.000 άτομα ως 750.000. Ο Α. Ζαπάντης θεωρούσε ότι ο πραγματικός πληθυσμός βρίσκεται μεταξύ 400.000 και 450.000. Στα ίδια πλαίσια κυμαινόταν και η εκτίμηση της εφημερίδας Ελεύθερος Πόντος του Βατούμι, η οποία υπολόγιζε τους Έλληνες της Ρωσίας σε 450.000 άτομα.[37] Από τα υλικά του Πανελληνίου Συνεδρίου του Ταϊγάν του 1917, προέκυπτε ότι ο ελληνικός πληθυσμός ανερχόταν σε 750.000 άτομα.[38] Ο αριθμός 650.000 εμφανιζόταν και σε διάφορες άλλες ελληνικές εκτιμήσεις.[39]

    Σε αναφορά του Κεντρικού Συμβουλίου του Συνδέσμου των εν Ρωσία Ελλήνων προς την ελληνική κυβέρνηση αναφερόταν ότι «… άπαντες δε οι Έλληνες της Ρωσσίας δύνανται να υπολογισθώσιν εις 600 περίπου χιλιάδας.»[40] Στη στατιστική του Κεντρικού Συμβουλίου ο συνολικός πληθυσμός των Ελλήνων υπολογιζόταν σε 650.000 και κατανεμόταν ως εξής:

    -Στην περιφέρεια Καρς σε 72 χωριά 70.000,

    -στην περιφέρεια Τσάλκας σε 43 χωριά 50.000,

    -στην περιφέρεια Βατούμι και κυβερνείου Κουταϊδας 20.000,

    -στην παραλία Αντικαυκάσου επί του Ευξείνου (Σοχούμι, Γκάγκρα, Άντλερ, Σότσι, Τουαψέ, Νοβοροσίσκ, Ανάπα και περίχωρα αυτών) 80.000,

    -στον υπόλοιπο Αντικαύκασο (κεντρικό και ανατολικό) 15.000,

    -στο Βόρειο Καύκασο (κυβερνεία Νταγεστάν, Τερέκ, Σταυρούπολης και Κουμπάν) 100.000,

    -στους συνοικισμούς γύρω από την Αζοφική Θάλασσα εκτός της Μαριούπολης 15.000,

    -στη Μαριούπολη και 23 χωριά της περιφερείας της 170.000,

    -στη Χερσώνα, Νικολάγιεφ, Οδησσό και περίχωρα 35.000,

    -στη Κριμαία 60.000 και

    -στο εσωτερικό της Ρωσίας 50.000.[41]

    Σχετικά αξιόπιστη μπορεί να θεωρηθεί η απογραφή της ελληνικής αποστολής του υπουργείου Περιθάλψεως που διενεργήθηκε το 1919. Στις περιοχές που δεν ήταν δυνατόν να γίνει απογραφή, λόγω της μπολσεβικικής επέκτασης, η εκτίμηση του μεγέθους του ελληνικού πληθυσμού βασίστηκε σε ελεγχόμενα στοιχεία και στατιστικές πληροφορίες. Η απογραφή έδινε τα εξής μεγέθη:

    Υπερκαυκασία

    –Αρμενία: Καρς (πόλη και περίχωρα) 4.500, Σαρίκαμις (8 χωριά) 1.500, Καγισμάν (6 χωριά) 1.450, Χωροσάν (9 χωριά) 5.400, Όλτη (7 χωριά) 2.100, Γκιόλια (13 χωριά) 6.950, Αρνταχάν (7 χωριά) 6.000, Αλεξανδρούπολις (πόλη και περίχωρα) 2.100, Εριβάν (πόλη) 350. Σύνολο: 30.350.

    –Γεωργία: Τιφλίδα (πόλη και περίχωρα) 5.500, Τσάλκα (περί τα 60 χωριά) 35.000, Βατούμι (και τα πέριξ 5 χωριά) 20.000, Πότι (πόλη και περίχωρα) 850, Σοχούμι (περί τα 40 χωριά) 45.000, Γκάγκρα και Κουταούτα (8 χωριά) 3.500, Σότσι (το τμήμα που ανήκει στη Γεωργία) 3.000.

    Σύνολο: 112.850.

    Ουδέτερη ζώνη

    -Το ουδέτερο τμήμα μεταξύ Αρμενίας-Γεωργίας-Αζερμπαϊτζάν (6 χωριά): 7.500

    -Μπολσεβικικές περιφέρειες που γειτονεύουν με τη Γεωργία: Σότσι (πόλη και περίχωρα) 11.500, Λαζαρόφσκι 6.500. Σύνολο: 18.000.

    -Τμήμα βορείου Καυκάσου και νότιας Ρωσίας: Βλαδικαυκάς και Γκρόσνι 10.000, Σταυρούπολη-Πετιγκόρσκ 20.000, Κουμπάν 30.000, Κυβερνείο Μαύρης Θάλασσας 25.000, Κριμαία 70.000, Μαριούπολη 170.000, Ροστόβ και Ταϊγάνιον (Τανγκανρόκ) 15.000, Χερσών-Νικολάγεφ-Οδησσός 35.000.

    Σύνολο: 375.000.

    Υπόλοιπα

    Αζερμπαϊτζάν 15.000, Βόρεια Ρωσία 35.000.

    Σύνολο: 50.000.

    Με την απογραφή αυτή ο ελληνικός πληθυσμός υπολογίζεται σε 593.700 άτομα.[42]

    Το 1920 οι σοβιετικοί απέγραψαν τον πληθυσμό της Ρωσίας, ο οποίος αριθμούσε 134,2 εκατομμύρια. Οι Έλληνες υπολογίστηκαν σε 203.050 άτομα. Κατανέμονταν δε ως εξής:

    Στην Ουκρανία 103.968 (στο Ντονιέτσκ 96.803, στην Οδησσό 5.444, στο Κίεβο 358 κ.λπ.)

    Στην Κριμαία 23.848

    Στην περιοχή Κουμπάν και Μαύρης Θάλασσας 65.285 (Σταυρούπολη 3.502 κ.λπ)

    Στην ευρωπαϊκή Ρωσία 25.064, (Μόσχα 344, Πετρούπολη 304 κ.λπ.),

    Στη Σιβηρία 187

    Στην Κιργιζία 344 κ.λπ.[43]

    Οι πολιτικές και πολεμικές συνθήκες της περιόδου που πραγματοποιήθηκε αυτή η απογραφή δικαιολογούν τις αποκλίσεις από άλλες εκτιμήσεις για το πραγματικό μέγεθος του ελληνικού πληθυσμού. Στην απογραφή αυτή δεν περιλαμβάνονταν οι Έλληνες εκτεταμένων περιοχών της Υπερκαυκασίας, οι οποίες δε βρίσκονταν τότε υπό σοβιετικό έλεγχο.

    Όσοι από τους Έλληνες της Ρωσίας δεν είχαν πάρει τη ρωσική υπηκοότητα, είχαν στη συντριπτική τους πλειοψηφία την οθωμανική. Στην κατηγορία αυτή ανήκε το σύνολο σχεδόν των προσφύγων από το μικρασιατικό Πόντο κατά τα γεγονότα της πρώτης εικοσαετίας του αιώνα μας. Κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου η επίσημη ελληνική πολιτική ενέδωσε στις πιέσεις των Ελλήνων της Ρωσίας και χορήγησε την ελληνική υπηκοότητα, κυρίως στους πρόσφυγες από τον Πόντο και τον Καύκασο.[44]

    Η γενοκτονία στο μικρασιατικό  Πόντο και η ρωσική επανάσταση του ’17

    Ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος προσέφερε στον τουρκικό εθνικισμό το απαραίτητο πολιτικό πλαίσιο για να υλοποιήσει την απόφαση για εξόντωση των χριστιανικών ομάδων της Αυτοκρατορίας. Οι πρώτοι διωγμοί ξεκινούν από την Ανατολική Θράκη με τη βίαιη μετακίνηση του ελληνικού πληθυσμού. Ακολουθούν μεγάλες διώξεις κατά των Ελλήνων της Δυτικής Μικράς Ασίας για να κορυφωθούν με τη γενοκτονία στο μικρασιατικό Πόντο. Θύματα των εκτεταμένων εθνικών εκκαθαρίσεων υπήρξαν οι περισσότερες γηγενείς χριστιανικές ομάδες, πλην των λεγόμενων Φραγκολεβαντίνων και των ελάχιστων τουρκοορθόδοξων. Οι μονοφυσίτες (Αρμένιοι, Ασσύριοι και λίγοι Κούρδοι), οι ορθόδοξοι (Έλληνες στον Πόντο, την Ιωνία, την Καππαδοκία και την Ανατολική Θράκη, καθώς και Άραβες Σύριοι στον οθωμανικό Νότο), οι προτεστάντες (Αρμένιοι και Έλληνες) και οι καθολικοί (Αρμένιοι και Άραβες), ανέρχονταν σε τέσσερα εκατομμύρια περίπου.

    Ήταν τέτοια η ένταση και η έκταση των διωγμών, ώστε ακόμη και οι Γερμανοαυστριακοί, σύμμαχοι των Τούρκων διατύπωσαν εγγράφως τις αντιρρήσεις τους: «Είναι σαφές ότι οι εκτοπισμοί του ελληνικού στοιχείου δεν υπαγορεύονται ουδαμώς από στρατιωτικούς λόγους και επιδιώκουν κακώς εννοουμένως πολιτικούς σκοπούς.»[45] Την ίδια άποψη εξέφραζαν και σώφρονες Τούρκοι, όπως ο Βεχήπ πασάς, ο οποίος υποστήριζε ότι ο εκτοπισμός των Ελλήνων ήταν περιττός από στρατιωτικής άποψης.[46] Σχεδόν συγχρόνως ο Αυστριακός πρόξενος της Αμισού Κβιατόφσκι ανέφερε σε υπηρεσιακή επιστολή του ότι ο εκτοπισμός των Ελλήνων της ποντιακής παραλίας βρισκόταν στο πλαίσιο του προγράμματος των Νεοτούρκων, με το οποίο επιδιωκόταν η εξασθέ­νηση του χριστιανικού στοιχείου. Θεωρούσε ο ίδιος ότι η καταστροφή αυτή θα είχε μεγαλύτερη απήχηση στην Ευρώπη απ’ ότι οι σφαγές που είχαν διαπράξει κατά των Αρμενίων.[47] Oι φόβοι του Κβιατόφσκι εδράζονταν στη διαπίστωσή του ότι η καθολική εξόντωση του ελληνικού στοιχείου ήταν επιθυμία του τουρκικού λαού.[48] Εξάλλου, του είχε ειπωθεί από ανώτερους Τούρκους ότι: «Τελικά πρέπει να κάνουμε με τους Έλληνες ό,τι κάναμε με τους Αρμένιους… Πρέπει με τους Έλληνες, τώρα να τελειώνουμε.»[49]

    Εκτός από την περιοχή του Πόντου, οι Τούρκοι εξαπέλυσαν διώξεις και κατά του ελληνικού πληθυσμού του Καυκάσου. Το 1915, όταν ο τουρκικός στρατός προέλαυνε στην περιφέρεια του Καρς, πλήθη Ελλήνων προσφύγων εγκατέλειψαν τις περιοχές τους φοβούμενοι τις σφαγές.[50] Στις εκθέσεις της επιτροπής του ελληνικού υπουργείου Περιθάλψεως, που στάλθηκε στον Πόντο και στον Καύκασο το 1919 για την καταγραφή των προβλημάτων του ελληνικού πληθυσμού, αναφέρθηκαν οι τρόποι που χρησιμοποιήθηκαν για τη θανάτωση περισσότερων από διακόσιες χιλιάδες άτομα.[51] Ενδια­φέρον έχει η επισήμανση του συνταγματάρχη Δ. Καθενιώτη, σε δική του έκθεση προς τον πρωθυπουργό της Ελλάδας Ελ. Βενιζέλο, για τους λόγους της γενοκτονίας των Ελλήνων στον Πόντο:«Παρ’ όλην την απομάκρυνσίν του, ο Πόντος δεν εξέρχεται της σφαίρας της γενικής δράσεως της Ελλάδος… Είναι δε εις θέσιν οι Πόντιοι να αποτελέσουν τους Φρουρούς του Ελληνισμού. Εν πρώτοις είναι έργον εις το οποίον έχουν συνειθίσει από αιώνων. Περιλαμβανόμενοι εν τη απομακρύνσει των από ξένα φύλα, παλαίοντες διαρκώς προς αυτά, αφομοιούντες παρά αφομοιούμενοι, αποτελούσι τον ισχυρότερον τύπον Ελληνικής Φυλής. Ουδείς Φραγκο­λεβαντινισμός, απεναντίας μίσος και απέχθεια προς παν το ξενικόν. Δι’ αυτάς ακριβώς τας αρετάς, η Τουρκία, η οποία έβλεπε μακρύτερα αφ’ ότι εσυνειθίσαμεν να νομίζωμεν, τους διέλυσε, τους διέσπασε και τους επέταξε βαθμιαίως έξω του Βασιλείου της.»[52]

    To Μάρτιο του 1917 εκδηλώνεται η αστική επανάσταση στη Ρωσία που ανέτρεψε την τσαρική απολυταρχία. Στις 23 και 24 Φεβρουαρίου (8 και 9 Μαρτίου με το νέο ημερολόγιο), κατόπιν αιματηρών συγκρούσεων, συνελήφθησαν και φυλακίστηκαν τα μέλη της κυβέρνησης. Την αρχή ανέλαβε η Μεγάλη Ανωτάτη Επιτροπή, η οποία αποτελούνταν από τα φιλελεύθερα και ριζοσπαστικά στοιχεία της Δούμας (Ρωσική Βουλή). Η Επιτροπή διόρισε Προσωρινή Κυβέρνηση υπό την προεδρία του Πρίγκιπα Λβόφ, η οποία αναγνωρίστηκε αμέσως από τους συμμάχους. Στις 2 Μαρτίου ο τσάρος εξαναγκάστηκε σε παραίτηση υπέρ του αδελφού του, πρίγκιπα Μιχαήλ. Παράλληλα οι οργανωμένοι σε συμβούλια (σοβιέτ) εργάτες της Πετρούπολης επέβαλαν στην κυβέρνηση τον Κερένσκι, εξαναγκάζοντας τον Μιχαήλ σε παραίτηση.[53]

    H Προσωρινή Κυβέρνηση διακήρυξε αμέσως με την ανάληψη της εξουσίας ότι θα συνέχιζε τον κοινό αγώνα κατά των κεντρικών δυνάμεων. Η δημιουργία όμως σοβιέτ στρατιωτών στο μέτωπο οδηγούσε στην αποσύνθεση του ρωσικού στρατού. Η κυβέρνηση δεν ασκούσε στην πραγματικότητα καμιά εξουσία. Οι διαταγές της Προσωρινής Κυβέρνησης ανατράπηκαν από το Συμβούλιο των στρατιωτών και εργατών, που έδρευε στην Πετρούπολη. Ο ανεφοδιασμός του μετώπου και των διαφόρων πόλεων αποδιοργανώθηκε, εφόσον οι σιδηρόδρομοι μετέφεραν λιποτάκτες και επαναστάτες. Οι εξελίξεις αυτές επέδρασαν άμεσα στο μέτωπο των πολεμικών επιχειρήσεων στον Πόντο. Η προέλαση σταμάτησε. Η Προσωρινή Κυβέρνηση του Κερένσκι φάνηκε αποφασισμένη να ανεχτεί την κατάσταση που είχε διαμορφωθεί στην Τραπεζούντα με το ελληνικό καθεστώς. Στις περιοχές που είχε καταλάβει ο ρωσικός στρατός δημιουργήθηκαν σοβιέτ, δηλαδή επαναστατικές επιτροπές, στις οποίες συμμετείχε και ο μητροπολίτης Χρύσανθος.[54] Οι Έλληνες, κυρίως όσοι υπηρετούσαν στο ρωσικό στρατό, συμμετείχαν στις διαδικασίες αυτές. Υπολογίζονται σε τρία συντάγματα. Συμμετείχαν επίσης και οι Έλληνες του Καυκάσου, οι οποίοι έγιναν γνωστοί ως Ποντοκαυκάσιοι.[55]Ενδεικτικό στοιχείο αυτής της συμμετοχής ήταν η διακυβέρνηση του νομού Καρς από τέσσερις κομισάριους, έναν Αρμένιο, ένα μουσουλμάνο, ένα Ρώσο και έναν Έλληνα.[56]

    Η ανατροπή του τσαρικού απολυταρχισμού επέτρεψε στις ιδέες του διαφωτισμού να απλωθούν στο χώρο. Άρχισαν να εμφανίζονται χωριστικά εθνικά κινήματα. Ο Καύκασος, η Κριμαία, η Ουκρανία, η Πολωνία, η Φιλανδία, οι Κοζάκοι του Ντον, οι χώρες της Κεντρικής Ασίας και η Σιβηρία ακόμα αποσπάστηκαν από την τσαρική αυτοκρατορία και κήρυσσαν την ανεξαρτησία τους. Οι Έλληνες της Ρωσίας αντιμετώπισαν θετικά την ανατροπή του τσαρισμού, ο οποίος «κατέπνιγε την φωνήν των αληθών τέκνων του τυραννούμενου λαού».[57] Οι ιδέες της ελευθερίας και της ανεξαρτησίας τους οδήγησαν στο δρόμο της πολιτικής τους οργάνωσης για την κατάκτηση των δικαιωμάτων τους. Η κατάρρευση του ρωσικού κολοσσού αφύπνισε πολλές συνειδήσεις Ελλήνων.[58] Η στράτευση στην εθνική υπόθεση εμπόδισε σε μεγάλο βαθμό τη διείσδυση των μπολσεβίκικων ιδεών στους Έλληνες της Ρωσίας.[59] Μεγάλη ήταν επίσης η αίγλη της Ελλάδας και η επιρροή που ασκούσε στους ομοεθνείς πληθυσμούς του ρωσικού χώρου.[60]

    Ο Χριστόφορος Τσέρτικ από το Καρς γράφει: «Με τις πρώτες μέρες της μεγάλης Ρωσικής επανάστασης σημειώθηκε αυθόρμητη εκδήλωση των Κοινοτήτων για πολιτική οργάνωση που μάλλον έκλινε προς μια αδιαίρετη δημιουργία του Εθνικού κέντρου… Μέσα σε δύο χρόνια, απ’ το Μάρτιο του 1917 ως το τέλος του 1919 συνεκλήθησαν τρία τοπικά Εθνικά Συνέδρια (σ.τ.σ. του Καρς) και δύο Γενικά στην Τιφλίδα.»[61]

    Στο χώρο του Καυκάσου εμφανίστηκαν ακόμα και ελληνικά πολιτικά κόμματα. Στο Βατούμι ιδρύθηκε το Ελληνικό Δημοκρατικό Κόμμα, το οποίο εξαρχής δήλωσε ότι υποστηρίζει τις δημοκρατικές αρχές και ότι «αναγνωρίζει το μάλλον τέλειον πολίτευμα, την Δημοκρατία…» Το πρόγραμμα του κόμματος αυτού είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Τάχθηκε αλληλέγγυο προς τις τάσεις ανεξαρτησίας των διαφόρων εθνικοτήτων προς αυτοδιοίκηση και σχηματισμό αυτονομιών, ενώ συγχρόνως ζήτησε να γίνουν σεβαστά τα δικαιώματα των εθνικοτήτων που μειοψηφούσαν μέσω της παραχώρησης εθνικοεκπαιδευτικής αυτοδιοίκησης. Υποστήριζε ότι τέτοιες αυτοδιοικήσεις θα επιτρέψουν σ’ όλες τις εθνικότητες και ιδιαίτερα στους Έλληνες, την επίλυση των εθνικών και πολιτισμικών προβλημάτων σε μεγάλο βαθμό. Παίρνοντας θέση στις εσωτερικές εξελίξεις της Ρωσίας, το Ελληνικό Δημοκρατικό Κόμμα ζητούσε τον καθορισμό ανώτατου ορίου ιδιοκτησίας γαιών και την απαλλοτρίωση όσων ξεπερνούσαν το καθορισμένο όριο. Ζητούσε επίσης την πλήρη ισότητα των γυναικών με την επέκταση των πολιτικών δικαιωμάτων. Για το κοινωνικό ζήτημα ζητούσε την άμεση κατάργηση των κοινωνικών τάξεων, βαθμών, τίτλων κ.λπ., ενώ για το εργατικό ζήτημα υποστηρίχθηκε ότι το κράτος πρέπει να δρα διαμεσολαβητικά μεταξύ των εργατών και των εργοδοτών τους και να ελέγχει τις συνθήκες εργασίας. Για το ελληνικό ζήτημα το κόμμα ζητούσε την αυτονομία της Ελληνικής Εκκλησίας της Ρωσίας, την εθνικοποίηση των σχολείων και την καθιέρωση υποχρεωτικής και δωρεάν παιδείας.[62]

    (ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)

    Του ΒΛΑΣΗ ΑΓΤΖΙΔΗ1

    ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

    [31] Για το ρόλο των Ελλήνων της Ρωσίας στην ελληνική εθνεγερσία βλ.: G. L. Ars, «Gretseskoe Kommertserskoe ucolistse Odessy v 1817-1830 gg.-Iz Νovogretseskogo Orosvestseniya», Balkanskie Issledovanija, τόμ. 10 1987, Χίλια Χρόνια Ελληνισμού-Ρωσίας, Αθήνα, εκδ. Γνώση, 1994.

    [32] Σταύρος Κανονίδης, «Διαμαρτήρηση», περ. Ο Νουμάς, τόμ. 9,, 1911, σελ.348, Παναγιώτης Νούντσος, Η σοσιαλιστική σκέψη στην Ελλάδα, τ. Β’, Αθήνα, εκδ. Γνώση, 1993, σελ.488-490.

    [33] Ανδρέας Η. Ζαπάντης, Ελληνοσοβιετικές σχέσεις 1917-1941, Αθήνα, εκδ. Εστία, 1989, σελ.24. O συνολικός πληθυσμός της Αυτοκρατορίας ανέρχονταν σε 126.411.736 κατοίκους.

    [34] Στην απογραφή του 1926 καταγράφηκαν 195 εθνότητες Δηλαδή μόλις 29 χρόνια μετά την πρώτη καταγραφή βγήκαν στο φως άλλες 70 εθνότητες

    [35] Ι. Paraskevopoulos, «Doklad Mandatnoi Komissii», Materiali i Vsesoyiuznogo sezda Grekof SSSR, Γελεντζίκ, 1991, σελ.41.

    [36] Kostas Fotiadis, Die islamisierung Kleinasiens und die kryp­tochristen des Pontos, Tύμπιγκεν, 1985.

    [37] «Οι Πόντιοι Έλληνες του Καυκάσου», εφημ. Ελεύθερος Πόντος, αριθ. 85, 2 Μαΐου 1921, σελ.1.

    [38] Mιχ. Χρ. Αιλιανού, Το έργον της ελληνικής περιθάλψεως, Αθήνα, εκδ. Υπ.Εξ., 1921, σελ.88.

    [39] Πανάρ. Τοπαλίδης, Ο Πόντος ανά τους αιώνας, Δράμα, 1929, σελ. 246, Ισ. Λαυρεντίδης, «Μετοικεσία Καυκασίων 1895-1907», περ. Αρχείον Πόντου,τόμ. 31, σελ.408.

    [40] ΑΥΕ (Αρχείο Υπουργείου Εξωτερικών), υπόμνημα του Κεντρικού Συμβουλίου του Συνδέσμου των εν Ρωσσία Ελλήνων, Β/33.

    [41] Θεολόγος Γ. Παναγιωτίδης, Ο εν Ρωσία ελληνισμός, Αθήνα, εκδ. Δ. Τρέμπελα, 1919, σελ.8-9.

    [42] Μιχ. Χρ. Αιλιανού, ό.π., σελ.90-94.

    [43] Ανδρέας Ζαπάντης, ό.π., σελ.27.

    [44] ΣΔΡΕ, αρ. πρ. 740/ 30-1- 1935.

    [45] Πολυχρόνης Κ. Ενεπεκίδης, «Οι διωγμοί των Ελλήνων του Πόντου (1908-1918), βάσει των Ανεκδότων Εγγράφων και Κρατικών Αρχείων της Αυστροουγγαρίας», ό.π., σελ.13.

    [46] Πολυχρόνης Κ. Ενεπεκίδης, Γενοκτονία στον Εύξεινο Πόντο. Διπλωματικά Έγγραφα από τη Βιέννη (1909-1918), ό.π., σελ.161.

    [47] Πολυχρόνης Κ. Ενεπεκίδης, «Οι διωγμοί των Ελλήνων του Πόντου (1908-1918), βάσει των Ανεκδότων Εγγράφων και Κρατικών Αρχείων της Αυστροουγγαρίας», ό.π.

    [48] Πολυχρόνης Κ. Ενεπεκίδης, Γενοκτονία στον Εύξεινο Πόντο. Διπλωματικά Έγγραφα από τη Βιέννη (1909-1918), ό.π., σελ.158.

    [49] Πολυχρόνης Κ. Ενεπεκίδης, ό.π., σελ.139-140.

    [50] Ν. G. Volkof, Kavkaski ethnografitseski sbornik, Μόσχα, εκδ. Νάουκα, 1969, σελ.9.

    [51] Ριζούντιος, «Τα γεγονότα της Ριζούντος», εφ. Ελεύθερος Πόντος, Βατούμι, αριθ. 4, 26 Ιουνίου 1919, Μιχ. Χρ. Αιλιανός, ό.π., σελ.85-86.

    [52] Δ. Καθενιώτης, «Έκθεσις των ενεργειών μου σχετικώς με το ζήτημα του Πόντου», Οι Έλληνες του Πόντου υπό τους Τούρκους (1461 – 1922), επιμ. Ο. Λαμψίδης, Αθήνα, 1965, σελ.93-94.

    [53] Michell Heller-Aleksandr Nekrich, Utopia in Power,Λονδίνο, έκδ. Hutch­inson, 1986, σελ.29-33.

    [54] Ο Χρύσανθος είχε έρθει σε επαφή με τις σοσιαλιστικές ιδέες από το 1907, όταν ταξίδεψε στο Βερολίνο μαζί με το φίλο του Γεώργιο Κωνσταντινίδη, που έγινε γνωστός με το ψευδώνυμο Σκληρός (Χρυσάνθου Αναμνήσεις: Βιογραφικαί Αναμνήσεις του Αρχιεπισκόπου Αθηνών Χρυσάνθου του από Τραπεζούντος 1881-1949, επιμ. Γ. Ν. Τασούδης, Αθήνα, 1970.) Οι σοσιαλιστικές ιδέες φαίνεται ότι επηρέασαν το Χρύσανθο, εφόσον σε διάφορα άρθρα του προβαίνει σε θετικές νύξεις. Επιπλέον, η προσωπική του θέση για το γλωσσικό ζήτημα, τον τοποθετούσε στο δημοτικιστικό χώρο. Διαφωτιστική είναι η εργασία: Οδυσσεύς Λαμψίδης, «Γ. Σκληρός και μητροπολίτης Χρύσανθος Φιλιππίδης», περ. Ιστορικά, τόμ. 12, τεύχ. 23, Δεκέμβριος 1995, σελ. 351-368.

    [55] Nίτσα Γαβριηλίδου, Ο πατέρας μου Κώστας Γαβριηλίδης, Αθήνα, 1987, σελ. 25.

    [56] Χ. Σαμουηλίδης, ό.π., σελ. 45.

    [57] «Φωνή Δικαιοσύνης», εφημ. Ήλιος, Οδησσός, 18 Ιουνίου 1917, σελ. 1.

    [58] Θεολόγος Γ. Παναγιωτίδης, ό.π., σελ.16.

    [59] Ν. Ν. Ioannidi, Greki v Abhazii, Σοχούμι, εκδ. Alatsara, σελ. 23-26.

    [60] Μια από τις πρώτες κινήσεις των μπολσεβίκων μετά την κατάληψη της νότιας Ρωσίας είναι η συκοφάντηση της Ελλάδας και το σπάσιμο αυτού του ηθικού δεσμού. Σε άρθρο της περιόδου αυτής διαβάζουμε σε ελληνική κομμουνιστική εφημερίδα της νότιας Ρωσίας: «Aλήθεια αυτοί οι πατριώτες τόσο ανόητοι είναι, δεν κατάλαβαν πως η Ελλάδα τους είναι οργανέτο των μεγάλων καπιταλιστών, των μεγάλων προστάτιδων δυνάμεων». («Απ’ τα κεραμίδια», εφημ.Σπάρτακος,Νοβοροσίσκ, αρ. 20, 2 Ιουλίου 1921, σελ.1).

    [61] Χριστόφορος Τσέρτικ, Στις επάλξεις του Κάρς, Λάρισα, 1985, σελ.91.

    [62] ΑΥΕ, πρεσβεία Πετρουπόλεως προς Υ.Ε., Β/42, 1174/1/14-8-1917.

     

    PAGAN http://www.antibaro.gr

    Posted in HISTORIC THEMES | Tagged , , , | Leave a comment

    GAZIS AND AKRITOI (7)

    (BEING CONTINUED FROM 7/09/2017)

    PART ONE:SOCIETY AND RELIGION

    I. FRONTIER SOCIETY AND CULTURE IN THE FOURTEENTH CENTURY ANATOLIA

    A. Political Structure
    Historians should consider the influence of geography, culture, economy, and politics on
    religion as well as the influence of beliefs on the formers. To study the role of abdaldervishes in the early Ottoman society in a comprehensive manner one needs to draw the general picture of the region during the period under examination because of the close interrelation between religious beliefs and other social institutions and the
    multidimensional lifestyle and functions of dervishes in their society.
    It was Fuat Köprülü who first strongly emphasized the need for reconsideration
    of the foundation of the Ottoman State as part of a more comprehensive historical
    process, which includes the decline of Anatolian Seljuks and Byzantine Empire, Mongol
    pressure from east, and from other Muslim States of the region, rather than taking it as
    an isolated, single, and unique event.1 Sharing Köprülü’s view, it is I think more than
    necessary to review the economic, social, political, military, and religious conditions of

    the thirteenth century Anatolia in attempting to discuss the emergence of the Ottomans
    as a regional power together with the factors operated in this process.
    It is perhaps appropriate in this context to start by recalling of the fact that the
    Ottomans were one of the frontier principalities which emerged in Western Anatolia in
    the second half of the thirteenth century. After the zenith of their power under the rule of
    Alaaddin Keykubat, Anatolian Seljuks experienced a serious popular revolt led by a sufi
    sheikh Baba Ilyas in 1240. This revolt did not only shake the state but also unveiled the
    fact that Anatolian Seljuk State was not as powerful as it was seen. As a consequence of
    the Babai Revolt, Mongols invaded Asia Minor. They defeated Seljuks at Kösedağ in
    1243, and became the real suzerain of Anatolia. Instead of totally destroying Anatolian
    Seljuk State and finishing Seljuk Dynasty, Mongols made the Seljuks their tributepaying
    vassals.
    However, the rule of Mongols in Anatolia, particularly the western parts, saw a
    strong resistance by the Turkish population of the region. They had been living, in
    practice, under the rule of their beys, who were usually leaders of a tribe already in the
    days of Seljuks. While the Seljuk State in Anatolia continued to decline in the later part
    of the thirteenth century, new Turkish emirates began to crystallize in Anatolia. The
    earliest and strongest of them was that of the Qaramanids, which emerged in western
    Cilicia. Another important beylik formed in the western frontier of Anatolia was the
    Germiyanids, which came into existence in the second half of the thirteenth century
    around Kütahya. Fourteenth century sources portray Germiyanid beylik as a very strong
    and important political entity in western Anatolia. The same sources also mention a
    number of other beyliks recognized Germiyanid’s sovereignty, and even Byzantium paid annual tribute. The Aydınoğlus in Ionia, the Karasids in Mysia, and the Sarukhanids in
    Lydia can be named among the Turkoman beyliks that were subject to Germiyanids at
    least in their early periods. Moreover if we add the beyliks of the Hamids and Esrefids in
    Psidia, the Jandarids in Paphlagonia, and the Ottomans in Bythinia to the list we would
    more or less complete the picture of the most of the political formations in the second
    half of the thirteenth century in western Anatolia2.
    It is important to point out the fact that, these beyliks were not new political
    entities that took form immediately on the ruins of the Seljuk State at the beginning of
    the fourteenth century. But, these begliks became more independent political units after
    the Mongol invasion. By taking advantage of the laxity and tolerance of the Mongol
    Ilkhanid government in Iran, these principalities emerged gradually as local powers in
    the second half of the thirteenth century. Due to the remoteness to the center of Ilkhanid
    government, they found opportunity to behave independently in a certain degree. They
    were, in fact, sub-vassals of the Mongols through still-formally-alive Seljuk government.
    But this had never gone beyond theory. Though they were officially under the control of
    the central authority of the Ilkhanid government and obliged to pay annual tribute to
    them, in practice, they pursued semi-independent policies, which primarily concerned
    their own benefits, and avoided to pay tax whenever they found opportunities. Some of
    them, for example the Germiyanid, Menteshid, Aydinid, Karasid, and Ottoman beyliks,
    were founded and expanded by conquering territories from Byzantine Empire, which
    was already in decline. In that perspective, it is sufficiently clear that the location of a
    beylik had decisive role, although not determinant, in determining its future. The advantageous ones in this respect were, of course, the begliks that were located in the
    marches.
    In the second half of the thirteenth century, at a time of turmoil where there was
    not a strong political unity and stable government the people under a certain beg did not
    necessarily belong to the same tribe. The social composition of the populace was made
    mainly of newly-migrated Turkoman nomads belonging to different clans. Although one
    can speak of certain borderlines between the lands of principalities, it was not rigid. The
    social and ethnic structure, religious and economic conditions were more or less the
    same in the territories of all principalities. They were from the same ethnic root3, namely
    Turks, they were speaking the same language, they believed in the same religion, and
    they had similar cultural traditions. The only considerable difference between two
    begliks was their rulers. These conditions preserved a very dynamic and flexible ground
    to a society, here semi-nomadic Turkoman groups who were already mobile and
    vigorous to discover new lands for both their families and herds. Thus, these tribal
    leaders who were successful in conquering new lands and in preserving the benefits of
    their people, easily gathered a significant number of warriors, around themselves mostly
    from the neighboring principalities. Ibn Battuta, an Arab traveler who toured western
    Anatolia in the 1320s, depicts vividly this dynamic society and the landscape of political
    fragmentation during this time.4

    Osman, the bey of a small principality on the Byzantine border at the beginning,
    emerged as a successful leader who lodged frequent raids into Byzantine lands and
    reached considerable achievement. Osman Ghazi is mentioned for the first time in
    Byzantine sources as the leader of these vigorous raids by Turkomans into the Byzantine
    territory at the most advanced section of the territory at the turn of the fourteenth
    century.5 Since the booty from infidels was a legal right for the “warriors of Islam”
    according to the Islamic law, and constituted the main source of income for rootless
    Turkoman raiders who soon turned to be “warriors for the faith”, it was not too difficult
    for Osman to find men supply for his regular raids into Byzantine lands in Bythinia.
    Barkan states that the scholars, who investigate the Ottoman success, should first
    consider the massive Turkoman immigration from East under the Mongol pressure6.
    Köprülü and Inalcık also underline the significance of this migratory pressure on all
    political and social developments of the thirteenth and fourteenth century Anatolia.7
    Although the main source of men supply for Ottoman troops was provided by
    nomadic Turkomans, it should be noted that Osman, in the meantime, managed to
    establish a certain degree of good relationships with local Christian population, which
    were not so happy with the suppressive administration and heavy taxes of Byzantine
    government. Especially villagers were in close contact with the Turkomans. Since
    Osman did not collect heavy taxes from his subjects and promised protection from the
    raids of Turkoman nomadic tribes; Byzantine soldiers, many Greek villagers found
    Ottoman suzerainty more attractive than being Byzantine subject.

    Another important topic that should be considered here is the ghaza, the holy war
    against infidels. Islamic World experienced two crucial attacks in the twelfth and
    thirteenth centuries. First was the Crusades, and the other was the invasion of pagan
    Mongols. For Islam, to defend itself became a matter of life and death.8 This defensive
    situation increased the popularity of jihad, war against infidels. In every corner of the
    Islamic World, mücahids and ghazis, holy warriors, became the most respectful figures
    in the society. It was obviously demonstrated in that even centuries later Ottoman
    sultans used the title ‘sultanü’l- mücahidin’ and some other titles which had similar
    meaning.
    In the second half of thirteenth and first half of the fourteenth century in the
    western part of Asia Minor, the westernmost frontier region of the realm of Islam, the
    idea of war against infidels was still alive in the public mind and highly credible in the
    eyes of Muslim population. Therefore, for a bey as the leader of successive ghaza raids
    in this period could open the doors to men flowing into his territories, thus strengthening
    his fighting forces. Between 1330 and 1345 the most fruitful ghaza exploits in the
    marches were achieved by Umur Bey of the Emirate of Aydınoğulları. Umur Bey
    extended ghaza to naval engagements in Aegean Sea. But after the death of Umur in
    1348 in an attempt to recapture Izmir from Christian forces, the new bey of Aydin,
    Khidir, gave up the policy of ghaza, chosing to make peace with Christian states in order
    to enjoy the benefits of trade. According to İnalcık, the leadership of ghaza then passed
    to the Ottomans, who occupied the front line of the marches9. Then the ghazis started to
    gather around the banner of the Ottomans. Especially Osman’s decisive victory in 1301 against Byzantine Imperial army in Baphaeon10, his fame spread further in the Islamic
    World and ghazis flowed into his lands. Ottomans therefore became indisputable leader
    of ghaza in the western frontier of the realm of Islam, which brought them enormous
    prestige. Cantacuzenus, the Byzantine Emperor who chronicled the events of his time,
    records that a bey embarking on a military expedition would willingly accept in his troop
    warriors coming from neighboring principalities.11 They did not only use this prestige to
    attract warlike elements from other Muslim lands, but also used it as a tool in
    legitimizing their suzerainty over other Turkish dynasties. Whether the Ottomans
    sincerely believed in Holy War and were pure ghazis or they used the Holy War
    ideology in a pragmatic way is open to dispute.

     

    B. Ethnic and Cultural Foundations

    The appearance of the Mongols caused new wave of migration from the East. This
    increased to a considerable degree the concentration of the Muslim Turkish population
    especially in Anatolia since it was the westernmost area of Islamic realm, which also
    provided relatively safer atmosphere for those exposed to the Mongol danger.
    Contemporary sources refer to the fact that the Mongol Invasion did not only force the
    nomadic elements to move westward. Along with them, not an insignificant number of
    villagers, rich merchants, artisans, intellectuals, and wandering dervishes also moved to
    Anatolia either to find a suitable place to settle or to provide their service to beys or  emirs who offered them the most. Western Anatolia in general attracted them mainly
    because of its geographic position. Furthermore, the Seljuk state in Anatolia at the time
    was a flourishing wealthy Muslim country with favorable living conditions.12 But after
    the Mongol invasion and the consequent collapse of the Seljukid Dynasty, most of the
    intellectuals, artisans, religious scholars, and other important figures of city dwellers
    immigrated to the western cities, which were under the control of Turkoman beys. In his
    seyahatname, Ibn Battuta records many examples of Turkoman beys’ patronage of
    ulema, fukaha, and suara under their dominions.
    Merchants, artisans, intellectuals and people from similar classes settled in
    Anatoilan cities and flourished Islamic culture in those cities. In the religious circles in
    cities the mainstream was sunni Islam under the influence of scholars from the heartlands
    of Islam, namely ulema. But as for the nomadic tribes, central government
    followed completely different policy, forcing them to move to western frontiers.
    Actually this was advantageous for both sides: while the Seljukid administration wanted
    to protect the urban population from the disturbance of nomads, the Turkoman tribes, on
    the other hand, found immense pasturelands for their flocks in the western Anatolia,
    where there was no strong political authority limiting their movements. According to
    İnalcık, “the search for good pasturelands for their herds in marginal areas and the
    opportunity for booty raids into neighboring Christian lands led many of the Turkoman
    tribes to the mountain ranges in the remote frontier zones (udj). Pressed hard by the
    Turkoman demands for yurt (a delimited area with summer and winter quarters) the
    Seljukid central government hastened to drive them out toward the frontier areas, where they formed a large Turkoman belt in the northern, southern, and western mountain
    ranges of Asia Minor”.13
    In fact, the population was not merely composed of Turkish elements; there were
    also groups of other elements, which came to Anatolia from different areas of Muslim
    world for such reasons as the lust for adventure, profit, and fighting for Islam. But the
    majority of Arabic and Persian elements, which were generally highly educated, settled
    down in big cities and entered into high aristocracy. The majority of the Muslim
    population in the marches however consisted of nomadic Turkoman tribes from several
    clans of Oguz, which were highly dynamic and warlike.
    The way of life in the principalities of marches clearly differed from that of the
    hinterland. In the marches the culture was dominated by Islamic conception of Holy
    War, ghaza, which also meant raids for booty. In the borderline there occurred frequent
    clashes between the two sides. Ceaseless warfare produced warrior groups led by ghazi
    leaders who were often blessed by sheikhs. Since the role of sufi sheikhs in weaving
    ghaza ideology in the marches will be analyzed in the second part of this study. Thus, I
    will not go into detail here.
    Society in the marches was very mixed. It included highly mobile nomads,
    refugees from central authority, heterodox elements, adventurers, and jobless
    immigrants. In contrast to the highly developed conservative civilization of the
    hinterland, marches were the center of mysticism, tolerance, flexibility, heterodox
    beliefs, and romantic legends. Frontier culture was based on oral traditions rather than
    written literature and the minds of people were being shaped by narration of legendary tales, which were usually stories of chivalrous heroes, and hagiographies called
    vilayetname or menakıbname, in which the life and miracles of saints were told. People
    were bound mostly by tribal or customary law. In short, the culture in marches was
    intensely mystical and eclectic in nature and not yet become frozen into final form; and
    it was highly dominated by the ghaza ideology. This can be clearly observed in the
    fifteenth century Ottoman chronicler’s depiction of early Ottomans. One of them, for
    example, Oruj narrates:
    Ghazis and champions striving in the way of truth and the path of Allah,
    gathering the fruits of ghaza and expanding them in the way of Allah, choosing
    truth, striving for religion, lacking pride in the world, following the way of the
    Shari’a, taking revenge on polytheists14, friends of strangers, blazing forth the
    way of Islam from the East to the West.15
    But one should immediately note at this point that in the process of the formation
    of Turkoman beyliks, many relatively bigger cities emerged which became local centers
    of Islamic culture by immigration of urban elite, such as intellectuals, artisans,
    merchants, and religious scholars, from former important Seljukid cities, such as
    Kayseri, Konya, Amasya etc. After the ghazi beys established control of the rich plains
    and conquered international commercial ports, their emirates developed commercially
    and culturally, and assumed the character of little sultanates, which gradually adopted
    the higher forms of Islamic civilization.16 That can be seen in the accounts of al-Umari
    and Ibn Battuta. Ibn Battuta admires the beautiful markets, palaces, and mosques in
    these cities in the 1330s. Like other Anatolian Seljuk cities, these inflected by the
    influence of Persian and Arabic culture especially in religious terms in the course of
    time. The arrival of madrasa graduates from the major Muslim cities in Iran, Egypt, and Crimea and members of the Seljuk and Ilkhanid bureaucracies from central and eastern
    Anatolia slowly led to the creation of cultural institutions in the march beyliks and to the
    establishment of administrative apparatus. As the marches advanced, the life in the
    villages and cities behind them also flourished, the population steadily increased, and
    economic activity expanded.17

    ( TO BE CONTINUED)

    NOTES

    1 Fuat Köprülü, The Origins of The Ottoman Empire, trs. Gary Leiser, New York, 1992, pp. 1- 14.

    2 Köprülü, p.38

    3 Here I will not deal with the local Greek population, mainly living in villages, since their contributions to the contemporary political developments were not considerable.
    4 Ibn Battuta was a qadi, Islamic judge, and narrates his voyage through lands of several Turkoman begs. There are some important points in his narration, which include valuable clues about the structure of  polity, society, culture, and religion among contemporary Turkish Muslims. For more information see Ibn  Battuta, İbn Batuta Seyahatnamesinden Seçmeler, haz. İsmet Parmaksızoğlu, Ankara, 1999.

    5 İnalcık, “The Question of the Emergence of the Ottoman State”, p.74.
    6 Barkan, “Kolonizatör Türk Dervişleri”, p. 284.
    7 See Köprülü, The Origins; İnalcık, “The Question of the Emergence”; idem, “The Emergence of the   Ottomans”, Cambridge History of Islam, vol.I.

    8 Halil İnalcik, ” Osmanlı Tarihine Toplu Bir Bakış” , Osmanlı, ed., Güler Eren, ankara, 1999, p.40.
    9 İnalcık, “The Emergence”, p. 271.

    10 For a broader reading about this battle see İnalcık, “Osman Ghazi’s Siege of Nicaea and The Battle of  Bapheus”, Essays in Ottoman History, Istanbul, 1998, 55-86.
    11 İnalcik, “The Emergence of the Ottomans”, p.272.

    12 Köprülü, “The Origins”, p. 45.
    13 İnalcık, “The Question of the Emergence”, p. 72.

    14 In that time they conceived Christians’ trinity as polytheism.
    15 Oruj, Tavarikh-i Al-i Osman, ed. F. Babinger (Hanover, 1925), p.3.

    16 İnalcık, ” The Emergence of the Ottomans”, p. 272.
    17 Köprülü, p.83

    Posted in HISTORIC THEMES | Tagged , , , , , | Leave a comment

    ΤΕΚΤΟΝΕΣ ΕΚ ΤΟΥ ΤΙΚΤΩ,ΕΛΛΗΝΕΣ ΑΡΧΕΓΟΝΟΙ Κ ΝΗ ΜΑΣΩΝΟΙ,ΕΚ ΤΗΣ ΜΕΤΕΠΕΙΤΑ ΕΝΝΟΙΑΣ ΤΟΥ ΚΤΙΖΩ (B)

    (ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΑΠΟ 5/09/2016)

    Κεφάλαιο ΙΙ

    Η ΑΔΕΛΦΟΤΗΣ ΤΩΝ ΤΕΚΤΟΝΩΝ ΟΙΚΟΔΟΜΩΝ ΤΗΣ ΑΓΓΛΙΑΣ

    Εἰς τὰς ἀρχὰς τοῦ 14ου αἰῶνα ἔφθασαν ἒς Ἀγγλίαν τίναι ὁμάδαι, ὅμιλοι, ἐργαστήρια Γερμανῶν Οἰκοδόμων, που εἶχαν κληθεῖ ἵνα κατασκευάσουν ἐκεῖ βασιλικὰς. (1)

    Συνέπεια τῆς ἀφίξεως αὐτῆς ἦτο ἡ εἰσδοχὴ Ἄγγλων Μαθητευόμενων, σύντομα δὲ ἐσχηματίσθησαν ἒς Ἀγγλίαν ἐργαστήρια Ἄγγλων Οἰκοδόμων, που ὀργανώθησαν ἐπὶ ταῖς ἰδίαις βάσεσι μὲ τὰ ἐργαστήρια τῶν Γερμανὼν Οἰκοδόμων. (2)

    Τροποποιήσεις ἐπὶ τοῦ τρόπου λειτουργίας τῶν ἐργαστηρίων αὐτῶν δὲν ἄργησαν νὰ παραχθούν, μιᾶς καὶ αἱ κοινωνικαὶ συνθήκαι τῆς Ἀγγλίας τὸ ἀπαιτοῦσαν. (3)

    Κατ’ἀρχήν, οἱ συνηθισμένοι ἄρχοντες ἠγοῦταν ἐπὶ τῆς ἐποπτείας τῆς δράσεως τῶν ἐργαστηρίων, εἰς τὰς συναντήσεις τῶν ὁποίων εἶχαν τὸ δικαίωμα νὰ παρευρίσκονται, καθὼς καὶ νὰ ἀποδίδουν δικαιοσύνη συμφώνως πρὸς τοὺς κανόνας τοῦ κοινοῦ δικαίου. (4)

    Κατόπιν, ἡ διδασκαλία που ἐδινόταν εἰς τοὺς Ἄγγλους Μαθητευόμενους καὶ Ἑταίρους, διαφοροποιήθη ἀπὸ ἐκείνην τὴν ὁποίαν ἐλάμβαναν οἱ Γερμανοί, διότι ἐδημιουργήθη μία πολὺ ἔντονη τάσις νὰ προστεθούν, εἰς τὰς καθαρὰ τεχνικὰς διδασκαλίας τοῦ ἐπαγγέλματος τοῦ Οἰκοδόμου, διδασκαλίαι στοχεύουσαι εἰς τὴν ἠθικοποίησιν τῶν ἐργατῶν, καθὼς καὶ εἰς τὸδιανοούμενους οὗτους καταστεῖν. (5)

    Κατὰ τὸν 15ο αἱ., ὁ πρῶτος Κῶδιξ τῶν Οἰκοδόμων ἐκαταρτίσθη καὶ ἐφαρμόσθη τῇ μορφῇ ἑνὸς ποιήματος 500 περίπου στίχων. (6)

    Τοῦ ἐδόθη τὸ ὄνομα, τὸ ὁποῖο καὶ διατήρησε, “Σύνταγμα τῆς Ὑόρκης”, παρ’ὅλο που καμμία συντακτικὴ σύνοδος δὲν συνῆλθε ἒς Ὑόρκην πρὸς σύνταξιν αὐτοῦ. (7)

    Οἱ Ἀγγλοι Οἰκοδόμοι ἔδωσαν ἔκτοτε εἰς τὴν ὁμάδαν των, τὸν τίτλον “Ἀδελφότης τῶν Ἐλευθέρων Τεκτόνων”, χρησιμοποιώντας τὴν λέξιν Ἀδελφότης μὲ τὴν ἔννοια τῆς ἀδελφοσύνης καὶ τῆς συναντήσεως ἀδελφών, καὶ τὴν λέξιν “Τέκτονες” μὲ τὴν ἔννοια τῶν Οἰκοδόμων κτιστῶν. (8)

    Κατὰ τὸν 15ο καὶ κατὰ τὸν 16ο αἱ., ἡ ἐπίδρασις τῶν τάσεων διανοουμενοποιήσεως τῆς Ἀγγλικῆς “Ἀδελφότητος” ἀνεπτύχθη πολὺ καὶ ἔλαβε σημαντικὰς διαστάσεις. (9)

    Σὲ συνεχὴν ἐπαφὴν μὲ τὸν κλῆρον τῆς ἐποχῆς, κατέστησαν σύντομα κάτοχοι ὅλων τῶν μυστικῶν τῆς λειτουργίας καὶ τοῦ δόγματος τοῦ τότε Καθολικοῦ Σχήματος καί, ἐκτιμῶντας ὀρθῶς τὰς ἀτελείας των, τὰς κατάφορους ἀντιφάσεις των, ἔδωσαν μεγίστη σημασίαν εἰς τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῶν θρησκευτικὼν πίστεων τῆς ἐποχῆς. (10)

    Ἡ ἰσότης δικαιωμάτων που ὑπῆρχε μεταξὺ ὅλων τῶν μελῶν τῆς Ἀδελφότητος, ἡ ἐλευθερία δράσεως που τῆς ἐξασφάλιζε τὸ μονοπώλιον τῶν μυστικῶν τῶν ἐπὶ τῆς οἰκοδομήσεως, κατέστησαν ταυτόχρονως τὴν “Ἀδελφότηταν τῶν Ἐλευθέρων Τεκτόνων” μίαν ἑστίαν φιλελεύθερων ἰδεῶν καὶ πόθων (11)

    Ὅμως, μέχρι τὰ τέλη τοῦ 16ου αἰ., ἡ “Ἀδελφότης τῶν Ἐλευθέρων Τεκτόνων” ἠσχολήθη ἀποκλειστικῶς μὲ τὴν ἀνέγερσιν βασιλικῶν, κοινοβιακῶν οἰκισμῶν, οἰκοδομημάτων γοτθικοῦ ῥυθμοῦ, χρησιμοποιώντας τὰ μυστικὰ οἰκοδομήσεως που εἶχε λάβει ἀπὸ τοὺς Γερμανοὺς Οἰκοδόμους (12)

    Κεφάλαιο ΙΙI

    Η ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΙΣ ΤΟΥ ΑΓΓΛΙΚΟΥ ΤΕΚΤΟΝΙΣΜΟΥ

    Μία μεταμόρφωσις, ἀπὸ τὰς πλέον ὑπερβατικὰς ὠς πρὸς τὴν λειτουργίαν καὶ τὸν οὐσιώδην χαρακτῆρα τῆς “Ἀδελφότητος τῶν Ἐλευθέρων Τεκτόνων” τῆς Ἀγγλίας, συνέβη εἰς τὰς ἀρχὰς τοῦ 17ου αἰῶνος. (1)

    Ὁ Ἑταῖρος Inigo Jones εἰσῆγε εἰς Ἀγγλίαν τὸν ἰταλικὸν ῥυθμὸν τοῦ Ναοῦ τοῦ Αὐγούστου, ῥυθμὸς ὁ ὁποῖος, λόγῳ τῶν αἰσθητικῶν ὁρῶν του, προκάλεσε τὸν ἐνθουσιασμὸ τῶν Ἄγγλων εὐγενῶν, που εὐτυχεῖς ἔσπευσαν νὰ ἀναμίξουν μία νότα ἀρχιτεκτονικῆς γεμάτη ζωὴ καὶ φῶς μὲ τὰς βαρείας καὶ πένθιμας ἀνταύγιας τοῦ πάντοτε νεφελώδους οὐρανοῦ των. (2)

    Ἀκολούθησε εἷς πραγματικὸς ἐνθουσιασμός, καὶ ὁ γοτθικὸς ῥυθμὸς ἀφέθη κατὰ μέρος!

    Τὸ μονοπώλιο τῆς “Ἀδελφότητος τῶν Ἐλευθέρων Τεκτόνων” ἐδέχθη τὴν χαριστικὴν βολήν. (3)

    Για νὰ μὴν ἐξαφανισθοὺν ὠς σωματεῖο, οἱ “Ἐλεύθεροι Τέκτονες” ἔδωσαν μεγαλύτερη βαρύτητα εἰς τοὺς πόθους διανοουμενοποιήσεως, οἱ ὁποῖοι εἶχαν ξεπροβάλλει ἐντός τῶν κόλπων τῆς Ἀγγλικῆς Ἀδελφότητος κατὰ τὸν προηγούμενον αἰώναν, καὶ ἀποφάσισαν ὅτι, ὑπὸ τὴν ὀνομασία “Πάτρονες”, θὰ δέχονταν μεταξὺ τοὺς μὴ Οἰκοδόμους, μὴ Ἐργάτες, οἱ ὁποῖοι, μοιραζόμενοι τὰς φιλελεύθερας ἰδέας των μὲ τὴν “Ἀδελφότηταν”, θὰ αὔξαναν τὴν ἀξίαν της καὶ τὴν σημασίαν της μὲ τὴν ἐπίδρασιν τῆς κοινωνικὴς των θέσεως καὶ τῆς περιουσίας των. (4)

    Ὁ ὅρος “Πάτρονες” ἄλλαξε σύντομα για νὰ γίνει “Ἀποδεδεγμένοι Τέκτονες”, ἡ δὲ Ἀδελφότητα τῶν Ἐλευθέρων καὶ Ἀποδεδεγμένων Τεκτόνων εἶδε τὴν ἰσχὺν τῆς νὰ ἀνανεώνεται. (5)

    Αὐτὴ ἡ ἰσχὺς ἔφθασε εἰς τὸ ἀπόγειόν της κατὰ τὴν οἰκοδόμησιν τοῦ καθεδρικοῦ τοῦ Saint Paul, στο Λονδίνο, που οἰκοδομήθη ἀπὸ ἐλεύθερους Τέκτονας, ἀπὸ τοὺς ἐργάτας οἰκοδόμους, μὲ χρήματα τῶν Ἀποδεδεγμένων Τεκτόνων, τῶν πλούσιων καὶ ἰσχυρῶν Ἀδελφῶν. (6)

    Ἀπὸ τὴν στιγμὴ που ὁλοκληρώθη ἡ οἰκοδόμησις τοῦ καθεδρικοῦ τοῦ Saint Paul, ὁ δυαδισμὸς Ἐργάτες καὶ μὴ Ἐργάτες ὑπῆρξε μοιραῖος για τὴν Ἀδελφότηταν, καί, κατὰ τὴν ἀρχὴ τοῦ 18ου αἰῶνα, λειτουργούσαν κανονικὰ εἰς τὸ Λονδίνον μόνον τέσσερεις Στοὲς Ἐλευθέρων καὶ Ἀποδεδεγμένων Τεκτόνων, που συνέρχονταν σὲ Συνεδρίες σὲ τέσσερα πανδοχεῖα, που ἦσαν τόποι κατάλληλοι για τὰς ἐργατικὰς συναντήσεις. (7)

    Κεφάλαιο ΙV

    ΟΙ ΡΟΔΟΣΤΑΥΡΟΙ Ή ΟΙ ΓΝΩΣΤΙΚΟΙ ROSE + CRΟΙΧ

    Πέρασαν δέκα ἐννέα αἰῶνες (1) ἀπὸ τότε που ὁ Ζωροάστρης ἐξάπλωσε εἰς τὰς Ἰνδίας τὴν Γνωστικὴν Δοξασίαν, δηλαδὴ τὴν δοξασίαν που συνίσταται εἰς τὴν ὑποταγὴν κάθε ἀνθρωπίνης πεποιθήσεως εἰς τὴν Λογικήν.

    Ἀπὸ τὴν Ἰνδία, ὁ Γνωστικισμὸς ἔφθασεν ὢς τοὺς Ἰουδαίους, που τὸν ἀνέπτυξαν, ἀνάμεσα τῶν δὲ ἐγεννήθη ὁ χριστιανισμὸς [ὁ συγγραφεὺς ἀναφέρεται εἰς τὸν καθολικὸν τύπον], δηλαδὴ ἡ Γνωστικοποίησις τοῦ ἀρχαίου συμβολισμού.

    Ὁ χριστιανισμὸς [ὁ συγγραφεὺς ἀναφέρεται εἰς τὸν καθολικὸν τύπον] εὐημέρησε, μαζὶ του δὲ καὶ οἱ λειτουργοὶ αὐτοῦ. Τὸ χριστιανικὸ Σχῆμα ἀπέκτησε σημαντικότατη ἐξουσία.

    Δώδεκα αἰῶνες ἀργότερα, ἡ τάξῃ τῶν εὐγενῶν, ἡ κατευθυντήρια ἐξουσία τῆς ἐποχῆς, θέλοντας νὰ μοιρασθεὶ τὴν θρησκευτικὴ αυτου ἰσχύν, ἐδάνεισε τῷ χριστιανικῷ σχῆμα τὸ ξίφος αὐτῆς κατὰ τὰς καλουμένας σταυροφορίας, παίρνοντας ὠς ἀντάλλαγμα μίαν εὐρεῖαν συμμετοχὴν εἰς τὴν ἐγκοσμίαν ἐξουσίαν τοῦ κλήρου.

    Αἱ σταυροφορίαι ἐπέφεραν τὴν γέννησιν τῶν Ναϊτὼν [Knights], οἱ ὁποῖοι ἔλαβαν ἀργότερα ἀπὸ τοὺς Sofis (σοφούς) τῆς Περσίας, που ἦσαν τὸ καταφύγιο τῶν ἀρχέγονων Γνώσεων, τὸν γνωστικὸν συμβολισμόν, τὸν ὁποῖον κατέστησαν θρησκείαν των. (2)

    Ὁ χριστιανοποιημένος Γνωστικισμὸς ἐθριάμβευσε τοῦ καθαροῦ Γνωστικισμού, ὁ δὲ τότε Παπας τοῦ Καθολικοῦ Σχήματος ἐκμηδένισε τοὺς Ναΐτας κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ Μεσαίωνος. (3)

    Ὡστόσο, ὁ ἀρχέγονος καὶ καθαρὸς Γνωστικισμὸς δὲν ἐχάθη, ἀλλὰ διατηρήθη ἀπὸ μίαν ἀδελφότηταν που ὀνομάσθη Ῥοδόσταυροι (Rose + Croix) καὶ που, δια νὰ ἐξασφαλίσει μέσα ὑπάρξεως, ἀφιερώθη εἰς μελέτην τῆς Ἀλχημείας, δίχως νὰ ἐγκαταλείψει δι’ αὐτὸ τὰς γνωστικας δοξασίας της. (4)

    Τὸ ὄνομα Ῥοδόσταυροι προέρχεται ἀπὸ τὸ ἔμβλημα που υἱοθέτησε ἡ ὁμάς, ἀπὸ ἔναν Σταυρὸ ἐπὶ ἑνὸς Ῥόδου. Ὁ Σταυρός, ἀναπαράσταση ἑνὸς σημείου διὰ τῆς διασταυρώσεως δύο γραμμὼν σὲ ὀρθὰς γωνίας, ἦτο, λόγῳ τῆς κυκλικότητας τοῦ σημείου, τὸ ἔμβλημα τοῦ membrum virile. Τὸ Ῥόδο, διὰ τῆς μορφῆς τοῦ καὶ τῶν πτυχώσεων του, ἦτο τὸ ἔμβλημα τῶν genitalia mulieris. Καὶ ὁ Σταυρὸς ἐπὶ τοῦ Ῥόδου παρουσίαζε ἐμβληματικὰ τὴν ἀνθρωπίνην γένεσιν, μόνον τρόπον Δημιουργίας που ἐδύνατο ἀποδεχθεὶν ἡ Λογική. (5)

    Οἱ Ῥοδόσταυροι, που ἀπολάμβαναν μεγάλην ἐκτίμησιν ἒς Ἀγγλίαν λόγῳ τῶν Ἀλχημικὼν ἐρευνῶν τως, διέθεταν σ’ αὐτὴν τὴν χώραν μία ἀπὸ τὰς σημαντικότερας ἐπιρροὰς κατὰ τὴν ἀρχὴν τοῦ 18ου αἱ. (6)

    (ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)

    Σημειώσεις

    II

    1. The Ηistory of the Lodge of Edimburgh, τοῦ David Murray Lyon, Κυριάρχου Μεγάλου Ταξιάρχου τοῦ Ὑπάτου Συμβουλίου τῆς Σκωτίας, Ἐδιμβοῦργο. 1873.

    Lexicon of Freemasonry, τοῦ Albert-Georges Mackey, Μεγάλου Γραμματέως τῆς Ὁσίας Αὐτοκρατορίας τοῦ Ὑπάτου Συμβουλίου τῆς νοτίας δικαιοδοσίας τῶν Η.Π.Α., Λονδίνο, 1873.

    Historical Landmarks of Freemasonry, τοῦ Georges Olivier, Κυριάρχου Μεγάλου Ταξιάρχου τοῦ Ὑπάτου Συμβουλίου τῆς Ἀγγλίας, Λονδίνο, 1846.

    2. Ἐως καὶ 4. Ibid.

    5. The Ηistory of the Lodge of Edimburgh, τοῦ David Murray Lyon, Κυριάρχου Μεγάλου Ταξιάρχου τοῦ Ὑπάτου Συμβουλίου τῆς Σκωτίας, Ἐδιμβοῦργο. 1873.

    Lexicon of Freemasonry, τοῦ Albert-Georges Mackey, Μεγάλου Γραμματέως τῆς Ὁσίας Αὐτοκρατορίας τοῦ Ὑπάτου Συμβουλίου τῆς νοτίας δικαιοδοσίας τῶν Η.Π.Α., Λονδίνο, 1873.

    6. The Golden Remains of the Early Masonic Writers, ἀπανθίσματα συγκεντρωθέντα ἀπὸ τὸν Georges Olivier, Κυριάρχον Μέγαν Ταξίαρχον τοῦ Ὑπάτου Συμβουλίου τῆς Ἀγγλίας, Λονδίνο, 1856.

    7. Ibid.

    8. Great Doctrines of Freemasonry, ὑπὸ Georges Patton, Λονδίνο, 1872.

    Institute of Masonic Jurisprudence, ὑπὸ Georges Olivier, Κυριάρχου Μεγάλου Ταξιάρχου τοῦ Ὑπάτου Συμβουλίου τῆς Ἀγγλίας, Λονδίνο, 1874.

    9. Ibid.

    10. The Golden Remains of the Early Masonic Writers, ἀπανθίσματα συγκεντρωθέντα ἀπὸ τὸν Georges Olivier, Κυριάρχον Μέγαν Ταξίαρχον τοῦ Ὑπάτου Συμβουλίου τῆς Ἀγγλίας, Λονδίνο, 1856.

    11. Ibid.

    12. Ibid.

    III

    1. The History of the Lodge of Edimburgh, τοῦ David Murray Lyon, Κυριάρχου Μεγάλου Ταξιάρχου τοῦ Ὑπάτου Συμβουλίου τῆς Σκωτίας, Ἐδιμβοῦργο. 1873.

    Historical Landmarks of Freemasonry, τοῦ Georges Olivier, Κυριάρχου Μεγάλου Ταξιάρχου τοῦ Ὑπάτου Συμβουλίου τῆς Ἀγγλίας, Λονδίνο, 1846.

    History of Freemasonry, τοῦ J.G. Gould, Λονδίνο, 1884.

    Great Doctrines of Freemasonry, ὑπὸ Georges Patton, Λονδίνο, 1872.

    2. Ibid.

    3. Ibid.

    4. Lights and Shadows of Freemasonry, τοῦ Robert Morres, Νέα Ὑόρκη, 1866

    History of the Minden Lodge, τοῦ John Clarke, Κίνγκστον, 1849

    The History of the Lodge of Edimburgh, τοῦ David Murray Lyon, Κυριάρχου Μεγάλου Ταξιάρχου τοῦ Ὑπάτου Συμβουλίου τῆς Σκωτίας, Ἐδιμβοῦργο. 1873.

    Speculative Freemasonry, John Yarker, Μεγάλου Συντηρητοὺ τοῦ Ἀρχαίου καὶ Ἀρχέγονου Τύπου, Λονδίνο, 1872, σελ. 106 και 113

    The History and articles of Freemasonry, χειρόγραφο Νο. 23, 198 τῆς συλλογῆς “Additional Manuscripts” τοῦ Βρεττανικοῦ Μουσείου, Λονδίνο, 1871

    5. Ibid.

    6. Ibid.

    7. Ibid.

    IV

    1. Ἐῷς τὴν ἐποχὴ που ἐγράφη τὸ πάρον βιβλίον, τὸ 1885

    2. Allgemeine Kulturgeschichte von der Urzeit bis auss der gegenwart, τοῦ Otto Henne-Am-Rhyn, τόμοι ΙΙΙ και ΙV, Λειψία, 1877 – 1882

    The Rosicrucian and Masonic Record, Λονδίνο, 1877 και 1878

    The Mystic Tie, τοῦ Albert G. Mackey, Μεγάλου Γραμματέως τῆς Ὁσίας Αὐτοκρατορίας τοῦ Ὑπάτου Συμβουλίου τῆς Νοτίας Δικαιοδοσίας τῶν Η.Π.Α., Νέα Υόρκη, 1874

    Geschichte der Freimaurerei, τοῦ G.F.Findel, Λειψία, 1874

    The Secret Fraternities of the Middle Ages, τοῦ Americ Palfrey Manas, Λονδίνο, 1877

    La Gnosticisme et la Franc-Maconnerie, τοῦ Edouard Hans, Βρυξέλλες, 1871

    3. Ibid.

    4. Ibid.

    5. Rituel du Grande de Rose+Croix, τοῦ J.M. Ragon, σελ. 29 καὶ ἐπομ., Παρίσι, 1860

    Lexicon of Freemasonry, τοῦ Albert-Georges Mackey, Μεγάλου Γραμματέως τῆς Ὁσίας Αὐτοκρατορίας τοῦ Ὑπάτου Συμβουλίου τῆς νοτίας δικαιοδοσίας τῶν Η.Π.Α., Λονδίνο, 1873.

    Historical Landmarks of Freemasonry, τοῦ Georges Olivier, Κυριάρχου Μεγάλου Ταξιάρχου τοῦ Ὑπάτου Συμβουλίου τῆς Ἀγγλίας, Λονδίνο, 1846.

    6. Allgemeine Kulturgeschichte von der Urzeit bis auss der gegenwart, τοῦ Otto Henne-Am-Rhyn, τόμοι ΙΙΙ και ΙV, Λειψία, 1877 – 1882

    The Rosicrucian and Masonic Record, Λονδίνο, 1877 και 1878

    The Mystic Tie, τοῦ Albert G. Mackey, Μεγάλου Γραμματέως τῆς Ὁσίας Αὐτοκρατορίας τοῦ Ὑπάτου Συμβουλίου τῆς Νοτίας Δικαιοδοσίας τῶν Η.Π.Α., Νέα Υόρκη, 1874

    Geschichte der Freimaurerei, τοῦ G.F.Findel, Λειψία, 1874

    The Secret Fraternities of the Middle Ages, τοῦ Americ Palfrey Manas, Λονδίνο, 1877

    La Gnosticisme et la Franc-Maconnerie, τοῦ Edouard Hans, Βρυξέλλες, 1871

     

    ΠΗΓΗ http://www.astrologicon.org

    Posted in HISTORIC THEMES | Tagged , , , , , | Leave a comment