HEBREW AND ARABIC ARE ANCIENT HELLENIC DIALECTS (D)

(BEING CONTINUED FROM 4/8/2013)

image

image

image

image

image

image

image

image

image

(TO BE CONTINUED)

Posted in Books | Tagged , , , , , , , , | Leave a comment

ΔΙΑΦΟΡΑΙ ΕΡΜΗΝΕΙΑΙ ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΑΛΦΑΒΗΤΩΝ 1

 

1)Από την συλλαβικήν ελληνικήν γραφήν εις το ελληνικόν αλφαβητικόν σύστημα

Δ. ΟΝΟΜΑΤΟΘΕΣΙΑ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ – ΜΕΤΑΓΡΑΦΗ ΕΙΣ ΤΟ ΑΛΦΑΒΗΤΙΚΟΝ ΣΥΣΤΗΜΑ ΓΡΑΦΗΣ

Είμεθα πλέον έτοιμοι να γράψωμεν την ονοματοθεσίαν των γραμμάτων του αλφαβή­του εις την Γραμμικήν συλλαβικήν Γραφήν και να μεταγράψωμεν κατόπιν τα ονόματα αυτά εις το άλφαβητικόν σύστημα της Καδμηίου Δωρικής «γραμματικής».

Προκύπτουν εκπληκτικά συμπεράσματα:

α) Ασφαλώς πρόκειται δια νέα ονόματα, τα οποία δεν ταυτίζονται εν πολλοίς με καμμίαν άλλην προτέραν λέξιν, ενώ συγχρόνως αι ρίζαι των ονομάτων των γραμμάτων είναι σαφώς ελληνικαί, ως είναι λογικόν, με πρόσθεσιν μιας ως επί το πλείστον παραγωγικής ουδετέρας καταλήξεως -τα (όπως λέγομεν γράμμα, γράμμα-τα).

β) Η μουσική (μακρά βραχεία διάρκεια φωνηέντων, τόνος – ύψος φωνής) όπως και τα μαθηματικά συνυπάρχουν εις την ελληνικήν γλώσσαν (το τρισυπόστατον του αλφα­βήτου). Όταν, ως προείπομεν, ο Παλαμήδης επενόησε και τους αριθμούς, ασφαλώς εταύτισε τούτους με τα γράμματα (μέχρι τότε ήτο η μονάς Ι, η δεκάς -, και η εκατοντάς 0, εκ των οποίων προέκυπτε όλη η αρίθμησις έως το 999). Καθώς δε τα γράμματα αντιπροσωπεύουν και αριθμούς, δεικνύομεν, ότι ο πυθμήν του λεξαρίθμου του ονόματος εκά­στου γράμματος επαληθεύει την θέσιν του και η ονομασία του συνδυάζεται βάσει μη­χανισμού συσχετίσεως, του οποίου το αποτέλεσμα ανιχνεύομεν ευθύς αμέσως:

Θέσις 1η: (A) a-ra-pa = αλφα, εκ του a-re-pe = αλφείν, απαρέμφατον αορίστου β’ του ρήματος αλφά-νω = παράγω, αποκτώ. Λέγομεν σήμερον: τα τιμ-αλφή (τιμή + αλφείν) κοσμήματα. Παρέμεινεν αμετάβλητον, χαρακτηρίζον την εξεύρεσιν του αλφαβήτου. Αξία α (βραχύ και μακρόν) και εε (ε μακρόν). Πιθανή επίσης παραγωγή του εκ του e-re-pe = ερέφειν, απαρεμφάτου του ρήματος ερέφω = στεγάζω. Σήμερον λέγομεν: όροφος, ορο­φή. Εις τούτο συντείνει η εξέλιξις του συμβόλου του Δίσκου της Φαιστού και της ιερο­γλυφικής της Κρήτης, πού δείχνουν κατοικία […] […], το οποίον εις την ΓΓΑ γίνεται […] και εις την ΓΓΒ γίνεται [Α]. [Από σελ. 12374: Προκύπτει όθεν, ότι το μακρόν ε, το οποίον εγράφετο [Α] εις την Γραμμικήν Γραφήν Β, κατά την μετάβασιν έλαβε το σχήμα Α (και την ονομασίαν άλφα) με αξίαν α και ε μακρού. Ενώ το βραχύ ε καθώς και το ει κατά την μετάβασιν εδηλώθη με το Ε (4).]

Πυθμήν = 1 ως εξής: Α+Λ+Φ+Α = 1+30+500+1 = 532 είναι ο λεξάριθμος του ονόματος. Ως πυθμήν νοείται το υπόλοιπον απομένον εκ των αφαιρουμέ­νων εννεάδων ή το αποτέλεσμα της προσθέσεως των ψη­φίων του λεξαρίθμου έως ότου προκύψη μονοψήφιος αριθμός: 5+3+2 = 10 –> 1+0 = 1.

Θέσις 2α: (Β) we-ta = BETA. To σύμβολον της ΓΓΒ δια την γυναίκα είναι wo = […]. Αι λέξεις βανά, femme, καθώς και γονή, γυνή, woman αναφέρονται εις την γυναίκα. Το Β επίσης γράφεται […], από το […]=we.

Πυθμήν = 2 ως εξής: Β+Ε+Τ+Α = 2+5+300+1 = 308, ο λεξάριθμος του ονόματος. Οπότε ό πυθμήν: 3+0+8 = 11 –> 1+1 = 2.

Θέσις 3η: (Γ) ka-ma-ta = ΓΑΜΤΑ, εκ του ka-me-e = γαμέειν, γαμείν. Εξ αφομοιώσεως του Τ εις Μ εξηγείται το δεύτερον Μ του ΓΑΜΜΑ, όπως κατέληξεν εις το κλασσικόν αλφάβητον. Εις την αρχαίαν Ινδικήν (Σανσκριτικήν) υπάρχει η λέξις kama = επιθυμία, σαρ­κική ένωσις (kama loka, kama sutra).

Πυθμήν = 3 ως εξής: Γ+Α+Μ+Τ+Α = 3+1+40+300+1 = 345 ο λεξάριθμος του ονόματος. Ο πυθμήν: 3+4+5 = 12 –> 1+2 = 3.

Θέσις 4η: (Δ) de-wa-ta = ΔΕΛFΤΑ. Εξ απαλοιφής του F κατέληξε ΔΕΛΤΑ εις το κλασσικόν αλφάβητον.

Καθ’ Ησύχιον δέλτα = αιδοίον γυναικείον. Το σχήμα της ήβης του σώματος της γυ­ναικός είναι ανεστραμμένον δέλτα V. Εμφανίζεται ως σύμβολον εις τον δίσκον του Φαι­στού καθώς και εις τον αμφορέα του Ορχομενού. Η μήτρα της γυναικός επίσης έχει όμοια σχήμα και ονομασίαν: ΔΕΛΦΥΣ. Εις την αρχαίαν Ινδικήν deva = θείον ον. Οι Δελ­φοί δε ως ομφαλός της Γης είναι η μήτρα των θείων όντων. Υπενθυμίζεται, ότι εις την ΓΓΒ παραλείπεται το σύμφωνον προ του w: ko-wo = κόρFος (κούρος μεταγενέστερον).

Πυθμήν = 4 ως εξής: Δ+Ε+Λ+F+T+A = 4+5+30+6+300+1 = 346 –> 3+4+6 = 13 –> 1+3 = 4.

* Πιθανώς επίσης ή σειρά των Β,Γ,Δ να προήλθεν εκ του χειλικοϋπερωικοΰ q (ηχηρά ως δασέα): qa=BA, ΓΑ, qe = BE, ΔΕ.

Θέσις 5η: (Ε) e = Ε, ως φωνήεν αρχικόν γράμμα της λέξεως έ-μμεναι = εί-ναι, απα­ρεμφάτου του ρήματος ειμί = είμαι, υπάρχω. Εδήλωνε, ως προείπομεν, εις την Καδμήιον Δωρικήν «γραμματικήν» το ε βραχύ και τον δίφθογγον ει. Εις το κλασσικόν αλφά­βητον έχει την ονομασίαν ει. Εκόσμει την προμετωπίδα του ναού του Απόλλωνος εν Δελφοϊς.

Έλαβε την πέμπτην θέσιν εν τω αλφαβήτω και την αριθμητικήν αξίαν Ε = 5.

Θέσις 6η: (F) wa-wo-ta = FAFOTA εκ της λέξεως wa-wo = FaFos = αώς (ηώς – έως) = φως πρωινόν. Κατόπιν απλοποιήσεως έλαβε την όνομασίαν FAF =βαυ, και, αποβληθέντος του F εκ του αλφαβήτου, παρέμεινε ως αριθμητικόν με την ονομασίαν δίγαμμα ομοιάζον με διπλούν Γ, άλλα και διότι 2xΓ = 2×3 = 6 = F. Συναφές: FαFέλιος = αέλιος = ήλιος.

Πυθμήν = 6 ως εξής: F+A+F+O+T+A = 6+1+6+70+300+1 = 384 ο λεξάριθμος του ονό­ματος, και ο πυθμήν του 3+8+4 = 15 –> 1+5 = 6.

Θέσις 7η: (Ζ) ze-ta = ΖΕΤΑ, εκ του za-we = ζάειν = ζην (ΖΕΝ). Εις τον αμφορέα της Ελευσίνος εμφανίζεται η λέξις zo-wa = ζωά = ζωή.

Πυθμήν = 7 ως εξής: Ζ+Ε+Τ+Α = 7+5+300+1 = 313 –> 3+1+3 = 7.

Θέσις 8η: (Η) he-ta = ΗΕΤΑ, εκ του he-ro = ήρως, έρως κατά Πλάτωνα («Κρατύλος»).

Πυθμήν = 8 ως εξής: Η+Ε+Τ+Α = 8+5+300+1 = 314 –> 3+1+4 = 8.

Το γράμμα [Α] της ΓΓΒ ως ε μακρόν εγέννησε το Α, ως ε βραχύ εγέννησε το Ε και ως ε δασύ εγέννησε το Η (βλέπε πίνακα 2). Εις την Ιωνικήν, όπου δεν εγράφετο δασύ πνεύμα, με Η απεδόθη το ανοικτόν α, δηλαδή το μακρόν α (και το μακρόν ε), καθώς με Ω απεδόθη το ανοικτόν ο, δηλαδή το μακρόν ο.

Θέσις 9η: Θ te-ta = ΘΕΤΑ, εκ του te-e = θέειν, απαρεμφάτου του ρήματος θέω = τρέ­χω με το σχήμα του τροχού και την συναφή έννοιαν του θεού κατά Πλάτωνα. Την λέξιν θεός δε ό Ηρόδοτος έτυμολογεί εκ του θέτω. Αλλ’ εις τον αμφορέα της Ελευσίνος υπάρ­χει το ρήμα ti-to = τίθω = θέτω, ομοίας ρίζης με το όνομα του ενάτου γράμματος του αλφαβήτου.

Πυθμήν = 9 ως έξης: Θ+Ε+Τ+Α = 9+5+300+1 = 315 –> 3+1+5 = 9.

Αν αύται είναι αι ονομασίαι παραγωγής των γραμμάτων, τότε καταφαίνεται εκ της πρώτης εννεάδος των γραμμάτων του αλφαβήτου ο υψηλός νοηματικός στόχος των νο­μοθετών:

Αλφείν Βανά Γαμείν Δελφύν Είναι Αώς Ζάειν Ηέρως Θέειν.

Ο κώδιξ της ζωής του ανθρώπου επί Γης κατά την Ελληνικήν Κοσμοθέασιν, ως είναι διατυπωμένη εις τα εννέα πρώτα γράμματα του Ελληνικού αλφαβήτου:

Να αποκτήσης γυναίκα, να ενωθής δια γάμου, εις μήτρα να φέρης ύπαρξιν, φως πρωινόν, να ζήση ζωήν ως ήρως με έρωτα προς θέωσιν.

Με τα Μαθηματικά ως αληθή νόμον, αναλλοίωτον, αιώνιον κανόνα ενθέσεως της νοη­τικής συλλήψεως εις το ορατόν πεδίον οι Έλληνες ενεφάνισαν το όργανον του πολιτι­σμού, την Γραφήν δια του Αλφαβήτου, ως σύζευξιν Ουρανού και Γης, Ανδρός και Γυ­ναικός, Σκέψεως και Πράξεως.

Δεν είναι τυχαίον, ότι οι πολέμιοι του πολιτισμού των Ελλήνων διεστρέβλωσαν και διέφθειραν το νόημα όλων αυτών των λέξεων – εννοιών. Μία δράξ εκμαυλιστών της ανθρωπότητος τότε και τώρα παρασύρουν τους αδαείς εις την αποδόμησιν του ναού του Λόγου.

Του Αναστασίου Στάμου

(«Δαυλός», τ. 198, Ιουν. 1998, σελ. 12363-77)

Σελ. 12375-77:

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

(3) Οι ημέτεροι «γλωσσοδιορθωταί» του Παιδαγωγικού Institutum θεωρούν σωστότερον να γρά­φουν το Γάμμα με ένα μ, το Κάππα με ένα π, το λάβδα ως λάμντα κ.τλ. Η παρούσα μελέτη δεικνύει την τεραστίαν σημασίαν της ορθής αναγραφής των. Δεν είναι απλώς λόγοι ιστορικοί, παραδόσεως και συνεχείας, δια τους οποίους πρέπει να εμμένωμεν, αλλ’ όστις παραλλάσσει την Ελληνικήν Γλώσσαν, στερεί από τον εαυτόν του και τους συνέλληνας το φως του λόγου, την διαύγειαν της νοή­σεως.

(4) Εις το αλφάβητον της άκρως συντηρητικής Αγγλικής γλώσσης παρέμεινε το Α ως έϊ και το Ε ως εί, τις οίδε άπό πότε και υπό ποίων Ελλήνων οικιστών της Αλβιόνος και της Ίριδος, και ποίαν παράδοσιν φερόντων.

(5) Κατά την ανάγνωσιν της λέξεως ku-su-ro της ΓΓΒ οι μη γνωρίζοντες τους κανόνας, δηλαδή οι ημιμαθείς, προέφερον αντί του ορθού «ξύλον» το λανθασμένον «κούσουρο», όπερ παραμένει ως σή­μερον: κούτσουρο – κουσούρι. Ούτως ή «δημοτική» γλώσσα, δηλαδή ή άνευ κανόνων, ως έτυχεν, μη λογία απόδοσις της ελληνικής γλώσσης, έχει ιστορίαν αρχαιοτάτην, η οποία βεβαίως δεν εδίχαζε τους ανθρώπους· απλώς υφίστατο ως διάλεκτος. Τι σχέσιν όμως έχει η πρόοδος με την έπιβολήν της (1977); Διότι ενεταφίασαν την καθαρεύουσαν, δηλαδή τον συνδετικόν κρίκον της καθομιλουμένης μετά της κλασσικής των αρχαίων πνευματικών μας στηριγμάτων. Μόνον εχθροί μισούντες την ελληνικήν γλώσσάν τε και το ελληνικόν έθνος ηδύνατο να διαπράξουν τοιούτον έγκλημα.

 

2)Το θείον Ελληνικόν Αλφάβητον

Στάμος Καραμούζης

Επιχειρησιακός σύμβουλος συστημάτων πληροφορικής

(Εκδόσεις Γεωργιάδη, Αθήναι 2001. (σελίδες 542))

Τα πράγματα τοις γράμμασι μεμιμημένα (Πλάτων, «Κρατύλος»)

ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ

Δια της παρούσης ερεύνης επιχειρείται η αποκωδικοποίηση των γραμμάτων/στοιχείων του αλφαβήτου και των λέξεων της Ελλη­νικής γλώσσας, όχι υπό του φιλολογικού ή ιστορικού πρίσματος, αλλά υπ’ αυτού του τεχνολογικού.

Η Ελληνική γλώσσα αποτελεί ένα κολοσσιαίο επιστημονικό και τεχνολογικό επίτευγμα ανθρώπων υψίστης διανοίας, το οποίο τε­χνηέντως υποκρύπτεται ή υποβαθμίζεται. Μέχρι σήμερα η Ελληνι­κή γλώσσα έχει διερευνηθεί και μελετηθεί κυρίως υπό γλωσσολό­γων, ιστορικών και φιλολόγων. Ελάχιστα έχει μελετηθεί υπό τεχνικών και τεχνολόγων, προκειμένου να αναδειχθή το τεχνολογικό μεγαλείο της. Υπό το πρίσμα μιας τέτοιας ανάλυσης και μελέτης, η ανθρωπότητα θα μείνη έκθαμβη για μία ακόμη φορά, καθώς το πλήθος των τεχνολογικών πληροφοριών, οι οποίες εμπεριέχονται εντός των γραμμάτων και των λέξεων της Ελληνικής γλώσσας, είναι αμφίβολο αν μπορούν να κατανοηθούν, λόγω ελλείψεως αντιστοίχων γνώσεων.

— Έκαστο γράμμα εκφράζει συγκεκριμένο ήχο και εικόνα, άρα μεταδίδει συγκεκριμένη πληροφορία.

— Το όνομα κάθε γράμματος, αποκωδικοποιούμενο με βάση την προηγούμενη απόδειξη, εκφράζει την φύση εκάστου των γραμμά­των/στοιχείων.

— Το σύνολο των γραμμάτων του Ελληνικού Αλφαβήτου και δια της δεδομένης σειράς την οποία κατέχουν, εκφράζουν ένα σύνο­λο πληροφοριών με πλήρη νοηματική συγκρότηση και συνέχεια, δηλ. υποκρύπτουν κάτι.

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

1. Αντί προλόγου

2. Αφρο-Σημιτισμός ή Νέγρο-Εβραϊσμός

3. Οι Ινδοευρωπαίοι

4. Ινδοευρωπαϊκή Ομογλωσσία και Ομοεθνία

5. Σαρακατσάνοι

6. Το Ελληνικόν Αλφάβητον

7. Η τεχνολογική προσέγγιση

8. Τι μάς λέγει η Κυβερνητική

9. Οι διαδοχικοί πολιτισμοί

10. Η απώλεια της επαφής με την φύση

11. Γλώσσα και Πληροφορία

12. Τοις γράμμασι μεμιμημένα

13. Η φθογγογένεση και τα γράμματα

14. Πυθαγόρας, ο Μέγας Διδάσκαλος

15. Πυθαγόρας και Ελληνικόν Αλφάβητον

16. Τρόπος κατασκευής του γεωμετρικού προτύπου

17. Το άστρο της Βεργίνας

18. Ιερά Τετρακτύς

19. Η διπλή Ιερά Τετρακτύς

20. Η τρίτη κίνηση της Γης

21. Το θεώρημα της Χρυσής Τομής

22. Η επίπεδος πολυγωνική σπείρα του Πυθαγόρου

23. Η Πυθαγόρειος επίπεδος πολυγωνική σπείρα (σχέδιο)

24. Γιατί ο Θεόδωρος σταμάτησε στην τετρ. ρίζα του 17

25. Κύκλος συγκέντρωσης των χρυσών τομών της Τετρακτύος

26. Εμπεδοκλής και Κυβερνητική

27. Τι είναι όμως Κυβερνητική;

28. Ο Σφαίρος του Εμπεδοκλέους

29. Ο Σφαίρος του Εμπεδοκλέους (σχέδιο)

30. Ανακεφαλαίωση

31. Το δωδεκάεδρον ως αριθμός του σύμπαντος

32. Λεπτομέρεια του δωδεκαέδρου

33. Πυθαγόρας και LAO TSEU

34. THAI CUC

35. Το δωδεκάεδρον ως αριθμός του σύμπαντος / THAI CUC

36. THAI CUC – YI KINH

37. Τα γράμματα και η σημασία τους

38. Διαμόρφωση κατάταξης των γραμμάτων

39. Πίνακας διαμόρφωσης κατάταξης των γραμμάτων

40. Γεωμετρικά πρότυπα των γραμμάτων

41. Η μέθοδος

42. Τεκμηρίωση

43. Άλφα

44. Βήτα

45. Γάμμα

46. Δέλτα

47. Έψιλον

48. Περί του εν Δελφοίς Ε

49. Δίγαμμα

50. Ζήτα

51. Ήτα

52. Θήτα

53. Ιώτα

54. Κάππα

55. Λάμβδα

56. Μυ

57. Νυ

58. Ξυ

59. Όμικρον

60. Πι

61. Ρω

62. Σίγμα

63. Ταυ

64. Ύψιλον

65. Φι

66. Xι

67. Ψι

68. Ωμέγα

69. Αποκωδικοποίηση των γραμμάτων

70. Τα γράμματα αποκαλύπτουν την σημασία τους

71. Το υποκρυπτόμενο νόημα του Ελληνικού Αλφαβήτου

Η ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ

[σελ. 69]

Σεβαστέ αναγνώστη, άραγε, έχεις ποτέ σκεφθεί, έχεις ποτέ διερωτηθεί:

1. Γιατί τα γράμματα του Ελληνικού αλφαβήτου έχουν το σχήμα αυτό το όποιο έχουν; Ήταν δυνατό να είχαν άλλο σχήμα, διαφορετικό;

2. Γιατί τα ονομάζουμε με αυτά τα ονόματα; π.χ. Άλφα, Βήτα, Δέλτα, κ.λπ. Ήταν δυνατόν να ονομάζονταν με άλλα ονόματα;

3. Το σύμβολο π.χ. Δ, μπορούμε να το ονομάσουμε Κάππα, και γιατί Ναι ή Όχι;

4. Ήταν δυνατόν τα γράμματα να είχαν άλλη σειρά εντός του αλφαβήτου, διαφορετική απ’ αυτή την οποία έχουν;

Σ’ αυτά και πολλά άλλα παρόμοια ερωτήματα στοχεύει να απάντηση αυτή ή έρευνα.

Η μελέτη της Ελληνικής γλώσσας μάς αποκαλύπτει ότι, σε καμμία περίπτωση, δεν είναι γλώσσα συμβατική. Δεν είναι απλώς γλώσσα φυσική, είναι κυρίως γλώσσα μαθηματική, επιστημονική, τεχνολογική. Η αυστηρή μαθηματική της πειθαρχία, η θαυμαστή αρθρωτή δομή της, ο εκπληκτικός αναπλαστικός μηχανισμός της και η ασύγκριτη ικανότητα της δημιουργίας παραγώγων, είναι χαρακτηριστικά μοναδικά.

Και ασφαλώς γεννάται ένα μέγα ερώτημα. Πώς η Ελληνική γλώσσα απέκτησε αυτά τα μοναδικά χαρακτηριστικά, τα οποία δεν τα συναντάς στις άλλες γλώσσες;

Αυτά είναι χαρακτηριστικά τα οποία δόθηκαν στην Ελληνική Γλώσσα από προικισμένους και θείους επιστήμονες, άγνωστου σ’ εμάς σήμερα επιπέδου.

Αποτελεί δε ακράδαντη πεποίθηση μου, ότι το σύνολον της Ελληνικής γραμματείας, πρέπει να αναλυθή εκ νέου, να μελετηθή εκ νέου, αλλ’ όχι από Φιλόλογους, Ιστορικούς, Αρχαιολόγους και Γλωσσολόγους, αλλά από Μηχανικούς, Μαθηματικούς, Φυσικούς, Αστρονόμους και εν γένει επιστήμονες πέραν των κλασσικών ειδικοτήτων, ή, εν πάσει περιπτώσει, από μεικτές ομάδες επιστημόνων.

Όπως θα δούμε κατά την πορεία αυτής της έρευνας, οι λέξεις της Ελληνικής γλώσσας, δεν είναι συμβατικές όπως ισχυρίζεται η σύγχρονη γλωσσολογία, δεν είναι δηλ. τυχαίες, αλλά είναι αυτές οι οποίες δηλώνουν και εκφράζουν την ουσία της έννοιας την οποία περιγράφουν.

Όλες οι λέξεις της Ελληνικής γλώσσας, αποτελούν ακροστοιχίδες εννοιών οι οποίες εμπεριέχονται και εκφράζονται με τις λέξεις. Προκειμένου αυτό να γίνη κατανοητό θα δώσω δύο σύγχρονα παραδείγματα. Π.χ. η λέξη ΔΕΗ αποτελεί ακροστοιχίδα των λέξεων Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού, ενώ η λέξη ΟΤΕ, αποτελεί ακροστοιχίδα των λέξεων Οργανισμός Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος. Κατά την ίδια ακριβώς έννοια, όλες οι λέξεις της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας, αποτελούν ακροστοιχίδες εννοιών, οι οποίες, όταν αποκωδικοποιηθούν, μάς αποκαλύπτουν πλήρως αυτό το οποίο περιγράφουν με την μέγιστη ακρίβεια. Συνεπώς, η τοποθέτηση των γραμμάτων στην σειρά, σε μία λέξη, είναι αυστηρώς προκαθορισμένη, προκειμένου να εκφράση την ουσία του όντος. Τούτο σημαίνει ότι, εάν αλλάξουμε την θέσι των γραμμάτων μέσα σε μία λέξη, τότε, αποκωδικοποιώντας την λέξη αυτή λαμβάνουμε άλλη ερμηνεία, διαφορετική απ’ αυτή την οποία εκφράζει η λέξη.

Αυτό ασφαλώς αποδεικνύει και την τελεολογική σχέση η οποία υπάρχει μεταξύ σημαίνοντος και σημαινόμενου, δηλ. την σχέση αιτίας και αιτιατού, σ’ όλες τις λέξεις της Ελληνικής γλώσσας, και κατά συνέπεια οι ισχυρισμοί της συμβατικής γλωσσολογίας δεν έχουν εφαρμογή στην Ελληνική γλώσσα.

Η συλλογιστική όμως αυτή μάς οδηγεί στο συμπέρασμα ότι κάθε ένα γράμμα του Ελληνικού αλφαβήτου εμπεριέχει κωδικοποιημένες πληροφορίες τις οποίες μεταφέρει υπό μορφή ήχου, δηλ. προφοράς του γράμματος, αλλά και συνδεδεμένης με αυτό εικό­νας, δηλ. σχήματος του γράμματος.

Με λίγα λόγια, αυτό το οποίο λέγω είναι ότι, το σύμβολο Α δεν μπορούμε να το ονομάσουμε Κάππα, διότι τόσο το σχήμα του, όσο και το όνομά του, Άλφα, εμπεριέχουν κωδικοποιημένες τις πληρο­φορίες εκείνες, τις οποίες εάν αποκωδικοποιήσουμε, μάς αποκαλύπτουν γιατί το γράμμα Α έχει αυτό το σχήμα και γιατί το ονομάζουμε Άλφα. Το ίδιο βεβαίως ισχύει για όλα τα γράμματα του Ελληνικού Αλφαβήτου.

Αυτές λοιπόν τις πληροφορίες, οι όποιες κρύπτονται εντός των γραμμάτων του θείου Ελληνικού αλφαβήτου, θα αποκαλύψουμε κατά την διάρκεια αυτής της έρευνας.

Η παρούσα έρευνα αποσκοπεί στο να εξετάση το φαινόμενο της Ελληνικής γλώσσας, όχι κάτω από το Ιστορικό ή Φιλολογικό πρίσμα, αλλά κάτω από το καθαρά Τεχνολογικό και συγκεκρι­μένα κάτω από το πρίσμα των σύγχρονων κλάδων επιστήμης της Κυβερνητικής και της Πληροφορικής.

Στις εργασίες τους, οι διακεκριμένοι Έλληνες μελετητές, Κ. Πλεύρης («Το Ελληνικόν Αλφάβητον»), Η.Λ. Τσατσόμοιρος («Ιστορία Γενέσεως της Ελληνικής Γλώσσης»), Α.Φ. Χαλάς («Το εις το Ελληνικόν Αλφάβητον και το Σύμπαν υπολανθάνον Μυστήριον ή περί Επιστήμης»), Άννα Νοταρά («Το Ετυμολογικόν το Μέγα», Βενετία 1499), εκάλυψαν πλήρως την Φιλολογική και Ιστορική πλευρά. Ο περιορισμός όμως της διερεύνησης της Ελληνικής γλώσσας στα δύο πάρα πάνω πεδία, τής αποστερεί τον χαρακτηρισμό του «Κορυφαίου Τεχνολογικού επιτεύγματος όλων των εποχών».

Πρόκειται περί ενός ασύγκριτου Τεχνολογικού επιτεύγματος και εφαρμογής της Θεωρίας της Πληροφορίας, την οποία οι σύγχρονοι επιστήμονες πιστεύουν ότι ανεκάλυψαν και αισθά­νονται ιδιαίτερα υπερήφανοι, διότι με αυτή ανέπτυξαν την τεχνολογία των ηλεκτρονικών υπολογιστών. Τις αρχές της θεωρίας της πληροφορίας, τις όποιες οι πανάρχαιοι Έλληνες εγνώριζαν πολύ καλά, τις εφήρμοσαν με έξοχο τρόπο προκειμένου να δημιουργήσουν το μοναδικό επικοινωνιακό μέσο, τον «Έλληνα λόγον», γραπτό και προφορικό.

Οι Έλληνες βασιζόμενοι κατά κύριο λόγο στους φυσικούς ήχους αλλά και εικόνες (νοηματικούς φθόγγους), κατέγραψαν τις πληροφορίες τις οποίες το περιβάλλον τούς μετέδιδε και με αυτές δημιουργούσαν απλούς αλλά και συνθέτους φθόγγους, (γράμματα και λέξεις), οι οποίοι εμπεριείχαν ακέραιη την μεταδιδόμενη πληροφορία. Με την εφαρμογή των αρχών της Θεωρίας της Πληροφορίας, τόσο κατά την εξέλιξη του προφορικού λόγου όσο και του γραπτού, εδημιούργησαν το κορυφαίο επίτευγμα της ανθρώπινης διάνοιας, τον «Έλληνα λόγον» και την Μητέρα όλων των γλωσσών, την «Ελληνική Γλώσσα». Γνώσεις πανάρχαιες, μεταφέρονται κωδικοποιημένες εντός της Ελληνικής γλώσσας.

[…]

Τα γράμματα / στοιχεία του Ελληνικού αλφαβήτου τα ονομά­ζουμε με συγκεκριμένα ονόματα π.χ. Άλφα, Βήτα, Γάμμα κ.λπ. Τόσο όμως τα ονόματα τα οποία φέρουν τα γράμματα, όσο και η σειρά, η θέσις την οποία κατέχουν εντός του Αλφαβήτου, δεν είναι τυχαία ή συμβατική, αλλά αντιθέτως, είναι αυστηρώς προκαθορισμένη. Τα μεν ονόματα των γραμμάτων / στοιχείων όπως θα δούμε, αποκαλύπτουν την φύση καθ’ ενός απ’ αυτά, αλλά και η θέση την οποίαν κατέχουν εντός του Αλφαβήτου δεν μπορεί να είναι διαφορετική.

Το Ελληνικό Αλφάβητο, αποκωδικοποιούμενον, εκφράζει την επαναλαμβανόμενη πορεία του Ελληνικού γένους και της δημιουργίας των αλλεπάλληλων πολιτισμών του. Συνεπώς, η θέση κάθε γράμματος μεταφέρει συγκεκριμένη πληροφορία και γι’ αυτό δεν μπορεί να είναι διαφορετική απ’ αυτή την οποία κατέχει, δηλ. το Κάππα π.χ., το 10ον στοιχείον του Ελληνικού Αλφαβήτου, δεν είναι δυνατό να τοποθετηθή στην 4η ή 14η θέση (αυτή του Δ ή του Ξ), διότι θα μετέδιδε εντελώς λανθασμένη πληροφορία. Ομοίως τα ονόματα των γραμμάτων / στοιχείων του Ελληνικού Αλφαβήτου είναι αυτά, διότι με αυτά μεταδίδεται η εμπεριεχόμενη πληρο­φορία για την φύση του γράμματος / στοιχείου, ενώ μία συμβα­τική ονομασία δεν θα μετέδιδε την παραμικρή πληροφορία. Όλα τα ανωτέρω αναλύονται στα επόμενα κεφάλαια.

Η μέθοδος η οποία ακολουθείται στην παρούσα έρευνα είναι αυτή της διερεύνησης, ανάλυσης, καταγραφής και απόδειξης των υποθέσεων ή ισχυρισμών, δηλ. η μέθοδος της Επιστήμης.

ΑΠΟΚΩΔΙΚΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ

[σελ. 530]

Μετά την ολοκλήρωση της ανάλυσης των γραμμάτων / στοιχείων του Ελληνικού αλφαβήτου, παραθέτω την αποκωδικο­ποίηση ενός εκάστου εξ αυτών. Με την αποκωδικοποίηση αυτή, ο αναγνώστης μπορεί να αντιληφθή το μεγαλείο της Ελληνικής γλώσσας, όπως και το πλήθος των πληροφοριών, τις οποίες μεταδίδει εν έκαστον των γραμμάτων / στοιχείων, ως νοηματικός φθόγγος. Καθίσταται προφανές ότι άπαντα τα γράμματα / στοι­χεία του Ελληνικού αλφαβήτου, στοιχιζόμενα εντός των λέξεων, αποτελούν ακροστοιχίδες, οι οποίες μεταδίδουν πλήρη και ακέραια την πληροφορία, ως ήχος και εικόνα, περί της ουσίας αυτού το οποίο περιγράφουν.

Αντιλαμβάνεται ο αναγνώστης ότι η Ελληνική γλώσσα αποτελεί ένα κολοσσιαίο επιστημονικό και τεχνολογικό επίτευγμα, ανθρώ­πων υψίστης διανοίας, και το οποίο τεχνηέντως υποκρύπτεται ή υποβαθμίζεται. Μέχρι σήμερα η Ελληνική γλώσσα έχει διερευ­νηθεί και μελετηθεί κυρίως υπό γλωσσολόγων, ιστορικών και φιλολόγων. Ελάχιστα έχει μελετηθεί υπό τεχνικών και τεχνο­λόγων, προκειμένου να αναδειχθή το τεχνολογικό μεγαλείο της. Υπό το πρίσμα μιας τέτοιας ανάλυσης και μελέτης, η ανθρωπότ­ητα θα μείνη έκθαμβη για μία ακόμη φορά, καθώς το πλήθος των τεχνολογικών πληροφοριών, οι οποίες εμπεριέχονται εντός των γραμμάτων και των λέξεων της Ελληνικής γλώσσας, είναι αμφίβολο αν μπορούν να κατανοηθούν λόγω ελλείψεως αντι­στοίχων γνώσεων.

ΤΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΟΥΝ ΤΗΝ ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΟΥΣ

[σελ. 531]

«διανοίας εν φωνήι ώσπερ είδωλον»

(Πλάτων, «Σοφιστής»)

Α, α = Άλφα, φωνήεν, ήχος παραγόμενος υπό του ανθρώπου, το 1ο στοιχείο του Ελληνικού αλφαβήτου.

Ως αριθμητικό σημείο α’=1, ,α=1.000 και η κωδικοποιημένη πληροφορία την οποία μεταδίδει:

Α = αρχή

Λ = λύγος

Φ = φωνή

Α = άνθρωπος

Αρχή

της άναρθρης

φωνής (ομιλίας)

του ανθρώπου.

Κύριες έννοιες:

Άνω, Αρχή, Άνθρωπος, Αήρ

Β, β = Βήτα, σύμφωνο, φυσικός ήχος, το 2ο στοιχείο του Ελληνικού αλφαβήτου.

Ως αριθμητικό σημείο β’=2, ,β=2.000 και η κωδικοποιημένη πληροφορία την οποία μεταδίδει:

Β = βοή

Η = μεγάλη ισχύς

Τ = τύπτω

Α = αρχή

Η βοή

μεγάλης ισχύος (είναι)

η πλήττουσα

αρχή.

Κύριες έννοιες:

Βοή, Βάθος, Βία, Βάραθρον, Βροντή

Γ, γ = Γάμμα, σύμφωνο, ήχος δραστηριότητας, το 3ο στοιχείο του Ελληνικού αλφαβήτου.

Ως αριθμητικό σημείο γ’=3, ,γ=3.000 και ή κωδικοποιημένη πληροφορία την οποία μεταδίδει:

Γ = γραφή

Α = αρχή

Μ = μήτηρ

Μ = μανθάνω

Α = άνθρωπος

Γραφής

αρχή

η υπό της μητρός

μάθησις

του ανθρώπου.

Κύριες έννοιες:

Χαράσσω, Γαία, Γραφή

Δ, δ = Δέλτα, σύμφωνο, φυσικός ήχος, το 4ο στοιχείο του Ελληνικού αλφαβήτου.

Ως αριθμητικό σημείο δ’=4, ,δ=4.000 και ή κωδικοποιημένη πληροφορία την οποία μεταδίδει:

Δ = δούπος

Ε = ελαύνω

Λ = λάας

Τ = τύπτω

Α = αρχή

Ο γδούπος

κατρακυλούντων

βράχων (είναι)

η πλήττουσα

αρχή.

Κύριες έννοιες:

Δούπος, Δύναμις, Δονέω, Δράσις, Διάνοια

Ε, ε = Έψιλον, φωνήεν, ήχος παραγόμενος υπό του ανθρώπου, το 5ο στοιχείο του Ελληνικού αλφαβήτου.

Ως αριθμητικό σημείο ε’=5, ,ε=5.000 και η κωδικοποιημένη πληροφορία την οποία μεταδίδει:

Ε = ελαύνω

Εξωθώ.

Κύριες έννοιες:

Εξωθώ, Ελαύνω

Ζ, ζ = ΣΔ = Ζήτα, σύμφωνο, ήχος δραστηριότητας, το 6ο στοιχείο του Ελληνικού αλφαβήτου.

Ως αριθμητικό σημείο ζ’=7, ,ζ=7.000 και η κωδικοποιημένη πληροφορία πού μάς μεταδίδει:

Ζ = Ζεύξις δυνάμεων

Η = ήλιος

Τ = τύπτω

Α = αρχή

Η σύζευξις δυνάμεων (ΣΔ)

του ηλίου (είναι)

η πλήττουσα

αρχή.

Κύριες έννοιες:

Ζεύξις, Ζέω, Ζωή

Η, η = Ήτα, φωνήεν, ήχος παραγόμενος υπό του ανθρώπου, το 7ο στοιχείο του Ελληνικού αλφαβήτου.

Ως αριθμητικό στοιχείο η’=8, ,η=8.000 και η κωδικοποιημένη πληροφορία που μάς μεταδίδει:

Η = ήλιος

Τ = τύπτω

Α = Αρχή

Η ηλιακή ισχύς (είναι) η πλήττουσα αρχή.

Κύριες έννοιες:

Ήλιος, Ήρως

Θ, θ = Θήτα, σύμφωνο, φυσικός ήχος, το 8ο στοιχείο του Ελληνικού αλφαβήτου.

Ως αριθμητικό σημείο θ’=9, ,θ=9.000 και η κωδικοποιημένη πληροφορία που μάς μεταδίδει:

Θ = θρόος

Η = μεγάλη ισχύς

Τ = τύπτω

Α = αρχή

Ο θόρυβος

μεγάλης ισχύος (είναι)

η πλήττουσα

αρχή.

Κύριες έννοιες:

Θάω, Θέω, Θεός, Θοός, Θρόος ή Θρους

Ι, ι = Ιώτα, φωνήεν, ήχος παραγόμενος υπό του ανθρώπου, το 9ο στοιχείο του Ελληνικού αλφαβήτου.

Ως αριθμητικό σημείο ι’=10, ,ι=10.000 και η κωδικοποιημένη πληροφορία που μάς μεταδίδει:

Ι = ις

Ω = ευρύτερος χώρος

Τ = τύπτω

Α = αρχή

Η ακτίς

εξ ωρανού (είναι)

η πλήττουσα

αρχή.

Κύριες έννοιες:

Ις, Ίσχω, Ίκω, Ιά, Ιός

Κ, κ = Κάππα, σύμφωνο, ήχος δραστηριότητας, το 10ο στοιχείο του Ελληνικού αλφαβήτου.

Ως αριθμητικό σημείο κ’=20, κ=20.000 και η κωδικοποιημένη πληροφορία που μάς μεταδίδει:

Κ = κόπτω

Α = άνθρωπος

Π = πλήσσω

Π = πλήσσω

Α = αρχή

Κόπτει ο

άνθρωπος

πολλαπλώς

πλήσσων

ως αρχή.

Κύριες έννοιες:

Κόπτω, Κρώζω, Κιρκόω, Κτυπέω, Κτύπος

Λ, λ = Λάβδα, σύμφωνο, φυσικός ήχος, το 11ο στοιχείο του Ελληνικού αλφαβήτου.

Ως αριθμητικό στοιχείο λ’=30, ,λ=30.000 και η κωδικοποιημένη πληροφορία που μάς μεταδίδει:

Λ = λύγος

Α = άνθρωπος

Β = βία

Δ = δύναμις

Α = αρχή

Λυγίζει ο

άνθρωπος με

την βία

και δύναμη

ως αρχή.

Κύριες έννοιες:

Λύγος, Λάλος, Λόγος

Μ, μ = Μυ, σύμφωνο, ήχος δραστηριότητας, το 12ο στοιχείο του Ελληνικού αλφαβήτου.

Ως αριθμητικό στοιχείο μ’=40, ,μ=40.000 και η κωδικοποιημένη πληροφορία που μάς μεταδίδει:

Μ = μήτρα

Υ = κοιλότης

Της μήτρας

η κοιλότητα.

Κύριες έννοιες:

Μήτρα, Μήτηρ, Μόγος, Μάθησις, Μύω

Ν, ν = Νυ, σύμφωνο, ήχος παραγόμενος υπό του ανθρώπου, ήχος δραστηριότητας, το 13ο στοιχείο του Ελληνικού αλφαβήτου.

Ως αριθμητικό στοιχείο ν’=50, ,ν=50.000 και η κωδικοποιημένη πληροφορία που μάς μεταδίδει:

Ν = Νινίον

Υ = κοιλότης

Νινίον εντός

κοιλότητας (μήτρας).

Κύριες έννοιες:

Νινίον, Νηδύς, Ναίω, Νοώ

Ξ, ξ = ΚΣΙ = ΞΙ, σύμφωνο, ήχος δραστηριότητας, το 14ο στοιχείο του Ελληνικού αλφαβήτου.

Ως αριθμητικό στοιχείο ξ’=60, ξ=60.000 και η κωδικοποιημένη πληροφορία πού μάς μεταδίδει:

Ξ = ξύω (ΚΣ)

Ι = ισχύς

Ξέσεως (κτυπώ + σείω)

ισχύς.

Κύριες έννοιες:

Ξύω, Ξύλον, Ξύνος, Ξανθός.

Ο, ο = Όμικρον, φωνήεν, ήχος παραγόμενος υπό του ανθρώπου, το 15ο στοιχείο του Ελληνικού αλφαβήτου.

Ως αριθμητικό στοιχείο ο’=70, ,ο=70.000 και η κωδικοποιημένη πληροφορία που μάς μεταδίδει:

Ο = οπή

Οπή.

Κύριες έννοιες:

Οψ, Οπή, Οίκος (Χώρος), Όμμα, Όψις, Οφθαλμός

Π, π = Πι, σύμφωνο, ήχος δραστηριότητας, το 16ο στοιχείο του Ελληνικού αλφαβήτου.

Ως αριθμητικό στοιχείο π’=80, ,π=80.000 και η κωδικοποιημένη πληροφορία που μάς μεταδίδει:

Π = πνοή

Ι = ισχύς

Πνέω

ισχυρώς.

Κύριες έννοιες:

Πύλη, Πνοή, Πνεύμα, Πάλλω, Πλήσσω

Ρ, ρ = Ρω, σύμφωνο, φυσικός ήχος, το 17ο στοιχείο του Ελληνικού αλφαβήτου.

Ως αριθμητικό στοιχείο ρ’=100, ,ρ=100.000 και η κωδικοποιημένη πληροφορία που μάς μεταδίδει:

Ρ = Ροή

Ω = ευρύτερος χώρος

Ροή

εν γένει.

Κύριες έννοιες:

Ροή, Ροπή, Ρυθμός, Ρήγμα

Σ, σ = Σίγμα, σύμφωνο, φυσικός ήχος, το 18ο στοιχείο του Ελλη­νικού αλφαβήτου.

Ως αριθμητικό σημείο σ’=200, ,σ=200.000 και η κωδικοποιημένη πληροφορία που μάς μεταδίδει:

Σ = σείω

Ι = ισχύς

Γ = χαράσσω

Μ = μίμησις

Α = αρχή

Την σείουσα

ισχυρώς

και χαράσσουσα

μιμείται

αρχήν.

Κύριες έννοιες:

Σείω (παλινδρομώ), Σίζω, Σχίζω, Στίζω

Τ, τ = Ταυ, σύμφωνο, ήχος δραστηριότητας, το 19ο στοιχείο του Ελληνικού αλφαβήτου.

Ως αριθμητικό σημείο τ’=300, ,τ=300.000 και η κωδικοποιημένη πληροφορία που μάς μεταδίδει:

Τ = τύπτω

Α = άνθρωπος

Υ = κοιλότης

Τύπτων

ο άνθρωπος

κοιλαίνει.

Κύριες έννοιες:

Τύπτω, Τύπος, Τυπόω, Τέχνη

Υ, υ = Ύψιλον, φωνήεν, ήχος παραγόμενος υπό του άνθρωπου, το 20ο στοιχείο του Ελληνικού αλφαβήτου.

Ως αριθμητικό σημείο υ’=400, ,υ=400.000 και η κωδικοποιημένη πληροφορία που μάς μεταδίδει:

Υ = υετός

Βροχή, υγρό γενικώς.

Κύριες έννοιες:

Υγρόν, Ύδωρ, Ύω, Υετός

Φ, φ = ΠΗΙ = Φι, σύμφωνο, ήχος δραστηριότητας, το 21ο στοιχείο του Ελληνικού αλφαβήτου.

Ως αριθμητικό σημείο φ’=500, ,φ=500.000 και η κωδικοποιημένη πληροφορία που μάς μεταδίδει:

Φ = φυσάω (ΠΗ)

Ι = ισχύς

Φυσάω με δύναμη.

Κύριες έννοιες:

Φυσάω, Φάος, Φως, Φωνή, Φωνέω

Χ, χ = ΚΗΙ = Χι, σύμφωνο, ήχος δραστηριότητας, το 22ο στοιχείο του Ελληνικού αλφαβήτου.

Ως αριθμητικό σημείο χ’=600, ,χ=600.000 και η κωδικοποιημένη πληροφορία που μάς μεταδίδει:

Χ = χαράσσω (ΚΗ)

Ι = ισχύς

Χαράξεως

ισχύς.

Κύριες έννοιες:

Χάσμα, Χαράσσω, Χαρά, Χιάζω, Χρόνος

Ψ, ψ = ΠΣΙ = Ψι, σύμφωνο, ήχος δραστηριότητας, το 23ο στοιχείο του Ελληνικού αλφαβήτου.

Ως αριθμητικό σημείο ψ’=700, ,ψ=700.000 και η κωδικοποιημένη πληροφορία που μάς μεταδίδει:

Ψ = ψύχος (ΠΣ)

Ι = ισχύς

Ψύχους (πνοή + συρίζω)

ισχύς.

Κύριες έννοιες:

Ψύχος, Ψυχή, Ψυχρός

Ω, ω = ΟΟ = Ωμέγα, φωνήεν, το 24ο στοιχείο του Ελληνικού αλφαβήτου.

Ως αριθμητικό σημείο ω’=800, ,ω=800.000 και η κωδικοποιημένη πληροφορία που μάς μεταδίδει:

Ω = Ωρανός (ΟΟ)

Ευρύτερος χώρος.

Κύριες έννοιες:

Ωκύς, Ωκεανός, Ωρανός

ΓΓ = F = Δίγαμμα. Αντεκατεστάθη αργότερον υπό του ς.

/_

/ (κεραυνός) = ς = στ = Στίγμα. Ως αριθμητικό σημείο ς’=6, ,ς=6.000.

Q = Qόππα. Ως αριθμητικό σημείο Q’=90, ,Q=90.000.

Ϡ = Σαμπί. Ως αριθμητικό στοιχείο Ϡ’=900, ,Ϡ=900.000.

ΤΟ ΥΠΟΚΡΥΠΤΟΜΕΝΟ ΝΟΗΜΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΑΛΦΑΒΗΤΟΥ

[σελ. 538]

Μετά την ανάλυση όλων των γραμμάτων / στοιχείων του Ελληνικού αλφαβήτου και την αποκάλυψη του αρχέγονου ήχου και εικόνας, τα οποία είναι κωδικοποιημένα εντός αυτών, παρα­θέτω παραπλεύρως πίνακα με την συνολική αποκωδικοποίηση του Αλφαβήτου και του υποκρυπτόμενου εντός αυτού νοήματος.

Με αυτόν τον πίνακα ολοκληρώνεται η παρούσα εργασία και αποκαλύπτεται για άλλη μια φορά ότι: τα γράμματα / στοιχεία του Ελληνικού αλφαβήτου έχουν πλήρη σχέση αιτίας και αιτιατού, σημαίνοντος και σημαινομένου, και ότι, εν τέλει, η συμβατική γλωσσολογία είναι μία ανοησία.

Α

….ΑΝΘΡΩΠΟΣ

…..Ο Άνθρωπος

Β

….ΒΟΗ

…..από την Βοή

Γ

….ΓΡΑΦΩ

…..που χαράζει Γραμμές στην γη

Δ

….ΔΟΥΠΟΣ

…..με Δούπο,

Ε

….ΕΛΑΥΝΩ

…..Ελαύνεται (εκδιώκεται).

Ζ

….ΖΕΥΞΗ ΔΥΝΑΜΕΩΝ

…..Η Ζεύξη των Δυνάμεων

Η

….ΗΛΙΟΣ

…..του Ηλίου

Θ

….ΘΑΩ

…..που Θάει (παρατηρεί), τον υποχρεώνουν

Ι

….ΙΚΩ

…..να φθάση σε άλλα μέρη (Ίκω),

Κ

….ΚΥΚΛΟΣ

…..διαγράφοντας Κύκλο.

Λ

….ΛΟΓΟΣ

…..Ο Λόγος του (γλώσσα)

Μ

….ΜΗΤΗΡ

…..ο Μητρικός

Ν

….ΝΟΩ

…..γίνεται Νοητός

Ξ

….ΞΕΝΟΣ

…..σε Ξένα

Ο

….ΟΡΙΟ

…..Όρια (τόπους).

Π

….ΠΝΕΥΜΑ

…..Το Πνεύμα του

Ρ

….ΡΟΗ

…..από την κοσμική Ροή

Σ

….ΣΕΙΩ

…..Σείεται,

Τ

….ΤΕΧΝΗ

…..και με την Τέχνη

Υ

….ΥΔΩΡ

…..σαν το Ύδωρ,

Φ

….ΦΩΣ

…..με Φως

Χ

….ΧΑΡΑ

…..και Χαρά

Ψ

….ΨΥΧΗ

…..την Ψυχή του

Ω

….ΩΡΑΝΟΣ

…..και τον Ωρανό (σύμπαν) πλημμυρίζει.

(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)

ΠΗΓΗ  https://sites.google.com

Posted in GLOSSOLOGY | Tagged , , , , | Leave a comment

SYMPHOONIKA ALPHABETA (II)

(BEING CONTINUED FROM 31/07/13)

C)Nabataean

Origins

The Nabataean abjad developed from the Aramaic abjad during the 2nd century BC. Stone inscriptions in the Nabataean abjad have been found in Petra, the capital of the Nabataean kingdom (c. 150 BC to 100 AD) and in Damascus and Medina. During the 4th and century AD, the Nabataean abjad evolved into the Arabic alphabet.

Notable features

  • Type of writing system: abjad or consonant alphabet with no vowel indication
  • Direction of writing: right to left in horizontal lines.

Used to write

Nabataean, a Semitic language closely related to Aramaic.

Nabataean alphabet

 

Type
Consonantal Alphabetic

Genealogy
Proto-Sinaitic > Aramaic

Location
West Asia

Time
2nd century BCE to 4th century CE

Direction
Right to Left

Centered at the ancient city of Petra located in what is now the modern kingdom of Jordan, the Nabataeans built a kingdom in the 2nd century BCE that grew prosperous from trade routes that crisscrossed their territory. At its height the Nabataean kingdom extended from Syria to the Hijaz in Saudi Arabia, and from Jordan into the Sinai in Egypt. The wealth and the strategic location of the Nabataeans eventually piqued the Romans’ interest, and it led to their conquest in 106 CE and incorporation into the Roman Empire as the province of Arabia Petraea.

In the first millenium BCE, Aramaic was the international language and script of trade, and the Nabataeans adopted both as their written language. However, personal names on monumental inscriptions reveal that they were in fact Arabs. It is actually not uncommon for a people to speak one language and write another, as the written language often holds such prestige that the learned class will only write in it.

Gradually, the Nabataean’s variant of the Aramaic script evolved from the angular shape of the original to a more cursive style with ample use of ligatures to join the letters of words together. Despite living under Roman rule, the Nabataeans continued to write with their script well into the 4th century CE, at which time the language behind the script shifted from Aramaic to Arabic. Nabataean is therefore considered the direct precursor of the Arabic script. In fact, one of the earliest inscriptions in the Arabic language was written in the Nabataean alphabet, found in Namarah (modern Syria) and dated to 328 CE. This date is considered by many scholars to be the date that Nabataean script “became” the Arabic script, although in reality the transition from one to the other occurs gradually over centuries.

The following chart illustrates and compares the Aramaic, Nabataean, and Arabic alphabets.

 

D)1)Middle Persian

The Middle Persian script developed from the Aramaic script and became the official script of the Sassanian empire (224-651 AD). It changed little during the time it was in use, but around the 5th century AD, it spawned a number of new scripts, including the Psalter and Avestan scripts.

Notable features

  • Type of writing system: abjad / consonant alphabet
  • Direction of writing: right to left in horizontal lines.
  • Only some vowels are indicated and the letters used to represent them have multiple pronunciations.

There were a number of different versions of the Middle Persian script:

Inscriptional Pahlavi

The inscriptional version of the script appears in inscriptions in clay fragments dating from the reign of Mithridates I (171-38 BC), and only in coin and rock inscriptions. In this version the script has 19 letters which are not joined together

Inscriptional Pahlavi script

Source: http://www.fontspace.com/unicode/block/Inscriptional+Pahlavi

Psalter Pahlavi

The name Psalter Pahlavi refers to the “Pahlavi Psalter”, a translation of a Syriac book of psalms from the 6th or 7th century AD. There are also inscriptions in Psalter Pahalvi in a bronze cross found in what is now Afganistan. This version of the script has 18 letters which are joined together.

Psalter Pahlavi script

Source: http://std.dkuug.dk/jtc1/sc2/wg2/docs/n4040.pdf

Book Pahlavi

Book Pahlavi is a version of the script with 12 or 13 letters, which are joined in writing, and some form complex ligatures. This is the version of the script for which there is most written material, and it was in common use until about 900 AD, after which its use was confined to Zoroastrian priests.

Book Pahlavi script

Source: http://www.unicode.org/L2/L2013/13141-book-pahlavi.pdf

Sample text

Sample text in  the Middle Persian (Pahlavi) script

Beginning of the Husrō ī kavādān ud rēdak-ē:

Source: http://www.fravahr.org/spip.php?article185

Parthian

The Parthian script developed from the Aramaic script around the 2nd century BC and was used during the Parthian and early Sassanian periods of the Persian empire. The latest known inscription dates from 292 AD.

Parthian script

Links

Information about Middle Persian scripts and language
http://en.wikipedia.org/wiki/Middle_Persian
http://en.wikipedia.org/wiki/Pahlavi_scripts
http://www.parsig.org/
http://sites.la.utexas.edu/persian_online_resources/history-of-the-language/middle-persian/

Parthian and Middle Persian written literature
http://www.artarena.force9.co.uk/parthlit.htm

Pahlavi literature
http://www.farvardyn.com/pahlavi.php

Pahlavi dictionary
http://www.rabbinics.org/pahlavi/MacKenzie-PahlDict.pdf

Pahlavi fonts
http://www.iranchamber.com/scripts/pahlavi_script.php
http://www.fravahr.org/spip.php?article185
http://minerva.stkate.edu/offices/academic/classics.nsf/pages/pahlavifonts/

Circle of Ancient Iranian Studies at the School of Oriental and Asian Studies (SOAS), University of London: http://www.cais-soas.com

2)Pahlavi

The Pahlavi script was used to record the Pahlavi or Middle Persian language that was spoken in pre-Islamic Iran between 3rd century BCE and 9th century CE. Pahlavi evolved from the Aramaic, and so it retained the right-to-left writing direction. However, the Aramaic script was suited to write a Semitic language, and therefore introduced difficulties in representing the Persian language. One problem was that Middle Persian had more consonants then Aramaic, and the solution to which was to use some of the letters to represent multiple sounds. Another difficulty was to need to represent vowels. In this case, the old Aramaic letters of ‘aleph was used to write the vowel /a/. A more complicated scenario involved the letters yod, which was used to write the semi-vowel /y/ as well as the vowels /i/ and /e/. Similarly, the Aramaic letter waw was used for /w/, /u/, /o/, and sometimes the consonant /v/.

There were several forms of Pahlavi as it evolved through time. The most notable variants are those from the Arsacid (256 BCE to 226 CE) and the Sassanian (226 to 652 CE) dynasties, which might had actually represented slightly different dialects. Also, a more cursive variant was also used for writing on papers and manuscripts. Unfortunately, many letters in the cursive script grew to be visually similar (if not identical), making the script even more complicated.

The manuscript variant of Pahlavi is illustrated in the following chart.

The Pahlavi script was used extensively to write new Zoroastrian religious texts as well as translate existing Avestan scriptures as well. It also became the base model for a script to write the previously unwritten Avestan language.

One interesting fact about Pahlavi is that it had many Aramaic loanwords that were spelled as if they were in Aramaic but pronounced in Pahlavi. These loans are called xenographs, and represent a long traditional of “visual” borrowing that date back to Akkadian and Babylonian periods.

The Sassanian dynasty ended in 652 CE in the wake of the Islamic conquest of Persia. The Pahlavi script continued to be written for the next 300 years, but it was slowly phased out by an Arabic-derived alphabet modified for Persian.

 

E)Mandaic alphabet

The Mandaic alphabet appears to be based on the Aramaic alphabet and first appeared sometime during the 2nd century AD. The Mandaic name for the alphabet is Abagada or Abaga, after the first few letters.

The Mandaeans believe that all the letters of their alphabet have magical properties, and impart mysteries (raze).

Notable features

  • Type of writing system: alphabet
  • Direction of writing: right to left in horizontal lines.
  • Some of the letters change shape when combined with other letters.

Used to write

Classical Mandaic, a member of the East Aramaic sub-family of Northwest Semitic languages and the liturgical language of the Mandaean religion. Classical Mandaic is closely related to Syriac.

Neo-Mandaic, a vernacular form of Mandaic with about 100 speakers in Iran around Ahwaz. There are also a few Mandaic speakers in Iraq and the USA.

Mandaic alphabet

Mandaic alphabet

Sample texts in Mandaic

Sample text in Mandaic

Article 1 of the Universal Declaration of Human Rights in Mandaic

Translation

All human beings are born free and equal in dignity and rights. They are endowed with reason and conscience and should act towards one another in a spirit of brotherhood.
(Article 1 of the Universal Declaration of Human Rights)

Links

Information about the Mandaic language and alphabet
http://en.wikipedia.org/wiki/Mandaic_language
http://en.wikipedia.org/wiki/Mandaic_alphabet

Mandean World – information about the Mandaic language and alphabet, including a free Mandaic font: http://www.mandaeanworld.com/alphabet.html

Mandai Studies Center of Iran – information about the Mandaic people and language
http://www.iranmanda.com/

Mandaic and Neo-Mandaic Texts and Resources
http://www.mandaic.org

 

(TO BE CONTINUED)

SOURCE  http://www.omniglot.comhttp://www.ancientscripts.com

Posted in GLOSSOLOGY | Tagged , , , , , , , | Leave a comment

"Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου στις αμμουδιές του Ομήρου" Οδυσσέας Ελύτης

“Η δημοτική κινδυνεύει
περισσότερο απ’ τους
φίλους της κι όχι
από τους εχθρούς της”

Ευάγ. Παπανούτσος

 

Μονοτονισμένη μουσική

“Ας μην ξεχνούμε ότι οι γλώσσες δεν νομοθετούνται.
Κατά τα άλλα, την γλώσσα την πλάθουν μόνοι τους, ελεύθεροι, οι λαοί και κυρίως οι λογοτέχνες.
Ας ελπίζωμε ότι ο λαός, φωτισμένος από όσους γράφουν, δεν θα ξεστρατίσει από τον δρόμο τής ακρίβειας και τής ευγένειας και τής μουσικότητας που δυνάμει περικλείει η ελληνική γλώσσα”.

Κωνσταντίνος Τσάτσος

 

Στο περιοδικό Φιλόλογος (τ. 40/1985) δημοσιεύθηκε ενδιαφέρουσα πειραματική έρευνα περί της εφαρμογής του μονοτονικού συστήματος εις το Γυμνάσιο. Η έρευνα διεξήχθη σ’ ένα τμήμα της Πρώτης και ένα τμήμα της Δευτέρας τάξεως του Γυμνασίου Διαβατών Θεσσαλονίκης, επί τούτου δε συνεργάσθηκαν μία καθηγήτρια στον τομέα Ψυχολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου, η οποία έδωσε το θέμα και επέβλεψε το πείραμα σε όλες του τις φάσεις, και μία ειδική ερευνήτρια.

Κατ’ αρχήν τα παιδιά έγραψαν δύο εκθέσεις σε διάστημα δεκαπέντε ημερών και ένα μήνα αργότερα επανεξετάσθηκαν γραπτώς κατά διαφορετική έννοια: η ερευνήτρια τούς υπαγόρευσε, εντός ενδεκαλέπτου, δώδεκα ειδικά μελετημένες σύντομες προτάσεις (π.χ. Γεια χαρά, φίλε!) και εν συνεχεία τούς παρεχώρησε τετράλεπτο διορθώσεως, εκπνέοντος τού οποίου έληξε το πείραμα. Το δεύτερο τούτο στάδιο είχε ιδιαίτερη βαρύτητα, γιατί αν στην έκθεση οι εξεταζόμενοι παρέκαμπταν με ευχέρεια την κάθε αμφίβολη περίπτωση, εδώ έγραφαν απαρεγκλίτως τα υπαγορευόμενα, οπότε φάνηκε ολοκάθαρα πόσο αφομοίωσαν τους κανόνες του μονοτονικού. Σημειωτέον ότι κατά το προηγούμενο σχολικό έτος τα υποκείμενα είχαν διδαχθεί το μονοτονικό σύστημα και ότι πριν αρχίσει το πείραμα, η είδική ερευνήτρια τούς το ξαναδίδαξε. Αλλά και μετά κάθε έκθεση, σαράντα επί των εβδομήντα μαθητών είχαν πάλι την ευκαιρία να το επαναλάβουν μαζί της, σε ατομική εξέταση τού διορθωμένου των γραπτού.
Η έρευνα έδειξε ότι γενικώς τα παιδιά δεν βάζουν τόνους και ότι πολύ συχνά παρατονίζουν, πράγμα το οποίο προσπαθούν να αποφύγουν συλλαβίζοντας φωναχτά. Επίσης, ότι στις περιπτώσεις εκθλίψεως ή αποκοπής δεν θυμούνται πότε πρέπει να απαλείψουν ή ν’ αφήσουν τον τόνο και γι’ αυτό γράφουν ολόκληρες τις λέξεις. Κανείς απ’ όσους εξετάσθηκαν δεν τήρησε ακριβώς τους κανόνες του μονοτονικού, αν και καταλαμβάνουν μόνο μιάμιση σελίδα στην εν χρήσει Γραμματική του Γυμνασίου. Μάλιστα, τα σφάλματα των μαθητών διπλασιάσθηκαν ή πολλαπλασιάσθηκαν στην καθ’ υπαγόρευσιν εξέταση.
Η έρευνα έδειξε ακόμη ότι όσοι κάνουν ορθογραφικά λάθη, το μέγα δηλαδή πλήθος των Γυμνασιοπαίδων, κάνουν και τονικά, ενώ υψηλό ποσοστό μαθητών αγνοεί την ετυμολογία κοινοχρήστων λέξεων, λόγω απειρίας των Αρχαίων, σε περιπτώσεις δε όπως του ρήματος εύχομαι, ταυτίζει το ύψιλον με το φι και παρατονίζει την δίφθογγο στο έψιλον. Έδειξε, τέλος, ότι οι περισσότερες παραβάσεις γίνονται σε λέξεις όπου ο τονισμός διαφοροποιεί την σημασία, ήγουν στα ερωτηματικά επιρρήματα πού και πώς, στις προσωπικές αντωνυμίες (μού, σού, μάς, σας κ.λπ.), στις συνιζημένες λέξεις (π.χ. μιά, δυο), τις οποίες τα παιδιά τονίζουν κατά σύστημα σαν δισύλαβες, και στον τόνο των εγκλιτικών (π.χ. ο δάσκαλός μας είπε), που προκαλεί ευλόγως σύγχυση, αφού ο δεύτερος τόνος ανήκει στην μονοσύλλαβη προσωπική αντωνυμία, η οποία όμως κατά το μονοτονικό σύστημα δεν τονίζεται.
Οι ανωτέρω πειραματικές διαπιστώσεις οδήγησαν τις ερευνήτριες στα εξής γενικά συμπεράσματα: Ενώ με το μονοτονικό σύστημα θα έπρεπε να αποφεύγονται τα τονικά σφάλματα, εν τούτοις αυτό δεν συμβαίνει και ως προς τους βασικούς του κανόνες και ως προς τις εξαιρέσεις των. Το καθιερωμένο μονοτονικό σύστημα έχει, όπως υπογραμμίζουν, μηχανικό και όχι λογικό χαρακτήρα. Τούτο δυσχεραίνει τα πράγματα, διότι στην γλώσσα μας υπάρχουν σιωπηλά γράμματα, τα οποία εάν δεν αναγνωρίσει ο μαθητής ετυμολογικώς (π.χ. Εύ-βοια, εύ-φημος) κατ’ ανάγκην θα σφάλει, αφού είναι επόμενο να ταυτίσει το σιωπηλό ύψιλον με το βήτα ή με το φι του δευτέρου συνθετικού και να τονίσει στο έψιλον. Το αυτό ισχύει για τις άτονες, ημίτονες, τονισμένες και υπερτονισμένες λέξεις της Νεοελληνικής, που εν προκειμένω ισοπεδώνονται, γιατί μπορεί να είναι μονοσύλλαβες, πλην έντονες (π.χ. φως, χθες), ή δισύλλαβες, αλλά συχνά στην συνάφεια άτονες (π.χ. από ‘δω, ότι έλεγε). Εξ άλλου, παρατηρούν, το μονοτονικό δεν βοηθεί πάντοτε να διακρίνομε ομώνυμες λέξεις – λόγου χάριν το “για” στις φράσεις “για να δούμε” (τελικός σύνδεσμος) και “για δές την” (μόριο)-, εις βάρος πάντα του νοήματος. Συνάγουν λοιπόν μετριοπαθώς ότι στην εννεάχρονη υποχρεωτική εκπαίδευση παρατηρείται μία γενικότερη δυσκολία των μαθητών τόσο στην ανάγνωση όσο και στην χρήση του γραπτού λόγου -ιδίως στην ορθογραφία και την σύνταξη-, για να επιφέρουν όμως αναιτιολόγητα πως θα ήταν καλό να είχαμε ακόμη λιγότερους τόνους με όσο το δυνατόν λογικότερη κατοχύρωση, οπότε αξίζει τον κόπο να μελετηθεί τι επιπτώσεις θα είχε στην γραφή και την ανάγνωση μια περαιτέρω τονική απλοποίηση και αν η εφαρμογή τού ατονικού συστήματος θα αποτελούσε λύση.
Η εικόνα που δίνει η έρευνα θα ήταν πληρέστερη εάν, μαζί με τα ελαττώματα τής εφαρμογής, έδειχνε και τα γενικότερα μειονεκτήματα τού αμελετήτου συστήματος, συνδέοντάς τα με τον τύπο των λοιπών ορθογραφικών λαθών και τα εκφραστικά αδιέξοδα των μαθητών. Βέβαια, κάτι τέτοιο δεν ήταν στις επιδιώξεις των ερευνητριών, ώστε να τις μεμφθούμε για παράλειψη. Μέχρι να σχηματισθεί όμως πλήρης εικόνα, αξίζει να υπογραμμίσει κανείς ορισμένες εγγενείς αδυναμίες του μονοτονικού. Επί παραδείγματι, αφήνει αδήλωτη την έμφαση σε φράσεις όπως: αυτό είναι το ζαχαροπλαστείο της περιοχής, αφού δεν έχει τρόπο να διαστείλει την ποιοτική από την αριθμητική μοναδικότητα του καταστήματος, εάν δεν εισαχθεί επί τούτου νέα εξαίρεση στα ισχύοντα. Ούτε διακρίνει τον τελικό σύνδεσμο “γιά” από το αιτιολογικό, το διαζευκτικό ή το προτρεπτικό ομώνυμό του, όπως στην περίπτωση μονοτονισμένου στίχου του Ζ. Παπαντωνίου, που συναντούμε σε αναγνωστικό τού Δημοτικού (μπράβο του για ρεζιλίκι), τού ρουμελιώτικου “για έβγα ήλιε μ’ για θα βγω, για έβγα για θα λάμψω” ή τής φράσεως “για να σου πω”, η οποία έχει άλλη έννοια εάν το “για” είναι προτρεπτικό μόριο και άλλη εάν είναι τελικός σύνδεσμος.

Γενικώς το μονοτονικό παρουσιάζει μειωμένη διακριτική ικανότητα επειδή θεωρεί τον τόνο σημάδι και όχι σύμβολο ποιού φωνής, οπότε τον σημειώνει κατά ορισμένη μηχανική δεοντολογία και όχι σύμφωνα με τον τονισμό της λέξεως. Τουναντίον, το παραδεδομένο τονικό σύστημα ανταποκρίνεται στις ποικίλες τροπές τού λόγου και διασώζει το χρώμα τού τόνου, είτε για εμφατικούς τύπους πρόκειται είτε για ανεμφάτους. Αυτό διότι ο τόνος του λειτουργεί προσωδιακά και αποτελεί, ως εκ τούτου, ηχητικό πλαίσιο ενεργοποιούμενο στην φράση, όχι ποιοτικώς αμετάβλητο ηχητικό σημείο (νότα), σαν τον τόνο τού μονοτονικού. Ο τελευταίος θα ίσχυε εάν στην γλώσσα μας τονίζαμε απαράλλακτα την ίδια συλλαβή, καθώς οι Γάλλοι τονίζουν κυρίως την λήγουσα, διακρίνοντας έτσι αυτόματα την έντονη από την άτονη συλλαβή. Κάτι τέτοιο ωστόσο δεν συμβαίνει, επειδή ο τόνος στα ελληνικά αποτελεί ιδιαίτερο προσωδιακό χαρακτηριστικό των τύπων κάθε λέξεως και πέφτει αναλόγως στο θέμα (ο ήρως, η ιδέα) ή στην κατάληξη (ο πατήρ, της μητρός), είναι έξις φυσική που μάς επιβάλλει να γνωρίζουμε όλες τις λέξεις με το πνεύμα και τον τόνο τους. Εξ ου η διακριτική ενέργεια των τόνων (που/πού, πως/πώς) και η ατοπία του κονσερβοποιημένου μονοτονισμού, σύμφωνα με τους κανόνες τού οποίου το “χθες”, το “μας”, το “λεν”, ως μονοσύλλαβα δεν τονίζονται, αλλά το “εχθές”, το “εμάς”, το “λένε”, ως δισύλλαβα τονίζονται, ενώ πρόκειται για τις ίδιες λέξεις με τον ίδιο τόνο φωνής( εξ ου τα μονοτονικά εκτρώματα του τύπου “ποιος το δε”; ή “δος μου τόνε”, όπου η αντωνυμία τονίζεται και η προστακτική του ρήματος όχι, ή του τύπου “πε(ς)το”, όπου όταν απαλείφεται προαιρετικά το τελικό σίγμα, μένει ένα κινεζόηχο “πε το”! Ήθελα να ξέρω πώς αποφασίσαμε ότι οι μονοσύλλαβες λέξεις δεν τονίζονται, αφ’ ης στιγμής και πλήθος είναι στην γλώσσα μας και ο τονισμός των έχει σημασία για τον λόγο.
Ενδέχεται να προβληθεί ο ισχυρισμός ότι αυτά τα βραχυκλώματα συμβαίνουν μόνο στο μηχανικό μονοτονικό και ότι σε μία λογική διασκευή του αποκλείονται. Ασφαλώς, ένα σύστημα όπου κάθε λέξη, εκτός από τις όντως άτονες, τονίζεται κατά την προφορά της, παρουσιάζει μεγαλύτερη λειτουργικότητα από το διάτρητο ισχύον μονοτονικό. Δεν είναι όμως καθόλου βέβαιο πώς καθ’ εαυτό αποτελεί σύστημα πλεονεκτικό, ικανό να αντικαταστήσει την παραδεδομένη τονογραφία μας, αν κρίνω από τις μονοτονικά αδιευκρίνιστες ομωνυμίες, που επιτρέπει το προσωδιακό υπόστρωμα της γλώσσας μας. Επί παραδείγματι, η ιδιωματική προφορά των τοπικών διαλέκτων δεν μεταφέρεται άνετα στον οπωσδήποτε μονοτονισμένο γραπτό μας λόγο, αίφνης στην περίπτωση της φράσεως “θέλου μια ουρίτσα”. Εάν δεν δασύνουμε την “ουρίτσα”, ο αναγνώστης θα μείνει με την εντύπωση ότι μάς χρειάζεται ουρά και όχι περιθώριο μιάς ώρας. Το αυτό ισχύει και για φράσεις τού τύπου “περιμένω την ακριβή εικόνα που μου υποσχέθηκες”, όπου μένει άδηλο αν περιμένουμε κάποια εικόνα αξίας (ακριβή) ή κάποια πιστή (ακριβή) περιγραφή, αφού η αιτιατική τού “ακριβής” διαφέρει από την τού “ακριβή” κατά την περισπωμένη. Ούτε είναι σαφής η έννοια προτάσεων, όπως “Ωραία η θέα”!, “Τι ωραία!” και “η Νίκη πρόβαλε μοιραία μπροστά του”, όπου αγνοούμε αν το δεύτερο “ωραία” και το “μοιραία” είναι επίθετα ή επιρρήματα, εφ’ όσον ούτε οξύνονται ούτε περισπώνται, είτε προτάσεων όπως “τρικυμία παρέσυρε βοηθό ασυρματιστή”, όπου για τον ίδιο λόγο δεν μπορούμε να ξέρουμε αν παρέσυρε τον βοηθό τού ασυρματιστή ή τον βοηθό ασυρματιστή τού πλοίου. Το λογικό μονοτονικό απαιτεί, εξ ίσου με το μηχανιστικό, τυποποιημένη και αναλυτικά συγκροτημένη σύνταξη, η οποία εκ προοιμίου αποκλείει κάθε συνθετική ενέργεια στην φράση, μεταφέροντας το κέντρο βάρους της γραφής από το νόημα στην ορθοπεδική λογιστική.

Αλλά το σοβαρότερο ελάττωμα τού μονοτονικού είναι ότι με το ένα και μοναδικό σημείο που χρησιμοποιεί, καταστρέφει τον ρυθμό τού λόγου, διαλύει το μέτρο και εξαλείφει κάθε χρώμα από την φωνή, ξεριζώνει δηλαδή το αίσθημα. Οι εισηγητές τού αναπήρου αυτού συστήματος ήταν προφανώς ανυποψίαστοι ή εντελώς αδιάφοροι για την προσωδιακή υφή της αρχαίας γλώσσας και, όπως ήταν επόμενο, αντιμετώπισαν τεχνολογικά το θέμα τών πνευμάτων και τών τόνων. Όμως, αν και η Νέα Ελληνική δεν διατηρεί την προσωδία τής μάνας της, περισώζει χαρακτήρες τής αρχαίας προφοράς στην προσωδία και την μουσικότητα τόσο της κοινής λαλουμένης όσο και των τοπικών διαλέκτων. Το βλέπουμε, επί παραδείγματι, στο ιδιαίτερο ηχητικό ποιόν των ερωτηματικών πού και πώς, τα οποία για να το δηλώσουν γεγραμμένα περισπώνται (οξυβαρύνονται), ενώ το μονοτονικό σημάδι αγνοεί το χρώμα της φωνής και λειτουργεί ως κωδικός συμβολισμός της ερωτήσεως. Επίσης, το βλέπουμε στην περίπτωση της βαρείας, η οποία προφέρεται σήμερα όπως ανέκαθεν. Προφέροντας, λόγου χάριν, την πρώτη λέξη της φράσεως “γλυκό κρασί”, μαλακώνουμε την τάση της φωνής, για να εναρμονισθεί μουσικά με την επομένη λέξη, πράγμα το οποίο σημειώνουμε γραπτώς με την βαρεία( αντίθετα όταν προφέρουμε “κρασί” και ακολουθεί σημείο στίξεως, κόβεται δηλαδή η αναπνοή, εντείνουμε την φωνή διότι το σημείο στίξεως, όπως και ο τόνος του εγκλιτικού, τρέπει – “κοιμίζει”, έλεγαν άλλοτε – την οξεία σε βαρεία. Εάν όμως η πρόταση έχει αδιάκοπη συνέχεια “γλυκό κρασί πεθύμησα”, εκφωνούμε το γλυκό και το κρασί βαρύνοντας τον τόνο και στις δύο λέξεις.
Επικαλούμενος εκφράσεις παλαιών γραμματικών, θα μπορούσε κάποιος να υποστηρίξει πως η βαρεία δεν είναι ο τόνος. Καθώς όμως υπεγράμμιζαν εκείνοι, και ας μού επιτραπεί να παραπέμψω για τους σχετικούς τόπους στον δεύτερο τόμο των “Ελληνικών Ανεκδότων” (φιλολογική προσφορά τού Εμμ. Βεκκέρου), η βαρεία δεν συνιστά τόνο επιτάσεως αλλά τόνο ομαλισμού ή ανέσεως τής φωνής, αρμονικό κλείσιμο τής λέξεως στο πλαίσιο τής συνέπειας, ήγουν τής φράσεως. Τι νόημα έχει να επικαλούμεθα παλαιούς γραμματικούς, εάν δεν έχουμε κατανοήσει μαζί τους πως οι τόνοι και τα πνεύματα είναι προσωδίες, διαφορετικά ύψη τής φωνής που αποτελούν συστατικό στοιχείο τής εκφοράς τού λόγου; Αυτές τις προσωδίες τις δηλώνουμε στον γραπτό λόγο με τα γνωστά σύμβολα δίκην μουσικής σημειογραφίας, η οποία χωρίς να παίζει, βέβαια, ρόλο παρτιτούρας, υπογραμμίζει σε κάθε λέξη τους συντελεστές τής προφοράς. Οι μακρές και βραχείες συλλαβές συγκροτούν την κατά ποσόν προσωδία τής αρχαίας γλώσσας μας, οι δε τόνοι και τα πνεύματα την κατά ποιόν – το χρώμα τής εκφράσεως. Κατά ποιόν προσωδία είναι η ένταση (οξεία προσωδία), η άνεσις ή ο ομαλισμός (βραχεία προσωδία) και η μεσότης τής φωνής, τουτέστιν η περισπωμένη, γνωστές από τα χρόνια τού Αριστοτέλους (βλ. “Ρητορικής” 1403b27-32 και “Ποιητικής” 1456b31-33) και νωρίτερα. Ο πλατωνικός Σωκράτης (“Κρατύλου” 399a-b) δεν εξηγεί ότι από την έκφραση “Διί φίλος” σχηματίσθηκε μία λέξη, ο Δίφιλος, επειδή ακριβώς αφαιρέσαμε το δεύτερο ιώτα τού “Διί” και “αντί οξείας τής μέσης συλλαβής βαρείαν εφθεγξάμεθα”;
Παρόμοια ισχύουν και για την περίπτωση τής δασείας. Η δασεία, βεβαιώνουν ομοφώνως οι παλαιοί και οι σύγχρονοι φιλόλογοι, σημειωνόταν γραπτώς πολύ προ των κλασικών χρόνων, με το ψηφίο Η. Όταν όμως, περί τα τέλη τού Ε’ αιώνος, καθιερώθηκε στην Αθήνα η ευκλείδειος γραφή, το Η αυτό χρησιμοποιήθηκε για να δηλώνει το μακρό Ε, διχοτομήθηκε δε για να δηλώσει με το έν ήμισυ (() την δασεία ως αύρα βαθιά και, αργότερα, με το άλλο ((), ως λεπτή αύρα ή άπνοια την ψιλή. Εάν η ψιλή ήταν σημείο ιδιαίτερου πνεύματος ή απλώς απουσίας τού δασέος, δεν το γνωρίζουμε ασφαλώς και ως εκ τούτου οι αποφάνσεις διίστανται.

Σήμερα, η επιστήμη κλίνει προς το ενδεχόμενο η ψιλή να δήλωνε την έλλειψη ενός πνεύματος δασέος, χωρίς να γίνεται ωστόσο πιο πειστική από τους παλαιούς γραμματικούς των “Ελληνικών Ανεκδότων”, οι οποίοι ετόνιζαν (τ. ΙΙ, σ. 692-3) ότι “το σημείον τής δασείας, ήτοι το διχοτόμημα τού Η το επί τα έξω απεστραμμένον, τίθεται επάνω φωνήεντος δασυνομένου, ήγουν εκ τού θώρακος μετά πολλής τής ορμής εκπεμπομένου( το δε έτερον τού αυτού στοιχείου διχοτόμημα, το επί τα έσω εστραμμένον, επάνω φωνήεντος ψιλουμένου, ήτοι εξ άκρων των χειλέων προφερομένου. Έστι γαρ η μεν ψιλή ποιότης συλλαβής, καθ’ ην άκροις τοις χείλεσι το πνεύμα προφέρεται, οίον Αίας( η δε δασεία ποιότης συλλαβής, καθ’ ην αθρόον εκ βάθους χειλέων το πνεύμα εκφέρεται, οίον ήλιος”.

Για να γίνει σαφές το μέγεθος τού πράγματος, στα περί ελαττωμάτων τού μονοτονικού, θα προσθέσω δείγματα γραπτού λόγου των μαθητών δύο τμημάτων τής Πρώτης τάξεως Γυμνασίου των Αθηνών, ερανισμένα από κείμενα φετινών εκθέσεων και πρόχειρα διαγωνίσματα Αρχαίων και Νέων Ελληνικών, τα οποία μού εμπιστεύθηκε με άδεια ελευθέρας χρήσεως η οικεία καθηγήτρια. Το υλικό είναι καταθλιπτικό και γίνεται καταθλιπτικότερο εάν αναλογισθούμε ότι τα παιδιά αυτά ενεγράφησαν στο Δημοτικό το σχολικό έτος 1979-80 και διδάσκονται Ελληνικά ήδη έξι χρόνια. Σημειωτέον ότι δεν πρόκειται για περιπτώσεις προβληματικών ατόμων: τα παραδείγματα που δίδω και που θα μπορούσα να πολλαπλασιάσω ανετότατα, αντιπροσωπεύουν ποσοστά 47% των μαθητών τού ενός τμήματος και 70% τού άλλου.
Σε εκθέσεις με το απολύτως βατό θέμα “Πώς θα ήθελα τους γονείς μου”, εκτός των απαραιτήτων πλέον παρατονισμών και τής ισχυρής ροπής προς τον ατονισμό, αφθονούν λάθη τού τύπου “οπατέρασμου”, “ηαδερφήμου”, “απωπάνω”, “καταλάθως”, “μεχαστούκισε”, “ναντίνομε”, “όταν του ζητάω λεφτά για σινεμά οι για το σχολείο οι και για αλλού”, “Ένα βάζω που της τω έκαναν δώρο”, “Η μητέρα μου φεύγει το πρωεί και έρχεται το βράδι, φεύγει το μεσιμέρι και έρχεται κατά τις 11 στο σπίτι κουρασμένει”, “τους αγαπώ πάρα πωλύ και ας είναι αυστιρή. τιν αυτιρώτητα…”, “Οι γωνείς μου είναι πολύ καλοί και ευγενικοί… Ο μπαμπάς μου είναι λίγο αυστηρώς και θα τον ήθελα λίγο πιο μαλακό δηλαδή να μην είναι αυστηρώς”, “είναι και ευσηνήδιτοι για το κάθε πράγμα που κάνουν. Εγώ τους γονείς μου δεν τους θέλω ακριβώς έτσι θέλω να γινόντουσαν πιο εύθημοι και πιο αυστηροί γιατί άμα ένα παιδί καλομάθει στα χάδια του γονειού του όταν μεγαλώσει θα είναι πολύ αιβέσθητω”( “Ακόμα τον ήθελα όπως είναι ψιλός στο πάχος όπως είναι μεσσέος”, “ευγενικιά μαζί μετούς ανθρώπους”.

Εξ ίσου αντιπροσωπευτική συμμετοχή σε πρόχειρο διαγώνισμα Νέων Ελληνικών -τα παιδιά καλούνται να αποδώσουν ελεύθερα το περιεχόμενο γωωστού κειμένου- είναι η ακόλουθη: ” Απαντησης. Πέρσι τα εγγόνια στη πρωτοχρονιά της έβαλαν δόντια της γιαγιάς που λάμπουν. Μα ολοένα τα μάτιά της γιαγιάς έσφηνα απότοτε που πέθανε η μονάκριβη η κόρη της. Τα παιδιά χαίρονταν όταν έβλεπαν να τρώγει φουντουκία με τα ολόασπρα δόντια της. Η γιαγιά και ο μεγάλο της εγγονός βουλεβάν γιά να τα βλάλουν πέρα. Ο μικρός εγγονός φιλάγε ένα σκέδιο όταν έφτασε η μέρα ήταν ότι ο θεος εδώσε το φώς της γιαγιάς”. Και η συμμετοχή άλλου μαθητού σε πρόχειρο διαγώνισμα Αρχαίων -τα παιδιά καλούνται να αποδώσουν ελεύθερα το νόημα είκοσι πέντε στίχων τής “Οδύσσειας” και να υπογραμμίσουν τα ιδεολογικά στοιχεία- με τα εξής: “Η Αθηνά λέει στων τηλέμαχο να πάρη το καλύτερο καράβι με είκοσι λαμνοκόπους και να πάει να βρει είδηση για των Πατέρα του που λείπει πολλά χρόνια και του λέει είτε από των Δία να πας στο γέρο Νέστορα στη πύλο και μετά στην Σπάρτη στο Μενέλαο Και αν μάθει καμία πως ζει να περιμένης Ένα χρόνο. Και αν μάθεις πως δε ζει να γυρίσεις αμέσω στην πατρίδα σου να κάνεις θυσίες και μετά να παντρεύψεις την μάνα σου”. Ιδεολογικά στοιχεία: “1) Η προσπάθεια της Αθηνάς να πείση των τηλέμαχο να ψάξει να βρει των Πατέρα του. 2) Η Αθήνα πρωσπαθούσε να κάνει των τηλέμαχο να γίνει άντρας.”
Το απελπιστικό αυτό επίπεδο δεν περιορίζεται σε αμελητέα ποσοστά δυσμαθών κάποιας τάξεως ενός αθηναϊκού Γυμνασίου, αλλά κατά πληθωρικές ενδείξεις πλήττει ως θεομηνία τα σχολεία σε όλη την επικράτεια. Δεν αρκεί επομένως να διακηρύξει κανείς ότι η γλωσσική πολιτική τής τελευταίς δεκαετίας και η μονοτονική μεταρρύθμιση είχαν ολέθρια αποτελέσματα, (…) αλλά να δείξει ότι η επιδείνωση αυτή δεν έχει να κάνειίας και η μονοτονική μεταρρύθμιση είχαν ολέθρια αποτελέσματα, (…) αλλά να δείξει ότι η επιδείνωση αυτή δεν έχει να κάνει με διογκωμένο απλώς αριθμό λαθών, εν συγκρίσει προς εκείνα τα οποία κάναμε άλλοτε, έχει να κάνει με έναν τύπο και είδος λαθών που ομολογουμένως είναι πρωτόφαντα.

TELOC

ΣΤΕΛΙΟΣ ΡΑΜΦΟΣ

 

“Κάθε έξωθεν επέμβαση
δεν είναι μόνο εγκληματική
εις βάρος τής γλώσσας,
δηλαδή εις βάρος ενός πολύτιμου
εθνικού κυττάρου,
αλλά είναι και βλακώδης.
Μία από τις πρόσφατες
δυναμιτιστικές απόπειρες εναντίον
τής γλώσσας μας είναι και
το περιβόητο μονοτονικό”.

Αντ. Σαμαράκης

PAGAN http://www.antibaro.gr

Posted in GLOSSOLOGY | Tagged , , , , | Leave a comment

LINEAR–GRAMMIKEE A ,AN (A)EGYEAN MEDITERRANEAN SCRIPT / part 2

(BEING CONTINUED FROM  29/07/2014 )

7d. Balance Ledger Tablets

Balance Ledger tablets are transaction documents that record what appear to be contributions and disbursements (somewhat like “income” and “expenses”). They can be recognized by the fact that they present two lists of mostly the same NAMES. Original assessments (last column) can be deduced by totaling the contribution and the disbursement.
Here are two examples, HT 28 and HT 114.
HT 28
Since sides a & b carry most of the same name, it is likely that this tablet is in the form of a “Balance Ledger”, with side a recording contributions and side b recording debits — if so, then b.1: U-MI-NA-SI probably means “owes” (vel. sim.; cf. HT 117a.1-2: MA-KA-RI-TE KI-RO U-MI-NA-SI. KI-RI-SI [TY 3b.1] & KI-RI-TA2 [HT 114a.1] seem to be verbal variations on KI-RO, “debit” [vel. sim.]).

 

image

Another arrangement, by commodity, reveals the ratios:

image

The ratios seem to be as follows:

VINa+OLE = 44E
GRA+NI+OLE?+*304 = 45 J L2
or: VINa+OLE =? GRA+whatever
HT 114 can also be rearranged as a Balance Ledger — here, KI-RI-TA2 is a likely variant on KI-RO (cf. KI-RI-SI on TY 3b.1), perhaps a 3rd plural of a verbal form. If so, then side a lists what is owed, and side b lists what has been contributed (SA)

 

image

Again, the ratios appear to be similar in proportion to those in HT 28:

GRA = 10, VINa = 10, OLE+NI+BOSm = 11
or: VINa:GRA:OLE+BOSm = 1:1

 

8. Decipherment

My own aim in producing these webfiles has NOT been to decipher Linear A.
Most scholars have tried one of two approaches: the “acrophonic” principle to identify the phonetic values of the signs, and using vocabulary to identify a language — I don’t believe either works very well.
The acrophonic process
Decipherments based on reading the signs as pictograms, then identifying what the object was called in a language, and then identifying the phonetic value of the sign as the initial sound or first phoneme of the object’s name (the acrophonic principle) — this process does not seem to work for Linear A for two major reasons.
1, the identifying term for the “pictogram” cannot be proved in advance of deciphering the script.
2, it can be demonstrated that, for several Hieroglyphic & Linear A signs, the acrophonic principle probably did not operate. Hieroglyphic *012 , a bull-head, becomes Linear AB 23 MU, Hieroglyphic *018 , a dog head, becomes AB 60 RA, and Hieroglyphic *060 , a cat face, becomes AB 80 MA. My guess is that the phonetic value of these signs reflect the sound the animal makes, “moo,” “arf,” and “miaow” (in English). And there are other examples where the sound of the object seemingly relates to its phonetic value (e.g., Hiero *057 , a key sistrum, becomes AB 67 KI [the clinking sound of a metal rattle]).

This is not to say that the acrophonic principle is never appropriate to Linear A. Valério 2007 demonstrates that the word for master/lord is DU-PU2-RE and that the first sign DU is based in form on the Egyptian sr , “official/dignitary/courtier.”

 
Using vocabulary to identify a language
Below See my critique of the “decipherments” by Hubert La Marle and Kjell Aartun (A*).

For me, vocabulary does not necessarily identify a language (English, for instance, has a large German, French and Classical Greek and Latin vocabulary); grammar would identify a specific language more securely. Thus, I am not immediately swayed by the process of identifying words in another language as Linear A words (e.g., KU-NI-SU in Linear A as the Semitic term for emmer wheat) — this is not to say that I don’t find such correspondences impressive and interesting. Compare Nakassis and Pluta 2003: 335: “A number of scholars have attempted to decipher Linear A, identifying it with known languages such as Semitic, Luwian, and even Greek. These studies begin by attempting to etymologize a small number of individual words, largely ignoring overall context.”
My own method has been strictly internal, to examine the texts as accounting documents, and to use the numbers to identify transaction terms and patterns in vocabulary, and then to pay special attention to vocabulary variations, especially in prefixes and suffixes, in order to tease out a grammar.
Whatever language Linear A turns out to be (Semitic, Indo-Hittite, Greek, or Martian), will be fine with me; I have no set predisposition.

 

(TO BE CONTINUED)

by  John Younger

SOURCE   http://people.ku.edu

 

 

A*

La Marle

What follows is a brief critique of Hubert La Marle’s presumed decipherment of Linear A as Indo-Iranian / Sanskrit, in 4 vols.

La Marle, Hubert. 1996 (reprinted 1999). Linéaire A. La première écriture syllabique de Crète. Essai de lecture. Paris: Librairie Orientaliste Paul Geuthner.
La Marle, Hubert. 1997. Linéaire A. La première écriture syllabique de Crète. Éléments de grammaire. Paris: Librairie Orientaliste Paul Geuthner.
La Marle, Hubert. 1998. Linéaire A. L’histoire et la view de la Crète minoenne. Textes commentés. Paris: Librairie Orientaliste Paul Geuthner.
La Marle, Hubert. 1999. Linéaire A. La première écriture syllabique de Crète. Signes rares, textes brefs, substitutions. Paris: Librairie Orientaliste Paul Geuthner.
Also: La Marle’s website
La Marle, Hubert. 1996 (reprinted 1999). Linéaire A. La première écriture syllabique de Crète. Essai de lecture. Paris: Librairie Orientaliste Paul Geuthner.
Introduction (7-11): lay-out of the study
Bibliography (13-29)
“Essai de lecture” (33-131): a discussion of each LA sign, comparing its graphic shape with similar signs in other writing systems of the eastern Mediterranean (Cypro-Minoan, Cypro-Syllabic, Hurrian, Hittite, Proto-Sinaitic, Phoenician, Egyptian Hieroglyphic, Proto-Canaanite, South Arabic, Mineo-Sabeen, Ethiopian, Amharic, etc.), which he characterizes as forming a “famille graphique.”

Each discussion concludes with a nuanced phonetic value for the sign. Click here for HLM’s chart of phonetic values in a separate window (click on the image to enlarge it).

Sample at random: “Le signe 16a . Nous distinguerons le signe 16a à deux ‘oreilles’ du signe 16b dont l’une des ‘oreilles est remplacée par deux tirets parallèles. Pareille surcharge graphique en bin⊚me rappelle celle du signe 13a. Il ne semble pas que le signe 1a ait eu de correspondant chpro-minoen. Le chypriote n’en possède pas davantage de rejeton. Le Hiéroglyphe égyptien du ‘visage’ vu de face [picture] offre bien deux oreilles latérales ainsi qu’un cou. Sundwall a rapproché avec raison ce schéma du phénicien [picture], de valeur < i=””>. Lequel remonte au proto-cananéen tardif [picture]. On peut assi établir une comparaison avec le sud-sémitique [picture], le sud-arabique [picture], le minéo-sabéen [picture] de même valeur, et avec l’une des variantes du sémitique du nord-ouest, [picture], qui rend également lat consonne q.”</I.Q<>

For most of the LA signs, HLM assigns more or less the same phonetic values as is conventional, except 10 (U) = cur/gur
11 (PO) = n/ne; by shape, compared to signs in proto-Canaanite & other semitic scripts, & Ethiopian: thus n-
13 (ME) = m/mu (HLM sees a 12a & 12b, but gives them the same value)
24 (NE) = x/xa; HLM sees this sign as a simplified version of 16b, and relates its shape to proto-Canaanite samek
37 (TI) = ko/go/kho; 37b = lu
38 (E) = mu (m/me/mi)
41 (SI) = ra/gha
44 (KE) = ai/e; 44b a/e
45 (DE) = ke/ku/khe/khu/ge/ghu; 45b d/de
53 (RI) = y/ye; HLM relates the shape to Phoenician y
59 (TA) = s (th/z); HLM relates the shape to Hieroglyphic Hittite s
65 (JU) = z/so/za(n) (d), related to Phoenician on shape; HLB sees a �65b = ze/zi
73 (MI) = ş/şe/ş HLM relates the shape to Cypro-Minoan sign 44, to which he assigns a value of se
76 (RA2) = ir/ri; HLM relates the shape to Egyptian ir
79 (ZU) = h/he/e (hai); HLM relates the shape to an “eye” sign in several early Semitic scrips
87 (TWE) = no value suggested
100 (VIR) = y/ye
118 (?) = b/bi/ wi/vi; HLM relates the shape to Pi-like signs in Ethiopian, Cypro-Syllabic
120 (GRA) = do/to; HLM equates 120 with 05)
122 (OLIV) = ñ/ñy/ni; HLM relates the shape to signs in Meroitic and Cypro-Minoan 100
123 (?) = r/ri (le/lë/li); HLM relates the shape to Proto-Sinaitic r
131 (VIN) = b/w; HLM relates the shape to Proto-Sinaitic b/p
164 (?) = b (p)
188 (?) = kh
301 (?) = r/re/ri (ro/ra/l/le/li); HLM relates the shape to AB RI
302 (?) = h/he/ge; HLM relates the shape to Phoenician
303 (OLE?) = ts/dz/dze
304 (?) = di(l)/ti(l) �
306 (?) = r/re/ri
310 (?) = ko/k �/ku
312 (KU/MINA?) = s+vi/si
317 (?) = thw
319 (?) = we
328 (?) = ñ/ñy/ni
361 (?) = nu (ne)
703 (fraction D/MINA) = wy/we (equates with B75)

Summary (108-110)
Discussion of the pronunciation of the various vowels & consonants (111-131)
JGY comments
Contrary to the subtitle, Cretan Hieroglyphic is actually the first syllabic writing system in Crete.

Godart 1984 demonstrated that 7 (possibly 8) complex words (3 or more syllables) appear in both Linear A & B, and that therefore 12 signs have the same values in Linear B and A (DA, I, JA, KI, PA, PI, RO, RI, SE, SU, TA, O): RI & TA are two of those, but HLM assigns them completely different values (y/ye and s (th/z), respectively).

HLM derives phonetic values for Linear A signs based on their similarities with signs in various eastern Mediterranean and northeast African scripts (see above) as if such similarities constituted a demonstration that Linear A derived from those scripts — similarities in the shape of written signs may not indicate similarities of phonetic value, even when it can be demonstrated that one script derived from another (e.g., Cyrilic from Greek, but Russian H [/n/] is not pronounced like Greek H [/ē/]).

HLM also assigns phonetic values to several ideograms (VIR, GRA, OLIV, OLE, VIN, etc.), of which only VIR & VIN seem to operate also as syllabograms.

Instead, Linear A probably derives many if not most of its signs from Cretan Hieroglyphic, which HLM occasionally mentions but whose relaltionship to Linear A he does not discuss at all. Most signs in Cretan Hieroglyphic are pictographs, whose names or sounds or other qualities may have determined the phonetic values (e.g., LinA 23 from CH *012 , bull head, “mu”; LinA 60 from CH *018 , dog head, “ra”).

La Marle, Hubert. 1997. Linéaire A. La première écriture syllabique de Crète. Éléments de grammaire. Paris: Librairie Orientaliste Paul Geuthner.
Introduction (7-12): HLM lays out the 11 criteria set out by Y. Duhoux for establishing a decipherment (corpus of texts, a syllabary, phonetic values, orthography, morphology, etc.) and asserts he is following all of these.
Concordance (13-20) of signs between GORILA and Raison-Pope, Corpus transnuméré.
Maps (192-195)
Index & Abbreviations (197-199)
Elements of grammar (23-191) analysis will be limited to “literary” texts, not lists (23-24)
HLM’s conventional phonetic transcription for signs (24-43)
identifying nouns, verbs, etc. (45-58)

for example, KO Za 1 (I picked this totally at random) which carries the Libation Formula (as in GORILA)

HLM reads (47)

a) a-s-i-rai-ro-ja
b) wo-ru-sa / mu-lu-nwi / i-tar
c) a / mu-na-kh-na ra / i
d) pi-na-pha / ra-ru-te
La Marle, Hubert. 1998. Linéaire A. L’histoire et la view de la Crète minoenne. Textes commentés. Paris: Librairie Orientaliste Paul Geuthner.
HLM translates KO Za 1 into Indo-Iranian/Sanskrit (280)
a) a-s-i-rai-ro-ja = king of Asura, a god
b) wo-ru-sa / mu-lu-nwi / i-tar = (wo)-ru, water or a liquid; mu-lu-nu �= purify; i-tar, a god
c) a / mu-na-kh-na ra = ?mang, demand, pray ?= mangala, benediction
d) i / pi-na-pha / ra-ru-te = i-pi-na-ph, to heaven; ra-ru-te = the face
JGY stops here because
HLM does not analyze Linear A’s structure before attempting a translation.
Instead, he 1) assigns phonetic values to Linear signs based on superficial resemblances to signs in other scripts (the choice of scripts being already prejudiced to include only those from the eastern Mediterranean and northeast Africa), as if “C looks like O so it must be O.”

and, 2), translates the words into the language he has chosen (Indo-Iranian/Sanskrit).

For words that do not translate comfortably, HLM suggests religious meanings, names of otherwise unknown divinities and rites, and produces a translation that makes difficult sense.
cf. Duhoux, Companion to Linear B (2008), pp. 349-61, where he criticizes the recent translations of the new Theban texts because they introduce a religious interpretation of words simply because they are imperfectly understood.

……………………………….

Aatun

Aartun, Kjell.
1992. Die minoische Schrift: Sprache und Texte. 1: Der Diskos von Phaistos, die beschriftete Bronze axt, die Inschrift der Tarragona-Tafel. Wiesbaden: Harassowitz.
1997. Die Minoische Schrift Sprache und Texte. 2: Linear A-Inschriften. Wiesbaden: Harrassowitz.

I will not deal with Aartun’s treatment of the Phaistos Disc (which he translates as a sexual magic text; for an English translation of some lines, click here), the Arkalokhori ax, and a painted (?) clay (?) plaque now in the Madrid Museum and conventionally dated to the 4th c. BCE — except to point out that he identifies the pictographs (e.g., the head with the “Mohawk” hair is a “priest” which is kahinu in Semitic and therefore the sign has the phonetic value of ka [at the beginning] and ak [at the end of words]). In other words, Aartun uses the acrophonic principle once he has determined what the sign “is.”

For Linear A, he says he accepts most of the standard identification of phonetic values (1: 46-53), following Brice 1961 and GORILA, but in the long discussion of individual texts (1: 53-121), he identifies Linear A words as words in various languages (the vocabulary index, pp. 805-40 lists, among others: Ugaritic, Hebrew, Aramaic, Arabic, Ethiopian, and Akkadian), forcing many syllabograms to take on new phonetic values (this will be made clear in the following section).

His sign chart (1: 122-23) keeps some of the standard phonetic identifications, but to transcribe his Semitic identifications he assigns phonetic values to rare Linear A signs (both GORILA and Brice) in order to supply phonetic values that do not exist in GORILA’s grid — for example, in the deficient O-series: Brice 15 [usually a variant on GORILA 11] for DO, Brice 75 for JO, 302 for MO, 28 for NO, Brice 12 for QO, and 319 for WO). Aartun also invents three H-series, 2 z-series (z- and z- with a dot under it), a y-series (57=YA [JA] but the rest are new), a second d-series (d- with a line under it), and alternative open vowels (A-U, all preceded by ‘).

For example of his method, I take (at random) Aartun’s discussion of HT 13 (this continues over several pages, 1: 57-58, 80-87; 2: 78-80).

First, here is GORILA’s transcription and my normalized version:

HT 13

1-2:77-10-45-59 131a 04

2: 27-17   5[] J[]

3: 04-69  56

3-4: 04-67  27 J

.4: 81-79-30  18

.5:01-41-*118  19

.5-6: 28-51-24-41  5

.7:81-02  130 J

Aartun reads only some of the signs on p. 1: 57 (other signs on HT 13 are discussed on 1: 58, and 80-87), forcing some signs to take on new phonetic values to suit his identification of the Semitic word he thinks the Linear A inscription is trying to spell.

I present only the section on p. 1: 57 to give a sample of what he is doing (I give a photo of this section since it includes a lot of diacritical marks unavailable to the web; L-sign numbers are Brice, those in () are GORILA’s):

has not any means of subsistence.”

Apparently Aartun feels free to take the Linear A word and change it to suit a Semitic word.

Vol 2 discusses the Linear A texts, text by text. HT 13 is again discussed on pp. 2: 78-80. Here is Aartun’s complete presentation and translation (I omit the commentary, which basically duplicates 1:57-58 etc.):

I give an English translation of his German (many thanks to Sabine Beckmann!):

.1:he who lives in a wretched state/his life

.1-2: prepared (food)

.2: tot(al)

.2: poor (person) / (person) under protection (of the prince)

.2: 5 J

.3: the fool [low-class?]              56

.3: very much the fool [low-class?]

.4: 27 J

.4: (person) who drinks uninterruptedly without slurping

.4: 17 J

.5: s/he who does not grow

.5-6: food/fare [or provisions] of the destitute [without means]/poor people

.6: 5

.7: total 130 J

Needless to say, this translation makes little sense and does not suit a presumed administrative purpose for this text.

I can’t really follow Aartun’s method, for it is circular, taking up a text, changing the phonetic values to suit a Semitic reading for the words, and then refining the produced Semitic text. There is no internal analysis of the Linear A texts, no assumption of what the texts should resemble (in his section on the cultural context, 1: 24-25, he talks of a “Feudal- und theokratisches System,” but does not mention Minoan administration). Instead, Aartun assumes that Linear A is writing Semitic and that a substitution of Semitic words for the Linear A words (contorted to fit) suffices for a decipherment.

Posted in GLOSSOLOGY | Tagged , , , , , , | Leave a comment

Ελληνικa Αλφάβητa : Νόημα – Κίνηση – Μουσική.

Για 1600 χρόνια, δηλαδή από το 800 π.Χ. που άρχισε να χρησιμοποιείται το Ελληνικό αλφάβητο μέχρι το 800 μ.Χ. δεν υπήρχαν μικρά (πεζά) γράμματα παρά μόνο κεφαλαία.
Ούτε δασείες, ψιλές, περισπωμένες, βαρείες, και άλλου είδους σημαδάκια υπήρχαν τότε. Αυτά επινοήθηκαν για να μπορούν οι “πάντες μη Έλληνες” να διαβάζουν και να καταλαβαίνουν σωστά τα Ελληνικά.

Όλοι οι αρχαίοι συγγραφείς από τον Όμηρο και τον Ησίοδο μέχρι τον Πυθαγόρα, τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη έγραφαν με ΚΕΦΑΛΑΙΑ, όχι με “πεζά”.

 

Η κατάργηση του πολυτονικού συστήματος

23 Νοεμβρίου 1981

Hταν 23 Νοεμβρίου του 1981, ο πρώτος μήνας της κυβέρνησης Ανδρέα Παπανδρέου, όταν θεσπίστηκε με το προεδρικό διάταγμα 297/1982 (που ακολούθησε) το μονοτονικό σύστημα ορθογραφίας, τόσο στη διοίκηση όσο και στην εκπαίδευση. Σύμφωνα με αυτό καταργούνται τα δυο πνεύματα (ψιλή και δασεία, όσοι δεν τα θυμούνται) και οι δυο από τους τρεις ΕΠΙΣΗΜΟΥΣ τόνους, στην πραγματικότητα χρησιμοποιούνταν μόνο δυο (περισπωμένη και βαρεία λέγονταν οι τόνοι που καταργήθηκαν). Έτσι, το μόνο τονικό σημάδι παραμένει η ΟΞΕΙΑ.
Σε κάθε λέξη που έχει δυο ή περισσότερες συλλαβές υπάρχει μια συλλαβή που προφέρεται πιο δυνατά από τις άλλες. Πάνω από φωνήεν της συλλαβής που τονίζεται βάζουμε ένα σημάδι, που λέγεται ΤΟΝΟΣ. Καμιά λέξη δεν τονίζεται πιο πάνω από την προπαραλήγουσα. Σε μια λέξη που κλίνεται ο τόνος δε μένει πάντα στην ίδια συλλαβή.
Ποιες είναι όμως οι παρενέργειες που δημιουργούνται από την εφαρμογή του σημερινού «μονοτονικού» συστήματος;
Δημιουργεί πρόβλημα στη μελέτη του ποιητικού ρυθμού (παραδοσιακή «μετρική»), ο οποίος, ως γνωστόν, στηρίζεται στην εναλλαγή τονισμένων και άτονων συλλαβών. Κάθε φορά που κάποιος θέλει να ασχοληθεί με τη μετρική, πρέπει να λαμβάνει υπόψη του άλλους (τους ορθούς) κανόνες τονισμού, διαφορετικούς από αυτούς που χρησιμοποιεί στη γραφή.
Εξαιτίας της αδυναμίας του συστήματος να καλύψει κάθε πιθανή περίπτωση (για να μη γεμίσει με εξαιρέσεις) προβαίνει άθελά-του σε γλωσσική ρύθμιση. (Πού γίνεται, για παράδειγμα, διάκριση ανάμεσα στο ερωτηματικό «τί» και το σπάνιο αιτιολογικό «τι»; Προφανώς ο γλωσσικός νομοθέτης θεώρησε πως δεν είναι σκόπιμο να προσθέσει μία ακόμα διάκριση για έναν τύπο τόσο σπάνιο όσο το αιτιολογικό «τι». Στην ουσία, δηλαδή, επέλεξε να το αποσιωπήσει. Απο πού άντλησε όμως αυτό το δικαίωμα;)
Δεν επιτρέπει στο γραπτό λόγο να αποδοθεί με τη φυσικότητα που θα μπορούσε, αν οι χρήστες της γραφής χειρίζονταν με άνεση τους κανόνες τονισμού. Η πιο χαρακτηριστική περίπτωση είναι αυτή που αφορά τα λεγόμενα «πάθη των φωνηέντων» («έκθλιψη», «αφαίρεση» κλπ.). Επειδή ο μέσος χρήστης της γραφής πολύ δύσκολα κατανοεί, θυμάται και χρησιμοποιεί τους προβλεπόμενους κανόνες, προτιμά να γράφει τις λέξεις χωρίς τα επισυμβαίνοντα πάθη, με αποτέλεσμα καμιά φορά να δημιουργούνται ακόμα και ενοχλητικές χασμωδίες.
Σε κάθε όμως περίπτωση, πάντως, η κατάργηση του πολυτονικού συστήματος υπήρξε θετική εξέλιξη για τη γλώσσα μας, αφού μας απάλλαξε από το πλήθος των δύσκολων και πολλές φορές αντιεπιστημονικών κανόνων τονισμού.
Η μεταρρύθμιση ασφαλώς δημιούργησε κάποια προβλήματα, αλλά αυτά εντοπίζονται κυρίως στον χώρο εκείνων που δεν ήταν συνηθισμένοι στη χρήση της δημοτικής.

Το πολυτονικό και η ιστορία του
Ένα από τα πιο φλέγοντα θέματα του 20ου και του 19ου αιώνα ήταν το θέμα του πολυτονικού συστήματος
Το πολυτονικό σύστημα (βαρεία, δασεία, οξεία, περισπωμένη, υπογεγραμμένη, ψιλή), δηλαδή τα τρία τονικά σημάδια και τα δύο πνεύματα επινοήθηκαν από τον Αριστοφάνη το Βυζάντιο γύρω στα 200 π.Χ, για να βοηθήσει τους ξένους μελετητές της αρχαίας ελληνικής γλώσσας να την διαβάζουν και να την προφέρουν σωστά, καθώς η αρχαία ελληνική προφορά ήταν μουσική και τονική, δηλαδή τα φωνήεντα προφέρονταν πολύ διαφορετικά απ’ ότι προφέρονται στη γλώσσα μας. Δεν έγινε για την απόδοση της νέας (κοινής) ελληνικής γλώσσας, αλλά για τα αρχαία Ελληνικά.
Οι βυζαντινοί μελετητές, γύρω στα 800-850 μ.Χ, όταν και γενικεύτηκε η χρήση των πεζών γραμμάτων (μικρογράμματη γραφή), θεώρησαν καλό να χρησιμοποιήσουν το τονικό σύστημα του Αριστοφάνη του Βυζάντιου, το οποίο όμως δεν είχε πρακτική σημασία για τα βυζαντινά και νέα Ελληνικά. Οι Νεοέλληνες κληρονόμησαν το πολυτονικό σύστημα από τους Βυζαντινούς και για πολλά χρόνια (δυστυχώς ακόμη και σήμερα) αρκετοί θεωρούν τη χρήση του επιβεβλημένη για τη σωστή γραφή της ελληνικής γλώσσας, θεωρώντας την θέμα εθνικό και γοήτρου, αγνοώντας ή αποκρύπτοντας το γεγονός ότι όχι μόνο είναι περιττό, αλλά και δαπανηρό για την απόδοση της νέας ελληνικής γλώσσας. Η σκέψη για κατάργησή του άρχισε από τα την εποχή της Αναγέννησης και του Διαφωτισμού, αλλά δεν γενικεύτηκε μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα, όπου και ερχόταν αρωγός στο άλλο μείζον θέμα, την κατάργηση της καθαρεύουσας και την υιοθέτηση της δημοτικής.
Πολλές διαμάχες και διαξιφισμοί έγιναν για τα δύο αυτά θέματα, με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν διάφορα κινήματα, και ο κόσμος να αρχίσει να διαμορφώνει άποψη. Στο τέλος, φαίνεται ότι το πολυτονικό σύστημα είχε περισσότερη «δύναμη» από την καθαρεύουσα, γιατί ενώ η καθαρεύουσα καταργήθηκε το 1976, το πολυτονικό καταργήθηκε το 1982, με το Π.Δ 207/1982. Όμως, ακόμη και σήμερα, στην αυγή του 21ου αιώνα, πολλοί συγγραφείς και φορείς εκδίδουν συγγράμματα στο πολυτονικό σύστημα και (ακόμη χειρότερα) στην καθαρεύουσα.

Η ιστορία της δασείας
Από το πολύπλοκο, δύσκολο αλλά και αχρείαστο πολυτονικό σύστημα, το μόνο, ίσως, σύμβολο – εκτός από την οξεία – που είχε κάποια χρησιμότητα και πρακτική σημασία ήταν η δασεία.
Η δασεία (spiritus asper), ένα από τα δύο πνεύματα της αρχαίας Ελληνικής γλώσσας, ήταν τοποθετημένη σε περίπου το 5 με 10 % του συνόλου των λέξεων της αρχαίας, ελληνιστικής (κοινής), βυζαντινής, μεσαιωνικής, καθαρεύουσας, νέας και δημοτικής Ελληνικής γλώσσας, δηλώνοντας την εκβολή μικρού ποσού αέρα, μιας άχνας (τουλάχιστον στην αρχαιοελληνική ομιλία) μαζί με το συνοδευτικό ήχο του γράμματος, παρόμοιο με το λατινικό h (χ)· σε μερικές, όμως περιπτώσεις, αντί του h προφερόταν ένα θολό σ ή ένα θολό β, κατάλοιπο του αρχαιοελληνικού, φοινικικής προέλευσης, F (δίγαμμα)· παραδείγματα λέξεων είναι το hαίμα -αίμα, το σερπετόν – ερπετό και το Fορώ – ορώ (βλέπω).
Η δασεία έμπαινε (εκεί όπου χρειαζόταν) πάνω από όλά τα φωνήεντα (α, ε, η, ι, ο, υ, ω) και τα δίψηφα φωνήεντα ή διφθόγγους (αι, αυ, ει, ευ, ηυ, ου, υι), αλλά και (πάντοτε) πάνω από το ρ. Η πλειοψηφία των δασυνόμενων λέξεων προφερόταν με ένα ευκρινώς διακρινόμενο h, πράγμα το οποίο οι Ρωμαίοι δεν αγνόησαν, συμπεριλαμβάνοντάς το στις λέξεις ελληνικής προέλευσης που ενσωμάτωσαν στη γλώσσα τους. Έτσι, αφού μέσα από τα λατινικά έχουν περάσει χιλιάδες ελληνικές λέξεις σε πολλές ευρωπαϊκές γλώσσες, όταν αναφερόμαστε στον Υδη, στα αγγλικά θα γράψουμε Hades, ενώ όταν θα αναφερθούμε σε κάτι που έχει σχέση με το αίμα, θα χρησιμοποιήσουμε το πρόθεμα hema- ή haema-. Ο λόγος για τον οποίο το ρ παίρνει πάντοτε δασεία είναι γιατί, ως ινδοευρωπαϊκός φθόγγος που είναι υγρός, αποτελεί σύμφωνο με φωνηεντικές ιδιότητες, το οποίο μπορεί να ονομαστεί και συλλαβικό ρ (σερβοκροατικό Srbija).
Η προφορά του F (δίγαμμα), αν και σιγήθηκε στις αχαϊκές, δωρικές και ιωνικές διαλέκτους, μεταξύ του 8ου και του 6ου αιώνα π.Χ, διατηρήθηκε στην αττική διάλεκτο μέχρι και το 2ο αιώνα π.Χ, έτσι πολλές δασυνόμενες λέξεις που παλαιότερα προφέρονταν με το h προφέρονταν από τους Αθηναίους με το F (Hέλενα, Fέλενα). Στο δίγαμμα οφείλεται και η δάσυνση του ρ. Λέξεις που αρχίζουν από ρ και γίνονται δεύτερο συνθετικό λέξης, διπλασιάζουν το ρ (αναδιπλασιασμός), και στο πρώτο ρ μπαίνει ψιλή, ενώ στο δεύτερο μπαίνει δασεία (Καλλιρρόη – Callirrhoe). Ακριβώς λόγω του διπλού ρ, που μοιάζει με τον ήχο που παράγει ο σκύλος όταν είναι θυμωμένος, οι Λατίνοι γραμματικοί ονόμαζαν το ρ littera canina (σκυλίσιο γράμμα).
Στο γραπτό λόγο των Αττικών το Η δήλωνε την ύπαρξη του δασέως πνεύματος, κατέχοντας την όγδοη θέση στο αττικό αλφάβητο, προερχόμενο από το φοινικικό αλφάβητο (het), ενώ στους υπόλοιπους Έλληνες δήλωνε το μακρό ε (εε), το οποίο με την πάροδο του χρόνου πήρε τη σημερινή του έννοια, του η· δηλαδή το η είναι στην ουσία δύο ε. Με την υιοθέτηση το 403 π.Χ. του αλφαβήτου της Μιλήτου από όλους τους Έλληνες, συμπεριλαμβανομένων και των Αττικών, προέκυψαν τεράστια προβλήματα και δυσκολίες για τους Αθηναίους, που διατηρούσαν το δασύ πνεύμα – δηλώνοντάς το με το γράμμα Η, που τώρα σήμαινε κάτι άλλο, έτσι μόνο το 2ο αιώνα π.Χ. κατάφεραν να το σιγήσουν.
Μέχρι, όμως, να το σιγήσουν, κατέφυγαν σε μια άλλη λύση, τη διχοτόμηση του Η, όπως είχαν κάνει και οι Μεγαλοελλαδίτες, με το αριστερό τμήμα να αντιπροσωπεύει τη δασεία, πράγμα που διατηρήθηκε μέχρι και τον 9ο αιώνα μ.Χ, αναβιωμένο από το σύστημα τονισμού του Αριστοφάνη του Βυζάντιου. Τον 9ο αιώνα μ.Χ, με τη γενίκευση της χρήσης της μικρογράμματης γραφής, το δασύ πνεύμα πήρε τη μορφή του αριστερού πάνω τεταρτημορίου του Η, αλλά τον 11ο αιώνα, μαζί με διάφορες άλλες αισθητικές αλλαγές στο γραπτό λόγο των Βυζαντινών, πήρε το γνωστό (‘) στρογγυλοποιημένο σχήμα. Το 1982, σε μια ριζική προσπάθεια απλοποίησης της Ελληνικής γλώσσας, καθιερώθηκε το μονοτονικό σύστημα, που καταργούσε, ανάμεσα σε άλλα, και τα δύο πνεύματα. Έτσι, σήμερα δεν χρησιμοποιείται πλέον η δασεία στη γλώσσα μας.
Η γνώση των δασυνόμενων λέξεων στα Ελληνικά σήμερα έχει περισσότερο έμμεση, παρά άμεση σημασία, καθώς η μόνη πρακτική σημασία που έχει η γνώση τους είναι, για σκοπούς κατανόησης, η τροπή των ψιλών συμφώνων (κ, π, τ) στα δασέα αντίστοιχά τους (χ, φ, θ) όταν αποτελούν την κατάληξη πρώτου συνθετικού με δεύτερο συνθετικό λέξη που δασύνεται. [καχεκτικός< κακό + έκτης < έξω (δασυνόμενος μέλλοντας του έχω)/ υφιστάμενος< υπό + υφίσταμαι/ ανθυπολοχαγός< αντί + υπό + λοχαγός]. Η άλλη του πρακτική χρήση είναι η ερμηνευτική διευκόλυνση λέξεων που θα μεταφράσουμε από τα ελληνικά σε ξένες γλώσσες και αντίστροφα. Έτσι, όταν αναφερόμαστε στον Υδη, θα γράψουμε Hades, επειδή δασυνόταν.

Η ιστορία της δασείας
Από το πολύπλοκο, δύσκολο αλλά και αχρείαστο πολυτονικό σύστημα, το μόνο, ίσως, σύμβολο – εκτός από την οξεία – που είχε κάποια χρησιμότητα και πρακτική σημασία ήταν η δασεία

Η δίκη των τόνων
Μισόν αιώνα περίπου πριν, το 1943, η κατάργηση των πνευμάτων και ο περιορισμός των τονικών σημείων σε πανεπιστημιακά συγγράμματα του καθηγητή Ι. Θ. Κακριδή είχε οδηγήσει στην πειθαρχική δίωξή του από τη Φιλοσοφική Σχολή του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου, γνωστή ως Δίκη των Τόνων
Ήταν η γκάφα του αιώνα στο γλωσσικό; Έτος 1942, μες στη γερμανική Κατοχή, οι καθηγητές της Φιλοσοφικής του Αθήνησι στέλνουν στο πειθαρχικό έναν συνάδελφό τους, τον Ι. Θ. Κακριδή, επειδή τύπωσε το βιβλίο του με μονοτονικό. Το μονοτονικό ήταν, βέβαια, το πρόσχημα, σε εποχή όπου τα πράγματα ήταν πιο καθαρά στο μέτωπο το γλωσσικό, ποιες δηλαδή οι προοδευτικές και ποιες οι αντιδραστικές δυνάμεις. Στο πειθαρχικό το κατηγορητήριο ουσιαστικά κατέρρευσε, ενώ η ποινή, δύο μήνες προσωρινή απόλυση, ήταν μηδαμινή, σε σχέση με τα όνειρα για εξόντωση που έπλαθαν οι διώκτες του Κακριδή. Ας τους θυμηθούμε, όσους υπέγραψαν την παραπομπή, με το όνομά τους αναπόφευκτα το ένα δίπλα στο άλλο, έτσι που να μη γίνεται διάκριση ανάμεσα στους πρωτοστάτες και τους μετριοπαθέστερους: Φαίδων Κουκουλές, Νικόλαος Εξαρχόπουλος, Ερρίκος Σκάσσης, Εμμανουήλ Πεζόπουλος, Αντώνιος Χατζής, Γεώργιος Σακελλαρίου, Γεώργιος Π. Οικονόμος, Νικόλαος Βλάχος, Αναστάσιος Ορλάνδος, Χρ. Καπνουκάγιας, Σπυρ. Μαρινάτος, Απ. Δασκαλάκης, Διον. Ζακυθηνός. Είχαν μειοψηφήσει ο Ιω. Θεοδωρακόπουλος και ο Σωκράτης Κουγέας.

Οι κανόνες του μονοτονικού συστήματος
1 Οξεία παίρνει η λέξη που έχει δυο ή περισσότερες συλλαβές. Αυτό ισχύει και στην περίπτωση που η λέξη παρουσιάζεται ως μονοσύλλαβη ύστερα από έκθλιψη ή αποκοπή (για την ερμηνεία τους δείτε παρακάτω), όχι όμως και όταν έχει χάσει το τονισμένο φωνήεν από αφαίρεση.
Παίρνουν τονικό σημάδι λέξεις που παρουσιάζονται ως μονοσύλλαβες ύστερα από:
έκθλιψη: λίγ’ απ’ όλα, ούτ’ εγώ, είν’ εκείνος,
αποκοπή: φέρ’ το, στείλ’ το, δώσ’ τα.

Ένας ρηματικός τύπος που έμεινε άτονος από αφαίρεση δεν ανεβάζει το τονικό σημάδι στην προηγούμενη λέξη: μου ‘φερε, τα ‘δειξε, να ‘μαι.

Οι μονοσύλλαβες λέξεις δεν παίρνουν τονικό σημάδι.
Θεωρούνται μονοσύλλαβες οι λέξεις: βιος (το), γεια, για, γιος, δυο, μια, νιος, πια, πιο, (να) πιω, ποιος-ποια-ποιο [σε όλες τις πτώσεις ενικού ή πληθυντικού και σε όλα τα πρόσωπα

[ΠΡΟΣΟΧΗ! ποιόν (το)]].

Μια μονοσύλλαβη προστακτική, ακόμα και όταν ακολουθείται από δυο εγκλιτικά, δεν παίρνει τονικό σημάδι: πες μου το, βρες τους τα.
Εξαιρούνται και τονίζονται:

Ο διαζευκτικός σύνδεσμος ή: Ή η Αννα ή η Μαρία.
Τα ερωτηματικά πού και πώς.
Τα πού και πώς τονίζονται είτε βρίσκονται σε ευθεία ερώτηση είτε σε πλάγια: Πού πήγες; Μας είπε πώς τον λένε.

Τα πού και πώς παίρνουν τονικό σημάδι σε περιπτώσεις όπως: πού να σου τα λέω, από πού κι ως πού, πού και πού, αραιά και πού, Πώς βαριέμαι! Κοιτάζω πώς και πώς να τα βολέψω.

ΔΕΝ παίρνουν τόνο όταν είναι το:
α) που: αντωνυμία (αυτό που σου είπα), επίρρημα (πηγαίνει εκεί που θέλει), σύνδεσμος [Έμαθα που ήρθες (=Έμαθα πως/ότι ήρθες)].

β) πως: σύνδεσμος [Λέει πως θα φύγει (=Λέει ότι θα φύγει)].

Οι αδύνατοι τύποι των προσωπικών αντωνυμιών (μου, σου, του, της, τον, την, το, μας, σας, τους, τα) όταν στην ανάγνωστη υπάρχει περίπτωση να θεωρηθούν εγκλιτικές: Ο πατέρας μού είπε (=ο πατέρας είπε σε εμένα)-Ο πατέρας μου είπε (=ο δικός μου πατέρας είπε κάτι).
Όταν η προηγούμενη λέξη τονίζεται στην ΠΡΟΠΑΡΟΞΥΤΟΝΗ συλλαβή και ακολουθεί αδύνατος τύπος προσωπικής αντωνυμίας (που δεν είναι εγκλιτικός), τότε ΔΕ βάζουμε οξεία στον τύπο αυτόν: Ο πρόεδρός μας αρρώστησε (=ο δικός μας πρόεδρος αρρώστησε)-Ο πρόεδρος μας αρρώστησε (=ο πρόεδρος αρρώστησε εμάς).
Οι μονοσύλλαβες λέξεις, όταν συμπροφέρονται με τους ρηματικούς τύπους ΜΠΩ, ΒΓΩ, ΒΡΩ, ‘ΡΘΩ σε όλα τα πρόσωπα και τους αριθμούς. Τότε δέχονται τον τόνο τους: θά βγω αλλά θα βγω.
Ο τόνος του εγκλιτικού ο οποίος ακούγεται στη λήγουσα των παραξύτονων λέξεων σημειώνεται: χάρισμά σου, άφησέ το.
Το ίδιο γίνεται στο πρώτο από τα δυο εγκλιτικά, όταν προηγείται παροξύτονη προστακτική: δώσε μού το.

Οι προτακτικές λέξεις που αποτελούν ένα σύνολο με την επόμενη λέξη, με την οποία συνδέονται με ενωτικό, δεν τονίζονται: Αγια-Σοφιά, Αϊ-Δημήτρης, κυρα-Μαρία, γερο-Θανάσης, θεια-Βασίλω, παπα-Δημήτρης, μπαρμπα-Πέτρος.
Γράφονται ΧΩΡΙΣ ενωτικό και ΤΟΝΙΖΟΝΤΑΙ: καπετάν, πάτερ, κυρ (ΧΩΡΙΣ τόνο).

 

PEEGEE  http://www.kairatos.com.gr/http://www.esoterica.gr/

Posted in GLOSSOLOGY | Tagged , , , , | Leave a comment

ALEETHOOS ANISTATAI O CHRISTOS KATHE ETOS HELLEENIKON,APO AIOONOON ANARITHMEETOON ES TOUS AIOONAS KAI APO GENEAS/FRATRIAS ES GENEAN

THE TIME OF THE CRUCIFIXION AND RESURRECTION

Chapter 4

THE DAY OF THE RESURRECTION

Is the Easter-Sunday Resurrection a Biblical fact or an ecclesiastical fable? Wednesday Crucifixionists believe that it is a fable fabricated by “the so-called ‘apostolic fathers’ . . . to justify a pagan tradition of the Sunday resurrection of Nimrod, the pagan savior!”1 In their view Christ’s Resurrection occurred, not early on Sunday morning, but late on Saturday afternoon.

The “clinching proof” for the Saturday afternoon Resurrection of Christ is supposedly found in Matthew 28:1, 5-6. The text reads: “In the end of the sabbath, as it began to dawn toward the first day of the week, came Mary Magdalene and the other Mary to see the sepulchre . . . And the angel answered and said unto the women, Fear not ye: for I know that ye seek Jesus, which was crucified. He is not here: for he is risen, as he said. Come, see the place where the Lord lay” (KJV).

This text allegedly pinpoints the time of the Resurrection on Saturday afternoon. The reasoning runs as follows: Since Matthew tells us that when the two Marys went to the sepulchre “in the end of the sabbath, as it began to dawn toward the first day of the week,” they discovered that Christ had already risen, this means that His Resurrection occurred in the last part of the Sabbath before the next day began.

To defend this conclusion, the dawning of the first day is interpreted as being the beginning of dusk (evening) rather than of dawn (morning). The reasoning runs as follows: “Since the Sabbath ended at sunset, it would be impossible for ‘dawn’ to mean morning here, for the sun would not rise until some 12 hours later. It could not be in the end of the Sabbath and morning at the same time.”2

An Apparent Contradiction. It must be granted that this reasoning represents an ingenious attempt to reconcile what many scholars view as two apparently contradictory statements. The contradiction lies in the fact that the end of the Sabbath at sunset does not mark the dawning of the first day, since the two events are about 12 hours apart.

The above interpretation, though ingenious, cannot be accepted for at least two reasons. First, because the verb “to dawn” (epiphosko) literally means not “to become dusk” but “to grow light,” “to dawn.” Second, because a figurative interpretation (i.e. to become dusk) in this instance runs against the explicit statements of the other Gospels which tell us that the women came to the empty tomb at daybreak “when the sun had risen” (Mark 16:2; cf. Luke 24:1; John 20:1). Thus other solutions must be found to this apparent contradiction.

I. LATE OR AFTER?

A first solution is suggested by the broader meaning of the adverb “opse” which is translated in the KJV as “in the end of” but in the RSV and most modern translations as “after.” The two translations reflect the dual meanings of the term, namely “late” or “after.”

An Approximate Time Reference. In the New Testament the term opse occurs only twice again, in Mark 11:19 and 13:35. In Mark 11:19 (“And when evening [opse] came they went out of the city”) it is hard to tell by the context whether opse designates the late afternoon of that day or the time after sunset, which, according to the Jewish sunset to sunset reckoning, would be the beginning of the new day.

In Mark 13:35, however, opse (“evening”) clearly designates the first watch of the night, from about sunset till about 9 p.m.: “Watch therefore for you do not know when the master of the house will come, in the evening (opse) or at midnight, or at cockcrow, or in the morning” (Mark 13:35). The fact that “opse” could mean not only the late hours of the day, but also the early hours of the new day, suggests the possibility that Matthew may have used the term as an approximate time reference simply to indicate that the Sabbath was over when the women went to the sepulchre.3

In the age of quartz watches when even seconds count, we expect the same accuracy from the Bible writers, who had only the sun at their disposal to measure time. The concern of Bible writers, however, seems to have been more with reporting the actual events than with the precise time of their occurrence. Mark, for example, says that Jesus was crucified approximately three hours earlier (“it was the third hour”—Mark 15:25) than John (“it was about the sixth hour”—John 19:16).

Similarly, the visit to the sepulchre occurred “while it was still dark” according to John (20:1) and “when the sun had risen” according to Mark (16:2). The existence of these time approximations in the Gospels suggests the possibility that Matthew also may have used opse loosely, simply to indicate that the women went to the sepulchre after the Sabbath was over and as the first day was dawning.

Late Greek Usage. The latter conclusion is supported by the usage of opse in late Greek writers as meaning “after.” While in the ancient Greek, as A. T. Robertson explains, “opse . . . occurs as a preposition with the genitive (Thuc. 4, 93) with the sense of ‘late on,’” later Greek authors, like Philostratus, use the word in “the sense of ‘after,’ like . . . ‘after these things.’”4

Edgar J. Goodspeed, another renowned Greek scholar, makes the same observation. He explains that “the adverbopse is sometimes used in the sense of ‘late,’ with a genitive of time . . . which would mean ‘late on the Sabbath.’ . . . But opse has another sense; it is also used by late Greek writers like Philostratus (second to third century) as a preposition meaning ‘after,’ followed by the genitive, opse touton, ‘after these things’ (Life of Apollonius vi. 10; cf. 4:18: opse musterion ‘after the mysteries’). This is the sense of the word in Matthew 28:1 and at once clears up any difficulty . . . The plain sense of the passage is: ‘After the Sabbath, as the first day of the week was dawning.’”5

Standard Greek Lexicons. The same explanation is given in several standard Greek lexicons of the New Testament. Walter Bauer’s lexicon, for example, points out that opse is “used as an improper preposition with genitive [meaning] after, (opse sabbaton) after the Sabbath(Matthew 28:1).”6 Bauer gives several examples of this usage, including one of Polyaemus where the following phrase occurs: “later (opse) than the hour decided upon.”7

Unfortunately some translations, such as the Revised Version, have ignored the late Greek usage of opse and thus they have translated Matthew 28:1 as “now late on the Sabbath day.” This translation would mean that the women came to the tomb late on a Saturday. “This might be the sense of the Greek words used in the classics,” but, as R. C. H. Lenski perceptively points out, “in the koine opse is used as a preposition and means ‘after,’ B.-P. 958; B.-D 164; Stellhorn, ‘long after something;’ Zahn, erst nach; R. 517. Mark agrees, ‘when the Sabbath was past.’”8

The same conclusion is reached by Edward Lohse, though from a different basis. He finds that the phrase opse sabbaton of Matthew 28:1, corresponds to the Rabbinicmosa’e shabbat “and thus means the night from the Sabbath to the first day of the week.”9

Toward the Dawn. Further support for the meaning ofopse sabbaton as “after the sabbath” rather than “late on the sabbath,” is provided by the second time element given by Matthew to date the visit of the women to the sepulchre, namely, “toward the dawn of the first day of the week” (Matt 28:1).

The Greek verb epiphosko literally means “to shine forth,” “to grow light,” “to dawn.” It must be said that this verb is used not only in a literal sense to describe the morning dawning of a new day, but also in a figurative sense to refer to the evening beginning of a day. In Luke 23:54epiphosko is translated “drew on” (KJV) or “beginning” (RSV), in reference to the approach of the Sabbath at sundown.

In Matthew 28:1, however, expositors are generally agreed that the verb epiphosko is used in its literal meaning of “to dawn.” This conclusion is based first of all on the parallel statements of the other Gospels, which explicitly place the visit of the women to the tomb “at early dawn” (Luke 24:1; Mark 16:2; John 20:1). There is no hint in any of the Gospels that the women made two visits to the sepulchre, one on Saturday afternoon and one on Sunday morning. Thus we are justified in concluding that the “dawning” in Matthew is literal as in the other Gospels.

Sabbath’s Travel Restrictions. A second reason is suggested by the prevailing Jewish restrictions on Sabbath travel (Acts 1:12), which would have precluded any visit to the tomb on Sabbath afternoon from a distance greater than 2/3 of a mile. Since Mary Magdalene lived in Bethany, a distance of 2 miles from Jerusalem (Matt 21:1), and since she presumably spent the Sabbath at home (Luke 23:56), she could hardly have traveled to the tomb before the end of the Sabbath.

The same must be said for the evening after the close of the Sabbath. In the East people in general, let alone women, do not travel in the darkness of the night, particularly to a burial place “to see the sepulchre” (Matt 28:1). It is far more true to life for the women to have traveled from Bethany to Calvary early on Sunday morning, as indicated by the Gospels (Mark 16:2; Luke 24:1; John 20:1).

At Passover time the astronomical morning twilight began in the latitude of Jerusalem at about 4:00 a.m. and the sun rose at about 5:30 a.m. This means that if Mary Magdalene arose about the time it began to get light (John 20:1), and walked from Bethany to Christ’s sepulchre, she would have arrived by sunrise (Mark 16:1; John 20:1).

Other Difficulties. Several other difficulties arise if the Resurrection and the visit of the women to the tomb are placed “late on the Sabbath day.” The many events which are described in Matthew 28:2-15 and attached to the time designated in verse 1 could hardly have taken place “late on a Sabbath day.” For example, it is hard to believe that the risen Christ would tell the women on a late Sabbath afternoon, “Go and tell my brethren to go to Galilee” (Matt 28:10). It would have been against prevailing customs to start out on a trip late on a Sabbath afternoon.

Furthermore, it is difficult to see how the following events could have taken place on a late Sabbath afternoon: the guards going to the city to inform the chief priests about what had happened (v. 11); the chief priests assembling the Council to decide what action should be taken (v. 12); the Council paying the soldiers to fabricate the story of the stealing of Christ’s body by His disciples (vv. 12-13).

More decisive still is the instruction given to the soldiers by the chief priests: “Tell people, ‘His disciples came by nightand stole him away while we were asleep” (v. 13). In view of the fact that the soldiers had been stationed at the sepulchre during the light hours of the Sabbath day (Matt 27:62-66), they could hardly have told the people on Saturday evening that the disciples stole Christ’s body by night, when no night had yet intervened between the beginning of their vigil and the Resurrection.

In the light of the above considerations on the language and context of Matthew 28:1, we conclude that this passage offers no support whatsoever to the view of a late Sabbath afternoon Resurrection and visit of the women to the sepulchre. The indications submitted have amply established that the plain sense of Matthew 28:1 is: “After the Sabbath, at dawn on the first day of the week” (NIV).

II. SUNRISE TO SUNRISE

A second possible solution to the apparent contradiction between the two time references found in Matthew 28:1 is suggested by the possibility that Matthew here used the sunrise-to-sunrise method of day reckoning. If Matthew used this method, for which there seems to be some support both in the Old and New Testament, then any apparent contradiction would be automatically resolved, because the end of the Sabbath would mark the dawning of the first day.

A host of scholars have for many years argued for the existence in Biblical times of two methods of reckoning the day: one from sunset to sunset and the other from sunrise to sunrise. The data evidencing the existence of the two methods will be examined in the following chapter. The study will show that the support for the sunrise-to-sunrise day reckoning, though less explicit than that from sunset to sunset, cannot be ignored.

Summary of Evidences. Five main types of evidences suggesting the existence of the sunrise reckoning in Bible times are generally presented. Each of these will be considered in the following chapter. At this point we shall briefly state them.

First, there are sacrificial laws which specify that the sacrifice must be eaten on the day upon which it was offered, with nothing left over until the morning. Such statements suggest that the morning marks the end of the previous day and the beginning of the new day.

Second, there is the Passover legislation of Exodus 12 which places both the slaying of the Passover lamb in the afternoon and the eating of it during the following night, on the 14th day of the month (Ex 12:6, 8, 10, 18, 42), thus implying a sunrise reckoning. According to the sunset reckoning the night following the sacrifice of the Passover lamb was no longer the 14th but the15th day of Nisan (Lev 23:5; Num 28:16). In Exodus 12, however, the events of the night following the slaying of the Passover lamb are placed on the 14th in accordance with the sunrise reckoning.

Third, there are about 50 references in which the “day” is mentioned before the “night,” which suggests a reckoning whereby the day begins and ends at dawn. Fourth, there are several passages in which the night is reckoned with the previous day, which suggests that the day terminated at sunrise. Lastly, there are statements in Josephus and the Talmud which suggest a sunrise to sunrise reckoning.

Coexistence of Two Reckonings. The study of these evidences suggests, as we shall see in the next chapter, that the two methods of day reckoning may have coexisted side by side in New Testament times. If that is true, and the available indications make it plausible, then Matthew’s statement that the women came to see the sepulchre “in the end of the Sabbath, as it began to dawn toward the first day of the week” (Matt 28:1; KJV), makes perfect sense, because the end of the Sabbath would indeed mark the dawning of the first day of the week.

This explanation sheds light also on Mark’s account of the two women who went out to buy spices to anoint Christ “when the Sabbath was past” (Mark 16:1). According to the sunset-to-sunset day reckoning, the women would have gone out to purchase spices on Saturday night after sunset. This may have happened, but it hardly seems true to life because in the East women do not go out to make purchases on Saturday night, in the darkness without street lamps, and when the shops are closed.

According to the sunrise-to-sunrise reckoning, however, the women could easily have gone out to purchase spices early Sunday morning, because in the East people are up and about their business very early, long before most Americans or Europeans leave home for work. Thus the women could easily have slipped into a neighbor’s shop to purchase the spices still needed.

According to Luke, the women had already started to prepare “spices and ointments” on Friday afternoon (Luke 23:56). Thus, it is possible that the women went out very early Sunday morning to buy only those missing ingredients and then they went back home to finish the mixing, before hastening to the tomb. According to Mark “they went to the tomb when the sun had risen” (Mark 16:2). They could hardly have carried out their purpose of anointing Christ’s body at the tomb in darkness. These considerations confirm the possibility that Matthew used the sunrise-to-sunrise reckoning and are true to the prevailing customs of the time.

Conclusion. The conclusion that emerges from the above examination of Matthew 28:1-6 is that this passage offers no support whatsoever for a Saturday afternoon Resurrection. Four main reasons have led us to this conclusion. First, in the New Testament the term opse is used as an approximate time reference which in Matthew could simply mean that the women went to the sepulchre “after” the Sabbath was over and the first day was dawning.

Second, the word opse is used by late Greek writers as a preposition meaning “after.” Standard Greek lexicons and modern translations recognize that this is the sense in which the word is used in Matthew 28:1.

Third, several details of the context suggest that the visit of the women to the tomb could not have taken place late on a Sabbath afternoon on account of prevailing Sabbath travel restrictions. Furthermore, the latter would contradict the parallel statements of the other Gospels which place such a visit explicitly “at early dawn” (Luke 24:1; Mark 16:2; John 20:1).

Lastly, there is a possibility that Matthew could have used the sunrise-to-sunrise reckoning which seems to have coexisted side by side with the sunset-to-sunset reckoning. In that case, the end of the Sabbath would mark literally the dawn of the first day of the week when Jesus was resurrected (Mark 16:9).

SUMMARY

The analysis conducted in this book of the three key New Testament texts commonly adduced in support of the Wednesday-Crucifixion/Saturday-Resurrection, has shown, it is hoped to the satisfaction of the most critical minds, that these texts offer no probative support for such a view.

In Chapter 2 we have seen that the sign of Jonah found in Matthew 12:40 consists primarily in the Resurrection event, rather than in the time element of a 72-hour entombment.

We have established that the literal interpretation of the phrase “three days and three nights” is discredited by such factors as the idiomatic use of the phrase “a day and a night” to designate a calendrical day, whether complete or incomplete; the prevalent method of inclusive day reckoning; the identical meaning of the two phrases “after three days” and “on the third day;” Luke’s account of Christ’s appearance on Sunday evening to two disciples (Luke 24:21); and the Gospels’ chronology of the Passion weekend which leave absolutely no room for two Sabbaths to intervene between Crucifixion day and Resurrection day.

In Chapter 3 we have shown that “the day of Preparation of Passover” mentioned in the second key text, John 19:14, was a Friday and not a Wednesday. The main reasons we have cited for this conclusion are: the consistent and exclusive use of the term “Preparation” to designate Friday; the sequence of the days as given in the Synoptics: “Preparation, Sabbath, first day;” the absence of any example of Passover day being ever designated simply as“sabbaton—Sabbath;” the absence of any example of Passover day ever being called “High Day” or “High Sabbath” and the presence of such examples where the weekly Sabbath coincided with Passover; and the absence of any early Christian testimony or hint suggesting the Wednesday-Crucifixion/Saturday-Resurrection.

In Chapter 4 we have ascertained that the visit of the women to the tomb mentioned in the third text, Matthew 28:1-6, took place not on a late Saturday afternoon but on an early Sunday morning. We have reached this conclusion on the basis of the following reasons: the use of the word opse in late Greek writers as meaning “after;” the contextual details which negate the possibility of a late-Saturday-afternoon Resurrection and visit to the tomb; the possible use by Matthew of the sunrise-to-sunrise day reckoning.

The two following chapters are an appendix to the preceding study. Chapter 5 will examine the possible coexistence of two methods of day reckoning in Bible times, and its implication for the time reference of Matthew 28:1. Chapter 6 will address the thorny question of when to begin and end the Sabbath in those parts of the earth where the sun sets very early, or very late, or not at all for a certain period of time.

The conclusion of this investigation, then, is that the attempt to construct a Wednesday-Crucifixion/Saturday-Resurrection theory on the basis of the three texts examined must be regarded as a noble yet groundless effort, because it lacks both Biblical and historical support. The cumulative witness of the Gospels and of history clearly supports the traditional chronology of the Friday-Crucifixion and Sunday-Resurrection of Christ.

Our fervent hope is that the polemic over the time element of Christ’s Crucifixion and Resurrection may not cause some persons to lose sight of the fact that our Christian faith is built not on some esoteric knowledge of the exactduration of Christ’s entombment, but rather on the certainty of the fact that “Christ died for our sins in accordance with the scriptures, that he was buried, that he was raised on the third day in accordance with the scriptures” (1 Cor 15:3-4).

Samuele Bacchiocchi, Ph. D., Andrews University

NOTES ON CHAPTER IV

1. Herman L. Hoen, The Crucifixion Was Not on Friday(Pasadena, California: Ambassador College, 1968), p. 14.

2. The Time Element in the Crucifixion and Resurrection of Christ, published by the Bible Advocate Press of the Church of God (Seventh Day), p. 14.

3. William F. Arndt and F. Wilbur Gingrich note in their lexicon that when “opse” is “used as an improper preposition with genitive, it means . . . after the Sabbath Matt 28:1” (A Greek-English Lexicon of the New Testament [Chicago, 1979], s.v. “opse“).

4. A. T. Robertson, A Grammar of the Greek New Testament in the Light of Historical Research (Nashville, 1923), p. 645.

5. Edgar J. Goodspeed, Problems of New Testament Translation (Chicago, 1945), pp. 43, 45.

6. Walter Bauer, A Greek-English Lexicon of the New Testament and Other Early Christian Literature (Chicago, 1979), s.v. “opse,” p. 601. See also F. Blass and A. Debrunner, A Greek Grammar of the New Testament and Other Early Christian Literature (Chicago, 1964), p. 91; Henry George Liddell and Robert Scott, A Greek-English Lexicon (Oxford, England, 1939), s.v. “opse,” vol. II, p. 1282.

7. Walter Bauer, note 6.

8. R. C. H. Lenski, The Interpretation of St. Matthew’s Gospel (Columbus, Ohio, 1943), pp. 1147, 1148.

9. Eduard Lohse, “Sabbaton,” Theological Dictionary of the New Testament (Grand Rapids, 1971), vol. VII, p. 20.

source  excerpt from the titled above book ,  http://www.biblicalperspectives.com/

Posted in Books | Tagged , , , | Leave a comment