ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ Κ ΟΙΚΟΛΟΓΙΚΗ ΚΡΙΣΙΣ

a)Oι απαντήσεις της Ιστορίας στην οικολογική κρίση…

H διαχρονική σχέση του ανθρώπου με το Περιβάλλον εξετάστηκε σε διημερίδα, στο Ιστορικό Αρχείο του Πολιτιστικού Ιδρύματος Ομίλου Πειραιώς.

Στο Ιστορικό Αρχείο του Πολιτιστικού Ιδρύματος Ομίλου Πειραιώς, που φιλοξενείται σε έναν εκπληκτικά διαμορφωμένο πρώην βιομηχανικό χώρο στην περιοχή του Ταύρου, πραγματοποιήθηκε την Πέμπτη και την Παρασκευή μια ενδιαφέρουσα επιστημονική συνάντηση, με θέμα την ιστορία του περιβάλλοντος.

Οι οργανωτές, το Τμήμα Ιστορίας-Αρχαιολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, το Πολιτιστικό Ιδρυμα Ομίλου Πειραιώς και η Εταιρεία Μελέτης Νέου Ελληνισμού προσκάλεσαν περισσότερους από 25 επιστήμονες από την ακαδημαϊκή και την ερευνητική κοινότητα, προκειμένου να συμβάλουν με τις εργασίες τους στη διημερίδα με τίτλο «Περιβάλλον και Ιστορία. Οι πολλαπλές όψεις μιας δυναμικής σχέσης».

Η περιβαλλοντική ιστορία γεννήθηκε ως ανταπόκριση της ιστορικής επιστήμης στους προβληματισμούς που έχει παραγάγει η σύγχρονη οικολογική κρίση. Δίνει μάλιστα ιδιαίτερη έμφαση στην κριτική διερεύνηση της στάσης των κοινωνιών του παρελθόντος προς το περιβάλλον, καθώς και στο ζήτημα της διαχείρισης των φυσικών πόρων ή του τοπίου.

Κατά τη διάρκεια της διημερίδας, μεταξύ άλλων, πληροφορηθήκαμε την ιστορία της Flora graeca (ελληνικής χλωρίδας) στην αρχαιότητα και παρακολουθήσαμε με μεγάλο ενδιαφέρον τις κατακτήσεις της Περιβαλλοντικής Αρχαιολογίας στον ελληνικό χώρο.

Οσον αφορά παλαιότερες περιόδους της Ιστορίας μας, δεν έλειψαν πληροφορίες σχετικά με αντιλήψεις και πρακτικές για την εκχέρσωση δασών στο Βυζάντιο αλλά και για τις ελληνικές περιοχές υπό βενετική κατοχή, ενώ αναρωτηθήκαμε αν η μέριμνα των νησιωτικών κοινοτήτων για το περιβάλλον στα χρόνια της οθωμανικής κυριαρχίας ήταν μια πρώιμη περιβαλλοντική ευαισθησία. Περιγράφηκε, ακόμα, η «κατασκευή» του ελληνικού έθνους μέσα από το φυσικό τοπίο στο γύρισμα του 20ού αιώνα και μας δόθηκαν στοιχεία για τη σχέση αγροτών, υπαίθρου και περιβάλλοντος στη σύγχρονη Ελλάδα.

Τα ιερά δάση του Ζαγορίου και της Κόνιτσας, ως στοιχεία της άυλης πολιτιστικής μας κληρονομιάς, και η ελληνική συμμετοχή στη συγκρότηση μιας διεθνούς περιβαλλοντικής συνεργασίας τη μεταπολεμική περίοδο ήταν παράμετροι που συμπλήρωσαν τις εργασίες της συνάντησης.

Περιβαλλοντική Αρχαιολογία

Η Λίλιαν Καραλή, καθηγήτρια Περιβαλλοντικής Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, εξήγησε στην «Οικονομία» την ιδιαίτερη επιστημονική σημασία του κλάδου της:

«Για πολλά χρόνια Ιστορία και Αρχαιολογία ασχολήθηκαν με σημαντικά γεγονότα και δημιουργίες. Οι άνθρωποι όμως του παρελθόντος δεν κατασκεύαζαν μόνον μνημεία και έργα τέχνης, αλλά ζούσαν, δημιουργούσαν και πέθαιναν…

Ξεχωριστό ρόλο έχουν σε κάθε ανασκαφή όλα τα κατάλοιπα, οργανικά (οστά, σπόροι κ.ά.) και ανόργανα (πέτρες, χώμα κ.ά), τα οποία μας βοηθούν να μελετήσουμε το παλαιοπεριβάλλον. Μέσω αυτών μπορούμε να κατανοήσουμε καλύτερα τις συνθήκες διαβίωσης, τη διατροφή, τις φυσικές πλουτοπαραγωγικές πηγές αλλά και το κοινωνικό και πολιτισμικό πλαίσιο εντός του οποίου αναπτύσσεται η ανθρώπινη ομάδα τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή.

Η Περιβαλλοντική Αρχαιολογία διερευνά τη σχέση του ανθρώπου με το περιβάλλον της εποχής του και χάρη στα πορίσματα της αρχαιοπεριβαλλοντικής έρευνας μπορούμε να προσεγγίσουμε όχι μόνον τα επιτεύγματά του, αλλά και τον ίδιο τον άνθρωπο.

Βασικά ερωτήματα είναι πώς ο άνθρωπος επέδρασε στο περιβάλλον και αντίστροφα πώς το περιβάλλον επηρέασε τις επιλογές του, με τελικό στόχο να ανασυστήσουμε το παλαιοπεριβάλλον. Αλλοτε ο άνθρωπος κατάστρεψε περιβάλλοντα ανεκτίμητης αξίας και άλλοτε μεγαλούργησε σε περιοχές αφιλόξενες και εχθρικές, όπως οι έρημοι.

Το Πανεπιστήμιο Αθηνών υπήρξε πρωτοπόρο, καθώς ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του ’80 εισήγαγε σχετικά προπτυχιακά και μεταπτυχιακά μαθήματα Περιβαλλοντικής Αρχαιολογίας».

Ο Κώστας Καρτάλης, αν. καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών και επιστημονικός σύμβουλος ΠΙΟΠ, παραθέτει δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα της σχέσης του ανθρώπου με το φυσικό περιβάλλον στον ελληνικό χώρο:

«Στην επιστήμη του περιβάλλοντος, συχνά αναζητούμε τα αίτια που οδήγησαν στην υποβάθμιση ή στην ανάδειξη του φυσικού και του ανθρωπογενούς περιβάλλοντος. Τις περισσότερες φορές περιοριζόμαστε σε πρόσφατα δεδομένα, με αποτέλεσμα να χάνεται η επαφή με το παρελθόν, δηλαδή με δραστηριότητες και συμπεριφορές που κάποτε ίσχυαν και επηρέασαν το περιβάλλον. Υπό αυτό το πρίσμα, έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον η κριτική διερεύνηση της στάσης των κοινωνιών του παρελθόντος προς το περιβάλλον.

Χίος και Στυμφαλία

Σε ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα, αυτό της σχέσης του ανθρώπου με το φυσικό περιβάλλον στον αγροτικό χώρο Μαστιχοχωρίων της νότιας Χίου, βλέπουμε το περιβάλλον και το τοπίο να υποστηρίζουν μία παραγωγική δραστηριότητα αλλά και τον άνθρωπο αντίστοιχα να σέβεται το περιβάλλον και το τοπίο ώστε να μην κινδυνεύσει η παραγωγική δραστηριότητα.

Αναπτύχθηκε με το πέρασμα του χρόνου μια σχέση σεβασμού του ανθρώπου προς το περιβάλλον, μία σχέση και μια δυναμική ισοβαρή. Σε ένα αντίθετο παράδειγμα, αυτό της Λίμνης Στυμφαλίας, διαπιστώνεται ιστορικά μία σχέση που είναι σε βάρος του περιβάλλοντος, καθώς η υπεράντληση της λίμνης για τις καλλιέργειες αλλά και η μεταφορά νερού προς άλλες περιοχές, οδήγησαν τη λίμνη σε περιβαλλοντική υποβάθμιση».

Μάγδα Λιβέρη
magdaliveri@yahoo.gr

pagan ΕΘΝΟΣ

b)«Φως» στο αρχαίο DNA από νεοσύστατο εργαστήριο στην Κρήτη.

Οι επιστήμονες του εργαστηρίου που θα συσταθεί και θα λειτουργήσει στο ΙΤΕ με τη στήριξη της περιφέρειας Κρήτης θα ρίξουν «φως» στην ανάδειξη της ιστορικής συνέχειας του πολιτισμού της Κρήτης, στην προέλευση, στην καταγωγή του πληθυσμού, αλλά και του φυσικού πλούτου και των καταβολών της κρητικής διατροφής.

Advertisements
Posted in ARCHAEOLOGIE | Tagged , , | Leave a comment

What is the ‘process’ in cultural process and in processual archaeology? (b)

(being continued from 13/03/17)

PRE-PROCESSUAL ARCHAEOLOGY
The programmatic literature produced by processual archaeologists during the 1960s
and 1970s gives the impression that earlier archaeologists were doing descriptive history
and were not interested in cultural processes (e.g. Binford, 1968a, 1968b; Flannery,
1967; Judge, 1982; Watson et al., 1971). Even pre-processual archaeologists occasionally
stated that this was indeed the case: ‘Americanist studies over the last thirty years
have been largely preoccupied with historical rather than processual objectives’ (Willey,
1953: 362). Willey (1953: 369) also noted that ‘the processes by which, or through
which, cultural continuity and change are maintained or accomplished have not received
the study and reflective thought commensurate with the way these concepts have been
invoked by American archeologists’. But pre-processual archaeologists – those usually
referred to as culture historians who worked prior to the 1960s – were indeed concerned
with cultural processes. The family of processes they focused on, however, was the
standard historical one involving cultural transmission. What Willey (1953) and others
in the 1950s and 1960s had in mind was the other family of cultural processes – the one
involving the synchronic functional operation of cultures.
Steward and Setzler (1938: 6–7) noted that archaeology ‘can shed light not only on
the chronological and spatial arrangements and associations of [cultural traits], but on
conditions underlying their origin, development, diffusion, acceptance, and interaction
with one another. These are problems of cultural process, problems that archaeology and
anthropology should have in common’. Although the terms differed from author to
author between about 1920 and 1960, the cultural processes Steward and Setzler listed
were the standard historical ones.
McGregor (1941: 49) stated that the archaeologist is ‘interested in three sorts of
relationships: a local series of genetically, or developmentally, related events; the influence
which this series had on other regions; and the influence outside areas had on its
development’. Here, ‘influence’ can be loosely glossed as ‘pathways or modes of cultural
transmission’. McGregor’s graph (Figure 1) illustrates well the basic transmission modes of evolution: lineal, known in modern evolution as phyletic or anagenetic (1a); fusional,
or reticulate, with two variants (1b, 1c); diversifying, or cladogenetic (1d); and replacement,or extirpation coincident with immigration (1e). A decade later McGregor (1950) noted that a cultural tradition depended on persistence created by continuous transmission
– the American standard definition of a cultural tradition (Thompson, 1956;
Willey, 1945).
Meggers (1955: 117), another student of White’s, implied that what would today be
called cultural transmission was a generic cultural process that could take the form of
diffusion or migration. It is a stretch to perceive in Meggers’s (1955) discussion the
implication that invention and innovation are cultural processes, but I doubt that she
would disagree. In her view, archaeology deserved pride of place among anthropological
subfields because it was ‘shorn of the complicating and confusing psychological reactions
of numbers of unique human personalities [and thus] cultural processes emerge in a stark
and clear light’ (Meggers, 1955: 129). Like many of her contemporaries, Meggers apparently assumed that everyone understood that the family of processes involved cultural transmission. The family of processes of interest was, however, changing.
Taylor (1948: 108) stated that ‘cultural processes are the dynamic factors involving
cultural traits; they . . . comprise the relationships between cultural traits’. Cultural traits
for Taylor were mental, ideological, conceptual. He explicitly identified the cultural
processes of ‘diffusion, culture contact, and acculturation’ and implied that there were
others (1948: 108).

image

He insisted that archaeologists determine prehistoric ‘cultural
contexts’, defined as the ‘associations and relations of [cultural traits], of the balance
between them, [and] of their relative quantitative and qualitative positions within the
[cultural] whole’ (1948: 110). Study of artifact types that represented cultural traits

within a cultural context would, Taylor (1948: 36) argued, reveal ‘the nature of culture,
of cultural constants, of processes, or regularities, and of chronological development’.
This sort of archaeological research was, in Taylor’s view, equivalent to cultural anthropology and what he called historiography. It involved the study of the ‘statics and
dynamics of culture, its formal, functional, and developmental aspects’ (Taylor, 1948;
see also Taylor, 1972).
Taylor’s insistence on the importance of cultural context means that he was interested
in studying the synchronic operation of a culture. The ‘chronological development’ of
those contexts was, apparently, to be discerned by ‘comparative study of the nature and
workings of culture in its formal, functional, and/or developmental aspects’ (Taylor,
1948: 41). Taylor (1948) did not indicate the role of cultural processes in such studies.
Despite the fact that Taylor’s A Study of Archeology is sometimes said to anticipate the
processual archaeology of the 1960s and 1970s, Taylor (1948) said little else about
cultural processes, and he did not (Taylor, 1972) complain that processual archaeologists
had ignored his discussion of cultural processes. He could not do the latter as there was
little concerning cultural processes for the processualists to ignore.
Caldwell (1959: 304) claimed that ‘the new American archeology’ contrasted with
the earlier culture history approach, which had focused on ‘writing a history of
material culture’; the new approach was ‘tending to be more concerned with culture
process’. Although he implied that culture processes included diffusion, innovation,
and migration, his discussion suggests that by ‘culture process’ Caldwell meant in part
the interrelations between natural environment and culture – the functional adaptational
processes. He, like others at the time (e.g. Griffin, 1956; Thompson, 1956),
noted variation in the ‘rates and magnitudes of changes in cultural forms’, and that
the rate could be zero or equivalent to stasis (Caldwell, 1959: 304). Caldwell
concluded with the hypothesis that ‘behind the infinite variability of cultural facts
and behind the infinite and largely unknown detail of historical situations we shall
discover the workings of a finite number of general cultural processes’ (1959: 306).
Mimicking the disciplinary standard (e.g. Hawkes, 1954; MacWhite, 1956; Meggers,
1955; Rowe, 1959), Caldwell did not distinguish the two families of processes or the
processes within each.

Willey and Phillips (1958: 4–5) were interested in ‘processual interpretation’ of
cultural chronologies. ‘Processual interpretation’ was a rewording of what Phillips (1955:
248) had termed ‘functional interpretation’. Willey (1953) had earlier equated the two.
Willey and Phillips (1958: 5) indicated that by ‘processual interpretation’ they meant
‘any explanatory principle that might be invoked’. They emphasized that processual
interpretation was ‘explanatory’ and that their favored agents of change were human
groups because of the latter’s ‘social reality’ (1958: 6). Willey and Phillips (1958) distinguished the family of processes responsible for the synchronic operation of a culture from the family of processes responsible for the diachronic evolution of a culture.
Adams (1956, 1960) mentioned ‘processes’, ‘processes of growth’, ‘historical
processes’, ‘agencies of change’, and ‘social forces’, but did not indicate what these might
be. Adams was following Steward (1949) and Willey (1950: 223), the latter of whom
was referring to ‘cultural growth and development’ when he posed the question ‘To what
extent can we reconstruct the determinative factors which are responsible for these
vertical [that is, temporal] patternings?’ Willey (1950) was no more explicit than Adams when he listed various processes. He did, however, attempt to indicate how they interrelated when, in the last paragraph of his discussion, he stated the interaction of technology and environment gives terrific impetus to the culture;
and this impetus, mounting snowball fashion, carries the society along in its
momentum. Sooner or later historical forces concur to smash or disarrange these
dynamic patterns. The result, cultural death, deflection, or a new integration,
depends to a great extent on the rigidity and velocity with which the original cultural
growth has been molded and propelled toward its fate. (Willey, 1950: 242)
Pre-processual archaeologists called upon various cultural processes to help explain
variation in the archaeological record that corresponded with the passage of time. Not
surprisingly, the processes they referred to were the standard ones of historical ethnology.
By the 1950s, other sorts of processes were being mentioned, and these likely originated
in the shift in anthropology generally from historical ethnology to the
evolutionism of White and Steward, along with doses of structuralism and functionalism
from Malinowski and Radcliffe-Brown. The shift began to crystallize in archaeology
in the 1960s with the emergence of processual archaeology. It has been said that
processual archaeology ‘placed [emphasis] upon the explanation of change or stability
with a view to the understanding of general cultural processes’ (Sterud, 1978: 295). But
the key concept – cultural process – was rarely discussed in detail.

(to be continued)

R. Lee Lyman
University of Missouri-Columbia, USA

Posted in ARCHAEOLOGIE | Tagged , , , , , | Leave a comment

Η Γερμανία είναι ελληνική…!,Ποιος ανακάλυψε αρχικά τη Βόρεια Θάλασσα; Οι Μινωίτες;

A)Η Γερμανία είναι ελληνική ανακάλυψη

Ο καθηγητής Εθνολογίας και Ιστορίας του Πολιτισμού Hans Peter Duras υποστηρίζει ότι η Γερμανία είναι ελληνική… ανακάλυψη. Σύμφωνα με τα πορίσματα της έρευνας του Γερμανού επιστήμονα, οι Μινωίτες ήταν εκείνοι οι οποίοι έφτασαν πρώτοι στη Νόρντφρισλαντ πριν από 3.300 χρόνια.

Στο εν λόγω συμπέρασμα κατέληξε η ομάδα του Ντούερ έπειτα από πολυετείς ανασκαφές στην περιοχή. Μια λόγχη από μπρούτζο, μια μινωική σφραγίδα, κεραμικά δοχεία και αγγεία «εξορύχτηκαν» από τη λάσπη για να μετατρέψουν, εν συνεχεία, «το φερόμενο, μέχρι πρότινος, ως αδιανόητο σε ιστορική πραγματικότητα», όπως σημειώνει χαρακτηριστικά το γερμανικό περιοδικό «Focus».

Η βασιζόμενη στη μέθοδο της νετρονικής ενεργοποίησης ανάλυση των αρχαιολογικών ευρημάτων στο εργαστήριο πυρηνικής φυσικής του πανεπιστημίου της Βόννης απεφάνθη πως αυτά παρασκευάστηκαν περίπου το έτος 1.300 π.Χ., κάπου στις νότιες ακτές της Κρήτης. Αλλωστε, πανομοιότυπα σκεύη έχουν εντοπιστεί μόνο σε ένα ακόμη μέρος της υφηλίου: στον Κομμό, την τοποθεσία ενός μινωικού οικισμού ανατολικά από τα Μάταλα.

Ο Ντούερ βλέπει στα εν λόγω ευρήματα «αναμφίβολες ενδείξεις πως μια κρητική αποστολή στη Βόρεια Θάλασσα πρέπει να είχε λάβει χώρα πριν από περίπου 3.300 χρόνια». Ο Γερμανός δεν διστάζει, μάλιστα, να «χαράξει» και την υποτιθέμενη πορεία των ταξιδευτών, οι οποίοι φέρονται να ξεκίνησαν από το λιμάνι του Κομμού, να κινήθηκαν δυτικά της Πελοποννήσου έως τη νότια Ιταλία και να πέρασαν, εν συνεχεία, βόρεια της Σαρδηνίας μέχρι τη νότια Γαλλία.

Πλοία πάνω σε άμαξες

Εκεί, κοντά στην περιοχή του σημερινού Μονπελιέ εικάζεται πως πάτησαν πόδι στη στεριά, «αποσυναρμολόγησαν» τα πλοία τους τα οποία και μετέφεραν πάνω σε άμαξες με τη βοήθεια αγελάδων μέχρι το Λα Ροσέλ από όπου συνέχισαν το ταξίδι τους πλωτά μέχρι τη Νόρντφρισλαντ.

«Είναι πολύ πιθανό οι Μινωίτες να έφτασαν στη Β. Θάλασσα, δεν ήταν τόσο δύσκολο», δηλώνει με βεβαιότητα ο Βάλτερ Μπούρκερτ, πρύτανης της Αρχαίας Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο της Ζυρίχης.

Επίκεντρο των ανασκαφών της ομάδας του Χανς Πέτερ Ντούερ αποτέλεσε η περιοχή βόρεια της μικροσκοπικής νήσου Ζίντφαλ στη θάλασσα Βάντεν. Εκεί βρίσκονται τα απομεινάρια του άλλοτε πλούσιου λιμανιού Ρούνγκχολτ, όπου κάτω από ένα στρώμα τύρφης, εντοπίστηκε η πλειονότητα των μινωικής προέλευσης ευρημάτων.

ΤΙ ΟΔΗΓΗΣΕ ΤΟΥΣ ΑΡΧΑΙΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ ΝΑΥΤΙΚΟΥΣ ΣΤΗ ΒΟΡΕΙΑ ΘΑΛΑΣΣΑ
Οι επιστήμονες αναρωτιούνται τι ήταν αυτό το οποίο οδήγησε τους Μινωίτες στη Βόρεια Θάλασσα, 2.500 χλμ. μακριά από την πατρίδα τους; Ο καθηγητής Χάρτμουτ Μάτχαουζ υποστηρίζει πως οι Κρήτες ταξιδευτές είχαν βάλει πλώρη αρχικά για την Κορνουάλη όπου υπήρχαν κοιτάσματα κασσίτερου. Το εν λόγω μέταλλο τούς ήταν απαραίτητο, καθώς το αναμείγνυαν με χαλκό, προκειμένου να κατασκευάσουν όπλα και λοιπά αντικείμενα από μπρούντζο. Οι Μινωίτες λέγεται πως αντιμετώπιζαν ήδη από τον 14ο αιώνα π.Χ. σοβαρά προβλήματα λόγω έλλειψης πρώτων υλών, προβλήματα τα οποία εντείνονταν λόγω της εμπόλεμης διαμάχης τους με τους Χετταίους και τους Αιγυπτίους. Ταυτόχρονα, «δίψαγαν» για κεχριμπάρι καθώς και… ξανθά γυναικεία μαλλιά, τα οποία αντάλλαζαν με δικά τους προϊόντα, όπως κρασί, αρώματα, υφάσματα και πολύτιμους λίθους. Τα ευρήματα της ομάδας του Ντούερ έρχονται να ενισχύσουν την παραπάνω θεωρία, καθώς σε αυτά συγκαταλέγονται, σύμφωνα με αναλύσεις του Πανεπιστημίου του Μπράντφορντ, θυμίαμα από τη Σομαλία, κοπάλη από τη Νοτιοανατολική Αφρική, λαζούλιθος από την Ινδία καθώς και σαλιγκάρια από την Ερυθρά Θάλασσα.

Η Μινωική σφραγίδα

Κατά πόσο τα επίμαχα ευρήματα προέρχονται από κάποιο ναυάγιο ή από τον τάφο κάποιου Μινωίτη απεσταλμένου, σήμερα, περισσότερα από 3.000 χρόνια μετά, είναι δύσκολο να το πει κανείς μετά βεβαιότητας. Η μινωική σφραγίδα, ωστόσο, την οποία ανέσυρε στο φως η ομάδα του Ντούερ, είναι η πρώτη που εντοπίζεται εκτός του Αιγαίου Πελάγους. Στη μια της όψη εικονίζεται ένας ταύρος και στην άλλη ένα πλοίο με υπερυψωμένη πρύμνη.

Ο Ντούερ υποστηρίζει πως το εν λόγω αντικείμενο χρησίμευε ως φυλαχτό, φοριόταν στον λαιμό ή στον καρπό του χεριού από κάποιον Μινωίτη θαλασσοπόρο και συμβόλιζε τη Λευκοθέα (αρχικά ονομαζόταν Ινώ), τη θεά των αφρών της θάλασσας, η λατρεία της οποίας ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένη στην Κρήτη. Σημειωτέον ότι ο Κομμός, ο φερόμενος ως σταθμός προέλευσης των Μινωιτών εξερευνητών, ήταν ένα από τα πρώτα λιμάνια της μινωικής περιόδου.

PAGAN  http://www.typos.com.cy/

 

B)Ποιος ανακάλυψε αρχικά τη Βόρεια Θάλασσα; Οι Μινωίτες;

Ο Πύθας τον 4ο αιώνα μπροστά στον Χριστό.

Αναζητώντας στην άβατη θάλασσα Ο Βατ κατά τη δεκαετία του 90 μαζί με τους φοιτητές του την κατακλυσμένη μεσαιωνική πόλη Ρούνγκχολτ έκανε μια αναπάντεχη ανακάλυψη.

Μέσα σε ένα στρώμα του πορφιού που χρονολογείται περί το 1300 π.Χ. εντοπίσει μινωικά ευρήματα, θραύσματα αγγείων, ενθύμια, κοπάλη, λάπις λαζούλι και μια σφραγίδα με επιγραφή σε γραμμική γραφή Α. Αν τα ευρήματα ερμηνεύονται σωστά, ότε οι Μινωίτες της Κρήτης ανακάλυψαν την πρώτη θέση στη Βόρεια Θάλασσα.

Δύσκολο πράγμα να αντιστραφεί αυτό το επιστημονικά. Και όμως προσπαθεί εδώ και πολλά χρόνια ο γερμανός εθνολόγος και ιστορικός του πολιτισμού Hans Peter Duras.

Η αναζήτηση στην ρηχή θάλασσα της θάλασσας στη δεκαετία του ’90 μαζί με τους μαθητές της βυθισμένης μεσαιωνικής πόλης Roungkcholt έκαναν μια καταπληκτική ανακάλυψη.
Μέσα σε ένα τύμβο τύρφης που χρονολογείται γύρω στο 1300 π.Χ. εντοπίστηκαν μινωικά ευρήματα, θραύσματα αγγείων, θυμίαμα, κόλα, lapis lazuli και σφραγισμένα με μια επιγραφή στη Γραμμική Α.

Αν τα ευρήματα ερμηνευθούν σωστά, τότε μινωικοί από την Κρήτη ανακάλυψαν πρώτα τη Βόρεια Θάλασσα.

Η πρόκληση και η βεβαιότητα:

Δύο βιβλία που αφιέρωσε ο Duras σε αυτό το θέμα, κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 2008 με τίτλο “Οι δάκρυες θεές”και το δεύτερο τελευταίο έτος του σημαντικού κτιρίου Insel με τίτλο “Το ταξίδι των Αργοναυτών”.

Η καθιερωμένη επιστήμη αντιμετώπισε τις έρευνες του Duras μάλλον διασκεδαστική, τείνοντας να τον δει ως μάλλον εκκεντρικός σαλατλάν.

Τα πράγματα αλλάζουν αργά.
Τα μινωικά ευρήματα ενός ερασιτέχνη αρχαιολόγου θεωρούνται τώρα αναμφισβήτητα. Στα εργαστήρια του Ινστιτούτου Πυρηνικής Φυσικής του Πανεπιστημίου της Βόννης επιβεβαιώθηκε από τη μέθοδο ενεργοποίησης νετρονίων η χρονολόγησή τους και η προέλευσή τους.

Παρόμοια τεμάχια εντοπίζονται μόνο στον Αρχαίο Κομμό, το λιμάνι της Φαιστού, στη νότια Κρήτη.
Η επιστήμη κινείται:
Οι μελετητές των σχετικών επιστημονικών κλάδων αρχίζουν τώρα να βλέπουν με άλλο μάτι τις υποτιθέμενες αυταπάτες του πεισματικού Hans Peter Duras και το Süddeutsche Zeitung του Μονάχου έδωσαν βήμα αυτή την εβδομάδα.
Ο διάσημος Έλληνας Ζυρίχης Walter Bourkert ζητά νέες ανασκαφές στη θάλασσα του Wat να υποστηρίξουν τα αρχικά ευρήματα της Duras,ο αρχαιολόγος του Erlangen Hartmut Mateusz θεωρεί πιθανό μινωική αποστολή στην Κορνουάλη και πέρα ​​από την αναζήτηση κασσίτερου καθώς οι εισαγωγές από την Ασία είχαν διακοπεί από τους Χετταίους και τους Αιγυπτίους,ο αρχαιολόγος του Heidelberg, Paul Yulia, θεωρεί αυθεντική σφραγίδα και υποθέτει ότι η επιγραφή αναφέρεται στην Ino, θεά της θάλασσας.
Έτσι, η τυχαία ανακάλυψη μιας ομάδας μαθητών και του δασκάλου τους στα λασπώδη νερά του Wat αρχίζει να κρυσταλλώνεται και ανατρέπει την επιστημονική υπόθεση και την αυθόρμητη βεβαιότητα της απλής λογικής,που δύσκολα θα αποδεχόταν την παρουσία των Μινωιτών από τα 3300 χρόνια πριν στη Βόρεια Θάλασσα .

GOOGLE TRANSLATED FROM   https://www.goldenbattles.com/news/en/rl/science/history/2015/11/29/who-first-discovered-the-north-sea-did-the-minoans.html

Posted in ARCHAEOLOGIE | Tagged , , , , , | Leave a comment

ALEXANDRIE AD AEGYPTUM (B)

(SUIVRE DE 18/03/17)

par  Christian Lauwers

NUMISMATIQUE

Fig. 13 – Revers de deux monnaies de bronze d’Antonin le Pieux (138-161) et de Commode (180-192) frappées à Alexandrie et portant une représentation du Phare.

Les monnaies forment un autre type de document nous apportant des renseignements sur les bâtiments antiques. Les empereurs romains s’en servaient pour diffuser des images de leurs programmes édilitaires, et l’on trouve aux revers de leurs monnaies de nombreuses représentations de temples, d’arcs de triomphes et d’autres monuments publics. Des monnaies de bronze frappées à Alexandrie sous Hadrien, Antonin et Commode (figs. 13, 13bis, 14), au IIème siècle de notre ère, offrent de nombreuses représentations du phare. La déesse égyptienne Isis, adoptée par les Grecs, est devenue la protectrice d’Alexandrie et des marins sous le nom d’Isis Pharia. Elle apparaît sur de nombreuses monnaies, tenant une voile, en face du Phare. Ce mélange des iconographies, des cultes et des arts gréco-romains et égyptiens est caractéristique d’Alexandrie. Un autre intérêt du matériel numismatique consiste en ceci qu’il est très souvent daté, et pour certains empereurs à l’année près. Entre 115 et 117, sous Trajan, la population juive d’Alexandrie révoltée avait brûlé le Sérapeion, considéré comme un temple païen. Ce sanctuaire est cependant représenté sur des monnaies d’Hadrien datées de 132/133, montrant l’empereur, à droite d’un autel sur lequel son nom est inscrit, face au dieu Sarapis. Ce sanctuaire avait donc été reconstruit et était à nouveau en activité sous le règne d’Hadrien. L’archéologie ne peut pas nous renseigner sur ces événements, les chrétiens ayant complètement détruit le Sérapeion sous le règne de Théodose, à la fin du IVème siècle. Il n’en reste que le négatif des fondations.

 

LES RÉCITS DE VOYAGES ET LA DESCRIPTION DE L’ÉGYPTE

Fig. 15 – Description de l’Égypte par l’abbé Le Mascrier, 1735.

Une autre source nous est fournie par les récits de voyageurs, comme la Description de l’Égypte de l’abbé Le Mascrier, parue en 1735 (fig. 15). Sous la direction de Jean-Yves Empereur, Oueded Sennoune a consacré sa thèse de doctorat à compiler le corpus de tous les passages de ces récits décrivant Alexandrie. Il a recensé 309 récits, s’étalant du VIème au XXème siècle. Les voyageurs occidentaux sont de loin les plus nombreux, avec 277 récits. Beaucoup de pèlerins en route vers Jérusalem passaient par Alexandrie et y visitaient les lieux saints tels que l’église où l’évangéliste Marc était enseveli. Certains visiteurs poursuivaient des buts politiques, et ramenaient en Occident la description des ports et des murailles de la ville, en vue de s’en emparer lors d’une prochaine croisade. Il y eut plus tard des ambassades visant à nouer des liens commerciaux avec les Ottomans et à assurer la sécurité des pèlerins. Enfin, des voyageurs se rendirent à Alexandrie pour y acheter des antiquités et des manuscrits et récolter des observations sur la faune, la flore, la médecine locale et les monuments du passé. 32 visiteurs orientaux, Arabes, Perses et Turcs, laissèrent également des descriptions de la ville. La plupart de ces voyageurs s’intéressaient au pittoresque, et leurs descriptions relèvent parfois du conte des Mille et une nuits, tel cet extrait d’Ibn-Khordadbeh, écrit au milieu du IXème siècle : On rapporte que la construction d’Alexandrie dura trois cents ans, et que, pendant soixante et dix ans, les habitants n’osaient sortir durant le jour, leurs yeux ne pouvant supporter le reflet mat et éclatant de ses murs. Son phare prodigieux s’élevait du milieu de la mer, sur une écrevisse de verre. Cette description du phare posé sur une écrevisse pourrait s’expliquer par une confusion avec les obélisques du Césareum, qui reposaient sur des crabes de bronze. D’autres visiteurs nous donnent des descriptions précises de l’état d’Alexandrie à leur époque, par exemple Ibn Battuta au XIVème siècle :

Lors de ce voyage, je me rendis au Phare. Je constatai qu’une de ses façades était en ruine. C’est une construction carrée et haute. La porte est surélevée par rapport au sol, elle se trouve en face d’une construction de la même hauteur et entre les deux sont posées des planches qui servent de passerelle : si on les ôte, on ne peut plus accéder à la porte du Phare. À l’intérieur de la porte, on voit une niche où se tient le gardien. À l’intérieur du Phare, se trouvent de nombreuses salles. La largeur du couloir est de neuf empans, l’épaisseur du mur de dix et la longueur de chaque face de cent quarante. Le Phare est situé sur une colline élevée, à une parasange d’Alexandrie, sur une langue de terre entourée de trois côtés par la mer qui baigne le rempart de la ville.

Fig. 16 – Relation d’un voyage fait au Levant par Jean de Thévenot, 1664.

Fig. 17 – Description de l’Égypte, Volume 5, Antiquité V, n° 34 : vue, profil et détails de la grande colonne appelée communément la colonne de Pompée.

Jean de Thévenot visita la ville en 1657. Il en décrivit le système d’adduction d’eau : …ce canal que les Egyptiens firent creuser pour conduire l’eau du Nil à Alexandrie, n’ayant point d’autre eau à boire… commence à environ six lieuës au dessus de Rosette au bord du Nil & vient de là à Alexandrie, & lorsque le Nil est cru… cette eau remplit les citernes, qui sont faites exprès sous la ville, & sont très-magnifiques, & de grande étendue, car tout le dessous de l’ancienne Alexandrie est creux, étant tout une cîterne dont les voûtes sont soutenuës de plusieurs belles colonnes de marbre, & sur ces voutes étoient bâties les maisons d’Alexandrie, ce qui a fait dire à plusieurs qu’il y avoit en Alexandrie sous terre une ville aussi grande que dessus, & quelques personnes m’ont assûré qu’on peut encore à présent aller dessous toute la ville d’Alexandrie par de belles ruës, dans lesquelles on voit encore des boutiques, mais les Turcs ne permettent pas qu’on y descende. L’eau du Nil qui entre ainsi dans ce Hhalis, sous la ville, sert pour boire toute l’année, car chaque maison en fait tirer par des pousseragues qui la versent dans la cîterne particulière de la maison à mesure qu’ils la tirent. Ces pousseragues sont des rouës où il y a une corde en chapelet sans bout, l’entour de laquelle sont attachez plusieurs pots de terre, qui remontant toûjours pleins d’eau, la versent dans un canal, qui la conduit où on veut.Lorsqu’il débarqua en 1798 à Alexandrie, Napoléon, imitant Alexandre, dont la vie racontée par Plutarque était un de ses livres de chevet, était accompagné de 165 savants composant sa « Commission des Sciences et des Arts ».

Cette Commission rédigea de 1803 à 1828 la première Description de l’Égypte basée sur des principes scientifiques. L’ingénieur des ponts et chaussées Gratien Le Père réalisa la première étude moderne de la topographie de la ville d’Alexandrie, contribuant à l’identification de monuments anciens avant la transformation du paysage urbain sous Méhémet Ali. L’ingénieur Saint-Genis se chargea de la description des antiquités de la ville et de ses environs ; il établit la carte d’Alexandrie d’après les vestiges encore visibles, deux rues anciennes, des fragments du rempart médiéval, les ruines du Serapeion, du Césareum, d’un hippodrome et de quelques tombes. Gratien Le Père écrivit : Les ruines d’Alexandrie (…) n’offrent que l’image hideuse de la destruction absolue de l’homme et de ses ouvrages. En effet, dans un vaste espace fermé d’une double enceinte flanquée de tours élevées, le sol n’est couvert que de ruines de vieux monuments ensevelis sous des monticules de décombres, de colonnes et de chapiteaux brisés ou renversés, de pans de murs écroulés, de voûtes enfoncées, de revêtements de murs dont les pierres défigurées sont rongées par l’humidité saline du salpêtre et de l’acide marin (…) Au milieu de ce chaos, quelques habitations solitaires environnées de tombeaux, semblent ne s’élever du sein de ces ruines que pour recouvrir de leur ombre l’asile de la mort (…) Enfin l’intérieur de cette enceinte ne renferme plus que la poussière d’une immense cité, que l’on cherche en vain au milieu de ses murs. Alexandrie comptait à cette époque environ 8000 habitants. Les membres de l’Expédition d’Égypte furent les premiers à enregistrer les données de leurs recherches de façon précise et détaillée et à établir des relevés exacts des monuments et des inscriptions.

MAHMOUD EL-FALAKI ET LA PROBLÉMATIQUE DU PLAN

Fig. 18 – Carte de l’antique Alexandrie dressée par Mahmoud Bey en 1866.

En 1865, l’empereur Napoléon III ayant besoin, pour écrire l’histoire de Jules César, d’un plan d’Alexandrie dans l’Antiquité, en fit la demande au khédive Ismaïl, petit-fils de Méhémet Ali. Le khédive confia à Mahmoud el-Falaki, dit Mahmoud Bey, ingénieur et astronome, le soin de faire les sondages et mesures nécessaires. À l’époque, de vastes zones de la ville n’avaient toujours pas été construites et il lui était facile d’avoir accès aux ruines visibles en surface. Cependant Mamhoud Bey se plaint dans ses mémoires des difficultés qu’il rencontra. La tâche était énorme, malgré son excellente équipe d’ingénieurs, dessinateurs, assistants, deux cents ouvriers et l’appui des plus hautes autorités du pays. Mahmoud el-Falaki n’était pas un archéologue professionnel, mais ses sondages et relevés topographiques peuvent être considérés comme la première campagne archéologique à Alexandrie. Son plan fut dessiné d’après les mesures des restes de rues et de remparts visibles en surface ou dans les tranchées creusées le long de l’alignement des rues anciennes (fig. 18). Achevé en 1866, ce plan pose deux problèmes. D’abord, à quelle période de l’Antiquité correspond-il ? Aujourd’hui, il existe un consensus selon lequel le plan de Mahmoud Bey représente un état du réseau viaire de la ville pendant l’Antiquité tardive, c’est-à-dire la fin de l’époque romaine et à l’époque byzantine. Dans quelle mesure ce plan tardif est-il superposable au plan original ptolémaïque? Il semble que le quadrillage constitué par les grandes avenues est-ouest, dont la voie Canopique, et les larges rues nord-sud, se soit conservé durant toute l’Antiquité. Le découpage intérieur des îlots aurait par contre varié au fil des siècles. Les fouilles polonaises d’un quartier d’habitation gréco-romain à Kôm el-Dikka, dans le centre-ville, confirment le plan de Mahmoud Bey : la rue R4, sur laquelle sont alignées les constructions de ce quartier, avait été correctement relevée. Ce plan correspond également aux indications fournies par la littérature : il est orthogonal et orienté en fonction des vents dominants.

Fig. 19 – Carte de l’antique Alexandrie avec l’Heptastade menant au Phare dans l’axe de la rue R9 et l’emplacement de bâtiments repérés lors de fouilles archéologiques.

L’orientation de l’Heptastade, cette chaussée reliant l’île de Pharos au continent, posait un second problème. L’Heptastade a en effet complètement disparu, enseveli par les alluvions, puis recouvert par la ville ottomane. Mahmoud Bey ne put y effectuer aucun sondage, et son tracé, oblique par rapport à la rue R9, relevait de l’hypothèse (fig. 19). On sait par les textes que sous l’Heptastade courait un aqueduc approvisionnant l’île de Pharos en eau. Une étude récente de la topographie de l’isthme de Pharos et de son sous-sol a permis de restituer le tracé original. Sur ce nouveau plan, communément accepté aujourd’hui, l’Heptastade se trouve dans l’axe de la rue antique R9. L’Heptastade s’inscrivait donc dans le réseau viaire ptolémaïque, vers l’escalier de 100 marches, à l’autre extrémité de la rue R9, qui permettait d’accéder au sanctuaire de Sarapis. Depuis le Sarapeion, on profitait d’une vue plongeante sur une voie qui courait jusqu’à l’île de Pharos, soit sur plus de 2 kilomètres d’une perspective rectiligne vers la mer. Cette découverte donne à réfléchir sur l’aspect théâtral de l’urbanisme de la cité et sur la date haute de ce dessein d’urbaniste, qui appartient à la conception originelle du IVème siècle avant notre ère.

(A SUIVRE)

SOURCE  http://www.koregos.org/

Posted in ARCHAEOLOGIE | Tagged , , , , , | Leave a comment

EKATO ΧΡΟΝΙΑ ΕΡΕΥΝΑΣ ΣΤΗΝ ΠΡΟΪΣΤΟΡΙΚΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ (b)

(CYNECHEIA APO 17/03/17)

Ο χώρος και οι νοηματοδοτήσεις του
Space and its meanings
Settlement and housing during the 6th millennium BC
in western Thessaloniki and the adjacent Langadas province
Stavros Kotsos
315
Οικισμός και κατοικία κατά την έκτη χιλιετία π.Χ.
στη δυτική Θεσσαλονίκη και στην επαρχία Λαγκαδά
Σταύρος Κώτσος
Ο οικισμός του Κλείτου Κοζάνης στο ευρύτερο φυσικό
και ανθρωπογενές περιβάλλον της Νεότερης και Τελικής Νεολιθικής περιόδου
Χριστίνα Ζιώτα
323
The settlement of Kleitos Kozanis in its wider natural
and anthropogenic environment during the Late and Final Neolithic periods
Christina Ziota
Αρχιτεκτονικές μορφές της Προϊστορίας στην κοιλάδα του μέσου ρου
του Αλιάκμονα
Αρετή Χονδρογιάννη-Μετόκη
337
Architectural forms of Prehistory in the valley along the middle reaches
of the Aliakmon river
Areti Hondrogianni-Metoki
Ενσωματώνοντας το παρελθόν, προσδιορίζοντας το παρόν,
νοηματοδοτώντας το μέλλον: αναγνώριση και ερμηνεία πρακτικών δομημένης
(εν)απόθεσης στο νεολιθικό οικισμό Αυγής Καστοριάς στη Βόρεια Ελλάδα
Γεωργία Στρατούλη • Νίκος Κατσικαρίδης • Τάσος Μπεκιάρης • Βασιλική Τζεβελεκίδη
349
Integrating the past, determining the present, establishing the future:
identification and interpretation of structured deposition
at the neolithic settlement of Avgi in Kastoria, Northern Greece
Georgia Stratouli • Nikos Katsikaridis • Tasos Bekiaris • Vasiliki Tzevelekidi
Αναζητώντας κοινωνικές ταυτότητες: η συμβολή των θερμικών κατασκευών
στην οργάνωση του χώρου στη νεολιθική Μακεδονία
Εβίτα Καλογηροπούλου
359
In search of social identities: the contribution of thermal structures
in the organisation of space in neolithic Macedonia
Evita Kalogiropoulou
Περίκλειστος κόσμος. Μια συζήτηση για τους περιβόλους
στην προϊστορική Μακεδονία με αφορμή το Δισπηλιό Καστοριάς
Σταμάτης Χατζητουλούσης • Τάσος Σιάνος • Γιάννης Σταυριδόπουλος • Κοσμάς Τουλούμης
373
Enclosed world: a discussion about enclosures in prehistoric Macedonia
based on Dispilio, Kastoria
Stamatis Chatzitoulousis • Tasos Sianos • Giannis Stavridopoulos • Kosmas Touloumis
16 ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ | CONTENTS
Κοινοτικά έργα και μνημειακότητα στους οικισμούς της Μακεδονίας
κατά την Ύστερη Εποχή του Χαλκού
Ευαγγελία Στεφανή
381
Communal works and monumentality in the settlements of Macedonia
during the Late Bronze Age
Evangelia Stefani
Μεταβολές στη βλάστηση της Μακεδονίας κατά το Μέσο Ολόκαινο:
ανθρωπογενής επίδραση ή απόκριση στην κλιματική διακύμανση;
Κατερίνα Κούλη
401
Vegetation dynamics in Macedonia during the Middle Holocene:
human impact versus climate change?
Katerina Kouli
Η φυσική βλάστηση και οι προϊστορικές κοινότητες της Μακεδονίας.
Μια σύνθεση των πληροφοριών της ανθρακολογικής έρευνας
Μαρία Ντίνου
409
Natural vegetation and prehistoric communities in Macedonia, Greece.
A synthesis of the results of wood charcoal analysis from prehistoric sites
Maria Ntinou
Φυτά και άνθρωποι στην προϊστορική Βόρεια Ελλάδα. Τα αρχαιοβοτανικά δεδομένα
Σουλτάνα-Μαρία Βαλαμώτη
419
Plants and people in prehistoric Northern Greece: the archaeobotanical evidence
Soultana-Maria Valamoti
Invitation to dinner. Practices of animal consumption and bone deposition
at Makriyalos I (Pieria) and Toumba Kremastis Koiladas (Kozani)
Vasiliki Tzevelekidi • Paul Halstead • Valasia Isaakidou
425
Πρόσκληση σε γεύμα. Πρακτικές κατανάλωσης και απόθεσης οστών ζώων
στον Μακρύγιαλο Πιερίας και στην Τούμπα Κρεμαστής Κοιλάδας Κοζάνης
Βασιλική Τζεβελεκίδη • Paul Halstead • Βαλασία Ισαακίδου
The vertebrate fauna from a Late Neolithic settlement in eastern Macedonia.
Τhe case of Promachon sector – preliminary results
George Kazantzis
437
Η σπονδυλωτή πανίδα ενός οικισμού της Νεότερης Νεολιθικής περιόδου
στην ανατολική Μακεδονία: η περίπτωση του ελληνικού τομέα του Προμαχώνα
– αρχικά αποτελέσματα
Καζαντζής Γιώργος

Οι αλιευτικές δραστηριότητες στην Προϊστορία της Βόρειας Ελλάδας:
ένα πανόραμα των αρχαιοζωολογικών δεδομένων
Τατιάνα Θεοδωροπούλου
453
Fishing activities in the Prehistory of Northern Greece:
a panorama of the archaeological evidence
Tatiana Theodoropoulou
Όψεις της διατροφής και του υλικού πολιτισμού
της Νεολιθικής και της Εποχής Χαλκού στην κεντρική Μακεδονία.
Μια οστρεοαρχαιολογική προσέγγιση
Ρένα Βεροπουλίδου
465
Aspects of Neolithic and Bronze Age diet and material culture
in central Macedonia: the evidence from shell analyses
Rena Veropoulidou
Αρχαίο DNA: εφαρμογές, προοπτικές, περιορισμοί
Χριστίνα Παπαγεωργοπούλου
477
Ancient DNA: applications, perspectives, limitations
Christina Papageorgopoulou
Από τα αντικείμενα στις ιδέες: Τεχνολογίες – Τεχνουργήματα – Επικοινωνία
From objects to ideas: Technologies – Artefacts – Communication
Lete I. The pottery of a neolithic site in central Macedonia 100 years after
Anastasia Dimoula • Areti Pentedeka • Konstantinos Filis
491
Λητή I. Η κεραμική μίας νεολιθικής θέσης στη Μακεδονία 100 χρόνια μετά
Αναστασία Δημουλά • Αρετή Πεντεδέκα • Κωνσταντίνος Φίλης
Pottery and stylistic boundaries.
Early and middle neolithic pottery in Macedonia
Dushka Urem-Kotsou • Anna Papaioannou
• Trisevgeni Papadakou • Niki Saridaki • Zoe Intze
505
Κεραμική και στυλιστικά όρια.
Η κεραμική της Αρχαιότερης και της Μέσης Νεολιθικής στη Μακεδονία
Ντούσκα Ούρεμ-Κώτσου • Άννα Παπαϊωάννου
• Τρισεύγενη Παπαδάκου • Νίκη Σαριδάκη • Ζωή Ιντζέ
Συνταγές υλικών και κεραμική παραγωγή
των νεολιθικών οικισμών της ανατολικής Μακεδονίας
Παρασκευή Γιούνη
519
Clay recipes and ceramic production
of the neolithic settlements in eastern Macedonia
Paraskevi Yiouni
18 ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ | CONTENTS
Ταυτότητες ανθρώπων και διακοσμημένα κεραμικά σκεύη
κατά τη Νεότερη Νεολιθική στη Βόρεια Ελλάδα:
παραδείγματα από την κεραμική παράδοση «μαύρο σε ερυθρό»
Δήμητρα Μαλαμίδου
527
Human identities and decorated clay pots
during Late Neolithic in Northern Greece:
examples from the “black-on-red” pottery tradition
Dimitra Μalamidou
Συνέχειες και ασυνέχειες στην κεραμική των πρώιμων φάσεων
του νεολιθικού Δισπηλιού
Μαρίνα Σωφρονίδου • Σαράντης Δημητριάδης
537
Continuity and discontinuity in the pottery of the early phases
of neolithic Dispilio
Marina Sofronidou • Sarantis Dimitriadis
Εικόνες και αφηγήσεις από τα διακοσμημένα θραύσματα του Δισπηλιού
Ευαγγελία Βούλγαρη
549
Images and narratives from the decorated sherds of neolithic Dispilio
Evangelia Voulgari
Η κεραμική παράδοση των προχωρημένων φάσεων
της Πρώιμης Εποχής Χαλκού στη Μακεδονία
Γιώργος Δελιόπουλος • Ιωάννης Παπαδιάς • Αικατερίνη Παπαευθυμίου-Παπανθίμου
561
The pottery tradition during the later phases
of the Early Bronze Age in Macedonia
Giorgos Deliopoulos • Ioannis Papadias • Aikaterini Papaefthymiou-Papanthimou
Η κατανάλωση της κεραμικής και η ενδοκοινοτική οργάνωση
στο τέλος της Ύστερης Εποχής του Χαλκού στη Μακεδονία:
παρατηρήσεις στη χειροποίητη κεραμική από την Τούμπα Θεσσαλονίκης
Ευαγγελία Βλιώρα • Ευαγγελία Κυριατζή • Στέλιος Ανδρέου
575
Pottery consumption and intra-site organisation
in the end of the Late Bronze Age in Macedonia:
observations on the hand-made pottery from Toumba Thessaloniki
Evangelia Vliora • Evangelia Kiriatzi • Stelios Andreou
The Late Bronze Age pottery of Macedonia:
comparisons with the plain of Korçë
Tobias Krapf
585
Κεραμική της Ύστερης Εποχής του Χαλκού από τη Μακεδονία:
συγκρίσεις με την πεδιάδα της Κορυτσάς
Tobias Krapf

In search of social networks during the Neolithic Period
in Macedonia (Νorthern Greece): the case of chipped stone industries
Odysseas Kakavakis
599
Αναζητώντας τα κοινωνικά δίκτυα της Νεολιθικής Εποχής
στην περιοχή της Μακεδονίας: η περίπτωση του πελεκημένου λίθου
Οδυσσέας Κακαβάκης
Ο χαλαζίας ως πρώτη ύλη στις λιθοτεχνίες της προϊστορικής Μακεδονίας
Ουρανία Πάλλη
607
Quartz as raw material in the chipped stone industries of prehistoric Macedonia
Ourania Palli
Η λιθοτεχνία του Ηλιότοπου, μιας προϊστορικής θέσης του ανατολικού Λαγκαδά
Σοφία Λύχνα • Μαρία Χάδου
615
The lithic industries from Iliotopos, a prehistoric site in eastern Langadas
Sofia Lychna • Maria Chadou
«Είμαστε μόνοι τριγυρισμένοι από νεκρές εικόνες».
Προβλήματα των νεολιθικών μαρμάρινων ανθρωπόμορφων ειδωλίων
με αφορμή παραδείγματα απο την Ημαθία
Νίκος Μερούσης
625
“And we’re alone surrounded by dead images”.
Problems of neolithic marble human figurines according to examples from Emathia
Nikos Merousis
Η αναπαράσταση των ανθρώπων στη νεολιθική Μακεδονία
Στράτος Νανόγλου
639
The representation of humans in neolithic Macedonia
Stratos Nanoglou
Ταξίδια του νεολιθικού Spondylus.
Αρχαιολογικές καταδύσεις στα βαθιά νερά της αιγαιακής Προϊστορίας
Μαριάννα Νικολαΐδου • Φώτης Υφαντίδης
645
The journeys of neolithic Spondylus: a chronicle of research in the prehistoric Aegean
Marianna Nikolaidou • Fotis Ifantidis
Η μουσική στις προϊστορικές κοινωνίες.
Η περίπτωση του νεολιθικού οικισμού του Δισπηλιού Καστοριάς
Χρύσα Τσαγκούλη
661
Music in prehistoric communities.
The example of the neolithic settlement at Dispilio of Kastoria
Chrysa Tsangouli
20 ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ | CONTENTS
Θεωρητική αρχαιολογία και νέα μουσειολογία
Δημήτριος Β. Γραμμένος
673
Theoretical archaeology and new museology
Dimitrios Grammenos
Ευτυχώς, τα στεφάνια μας είναι ακάνθινα
Αναστασία Χουρμουζιάδη
677
Thank God, our wreaths bear thornes
Anastasia Chourmouziadi
Οι αρχαιολόγοι και οι αρχαιο-«λόγοι».
Οι ταυτότητες των ερευνητών, οι «λόγοι» και η αναπλαισίωσή τους
στην προϊστορική αρχαιολογία της Μακεδονίας
Κοσμάς Τουλούμης
685
The archaeologists and the archaeo-“logoi”.
The identities of the scholars, the “discourses” and their re-contextualization
in the prehistoric archaeology of Macedonia
Kosmas Touloumis
Από τη «Θεά της Παλαιάς Ευρώπης» στην αρχαιολογία του φύλου:
η κληρονομιά της Marija Gimbutas
Δήμητρα Κοκκινίδου • Μαριάννα Νικολαΐδου
695
From the “Goddess of Old Europe” to gender archaeology:
the legacy of Marija Gimbutas
Dimitra Kokkinidou • Marianna Nikolaidou
Επίλογος: πού είμαστε τώρα, πού θα είμαστε αύριο
Κώστας Κωτσάκης
707
Epilogue: where we stand now, where we will be tomorrow
Kostas Kotsakis
Κατάλογος συμμετεχόντων . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 713
List of contributors . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 716

Συντομογραφίες | Abbreviations

ΑΑΑ Αρχαιολογικά Ανάλεκτα εξ Αθηνών, Αθήνα
ΑΔ Αρχαιολογικόν Δελτίον, Αθήνα
ΑΕ Αρχαιολογική Εφημερίς, Αθήνα
ΑΕΜΘ Το αρχαιολογικό έργο στη Μακεδονία και στη Θράκη,
Θεσσαλονίκη
ΑΕΜΘ 20 χρόνια Π. Αδάμ-Βελένη & Κ. Τζαναβάρη (επιμ.), 2009.
Επετειακός τόμος, Το αρχαιολογικό έργο στη Μακεδονία
και στη Θράκη 20 χρόνια, Θεσσαλονίκη
Αρχαία Μακεδονία ΙΙΙ Ανακοινώσεις κατά το Γ’ διεθνές συμπόσιο, Θεσσαλονίκη
21-25 Σεπτεμβρίου 1977, Θεσσαλονίκη 1983
Αρχαία Μακεδονία IV Ανακοινώσεις κατά το Δ’ διεθνές συμπόσιο, Θεσσαλονίκη
21-25 Σεπτεμβρίου 1983, Θεσσαλονίκη 1986
Αρχαία Μακεδονία V Ανακοινώσεις κατά το Ε΄ διεθνές συμπόσιο, Θεσσαλονίκη
10-15 Οκτωβρίου 1989, Θεσσαλονίκη 1993
Αρχαία Μακεδονία VI Ανακοινώσεις κατά το ΣΤ΄ διεθνές συμπόσιο, Θεσσαλονίκη
15-19 Οκτωβρίου 1996, Θεσσαλονίκη 1999
Αρχαία Μακεδονία VII Ανακοινώσεις κατά το Ζ΄ διεθνές συμπόσιο, Θεσσαλονίκη
14-18 Οκτωβρίου 2002, Θεσσαλονίκη 2007
ΠΑΕ Πρακτικά της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας,
Αθήνα
AJA American Journal of Archaeology, Cambridge, Mass
BAM Beiträge zur ur- und frühgeschichtlichen Archäologie
des Mittelmeer-Kulturraumes, Bonn
BAR British Archaeological Reports, Oxford
BSA The Annual of the British School at Athens, London
BCH Bulletin de Correspodance Helénique, Paris
JAS Journal of Archaeological Science, Amsterdam
PPS Proceedings of Prehistoric Society, Cambridge

(CYNECHIZETAI)

 

PEEGEE http://www.aegeussociety.org/

Posted in ARCHAEOLOGIE | Tagged , , , , , | Leave a comment

ARCHEOLOGY SHOULD OPEN ITS RESEARCH TO NEW FRONTIERS (e)

(BEING CONTINUED FROM 7/3/17)

3. Sedimentary basins and tectonics
The post-Oligocene sedimentary basins and associated neotectonic structures developed within the upper plate during the migration of the Hellenic orogenic arc can be distinguished in the following three categories.

1) The first category concerns all the arc parallel structures occurring within the orogenic arc from the front of the fold and thrust belt at the fore-arc basin, to the back-arc area behind the volcanic arc. This category involves compressive structures developed from Late Eocene – Oligocene (e.g. Pindos and Tripolis units) to middle – late Miocene (e.g. Ionian and Paxos units) all along the frontal zone of the Hellenic arc in the paleo-trench and the external zone of the paleo-island arc. It also involves extensional structures related to the opening of the molassic Mesohellenic Basin and its probable continuation
in the Cycladic molassic basin to the south. The tectonic trend remains constant in the NNW-SSE direction for both compressive and extensional structures. The sedimentary sequences deposited in the above structures are deep marine clastic sediments of flysch type in the frontal compressional zone and of molassic type in the internal extensional zone. Continental sedimentation is generally rare, such as the Early Miocene Aliveri basin in central Evia and the Strymon basin in Eastern Macedonia.
2) The second category concerns the arc parallel structures occuring within the Late Miocene to Plio -Quaternary Hellenic arc and trench system in the Southern Hellenides. The Parnon and Taygetos extensional detachments in Peloponnese are characteristic arc parallel features together with the other NNW-SSE trending normal faults, described earlier along the transverse profile of Fig. 2. The dominant facies of these basins involve deep marine clastic sedimentation of molassic type, such as the Cretan Basin, and less deep marine sedimentation in the other neotectonic basins. In the case of the Itea – Asmfissa detachment the extensional deformation started in Middle Miocene (Papanikolaou et
al, 2009). A middle Miocene age of the detachment faulting resulting in the opening of the Cretan Basin in the north and the Messara Basin in the south was also reported from Crete (Papanikolaou &Vassilakis, 2009). The orientation of the detachments in Crete is following the arc curvature and the general trend is E-W. In the Northern Hellenides the Plio-Quaternary neotectonic basins occur at the previously existing NNW-SSE oriented Late Miocene basins with lignite bearing continental deposits (Burchfiel et al, 2008). No new Plio-Quaternary basins were formed within the Northern Hellenides.

3) The third category concerns the arc transverse structures within the CHSZ developed since Late Miocene. These structures show strike-slip motions combined with normal and oblique faulting (Pavlides et al, 1990; Sokoutis et al, 1993; Koukouvelas & Aydin, 2002), related to the strike-slip faults of the Northern Aegean Sea, where oblique extension can describe better the overall tectonics (Papanikolaou et al, 2002; 2006) (Fig. 2). The dextral strike-slip motion of the CHSZ is expressed mainly by two transverse fault zones with structural trend in the ENE-WSW direction. These strike-slip fault zones are crossing the North Aegean Sea and enter mainland Greece along the Maliakos Gulf and along the Skyros – Aliveri – Northern Attica lineament (Papanikolaou & Royden,
2007). The middle Miocene age of the Kymi Basin and the Oxylithos volcanic rocks (Xypolias et al, 2003) imply the beginning of transverse strike-slip tectonics earlier in the internal part of the Hellenic arc. The general trend of the Plio-Quaternary transverse structures is E-W, overprinting the previous NNW-SSE tectonic trend of the arc parallel structures. The different fault pattern of the Plio-Quaternary neotectonic structures and basins in the CHSZ and south of it in the Southern Hellenides was described by Mariolakos & Papanikolaou (1981, 1987) and Mariolakos et al (1985) who emphasized also the fact that the E-W younger faults are seismically active structures in contrast to the NNW-SSE faults, which are less active (Fig. 5). Within the CHSZ the new structures developed
during Plio-Quaternary disrupt the previous arc parallel structures as this is shown on both sides of the Corinth Gulf (Papanikolaou & Royden, 2007). In the case of the Itea – Amfissa detachment, the NNW-SSE oriented arc parallel structure has been active throughout Middle – Late Miocene and was disrupted by the Late Pliocene – Pleistocene E-W faults, bordering the northern margin of the Corinth Gulf (Papanikolaou et al, 2009). The same pattern was observed in the Northern Evoikos Gulf, where the NNW-SSE Aghios Konstantinos detachment was disrupted by the E-W normal faults of the Arkitsa
system (Papanikolaou & Royden, 2007).

image

Fig. 5: Neotectonic sketch map of Sterea Hellas and Peloponnese (a) and of the Hellenic arc (b) (after Mariolakos & Papanikolaou, 1981). The distribution of the E-W oriented transverse faults within the CHSZ is confronted to the NNW-SSE arc parallel faults in the Southern Hellenides. The distribution of marine and continental sediments within the neotectonic basins helps to differentiate vertical motions with subsidence during the Pliocene and uplift during the Quaternary around the Peloponnesian coast.

In conclusion, the Hellenic arc exhibits a well pronounced arc parallel structure comprising compressive structures at the frontal zone and extensional structures at the back – arc zone throughout its tectonic evolution since Oligocene times. This arc parallel structure has been disrupted during Late Miocene– Present by transverse and oblique to the arc structures, involving dominantly strike-slip and normal faulting within the CHSZ, that separates the Northern Hellenides from the Southern Hellenides.

4. Driving mechanism(s)
Plate convergence between Africa and Europe has been the main driving force of the ongoing Hellenic subduction and related geodynamic features of the migrating orogenic arc throughout Late Cretaceous – Present. However, this subduction process has been interrupted by some distinct periods of micro-collision of the intermediate continental tectono-stratigraphic terranes of the Hellenides (Papanikolaou,1989; 1997). Judging from present day GPS rates in the northern Hellenides and the southern Hellenides we can estimate a rate of convergence during the microcollision periods of 5-10 mm/year, similar to the rates observed today between Apulia and the Northern Hellenides and subduction rates of oceanic basins around 40 mm/year. Subduction rates may increase up to 70-80 mm/year judging from other actual subduction zones whereas rates of continental convergence seem to be of the order of a few mm/year worldwide (Sella et al, 2002; Funiciello et al, 2003; Lallemand et al, 2005; Royden & Husson, 2006).
In the case of the Hellenides, the difference between the northern segment and the southern segment corresponds to the ongoing microcollision and continental subduction of the Apulia shallow-water carbonate platform, developed over the Adria continental crust, beneath the external Hellenides nappes in the north against the subduction of the oceanic crust of the East Mediterranean Basin beneath the southward continuation of the same external Hellenides nappes. The change of the southern segment from continental subduction to oceanic subduction occured sometime in Late Miocene, when the last
marginal parts of the External Platform of the Hellenides, known as the Paxos Unit, were subducted.
The external carbonate platform of the Hellenides constitutes the external terrane H1 (Papanikolaou,1989; 1997) separating the Pindos oceanic basin (terrane H2) in its internal margin from the East Mediterranean basin (terrane H0) in its external margin. Subduction of the external platform started in Late Eocene, when flysch sedimentation started in the more internal parts of the platform, comprising the tectonic units of Olympos, Amorgos, and Gavrovo – Tripolis and ended in Late Miocene when the more external parts, represented by the Paxos (known also as Pre-Apulian) unit, have been deformed and uplifted at the front of the Hellenic belt. North of the Kephalonia transform fault the
external parts of the external carbonate platform are detected offshore in the Ionian Sea and continue up to the outcrops of the recently uplifted Apulia peninsula.
In conclusion, the creation during Late Miocene and the following evolution up to the present day Hellenic arc and trench system is the result of lateral inhomogeneity of the Hellenic subduction system with continental subduction and micro-collision in the north against oceanic subduction in the south.
This produced a very slow convergence in the north, with a rate of 5-10 mm/year, without developing the characteristics of an arc and trench system and a rapid subduction with a rate of 40 mm/year,that created the Hellenic arc and trench system. The transition from slow continental subduction in the late Miocene to rapid oceanic subduction in the Plio-Quaternary in the southern Hellenides was driven by a roll back mechanism occuring at retreating plate boundaries, observed when subduction rate is higher than convergence rate (Royden, 1993; Ten Veen & Postma, 1999).

The above conclusion, as far as the mechanism controlling the differentiation of the Hellenides orogenic belt since Miocene times is based on subduction dynamics and confronts previous models proposing a mechanism based on lateral escape of the Anatolian microplate, following continental collision between the Arabian and Eurasian plates in the Caucasus. In this escape model, the Hellenic arc and trench system obtained its differentiated kinematics, curvature, geometry and internal deformation under the push from the Anatolian microplate, itself been pushed away from the collision zone of Arabia
and Eurasia (Brunn, 1976; Mercier et al, 1979; LePichon & Angelier, 1981). This model has not taken into consideration the geodynamic situation and changes of the plate boundary at the front of the Hellenic arc in the west but only the plate dynamics in the east. A major point of concern has been the absence of a strike-slip fault zone through central continental Greece as postulated by the early plate tectonics model of the area (McKenzie, 1972). However, the GPS measurements obtained in the area of the Eastern Mediterranean During the 90’s showed that the Anatolia rate is much less than the Aegean
rate (20 mm/year versus 35-40 mm/year) (e.g. Reilinger et al, 1997). Thus, instead of push, the relation between Anatolia and Aegean is pull! The analysis of the GPS measurements considering the Aegean area as stable showed the existence of two vertical zones of shear along the northern (CHSZ) and the eastern (WASZ) boundaries of the Aegean microplate with a strike-slip and transtentional character (Papanikolaou & Royden, 2007). The E-W oriented transverse to the arc basins of Corinth,Beotikos Kiffissos and Northern Evoikos in central continental Greece are the result of the CHSZ and
the E-W oriented basins of Western Anatolia are the result of the WASZ.

(TO BE CONTINUED)

Papanikolaou D.
1 University of Athens, Department of Dynamic, Tectonic, Applied Geology,
Panepistimioupoli 15784, Athens, Greece, dpapan@geol.uoa.gr

SOURCE  Bulletin of the Geological Society of Greece, 2010,Proceedings of the 12th International Congress Patras, May, 2010

Posted in ARCHAEOLOGIE | Tagged , , , , , , | Leave a comment

Τὰ 105 εἴδη ὑποδημάτων τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων (D)

(ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΑΠΟ 4/03/17)

image

ρᾴδια (τὰ), ρᾴδιαι (αἱ), ραΐδια (τὰ), εἶδος ποιοτικῶν γυναικείων σανδαλί-

ων, τὸ κατ’ ἐξοχὴν σανδάλιον.

ραπίδες (οἱ), ραδὶς (ἡ), εἶδος ὑποδήματος, μὲ ραφὲς καὶ περόνες. Οἱ κατα-

σκευαστὲς αὐτῶν ἐλέγοντο «ραπιδοποιοί», αὐτοὶ δηλ. ποὺ ἐφτιαχναν τὶς κρηπῖδες.

ρόδια (τὰ), ἀνδρικὸ ὑπόδημα.

σάμβαλα (τὰ), σάμβαλον (τὸ), εἶδος ὑποδήματος, αἰολ. τὸ σανδάλι.

σάνδαλα (τὰ) ἢ σάνδαλον (τὸ), βλαυτία (τὰ), γυναικεῖα ἐνίοτε καὶ ἀνδρικὰ ὑποδήματα, μὲ ξύλινο πέλμα (πατούνα), ποὺ δενόταν στὸ πόδι μὲ λουριά.[72]

Ἐκ τοῦ σανίς, σανίδαλος. Ὁ μικρὸς σάνδαλος ἐλέγετο σανδάλιον καὶ σανδαλίσκος.

Τὰ σανδάλια φυλάσσονταν σὲ εἰδικὴ θήκη-ἑρμάριο, τὴν σανδαλοθήκη. Τὰ ἔρραβε

εἰδικὸς ράπτης, ὁ σανδαλορράφος. Σανδαλόω-ῶ, σημαίνει προμηθεύω ἢ ράβω

σανδάλια. Ὑπῆρχαν πολλὰ εἴδη σανδάλων (σανδαλώδη ὑποδήματα).

 

σελευκὶς(ἡ), γυναικεῖο ὑπόδημα, ἰδιαίτερο τῶν γυναικῶν τῆς Πιερίας τοῦ

ἑλληνιστικοῦ σελευκιδικοῦ κράτους τῆς Συρίας ἐπὶ τοῦ Ὀρόντου[73]

σεμπάδα(ἡ), ὑπόδημα. Ἴσως σχετικὸ νὰ εἶναι τὸ νῦν καλούμενο σαμπὼ (εἶδος τσόκαρου).

σικυώνια(τὰ), γυναικεῖα ὑποδήματα, προερχόμενα ἐκ Σικυῶνος Κορινθίας.[74]

σινδοκύθορνοι (οἱ), ποιοτικὸ ὑπόδημα, ποὺ ἔμαθαν οἱ Ἕλληνες μᾶλλον  ἐκ τῶν Σινδῶν, κατοίκων τῆς Σινδικῆς, στὶς ἐκβολὲς τοῦ ποταμοῦ Ἴστρου, στὸν  Εὔξεινο Πόντο.

σακχάδες (οἱ), ἢ σάκχοι (οἱ), εἶδος ὑποδήματος τῶν Φρυγῶν.

σκάβελα (τὰ) ὑποδήματα ρωμαϊκῶν χρόνων.

σκουλπόνεαι (οἱ) ὑποδήματα ρωμαϊκῶν χρόνων.

σκυδικαὶ (αἱ), λευκά, «ἐλεύθερα» ὑποδήματα, εἰδικὰ γιὰ λακτίσματα (σκυ-

δίζω=λακτίζω).[75]

σκυθικὰ (τὰ), τὰ ἰδιαίτερα ὑποδήματα  τῶν Σκυθῶν.

σμινδυρίδεια (τὰ), σμινδυρίδια (τὰ), ἢ σμυνδαρίδεια (τὰ), ἢ σμυνδαρίδια (τὰ), εἶδος

πολυτελῶν γυκαικείων ὑποδημάτων, ποὺ πρῶτος κατεσκεύασε ὁ σκυτεὺς Σμυνδυρίδης.

τζαγγία (τὰ), πρακτικώτατα ὑποδήματα τῶν Βυζαντινῶν, ποὺ εἶχαν πολὺ μεγάλη

ἀπήχηση, τόση, ὥστε ἔμεινε ἐξ αὐτῶν  ὁ ὑποδηματοποιὸς νὰ καλῆται τζαγγάριος, τζαγ-

γάρης (> τσαγκάρης).

τροχάδες (οἱ) εἶδος σανδαλίων, γιὰ ἄνετο τρέξιμο στὰ χωράφια, στὴν βο-

σκή. Κατασκευάζονται καὶ πωλοῦνται ἀκόμη καὶ σήμερα στὴν Σκύρο, ὅπου τὰ

λὲν ἀκόμη… τροχάδια![76]

ὑπέρδεσμα (τὰ), εἶδος ὑποδήματος.

φαικὰς (ἡ), εἶδος γεωργικῶν ὑποδημάτων, εἶδος λευκῶν σανδαλίων τῶν Ἀθηναίων γυμνασιαρχῶν, καὶ τῶν Αἰγυπτίων ἱερέων.[77]

Ἡ μικρὴ φαικὰς ἐλέγετο φαικάσιον(τὸ).

χῖαι(αἱ), εἶδος ἀνδρικοῦ ὑποδήματος, ἐκ Χίου («χῖαι κρηπῖδες»), ποὺ ἔξω-

θεν τῆς εἰδέσεως ἦταν μολύβδινο! Αὐτὰ ἔδωσαν ἕναν ἰδιαίτερο ρυθμὸ στὴν ὑποδη-

ματοποιία, τὸν χῖο ρυθμό.[78]

ψιττάκεια(τὰ), ἢ ψιττάκια (τὰ), ἢ φιττάκια (τὰ), εἶδος γυναικείου ὑποδήμα-

τος, ἴσως γιὰ ποιμενικὲς ἐργασίες.[79]

 

Μέρη καὶ ἐργαλεῖα τῶν ὑποδημάτων

Αὐτὸ ποὺ σήμερα λέμε «σόλα» στὰ ἀρχαῖα χρόνια ἐλέγετο «κάττυμα».

Τὴν γλωσσίδα, ποὺ ἀνέβαινε ἕως ἐπάνω στὸ πέλμα, τὴν ἔλεγαν «γλῶσσα»,

ὅπως ἀκριβῶς τὴν λέμε καὶ σήμερα!

Ὁ σύνδεσμος τῶν κορριγίων τοῦ ὑποδήματος, ἐλέγετο «ἱμάντωσις»[80]

Οἱ ἱμάντες τῶν ὑποδημάτων, ἐλέγοντο «ὅρμοι». Οἱ «ρομφεῖς» ἦσαν ἱμάντες ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐρράπτετο τὸ ὑπόδημα.

Οἱ περόνες τῶν ὑποδημάτων, ἐλέγοντο «ραπίδες».

Τὸ «λωρίον» (λουρί) τοῦ ὑποδήματος, ἐλέγετο «σφαιρωτήρ», καὶ ἐπὶ σαν-

δαλίου «ζινίχιον».

Οἱ ἀγκύλες (ἢ βρόχοι) τῶν ὑποδημάτων ἐλέγοντο «ὕσκλοι».

Ἕνα εἶδος κοπιδίου τῶν ὑποδηματορράφων ἐλέγετο «ἄρβηλος».[81]

Ἕνα  ἄλλο ἦταν ὁ περιτομέας ἢ ἁπλῶς τομέας. Τὶς ὀπὲς τὶς διάνοιγαν μὲ τὸν ὀπέα (σημ.

σουβλὶ – λατ. subulum).

Τοποθετοῦσαν, λοιπόν, τὸ ὑπὸ κατασκευὴν ὑπόδημα ἐπὶ τοῦ καλάποδα[82]

καὶ ἀφοῦ ἔχριζαν τὸ δέρμα μὲ εἰδικὸ ἔλαιο, τὰ ἔρραπταν μὲ νεῦρα βοῶν. Ἐφήρ-

μοζαν τὰ καττύματα μὲ ραφὴ ἢ προσήλωση. Τὰ ἔβαφαν μὲ μελαντηρία ἢ ἐρυθρὰ

βαφὴ (μαῦρα ἢ κόκκινα ἀντιστοίχως). Τέλος, τὰ ἔστιλβαν μὲ τὴν ὀρυκτὴ ὕλη «ἀγή-

ρατος».

Τὸ ἐργαλεῖο ποὺ βοηθᾶ τὸ πόδι νὰ γλυστρᾶ μέσα στὸ ὑπόδημα, ποὺ σήμερα λέμε ἁπλῶς «κόκκαλο», ἀσχέτως ἀπὸ τὶ ὑλικὸ εἶναι καστασκευασμένο, ἐλέγετο ὑποδετήριον. Στὴν ἀρχαιότητα ὑπῆρχαν μεταλλικά, κεράτινα καὶ δερμάτινα τέτοια βοηθήματα, ἀλλὰ τὰ περισσότερα ἦσαν ὄντως ὀστέινα, γι’ αὐτὸ καὶ ἡ λαϊκὴ γλῶσσα διατήρησε τὴν λέξη «κόκκαλο» γι’ αὐτά, ἀκόμη καὶ ὅταν εἶναι… πλαστικά!

Ἕως τὰ χρόνια τῶν χειροποιήτων ὑποδημάτων στὰ μέτρα καὶ τὶς ἰδιομορ-

φίες τοῦ πέλματος τοῦ πελάτου, τὰ κυριώτερα ἐργαλεῖα τοῦ ὑποδηματοποιοῦ

ἦσαν τὸ σφυρὶ (γιὰ τὸ πιστάρισμα τῆς σόλας τοῦ πάτου καὶ τὸ κάρφωμα τῶν

τακουνιῶν), ἡ τανάλια (γιὰ τὸ μοντάρισμα-ξεμοντάρισμα), ἡ φαλτσέτα (γιὰ τὸ

κόψιμο τῆς σόλας, τὸ ξελούρισμα), τὸ λαμπούνι (γιὰ τὸ σιδέρωμα τῆς σόλας, τῆς

πιέτας), τὸ σουβλὶ (ἢ κατσαμπρόκος ἢ κατσαπρόκος[83], γιὰ τὸ ἄνοιγμα ὀπῶν),

ἡ ράσπα (γιὰ τὸ ξύσιμο τῆς σόλας) καὶ τὸ ἀμόνι (γιὰ τὸ πιστάρισμα τῆς σόλας).

 

(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)

Τοῦ Γιώργου Λεκάκη

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

[72] βλ. σχ. Ὄμ., Αἰλ., Ἠρόδ., σχολ. Εὐρ.

«Σανδάλιον» ἐλέγετο καὶ ὁ ἰατρικὸς ἐπίδεσμος, ποὺ ἐτυλίγετο γύρῳ ἀπὸ τὴν κνήμη.

[73] Ἀντίστοιχα καὶ εἶδος ἱματίου καὶ ποτηρίου – βλ. σχ. Ἀθήν., Poll. «Ὀνομ.» 7.94.

[74] βλ. σχ. Λουκ.

[75] βλ. σχ. Πολέμων, Ἐρμόδ.

[76] Πρόκειται γιὰ χειροποίητα ὑποδήματα, ποὺ γιὰ σόλες χρησιμοποιοῦν… λάστιχα αὐτοκινήτου, ἐνῶ ἀπὸ πάνω ἔχουν γνήσιο δέρμα. Τὰ φοροῦν οἱ βοσκοί μας. Ἀντέχουν στὸ νερὸ καὶ τὸ χιόνι, ἐνῶ εἶναι κατάλληλα γιὰ περπάτημα πάνω σὲ κοφτεροὺς βράχους. Τὸν χειμῶνα φοριούνται μὲ μάλλινες κάλτσες (τσουράπια), κομμένες ἔτσι, ὥστε νὰ ἀφήνουν ἐκτεθειμένα τὰ δάκτυλα καὶ τὶς πτέρνες.

[77] βλ. σχ. Ἀππιαν.

[78] βλ. σχ. Ἡσύχ., Ἰπποκρ.

[79] βλ. σχ. Poll. «Ὀνομ.» 7.94.

[80] βλ. σχ. Sir. 22,16) A.

[81] βλ. σχ. Νίκανδρ.

[82] Σήμερα λέμε «καλαπόδι» ἕνα ἐργαλεῖο ποὺ τοποθετοῦμε ἐντὸς τῶν ὑποδημάτων γιὰ νὰ διατηρήσουμε τὴν φόρμα τους.

[83] ἦταν ἕνα μικρὸ ἐργαλεῖο καὶ ἐξ αὐτοῦ ἔμεινε κάθε μικρόσωμος ἄνθρωπος νὰ λέγεται περιπαικτικὰ ἔτσι.

 

 

PAGAN  www.lekakis.com

Posted in ARCHAEOLOGIE | Tagged , , , , , | Leave a comment