EN TEE G(R)AIA CAR OYRANOS KAI PARADEISOS ESTI TOUTEE (Ctel) – by the G(R)AIEEKS

(CYNECHEIA APO 28/04/15)

Η άγραφη Παράδοση της Εκκλησίας είναι ισόκυρη με την Αγία Γραφή!(Μεγάλου Βασιλείου)

(γράφει γύρω στο 374-375 μ. Χ.).
Από τα δόγματα και τις αλήθειες που φυλάσσει η Εκκλησία, άλλα μεν τα έχουμε πάρει από τη γραπτή διδασκαλία, άλλα δε, που κατά τρόπο μυστικό έφθασαν μέχρι σε εμάς από την παράδοση των αποστόλων, τα κάναμε δεκτά. Τα οποία ακριβώς και τα δύο, έχουν την ίδια ισχύ όσον αφορά την ευσέβεια.

Και κανείς από όσους έχουν και μικρή γνώση των εκκλησιαστικών  θεσμών δεν θα εγείρει αντίρρηση πάνω σε αυτά. Διότι αν επιχειρούσαμε να εγκαταλείψουμε όσα από τα έθη είναι άγραφα, διότι δήθεν δεν έχουν μεγάλη δύναμη, χωρίς να το καταλάβουμε θα ζημιώναμε το Ευαγγέλιο στην ουσία του ή μάλλον θα μετατρέπαμε το κήρυγμα σε κενό νοήματος όνομα.
Λόγου χάριν (για να θυμηθώ το πρώτο και πιο συνηθισμένο απ’ όλα), ποιος δίδαξε γραπτά ότι αυτοί που ελπίζουν στο όνομα του Κυρίου ημων Ιησού Χριστού φανερώνουν αυτήν την πίστη τους με το να κάνουν το σημείο του Σταυρού; Το να στρεφόμαστε προς την ανατολή κατά την προσευχή ποιο γραπτό έργο μας το δίδαξε; Τα λόγια της επίκλησης κατά τον αγιασμό του άρτου της θείας Ευχαριστίας και του ποτηρίου, ποιος από τους αγίους μάς τα άφησε γραπτά; Δεν αρκούμαστε ασφαλώς σε αυτά που ο Απόστολος ή το Ευαγγέλιο μνημόνευσαν, αλλά πριν την Ευχαριστία και μετά από αυτήν λέμε και άλλα, διότι παραλάβαμε από την άγραφη διδασκαλία ότι έχουν μεγάλη δύναμη στην επιτέλεση του μυστηρίου.
Ευλογούμε επίσης και το νερό του βαπτίσματος και το λάδι του χρίσματος και ακόμα και αυτόν που βαπτίζεται. Από ποια γραπτά κείμενα; Δεν τα γνωρίζουμε από την σιωπηρή και μυστική παράδοση; Τι άλλο επίσης;

Αυτήν την ίδια τη χρίση με το λάδι, ποιος γραπτός λόγος τη δίδαξε; Από πού πήραμε το να βαπτίζουμε τρεις φορές στο νερό τον άνθρωπο; Και τα άλλα ακόμα τα σχετικά με το βάπτισμα, όπως η αποκήρυξη του Σατανά και των αγγέλων του, από ποια γραφή διδάσκονται; Δεν προέρχονται όλα αυτά από αυτήν την μη δημοσιευμένη και απόρρητη διδασκαλία, την οποία διατήρησαν οι Πατέρες μας εν σιγή χωρίς να την πολυερευνούν και να την περιεργάζονται, επειδή ορθώς είχαν μάθει, ότι πρέπει με τη σιωπή να προστατεύουμε την σεμνότητα των μυστηρίων; Διότι πώς ήταν δυνατόν να διακηρυχτεί γραπτά το νόημα αυτών τα οποία ούτε να δουν επιτρέπεται όσοι είναι αμύητοι;
Τι επεδίωκε άραγε ο μέγας Μωϋσής με το να καθορίσει ότι δεν μπορούν όλοι να μπαίνουν στο ιερό; Τους βεβήλους δεν τους επέτρεψε ούτε εντός των περιβόλων να εισέρχονται· αφού δε άφησε τα προαύλια μόνο για τους καθαρότερους, τους Λευΐτες μόνο έκρινε ως άξιους να προσφέρουν λατρεία στο Θεό. Ενώ όμως ξεχώρισε ως έργο των ιερέων τα σφάγια και τα ολοκαυτώματα και όλη την άλλη ιερουργία, επέτρεψε σε έναν μόνο, τον αρχιερέα να εισέρχεται στα άδυτα. Και για αυτόν καθόρισε να εισέρχεται όχι πάντοτε, αλλά κατά μία μόνο ημέρα του χρόνου και κατά ορισμένη ώρα, ώστε να εποπτεύει τα άγια των αγίων με θάμβος, λόγω του ότι θα ήταν αυτό κάτι ασυνήθιστο και ξεχωριστό. Γνώριζε καλά ο σοφός Μωϋσής ότι εύκολα περιφρονεί κανείς το συνηθισμένο και ευκολοπλησίαστο, το απομακρυσμένο όμως και σπάνιο το θεωρεί κατά φυσική ακολουθία ως περισπούδαστο.
Κατά τον ίδιο τρόπο λοιπόν και οι απόστολοι και πατέρες που έθεσαν εξ’ αρχής τους θεσμούς στην Εκκλησία επιδίωκαν να διαφυλάξουν με τη μυστικότητα και τη σιωπή τη σεμνότητα των μυστηρίων. Άλλωστε παύει να είναι μυστήριο αυτό που εύκολα το πληροφορείται ο οποιοσδήποτε. Αυτό είναι το νόημα της άγραφης παράδοσης, να μην αμεληθεί και περιφρονηθεί η γνώση των δογμάτων από τους πολλούς λόγω συνήθειας.
Διότι άλλο είναι το δόγμα και άλλο το κήρυγμα. Διότι το μεν δόγμα σιωπάται· τα κηρύγματα όμως δημοσιεύονται. Ένα είδος σιωπής είναι και η ασάφεια της Γραφής, με την οποία καθιστά αυτή δυσχερή την κατανόηση των δογμάτων για ωφέλεια των αναγνωστών.
Για αυτό το λόγο, ενώ όλοι στρεφόμαστε κατά την προσευχή προς την ανατολή, λίγοι γνωρίζουμε ότι επιζητούμε έτσι την παλαιά πατρίδα, τον παράδεισο, τον οποίο φύτεψε ο Θεός στην Εδέμ που βρίσκεται ανατολικά.

Όρθιοι προσφέρουμε τις ευχές κατά την ημέρα της Κυριακής· δεν γνωρίζουμε όμως όλοι τον λόγο. Όχι μόνο για να υπενθυμίσουμε στους εαυτούς μας, με τη στάση μας κατά την αναστάσιμη ημέρα, την χάρη που μας δόθηκε, ότι δηλαδή αναστηθήκαμε μαζί με το Χριστό και εμείς και οφείλουμε να επιδιώκουμε τα άνω, αλλά και διότι φαίνεται ότι είναι αυτή και μία εικόνα της μέλλουσας ζωής. Για αυτό ενώ είναι η αρχή των ημερών της εβδομάδας, δεν ονομάστηκε από τον Μωϋσή πρώτη, αλλά μία. «Έγινε, λέει, βράδυ, ήλθε κατόπιν το πρωί, ημέρα μία». Και αυτό διότι η ίδια ημέρα κάνει τον ίδιο κύκλο πολλές φορές.

Είναι μία λοιπόν αυτή ημέρα, και συγχρόνως ογδόη και φανερώνει την μία πράγματι και αληθινή ογδόη ημέρα, στην οποία αναφέρεται και ο ψαλμωδός σε μερικές επιγραφές των ψαλμών, την κατάσταση που θα διαδεχτεί αυτόν το χρόνο, την ατέλειωτη ημέρα, την αβασίλευτη, που δεν την διαδέχεται η νύχτα, τον ατελείωτο εκείνο και αγέραστο αιώνα.
Αναγκαστικά λοιπόν η Εκκλησία διδάσκει στα τέκνα της να προσεύχονται σε αυτή την ημέρα όρθιοι, ώστε με την διαρκή υπενθύμιση της αιώνιας ζωής να μην παραμελούμε τα εφόδια για την εκεί μετάβασή μας.

Ολόκληρη πάλι η περίοδος της Πεντηκοστής είναι υπενθύμιση της στο μέλλον αναμενόμενης ανάστασης. Διότι εάν η μία εκείνη και πρώτη ημέρα επταπλασιαστεί επτά φορές, συμπληρώνει τις επτά εβδομάδες της ιερής περιόδου της Πεντηκοστής. Αρχίζει δηλαδή από Κυριακή και τελειώνει πάλι σε Κυριακή και επαναλαμβάνεται πάλι ενδιάμεσα πενήντα φορές ο ίδιος κύκλος της ημέρας. Μιμείται για αυτό την αιωνιότητα και είναι όμοια με αυτήν· όπως στην κυκλική κίνηση, αρχίζει από τα ίδια σημεία και τελειώνει πάλι στα ίδια.
Σε αυτήν λοιπόν την ημέρα οι θεσμοί της Εκκλησίας μάς δίδαξαν να προτιμούμε την όρθια στάση της προσευχής, σαν να μεταφέρουμε έτσι με την διαρκή υπενθύμιση το νου μας από τα παρόντα στα μέλλοντα. Και μετά από κάθε γονυκλισία επίσης σηκωνόμαστε, για να δείξουμε έτσι ότι λόγω της αμαρτίας πέσαμε στη γη, λόγω της φιλανθρωπίας όμως του κτίστη μας οδηγηθήκαμε στον ουρανό.
Δεν θα με φτάσει η ημέρα για να εκθέσω τα άγραφα μυστήρια της Εκκλησίας.

(Βασιλείου του Μεγάλου, Περί Αγίου Πνεύματος ΚΖ,66, εκδ. ΕΠΕ τόμος 10, σελ. 457-463 μετάφραση ελαφρώς παραλλαγμένη προς τα νέα ελληνικά)

TELOS

PAGAN  http://www.sostis.gr

Posted in PHILOLOGIE | Tagged , , , , , , | Leave a comment

A WΑRRIOR FUNCTION AMONG THE EUROPEANS AND MEDITERRANEANS (2)

(BEING CONTINUED FROM 7/03/2016)

HORACE LECTURE DE TITE-LIVE

1

LA FONCTION DES PREMIERS HORATII

Parmi les familles spécifiquement guerrières des premiers temps de Rome il faut certainement ranger les Horatii. TÔt disparus, peut-être justement à cause de leur périlleuse vocation, ils ne nous sont connus que dans la légende, mais là, à toutes les générations où ils paraissent, ils tiennent une place si exactement et si exclusivement militaire qu’on ne peut hésiter: le Cocles de la guerre contre Porsenna, le “jeune Horace” de la guerre contre les Albains suffisent à prouver que l’office des hommes de ce nom était de se battre pour Rome. C’est sans doute le seul résidu historique qu’on puisse tirer de ces récits glorieux: il n’est pas négligeable. Les légendes sur ces vieux Horatii ont d’ailleurs en commun un trait significatif.

Chaque fois qu’ils interviennent, le salut, la puissance ou simplement la victoire est assuré à Rome par un combattant unique, détaché de l’armée, substitué à l’armée, soit que les autres soldats n’aient pas combattu, soit qu’ils aient rompu le combat avant lui, soit que pour une autre raison leur combat n’ait pas compté dans l’appréciation finale du résultat. C’est ainsi que le È,- nior Horatius Cocles défend à lui seul le pont du Tibre après la retraite de toute l’armée. après celle même des deux seniores Sp. Larcius et T. Herminius qui d’abord l’accompagnaient. C’est ainsi que le “jeune Horace”, choisi avec ses deux frères comme champion de Rome pour combattre les Albains Curiaces au nom de toute l’armée romaine, ses deux frères ayant succombé très vite, soutient à lui seul et remplit victorieusement la mission, ce qui inspire à Florus la juste réflexion suivante: “La victoire fut ainsi acquise. honneur rare. par le bras d’un seul”, sic. rarum alias decus. unius manu parta victoria est. C’est ainsi enfin. dans des conditions obscures et bien différentes mais où reparai\ le nom de Horatius, que Rome, au début de la première guerre de la République, juste avant l’entrée en scène de Porsenna, gagne au bois d’Arsia la première bataille sur les Etrusques de Tarquin: les deux armées ont l’une et l’autre perdu un grand nombre de soldats et. l’issue du combat étant contestée, toutes deux campent sur le champ comme c’est le privilège du vainqueur; mais. du bois sacré voisin, qui est justement celui d’un héros nommé Horatius ou Bora,:” tus, sort une voix formidable qui les départage: “Les Etrusques. dit-elle, ont 10 perdu un homme de plus, les Romains sont vainqueurs !”. AussitÔt les Etrusques s’enfuient, pris de panique, et les Romains restent martres du terrain: le héros Horatius vient donc, sinon d’assurer par lui-même et militairement comme ses homonymes la victoire aux Romains, du moins de les montrer, de les démontrer victorieux, et cela en mettant en vedette un seul Romain entre tous, celui qui survit alors que son homologue étrusque est mort. Ce facteur invariant des légendes attachées au nom de Horatius devra être expliqué.

D’autres traits remarquables se répètent d’ailleurs d’un récit à l’autre; Cocles, comme le jeune Horace, a commencé son combat avec deux parastates qui disparaissent ensuite; Cocles, comme le Horatius du bois d’Arsia, agit sur les Etrusques par une sorte de prestige. par une panique soudaine que les regards de l’un et le cri de l’autre sèment dans les rangs de ces soldats pourtant braves entre tous; l’un et l’autre sont des “terribles”, et “terrible” également est le jeune Horace de la guerre albaine, sinon pendant son duel du moins aussitÔt après, puisque, dans un mouvement de fureur que Denys d’Halicarnasse qualifiera de “sauvage, bestial”, e np l CIl 6 ~.5. il ne pourra se tenir de tuer sa soeur. Enfin les annalistes romains qui, même pour les plus anciennes périodes, ne sont jamais en peine de précisions, semblent démunis quand il s’agit des Horatii ; ni le degré de la parenté qui relie le champion du roi Tullus à celui du consul Publicola, ni même le prénom de l’un et de l’autre ne sont indiqués avec assurance.

Bien mieux, quand le nom apparart pour la première fois dans l’histoire, à propos du combat contre les Curiaces, Tite-Live pousse le scrupule jusqu’à dire qu’il n’est pas sûr que les Horatii aient été les champions de Rome et les Curiatii ceux d’Albe plutÔt que l’inverse. Quant au’ “héros” Horatius ou Horatus du bois d’Arsia, et son nom et son mode d’action le rapprochent des deux autres Horatii, mais les annalistes, qui d’ailleurs ne savent rien de lui, ne semblent pas le considérer comme un être proprement humain : il est simplement le génie d’un lieu sacré. Nous n’entendons ‘insinuer ni que la gens Horatia n’a pas eu d’existence réelle ni que les divers Horatii de la légende ne sont que des utilisations multiples et des localisations successives d’un même personnage, des “doublets”. pour employer un mot qui n’a pas grand sens et dont nous regrettons d’a.voir abusé autrefois. Nullement; nous avons déjà eu l’occasion de montrer dans l’épisode de Horatius Cocles associé à Mucius Scaevola le prolongement romain de l’importante conception indo-européenne du Chef Borgne associé au Chef Manchot, fonction différente de celle, toute guerrière et non souveraine, que nous sommes conduit maintenant à attribuer au jeune vainqueur des Curiaces. Néanmoins les traits communs définis plus haut recommandent de ne pas interpréter absolument à l’écart des autres l’un quelconque des récits horatiens. Nous aurons à utiliser cette remarque. Mais revenons à notre légende et citons d’abord le principal texte, celui de Tite-Live (l, 23 -26) ;

[La guerre entre Albe et Rome restant indécise et ne profitant qu’à leurs ennemis communs, le chef des Albains fait proposer à Tullus de tout ré- gler par un combat singulier entre deux groupes de trois champions. Le roi accepte et cherche ses hommes. Par une rencontre providentielle, chacune des deux armées compte un groupe de trois frèreSj’umeaux, à peu près égaux en âge et en force, ici les Horatii, là les Curiatii . ” …… Le traité conclu, suivant les conventions, les jumeaux prennent leurs armes. Chacun des deux peuples exhorte ses champions: les dieux nationaux, disent’-ils, la patrie, leurs parents, tout ce qu’ils ont de concitoyens dans la ville et dans l’armée ont les yeux fixés sur eux seuls, sur leurs armes, sur leurs bras. Naturellement braves (feroces et suopte ingenio) et enflammés par ces exhortations, ils s’avencent dans l’intervalle des fronts.

De part et d’autre, les armées s’étaient disposées devant les camps, à l’abri du péril mais non pas de la crainte, car c’était de l’empire qu’il s’agissait, confié à la vaillance et à la fortune de ces quelques hommes. Tendus, suspendus, tous les esprits se passionnent pour l’angoissant spectacle. Le signal est donné. Glaives brandis, tels deux lignes affrontées, les six guerriers s’élancent, portant en eux le courage de deux grandes armées. Indifférents à leur’ propre péril, ils n’ont devant les yeux que le destin de leur patrie: hégémonie ou servitude, il sera ce qu’ils le feront. Au premier choc des armes, aux premiers éclairs des épées, une immense horreur pénètre les spectateurs; l’espérance est égale des deux parts, on se tait, on respire à peine. Mais bientÔt la mêlée s’engage, et ce n’est plus le mouvement des corps, l’enchevêtrement des épées et des boucliers, ce sont les blessures déjà et le sang qui s’offrent à la vue.

Deux des Romains s’écroulent, expirants, l’un sur l’autre, et les trois Albains sont blessés. En voyant tomber les Horaces, l’armée albaine avait crié sa joie, tandis que les légions romaines, consternées, désespérées, mais toujours anxieuses, regardaient leur dernier champion qu’enveloppaient ses trois adversaires. Par chance il était sans blessure: incapable de tenir contre ses ennemis réunis, il pouvait dominer isolément chacun d’eux funiversis solus nequaquam par, sic adversus singulos ferox). Afin de les diviser, il prend la fuite. comptant bien qu’ils vont le poursuivre, chacun à l’allure que lui permettront ses blessures. n est déjà sensiblement éloigné du lieu du combat quand, se retournant, il les voit séparés par de grands intervalles. Un seul le serre d’assez près. il fait volte-face et fond sur lui de tout son élan. L’armée albaine appelle les Curiaces au secours de leur frère, mais déjà Horace est vainqueur’ e.t, son ennemi tué,. court à un autre combat. D’une de ces clameurs que soulèvent les brusques retours de l’espérance, les Romains soutiennent leur champion qui se débarrasse en hltte du second Curiace sans laisser au troisième, déjà proche, le temps de l’atteindre. Désormais, à un contre un, la partie semblait égale, mais les deux hommes n’avaient ni même confiance ni même force: à cet ultime duel, l’un marchait, le corps intact, excité par sa double victoire (geminata victoria ferocem), l’autre se tramait, épuisé par sa blessure, épuisé par la course, et, vaincu d’avance par le massacre de ses frères, s’offrait aux coups du vainqueur. Ce ne fut pas un combat. Le Romain s’écria avec transport: “J’en ai donné deux aux mAnes de mes frères; ce troisième, qu’il aille à l’enjeu de la guerre, que Rom~ commande aux Albains !” Curiace tient à peine son bouclier, Horace lui plonge l’épée dans la gorge, l’abat et le dépouille. “Les Romains accueillent Horace par une ovation de joie et des actions de grâce: la crainte qu’ils viennent d’éprouver double leur allégresse.

Chacun des deux peuples s’occupe ensuite d’ensevelir ses morts, mais avec des sentiments différents, les uns promus à l’empire, les autres livrés au pouvoir étranger. Les tombeaux subsistent encore, élevés à l’endroit où ceux qu’ils couvrent étaient tombés, les deux Romains ensemble et plus près d’Albe, les trois Albains du caté de Rome, mais espacés suivant les péripéties du combat. ” ….. Les armées rentraient dans leurs foyers. En tête marchait Horace, portant devant lui les triples dépouilles. Sa soeur, une jeune fille. fiancée à l’un des Curiaces, vint à sa rencontre et le joignit devant la porte Capène. Reconnaissant sur l’épaule de son frère le manteau qu’elle avait elle-même offert à son fiancé, elle dénoua sa chevelure et, d’une voix coupée de sanglots, appela le mort par son nom. Indigné de voir les larmes de sa soeur offenser sa victoire et insulter à l’allégresse publique (movet feroci juveni animum comploratio sororis in victoria sua tantoque gaudio publico), Horace dégaina et transperça la jeune fille en l’accablant de reproches: itVa-t-en, lui dit-il, avec ton amour scandaleux (abi hinc cum immaturo amore), va rejoindre ton fiancé, toi qui oubli~s tes frères morts, ton frère vivant, toi qui oublies ta patrie! Périsse ainsi toute Romaine qui osera pleurer un ennemi! ”

“Les Pères et la plèbe jugèrent ce meurtre horrible, mais l’exploit ré- cent couvrait le meutrier. Il fut néanmoins traduit devant le roi. Le roi, peu soucieux de prendre la responsabilité d’un jugement pénible et impopulaire et de l’exécution qui suivrait ce jugement. convoqua l’assemblée du peuple et dit “Conformément à la loi, je constitue des duumvirs qui jugeront Horace pour crime d’Etat” (duumviros, inquit, gui Horatio perduellionem judicent, secundum legem facio), Le texte de la loi était terrible: “Que les duumvirs jugent le crime d’Etat; si l’accusé fait appel de leur sentence, qu’on délibère sur l’appel; si leur ‘sentence l’emporte, qu’on lui voile la tête, qu’on le suspende d’une corde à l’arbre fatal, qu’il meure sous les verges soit en dedans doit en dehors de l’enceinte. ” Des duumvirs furent donc constitués en vertu de la loi, et cette même loi ne leur semblait pas permettre un acquittement, Horace etlt-il été innocent, une fois qu’ils l’auraient condamné. Alors l’un des deux prononça: “pU_ blius Horatiius, je te déclare criminel d’Etat. Va, licteur, attache-lui les mains! Le licteur s’était approché, il passait déjà la corde quand, à l’instigation de Tullus, interprète clément de la loi, Horace s’écria : “J’en appelle ! Il Le débat sur l’appel fut porté devant le peuple.

L’émotion était générale; elle fut à son comble lorsqu’on entendit Publius Horatius le père s’écrier que le meurtre de sa fille avait été juste et que, dans le cas contraire, il eOt lui-même usé de sa puissance paternelle pour frapper la coupable. Et il suppliait les Romains qui, l’instant d’avant, l’avaient vu environné d’une brillante famille, de ne pas le priver de tous ses enfants. Puis, embrassant son fils et montrant les dépouilles des Curiaces attachées à l’endroit qu’on appelle encore aujourd’hui Pila Horatia : “Ce même homme, disait-il, que vous acclamiez à son retour, couvert des marques de sa gloire, allez-vous, Romains, le voir garotté, la fourche au cou, battu de verges, supplicié? A peine les Albains pourraient-ils soutenir cet affreux spectacle.

Va donc, licteur, attache ces mains qui viennent, sous les armes, de mettre au monde notre empire! Va, voile la tête du libérateur de notre ville, suspends-le à l’arbre fatal! Frappe-le, soit en dedans des murs, mais alors parmi ces trophées et ces dépouilles, soit en dehors des murs, mais alors au milieu des tombeaux des Curiaces: en quel lieu pouvez-vous conduire ce héros sans que des témoins de son exploit ne protestent contre l’infamie de son supplice? Il Le peuple se laissa vaincre par les larmes du père et par l’intrépidité de l’accusé, égale devant tous les dangers: l’acquittement fut prononcé, plutÔt en raison de l’admiration que causa son courage que par la bonté de sa cause. Il Malgré tout, pour que ce crime patent ne restât pas sans expiation, on ordonna au père de purifier son fils aux frais de l’Etat. Après certains sacrüices expiatoires qui sont restés traditionnels dans la gens Horatia, le père plaça une poutre en travers de la rue, voila la tête de son fils et le fit ainsi passer comme sous le joug .. Cette poutre existe encore aujourd’hui, restaurée constamment aux frais de l’Etat; on.l’appelle la Poutre de la Soeur, sororium tigillum. Quant à la soeur d’Horace, à l’endroit même oille coup l’avait renversée, on lui éleva un tombeau en pierre de taille. Il Florus, en quelques lignes, donne le même récit (l, 3). Quant à Denys d’Halicarnasse, nous le réservons, pour des raisons qui seront indiquées plus loin.

(TO BE COTINUED)

Notes

 

 

 

SOURCE  http://cahiers.kingston.ac.uk/
Posted in PHILOLOGIE | Tagged , , , , | Leave a comment

Η ΥΠΟΔΟΧΗ ΤΩΝ ΒΑΚΧΩΝ (1)

ΚΑΤΑ ΤΟΝ 19ο και 20ό ΑΙΩΝΑ.

ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Στην ιστορία της φιλολογικής κριτικής αποτελεί κοινό τόπο  η διαπίστωση ότι η τραγωδία των Βακχών είναι η αινιγματικότερη του Ευριπίδη1 Η αυστηρή δομή του δράματος,η άρρηκτη σχέση των χορικών με τη δράση και κυρίως η έντονη παρουσία του θεϊκού στοιχείου προκάλεσαν από νωρίς το ιδιαίτερο ενδιαφέρον αλλά και τον προβληματισμό των μελετητών Τα παραπάνω στοιχεία κρίθηκαν ως αινιγματικά,
όχι γιατί αντιβαίνουν προς την παράδοση της τραγικής τέχνης,
αλλά γιατί αιφνιδίασαν ως αρετές του Ευριπίδη, για τον οποίο ήδη το κοινό της εποχής του είχε τη γνώμη ότι ασκούσε τέχνη “αντιπαραδοσιακή”2
Η κατηγορία της αθείας είχε διατυπωθεί από τον Αριστοφάνη3 και επικράτησε ως αυτονόητο χαρακτηριστικό του “ποιητή φιλοσόφου” Παράλληλα, οι ανεκδοτολογικές
διηγήσεις για τη ζωή του ποιητή ενίσχυσαν την εικόνα της διαφορετικής και αντισυμβατικής προσωπικότητας του4 Επομένως, το “αίνιγμα των Βακχών δεν αφορούσε καταρχήν την τραγωδία καθεαυτή, αλλά είχε σχέση με το περιεχόμενο
της γενικότερης αντίληψης για τον Ευριπίδη και το έργο του.
Εύκολα επινοήθηκε η ιδέα της μετάνοιας και επιστροφής σε θρησκευτικές αξίες τις οποίες ο ίδιος είχε παλαιότερα αμφισβητήσει5

Η παλινωδία, μάλιστα, του Ευριπίδη στις Βάκχες συμβιβαζόταν με τη γοητεία που εξακολουθούσε να ασκεί, και στο χριστιανικό πλέον κόσμο, η λατρεία του Διονύσου6, οι
περιπέτειες του οποίου παραλληλίζονταν συχνά με τα πάθη του Θεανθρώπου7
Στον αιώνα μας, όμως, το “αίνιγμα” των Βακχών προσέλαβε διαφορετικό περιεχόμενο και αφορά το δράμα καθεαυτό.

Το 1910 ο Verrai! χρησιμοποίησε τις Βάκχες για να στηρίξει θέσεις ακραίου ορθολογισμού και αυστηρού αντικληρικισμού8,ενω αντίθετα το 1944 ο Dodds υπογράμμισε τα ανορθολογικά στοιχεία του έργου, τα οποία επιβεβαίωναν τη θέση του για τον Ευριπίδη αντιορθολογιστή9. Οι απόψεις του Verrai! και του Dodds συνιστούν τους δυο αντίθετους πόλους10 της σύγχρονης κριτικής για τις Βάκχες και τον Ευριπίδη, και αποτέλεσαν σχολές τις οποίες έπρεπε να λάβουν σοβαρά  υπόψη τους οι εκάστοτε μελετητές Συσσωρεύτηκαν έτσι πολλές αντιφατικές και αντικρουόμενες αντιλήψεις11, χωρίς να γίνει προσπάθεια για την αποτίμηση της συνεισφοράς τους στην καλύτερη κατανόηση του δράματος και, κυρίως, χωρίς να εξεταστούν οι πνευματικές, ιδεολογικές και λοιπές προϋποθέσεις που συνέβαλαν αποφασιστικά στη διαμόρφωση αυτών των αντιλήψεων.
Είναι χαρακτηριστικό ότι  οι διεξοδικότερες αναφορές στο ιστορικό των ερμηνειών των
Βακχών είναι ελάχιστες και αρκετά περιορισμένες12, ενω απουσιάζει, ακόμη και από τις επώνυμες αναγνώσεις του έργου, μια συστηματική και συνθετική εξέταση των εκάστοτε
φιλολογικών προσεγγίσεων13.
Ερευνητικός στόχος της διατριβής αυτής είναι ακριβώς να καλύψει το κενό που επισημάνθηκε, με τη συγκέντρωση,περιγραφή, κριτική συζήτηση και αξιολόγηση των ποικίλων αναγνώσεων του δράματος κατά τους δυο τελευταίους αιώνες,
καθώς και με την αναζήτηση των όρων υπό τους οποίους δημιουργήθηκαν οι αναγνωστικές αυτές προτάσεις .Με άλλα λόγια, επιδιώκεται η ανασυγκρότηση των πνευματικών και ιδεολογικών προϋποθέσεων που δημιούργησαν το κατάλληλο
κλίμα για τη διαμόρφωση ερμηνειών, οι οποίες διαφοροποιούνται ουσιαστικά μεταξύ τους κατά τη μετάβαση από τον έναν αιώνα στον άλλον .Ενα τέτοιο εγχείρημα
απαιτεί καταρχήν μια συνολική εποπτεία του έργου του Ευριπίδη και της θετικής ή αρνητικής υποδοχής του από την εκάστοτε εποχή, ώστε να σχηματιστεί το απαραίτητο πλαίσιο, στο οποίο θα ενταχθεί το υπό εξέταση δράμα Θα πρέπει να απαντηθούν, ως κρισιμότερα, ορισμένα ερωτήματα του τύπου Ποια είναι η στάση του Νίτσε απέναντι στον Ευριπίδη, από που πηγάζει και πώς επηρεάζει τις σύγχρονες φιλολογικές
αναζητήσεις, Τι σημαίνει ο συχνά επαναλαμβανόμενος παραλληλισμός ανάμεσα στον Ιψεν και τον Ευριπίδη, Πως εξηγείται ο υπερβολικός ορθολογισμός του Verrai!               και τι σημαίνει η αντίδραση του Dodds με την υπογράμμιση των ανορθολογικών στοιχείων είτε στον Ευριπίδη γενικότερα είτε στις Βάκχες ειδικότερα, Επιπλέον, θα εξεταστεί ο καίριος ρόλος του Διονύσου στην τραγωδία αυτή και εν συνεχεία θα
απαντηθεί το ερώτημα σε ποιο βαθμό επηρεάζει το δράμα η θρησκειολογική άποψη για το θεό αυτόν, ή αντίστροφα κατά πόσο έχει επηρεάσει η ερμηνεία του δράματος τις
θρησκειολογικές απόψεις, Θα πρέπει, ακόμη, να εξεταστεί κατά πόσο, κυρίως στο δικό μας αιώνα, επηρεάζουν οι περί λογοτεχνίας θεωρίες την ερμηνεία του έργου Τέλος, κρίνεται απαραίτητο να επιχειρηθεί μια συνθετική ερμηνευτική πρόταση για την κατανόηση του δράματος, η οποία να αξιοποιεί ή και να προωθεί τα βιώσιμα στοιχεία που θα προκύψουν από τη διερεύνηση των ποικίλων προσεγγίσεων στο πρώτο μέρος της εργασίας

ΜΕΡΟΣ A’
ΚΕΦΑΛΑΙΟ I
Η ΥΠΟΔΟΧΗ ΤΟΥ ΕΥΡΙΠΙΔΗ ΚΑΙ ΤΩΝ ΒΑΚΧΩΝ ΚΑΤΑ ΤΟΝ 19ο ΑΙΩΝΑ
1 Η ΚΑΤΑΔΙΚΗ ΤΟΥ ΕΥΡΙΠΙΔΗ ΑΠΟ ΤΟΥΣ FRIEDRICH ΚΑΙ AUGUST SCHLEGEL

Το ιδιαίτερο ενδιαφέρον των Ευρωπαίων για την ελληνική αρχαιότητα εκδηλώθηκε ουσιαστικά κατά το δεύτερο μισό του 18ου αιώνα.

Προηγουμένως, η Αναγέννηση είχε προσεγγίσει τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, αλλά μόνο μέσω της ρωμαϊκής παράδοσης,στην οποία κυρίως είχε εστιάσει την προσοχή της1 Όταν, όμως,είχε αρχίσει να διαμορφώνεται η ρομαντική αντίληψη, η Ευρώπη
αναζήτησε να προσπελάσει τον αρχαιοελληνικό κόσμο με ένα νέο πάθος, έχοντας σαφή, πλέον, αίσθηση της ιδιαιτερότητας και της αξίας του2 Ποιητές, κριτικοί της λογοτεχνίας και ιστορικοί της τέχνης αντιμετώπισαν την αρχαία Ελλάδα ως τόπο ιδανικό, όπου
έπρεπε να επιστρέψουν για να ανακαλύψουν αξίες ηθικές και αισθητικές, ικανές να αντισταθμίσουν το δογματισμό του Χριστιανισμού ή τη στειρότητα του γαλλικού κλασικισμού.
Η αναβίωση αυτή ξεκίνησε από τη Γερμανία, όπου – με κέντρο το Πανεπιστήμιο του Göttingen και υπό την καθοδηγητική παρουσία του Christian Gottlieb Heyne – αναπτύχθηκε μια πολύ σπουδαία κίνηση ιστορικών και φιλολογικών σπουδών, που ανέλαβε την αποκατάσταση των αρχαιοελληνικών κειμένων και τον κριτικό
υπομνηματισμό τους Ο νέος ουμανισμός αναδιέταξε, όπως ήταν φυσικό, τους ορίζοντες των φιλολογικών σπουδών και δημιούργησε νέες προϋποθέσεις για την ερμηνεία των έργων της ελληνικής αρχαιότητας3 Οι προϋποθέσεις αυτές αφορούν κυρίως το
περιεχόμενο του ρομαντικού κινήματος, που εκδηλώθηκε κατά τις τελευταίες δεκαετίες του 18ου και τις αρχές του 19ου αιώνα4.
Για να εκφράσουν καλύτερα τις πνευματικές αναζητήσεις τους, οι ρομαντικοί υιοθέτησαν τα κριτήρια του Winckelmann (1717 -1768),ο οποίος είχε ανακαλύψει στην αρχαία ελληνική τέχνη, ιδιαίτερα στη γλυπτική, το συνδυασμό της φυσικής με την ηθική ομορφιά και πρότεινε ως ιδανικό της τέχνης το αίτημα της αρμονίας και της
τελειότητας, προδιαγράφοντας με τον τρόπο αυτόν τα αισθητικά κριτήρια της εποχής5 Όσον αφορά, επομένως, το υπό εξέταση θέμα, θα πρέπει στα κριτήρια αυτά κυρίως να αναζητηθεί η βάση για την αξιολόγηση του Ευριπίδη κατά το 19ο αιώνα. Επειδή ο
ρομαντισμός αγωνιζόταν να αντιδράσει στην αλλοτριωτική επέλαση της θετικής επιστήμης, η φιλοσοφική διάθεση των τραγωδιών του Ευριπίδη ενόχλησε ιδιαιτέρως Ο ποιητής συνδέθηκε με τον ορθολογισμό, ο οποίος όμως θεωρήθηκε ασυμβίβαστος με το
ποιητικό γίγνεσθαι.

Όπως ήταν αναμενόμενο, ο Ευριπίδης αντιμετωπίστηκε αρνητικά. Επειδή, κατά την αντίληψη των ρομαντικών, ο σκεπτικισμός του ποιητή υπονόμευε τον ποιητικό
λόγο, εκτιμήθηκε ότι οι τραγωδίες Του δεν ήταν δυνατό να ανταποκριθούν στο ιδανικό της αρμονικής συνύπαρξης των στοιχείων της δραματικής τέχνης

(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)

ΔΙΑΤΡΙΒΗ ΤΗΣ Νικολαΐδου – Αραμπατζή, Σμάρω  /1996

Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης (ΑΠΘ).

Σχολή Φιλοσοφική. Τμήμα Φιλολογίας. Τομέας Κλασσικών Σπουδών

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1 Ενδεικτικά μόνον παραπέμπω Dodds 1960 xl – xli, Winnington – Ingram
1969α 1 , Lesky 1989 II 380 και Segal 1982 ix, 3
2 Αναφέρομαι στην κριτική του Αριστοφάνη στους Βατράχους (405 π Χ) για
τα καινοφανή στοιχεία των τραγωδιών του Ευριπίδη
3 Θεσμοφοριάζουσες στ 450-1 νυν δ’οΰτος έν ταΐσιν τραγωδία ις ποιων
τους άνδρας άναπέπεικεν ουκ είναι θεούς
4 Για τον ανεκδοτολογικό χαρακτήρα αυτών των πληροφοριών εγκυρότερη
είναι η μελέτη της Lefkowitz, The Euripides Vita (βλ Lefkowitz 1979) Για το
θέμα βλ ακόμη Lefkowitz 1987, 1989 και Stevens 1956
5 Για τη θεωρία της παλινωδίας βλ παρακάτω, σ 59-60

6Η Συνοδός του Τρουλλου II της Κων/ττολης (691/2 μ Χ ) αναγκάστηκε να
απαγορεύσει μαιναδικές λατρευτικές εκδηλώσεις και επικλήσεις των πιστών
στον Διόνυσο Η πληροφορία από τον Henrichs 1978 158 σημ 117
7 Χριστιανική εκδοχή των Βακχών είναι η τραγωδία Χριστός Πάσχων, την
οποία η χειρόγραφη παράδοση αποδίδει στον Γρ Ναζιανζηνό Για το θέμα
βλ Roux 1972 76 σημ 3 Ο Dodds παρατηρεί ότι οι Χριστιανοί μελετητές
υποδέχτηκαν την παλινωδία με ανακούφιση (βλ Dodds 1960 xl)
8 Ο Verrall είχε υποστηρίξει τον ορθολογισμό του Ευριπίδη (Euripides the
Rationalist) το 1895βλ Verrall 1895α
9 Ο Dodds είχε υποστηρίξει τη θέση για τον Ευριπίδη αντιορθολογιστή το
1929 Τον ακολουθεί ο Lesky 1973
10 Βλ Lesky 1989 II 380
11 Winnington – Ingram 1969α vii

12 Βλ Merklin 1964 30 -9
13 Ο Verrall δεν ασχολήθηκε καθόλου με την ιστορία των ερμηνειών των Βακχών, ενώ ο Dodds επισήμανε απλώς την αντίθεση ανάμεσα στην θεωρία της παλινωδίας και τον ορθολογισμό του Verrall (βλ Dodds 1960 xl – xli) Το ίδιο ισχύει και για τον Winnington – Ingram 1969α 4-5 Πιο πρόσφατα, η Roux επισκοπεί αναλυτικά την υποδοχή των Βακχών από το θάνατο του Ευριπίδη έως τη βυζαντινή εποχή (Roux 1972 Ι 72-77) και ο Segal σημειώνει ότι το έργο είναι από τα πολυδιαβασμένα και πολυσυζητημένα της
αρχαιοελληνικής λογοτεχνίας (Segal 1982 ix, 3) .

Αξιόλογη είναι η ιστορική επισκόπηση του Oranje 1984 7-19 Εχει, όμως, μονομερές ενδιαφέρον,επειδή ο μελετητής, εκτός από την επισήμανση του ρόλου του Verrall και του
Dodds, επικεντρώνει την έρευνα του στις ψυχολογικές προσεγγίσεις του έργου. Ιδιαίτερα σημαντικός θα μπορούσε να είναι ο μεταθεωρητικός απολογισμός και σχολιασμός των ερμηνευτικών αντιλήψεων για τον Ευριπίδη γενικότερα από την Michelini, η οποία μάλιστα εκκινεί από την αρνητική υποδοχή του ποιητή κατά το 19ο αι (βλ Michelini 1987 3-10) Η μελετήτρια,όμως, παρά τη σημαντική κριτική διάθεση που επιδεικνύει στην έρευνα της,εξετάζει κατά τρόπο περισσότερο περιγραφικό και λιγότερο συνθετικό τις διάφορες φιλολογικές αντιλήψεις και, κυρίως, δεν αναζητεί τις αιτίες που
συνέβαλαν στην αλλαγή της αντιμετώπισης του Ευριπίδη στις αρχές του 20ου
αιώνα. Το θέμα αυτό αφορά ιδιαιτέρως τις Βάκχες, επειδή κρισιμότερο γεγονός της εν λόγω εποχής τείνει να αναδειχτεί η Γέννηση της Τραγωδίας του Νίτσε (1872), για την οποία σημαντική πηγή έμπνευσης υπήρξε η υπό εξέταση τραγωδία (Για τη σημασία του έργου του Νίτσε βλ παρακάτω, σ 21κ ε )

σημειωσεις κεφ.α

1Για την επίδραση της κλασικής παράδοσης στη Δύση βλ Highet 1988 και Bolgar 1973
2 βλ Silk και Stern 1981 4 , ακόμη Lloyd – Jones 1982b 168-9

3Για το γερμανικό ουμανισμό του 18ου και 19ου αιώνα βλ Silk και Stem 1981 1-14,
ακόμη Lloyd-Jones 1982a ix-xi
4 Για το ρομαντικό κίνημα βλ Brinton 1955 τόμ 11149-158
5 J J Winckelmann, Geschichte der Kunst des Alerthums ανατ Baden-Baden,
Strasbourg 1966 Για την επίδραση του Winckelmann βλ Silk και Stem 1981 6

Posted in PHILOLOGIE | Tagged | Leave a comment

EPEOS-EPOMENA (D)

(BEING CONTINUED FROM 5/03/16)

D. How ancient is the connection between Greece and the Black Sea region?

There is a good deal of evidence of Greek contacts with Anatolia. Note first that

place names with non-Indo-European terminations in -ssos or -ttos, in -inthos or -indos and in the plural -enai (e.g. Parnassos, Hymettos, Cnossos, Corinth, Tiryns, Athenai and Mycenai) … are found most thickly in western and southern Asia Minor, the Aegean islands, and eastern peninsular Greece, but rarely in Macedonia and Epirus. (Hammond 1986: 38-9)

More recent research suggests that the place name endings are in fact Indo-European and “can be accounted for as typically Anatolian or, to be more precise, Luwian” (Finkelberg 1997: 7).

Hammond (1986: 38-9) believes that “this pattern of distribution [of place name endings] is an indication of settlement”. We may certainly agree that is an indication of early interaction between Greece and Anatolia. In this connection it is well to note that Homer (Il.4.681) speaks of a “Pelasgian Argos” in Thessaly which Kirk (1985: 228-29) explains

must be the region of the Sperkheios River and the Malian plain. The Pelasgoi were thought of as prehistoric inhabitants of Greece. … There were Pelasgoi in Crete according to Od. 19.177 … [and] there were Pelasgoi in Asia Minor too. (See Il. 2.840)

Hittite texts of (roughly) the fourteenth to thirteenth century mention the countries of Ahhiyava and Lazpa and someone named Tavakavalas is termed an Ayavalash king and a “brother” of the ruler of Ahhiyava. In discussing these references Hammond (1986: 51-2) maintains that

The word “Ahhiyava” (or in an earlier form “Ahhayiva”) is clearly a transcription of the Greek word “Akhaïa,” just as “Ayavalash” (of which the ending is a Hittite ethnic) is a transcription of “Akhaïos” … “Lazpa” was doubtless the island Lesbos, and “Tariosa” (in another Hittite document) was Troy.

With respect to the linguistic difficulties in identifying the ethnikon Ahhiyawa with Greek Achaioi, Finkelberg (1988) has argued that the Greek can be derived from the Hittite by means of the application of phonetic developments operative in Greek between the fourteenth and eighth centuries, the time of Homer.

Hiller (1991: 214) notes a “striking correspondence” between names in the Argonaut epos and names in Mycenaean Linear B, especially from Pylos: He lists Aiaia (the island of Aia), Aites (the Lord of Aia), Athamas (father of Phrixos), Kretheus (brother of Athamas), Amythaon (son of Kretheus), Iason (leader of the Argonauts), Mopsos (seer of Argonauts), and Lynkeus (spy of Argonauts). Hiller (1991: 214) concludes most significantly that

These names (for some of which it has to be admitted that they can be transliterated also in other ways) cannot, of course, prove anything else but their mere existence already in the Mycenaean period. It could, however, be of some importance that for the greater part they are attested in the Pylos tablets. The Argonauts are traditionally regarded as Minyans who were at home in Southern Thessaly and Northern Boeotia; the same is true for the Pylian Neleides. As has been recognized long ago, there is a remarkable coincidence of river names both in Thessaly and in the Thessalian offspring of the Neleid dynasty. For the same reason a clustering of heroic personal names, originally at home in Thessaly, could be expected to reappear in Mycenaean Pylos. That this is really the case, lends further confidence to the assumption of a Mycenaean origin of the Argonaut epos (Emphasis added).

Certainly this kind of evidence does on balance favor the idea that mainland Greece was involved in Anatolian and Pontic affairs no later than the second half of the second millennium (see Gütterbock 1983; Bryce 1989).

Turning to archaeological evidence, let us first of all note the important evidence from Samothrace. (It will be remembered [see I.E] that the Argonauts voyaged from Lemnos to nearby Samothrace to be initiated in the mysteries of the Kabeiroi.)

Drawing of Linear A Inscription from Samothrace (Source: Matsas 1995: Pl. XXXVIIc)

Dimitri Matsas (1995) published a Linear A inscription–in fact, one in the series of five finds inscribed in Cretan Hieroglyphic and Linear A–which was unearthed in Samothrace in the northeastern Aegean. The archaeological context suggests that these finds–two roundels, two noduli and a nodule–should be dated as early as MM II/MM IIIA (the second half of the 18th century BC).(I thank Margalit Finkelberg for calling this reference to my attention.)

Moving from a coastal island to the continent, J. Warner (1979: 146) suggests that “The West Anatolian building tradition of the Early Bronze Age seems most closely related to the architecture of Thessaly and SE Europe where both the megaron and aspidal plans appear in the Early Bronze Age and before; the relationship is particularly close between the Anatolian and Thracian examples.” Vase shapes (the kantharos with crinkled rim) believed to be of Anatolian origin have been discovered at Crete and dated to the early second millennium (Watrous 1987:67, 70, citing E. Davis). Indeed, Pefkakia (ancient Neleia?), a port on the coast of Thessaly near Volos (Iolkos) was receiving pottery linked to western Anatolia as early as the end of the third millennium (Warren 1989: 7). Figurines attributed to the Hittites have been found in Tiryns and Nezero in Thessaly (Yakar 1976: 126, citing Canby).

In 1978 and 1998 Mee surveyed the archaeological indications of Aegean trade/settlement in Anatolia. He cites the finding of: (1) Mycenaean pottery sherds in central and coastal sites, especially Troy; (2) Minoan style pottery at Akbük, Didyma, Iasos (also Minoan style architecture) and, especially, Miletus (together with Minoan architecture, frescoes and jewellery); and (3) Middle Minoan pottery linking Caria with the Cyclades in the third millennium.

Mention should be made of a Mycenaean-type sword found accidentally at the Hittite capital, Hattushas (Cline 1996). Lightfoot (1998: 47-8) reports the find of two relief vases in northern central Anatolia which are tentatively dated to the seventeenth century BCE:

The smaller of the two vases bears one particularly striking and significant scene, for it depicts a bull above which there are two somersaulting acrobats. Since the vase would seem to predate the famous bull fresco found in the Minoan Palace at Knossos in Crete, the discovery provides new evidence for cross-cultural links and, possibly, for Anatolian influences on Minoan civilization.

Several caveats must be kept in mind, however. Maria C. Shaw points to the remains in Crete of bull-leaping frescoes that are earlier than the “famous” example and, more importantly, that

we need to see illustrations of this vase before we can from an opinion on the question of interconnections and transmissions of themes. There is no reason why bull leaping may not have been practiced both in the Aegean and the Near East. When it comes to representations in art, however, that is a much more complex issue. So far “bull leaping” representations I have seen in Near Eastern scenes are idiosyncratic; they look different from those in the Minoan frescoes of the theme. (AEGEANET, February 6, 1998)

Before we can be sure we must see a more official publication of the vase.

Niemeier (1998) reports strong evidence, in the form of masonry techniques, pottery, fragments of wall-frescoes, of Minoan and Mycenaean influences at Miletus and other sites in western Anatolia. He concludes that the Miletus evidence favors an actual Minoan settlement possibly as early as the mid-seventeenth century and, somewhat later, settlement by Mycenaeans. Further, the excavators of Miletus found two fragments of local pithoi each bearing a sign that was incised before firing. Both are regarded as Linear B signs “but this identification is not completely unequivocal” (Niemeier 1998: 37). Most dramatically, Niemeier (1996; 1998:28) reports the find in a secure deposit dated to c. 1425 (Aegean low chronology) or c. 1490/70 (Aegean high chronology) of three joined fragments of a local clay vessel bearing three signs, incised before firing, in the Linear A script. There are also “claimed Linear A inscribed ‘spindle whorls’ from Troy” (Godart, cited by John Younger, AEGEANET, November 29, 1998). Tom Palaima writes: “The Linear A on spindle whorls is pure fantasy. These aree spindle whorls with abstract patterns, nothing more (AEGEANET April 25, 2004).

With respect to the Miletus Linear A inscription, Palaima suggests that

Sign no. 1 (L 1/AB 56) occurs infrequently also in Mycenaean Greek Linear B, but in a pattern of alternative spellings that clearly shows that the sign was retained by the Mycenaean scribes to render in precise spellings Minoan anthroponyms, theonyms, toponyms, and two Minoan loan words for a special kind of vessel and a particular color used in dyeing textiles. As such AB 56 (along with AB 22 and AB 29) are closely connected with the phonological peculiarities of the Minoan language. This makes it nearly certain that the Linear A MIL Zb 1 represents a Minoan word. (AEGEANET, July 25, 1996)

I understand that other interpretations of AB 56 have been advanced and I will look into them as soon as possible. Meanwhile, I am struck by any possible relationship, however ambiguous, between the Linear A inscription and the dyeing of cloth.

Margalit Finkelberg notes that “most of the hypotheses circulating today claim that the Minoan language is somehow related to ANATOLIAN” and she cites new evidence that may point in this direction (AEGEANET, March 8, 1998). Issues of this kind are, however, beyond the scope of this essay.

For the present study of course evidence of interactions in the Pontic area are of the greatest importance. Rubinson (1991: 283-85) reports that

Some kind of contact, either direct or indirect must have existed between Transcaucasia and Mycenae during the mid-second millennium B.C.E. … The primary evidence comes from the site of Trialeti … located on the Tsalk Plateau in the southern Georgian SSR. It is the burials belonging to the last phase, Middle Bronze III, ca, 1600 to ca. 1450 B.C.E. from which the materials with Aegean parallels are found. … In light of the close technical and stylistic similarities of the cauldrons [the Trialeti cauldron and one found in Shaft Grave 4 at Mycenae], the features of the spear points and other weapons shared between Trialeti and the Aegean may be considered possible influences, rather than accidental similarities. … [D]ating to slightly later, the thirteenth century B.C.E., Mycenaean IIIB ceramics were found at Mashat in Anatolia, not far from the Black Sea Coast. These may have arrived there via the Black Sea rather than overland as the excavator suggests.

Harding (1984: 49) mentions that “two {copper] ingots, one allegedly bearing Aegean signs [“stamped or incised Linear A or Cypro-Minoan signs”], have been recovered from the Black Sea off Bulgaria” (Emphasis added). My understanding is that one ox-hide(??) ingot, without incised signs, was found in the Black Sea by underwater archaeology near Cape Kaliakra, in the region of Balchik on the northern Bulgarian coast. [J.G. de Boer (2002: 444), however, states flatly that the description of this ingot “as an ox-hide ingot is a pure invention on the part of the excavator”.] The second, more standard looking copper ox-hide ingot, lacking only the four carrying handles, does bear Linear script. It comes from the Bulgarian village of Cherkovo in the Bourgas region (Petya Hristova, AEGEANET, January 21, 1999). Hiller (1991: 209-10) states that “The ingot from Cerkovo (near Karnobat) – it seems to be of copper – bears an incised mark comparable to Aegean Linear signs.”

Cherkovo ingot with incised mark. (Source: Hiller 1991: Pl. LV, b)

Brendan McDermott cautiously suggests that the incised mark looks like a plus sign (AEGEANET, January 21, 1999). I cannot help recalling in this connection Robert Drew’s suggestion (in personal correspondence dated August 22, 1989) that “A Golden Fleece does suggest an imaginary ingot of gold (analogous to the ‘ox-hide ingots of copper that have turned up in so many places).” The ox-hide ingots of copper date from the period 1500 to 1100 (see Silver 1995: 142). Yet another Bulgarian find is a clay object in the form of a prism bearing a Linear inscription and a pictograph, possibly of a metal ingot. This object comes from the surface of a pre-historic settlement near Bourgas. There is also a clay tablet with Linear script which was found in the pre-historic settlement at Drama in Iambol. The analysis and evaluation of these objects is apparently nearing completion (Petya Hristova. AEGEANET, January 21, 1999).

Mellink (1988: 115-16) adds that Lévèque “confidently” lists several indications of Aegean-Pontic contacts:

One is the silver “Vaphio cup” [Vaphio lies to the south of Sparta] from Kirovakan in Soviet Armenia. … It dates to the 15th or 16th century B.C. … The other reference is to the ingot found near Cape Kaliakra [noted above], and several anchors of East Mediterranean type

Mention should also be made of some very insecure evidence in the form of a terra cotta ram or horned sheep with a supposed Linear A inscription. Nothing is known about the

“Samsun” ram

circumstances of the find except that the ram is supposed to be “from Samsun,” a port on the Black Sea which could have served as a maritime outlet for the Hittites. Sayce acquired the object and a line drawing was published by Evans (1964: 768) in 1935 and reproduced by Bossert (1942). It is now in the Ashmolean Museum. I understand that the Ashmolean dated the ram to the mid-late first millennium CE, which makes the Linear A inscription a fake. Here is the strange part of the story. Evans (1964: 768) says that “a careful examination of the graffiti has assured me that the bulk of the signs represent recognizable form of the Minoan linear Class A” and he adds in footnote 3:

Obviously the votive figure had been acquired by Professor Sayce in pre-Minoan days [that is, prior to the discovery of Linear A inscriptions]. In his MS. description it appears as a “graffito inscription in an unknown script”.

Assuming that (1) the inscription is really Linear A and that (2) Sayce would have recognized the inscription as Linear A once that script had been discovered in the Aegean, we are left with the conclusion that someone forged a Linear A inscription before Linear A was known!

In summary, there is certainly evidence suggesting the existence in the second millennium of Greek contacts with Anatolia generally and specifically with the Pontic region. Of course it may be objected that nothing unquestionablyGreek dating from much earlier than the seventh century BCE has been excavated at the Black Sea and its approaches, including Cyzicus. I suppose that this must be granted. On the other hand, as Boardman (1980: 239) has noted, the archaeological evidence is hardly exhaustive (cf. Drews 1976: 19) and, in any event, cloth exports, unlike the pottery containers of wine and oil, rarely leave a trace in the archaeological record. Niemeier’s striking results for Miletus and the Bulgarian copper ingot and clay prism finds give us hope that the best is yet to come. By way of conclusion it may be stated with confidence that early merchants were capable of negotiating the difficult corridor (Propontis) from the Aegean through the Dardenelles (Hellespont) and the Bosporus into the Black Sea.29

(TO BE CONTINUED)

Morris Silver

Economics Department

City College of New York

Notes

29See Boardman (1980: 239); Drews (1976: 19); and, especially, Graham (1958: 26-31) and Labaree (1957).

Posted in PHILOLOGIE | Tagged , , , , , , | Leave a comment

ελληνικά κείμενα k αραβικές μεταφράσεις 1

 

Η ΑΡΑΒΙΚΗ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΤΟΥ ΜΕΤΑΓΕΝΕΣΤΕΡΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΕΖΟΥ
ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΨΕΥ∆Ο-ΚΑΛΛΙΣΘΕΝΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΕΓΑ ΑΛΕΞΑΝ∆ΡΟ

ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Στην παρούσα εργασία εξετάζεται το θέμα της αραβικής μετάφρασης του
μεταγενεστέρου ελληνικού πεζού μυθιστορήματος του Ψευδό-Καλλισθένη για τον
μέγα Αλέξανδρο. Το θέμα αυτό δεν έχει μελετηθεί επαρκώς κατά το παρελθόν λόγω
έλλειψης της εκδόσεως του αραβικού κείμενου και ασφαλώς της σύγκρισής του με
άλλα παρεμφερή κείμενα (στα ελληνικά, στα λατινικά, στα αρμενικά, στα
συριακά, στα αιθιοπικά, στα σλαβικά και σε άλλες γλώσσες). Η έλλειψη αυτή είχε
ως αποτέλεσμα η αραβική μετάφραση να μην ήταν πλήρως βεβαιωμένο με ποιο
από αυτά τα κείμενα έχει συγγένεια και κυρίως από ποιο κείμενο προέρχεται και
ακόμα αν οι υπάρχουσες αραβικές μετάφρασες στα διάφορα χειρόγραφα είναι
αυτοτελείς ή προέρχονται από την ίδια πηγή. Τέτοιου είδους ερωτήματα
εξετάζονται εκτενώς στην εισαγωγή και ερευνώνται με διάφορες συγκρίσεις κατά
πόσο ακολουθούν πιστά τις πηγές τους οι διάφοροι μεταφραστές ή γραφείς των
αραβικών χειρογράφων, τί παραλείπουν ή προσθέτουν ή πόσο και πώς
διαφοροποιούν τμήματα ή φράσεις ή λέξεις των πρωτοτύπων τους. Η όλη εργασία
απαρτίζεται από τα εξής 4 μέρη:
Α) Το εισαγωγικό.
Στο μέρος αυτό – όπως εμφαίνεται και από τον Πίνακα Περιεχομένων – εξετάζονται
οι ελληνικές διασκευές (παλαιότερες, βυζαντινές και μεταγενέστερες / νεοελληνικές)
και οι πολυάριθμες μεταφράσεις τους (π.χ. λατινικές, αρμενική, συριακή, περσική,
αιθιοπική κ.ά.). Ακολούθως η μελέτη στρέφεται προς την αραβική μετάφραση.
Εδώ εξετάζονται:
α΄. Η χειρόγραφη παράδοση της αραβικής μετάφρασης. Τα διάφορα χειρόγραφα,
τα οποία αποδελτιώθηκαν, συγκρίθηκαν μεταξύ τους, προκείμενου να
διαπιστωθεί η πληρότητα του περιεχομένου κειμένου τους και κυρίως οι σχέσεις
αναμεταξύ τους, δηλαδή ποια από αυτά σχηματίζουν μια οικογένεια και σε ποια
σχέση βρίσκεται η οικογένεια αυτή με την πηγή ή τις πηγές τους, ώστε με βάση
αυτές τις διαπιστώσεις να γίνει ή ενδεδειγμένη επιλογή για την κριτική έκδοση
για τις αραβικές μεταφράσεις.
β΄. Διερευνάται ακόμα ποιες από τις υπάρχουσες γνωστές διασκευές, ελληνικές και
ξενόγλωσσες, έχουν χρησιμοποιηθεί με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο στη
συγκρότηση της αραβικής μετάφρασης.
γ΄. Αναλύεται ακόμα η γλώσσα της αραβικής μετάφρασης με τα διάφορα χαρα-
κτηριστικά της, ώστε ο ενδιαφερόμενος μελετητής να αντλεί στοιχεία γλωσσικά,
συντακτικά, υφολογικά σημασιολογικά, και ασφαλώς, ιστορικά γύρω από αυτό
το μυθιστόρημα.
Δίδονται ακόμα εκτενή βιβλιογραφικά στοιχεία και παρατίθενται οι σχετικές
βραχυγραφίες των λέξεων του κριτικού υπομνήματος.
Β) Στο μέρος αυτό εκδίδεται το κείμενο αντικριστά· στην αριστερή σελίδα δίδεται
η αραβική μετάφραση και στη δεξιά δίνεται η ελληνική. Παρατίθενται δύο
υπομνήματα:
α΄. Το υπόμνημα με τις πηγές, δηλαδή τα παράλληλα χωρία (στην ελληνική
μετάφραση).
β΄. Το κριτικό υπόμνημα με τις διάφορες γραφές των χειρογράφων της αραβικής
μετάφρασης.
γ΄. Το ελληνικό κείμενο, δηλαδή η μετάφραση του αραβικού χειρογράφου, δίδεται
χωρίς «διορθωτικές» παρεμβάσεις για λόγους αδυναμίας αντιστοιχιών μεταξύ
αραβικής και ελληνικής γλώσσας. Στο κάτω μέρος παρατίθενται οι εκάστοτε πηγές
του μεταφραστή και ακόμα στοιχειώδης ιστορικός κατάλογος με ενδείξεις
χρονολογιών για τα ιστορικά συμβάντα, κυρίως των μαχών ή άλλων ιστορικών
γεγονότων του Μ. Αλεξάνδρου.
Γ) Στο τρίτο μέρος δίδονται σχόλια φιλολογικά (γλωσσικά: γραμματικά,
συντακτικά, σημασιολογικά, υφολογικά), ιστορικά και συγκριτικά (πηγών και
αραβικών μεταφράσεων).
Δ) Το τέταρτο μέρος περιλαμβάνει τις περιλήψεις (Ελληνικά, Αγγλικά, Αραβικά)
και τους καταλόγους των λέξεων. Το μέρος κλείνει με την παράθεση στα ελληνικά
της Βιβλιογραφίας (πηγών: ελληνικές – ξενόγλωσσες).
Το θέμα της εργασίας μου έδωσε ο κ. Α. Λώλος, ο οποίος είναι και επόπτης αυτής
της εργασίας και ο οποίος παρακολούθησε σε όλα τα στάδια την πορεία της
εργασίας μου.
Τα μέλη της τριμελούς Επιτροπής τους κυρίους Α. Ρεγκάκο και Χ. Μπαντάουι
ευχαριστώ θερμά για την βοήθειά τους στην παρούσα εργασία ως επίσης και τα
μέλη που προστέθηκαν, δηλαδή τα υπόλοιπα τέσσερα της επταμελούς Επιτροπής
για την κρίση και την βαθμολόγησή της, κα Σ. Σταυρακοπούλου, Δ. Νικήτα, Β.
Κατσαρό και Π. Νίγδελη.
Το προσωπικό της βιβλιοθήκης και ιδιαίτερα του τομέα, οι οποίοι εκάλυψαν και
οικονομικά την δαπάνη των χειρογράφων αλλά και έδειξαν προθυμία για την
διευκόλυνση περάτωσης της έρευνας μου.
Επίσης ευχαριστώ τον Πρόεδρο του τμήματος και την γραμματεία, ιδιαίτερα την
κ. Ν. Θεοδοσιάδου, διότι χωρίς καθυστέρηση προωθούσαν πάντοτε και
διεκπεραίωναν τις σχετικές γραφειοκρατικές διαδικασίες με τις μεταπτυχιακές (Α΄
και Β΄ κύκλου σπουδών μου) διαδικασίες.
Ξεχωριστά όμως θέλω να ευχαριστήσω το Ίδρυμα Κρατικών Υποτροφιών (Ι.Κ.Υ.)
που μου χορήγησε υποτροφία για την εκπόνηση της διδακτορικής μου διατριβής.
Στην οικογένεια μου για την υπομονή λόγω της μακράς απουσίας μου εκφράζω
και από την θέση αυτή τις ευχαριστίες μου.
ΑΠΘ 2014 Hassan Heakal

Α΄ ΚΕΦΑΛΑΙΟ
1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ
1.1. ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ (: ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ)
1.1.1. Η ιστορική προσωπικότητα του Μ. Αλεξάνδρου κίνησε το ενδιαφέρον
πολλών ανθρώπων, ειδική και μη, γι’ αυτό και η σχετική με τον βίο και τα
πολεμικά έργα του (πράξεις Αλεξάνδρου) Βιβλιογραφία1 είναι αρκετά μεγάλη και
μάλιστα σε πολλές γλώσσες της υφηλίου. Ο Μ. Αλέξανδρος αποτελεί ένα από τα
πλέον γνωστά ιστορικά πρόσωπα του αρχαίου κόσμου με αμείωτη και διαχρονική
αναφορά από πολλούς λαούς ταυτόχρονα χωρίς ακόμα και σήμερα αρκετές
πλευρές της προσωπικότητας και των πράξεών του να έχουν απαντηθεί με
ιστορική ακρίβεια, να έχουν αναλυθεί με τεκμηριωμένη πειθώ και να έχουν
διασφαλίσει κοινή αποδοχή.
1.1.2. Ο ίδιος ο Μ. Αλέξανδρος είχε φροντίσει την οργάνωση της ακριβούς
ιστορικής καταγραφής των πολεμικών έργων/πράξεών του. Με δική του βούληση
και επιλογή είχε οριστεί να συντάσσονται οι γνωστές βασιλικές εφημερίδες υπό
την εποπτεία του Καλλισθένη2, ανιψιού του Αριστοτέλη, γι’ αυτό άλλωστε – πέρα
από την ιστορική διάσταση και αποστολή του πολύ επιτυχώς «επινοήθηκε» από
τον συγγραφέα του Μυθιστορήματος για τον Μ. Αλέξανδρο ως ο συγγραφέας του.
1.1.3. Ένας πολύ μεγάλος αριθμός ιστορικών πηγών και κριτικής θεώρησής τους
ρίχνει φως στο μεγάλο θέμα για τα περί τον Μ. Αλέξανδρο3. Στο έργο του F.
Jacoby4, στον οποίο χρωστάμε την συλλογή σχεδόν όλων των ιστορικών
αποσπασμάτων των διαφόρων (ιστορικών και άλλων κλάδων) συγγραφέων, ώστε
με την βοήθεια αυτών των κειμένων/αποσπασμάτων να είναι δυνατή η
διαμόρφωση ιστορικής γνώμης για τον Μ. Αλέξανδρο και τις πράξεις του.
1.1.4. Να δηλωθεί με σαφήνεια ότι καμιά αυθεντική ιστορική πηγή δεν υπάρχει
γύρω από το πρόσωπο και το έργο του Μ. Αλεξάνδρου παρά το γεγονός ότι ο
ίδιος – ως ελέχθη – είχε τόσο επιμελώς φροντίσει γι’ αυτό. Ό,τι ξέρουμε είναι
πρὀόν μεταγενέστερων πληροφοριών. Μία σχετική για το θέμα μας αναφορά δεν
θα ήταν εδώ άνευ σημασίας γι’ αυτό και στην συνέχεια θα επιχειρηθεί μία πολύ
σύντομη μνημόνευση των κυριοτέρων από αυτές:

α΄. Ο Καλλισθένης· είχε οριστεί από τον ίδιο τον Μ. Αλέξανδρο για να
καταγράφει τα βασιλικά πολεμικά γεγονότα, δηλ. να συνθέτει τις λεγόμενες
βασιλικές εφημερίδες (= βασίλειοι εφημερίδες). Ό,τι σώθηκε από το έργου του
υπάρχει στον Jacoby5.
β΄. Οι επιστολές του Μ. Αλεξάνδρου6, των οποίων, βέβαια, η γνησιότητα
ελέγχεται7, έχουν χρησιμοποιηθεί ως πηγές σύμφωνα με τους ερευνητές8.
γ΄. Οι στρατηγοί και οι ναύαρχοί του: Πτολεμαίος ο Λάγου9, ο μετέπειτα βασιλεύς
της Αιγύπτου, Αριστόβουλος ο Αριστοβούλου10, ο μηχανικός, Νέαρχος ο Κρης11, ο
γνωστός ναύαρχος, ο Ονησίκριτος ναύαρχος και φιλόσοφος12. Είναι γνωστό ότι
καθένας με τον δικό του τρόπο μετά την εκστρατεία κατέγραψε τα γεγονότα, τα
οποία είχε ζήσει έντονα κοντά στον Μ. Αλέξανδρο.
δ΄. Διάφοροι ακόλουθοί του, κυρίως παιδικοί φίλοι του Μ. Αλεξάνδρου με
ποικίλα ενδιαφέροντα, ως π.χ. φιλόσοφοι (Ονησίκριτος, φιλόσοφος κυνικός, ο
Μαρσύας (γιος του Περιάνδρου, του στενού παιδικού περιβάλλοντος του Μ.
Αλεξάνδρου, ιστορικός, νεώτερος αδελφός του Αντιγόνου)13, ρήτορες
(Αναξιμένης14, Χάρης ο Μυτιληναίος15).
ε΄. Οι βηματισταί16. Με εντολή του Μ. Αλεξάνδρου ειδική ομάδα προπορευόταν
του κυρίως τμήματος του στρατού με αποστολή την μέτρηση των αποστάσεων με τα βήματα, εξ ου και βηματισταί, ώστε να γνωρίζουν οι στρατηγοί τις αποστάσεις
των εκάστοτε στρατιωτικών αποστολών και προελάσεών τους αλλά και τους
καταλληλότερους χώρους για στρατοπέδευση. Το έργο τους Σταθμοί
χρησιμοποιήθηκε από μεταγενέστερους συγγραφείς17. Σπουδαιότεροι των
βηματιστών αναφέρονται οι18: Βάττων, Ανόγνητος, Φιλωνίδης, Αμύντας,
Αρχέλαος.
στ΄. Άλλοι συγγραφείς, όπως οι: Κλείταρχος ο Αλεξανδρεύς19, Πολύβιος20,
Διόδωρος21, Στράβων22, Πλούταρχος23, Αντικλείδης ο Αθηναίος24, Αντιγένης25,
Ηγησίας ο Μάγνης26, Νικάνωρ27, Ποτάμων ο Μυτιληναίος28, και διάφοροι
ανώνυμοι29.
ζ΄. Αρριανός30.

η΄. Ιουστίνος31, Παυσανίας32, Αθήναιος33, Στέφανος ο Βυζάντιος34, Σού(ί)δα(ς)35.
θ΄. Κορνήλιος Νέπως, Πομπήιος Τρό(ώ)γος (βλ. RE στις λέξεις: Cornelius Nepos,
Pomp. Trogus).
ι΄. Βυζαντινοί Χρον(-ικ-)ογράφοι36. Μία σειρά συγγραφέων Βυζαντινών Χρον(-ικ-)-
ογράφων ευκαιριακά είτε με αφορμή την συγγραφή μιάς γενικής ιστορίας
(αρχαίας και έως τα χρόνια τους) είτε μεμονωμένως συμπεριλαμβάνουν στο
ιστορικό/χρον(-ικ-)ογραφικό έργο τους διάφορα περιστατικά του βίου και των
πράξεων του Μ. Αλεξάνδρου.

Συνόψιση
1. Οι ιστορικές πηγές – σε όποιο βαθμό αξιοπιστίας τους και αν ληφθούν
υπόψη – συνθέτουν τα αληθινά γεγονότα, δηλ. τα καθαυτό ιστορικά συμβάντα σε
όλες τις δυνατές λεπτομέρειές τους [μία χρήσιμη καθόλα διάκριση της αξιοπιστίας
των πηγών σε παρόμοιες περιπτώσεις, δηλ. της καθαρής ιστοριογραφίας και της  χρήσεώς τους σε μυθιστορηματικά πλαίσια / πεδία προσφέρει ο R. Merkelbach,
όπου και αναλύει / μνημονεύει τις καλύτερες για το θέμα αναλύσεις διαπρεπών
ιστορικών ερευνητών, όπως π.χ. του Ed. Schwartz, του F. Jacoby, του Wehrli, του
K. von Fritz, κ.ά. Ένας πολύ συνοπτικός κατάλογος γεγονότων και χρονολογιών
επισυνάπτεται εδώ ως ΠΙΝΑΚΑΣ I και ΠΙΝΑΚΑΣ II (σσ. XCVIII-XCIX)]. Είναι
αυτονόητο ότι αυτά κατά το μεγαλύτερο μέρος δεν συμβαδίζουν με τις
πληροφορίες/περιγραφές του Μυθιστορήματος. Συνεπώς, δεν δικαιολογείται
καμία απολύτως παρερμηνεία ή σύγχυση των καθαρώς ιστορικών γεγονότων, του
Βίου και των Πράξεων του Μ. Αλεξάνδρου, με τα όποια μυθώδη και «θαυμαστά»
του Μυθιστορήματος. Η εδώ αναφορά τους έγινε για να διευκολυνθεί ο
αναγνώστης στην κρίση του για το πώς και ποια γεγονότα «πέρασαν» στην
σφαίρα του μυθολογικού και αποτέλεσαν το υλικό του Μυθιστορήματος. Αυτά
είναι με μία λέξη τα ιστορικά κείμενα, δηλ. τα αποσπάσματα των ιστορικών
(FGrHi, του F. Jacoby) και κυρίως του Αρριανού (βλ. F. Jacoby, Fragmenta der
griechischen Historiker (= FGrHi) (πρβλ. Βιβλιογραφία).).
2. Στο ενδιάμεσο διάστημα, μεταξύ του ιστορικού στοιχείου και του
μυθολογικού, υπάρχει ένα άλλο υλικό, το οποίο, ενώ είναι ιστορικό και έχει
υπόβαθρο αληθινό, εντούτοις «παραμορφώνεται» από τους διασκευαστές του
μυθιστορήματος, συνιστά για τον αναγνώστη χώρο προβληματισμού και ελέγχου,
δηλ. «αναγκάζει» σχεδόν τον αναγνώστη και τον ερεθίζει να σταθεί με προσοχή
στις εκτιμήσεις του σχετικά με την αλήθεια και την φαντασία. Πρόκειται για τα
κείμενα που «κατασκευάσθηκαν» και εμπλουτίσθηκαν με διάφορα περιστατικά
και στοιχεία, ώστε να εμπλουτίσουν επαρκώς το υλικό του Μυθιστορήματος,
ικανοποιώντας έτσι την συγγραφική επιθυμία του εκάστοτε διασκευαστή, δηλ.
λαμβάνοντας στοιχεία από τον τόπο καταγωγής του κ.λπ. ή «ιδιοποιούμενος»
μέσω κάποιων τέτοιων προσθηκών με συμβάντα αναληθή μία πρωτοτυπία
συνθέσεως. Πρόκειται για τα κείμενα/χωρία, τα οποία στον R. Merkelbach (βλ. R.
Merkelbach – J. Trumpf, Die Quellen κτλ., ό.π., σσ. 20-47.) αναφέρονται ως
«Historische Quelle». Πρόκειται για το υλικό των ιστορικών της Ελληνιστικής
εποχής, του οποίου κύριο χαρακτηριστικό δεν είναι απλώς η απόδοση/γνώση της
ιστορικής αλήθειας αλλά και η ψυχική φόρτιση, η πρόκληση πάθους, κάτι, δηλ.
που φέρνει την ιστοριογραφία κοντά στην ποίηση και πιο συγκεκριμένα στην
τραγωδία (βλ. Πολύβιος (II 56 = FGrHi 81 T 3): σπουδάζω δ’ εις έλεον εκκαλείσθαι
τους αναγιγνώσκοντας και συμπαθείς ποιείν τοις λεγομένοις… πειρώμενος <εν>
εκάστοις αεί προ οφθαλμών τιθέναι τα δεινά… δει τοιγαρούν ουκ επιπλήττειν τον
συγγραφέα τερατευόμενον διά της ιστορίας τους εντυγχάνοντας… καθάπερ οι
τραγωιδιογράφοι. Πλούταρχος, Θεμιστ. 32 (= FGrHi 81 F 76): ο τε φύλαρχος
ώσπερ εν τραγωιδίαι …. ιστορίαι μονονού μηχανήν άρας… αγώνα βούλεται κινείν
και πάθος, ο ουδ’ αν ο τυχών αγνοήσειν ότι πέπλασται. Πρβλ. R. Merkelbach – J.
Trumpf, Die Quellen κτλ., ό.π., σ. 20 και υποσημ. 1, 2, 3.).
3. Έτσι, με βάση το 1 και 2, πρέπει να εκτιμηθεί η ενότητα με τις ιστορικές
πηγές. Είναι ανάγκη να γίνει η αναφορά αυτή, διότι άλλως ο αναγνώστης δεν
δύναται με ακρίβεια να αξιολογήσει τα παρέμβλητα – και φανταστικά – στοιχεία
του μυθιστορήματος, κυρίως να τα συνδυάσει με την ιστορική πραγματικότητα.
Είναι σε πολλές περιπτώσεις τόσο μεγάλη η σύγχυση, την οποία προκαλεί η
ανάμιξηη ιστορικών και μυθικών στοιχείων, ώστε και ο προσεκτικός ακόμα
αναγνώστης ευλόγως διερωτάται για την προέλευση – και την αιτία της
προέλευσης αρκετών τέτοιων περιγραφών [π.χ. το πιο απλό: στον Ψ.-Καλλισθένη I
18-19 (ο Μ. Αλέξανδρος και η συμμετοχή του στους Ολυμπιακούς αγώνες ή ακόμα
η μετάβασή του στην Αιθιοπία, ή στην Ρώμη, ή στον Κ. Κόσμο κ.π.τ.)]. Εννοείται,βέβαια, ότι δεν γίνεται εδώ αναφορά στα μεταγενέστερα κείμενα αλλά στα παλαιότερα το μυθιστορήματος, διότι εκεί (σε αυτά τα μεταγενέστερα κείμενα) η σκοπιμότητα του διασκευαστή είναι προφανής αλλά και κατανοητή, αφού αυτά τα κείμενα «λειτούργησαν» για τα χρόνια εκείνα ως ελπίδα και παρηγοριά για
τους σκλαβωμένους Έλληνες – και λοιπούς λαούς – και ήταν ένα είδος απάλυνσης
του βάρους από το φορτίο της μαύρης και δυσβάσταχτης πίεσης και δουλείας τους
λόγω της πολύχρονης και σκληρής σκλαβιάς τους (βλ. Αναστάσιος Χ. Λώλος, Η
αραβική μετάφραση κτλ., ό.π., σσ. 198-202.) ή για κάποιους λαούς ότι είχαν
υποστεί ταπεινωτική γι’ αυτούς κατάλυση των βασιλείων / κρατών τους (βλ.
Αναστάσιος Χ. Λώλος, Η αιθιοπική κτλ., ό.π., σσ. 269-271, 284-286.).

(CYNECHIZETAI)

∆Ι∆ΑΚΤΟΡΙΚΗ ∆ΙΑΤΡΙΒΗ
HASSAN ATIA HEAKAL

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗ ΣΧΟΛΗ
ΤΜΗΜΑ ΦΙΛΟΛΟΓΙΑΣ
ΤΟΜΕΑΣ ΚΛΑΣΙΚΩΝ ΣΠΟΥ∆ΩΝ

SEEMEIOOCEIS

1 Βλ. π.χ. ενδεικτικά: J. Seibert, Alexander κτλ., ό.π., σσ. V-XIV, 1-329. H. Berve, Alexaderreich κτλ.,ό.π., βλ. Βιβλιογραφία.. F. Schachermeyr, Alexander κτλ., ό.π., βλ. Βιβλιογραφία. W. W Tarn,Alexander κτλ. (γερμ. μετάφρ. βλ. Βιβλιογραφία). J. G. Droysen, Geschichte des Hellenismus κτλ. (βλ.Βιβλιογραφία: ελλην. έκδ. Ι. Πανταζίδου, Αθήναι, 1889· νέα έκδ. Berlin, 1934). H. Bengtson,Alexander und der Hellenismus. U. Wilcken, Alexander der Grosse, Leipzig, 1931. N. J. Burich,Alexander the Great: A Bibliography. K. Beloch, Griechische Geschichte, I-III, 1 και 2, Berlin, 1922-1927. J. Kaerst στην RE (εκτεταμένο άρθρο).
2 Πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο, στο οποίο αποδίδεται (και) το γνωστό Μυθιστόρημα του (Ψ.-)-Καλλισθένη για τον Μ. Αλέξανδρο. Βλ. γενικώς: RE στην λ. Καλλισθένης.
3 Για μία εξαιρετικού ενδιαφέροντος κριτική αποτίμηση των ιστορικών πηγών για τον Μ.Αλέξανδρο βλ. στον G. Sainte-Croix, Examin critique des anciens historiens d’Alexandre le Grand,Paris, 21810 και στον G. Radet, Notes critiques sur l’histoire d’Alexandre, Paris 1925.
4 Βλ. την μνημειώδη έκδοση των αποσπασμάτων: Fragmenta Griechischer Historiker (FGrHi) σε πολλούς τόμους, οι περισσότεροι από τους οποίους παραμένουν εισέτι ασχολίαστοι. Για τον Μ.Αλέξανδρο, υπό τον τίτλο: Alexandergeschichte τόμ. 2, II B (τα αποσπάσματα) και ΙΙ DB τα σχόλια·βλ. στην Βιβλιογραφία.

5 Βλ. F. Jacoby, FGrHi, ό.π., αρ. 117. 124 (σσ. 618-622, 631-657). Ακόμα J. Seibert, Alexander κτλ.,ό.π., σ. V-XIV, 1-329.
6 Υπήρχαν διάφορες συλλογές αυτών των Επιστολών· π.χ. E. Pridik, De Alexandris Magni epistularum commercio, Diss., Dorpat, 1893. A. M. Zumetikos, De Alexandri Olympiadisque epistularum fontibus et reliquiis, Diss. Berlin, 1884. J. G. Droysen, Geschichte des Hellenismus, ό.π.,σσ. 399-405.
7 Βλ. R. Hansen, Über die Echtkeit κτλ., Philologus 39, 1880, 258-304. Πρβλ. R. Merkelbach, Pseudo-Kallisthenes und Briefroman κτλ., Aegyptus 47, 1947, 144-158.
8 Βλ. J. Kaerst, Der Briefwechsel κτλ., ό.π., σσ. 107-117. Ακόμα του ιδίου Philologus 51, 1892, 602-622. H. Berve, Alexanderreich κτλ. ό.π., I, σ. 44 υποσημ. 2 (1926). W. W. Tarn, Alexander κτλ., ό.π., σ.447 και σσ. 600 κεε. Πρβλ. J. Seibert, Alexander κτλ., ό.π., σσ. 4-5, 229-230.
9 Είναι ο γνωστός (μετέπειτα) βασιλεύς της Αιγύπτου, ιδρυτής της δυναστείας των Πτολεμαίων. Βλ.F. Jacoby, FGrHi, κτλ., ό.π., σσ. 498-508 και 752-762 (υπ’ αρ. 138). Μία από τις κύριες πηγές του Αρριανού.
10 Ο Αριστόβουλος ο Αριστοβούλου Κασσανδρεύς, είναι η άλλη κύρια πηγή του Αρριανού. Βλ.FGrHi (F. Jacoby), ό.π., σσ. 508-525 και 769-799 (υπ’ αρ. 139).
11 Ο Νέαρχος συγκαταλέγεται στον στενό παιδικό κύκλο του Μ. Αλεξάνδρου, ήταν ναύαρχος και συνέγραψε για τις Ινδίες, τις οποίες είχε διαπλεύσει. Βλ. F. Jacoby, FGrHi, ό.π., σσ. 445-468 και 677-722 (υπ’ αρ. 133).
12 Βλ. F. Jacoby. FGrHi, ό.π., σσ. 468-480 και 723-736 (υπ’ αρ. 134).
13 Αναξιμένης ο Λαμψακηνός, ρήτωρ και φιλοσοφος (κυνικός), Τα κατά Φιλίππου και το
Βυζάντιον (F. Jacoby, FGrHi, ό.π., σσ. 112 κεε., II Α 72 σ. 105 κε.) υπήρξε δάσκαλος του Μ.
Αλεξάνδρου, γνωστός και από το έργο του Ρητορική προς Αλέξανδρον. Βλ. J. Seibert, Alexander κτλ., ό.π., σσ. 23, 239-240 (σχετική Βιβλιογραφία). H. Berve, Alexanderreich κτλ., ό.π., σ. ΙΙ, Nr. 71.A. Körte, Anaximenes v. Lampsakos als Alexanderhistoriker, RhM. 61, 1906, 472-480. F. Jacoby, Die Alexandergeschichte des Anaximenes, Hermes 58, 1923, 457-458. A. von Domaszewski, Die Phalangen Alex. und Caesars Legiones, SB Heidelberg 1925/6, 1. Abh., Heidelberg 1926, 15-25. H.Bengtson, Gr. Gesch., ό.π., σ. 330.
14 Χάρης ο Μυτιληναίος· το 330-329 είχε αναγορευθεί εισαγγελεύς, δηλ. βασιλικός γραμματεύς.
Έγραψε τουλάχιστον 10 βιβλία περί Αλέξανδρον ιστορίας. Βλ. J. Seibert, Alexander κτλ., ό.π., σσ.12-14 και 234 (όπου σχετική βιβλιογραφία μαζί με τις υποσημ.). Βλ. RE 3,2, 1899, στήλη 2129 στην λ. Chares, αρ. 13. F. Jacoby, FGrHi, ό.π., σσ. 432-437 και 657-665 (υπ’ αρ. 125). H. Berve,Alexanderreich, ό.π., II, αρ. 820.
15 Μαρσύας ο Πελλαίος και Μαρσύας ο Φιλιππίσιος· βλ. F. Jacoby, FGrHi, ό.π., σσ. 480-484 και 736-741 (υπ’ αρ. 135 και 136).
16 Για τους βηματιστές βλ. ακόμα F. Jacoby, FGrHi στην λ. Bematisten. Πρβλ. με τις εδώ υποσημ. 17και 18.

17 Βλ. π.χ. P. Brunt, Arrian, I (έκδ. Loeb, σ. 487 κε.).
18 Βλ. τους αναφερομένους από τον F. Jacoby, FGrHi, ό.π., σσ. 406-441 και 622-631 (υπ’ αρ. 119-123).
19 Κλείταρχος ο Αλεξανδρεύς· βλ. RE XI.1 στην λ. Κλείταρχος, στήλη 699 κεε. F. Jacoby, FGrHi, ό.π.,σσ. 484-498 και 741-752 (υπ’ αρ. 137).
20 Πολύβιος ο Μεγαλοπολίτης, ιστορικός (200-120 π.Χ.). Υπάρχουν στο έργο του διάσπαρτες χρήσιμες ιστορικές πληροφορίες για τον Μ. Αλέξανδρο. Βλ. RE στην λ. Πολύβιος (Polybios). Πρβλ.F. Jacoby, FGrHi, ό.π., σσ. 440, 484, 515, 648, 651-653 passim.
21 Διόδωρος ο Σικελιώτης, ιστορικός (1ος π.Χ. αι.), το βιβλίο XVII περιέχει την περίοδο της βασιλείας του Μ. Αλεξάνδρου και τους πολέμους του στην Ασία. Βλ. J. Seibert, Alexander κτλ., ό.π.,σσ. 25-29 (με πολύ αναλυτική παρουσίαση) και 241-243 (με πλούσια σχετική βιβλιογραφία).
Αποτελεί αξιοπρόσεκτη και ενδιαφέρουσα πηγή αμέσως μετά τον Αρριανό.
22 Στράβων, ο γνωστός γεωγράφος παρέχει σε διάφορα σημεία του έργου του ιστορικές
πληροφορίες για τον Μ. Αλέξανδρο. Βλ. RE στην λ. Στράβων (Strabo). Πρβλ. F. Jacoby, FGrHi, ό.π.,σσ. 457, 478, 459, 461, 471, 475, 476, 479, 490, 492, 493, 495, 503, 506, 514, 519, 520, 622-626(passim).
23 Πλούταρχος ο Χαιρωνεύς. Ο θησαυρός των γνώσεων και των πηγών για τους αρχαίους
συγγραφείς και τον αρχαίο γενικά κόσμο, τον οποίο αποδελτίωσε και σχολίασε ο Πλούταρχος είναι όντως αξιοθαύμαστος. Βλ. RE 21,1 στην λ. Πλούταρχος (: Plutarch), στήλες 636-962. W.Schmid – O. Stählin, Geschichte d. gr. Lit., ό.π., II 1, σσ. 485-534. Ο Πλούταρχος σε δύο έργα του (Βίοι: Αλέξανδρος) και Ηθικά (περί της Αλεξάνδρου τύχης ή αρετής) αποτελεί πηγή για τον βίο και τις πράξεις του Μ. Αλεξάνδρου. Η αξία των μαρτυριών του Πλουτάρχου έχει πολλαπλώς σχολιαστεί από πολλούς κατά καιρούς ερευνητές. Βλ. J. Seibert, Alexander κτλ., ό.π., σσ. 35-38 (με ενδελεχή σχολιασμό των αξιολογήσεων άλλων ειδικών ερευνητών) και 245-248 (με ειδική και πλούσια σχετική βιβλιογραφία στις υποσημμ.).
24 Αντικλείδης ο Αθηναίος μας – στον βαθμό που αποσπασματικά γνωρίζουμε το έργο του –πληροφορίες για το πώς οι Αθηναίοι είχαν δει τον Μ. Αλέξανδρο και το έργο του. Βλ. F. Jacoby,FGrHi, ό.π., σσ. 525-528 και 799-803 (υπ’ αρ. 140).
25 Αντιγένης· ακόμα ένας άλλος ιστορικός για τον βίο και το έργο του Μ. Αλεξάνδρου. Βλ. F.Jacoby, FGrHi, ό.π., σσ. 528-529 και 804 (υπ’ αρ. 141). Πρβλ. RE Z, στήλη 2399,9. Πλούταρχ. Αλέξ.70. Αρριαν. Ανάβ. V 16, VZ 17,3.
26 Ηγησίας ο Μάγνης, βλ. F. Jacoby, FGrHi, ό.π., σσ. 529-531 και 804-811 (υπ’ αρ. 142).
27 Νικάνωρ· αναφέρεται ως ένας του στενού παιδικού περιβάλλοντος του Μ. Αλεξάνδρου, τον οποίο ακολούθησε στην εκστρατεία του. Βλ. Berve, Alexanderreich κτλ., ό.π., II 276, αρ. 557. F.Jacoby, FGrHi, ό.π., σσ. 532-533 και 814-815 (υπ’ αρ. 146).
28 Ποτάμων ο Μυτιληναίος (ρήτωρ): βλ. F. Jacoby, FGrHi, ό.π., σσ. 533 και 815 (υπ’ αρ. 147).
Strabon XIII 2,3. Σού(ί)δα(ς) στην λ. Ποτάμων Μυτιληναίος και αυτόθι στην λ. Θεόδωρος
Γαδαρεύς.
29 Βλ. π.χ. F. Jacoby, FGrHi, ό.π., σσ. 533-539 και 816-822 (υπ’ αρ. 148, 151).
30 Φλάβιος Αρριανός (95-175 μ.Χ.). Υπήρξε μαθητής του Επικτήτου και διετέλεσε ανώτατος κρατικός υπάλληλος της Ρώμης υπό τον αυτοκράτορα Αδριανό. Καταγόταν από την Νικομήδεια της Βιθυνίας. Το κύριο έργο του Αλεξάνδρου Ανάβασις (βλ. TUSCULUM, ελλην. έκδ., επιμ. Αναστ.Χ. Λώλος, ό.π., σ. 82), το οποίο είναι και η κυριώτερη πηγή για τον Βίο και τις Πράξεις του Μ.Αλεξάνδρου. Το κείμενο (έκδ. A. G. Roos – G. Wirth στην BT, Leipzig 21967-68) έχει πολλαπλώς σχολιαστεί και μεταφραστεί σε αρκετές γλώσσες (ελλην. έκδ. με εισαγωγή, μετάφραση και σχόλια από τον Θ. Σαρικάκη, στην σειρά των εκδόσεων της Ακαδημίας Αθηνών: 1ος τόμ. (βιβλία Α΄-Γ΄),
Αθήνα 38-40 (με εμπεριστατωμένη ανάλυση του κυρίου έργου του, των πηγών τους και του δευτέρου έργου του Η Ινδική, ως συμπλήρωμα της Αναβάσεως και του παράπλου Ινδίας του Νεάρχου) και σ. 248 (υποσημ. με πολύ καλή αναφορά στην βασική Βιβλιογραφία για το Αρριανό).
Ακόμα RE 2,1 στην λ. Arrianus. H. Nissen, Die Abfassungszeit von Arrianus Anabasis, RhM 43,1888, 236 κεε. F. Jacoby, FGrHi 156, II B (1929) και II D (1930), σσ. 551-553. Gr. Wirth, Anm. z.Arrianbiographie, Historia 13, 1964, 209-245. G. W. Bowersock, A New Inscription of Arrian. Gr.,Rom. and Byz. Studies 8, 1967, 279-280. P. A. Stadter, Fl. Arrianus. The New Xenophon. Gr., Rom.and Byz. Studies, 8, 1967, 155-161. R. B. Steele, Plutarch’s Alexander and Arrian’s Anabasis, ClPh. 11,1916, 419-425. Του ιδίου: The Method of Arrian in the Anabasis, ClPh. 14, 1919, 147-157. Του ιδίου:
Curtius and Arrian, AJPh 40, 1919, 37-63 και 152-172. Του ιδίου: Arrian’s Anabasis and Book XVII of Diodorus ChPh. 15, 1920, 282-295. A. B. Breebaurt, Einige historiographische Aspekten von Arrianus’ Anabasis Alexandri, Diss. Leiden 1960. H. Montgomery, Gedanke und Tat. Zur Erzählungstechnik bei Herodot, Thukydides, Xeonophon und Arrian, Diss. Uppsala, Stockholm,1965, σσ. 162-233. P. Chantraine, Arr. Indice (Collect. G. Budé), Paris, 21952 (σσ. 1-19). J. Meunier,Les sources de la monographie d’Arrian sur l’Inde, Musée belge 26, 1922, 5-24. P. A. Brunt, Loeb,
1976-. A. B. Bosworth, A. Historical commentary of Arrian’s History of Alexander I, Commentary on Books i-iii, Oxford, 1980. H. Berve, Das Alexanderreich auf prosopographischer Grundlage, τόμ. Β΄(Prosopographie), München, 1926.
31 Ιουστίνος (2 ή 3 αι. μ.Χ.) συνέγραψε επιτομή των Φιλιππικών Πομπηίου Τρό(ώ)γου. Βλ. J. Seibert,Alexander κτλ., ό.π., σσ. 40-41 και 249-250. Βλ. O. Seel, BT, Leipzig, 1935 (αναθεώρ. της έκδ. του F.Ruehl του 1886). M. Schanz – C. Hosius, Geschichte d. röm. Literatus München, 2. Teil, 41935, σσ.319-325 (Πομπήιος Τρό(ώ)γος), σσ. 325-327 (Ιουστίνος). RE 21,1 (1952), στήλ. 2300-2313, στην λ.Pompeius, αρ. 142 (A. Klotz). RE 10,1 (1918), στήλ. 956-958, στην λ. Iunianus, αρ. 4 (F. Kroll).
32 Στο έργο του Παυσανία υπάρχουν διάσπαρτα ιστορικά στοιχεία για τον Μ. Αλέξανδρο. Πρβλ.Απ. Β. Δασκαλάκη, Ο Μέγας Αλέξανδρος κτλ., ό.π., σσ. 12, 61, 85-92, 185, 263, 343. Πρβλ. F. Jacoby,FGrHi ό.π., σσ. 440, 444, 527.
33 Ο Αθήναιος περιέχει στο έργο του αναφορές στον Μ. Αλέξανδρο, τις οποίες είχε αντλήσει από διάφορες πηγές (γνωστές ή άγνωστες / χαμένες). Πρβλ. Απ. Β. Δασκαλάκη, Ο Μέγας Αλέξανδρος κτλ., ό.π., σσ. 185, 192, 327-329. Πρβλ. F. Jacoby, FGrHi, ό.π., σσ. 438, 479, 483, 618-619, 622, 627-628, 636, 639-642 passim.
34 Στον Στέφανο τον Βυζάντιο ανευρίσκονται λάφυρα γεωγραφικά και κύρια ονόματα, τα οποία σχετίζονται με τον Μ. Αλέξανδρο. Πρβλ. F. Jacoby, FGrHi, ό.π., σσ. 410, 483, 498, 513, 526, 532, 538,643, 676, 678, 740, 828 passim.
35 Ο/Η Σού(ί)δα(ς) μνημονεύονται στις ιστορικές πηγές, αφού αρκετά ονόματα ιστορικών, οι οποίοι συνέγραψαν για τον Μ. Αλέξανδρο, μαρτυρούνται στο έργο του, π.χ. εφημερίσιν: των εφ’ εκάστης ημέρας συμπτόντων απογραφή. Πρβλ. F. Jacoby, FGrHi, ό.π., σσ. 404, 533, 622, 631, 673, 676, 677,736-737, 799, 815, 818, 828 passim.
36 Μία αναλυτική καταγραφή έχει επιχειρήσει ο H. J. Gleixner, Das Alexanderbild der Byzantiner,Diss., München, 1961, σσ. 11-126.

Posted in PHILOLOGIE | Tagged , , , , , , , , , , , | Leave a comment

The Dream Of a Ridiculous Man (3last)

(BEING CONTINUED FROM 29/02/16)

“How can it be repeated and what for? I love and can love only that earth which I have left, stained with my blood, when, in my ingratitude, I quenched my life with a bullet in my heart. But I have never, never ceased to love that earth, and perhaps on the very night I parted from it I loved it more than ever. Is there suffering upon this new earth? On our earth we can only love with suffering and through suffering. We cannot love otherwise, and we know of no other sort of love. I want suffering in order to love. I long, I thirst, this very instant, to kiss with tears the earth that I have left, and I don’t want, I won’t accept life on any other!”

But my companion had already left me. I suddenly, quite without noticing how, found myself on this other earth, in the bright light of a sunny day, fair as paradise. I believe I was standing on one of the islands that make up on our globe the Greek archipelago, or on the coast of the mainland facing that archipelago. Oh, everything was exactly as it is with us, only everything seemed to have a festive radiance, the splendour of some great, holy triumph attained at last. The caressing sea, green as emerald, splashed softly upon the shore and kissed it with manifest, almost conscious love. The tall, lovely trees stood in all the glory of their blossom, and their innumerable leaves greeted me, I am certain, with their soft, caressing rustle and seemed to articulate words of love. The grass glowed with bright and fragrant flowers. Birds were flying in flocks in the air, and perched fearlessly on my shoulders and arms and joyfully struck me with their darling, fluttering wings. And at last I saw and knew the people of this happy land. That came to me of themselves, they surrounded me, kissed me. The children of the sun, the children of their sun — oh, how beautiful they were! Never had I seen on our own earth such beauty in mankind. Only perhaps in our children, in their earliest years, one might find, some remote faint reflection of this beauty. The eyes of these happy people shone with a clear brightness. Their faces were radiant with the light of reason and fullness of a serenity that comes of perfect understanding, but those faces were gay; in their words and voices there was a note of childlike joy. Oh, from the first moment, from the first glance at them, I understood it all! It was the earth untarnished by the Fall; on it lived people who had not sinned. They lived just in such a paradise as that in which, according to all the legends of mankind, our first parents lived before they sinned; the only difference was that all this earth was the same paradise. These people, laughing joyfully, thronged round me and caressed me; they took me home with them, and each of them tried to reassure me. Oh, they asked me no questions, but they seemed, I fancied, to know everything without asking, and they wanted to make haste to smoothe away the signs of suffering from my face.

IV

And do you know what? Well, granted that it was only a dream, yet the sensation of the love of those innocent and beautiful people has remained with me for ever, and I feel as though their love is still flowing out to me from over there. I have seen them myself, have known them and been convinced; I loved them, I suffered for them afterwards. Oh, I understood at once even at the time that in many things I could not understand them at all; as an up-to-date Russian progressive and contemptible Petersburger, it struck me as inexplicable that, knowing so much, they had, for instance, no science like our. But I soon realised that their knowledge was gained and fostered by intuitions different from those of us on earth, and that their aspirations, too, were quite different. They desired nothing and were at peace; they did not aspire to knowledge of life as we aspire to understand it, because their lives were full. But their knowledge was higher and deeper than ours; for our science seeks to explain what life is, aspires to understand it in order to teach others how to love, while they without science knew how to live; and that I understood, but I could not understand their knowledge. They showed me their trees, and I could not understand the intense love with which they looked at them; it was as though they were talking with creatures like themselves. And perhaps I shall not be mistaken if I say that they conversed with them. Yes, they had found their language, and I am convinced that the trees understood them. They looked at all Nature like that — at the animals who lived in peace with them and did not attack them, but loved them, conquered by their love. They pointed to the stars and told me something about them which I could not understand, but I am convinced that they were somehow in touch with the stars, not only in thought, but by some living channel. Oh, these people did not persist in trying to make me understand them, they loved me without that, but I knew that they would never understand me, and so I hardly spoke to them about our earth. I only kissed in their presence the earth on which they lived and mutely worshipped them themselves. And they saw that and let me worship them without being abashed at my adoration, for they themselves loved much. They were not unhappy on my account when at times I kissed their feet with tears, joyfully conscious of the love with which they would respond to mine. At times I asked myself with wonder how it was they were able never to offend a creature like me, and never once to arouse a feeling of jealousy or envy in me? Often I wondered how it could be that, boastful and untruthful as I was, I never talked to them of what I knew — of which, of course, they had no notion — that I was never tempted to do so by a desire to astonish or even to benefit them.

They were as gay and sportive as children. They wandered about their lovely woods and copses, they sang their lovely songs; their fair was light — the fruits of their trees, the honey from their woods, and the milk of the animals who loved them. The work they did for food and raiment was brief and not labourious. They loved and begot children, but I never noticed in them the impulse of that cruel sensuality which overcomes almost every man on this earth, all and each, and is the source of almost every sin of mankind on earth. They rejoiced at the arrival of children as new beings to share their happiness. There was no quarrelling, no jealousy among them, and they did not even know what the words meant. Their children were the children of all, for they all made up one family. There was scarcely any illness among them, though there was death; but their old people died peacefully, as though falling asleep, giving blessings and smiles to those who surrounded them to take their last farewell with bright and lovely smiles. I never saw grief or tears on those occasions, but only love, which reached the point of ecstasy, but a calm ecstasy, made perfect and contemplative. One might think that they were still in contact with the departed after death, and that their earthly union was not cut short by death. They scarcely understood me when I questioned them about immortality, but evidently they were so convinced of it without reasoning that it was not for them a question at all. They had no temples, but they had a real living and uninterrupted sense of oneness with the whole of the universe; they had no creed, but they had a certain knowledge that when their earthly joy had reached the limits of earthly nature, then there would come for them, for the living and for the dead, a still greater fullness of contact with the whole of the universe. They looked forward to that moment with joy, but without haste, not pining for it, but seeming to have a foretaste of it in their hearts, of which they talked to one another.

In the evening before going to sleep they liked singing in musical and harmonious chorus. In those songs they expressed all the sensations that the parting day had given them, sang its glories and took leave of it. They sang the praises of nature, of the sea, of the woods. They liked making songs about one another, and praised each other like children; they were the simplest songs, but they sprang from their hearts and went to one’s heart. And not only in their songs but in all their lives they seemed to do nothing but admire one another. It was like being in love with each other, but an all-embracing, universal feeling.

Some of their songs, solemn and rapturous, I scarcely understood at all. Though I understood the words I could never fathom their full significance. It remained, as it were, beyond the grasp of my mind, yet my heart unconsciously absorbed it more and more. I often told them that I had had a presentiment of it long before, that this joy and glory had come to me on our earth in the form of a yearning melancholy that at times approached insufferable sorrow; that I had had a foreknowledge of them all and of their glory in the dreams of my heart and the visions of my mind; that often on our earth I could not look at the setting sun without tears . . . that in my hatred for the men of our earth there was always a yearning anguish: why could I not hate them without loving them? why could I not help forgiving them? and in my love for them there was a yearning grief: why could I not love them without hating them? They listened to me, and I saw they could not conceive what I was saying, but I did not regret that I had spoken to them of it: I knew that they understood the intensity of my yearning anguish over those whom I had left. But when they looked at me with their sweet eyes full of love, when I felt that in their presence my heart, too, became as innocent and just as theirs, the feeling of the fullness of life took my breath away, and I worshipped them in silence.

Oh, everyone laughs in my face now, and assures me that one cannot dream of such details as I am telling now, that I only dreamed or felt one sensation that arose in my heart in delirium and made up the details myself when I woke up. And when I told them that perhaps it really was so, my God, how they shouted with laughter in my face, and what mirth I caused! Oh, yes, of course I was overcome by the mere sensation of my dream, and that was all that was preserved in my cruelly wounded heart; but the actual forms and images of my dream, that is, the very ones I really saw at the very time of my dream, were filled with such harmony, were so lovely and enchanting and were so actual, that on awakening I was, of course, incapable of clothing them in our poor language, so that they were bound to become blurred in my mind; and so perhaps I really was forced afterwards to make up the details, and so of course to distort them in my passionate desire to convey some at least of them as quickly as I could. But on the other hand, how can I help believing that it was all true? It was perhaps a thousand times brighter, happier and more joyful than I describe it. Granted that I dreamed it, yet it must have been real. You know, I will tell you a secret: perhaps it was not a dream at all! For then something happened so awful, something so horribly true, that it could not have been imagined in a dream. My heart may have originated the dream, but would my heart alone have been capable of originating the awful event which happened to me afterwards? How could I alone have invented it or imagined it in my dream? Could my petty heart and fickle, trivial mind have risen to such a revelation of truth? Oh, judge for yourselves: hitherto I have concealed it, but now I will tell the truth. The fact is that I . . . corrupted them all!

V

Yes, yes, it ended in my corrupting them all! How it could come to pass I do not know, but I remember it clearly. The dream embraced thousands of years and left in me only a sense of the whole. I only know that I was the cause of their sin and downfall. Like a vile trichina, like a germ of the plague infecting whole kingdoms, so I contaminated all this earth, so happy and sinless before my coming. They learnt to lie, grew fond of lying, and discovered the charm of falsehood. Oh, at first perhaps it began innocently, with a jest, coquetry, with amorous play, perhaps indeed with a germ, but that germ of falsity made its way into their hearts and pleased them. Then sensuality was soon begotten, sensuality begot jealousy, jealousy — cruelty . . . Oh, I don’t know, I don’t remember; but soon, very soon the first blood was shed. They marvelled and were horrified, and began to be split up and divided. They formed into unions, but it was against one another. Reproaches, upbraidings followed. They came to know shame, and shame brought them to virtue. The conception of honour sprang up, and every union began waving its flags. They began torturing animals, and the animals withdrew from them into the forests and became hostile to them. They began to struggle for separation, for isolation, for individuality, for mine and thine. They began to talk in different languages. They became acquainted with sorrow and loved sorrow; they thirsted for suffering, and said that truth could only be attained through suffering. Then science appeared. As they became wicked they began talking of brotherhood and humanitarianism, and understood those ideas. As they became criminal, they invented justice and drew up whole legal codes in order to observe it, and to ensure their being kept, set up a guillotine. They hardly remembered what they had lost, in fact refused to believe that they had ever been happy and innocent. They even laughed at the possibility of this happiness in the past, and called it a dream. They could not even imagine it in definite form and shape, but, strange and wonderful to relate, though they lost all faith in their past happiness and called it a legend, they so longed to be happy and innocent once more that they succumbed to this desire like children, made an idol of it, set up temples and worshipped their own idea, their own desire; though at the same time they fully believed that it was unattainable and could not be realised, yet they bowed down to it and adored it with tears! Nevertheless, if it could have happened that they had returned to the innocent and happy condition which they had lost, and if someone had shown it to them again and had asked them whether they wanted to go back to it, they would certainly have refused. They answered me:

“We may be deceitful, wicked and unjust, we know it and weep over it, we grieve over it; we torment and punish ourselves more perhaps than that merciful Judge Who will judge us and whose Name we know not. But we have science, and by the means of it we shall find the truth and we shall arrive at it consciously. Knowledge is higher than feeling, the consciousness of life is higher than life. Science will give us wisdom, wisdom will reveal the laws, and the knowledge of the laws of happiness is higher than happiness.”

That is what they said, and after saying such things everyone began to love himself better than anyone else, and indeed they could not do otherwise. All became so jealous of the rights of their own personality that they did their very utmost to curtail and destroy them in others, and made that the chief thing in their lives. Slavery followed, even voluntary slavery; the weak eagerly submitted to the strong, on condition that the latter aided them to subdue the still weaker. Then there were saints who came to these people, weeping, and talked to them of their pride, of their loss of harmony and due proportion, of their loss of shame. They were laughed at or pelted with stones. Holy blood was shed on the threshold of the temples. Then there arose men who began to think how to bring all people together again, so that everybody, while still loving himself best of all, might not interfere with others, and all might live together in something like a harmonious society. Regular wars sprang up over this idea. All the combatants at the same time firmly believed that science, wisdom and the instinct of self-preservation would force men at last to unite into a harmonious and rational society; and so, meanwhile, to hasten matters, ‘the wise’ endeavoured to exterminate as rapidly as possible all who were ‘not wise’ and did not understand their idea, that the latter might not hinder its triumph. But the instinct of self-preservation grew rapidly weaker; there arose men, haughty and sensual, who demanded all or nothing. In order to obtain everything they resorted to crime, and if they did not succeed — to suicide. There arose religions with a cult of non-existence and self-destruction for the sake of the everlasting peace of annihilation. At last these people grew weary of their meaningless toil, and signs of suffering came into their faces, and then they proclaimed that suffering was a beauty, for in suffering alone was there meaning. They glorified suffering in their songs. I moved about among them, wringing my hands and weeping over them, but I loved them perhaps more than in old days when there was no suffering in their faces and when they were innocent and so lovely. I loved the earth they had polluted even more than when it had been a paradise, if only because sorrow had come to it. Alas! I always loved sorrow and tribulation, but only for myself, for myself; but I wept over them, pitying them. I stretched out my hands to them in despair, blaming, cursing and despising myself. I told them that all this was my doing, mine alone; that it was I had brought them corruption, contamination and falsity. I besought them to crucify me, I taught them how to make a cross. I could not kill myself, I had not the strength, but I wanted to suffer at their hands. I yearned for suffering, I longed that my blood should be drained to the last drop in these agonies. But they only laughed at me, and began at last to look upon me as crazy. They justified me, they declared that they had only got what they wanted themselves, and that all that now was could not have been otherwise. At last they declared to me that I was becoming dangerous and that they should lock me up in a madhouse if I did not hold my tongue. Then such grief took possession of my soul that my heart was wrung, and I felt as though I were dying; and then . . . then I awoke.

It was morning, that is, it was not yet daylight, but about six o’clock. I woke up in the same arm-chair; my candle had burnt out; everyone was asleep in the captain’s room, and there was a stillness all round, rare in our flat. First of all I leapt up in great amazement: nothing like this had ever happened to me before, not even in the most trivial detail; I had never, for instance, fallen asleep like this in my arm-chair. While I was standing and coming to myself I suddenly caught sight of my revolver lying loaded, ready — but instantly I thrust it away! Oh, now, life, life! I lifted up my hands and called upon eternal truth, not with words, but with tears; ecstasy, immeasurable ecstasy flooded my soul. Yes, life and spreading the good tidings! Oh, I at that moment resolved to spread the tidings, and resolved it, of course, for my whole life. I go to spread the tidings, I want to spread the tidings — of what? Of the truth, for I have seen it, have seen it with my own eyes, have seen it in all its glory.

And since then I have been preaching! Moreover I love all those who laugh at me more than any of the rest. Why that is so I do not know and cannot explain, but so be it. I am told that I am vague and confused, and if I am vague and confused now, what shall I be later on? It is true indeed: I am vague and confused, and perhaps as time goes on I shall be more so. And of course I shall make many blunders before I find out how to preach, that is, find out what words to say, what things to do, for it is a very difficult task. I see all that as clear as daylight, but, listen, who does not make mistakes? An yet, you know, all are making for the same goal, all are striving in the same direction anyway, from the sage to the lowest robber, only by different roads. It is an old truth, but this is what is new: I cannot go far wrong. For I have seen the truth; I have seen and I know that people can be beautiful and happy without losing the power of living on earth. I will not and cannot believe that evil is the normal condition of mankind. And it is just this faith of mine that they laugh at. But how can I help believing it? I have seen the truth — it is not as though I had invented it with my mind, I have seen it, seen it, and the living image of it has filled my soul for ever. I have seen it in such full perfection that I cannot believe that it is impossible for people to have it. And so how can I go wrong? I shall make some slips no doubt, and shall perhaps talk in second-hand language, but not for long: the living image of what I saw will always be with me and will always correct and guide me. Oh, I am full of courage and freshness, and I will go on and on if it were for a thousand years! Do you know, at first I meant to conceal the fact that I corrupted them, but that was a mistake — that was my first mistake! But truth whispered to me that I was lying, and preserved me and corrected me. But how establish paradise — I don’t know, because I do not know how to put it into words. After my dream I lost command of words. All the chief words, anyway, the most necessary ones. But never mind, I shall go and I shall keep talking, I won’t leave off, for anyway I have seen it with my own eyes, though I cannot describe what I saw. But the scoffers do not understand that. It was a dream, they say, delirium, hallucination. Oh! As though that meant so much! And they are so proud! A dream! What is a dream? And is not our life a dream? I will say more. Suppose that this paradise will never come to pass (that I understand), yet I shall go on preaching it. And yet how simple it is: in one day, in one hour everything could be arranged at once! The chief thing is to love others like yourself, that’s the chief thing, and that’s everything; nothing else is wanted — you will find out at once how to arrange it all. And yet it’s an old truth which has been told and retold a billion times — but it has not formed part of our lives! The consciousness of life is higher than life, the knowledge of the laws of happiness is higher than happiness — that is what one must contend against. And I shall. If only everyone wants it, it can be arranged at once.

And I tracked down that little girl . . . and I shall go on and on!

THE END

by Fyodor Dostoevsky

            Translated by Constance Garnett.
Posted in PHILOLOGIE | Tagged , | Leave a comment

O DAYLOS-AFIEROUTAI ES TOUS NEOUS TEES OIKOUMENEES (a)

 

image

image

image

image

image

image

image

image

image

image

image

image

image

image

(CYNECHIZETAI)

APOSPASMATA APO ARCHEION DAYLOU

Posted in Books | Tagged , , , , , | Leave a comment