ΠΕΡΙ ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΝ ΕΠΙ Ο ΛΟΓΟΣ,ΑΝΘ ΤΟΥ ΕΝ

Οι Πόντιοι στην Οκτωβριανή Επανάσταση
[100 χρόνια απο την Οκτωβριανή Επανάσταση]

Η ελληνική Διασπορά στη Ρωσική Αυτοκρατορία ήταν μεγάλη και πλήρως διακριτή από τον 18ο αιώνα. Προέρχονταν από κάθε μέρος του παλιού ελληνικού κόσμου: Βαλκάνια, νησιά Ιονίου και Αιγαίου αλλά κυρίως από τη Μικρά Ασία και ειδικότερα από την περιοχή του Πόντου. Τα μεγάλα κύματα μετακίνησης από την Οθωμανική Αυτοκρατορία που αρχίζουν κυρίως το δέκατο όγδοο αιώνα, φουντώνουν κυριολεκτικά το δέκατο ένατο.

Γύρω από τις ακτές της Μαύρης Θάλασσας, οι Έλληνες ήταν εγκατεστημένοι σε συμπαγείς ομάδες. Όπως γράφει ο Ελευθέριος Παυλίδης, ο τελευταίος πρόεδρος της παραδοσιακής Ελληνικής κοινότητας Οδησσού, πριν την παράδοση των κλειδιών στους Έλληνες Μπολσεβίκους: «Κατά μήκος εκατοντάδων χιλιομέτρων υπήρχον χωρία και πολίχναι κατοικούμεναι αποκλειστικά από Έλληνας μετανάστας εκ Πόντου, με ελληνικά σχολεία, με Έλληνες ιερείς και με ελληνικάς εκκλησίας.»

Οι Έλληνες της Ρωσίας συμμετείχαν στα πολιτικά και πολεμικά γεγονότα που αφορούσαν τη δεύτερη πατρίδα τους. Η μόνη ελληνική ομάδα που ήρθε σε επαφή με τις ιδεολογικές και πολιτικές εξελίξεις του ρωσικού κόσμου ήταν οι Έλληνες της Ρωσίας, οι οποίοι ανέπτυξαν μια αξιοσημείωτη διανόηση και εμφάνισαν μια πολύ πρώιμη Αριστερά. Η ελληνική διανόηση της Ρωσίας, ήταν δέκτης δύο διαφορετικών ρευμάτων: αφενός των επαναστατικών απόψεων που εμφανίστηκαν στο ρωσικό χώρο και αφετέρου των ιδεών που ήδη διαμορφώνονταν στον ελλαδικό χώρο.

Η επιστολή του Κ. Κωνσταντινίδη από τη Μασσαλία προς τον Τρότσκι με την οποία ζητά να ληφθεί υπόψη το Ζήτημα του πόντου κατά τις διαπραγματεύσεις για την ειρήνη. Υπήρξε η μοναδική ελληνική παρέμβαση στις εξελίξεις.

Η ρωσική επανάσταση του 1905 υπήρξε τομή στην ιστορία των ιδεών των Ελλήνων διανοουμένων της Ρωσίας και ειδικότερα του Καυκάσου. Κατ’ αρχάς, η ελληνική κοινότητα αντιλήφθηκε άμεσα τα γεγονότα τόσο με την επιστροφή των ελληνικής καταγωγής στρατιωτών που υπηρετούσαν στα επαναστατημένα συντάγματα, όσο και με τη συμμετοχή στα γεγονότα Ελλήνων φοιτητών στη Μόσχα ή στην Αγία Πετρούπολη. 

Ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος επηρέασε άμεσα τη ζωή των Ελλήνων της Ρωσίας. Όλοι οι Έλληνες από 18 έως 50 ετών βρέθηκαν υπό τα όπλα. Όπως και όλοι οι σύνοικοι πληθυσμοί της Ρωσικής Αυτοκρατορίας υπέστησαν αφάνταστη ταλαιπωρία από την επιστράτευση των παραγωγικών ηλικιών. Το μεγαλύτερο φόρο του αίματος τον πλήρωσαν εκείνοι από τους στρατεύσιμους που υπηρετούσαν στο ευρωπαϊκό μέτωπο.

Οι επαναστάσεις του 1917

Τα προβλήματα που δημιούργησε ο πόλεμος στο εσωτερικό της Ρωσίας προκάλεσαν μεγάλη κοινωνική ένταση και οδήγησαν σε μια γενικευμένη εσωτερική αναταραχή. Δημιουργήθηκαν αυθόρμητες Επιτροπές, τα σοβιέτ, χωρίς καμιά ποδηγέτηση και έλεγχο από κάποιο κόμμα. Οι μαζικές εργατικές διαδηλώσεις στην Αγία Πετρούπολη κατά το τέλος του Φεβρουαρίου του 1917 επέφεραν την ανατροπή της τσαρικής απολυταρχίας και στην εγκαθίδρυση ενός αστικού δημοκρατικού καθεστώτος. Η δημοκρατική Προσωρινή Κυβέρνηση υπό τον Γκεόργκι Λβοβ που δημιουργήθηκε εξέφραζε το σύνολο του πολιτικού κόσμου. Τον Ιούνιο ανέλαβε την πρωθυπουργία της Ρωσίας ο σοσιαλιστής Αλέξανδρος Κερένσκι, που υπήρξε ένας από τους ηγέτες της επανάστασης του Φεβρουαρίου.

Ως συνέχεια της επανάστασης του Φεβρουαρίου υπήρξε η επανάσταση του Οκτωβρίου που προκάλεσαν οι μπολσεβίκοι. Η επανάσταση αυτή υπήρξε ένα από τα σημαντικότερα γεγονότα του 20ου αιώνα υπήρξε η κοινωνική επανάσταση και η πλήρης ανατροπή των έως τότε δεδομένων στη Ρωσία. Μια ανατροπή που είχε παγκόσμια εμβέλεια και αναδιάταξε τις γεωπολιτικές ισορροπίες για επτά δεκαετίες.

Κατά την Οκτωβριανή Επανάσταση θα παρατηρηθεί η δράση ελληνικών επαναστατικών οργανώσεων και φιλομπολσεβικικών πυρήνων σ’ όλες τις περιοχές που κατοικούσε η ελληνική κοινότητα. Βέβαια, στο χώρο της Υπερκαυκασίας –κυρίως στη Γεωργία- η πλειονότητα των Ελλήνων επαναστατών εκφραζόταν μέσα από το σοσιαλεπαναστικό ή το μενσεβικικό κίνημα.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει η στάση του φτωχού ελληνικού αγροτικού πληθυσμού κατά την περίοδο μεταξύ της Φεβρουαρινής και της Οκτωβριανής Επανάστασης. Ο ελληνικός αγροτικός πληθυσμός της Νότιας Ρωσίας και του ρωσικού Καυκάσου –καταπιεσμένος έως τότε από την οικονομική πολιτική του φεουδαλικού τσαρισμού- θα επιλέξει κατά τις εκλογικές αναμετρήσεις πριν την επανάσταση του Οκτώβρη, σε μεγάλο ποσοστό, το κόμμα των μπολσεβίκων. Και αυτή η επιλογή έγινε παρότι στις περιοχές αυτές κυριαρχούσε το εθνικό στοιχείο πάνω στο διεθνιστικό. Η αιτία ήταν οι φιλαγροτικές εξαγγελίες των μπολσεβίκων και τα συνθήματα όπως: «Οι γη στους αγρότες». Οι προτάσεις για δήμευση προς όφελος των φτωχών αγροτών της γης των γαιοκτημόνων, της Εκκλησίας και του κράτους θα οδηγήσουν τους Έλληνες αγρότες στην υπερψήφιση του κόμματος των μπολσεβίκων στις εκλογές για την Συντακτική Συνέλευση. Τότε θα διαμορφωθούν οι δημοκρατικές πολιτικές τάσεις στον πληθυσμό. Τάσεις που θα εκφραστούν πολύ συγκεκριμένα λίγο αργότερα στην Ελλάδα, όταν θα έρθουν ως πρόσφυγες πλέον για να βρεθούν αντιμέτωποι με το αντιπροσφυγικό κλίμα που επικρατούσε τότε, την όχι και τόσο φιλική συμπεριφορά του ελληνικού κράτους και την ύπαρξη μεγάλων τσιφλικιών στη Μακεδονία. 

Γενικά, η στάση του μέσου Έλληνα της Ρωσίας –παρότι υπήρξαν πολλές περιπτώσεις ένταξης στους μπολσεβίκους, τους μενσεβίκους και τους σοσιαλεπαναστάτες- πρέπει να υπήρξε ουδέτερη ενώ ποίκιλε κατά περιοχή, όπως φαίνεται από τις εκτιμήσεις δύο σημαντικών ιστορικών που παρατίθενται στη συνέχεια, του Ιωαννίδη και του Αυγητίδη. Η αιτία –ειδικά για τις νότιες περιοχές- μπορεί να αναζητηθεί στο γεγονός ότι το πρόβλημα της εθνικής αποκατάστασης παρέμεινε ανοιχτό. Εκτός από το Ζήτημα του Πόντου υπήρχαν και ιδιαίτερα αιτήματα εθνικής αυτονομίας για τις περιοχές του Νότου που κατοικούσε συμπαγής ελληνισμός. Επιπλέον, υπήρχε έντονο προσφυγικό πρόβλημα από τους πρόσφυγες του Πόντου. Οι πρόσφυγες αυτοί δεν θεωρούσαν τον εαυτό τους μόνιμο κάτοικο της περιοχής. Αντιμετώπιζαν τις περιοχές του Καυκάσου ως προσωρινό σταθμό και αυτό ευνοούσε την εθνική απομόνωση της ελληνικής κοινότητας. Ο ελληνο-σοβιετικός ιστορικός Νίκος Ιωαννίδης από το Σοχούμι του Καυκάσου, προσπαθώντας να απαντήσει στο ερώτημα «γιατί ένας από τους πιο καταπιεσμένους, εργατικότατους λαούς, δεν πολέμησε για τα δικαιώματά του», αναφέρει ότι αυτό οφείλεται στο κίνημα για την εθνική αυτονομία που είχε αρχίσει τη συγκεκριμένη περίοδο σε όλες τις περιοχές που κατοικούσαν Έλληνες.

Διαφορετική προσέγγιση από αυτήν του Ιωαννίδη έχει ο ιστορικός Κώστας Αυγητίδης, που έχει μελετήσει την περίπτωση της Οδησσού. Γράφει: «Πολλοί ήταν οι Πόντιοι, οι Έλληνες γενικά, που, παρά τις δύσκολες συνθήκες, πύκνωσαν τις τάξεις του Κόκκινου Στρατού, υπηρέτησαν στα διάφορα όργανα της τοπικής σοβιετικής εξουσίας καταρρίπτοντας κατά τον πιο πανηγυρικό τρόπο τη θέση και άποψη ορισμένων Ελλήνων ιστορικών, ότι ο ελληνικός πληθυσμός της Ρωσίας κράτησε παθητική ή ουδέτερη στάση στα επαναστατικά γεγονότα. Οι Έλληνες της Ρωσίας υπερασπίστηκαν τη σοσιαλιστική επανάσταση, που διέτρεξε άμεσο κίνδυνο στραγγαλισμού της από την επέμβαση του διεθνούς ιμπεριαλισμού, και αυτό τεκμηριώνεται από σειρά γεγονότων….»




Το έγγραφο με το οποίο η παραδοσιακή ηγεσία της ελληνικής κοινότητας, παραδίδει τα γραφεία στους Έλληνες εκπροσώπους των μπολσεβίκων στις 31-5-1919


Η ανάπτυξη του Μεσοπολέμου

Καθ’ όλη τη διάρκεια του Μεσοπολέμου, η αξιοποίηση του λενινιστικού μοντέλου για τις εθνότητες ευνόησε την ανάπτυξη μιας ιδιαίτερα σημαντικής ελληνικής πολιτιστικής παραγωγής. Επί πλέον, επέτρεψε λόγω του ευνοϊκού πολιτικού πλαισίου, την επικράτηση των ακραίων αντιλήψεων των Ελλήνων δημοτικιστών, οι οποίες υλοποιήθηκαν με την κατάργηση της καθαρεύουσας και του 24γράμματου αλφαβήτου και την υιοθέτηση της δημοτικής και του 20γράμματου. Παράλληλα εμφανίστηκε για πρώτη, και ίσως τελευταία φορά μέσα στον ιστορικό χρόνο, η αριστερή κριτική στο δημοτικισμό με την απαίτηση των ελληνικών διαλέκτων (ποντιακή και μαριουπολίτικη) να καταλάβουν τη θέση της επίσημης ελληνικής γλώσσας, αμφισβητώντας την καθολικότητα της δημοτικής.

Στα τέλη της δεκαετίας του ’20 άρχισε να διαμορφώνεται το αίτημα της διοικητικής-εδαφικής αυτονομίας, στα πλαίσια της νέας εθνικής πολιτικής που εγκαινιάστηκε μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση και προβλήθηκε συστηματικά στις ελληνικές εκδόσεις. Σε μερικές περιοχές με συμπαγή ελληνικό πληθυσμό σημειώθηκε η ανακήρυξη της ελληνικής γλώσσας σε κύρια γλώσσα, μαζί με τη ρωσική και τη γλώσσα της Δημοκρατίας.

Ο Έλληνας Βασίλειος Καργαλάσεβ, πρόεδρος της Επαναστατικής Επιτροπής του χωριού Βαραντσόβκα της Αρμενίας (Αρχείο ΙΑΠΕ)

Η σημαντικότερη εξέλιξη για τους Έλληνες της Σοβιετικής Ένωσης ήταν η δημιουργία αναγνωρισμένων Εθνικών Περιοχών, εκεί όπου η ελληνική εθνότητα αποτελούσε την πλειονότητα. Ως το 1938 είχαν δημιουργηθεί τέσσερις αυτόνομες ελληνικές περιοχές στη Σοβιετική Ένωση, με τάση επέκτασης σε όλες τις περιοχές που κατοικούσε συμπαγής ελληνικός πληθυσμός.

Ο σταλινισμός και το τέλος του πειράματος

Το μοναδικό αυτό πείραμα έμελε να διαρκέσει έως το 1937. Η αλλαγή της εσωτερικής πολιτικής στο εθνικό ζήτημα μετά τις Δίκες της Μόσχας διαμόρφωσε ένα νέο πλαίσιο. Το μοιραίο πρόσωπο που εξέφρασε τη νέα πολιτική ήταν ο Στάλιν. Κατά τη σταλινική εποχή, τα παλιά και ξεπερασμένα, τα αρχαϊκά στοιχεία ισχύος και κυριαρχίας επανεμφανίστηκαν και οδήγησαν σε προνεωτερικές μορφές οργάνωσης της κοινωνίας, όπου πλάι στον ανατολικό τρόπο παραγωγής επανεμφανίστηκαν ακραίες μορφές συγκεντρωποίησης και απολυταρχισμού. Το κράτος, ως μηχανισμός καταστολής, αντί να αδυνατήσει και να μαραθεί γιγαντώθηκε και πήρε πρωτόφαντες μορφές.

Η 15η Δεκεμβρίου του 1937 θεωρείται η ημέρα που ο όρος «Έλληνας» μετατράπηκε σε πολιτική κατηγορία και οδήγησε σε μαζικές συλλήψεις κατά των μελών της ελληνικής μειονότητας στη Σοβιετική Ένωση. Με το Διάταγμα-Ντιρεκτίβα 50215 που έφερε την υπογραφή του επικεφαλής της Κρατικής Ασφάλειας (ΝΚVD) Νικολάι Γιεζόφ, η ελληνική σοβιετική μειονότητα είχε θεωρηθεί ύποπτη. Σύμφωνα με αυτήν την αντίληψη, η εθνοτική καταγωγή ταυτιζόταν με πολιτικό αδίκημα.

Το χειρόγραφο κείμενο του Γιάννη Πασαλίδη (αρχείο Γ. Νισύριου)

Η πολιτική αυτή της συλλογικής ευθύνης λόγω της ένταξης σε μια εθνοτική ομάδα και της ενοχοποίησης της πολιτισμικής ταυτότητας, θα αποτελέσει βασικό άξονα της σταλινικής πολιτικής κατά συγκεκριμένων μειονοτικών ομάδων.

Στη δεκαετία του ’40, οι διώξεις ολοκληρώθηκαν με τη βίαιη μεταφορά μεγάλου μέρους του ελληνικού πληθυσμού στην Κεντρική Ασία.

Βλάσης Αγτζίδης
(διδάκτωρ σύγχρονης Ιστορίας, μαθηματικός. Βραβεύτηκε από την Ακαδημία Αθηνών για τη συγγραφή της ιστορίας της Παρευξεινίου Διασποράς, https://kars1918.wordpress.com/2017/. Τα κείμενα που δημοσιεύονται προέρχονται από την ανέκδοτη μελέτη «Η Οκτωβριανή Επανάσταση και οι Έλληνες»)

 

PAGAN http://www.glasnost.gr

Advertisements
Posted in HISTORIC THEMES | Tagged , , , , , , , | Leave a comment

ROMANITY, OR BARBARITY? (B)

(BEING CONTINUED FROM 1/10/16)

The historical framework that we are proposing here will assist in the understanding of certain problems and misapprehensions which will otherwise remain obscure.  A characteristic, recent example is Durosel’s renowned “History of Europe”, which ignited multiple reactions in our homeland, the reason being the absence altogether of any mention of ancient Hellas and Byzantium in the history of Europe. To the Hellenes, it is self-evident that ancient Hellas and the “Byzantium” were primary factors in the shaping of Europe.  To the non-Hellenic Europeans however, Europe “begins” from the moment that the Westerners themselves make their appearance on the scene; in other words, in the 4th century A.D., with the invasions of the Roman Empire by the Germanic tribes. 2  The whole “European idea”, which is so widely advertised in our day, is nothing more than an attempt to reunite the descendants of those Germanic tribes.

In this context, it is not very obvious why Hellas or “Byzantium” should belong to “Europe”.  In fact, the entire course of Europe after the 4th century was nothing more than the expansion of the “Europeans” (=the barbarian tribes), to the detriment of the “Byzantines” (=the Romans).  Western historians of course strive to convince us that Romans and barbarians merged and thus produced today’s west-European civilization. This viewpoint constitutes a witting distortion of History, which the Westerners have imposed, in order to secure amnesty for the crimes of their ancestors and to simultaneously usurp the achievements of the Hellenic-Roman civilization.  We shall have the chance to say more about this fundamental distorting of History, in chapters 4, 6 and 8 of our study.

The Durosel viewpoint was “heretical”, only inasmuch as he had ignored Ancient Hellas. The omission of “Byzantium” is a common denominator in the Western stories of Europe. In lieu of the many examples of this fact, we could mention one instance which is quite recent (1980), in a multi-volume, French “General History of Europe” (C. Livet and R. Mousnier,  Presses Universitaires de France publications), recently circulated in the Greek language (1990) by Papazisis Publications.  The Hellenic edition is in fact prologued by the President of the Athens Academy, Mr. G. Vlachos, who expressed his amazement over the absence of Byzantium therein.  But why the amazement?  To anyone who has lived overseas, it is a well-known fact that for the Westerners, mediaeval and latter-day Hellas are not included in that which is called “Europe”.  Even when reasons of “courtesy” and “cultural pluralism” demand that “Byzantium” be included in such publications, its role is inevitably portrayed as a peripheral one, as though it were some insignificant duchy of the East and not the most prominent political and cultural power of Europe for many centuries.

Unfortunately, the age-old enmity of the West towards the Romans of Mediaeval times does not allow them -even to this day- to objectively study such an “innocuous” subject like mediaeval history.

As a last characteristic example, we could refer to the collective work “Handbuch der Europaischen Geschichte” (Publishers: Ernst Klert-Cotta of Stuttgart, with General Publisher: Theodore Schieder), which presents European History from latter antiquity until our times, in seven large volumes. In the first volume (which was published in 1976) the publisher certifies that this work is not limited only to western and central Europe, but that it also extends to Eastern Europe, in order to include the Slavic and Hellenic-Orthodox civilizations. And yet, the first volume – which covers the period between 400 A.D. to the middle of the 11th century –  of its total 1061 pages, dedicates a meagre 81 pages for Byzantium! Seven whole centuries of Byzantine History take up almost the same space as the text that analyses the organizing of the barbaric tribes during the 5th century (75 pages) !!!! 3

We believe that comments would be redundant at this point, in the face of these examples. One has to be blind, to not perceive what the European opinion is of us, of our History and our tradition.

Instead of trying to convince West Europeans with inferiority-ridden protests and announcements asking to include us in their History, we should have grabbed the rare instance of honesty displayed by them, with the opportunity of Durosel’s History.  We should have –at last–  acknowledged that both as peoples and as civilizations, the Hellenic and the Western European sides are conflicting sides, ever since the first appearance of “western Europeans” in the 4th century A.D.  It is subsequently not at all peculiar, that certain books express that which is ingrained in the conscience of every western European. 4  Durosel could have become the pretext for us to stop and reconsider more seriously what our position is, towards a civilization that is exceptionally hostile, exceptionally anti-Roman.  A civilization that tries to impose a universal model of man, by eliminating the memory and the lifestyle of different peoples, including the Hellenic people.

Our study will attempt to highlight some of the historical causes of the gap between Hellenism and the West, by stressing those that are usually overlooked or purposely falsified in “official”

European –but also Hellenic– historiography.  We believe it is redundant to refer to the cultural differences per se; they have already been described in a superb manner by some of the most inspired minds that our country has given birth to during the last hundred years, and have been deposited in the life works of a certain Per. Yannopoulos, a certain G. Seferis, a certain Ph. Kontoglou…..

Our study is therefore purely historical.  Part 1 (chapters 1,2 and 3) is necessarily dedicated to the clarification of the confusion that was caused by our national names.  In the past 1500 years, we have been referred to with four different names (Romans, Greeks, Byzantines, Hellenes).  The reasons for this confusion did not originate from our people, who always knew their one and only name, throughout these centuries.  They originated from our west European enemies, who concocted various names, in their desire to cut us off from our national continuity.

These names were used as ideological means, for the extermination of Hellenism.

In Part 2  (chapters 4 and 5) we shall examine the shaping of our “Roman national conscience”, which differs radically from the tribal, national ideologies of the Western lands, beginning from the time that the Germanic tribes invaded western Europe. The two constituents of this Roman conscience are: the supranational model of the State, and the Christian faith.  An understanding of the Roman national ideology is a necessary step towards comprehending the individuality of Romanity versus the West.

In Part 3 (chapters 6,7 and 8), we shall present some  of the problems of the “Dark Ages” (7th – 8th centuries), when an immense “rupture” appeared in European History : a barbarian tribe, the Franks, began a conscious effort to distort History, for the purpose of usurping the Roman imperial title. As we shall see, it was from that moment on, that western Europe made its choice of renouncing and turning against the Hellenic-Roman civilization. From within this conflict, “Europe” for the first time acquired a conscience of its own, and “western civilization” was also born of it, as a distinctly separate phenomenon.  It is within this “rupture”, that the sources of our difference with the western Europeans can be found.

From the beginning of the 9th century onwards, Romanity and the West followed diverging courses, as the West now began to reveal its mortal hatred towards anything Roman. The external expressions of this hatred (the Schism, the “Crusades”, the Frankish domination, etc) were especially revealing for our ancestors, and they became the determining factor of Romanity’s orientation thereafter.  However, a more analytical description of this period is beyond the scope of this study.  What concerns us more at this point is the ever-widening gap of the original rupture, which was the source of the conflicts that were to follow.

The publishing of this study would not have been possible, without the love and the prompting of the reverend father  Hierotheos Vlachos, who read the manuscript and offered his suggestions for its improvement.  For all of these things, I would like to express my warmest thanks.

For the informed reader, it will also become obvious that this study owes much to the pioneer work of fr. John Romanides, “Romanity”. In our opinion, the reasons for “Romanity” not reaching as many readers as possible, is due to various reasons.  Anyway, because father Romanides’ views are sometimes ambiguous, we tried to proceed to an independent study of certain other sources, in order ascertain which points can be verified.  Thus, wherever we had the potential to check our sources, we did so, without needing to reference Romanides. The conclusion reached through this research is in almost absolute agreement with Romanides’ conclusions.

One could counter-observe that, regardless what the conclusions of such a historical study may be, they have no bearing on the scalding issues of today’s Hellenic society.  We disagree with this view. It is our belief that, firstly, History itself provides answers to questions that are being posed nowadays, precisely because those same questions had been posed in the past.  The entire issue of Hellas vs. the West is a characteristic example of a problem that persists for over 1500 years.  Especially during periods when our national threats are exacerbated, it becomes self-destructive, to have no conscience whatsoever of the deep-rooted cultural adversity that characterizes the sentiment of Westerners towards us.

Beyond this, however, historical knowledge also shapes the vision that we have for the future.  The impression that we have of ancient Hellas, of “Byzantium”, or of western European history, defines – either consciously or subconsciously – what kind of society we envisage for ourselves.  Perhaps that is what the poet Seferis meant, when he said that “by erasing a part from the past, one erases a corresponding part from the future.”

The only way to overcome our problems today is to rediscover our lost historical memory and to regain contact with what we truly are, with what our heart truly desires. Only then will we discover that – no matter how hard we try to deny it by believing that we are one with western Europeans – our everyday life, our joys and sorrows, our hopes, our celebrations and our disappointments feasts are all permeated with a sensation exclusively our own, unknown to the Westerners, which can also be called “Romanity’s longing”.

(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)

Anastasios Philippide

FOOTNOTES

2 Indicatively, check the characteristic title of the book by L. Musset «The Germanic invasions: The making of Europe A. D. 400-600», London, 1975. Also the similar title of the classic book by C. Dawson «The making of Europe», London 1932.

3 See Chrysos (1987), pages 75-76.

4 Besides, western Europeans never miss an opportunity to repeat their related views. With the occasion of the war in Yugoslavia, and in the context of the anti-Serb hysteria that prevailed throughout the western world, the well-known former director of the French periodical «Monde», Andre Fontaine, thought it would be useful to remind us that «Europe ends, wherever the Gothic cathedrals end» (see Fontaine, «The Yugoslavian nightmare», newspaper “BEMA”, 28 June 1992, page Α22). It was in the same spirit that the Belgian minister for the Exterior and later secretary general for NATO, Willi Klaes, in his address in the summer of 1993 regarding the expansion of NATO, plainly declared that: «only those countries that originate from the circle of the Protestant Catholic culture can be considered as candidates for joining. On the contrary, the ‘heirs of Byzantium’ can cause nothing but problems to the structure of the Alliance». (see Τ. Telloglou, «The expansion of NATO : a Headache», newspaper KATHIMERINI, 28th October 1993).

 

Published (in Greek) by Pelagia Publications

SOURCE  www.pelagia.org

Posted in Books | Tagged , , , , , | Leave a comment

Ζή τω πνευματι επι της ανα-στασεως

Εκατό χρόνια από την Οκτωβριανή επανάσταση

Η ΕΡγατοαγροτική επανάσταση για την αναγκαιότητα της οποίας μιλούσαν συνεχώς οι μπολσεβίκοι πραγματοποιήθηκε. Ζήτω η παγκόσμια σοσιαλιστική επανάσταση!»: Με αυτά τα λόγια, στην έκτακτη συνεδρίαση του Σοβιέτ της Πετρούπολης, στις 25 Οκτωβρίου (π.ημ.)/7 Νοεμβρίου (ν.ημ.) 1917 ο Β. Ι. Λένιν ανήγγειλε και «συμβολικά» το άνοιγμα του δρόμου για μια νέα εποχή στην ιστορία της ανθρωπότητας, την εποχή των νικηφόρων προλεταριακών επαναστάσεων.

Του Γ. Μηλιώνη

Η Οκτωβριανή Σοσιαλιστική Επανάσταση του 1917 ήταν γεγονός παγκόσμιας και διαχρονικής σημασίας. Επιβεβαίωσε τη δυνατότητα της εργατικής τάξης (ως κοινωνικής δύναμης που μπορεί και πρέπει να ηγηθεί στον επαναστατικό αγώνα, για μια κοινωνία χωρίς εκμετάλλευση, ανασφάλεια, φτώχεια, ανεργία και πολέμους) να εκπληρώσει την ιστορική της αποστολή: την κατάργηση της ταξικής κοινωνίας, την οικοδόμηση της αταξικής κοινωνίας, του σοσιαλισμού-κομμουνισμού.

Ταυτόχρονα, ο Οκτώβρης έδωσε και το «στίγμα» της ιστορικής εποχής, που δεν ταυτίζεται με την «ημερολογιακή», και αφορά την αναγκαιότητα επαναστατικής ανατροπής του καπιταλισμού και πέρασμα στον σοσιαλισμό.

Λαμβάνοντας υπόψη την πορεία της ανθρωπότητας, διαπιστώνεται ότι τα επαναστατικά αιτήματα παραμένουν αναγκαία και επίκαιρα, ακόμα και αν υπάρξει προσωρινή ανακοπή της επαναστατικής πορείας, της πορείας οικοδόμησης της νέας κοινωνίας.

Συνεπώς, τα ζητήματα που έθεσε η Οκτωβριανή Επανάσταση, συμπεριλαμβάνοντας φυσικά και την προετοιμασία της και την μετέπειτα πορεία της, παραμένουν ανοιχτά και επίκαιρα, γεγονός εξάλλου που επιβεβαιώνεται από την σφοδρή ιδεολογικοπολιτική σύγκρουση γύρω από τον «Οκτώβρη», ιδιαίτερα από εκείνους που έσπευσαν να κηρύξουν το «τέλος της ιστορίας» στις αρχές της δεκαετίας του ΄90, αλλά εξακολουθούν να μάχονται και με τόνους λάσπης ένα «πτώμα» μιας και σύμφωνα με την άποψή τους όχι μόνο ο «Οκτώβρης», αλλά γενικότερα η υπόθεση -προλεταριακή επανάσταση- είναι νεκρή.

Επιπλέον, είναι η ίδια η αντικειμενική πραγματικότητα, της οικονομικής κρίσης, της φτώχειας και της πείνας εκατομμυρίων ανθρώπων, των πολέμων, της προσφυγιάς, της μετανάστευσης, της εκμετάλλευσης, του τσακίσματος κοινωνικών κατακτήσεων που θέτει το αμείλικτο ερώτημα ή για την αδήριτη αναγκαιότητα πλέον ανατροπής του καπιταλιστικού συστήματος ή για την διατήρησή του, λαμβάνοντας υπόψη ότι δεν έχει να προσφέρει τίποτα άλλο πέρα από τα παραπάνω.

Βεβαίως, από την άλλη, θα ήταν ανώφελη μια γενικευμένη θριαμβολογία, όσο κι αν οι κατακτήσεις της σοσιαλιστικής κοινωνίας, η γρήγορη κάλυψη σε όλους τους τομείς της καθυστέρησης που χώριζε την Ρωσία από τον ανεπτυγμένο κόσμο πριν το 1917, η αποφασιστική συμβολή της στην Αντιφασιστική Νίκη των Λαών δικαιολογεί μια στάση υπερηφάνειας, αισιοδοξίας και εμπιστοσύνης στις ανεξάντλητες δυνατότητες της εργατικής τάξης.

Η υπεράσπιση της Οκτωβριανής Επανάστασης, η υπεράσπιση του επαναστατικού αιτήματος, απαιτεί ενδελεχή και εξαντλητική μελέτη της πείρας της σοσιαλιστικής οικοδόμησης του 20ου αιώνα, ακριβή ανάδειξη των τεράστιων επιτευγμάτων της επανάστασης, αλλά και εξίσου ακριβή εντοπισμό και θεωρητική επεξεργασία των αδυναμιών, των λαθών, όσων επέτρεψαν την προσωρινή ανακοπή της πορείας της.

Στο παρόν σημείωμα, θα αποτολμήσουμε, γιατί είναι αντιληπτό ότι το ζήτημα είναι τεράστιο, μια αποτύπωση της πορείας προς την επικράτηση της Οκτωβριανής Επανάστασης, αρχής γενομένης από τον Απρίλιο του 1917.

Από τον Απρίλιο έως τον Ιούλιο του 1917

Τη νύχτα της 3ης Απριλίου 1917 στον σιδηροδρομικό σταθμό Φινλανδίας στην Πετρούπολη, εργάτες υποδέχονται τον Β. Ι. Λένιν.

Την επομένη, 4 Απριλίου, ο Λένιν μιλά στην συνέλευση των μπολσεβίκων που συμμετείχαν στην Πανρωσική συνδιάσκεψη των Σοβιέτ. Αναπτύσσει τις «Θέσεις του Απρίλη», όπου μεταξύ άλλων, σημείωνε πως «…η ιδιομορφία της σημερινής στιγμής στη Ρωσία βρίσκεται στο πέρασμα από το πρώτο στάδιο της επανάστασης που έδωσε την εξουσία στην αστική τάξη, εξαιτίας της ανεπαρκούς συνειδητότητας και οργάνωσης του προλεταριάτου, στο δεύτερο στάδιό της, που πρέπει να δώσει την εξουσία στα χέρια του προλεταριάτου και των φτωχών στρωμάτων της αγροτιάς…».

Στις 9 Απριλίου 1917 στο άρθρο του στην «Πράβντα» με τίτλο «Δυαδική εξουσία» τόνιζε ότι το ζήτημα της κρατικής εξουσίας είναι το βασικό ζήτημα κάθε επανάστασης και ότι χωρίς το ξεκαθάρισμα αυτού του ζητήματος δεν μπορεί να γίνεται λόγος για συμμετοχή στην επανάσταση, πόσω μάλλον για την καθοδήγησή της.

Στο ίδιο άρθρο επισήμαινε ότι η ίδια η εξέλιξη της ρώσικης επανάστασης είχε δημιουργήσει δυαδική εξουσία: δηλαδή στο πλάι της Προσωρινής Κυβέρνησης, της κυβέρνησης της αστικής τάξης, δημιουργήθηκε και μια άλλη κυβέρνηση, αδύνατη και σε εμβρυακή μορφή, αλλά υπάρχουσα και αναπτυσσόμενη. Αυτή η κυβέρνηση ήταν τα Σοβιέτ.

Σημείωνε ακόμα ότι αυτή η δυαδική εξουσία δεν μπορούσε να διαρκέσει επί μακρόν, καθώς δεν μπορεί να υπάρχουν δύο εξουσίες σε ένα κράτος.

Διατύπωνε την αναγκαιότητα ανατροπής της Προσωρινής Κυβέρνησης, γιατί ήταν ολιγαρχική και όχι παλλαϊκή και δεν μπορούσε να δώσει ούτε ειρήνη, ούτε ψωμί, ούτε πλήρη ελευθερία, τόνιζε ότι το Σοβιέτ ήταν η μόνη δυνατή επαναστατική κυβέρνηση που εξέφραζε άμεσα στη συνείδηση και τη θέληση της πλειοψηφίας των εργατών και αγροτών, σημειώνοντας ταυτόχρονα, ότι η Προσωρινή Κυβέρνηση στηριζόταν, ακόμα τότε, στην τυπική και έμπρακτη συμφωνία με τα Σοβιέτ των εργατών βουλευτών και πρώτα απ’ όλα με το κύριο Σοβιέτ της Πετρούπολης.

Ταυτόχρονα υπογράμμιζε ότι οι συνειδητοί εργάτες για να γίνουν εξουσία, πρέπει να κατακτήσουν με το μέρος τους την πλειοψηφία των Σοβιέτ.

Τον Μάιο του 1917 ετέθη το ζήτημα της συμμετοχής του Κομμουνιστικού Κόμματος σε αστική κυβέρνηση, στο οποίο οι μπολσεβίκοι απάντησαν αρνητικά.

Στις 26 Απριλίου 1917 η Προσωρινή Κυβέρνηση απέστειλε επιστολή προς τον Πρόεδρο της Εκτελεστικής Επιτροπής του Σοβιέτ της Πετρούπολης, θέτοντας ανοιχτά το ζήτημα της συμμετοχής ηγετών των Σοβιέτ σε κυβέρνηση συνασπισμού.

Στις 28 Απριλίου η πρόταση αυτή απορρίφθηκε από την Εκτελεστική Επιτροπή του Σοβιέτ, όμως στην συζήτηση του ζητήματος ξανά την Πρωτομαγιά του 1917 η πρόταση έγινε δεκτή. Κατά ψήφισαν οι μπολσεβίκοι, οι μενσεβίκοι-διεθνιστές, ενώ από την μεριά των εσέρων υπήρξαν δύο λευκά.

Έτσι στις 5 Μαΐου, σχηματίστηκε η πρώτη κυβέρνηση συνασπισμού με τη συμμετοχή μενσεβίκων, εσέρων, λαϊκών σοσιαλιστών κλπ. Ως βάση συμμετοχής αντιπροσώπων του Σοβιέτ στην Προσωρινή Κυβέρνηση υπήρχαν τέσσερα σημεία: 1) Δραστήρια δουλειά προς όφελος της ειρήνης 2) Διευθέτηση βιομηχανίας και οικονομικές μεταρρυθμίσεις 3) Προπαρασκευαστικά μέτρα για τη λύση του αγροτικού και του εργατικού ζητήματος και 4) Επίσπευση της σύγκλησης της Συντακτικής Συνέλευσης.

Ούτε ένας από τους όρους αυτούς δεν εκπληρώθηκε.

Εν τω μεταξύ, η οικονομική κατάσταση της χώρας συνέχιζε να είναι εξαιρετικά δυσχερής, τα λαϊκά στρώματα ασφυκτιούσαν και στην Πετρούπολη, την Μόσχα, την Οδησσό, το Χάρκοβο, το Καζάν, σ’ όλες τις μεγάλες βιομηχανικές πόλεις ο λαός βρισκόταν σε αναβρασμό, διαδήλωνε.

Στις 12 Μαΐου, ο υπουργός Εσωτερικών έστειλε εγκύκλιο στους επίτροπους των κυβερνείων, με την οποία απαιτούσε τη λήψη επειγόντων μέτρων κατά του επαναστατικού κινήματος στις επαρχίες. Παρ’ όλα αυτά ήταν αδύνατο να αποτραπεί η επανάσταση, ενώ η δύναμη για την οργάνωση του κινήματος των μαζών ήταν οι μπολσεβίκοι.

Στο 1ο Πανρωσικό Συνέδριο των αγροτών βουλευτών στις 22 Μαΐου, μιλώντας ο Λένιν πρότεινε τη λήψη απόφασης για το αγροτικό ζήτημα, σύμφωνα με την οποία έπρεπε, χωρίς καμιά καθυστέρηση και χωρίς αποζημίωση, να παραδοθεί στον λαό όλη η γη των τσιφλικάδων, των ιδιοκτητών, του τσάρου, της Εκκλησίας κ.λπ. Στην απόφαση των μπολσεβίκων αναφερόταν ότι το πέρασμα της τσιφλικάδικης γης στην αγροτιά χωρίς αποζημίωση, δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί χωρίς τη στενή συμμαχία των αγροτών με τους εργάτες των πόλεων, χωρίς το πέρασμα όλης της κρατικής εξουσίας στα χέρια των Σοβιέτ των εργατών, στρατιωτών και αγροτών βουλευτών.

Στις επαναληπτικές εκλογές που έγιναν σε πολλά Σοβιέτ μεταξύ Μαΐου και Ιουνίου 1917, οι μπολσεβίκοι πέτυχαν σχετική πλειοψηφία.

Μεταξύ 7 και 12 Μαΐου, η Πανρωσική Συνδιάσκεψη των μενσεβίκων ενέκρινε την προσχώρηση των μενσεβίκων στην Προσωρινή Κυβέρνηση, και θεώρησε απαραίτητη την παροχή σ’ αυτή πλήρους υποστήριξης, ενώ μεταξύ 25ης Μαΐου και 4ης Ιουνίου το σχηματισμό κυβέρνησης συνασπισμού ενέκρινε και το 3ο Συνέδριο του κόμματος των εσέρων, αν και στις γραμμές του κόμματος ήδη άρχισε να ακούγεται κριτική προς την κομματική ηγεσία.

Μόνο οι μπολσεβίκοι εξηγούσαν ότι η προσχώρηση εκπροσώπων των «σοσιαλιστικών» κομμάτων στην κυβέρνηση συνασπισμού δεν άλλαζε τίποτα, ενώ προβάλλοντας και υποστηρίζοντας το σύνθημα «Όλη η εξουσία στα Σοβιέτ», οι μπολσεβίκοι καλούσαν ταυτόχρονα τους εργάτες και τους στρατιώτες να υποχρεώσουν τα συμβιβασμένα Σοβιέτ σε αλλαγή της πολιτικής, σε άρση της πολιτικής εμπιστοσύνης στην Προσωρινή Κυβέρνηση, σε επανεκλογή των εκπροσώπων στα Σοβιέτ των εργατών και στρατιωτών βουλευτών.

Στις 4 Ιουνίου, δεύτερη ημέρα των εργασιών του 1ου Πανρωσικού Συνεδρίου των Σοβιέτ των εργατών και στρατιωτών βουλευτών, ο Λένιν τόνισε ότι «το πέρασμα της εξουσίας στα χέρια του επαναστατικού προλεταριάτου, που το υποστηρίζει η φτωχή αγροτιά, αποτελεί πέρασμα στον επαναστατικό αγώνα για την ειρήνη με τις πιο ασφαλείς, με τις πιο ανώδυνες μορφές που γνωρίζει η ανθρωπότητα, πέρασμα σε μια κατάσταση όπου η εξουσία και η νίκη των επαναστατών εργατών θα είναι εξασφαλισμένες και στη Ρωσία και σε όλο τον κόσμο».

Εν τω μεταξύ, η δυσαρέσκεια στον λαό από την πολιτική της κυβέρνησης και από την προετοιμασία της επίθεσης στο μέτωπο, καθημερινά μεγάλωνε. Στις 8 Ιουνίου, το μπολσεβίκικο κόμμα αποφάσισε ειρηνική διαδήλωση για το Σάββατο 10 Ιουνίου, το 1ο Πανρωσικό Συνέδριο των Σοβιέτ με πρόταση των μενσεβίκων και των εσέρων αποφάσισε να απαγορευθούν οι διαδηλώσεις για τρείς ημέρες, απόφαση την οποία στήριξε και η Προσωρινή Κυβέρνηση, όμως κάτω από την λαϊκή πίεση το Συνέδριο των Σοβιέτ υποχρεώθηκε να ορίσει διαδήλωση στην Πετρούπολη για τις 18 Ιουνίου.

Η Προσωρινή Κυβέρνηση άρχισε εσπευσμένα να επιταχύνει την προετοιμασία της επίθεσης στο μέτωπο, ελπίζοντας ότι οι πρώτες κιόλας φήμες για τις πολεμικές επιτυχίες θα φέρουν σύγχυση στις τάξεις των εχθρών του πολέμου και ότι η διαδήλωση θα μετατραπεί σε αναμφίβολη υποστήριξη της πολιτικής της κυβέρνησης και των κομμάτων του συμβιβασμού. Η επίθεση που εκδηλώθηκε στο νοτιοδυτικό μέτωπο απέτυχε με την Προσωρινή Κυβέρνηση να παραδέχεται ότι κόστισε μεγάλες ανθρώπινες θυσίες και εδαφικές απώλειες, ενώ στην διαδήλωση της 18ης Ιουνίου στην Πετρούπολη, ούτε ένα σύνταγμα, ούτε ένα εργοστάσιο δεν παρουσίασε συνθήματα εμπιστοσύνης στην Προσωρινή Κυβέρνηση.

Διαδηλώσεις έγιναν επίσης στη Μόσχα, στο Κίεβο, στη Ρίγα, στο Ιβάνοβο-Βοζνεσένσκ και σ’ άλλες πόλεις και έδειξαν την αύξηση της επιρροής του μπολσεβίκικου κόμματος στις μάζες. Τη γενική σημασία της διαδήλωσης ο Λένιν την εντόπιζε στο ότι αυτή «αποτέλεσε διαδήλωση των δυνάμεων και της πολιτικής του επαναστατικού προλεταριάτου που δείχνει την κατεύθυνση της επανάστασης, που δείχνει τη διέξοδο από το αδιέξοδο».

Στις 2 Ιουλίου 1917 παραιτήθηκαν από την Προσωρινή Κυβέρνηση οι υπουργοί του κόμματος των καντέ, επιδιώκοντας να προκαλέσουν κυβερνητική κρίση με σκοπό να εκφοβίσουν τα κόμματα του συμβιβασμού και να συγκεντρώσουν την απόλυτη εξουσία στα χέρια της αστικοτσιφλικάδικης αντεπανάστασης.

Το μεσημέρι της 4ης Ιουλίου περίπου 500.000 εργάτες, στρατιώτες και ναύτες της Πετρούπολης διαδήλωσαν ειρηνικά στους δρόμους της πρωτεύουσας που βάφτηκαν με το αίμα τους, καθώς οι δυνάμεις της αντεπανάστασης άνοιξαν πυρ κατά των διαδηλωτών.

Στις 5 Ιουλίου, η ενιαία συνεδρίαση της Κεντρικής Εκτελεστικής Επιτροπής των Σοβιέτ των εργατών και στρατιωτών βουλευτών και της Εκτελεστικής Επιτροπής του Πανρωσικού Σοβιέτ των αγροτών βουλευτών ενέκρινε τα μέτρα της Προσωρινής Κυβέρνησης ενάντια στους εργάτες και στρατιώτες της Πετρούπολης, και πήρε την απόφαση να δημιουργήσει ειδική επιτροπή για την εφαρμογή «παραπέρα αποφασιστικών μέτρων».

Στις 9 Ιουλίου, σε παρόμοια ενιαία συνεδρίαση της Κεντρικής Εκτελεστικής Επιτροπής των Σοβιέτ εργατών και στρατιωτών βουλευτών και της Εκτελεστικής Επιτροπής του Πανρωσικού Σοβιέτ αγροτών βουλευτών, πάρθηκε απόφαση που γνωστοποιούσε ότι η χώρα και η επανάσταση κινδυνεύουν. Η Προσωρινή Κυβέρνηση, που είχε αναδιοργανωθεί την προηγουμένη ανακηρύχθηκε κυβέρνηση για τη «σωτηρία της επανάστασης». Πρωθυπουργός ανέλαβε ο Κερένσκι, που διατήρησε τη θέση του υπουργού στρατιωτικών και ναυτικών, οι «σοσιαλιστές» υπουργοί παρέμειναν στις θέσεις τους, ενώ η απόφαση των Εκτελεστικών Επιτροπών των Σοβιέτ αναγνώριζε απεριόριστα δικαιώματα στην κυβέρνηση αυτή.

Η Προσωρινή Κυβέρνηση εξαπέλυσε διώξεις εναντίον των μπολσεβίκων, η κυκλοφορία των εφημερίδων τους απαγορεύθηκε, οι στρατιωτικές μονάδες, που σύμφωνα με τη γνώμη της κυβέρνησης είχαν «μολυνθεί με το βάκιλο του μπολσεβικισμού», διαλύθηκαν. Τα εργατικά αποσπάσματα αφοπλίστηκαν. Άρχισαν οι έρευνες και οι συλλήψεις.

Στις 7 Ιουλίου η Προσωρινή Κυβέρνηση αποφάσισε τη σύλληψη του Λένιν και άλλων ηγετών του μπολσεβίκικου κόμματος. Οι μπολσεβίκοι πέρασαν στην παρανομία.

Καταδιωκόμενος από την Προσωρινή Κυβέρνηση, ο Λένιν, τη νύχτα προς την 10η Ιουλίου μετακόμισε παράνομα στον οικισμό κοντά στον σταθμό Ραζλίφ, σ’ ένα προάστιο της Πετρούπολης, και φιλοξενήθηκε από τον εργάτη Ν. Εμελιάνοφ.

Στο διάστημα αυτό εργάσθηκε πολύ εντατικά για την προετοιμασία του 6ου Συνεδρίου του μπολσεβίκικου κόμματος και αναλύοντας βαθιά την εξέλιξη των γεγονότων και την πολιτική κατάσταση που διαμορφώθηκε στη Ρωσία, προσδιόρισε τη νέα τακτική του κόμματος, στο στάδιο εκείνο της επανάστασης, που απέκλειε, πλέον, τη δυνατότητα της ειρηνικής της εξέλιξης.

Στις θέσεις «Η πολιτική κατάσταση», που γράφτηκαν από τον Β.Ι. Λένιν στις 10 (23) Ιουλίου 1917, αναφέρονται τα εξής: «Το σύνθημα να περάσει όλη η εξουσία στα Σοβιέτ ήταν σύνθημα ειρηνικής εξέλιξης της επανάστασης, κι αυτό μπορούσε να γίνει τον Απρίλη, τον Μάη, τον Ιούνη, ως τις 5-9 του Ιούλη, δηλαδή πριν περάσει η πραγματική εξουσία στα χέρια της στρατιωτικής δικτατορίας. Τώρα το σύνθημα αυτό δεν είναι πια σωστό, γιατί δεν παίρνει υπόψη του το συντελεσμένο αυτό πέρασμα ούτε και την πλήρη προδοσία στην πράξη της επανάστασης από τους εσέρους και τους μενσεβίκους».

Επισημαίνοντας την αναγκαιότητα προετοιμασίας για ένοπλη εξέγερση, υπογράμμιζε ότι «ο σκοπός της ένοπλης εξέγερσης μπορεί να είναι μόνο ένας: το πέρασμα της εξουσίας στα χέρια του προλεταριάτου, που το υποστηρίζει η φτωχή αγροτιά, για την πραγματοποίηση του προγράμματος του κόμματος μας».

Προτείνοντας να αποσυρθεί προσωρινά το σύνθημα «Ολη η εξουσία στα Σοβιέτ!», γιατί οι ηγέτες των Σοβιέτ διέπραξαν ανήκουστη προδοσία σε βάρος της επανάστασης, ταυτόχρονα υπογράμμισε την αναγκαιότητα της δραστήριας πολιτικής δουλειάς για το κέρδισμα της πλειοψηφίας στα Σοβιέτ.

Σ’ αυτές τις συνθήκες συγκλήθηκε το 6ο Συνέδριο του μπολσεβίκικου κόμματος, στο οποίο με απόφαση του κόμματος δεν εμφανίστηκε ο Λένιν, καθώς όπως το Συνέδριο σημείωνε, δεν υπήρχε καμία απολύτως εγγύηση όχι μόνο αμερόληπτης δικαστικής διαδικασίας, αλλά και στοιχειώδους ασφάλειας των παραπεμπομένων, στο δικαστήριο.

Το Συνέδριο έστειλε χαιρετισμό στον Λένιν και τον εξέλεξε επίτιμο πρόεδρό του. Όλες οι αποφάσεις του 6ου Συνεδρίου του μπολσεβίκικου κόμματος, που τέλειωσε στις 3 του Αυγούστου, κατευθύνονταν στον βασικό στόχο: την προετοιμασία των μαζών για τη νίκη της σοσιαλιστικής επανάστασης.

Αλλά και από την μεριά της η αντεπανάσταση δεν έμενε αδρανής. Στις 19 Ιουλίου διορίστηκε ανώτατος διοικητής ο στρατηγός Κορνίλωφ ο οποίος για λογαριασμό της αστικής τάξης άρχισε να προετοιμάζει πραξικόπημα, επιλέγοντας ως χρόνο εκδήλωσής του αρχικά το τριήμερο 12-14 Αυγούστου, τις μέρες εργασιών της Κρατικής Σύσκεψης στη Μόσχα.

Στην Κρατική Σύσκεψη, η αντεπανάσταση εξέθεσε ανοιχτά το πρόγραμμά της: Κατάργηση όλων των Σοβιέτ καθώς και των επιτροπών στο στρατό, παράδοση των λειτουργιών διεύθυνσης, «που είχαν σφετεριστεί τα Σοβιέτ», στις δημοτικές αρχές, «πόλεμος ως την τελική νίκη σε πλήρη σύμπνοια με τους συμμάχους μας», άρνηση κάθε «κοινωνικής μεταρρύθμισης και κάθε κοινωνικού πειραματισμού» και συνέχιση του ενεργού αγώνα κατά του μπολσεβίκικου κόμματος, κήρυξη εκτός νόμου του Κόμματος και μαζικές διώξεις εναντίον των μελών του. Το πρόγραμμα αυτό ανταποκρινόταν πλήρως στη σύνθεση της Κρατικής Σύσκεψης, στην οποία συμμετείχαν γενικά πάνω από 2.500 αντιπρόσωποι.

Ο παρευρισκόμενος στη σύσκεψη σοσιαλιστής πρωθυπουργός, ορκιζόταν ότι η κυβέρνηση με «όσες δυνάμεις έχει» αγωνίζεται κατά των μπολσεβίκων. Και οι συμβιβασμένοι ηγέτες της Κεντρικής Εκτελεστικής Επιτροπής των Σοβιέτ διαβεβαίωναν ότι είναι προς το συμφέρον της αστικής εξουσίας να διατηρηθούν προς το παρόν τα Σοβιέτ, γιατί αυτά, χρησιμοποιώντας την παλλαϊκή τους αναγνώριση, υποστηρίζουν την Προσωρινή Κυβέρνηση.

Στις 9 Αυγούστου, η συνεδρίαση των διοικήσεων 41 συνδικάτων της Μόσχας μαζί με το Κεντρικό Γραφείο των συνδικάτων, ύστερα από την εισήγηση του εκπροσώπου της επιτροπής των μπολσεβίκων της Μόσχας Ι. Ι. Σκβορτσόφ – Στεπάνοφ, αφού συζήτησε το ζήτημα για τη στάση απέναντι στην Κρατική Σύσκεψη της Μόσχας, πήρε την απόφαση να κηρύξει για τις 12 του Αυγούστου 24ωρη απεργία και να πραγματοποιήσει συλλαλητήρια διαμαρτυρίας.

Τη μέρα της έναρξης της Κρατικής Σύσκεψης, στη Μόσχα και τα προάστιά της κατέβηκαν σε απεργία περίπου 400 χιλιάδες άτομα, εικοσιτετράωρες απεργίες, διαδηλώσεις και συλλαλητήρια διαμαρτυρίας έγιναν την ίδια μέρα σε άλλες πόλεις, ενώ εναντίον της Κρατικής Σύσκεψης έγιναν επίσης πολυπληθή συλλαλητήρια διαμαρτυρίας στις επιχειρήσεις και τα εργοστάσια της Πετρούπολης.

Διαμαρτυρίες έγιναν και στον στρατό όπου σε συνελεύσεις οι στρατιώτες εξέφρασαν την ετοιμότητά τους, με το πρώτο κάλεσμα της Εκτελεστικής Επιτροπής του Σοβιέτ των εργατών και στρατιωτών βουλευτών του Ρέβελ, με το όπλο στο χέρι να υπερασπίσουν την επανάσταση.

Στις 12 Αυγούστου, ο Κορνίλοφ διέταξε τη συγκρότηση εφεδρικών συνταγμάτων πεζικού, στις 24 Αυγούστου συναντήθηκε το μέλος της Κρατικής Δούμας Β. Λβοφ και σε δεύτερη συνάντησή του την επόμενη μέρα δήλωσε στον Λβοφ ότι για τη σωτηρία της πατρίδας δεν βλέπει άλλη διέξοδο εκτός από την παράδοση σ’ αυτόν, τον Κορνίλοφ, «όλης της στρατιωτικής και πολιτικής εξουσίας».

Στις 26 του Αυγούστου, το τελεσίγραφο του Κορνίλοφ μεταβιβάστηκε στον πρωθυπουργό. Το ίδιο διάστημα τέθηκαν σε κίνηση οι μονάδες εκείνες, στις οποίες στηριγμένος ο Κορνίλοφ σκόπευε να κάνει το πραξικόπημα. Τρομοκρατημένος για την τύχη της πρωθυπουργικής του καρέκλας, φοβούμενος ότι οι μάζες, μαζί με το στασιαστή στρατηγό θα σάρωναν κι αυτόν, ο Κερένσκι αποφάσισε να κηρύξει ανοιχτά πόλεμο κατά του Κορνίλοφ.

Ο κίνδυνος που απειλούσε την επανάσταση ξεσήκωσε τις λαϊκές μάζες, επικεφαλής των οποίων μπήκε το μπολσεβίκικο κόμμα. Η έκκληση του Κόμματος προς τους εργάτες και τους στρατιώτες να πάρουν στα χέρια τους την υπεράσπιση της επανάστασης βρήκε θερμή απήχηση. Οι μπολσεβίκοι κατόρθωσαν όχι μόνο να δώσουν παλλαϊκή έκταση στον αγώνα κατά του Κορνίλοφ, αλλά και να ξεσκεπάσουν ολόπλευρα τον Κερένσκι ως καλυμμένο κορνιλοφικό, που εφάρμοζε το ίδιο επίσης αντεπαναστατικό πρόγραμμα με άλλα μέσα. Η ΚΕ κάλεσε τους εργάτες και τους στρατιώτες να αποδείξουν πως αυτοί είναι ισχυρότεροι από την αστική αντεπανάσταση.

Περίπου 60 χιλιάδες κοκκινοφρουρούς, στρατιώτες και ναύτες είχε προτάξει η Πετρούπολη για την υπεράσπιση της επανάστασης. Αποφασιστικά αποκρούστηκαν οι κορνιλοφικοί και στα μέτωπα. Οι στρατιωτικές επιτροπές εγκαθιστούσαν έλεγχο στα επιτελεία, συγκροτούσαν μεικτά τμήματα για τον αγώνα κατά της ανταρσίας.

Η στάση του Κορνίλοφ απέτυχε πέρα για πέρα πριν ακόμη πέσει έστω κι ένας πυροβολισμός. Στην πραγματικότητα, ένας πυροβολισμός ακούστηκε. Αυτοκτόνησε ο στρατηγός Κρίμοφ, που είχε τοποθετηθεί από τον Κορνίλοφ επικεφαλής των τμημάτων που πήγαιναν για την Πετρούπολη.

Η πορεία ως τον Οκτώβριο του 1917

Την Παρασκευή 1η Σεπτεμβρίου 1917, έξι μήνες μετά την ανατροπή της απολυταρχίας, στη Ρωσία ανακηρύχτηκε επίσημα η δημοκρατία. Ταυτόχρονα σχηματίστηκε ένα Διευθυντήριο (Συμβούλιο των πέντε) με Πρωθυπουργό τον Α. Κερένσκι. Μια από τις αιτίες δημιουργίας του Διευθυντηρίου ήταν η άρνηση των μενσεβίκων και των εσέρων να μπουν στη νέα σύνθεση της κυβέρνησης με συμμετοχή των καντέ, υπό τον φόβο της απώλειας ολοκληρωτικά της εμπιστοσύνης των μαζών.

Ο αγώνας κατά του κορνιλοφισμού αναζωογόνησε τα Σοβιέτ, η πρωτοβουλία των επαναστατικών μαζών άρχισε να εκδηλώνεται, ενώ επιβεβαιώνονταν οι επεξεργασίες των μπολσεβίκων. Στις 31 Αυγούστου, για πρώτη φορά από τη στιγμή της ίδρυσης των Σοβιέτ, οι μενσεβίκοι και οι εσέροι βρέθηκαν στη μειοψηφία κατά την ψηφοφορία για ένα από τα βασικά ζητήματα της επανάστασης, για το ζήτημα της εξουσίας. Τη νύχτα προς την 1η Σεπτεμβρίου, το Σοβιέτ της Πετρούπολης με πλειοψηφία 279 ψήφων, κατά 115 και 50 λευκών πήρε την απόφαση που πρότεινε το κόμμα των μπολσεβίκων, η οποία κατέκρινε την πολιτική των συνασπισμών, καλούσε για το πέρασμα όλης της εξουσίας στα χέρια των Σοβιέτ και πρότεινε ένα πρόγραμμα επαναστατικών μετασχηματισμών στη χώρα.

Ο αριθμός των Σοβιέτ που έπαιρναν αποφάσεις με προτάσεις των μπολσεβίκων, μεγάλωνε γρήγορα. Στις αρχές του Σεπτέμβρη, είχε διαμορφωθεί μια πολύ ιδιόμορφη κατάσταση, την οποία ο Λένιν χαρακτήρισε «απότομη και… πρωτότυπη στροφή στη ρωσική επανάσταση»: Η αντεπανάσταση αποδείχτηκε αισθητά εξασθενημένη, τη στιγμή που το επαναστατικό στρατόπεδο είχε δυναμώσει, γιατί ο αγώνας κατά του κορνιλοφισμού συνένωσε τις διάφορες δυνάμεις του επαναστατικού κινήματος στη χώρα.

Εμφανίστηκε, σύμφωνα με τον Λένιν, πολύ σπάνια δυνατότητα ειρηνικής εξέλιξης της επανάστασης. Στα Σοβιέτ δινόταν ακόμη μια πιθανότητα να πάρουν την εξουσία με ειρηνικό τρόπο.

Τη νύχτα προς την 2α Σεπτεμβρίου, όμως, η εσερο-μενσεβίκικη καθοδήγηση, που διατηρούσε ακόμη την πλειοψηφία στην Πανρωσική Κεντρική Εκτελεστική Επιτροπή (ΠΚΕΕ), έλαβε απόφαση υποστήριξης του Διευθυντηρίου, παραχωρώντας πάλι με τον τρόπο αυτό στον Κερένσκι την αρμοδιότητα να σχηματίσει κυβέρνηση κατά την κρίση του. Οι μπολσεβίκοι εκτίμησαν το βήμα αυτό της Κεντρικής Εκτελεστικής Επιτροπής (ΚΕΕ) σαν νέα προδοσία των συμφερόντων της επανάστασης, σαν άρνηση της ρεαλιστικής δυνατότητας για κατάληψη της εξουσίας με ειρηνικό τρόπο.

Λαμβάνοντας υπόψη του, ο Λένιν ότι η πλειοψηφία των Σοβιέτ Πετρούπολης και Μόσχας είχε ταχθεί υπέρ των μπολσεβίκων, απέστειλε γράμμα προς την Κεντρική Επιτροπή και τις Επιτροπές Πετρούπολης και Μόσχας του Κόμματος, τονίζοντας ότι οι μπολσεβίκοι πρέπει να πάρουν την εξουσία.

Από τα μέσα Σεπτεμβρίου 1917 το σύνθημα «Όλη η εξουσία στα Σοβιέτ!» έγινε ισοδύναμο με το σύνθημα για ένοπλη εξέγερση.

Στη χώρα εκδηλωνόταν πανεθνική κρίση που εκφραζόταν με την παράλυση της κυβέρνησης, με επιτάχυνση των ρυθμών αποσύνθεσης της οικονομίας, με τον αναβρασμό των λαϊκών μαζών, ενώ ταυτόχρονα διευρυνόταν η εντατική οικοδόμηση των τμημάτων της Κόκκινης Φρουράς, παρά την κυβερνητική απαγόρευση για αυθαίρετη συγκρότηση οποιωνδήποτε λεγόμενων τμημάτων αγώνα κατά της αντεπανάστασης.

Η ανέχεια και η δυστυχία των εργαζόμενων μαζών είχαν φτάσει στο απροχώρητο. Σ’ ολόκληρη τη χώρα ξέσπασαν ταραχές εξαιτίας της πείνας. Μια από τις αποδείξεις της πανεθνικής κρίσης ήταν και η ενεργός παρέμβαση στις εσωτερικές υποθέσεις της χώρας του διεθνούς ιμπεριαλισμού για στήριξη της κυβέρνησης Κερένσκι. Φυσικά δεν στήριζαν μόνο αλλά και απαιτούσαν.

Αναζητώντας διέξοδο από την κρίση που είχε δημιουργηθεί, και για να εξετάσει το ζήτημα της εξουσίας, η εσερο-μενσεβίκικη ΚΕΕ των Σοβιέτ κάλεσε στις 14 Σεπτεμβρίου τη λεγόμενη Πανρωσική Δημοκρατική Σύσκεψη, αναβάλλοντας και υποκαθιστώντας με τον τρόπο αυτό τη σύγκληση του Πανρωσικού Συνεδρίου των Σοβιέτ. Η σύνθεση της σύσκεψης ήταν τέτοια που εξασφάλιζε πλειοψηφία υπέρ των μενσεβίκων και εσέρων.

Με πρότασή τους, η Δημοκρατική Σύσκεψη αποφάσισε να σχηματίσει Προσωρινό Σοβιέτ της Ρωσικής Δημοκρατίας ή, Προκοινοβούλιο, ένα μόνιμο αντιπροσωπευτικό όργανο με συμβουλευτικό χαρακτήρα πλάι στην Προσωρινή Κυβέρνηση. Ο Λένιν τάχθηκε αποφασιστικά υπέρ του μποϊκοταρίσματος του Προκοινοβουλίου, δείχνοντας πως η ουσία του συνίσταται στην εξαπάτηση των εργατών και των αγροτών για να τους αποσπάσει από την επανάσταση, πως η τακτική συμμετοχή στο Προκοινοβούλιο δεν ανταποκρίνεται στις αντικειμενικές αμοιβαίες σχέσεις των τάξεων και στις συνθήκες της στιγμής.

Στις 25 Σεπτεμβρίου ολοκληρώθηκε ο σχηματισμός της τρίτης (και τελευταίας κυβέρνησης συνασπισμού). Ο σχηματισμός της νέας κυβέρνησης δεν έσωσε τη χώρα από την πανεθνική κρίση, που όλο και πιο απειλητικά εκδηλωνόταν στην ανικανότητα της εξουσίας, στην οικονομική ερήμωση, στην άνοδο του επαναστατικού κινήματος, στην ολοκληρωτική απομάκρυνση του στρατού από την κυβέρνηση, στην όξυνση του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα. Δημιουργήθηκε η απαραίτητη για τη νικηφόρα εξέγερση επαναστατική κατάσταση. Είχε φτάσει σε τέτοια ένταση, που τα «ανώτερα στρώματα» δεν μπορούσαν πια να διοικούν με τον παλιό τρόπο, ενώ τα «κατώτερα κοινωνικά στρώματα» ήταν αδύνατο να ζουν όπως πρώτα. «Η κρίση ωρίμασε», προειδοποιούσε ο Λένιν στις 29 του Σεπτέμβρη. «Ολόκληρο το μέλλον της ρωσικής επανάστασης παίζεται κορόνα-γράμματα».

Αναλύοντας όλο το σύνολο των γεγονότων στη χώρα, έφθασε στο συμπέρασμα ότι είναι αναγκαίο να υλοποιηθούν άμεσα οι αποφάσεις του 6ου Συνεδρίου του Κόμματος για την προετοιμασία της ένοπλης εξέγερσης. «Μας ακολουθεί η πλειοψηφία της τάξης που είναι η εμπροσθοφυλακή της επανάστασης, η εμπροσθοφυλακή του λαού, που είναι ικανή να συναρπάσει τις μάζες», έγραφε ο Λένιν. «Μας ακολουθεί η πλειοψηφία του λαού…». Τόνισε ότι έχοντας την συνειδητή υποστήριξη των πιο πλατιών μαζών της Ρωσίας οι μπολσεβίκοι μπορούν και πρέπει να πάρουν την εξουσία, γιατί μόνο έτσι θα σώσουν τη χώρα από την καταστροφή, θα προτείνουν πραγματική ειρήνη στους λαούς, γιατί μόνο με εργατικό έλεγχο στην παραγωγή και την κατανομή των τροφίμων, με εθνικοποίηση των τραπεζών και της μεγάλης βιομηχανίας, με κατάσχεση των τσιφλικάδικων ιδιοκτησιών και εθνικοποίηση όλης της γης στη χώρα και άλλα επαναστατικά μέτρα θα μπορούσαν να σώσουν τη Ρωσία από την ερήμωση, την πείνα και παράλληλα να τη σπρώξουν μπροστά, προς το σοσιαλισμό.

Στις 10 Οκτωβρίου, για πρώτη φορά ύστερα από τρίμηνη παρανομία, ο Λένιν πήρε μέρος στην ειδική συνεδρίαση της ΚΕ του Κόμματος, που αποφάσισε για την ένοπλη εξέγερση. Στις 24 Οκτωβρίου , η εφημερίδα «Ραμπότσι Πουτ» περιείχε την έκκληση για ανατροπή της Προσωρινής Κυβέρνησης και εγκαθίδρυση της εξουσίας των Σοβιέτ. Το βράδυ της ίδιας μέρας ο Λένιν έστειλε το «Γράμμα προς τα μέλη της ΚΕ», όπου αναλύει την κατάσταση, τονίζοντας ότι «η καθυστέρηση της δράσης ισοδυναμεί με θάνατο».
Η ένοπλη εξέγερση ξεκίνησε ξημερώνοντας η 25η Οκτωβρίου 1917 με οργανωμένη δράση στα κύρια σημεία της Πετρούπολης.

Στις 3.30 το καταδρομικό «Αβρόρα» αγκυροβόλησε κοντά στη γέφυρα Νικολάγιεφσκι, σε μικρή απόσταση από τα Χειμερινά Ανάκτορα.

Το πρωί της 25ης Οκτωβρίου σχεδόν ολόκληρη η Πετρούπολη είχε περάσει στα χέρια των εξεγερμένων.

Το πρωί της ίδιας μέρας ο Λένιν γράφει την έκκληση «Προς τους πολίτες της Ρωσίας!», με την οποία έκανε γνωστό το πέρασμα της κρατικής εξουσίας στα χέρια του Σοβιέτ των εργατών και στρατιωτών αντιπροσώπων της Πετρούπολης, στα χέρια της Στρατιωτικής Επαναστατικής Επιτροπής, που βρισκόταν επικεφαλής του προλεταριάτου και της φρουράς της Πετρούπολης. Ο Κερένσκι με το εύλογο πρόσχημα της υποδοχής από την επαρχία των στρατευμάτων «που είναι πιστά στην Προσωρινή Κυβέρνηση» έφυγε από την εξεγερμένη Πετρούπολη.

Το 2ο Πανρωσικό Συνέδριο των Σοβιέτ

Το βράδυ ξεκίνησε στο Σμόλνι τις εργασίες του το 2ο Πανρωσικό Συνέδριο των Σοβιέτ των εργατών και στρατιωτών αντιπροσώπων. Κατά την έναρξη των εργασιών του Συνεδρίου ήταν παρόντες 649 αντιπρόσωποι, από τους οποίους 390 μπολσεβίκοι, 160 εσέροι, 72 μενσεβίκοι κ.λπ. Οι μενσεβίκοι, οι «δεξιοί εσέροι» όταν πείστηκαν ότι η πλειοψηφία των συνέδρων ήταν με το μέρος των μπολσεβίκων, εγκατέλειψαν επιδεικτικά τη συνεδρίαση.

Στη διάρκεια των εργασιών του συνεδρίου καταλήφθηκαν με έφοδο και τα Χειμερινά Ανάκτορα. Μια ομάδα ευέλπιδων παρέδωσε τα όπλα της αμαχητί, ενώ κάποιοι πρώην υπουργοί που ήταν εκεί παρέδωσαν τα έγγραφα και τα όπλα που τους είχαν απομείνει.Το συνέδριο σχεδόν ομόφωνα (με 2 κατά και 12 λευκά) επικύρωσε το ντοκουμέντο «Προς τους εργάτες, τους στρατιώτες και τους αγρότες» που σήμαινε ότι το 2ο Πανρωσικό Συνέδριο των Σοβιέτ παρέλαβε την εξουσία από τη Στρατιωτική Επαναστατική Επιτροπή και διακήρυξε το πέρασμα όλης της εξουσίας στη χώρα στα χέρια των Σοβιέτ των εργατών, των στρατιωτών και των αγροτών αντιπροσώπων.

Στις 9 το βράδυ της 26ης Οκτωβρίου άρχισε η δεύτερη συνεδρίαση του Συνεδρίου. Εισηγήσεις για δύο βασικά ζητήματα, για την ειρήνη και για τη γη, έκανε ο Λένιν. Στις 11 ψηφίστηκε το διάταγμα για την ειρήνη, με το οποίο η εργατοαγροτική εξουσία εξέφραζε την αποφασιστικότητά της να υπογράψει αμέσως ειρήνη χωρίς προσαρτήσεις και επανορθώσεις. Το διάταγμα θεωρούσε τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο ως το μεγαλύτερο έγκλημα ενάντια στην ανθρωπότητα και καλούσε τους λαούς και το πιο πρωτοπόρο τμήμα τους, την εργατική τάξη, να επέμβουν στην υπόθεση της πάλης για την ειρήνη στον κόσμο.

Στις 2 τη νύχτα της 27ης Οκτώβρη ψηφίστηκε το δεύτερο ιστορικό ντοκουμέντο – το «Διάταγμα για τη γη». Με το διάταγμα όλη η γη των γαιοκτημόνων, η γη της τσαρικής οικογένειας και η εκκλησιαστική γη δημεύονταν χωρίς αποζημίωση. Το 2ο Πανρωσικό Συνέδριο των Σοβιέτ ολοκλήρωσε τις εργασίες του στη διάρκεια των οποίων είχε εκπληρώσει σπουδαίο ιστορικό έργο στις 27 Οκτωβρίου 1917 με τον σχηματισμό εργατοαγροτικής κυβέρνησης -Συμβούλιο των Λαϊκών Επιτρόπων- η οποία εξέλεξε ως Πρόεδρο του Συμβουλίου τον Β. Ι. Λένιν.

Ενδεικτική βιβλιογραφία

Β. Ι. Λένιν, Απαντα, τ. 31 – Σύγχρονη Εποχή
Β. Ι. Λένιν, Απαντα, τ. 34 – Σύγχρονη Εποχή
Β. Ι. Λένιν, Απαντα, τ. 35 – Σύγχρονη Εποχή

Εμμανουήλ Καζακέβιτς: Το Γαλάζιο Τετράδιο – Σύγχρονη Εποχή: Ο τίτλος της νουβέλας είναι εμπνευσμένος από ένα τετράδιο με γαλάζιο εξώφυλλο, όπου ο Λένιν είχε συγκεντρώσει την ύλη, στην οποία στηρίχτηκε για να δώσει την τελική μορφή στο έργο του Κράτος και Επανάσταση – Η διδασκαλία του Μαρξισμού για το κράτος και τα καθήκοντα του προλεταριάτου στην επανάσταση.

Τον Ιούλιο του 1917 η Προσωρινή Κυβέρνηση δημοσίευσε διάταγμα για τη σύλληψη και προσαγωγή του Λένιν σε δίκη. Ο Λένιν με τη σύμφωνη γνώμη της πλειοψηφίας της ΚΕ των μπολσεβίκων πέρασε στην παρανομία και από την Πετρούπολη κατέφυγε μεταμφιεσμένος στο Ραζλίφ, στις όχθες μιας λίμνης, στην καλύβα ενός μπολσεβίκου εργάτη, του Εμελιάνοφ. Η πλοκή του έργου εκτυλίσσεται στο διάστημα της παραμονής του Λένιν σ’ αυτό το κρησφύγετο, έως τη μέρα που μεταμφιεσμένος, ξυρισμένος, με περούκα, τραγιάσκα και με πλαστή εργατική ταυτότητα με το επώνυμο Ιβανόφ, ξεκίνησε για τη Φινλανδία.

Η λογοτεχνική αφήγηση είναι βασισμένη στα πραγματικά γεγονότα από την περίοδο που ο Λένιν επεξεργάστηκε τις «Θέσεις του Απρίλη» του 1917.

Τζον Ρήντ: «Δέκα μέρες που συγκλόνισαν τον κόσμο» – Σύγχρονη Εποχή: Το κλασικό «ζωντανό» ρεπορτάζ του αμερικανού δημοσιογράφου δεν αποτελεί μόνο μια έξοχη μαρτυρία της Οκτωβριανής Επανάστασης, αλλά δείχνει και την δύναμη, την επιρροή της επανάστασης, τους διεθνείς δεσμούς της.

Πηγή: ΑΠΕ – ΜΠΕ , http://tvxs.gr

Posted in HISTORIC THEMES | Tagged , , , , , , , , | Leave a comment

LES HELVETES ET LES GAULES,UTILISAIENT ANCIENS ALPHABETS HELLENIQUES A L’EPOQUE DE CESAR (E)

(EN SUIVANT DE  26/09/16)

Livre IV

Les Usipètes et les Tencthères passent le Rhin. Moeurs des Suèves

[4,1]

(1) Dans l’hiver qui suivit, sous le consulat de Cn. Pompée et de M. Crassus, les Usipètes et les Tencthères, peuples germains, passèrent le Rhin en grand nombre, non loin de l’endroit où il se jette dans la mer. (2) La cause de cette émigration était que les Suèves depuis plusieurs années les tourmentaient, leur faisaient une guerre acharnée, et les empêchaient de cultiver leurs champs. (3) La nation des Suèves est de beaucoup la plus puissante et la plus belliqueuse de toute la Germanie. (4) On dit qu’ils forment cent cantons, de chacun desquels ils font sortir chaque année mille hommes armés qui portent la guerre au dehors. Ceux qui restent dans le pays le cultivent pour eux-mêmes et pour les absents, (5) et, à leur tour, ils s’arment l’année suivante, tandis que les premiers séjournent dans leurs demeures. (6) Ainsi, ni l’agriculture ni la science, ou l’habitude de la guerre ne sont interrompues. (7) Mais nul d’entre eux ne possède de terre séparément et en propre, et ne peut demeurer ni s’établir plus d’un an dans le même lieu. (8) Ils consomment peu de blé, vivent en grande partie de laitage et de la chairde leurs troupeaux, et s’adonnent particulièrement à la chasse. (9) Ce genre de vie et de nourriture, leurs exercices journaliers et la liberté dont ils jouissent (car n’étant dès leur enfance habitués à aucun devoir, à aucune discipline, ils ne suivent absolument que leur volonté), en font des hommes robustes et remarquables par une taille gigantesque. (10) Ils se sont aussi accoutumés, sous un climat trèsfroid, et à n’avoir d’autre vêtement que des peaux, dont l’exiguïté laisse une grande partie de leur corps à découvert, et à se baigner dans les fleuves.

 


[4,2]

(1) Ils donnent accès chez eux aux marchands, plutôt pour leur vendre ce qu’ils ont pris à la guerre que pour leur acheter quoi que ce soit. (2) Bien plus, ces chevaux étrangers qui plaisent tant dans la Gaule, et qu’on y paie à si haut prix, les Germains ne s’en servent pas. Les leurs sont mauvais et difformes, mais en les exerçant tous les jours, ils les rendent infatigables. (3) Dans les engagements de cavalerie, souvent ils sautent à bas de leurs chevaux et combattent à pied ; ils les ont dressés à rester à la même place, et les rejoignent promptement, si le cas le requiert. (4) Rien dans leurs moeurs ne passe pour plus honteux ni pour plus lâche que de se servir de selle. (5) Aussi, si peu nombreux qu’ils soient, osent-ils attaquer de gros corps de cavaliers ainsi montés. (6) L’importation du vin est entièrement interdite chez eux, parce qu’ils pensent que cette liqueur amollit et énerve le courage des hommes.

 


[4,3]

(1) Ils regardent comme leur plus grande gloire nationale d’avoir pour frontières des champs vastes et incultes ; ce qui signifie qu’un grand nombre de nations n’ont pu soutenir leurs efforts. (2) Aussi dit-on que, d’un côté, à six cent mille pas de leur territoire, les campagnes sont désertes. (3) Les Ubiens les avoisinent de l’autre côté. Ce peuple, autrefois considérable et florissant autant qu’on peut le dire des Germains, avec lesquels il a une origine commune, est cependant plus civilisé que le reste de cette nation, parce que, touchant au Rhin, il a de nombreux rapports avec des marchands ; le voisinage des Gaulois l’a en outre façonné à leurs moeurs. (4) Les Suèves lui ont fait des guerres fréquentes sans pouvoir, à cause de sa population et de sa puissance, le chasser de son territoire ; ils sont parvenus cependant à le rendre tributaire et à le réduire à un état d’abaissement et de faiblesse.

 


Les Usipètes et les Tencthères chez les Ménapes

[4,4]

(1) Il en a été de même des Usipètes et des Tencthères, que nous avons nommés plus haut ; ils résistèrent pendant nombre d’années aux attaques des Suèves : à la fin cependant, chassés de leurs terres, et après avoir erré trois ans à travers plusieurs cantons de la Germanie, ils arrivèrent près du Rhin, dans des contrées habitées par les Ménapes, lesquels possédaient, sur l’une et l’autre rive du fleuve, des champs, des maisons et des bourgs. (3) Effrayés à l’arrivée d’une telle multitude, les Ménapes abandonnèrent les habitations qu’ils possédaient au-delà du fleuve, et, s’étant fortifiés en deçà, ils s’opposèrent au passage des Germains. (4) Ceux-ci, après avoir tout essayé, ne pouvant passer ni de vive force, faute de bateaux, ni à la dérobée, à cause des gardes posées par les Ménapes, feignirent de retourner dans leur pays et dans leurs demeures ; (5) mais, après trois jours de marche, ils revinrent sur leurs pas, et, refaisant en une nuit, avec leurs chevaux, le même chemin, ils tombèrent à l’improviste sur les Ménapes, (6) qui, informés par leurs éclaireurs de la retraite de leurs ennemis, étaient rentrés sans crainte dans leurs bourgs au-delà du Rhin. (7) Après les avoir taillés en pièces et s’être emparés de leurs bateaux, ils traversèrent le fleuve avant que la partie des Ménapes qui était restée tranquille sur l’autre rive eût appris leur retour ; ils se rendirent maîtres de toutes leurs habitations, et se nourrirent, le reste de l’hiver, des vivres qu’ils y trouvèrent.


Attitude de César

[4,5]

(1) Instruit de ces événements et redoutant la faiblesse des Gaulois, qu’il connaissait si mobiles dans leurs résolutions et avides de nouveautés, César ne crut pas devoir se fier à eux. (2) C’est en Gaule un usage de forcer les voyageurs à s’arrêter malgré eux ; et de les interroger sur ce que chacun d’eux sait ou a entendu dire. Dans les villes, le peuple entoure les marchands, et les oblige de déclarer de quel pays ils viennent, et les choses qu’ils y ont apprises. (3) C’est d’après l’impression produite par ces bruits et ces rapports qu’ils décident souvent les affaires les plus importantes ; et un prompt repentir suit nécessairement des résolutions prises sur des nouvelles incertaines, et le plus souvent inventées pour leur plaire.


[4,6]

(1) Connaissant cette habitude des Gaulois,César, pour prévenir une guerre plus sérieuse, rejoignit l’armée plus tôt que de coutume. (2) En y arrivant, il apprit ce qu’il avait soupçonné : (3) que plusieurs peuples de la Gaule avaient envoyé des députations aux Germains, et les avaient invités à quitter les rives du Rhin, les assurant qu’on tiendrait prêt tout ce qu’ils demanderaient. (4) Séduits par cet espoir, les Germains commençaient déjà à s’étendre et étaient parvenus au territoire des Éburons et des Condruses, qui sont dans la clientèle des Trévires. (5) César, ayant fait venir les principaux de la Gaule, crut devoir dissimuler ce qu’il connaissait ; il les flatta, les encouragea, leur prescrivit des levées de cavalerie, et résolut de marcher contre les Germains.

 


Ambassade des Germains

[4,7]

(1) Après avoir pourvu aux vivres, et fait un choix de cavalerie, il se dirigea où l’on disait qu’étaient les Germains. (2) II n’en était plus qu’à peu de journées, lorsque des députés vinrent le trouver de leur part ; leur discours fut celui-ci : (3) “Les Germains ne feront point les premiers la guerre au peuple romain ; ils ne refuseront cependant pas de combattre si on les attaque ; car, c’est une coutume que leur ont transmise leurs ancêtres, de résister à quiconque les provoque, et non de recourir à des prières. Au reste, ils déclarent qu’ils sont venus contre leur gré, et parce qu’on les a chassés de leur pays ; (4) si les Romains veulent acquérir leur amitié, elle pourra leur être utile ; qu’on leur assigne des terres ou qu’on leur laisse la possession de celles qu’ils ont conquises par les armes. (5) Ils ne le cèdent qu’aux Suèves auxquels les dieux même ne sauraient se comparer ; sauf ceux-ci, il n’est, sur la terre, aucun autre peuple dont ils ne puissent triompher.”

 


[4,8]

(1) César répondit à ce discours ce qu’il jugea convenable, mais sa conclusion fut : “Qu’ils ne pouvaient prétendre à son amitié s’ils restaient dans la Gaule ; (2) qu’il n’était pas juste que ceux qui n’avaient pas su défendre leur territoire occupassent celui d’autrui ; qu’il n’y avait point dans la Gaule de terrain vacant que l’on pût donner sans injustice, surtout à une si grande multitude. (3) Il leur est loisible, s’ils le veulent, de se fixer chez les Ubiens, dont les députés sont venus près de lui se plaindre des outrages des Suèves et réclamer son secours ; il obtiendra des Ubiens cette permission.”

 


[4,9]

(1) Les députés dirent qu’ils reporteraient cette réponse à leur nation, et qu’après en avoir délibéré ils reviendraient dans trois jours auprès de César. Cependant ils le priaient de ne pas avancer davantage. (2) César déclara ne pouvoir leur accorder cette demande : (3) car il savait que plusieurs jours auparavant ils avaient envoyé une grande partie de leur cavalerie au-delà de la Meuse, chez les Ambivarites, pour piller et s’approvisionner de vivres. Il était persuadé que l’attente de ces cavaliers était le motif du délai demandé.

 


La Meuse et le Rhin

[4,10]

(1) La Meuse sort des montagnes des Vosges, sur les frontières des Lingons. Après avoir reçu un bras du Rhin que l’on nomme le Wahal ; elle forme l’île des Bataves et, à quatre-vingt millesenviron, va se jeter dans le Rhin. (2) Quant au Rhin, il prend sa source chez les Lépontes, habitants des Alpes, et traverse rapidement dans un long espace les terres des Nantuates, des Helvètes, des Séquanes, des Médiomatrices, des Triboques, des Trévires : (4) lorsqu’il approche de l’Océan, il se divise en plusieurs branches, formant beaucoup de grandes îles, dont la plupart sont habitées par des nations féroces et barbares, (5) parmi lesquelles il en est qui passent pour vivre de poissons et d’oeufs d’oiseaux ; enfin, il se jette dans l’Océan par beaucoup d’embouchures.


Une trêve est conclue

[4,11]

(1) César n’était plus qu’à douze milles de l’ennemi, quand les députés revinrent, comme il avait été convenu ; l’ayant rencontré en marche, ils le supplièrent de ne pas aller plus avant. (2) Ne l’ayant pas obtenu, ils le prièrent d’envoyer à la cavalerie qui formait l’avant-garde, l’ordre de ne pas commencer le combat, et de leur laisser le temps de députer vers les Ubiens ; (3) en protestant que, si le sénat et les principaux de cette nation s’engageaient à les recevoir sous la foi du serment, ils accepteraient toute condition que César leur imposerait ; ils demandaient trois jours pour consommer cet arrangement. (4) César pensait bien qu’ils sollicitaient ce délai de trois jours pour donner à leurs cavaliers absents le temps de revenir ; cependant il leur dit qu’il ne s’avancerait pas au-delà de quatre milles pour trouver de l’eau, (5) et il leur recommanda de venir le lendemain en grand nombre, pour qu’il prît connaissance de leurs demandes. (6) En même temps il envoya direaux préfets qui marchaient en avant avec toute la cavalerie de ne point attaquer les ennemis, et, s’ils étaient eux-mêmes attaqués, de tenir seulement jusqu’à ce qu’il se fût rapproché d’eux avec l’armée.


Elle est rompue par les Germains

[4,12]

(1) Mais, dès que les ennemis aperçurent notre cavalerie forte de cinq mille hommes, ils tombèrent sur elle, quoique la leur n’en eût pas plus de huit cents ; car ceux de leurs cavaliers qui étaient allés fourrager au-delà de la Meuse n’étaient pas encore revenus. Les nôtres étaient sans défiance, vu que les députés germains avaient quitté César peu auparavant et demandé une trêve pour ce jour-là. Cette attaque avait promptement mis le désordre parmi nous. (2) Quand nous nous fûmes ralliés, les ennemis, selon leur coutume, mirent pied à terre, tuèrent plusieurs de nos chevaux, renversèrent quelques cavaliers, défirent le reste et les frappèrent d’une telle frayeur qu’ils ne s’arrêtèrent qu’à la vue de notre armée. (3) II périt dans ce combat soixante-quatorze de nos cavaliers. (4) De ce nombre, fut Pison l’Aquitain, homme d’un grand courage et d’une naissance illustre, dont l’aïeul avait exercé le souverain pouvoir dans sa cité et reçu de notre sénat le titre d’ami. (5) Accouru au secours de son frère, enveloppé par les ennemis, il l’avait arraché à ce danger ; renversé lui-même de son cheval, qui avait été blessé, il se défendit courageusement et aussi longtemps qu’il put. (6) Lorsque entouré de toutes parts, et percé de coups, il eut succombé, son frère, déjà retiré de la mêlée, l’aperçut de loin, poussa son cheval vers les ennemis. s’offrit à eux et se fit tuer.


Victoire de César

[4,13]

(1) Après cette action, César jugea qu’il ne devait plus écouter les députés ni recevoir les propositions d’un ennemi qui, usant de dol et d’embûches, nous avait attaqués, tout en demandant la paix. (2) Attendre en outre que leurs troupes s’augmentassent par le retour de leur cavalerie, eût été, pensait-il, de la dernière folie ; (3) connaissant d’ailleurs la légèreté des Gaulois, sentant que l’issue d’un seul combat les portait à s’exagérer la puissance de l’ennemi, il estima ne pas devoir leur laisser le temps de prendre un parti. (4) Quand il eut arrêté et communiqué à ses lieutenants et à son questeur sa résolution de ne pas différer de livrer bataille, il arriva fort à propos que le lendemain matin, les Germains, conduits par le même esprit de perfidie et de dissimulation, se réunirent en grand nombre avec tous leurs chefs et les vieillards, et vinrent au camp de César. (5) Ils voulaient, disaient-ils, se justifier de l’attaque faite la veille, contrairement à ce qui avait été réglé et à ce qu’ils avaient eux-mêmes demandé ; leur but était, s’ils le pouvaient, d’obtenir par une ruse la prolongation de la trêve. (6) César, charmé de ce qu’ils s’offraient ainsi à lui, donna ordre de les arrêter ; puis il fit sortir toutes les troupes du camp, et mit à l’arrière-garde la cavalerie qu’il supposait effrayée du dernier combat.


[4,14]

(1) Après avoir rangé l’armée sur trois lignes et fait une marche rapide de huit milles, il arriva au camp des Germains avant qu’ils pussent savoir ce qui s’était passé. (2) Frappés tout à la fois d’une terreur subite et par la promptitude de notre arrivée et par l’absence de leurs chefs ; n’ayant le temps ni de délibérer ni de prendre les armes, ils ne savaient, dans leur trouble, s’ils devaient marcher contre nous, défendre le camp ou chercher leur salut dans la fuite. (3) Leur terreur se manifesta par des cris et un grand désordre : nos soldats, animés par la perfidie de la veille, fondirent sur le camp. (4) Là, ceux qui purent prendre promptement les armes firent quelque résistance et combattirent entre les chars et les bagages ; (5) mais la multitude des enfants et des femmes (car les Germains étaient sortis de leur pays et avaient passé le Rhin avec tout ce qu’ils possédaient), se mit à fuir de toutes parts ; César envoya la cavalerie à leur poursuite.


[4,15]

(1) Les Germains, entendant des cris derrière eux et voyant le carnage qu’on faisait des leurs, jettent leurs armes, abandonnent leurs enseignes, et s’échappent du camp. (2) Lorsqu’ils furent parvenus au confluent de la Meuse et du Rhin, que l’espoir de prolonger leur fuite leur fut ravi, et qu’un grand nombre d’entre eux eut été tué, ce qui en restait se précipita dans le fleuve, et y périt, accablé par la peur, 1a fatigue et la force du courant. (3) Les nôtres, sans avoir perdu un seul homme et ne comptant que quelques blessés, délivrés des inquiétudes d’une guerre si redoutable, dans laquelle ils avaient eu en tête quatre cent trente mille ennemis, rentrèrent dans leur camp. (4) César rendit à ceux qu’il avait retenus la faculté de se retirer ; (5) mais, ceux-ci craignant les supplices et la vengeance des Gaulois dont ils avaient ravagé lesterres, exprimèrent le désir de rester près de lui. César leur en accorda la permission.


Il décide de passer le Rhin

[4,16]

(1) Après avoir terminé la guerre contre les Germains, César se détermina, par beaucoup de motifs, à passer le Rhin. Il voulait principalement, voyant les Germains toujours prêts à venir dans la Gaule, leur inspirer des craintes pour leur propre pays, en leur montrant qu’une armée romaine pouvait et osait traverser le Rhin. (2) De plus, cette partie de la cavalerie des Usipètes et des Tencthères que j’ai dit plus haut avoir passé la Meuse pour piller et fourrager, et qui n’avait point assisté au combat, s’était, après la défaite des Germains, retirée au-delà du Rhin, chez les Sugambres, et s’était jointe à eux. (3) César envoya vers ce peuple et fit demander qu’il lui livrât ceux qui avaient porté les armes contre lui et contre les Gaulois. Ils répondirent : (4) “que la domination du peuple romain finissait au Rhin : s’il ne trouvait pas juste que les Germains passassent en Gaule malgré lui, pourquoi prétendait-il exercer quelque domination et quelque pouvoir au-delà du Rhin ? (5) Les Ubiens, qui, seuls des peuples d’outre-Rhin, avaient député vers César, contracté une alliance, livré des otages, le priaient instamment de les secourir contre les Suèves qui les pressaient vivement ; (6) ou, si les affaires de la république l’empêchaient de le faire, de transporter seulement l’armée au-delà du Rhin ; ce serait un secours suffisant et une sécurité pour l’avenir : (7) la défaite d’Arioviste et ce dernier combat avaient tellementétabli la réputation de l’armée romaine chez les nations germaines même les plus reculées, que l’autorité et l’amitié du peuple romain devaient les mettre en sûreté. (8) Ils promettaient une grande quantité de navires pour le transport de l’armée.


Construction d’un pont

[4,17]

(1) César, déterminé par les motifs dont j’ai parlé, avait résolu de passer le Rhin ; mais le traverser sur des bateaux ne lui semblait ni assez sûr ni assez convenable à sa dignité et à celle du peuple romain. (2) Aussi, malgré l’extrême difficulté qu’offrait la construction d’un pont, à cause de la largeur, de la rapidité et de la profondeur du fleuve, il crut cependant devoir le tenter ; autrement il fallait renoncer à faire passer l’armée. (3) Voici donc sur quel plan il fit construire le pont : on joignait ensemble, à deux pieds d’intervalle, deux poutres d’un pied et demi d’équarrissage, un peu aiguisées par le bas, d’une hauteur proportionnée à celle du fleuve. (4) Introduites dans l’eau à l’aide des machines, elles y étaient fichées et enfoncées à coups de masse, non dans une direction verticale, mais en suivant une ligne oblique et inclinée selon le fil de l’eau. (5) En face et en descendant, à la distance de quarante pieds, on en plaçait deux autres, assemblées de la même manière, et tournées contre la violence et l’effort du courant. (6) Sur ces quatre poutres on en posait une de deux pieds d’équarrissage, qui s’enclavait dans leur intervalle, et était fixée à chaque bout par deux chevilles. (7) Ces quatre pilotis, réunis par une traverse ; offraient un ouvrage si solide, que plus la rapidité du courant était grande, plus elle consolidait cette construction. (8) On jeta ensuite des solives d’une traverse à l’autre, et on couvrit le tout de fascines et de claies. (9) De plus, des pieux obliquement fichés vers la partie inférieure du fleuve s’appuyaient contre les pilotis en forme de contreforts et servaient à briser le courant. (10) Enfin d’autres pieux étaient placés en avant du pont, à peu de distance, afin que, si les barbares lançaient des troncs d’arbres ou des bateaux pour abattre ces constructions, elles fussent ainsi protégées contre ces tentatives inutiles, et que le pont n’en eût point à souffrir.


César au delà du Rhin. Retour en Gaule

[4,18]

(1) Tout l’ouvrage fut achevé en dix jours, à compter de celui où les matériaux furent apportés sur place. (2) César fit passer l’armée, et, laissant une forte garde à chaque tête de pont, il marcha vers le pays des Sugambres. (3) Ayant, pendant sa marche, reçu des députés de diverses nations, qui venaient réclamer la paix et son amitié, il leur fit une réponse bienveillante, et exigea qu’on lui amenât des otages. (4) De leur côté, les Sugambres qui, du moment où l’on commençait à construire le pont, et sur l’avis des Usipètes et des Tencthères réfugiés chez eux, avaient tout préparé pour fuir, venaient d’abandonner leur pays, emportant tous leurs biens, et s’étaient retirés dans les déserts et dans les forêts.


[4,19]

(1) César, après un très court séjour dans ce pays, dont il brûla les bourgs et les habitations et détruisit les récoltes, se rendit chez les Ubiens, et leur promit son secours s’ils étaient attaqués par les Suèves. Il apprit d’eux (2) que ces derniers, informés par leurs éclaireurs que l’on jetait un pontsur le Rhin, avaient, selon leur coutume, tenu conseil et envoyé partout l’ordre de sortir des villes ; de déposer dans les bois les femmes, les enfants et tous les biens, enjoignant à tous les hommes en état de porter les armes de se réunir dans un même lieu : (3) ce rendez-vous était à peu près au centre des régions occupées par les Suèves. C’était là qu’ils avaient décidé d’attendre l’arrivée des Romains pour les combattre. (4) Instruit de ce dessein, et ayant obtenu tous les résultats qu’il s’était proposés en faisant passer le Rhin à l’armée, à savoir : d’intimider les Germains, de se venger des Sugambres, et de délivrer les Ubiens pressés par les Suèves, César, après dix-huit jours en tout passés au-delà du Rhin, crut avoir assez fait pour la gloire et l’intérêt de Rome, revint dans la Gaule et fit rompre le pont.


César prépare une expédition en Bretagne

[4,20]

(1) Quoique l’été fût fort avancé et que dans la Gaule, à cause de sa position vers le nord, les hivers soient hâtifs, César résolut néanmoins de passer dans la Bretagne, pays qu’il savait avoir fourni des secours à nos ennemis dans presque toutes les guerres contre les Gaulois. (2) Si la saison ne lui permettait pas de terminer cette expédition, il lui serait cependant, à ce qu’il lui semblait, très utile de visiter seulement cette île, d’en reconnaître les habitants, les localités, les ports, les abords, toutes choses presque inconnues aux Gaulois. (3) Nul en effet, si ce n’est les marchands, ne se hasarde à y aborder, et ceux-ci même n’en connaissent que les côtes et les pays situés vis-à-vis de la Gaule. (4) Ayant donc fait venirde tous côtés des marchands, César n’en put rien apprendre ni sur l’étendue de l’île, ni sur la nature et le nombre des nations qui l’habitaient, ni sur leur manière de faire la guerre, ni sur ceux des ports qui étaient les plus propres à recevoir beaucoup de grands vaisseaux.


[4,21]

(1) Pour acquérir ces connaissances avant de s’engager dans l’expédition, il envoie, avec une galère, C. Volusénus, qu’il jugeait propre à cette mission. (2) II lui recommande de revenir au plus tôt dès qu’il aurait tout vu. (3) Lui-même, avec toutes les troupes, part pour le pays des Morins, d’où le trajet en Bretagne est très court. (4) Il y rassemble tous les vaisseaux qu’il peut tirer des régions voisines et la flotte qu’il avait construite l’été précédent pour la guerre des Vénètes. (5) Cependant, instruits de son projet par les rapports des marchands, les Bretons envoient à César des députés de plusieurs cités, qui promettent de livrer des otages et de se soumettre à l’empire du peuple romain. (6) Après les avoir entendus, César leur fait de bienveillantes promesses, les exhorte à persévérer dans ces sentiments, (7) et enfin les renvoie, accompagnés de Commios qu’il avait lui-même, après ses victoires sur les Atrébates, fait roi de cette nation, homme dont le courage et la prudence lui étaient connus, qu’il pensait lui être dévoué, et qui avait un grand crédit en Bretagne. (8) Il lui ordonne de visiter le plus grand nombre possible de nations, de les exhorter à se remettre sous la foi du peuple romain, et de leur annoncer sa prochaine arrivéechez elles. (9) Volusénus ayant inspecté la contrée, autant que pouvait le faire un homme qui n’osait sortir de son vaisseau ni se fier aux barbares, revient le cinquième jour auprès de César, et lui rend un compte détaillé de ses observations.


[4,22]

(1) Tandis que César était retenu dans ces lieux pour y rassembler la flotte, les députés d’une grande partie des peuples Morins vinrent le trouver, pour s’excuser de leur conduite passée, rejetant sur leur qualité d’étrangers et sur leur ignorance de nos coutumes, le tort d’avoir fait la guerre au peuple romain, et promettant de faire ce qu’il leur commanderait. (2) César trouva que ces soumissions survenaient assez à propos : il ne voulait point laisser d’ennemi derrière lui ; la saison était trop avancée pour qu’il pût entreprendre cette guerre, et il ne croyait pas d’ailleurs que ces petits intérêts dussent être préférés à son entreprise contre la Bretagne. Il exigea donc un grand nombre d’otages. On les lui amena, et il reçut la soumission de ce peuple. (3) Ayant fait venir et rassemblé quatre-vingts vaisseaux de charge, nombre qu’il jugea suffisant pour le. transport de deux légions, il distribua tout ce qu’il avait de galères à son questeur, à ses lieutenants et aux préfets. (4) Il avait de plus dix-huit vaisseaux de charge, que le vent retenait à huit milles de cet endroit, et empêchait d’aborder au même port. Il les destina à sa cavalerie (5) et envoya le reste de l’armée, sous le commandement de Q. Titurius Sabinus et L. Aurunculéius Cotta, ses lieutenants, chez les Ménapes et surles points du territoire des Morins, dont il n’avait pas encore reçu de députés. (6) II préposa à la garde du port son lieutenant P. Sulpicius Rufus, avec la garnison qui fut jugée nécessaire.


Traversée et débarquement

[4,23]

(1) Ces dispositions faites, César, profitant d’un vent favorable à sa navigation, leva l’ancre vers la troisième veille, et ordonna à sa cavalerie d’aller s’embarquer au port voisin et de le suivre. (2) Celle-ci fit peu de diligence, et il n’avait que ses premiers vaisseaux lorsqu’il toucha à la Bretagne, environ à la quatrième heure du jour. Là il vit les troupes ennemies occupant, sous les armes, toutes les collines. (3) Telle était la nature des lieux la mer était si resserrée par des montagnes que le trait lancé de ces hauteurs pouvait atteindre le rivage. (4) Jugeant l’endroit tout à fait défavorable pour un débarquement, il resta à l’ancre jusqu’à la neuvième heure, et attendit l’arrivée du reste de la flotte. (5) Cependant il assemble ses lieutenants et les tribuns des soldats, leur fait part des renseignements de Volusénus et de ses desseins ; il les avertit d’agir d’eux-mêmes en tout, selon l’opportunité et le temps, comme le demande la guerre, surtout une guerre maritime, où un seul instant peut aussitôt changer l’état des choses. (6) Quand il les eut renvoyés et que le vent et la marée furent devenus en même temps favorables, il donna lé signal, fit lever l’ancre et s’arrêta à sept milles de là environ, devant une plage ouverte et unie.


[4,24]

(1) Mais les Barbares, s’apercevant du dessein des Romains, envoyèrent en avant leur cavalerie et les chariots de guerre dont ils ont coutume de se servir dans les combats, les suivirent avec le reste de leurs troupes, et s’opposèrent à notre débarquement. (2) Plusieurs circonstances le rendaient extrêmement difficile : la grandeur de nos vaisseaux forcés de s’arrêter en pleine mer, l’ignorance où étaient nos soldats de la nature des lieux ; les mains embarrassées, accablés du poids énorme de leurs armes, ils devaient à la fois s’élancer du navire, résister à l’effort des vagues et lutter avec l’ennemi ; (3) tandis que celui-ci combattant à pied sec, ou s’avançant très peu dans la mer, libre de tous ses membres, connaissant parfaitement les lieux, lançait ses traits avec assurance et poussait ses chevaux faits à cette manoeuvre. (4) Frappés d’un tel concours de circonstances, et tout à fait inexpérimentés dans ce genre de combat, nos soldats ne s’y portaient pas avec cette ardeur et avec ce zèle qui leur étaient ordinaires dans les combats de pied ferme.

 


[4,25]

(1) Dès que César s’en aperçut, il ordonna d’éloigner un peu des vaisseaux de charge, les galères dont la forme était moins connue des Barbares et la manoeuvre plus facile et plus prompte, de les diriger à force de rames, de les tenir devant le flanc découvert de l’ennemi, et de là, à l’aide des frondes, des traits et des machines, de le repousser et de le chasser de sa position. Ce mouvement nous fut d’une grande utilité. (2) Car étonnés de la forme de nos navires, de leur manoeuvre et du genre inconnu de nos machines, les Barbares s’arrêtèrent et firent même quelques pas en arrière. (3) Nos soldats hésitaient encore, surtout à cause de la profondeur de lamer : le porte-aigle de la dixième légion, après avoir invoqué les dieux pour que sa légion eût l’honneur du succès : “Compagnons, dit-il, sautez à la mer, si vous ne voulez livrer l’aigle aux ennemis ; pour moi certes j’aurai fait mon devoir envers la république et le général.” (4) À ces mots, prononcés d’une voix forte, il s’élance du navire et porte l’aigle vers l’ennemi. (5) Alors les nôtres s’exhortant mutuellement à ne pas souffrir une telle honte, se jettent tous hors du vaisseau. A cette vue, ceux des navires voisins les suivent et marchent à l’ennemi.


[4,26]

(1) On combattit de part et d’autre avec acharnement : nos soldats cependant ne pouvant ni garder leurs rangs, ni lutter de pied ferme, ni suivre leurs enseignes, et forcés de se ranger sous le premier drapeau qui s’offrait à eux, à quelque vaisseau qu’il appartint, étaient dans une grande confusion. (2) Les ennemis au contraire, connaissant tous les bas-fonds, avaient à peine vu du rivage quelques-uns des nôtres débarquer, qu’ils poussaient contre eux leurs chevaux et les attaquaient au milieu de leur embarras, (3) un grand nombre en enveloppait un petit ; les autres prenant en flanc le gros de notre armée l’accablaient de leurs traits. (4) Témoin de ce désavantage, César fit remplir de soldats les chaloupes des galères et les esquifs d’observation, et les envoya au secours de ceux qu’il voyait dans une situation critique. (5) Dès que nos soldats eurent pris terre et que tous les autres les eurent suivis, ils fondirent sur les ennemis et les mirent en fuite, mais sans pouvoir les poursuivre bien loin, la cavalerie n’ayantpu suivre sa route ni aborder dans l’île. Cette seule chose manqua à la fortune accoutumée de César.


Les Bretons demandent la paix

[4,27]

(1) Les ennemis, après leur défaite et dès qu’ils se furent ralliés, envoyèrent des députés à César, pour demander la paix. Ils promirent de donner des otages et de faire tout ce qu’il ordonnerait. (2) Avec ces députés vint Commios, le roi des Atrébates que César, ainsi que je l’ai dit plus haut, avait envoyé avant lui en Bretagne. (3) Ils l’avaient saisi à sa sortie du vaisseau, comme il leur apportait, en qualité d’orateur, les ordres du général, et ils l’avaient jeté dans les fers. (4) Ils le relâchèrent après le combat, et en sollicitant la paix, ils rejetèrent sur la multitude le tort de cet acte, dont ils demandèrent le pardon, motivé par leur ignorance. (5) César se plaignit de ce qu’après lui avoir, de leur propre mouvement, envoyé demander la paix sur le continent, ils lui eussent fait la guerre sans motif : Il leur dit qu’il pardonnait à leur égarement et exigea des otages. (6) Ils en donnèrent sur-le-champ une partie, et promirent que le reste, qui devait venir de contrées éloignées, serait livré sous peu de jours. (7) En même temps ils renvoyèrent leurs soldats dans leurs foyers ; et leurs chefs vinrent de tous côtés recommander à César leurs personnes et leurs cités.


La flotte éprouvée par une tempête

[4,28]

(1) La paix était ainsi assurée, et il y avait quatre jours qu’on était arrivé en Bretagne, lorsque les dix-huit navires, dont il a été parlé plus haut, et qui portaient la cavalerie, sortirent par un bon vent, du port des Morins. (2) Comme ils approchaient de la Bretagne et étaient en vuedu camp, il s’éleva tout à coup une si violente tempête, qu’aucun d’eux ne put suivre sa route, et qu’ils furent, les uns rejetés dans le port d’où ils étaient partis, les autres poussés vers la partie inférieure de l’île, qui est à l’occident, où ils coururent de grands dangers. (3) Ils y jetèrent l’ancre, mais inondés par les vagues, ils furent forcés, au milieu d’une nuit orageuse, de reprendre la haute mer, et de regagner le continent.


[4,29]

(1) Il se trouva que cette nuit-là même la lune était en son plein, époque ordinaire des plus hautes marées de l’Océan. Nos soldats l’ignoraient. (2) L’eau eut donc bientôt rempli les galères dont César s’était servi pour le transport de l’armée et qu’il avait mises à sec. Les vaisseaux de charge, restés à l’ancre dans la rade, étaient battus par les flots, sans qu’il y eût aucun moyen de les gouverner ni de les secourir. (3) Plusieurs furent brisés ; les autres, dépouillés de leurs cordages, de leurs ancres et du reste de leurs agrès, se trouvaient hors d’état de servir, ce qui, chose inévitable, répandit la consternation dans toute l’armée. (4) On n’avait pas en effet d’autres vaisseaux pour la reporter sur le continent, et tout manquait de ce qui est nécessaire pour la réparation. Enfin, comme on s’attendait généralement à hiverner dans la Gaule, aucune provision de blé n’avait été faite pour passer l’hiver dans ce pays.

 


Reprise des hostilités

[4,30]

(1) À la nouvelle de cette détresse, les chefs de la Bretagne qui, après la bataille, s’étaient 1réunis pour l’exécution des ordres de César, tinrent conseil entre eux. Voyant les Romains dépourvus de cavalerie, de vaisseaux et de vivres, et jugeant du petit nombre de nos soldats par l’exiguïté de notre camp, d’autant plus resserré que César avait fait embarquer les légions sans bagages, (2) ils crurent l’occasion très favorable pour se révolter, nous couper les vivres et prolonger la campagne jusqu’à l’hiver. Ils tenaient pour assuré qu’en triomphant de notre armée ou en lui fermant le retour, nul ne traverserait désormais la mer pour porter la guerre en Bretagne(3) Une ligue est donc formée de nouveau ils commencent à s’échapper peu à peu de notre camp et à faire revenir en secret les hommes qu’ils avaient licenciés.

 


[4,31]

(1) César, il est vrai, ne connaissait pas encore leurs desseins ; mais d’après le désastre de sa flotte et le retard des Bretons à livrer les otages, il soupçonnait cependant ce qui arriva. (2) Aussi se tenait-il prêt à tout événement ; car il portait chaque jour des vivres dans le camp, employait le bois et le cuivre des navires les plus avariés à la réparation des autres, et faisait venir du continent ce qui était nécessaire pour ce travail. C’est ainsi que, secondé par le zèle extrême des soldats, il mit, à l’exception de douze vaisseaux perdus, toute la flotte en état de naviguer.

[Retour]


Une embuscade

[4,32]

(1) Pendant qu’on faisait ces travaux, une légion, la septième, avait été, selon la coutume, envoyée au fourrage ; et, jusqu’à ce jour, il y avait d’autant moins lieu de soupçonner des hostilitésqu’une partie des Bretons restait dans les campagnes, et que d’autres venaient librement dans le camp. Les soldats en faction aux portes du camp annoncent à César qu’une poussière plus épaisse que de coutume s’élevait du côté où la légion s’était dirigée. (2) César, soupçonnant, ce que c’était, quelque nouvelle entreprise de la part des barbares, prend avec lui les cohortes de garde, les fait remplacer dans leur poste par deux autres, et ordonne au reste des troupes de s’armer et de le suivre aussitôt. (3) Quand il se fut avancé à peu de distance du camp, il vit les siens pressés par l’ennemi, résistant avec peine, la légion serrée, en butte à une grêle de traits. (4) Car tout le grain ayant été moissonné dans les autres endroits, et un seul étant resté intact, les ennemis présumant que nous y viendrions, s’étaient cachés la nuit dans les bois. (5) Alors fondant subitement sur nos soldats dispersés, désarmés, occupés à couper le grain, ils en avaient tué quelques-uns, troublé les autres dans leurs rangs mal formés, et les avaient enveloppés à la fois de leur cavalerie et de leurs chariots.

 


Les chars bretons

[4,33]

(1) Voici leur manière de combattre avec ces chariots. D’abord ils les font courir sur tous les points en lançant des traits ; et, par la seule crainte qu’inspirent les chevaux et le bruit des roues, ils parviennent souvent à rompre les rangs. Quand ils ont pénétré dans les escadrons, ils sautent à bas de leurs chariots et combattent à pied. (2) Les conducteurs se retirent peu à peu de la mêlée, et placent les chars de telle façon que si les combattants sont pressés par le nombre, ils puissent aisément se replier sur eux. (3) C’est ainsi qu’ils réunissent dans les combats l’agilité du cavalier à la fermeté du fantassin ; et tel est l’effet de l’habitude et de leurs exercices journaliers, que, dans les pentes les plus rapides, ils savent arrêter leurs chevaux au galop, les modérer et les détourner aussitôt, courir sur le timon, se tenir ferme sur le joug, et delà s’élancer précipitamment dans leurs chars.


Attaque du camp romain

[4,34]

(1) Ce nouveau genre de combat avait jeté le trouble parmi les nôtres, et César leur porta très à propos du secours ; car, à son approche, les ennemis s’arrêtèrent, et les Romains se remirent de leur frayeur. (2) Malgré ce résultat, ne jugeant pas l’occasion favorable pour attaquer l’ennemi et engager un combat, il se tint dans cette position, et peu de temps après, il ramena les légions dans le camp. (3) Cependant, nous voyant occupés ailleurs, ce qui restait de Bretons dans la campagne se retira. (4) Il y eut depuis, pendant plusieurs jours de suite, du mauvais temps qui nous retintdans le camp et empêcha l’ennemi de nous attaquer. (5) Dans cet intervalle, les barbares envoyèrent de tous côtés des messagers pour exposer aux leurs la faiblesse de nos troupes, et la facilité qui s’offrait de faire un riche butin et de recouvrer à jamais leur liberté, s’ils chassaient les Romains de leur camp. Dans cette vue, ils rassemblèrent bientôt une multitude de troupes à pied et à cheval, et marchèrent sur nous.


[4,35]

(1) César prévoyait bien qu’il en serait de ce combat comme de ceux des jours précédents, et que, s’il repoussait les ennemis, ils échapperaient aisément aux dangers de leur défaite. Cependantil prit environ trente chevaux que l’Atrébate Commios, dont il a été déjà parlé, avait menés avec lui, et rangea les légions en bataille à la tête du camp. (2) Le combat engagé, les ennemis ne purent soutenir longtemps le choc de nos soldats, et prirent la fuite. (3) On les poursuivit aussi loin qu’on eut de vitesse et de force, et on en tua un grand nombre. Les légions rentrèrent ensuite dans le camp, après avoir tout détruit et brûlé sur une grande étendue de terrain.


Retour en Gaule

[4,36]

(1) Le même jour, des députés, envoyés à César par l’ennemi, vinrent demander la paix. (2) César doubla le nombre des otages qu’il leur avait demandés précédemment, et ordonna de les lui amener sur le continent, parce que le temps de l’équinoxe approchait et qu’il ne voulait point exposer à une navigation d’hiver des vaisseaux en mauvais état. (3) Profitant d’un temps favorable, il leva l’ancre peu après minuit ; (4) tous ses navires regagnèrent le continent sans le moindre dommage ; dans le nombre, deux vaisseaux de charge seulement ne purent aborder au même port que les autres, et furent portés un peu plus bas.


Combat contre les Morins et les Ménapes

[4,37]

(1) Ces derniers vaisseaux contenaient environ trois cents soldats qui se dirigèrent vers le camp. Les Morins, que César, avant son départ pour la Bretagne, avait laissés soumis, séduits par l’espoir du butin, les enveloppèrent d’abord en assez petit nombre, et leur ordonnèrent, s’ils ne voulaient pas être tués, de mettre bas les, armes.(2) Les nôtres, s’étant formés en cercle, se défendirent ; aux cris de l’ennemi, six mille hommes environ accourent aussitôt : César, à cette nouvelle, envoya du camp toute la cavalerie au secours des siens. (3) Cependant nos soldats avaient soutenu le choc de l’ennemi et vaillamment combattu pendant plus de quatre heures ; ils avaient reçu peu de blessures et tué beaucoup d’ennemis. (4) Mais, lorsque notre cavalerie se montra, les Barbares, jetant leurs armes, tournèrent le dos, et on en fit un grand carnage.

 

[4,38]

(1) Le jour suivant, César envoya son lieutenant T. Labiénus, avec les légions ramenées de la Bretagne, contre les Morins qui venaient de se révolter. (2) Comme les marais se trouvaient à sec, ce qui privait les ennemis d’un refuge qui leur avait servi l’année précédente, ils tombèrent presque tous au pouvoir de Labiénus. (3) D’un autre côté, les lieutenants Q. Titurius et L. Cotta, qui avaient conduit des légions sur le territoire des Ménapes, avaient ravagé leurs champs, coupé leur blés, brûlé leur habitations, tandis qu’ils s’étaient retirés tous dans l’épaisseur des forêts, et étaient revenus vers César. (4) Il établit chez les Belges les quartiers d’hiver de toutes les légions. Deux états seulement de la Bretagne lui envoyèrent en ce lieu des otages ; les autres négligèrent de le faire. (5) Ces guerres ainsi terminées, César écrivit au sénat des lettres qui firent décréter vingt jours d’actions de grâces.

 

(A SUIVRE)

César

SOURCE  http://agoraclass.fltr.ucl.ac.be/

Posted in Books | Tagged , , , , | Leave a comment

ΤΟ ΦΡΟΝΤΙΣΤΗΡΙΟ ΤΡΑΠΕΖΟΥΝΤΑΣ (1900-1914) (IB)

(ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΑΠΟ   27/09/16)

Κεφάλαιο 2ο : Κοινωνικές και οικονομικές προϋποθέσεις ίδρυσης του Φροντιστηρίου Τραπεζούντας

Εξετάζοντας τις κοινωνικές και οικονομικές προϋποθέσεις ίδρυσης του Φροντιστηρίου, θα παραθέσουμε αρχικά τις προϋποθέσεις αυτές κατά την περίοδο της αρχικής ίδρυσής του, δηλαδή κατά τα τέλη του 17ου αιώνα (1682). Κατά δεύτερο λόγο θα εξετάσουμε τις προϋποθέσεις που διαμορφώθηκαν κατά τις αρχές του 20ού αιώνα, οπότε έχουμε μια ουσιαστική επανίδρυση του Φροντιστηρίου, δεδομένου ότι αυτή, εκτός των άλλων, συνοδεύεται και με την ανοικοδόμηση του νέου, μεγαλειώδους, για τα δεδομένα της εποχής και της περιοχής, κτιρίου του Φροντιστηρίου, που συγκίνησε βαθύτατα τον ποντιακό ελληνισμό και υπήρξε προϋπόθεση μεγαλύτερης ανάπτυξης της εκπαίδευσης στην Τραπεζούντα. Το κτίριο αυτό σώζεται μέχρι σήμερα και στεγάζει ένα σχολικό μηχανισμό του σημερινού τουρκικού κράτους.

1. Κοινωνικές και οικονομικές προϋποθέσεις ίδρυσης του Φροντιστηρίου κατά το 2ο μισό του 17ου αιώνα,

Με το τέλος των λεγομένων «κλασικών αιώνων» της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, κατά το δεύτερο μισό του 17ου αιώνα, η ανάπτυξη της ελληνικής εκπαίδευσης βαδίζει παράλληλα με τον εκφυλισμό του τιμαριωτισμού, του κύριου δηλαδή οσμανικού οικονομικού συστήματος, και τη βαθμιαία διείσδυση των κεφαλαιοκρατικών σχέσεων.

Το κενό που γεννά η διάβρωση του τιμαριωτισμού έρχονται να καλύψουν οι μη μουσουλμανικές εθνότητες – και, προπάντων, η ελληνική – που διαπρέπουν ως διαμεσολαβητές μεταξύ των ευρωπαϊκών οικονομιών και της οσμανικής. Μετατρέπονται, δηλαδή, σε μεταπράτες των ευρωπαϊκών συμφερόντων. Σ’ αυτό βοηθά η πολιτιστική ομοιογένεια, δηλαδή η ύπαρξη κοινών βάσεων παιδείας μεταξύ των δυτικών και της ελληνικής εθνικής κοινότητας244. Την περίοδο αυτή σημειώνεται ένα ιδιαίτερα σημαντικό γεγονός: η ίδρυση μιας σειράς ελληνικών σχολείων στις περιοχές της αυτοκρατορίας, όπου διαλύονται οι παραδοσιακές παραγωγικές σχέσεις και αναπτύσσονται οι νέες εμπορικές δραστηριότητες, που αναδεικνύουν μια νέα ανερχόμενη τάξη εμπόρων – μεταπρατών, οι οποίοι παίζουν σημαντικό ρόλο στην ίδρυση των σχολείων. Η πρωτοβουλία, δηλαδή, δεν προέρχεται από την κρατική εξουσία, αλλά σε μεγάλη πλειοψηφία ανήκει σε ιδιώτες και εν μέρει σε μονές – όχι στην εκκλησία. Αυτή απλώς εγκρίνει την ίδρυση των σχολείων, που σημαίνει ότι οι στόχοι και το περιεχόμενο της εκπαίδευσης δεν θα έπρεπε να έρχονται σε αντίθεση με την εκκλησιαστική ιδεολογία, αλλά ούτε να αμφισβητήσει και τις δομές του οσμανικού κράτους, στο πλαίσιο του οποίου είναι ενταγμένη και η εκκλησία245.

Η παρακμή του τιμαριωτισμού κατά το 17ο αιώνα έρχεται με τη ρουσφετολογική παραχώρηση της γης στους τοπικούς άρχοντες – τοπάρχες, οι οποίοι με τη στρατιωτική και πολιτική δύναμη που συσσωρεύουν καθίστανται ημιανεξάρτητοι, απειθαρχώντας και σε πολλές περιπτώσεις ερχόμενοι σε ευθεία αντίθεση, μέχρι και σύγκρουση, με την κεντρική εξουσία. Ιδιαίτερα στον Πόντο, οι ανταγωνισμοί των τοπικών αυτών τιμαριούχων (Ντερεμπέηδων – dere beyler) και οι συγκρούσεις μεταξύ τους φτάνουν στο αποκορύφωμα κατά το δεύτερο μισό του 17ου αιώνα. Σε κάθε περίπτωση τα θύματα των συγκρούσεων αυτών είναι οι χριστιανοί. Η βία των Ντερεμπέηδων εκφράζεται με τους μαζικούς εξισλαμισμούς, που οδηγούν στο δεύτερο μεγάλο κύμα εξόδου των Ποντίων, μετά την άλωση της Τραπεζούντας, προς τον Καύκασο και την ομόδοξη Ρωσία. Η επιβίωση των Ελλήνων του Πόντου φτάνει σε οριακό σημείο. Οι εξισλαμισμοί της περιόδου αυτής χαρακτηρίζονται από τόση βία και ευρύτητα, ώστε ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων Δοσίθεος, που επισκέπτεται την Τραπεζούντα και τον Πόντο κατά το 1681 (1 χρόνο πριν από την ίδρυση του Φροντιστηρίου), διαπιστώνει ότι σε όλη την περιοχή του Πόντου, ανατολικά της Τραπεζούντας μέχρι τη Γεωργία, «ουκ έμεινεν ουδέ μία εκκλησία ή ιερεύς», διότι «ετούρκισαν οι χριστιανοί από Τσορόχ ποταμού έως Τραπεζούντας»246.

Η Τραπεζούντα, ως ένα από τα σημαντικότερα κέντρα διαμετακομιστικού εμπορίου του οσμανικού κράτους, συνιστά έναν από τους γεωγραφικούς χώρους όπου δημιουργούνται και αναπτύσσονται οι νέες παραγωγικές σχέσεις. Κατά το δεύτερο μισό του 17ου αιώνα, τα 20 περίπου ιστιοφόρα της πόλης μεταφέρουν τα προϊόντα της Ανατολής σε όλα τα λιμάνια του Ευξείνου και κυρίως στην Οδησσό και στην Κωνσταντινούπολη. Η έντονη οικονομική δραστηριότητα δημιουργεί μια ολιγάριθμη αστική τάξη που την αποτελούν οι έμποροι, πλοιοκτήτες, τεχνίτες κ.λπ., που στη μεγάλη τους πλειοψηφία είναι Έλληνες. Γίνεται φανερό ότι είναι απολύτως αναγκαία η ύπαρξη ενός σχολικού μηχανισμού, που θα στηρίξει την ανάπτυξη και διεύρυνση αυτών των δραστηριοτήτων. Την ίδια εποχή, καθολικοί μοναχοί, λειτουργώντας ως εμπροσθοφυλακή των δυτικών, οικονομικών πρωτίστως αλλά και πολιτικών συμφερόντων, φτάνουν στον Πόντο και την Τραπεζούντα και επιδίδονται σε μια έντονη προσπάθεια προσηλυτισμού, χρησιμοποιώντας σε πολλές περιπτώσεις ανέντιμα μέσα, με στόχο να διαφθείρουν τις ελληνικές συνειδήσεις, διδάσκοντας μάλιστα και δωρεάν τους Έλληνες247. Μέσα σ’ αυτό το κοινωνικο – οικονομικό τοπίο ιδρύεται στην Τραπεζούντα το Φροντιστήριο, το σημαντικότερο εκπαιδευτικό ίδρυμα του ποντιακού ελληνισμού.

Η πρωτοβουλία ανήκει στο σημαντικότερο Πόντιο λόγιο της εποχής, το Σεβαστό τον Κυμινίτη, που κατάγεται από τα Κύμινα, ένα παραθαλάσσιο χωριό λίγα χιλιόμετρα ανατολικά της Τραπεζούντας. Ο Σεβαστός διδάσκει για δέκα περίπου χρόνια στην Πατριαρχική Σχολή του Φαναρίου (τη μετέπειτα μετονομασθείσα Μεγάλη του Γένους Σχολή), μέχρι το 1681. Κάποιες ταραχές, όμως, μεταξύ των σπουδαστών, τις οποίες κατά τα φαινόμενα υποκίνησε ο Μανωλάκης ο Καστοριανός – ο οποίος με την οικονομική του συμβολή συνετέλεσε αποφασιστικά στην επανίδρυση της  Σχολής – και η σύζυγός του Ρωξάνη248, τον αναγκάζουν να διακόψει. Τότε ακριβώς γνωρίζει από τους συμπατριώτες του Τραπεζούντιους τα σχετικά με τις προσπάθειες των Καθολικών να διεισδύσουν, μέσω της προπαγάνδας, στην πατρίδα του και, επειδή πιστεύει ότι μια εκπαιδευτική αναγέννηση θα είναι το κύριο αντίβαρο σ’ αυτή την προπαγάνδα, παίρνει την απόφαση να μεταβεί στην Τραπεζούντα, όπου τον επόμενο χρόνο (1682) ιδρύει το Φροντιστήριο249. Το Φροντιστήριο από την αρχή έχει οικονομικά προβλήματα, τα οποία σε λίγα χρόνια διογκώνονται και ο Σεβαστός ψάχνει απεγνωσμένα λύση250. Κατά τα φαινόμενα, λόγω των προβλημάτων αυτών ο Σεβαστός αναγκάζεται να εγκαταλείψει το Φροντιστήριο και την Τραπεζούντα επτά χρόνια μετά την ίδρυση του Φροντιστηρίου (το 1689) και να βρεθεί στο Βουκουρέστι (πιθανόν κατά τις αρχές του 1690). Το δρόμο αυτό ακολουθούν πολλοί Έλληνες Πόντιοι λόγιοι της εποχής εκείνης, επειδή οι ποντιακής καταγωγής ηγεμόνες της Βλαχίας (κυρίως Υψηλάντηδες και Μουρούζηδες) προστατεύουν και καλλιεργούν την ελληνική παιδεία και, συνεπώς, η ζήτηση λογίων της εμβέλειας και του κύρους του Σεβαστού, είναι μεγάλη. Στην πρωτεύουσα της Βλαχίας το όνομα του Σεβαστού συνδέεται με την ίδρυση της εκεί «Αυθεντικής Ακαδημίας Βουκουρεστίου», της οποίας γίνεται πρώτος διδάσκαλος και Διευθυντής251.

2. Προϋποθέσεις «επανίδρυσης» του Φροντιστηρίου με την έλευση του 20ού αιώνα

Το Φροντιστήριο εισέρχεται στον 20ό αιώνα μετά από 220 περίπου έτη λειτουργίας, με περιόδους έντονης ανάπτυξης αλλά και παρακμής. Με την έλευση του 20ού αιώνα στην Τραπεζούντα έχουμε ένα νέο τοπίο στα εκπαιδευτικά πράγματα. Με τον επανασχεδιασμό του εκπαιδευτικού πλαισίου και την οικοδόμηση του νέου εντυπωσιακού τετραώροφου κτιρίου – που αποτελεί ένα από τα κύρια σύμβολα του ποντιακού ελληνισμού μέχρι και σήμερα – έχουμε την ουσιαστική επανίδρυση του Φροντιστηρίου, σε μια εποχή μάλιστα που όλα δείχνουν ότι θα είναι συναρπαστική και ενδιαφέρουσα για τους Έλληνες της περιοχής. Η οικοδόμηση του νέου κτιρίου του Φροντιστηρίου είναι το κεντρικό κοινωνικό γεγονός της εποχής αυτής, όχι μόνο για την Τραπεζούντα, αλλά και για όλη την περιοχή του Πόντου. Μπορεί να υποστηριχθεί ότι με το γεγονός αυτό έχουμε μια νέα εποχή για το σχολείο. Συνεπώς, οφείλουμε να εξετάσουμε τις προϋποθέσεις επανίδρυσης και επαναλειτουργίας του Φροντιστηρίου και κατά την εποχή αυτή.

2.1. Η υπέρβαση της εσωτερικής κρίσης στην ελληνική κοινότητα Τραπεζούντας και ο ρόλος του Μητροπολίτη

Ενώ οι μεταρρυθμίσεις του Τανζιμάτ και ιδιαίτερα η υπογραφή του Χάττ-ι- Χουμαγιούν (1856) σηματοδοτούν μια εποχή έντονης οικονομικής και πολιτιστικής ανάπτυξης για όλους τους Έλληνες του οσμανικού κράτους, στην Τραπεζούντα αντίθετα, μετά από μια πολύ καλή αρχή, έχουμε μια στασιμότητα. Η εκπαίδευση εδώ, κατά τα μέσα του δεύτερου μισού του 19ου αιώνα βρίσκεται σε μια διαρκή ύφεση και συρρίκνωση, εξαιτίας ενός τοπικού συγκυριακού γεγονότος. Πρόκειται για εσωτερικές έριδες από τις οποίες σπαράσσεται η ελληνική κοινότητα Τραπεζούντας. Η ευθύνη του Μητροπολίτη Τραπεζούντας Γαβριήλ, για την ανάπτυξη αυτής της παρακμιακής κατάστασης, δεν είναι μικρή. Αυτό το δεδομένο αναγκάζει τελικά το Οικουμενικό Πατριαρχείο να αναλάβει πρωτοβουλία για την υπέρβαση της κρίσης, κύριο στοιχείο της οποίας είναι η απομάκρυνση του Μητροπολίτη από τα ποιμαντορικά του καθήκοντα και η απόφαση να τεθεί σε αόριστης χρονικής διάρκειας αργία και παράλληλα να διοριστεί, μετά από χειροτονία του στον πατριαρχικό ναό, ο Κωνστάντιος Καρατζόπουλος στη θέση του Μητροπολίτη Τραπεζούντας252.

Πρόκειται για μια ιδιαίτερα χαρισματική προσωπικότητα, με μια εντυπωσιακή εξέλιξη, και ταυτόχρονα για έναν από τους σημαντικούς φορείς της ιδεολογίας του Πατριαρχείου. Μετά την αποφοίτησή του από τη Θεολογική Σχολή της Χάλκης και αφού έχει υπηρετήσει ως ιεροκήρυκας και αρχιδιάκονος στη μητρόπολη Νεοκαισαρείας του Πόντου, μετακινείται στην έδρα του Οικουμενικού Πατριαρχείου, όπου ανεβαίνει όλη σχεδόν την ιεραρχική κλίμακα της γραφειοκρατίας του, πρώτα ως Δευτερεύων, έπειτα ως Μέγας Αρχιδιάκονος και τέλος ως Μέγας Πρωτοσύγγελος για περισσότερα από τρία χρόνια, ασκώντας μάλιστα τα καθήκοντά του με πολύ μεγάλη επιτυχία253. Ο νέος ικανότατος ιεράρχης αμέσως παίρνει διάφορες πρωτοβουλίες για την υπέρβαση της κρίσης, από τις πρώτες μεταξύ των οποίων είναι η εκλογή νέας εφορείας των σχολείων της Τραπεζούντας.

Το αποτέλεσμα των κινήσεών του είναι άμεσο. Όλα τα σχολεία της πόλης λειτουργούν κανονικά και η τάξη και η ηρεμία αποκαθίστανται μεταξύ των μελών της ελληνικής κοινότητας254. Η κατάσταση στα κοινοτικά πράγματα της πόλης βαίνει συνεχώς βελτιούμενη, γεγονός που επιβεβαιώνουν λίγο αργότερα με αναφορά τους προς τον Οικουμενικό Πατριάρχη οι Δημογέροντες και οι Πρόκριτοι της πόλης255. Το νέο αυτό κλίμα που διαμορφώνεται επιτρέπει στα στελέχη της κοινότητας να αφοσιωθούν αποκλειστικά στο σχεδιασμό του πλαισίου λειτουργίας της εκπαίδευσης, κατά τρόπο που να ανταποκρίνεται στις νέες μεγάλες ανάγκες που επιβάλλουν οι λαμπρές προοπτικές της πόλης.

2.2. Οι οικονομικές προϋποθέσεις

Η οικονομική ανάπτυξη είναι πλέον ραγδαία. Οι προοπτικές της Τραπεζούντας, όπως ήδη έχει αναφερθεί, είναι λαμπρές. Ένα τεράστιο πλήθος τόσο σε ποιότητα όσο και, κυρίως, σε ποσότητα προϊόντων εισάγεται στο λιμάνι της πόλης, για να μεταφερθεί στο εσωτερικό προς τη Βαγδάτη ή τις αγορές της Ανατολής προς την Περσία μέσω του δρόμου του μεταξιού, του οποίου η Τραπεζούντα αποτελεί τον πρώτο σταθμό. Από την άλλη πλευρά, οι εξαγωγές από το λιμάνι της πόλης προς τη Ρωσία, την Κωνσταντινούπολη και τις αγορές της Ευρώπης, αν και υστερούν των εισαγωγών, είναι επίσης τεράστιες σε σχέση με το παρελθόν. Με τους πίνακες που ακολουθούν μπορούμε να κατανοήσουμε γιατί η Τραπεζούντα καθίσταται μια από τις κύριες πύλες – μετά την Κωνσταντινούπολη και τη Σμύρνη – εισόδου και εξόδου προϊόντων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας από και προς την Ανατολή. Καταρχάς ο ρυθμός αύξησης των εισαγωγών – εξαγωγών από και προς το λιμάνι της Τραπεζούντας κατά τα μέσα του δεύτερου μισού του 19ου αιώνα φαίνεται από τον πίνακα που ακολουθεί.

Πίνακας 8 Ρυθμός αύξησης αξίας εξαγωγών – εισαγωγών μέσω του λιμανιού της Τραπεζούντας κατά τις πενταετίες 1876-80 και 1881-85256. (Σε λίρες Αγγλίας)

image

image

Οι αριθμοί αυτοί ασφαλώς δείχνουν τη δυναμική ανάπτυξης και το σφρύγος που έχει η οικονομία της πόλης, λίγο πριν από τον 20ό αιώνα. Δείχνουν επίσης γιατί η οθωμανική οικονομία είναι ελειμματική, δηλαδή γιατί οι εισαγωγές της είναι πολλαπλάσιες σε αξία από τις εξαγωγές. Ένα άλλο στοιχείο που φανερώνει ο πίνακας είναι ότι και στις δύο περιπτώσεις (δηλ. και κατά το 1876-80 και 1881-85 ) η αξία των εισαγωγών που προέρχονται από την Αγγλία είναι σχεδόν το 50% της αξίας των εισαγωγών των άλλων χωρών. Συνεπώς τα συμφέροντα της Αγγλίας έχει πολύ ζωτικότερα εκείνα των υπολοίπων χωρών. Ο επόμενος πίνακας, μας δείχνει όχι μόνο ενδιαφέροντα αριθμητικά στοιχεία που αφορούν την οικονομία της πόλης, αλλά και τις χώρες που έχουν τις σημαντικότερες οικονομικές σχέσεις με την περιοχή και συνεπώς τα μεγαλύτερα συμφέροντα εκεί:

Πίνακας 9 Αξία εισαγωγών- εξαγωγών κατά χώρες από και προς το λιμάνι της Τραπεζούντας κατά το 1899257 (σε λίρες Αγγλίας)

image

Ο πίνακας αυτός μας δείχνει ενδιαφέροντα στοιχεία. Πρώτα – πρώτα βλέπουμε ότι οι εισαγωγές από τις άλλες χώρες προς το λιμάνι της Τραπεζούντας είναι πολύ μεγαλύτερες, από σχεδόν διπλάσιες μέχρι πολλαπλάσιες σε σχέση με τις εξαγωγές. Αυτό συμβαίνει, σε γενικές γραμμές, και στο σύνολο του κράτους.Το δεδομένο αυτό επιβεβαιώνει την εκτίμηση που προέκυψε από τον προηγούμενο πίνακα, το γεγονός δηλαδή ότι η οικονομία του οσμανικού κράτους είναι εξωστρεφής, επειδή οι εξαγωγέςυπερέχουν σε σημαντικό βαθμό των εισαγωγών. Οι χώρες που αναφέρονται στον πίνακα και έχουν τα μεγαλύτερα οικονομικά ενδιαφέροντα στην περιοχή είναι κατά σειρά η Αγγλία, η Γερμανία, η Γαλλία και η Ρωσία. Ένα άλλο δεδομένο που προκύπτει από τον πίνακα αυτό είναι το γεγονός ότι η ποσοστιαία αξία των εισαγωγών από την Αγγλία σε σύγκριση με τη δεκαετία του 1880 έχει πέσει δραματικά (το 1881-85 4.474.500 λίρες Αγγλίας σε σύνολο 8.121.800, δηλαδή πάνω από το 50% του συνόλου, ενώ το 1889 είναι 228.065 λίρες Αγγλίας σε σύνολο 823.220, δηλαδή γύρω στο 25%). Από τα στοιχεία αυτά γίνεται φανερό ότι ο ρόλος της Αγγλίας στην περιοχή βαίνει μειούμενος και ότι και άλλες χώρες αναπτύσσουν συμφέροντα και διεκδικούν συνεχώς μεγαλύτερο οικονομικό κομμάτι και, κατά συνέπεια, σημαντικότερο ρόλο στα πολιτικά πράγματα της περιοχής. Δεν είναι, βέβαια, σύμπτωση το γεγονός ότι αυτές οι χώρες βρίσκονται σε μια διαρκή διαμάχη για το μέλλον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Είναι αυτά τα αντικρουόμενα συμφέροντά τους που συνιστούν ένα από τα βασικά στοιχεία του λεγόμενου Ανατολικού Ζητήματος και ένα από τα αίτια που οδηγούν στην έκρηξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Αν κάνουμε μια απόπειρα τελικής καταγραφής των εισαγωγών και εξαγωγών από και προς την Τραπεζούντα, έχουμε τους εξής αριθμούς:

Πίνακας 10 Εισαγωγές – εξαγωγές από και προς το λιμάνι της Τραπεζούντας κατά βάρος και αξία προϊόντων σε γαλλικά φράγκα, το 1900 , 258

image

Το είδος των προϊόντων που εισάγονται ή εξάγονται είναι ενδιαφέρον, γιατί δείχνει την ανυπαρξία υποδομών της περιοχής και, συνεπώς, την αδυναμία παραγωγής των νέων βιομηχανικών προϊόντων, τα οποία παράγονται στις ευρωπαϊκές χώρες και καταναλώνονται εδώ, όπως και σε όλες σχεδόν τις περιοχές της αυτοκρατορίας. Τα προϊόντα που παράγονται εδώ και εξάγονται ανήκουν, όπως είναι φυσικό, στην πρωτογενή παραγωγή (αγροτικά), ενώ εισάγονται προϊόντα κυρίως της δευτερογενούς παραγωγής (βιομηχανικά). Συγκεκριμένα, κατά σειρά βάρους, εξάγονται κυρίως: καλαμπόκι (4.673 τόνοι), πρόβατα και βοοειδή (4.563 τόνοι), φουντούκια (4.291 τόνοι), καπνός (1.735 τόνοι) κ.λπ. Κυριότερα από τα εισαγόμενα προϊόντα είναι: ζάχαρη (5.115 τόνοι), αλεύρι (4.000 τόνοι), πετρέλαιο (2.777 τόνοι), υφάσματα (1.800 τόνοι), μέταλλα (735 τόνοι), ενδύματα (168 τόνοι) κ.λπ. 259. Όπως έχουμε ήδη αναφέρει, η Τραπεζούντα είναι ένα από τα σημαντικότερα κέντρα διαμετακομιστικού εμπορίου. Ο μεγαλύτερος όγκος των προϊόντων της διακινείται μέσω του λιμανιού της προς την Περσία και από εκεί προς τις αγορές της Ευρώπης, με τη βοήθεια των καραβανιών και μέσω του αμαξιτού δρόμου Τραπεζούντας – Ερζερούμ – Περσίας.

Τα προϊόντα αυτά που διαμετακομίζονται από την Περσία προς την Ευρώπη είναι κυρίως σταφίδες (945 τόνοι), τάπητες (596 τόνοι), ξηροί καρποί (156 τόνοι), μεταξωτά υφάσματα κ.λπ., με κύριες χώρες προορισμού την Αγγλία, την Αυστρία – Γερμανία, την Ιταλία, τη Γαλλία κ.λπ. Από την Ευρώπη προς την Περσία διαμετακομίζονται, κυρίως, βαμβακερά και λινά υφάσματα (2.000 τόνοι), τσάι (1.012 τόνοι), ζάχαρη (852 τόνοι), σπίρτα (291 τόνοι) κ.λπ., ενώ κύριες χώρες αποστολής είναι η Αγγλία, η Αυστρία, η Γερμανία, η Γαλλία κ.λπ. 260. Ο τεράστιος αυτός πλούτος αλλά και η μεγάλη ποικιλία προϊόντων απαιτούν μια πολύ καλά οργανωμένη αγορά για να διακινηθούν γρήγορα και με ασφάλεια. Το ρόλο αυτό αναλαμβάνουν κατά βάσιν οι Έλληνες, οι οποίοι κυριαρχούν απολύτως σ’ αυτή με τις εμπορικές τους (εισαγωγικές και εξαγωγικές) δραστηριότητες. Στον επόμενο εντυπωσιακό πίνακα έχουμε τη δυνατότητα να διαπιστώσουμε το πλήθος των ελληνικών επιχειρήσεων που ασκούν, έντονη μάλιστα, εμπορική δραστηριότητα στην πόλη στις αρχές του 20ού αιώνα.

Πίνακας 11 Κατάσταση των ελληνικών εμπορικών (εισαγωγικών και εξαγωγικών) οίκων στην Τραπεζούντα στις αρχές του 20ού αιώνα, με τις δραστηριότητές τους,261

image

image

image

image

image

image

Μια καταγραφή δε των ελευθέρων επαγγελματιών ελληνικής καταγωγής της Τραπεζούντας, κατά τομέα δραστηριότητας, περιλαμβάνει ο πίνακας που ακολουθεί:

 

Πίνακας 12 Έλληνες επιχειρηματίες, επιτηδευματίες και εμπορευόμενοι στην Τραπεζούντα, στις αρχές του 20ού αιώνα (1908)262

image

image

image

image

Ο πίνακας αυτός θα είναι περισσότερο πλήρης αν προσθέσουμε και τις 13 ασφαλιστικές εταιρείες της πόλης («Αμοιβαία», «Εθνική» Αθηνών, «National de Paris», «Conservatrice», «Lloyd», «The marine» Λονδίνου, «Ενωσις» Βερολίνου, «Κτηματική Ένωσις» Παρισίων, Μάντσεστερ, «Πατριωτική, «Πολάρ» και «Πρόνοια»), που όλες αντιπροσωπεύονται από Έλληνες263. Παρά το σημαντικό πλούτο στοιχείων, ο πίνακας αυτός δεν περιλαμβάνει όλες τις επιχειρήσεις των Ελλήνων της Τραπεζούντας, γιατί ο συγγραφέας, που μας τον γνωστοποιεί, τον έχει αντλήσει από τον «Παγκόσμιο Εμπορικό Οδηγό» του έτους 1908, που εκδίδεται στη Σμύρνη, στον οποίο περιλαμβάνονται μόνο οι επιχειρηματίες που επιθυμούν να διαφημιστούν μέσω αυτού264. Συνεπώς, υπάρχει ένας μικρός ή μεγάλος αριθμός επιχειρηματιών και επιχειρήσεων που απουσιάζει. Αυτό επιβεβαιώνεται και από μια μικρή μόνο αναφορά σε επιχειρήσεις που δεν περιλαμβάνονται και μας είναι γνωστές τόσο από τη σχετική βιβλιογραφία265 όσο και από τις σχετικές πληροφορίες266.

Παρά τις ελλείψεις αυτές, τα στοιχεία που παρατίθενται έχουν πολύ μεγάλη σημασία, γιατί μας βοηθούν να κατανοήσουμε σε πολύ μεγάλο βαθμό το μέγεθος αλλά και τις δυνατότητες της αγοράς της Τραπεζούντας στις αρχές του 20ού αιώνα, της οποίας προφανώς το λιμάνι, με τις δραστηριότητες που αναπτύσσονται γύρω από αυτό, αποτελεί την καρδιά της οικονομίας της. Κατά δεύτερο λόγο, μας φανερώνουν με σαφήνεια τα οικονομικά συμφέροντα αλλά και τις χώρες που συνδέονται με αυτά. Έτσι, δεν είναι τυχαίο ότι στις αρχές του 20ού αιώνα στην Τραπεζούντα υπάρχουν 10 Προξενεία ξένων χωρών, για να διασφαλίσουν προφανώς τα αντίστοιχα συμφέροντα που υπάρχουν, αλλά και να βοηθήσουν στο σχεδιασμό της δράσης των αντίστοιχων χωρών για το μέλλον267. Το κυριότερο, όμως, δεδομένο που προκύπτει για την έρευνά μας είναι το γεγονός ότι η σημαντική αυτή σε μέγεθος και δραστηριότητα αγορά κυριαρχείται από τους Έλληνες, οι οποίοι, είτε ως μικροί ή μεγάλοι ελεύθεροι επαγγελματίες είτε ως αντιπρόσωποι των ξένων συμφερόντων – γεγονός που υποβοηθείται και ενισχύεται σε σημαντικό βαθμό από την ύπαρξη κοινών πολιτιστικών αναφορών, κοινών «βάσεων παιδείας» – είναι οι κύριοι ρυθμιστές και οι καταλύτες της. Η μεγάλη συσσώρευση πλούτου στα χέρια αρκετών Ελλήνων και η αναγκαιότητα σύνδεσης της αγοράς με την εκπαίδευση συνιστούν τις κατεξοχήν οικονομικές αλλά και κοινωνικές προϋποθέσεις επανίδρυσης και γενικά ανάπτυξης του Φροντιστηρίου στις αρχές του 20ού αιώνα: ο πλούτος επανεπενδύεται όχι μόνο σε καθεαυτό οικονομικές επενδύσεις. Η ύπαρξη ενός εκπαιδευτικού μηχανισμού, ο οποίος θα ανταποκρίνεται στη νέα οικονομική και κοινωνική πραγματικότητα που διαμορφώνεται, είναι μια σημαντική επένδυση, που μπορεί να πολλαπλασιάσει τα κέρδη των Ελλήνων παραγόντων της αγοράς. Το κτίριο και η υποδομή του Φροντιστηρίου αδυνατούν πλέον να ανταποκριθούν, έστω και στοιχειωδώς, σ’ αυτή την πραγματικότητα. Αυτές ακριβώς οι, αυτονόητες άλλωστε, διαπιστώσεις οδηγούν την ελληνική κοινότητα της Τραπεζούντας, με την καθοδήγηση του νέου, ιδιαίτερα αξιόλογου, Μητροπολίτη, να προχωρήσει στην αναπροσαρμογή του εκπαιδευτικού σχεδιασμού, που κύριο στοιχείο του αποτελεί η οικοδόμηση του νέου κτιρίου του Φροντιστηρίου.

(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)

ΑΝΤΩΝΗ Υ. ΠΑΥΛΙΔΗ

διδακτορική  διατριβή στο Πάντειο Πανεπιστήμιο

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

244 ΣΑΡΡΗΣ Νεοκλής: «Οσμανική Πραγματικότητα», Εκδόσεις Αρσενίδη, Αθήνα, τόμος ΙΙ, σελ. 387.

245 ΣΑΡΡΗΣ Νεοκλής, ό.π., σελ. 386.

246 ΧΡΥΣΑΝΘΟΣ, ό.π., σελ. 708. 247 ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ Επαμεινώνδας: «Βιογραφίαι των εκ Τραπεζούντας ακμασάντων λογίων μετά σχεδιάσματος του ιστορικού Φροντιστηρίου των Τραπεζουντίων», Εκδόσεις Καραβία, Αθήναι 1897, σελ. 66.

248 ΚΟΛΛΙΑ Ιωάννα: «Ο Σεβαστός Κυμινίτης και η ίδρυση του Φροντιστηρίου Τραπεζούντας», περιοδικό «Ελληνικά», τχ. 30 (1977-80), σελ. 281.

249 ΚΟΛΛΙΑ Ιωάννα, ό.π., σελ. 286. Εδώ από την αλληλογραφία του Σεβαστού με το διδάσκαλό του Ιωάννη Καρυοφύλλη, που διαμένει στην Κωνσταντινούπολη, αποδεικνύεται ότι το Φροντιστήριο ιδρύθηκε εντός του 1682 και πριν από τις 5 Μαΐου του έτους αυτού.

250 ΚΟΛΛΙΑ Ιωάννα, ό.π., σελ. 286 και 288. Εδώ ο Σεβαστός, με επιστολή του στον παλαιό μαθητή του Χρύσανθο, έξι χρόνια μετά την ίδρυση του Φροντιστηρίου, του ζητά να μεσολαβήσει στον ποντιακής καταγωγής Ηγεμόνα της Βλαχίας Σερβάνο Καντακουζηνό να συνδράμει το Φροντιστήριο, προκειμένου να ξεπεράσει τα μεγάλα οικονομικά του προβλήματα.

251 Ό.π., σελ. 289.

252 ΕΑ, τόμος 17, έτος ΙΓ΄, 1893-94, Εν Κωνσταντινουπόλει 7 Μαΐου 1893, σελ.73.

253 ΕΑ, ό.π., σελ. 65.

254 ΕΑ, ό.π., Εν Κωνσταντινουπόλει 5 Νοεμβρίου 1893, σελ. 281.

255 ΕΑ, τόμος 19, Έτος ΙΕ, Εν Κωνσταντινουπόλει 23 Ιουνίου 1895, σελ.130.

256 «Doğu Akdeniz’de Lıman Kentleri 1800-1914» («Πόλεις-λιμάνια της Ανατολικής Μεσογείου 1800-1914», συλλογικό έργο). Tarıh Vakfı Yurt Yayınları, Istahbul 1994, sayfa (σελίδα) 60.

257 Ό.π., σελ. 70.

258 ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ, ό.π., σελ. 237-238.

259 Ό.π., σελ. 237-239.

260 Ό.π., σελ. 239-240.

261 ΙΩΑΚΕΙΜΙΔΗΣ Ιωακείμ: «Η εμπορική και οικονομική δραστηριότης των Ελλήνων της Τραπεζούντας κατά τας αρχάς του 20ού αιώνος», ΠΕ, τχ. 65, 1986, σελ.12-17. Εδώ ο συγγραφέας αναφέρεται στους εμπορικούς οίκους της πόλης, έχοντας ως βασική πηγή εκτός της προσωπικής του μνήμης, τον «Παγκόσμιο Εμπορικό Οδηγό», που εκδόθηκε στη Σμύρνη το 1908 και αναφέρεται κυρίως στις ελληνικές επιχειρήσεις της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

262 ΙΩΑΚΕΙΜΙΔΗΣ Ν. Ιωακείμ: «Η εμπορική και οικονομική δραστηριότης των Ελλήνων της Τραπεζούντας κατά τας αρχάς του 20ού αιώνος», ΠΕ, τχ. 63, σελ. 364-367.

263 ΙΩΑΚΕΙΜΙΔΗΣ, ό.π., σελ. 367.

264 Ό.π., σελ. 355-356.

265 ALBAYRAK Hüseyin: «Trabzon basın tarihi» («Ιστορία του τύπου της Τραπεζούντας»), Ankara 1994, sayfa 302. Óτη μελέτη του αυτή για τον τύπο της περιοχής Τραπεζούντας, ο σ. μεταξύ των τυπογραφείων των μειονοτήτων της πόλης αναφέρει εκτός του τυπογραφείου Σεράση και το τυπογαφείο του Γιώργου Μιχαηλίδη («Yorgi Mihailıdi Matbaasi»), που απουσιάζει από τον κατάλογο του εμπορικού οδηγού και συνεπώς του Ιωακειμίδη που παραθέτουμε. Ο εκδοτικός οίκος αυτός ιδρύθηκε μεταξύ των ετών 1904 -1908 και μέχρι το 1922 εξέδωσε διάφορα βιβλία στην οθωμανική κυρίως γλώσσα και 7 εφημερίδες και περιοδικά στην ελληνική μεταξύ 1909 – 1922, μεταξύ των οποίων και την εφημερίδα «Εποχή» του Ν. Καπετανίδη, ενός φλογερού Πόντιου δημοσιογράφου, ο οποίος οδηγήθηκε το 1921 στην αγχόνη των «Δικαστηρίων Ανεξαρτησίας» της Αμάσειας για την εθνική του δράση.

266 Πληροφορητές: Σπυράντης, Γιακουστίδης και Σουμελίδης, ό.π. Μας πληροφορούν ότι στις αρχές του 20ού αιώνα στην Τραπεζούντα υπάρχουν και λειτουργούν 4 μεγάλα ελληνικά τραπεζικά καταστήματα, μεταξύ των οποίων και η Τράπεζα Κ. Θεοφυλάκτου, ενός από τους σημαντικότερους Έλληνες αστούς της πόλης και μεγάλου ευεργέτη της ελληνικής κοινότητας Τραπεζούντας, το όνομα του οποίου δεν αναφέρεται στον πίνακα που  παραθέσαμε. Αντ’ αυτού, μεταξύ των Ελλήνων τραπεζιτών αναφέρεται το όνομα του Ι. Υφαντίδη, που δεν είναι ιδιαίτερα γνωστό στη σχετική με τον ποντιακό ελληνισμό βιβλιογραφία.

267 ΙΩΑΚΕΙΜΙΔΗΣ, ό.π., σελ. 367. Πρόκειται για προξενεία των εξής χωρών: 1. Αγγλίας, 2. Αμερικής, 3. Αυστροουγγαρίας, 4. Βελγίου, 5. Γαλλίας, 6. Δανίας, 7. Ελλάδας (Πρόξενος Δ. Βιτάλης), 8. Ιταλίας, 9. Περσίας και 10. Ρωσίας.

Posted in Books | Tagged , , , , | Leave a comment

HELLENISTIC ANOTHER PERIOD FOR HELLENISM’S IDEALS (VI)

(BEING CONTINUED FROM  24/09/16)

Eumenes’ Athena is an example of one kind of statue with a religious affiliation which could hardly have been made before the Hellenistic period: the adaptation of a classical cult-figure (originally designed to be approached down the long darkness of a temple-cella) to a totally different setting and purpose. Another example typifies a quite new type of deity, whose image owes nothing to the tradition of the temple-cella: the Tyche (Fortune) made for the city of Antioch at the beginning of the Hellenistic Age (in the first few years of the third century) and constantly imitated in other cities over the following centuries.[18] This colossal bronze group, of which we can form some idea from descriptions and small versions (see figure 11), was set in the open air and was cunningly designed to present changing and effective views from many angles. Statues of course had been placed in the open air in Greek sanctuaries from the beginning of Greek sculpture, among them colossi, and among those some of bronze—Pheidias’ Athena Promachos, for instance, on the Acropolis, and long before that the archaic Apollo at Amyclae. Certainly, however, none of these departed from the traditional principle of design which expected a statue to be looked at mainly from an area in front. In the fourth century Lysippos made several bronze colossi, especially a Herakles and a still larger Zeus at Tarentum; and these, from what we know of other works of the master, are likely to have shown some concern with breaking frontality, with insisting on the third dimension. Lysippos, more than any other sculptor, seems to look forward to the Hellenistic spirit. Eutychides, creator of the Tyche of Antioch, was his pupil, as was Chares of Lindos who, in the Colossus of Rhodes, created a bronze figure even larger than Lysippos’ Tarentine Zeus, and representing Helios, one of the old gods. Eutychides, on the other hand, used the new three-dimensionality to invent a new type of image for a new goddess.

image
Fig. 11.Tyche of Antioch. Small marble statue of Roman imperial date, copied from original of very early third century B.C. Vatican Museum, Rome.

“New goddess” is not quite true. Tyche (Fortune) had been occasionally personified earlier (like almost every other abstraction in Greek thought), and even given at least one statue;[19] but, as Pollitt has emphasized, she takes on an entirely new importance in this period. An obsession with Fortune is the first of five attitudes or states of mind which he sees as particularly characteristic of the Hellenistic Age[20]—a most valuable line of approach. Besides, Eutychides’ goddess is not just Fortune in the abstract. With her mural crown and the river-god swimming out from under her feet, she is firmly characterized as the fortune of a city, of a particular city: Antioch on the Orontes. Any city founded in archaic or classical times was put under the protection of one of the old deities. It is surely very interesting that so early as this the experience of the wars between Alexander’s successors led Seleucus and his son Antiochus to put their new capital city under the protection of her own Chance; and Seleucus was to learn how fickle a personal Fortune can be.

Since so much in the Hellenistic world depended directly or indirectly on the favor or caprice of kings and on their changing fortunes, and since royal portraits are in the vanguard of developing realism, one might expect that another change in religious practice—the according of divine status to monarchs, after their death or in their lifetime—would have had some visible effect on art; and in one point I think it does. I do not count as an effect on art the giving of divine symbols, like Poseidon’s bull horns for Demetrius Poliorcetes, or even the transference to his portrait of a pose associated with Poseidon.[21] These are not changes of artistic character, and in any case they go back to Amon’s ram horns for Alexander and the thunderbolt Apelles gave him. Quite different is the enormous eye given to some rulers on their coins, early and most strikingly to Ptolemaic royal couples (see figure 12), later to some Seleucids, and which perhaps appears first in some posthumous portraits of Alexander, notably on the Alexander mosaic.[22] This, surely intended to stress the sitter’s superhuman, divine character, runs directly counter to the prevailing trend towards realism. It is not a natural development within the art, but something imposed on the artist—if not by direct command then by the changed atmosphere in the world. Parenthetically, arising from the observation made just now about the inextricability from religion of civic life and government in the city-states, I have sometimes wondered if this may not help to account for the readiness with which Greek citizens acknowledged divinity in Macedonian kings. To those who had always been accustomed to think of city government as bound up with the gods, it was perhaps a comfort, when government was wrested away by an unnaturally powerful mortal, to consider him a god himself. Certainly Hellenistic monarchs shared with the Olympians not only total and irresponsible power, but with it utter unreliability in the handing out of favors or destruction.

image
Fig. 12.Ptolemy II and Arsinoë II. Gold octadrachm of Ptolemy II (285–246 B.C.). British Museum, London. Hirmer Fotoarchiv.

Realistic portraiture is, of course, one of the most important manifestations of art in Hellenistic times and can be taken as one of the things which distinguish Hellenistic art from classical: individualism is another of Pollitt’s typically Hellenistic states of mind. The trend, as we’ve noticed, existed before, but now it is far more widespread, and the aim of making a portrait look like a particular individual is far more general and more marked. Sometimes this aim is extended, in quite a new departure, from the face to the body; early in the period, for instance, the Demosthenes, and later the Chrysippos counting on his fingers[23] (see figure 13). It is true that there are still limitations on its application which do not apply in Roman portraiture. Portraits in Hellenistic as in classical Greece are still always and only of people who have made themselves a name, public figures; or rather, there are exceptions to this rule, but all late and under direct Roman influence, as in Italianized Delos.[24] I myself feel (but this is not I think universally accepted) that even the most personal of Hellenistic portraits keep something of the public as well as the individual character: the ruler, the poet, the philosopher. This is not to say that I suppose we can tell from any Greek portrait the field in which the sitter made his public name. The cautionary tale of the early classical Pindar which so many of us for so long accepted as a possible Pausanias[25]has, I do not doubt, unrecognized parallels in the Hellenistic Age. I do think, though, that every Hellenistic portrait has, together with its individuality, a public character of the kind that, in Roman art, distinguishes imperial and court portraits from the wonderful series of common men and women which has no parallel in Greece.

image
Fig. 13.Portrait of Chrysippos. Composite cast from marbles of Roman imperial date, copied from original of later third century B.C.Louvre, Paris (marble head, British Museum, London). Photographie Giraudon.

Nevertheless, with all these caveats, it remains evident that portraiture in the Hellenistic Age is something distinctively of its time; but I am not sure how far this really helps to answer the question we set out by asking. It is easy to point to many things in Hellenistic art which were not there in classical: the new approach to the third dimension which we’ve thought about already; the liking for the grotesque and unideal in the minor arts and even in the major (the Barberini Faun is the supreme example, but there are plenty more); the use of a dramatic setting for a big statue like the Victory of Samothrace (a theatrical mentality is another of Pollitt’s Hellenistic states of mind); the exploration of the possibilities in reclining or fallen figures (the sleeping Ariadne, the sleeping Hermaphrodite, the Dying Gaul, the dying and the dead from the smaller Pergamene dedication); and so on.[26]Even in the straightforward single standing figure it is easy to make the same point. The “Hellenistic Ruler” in the Terme (figure 14) may not be a ruler and his date may slide up and down the centuries, but he is surely quintessentially Hellenistic.[27] Compare him to another man with a spear, the classical doryphoros (figure 15). Everything is different: the brutal realism of the features, the exaggerated heaviness of the muscular body, the wonderful spiral of the composition. But all this, like everything else I have been listing, is only to say—what of course we knew already—that Hellenistic art is a clearly distinct phase of Greek art. It is of course itself divisible into phases, wisely defined by Pollitt according to the historical circumstances: the age of the Diadochoi, the age of the Hellenistic kingdoms, the Greco-Roman phase;[28] only it is very difficult to fit the works of art into these phases at all tidily because different styles overlap, run parallel, recur—a variety in itself typically Hellenistic.

image
Fig. 14.Bronze portrait-statue, variously dated from earlier third to earlier first cen tury B.C. National Museum of the Terme, Rome.

image
Fig. 15.Youth with a lance. Marble statue of Roman imperial date, copied from fifth-century bronze doryphoros by Polykleitos. Museo Nazionale, Naples. Photo: Deutsches Archäologisches Institut, Rome. Reprinted by permission.

However, that is by the way. What I am now trying to say is that when we ask “What is ‘Hellenistic’ about Hellenistic art?” we do not simply mean “What distinguishes Hellenistic art from classical?” There is much in the art of the fourth century which is not found in that of the fifth: the exploration of the female nude in sculpture, for instance, or the advances in chiaroscuro in painting. It is a distinct phase; but one would hardly frame the question “What is “fourth-century’ about fourth-century art?” When we ask what is Hellenistic about Hellenistic art we surely mean, What is there about this phase of Greek art that would not have been there if the tremendous change which came over the Greek world in the last third or so of the fourth century had not taken place? If someone had knifed Philip sooner and Macedon had not got imperialist ambitions but had gone on it its old way and allowed the Greek cities to go on in theirs, Greek art would certainly have developed in many ways just as it actually did. In what way could it not have done so? The Hellenistic Ruler, exemplary Hellenistic figure though he be, can be traced back in a smooth sequence to classical sources. Portraiture we have already considered in this sense; the exaggerated musculature is exaggerated on the basic pattern laid down by Polykleitos; and the spiral composition, whatever the actual date of the statue, derives directly from the innovations of the pupils of Lysippos at the beginning of the third century—innovations already hinted at in the work of Lysippos himself, whose own style developed out of the Polykleitan tradition. I see nothing in this statue which needed a change in the world to bring it about.

In what we have already looked at there was one noticeable feature which seemed to stem directly from that change: the exaggerated eye in some royal portraits. Perhaps if we look harder at some of the other things we shall find that they too have something of the same character; for it can hardly be, I think, that the position is the exact opposite of that which I put forward in my History and quoted at the beginning of this paper: that the change from classical to Hellenistic in art was hardly at all a change taking place within the art but almost wholly a reflection of outside changes. Let us try again.

Hoping for light from a different direction I opened the new Hellenistic anthology by Neil Hopkinson,[29] and as epigraph to the introduction I found a verse in which a poet lamented the passing of the good old days when the Muses’ meadow was unpolluted and it was possible for a poet to find something to write about; now everything’s been said, he complained, the arts have reached their limit, and there’s nowhere a man can drive his newly yoked chariot. Oh yes, I thought, that speaks very well for the visual arts too in Hellenistic times. Then I read the first sentence in the introduction, and learned (what you will be shocked that I didn’t know, but I am too old for shame) that “these are the gloomy words of Choerilus of Samos, an epic poet writing in the late fifth century B.C. ” I remembered something I once wrote to the effect that up to the classical moment of the Parthenon, of Pheidias, of Polykleitos, the development of Greek art is essentially unified, a single stream; but that after that it begins to break up, different groups of artists developing different styles, so that the columnar Procne from the Acropolis can be contemporary with, and as much a child of her own time as, a wind-blown figure like the Nike of Paeonius[30] or the new goddess in the Getty. Are we really making a mistake, I wondered again, in trying to draw a sharp line in art at the beginning of the Hellenistic Age? The fifty years after Chaeronea saw a total change in the character of the Greek world, but are we really right to look for a corresponding change in Greek art? Art has its own tempo, and should we perhaps do better to make the change from classical to the next phase in Greek art come not at the end of the fourth but at the end of the fifth century? Well, surely, in a word, No; but I still think it is worth asking such questions every now and then, if only to remind ourselves how artificial and distorting our division of art into periods is. We can only study art through the imposition of such a framework, but art when it’s happening isn’t really like that. Conquest or revolution has a violent and immediate effect on everyday living (though often a lot even of that probably goes on with surprisingly little change), but its effect on art is much less calculable.

Of course particular manifestations of art may be directly and drastically affected. For a classical Athenian, art could include a carved tombstone; for a Hellenistic Athenian, after Demetrius of Phaleron, it couldn’t; but that is not what we’re talking about. Art develops continuously and changes in complex and subtle ways, sometimes gradual, sometimes sudden. Even the assertion I made just now, that up to the classical moment of Pheidias and Polykleitos Greek art developed in a unified way, is itself a gross simplification. For the archaic period it is more nearly true, and the change from archaic to classical can be made to look like a sharp break by fixing it at the moment of the abandonment of the frontal posture for statues early in the fifth century. But the seeds of change had been there all along, and in certain aspects the change was largely achieved during the second half of the sixth century; while the two sculptors of the Siphnian treasury friezes—one serenely archaic, the other struggling towards the classical—give the lie to the notion of a single development. In the early classical phase all kinds of casting around after possible styles can be seen. We have noticed experiments with realistic facial types, perhaps actual portraiture; and the wonderful new marble charioteer from Motya[31] shows that a severe-style head can be combined with a clinging drapery style derived from that of late archaic korai as well as with the columnar drapery more typical of the time, giving us, before the classical moment, exactly the contrast we noted after it in the Procne and Paeonius’ Nike.

Even at the heart of the classical, on the Parthenon itself, the centaur heads of the south metopes are not what one thinks of as classical types; and consider the knotty anatomy of the Poseidon from the west pediment. Suppose that an Attalos or a Eumenes had anticipated Morosini with more success, taking this figure out of the gable and removing it to Pergamon. If the torso had been dug up there, how should we date it? Based on a classical model, no doubt, but perhaps carved around the time of the Great Altar? And yet of course the altar frieze, for all its Parthenonian echoes, is as profoundly Hellenistic as the Parthenon pediments are classical. There is real continuity, but there are also real breaks: between the high classical and its aftermath in the late fifth and fourth centuries, and between fourth-century classical and Hellenistic. What we should like to be able to see is a relation between this second break and the catastrophic historical background.

Much of what happened in art in the Hellenistic period is development inherent in the art itself: the overwrought muscles of the Parthenon Poseidon exaggerated in torsos of the altar frieze; the drama of the Scopasian heads from Tegea exaggerated in some giants’ heads.[32] One cannot of course say that these developments would inevitably have happened whatever the historical circumstances, but I think one can say that for them simply to take place did not need the special conditions of the Hellenistic world. There is, however, one development on the altar frieze which strikes me as being of a different kind, the thing which does most to justify the transference from another historical epoch of the word baroque. This is the way in which, where the returns of the frieze meet the steps, there is no framing molding, and the huge giants move out of their art-world into ours, pressing hand or knee on the same steps up which the worshipper climbs[33] (see figure 16). In post-Parthenon Athens the balustrade of the little temple of Athena Nike has in the same way a return which runs beside the steps (see figure 17). The last of the under-life-size Victories moves parallel to a visitor reaching the top step, and she too takes a step up; but the tread on which her foot rests is carved in relief within the frame and is on a smaller scale than the steps in the world outside.[34] To thus relate a figure within the representation so directly to the world without was surely a bold innovation in its time; but the frame is kept, the two worlds remain distinct. What the designer of the altar podium has done represents a far profounder break with tradition.

image
Fig. 16.Slabs of colossal marble relief from podium of Altar of Zeus at Pergamon. Earlier second century B.C. Antikensammlung, Staatliche Museen zu Berlin.

image
Fig. 17.Reconstruction of steps and return of carved marble parapet of Temple of Nike on Athenian Acropolis. Late fifth century B.C.From Rhys Carpenter, The Sculpture of the Nike Temple Parapet (Cambridge: Harvard University Press, 1929), p. 84, fig. 15. Reprinted by permission.

Does this get us any further, though? Can we relate it to anything in the thought or conditions of its special time? Or can this too be classed as a purely artistic phenomenon, the desire of an artist to break the old mold, open new ways? That of course it is, but is it that alone? Let us look back for a moment at the change from archaic to classical. The seeds of the classical were surely there in Greek art throughout its archaic phase, and the changes that mark the difference between the two periods are strictly artistic ones, developing within the arts quite naturally; but one cannot assume that the seeds would have ripened, the drastic changes actually have been made, if historical circumstances had developed differently. Certainly one could not assert that the classical revolution was a result of the liberation of spirit released by the repulse of the Persian invasion, but I believe that there is nevertheless a real relation between the two things. The art of Achaemenid Persia, technically admirable, decorative, formally beautiful, and to my mind dreadfully dull, seems to me to offer an idea of what Greek art might have become if some late archaic artists had not found their way to the decisive break; and I find it easy to think that that is exactly what would have happened if Greece had become a province of the Persian empire. I see the act of those artists in freeing themselves from the age-old conventions as an expression of the same spirit which brought about the realization of Athenian democracy, flowered in literature and philosophy, and willed a successful resistance to Persia.

The problem is so elusive and difficult just because there is no break with the past, in the actual art, at all comparable to the abandonment of archaic conventions; and of course the liberation from the Persian threat was the exact opposite of what befell the Greek cities at the beginning of the Hellenistic Age. Nevertheless, I think one may be able to see that imaginative leap, by which an artist in the second century broke the frame between art and the world, as linked to another kind of liberation of thought which could hardly have come about if the Greek world had not been so violently changed in the way it was. The Olympians in earlier Greek thought inhabit their own world and visit ours unpredictably and for the most part dangerously. Their images dwell in their temples and are approached with due formality and caution. This pattern continues unbroken in formal religion, but from the late fifth century on through the fourth another strand of religious thought becomes more and more important beside it. There is the cult of Asklepios and the healing heroes, in whose shrines you can sleep, and hope that the god or daimon will visit you in person and heal you.

The literary tradition about this is reinforced by the number and character of the marble votive reliefs dedicated in gratitude or hope. An equally great wealth of very similar reliefs attests the equal importance of the cults of Pan, the nymphs, and the rivers: gods anddaimones who inhabit the countryside with you. These, then, at the popular level; and parallel with these, among intellectuals, widespread skepticism about the gods. Such developments belong to the later fifth and fourth centuries, and were a natural process in the world of the city-states, with popular religion naturally echoed in the art of the votive reliefs. In the changed world of the Hellenistic kingdoms, and directly influenced by the change, philosophic skepticism becomes much more cogent and much more popular. Gods are present for all to see in the mortal kings, while the traditional gods become much more dubious entities, and, even if they exist, of much less significance than the universally recognized and overriding power of Fortune, who can and does topple those divine kings, and might even at the same time, after all, shift lucky you, if not from log cabin to White House, at least from rags to riches. All this takes away much of the awe, and with the awe the fear, attaching to traditional gods and traditional stories. Such a shifting approach to religion would not in itself lead an artist to break down the barriers between the living world he inhabits and the divine one he is representing; but when his exploration of new ways in art led him in that direction it allowed him to do so, where an earlier artist might have felt (indeed the designer of the Nike balustrade perhaps did feel) a taboo: representations of the gods, like the gods themselves, were better kept in their own place.

Can we extrapolate from the specific case, and perhaps suggest that this new attitude, which really is a consequence of the world change, does color artists’ approach to their art over a wider range than I have been allowing? Lysippos’ pupils would surely have devised the all-round, spiraling composition for statues whatever the circumstances, and whoever the patrons for whom they worked; but the Tyche of Antioch, sitting in the open above the river, is not only a programmatic creation of her time at an artistic level but profoundly a figure of the new age in a much wider sense, and a profoundly influential one. So, too, it is perhaps unlikely that a city-state would ever have provided occasion for the adaptation, like Eumenes’ Athena, of an earlier statue, conceived in a religious context, to a secular one. Similarly, the portraits of the first Hellenistic kings, on their coins and in other forms, are certainly part of a development of realistic portraiture in Greek art which reaches back into the classical age and would surely under any circumstances have gone on; but it is also important that they came into being as a direct result of new needs in the new Hellenistic situation, and became themselves a determining element in the growing popularity of the genre.

This is a ridiculous mouse of a conclusion; but perhaps during the labor things may have been touched on which may lead others to contribute more valuable insights; or perhaps, more probably, things I have failed to notice may lead to that desirable result. At any rate, this seems to be as far as I can get.

(TO BE CONTINUED)

Notes

18. Pollitt, Art, 2–3, fig. 1; Robertson, History, 471–72 pl. 150a, b; Robertson, “Greek Art,” 189–90, fig. 44.

19. See Robertson, History, 383–85 (where the assertion that the head of the Apollo from the Temple of Zeus at Olympia is carved from a separate and finer piece of marble is false).

20. Pollitt, Art, 1–4 (the other four: 4–16).

21. See ibid., 31–33, figs. 20–22; Robertson, History, 516.

22. Detail of Alexander’s head from the mosaic: J. Boardman, J. Dörig, W. Fuchs, and M. Hirmer, Die griechische Kunst (Munich, 1966), pl. xliv. Ptolemaic pair: Pollitt, Art, 272 fig. 293a. Seleucid pair; ibid., fig. 293d.

23. Robertson, History, pl. 161b (Demosthenes), d (Chrysippos); Pollitt, Art, 61, fig. 55 (Demosthenes), 69 fig. 66 (Chrysippos).

24. Pollitt, Art, 73–75, figs. 73, 75–77; Robertson, History, 598, pl. 190d.

25. Smith in Richter, Portraits, 176–80, figs. 139, 140, and frontispiece.

26. Barberini Faun: Pollitt, Art, 134, 137, fig. 146; Robertson, History, 534–35, pl. 169d. Victory of Samothrace: Pollitt, 113–16, fig. 117; Robertson, 535, pl. 137a. Ariadne: Robertson, 535, pl. 169c. Sleeping Hermaphrodite: Pollitt, 149, fig. 160; Robertson, 551–52, pl. 176b. Dying Gaul: Pollitt, 85–92, figs. 85, 87; Robertson, 531, 533, pls. 167c, 168b. Dying and dead from small dedication: Pollitt, 90–94, figs. 89, 91–94; Robertson 530, pls. 168a, 170c.

27. Pollitt, Art, 72–74; Robertson, History, 519–20, pls. 163c, 164a.

28. Pollitt, Art, 17.

29. Neil Hopkinson, ed., A Hellenistic Anthology (Cambridge, 1988).

30. Robertson, History, 286–87, 345–46, pl. 940 (Procne); 287–88, 350, pl. 94d (Nike of Paeonius).

31. Motya, Museo Whitaker; V. Tusa, “Il giovane di Mozia,” in Archaische und klassische griechische Plastik 2:1–11, pls. 82–85. Both date and identification are disputed; but it seems to me likely that the garb marks the figure as a charioteer, and certain that it cannot have been carved much after the decade 470–60.

32. Parthenon Poseidon: F. Brommer, Die Skulpturen der Parthenon-Giebel (Mainz, 1963), pls. 103–6. Scopasian head from Tegea: e.g., Robertson, History, pl. 145. Pergamene altar slabs with comparable torsos and faces: e.g., ibid., pl. 170d; Pollitt, Art, 98 figs. 99–100.

33. Meeting of carved frieze with steps just visible: Pollitt, Art, 95 fig. 97; with steps well seen: E. Simon, Hesiod und Pergamon (Mainz, 1975), pl. 1.

34. B. Carpenter, The Sculpture of the Nike Temple Parapet (Harvard, 1929), pl. 1 (photo of slab), fig. 15 (drawing showing relation to steps).

SOURCE  © 1993 The Regents of the University of California

Posted in Books | Tagged , , , | Leave a comment

ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΕΣ ΚΑΙ ΤΥΠΙΚΑ ΤΩΝ ΕΚΛΕΚΤΩΝ ΚΟΕΝ

Το θρυλικό “Τάγμα των Τεκτόνων Ιπποτών Εκλεκτών Κοέν του Σύμπαντος” αποτελεί μία από τις σημαντικότερες παρουσίες στην ιστορία του Ευρωπαικού Εσωτερισμού. Θεουργοί και Πολεμιστές του Φωτός, οι Εκλεκτοί του Κοέν είχαν ως έργο τους να μάχονται καθημερινώς εναντίον των δυνάμεων του σκότους σε όλα τα επίπεδα.

Οι κατώτερες βαθμίδες του Μυσταγωγικού τους συστήματος δεν είχαν παρά έναν μόνον στόχο: να καταστήσουν τον μυούμενο ικανό να λάβει τη Μύηση των Reaux Croix, των Βασιλικών Σταυρών, και να αναλάβει τα καθήκοντα της πνευματικής του Ιπποσύνης.

Λίγα μυητικά Τάγματα στην ιστορία του Ευρωπαϊκού Εσωτερισμού καλύπτονται από τέτοιαν αχλή μυστηρίου όπως το «Τάγμα των Τεκτόνων Ιπποτών Εκλεκτών Κοέν του Σύμπαντος», που ίδρυσε γύρω στο 1758 ο δον Μαρτίνες ντε Πασκουάλλυ.

Κανένας όμως δεν περιβάλλεται από τέτοιαν ατμόσφαιρα σαγήνης, όπως εκείνη η στρατιά των Πολεμιστών του Φωτός, των Ιπποτών-Θεουργών, των οποίων τα έργα μαρτυρούν ακόμη και σήμερα την ζώσα πίστη, την βαθειά πνευματικότητα, την ανιδιοτελή αφιέρωση εκείνων των αόκνων εργατών του Μεγάλου Αποκαταστάτη. Ποιοι ήσαν οι «Εκλεκτοί Κοέν»;

Ποια ήταν η φύση του έργου τους; Καμία ιστορική μελέτη δεν θα μπορούσε να απαντήσει σ’ αυτά τα ερωτήματα καλύτερα από μία ανθολογία των ιδίων τους των κειμένων, τόσο των θεωρητικών, όσο και των πρακτικών. Μέσα λοιπόν από τα κείμενα που παρατίθενται στην παρούσα έκδοση – τα οποία για πρώτη φορά μεταφράζονται στην ελληνική γλώσσα – ο αναγνώστης θα έχει την ευκαιρία να γνωρίσει αρκετές όψεις της δοξασίας τους, αλλά και της πρακτικής τους. (. . .) (ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΡΟΛΟΓΟ ΤΗΣ ΕΚΔΟΣΗΣ)

Περιεχόμενα:

ΑΠΟ ΤΙΣ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΕΣ ΤΩΝ “ΕΚΛΕΚΤΩΝ ΚΟΕΝ”

Διδασκαλίες προς τους Ανθρώπους της Επιθυμίας για τους Ναούς των “Εκλεκτών Κοέν” – Instructions aux Hommes de Désir, ou Instructions pour les Temples des Élus Coën, , élevés à la plus grande Gloire de l’ Éternel,ou Cours de physique temporelle passive et de physique spirituelle éternelle.

Το “Ερυθρό Βιβλίο” ή Σημειωματάριο ενός νέου “Εκλεκτού Κοέν” υπό του Λουί Κλωντ ντε Σαιν Μαρτέν – LouisClaude de Saint Martin: Le Livre Rouge ou Carnet d’ un Élu Coën.

Επιλογή από την “Μυστική Διδασκαλία” των “Εκλεκτών Κοέν” – Louis Claude de Saint Martin: Instruction Secrète (extrait)

Διδασκαλία της Σοφίας, υπό του Λουί Κλωντ ντε Σαιν Μαρτέν – Louis Claude de Saint Martin: Instruction sur laSagesse

Ο Θεάνθρωπος (Μελέτη των δύο φύσεων), υπό του Ζαν Μπατίστ Βιλλερμόζ – Jean Baptist Willermoz: L’ Homme – Dieu (Traité des deux Natures)

Επιλογή από τα “Μαθήματα της Λυών” υπό των Λουί Κλωντ ντε Σαιν Μαρτέν, Ζαν Μπατίστ Βιλλερμόζ, Ζν Ζακ ντυ Ρουά ντ’ Ωτρίβ – Louis Claude de Saint Martin, Jean Baptist Willermoz, Jean Jacques du Roy d’ Hauterive: Les “Leçons de Lyon” (extrait)

Το μυστήριο της Αγίας Τριάδος, υπό του Λουί Κλωντ ντε Σαιν Μαρτέν – Louis Claude de Saint Martin: De l’ Esprit des Choses (extrait) – Prières aux Élus Cohens (extrair du BML ms. 5526)

Επιλογή από το “Πνεύμα των Πραγμάτων” του Λουί Κλωντ ντε Σαιν Μαρτέν – Louis Claude de Saint Martin: Office du Saint Esprit

ΑΠΟ ΤΑ ΤΥΠΙΚΑ ΤΩΝ “ΕΚΛΕΚΤΩΝ ΚΟΕΝ”

Προσευχές από την Σύνοψη των “Εκλεκτών Κοέν”

Οι πέντε Προσκυνήσεις

Τρεις Επικλήσεις

Ακολουθία του Αγίου Πνεύματος

Παράρτημα: Πίνακας των αριθμοσοφικών ιδιοτήτων των δέκα αριθμών υπό Θεοδούλου

pagan  https://www.tetraktys.gr/shop_cart.php

Posted in Books | Tagged , , , | Leave a comment