ΑΙ ΠΕΡΙ ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΟΥ IΔΕAI (II)

(SYNECHEIA APO 1/02/16)

Α’. II ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΙΣ ΚΑΙ ΤΑ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΡΕΥΜΑΤΑ ΚΑΤΑ ΤΟΝ 14ον ΚΑΙ 15ον ΑΙΩΝΑ

Ό κλονισμός, τον όποιον υπέστη τό Βυζαντινόν κράτος διά τής αλώ­ σεως τής Κώ­νσταντινουπόλεως υπό τής Δύσεως κατά τήν τετάρτην σταυ ροφορίαν (1204), είναι αισθητός καθόλον τον ύπόλοιπον βίον του. Ή άνάκτησις τής πρωτευούσης (1261) υπό του Μιχαήλ Η’ Παλαιολόγου καί αί έπιτυχίαι τών διαδόχων του δέν σημαίνουν πλήρη έπαναφοράν τής Αυτοκρατορίας είς τήν προτέραν της ίσχύν καί αίγλην. Τό πολιτικόν οικοδόμημα του Βυζαντίου έχει ήδη ύποστή ρωγμάς καί ή ολοσχερής κατάρρευσίς του επισπεύδεται διά τών πολιτικών γεγονότων, τά όποια επισυμβαίνουν πέριξ καί εντός αυτού.

celic1

image

celic2

image

celic3

αυτή λήγει μέ ήτταν του Σιγισμούνδου κατά τήν μάχην τής Νικοπόλεως (1396). Κατ* αυτόν τον τρόπον ή Κωνσταντινούπολις μένει υπό τήν πο- λιορκίαν τών Τούρκων καί οί κάτοικοι της διέρχονται ημέρας αγωνίας καί άγχους. Τούτο συνεχίζεται μ,έχρι τό 1402, όποτε ώς άπό μηχανής θεός διά τό Βυζάντιον εμφανίζονται είς τήν Μ. Άσίαν οί Μογγόλοι ύπό τον Τιμούρ ή Ταμερλάνον. Ό Βαγιαζήτ σπεύδει προς άναμέτρησιν, κατά δέ τήν αίματηράν μάχην, ή οποία συνήφθη τον Ίούλιον του 1402 παρά τήν “Αγκυραν, υφίσταται ολοσχερή ήτταν, συλλαμβάνεται ό ίδιος αιχμάλωτος καί αποθνήσκει. Ακολουθεί διά τούς Τούρκους μία περίοδος αλληλοσπαραγμού καί ερίδων μεταξύ τών υιών του Βαγιαζήτ ώς προς τήν κατάληψιν τής αρχής. Ή περίοδος αύτη συνεχίζεται μέχρι τό 1413, οπότε ό Μωάμεθ Α’ μένει μόνος κυρίαρχος είς τό Όθωμανικόν κράτος. Τά επόμενα έτη παρέρχονται έν ειρήνη καί φιλία. Μόνον τό 1422 έχομεν μίαν νέαν πο- λιορκίαν τής Κωνσταντινουπόλεο^ς άπό μέρους του Μουράτ Β’, διότι ό υιός του Μανουήλ Β’ Ιωάννης Η’, ό όποιος εϊχεν όρισθή συναυτοκράτωρ, ηθέλησε νά υποστήριξη ένα άπό τούς διεκδικητάς του οθωμανικού θρό­ νου. Οί Τούρκοι εστράφησαν καί κατά τής Θεσσαλονίκης χωρίς δμως έπιτυχίαν, ακολούθως δέ κατά τής Πελοποννήσου, δπου προέβησαν είς τήν καταστροφήν τών τειχών τού Ισθμού καί φρικτάς λεηλασίας. Τέ­ λος ό Μουράτ Β’, πιεζόμενος άπό . ” έπανάστασιν τού Τζινεήτ είς τήν Μ. Άσίαν, συνωμολόγησεν είρήνην μέ τό Βυζάντιον, τό όποιον ώς αντάλ­ λαγμα του παρεχώρησεν ώρισμένας πόλεις τής Θράκης καί ήναγκάσθη νά πληρώνη φόρους. Είς τό έξης ό κλοιός περί τήν Κο^νσταντινούπολιν καθίσταται άσφυ- κτικώτερος καί ή έπιβίωσίς της μάλλον προβληματική. Ό Vasiliev 1 παρατηρεί, δτι μετά τήν πολιορκίαν τού 1422 «ή πρωτεύουσα ζούσε μιά αξιοθρήνητη ζωή, περιμένοντας τριάντα χρόνια ανήσυχα τήν αναπόφευ­ κτη πτώσι της». Τό 1430 οί Τούρκοι καταλαμβάνουν τήν Θεσσαλονίκην καί τά Ιωάννινα, τό δέ 1431 καταστρέφουν καί πάλιν τά τείχη τού Ι ­ σθμού, τά όποια εϊχεν αρχίσει νά κτίζη έν τω μεταξύ ό Κωνσταντίνος, είς τών υιών τού Μανουήλ Β’. Καί πάλιν τό Βυζάντιον προσπαθεί νά εξασφάλιση βοήθειαν άπό τήν Δύσιν. Προς τον σκοπόν αυτόν ό Ιωάννης Η’ αποφασίζει νά λάβη μέρος καί ή * Ορθόδοξος Εκκλησία είς τήν σύνο- δον τής Φερράρας – Φλωρεντίας (1438-1442). Επειδή μάλιστα τήν ιδίαν έποχήν συνεχίζετο καί έτερα σύνοδος τών Ρωμαιοκαθολικών άπό άντιτιθεμένην παράταξιν είς τήν Βαοιλείαν τής Ελβετίας, ήλπισαν οί “Ελληνες, δτι αί διαπραγματεύσεις θά έγένοντο ίσως άπό θέσεως ισχύος,

celic4

χωρίς δηλαδή τήν ταπείνωσαν καί τον πειθαναγκασμόν τής ‘Ορθοδόξου Εκκλησίας. Ή υπογραφείσα ένωσις υπό τών περισσοτέρων ‘Ορθοδόξων αντιπροσώπων δέν γίνεται τελικώς δεκτή είς τό Βυζάντιον. Εκστρατεία τής Δύσεως προς σωτηρίαν τής Αυτοκρατορίας απολήγει είς ήτταν τών σταυροφόρων άπό τούς Τούρκους κατά τήν μάχην τής Βάρνας (1444). Ό Ιωάννης Η’ προσπαθεί καί επιτυγχάνει νά διατήρηση είρηνικάς τρό­ πον τινά σχέσεις μέ τον Σουλτάνον μέχρι τέλους τής βασιλείας του (1449). Ό διάδοχος του Κωνσταντίνος ΙΑ’ άνελθών είς τον θρόνον (1449) πα­ ραλαμβάνει έν κράτος, τού όποιου εδάφη είναι μόνον ή Κωνσταν­ τινούπολις, αί πλησιέστεραι προς αυτήν εκτάσεις αής Θράκης καί μέγα μέρος τής Πελοποννήσου ύπό τήν κυριαρχίαν τών αδελφών του. Πλήν όμως τής εδαφικής στενότητος μαστίζει τό κράτος στρατιωτική έξα- σθένησις, οικονομική έξαθλίο^σις, ηθική κατάπτωσις, πνευματική άπαιδευσία καί φοβερά δεισιδαιμονία. Ή άντιμετώπισις τού πανίσχυρου αντι­ πάλου, τού νεαρού Μωάμεθ Β’, ό όποιος εμμόνως επιδιώκει τήν κατάλη- ψιν τής Βασιλίδος, δέν είναι πλέον έκ τών πραγμάτων δυνατή. Βοήθεια άπό τήν Δύσιν δέν έρχεται καί ή τελευταία σκηνή τού δράματος, ή άλωσις τής Κωνσταντινουπόλεως, εκτυλίσσεται τήν νύκτα τής 29ης Μαΐου 1453. Ό Γεώργιος Γεμιστός ζή τά γεγονότα αυτά έκ τού σύνεγγυς καί συμμετέχει ενεργώς. Δι* αυτό βλέπομεν καί ό ϊδιος νά όμιλή περί τού πανταχόθεν άπειλούντος κινδύνου καί του κρισίμου τής καταστάσεως τόσον είς τό υπόμνημα του προς τον δεσπότην Θεόδωρον 1 : «τών δέ πραγμάτων ήμΐν έν μεγάλω κινδύνω φερομένων ώς αν πολλαχόθεν μέν ημών έπιβουλευομένων καί έκ γής καί έκ θαλάττης’ προσθείην δ’ αν Οτι καί οίκοθεν έκ τής χώρας ύπό τε βαρβάρων άμα καί ομοφύλων, μάλιστα δ* ύπό τών πλησιοχώρων τανύν τούτων βαρβάρων, ύφ’ ών καί τής άλλης επικρατείας τό πλείστον καί οίκειότατον περιηρήμεθα, οί, Παροπαμισά- δαι 2 μέν τό πάλαι όντες, ύπό δέ Αλεξάνδρου τού Φιλίππου καί τών

celic5

μετ’ εκείνου Ελλήνων έπιβουλευθέντες τε καί κρατηθέντες, πάρεργον τής ες ‘Ινδούς τότε παρόδου δίκας νυν ημάς ταύτας διά μακρού μέν, πολλα­ πλάσιας δέ τών ύπηργμένων είσπράττουσιν, “Ελληνας οντάς, καί νυν πολ- λαπλασίαν τήν δύναμιν κεκτημένοι ή ήμεΐς, τά έσχατα περί ημών βου- λευόμενοι εκάστοτε διατελούσιν», όσον καί είς ετέρας του συγγραφάς 1 . Πρός τήν θλιβεράν πολιτικήν κατάστασιν, τήν κυριαρχήσασαν είς τό Βυζάντιον κατά τόν τελευταΐον αιώνα, στενήν σχέσιν καί αιτιώδη συν- άφειαν έχουν καί τά πνευματικά ρεύματα καί αί ίδεολογικαί συγκρούσεις καί αντιθέσεις, αί συγκλονίσασαι εσωτερικώς τό κράτος. Χρονικώς πρώ­ τη καί ουσιαστικώς ή σφοδρότερα σύγκρουσις τής μελετωμένης περιό­ δου εΐναι ή τών Ήσυχαστών, τών ασκητών εκείνων, οί όποιοι, διαπνεόμε­ νοι βαθύτατα ύπό τών τάσεων τού μυστικισμού, έπεζήτουντήν μετά τού Θεού ένωσιν καί τήν προαπόλαυσιν τής μελλούσης μακαριότητος είς τόν παρόντα κόσμον. Εκλήθησαν Ήσυχασταί, διότι είς τόν μυστικισμόν των έπεκράτει ή κατά τό μάλλον ή ήττον διακρίνουσα αυτόν τάσις πρός ήσυχίαν καί άπραγμοσύνην.

celic6

(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)

ΤΟΥ Γ. ΠΛΗΘΩΝΟΣ ΓΕΜΙΣΤΟΥ

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

celic1-1. Πρβλ . έπ’ αύτοΰ τ ά ακόλουθα εργα έκ τη ς μή αναφερομένης εις τη ν αρχήν τ ή ς παρούσης μελέτης βιβλιογραφίας: Άμάντου Κ., Ιστορί α του Βυζαντινού Κρά ­ τους, τ. 2, Αθήνα ι 1947. Μ. Α. Andreeva, Zur Reise Manuels II. Palaeologos nach Westeuropa, BZ 34 (1934) 37 έξ . Banus y Comas C., Expedicion de Catalanes y Aragoneses en Oriente en principio del siglo XIV, Madrid 1929. P. Charanis, The strife among the Palaeologi and the Ottoman Turks, 1370-1402, Β 16 (1941) 286 έξ . J. Dräseke, Zu Johannes Kantakuzenos, BZ 9 (1900) 72 έξ . Η. A. Gibbons, The foundation of the Ottoman Empire, Oxford 1916. A. Heisenberg, Aus der Geschichte und Literatur der Palaiologenzeit, München 1920. N. Jorga, Histoire de la vie byzantine. Empire et civilisation, τ. 3, Bucharest 1934. Τον αύτοϋ, Latins et Grecs dOrient et l’etablissement des Turcs en Eu ­ rope (1342-1362), BZ 15 (1906) 179 έξ . Γ. Κορδάτου, Ακμ ή κα ί παρακμή του Βυζαντίου,’Αθήν α 1953. W. Miller, The Latins in the Levant. A history of Frankish Greece (1204-1566), London 1908. J. H. Mordtmann, Die erste Eroberung von Athen durch die Türken zu Ende des 14. Jahrhunderts, BNGJ, 4 (1923) 346 έξ . Ε. Pears, The destruction of the Greek Empire and the story of the Capture of Constantinople by the Turks, London-New Tork 1903. M. Silberschmidt, Das orientalische Problem zur Zeit der Entstehung des Türkischen Reiches nach venezianischen Quellen, Leipzig-Berlin 1923. Δ. Ζακυθηνοϋ, Ol Σλαΰοι έν Ελλάδι . Συμβολαίείς τή ν ίστορίαν του μεσαιωνικού Ελ ­ ληνισμού , Αθήνα ι 1945. Έ κ τή ς έν άρχή παρατεθείσης βιβλιογραφίας βλ. είδικώ- τερον : /. Μαμαλάκη, Γεώργιο ς Γεμιστός-Πλήθων , Αθήνα ι 1939, σ. 12 έξ . L. Brehier, Le monde byzantin: I. Vie et morte de Byzance, Paris 1969, σ.303 έ ξ . G. Ostrogorsky, Geschichte des Byz. Reiches, München3 1963, σ. 372 έξ . Ό Κ. Krumbacher, Ιστορί α τή ς βυζ . λογοτεχνίας, Αθήνα ι 1964, σ. 438, αναφέρε ι τ ή ν χαράκτ η ρ ιστική ν δι ά τή ν τελευταία ν ταύτη ν περίοδον του Βυζαντίου παροιμίαν : «ό κόσμος έποντίζετο κα ί ή έμή γυν ή έστολίζετο!» .

celic2- 1. Α. Ζακυθηνοϋ, Ίδεολογικα ί συγκρούσεις είς τή ν πολιορκουμένην ΚΠολιν , ΝΕσ 47 (1950) 794. Πρβλ . /. Μαμαλάκη, Ή επίδραση τώ ν συγχρόνων γεγονότων στις Ιδέες του Γεμιστού , σ. 498 έξ . /. Μαμαλάκη, Ό Γ. Γεμιστό ς έν Πελοπόννη­ σο), σ. 12: ή εποχή, καθ ‘ ήν εζησε ν ό Γεμιστό ς «ήτα ν δυστυχώς άπό τις πιό άσχη ­ μες, πού έχε ι ν ά παρουσίασ η ή ιστορία του (τ.έ. του Βυζαντίου)» . Καζάζη, Γεώργιο ς Γεμιστό ς Πλήθων κα ί ό κοινωνισμός κατ ά τή ν Άναγέννησιν , σ. 7: Ό Πλήθων έγεν – νήθη «έν τ η θλιβερωτάτ η περιόδω του βίου του ελληνικού γένους. Ή παλαι ά δόξα κατέπιπτε , τό προαιώνιον δένδρον έφυλλορρόει, ό ουρανός έζοφουτο, απαίσιο ι οιωνοί κακ ά προεμήνυον πανταχόθεν . Ή πρωτεύουσ α του άκρωτηριασθέντος ελληνικού κρά ­ τους δεινήν όσημέραι ύφίστατ ο πολιορκίαν . . . Ουδείς ό αμφιβάλλων , δτι ή κατά – ληψις. . .ήτ ο ζήτημ α χρόνου . . .» .

celic3-1. Μαμαλάκη, Ή επίδραση τώ ν συγχρόνων γεγονότων στις ιδέες του Γεμι­ στού , σ. 502. 2. Πρβλ . τούς λόγους του τελευταίου , Μανουήλ Β’ Παλ., Διάλογος, 2, έκδ. Ε . Trapp, Manuel II . Palaiologos Dialoge… (Wiener Byz . Studien Bd. 2), Wien 1966, σ. 18, 35-42: «’Ίσθι τοίνυν , ώς ολίγοι κομιδή μετειχον άν τή ς μακάριας ζωή ς κα ί τών έν παραδείσω καλών , είπερ ό Χριστό ς ακριβώς τών ήμΐ ν πεπραγμένων τ ά ς εύθύνας άπήτει’ αυτός γάρ καθεδεΐται πάντων κριτής δικαιότατος. “Ισμεν τοΰτο πάν υ καλώς · πνοή τ ε γάρ έστι κα ί ψυχή κα ί λόγος ζώντος Θεού καί έκ Παρθένου τε – χθείς, φυλάξα ς ταύτη ν κα ί μετ ά τόκον , ώς δη κα ί πρότερον ή ν. Άλλ ά τόν Μωάμε θ πλείστ α φιλών υπέρ τών έπταικότων παραιτούμενον αίσχυνθήσετα ι καί ού κ αποπέμψε ι τούτον κενόν ελπίδων* δθεν οί πάντε ς σχεδόν σωθήσονται , λέγω δή τούς ημετέρους» . Πρβλ . έπ’ αυτού Charanis, The strife among the Palaeologi. . ., σ. 309. 3. Πρβλ . Vasiliev, Ιστορία . . σ. 783 κα ί σημ . 147. Μαμαλάκη, Ή επί­ δραση . . ., σ. 503. Silberschmidt, Das orientalische Problem. . ., σ. 78 έξ . Ζα- κυθηνοϋ, Ίδεολογικα ί συγκρούσεις. . ., σ. 798.

celic4-1. Vasiliev, Ιστορία . . ., σ. 797.

celic5-1. Πλήθωνος, Συμβουλευτικός, 2 (PG, 160, 841-844Α). 2. Τοιουτοτρόπως καλε ί ό Γεμιστό ς τού ς Τούρκους* είναι δέ ούτοι κατ’ αυτόν τό έθνος εκείνο της Ασίας , τό όποιον κατώκε ι περί τόν Γίαροπαμισόν ποταμόν κα ί ήλθ ε ν ά έκδικηθή διά τά ς γενομένας ύπό τού Μεγάλου Αλεξάνδρο υ εναντίον του έπι- βουλάς. (Πλείονα περί τώ ν Παροπαμισαδών Ι’δε Hermann Α. , s. v., RE , τ. 36, σ τ. 1778). Ό Α. Ellissen, Analekten der mittel- und neugriechischen Literatur, τ. IV, 2, σ. 146, θεωρε ί τή ν έξήγησι ν αυτή ν τού Γεμιστο ύ άνεκτοτέραν έν συγ ­ κρίσε ι πρός τή ν έτέραν έκδοχήν, κατ ά τήν οποίαν οί Τούρκοι είναι απόγονοι τώ ν Τρω ­ ώ ν , τή ν άπαντώσα ν έπί παραδείγματι παρ ά Χαλκοκονδύλη, ‘ Αποδείξεις ιστοριών VIII, Bonnae 1843, σ. 403. Έ ξ άλλου ώς πρός τόν τόπον καταγωγή ς τώ ν Τούρκων ευρίσκεται ό Πλήθων αρκούντως πλησίον . Πάντως, ουδόλως συγχέε ι τούτου ς πρός τού ς Πέρσας ή τούς ταυτίζε ι μέ αυτούς, όταν λέγη , Οτι ήλθον νά λάβου ν έκδίκησιν ,ώς νομίζε ι ό Μαμαλάκης ( Ή επίδραση . . ., σ. 525, σημ . 3). Ό Γεμιστό ς έμελέτη – σεν δσον ουδείς άλλος κατ ά τή ν έποχήν του τή ν ίστορίαν κα ί γνωρίζε ι καλώς τή ν πα – ράδοσιν περί τώ ν Περσών κα ί του Ζωροάστρου . Τόν τελευταΐον έν ούδεμιοί περιπτώ­ σε ι θεωρε ί αύθεντίαν τών Τούρκων . Α ί περί αυτού γνώσεις του είναι έν πολλοίς α­ σφαλείς, άπορρέουσαι έκ τής κρατούσης μεταξ ύ τώ ν Ελλήνω ν παραδόσεως. Βλ . πλεί­ ονα Θ. Νικολάου, Ό Ζωροάστρη ς εις τό φιλοσοφικόν σύστημ α τού Γ. Γεμίστού – Πλήθωνος, ΕΕΒΣ 38 (1971) 339.

celic6-1. Πρβλ . Πλήθωνος, Προθεωρία (PG, 156, 177ACD). Του αύτοϋ, Επιστο ­ λ ή, Λάμπρου, Παλαιολόγεια κα ί Πελοποννησιακά, τ. 3, σ. 310. Του αύτοϋ, Είς Μα ­ νουήλ, 16 (PG , 160, 833Β): ό κοινός Ολεθρος είναι «έν ύπογυίω» . Του αύτοϋ, Μονωδία α’ (PG, 160, 949G): «τ ά δεινά προκεχώρηκ ε κα ί ώς έν μεγάλω κινδύνω τ ά ημέτε ­ ρα έστι» . Του αύτοϋ, Μονωδία β’ (PG, 160, 956Α): « . . .διάτα ς ύπό τώ ν βαρβά­ ρων πολιορκίας, δεινάς τ ε κα ί χαλεπά ς γεγονυίας’ κα ί μάλιστ α τή ν μετ’ ού πολ ύ τής αρχής τής βασιλέως, ότεπερ καί μακρότατ η κα ί δεινότατη τ ή πόλε ι ημώ ν ή πολιορ­ κ ί α έγεγόνει» . Ενταύθ α ό Πλήθων αναφέρετα ι είς τή ν ύπό τού Βαγιαζή τ γενομένη ν πολιορκίαν τή ς Κωνσταντινουπόλεως κατ ά τ ά έτη 1396-1402, κατ ά τή ν διάρκειαν τής οποίας ήτ ο κα ί ό ϊδιος είς τή ν Πόλι ν (πρβλ. Μαμαλάκη/Ή. επίδραση . . ., σ. 505). Περίσσότερον χαρακτηριστικ ή είνα ι ή περιγραφ ή του Ίωάν. Αργυροπούλου, Μονωδί α είς Ίωάννη ν Παλαιολόγον , Λάμπρου, ‘Αργυροπούλεια , σ. 2, «Ούτ ε γάρ ήμΐ ν έλπίς έτι παθει ν εύ , ούτω τώ ν πραγμάτων άπολωλότων . . . Νΰν πάντ α μέν πέπτωκ ε τ ά τών Ελλήνω ν σεμνά, έλπίς δ’ έξέπτ η ουδέ πίθου ύπό χείλεσι ν έμεινεν, Αιδώς δέ κα ί Νέμεσις προλιπόντ’ ανθρώπου ς είς “Ολυμπον ώχοντο . . .» . Πρβλ . κ α ί Γενναδίου του Σχολαρίου, Πρός Πλήθων α έπί τ ή πρός τό υπέρ Αατίνω ν βιβλίον αυτού απαντήσε ι ή κατ ά Ελλήνων , Petit, τ. 4, σ. 147, 9 έξ .

Posted in ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ | Tagged , , , , , | Leave a comment

ΑΔΕΛΦΟΙ ΣΥΝΕΛΛΗΝΕΣ ,ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΙ ΩΣ Ο ΚΟΡΑΗΣ ΔΕΟΝ ΩΣ ΜΕΤΑ ΣΕΒΑΣΜΟΥ ΤΟΠΟΘΕΤΟΥΝΤΑΙ ΕΝ ΤΑΙΣ ΚΑΡΔΙΑΙΣ ΗΜΩΝ (ΙIItel)

(ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΑΠΟ 14/10/2015)

«Δεύτερον (λέγει) ελευθερία είναι το να ημπορή να βάλη εις πράξιν τας της θελήσεώς του ορέξεις ο άνθρωπος ανεμποδίστως, η οποία είναι μία ανυποταξία». Eδώ ο νέος αυτός φιλόσοφος αντιλέγει φανερά αυτός εις εαυτόν, συγχέων την ελευθερίαν με την εις τους νόμους ανυποταξίαν. Eις την τοιαύτην ανυποταξίαν, ή μάλλον ειπείν αχαλίνωτον εξουσίαν και αναρχίαν, της ελευθερίας το όνομα είναι επίσης ανάρμοστον, καθώς και το όνομα της δεισιδαιμονίας εις την αληθινήν ευσέβειαν. Όπως αν ήναι το πράγμα, εις ποίαν από τας πολιτικάς διοικήσεις έχει μάλιστα χώραν αύτη η νομιζομένη ελευθερία; εις τας ελευθέρως άρα υπό των νόμων κυβερνωμένας δημοκρατίας, ή εις τας αυτογνώμονας ηγεμονίας και τυραννίας; Aς μας ειπή ο φιλόσοφος ούτος, αν ευρίσκεται ή ευρέθη πού ποτε καμμία δημοκρατία, αριστοκρατία, βασιλεία, ή και τυραννία οποιαδήποτε άλλη, όπου εχύθη τοσούτον αθώον αίμα, όσον έχυσαν μέχρι του νυν οι Tούρκοι· όπου επράχθησαν τοσαύται αρπαγαί, ληστείαι, καταδυναστείαι, γυναικών, παρθένων και παίδων βίαι, όσαι πράττονται κατά πάσαν ώραν εις την Ωθωμανικήν επικράτειαν, όχι μόνον από τον τύραννον αυτόν, αλλά και απ’ όλα τα ανδράποδα, όσα του τυράννου την αγριότητα με κολακείας ή δώρα ηξεύρουσι να απατώσι· όπου εφάνη ποτέ τοσαύτη αχαλίνωτος εξουσία, όσην βλέπομεν εις τους δυστυχείς τόπους της Tουρκίας.

Kατ’ αυτόν, «λέγεται τρίτον ελευθερία, το να ζη τινάς κατά τους θείους και ανθρωπίνους νόμους, τουτέστι το να ζη ελεύθερος από κάθε έλεγχον της συνειδήσεως, και από παιδείαν πολιτικήν». Eρωτώ πάλιν τον φιλόσοφον· είναι άρα ευκολώτερον εις τους Γραικούς το να φυλάττωσι τους ιερούς νόμους της θρησκείας των, απαντώσιν άρα ολιγώτερα κωλύματα εις το να πράττωσι τας θείας εντολάς, υποκάτω εις τον ζυγόν μιας τυραννίας, όπου και τα παραδείγματα της κακίας συνεχέστερα, και η ευκολία του να αποφύγη τις την πολιτικήν παιδείαν με το μέσον του χρυσίου είναι περισσοτέρα; Όσα κακά συκοφαντών αναιδώς προσάπτει εις τα νεωστί ελευθερωθέντα της Eυρώπης έθνη, ευρίσκονται πραγματικώς όλα εις την Tουρκικήν επικράτειαν. Eις αυτήν, και όχι εις τας ελευθέρως υπό των νόμων κυβερνωμένας πολιτείας, βασιλεύουσι τα πάθη· εις αυτήν υπερισχύει η αρπαγή· εις αυτήν ο δυνατός επικρατεί και καταβάλλει τον αδύνατον, ο πλούσιος τον πτωχόν, ο πανούργος τον απλούν: διότι ο δυνατός, ο πλούσιος και ο πανούργος έχουσι τον τρόπον να χορτάσωσι ή και να απατήσωσι την απληστίαν των τυράννων, δια να φύγωσι την οφειλομένην εις τας κακίας των ποινήν. Aν κατ’ αρχάς της νυν πολιτικής μεταβολής των Eυρωπαίων, εκυρίευσαν προς μικρόν τα πάθη, ήτον και αυτό αποτέλεσμα ενός τυράννου· ο οποίος κυβερνήσας με ράβδον σιδηράν εις δεκαοκτώ μηνών διάστημα την Γαλλίαν, έδειξε μάλιστα με τούτο, ότι μόνον ασφαλές πολίτευμα είναι εκείνο, εις το οποίον οι νόμοι μόνοι δεσπόζουσι με απροσωπόληπτον ισότητα επάνω εις όλους, και όχι αι θελήσεις των κατά μέρος πολιτών.

Eις το τοιούτον μόνον πολίτευμα έχει χώραν η αληθής ελευθερία· η οποία άλλο δεν είναι πλην «η εξουσία την οποίαν έχει πας ένας πολίτης να πράττη όσα οι νόμοι δεν εμποδίζουσιν», ήγουν να πράττη όχι ό,τι θέλει, αλλ’ ό,τι ηθέλησε την πρώτην φοράν, οπόταν ενώθη με τους συμπολίτας του εις μίαν πολιτικήν κοινωνίαν. Kαι επειδή άλλο δεν είναι ο νόμος, πλην «η κοινή θέλησις διαφόρων ανθρώπων συνελθόντων προσωπικώς, ή δια τοποτηρητών, με σκοπόν του να συστήσωσι πολιτείαν» φανερόν είναι, ότι ποτέ δεν συνηθροίσθησαν οι άνθρωποι δια να πωλήσωσι προς αλλήλους έκαστος την ιδίαν αυτού ελευθερίαν, δια να συγκατανεύσωσιν εις το να αδικώσι και να φονεύωσιν ακωλύτως αλλήλους, αλλά δια να εμποδίσωσι με τον φόβον των ποινών όσα έργα έκριναν βλαβερά εις την πολιτικήν κοινωνίαν. Kαι εκ ταύτης της ομογνώμου πάντων θελήσεως έπεται, ότι οσάκις παραβαίνει τον νόμον ο κατά μέρος πολίτης, κολάζεται δικαίως, διότι πράττει ό,τι θέλει μόνος αυτός, και όχι εκείνο, το οποίον ηθέλησε κοινώς με τους συμπολίτας του εις τον καιρόν του πολιτικού συναλλάγματος.

Mην αρκούμενος εις το να θεολογήση κακοφρόνως, και να φιλοσοφήση παντάπασιν αφρόνως, ηθέλησεν ο ψευδώνυμος συγγραφεύς εις το τέλος του βιβλιαρίου, να μας δείξη ότι είναι και Ποιητής. Aναλαμβάνων και πάλιν την υπεράσπισιν των αγαπητών αυτού Tούρκων, μας συμβουλεύει την εις αυτούς άλογον υποταγήν, δια στίχων μιας νέας Mούσης τόσον γλυκείας, ώστε παρ’ ολίγον αναγινώσκων αυτούς ενεκρώθην από την ηδονήν. Eις αυτόν προσφυέστερον αρμόζουσιν όσα έλεγεν ο Aριστοφάνης περί του Kλεοφώντος:

εφ’ ού
δη χείλεσιν αμφιλάλοις
δεινόν επιβρέμεται
Θρηκία χελιδών,
επί βάρβαρον εζομένη πέταλον.

(Bατρ. στίχ. 678)

Kαι σημείωσαι, ότι εις την Θράκην διατρίβων συνέγραψε το θαυμάσιον τούτο πόνημα ο θαυμαστός συγγραφεύς. Δια να μας αποδείξη ότι η μοναρχία, και αν ήθελεν ήναι τυραννική, είναι όμως αιρετωτέρα παρά την Δημοκρατίαν, φέρει παράδειγμα τους ναύτας λέγων ότι: «Oι ναύται υποτάσσονται σ’ ένα καραβοκύρην», χωρίς να συλλογισθή ο ευφυέστατος και γλυκύτατος ποιητής, ότι αληθώς:

Oι ναύται υποτάσσονται ‘ς ένα καραβοκύρην,
Eν όσω κυβερνά καλώς τους ναύτας και το πλοίον·
Aλλ’ όταν τους της ναυτικής κανόνας δεν ηξεύρη,
Όταν ατάκτως κυβερνά, μεθοκοπή ‘ς την ζάλην,
K’ αντί του να τους ευοδοί εις ασφαλή λιμένα,
Tυραννικώς αυτός ζητή τους σύμπαντας να πνίξη·
Tότε συμφώνως άπαντες ‘πισθάγκωνα τον δένουν,
Kαι το πηδάλιον ευθύς δίδουν εις άλλου χείρας.

Σιωπώ τα άλλα ανόητα παραδείγματα, όσα φέρει από τα άλογα ζώα ο άλογος ούτος ποιητής· σιωπώ την φρικτήν βλασφημίαν, την οποίαν εξερεύγεται, ονομάζων τον Σουλτάνον «Πρύτανιν των αγαθών», το οποίον όνομα εις μόνον τον Θεόν αποδίδουσιν οι χριστιανοί· παρατρέχω μύρια άλλα, με τα οποία εύκολον είναι να επιστομίση τις τον φιλότουρκον συγγραφέα: και τούτο δια να μη φανώ και εγώ μωρός, ως αυτός, σπουδάζων να ανατρέψω με λόγους μακρούς, φρονήματα των οποίων η μόνη ανάγνωσις είναι ικανή να δείξη την αλογίαν· «Σκαιοίσι μεν γαρ καινά προσφέρων σοφά,Δόξεις αχρείος, κ’ ου σοφός πεφυκέναι», καθώς λέγει ο Eυριπίδης (Mηδ. στίχ. 298-299).

Έν μόνον έτι λέγω, έπειτα δίδω τέλος εις την μακράν ταύτην αντίρρησιν, την οποίαν έγραψα περισσότερον δια να δικαιώσω τους Γραικούς ενώπιον εκείνων, όσοι τους διαβάλλουσιν ως ανδράποδα, παρά να στηλιτεύσω τον ανδραποδώδη και ανάξιον του Eλληνικού ονόματος συγγραφέα της Πατρικής Διδασκαλίας. O Aπόστολος Παύλος, αφ’ ού αλληγορικώς προσήρμοσεν εις την Nέαν και Παλαιάν Διαθήκην, τους δύο του Aβραάμ υιούς, τον Iσαάκ γεννηθέντα εκ της ελευθέρας Σάρρας, και τον Iσμαήλ εκ της δούλης Άγαρ, εκ της οποίας κατάγονται οι τύραννοι των Γραικών Aγαρηνοί, ωσάν να επρόβλεπε την τυραννίαν και τους βδελυρούς υπερασπιστάς και κόλακας των Tούρκων, μας παραγγέλλει ρητώς να φεύγωμεν τον ζυγόν της δουλείας, να μακρυνώμεθα, όσον είναι δυνατόν, ημείς τα τέκνα της ελευθέρας από των τέκνων της Άγαρ· «άρα, αδελφοί, ουκ εσμέν παιδίσκης τέκνα, αλλά της ελευθέρας. Tη ελευθερία ουν, η Xριστός ημάς ηλευθέρωσε, στήκετε, και μη πάλιν ζυγώ δουλείας ενέχεσθε» (Γαλάτ. δ. 31. ε. 1.).

Δεν είναι κανείς νομίζω όστις, αφ’ ού μετά προσοχής εξετάση όσα μέχρι του νυν είπα, δεν ήθελεν αδιστάκτως πληροφορηθή, ως εγώ, ότι της Πατρικής Διδασκαλίας ο συγγραφεύς είναι άσπονδός τις εχθρός της θρησκείας και του ονόματος των Γραικών, φίλος πιστός των Ωθωμανών, του Πάπα, πάντων των παρελθόντων, των παρόντων και μελλόντων τυράννων του ανθρωπίνου γένους, και όχι βέβαια ο Mακαριώτατος Πατριάρχης των Iεροσολύμων, του οποίου το σεβάσμιον όνομα ψευδωνύμως ετόλμησε να επιγράψη εις το μωρόν αυτού συγγραμμάτιον.

TELOC

* Aυτή επιγράφεται ούτως· «Διδασκαλία Πατρική, συντεθείσα παρά του Mακαριωτάτου Πατριάρχου της αγίας πόλεως Iερουσαλήμ Kυρ Aνθίμου, εις ωφέλειαν των ορθοδόξων χριστιανών· νυν πρώτον τυπωθείσα δι’ ιδίας δαπάνης του παναγίου τάφου, εν Kωνσταντινουπόλει, παρά τω τυπογράφω Πογώς Iωάννου εξ Aρμενίου».

ΠΗΓΗ  pare-dose.net

Posted in Ideologic matters | Tagged , , , | Leave a comment

PYTHAGOREAN QUOTES ARE ESSENTIAL FOR THE SPIRITUAL EVOLUTION (b)

(being continued  from 13/10/15)

[1] FRAGMENTS FROM THE DOXOGRAPHERS

i. 9; Dox.307 The followers of Thales and Pythagoras and the Stoics held that matter is variable and changeable and transformable and is in state of flux, the whole through the whole. [p.308]

i10; Dox.309 Pythagoras asserted that the so-called forms and ideas exist in numbers and their harmonies, and in what are geometrical objects, apart from bodies. [p.309]

i.20; Dox.318 Pythagoras said that time is the sphere which surrounds the world.

i.21; Dox.318 Pythagoras, Plato: Motion is a certain otherness or difference in matter.

ii.6; Dox.334 Pythagoras: The universe is made from five solid figures which are also called mathematical; of these he says that earth has risen from the cube, fire from the pyramid, air from the octahedron, and water from the icosahedron,and the sphere of the All from the dodecahedron.

ii.22; Dox.352 The Pythagoreans: the sun is spherical.

ii.5. Dox.357. Pythagoras: The moon is a mirror-like body. [p.309]

Aetius, Plac. iv. 2; Dox. 386. Pythagoras holds that number moves itself, and he takes number as an equivalent for intelligence. [p.310]

iv.14;Dox.405 The followers of Pythagoras and of the mathematicians on reflections of vision: for vision moves directly as it were against the bronze (of a mirror) and meeting with a firm, smooth surface, it is turned and bent back on itself meeting some such experience as when the arm is extended and then bent back at the shoulder. [p.311]

v.4;Dox 417 Pythagoras, Plato, Aristotle: The power of seed is immaterial, like intelligence, the moving power, but the matter that is poured forth is material. [p.311]

Hippol., Phil,. 2. Dox. 355 ….[ According to Pythagoras]… Number is the first principle, a thing which is undefined, incomprehensible, having in itself all numbers which could reach infinity in amount. And the first principle of numbers is in substance the first Monad, which is a male monad, begetting as a father all other numbers. Secondly, the Dyad is a female number, and the same is called by the arithmeticians even. Thirdly, the Triad is a male number; this the arithmeticians have been wont to call odd. Finally, the Tetrad is a female number, and the same is called even because it is female. …. Pythagoras said this sacred Tektractys is: `the spring having the roots of ever-flowing nature.’
…. the four parts of the Decad, this perfect number, are called number, monad, power and cube. And the interweavings and minglings of these in the origin of growth are what naturally completes nascent number; for when a power of a power; and a cube is multiplied on a cube, it is the power of a cube; and when a cube is multiplied on a cube, the cube of a cube; thus all numbers, from which arise the genesis of what arises, are seven: number, monad, power, cube, power of a power, power of a cube, and cube of a cube. [p.312]

[Contact with Zoroaster] …and he says the universe exists in accordance with musical harmony, so the sun also makes an harmonious period. And concerning the things that arise from the earth and the universe they say Zaratas spoke as follows: ` There are two divinities, one of the heavens and the other of the earth; the one of earth produces things from the earth, and it is water; and the divinity of the heavens is fire with a portion of air, warm, and cold; wherefore he says that none of these things will destroy or even pollute the soul, for these are the essence of all things. [p.313]

Pythagoras perished in a conflagation with his disciples in Croton in Italy. And it was the custom when one became a disciple to burn one’s property and leave one’s money under a seal with Pythagoras, and one remained in silence sometimes three years, and sometimes five years, and studied.

[Other Contacts] ..and immediately on being released from this one mingled with the others and continued as a disciple and made one’s home with them; otherwise one took one’s money and was sent off. The esoteric class were called Pythagoreans, and the others Pythagoristians. And those disciples who escaped the conflagation were Lysis and Archippus and Zalmoxis the slave of Pythagoras who is said to have taught the Pythagorean philosophy to the Druids among the Celts. It is said that Pythagoras learned numbers and measures from the Egyptians. [p.313]


[2] THE FRAGMENTS OF PHILOLAUS

1. (Stobaeus, 21. 7; Diogenes Laertius, 8. 85). The world’s nature is a harmonious compound of Limited and Unlimited elements; similar is the totality of the world in itself, and of all it contains. [p. 168]

4 (Nicomachus, Arith. Intr., 2. 509) . …. it would not be possible that any of the things that exist and that are known to us, should arrive to our knowledge if this Being was not the internal foundation of principles of which the world was founded – that is, of the Limited and Unlimited elements. Now since these principles are not mutually similar, nor of similar nature, it would be impossible that the order of the world should have been formed by them in any manner whatever unless harmony had intervened. Of course, the things that were similar, and of similar nature, did not need harmony; but the dissimilar things, which have neither a similar nature, nor an equivalent function. must be organized by harmony, if they are to take their place in the connected totality of the world.

5 The extent of the Harmony [octave] is a fourth, plus a fifth. The fifth is greater than the fourth by 8:9, for from the lowest string to the second lowest there is a fourth; and from to the higher a fifth; but from this to the next, or third string, a fourth; and from this third string to the lowest, a fifth. The interval between the second lowest and the third [from the bottom] is 8:9 [a tone]; the interval of the fourth is 3:4, that of the fifth, 2:3, that of the octave, 1:2. Thus the Harmony contains five whole tones plus two semitones; the fifth, three tones, plus one semitone; the fourth, two wholes, plus one semitone. [p.168]

6 (Boethius, De. Inst. Mus., 3.5). Nevertheless, the Pythagorean Philolaus has tried to divide the tone otherwise; his tone’s starting-point is the first uneven number which forms a cube, and you know that the first uneven number was an object of veneration among these Pythagoreans. Now the first odd number is three; thrice three is nine, and nine times three is 27, which differs from the number 24 by the interval of one tone, and differs from it by this very number 3. Indeed, 3 is one eighth of 24, and this eighth part. of 24, added to 24 itself. produces 27, the cube of 3. Philolaus divides this number 27 in two parts, the one greater than half, which he calls apotome, the other one smaller than half he calls sharp, but which latterly has become known as a minor half-tone. He supposes that this sharp contain thirteen unities, because 13 is the difference between 256 and 243, and that this same number is the sum of 9, 3, and unity, in which unity plays the part of the point, 3 the odd first line, and 9 of the first odd square. After having, for these reasons, expressed by 13 the sharp, which is called a semitone, out of 14 unities he forms the other part of the number 27, which he calls apotome, and as the difference between 13 and 14 is the unity, he insists that the unity forms a comma, and that 27 unities form an entire tone.

7 (Boethius. De. Inst. Mus., 3. 8). These are the definitions that Philolaus has given of these intervals, and of still smaller intervals. The comma, says he, in the interval whose eight-ninths relation exceeds the sum of two sharps, namely, the sum of two semitones. The schisma is half the comma, the diaschisma is half the sharp, namely, of the minor semitone.

8 (Claudanus Mamertus, De Statu Animæ, 2. 3). Before treating of the substance of the soul, Philolaus, according to geometrical principles, treats of music, arithmetic, measures, weights, and numbers, insisting that these are the principles which support the existence of the universe. [p. 169]

9 (Nicomachus, Arithm. Intr., 2. p. 72). Some, in this following Philolaus, think that this kind of proportion is called harmonic, because it has the greatest analogy with what is called geometrical harmony; which is the cube, because all its dimensions are mutually equal, and consequently in perfect harmony. Indeed this proportion is revealed in all kinds of cubes which always have 12 sides, 8 angles, and 6 surfaces. [p.169]

B. (Cassidorus, Exp. in Ps., p. 36). The number 8, which the arithmeticians call the first actual cube, has been given by the Pythagorean Philolaus the name of geometrical harmony, because he thinks he recognizes in it all the harmonic relations. [p. 169]

10 A. (Stobæus, Eclog. Physic., 1. 15. 7. p.360). The world is single and it came into be being from the center outwards. Starting from this center, the top is entirely identical to the base; still you might say that what is above the center is opposed to what is below it; for the base, lowest point would be the center, as for the top, the highest point would still be the center; and likewise for other parts; in fact, in respect to the center, each one of the opposite points is identical, unless the whole be moved.

B. (Stobæus, Eclog. Physic., 1. 21. 1. p.468). The prime composite, the One placed in the center of the sphere, is called Hestia. [p.170]

(to be continued)

http://www.spirasolaris.ca/

Posted in Ideologic matters | Tagged , , , | Leave a comment

ΚΑΛΕΣΜΑ ΜΑΤΡΙΩΤΙΚΟΝ,ΠΑΤΡΙΩΤΙΚΟΝ,ΑΥΤΟΝΟΜΟΝ , ΠΡΟΣ ΓΕΝΙΚΗΝ ΕΙΡΗΝΙΚΗ ΣΥΣΤΡΑΤΕΥΣΙΝ ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ-Απομνημονεύματα Μακρυγιάννη (IE)

(ΣΥΝΕΧΕΙΑ  ΑΠΟ  20/09/15)

ΑΔΕΛΦΟΙ  ΑΝΑ ΤΗΝ ΓΡΑΙΑΝ ,ΕΧΟΝΤΕΣ ΖΗΛΟΝ  ΠΕΡΙ  ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ,ΧΑΙΡΕΣΘΑΙ,

OYDEN   ΕΧΕΙ ΑΛΛΑΞΕΙ,ΔΙΑ ΤΟΥΤΟ ΕΜΜΕΝΩΜΕΝ ΕΣ ΤΑΣ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΑΣ ΘΕΣΕΙΣ ΗΜΩΝ,ΩΣ ΤΟΥΤΑΙ ΕΚΦΡΑΖΟΝΤΑΙ ΕΣ ΤΑ ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΥΤΟΥ ΤΟΥ ΙΣΤΟΤΟΠΟΥ,ΜΕ ΚΥΡΙΑ ΤΟΥΤΗ  ΤΗΣ ΣΥΓΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ ΤΩΝ ΟΛΙΓΑΡΧΙΚΩΝ,ΥΠΟ ΤΗΝ ΔΟΤΗΝ ΟΝΟΜΑΣΙΑΝ

“ΚΥΒΕΡΝΗΣΙΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΣΩΤΗΡΙΑΣ”

ΚΑΘΩΣ ΕΠΙΣΗΣ ΣΤΕΚΟΜΕΘΑ ΜΕΤΑ ΠΡΟΣΟΧΗΣ ΕΣ ΤΗΝ ΣΥΝΕΧΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΙΝ ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ,ΑΠΟ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΕΝΤΡΥΦΥΣΑΝΤΑΣ ΕΣ ΤΗΝ ΠΑΙΔΕΙΑ,ΓΝΩΣΙΝ ΚΑΤΑ ΘΕΩΡΙΑΝ ΚΑΙ ΠΡΑΞΙΝ ΤΟΥ ΔΥΣΚΟΛΟΥ ΒΙΟΥ(ΒΙΟ-ΠΑΛΑΙΣΤΑΙ),ΜΕΤΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗΣ ΘΕΩΡΗΣΕΩΣ.

https://spacezilotes.wordpress.com/2012/05/15/t-2/

ΤΟ ΔΥΤΙΚΟΝ ΜΕΤΩΠΟΝ ΒΑΙΝΕΙ ΕΝΙΣΧΥΟΜΕΝΟΝ ΚΑΘΟΤΙ ,ΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΑΙ ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ ΗΜΩΝ ,ΔΕΙΚΝΥΟΥΣΙΝ ΤΟΝ ΔΡΟΜΟΝ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΑΡΑ ΓΕ,

ΤΗΣ ΕΥΜΑΡΕΙΑΣ-ΠΡΟΟΔΟΥ-ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

ΤΟ ΑΝΑΤΟΛΙΚΟΝ ΜΕΤΩΠΟΝ ΔΕΙΚΝΥΕΙ ΑΝΗΣΥΧΟΝ,ΛΟΓΩ ΑΠΟΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΥ,ΚΑΙ ΚΑΘΥΣΤΕΡΕΙ ΩΣ ΕΝΙΣΧΥΕΙ ΠΡΑΚΤΙΚΩΣ ΤΑΣ ΗΜΕΤΕΡΑΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ.

ΕΥΧΑΡΙΣΤΩΜΕΝ  ΔΙ’ΑΓΑΠΗΝ ,ΣΤΗΡΙΞΙΝ  ΤΕ

α.χ.

Βιβλίον Γ´, Κεφάλαιον πρῶτον

Σήμερα ξαναγεννιέται ἡ πατρίδα κι᾿ ἀναστένεται, ὁποῦ ἦταν τόσον καιρὸ χαμένη καὶ σβυσμένη. Σήμερα ἀναστένονται οἱ ἀγωνισταί, πολιτικοί, θρησκευτικοὶ καὶ στρατιωτικοί, ὅτι ἦρθε ὁ Βασιλέας μας, ὁποῦ ἀποχτήσαμεν μὲ τὴν δύναμη τοῦ Θεοῦ. Δόξα νά ῾χη τὸ πανάγαθό σου ὄνομα, Κύριε, παντοδύναμε, πολυέλεγε, πολυέσπλαχνε! Τὰ 1833 Γεναρίου 18 ἄραξε εἰς τ᾿ Ἀνάπλι. Τῆς 20 τοῦ μηνὸς ἦρθε εἰς τὸ σπίτι μου ὁ γκενερὰλ Ἁγιντὲκ κ᾿ ἔμεινε ὡς παλιὸς φίλος μου καὶ μοῦ εἶπε τῆς ἀρετὲς ὁποῦ ῾χει ὁ Βασιλέας καὶ θὰ σωθοῦνε τὰ δεινά μας, ὅτι θ᾿ ἀνθίσουνε οἱ ἀγῶνες κάθε πατριώτη κι᾿ ἀγωνιστῆ. Εἰς τῆς 25 ἐβῆκε ὁ Βασιλέας μὲ μεγάλη παράταξη. Τὸν δεχτήκαμεν· πῆγε εἰς τὴν ἐκκλησία κι᾿ ἀπὸ ῾κεῖ εἰς τὸ Σαράγι. Στάθηκε εἰς τὸν θρόνον· γυροβολιὰ εἰς τὸ δεξιόν του ὁ Ἀρμασμπέρης καὶ εἰς τὸ ἀριστερὸν οἱ ἄλλοι, τὰ μέλη τῆς Ἀντιβασιλείας κι᾿ ὅλοι οἱ σημαντικοὶ Ἕλληνες. Λέγει ὁ Βασιλέας σὲ ὅλους· «Ἕλληνες! Σὲ τούτη τὴν τρυφερή μου ἡλικίαν ἔφυγα ἀπὸ τῆς μητρός μου καὶ πατρός μου τῆς ἀγκάλες καὶ ἦρθα ν᾿ ἀγωνιστῶ μ᾿ ἐσᾶς τοὺς γενναίους Ἕλληνες. Δὲν ἐπιθυμῶ ἄλλο τίποτας ἀπὸ σᾶς· ὁμόνοιαν ἀναμεταξύ σας καὶ ὑποταγὴ – καὶ θέλω σας εὐτυχήσῃ». Δὲν τὸ ῾καμεν κανένας τὴν ἀπάντησιν. Τότε τοῦ λέγω ἐγὼ· «Θεία χάρη θέλησε νὰ μᾶς δυναμώση καὶ νὰ μᾶς σώση ἀπὸ τὴν τυραγνίαν τοῦ Σουλτάνου καὶ σήμερα ἀξιωθήκαμεν ν᾿ ἀπολάψωμεν τὸν Βασιλέα μας. Ἐμεῖς ἔχομεν χρέος νὰ σὲ ἀκοῦμεν καὶ νὰ σὲ φυλάμεν μὲ τὴν ζωή μας, καὶ ἡ Μεγαλειότη σου βάλε τὴν δικαιοσύνη σου εἰς τὰ δεινά μας. Ζήτω ὁ Βασιλέας καὶ οἱ εὐεργέτες μας Δύναμες!» Καὶ φύγαμεν. Τότε τὰ μέλη τῆς Ἀντιβασιλείας κι᾿ ὁ Βασιλέας ρώτησαν τὸν Ἁγιντὲκ ποιὸς ἦταν ἐκεῖνος ὁποῦ ἀπάντησε εἰς τὸν λόγον του. Καὶ εἶπε τ᾿ ὄνομά μου καὶ μίλησε ὡς φίλος μου εἰς τὴν Μεγαλειότη του κι᾿ Ἀντιβασιλείαν. Ἔρχεται εἰς τὸ σπίτι μου ὁ γκενερὰλ Ἁγιντὲκ καὶ μοῦ λέγει ὅλα αὐτά· καὶ μοῦ λέγει· «Εἶμαι ἀποστελμένος ἀπὸ τὸν Βασιλέα – τί χάρη ζητᾶς νὰ σοῦ δοθῆ;» Μπαυαρέζικη χοντροκομμένη δολερὴ πολιτική! Μία αὐτείνη. Ὅταν πρωτοῆρθε εἰς τὸ σπίτι μου ὁ φίλος μου γκενερὰλ Ἁγιντὲκ μὲ ρώτησε νὰ μάθῃ τί κάνω. «Τώρα, τοῦ λέγω, ὁ ἀγώνας τελείωσε καὶ δουλειὰ δὲν ἔχω. Παιδιὰ μαστορεύω καὶ φκειάνω· ἔχω καμπόσα καὶ τὸ σακκὶ εἶναι γιομάτο καὶ γλήγορα θ᾿ ἀδειάση. Μοῦ λέγει, νὰ μοῦ δώσης τὸ παιδὶ νὰ τὸ βαφτίσω ἐγώ. – Τοῦ λέγω, σὰν γεννηθῆ εἶναι δικό σου». Πρῶτα γενήκαμεν μ᾿ αὐτὸν κουμπάροι καὶ δεύτερα μὲ ρωτάγει τί χάρη ζητῶ ἀπὸ τὸν Βασιλέα. Τοῦ λέγω· «Καμμίαν χάρη ἀτομικὴ δὲν θέλω· ὅτι διὰ τῆς θυσίες τῶν ἀγωνιστῶν – ὁ Θεὸς τοὺς βράβεψε· καὶ γενικῶς οἱ ἀγῶνες τῶν Ἑλλήνων ἄνθισαν κι᾿ ὅλον τὸν καρπὸ τοῦ ἀγώνα μας θὰ τὸν χαροῦμεν μαζί. Ὅτι μαζὶ ἀγωνιστήκαμεν καὶ τὰ βραβεῖα μαζὶ πρέπει νὰ τ᾿ ἀπολάψωμεν». Μὲ βιάζει νὰ εἰπῶ τί καλὸ ζητῶ ἐγώ. Τοῦ εἶπα τί ζητῶ κ᾿ ἐγὼ· «Ζητῶ νὰ ἔχετε ὁμόνοιαν ἀναμεταξύ σας ἐσεῖς οἱ μεγάλοι καὶ σοφοὶ ἄντρες τῆς Μπαυαρίας, ὁποῦ ἀξιωθήκαμεν νὰ μᾶς κυβερνήσετε ὅσο νὰ ἠλικιωθῆ ὁ Βασιλέας μας νὰ μᾶς κυβερνήσῃ· ἐσεῖς νά ῾χετε ἀρετὴ κι᾿ ἀπὸ αὐτείνη νὰ δώσετε καὶ τοῦ Βασιλέως· κι᾿ ὅταν θὰ κολλήσῃ εἰς τὸν θρόνον νὰ ῾βρη τὸν ἴδιον δρόμον. Καὶ μίαν ἄλλη χάρη θέλω· δι᾿ ἀγωνιστᾶς ὁποῦ θὰ θελήσετε ν᾿ ἀνταμείψετε νὰ σᾶς φκειάσω κ᾿ ἐγὼ ἕναν κατάλογον, καὶ διὰ ὅσους θὰ σημειώσω δίνω ἐγγύγηση μὲ τὴν ζωή μου εἰς τὴν ῾λικρίνειάν τους – νὰ βάλετε τίμιους ἀνθρώπους νὰ σᾶς βοηθήσουν ῾λικρινώς, ν᾿ ἀλαφρωθοῦνε τὰ δεινά μας». Μὲ μεγάλη εὐκαρίστηση δέχτη αὐτὸ ἡ Γενναιότη τοῦ κ᾿ ἔφυγε. Τὸν ἔφκειασα τὸν κατάλογον καὶ τὸν ἔδωσα, παρουσιάζοντας καὶ εἰς τοὺς ἄλλους τοὺς συντρόφους του.

Ἔκαμαν ἕνα μπάλλο οἱ πολίτες τ᾿ Ἀναπλιοῦ· συνεισφέραμεν ὅλοι καὶ προσκαλέσαμεν τὸν Βασιλέα κι᾿ Ἀντιβασιλεία, Ἀντιπρέσβες καὶ Ναυάρχους κι᾿ ἄλλους σημαντικοὺς ξένους. Οἱ πολίτες εἶχαν μὲ τί τάξη νὰ γένωνται ὅλα εἰς τὸ μπάλλο καὶ νὰ γένῃ κ᾿ ἕνας χορὸς Ἑλληνικὸς καὶ νὰ τὸν πρωτοσύρω ἐγώ. Μπῆκα καὶ τὸν πρωτόσυρα. Τότε μ᾿ ἔπιασαν πολλοὶ ἀπὸ τὸ χέρι καὶ μὲ συχαργιάστηκαν. Μὲ πιάνει κι᾿ ὁ γκενερὰλ Ἁγιντὲκ καὶ μοῦ λέγει ὅτ᾿ εἶμαι τὸ πρῶτο τάμα. Τὴν αὐγὴ μὲ πῆρε εἰς τὸ κονάκι του καὶ μοῦ λέγει· «Τὸ παιδί σου θὰ τὸ βαφτίσῃ ὁ ἴδιος ὁ Βασιλέας» – μου τὸ ζήτησε κι᾿ ὁ μόνος εἶμαι εἰς τὴν βασιλικὴ εὔνοιαν καὶ τῆς Ὑψηλῆς Ἀντιβασιλείας. Μὲ διόρισαν πρώτον ταματάρχη – θὰ γένουν δέκα τάματα κι᾿ ὁ πρῶτος νὰ εἶμαι ἐγώ, νά ῾χω ὑποταματάρχηδες τὸν Γιαννάκη Κότζικα, γαμπρὸ τοῦ Τρικούπη, καὶ τὸν Θανασούλα, ἀνιψιὸ τοῦ Βαλτηνοῦ, καὶ λοχαγοὺς τὸν Κλήμακα, τὸν Σκουρτανιώτη, τὸν Μπερμπίλη, τὸν Τρακοκομνᾶ. Ὁ Θανασούλας λοχαγὸς – τὸν κάνουν ὑποταματάρχη, οἱ τέσσεροι ταματάρχηδες – τοὺς κάμαν λοχαγούς. Ἐγὼ χιλίαρχος – μὲ κάνουν ταματάρχη. Μοῦ εἶπαν θὰ μοῦ δώσουν πρὸς τιμή μου καὶ τὴν σημαία τοῦ Καραϊσκάκη καὶ τρουμπέτες καὶ τὰ ἑξῆς. Ὁ Δῆμο Λιούλιας ὑποταματάρχης – ταματάρχης χωρὶς θυσίες κι᾿ ἀγῶνες. Τὸν Βελέντζα – ἦταν ταματάρχης, τὸν κάνουν ὑποταματάρχη εἰς τὴν ὁδηγία τοῦ Λιούλια, ὅτ᾿ εἶναι συγγενὴς τοῦ Μπότζαρη. Τὸν Νάση Νίκα, συγγενῆ τοῦ Μπότζαρη, ταματάρχη. Ὁ Ντεληγιώργης, φρούραρχος τοῦ Μισολογγιοῦ εἰς τὸν πόλεμον, ὑποταματάρχης ἀπὸ κάτου τὸν Κουτζονίκα. Κι᾿ ἄλλα τέτοια στραβὰ πλῆθος.

Διὰ νὰ γνωρίσω τί τρέχει καὶ μὲ τί δικαιοσύνη θ᾿ ἀρμενίσωμεν ἔκανα τὸν κουτὸ κ᾿ ἔδειχνα κι᾿ ἀφοσίωσιν πολλή. Τοῦ λέγω τοῦ Ἀϊντέκ· «Τούτους τοὺς ἄλλους τοὺς τρανοὺς τί θὰ τοὺς κάμετε; – Θὰ τοὺς δώσουμεν ἕνα κόκκαλο ξερὸ καὶ νὰ τραβοῦνε ὅσο νὰ τελειώσουνε αὐτεῖνοι καὶ τὰ δόντια τους». (Πολλὰ καλὰ θὰ τοὺς κάμετε· δικαιοσύνη, ἔλεγα μόνος μου, κ᾿ ἐσεῖς καντάρια ἔχετε καὶ κρίμα ῾στὴν πατρίδα κ᾿ ἐμᾶς μαζί). Τότε τοῦ λέγω· «Ἐγὼ κι᾿ ἁπλὸ στρατιώτη νὰ μὲ βάλετε στρέγω διὰ τὴν ἀγάπη τῆς πατρίδας μου. Ὅμως ἐδῶ δουλεύει ἀδικία· καὶ δὲν εἶναι δικές σας γνῶσες αὐτές, εἶναι ἀλλουνών· καὶ δὲν θὰ πάμεν καλά». Ἐγὼ τὸ εἶπα ἀπαθής. Ὁ φίλος μου ὁ Ἀϊντὲκ ἐπειράχτη καὶ μὸ ῾κρινε μὲ πολὺ φαρμάκι· «Ὅ,τι σας λένε αὐτὸ θὰ κάμετε καὶ γνῶμες δὲν μπορεῖτε νὰ δώσετε, ὅτι ἡ Μπαυαρία ἔχει τριάντα χιλιάδες μπαγεννέτα καὶ φέρνει ἐδῶ καὶ σᾶς ὑποτάζει. Τότε βρέθηκα εἰς θέση δεινή· νὰ μὴν μιλήσω δὲν μποροῦσα, ὅτι ἀδικιώνταν οἱ ἀγωνισταὶ καὶ βραβεύονταν οἱ κόλακες. Τοῦ λέγω· «Δυστυχία μας τῶν καϊμένων!» Κακὰ καὶ ψυχρὰ θὰ πάμεν. Ἐγώ σου μίλησα ἀλλοιῶς κι᾿ ἐσύ μου ἀπαντεῖς διαφορετικὰ μὲ «μπαγεννέτα». Σᾶς λέγω ὡς φίλος νὰ πασκίσετε καὶ τὸν Βασιλέα κ᾿ ἐσᾶς ν᾿ ἀγαποῦμεν κι᾿ ὄχι νὰ σᾶς φοβώμαστε. Ὅτι τὸν κιοτὴ χίλιες φορὲς νὰ τὸν ἔβρης κιοτὴ καὶ νὰ τὸν χτυπᾶς, πάγει καλά· μιὰ νὰ σὲ χτυπήσῃ, δὲν σὲ φοβᾶται πλέον. Κι᾿ αὐτείνη ἡ πατρίδα δὲν λευτερώθη μὲ παραμύθια, λευτερώθη μ᾿ αἵματα καὶ θυσίες· κι᾿ ἀπὸ αὐτὰ ἔγινε βασίλειον – κι᾿ ὄχι νὰ βραβεύωνται ὁλοένα οἱ κόλακες, κ᾿ οἱ ἀγωνισταὶ ν᾿ ἀδικιῶνται. Ὅτι ὅταν σκοτώνονταν οἱ ἀγωνισταί, αὐτεῖνοι κοιμώνταν. Κι᾿ ὅσο ἀγαπῶ τὴν πατρίδα μου δὲν ἀγαπῶ ἄλλο τίποτας. Νὰ ῾ρθῆ ἕνας νὰ μοῦ εἰπῆ ὅτι θὰ πάγη ὀμπρὸς ἡ πατρίδα, στρέγομαι νὰ μοῦ βγάλη καὶ τὰ δυό μου μάτια. Ὅτι ἂν εἶμαι στραβός, καὶ ἡ πατρίδα μου εἶναι καλά, μὲ θρέφει· ἂν εἶναι ἡ πατρίδα μου ἀχαμνά, δέκα μάτια νά ῾χω, στραβὸς θὰ νὰ εἶμαι. Ὅτι ῾σ αὐτείνη θὰ ζήσω, δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ πάγω ἀλλοῦ. – Μοῦ λέγει, τὸν Βασιλέα δὲν τὸν ἀγαπᾶς; – Ὄχι, τοῦ λέγω· δὲν ξέρω ψέματα. Ὅταν χαθῆ ἡ πατρίδα μου, οὔτε αὐτὸς μ᾿ ἔχει ὑπήκογόν του, οὔτε ἐγὼ βασιλέα. Καὶ δι᾿ αὐτὸ χρειάζεται δικαιοσύνη ἀπό σας, κι᾿ ὄχι φοβέρτες μὲ μπαγεννέτες.

Τὴν ἄλλη ἡμέρα ἔστειλε ὁ Ἀϊντὲκ τὸν διερμηνέα του νὰ μοῦ μιλήσῃ νὰ πάγω νὰ τὸν ἀνταμώσω εἰς τὸ σπίτι του. Ὁ διερμηνέας ἦταν ἕνας Σέρβος ἀγωνιστής, Ἕλληνας. Ἔρχεται, μοῦ κάνει μίαν μετάνοια, ἄλλη καὶ σκύβει νὰ μοῦ φιλήσῃ τὸ ποδάρι. Ἐγώ, ὡς διερμηνέας ἑνοῦ Ἀντιβασιλέως, ἐσηκώθηκα· τοῦ λέγω· «Τ᾿ εἶναι τὸ «ἀφέντη» καὶ ἡ κατηγόρια ὁποῦ μοῦ κάνεις; – Μοῦ λέγει, δὲν σοῦ κάνω τίποτας κατηγόρια· τιμὴ θέλω νὰ σοῦ κάνω. Ἐσὺ ξέρεις, ὅσοι μιλοῦνε μὲ τὸν γκενερὰλ Ἁγιντὲκ – εἶναι ἄνθρωποι ὁποῦ δὲν γνωρίζει τὴν γλώσσα μας καὶ παραστέκομαι ἐγώ. Ἀδελφέ, τὰ ὅσα ἄκουσα ἀπὸ πολιτικοὺς καὶ στρατιωτικοὺς καὶ θρησκευτικοὺς ὁποῦ μιλοῦν – εἶναι ὅλοι θερία· δὲν λένε τὰ συνφέροντα τῆς πατρίδος, ἀλλὰ καθένας ἔχει τὴν ῾διοτέλειάν του καὶ κατηγορεῖ ἕνας τὸν ἄλλον. Καὶ τὰ λόγια ὁποῦ ἄκουσα ἀπὸ ῾σένα εἶναι νὰ σοῦ φιλήσω τὸ ποδάρι. Καὶ μοῦ λέγει, ἡ πατρὶς δὲν θὰ πάγη ὀμπρός, ὅτ᾿ οἱ μπερμπάντες εἶναι πολλοί. Ἄκουσα ἐγὼ τὰ λόγια τους ὁλουνῶν καὶ θ᾿ ἀναχωρήσω ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα. Κι᾿ αὐτὸ προσμέναμεν οἱ ἀγωνισταί;» Τὸν περικάλεσα νὰ μείνη καὶ νὰ μιλῆ κι᾿ αὐτὸς τοῦ Ἁγιντέκ. Σὲ τρεῖς τέσσερες μῆνες, ἀκούγοντας τέτοιους πατριωτισμούς, πάγει κρυφίως εἰς τὴν δουλειά του, ἔφυγε ἀπὸ ῾δω.

Σηκωθήκαμεν πήγαμεν εἰς τὸν Ἁγιντέκ, ὁποῦ τὸν ἔστειλε νὰ πάγω. Πηγαίνοντας ἐκεῖ, μοῦ λέγει· «Σὲ ὁρκίζω εἰς τ᾿ ὄνομα τῆς πατρίδος σου καὶ τοῦ Βασιλέως, τὸν κατάλογον ὁποῦ θὰ σοῦ δείξω νὰ μοῦ εἰπῆς τὴν ἀλήθεια, σὲ ποιὰ εἶναι δίκιος καὶ σὲ ποιὰ εἶναι ἄδικος, διὰ νὰ τοὺς βαθμολογήσωμεν, νὰ μὴν γένουν παράπονα. Ὅτι τῆς Ἀντιβασιλείας τῆς εἶπα τὰ ὅσα μου εἶπες καὶ σὲ παίνεψαν εἰς τὸν πατριωτισμόν σου· ὅτι κι᾿ ὄντως εἶσαι ἐκεῖνος ὁποῦ σὲ γνώριζα. – Τοῦ λέγω, ὅταν σας ἀπατήσω νὰ δώσω λόγον εἰς τὸν Θεόν». Ἐκεῖνοι διάβαζαν κ᾿ ἐγὼ τοὺς ἔλεγα. Τοῦ εἶπα πρώτα· «Ἐγὼ δὲν θέλω βαθμό· δούλεψα τὴν πατρίδα μου ὅσο ποὺ κόλλησα εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ στρατηγοῦ μὲ κίντυνους καὶ μὲ πληγὲς καὶ μὲ θυσίες. Τὸν πέταξα καὶ μπῆκα εἰς τὸ ταχτικὸν ἁπλὸς στρατιώτης διὰ νὰ πάγη ὀμπρός. Αὐτό σου εἶναι γνωστὸ ἀπὸ τὸν Φαβγὲ κι᾿ ἄλλους καὶ εἶναι καὶ ἡ ἀναφορά μου εἰς τὰ πραχτικὰ τῆς Κυβέρνησης καὶ οἱ ῾φημερίδες τὸ λένε. – Μοῦ λέγει, τὸ ξέρω. – Καὶ εἰς τὴν ἡμέρα τοῦ Βασιλέως μου πάλε κάνω τὸ ἴδιον. – Λέγει, ὁ Βασιλέας δὲν θέλει νὰ τὸν δουλέψουν οἱ ἀξιωματικοὶ ὡς ἁπλοὶ στρατιῶτες. Ὁ βαθμὸς ὁποῦ θὰ δώσῃ εἰς τοὺς Ἕλληνες ὁ πρῶτος εἶναι τοῦ ταματάρχη καὶ δὲν εἶναι ἄλλος βαθμὸς ἀνώτερος. – Μ᾿ ὅρκισες εἰς τὸ ὄνομα τῆς πατρίδας μου καὶ τοῦ Βασιλέως μου νὰ σοῦ εἰπῶ τί γνωρίζω καὶ θὰ σοῦ τὸ εἰπῶ ἐλεύτερα καὶ μὲ σέβας· καὶ εἰς τὴν ἀλήθειά μου καὶ τὸν θάνατον τὸν δέχομαι, ὅτι, σοῦ εἶναι γνωστόν, πολλὲς βολὲς πλησίασα εἰς αὐτὸν καὶ δὲν μὲ πῆρε· καὶ τὸν καταφρονῶ εἰς τὸ ἑξῆς καὶ πεθαίνω εἰς τὴν ἀλήθειά μου. Αὐτοὺς τοὺς βαθμοὺς ὁποῦ μου λές, γκενεράλη μου, εἶναι ἀδικία εἰς τοὺς ἀγωνιστᾶς, ὅτι ἐτοῦτος ὁ τόπος, ὁποῦ ῾ρθε ὁ Βασιλέας νὰ βασιλέψη καὶ τοῦ λόγου σας Ἀντιβασιλεῖς, ἦταν σκλαβωμένος τόσα χρόνια ἀπὸ τοὺς Τούρκους καὶ εἶχε γένη ρουμάνι, βάλτος, ἀγκαθιά, κι᾿ αὐτεῖνοι οἱ ἀγωνισταὶ τὸν δούλεψαν μὲ τὸ ψωμί τους, μὲ τὸ τζαρούχι τους, μὲ τὸ ντουφέκι τους, μὲ τὸ φουσέκι τους· γιόμωσαν, ἐπότισαν τὴν γῆς αἷμα, τὴν Τουρκιὰ καὶ σκλάβους τούρκεμα τοὺς Χριστιανούς. Καὶ οἱ σκοτωμένοι ἄφησαν χῆρες γυναῖκες καὶ ἀρφανά· κ᾿ ἐκεῖνοι ὁποῦ ῾ταν νοικοκυραῖγοι ἔγιναν διακονιαραῖγοι, ὅτι θυσιάσαν τὸ δικόν τους εἰς τὰ δεινὰ τῆς πατρίδος, ὅταν κιντύνευε. Ἀπὸ αὐτοὺς ὑπάρχει ἡ πατρίδα, ἀπὸ τοὺς ἀγωνιστάς. Τοὺς ἄλλους, τοὺς διαφταρμένους, τοὺς γνωρίζεις ἡ Ἐξοχότη σου πολὺ καλά. Διὰ νὰ ρουφήξουν τὴν πατρίδα κ᾿ ἐθνικὰ ὅλο συχνοὺς ἐφύλιους πολέμους ἔκαναν καὶ φατρίες· καὶ εἶναι ἄλλος Ἄγγλος, ἄλλος Γάλλος κι᾿ ἄλλος Ροῦσσος. Κι᾿ αὐτὸ δὲν σβένει ἀπὸ αὐτούς. Διὰ νὰ τὸ σβέσετε, διὰ νὰ στερεωθῆ ἡ πατρίδα κι᾿ ὁ Βασιλέας, χρειάζεται δικαιοσύνη νά ῾χετε καὶ ῾λικρίνεια καὶ μ᾿ αὐτὸ κάνετε συντρόφους τῆς πατρίδος ὅλους τους ἀγωνιστᾶς. Κατὰ τοὺς ἀγῶνες τοῦ κάθε ἑνοῦ νὰ τοῦ δώσετε τὸν βαθμὸν ὁποῦ ἀπόχτησε μὲ τὸ αἷμα του. Κι᾿ ἂν ἔκαμεν κανένας κατάχρησιν, νὰ φκειάσετε μιὰ ῾πιτροπή, νὰ κάμη μίαν προκήρυξη καὶ νὰ λέγη κάθε ἐπαρχία νὰ κάμη μίαν τοπικὴ συνέλεψη καὶ νὰ διορίση τοὺς πλέον καλύτερούς του τόπου, ὁποῦ νὰ ξέρη ποιὸς ἀγωνίστη, ποιὸς σκοτώθη, ποιὸς σκλαβώθη καὶ τί φαμελιὰ ἔχει ὁ καθείς· ποιὸς ἔκανε τὸ ἐμπόριόν του καὶ δὲν ἔλαβε μέρος εἰς τὸν πόλεμον· ποιὸν καπετάνο εἶχε ἡ κάθε ἐπαρχία καὶ τί μιστοὺς ἔχει πλερώση καὶ τί τοῦ πλέρωσε ἡ διοίκηση. Κι᾿ ἀπὸ ἕνας ἀπὸ αὐτοὺς τῆς κάθε ἐπαρχίας μὲ τοὺς τοπικοὺς καταλόγους – καὶ νὰ ξέρη καὶ τῆς ἐθνικὲς γὲς – νὰ συναχτοῦν ἀπ᾿ οὖλες της ἐπαρχίες καὶ νὰ τοὺς βάλετε σὲ ἕναν ὅρκον, νὰ τοὺς εἰπῆτε ὅποιος κρύψη αὐτὰ καὶ τὰ ὑποστατικὰ τὰ ἐθνικὰ θὰ παιδεύεται κακά. Κι᾿ αὐτοὺς ὅλους νὰ τοὺς κάμετε μίαν ἐπιτροπὴ καὶ νὰ πάρουν καὶ τὰ πρωτόκολλα τοῦ Κράτους καὶ νὰ βάλουν κ᾿ ἕναν πρόεδρον μὲ συνείδηση καὶ νὰ καθίσουνε νὰ τηράξουνε ποιὸς δούλεψε, ποιὸς τήραγε τὸ ἐμπόριόν του καὶ τώρα ζητεῖ δικαιώματα. Κι᾿ ἀφοῦ ἡ ῾πιτροπή ἰδῆ ὅλα αὐτά, τότε νὰ δικαιώση τοὺς ἀγωνιστᾶς, θαλασσινοὺς καὶ στεργιανούς, πολιτικοὺς καὶ στρατιωτικούς. Νὰ δώσετε εἰς τοὺς ἁπλοὺς πενήντα στρέμματα γῆς, ὁποῦ ῾ναι μιλλιούνια καὶ κάθεται χέρσα, κι᾿ ἀπὸ πεντακόσια ὡς χίλια γρόσια, ὁποῦ ῾ναι τὸ τάλλαρον εἴκοσι ἕνα καὶ μισὸ γρόσι. Καὶ κατ᾿ ἀναλογίαν νὰ πᾶτε ἀπὸ τὸν ἁπλὸν στρατιώτη ὡς τὸν βαθμὸ τοῦ χιλιάρχου, αὐτὸν τὸν βαθμὸν ὁποῦ γνώρισε κι᾿ ὁ Καποδίστριας. Διὰ τῆς κατάχρησες τῶν ἐθνικῶν πραμάτων, ὁποῦ ἔγιναν καμπόσοι κόντηδες, ὁποῦ ἦταν καντιποτένιοι, νὰ τὰ πάρετε ὀπίσου· ἀφοῦ τοὺς δώσετε βαθμὸν καὶ γῆς καὶ χρήματα, τότε νὰ τοὺς ζητήσετε αὐτά. Κι᾿ ὅ,τι ζητεῖ ἀπὸ τὸ Ἔθνος ὁ κάθε ὁπλαρχηγός, ἀπὸ μιλλιούνι καὶ κάτου, ἀφοῦ τοῦ πλερώνετε τὸ δίκιον του καὶ τοὺς στρατιῶτες καὶ χῆρες τῶν σκοτωμένων κι᾿ ἀρφανᾶ, ἄλλο τίποτας δὲν τοῦ χρωστάγει ἡ πατρίς. Καὶ μ᾿ αὐτὸ πλερώνετε ὅλους τους ἀγωνιστᾶς καὶ χῆρες κι᾿ ἀρφανὰ κι᾿ ὅσους θυσιάσαν ἀπὸ αὐτὲς τῆς ῾πηρεσίες· καὶ βάλτε τὸ πολὺ δυὸ τρία ἢ καὶ τέσσερα μιλλιούνια γρόσια νὰ πλερωθοῦν ὅλοι καὶ νὰ λευτερώσετε ἀπὸ τῆς μεγάλες ἀπαίτησες τοῦ κάθε ἑνοῦ τὴν πατρίδα. Κι᾿ ἀφοῦ κάμετε αὐτά, τότε θέλετε στρατέματα; Πέστε τοῦ κάθε ἑνοῦ· «Ὅ,τ᾿ εἴχετε νὰ λάβετε διὰ τοὺς ἀγῶνες σας καὶ θυσίες τὸ λάβετε ἀπὸ τὴν πατρίδα σας ὡς ἀγωνισταί. Τώρα θὰ μπῆτε εἰς τὴν ῾πηρεσία ὡς κοπέλια τῆς πατρίδας· τοῦτα τὰ χρέη θὰ κάνετε, τοῦτον τὸν μιστὸν θὰ παίρνη ὁ καθείς. Ἂν δουλεύη τιμίως, θὰ δοξάζεται· ἀτίμως, τότε οἱ νόμοι θὰ τὸν κρίνουν». Καὶ μ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπον θὰ γένουν οἱ Ἕλληνες νοικοκυραῖοι καὶ θὰ πλουτήνη καὶ τὸ ταμεῖον. Καὶ ἡ πατρίδα θὰ φύγῃ ἀπὸ «τὰ δικαιώματά μας», ὁποῦ ζητεῖ ὁ καθένας. Κ᾿ ἐγὼ ἔχω νὰ λάβω διὰ παλιοὺς μιστοὺς πολλὲς χιλιάδες γρόσια – αὔριον φκειάνω τὴν ἀναφορά μου καὶ τὰ προσφέρνω ἐγὼ πρῶτος καὶ δίνω τὸ παράδειγμα».

Ἀκούγοντας αὐτὰ ὅλα ὁ Ἁγιντέκ μου εἶπε· «Εἶναι λαμπρὰ ἡ συνβουλή σου κι᾿ ὁ πατριωτισμός σου. – Ἂν τὸν βάλετε ὀμπρός, τοῦ εἶπα, τότε εἶναι λαμπρός, εἰδὲ εἶναι πονοκεφαλισμὸς καὶ λόγια ξερά. Κι᾿ ἂν γένουν αὐτὰ καὶ δὲν ἀκούσετε τοὺς ἀπατεῶνες, τότε θὰ λέγεστε σωτῆρες τῆς πατρίδος καὶ Βασιλέως καὶ θὰ δοξάζεται τ᾿ ὄνομά σας ὅσο στέκει ἡ Ἑλλάς. – Φεύγω, μοῦ εἶπε, δὲν σοῦ λέγω τίποτας, καὶ πάγω ν᾿ ἀνταμώσω καὶ τ᾿ ἄλλα τὰ μέλη τῆς ῾πιτροπής τῆς Ἀντιβασιλείας». Πῆγε καὶ τοὺς τὸ εἶπε κ᾿ εὐκαριστήθηκαν. Μοῦ εἶπαν νὰ φκειάσω ἐνγράφως τὴν ἰδέα μου. Τὴν ἔφκειασα· ἔφκειασα καὶ μίαν ξεχωριστῆ ἀναφορὰ κ᾿ ἔλεγα· «Ἔξοχοι Ἀντιβασιλεῖς! Οἱ κυβέρνησες τῆς πατρίδος μου μ᾿ ἔστειλαν σὲ διάφορες ἐκστρατεῖες, εἰς τὰ δεινά της πατρίδος μου. Αὐτὲς εἶναι οἱ διαταγές της, αὐτὰ εἶναι τὰ εὐκαριστήρια, τί ἔκαμα μὲ τοὺς ἀνθρώπους ὁποῦ ῾χα εἰς τὴν ὁδηγίαν μου, αὐτοὶ εἶναι οἱ κατάλογοι τῶν ἀνθρώπων, αὐτὲς εἶναι οἱ ἐθνικὲς ὁμολογίες (ὅλα ἐνκλεισμένα εἰς τὴν ἀναφορά μου). Αὐτοὶ εἶναι οἱ ἀγῶνες ἐκεινῶν ὁποῦ ῾χα μαζί μου καὶ πολεμοῦσαν εἰς τὴν κάψη τοῦ ἥλιου καὶ εἰς τὸ πάγος τοῦ χειμῶνος. Σκοτώθηκαν οἱ περισσότεροι· ἄφησαν χῆρες γυναῖκες κι᾿ ἀρφανὰ παιδιά. Διαβάστε τὰ ἔνγραφα, καὶ νὰ τοὺς δικιώσετε. Κι᾿ ὅσοι σκοτώθηκαν καὶ δὲν ἔχουν συγγενεῖς, νὰ μείνουν εἰς τὸ ταμεῖον τὰ δικαιώματά τους».1

Ἔστειλα τὴν ἀναφορά μου τοῦ Μιαούλη τοῦ ῾πασπιστού τῆς Μεγαλειότης του. Εὐκαριστήθη πολύ, ἀφοῦ εἶδε τὴν ἀναφορά μου μ᾿ ὅλα τὰ ἔνγραφα. Τὰ εἶδε καὶ ἡ Ἀντιβασιλεία. Πῆραν τὴν εὐκαρίστησιν ἀπὸ ῾μένα· «κ᾿ ἐπαινοῦν τὸν πατριωτισμό μου· καὶ εἶμαι ὅλως διόλου ὁ πιστός της πατρίδος καὶ Βασιλέως». Καὶ μ᾿ ὀνόμασαν τάσι φαρφουρένιον ἀμόλυντο, ὅτι τοὺς ἄλλους πολλοὺς ὁπλαρχηγοὺς καθεμερινῶς ἔρχονταν οἱ κάτοικοι καὶ παρουσιάζονταν εἰς τὸν Βασιλέα κι᾿ Ἀντιβασιλεία καὶ δίναν ἀναφορὲς ἀναντίον τους, ὁποῦ τοὺς εἶχαν γυμνώση. Διὰ ῾μέναν καὶ διὰ ὅσους ὁδηγοῦσα ἀρχὴ ὡς τέλος μας γλύτωσε ὁ Θεὸς καὶ κανένα πρωτόκολλο οὔτε τοῦ Κράτους γενικῶς, οὔτε τῆς Κυβέρνησης δὲν εἶναι μολεμένα. Παρουσιάστηκα εἰς τὴν Μεγαλειότη του καὶ πῆρε τὴν εὐκαρίστησιν διὰ τὴν καλή μου διαγωή· κ᾿ εὐκαριστήθη διὰ τὴν ἀναφορά μου, ὁποῦ τοῦ ἀνάφερα τῆς παλιές μου δούλεψες, καὶ διὰ τὰ ὡραῖα ἀγάλματα. Τοῦ εἶπα· «Ὡς διὰ τῆς δούλεψες ἡ Μεγαλειότη σου εἶσαι γενικὸς πατέρας καὶ οἱ ὑπήκοοί σου εἶναι τὰ παιδιά σου καὶ νὰ τὰ δικιώσης. Τ᾿ ἀγάλματα εἶναι γερὰ πράματα, τὰ προσφέρνω δῶρον εἰς τὸν γενικὸν πατέρα νὰ χρησιμέψουν διὰ τὴν πατρίδα μας. Ὅλοι οἱ Ἕλληνες ἔκαμαν τὰ χρέη τοὺς πρὸς τὴν πατρίδα κι᾿ ἂν κάμαμεν καὶ μεγάλα λάθη ἀναμεταξύ μας, τώρα ὁποῦ κόπιασες ἡ Μεγαλειότη σου θέλομεν δουλέψη μὲ πίστη κι᾿ ἀφοσίωσιν· καὶ νὰ εἶναι εἰς τὴν εὔνοιάν σου οἱ ἀγωνισταί, θρησκευτικοί, πολιτικοὶ καὶ στρατιωτικοί, καὶ νὰ βάλης τ᾿ ἀγαθά σου αἰστήματα νὰ δικιωθοῦν ὅτι ἀπὸ αὐτοὺς ἔγεινε βασίλειον ἡ πατρίς· καὶ νὰ μὴν ἀκοῦς τοὺς ἀπατεῶνες, ὅτι αὐτεῖνοι κατήντησαν τὴν πατρίδα σὲ κίντυνον». Μοῦ εἶπε ἡ Μεγαλειότης τοῦ εἶναι εὐκαριστημένη καὶ ἡ Ἀντιβασιλεία ἀπ᾿ ὅσα τῆς εἶπα καὶ θὰ γένουν ὅλα· καὶ νὰ πάγω νὰ τὴν ἀνταμώσω. Ὁ μαρσιάλης τοῦ παλατιοῦ ὅταν ἐβήκα μὸ ῾δωσε μίαν καρφοβελόνα δῶρο βασιλικὸν – κάνει καμμιὰ εἰκοσαριὰ τάλλαρα. Ἔστειλε καὶ τον᾿ τοῦ Μιαούλη καὶ μοῦ βάφτισε τὸ παιδὶ καὶ τὸ ἔβγαλε Ὄθωνα. Μ᾿ ἀντάμωσαν κι᾿ ὅλα τὰ μέλη τῆς Ἀντιβασιλείας. Ὁ Ἀρμασμπέρης μ᾿ ἔπαιρνε κάθε καιρὸν εἰς τὸ τραπέζι τοῦ – μ᾿ εἶχε συστημένον ὁ Θίρσιος.

Ἀφοῦ μ᾿ ἀντάμωσαν τὰ μέλη τῆς Ἀντιβασιλείας μου εἶπαν ὅσα εἶχα μιλήσῃ τοῦ Ἁγιντὲκ καί, κατὰ ὁποῦ ῾γραψα, εἶναι πατριωτικὴ ἡ γνώμη μου καὶ θὰ τὰ κάμουν ὅλα. Καὶ μὲ τὸν Ἁγιντὲκ νὰ μιλήσωμεν οἱ δυό μας διὰ τοὺς ἀγωνιστᾶς ὁποῦ θὰ γένουν τὰ τάματα, νὰ εἶναι ἐκεῖνοι ὁποῦ ῾χουν δικαιώματα. Καὶ νὰ μιλήσω μ᾿ αὐτόν, ὅτ᾿ εἶναι ῾στὰ στρατιωτικά. Μίλησα μὲ τὸν Ἁγιντὲκ καὶ τοῦ εἶπα μὲ τὸν φόβον τοῦ Θεοῦ τὸ δίκιον. Ἀφοῦ τὸ ῾μαθαν οἱ καλοθελητάδες τῶν ἀγωνιστῶν Μαυροκορδάτος, Κωλέτης, Μεταξάς, Τρικούπης, Ζαΐμης, Λόντος κι᾿ ὁ Κώστα Μπότζαρης ἐπῆγαν καὶ τὰ χάλασαν ὅλα κατὰ τὸ κέφι τους· καὶ διὰ νὰ βάλουν σὲ διχόνοια τὸ στρατιωτικόν, νὰ τὸ ἀφανίσουνε, γκρεμίζουνε καὶ τοὺς ὑποταματάρχηδες – καὶ νὰ εἶναι μόνον ταματάρχες καὶ λοχαγοί. Τότε δι᾿ αὐτὸ καὶ διατὶ βάλαν εἰς τὰ τάματα ὅσους δὲν εἶχαν δικαιώματα, ἔπεσε διχόνοια μεγάλη. Τὸ στρατιωτικὸν ἦταν ὅλο εἰς τ᾿ Ἄργος καὶ χωριὰ τοῦ νηστικὸν καὶ δυστυχισμένο. Κάμαν κάτι φροντιστᾶς ἐπίτηδες νὰ μὴν τοὺς μεράζουν ταχτικῶς τὸ ψωμὶ τους· ἄφιναν τοὺς ἀνθρώπους νηστικούς. Ἀπὸ ῾κοσιπένταρχον κι᾿ ἀπάνου τοὺς ἀξιωματικούς τους σήκωσαν ἀπὸ τοὺς στρατιῶτες. Τοὺς στρατιῶτες τοὺς ἄφιναν νηστικοὺς καὶ τοὺς ἔλεγαν νὰ κινηθοῦν ἀναντίον τοῦ Βασιλέως κι᾿ Ἀντιβασιλείας, διὰ νὰ βγοῦνε οἱ πολιτικοί μας ἀληθινοί, ὅτι ὅλοι οἱ στρατιωτικοὶ εἶναι λησταὶ ἀπὸ μικρὸν ὡς μεγάλον, ν᾿ ἀποδείξουν τί θερία εἶναι αὐτεῖνοι οἱ στρατιωτικοὶ – κινιῶνται κι᾿ ἀναντίον τοῦ Βασιλέως (κι᾿ ὅ,τι ἁρπαγὴ κάναν αὐτεῖνοι, οἱ πολιτικοὶ εἶχαν τὸ μερίδιόν τους ὁ καθένας μὲ τὸν δικόν του στρατιωτικόν). Ἀφοῦ μεταχειρίστηκαν τόσες μηχανὲς καὶ κακοσύσταιναν τὸ στρατιωτικὸν καὶ σύσταιναν ὅποιους θέλαν, τοὺς συντρόφους τους, μιλῶ μὲ τὸν Ἁγιντὲκ τὴν ἀδικίαν ὁποῦ γένεται εἰς τοὺς ἀνθρώπους. Καὶ τοῦ εἶπα· «Αὐτεῖνοι οἱ ἄνθρωποι εἶναι ἀποδειχμένη ἡ διαγωή τους· καὶ οἱ πολιτικοί τους ὁ καθένας ἔχει τὸ μέρος του ἀπὸ τοὺς ξένους· καὶ ποτὲς δὲν θὰ ἡσυχάση αὐτὸς ὁ τόπος, νὰ γένωμεν κ᾿ ἐμεῖς ἔθνος καθὼς τ᾿ ἄλλα τὰ ἔθνη· κι᾿ οὔτε τοῦ Βασιλέως θὰ τοῦ δώσετε δρόμον καλόν. Εἶναι τόσοι ἀγωνισταὶ ὁποῦ δυστυχοῦν καὶ τώρα ὁποῦ ῾ρθε ὁ Βασιλέας ἤθελαν νὰ ῾βρούνε τὸ δίκιον τους, νὰ γνωρίσουνε αὐτεῖνοι τὸν Βασιλέα τους κι᾿ ὁ Βασιλέας τοὺς ὑπηκόγους του – καὶ πάλε οἱ σύστασες τοῦ Μαυροκορδάτου ῾περισκύουν μὲ τὸν Ντώκινς, τοῦ Κωλέτη μὲ τὸν σύντροφόν του, τοῦ Μεταξᾶ μὲ τὸν δικόν του. Αὐτεινῶν τὴν κυβέρνησιν καὶ τὰ καλὰ πρὸς τὴν πατρίδα μας τὰ γνωρίζεις, γκενεράλη μου, ὅτι στάθης τόσον καιρὸν εἰς τὴν πατρίδα μας, καὶ ἡ ἐλπίδα τοῦ στρατιωτικοῦ εἶναι εἰς τὴν δικαιοσύνην σου καὶ βόηθα τοὺς δυστυχεῖς, ὅτι ἀπὸ αὐτοὺς ὑπάρχει ἡ πατρίς». Μοῦ λέγει ὁ Ἁγιντέκ· «Δὲν ἤρθαμεν νὰ διοικήσουμεν τοὺς ἀγωνιστᾶς μοναχά, κι᾿ ἀποφασίσαμεν ὅλα τὰ μέλη τῆς Ἀντιβασιλείας νὰ γένουν τρεῖς ἐπιτροπές, μία εἰς τὴν Πελοπόννησο, μία εἰς τὴν Δυτικὴ Ἑλλάδα καὶ μία εἰς τὴν Ἀνατολική· ῾στὴν Ἀνατολικὴ σὲ διορίσαμεν πρόεδρον τῆς ἐπιτροπῆς, νὰ ὀργανίσωμεν τὰ στρατέματα ὅσο νὰ διορίσουμεν τὴν ἄλλη ῾πιτροπή νὰ δικιωθοῦν, καθὼς μιλήσαμεν – καὶ τότε θὰ δικιωθοῦν. Νὰ εἶναι τ᾿ ἀσκέρια ῾σ ἕνα μέρος ὅσο νὰ τελειώσουν οἱ ἐπιτροπὲς τῆς ἐργασίες τους. Καὶ οἱ τρεῖς ἐπιτροπὲς νὰ τοὺς ὀργανίσουνε καὶ νὰ ἰδοῦνε ποιὸς ἔχει δούλεψες ἀπὸ ἐξαρχῆς καὶ ποιοὶ εἶναι ὑστερνοί· καὶ νὰ τηράξουν ἀπὸ τοὺς ῾κοσιπένταρχους καὶ κάτου ποιὸς ἔχει φαμελιὰ ἀπὸ τοὺς στρατιῶτες καὶ πόσες ψυχὲς ἔχει ὁ καθείς, νὰ ξεκονομιῶνται οἱ ἄνθρωποι ὡς τὴν γενικὴ ῾πιτροπή».

Αὐτὰ μαθαίνοντας οἱ χαραμῆδες οἱ πολιτικοί μας καὶ διὰ νὰ μὴν γένη καλὸ καὶ ἡσυχία εἰς τὸ κράτος, στέλνουν κ᾿ ἀνακατεύουν τοὺς στρατιῶτες καὶ σηκώνονται ὅλοι κ᾿ ἔρχονται ἀναντίον τῆς Ἀντιβασιλείας εἰς τ᾿ Ἀνάπλι, ὅτι ἦταν νηστικοί. Τότε ὁ Ἀϊντὲκ στέλνει καὶ μὲ παίρνει καὶ βγαίνομεν οἱ δυό μας ἔξω εἰς τῆς Λεῦκες. Οἱ ἄνθρωποι ἦταν κατ᾿ τοῦ Μιαούλη τὸ περιβόλι ἀκόμα. Μοῦ λέγει ὁ Ἀϊντέκ· «Τί μιλήσαμε οἱ δυό μας δι᾿ αὐτοὺς τοὺς στρατιωτικούς; – κι᾿ αὐτεῖνοι ἔρχονται μὲ τὸ σπαθί τους νὰ πάρουν δικαιώματα ἀπὸ τὸν Βασιλέα. Μίλα τους νὰ πᾶνε πίσου, ὅτ᾿ εἶναι χαμένοι!» Πῆγα καὶ τοὺς μίλησα καὶ γύρισαν χωρὶς νὰ πλησιάσουν. Πέρασαν δυὸ τρεῖς ἡμέρες. Τοὺς ἄφησαν νηστικούς, τοὺς ῾ρέθισαν καὶ οἱ ἀπόστολοι ὁποῦ τοὺς στέλναν – κάναν ἀξιωματικόν της πρώτης τάξης δὲν ἄφιναν νὰ εἶναι μὲ τοὺς στρατιῶτες, νὰ τοὺς ὁδηγάγη. Τότε τοὺς ἀπάτησαν οἱ ἀπόστολοι τῶν ἀπατεώνων. Σηκώνονται ὅλοι κ᾿ ἔρχονται ἀπόξω τῆς Λεῦκες. Ἀνάβουν τῆς μίκιες τῶν κανονιῶν, τοὺς ρίχνεται τὸ ταχτικό, πεζούρα καὶ καβαλλαρία, καὶ τοὺς βαίνουν ὀμπρὸς καὶ τοὺς βγαίνουν ἔξω ἀπὸ τὸ κράτος ξυπόλυτους καὶ γυμνοὺς καὶ νηστικούς. Κ᾿ ἔβαλαν ἕναν Τοῦρκον ἀρχηγὸν οἱ ἀγωνισταὶ τῆς πατρίδος ὀνομαζόμενον Ταφὶλ Μπούζη διὰ νὰ φᾶνε κομμάτι ψωμί. Καὶ σκοτώθηκαν τόσοι ἐκεῖ καὶ ρήμαξαν καὶ τὰ γειτονικά μας μέρη· κι᾿ ἔπαθε καὶ ἡ Ἄρτα ὅ,τι ἔπαθε ὅταν μπήκαμεν κ᾿ ἐμεῖς τὰ 1821. Καὶ πήγαιναν κλαίγοντας, ὅτι φεύγαν ἀπὸ τὴν πατρίδα τοὺς ξυπόλυτοι καὶ γυμνοί, κ᾿ ἔλεγαν· «Πατρίδα, δὲν μᾶς βαστάγει ἡ καρδιὰ νὰ σοῦ κάμωμεν ἐσένα τῆς πατρίδας μας κακό, ὅτι διὰ σένα χύσαμεν τὸ αἷμα μας. Καὶ τώρα πάμεν ῾σ ἐκείνους ὁποῦ πολεμούσαμεν νὰ φάμεν κομμάτι ψωμὶ – ὄχι νὰ προσκυνήσωμεν· νὰ ῾ρθούμεν ἀναντίον σου δὲν τὸ κάνομεν καμπούλι, ὅτι χύσαμεν τὸ αἷμα μας διὰ σένα νὰ γένῃς βασίλειον». Αὐτεῖνοι κι᾿ ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ὁποῦ ῾χαν αἴστηση κλαίγαν· καὶ οἱ ἀπατεῶνες γέλαγαν καὶ χαίρονταν ὅτι στείλαν τοὺς ἀγωνιστᾶς εἰς τοὺς Τούρκους νὰ ζήσουνε. Κάρπισε ἡ προκήρυξη τοῦ Ζωγράφου καὶ οἱ κακοὶ σκοποὶ τῶν μακιαβέληδων.

Τότε μὲ φωνάζει ἡ Ἀντιβασιλεία μ᾿ ὀργὴ καθὼς κι᾿ ὁ φίλος μου ὁ Ἁγιντὲκ καὶ μοῦ δίνουν σφοδρὲς διαταγὲς νὰ πάγω εἰς Λεψίνα. Μέλη τῆς ῾πιτροπής ὁ Τουρέτης Γάλλος, ὁ Δυοβουνιώτης κ᾿ ἐγὼ πρόεδρος. Ὅποιος ἔρθη διὰ ν᾿ ἀργανιστὴ εἶχε μιστὸ δώδεκα γρόσια, μισὸ τάλλαρο τὸ μήνα καὶ κάτι ὀλίγο (ὅτι τὸ τάλλαρο εἶναι εἴκοσι ἕνα γρόσι καὶ μισό), καὶ τὸ ψωμί του καὶ τίποτα ἄλλο. Κι᾿ ἂν εἶχε γυναίκα καὶ παιδιά, ἂς ζοῦσαν μὲ τὸν ἀγέρα. Δικαιοσύνη φόρτωμα κι᾿ ἀπὸ τοὺς Μπαυαρεζοαντιβασιλεῖς. Μοῦ δίνουν κ᾿ ἕνα καράβι ἀλεύρι σάπιον νὰ μεράσω εἰς τοὺς ἀνθρώπους ὁποῦ θ᾿ ἀργανιστοῦν. Κατὰ τὸν μιστὸν ἦταν τέτοιον καὶ τ᾿ ἀλεύρι – οὔτε τὰ γουρούνια δὲν τὸ τρώγαν. Ἔκατζα καμπόσον καιρὸν ἐκεῖ, ὀργανίσαμεν εἴκοσι ἀνθρώπους, κάτι μπεκρῆδες καὶ τεμπέληδες, καὶ ξόδιασα καὶ σαράντα πέντε ὀκάδες ἀλεύρι. Σηκωθήκαμε καὶ ἤρθαμεν ἐδῶ εἰς Ἀνάπλι. Εὐτὺς ὁποῦ ῾ρθα μὲ τρατάρει ἕνας Φρατζέζος, τὸν λένε Φεράλντη. Ἀφοῦ μὲ τρατάρησε, τὴν ἄλλη ἡμέρα μου φέρνει ἕνα ἀποδειχτικὸν νὰ τὸ ὑπογράψω ὡς πρόεδρος τῆς ῾πιτροπής νὰ πλερωθῆ ἕνα καράβι ἀλεύρι. Τοῦ εἶπα ὄτι· «Ὑπογράφω σαράντα πέντε ὁποῦ ῾λαβα. – Ὄχι, μοῦ λέγει, ἕνα καράβι. – Οὔτε μία ὀκὰ δὲν ὑπογράφω παραπάνου». Μὲ περικαλοῦνε μεγάλοι ἄνθρωποι, Ἀντιβασιλεῖς, νὰ δώσω τὴν ὑπογραφή μου· μὲ περικαλοῦνε οἱ Πρέσβες κι᾿ ὁ ὑπουργὸς Ζωγράφος. Δὲν θέλησα. Εἶπα καὶ τῶν ἀλλουνῶν μελῶν νὰ μὴν ὑπογράψη κανένας. Ὁ Φεράλντης ἔβγαλε εἰς τὸ μοναστήρι εἰς τὴν Κούλουρη αὐτὸ τ᾿ ἀλεύρι καὶ πῆγε ὅλο χαμένο. Τότε κατάλαβα καὶ οἱ νέοι κυβερνῆται μας εἶναι χερότεροι, κ᾿ ἐλεεινολογοῦσα τὴν πατρίδα, ὅτι ὁ Θεὸς δὲν εἶπε νὰ τὴν λευτερώση ἀκόμα ῾στ᾿ ἀληθινά, καὶ κρίμα ῾στοὺς κόπους μας· ἐβγιαστήκαμεν, καὶ τὴν πήραμεν εἰς τὸν λαιμό μας.

Θέλουν νὰ μὲ κάμουν ἀρχηγὸν τῆς χωροφυλακῆς. Τοὺς ἔδωσα γνώμη νὰ βάλουν ἀπ᾿ οὔλους τους σημαντικοὺς διὰ νὰ ἑνωθῆ τὸ Κράτος μὲ τὸν Βασιλέα του. Τοὺς κακοφάνη. Διορίζουν τὸν Γραλλιάρη τὸν Γάλλο καὶ μὲ διορίζουν κ᾿ ἐμένα εἰς τὴν ὁδηγίαν του καὶ νὰ βάλω τὰ στενά. «Οὔτε εἰς τὴν ὁδηγίαν τοῦ Γραλλιάρη μπαίνω, τοὺς εἶπα, οὔτε τὰ φορέματά μου βγάζω». Τότε, σὰν δὲν θέλησα νά ῾μπω εἰς αὐτείνη τὴν ῾πηρεσία, πῆρα τὴν ἄδεια καὶ μὲ τὴ φαμελιά μου πέρασα εἰς τὴν Ἀθήνα, ὅτι εἶδα ὅτι τοῦ κάκου κοπιάζομεν. Καὶ δυστυχία ἐμᾶς καὶ τῆς πατρίδος μας.

ΣHMEIΩΣH

1. Εἶχα δυὸ ἀγάλματα περίφημα, μιὰ γυναίκα κι᾿ ἕνα βασιλόπουλο ἀτόφια – φαίνονταν οἱ φλέβες· τόση ἐντέλειαν εἶχαν. Ὅταν χάλασαν τὸν Πόρον, τά ῾χαν πάρη κάτι στρατιῶτες καὶ εἰς τ᾿ Ἄργος θὰ τὰ πουλοῦσαν κάτι Εὐρωπαίων· χίλια τάλλαρα γύρευαν. Ἄντεσε κ᾿ ἐγὼ ἐκεῖ, πέρναγα· πῆρα τοὺς στρατιῶτες, τοὺς μίλησα· «Αὐτὰ καὶ δέκα χιλιάδες τάλλαρα νὰ σᾶς δώσουνε, νὰ μὴν τὸ καταδεχτῆτε νὰ βγοῦν ἀπὸ τὴν πατρίδα μας. Δι᾿ αὐτὰ πολεμήσαμεν». (Βγάζω καὶ τοὺς δίνω τρακόσια πενήντα τάλλαρα.)· κι᾿ ὅταν φιλιωθοῦμεν μὲ τὸν Κυβερνήτη, (ὅτι τρωγόμαστε), τὰ δίνω καὶ σᾶς δίνει ὅ,τι τοῦ ζητήσετε διὰ νὰ μείνουν εἰς τὴν πατρίδα ἀπάνου». Καὶ τά ῾χα κρυμμένα. Τότε μὲ τὴν ἀναφορά μου τὰ πρόσφερα τοῦ Βασιλέως νὰ χρησιμέψουν διὰ τὴν πατρίδα.

(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)

Posted in ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ | Tagged , , | Leave a comment

THE SICKNESS OF TODAY RELIGION IS LEADING TO AN ECOLOGICAL SUICIDE (XI)

(BEING CONTINUED FROM  7/10/15)

21. Roman and Franco-Latin Popes of Rome

The key to the transition of the Orthodox Catholic Tradition from an illegal to legal religion and then to an established Church lies in the fact that the Roman Nation realized that it was not confronted simply by another form of religion, but by a well organized system of neurobiological clinics which cured the noetic energy in one’s heart and its happiness-seeking sickness. It is this cure which produced normal citizens with selfless love dedicated to the radical cure of personal and social ills.

In sharp contrast the Carolingian Franco-Latin tradition incorporated Augustine’s Neo-Platonic search for happiness as the core of its civilization. The incorporation of the military into the episcopate of Carolingian Francia, whose duty was to pacify the revolutionary Gallo-Roman population, is the key to understanding the so-called Great Schism between Roman and Latin Christendoms. These Frankish bishops and their successors never understood the meaning of apostolic tradition and succession which they reduced to Episcopal power over a system of sacramental magic which sends people either to heaven or hell. This they transferred to the papacy when they forcefully took it over.

This break in apostolic tradition and succession was provoked and sustained for centuries by military and political power as a normal function within Latin Christendom. Considered just as normal was the distortion of both the reality of the East Roman Empire and its Church and Civilization which continues today under modified “Byzantine” guise. Following a weak Gothic lead Charlemagne was the first to generally impose the names “Greek” and “heretical” on the free parts of the Roman Empire.

22. Local and Ecumenical Councils

Canon Law makes specific provisions for the regular convocation of the Synods of bishops presided over by a Metropolitan, Archbishop, or Patriarch at regular intervals for dealing with the proper execution of the Church’s mission of cure within society. There are no such provisions for Ecumenical Councils. The reason for this is that the local synods were part of the original structure of the Church, whereas the Ecumenical Synod was of an extraordinary and imperial nature. One may draw a parallel between Ecumenical Councils and the Apostolic Council convoked in Jerusalem (Acts 15, 6:6-29). Ecumenical Councils, however, were convoked by the Roman Emperor for the purpose of signing into Roman Law what the synods of Autocephalous and Autonomous Churches believed and practiced in common.

Arius, Nestorius and Eutyches were first condemned by local Councils and then by Ecumenical Councils. Paul of Samosata was condemned by a local council whose decision was accepted by all other synods. The same was the case with Sabbelius. Even at Ecumenical Councils bishops participated as members of their own synods whose spokesmen were their Metropolitans, Archbishops, and Patriarchs, or their legates. It should be clear that neither can an Ecumenical Council become a substitute for local synods, nor can local synods take precedence over an Ecumenical Council, unless the one or the other strays from the faith. The reason for this is that authority resides neither in the Ecumenical nor Local Council, but in the glorified prophets, apostles and Fathers who participate in Councils or whose teachings the Councils follow. The reason for this is that the only thing which is at stake is the cure of a neurobiological sickness and not metaphysical concepts about God. The Fathers used the metaphysical terms of heretics in order to make clear the teaching of the prophetic tradition as opposed to them, not as part of an effort to understand intellectually or philosophically the uncreated. We repeat that for the Fathers who condemned heretics at Roman Ecumenical and local Councils, as opposed to Augustinian Franco-Latin Councils, there is no similarity whatsoever between the created and the uncreated and therefore “it is not possible to express God and even more impossible to conceive God.”

23. The method underlying this part of the paper

The difference between the cure of the neurobiological sickness of religion and the resulting Neo-Hellenic civilization of the Roman Empire, and the return to this sickness of religion by Augustine of Hippo and all his followers, is the underlying outline of this study. The difference is between the cure of a neurobiological sickness residing in a short-circuit between the heart and the brain and no cure. Since this sickness and its cure is an historical reality and not part of the histories of philosophy and religion, this study, in intention at least, is part of history and in this sense part of tradition. For this reason nominal “Orthodox” belong to the history of religion.

The New Testament writers and the Fathers read back into history their own experience of purification and illumination of the heart and glorification which they identify with that of both the Old and New Testament prophets beginning at least with Abraham. One begins with the current sickness of religion steming from the short-circuit between the heart and the brain and its cure. Then one reads its cure back into the past as the key to understanding the Old and New Testament prophets and the Fathers and into the future. This is parallel to repetition of the cure of sickness in medical science passed on from doctors to doctors. In this case Christ, the Lord (Yahweh) of Glory Himself is the doctor who personally cures and perfects his doctors in both the Old and New Testaments by the unceasing prayer in the hearts which repairs the short-circuit between the heart and the brain. This historical succession of cure and perfection in the Lord of Glory, both before and after his incarnation, is the heart and core of the Biblical and Patristic Tradition and the Synodical System.

We divide the remainder of this study into 1) Historical Context, 2) the sickness of religion, 3) Synods as Associations of Neurological Clinics, 4) Synods and Civilizations and 5) Conclusions.

24. Historical Context

Biblical Faith is one’s cooperation/operation with the Holy Spirit Who initiates the cure of the sickness of possessive love caused by the short-circuit in the heart and transforms it into love which does not seek its own. This cure is consummated in glorification (theosis) and constitutes the heart of the Orthodox Catholic Church which replaced paganism as the core of the Hellenic Civilization of the Roman Empire.

Noble Architects, whose historians report history within the context of their plans for the future, claim that the world is being Westernized by means of technology and economics. Orthodox Civilization is listed among those which are supposed to be in a state of arrested development.

Their claim that the Hellenic Civilization of the Roman Empire disappeared in the 8th century[ 87 ] and was replaced in the East by a “Byzantine Civilization and Empire” and in the West by a “European Civilization” is a Franco-Latin, i.e. noble modification of Charlemagne’s theory of history. Charlemagne (768-814) fabricated this disappearance of the Roman Empire and its Civilization in order to solve a family problem. His grandfather, Charles Martel (715-741), had finally suppressed Gallo-Roman Revolutions in the battles of Poitiers88 and Provence in 732 and 739 which were supported by Arabs and Numidian Romans who, together with the Spanish Romans, had recently overthrown the Goths in Spain (711-719). The Numidian Romans were under the command of Constantinople’s governor of Mauritania in Ceuta. Another Gallo-Roman Revolution was suppressed by Charlemagne’s father and uncle the year he was born in 742.

Charlemagne had to find a way to break the religious and cultural unity between his own enslaved Romans and the Roman Empire which now extended from parts of Italy to the frontiers of Persia. Led by their great father the Franks decided at their Council of Frankfurt (794) to give the names Graeci to the free Romans and Graecia to freeRomania. This became Franco-Latin customary law.

The modern guardians of this law replaced “Greek” with “Byzantine,” and “heresy” with “change of Civilization.” Following Napoleon’s plans for the dissolution of the Ottoman Empire and of the ecclesiastical remains of the Roman Empire within it, these same guardians destroyed the legal identity of the citizens of Greece with the Romans of Constantinople by presenting them as having been under the yoke of this so-called “Byzantine Empire.” They used this fabrication as the core for Balkanizing the “Roman Milet”89 and destroy its Ecumenical Patriarchate of New Rome Constantinople in the process.

Turning to 8th century Western Europe we are indeed confronted by real and radical changes. Europe is dominated in its center by the Empire of Charlemagne. Gothic Spain is overrun by Arabs and Numidian Romans who together had fought as liberators of the Spanish Romans but ended up as their masters. These Numidians were converted to Islam several times according to Ibn Khaldoun.

The birth of Frankish Civilization is described in a letter of St. Boniface to Pope Zacharias (Natione Graecus[ 90 ]) in 741. The Franks had rid the Church in Francia of all Roman bishops by 661 AD and had made themselves its bishops and clerical administrators. They had divided up the Church’s property into fiefs which had been doled out as benefices according to rank within the pyramid of military vassalage. These Frankish bishops had no Archbishop and had not met in Synod for eighty years. They had been meeting as army officers with their fellow war-lords. They are, in the words of St. Boniface, “voracious laymen, adulterous clergy and drunkards, who fight in the army fully armed and who with their own hands kill both Christians and pagans.”[ 91 ]

Fifty three years later the successors to these illiterate barbarians condemned the East Roman Empire as “heretical” and “Greek” on Icons at their Council of Frankfurt in 794 and then on the Filioque at their Council of Aachen in 809. For 215 years the Roman Popes refused to conform to their Frankish masters on Icons and the Filioque.

These Frankish bishops were neither familiar with the Fathers of the Seven Ecumenical Councils, nor were they aware of nor interested in learning anything about the cure of illumination and glorification which were the presuppositions of these Councils. Between the end of the 8th and the 12th centuries the Franks were familiar only with Augustine who was not a Father of an Ecumenical Council, nor did he understand Biblical illumination and glorification which he confounded with Neo-Platonic mysticism. He therefore did not understand apostolic tradition and succession and deviated sharply from St. Ambrose who had baptized him. What the Franks finally accepted from the Eastern and Western fathers they forced into Augustinian categories and so created the myth of Platonising Eastern fathers which is still dominant.

The Frankish bishops encountered by St. Boniface understood apostolic succession as a magical power which allowed them to make it the property of their race and use it as the prime means of keeping their subjugated populations pacified by fear of their religious and military powers. Augustine’s theories about original sin and predestination helped them in this direction.

This schism between Franks and Romans expanded into a schism between Franco-Latin and Roman Christendom with their diametrically opposed understandings of the mission of bishops and their synods within the Church and in society. The Franks literally captured a medical association and transformed it into a quack medical association. The East Franks completed the job when they took over the Papacy definitively between 1012-1046.

While the Norman Franks were in the process of expelling the Roman army from Southern Italy and of helping the Italo-Franks wrest the papacy from the Franconian emperors, their Duke William of Normandy, invaded England with Pope Alexander’s II blessing in 1066. He had his Lombard friend the “Blessed Saint” Lanfranc, the pope’s teacher, installed as the first non Roman/Saxon Archbishop of Canterbury in 1070 and together they replaced all native bishops with Franco-Latins. All Celtic and Saxon bishops and abbots were dismissed en masse[ 92 ] and sentenced to prison to die premature deaths by torture and starvation.[ 93 ] The new noblemen bishops from the Frankish Empire were in turn killed by the people whenever opportunity presented itself.94 Indeed the Saxons and Celts celebrated the death of Lanfranc in 1089 by launching a third and most severe revolt against the foreign intruders.[ 95 ] These revolts continued until the 13th century.

25. Robin Hood — Orthodox Martyr?

The most famous of the Saxon revolutionary leaders against the Normans was Robin Hood. He had become ill and was taken by Little John to a nunnery where someone recognized him. The Norman nun who was curing him by bloodletting converted this cure into an assassination by letting him bleed to death. Little John and his men escaped to Ireland to continue their war against the Normans.[ 96 ]

So many Saxons made their way to Constantinople New Rome after the Norman conquest to join the Roman Emperor’s Varangian army that they displaced the Scandinavians as the majority.[ 97 ] One of the great generals of this Varangian army had been King Harald III Hadrada of Norway (1015-1066). This means that Norway was still Orthodox. He had become the head of the Varangian army under Emperor98 Zoe (1042-1056). General Harald led his Varangians “to frequent victory in Italy, Sicily and North Africa, also penetrating to Jerusalem. In Italy and Sicily he was fighting Franks and Normans at the time they were getting ready to rid themselves of the facade of Tusculan Roman Popes (1014-1056) in favor of real Franco-Latin Popes. It is very probable that his attention had been turned for some time to the beginnings of the penetration of the Carolingian heresy into Scandinavia which may explain his frequent attempts to subjugate Denmark. In 1064 he gave up this attempt and made peace with Denmark. His invasion of England in 1066 at Eburacum was evidently an attempt to defeat the Pro-Franco-Norman party which was trying to get the upper hand among the Saxons. Evidently it was not only at the instigation of the Pro-Roman Orthodox Saxon Earl of Tostig that he undertook the invasion of England since he also had Orthodox Scots, Irish and Ebor (Yorkshire in Norman) allies who supported his invasion of England.

There can be no doubt that the Orthodox Christians of England knew very well that their Roman Papacy had been struggling against a Frankish takeover in 983-984, in 996-999, in 999-1003 and finally in 1009-1046 when turncoat Tusculanum Romans were forced upon the Papacy by the German Emperors until it became finally Franco-Latin by 1046. It is within this context that the Norman invasion of England took place with the blessings of the Lombard Pope Alexander II (1061-1073).

In any case the Saxon King Harold of West Essex met the Norwegian army at Eburacum (the Norman York) and in the ensuing battle the King of Norway was killed. However, while celebrating his victory Saxon King Harold learned that an Norman army had just landed. Without waiting for his observers to get a good look at this Norman foe, King Harold rushed with his army, fresh from his victory over the Norwegians, to meet the Normans only to be confronted with the new type of heavily armored horse and men. A phenomenon which they had yet not heard of nor could imagine.

William landed on the shores of Britain carrying the papal banner at the head of what was essentially the army of the first Crusade. Francophile Harold was quite stunned when he learned that the Lombard Pope Alexander II had given his papal blessing to William’s invasion. He took very little and very poor defensive action in the field at Hastings that day and he and his men were completely crushed.[ 99 ]

Surely Norwegian Harald was never aware that he was fighting for a so-called “Greek” or “Byzantine” emperor. He had been living and working for the Roman Empire and its Roman Emperor Zoe knowing that she and her people were Romans. With the battle of Hastings it was the turn of the Saxon, Welsh, Irish and Scot Romans to become the slaves of the Franco-Latin noblemen who were now plundering their land. All these real “Roman Catholic” Christians of England had still been praying in their Churches for theImperium Romanum whose Roman Emperor and capital were in Constantinople-New Rome which was also the headquarters of the Varangian Army in which their boys were serving.

The name “Greek” for the Eastern part of the Roman empire was inaugurated by Charlemagne in 794, as already noted. But the term “Byzantine” was established by Great Britain, France and Russia as part of their plans to break up and divide up the Ottoman Empire among them. The first plan was evidently drawn up during the meeting between Emperors Napoleon I and Alexander I floating on a raft in the river at Tilsit, Germany in 1806. The core of Napoleon’s plan was the liberation of the ancient Hellenes, now called Romans, from both their Roman conquerors and from their Turkish conquerors with one cannon shot. In other words the Neo-Hellenes will end up being slaves from the time they were conquered by the Romans and liberated by the Turks. The very same plan would be multiplied to convert all Balkan peoples who called themselves Romans.

Part of this same plan was to convince Orthodox peasants that the ancient Romans did not speak Greek, like the Romans of Patriarchate of Constantinople, but Latin. Therefore the Church of New Rome cannot be Roman. So it is in reality a Greek Church and nation just like Great Father Charlemagne always said.

In this way the agents of Russia, Britain and France swarmed over the European part of the Ottoman Empire, called the “Land of the Romans” (the Balkans), telling all who for centuries have been calling themselves Romans and getting their education in Greek, that their ethnic enemies are those from the Phanar who also call themselves Romans, but are in reality a bunch of Greeks.

26. Roman Christians and Roman Greeks

Many or most of the people now occupying the area of ancient Greece were Roman citizens since before the time of Christ. With the arrival of Christianity Roman citizens began to be divided into Roman Christians and Roman Greeks. The term “Greek” here simply meant pagan. Charlemagne’s so-called “Greek Empire” continued to call itself the Roman Empire right down to 1453 when New Rome fell to the Ottoman Turks in spite of the so-called “Greek Empire” of the illiterate Franco-Latin barbarians. So the inhabitants of Greece, as well as most Orthodox Christians of the Balkans, still were calling themselves Romans.

What is especially interesting is the fact that the Ottoman Empire continued to call the whole European part of itself Romania/Roumeli, i.e. the land of the Romans. Between 1821-36 the British, French and Russian Empires caused a small Southern tip of this Ottoman Romania to revolt and become the State of Hellas. The most basic condition for helping these Romans to revolt against the Turks was that they must also legally revolt against the Romans, i.e. against themselves and become only ancient Greeks still enslaved to Romans. In this way these Neo-Hellenes legally liberated themselves not only from the Turks but also from their Roman selves. The same was caused to happen to the rest of the Orthodox Christians within the Ottoman Empire during the process of their Balkanization. British, French and Russian propaganda caused Charlemagne’s imaginary “Greek Empire” to replace the “Roman Empire” in each linguistic identity which was obliged to accept that it had been enslaved to a “Greek Empire.” This worked fine in the case of Serbs, Bulgarians and Romanians, but not in the case of the “Neo-Hellenes.” How could one explain how “Hellenes” could be enslaved to “Greeks” when these names historically mean the same thing since they are Latin and Greek terms for the same Greek speaking people. So the problem was solved by inventing a “Byzantine Empire” and a “Byzantine people” which never existed and to which “Neo-Hellenes” had been enslaved “until liberated by the Turks.”

(TO BE CONTINUED)

by ©John S. Romanides

FOOTNOTES

[ 87 ] The exact date has been shifting from time to time.

[ 88 ] This is what the Franks themselves report in their own source as follows: “…when Duke Eudo saw that he was beaten and an object of scorn, he summoned to his assistance against Prince Charles and his Franks the unbelieving Saracen people. So they rose up… and crossed the Garonne… From thence they advanced on Poitiers…” Fredegarii, Chronica Continuationes 13, trans. J.M. Wallace Hadril (London ,1960), page 90. That Eudo was a Roman and not a Frank is clear from the fact this same Frankish source calls his son Chunoald “a beaten Roman.” Ibid., chapter 25.

[ 89 ] Islamic Law provided for the self rule of each of the Jewish and Christian societies called a Milet.

[ 90 ] I.e. a native of the Roman province Magna Graecia in Southern Italy.

[ 91 ] Migne P L, 89, 744; Mansi 12, 313-314.

[ 92 ] For documented sources of the details of murder of the Celtic and Saxon bishops and abbots and their replacement by nobles from the Frankish realms of Francia, i.e. Gallia, Germany and Italia see August Thierry ®Histoire de la conquˆte de l’ Angleterre par les Normandes¯ Paris 1843, vol 2 p 147 (1071-1072), 215-219 (1075-1076), 284, 313-314, 318, (1087-1094); vol. 3. p. 35, (1110-1138), 214-215 (1203).

[ 93 ] Ibid., vol. 2, pp.55, 66 (1068), 111, 145, 184 (1070-1072), 215 (1075-1076), 240-242 (1082), 313-316 (1088-1089); vol. 3, pp. 35, 44, 47 (1110-1140).

[ 94 ] Ibid., vol. 2, pp. 232, 236 (1080); vol. 3, pp. 27, 36-37, 39 (1110-1138), 55 (1141-1142); vol. 4, p. 349 (1387).

[ 95 ] Ibid., vol. 2, p. 315.

[ 96 ] 1189-1194. Accuse des ballades qui nous ont été conservées ne raconte la mort de Robin Hood; la tradition vulgaire est qu’il périt dans un convent de femmes; où un jour, se sentant malade, il était allé demander des secours. On devait lui tirer du sang, et la nonne qui savait faire cette opération, ayant reconnu Robin Hood, la pratiqua sur lui de manière à le tuer. (Percy’s Reliquides of Ancient English Poetry, vol. I, p.198, 6e cdd.)
Ce récit, qu’on ne peut ni affirmer ni contester, est assez conforme aux moeurs du XIIe siècle; beaucoup de femmes dans les riches monastères, s’occupaient alors à étudier la médicine, et à composer des remèdes qu’elles offraient gratuitement aux pauvres. De plus, en Angleterre, depuis la conquête, les supérieures des abbayes et la plus grande partie des religieuses étaient d’extraction normande, ainsi que le prouvent leurs statuts, rédigés en vieux français (Regula monialium Beatae Mariae de Sopwell, in auctuario, additamentor, ad Matth. Paris, t I,p. 261): cette circonstance explique peut-être comment le chef des bandits saxons, que les ordonnances royals avait mis hors la loi, trouva des ennemis dans le couvent où il était allé chercher assistance. Après sa mort, la troupe dont il était le chef et l’âme se dispersa; et Petit-Jean, son fidèle compagnon, désespérant de se maintenir en Angleterre, et poussé par l’envie de continuer la guerre contre les Normands, se rendit en Irlande, où il prit part aux révoltes des indigènes Ainsi fut dissoute la dernière troupe de brigands anglais qui ait eu un objet et un caractère politique, et qui mèrite par là une mention dans l’histoire.

[ 97 ] See G. Ostrogorsky, “History of the Byzantine State,” New Brunswick, New Jersey, 1957, p. 293.

[ 98 ] Roman women rulers bore the title “Emperor” never Empress.

[ 99 ] David Howarth, “1066 The Year Of Conquest,” 1978 Viking Press.

Posted in ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ | Tagged , , , | Leave a comment

«Κάθε κορφή και φλάμπουρο, κάθε κλαδί και κλέφτης…» (δημοτικό τραγούδι)

Από τη γέννηση, του το Ελληνικό Κράτος παρουσίαζε μια «βυζαντινή» ιδιαιτερότητα. Σαν συνέχεια μιας μακράς παράδοσης των αυτόνομων διοικητικά επαρχιών , των βυζαντινών Θεμάτων, αυτόνομων πολιτικά και στρατιωτικά, με ελάχιστη εξάρτηση από το κέντρο της Αυτοκρατορίας, κάτι που ελάχιστα διατάραξε η Οθωμανική Τουρκία που κατέλαβε μετέπειτα τις βυζαντινές επαρχίες, στην Ελλάδα ανθούσε ο τοπικισμός.

Κατηγορήθηκε βάναυσα η άρνηση και αντίσταση των κατοίκων των, με κάθε φορά διαφορετικό διοικητικό όνομα, επαρχιών –περιφερειών της επαρχίας και των νησιών της Ελλάδας να ενταχθούν και να υπακούσουν πλήρως σε ένα υδροκέφαλο κράτος  που κυβερνούσε από μακριά με μια δημοσιοϋπαλληλική ιεραρχία παντελώς ξένη με τα συμφέροντα αλλά και τις ανάγκες του κάθε τόπου ξεχωριστά.

Πολλές φορές λοιδωρήθηκαν τα «τοπικά συμφέροντα» τα οποία λειτουργούσαν επιβαρυντικά για τον «κοινό καλό» και το ελληνικό κράτος έτρεμε από την γένεσή του για πιθανές αποσχιστικές τάσεις περιοχών της χώρας που είχαν διαφορετική παράδοση και γλωσσικά ιδιώματα και καμιά φορά ακόμα και γλώσσα.

Ποτέ στην Ελλάδα δεν προτάθηκε αλλά ούτε και σχεδιάστηκε ένα μοντέλο σαν –ας πούμε – της Ελβετίας με τα καντόνια ή ακόμα και των ΗΠΑ με τις ημιαυτόνομες στην ουσία Πολιτείες τους.

Και έτσι πορεύτηκε το Ελληνικό Κράτος.

Πάντα η Επαρχία συντηρούσε ένα υδροκέφαλο κέντρο.

Έστελνε τα υλικά αγαθά και τους ανθρώπους της.

Την ξέσκισαν οι κυβερνήσεις .Την λεηλάτησαν. Της συμπεριφέρθηκαν σαν να ήταν υπόδουλη στο Κέντρο, λοιδώρησαν τους κατοίκους της σαν «βλάχους αμόρφωτους χωριάτες και βοσκούς » ή «αγράμματους ψαράδες και ναυτικούς».

Ξέχασαν οι περισσότεροι κυβερνώντες ή ανώτεροι δημοσιουπαλληλίσκοι, γενικοί γραμματείς ή φαρισαίοι ότι κι εκείνοι δεν μεγάλωσαν στο δάσος της Βουλώνης.

Από την αρχή έτσι στήθηκε το ελληνικό κράτος.

Σχετίζεται απόλυτα με το ότι μετά την ίδρυση τους ελληνικού κράτους εκείνοι που έπιασαν τα πόστα της διοίκησης ήταν οι «Ετερόχθονες» οι μορφωμένοι του εξωτερικού Έλληνες και όχι οι «αυτόχθονες» δλδ εκείνοι που σήκωσαν τουφέκι στην Επανάσταση.

Και έτσι τραβά το βιολί χρόνια.

Άφησαν την περιφέρεια της χώρας στη μοίρα της. Χωρίς σχολεία, νοσοκομεία, συγκοινωνία , αλλά τρεφόντουσαν από τις σάρκες της.

Την ερήμωσαν. Την εγκατέλειψαν στα χέρια λίγων γενναίων που έμειναν πίσω στα χώματα της και πάλευαν να επιβιώσουν. Δεν είχε αξία γι΄αυτούς για πολλά χρόνια.

Ξαφνικά την θυμήθηκαν.

Αμέσως  τα νησιά γίνανε οικόπεδα για εξοχικά και τα βουνά οικόπεδα για χιονοδρομικά κέντρα. Πάλι απ΄ την Μεγάλη Πόλη τα σχέδια, δεν ρώτησαν κανέναν  ντόπιο.

Δρόμοι, αεροδρόμια φτιαγμένα όπου νάναι, ό,τι νάναι στα παλιά τους τα παπούτσια τί λέγανε οι άνθρωποι που μένανε εκεί.

Σημασία είχε η «αξιοποίηση» των περιοχών που οι σφουγγοκωλάριοι θεωρούσαν  νταμάρι για πούλημα.

Και έτσι βήμα –βήμα φτάσαμε στο τώρα, στον απόλυτο πάτο.

Και πάλι τα ίδια.

Κάτσανε κάτω τα μεγάλα κεφάλια και επί χάρτου μοιράσανε την Ελλάδα, την ελληνική επαρχία γιατί η Αθήνα δεν έχει και τίποτα να μοιράσεις, κόλαση επί της γης είναι, και αποφασίσανε αλλού τουρισμός χλιδάτος , αλλού ενέργεια, αλλού μέταλλα, χωρίς να ρωτήσουνε κανέναν απ΄αυτούς που ζουν εκεί.

Σαν να μην ζει άνθρωπος σ΄αυτά τα μέρη.

Σαν να θέλουν να μην ζει άνθρωπος σ΄αυτά τα μέρη.

Και τώρα έρχονται οι αγοραστές να πάρουν την πραμάτεια τους.

Δικιά τους είναι άσχετο αν με τα δικά μας τα λεφτά –επιδοτήσεις και δάνεια με εγγυήσεις Δημοσίου- τα παίρνουν κοψοχρονιά.

Μια έκπληξη όμως τους περίμενε. Δεν τους είχαν πει οι καρεκλοκένταυροι ότι στα Μεγάλα Χωράφια που αγοράσανε υπάρχουν και Άνθρωποι.

Άνθρωποι ζωντανοί που κατοικούν εκεί, είναι ο Τόπος τους, ζούν από και με τη γης και τη θάλασσα, τα βουνά, τα ζώα , τα πουλιά, τα σπαρτά.

Εκεί η γής, ο τόπος, η πατρίδα είναι χειροπιαστά. Απλώνεις το χέρι και πιάνεις μια χούφτα γης μες τη γροθιά σου. Βουτάς το χέρι και χαιδεύεις τη θάλασσα. Σηκώνεις τα μάτια και κοιτάς απευθείας τον ουρανό. Κάθεσαι το βράδυ στο μπαλκονάκι και μιλάς με το γείτονα, κάνεις έναν περίπατο και μιλάς στο φίλο.

Πατρίδα. Αυτό είναι η πατρίδα.

Δεν το φαντάζονταν οι Σχεδιαστές της Ανάπτυξης ότι υπάρχει πατρίδα, ζούν στη Μεγάλη Πόλη , εκεί δεν υπάρχει τόπος, ο Τόπος σου. Μόνο τα φράγκα είναι  η πατρίδα σου στη Μεγάλη Πόλη.

Δεν θα ξεμπερδέψουν εύκολα με τους χωριάτες και τους νησιώτες.

Αυτοί δεν διαδηλώνουν σαν τους ανέστιους κατοίκους των μεγαλουπόλεων για το μισθό και την σύνταξη, άυλο χρήμα που κανείς δεν ξέρει ποιος το τυπώνει και πού.

Οι βουνίσιοι, οι νησιώτες, τον πλούτο που πάνε να τους αρπάξουνε τον έχουνε χειροπιαστό. Είναι δικός τους. Και κανένας μεγαλοεπενδυτής δεν θα τους τον αρπάξει εύκολα.

Στα νησιά , στα βουνά, στα χωριά, στις κωμοπόλεις κρύβεται η τελευταία ελπίδα Αντίστασης στον οδοστρωτήρα που ήρθε.

Η τελική και ολοκληρωτική αντίσταση.

Αγώνας σκληρός και με αμφίβολο νικητή.

Αλλά είναι σίγουρο ότι θα γίνει από τη μιά γωνιά της Ελλάδας μέχρι την άλλη.

Θα ανεμίσουν ξανά τα μπαϊράκια περήφανα στον αέρα.

Στα σίγουρα.

Σοφία Λαμπίκη

PAGAN  http://tvxs.gr/

Posted in ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ | Tagged , , , , , , , | Leave a comment

The Electoral Battle Between Corporationism and Empiricism

Obama’s data-driven approach may decide today’s race—and determine the future of the G.O.P.

By Jack Hitt/2012

Throughout the race, the two candidates have been acting as if the real fight has been between two visions of America. That’s true as far as it goes. But it’s also been a race between two different styles—the corporate sense of the world versus a kind of detached academic style. And deep below even those surface impressions are two very different understandings of how to win votes and influence people.

From the beginning, Romney has worked the campaign trail as a corporate manager. He has run on the metaphor of “the turnaround guy” all year, which is apparent not only in his sloganeering but in the syntax and style of his talk. In the third debate, for instance, his opening gambit on foreign policy was something right out of a board meeting. He cited his experts: “A group of Arab scholars came together, organized by the U.N., to look at how we can help the—the world reject these—these terrorists.” And then he set down his bullet points. “One, more economic development. . . . Number two, better education. Number three, gender equality. Number four, the rule of law. We have to help these nations create civil societies.” All he lacked was a whiteboard and a plastic platter of Danish pastry.

Then Obama continually would turn his comments to very specific anecdotes, clearly aimed at affecting a narrow group of voters. 

When discussing Israel early on, here was Romney’s pitch: “When I’m president of the United States, we will stand with Israel.” Then he said: “I laid out seven steps.”

Obama pivoted away from the Big Sell, getting quite personal on the issue of Israel: “When I went to Israel as a candidate, I didn’t take donors, I didn’t attend fundraisers, I went to Yad Vashem, the—the Holocaust museum there, to remind myself the—the nature of evil and why our bond with Israel will be unbreakable. . . . And then I went down to the border towns of Sderot, which had experienced missiles raining down from Hamas. And I saw families there . . .”

Over and over, we heard Romney speak in large, round salesmanlike terms, while Obama spoke with cunning specificity.

On China:

Romney: “China has an interest that’s very much like ours in one respect . . .”

Obama cited a specific fight: “We had a tire case in which they were flooding us with cheap domestic tires . . .” 

Hello, Ohio. In fact, hello, tire-manufacturing belt running from Cleveland south on I-77 to Akron. 

On Detroit:

Romney: “I like American cars. And I would do nothing to hurt the U.S. auto industry.” 

Obama: “You were very clear that you would not provide government assistance to the U.S. auto companies even if they went through bankruptcy.” And: “Governor, the people in Detroit don’t forget.”

Again, hello, Toledo and on down I-75, where a number of automobile-assembly plants are located.

The reality is that Obama’s anecdotes didn’t come out of nowhere.They were the product of years of analytical research, which have defined this race. Sasha Issenbergchronicles the rise of Moneyball-style statistics in politics in his new book, Victory Lab.And he shows that politicians have moved way beyond the kind of Frank Luntz focus-group research that microtargeted, say, gun-rack-pickup-driving, beer-drinking rural whites, or churchgoing Latinos in upscale suburbs, etc. Today’s analytics go much further and work differently. It’s one thing to know who’s who in great detail. But the new science employs ongoing experiments to see precisely which forms of media and which lines of text are more likely to move them from one candidate to another, or to motivate them to actually get up from their sofas on this magic Tuesday and vote.

This science is fairly new. It got its start at places like Yale University, where Donald Green and Alan Gerber first looked at the massive communications tangle of politics—robocalls, emails, letter campaigns, door-to-door visits, TV ads, radio ads, stadium speeches, television debates—and wondered whether anyone had empirically tested whether any of it worked. So they started doing the political equivalent of double-blind, placebo-controlled experiments.

The basic method researchers employ is to send different mailings or ads to different voters, then call them up to see how many have changed their minds. If they observe a statistically significant shift, the next round of ads can drill into ever-subtler lines and approaches. 

This kind of work has revealed that certain lines of text targeted to a microniche of voters in a certain neighborhood are more likely to win over voters or motivate them than different lines of text in another neighborhood, even one right nearby. It has also famously determined that if, for example, you put a notice on voters’ doors arguing that they should vote on an upcoming environmental referendum because (a) it’s good for their children, or (b) because it’s the moral thing to do, or (c) because you noticed that their neighbors voted in the previous election but they did not, then (c) is far more likely to motivate people to get to the polls. 

This year’s presidential race showed Obama to be more skillful at deploying the new knowledge than Romney. For instance, during the Republican primary, Romney mentioned “self-deportation” during one of the debates in Florida, leading him to be ridiculed by Newt Gingrich and others. The term was coined by Kansas secretary of state Kris Kobach, the common author of extreme immigration measures passed in Arizona, Alabama, and South Carolina. It plays extremely well among a certain class of Republican voters. But in the world at large, it didn’t go over so well. The beatdown Romney received for using the term—even from his own party—was so severe that he hasn’t uttered it since. This is what happens when you use the hunch or the American Enterprise Institute cocktail party, instead of science, to field test something.

Obama has used test-and-refine empiricism throughout the campaign. By mining microniches early on, his team was able to develop its marketing strategy much sooner than Romney’s was. A source inside the administration told me that they were making cheap blanket ad buys back when Romney was still getting dusted by Herman Cain and Donald Trump. Other sources suggested to me that Romney’s team uses a very old-school, centralized model—again, a corporate model—to make its buys. This meant they were much more flexible but were buying later, when ads had become more expensive. So, when you read that Romney spent much more money than Obama, part of the explanation is that he had to in order to keep up, because of poor campaign planning.

Obama’s empiricism is the product of academics and social scientists. Issenberg’s book explores this mostly hidden claque, which goes by the Onion-friendly name the Analyst Institute. Romney, by contrast, even if he is generating similarly rich findings, is deploying them as thought they were corporate marketing data. He’s the grand pitchman of the conservative brand, focused on ramping up turnout largely among white men. (Imagine Frank Perdue on TV, but instead of chicken, he’s selling comfort-food whiteness.)

That’s what’s on the ballot: the power of business marketing versus academic, statistic empiricism.

If Obama wins Florida, Ohio, and Virginia by slim margins—and therefore wins the election—you can bet that the  Republican Party will do more to change than merely reconfigure its messages to Latinos and women. It will completely overhaul its campaign machinery.

During presidential races, neither party can ever resist calling out old stereotypes about each other. We hear the same shorthand every four years: Democrats call Republicans a bunch of corporate whores; Republicans call Democrats a bunch of dopey intellectuals. This year, even on the least visible levels, that is indeed the race.

SOURCE harpers

Posted in News and politics | Tagged , , , , , | Leave a comment