ΑΡΒΑΝΙΤΕΣ ΕΙΤΕ ΑΛΒΑΝΙΤΕΣ -ΑΡΚΑΔΙΤΕΣ ?- ΔΙΑΣHΜΟΙ ΑΡΒΑΝΙΤΕΣ !!! ΟΙ ΔΩΡΙΕΙΣ ΤΟΥ ΝΕΩΤΕΡΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ (Z ΠΕΡΙΠΤΩΣΙΣ)

(ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΑΠΟ  6/06/2012)

Aυτό το άρθρο το αφιερώνουμε σε όλους τους Έλληνες και Απόδημους Έλληνες αδελφούς μας  διότι αφορά ορισμένους Έλληνες για τους οποίους πολλοί μιλούν για αυτούς αλλά δεν γνωρίζουν τι έχουν προσφέρει στην Ελλάδα και πόσο συνέβαλαν στην ελευθέρωση της και στην προάσπιση των διακαίων της. Και αυτοί είναι οι Αρβανίτεςγια τους οποίους δεν πρέπει ξεχνούμε την προσφορά του. Για κάποιους «Δωριείς του νεότερου Ελληνισμού», για άλλους «παιδιά της σιωπής», ο Αρβανίτικος λαός αυτός, που ποτέ δεν αποτέλεσε «έθνος», ενίσχυσε τον πληθυσμό του ελλαδικού χώρου, ταύτισε τη μοίρα του με αυτή των ελληνόφωνων συμπατριωτών του σε καιρούς δύσκολους, κράτησε την ορθόδοξη χριστιανική του πίστη και έπαιξε βασικό ρόλο στην Επανάσταση του 1821.

Για αυτό θα αναφερθούμε στις διασημότητες αυτών των Ελλήνων. Η ιστορία και ο πολιτισμός των Αρβανιτών μοιάζουν σαν να καλύπτονται εδώ και πολλές δεκαετίεςαπό τη συνομωσία της σιωπής. Ελάχιστα γράφονται και ακούγονται γι’ αυτούς, έστω και αν ζούμε στην εποχή της προβολής των τοπικών ιδιαιτεροτήτων και του «έθνικ». Πολύ λίγες επιστημονικές μελέτες, ελάχιστες εκδόσεις εθνολογικού χαρακτήρα, λιγοστές σοβαρές προσπάθειες στον χώρο της μουσικής. Το θέμα μοιάζει να είναι «ταμπού», μία απόκρυφη πολιτισμική ταυτότητα και μία υπόγεια γλώσσα, που οι ίδιοι οι Αρβανίτες θέλησαν, από ένα σημείο και μετά, να τις ξεφορτωθούν, γιατί έτσι τους έμαθαν. Αφήνοντας όμως τις ενοχλητικές «ιδιαιτερότητες» πίσω τους ως ασήμαντες ή άχρηστες, δεν έγιναν περισσότερο «πολιτισμένοι» και περισσότερο Έλληνες απ’ όσο ήταν πριν. Και αυτό γιατί οι Αρβανίτες ήταν ήδη Έλληνες. Η συνείδηση αυτή διαμορφώθηκε στη διάρκεια της μακράς ιστορικής τους πορείας στις ελληνικές χώρες, παράλληλα όμως με τη διατήρηση μιας λαλιάς διαφορετικής από τα «ρωμέικα».

Το Αφιέρωμα για το οποίο θα ενημερώσουμε αφορά τις διασημότητες των Αρβανιτών ολόκληρη η φιλοσοφία βρίσκετε μέσα δυο αράδες γράμματα «Κιο γκλιούχα Αρμπeρίστe ίστe γκλιούχ τρμeρίστε, Ε φλιτ ναυάρχοϊ Μιαούλη Μπότσαρη εδε γκιθ Σούλι». Μετάφραση: Αυτή η γλώσσα η Αρβανίτικη είναι γλώσσα παλικαρίσια. Τη μιλούσε ο Ναύαρχος Μιαούλης, ο Μπότσαρης κι όλο το Σούλι. και οι διασημότητες είναι οι Μάρκος Μπότσαρης,αρχηγός των Σουλιωτών, υπερασπιστής του Μεσολογγίου, Νικόλαος Κριεζιώτης, αρχηγός της ελληνικής επανάστασης στην Εύβοια, Ανδρέας Μιαούλης, ναύαρχος και αργότερα πολιτικός, Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα η μόνη γυναίκα μέλος της Φιλικής Εταιρίας, Παύλος Κουντουριώτης ναύαρχος και αργότερα πολιτικός, Θεόδωρος Πάγκαλος, στρατηγός και για λίγο στρατιωτικός δικτάτορας, Κίτσος Τζαβέλας πρωθυπουργός Γεώργιος Κουντουριώτης πρωθυπουργός, Αντώνιος Κριεζής υπηρέτησε στο Ελληνικό Ναυτικό στην επανάσταση, αργότερα πολιτικός, Δημήτριος Βούλγαρης πρωθυπουργός, Αθανάσιος Μιαούλης πρωθυπουργός Πέτρος Βούλγαρη πρωθυπουργός, Αλέξανδρος Διομήδηςπρωθυπουργός, Νίκος Εγγονόπουλος ζωγράφος και ποιητής

Ορισμένα ιστορικά στοιχεία για τους Αρβανίτες

Οι Αρβανίτες είναι απόγονοι των δωρικών ελληνικών φύλων. Οι υποστηρικτές της άποψης αυτής τονίζουν τις ομοιότητες στην κουλτούρα μεταξύ Αρβανιτών και Δωριέων. Οι Αρβανίτες ήταν λαός σκληρός, πολεμοχαρής και λιτός, με κύρια απασχόληση την κτηνοτροφία (χαρακτηριστικό δωρικό στοιχείο) και την αγροτιά. Κοινωνία κλειστήμη δεχόμενη επιμειξίες. Οι διάφορες φατρίες είναι μια ακόμη δωρική μορφή κοινωνικής συγκρότησης. Τα ελληνικά αρβανίτικα από μελέτες που έχουν γίνει περιέχουν πλήθος ομηρικών λέξεων, η δε δομή της γλώσσας είναι λιτή και «βαριά». Είναι πολύ πιθανό να πρόκειται για μία δωρική γλώσσα αρχαϊκού τύπου.

Πάρα πολλά κοινά στοιχεία παρουσιάζουν οι Έλληνες Αρβανίτες με τους Σφακιανούς της Κρήτης και από φυλετικής απόψεως και από πλευράς κουλτούρας. Είναι γνωστό ότι οι Σφακιανοί προέρχονται από τους Δωριείς και κύριο χαρακτηριστικό τους είναι ότι ασχολούνται με την κτηνοτροφία καθώς επίσης και ότι είναι ανυπότακτοι και πολεμοχαρείς, ενώ έχουν ενδογαμική τάση. Ακόμα το κύριο μουσικό όργανο της Κρήτης είναι η λύρα, το όνομα της οποίας προέρχεται από την λέξη Ιλλυρία, τόπο καταγωγής των Δωριέων. Ακόμα η ύπαρξη των φατριών-οικογενειών στους Σφακιανούς είναι ένα ακόμα χαρακτηριστικό κοινό στοιχείο με τους Αρβανίτες όπως και η βεντέτα η οποία στους σημερινούς Αρβανίτες υπάρχει πολύ λιγότερο σε αντίθεση με τους Σφακιανούς όπου έχει διατηρηθεί. Ένα ακόμη χαρακτηριστικό στοιχείο μεταξύ Σφακιανών και Αρβανιτών είναι ορισμένα ενδυματολογικά στοιχεία τα οποία θα λέγαμε δωρικά. Η χαρακτηριστική μαύρη ενδυμασία των Σφακιανών έχει διατηρηθεί ατόφια μέχρι και σήμερα. Στους Έλληνες Αρβανίτες τα παλαιότερα χρόνια συναντούμε τα μαύρα σκουφιά, χαρακτηριστικό των Αρβανιτών τα παλαιότερων χρόνων. Από μία ατόφια μαρτυρία του 19ου αιώνα αναφέρεται ότι τρεις Αρβανίτες είχαν πάει σε μία Μονή για να γίνουν μοναχοί. Ο ηγούμενος της Μονής μόλις τους είδε κατάλαβε αμέσως ότι ήταν Αρβανίτες από τα χαρακτηριστικά μαύρα σκουφιά τους.

Στις ανθρωπολογικές έρευνες του Θεόδωρου Κ. Πίτσιου, οι Αρβανίτες αποτελούν αιγαιακό πληθυσμό με διαφορετικά μορφολογικά χαρακτηριστικά σε σύγκριση με τους Αλβανούς. Συγκεκριμένα αναφέρει: «Η εξέταση αυτών των ομάδων (Αρβανιτοφώνων), μία στη Μεσσηνία, μία στην Αργολίδα και δύο στην Κορινθία, έδειξε ότι σε καμία περίπτωση δεν ξεχωρίζουν από το συνολικό πληθυσμό της Πελοποννήσου ή από τις γειτονικές ομάδες. Σε κανέναν από τους ενενήκοντα χάρτες γνωρισμάτων που σχεδιάστηκαν, δεν μοιάζουν μεταξύ τους περισσότερο από όσο με τις γειτονικές τους γεωγραφικές ομάδες. Επίσης, στα στατιστικά δενδρογράμματα , ταυτόχρονης σύγκρισης περισσοτέρων γνωρισμάτων, δεν διαχωρίζονται οι αρβανιτόφωνες ομάδες από τις υπόλοιπες της Πελοποννήσου». Αυτή η επιστημονική έρευνα αποδεικνύει πως οι Αρβανίτες ήταν μόνο Έλληνες .

Σήμερα τα τελευταία απομεινάρια της αρβανίτικης πολιτιστικής παράδοσης πολλών αιώνων, όπως αυτή αναπτύχθηκε στο πλαίσιο μικρών αγροτικών αλλά και ναυτικών κοινωνιών, χάνονται οριστικά. Οπωσδήποτε, η απώλεια αυτή είναι μία διαδικασία μοιραία, που ακολουθεί τις εξελίξεις των καιρών. Η γλώσσα των Αρβανιτών, τααρβανίτικα (arvanitika, arvanite, arbërisht, arbërishtë), ή αλλιώς «γλώσσα των πουλιών» (gljuha e zogjvet ή gljuha e zogu[t]), επιβίωσε με αξιοθαύμαστο πείσμα μέχρι τις μέρες μας, κυρίως λόγω του έντονου συντηρητισμού των αρβανίτικων κοινωνιών. Σήμερα όμως περιλαμβάνεται πλέον στον Κατάλογο της ΟΥΝΕΣΚΟ με τις «σοβαρά απειλούμενες γλώσσες» και είναι μάλλον η περισσότερο τρωτή από όλες τις «λιγότερο ομιλούμενες» γλώσσες της Ελλάδας. Και μαζί με τη γλώσσα χάνεται και η ψυχή μιας συνιστώσας του σύγχρονου ελληνικού έθνους.

ΟΡΙΣΜΕΝΟΙ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΔΙΑΣΗΜΟΥΣ ΑΡΒΑΝΙΤΕΣ

Αυτά τα στοιχεία που θα παρουσιάσουμε σε όλους Έλληνες, Κυπρίους , Απόδημους και Ομογενείς αδελφούς μας αφορούν την Επανάσταση του 1821, τους Πρόεδρους της Δημοκρατίας, τους Πρωθυπουργούς και τους Καλλιτέχνες

 Επανάσταση του 1821

 Μάρκος Μπότσαρης, αρχηγός των Σουλιωτών, υπερασπιστής του Μεσολογγίου.

Ο Μάρκος Μπότσαρης γεννήθηκε στο Σούλι και ήταν ο δεύτερος γιος του Κίτσου Μπότσαρη, μιας από τις επιφανέστερες μορφές του Αγώνα. Ύστερα από την πτώση του Σουλίου, πήγε στην Κέρκυρα μαζί με άλλους Σουλιώτες όπου κατατάχτηκε ως υπαξιωματικός στο ηπειρωτικό σώμα που συγκρότησαν οι Γάλλοι. Το 1814 έγινε μέλος τηςΦιλικής Εταιρίας.

Αρχικά ο Μάρκος Μπότσαρης, μαζί με τον θείο του Νότη, αγωνιζόταν στο πλευρό των σουλτανικών δυνάμεων εναντίον του τυράννου της Ηπείρου, του Αλή Πασά, επειδή είχαν πάρει την υπόσχεση ότι θα ξαναγυρνούσαν στην πατρίδα τους. Βλέποντας ότι οι Τούρκοι αθετούσαν την υπόσχεση τους, όταν ο Αλή Πασάς πολιορκήθηκε από τα σουλτανικά στρατεύματα στα τέλη του 1820, ο Μπότσαρης ήρθε σε συνεννόηση μαζί του και ζήτησε τον επαναπατρισμό των Σουλιωτών, με αντάλλαγμα να βοηθήσουν τον Αλή στον αγώνα εναντίον των στρατευμάτων του Σουλτάνου, πράγμα που έγινε. Πρώτη του επιτυχία ήταν η νίκη στους Καμψάδες και στα Πέντε Πηγάδια και η κατάληψη των φρουρίων της Ρηγιάσας και της Ρινιάσσας. Ακολούθησαν οι νικηφόρες μάχες στο Κομπότι της Άρτας (3 Ιουλίου 1821) και στην Πλάκα, που του έδωσαν τον τίτλο του αρχιστράτηγου της Δυτικής Στερεάς Ελλάδας.

Μάλιστα το γεγονός αυτό προκάλεσε την αντιζηλία των άλλων οπλαρχηγών κάτι το οποίο εξόργισε τον Μπότσαρη, ο οποίος μπροστά τους έσκισε το χαρτί του διορισμού του λέγοντας: «Όποιος είναι άξιος παίρνει το δίπλωμα αύριο μπροστά στον Εχθρό». Αυτή η μεγαλοπρεπής πράξη του αποδεικνύει την ανιδιοτέλειά του και τηναγάπη του για την πατρίδα. Επίσης έλαβε μέρος στη μάχη του Πέτα που κατέληξε σε καταστροφή, ενώ βρέθηκε μεταξύ των υπερασπιστών του Μεσολογγίου στην πρώτη του πολιορκία στα τέλη του 1822, όπου παρασύροντας τους Τούρκους σε πλαστές συνομιλίες έδωσε χρόνο στους πολιορκημένους να ενισχύσουν τις οχυρώσεις.

Το καλοκαίρι του 1823 προσπάθησε να ανακόψει το δρόμο στα τουρκαλβανικά στρατεύματα που επέδραμαν προς την δυτική Ρούμελη. Τη νύχτα της 21ης Αυγούστου, επικεφαλής 350 Σουλιωτών, επιτέθηκε κατά των 4.000 Αλβανών του Μουσταή Πασά της Σκόδρας, που είχαν στρατοπεδεύσει στο Κεφαλόβρυσο του Καρπενησίου. Παρά τον αρχικά ελαφρύ τραυματισμό, συνέχισε να πολεμάει και κατάφερε να νικήσει τον Μουσταή.

Ο θάνατος του Μάρκου Μπότσαρη

Πίνακας από τον Ludovico Lipparini, που βρίσκεται στο μουσείο της Τεργέστης στην Ιταλία .

Όμως μια τουρκική σφαίρα τον άφησε νεκρό. Τότε οι Σουλιώτες, αν και νίκησαν, διέκοψαν τον αγώνα, παρέλαβαν τα λάφυρα και τον αρχηγό τους και πήγαν στο Μεσολόγγι όπου τον ενταφίασαν.

 Νικόλαος Κριεζιώτης, αρχηγός της ελληνικής επανάστασης στην Εύβοια.

Ο Νικόλαος Κριεζιώτης ήταν Αρβανίτης οπλαρχηγός της ελληνικής επανάστασης στην Εύβοια. Στρατηγός του ελληνικού επαναστατικού στρατού με αρκετές νίκες στο ενεργητικό του όπως το 1823 κατά του Ομέρ Μπέη στην Κάρυστο, ενώ συμμετείχε στην πολιορκία της Αθήνας ενισχύοντας την πολιορκημένη Ακρόποληκαι στην τελευταία μάχη της ελληνικής επανάστασης το 1829 στην Πέτρα Βοιωτίας. Μετά την επανάσταση εντάχθηκε στο Γαλλικό Κόμμα και διετέλεσε νομοτηρητής .

Προτομή του Νικόλαου Κριεζιώτη στο Πεδίο του Άρεως στην Αθήνα

Ήταν επικεφαλής της Επανάστασης του 1843 στην Εύβοια και τον επόμενο χρόνο εξελέγη βουλευτής. Πέθανε το 1853.

Ανδρέας Μιαούλης, ναύαρχος και αργότερα.

Γεννήθηκε στις 20 Μαΐου του 1769 στην Ύδρα και το πραγματικό του επώνυμο ήταν Βώκος. Ήταν το δεύτερο παιδί του Υδραίου πλοιοκτήτη και κοτζαμπάση Δημήτριου Βώκου, γόνου αρχοντικής Υδραίικης οικογένειας, η οποία προερχόταν από τα Φύλλα, κοντά στη Χαλκίδα και ήταν εγκαταστημένη στην Ύδρα από το 1668. Οι Βώκοι εξαιτίας μιας διαμάχης με τον Τούρκο Γκεζαΐρ Πασά, γνωστό και ως Χαζναντράραγα, αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την πατρίδα τους και να καταφύγουν αρχικά στην Δοκό και στη συνέχεια στην ημιαυτόνομη Ύδρα. Η μητέρα του λεγόταν Ανδριανή και ήταν χήρα του Ανδρέα Βόχα ή Βοχαΐτου.

Ο πατέρας του προσπάθησε ανεπιτυχώς να του μάθει γράμματα· ο νεαρός τότε Ανδρέας στράφηκε στην ναυτιλία, στην οποία είχε δείξει ιδιαίτερη κλίση από τα εφηβικά του χρόνια. Σε ηλικία μόλις 16 ετών και παρά τις αντιρρήσεις του πατέρα του έγινε πλοίαρχος στο οικογενειακό πλοίο. Ανέλαβε να παραδώσει σιτάρι στηΝίκαια , παραλιακή πόλη της Γαλλίας . Το κέρδος ήταν τεράστιο για την εποχή. Αμέσως μετά πούλησε το πλοίο της οικογένειας και αγόρασε από έναν Οθωμανό τηςΧίου το εμπορικό πλοίο Μιαούλ. Από τότε εμφανίζεται με το επώνυμο Μιαούλης.

Στη συνέχεια, και αφού η περιουσία του συνεχώς αυξανόταν, ανέθεσε στον Υδραίο ναυπηγό Μαστρογεώργη την κατασκευή ενός νέου μεγάλου εμπορικού πλοίου. Η χωρητικότητα του νέου αυτού πλοίου ήταν 498 τόνοι, ήταν εφοδιασμένο με 22 κανόνια ενώ το πλήρωμα υπερέβαινε τα 100 άτομα. Με το ξέσπασμα τουΑγγλογαλλικού πολέμου ο Ανδρέας Μιαούλης απέκτησε τεράστια περιουσία διασπώντας τους αγγλικούς αποκλεισμούς. Σε ένα ταξίδι όμως, περίπου το 1802, κοντά στοΚάδιξ συνελήφθη το πλοίο του από περιπολικό και ρυμουλκήθηκε στην ναυαρχίδα του Άγγλου ναύαρχου Νέλσωνα. Ο Ναύαρχος, ύστερα απο την ειλικρινή ομολογία του και θαυμάζοντας τη τόλμη του τον άφησε ελεύθερο.

Είχε όμως την ατυχία λίγους μήνες αργότερα το πλοίο του να χτυπήσει σε ύφαλο κοντά στο Γιβραλτάρ και να βουλιάξει. Ύστερα απο αυτό αναγκάστηκε να καταφύγει στην Γένοβα και να ναυπηγήσει νέο πλοίο, χωρητικότητας 400 τόνων και αξίας 160.000 πιάστρων, ποσό που του στέρησε την πρωτιά μεταξύ των Υδραίων πλοιοκτητών. Ο ιστορικός Yemeniz αναφέρει ότι σε ένα από τα πρώτα του ταξίδια είχε συλληφθεί από Μαλτέζους πειρατές, οι οποίοι αρχικά είχαν σκοπό να τον σκοτώσουν, στη συνέχεια όμως τους έπεισε να τον πάνε στην Πελοπόννησο για να τους δώσει ένα χρηματικό ποσό με αντάλλαγμα την ελευθερία του. Τελικά το πειρατικό, αφού αποβίβασε τον Μιαούλη και έξι πειρατές σε κάποιο χωριό αναγκάστηκε να αποχωρήσει, αφήνοντάς τον ελεύθερο, λόγω της εμφάνισης ελληνικού πλοίου που το καταδίωκε.

Το 1807 αναγκάστηκε να διαμείνει στην Αθήνα για θεραπεία λόγω της υπερβολικής κατανάλωσης αλκοόλ και του υπερβολικού καπνίσματος. Από τότε σταμάτησε να πίνει και να καπνίζει. Το ίδιο έτος πρωταγωνίστησε στην εμφύλια διαμάχη που παραλίγο να ξεσπάσει στην Ύδρα. Αιτία ήταν η πρόσκληση των Ρώσων στους Υδραίους να επαναστατήσουν κατά των Τούρκων, κάτι που μεγάλη μερίδα των κοτζαμπάσηδων και των πλοιοκτητών αποστρεφόταν. Ο Γεώργιος Βούλγαρης, διοικητής του νησιού, κατέφυγε στην Αθήνα και έδωσε εντολή στον Μιαούλη να συγκροτήσει στρατιωτικό σώμα και να ανακαταλάβει την εξουσία. Ο Μιαούλης, όντας άνθρωπος με επιρροή, κατάφερε μυστικά να συγκεντρώσει Υδραίους στρατιώτες και να παραδώσει πάλι την εξουσία στον Βούλγαρη.

Μετά την πτώση του Ναπολέοντα ο Μιαούλης από το 1816 έπαψε να ταξιδεύει και αποσύρθηκε στην Ύδρα όπου και ασχολήθηκε με το εμπόριο παραδίδοντας ουσιαστικά την ναυτιλιακή επιχείρηση στον γιό του, Δημήτριο. Παράλληλα τα πλοία του ταξίδευαν στις Ευρωπαϊκές ακτές.

Ο Ανδρέας ΜιαούληςΕλαιογραφία, Εθνικό ιστορικό μουσείο

Ο Ανδρέας Μιαούλης ήταν αντίθετος με την εθνική εξέγερση γιατί πίστευε ότι οι Έλληνες δεν ήταν ακόμα επαρκώς προετοιμασμένοι για να αντιμετωπίσουν τον τουρκικό στρατό. Ήταν απολύτως λογικό να φοβάται λοιπόν μια επικείμενη επανάσταση αφού μια ενδεχόμενη αποτυχία θα έπληττε τα συμφέροντα της Ύδρας, η οποία ήταν ημιαυτόνομη, πλην όμως είδε με ευχαρίστηση την εκλογή του γιου του στη θέση του μοίραρχου – αρχηγού των υδραίικων πλοίων.

Σημασία έχει ότι στις 27 Μαρτίου του 1821 ο Αντώνιος Οικονόμου ξεσήκωσε τους Υδραίους, κήρυξε την επανάσταση στο νησί και ουσιαστικά ανάγκασε κάτω από την πίεση του λαού τους κοτζαμπάσηδες, μεταξύ αυτών και τον Μιαούλη, να συμμετάσχουν στον απελευθερωτικό αγώνα. Την επόμενη μέρα ο Μιαούληςπροσέφερε υπέρ της ανεξαρτησίας 3.625 σπανικά τάλιρα ενώ στις 31 Μαρτίου υπέγραψε ως Αντώνης Βοκού την εκλογή του Οικονόμου ως διοικητή του νησιού. Ύστερα από αυτή την εξέλιξη αποσύρθηκε στην οικία του και απλά παρακολουθούσε τα γεγονότα. Σύμφωνα με τους ιστορικούς δεν φαίνεται να ενεπλάκη καθόλου στην δολοφονία του Οικονόμου ενώ τον πρώτο χρόνο δεν πήρε μέρος σε καμία ναυμαχία σε αντίθεση με τον γιο του, Δημήτριο Μιαούλη (1782-1829), ο οποίος ήταν πλοίαρχος και συμμετείχε σε πολλές ναυμαχίες στον Κορινθιακό κόλπο, στις Σπέτσες .

Στις 20 Ιουλίου του 1821 ο Μιαούλης μαζί με τους Φραγκίσκο Βούλγαρη, Μανώλη Τομπάζη και Γεώργιο Κιβώτο έθεσαν με έγγραφο τους τα πλοία τους και τους εαυτούς τους στην διάθεση της πατρίδας.

Ο Ανδρέας Μιαούλης στο πλοίο «Κως» Peter von Hess, 1824

Μέχρι τα τέλη Αυγούστου ο Μιαούλης απλώς προστάτευε τα ευρωπαϊκά πλοία και παρατηρούσε τις κινήσεις των τουρκικών. Στις 19 Σεπτεμβρίου ξεκίνησε επικεφαλής 21 Υδραϊκών πλοίων να συναντηθεί με 9 Σπετσιώτικα για να κατευθυνθούν όλα μαζί στο Νιόκαστρο. Πράγματι στις 28 Σεπτεμβρίου έφτασαν και δύο μέρες αργότερα συγκρούστηκαν με τον τουρκικό στόλο. Όμως ο ελληνικός στόλος αναγκάστηκε να υποχωρήσει αφού τα τουρκικά πλοία ήταν καλύτερα ενώ παράλληλα είχαν την υποστήριξη της Αγγλίας, η οποία τα τροφοδοτούσε από τα Ιόνια νησιά. Μετά από αυτή τη ναυμαχία επέστρεψε στις 10 Οκτωβρίου στην Ύδρα.

Ήταν ο Έλληνας καραβοκύρης, δηλαδή πλοιοκτήτης, ο οποίος διαδραμάτισε πρωταγωνιστικό ρόλο στην επανάσταση του 1821, ως διοικητής ναύαρχος του ελληνικού στόλου, αλλά και στην μετέπειτα πολιτική ζωή του τόπου με αποκορύφωμα την ανταρσία της Ύδρας κατά του Καποδίστρια, που είχε σαν αποτέλεσμα την πυρπόληση του εθνικού στόλου στον Πόρο. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του τιμήθηκε πλείστες φορές από το Οθωνικό καθεστώς ενώ συμπεριλήφθηκε και στην τριμελή επιτροπή που προσέφερε το στέμμα στον νεαρό τότε Όθωνα. Υπήρξε ο γενάρχης της οικογένειας των Μιαούληδων περισσότερες πληροφορίες για τον Ανδρεά Μιαούλη θα παρουσιάσουμε σε άλλη ενημέρωση μας, λόγω του μεγέθους των πληροφοριών.

 Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα, η μόνη γυναίκα μέλος της Φιλικής Εταιρίας.

Η Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα ή Λασκαρίνα Πινότση (11 Μαΐου 1771 – 22 Μαΐου 1825) ήταν Ελληνίδα ηρωίδα της Ελληνικής Επανάστασης του 1821. Η καταγωγή της από την Ύδρα και το όνομά της ήταν Λασκαρίνα Πινότση, όπως ήταν το όνομά της, γεννήθηκε στις φυλακές της Κωνσταντινούπολης στις 11 Μαΐου 1771, όταν η μητέρα της, Παρασκευώ (Σκεύω), επισκέφθηκε τον σύζυγό της και πατέρα της Λασκαρίνας, Σταυριανό Πινότση, ο οποίος ήταν ετοιμοθάνατος και είχε φυλακιστεί εκεί από τους Τούρκους επειδή είχε συμμετάσχει στην επανάσταση της Πελοποννήσου το 1769 -1770,  τα γνωστά Ορλωφικά. Μετά τον θάνατο του πατέρα της,επέστρεψε μαζί με την χήρα μητέρα της στην Ύδρα όπου έζησαν για τέσσερα χρόνια. Ύστερα μετακόμισαν στις Σπέτσες, όταν η μητέρα της παντρεύτηκε τον καπετάνιο Δημήτριο Λαζάρου-Ορλώφ, από τις Σπέτσες.

Από την παιδική της ηλικία η Λασκαρίνα είχε πάθος με την θάλασσα και με τις ιστορίες ναυτικών, καθώς και με τον Θούριο του Ρήγα Φεραίου για την απελευθέρωση του ελληνικού έθνους που ήταν υπό τουρκικό ζυγό για 400 περίπου χρόνια. Ήταν μελαχρινή, με ατίθασο χαρακτήρα και αρχοντικό ανάστημα, θάρρος και αποφασιστικότητα, αρχηγός ανάμεσα στα οκτώ ετεροθαλή αδέρφια της.

Παντρεύτηκε για πρώτη φορά το 1788 όταν ήταν 17 χρονών, τον Δημήτριο Γιάννουζα (σκοτώθηκε το 1797), με τον οποίο απέκτησε τρία παιδιά. Ο δεύτερος σύζυγός της ήταν ο Δημήτριος Μπούμπουλης, τον οποίο παντρεύτηκε σε ηλικία 30 ετών το 1801 και από τον οποίο πήρε και το όνομα και έγινε γνωστή ως «Μπουμπουλίνα». Όμως και οι δύο σύζυγοι της, Σπετσιώτες καπεταναίοι, σκοτώθηκαν σε ναυμαχίες εναντίον πειρατών που έκαναν ληστρικές επιδρομές στα παράλια της Ελλάδας. Ειδικά ο Μπούμπουλης σκοτώθηκε το 1811 από βόλι στο μέτωπο, σε ένα από τα ηρωικότερα θαλάσσια κατορθώματα, κατατροπώνοντας δύο Αλγερινά πειρατικά πλοία.

Πίνακας του 1827 από τον Adam de Friedel, που απεικονίζει την Μπουμπουλίνα

Το 1811, όταν πέθανε ο δεύτερος σύζυγός της, η Μπουμπουλίνα ήταν 40 ετών πια, χήρεψε για δεύτερη φορά, είχε επτά παιδιά και τεράστια περιουσία την οποία είχε κληρονομήσει από τους συζύγους της, έχοντας υπό την κατοχή της πλοία, γη και χρήματα (τα μετρητά που είχε κληρονομήσει από τον Μπούμπουλη ήταν πάνω από 300.000 τάλαρα). Κατάφερε να αυξήσει την περιουσία της με σωστή διαχείριση και εμπορικές δραστηριότητες. Αρχικά έγινε συνέταιρος σε αρκετά πλοία ενώ αργότερα κατασκεύασε τρία δικά της, το ένα από τα οποία με το όνομα Αγαμέμνων έγινε πασίγνωστο και ήταν το πρώτο και μεγαλύτερο ελληνικό πολεμικό πλοίοκατά τη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, μήκους 48 πήχεων και έχοντας 18 κανόνια, η ναυπήγηση του οποίου κόστισε 75.000 τάλαρα. Το όνομα αυτό το έδωσε στη ναυαρχίδα της από τον ομηρικό βασιλιά των Μυκηνών, Αγαμέμνονα, που οδήγησε τους Έλληνες στον Τρωικό πόλεμο. Αυτό δείχνει πόσο τιμούσε η Μπουμπουλίνα την ελληνική ιστορική της κληρονομιά και τι συμβόλιζε το όνομα του πλοίου της.

Το 1816 η Οθωμανική Αυτοκρατορία θέλησε να κατασχέσει την περιουσία της με τη δικαιολογία ότι τα πλοία του δεύτερου άντρα της, συμμετείχαν με τον ρωσικό στόλο στον Ρωσοτουρκικό πόλεμο. Τότε η Μπουμπουλίνα πήγε στην Κωνσταντινούπολη με το πλοίο της Κοριέζος, όπου συνάντησε τον Ρώσο Φιλέλληνα πρεσβευτή Στρογκόνωφ, από τον οποίο ζήτησε να την προστατέψει επικαλούμενη τις υπηρεσίες του συζύγου της στον ρωσικό στόλο και το γεγονός ότι τα πλοία τηςείχαν τότε ρωσική σημαία, βάση της Συνθήκης Κιουτσούκ-Καϊναρτζή μεταξύ Ρωσίας και Τουρκίας, το 1774. Τότε εκείνος για να την σώσει από την επικείμενη σύλληψή της από τους Τούρκους, την έστειλε στην Κριμαία της νότιας Ρωσίας, στη Μαύρη Θάλασσα, σε ένα κτήμα που της δόθηκε από τον Τσάρο Αλέξανδρο Α’. Πριν όμως πάει εκεί, κατάφερε να συναντήσει την μητέρα του Σουλτάνου Μαχμούτ Β΄, την Βαλιντέ Σουλτάνα. Η Σουλτάνα εντυπωσιάστηκε από τον χαρακτήρα της Μπουμπουλίνας και έπεισε τον γιο της να υπογράψει φιρμάνι, με το οποίο δεν θα άγγιζε την περιουσία της και δεν θα την συνελάμβανε. Η Μπουμπουλίνα αφού έμεινε στην Κριμαία για περίπου τρεις μήνες περιμένοντας να ηρεμήσει η κατάσταση, έφυγε για στις Σπέτσες όταν κατάλαβε ότι ο κίνδυνος είχε πλέον απομακρυνθεί.

Η Μπουμπουλίνα, έχοντας γίνει ήδη μέλος της Φιλικής Εταιρείας στην Κωνσταντινούπολη, που προετοίμαζε την ελληνική επανάσταση, και όντας η μόνη γυναίκα που μυήθηκε σε αυτή, στον κατώτερο βαθμό μύησης αφού οι γυναίκες δεν γίνονταν δεκτές, καθώς γυρνούσε στις Σπέτσες, αγόραζε μυστικά όπλα και πολεμοφόδια από τα ξένα λιμάνια, τα οποία μετά έκρυψε στο σπίτι της, ενώ ξεκίνησε την κατασκευή του πλοίου Αγαμέμνων, της ναυαρχίδας της, η οποίαολοκληρώθηκε το 1820. Για τη ναυπήγηση του Αγαμέμνονα καταγγέλθηκε στην Υψηλή Πύλη, ότι ναυπήγησε κρυφά πολεμικό πλοίο, αλλά η Μπουμπουλίνα κατάφερε να ολοκληρώσει την κατασκευή του δωροδοκώντας τον απεσταλμένο Τούρκο επιθεωρητή στις Σπέτσες και πετυχαίνοντας την εξορία αυτών που την κατήγγειλαν.

Όταν ξεκίνησε η ελληνική επανάσταση, είχε σχηματίσει δικό της εκστρατευτικό σώμα από Σπετσιώτες, τους οποίους αποκαλούσε «γενναία μου παλικάρια». Είχε αναλάβει να αρματώνει, να συντηρεί και να πληρώνει τον στρατό αυτό μόνη της όπως έκανε και με τα πλοία της και τα πληρώματά τους, κάτι που συνεχίστηκε επί σειρά ετών και την έκανε να ξοδέψει πολλά χρήματα για να καταφέρει να περικυκλώσει τα τουρκικά οχυρά, το Ναύπλιο και την Τρίπολη. Έτσι τα δύο πρώτα χρόνια της επανάστασης είχε ξοδέψει όλη της την περιουσία.

Στις 13 Μαρτίου 1821, στο λιμάνι των Σπετσών, η Μπουμπουλίνα ύψωσε στο κατάρτι του πλοίου Αγαμέμνων την δική της επαναστατική σημαία, την οποία χαιρέτησε με κανονιοβολισμούς. Η σημαία αυτή είχε κόκκινο περίγυρο και μπλε φόντο και απεικόνιζε έναν βυζαντινό μονοκέφαλο αετό ο οποίος κρατούσε μια άγκυρα και έναν φοίνικα. Ο αετός ο οποίος είχε τα φτερά γυρισμένα προς τα κάτω, συμβόλιζε το σκλαβωμένο Ελληνικό έθνος, το οποίο θα αναγεννιόταν όπως ο φοίνικας με την βοήθεια του Ναυτικού, το οποίο συμβόλιζε η άγκυρα. Το λάβαρο αυτό η Μπουμπουλίνα το εμπνεύστηκε από το λάβαρο της βυζαντινής Δυναστείας των Κομνηνών. Στις 3 Απριλίου και ανήμερα των Βαΐων, οι Σπέτσες, πρώτες από όλα τα νησιά, επαναστατούν ενώ το Μάιο οι Σπέτσες, η Ύδρα και τα Ψαράαποτελούσαν τις μεγαλύτερες ναυτικές δυνάμεις της επαναστατημένης Ελλάδας.

H Μπουμπουλίνα στο πλοίο «Αγαμέμνων», πίνακας του Γερμανού ζωγράφου Peter von Hess

Η Μπουμπουλίνα, ως επικεφαλής μοίρας πλοίων – 8 πλοία, από τα οποία τρία ήταν δικά της – έπλευσε προς το Ναύπλιο το οποίο ήταν ένα απόρθητο οχυρό εφοδιασμένο με 300 κανόνια και αποτελούμενο από τρία φρούρια, το Μπούρτζι, την Ακροναυπλία και το Παλαμήδι. Τα πληρώματα του στόλου της αποβιβάστηκαν στο κοντινό λιμάνι, στους Μύλους του Άργους (δίπλα στην αρχαία Λέρνα) και με τον ενθουσιασμό της έδωσε θάρρος στο πλήρωμά της και στους Αργείους για την πολιορκία του Ναυπλίου, που είναι μια απαράμιλλη πράξη ηρωϊσμού. Αρχικά έδινε κατευθύνσεις στους άντρες της και αργότερα συμμετείχε η ίδια στην μάχη

Στις 11 Σεπτεμβρίου 1821 έγινε η άλωση της Τριπολιτσάς, ενώ ακολούθησε σφαγή χιλιάδων Τούρκων που κράτησε τρεις μέρες και τρεις νύχτες η Μπουμπουλίνα βοήθησε να σωθεί το χαρέμι του Χουρσίτ Πασά από την σφαγή, με κίνδυνο της ζωής της, γιατί όπως λέγεται είχε υποσχεθεί στην Σουλτάνα όταν την είχε συναντήσει στην Κωνσταντινούπολη για βοήθεια το 1816, ότι οποιαδήποτε Τουρκάλα της ζητούσε βοήθεια, αυτή θα της την έδινε. Έτσι η γυναίκα του Πασά που της ζήτησε να σώσει το χαρέμι, την ευχαρίστησε που έσωσε τις γυναίκες του χαρεμιού και τα παιδιά τους. Πριν την άλωση της Τριπολιτσάς, η Μπουμπουλίνα έφτασε έφιππη στο ελληνικό στρατόπεδο έξω από την πόλη όπου συνάντησε τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, η φιλία και ο αλληλοσεβασμός των οποίων οδήγησε στο να παντρευτούν τα παιδιά τους Πάνος Κολοκοτρώνης και Ελένη Μπούμπουλη. Η Μπουμπουλίνα έπαιρνε μέρος στα πολεμικά συμβούλια και στις αποφάσεις ως ισάξια των άλλων οπλαρχηγών, της απονέμεται ο τίτλος της «Καπετάνισσας» και της «Μεγάλης Κυράς».

Μετά την κατάληψη του Ναυπλίου από τους Έλληνες στις 30 Νοεμβρίου 1822, το νεοσύστατο κράτος της έδωσε κλήρο στην πόλη ως ανταμοιβή για την προσφορά της στο Έθνος και η Μπουμπουλίνα εγκαταστάθηκε εκεί. Στα τέλη του 1824, η Ελλάδα υποφέρει από τον δεύτερο εμφύλιο πόλεμο, όπου η Κυβέρνηση Κουντουριώτη (η κυβέρνηση των Καπεταναίων των νησιών) υπερισχύει του συνασπισμού των Κοτζαμπάσηδων και των Στρατιωτικών της Πελοποννήσου, με αποτέλεσμα ο Πάνος Κολοκοτρώνης, που διατελούσε φρούραρχος Ναυπλίου, να δολοφονηθεί και ο Κολοκοτρώνης να συλληφθεί και να φυλακιστεί μαζί με άλλους οπλαρχηγούς σε ένα μοναστήρι της Ύδρας, τον Προφήτη Ηλία. Η Μπουμπουλίνα αντέδρασε και ζήτησε την αποφυλάκιση του Κολοκοτρώνη, λόγω του σεβασμού που έτρεφε προς αυτόν. Τότε η ίδια κρίνεται επικίνδυνη από την Κυβέρνηση και συλλαμβάνεται δύο φορές από το Υπουργείο Αστυνομίας με εντολή να φυλακιστεί. Τελικά η Μπουμπουλίνα εξορίστηκε στις Σπέτσες χάνοντας τον κλήρο γης που το Κράτος της είχε παραχωρήσει στο Ναύπλιο.

Το 1825 και ενώ η Μπουμπουλίνα ζούσε στις Σπέτσες, πικραμένη από τους πολιτικούς και την εξέλιξη του Αγώνα και έχοντας ξοδέψει όλη την περιουσία της στον πόλεμο, η Ελλάδα βρέθηκε ξανά σε μεγάλο κίνδυνο. Στις 12 Φεβρουαρίου ο Αιγύπτιος ναύαρχος Ιμπραήμ Πασάς με έναν τουρκο-αιγυπτιακό στόλο, αποβιβάζεται στο λιμάνι της Πύλου στην Πελοπόννησο με 4.400 άντρες, σε μια τελευταία προσπάθεια να σταματήσει την επανάσταση. Η Μπουμπουλίνα, παραμερίζοντας την δυσαρέσκειά της για τους πολιτικούς και καθοδηγούμενη μόνο από την φιλοπατρία της, άρχισε να προετοιμάζεται για νέες μάχες. Όμως τότε ήρθε το άδοξο τέλος της, στις 22 Μαΐου 1825 και στο σπίτι του πρώτου άντρα της Δημήτριου Γιάννουζα, όταν πάνω σε μια φιλονικία με μέλη της οικογένειας Κούτση εξαιτίας του ότι ο γιος της Μπουμπουλίνας, Γεώργιος Γιάννουζας, είχε κλεφτεί με την κόρη του Χριστόδουλου Κούτση, Ευγενία, κάποιος από την οικογένεια Κούτση την σκότωσε. Μάλιστα εναντίον της ήταν και ο ετεροθαλής αδελφός της ο οποίος είχε παντρευτεί την αδερφή της Ευγενίας Κούτση. Έτσι η Μπουμπουλίνα, που αφιέρωσε όλη της τη ζωή για την απελευθέρωση του έθνους της, σκοτώθηκε άδοξα. Οι Ρώσοι μετά τον θάνατό της, της απένειμαν τον τίτλο της «Ναυάρχου», έναν τίτλο με παγκόσμια μοναδικότητα για γυναικεία μορφή.

Προτομή της Μπουμπουλίνας στο Πεδίο του Άρεως, στην Αθήνα

Το αρχοντικό της Μπουμπουλίνας στις Σπέτσες μετατράπηκε το 1991 από τον ιδιοκτήτη και απόγονο της ηρωίδας, Φίλιππο Δεμερτζή-Μπούμπουλη, σε μουσείο, το οποίο υποδέχεται πλήθος επισκεπτών. Σε αυτό μπορεί κανείς να δει συλλογή όπλων, επιστολές και άλλα αρχεία, παλιά βιβλία, πορτραίτα της Μπουμπουλίνας, προσωπικά της αντικείμενα, έπιπλα, διακρίσεις που τις είχαν απονείμει κυρίως ξένες κυβερνήσεις και πολλά άλλα.

Άγαλμα της Μπουμπουλίνας στις Σπέτσες

Επίσης ως ένδειξη τιμής, σε πολλούς δρόμους σε διάφορες πόλεις της Ελλάδας έχει δοθεί το όνομά της.

Πρόεδροι της Δημοκρατίας

Παύλος Κουντουριώτης, ναύαρχος και αργότερα πολιτικός.

Ο Πάυλος Κουντουριώτης (Απρίλιος 1855- 22 Αυγούστου 1935) ήταν ναύαρχος του Βασιλικού ναυτικού, αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Ναυτικού και αρχηγός του Β΄ Στόλου κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους. Συμμετείχε στην κυβέρνηση της Θεσσαλονίκης ως μέλος της τριανδρίας και διετέλεσε δις Πρόεδρος της Δημοκρατίας.

Ο Ναύαρχος Παύλος Κουντουριώτης

Γεννήθηκε στην Ύδρα και καταγόταν απο την αρχοντική ναυτική οικογένεια Κουντουριώτη. Ήταν γιος του Θεοδώρου Κουντουριώτη, γιου του πρώην πρωθυπουργού της Ελλάδας Γεωργίου. Ακολουθώντας την ναυτική παράδοση της οικογένειας το 1875 κατετάγη στο Βασιλικό ναυτικό. Το 1886 συμμετείχε ως υποπλοίαρχος σε ναυτικές επιχειρήσεις στην Πρέβεζα καθώς και σε αυτές στην Κρήτη κατα τον Ελληνοτουρκικό Πόλεμο του 1897 με τον βαθμό του πλωτάρχη. Ως κυβερνήτης του ατμομυώδρομου «Αλφειός» αποβίβασε το εκστρατευτικό σώμα του Συνταγματάρχου Τιμολέοντος Βάσσου στο Κολυμπάρι Χανίων τον Φεβρουάριο του 1897 και Σκάλα Λεπτοκαρυάς τον Απρίλιο του 1897.  Ως κυβερνήτης του εκπαιδευτικού «Μιαούλης» ο ανθυποπλοίαρχος τότε Κουντουριώτης πραγματοποίησε το πρώτο υπερπόντιο ταξίδι ελληνικού πολεμικού, φθάνοντας ως την Αμερικανική ήπειρο, και συγκεκριμένα στη Βοστόνη και τη Φιλαδέλφεια. Το 1908 έγινε υπασπιστής τουβασιλεώς Γεωργίου Α΄ και τον επόμενο χρόνο προήχθη σε πλοίαρχο.

Τον Ιούνιο του 1911 και λόγω απειθαρχίας του πληρώματος του θωρηκτού Αβέρωφ, την θέση του κυβερνήτη ανέλαβε ο τότε πλοίαρχος Παύλος Κουντουριώτης. Με την έκρηξη των Βαλκανικών πολέμων προήχθη σε υποναύαρχο ενώ στις 16 Απριλίου του 1912 έγινε αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Ναυτικού, θέση στην οποία παρέμεινε μέχρι τις 16 Σεπτεμβρίου του 1912. Στη συνέχεια γίνεται αρχηγός του στόλου του Αιγαίου και αναλαμβάνει δράση. Ως κυβερνήτης του θωρηκτού «Αβερωφ» καταλαμβάνει την Λήμνο ενώ τις επόμενες μέρες ακολουθούν οι Θάσος, Ίμβρος, Τένεδος, Ψαρά, Άγιος Ευστράτιος και Σαμοθράκη. Μέχρι τις 21 Δεκεμβρίου είχε κατορθώσει να ελευθερώσει όλα σχεδόν τα νησιά του Αιγαίου, συμπεριλαμβανομένου και της Χίου. Με το θωρηκτό «Αβέρωφ»συμμετείχε σε δύο ναυμαχίες, σε αυτή της Έλλης και της Λήμνου (5 Ιανουαρίου 1913). Η τελευταία ναυμαχία κερδίστηκε χάρις έναν παράτολμο ελιγμό του Κουντουριώτη, ο οποίος θεωρήθηκε ασυλλόγιστος ηρωισμός. Οι επιτυχημένοι χειρισμοί του ανάγκασαν τον τουρκικό στόλο να αποσυρθεί στα Δαρδανέλλια.

Με την λήξη των Βαλκανικών πολέμων προήχθη σε αντιναύαρχο δια εξαιρετικάς εν πολεμώ υπηρεσίας. Αξίζει να σημειωθεί οτι ήταν ο πρώτος Έλληνας μετά τον Κωνσταντίνο Κανάρη που ελάμβανε αυτό τον βαθμό. Στη συνέχεια ανέλαβε το υπουργείο ναυτικών στις κυβερνήσεις Αλέξανδρου Ζαΐμη και Στέφανου Σκουλούδη. Διαφωνώντας με την πολιτική της ουδετερότητας της Ελλάδας στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο συμμετέσχε στην κυβέρνηση της Θεσσαλονίκης ως μέλος της Τριανδρίας (Δαγκλής-Βενιζέλος-Κουντουριώτης). Το 1917 ανέλαβε για ακόμη μια φορά το χαρτοφυλάκειο του υπουργείου ναυτικών και την ίδια χρονιάαποστρατεύθηκε με τον βαθμό του ναυάρχου τιμής ένεκεν.

Μετά τον θάνατο του βασιλιά Αλέξανδρου, ανέλαβε καθήκοντα αντιβασιλέως μέχρι τον Νοέμβριο του 1920, και ξανά μετά την αναχώρηση του Γεωργίου Β’ από την χώρα, τον Δεκέμβριο του 1923, έως την ανακήρυξη της Δημοκρατίας, τον Μάρτιο του 1924. Ως πρόσωπο μεγάλου κύρους και ευρείας αποδοχής εξελέγη προσωρινά πρώτος πρόεδρος της Δημοκρατίας, θέση στην οποία παρέμεινε μέχρι το 1926 όταν και παραιτήθηκε διαμαρτυρόμενος για την δικτατορία του στρατηγού Θεόδωρου Πάγκαλου. Στις 4 Ιουνίου 1929 επανεξελέγη στο αξίωμα του προέδρου από τη Βουλή και την Γερουσία αλλά παραιτήθηκε οριστικά αυτή την φορά, τον Δεκέμβριο του ίδιου χρόνου, για λόγους υγείας.

Ο Ανδριάντας του ναυάρχου Παύλου Κουντουριώτη

Απεβίωσε στις 22 Αυγούστου 1935 στο Παλαιό Φάληρο. Είχε νυμφευθεί δύο φορές, στο Λονδίνο το 1889 με την Αγγελική Πετροκόκκινου (1865-1903) και στην Αθήνατο 1918 με την Ελένη Κούππα (1876-1957). Απέκτησε παιδιά με την πρώτη του σύζυγο. Ενταφιάστηκε στον οικογενειακό τάφο της οικογένειας Κουντουριώτη στην Ύδρα, κατόπιν επιθυμίας του. Ο γιός του, Θεόδωρος Κουντουριώτης, κατετάγη στο πολεμικό ναυτικό και μάλιστα διετέλεσε κυβερνήτης του θρυλικού θωρηκτού Αβερωφ. Το 1944 μετέφερε με το Αβέρωφ την εξόριστη κυβέρνηση απο την Αίγυπτο στην Αθήνα.

 Θεόδωρος Πάγκαλος, στρατηγός και για λίγο στρατιωτικός δικτάτορας.

Ο Θεόδωρος Πάγκαλος (Ελευσίνα 1878 – 27 Φεβρουαρίου 1952 Κηφισιά Αθήνας) ήταν Έλληνας αξιωματικός του στρατού και πολιτικός. Συμμετείχε στο κίνημα στο Γουδί, στους Βαλκανικούς πολέμους, στο κίνημα της Θεσσαλονίκης, στην Μικρασιατική εκστρατεία, στην επανάσταση του 1922 ενώ απο το 1925, με το Κίνημα της 25ης Ιουνίου ανέλαβε την πρωθυπουργία, ουσιαστικά ως δικτάτορας και στη συνέχεια εκλέχτηκε πρόεδρος της Δημοκρατίας παραμένοντας στην εξουσία μέχρι το 1926, οπότε και ανατράπηκε. Από το 1926 μέχρι τον θανατό του το 1952 αποσύρθηκε, με μερικά μικρά διαλείμματα, από την πολιτική ζωή του τόπου. Εγγονός του είναι ο πολιτικός Θεόδωρος Πάγκαλος.

Γεννήθηκε το 1878 στην Ελευσίνα και ήταν το πρώτο παιδί του γυναικολόγου και πολιτευτή Δημητρίου Πάγκαλου και της Κατίγκως Χατζημελέτη, κόρης αρχοντικής οικογένειας της Ελευσίνας με αρβανίτικη καταγωγή. Η οικογένεια Πάγκαλου καταγόταν απο την Μικρά Ασία και εμφανίζεται ήδη από τα βυζαντινά χρόνια. Ανάδοχος του Θεοδώρου ήταν ο στρατηγός και μακρινός συγγενής του Τιμολέοντας Βάσος – Μαυροβουνιώτης. Ο πατέρας του, Δημήτριος, ήταν υποψήφιος βουλευτής με το Τρικουπικό κόμμα στις εκλογές του 1895, όταν και ο Χαρίλαος Τρικούπης καταποντίστηκε παρασέρνοντας βέβαια και τον ίδιο τον Πάγκαλο.

Το 1895 έκανε αίτηση για την σχολή ναυτικών δοκίμων, απο την οποία απορρίφθηκε. Τελικά κατέληξε να σπουδάζει στην ιατρική σχολή, λογικά λόγω του επαγγέλματος του πατέρα του, την οποία όμως παράτησε δύο χρόνια αργότερα για να εισαχθεί στην στρατιωτική σχολή Ευελπίδων.

Τον Ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 ο Θεόδωρος Πάγκαλος τον παρακολούθησε ως πρωτοετής της σχολής Ευελπίδων. Τα συναισθήματα τα οποία ένιωσε μετα την ήττα της Ελλάδας περιγράφονται στα απομνημονευματά του και είναι τα ίδια με την πλειονότητα των άλλων αξιωματικών. Υπεύθυνοι για την ήττα σύμφωνα με τον Πάγκαλο ήταν οι πολιτικοί αλλά και ο ίδιος ο διάδοχος Κωνσταντίνος.

Η πορεία του Πάγκαλου στην Ευελπίδων ήταν αρκετά αξιόλογη. Ήταν αρχηγός στην τάξη του όλες τις χρονιές με συμμαθητές όπως τον Αλέξανδρο Οθωναίο, πρίγκιπα Ανδρέα, Μαργαρίτη κ.α. Μάλιστα το 1899 δημιουργήθηκε επεισόδιο μεταξύ του συνταγματάρχη Ζορμπά, διοικητή της σχολής Ευελπίδων, και της βασιλικής Αυλής εξαιτίας της προαγωγής του Πάγκαλου σε επιλοχία σε αντίθεση με τον συμμαθητή του πρίγκιπα Ανδρέα, ο οποίος έμεινε στο ίδιο βαθμό. Τον επόμενο χρόνοαποφοίτησε απο την σχολή Ευελπίδων πρώτος στην τάξη του με τον βαθμό του ανθυπολοχαγού.

Ο στρατηγός Θεόδωρος Πάγκαλος

Τον Οκτώβριο του 1908 στο σπίτι του Παγκάλου συγκεντρώθηκαν οι Πάσσαρης, Σιώχας, Γεωργακόπουλος, Σάρρος, Ψύχας, Πανάς, Κατσούλης, Φαληρέας, Καθενιώτης και Χατζημιχάλης για να συζητήσουν για τα προβλήματα του στρατού και της χώρας. Στο τέλος αυτής της συνάντησης ιδρύεται ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος, ο οποίος θα αποτελέσει την βάση του κινήματος στο Γουδί και ο οποίος είχε ως σκοπό να προωθήσει μεταρρυθμίσεις στο στρατό, την οικονομία, την διοίκηση και γενικά στο κράτος. Εκείνη την εποχή ο Θεόδωρος Πάγκαλος υπηρετούσε στο 2ο λόχο του 7ου συντάγματος πεζικού υπο τον Σάρρο. Μέχρι το 1909 στην οργάνωση είχαν ενταχθεί και ανώτεροι αξιωματικοί όπως οι Νικόλαος Ζορμπάς, Επαμεινώνδα Ζυμβρακάκης, Γεώργιος Καραϊσκάκης, εγγονός του ομώνυμου οπλαρχηγού του ’21, Γεώργιος Κονδύλης κ.α. Πολλές απο τις συνεδριάσεις του στρατιωτικού συνδέσμου πραγματοποιούνταν στο σπίτι του Πάγκαλου, στην Αριστοτέλους 37 ή σε αυτό στην Ελευσίνα.

Ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος γρήγορα μύησε πολλούς αξιωματικούς του στρατού και του ναυτικού και η δράση του έγινε γνωστή και στους κύκλους των ανακτόρων. Η κυβέρνηση Ράλλη, φιλικά προσκείμενη στα ανάκτορα, εξαπέλυσε κύμα μεταθέσεων και παρέπεμψε 12 αξιωματικούς στο ανακριτικό συμβούλιο προς απόταξη. Ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος βλέποντας τον κίνδυνο ματαίωσης του κινήματος πήρε την απόφαση να δράσει.

Στις 14 Αυγούστου του 1909 ο Πάγκαλος απελευθέρωσε με την βία αξιωματικούς του στρατού που κρατούνταν φυλακισμένοι λόγω της τότε πολιτικής κατάστασης. Η αποστολή πέτυχε και ο Πάγκαλος με τους συνεργάτες του και τους δραπέτες κατέφυγε στο σπίτι Παπαμαλέκου στην Καστέλλα. Το πρωί όλοι μαζί πήγαν στο Γουδί, όπου είχε δοθεί εντολή να ξεκινήσει η επανάσταση. Το ίδιο πρωί συνέβη ένα περιστατικό με πρωταγωνιστή τον Πάγκαλο και τον Παπούλα αρκετά παράξενο αν σκεφτεί κανείς την διαφορά στην ιεραρχία που είχαν μεταξύ τους αυτοί οι δύο. Ο Παπούλας μαζί με τον Σπυρίδωνα Μερκούρη έφτασαν νωρίς το πρωί ως απεσταλμένοι του Ράλλη για να διαπραγματευτούν. Τότε ένας στρατιώτης ρώτησε τον Πάγκαλο αν θα έπρεπε να πάρουν εκτος απο τα όπλα και το σπαθί του Παπούλα. Τότε ο Πάγκαλος απάντησε: «Όχι ας το κρατήσει όπως ο Ναπολέων στο Σεντάν». Το επεισόδιο δεν είχε συνέχεια.

Το Ιανουάριο του 1910 ο Πάγκαλος αντικατέστησε τον ανθυπολοχαγό Λιδωρίκη στην θέση του γραμματέα στην διοικητική επιτροπή του στρατιωτικού συνδέσμου. Αξίζει να σημειωθεί οτι ήταν απο τους πρώτους που υποστήριξαν τον ερχομό του Ελευθερίου Βενιζέλου. Τον Μάρτιο του 1910 και μετά την ανάληψη της εξουσίας απο τον Βενιζέλο, ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος διαλύθηκε.

Το 1911 εισήχθη στη σχολή πολέμου και στη συνέχεια στάλθηκε για σπουδές μαζί με άλλους τέσσερις αξιωματικούς στο Παρίσι και συγκεκριμένα στην Γαλλική ακαδημία πολέμου. Το 1912 τον βρίσκει διοικητή του λόχου του 7ου συντάγματος πεζικού. Με την έκρηξη του Α΄ Βαλκανικού πολέμου στέλνεται στο Ναύπλιο και λίγο αργότερα στη Λάρισα. Σημαντική ήταν και η συμμετοχή του στην μάχη των Γιαννιτσών στις 19 & 20 Οκτωβρίου του 1912. Ήταν από τους πρώτους που μπήκε στη Θεσσαλονίκη, απο την οποία όμως αναχώρησε λίγο μετά με το 18ο σύνταγμα πεζικού. Στις 24 Νοεμβρίου καταλαμβάνει τη Φλώρινα και επτά μέρες αργότερα επιστρέφει στη Θεσσαλονίκη. Απο εκεί φεύγει για το οχυρό του Μπιζανίου, το οποίο όπως εξομολογείται στα απομνημονευματά του δεν θα καταλαμβανόταν χωρίς την συμβολή του Ιωάννη Μεταξά . Τον Μάρτιο του 1913 επιστρέφει μαζί με όλα τα άλλα τάγματα στη Θεσσαλονίκη. Εκεί και αφού οι πολεμικές συγκρούσεις σταματάνε πετυχαίνει να πάρει ολιγοήμερη άδεια για να επισκεφθεί την οικογένειά του. Στην Αθήνα έρχεται σε επαφή με τον Βενιζέλο, με το οποίο συζητά θέματα πολεμικής φύσεως.

Στις 16 Ιουνίου 1913 ξεσπάει ο Β΄ Βαλκανικός Πόλεμος μεταξύ Ελλάδας, Σερβίας, Τουρκίας και Βουλγαρίας. Συμμετείχε στη μάχη του Λαχανά, όπου μάλιστα εν μέσω εχθρικών πυρών οδήγησε τις πυροβολαχίες μέσα απο τη περιοχή των συγκρούσεων με ελάχιστες απώλειες. Τις επόμενες μέρες θα αναλάβει το 9ο ευζωνικό τάγμα το οποίο και θα το οδηγήσει στο Μπέλες, όπου διεξήχθη νικηφόρα για τον ελληνικό στρατό μάχη. Στις 27 Ιουνίου καταλαμβάνει το Σιδηρόκαστρο και στις 10 Αυγούστου ο σύντομος αυτός πόλεμος έληξε. Ο Πάγκαλος λόγω των διαφωνιών που αντιμετώπιζε με τον Χατζανέστη μετατέθηκε στο 1/38 τάγμα ως υπασπιστής.

Το Φθινόπωρο του 1913 αναχωρεί για την Γαλλία, για να σπουδάσει στην Ανώτατη σχολή πολέμου μέχρι και τον Αύγουστο του 1914, όταν και εξερράγη ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, στον οποίο η Ελλάδα αρχικά κράτησε ουδέτερη στάση με συνέπεια να δημιουργεί ο Εθνικός Διχασμός και να εκδιωχθεί ο βασιλιάς Κωνσταντίνος Α΄. Συγκεκριμένα ο βασιλιάς Κωνσταντίνος Α΄, όντας φιλογερμανός λόγω των συγγενικών δεσμών που είχε η γυναίκα του με τη γερμανική βασιλική αυλή και μη μπορώντας να αναγκάσει την κυβέρνηση να εισέλθει στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο με το πλευρό του Άξονα, άσκησε πιέσεις για να παραμείνει η χώρα ουδέτερη. ΟΕλευθέριος Βενιζέλος, πρωθυπουργός τότε, θεωρώντας ως επέμβαση στην εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης τη στάση του βασιλιά, γεγονός που αντίβαινε το σύνταγμα, παραιτήθηκε και λίγο αργότερα προχώρησε στο κίνημα της Εθνικής Αμύνης (Θεσσαλονίκης). Με την επιστροφή του στην Ελλάδα, ο Πάγκαλος διορίστηκε επιτελάρχης της 8ης μεραρχίας στην Πρέβεζα. Λίγους μήνες αργότερα μετατέθηκε στην 4η μεραρχία Ναυπλίου.

Το Καλοκαίρι του 1916 θα είναι καθοριστικό για την πολιτική ζωή του τόπου. Ο Πάγκαλος μαζί με τον Φικιώρη συστήνουν κρυφή ομάδα αξιωματικών με σκοπό την είσοδο της χώρας στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ. Μέχρι τα τέλη Αυγούστου είχαν μυηθεί πάνω απο 60 αξιωματικοί του στρατού. Το κίνημα της Θεσσαλονίκης, για το οποίο αναφερθήκαμε παραπάνω, ξεσπά και αμέσως η ομάδα Πάγκαλου σπεύδει να το ενισχύσει.

Στις 12 Σεπτεμβρίου αναχωρεί μαζί με άλλους στρατιωτικούς και πολιτικούς με πλοίο απο τον Πειραιά και εγκαθίσταται στη Μυτιλήνη, όπου διορίζεται από την κυβέρνηση της Θεσσαλονίκης διοικητής Αιγαίου. Στη συνέχεια διορίζεται στρατιωτικός διοικητής του Ηρακλείου και τον Μάρτιο του 1917 προάγεται σε αντισυνταγματάρχη αναλαμβάνοντας παράλληλα την διοίκηση του 9ου Συντάγματος. Ο Βενιζέλος με τη βοήθεια των δυνάμεων της Ανταντ καταφέρνει να εκδιώξει τον Κωνσταντίνο, να ανέλθει στη κυβέρνηση και ουσιαστικά να εγκαινιάσει την είσοδο της Ελλάδας στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο με το πλευρό της Ανταντ.

Με το 9ο σύνταγμα εισέρχεται στην Αθήνα και εγκαθίσταται στο στρατώνα του Ρουφ αμέσως μετά την έξωση του Κωνσταντίνου. Στις 15 Μαρτίου του 1917 ο Πάγκαλος έχοντας την απόλυτη εμπιστοσύνη του Βενιζέλου γίνεται προσωπάρχης του υπουργείου στρατιωτικών, το χαρτοφυλάκιο του οποίου είχε ο ίδιος ο πρωθυπουργός.

Ο Πάγκαλος (αριστερά) με τον στρατηγό Νίδερ, 1917

Κατά τη διάρκεια της θητείας του δημιουργήθηκε παρεξήγηση με τον βασιλιά Αλέξανδρο εξαιτίας κάποιων κατηγοριών του Πάγκαλου που εξελήφθησαν ως υβρεις κατα του έκπτωτού βασιλιά Κωνσταντίνου Α΄. Ύστερα όμως απο τις απαραίτητες εξηγήσεις προς τον Βασιλιάς Αλέξανδρο η παρεξήγηση λύθηκε. Ο Πάγκαλος ήταν οκύριος εισηγητής και εκτελεστής του νόμου με τον οποίο όλοι οι λιποτάκτες θα έπρεπε εντος 48ωρου να επιστρέψουν στις θέσεις τους αλλιώς θα εκτελούνταν, νόμο που αργότερα ο Βενιζέλος πήρε πίσω.

Στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο συμμετείχε σε διάφορες μάχες για τις οποίες τιμήθηκε με εύφημη μνεία και πολεμικό σταυρό. Απότοκος όλων αυτών των διακρίσεων ήταν και η επιλογή του απο τον αρχιστράτηγο του στρατού Λεωνίδα Παρασκευόπουλο ως γενικού επιτελάρχη της στρατιάς.

Τον Μάϊο του 1919 αποβιβάστηκε στη Σμύρνη και εγκαταστάθηκε εκεί ως αρχηγός του επιτελείου. Οι συγκρούσεις του με τον Στεργιάδη, αρμοστή της Σμύρνης, ήταν αρκετές με αποτέλεσμα να προταθεί απο αυτόν και τον Παρασκευόπουλο η αντικαταστασή του. Ο Πάγκαλος εκείνη την εποχή αναχώρησε για τοΠαρίσι για κατ’ιδίαν συζητήσεις με τον Βενιζέλο και τους Ευρωπαίους στρατηγούς. Η καλή συνεργασία που είχαν είχε ως αποτέλεσμα την παραμονή του στην θέση του αρχηγού του επιτελείου.

Ο Πάγκαλος, άκρη δεξιά, στη Σμύρνη μαζί με τους Στεργιάδη και Παρασκευόπουλο

Χάρις την εξυπνάδα του ο ελληνικός στρατός προέλασε στην Μικρά Ασία και μάλιστα έφτασε να καταλάβει την Προύσα και να σώσει τους Άγγλους στρατιώτες που βρίσκονταν σε δεινή θέση. Η κίνηση αυτή όμως εξόργισε τον Βενιζέλο αφού η Προύσα δεν εντασσόταν στο σχέδιο δράσης. Στις 22 Αυγούστου του 1920 και ύστερα απο διαμάχη του Βενιζέλου με τον Παρασκευόπουλο λόγω της κατάληψης της Προύσας, ο δεύτερος παραιτείται. Ο Πάγκαλος παρών στο επεισόδιο δηλώνει και αυτός την παραιτησή του. Τελικά δεν γίνονται δεκτές. Τις επόμενες μέρες ο Πάγκαλος προάγεται σε υποστράτηγο.

Με την άνοδο φιλοβασιλικής κυβέρνησης ο Πάγκαλος ανακαλείται απο το μέτωπο και αποστρατεύεται τον Νοέμβριο του 1920. Μέχρι τα γεγονότα τηςΜικρασιατικής καταστροφής ο Πάγκαλος είχε αποσυρθεί στην Ελευσίνα απ’όπου παρακολουθούσε τις πολιτικές εξελίξεις.

Στις 11 Σεπτεμβρίου του 1922, παράλληλα με το Στρατιωτικό κίνημα της Χίου, ο Πάγκαλος έχοντας συστήσει απο καιρό μια ομάδα αξιωματικών σχηματίζει την επιτροπή Αθηνών, η οποία προχωρεί κατευθείαν σε συλλήψεις πολιτικών και απελευθερώσεις φιλελεύθερων προσωπικοτήτων. Με την έλευση της επαναστατικής επιτροπής Πλαστήρα-Φωκά-Γονατά, ο Πάγκαλος διορίζεται διοικητής της σχολής Ευελπίδων.

Στις 5 Οκτωβρίου συστήθηκε ανακριτική επιτροπή για την τιμωρία των υπευθύνων της Μικρασιατικής καταστροφής με πρόεδρο τον Θεόδωρο Πάγκαλο. Στην επιτροπή κατέθεσαν όλοι οι κατηγορούμενοι και στις 24 Οκτωβρίου εκδόθηκε το πόρισμα αυτής με το οποίο καταλόγιζε ευθύνες στους κατηγορουμένους. Στη συνέχεια συστήθηκε έκτακτο στρατοδικείο, του οποίου τα μέλη, σε μεγάλο βαθμό, ορίστηκαν απο τον Πάγκαλο. Σημαντικό ρόλο διαδραμάτισε ο Πάγκαλος και στην ουσιαστική αθώωση του πρίγκιπα Ανδρέα, συμμαθητή του στη σχολή Ευελπίδων, τον οποίο μάλιστα συνόδευσε ο ίδιος στο Φάληρο απ’ όπου αναχώρησε για το εξωτερικό. Παραδίδεται μάλιστα και χαρακτηριστικός διάλογος μεταξύ των δύο κατα τη διάρκεια της Ανάκρισης. Στο ερώτημα του Πάγκαλου προς τον πρίγκιπα Ανδρέα αν έχει παιδιά, ο δεύτερος του απάντησε καταφατικά. Τότε ο Πάγκαλος αποκρίθηκε: «κρίμα που θα μείνουν ορφανά», σίγουρος οτι παρα τις διεθνείς πιέσεις το δικαστήριοδεν θα τον αθώωνε προκειμένου να ικανοποιήσει το λαϊκό αίσθημα. Μετά απο χρόνια ο ίδιος ο Πάγκαλος δήλωσε οτι «οι έξι εκτελεσθέντες υπήρξαν μοιραία κατ’ανάγκην θύματα στον βωμό της πατρίδας σε κρίσιμες στιγμές».

Στις 14 Νοεμβρίου του 1922 διορίστηκε υπουργός εξωτερικών στην κυβέρνηση Στυλιανού Γονατά. Στις 12 Δεκεμβρίου παραιτήθηκε για να αναλάβει την αρχιστρατηγία. Εγκαταστάθηκε στην Αλεξανδρούπολη έχοντας έκτακτες εξουσίες. Για να διευκολυνθεί στο έργο του η κυβέρνηση κατόπιν υποδειξεώς του εξέδωσε δύο νόμους, σύμφωνα με τους οποίους η κλοπή υλικού απο τον στρατό και η εκ δόλου έκδοση απαλλακτικού σε στρατιώτη απο αξιωματικό της υγειονομίας θα τιμωρείτο με εκτέλεση. Οι δύο αυτοί νόμου καθώς και οι φήμες περι δεκάδων εκτελέσεων που επίτηδες άφησε να διαρεύσουν ο ίδιος ο Πάγκαλος επέβαλαν σε μεγάλο βαθμό την πειθαρχία στο καταπονημένο στράτευμα.

Σύντομα κατάφερε να μετατρέψει μια διασκορπισμένη μάζα στρατού με χαμηλό ηθικό σε ισχυρό και αξιόμαχο ετοιμοπόλεμο στρατό 115.000 ατόμων. Στην αντίθετη πλευρά ο τουρκικός στρατός της Θράκης δεν ήταν ικανός σε σχέση με αυτόν του Έβρου. Ο Πάγκαλος πίστευε οτι μπορούσε να καταλάβει την Κωνσταντινούπολη αφού οι συνθήκες τον ευνοούσαν. Η ελληνική διπλωματία γνωρίζοντας το αξιόμαχο του στρατού χρησιμοποίησε αυτόν ως όπλο προκειμένου να συνθηκολογήσει με την Τουρκία. Πράγματι στις 24 Ιουλίου του 1923 υπογράφηκε η Συνθήκη της Λωζάννης.

Μετά την παραίτησή του, ο Θεόδωρος Πάγκαλος αναχώρησε για το εξωτερικό όπου επισκέφθηκε τη Γαλλία και την Ελβετία. Στη Βέρνη ήρθε μάλιστα σε επαφή με τον Ελευθέριο Βενιζέλο, με τον οποίο διατηρούσε στενή επαφή.

Το κύρος που είχε αποκτήσει ο Πάγκαλος καθώς και η μεγάλη απήχηση που είχε στους κύκλους των προσφύγων, τον οδήγησε στην απόφαση να συμμετάσχει στις εκλογές του Δεκεμβρίου του 1923. Πριν απο αυτές όμως θα λάβει ενεργό συμμετοχή στην κατάπνιξη του Κινήματος Λεοναρδόπουλου-Γαργαλίδη. Το χρονικό διάστημα απο το κίνημα μέχρι τις εκλογές ο Πάγκαλος με συνεχείς δηλώσεις και άρθρα προσπαθεί να συσπειρώσει τον δημοκρατικό κόσμο και παράλληλα να πετύχει την πραγματοποίηση δημοψηφίσματος για τον καθορισμό του πολιτειακού καθεστώτος. Στις 16 Δεκεμβρίου του 1923 το κόμμα των Φιλελευθέρων κερδίζει τις εκλογές. Ο ίδιος ο Πάγκαλος εκλέγεται έχοντας μάλιστα δική του κοινοβουλευτική ομάδα δεκαπέντε βουλευτών. Οι διαμάχες εντός και εκτός της Βουλής με φόντο το πολιτειακό ζήτημα ήταν ιδιαίτερα έντονες. Εδώ πρέπει να σημειωθεί οτι ο Βασιλιάς Γεώργιος Β΄ είχε εγκαταλείψει την Ελλάδα και οτι ο Βενιζέλος είχε αναλάβει τα ηνία της χώρας.

Το Κίνημα της 25ης Ιουνίου 1925. Ο Αλέξανδρος Παπαναστασίου, ύστερα απο σύσκεψη μεταξύ του προέδρου της δημοκρατίας κ.α., παίρνει εντολή σχηματισμού κυβέρνησης και κατευθύνεται στο στρατόπεδο Ρουφ για να συναντήσει τον Πάγκαλο. Ο Πάγκαλος αρχικά φάνηκε διατεθειμένος να πάρει μέρος στην κυβέρνηση αλλά στη συνέχεια, και αφού έχει βεβαιωθεί οτι το κίνημα έχει επικρατήσει, του διαμηνύσε οτι μόνο ως πρωθυπουργός θα έπαιρνε μέρος σε κυβέρνηση. Σε νέα συγκέντρωση που γίνεται ο Παπαναστασίου καταθέτει την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης. Έτσι ο Θεόδωρος Πάγκαλος αναλαμβάνει την πρωθυπουργία την26η Ιουνίου του 1925. Στην κυβέρνηση που σχημάτισε ο ίδιος κράτησε το υπουργείο στρατιωτικών. Στην βουλή παρουσιαστήκε ως πρωθυπουργός και πήρε ψήφο εμπιστοσύνης απο όλους τους βουλευτές, πλην δεκατεσσάρων βουλευτών. Τα κόμματα Μιχαλακόπουλου και Καφαντάρη απείχαν. Με διάταγμα της 30ης Σεπτεμβρίου του 1925 κατήργησε την βουλή με το αιτολογικό οτι είχε χάσει την εμπιστοσύνη του Έθνους. Οι πολιτικοί αρχηγοί πιστεύοντας στις δεσμεύσεις Πάγκαλου, του επέτρεψαν ουσιαστικά να αναλάβει αναίμακτα τα ηνία της χώρας.

Η δικτατορία Πάγκαλου έμεινε στην ιστορία κυρίως για δύο πράγματα όσον αφορά την εσωτερική πολιτική, για την αστυνομική διάταξη που απαγόρευε στις γυναίκες να φοράνε φούστες που απέχουν πάνω απο 30 πόντους απο το έδαφος και για τα σκάνδαλα, στα οποία αναμείχθηκαν μέλη της κυβέρνησης.

Στον οικονομικό τομέα, η δικτατορία Πάγκαλου αναγκάστηκε να συνάψει εσωτερικό δάνειο, διχοτομώντας το χαρτονόμισμα. Έτσι εξοικονομήθηκαν δύο δισεκατομμύρια δραχμές, ποσό πολύ σημαντικό αν σκεφτούμε πόσοι πρόσφυγες στην Ελλάδα βρίσκοντουσαν εκείνη την εποχή. Αυξημένο είναι και το ποσοστό ιδιωτικών επενδύσεων στην Ελλάδα καθώς και και πολλών ξένων εταιρειών όπως η αγγλική εταιρεία ηλεκτροφωτισμού Πάουερ.

Η δικτατορία Πάγκαλου επιδόθηκε σε άγριες διώξεις πολιτικών προσώπων και δημοσιογράφων καθώς και των κομμουνιστών. Μεταξύ των συλληφθέντων συγκαταλέγονται οι Ιωάννης Μεταξάς, Αλέξανδρος Παπαναστασίου, Νικόλαος Πλαστήρας, Γεώργιος Παπανδρέου, Κύρος Κύρου, διευθυντής της Εστίας, Γεώργιος Βεντήρης, δημοσιογράφος κ.α. Κατα τη διάρκεια της δικτατορίας απαγορεύθηκε και η λειτουργία της εφημερίδας Καθημερινή και του Ριζοσπάστη. Επίσης είχε ιδρυθεί και ειδικό δικαστήριο, το οποίο είχε καταδικάσει σε θάνατο δια απαγχονισμού δύο καταχραστές αξιωματικούς, τους Δρακάτο και Ζαρειφόπουλο, οι οποίοι και κρεμάστηκαν στο Γουδί.

Στα θετικά της δικτατορίας είναι η ίδρυση της Ακαδημίας Αθηνών και η αναδιοργάνωση του στρατού και του στόλου.

Ο Θεόδωρος Πάγκαλος κατά τη διάρκεια της εξουσίας του υιοθέτησε εθνικιστική ρητορεία δημιουργώντας συγκρούσεις με τα άλλα γειτονικά κράτη. Η εμμονή του στην ιδέα περί εκδίκησης των Τούρκων για την Μικρασιατική καταστροφή, τον οδήγησαν σε απαράδεκτα διπλωματικά λάθη.

Ύστερα από την ελληνογιουγκοσλαβική συνθήκη και το «Επεισόδιο του Πετριτσίου», το οποίο προκάλεσε οργή στους κύκλους των αξιωματικών και των πολιτικών, η θέση του Πάγκαλου ήταν δύσκολη. Επίσης οι συνεχείς διώξεις των πολιτικών είχαν προκαλέσει δυσφορία στον λαό. Η απαξίωση του πολιτικού λόγου και των θεσμών, η αυθαιρεσία καθώς και η έλλειψη σεβασμού στην δημοκρατία επέφεραν την ανατροπή της δικτατορίας Πάγκαλου. Ο Θεόδωρος Πάγκαλος, αν και γνώριζε για ύποπτες κινήσεις αξιωματικών δεν έδωσε σημασία, συνεχίζοντας την περιοδεία του στην επαρχία όπου ετύγχανε ενθουσιώδους υποδοχής. Στις Σπέτσες τον βρήκε το κίνημα του Κονδύλη, ο οποίος σε συνεργασία με άλλους αξιωματικούς (Ντερτιλή, Κατσώτας, Κοκκαλάς) επιχείρησε να ανατρέψει τον Πάγκαλο.

Στις εκλογές Μαρτίου του 1950 ο Πάγκαλος κατέβηκε ως υποψήφιος με το Εθνικό Κόμμα υπο τον Ναπολέοντα Ζέρβα. Στις εκλογές το Εθνικό Κόμμα κατέλαβε επτά έδρες, οι οποίες όμως κερδίθηκαν κατα κύριο λόγο στην Ήπειρο με αποτέλεσμα ο ίδιος να μην εκλεγεί.

Ήταν παντρεμένος από το 1901 με την Αριάδνη Σκλιά-Σαχτούρη, κόρη Αιγυπτιώτη πολιτικού μηχανικού Υδραϊκής καταγωγής, με την οποία απέκτησαν τέσσερα παιδιά: Το 1902 τον Θησέα Πάγκαλο, υποναύαρχο του πολεμικού ναυτικού, το 1909 τον Δημήτριο Πάγκαλο, εκδότη της εβδομαδιαίας πολιτικής & οικονομικής εφημερίδας, το Μεσογειακό Βήμα , το 1914 τον Γεώργιο Πάγκαλο , αντιπτέραρχο της αεροπορίας και πατέρα του πολιτικού Θεόδωρου Πάγκαλου, την Αμαλία Πάγκαλου, μετέπειτα σύζυγο του Γ. Δομεστίκου, διευθυντή του πολιτικού γραφείου του Πάγκαλου.

Απεβίωσε στις 27 Φεβρουαρίου 1952 στο ξενοδοχείο «Χλόη», όπου διέμενε, στην Κηφισιά από φυματίωση. Η κηδεία έγινε δημοσία δαπάνη. Το 1950 είχαν εκδοθεί τα απομνημονεύματά του. Περισσότερες πληροφορίες για τον Θεόδωρο Πάγκαλο θα παρουσιάσουμε σε άλλη ενημέρωση μας, λόγω του μεγέθους των πληροφοριών.

Πρωθυπουργοί

Κίτσος Τζαβέλας αγωνιστής της επανάστασης του ’21 και πρωθυπουργός.

O Κίτσος Τζαβέλας (1800-1855) ήταν Έλληνας αγωνιστής της επανάστασης του ’21 και μετέπειτα υπουργός και πρωθυπουργός. Ήταν γιος του Φώτου Τζαβέλα και εγγονός του Λάμπρου Τζαβέλα. Μεγάλωσε στην Κέρκυρα και το 1820 γύρισε μαζί με τους Σουλιώτες στο Σούλι, όπου ανακηρύχτηκε καπετάνιος σε ηλικία μόλις 19 χρονών. Πήγε στην Πίζα της Ιταλίας για να συνεννοηθεί με τους Φιλικούς για την Επανάσταση. Το 1822 γύρισε και πήρε μέρος στις μάχες του Κεφαλόβρυσου μαζί με το Μάρκο Μπότσαρη.

Συνεργάστηκε με τον Καραϊσκάκη στη νίκη της Άμπλιανης το 1824. Πολέμησε στο Δίστομο και στο Κρεμμύδι. Διέσπασε τα στρατεύματα του Κιουταχή τον Ιούνιο του 1825 στο Μεσολόγγι και μπήκε στην πόλη. Κατά την ηρωική έξοδο των Μεσολογγιτών αρχηγός 2.500 ανθρώπων έσπασε τις γραμμές των Τούρκων και πήγε στα Σάλωνα με 1.300 άνδρες. Πήρε μέρος μαζί με τον Καραϊσκάκη στις μάχες τις Αττικής και, μετά το θάνατο του συνεργάτη του, ανατέθηκε σ’ αυτόν η αρχιστρατηγία προσωρινά.

Ο Καποδίστριας τον έκανε χιλίαρχο. Μαζί με τον Κολοκοτρώνη, στα χρόνια της Αντιβασιλείας, ρίχτηκε στη φυλακή. Ο Όθωνας τον έκανε υποστράτηγο κι αργότερα αντιστράτηγο και υπασπιστή του. Το 1844 αναδείχτηκε Υπουργός Στρατιωτικών στην κυβέρνηση Κωλέττη, το 1847-1848 πρωθυπουργός και το 1849 Υπουργός των Στρατιωτικών πάλι.

Πέθανε στις 9 Μαρτίου 1855 στο Μεσολόγγι.

 Γεώργιος Κουντουριώτης καραβοκύρης και πρωθυπουργός της.

Ο Γεώργιος Κουντουριώτης γεννήθηκε στην Ύδρα το 1782 και ήταν αδερφός του Λάζαρου Κουντουριώτη. Το 1824 εκλεχτηκε πρόεδρος του Νομοτελεστικού στο Μεσολόγγι. Επι Καποδίστρια διετέλεσε μέλος του Πανελληνίου ενώ στη συνέχεια διετέλεσε γερουσιαστής, σύμβουλος Επικρατείας και υπουργός Ναυτικών. Το 1848 διορίστηκε στην θέση του πρωθυπουργού.

Ο Γεώργιος Κουντουριώτης

Απεβίωσε στην Αθήνα το 1858. Παιδιά του ήταν οι Θεόδωρος και Ανδρέας Κουντουριώτης καθώς και η Μαρία Κουντουριώτη, χήρα Μέξη, σύζυγος του Μπενιζέλου Ρούφου. Εγγονός του ήταν ο Παύλος Κουντουριώτης και δισέγγονός του ήταν ο Θεόδωρος Κουντουριώτης.

 Αντώνιος Κριεζής, υπηρέτησε στο Ελληνικό Ναυτικό στην επανάσταση, αργότερα πολιτικός .

Ο Αντώνιος Κριεζής (1796-1865) ήταν αγωνιστής κατά την Ελληνική Επανάσταση του 1821 και αργότερα δύο φορές πρωθυπουργός της Ελλάδας. Προερχόταν από οικογένεια της Ύδρας και γεννήθηκε στην Τροιζήνα το 1796. Στα 15 του αιχμαλωτίστηκε μαζί με τον αδερφό του Ιωάννη από Αλγερινούς πειρατές, έγινε σκλάβος για τρία χρόνια και επέστρεψε στην Ύδρα.

Μετά το ξέσπασμα την Επανάστασης του 1821 μετά από προτροπή του Λάζαρου Κουντουριώτη εκτόπισε τον Αντώνιο Οικονόμου στο Κρανίδι επειδή είχε καταλάβει την εξουσία πραξικοπηματικά. Πήρε μέρος στις ναυτικές επιχειρήσεις στη Σάμο (Ιούλιος 1821) και στη Ναυμαχία των Σπετσών (8 Σεπτεμβρίου 1822). Συμμετείχετο 1825 μαζί με τον Κανάρη στο εγχείρημα για την πυρπόληση του αιγυπτιακού στόλου μέσα στο λιμάνι της Αλεξάνδρειας.

Ο Αντώνιος Κριεζής

Το 1828 ο Καποδίστριας τον διόρισε μοίραρχο του στόλου και το 1829 συνετέλεσε στην παράδοση των Τούρκων της Βόνιτσας.

Επί Όθωνος προβιβάστηκε σε αντιναύαρχο (ο πρώτος του ελληνικού ναυτικού με αυτό τον βαθμό) και ονομάστηκε αυλάρχης. Το 1836 έγινε υπουργός των Ναυτικών. Στις 12 Δεκεμβρίου 1849 διαδέχτηκε τον Κανάρη στην πρωθυπουργία ως τις 16 Μαΐου 1854.

Ήταν παντρεμένος με την Κυριακούλα Βούλγαρη, κόρη του Γεωργίου Βούλγαρη. Πέθανε στην Αθήνα το 1865.

 Δημήτριος Βούλγαρης πρωθυπουργός .

Ο Δημήτριος Βούλγαρης γεννήθηκε στην Ύδρα στις 20 Δεκεμβρίου 1802 και πέθανε στην Αθήνα στις 29 Δεκεμβρίου 1877. Ήταν γιος του κοτζαμπάση της Ύδρας Γεωργίου Βούλγαρη και είχε παντρευτεί την κόρη του Λάζαρου Κουντουριώτη. Ήταν γνωστός και με το προσωνύμιο Τζουμπές, λόγω της μακριάς ποδιάς-μανδύα που συνήθιζε να φορά. Το 1855 διαδεχόμενος τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο, έγινε για πρώτη φορά πρωθυπουργός της Ελλάδας. Διετέλεσε συνολικά τέσσερις φορές πρωθυπουργός. Ήταν εκπρόσωπος της Ύδρας στην Εθνική Συνέλευση της Επιδαύρου το 1826 και στην Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας το 1827. Υπήρξε φανατικός πολέμιος και πολιτικός αντίπαλος του Ιωάννη Καποδίστρια. Διετέλεσε ακόμα υπουργός και γερουσιαστής. Επί Όθωνα επέστρεψε στην Ύδρα, όπου διετέλεσε δήμαρχος. Το 1864 διενήργησε εκλογές, τις οποίες ενόθευσε, αλλά δεν κατώρθωσε να επιβληθεί. Η κόρη του ήταν παντρεμένη με τον Δημήτριο Πατρινό.

Ο Δημήτριος Βούλγαρης αντιπροσώπευσε καθ’ όλη τη διάρκεια της πορείας του τον κοτζαμπασισμό.

 Αθανάσιος Μιαούλης πρωθυπουργός .

Ο Αθανάσιος Μιαούλης (Ύδρα 1815- Παρίσι 1867) ήταν γιος του Ναύαρχου της ελληνικής επανάστασης Ανδρέα Μιαούλη της ιστορικής υδραίικης οικογένειας των Μιαούληδων. To 1829 φοίτησε στη Στρατιωτική Σχολή του Μονάχου ως υπότροφος του Βασιλέως της Βαυαρίας Λουδοβίκου. Μετά την αποφοίτησή τουυπηρέτησε επί τριετία στον αγγλικό στόλο από τον οποίο και κατατάχθηκε στο ελληνικό πολεμικό ναυτικό όπου λόγω της κατοχής της αγγλικής γλώσσαςπροσλήφθηκε υπασπιστής του Βασιλέως Όθωνα. Εισερχόμενος αργότερα στη πολιτική εκλέχθηκε βουλευτής Ύδρας (25 Σεπτεμβρίου 1855) αναλαμβάνονταςυπουργός των Ναυτικών επί κυβερνήσεως Δημητρίου Βούλγαρη. Υφιστάμενης τότε της γαλλικής κατοχής και μετά από διαφώνία Πρωθυπουργού και Βασιλέωςόπου και παραιτήθηκε η κυβέρνηση, τότε ανατέθηκε η πρωθυπουργία στον Αθανάσιο Μιαούλη (1857). Τότε προέκυψε και το ζήτημα της διαδοχής του θρόνου. Αργότερα ακολούθησε σφοδρή επίθεση εναντίον του από την αντιπολίτευση ότι η κυβέρνησή του «ρυμουλκείται από την αυστριακή πολιτική παραβιάζοντας τους θεσμούς». Ακολούθησε η απόπειρα κατά της ζωής της Βασίλισσας Αμαλίας μετά την οποία και εκδηλώθηκε η στάση του Ναυπλίου. Μετά όμως τη καταστολή του κινήματος εκείνου (25 Απριλίου 1862) ο Αθανάσιος Μιαούλης παραιτήθηκε παραδίδοντας την αρχή στον Γενναίο Κολοκοτρώνη.

Κατά την αποχώρηση του Βασιλέως Όθωνα και της Βασίλισσας Αμαλίας, εκτός Ελλάδας, που επέβαλαν οι Μεγάλες Δυνάμεις ο Αθανάσιος Μιαούλης ακολούθησε αυτούς στο εξωτερικό απ΄ όπου και επανήλθε κατά την ενθρόνιση του Βασιλέως Γεωργίου του Α’ (1863), χωρίς να αναμιχθεί πλέον με την πολιτική. Πέθανε τέσερα χρόνια μετά το 1867 στο Παρίσι.

 Πέτρος Βούλγαρης πρωθυπουργός .

Ο Πέτρος Βούλγαρης γεννήθηκε το 1883 στην Ύδρα και έζησε τα πρώτα χρόνια της ζωής του στην ενορία των Τριών Ιεραρχών. Γονείς του ήταν οι Υδραίοι Γεώργιος Π. Βούλγαρης, γιος του Πέτρου, αδερφού του Γεωργίου Βούλγαρη, και Αρχόντω Ι. Βατσαξή. Στα 1885, χρονιά θανάτου του πατέρα του, εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στην Αθήνα, στο σπίτι της οικογένειας Βατσαξή στην οδό Σωνιέρου 16 στην περιοχή της Πλατείας Βάθη.

Φοίτησε στο δημοτικό σχολείο, στο σχολαρχείο, στο Γυμνάσιο και στη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων απ’ όπου αποφοίτησε με το βαθμό του Σημαιοφόρου. Από το γάμο του με την ιταλικής καταγωγής Ερώ ντε Πιάν απέκτησε δύο παιδιά, την Αρχόντω – Τατιανή και τον Γεώργιο. Ξεκίνησε τη ναυτική του καριέραυπηρετώντας σε πλοία του Ελληνικού Στόλου. Μετεκπαιδεύτηκε στο Γαλλικό στόλο και επιστρέφοντας στην Ελλάδα συνέχισε να υπηρετεί σε πολεμικά πλοία του στόλου.Πολιτικά υπήρξε υποστηρικτής του Ελευθερίου Βενιζέλου, επηρεασμένος προφανώς από τους συμπατριώτες του Αντώνιο Σαχτούρη και Παύλο Κουντουριώτη. Τοποθετήθηκε Διευθυντής του Γραφείου Υπουργού Ναυτικών και αργότερα ως Διευθυντής της Αεροπορικής Βάσης Παλαιού Φαλήρου. Στα 1924 και 1935 αποστρατεύτηκε για πολιτικούς λόγους με το βαθμό του Υποναυάρχου ΠΝ και έκτοτε ιδιώτευσε εργαζόμενος μέχρι του 1941, όταν με την κατάρρευση του Ελληνο – γερμανικού μετώπου διέφυγε με την οικογένειά του στη Μέση Ανατολή και συγκεκριμένα στο Κάιρο.

Το Μάρτιο του 1943 ο Πρωθυπουργός Εμμανουήλ Τσουδερός του ανέθεσε το Υπουργείο Αεροπορίας και τον Απρίλιο του 1944 ο Πρωθυπουργός Σοφοκλής Βενιζέλος τον επανέφερε στην ενέργεια με το βαθμό του Αντιναυάρχου ΠΝ. Μετά την απελευθέρωση επιστρέφει στην Ελλάδα ως Αρχηγός Γενικού Επιτελείου Ναυτικού και Αρχηγός Στόλου.

Στις 8 Απριλίου του 1945 αναλαμβάνει την πρωθυπουργία της χώρας και υπηρετεί στη θέση αυτή επί έξι μήνες και εννέα ημέρες, προσπαθώντας να ενώσει τα διεστώτα στον πολιτικό χώρο και να φέρει σε συνεννόηση τα πολιτικά κόμματα. Η βραχύβια περίοδος πρωθυπουργίας του χαρακτηρίζεται από μετριοπαθή στάση, σύνεση, αποφασιστικότητα και ικανότητα, αρετές που δε στάθηκαν αρκετές να ξεπεράσει τα οξυμένα πολιτικά πάθη και να οδηγήσει τη χώρα σε δημοψήφισμα για την επάνοδο ή όχι του Βασιλέα Γεωργίου του Β΄ και σε εκλογές για την ανάδειξη μιας δημοκρατικά εκλεγμένης κυβέρνησης. Η απογοήτευση και το πολιτικό αδιέξοδο τον οδήγησαν σε παραίτηση από το αξίωμά του στις 8 Οκτωβρίου 1945. Επέστρεψε αθόρυβα στον ιδιωτικό βίο και εργάστημε μέχρι το θάνατό του στις επιχειρήσεις Μποδοσάκη.

Πέθανε το 1957 στο Ναυτικό Νοσοκομείο Αθηνών από καρδιακή ανεπάρκεια σε ηλικία 74 ετών. Η κηδεία του έγινε στη Μητρόπολη Αθηνών, τουαποδόθηκαν δε τιμές εν ενεργεία πρωθυπουργού. Η ταφή του έγινε δημοσία δαπάνη στο Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών.

 Αλέξανδρος Διομήδης πρωθυπουργός.

Ο Αλέξανδρος Διομήδης – Κυριακός (22 Δεκεμβρίου 1875 – 1951) ήταν νομικός και πολιτικός. Γεννήθηκε στην Αθήνα και ήταν γιος του Νικολάου Διομήδη, νομικού, και της Ελένης Φιλαρέτου. Καταγόταν από μεγάλη οικογένεια νομικών και πολιτικών. Ο παππούς του Διομήδης Κυριακός ήταν καθηγητής νομικής, όπως και ο θείος του Βασίλης Οικονομίδης, και πρωθυπουργός για ένα διάστημα. Η δε οικογένεια Κυριακού ήταν μεγάλη ναυτική Σπετσιώτικη οικογένεια που προσέφερε πολλά στην επανάσταση του 1821. Λόγω λοιπόν της μεγάλης οικογενειακής παράδοσης σπούδασε νομικά στην Αθήνα, τη Βαϊμάρη, το Παρίσι, το Βερολίνο και τη Λειψία, όπου αναγορεύθηκε και διδάκτωρ.

Εντάχθηκε στο κόμμα των Φιλελευθέρων και για μία περίοδο διορίστηκε νομάρχης Αττικής. Από το 1910 μέχρι το 1918 εκλέχθηκε βουλευτής Σπετσών και διετέλεσε υπουργός Οικονομικών και υπουργός Εξωτερικών. Το 1922 διετέλεσε προσωρινά υπουργός οικονομικών και τον επόμενο χρόνο διορίστηκε Διοικητής της Εθνικής Τράπεζας με την οποία ασχολήθηκε, με κάποιες διακοπές, μέχρι το έτος 1949, οπότε ορκίστηκε αντιπρόεδρος της συμμαχικής κυβέρνησης Σοφούλη τον οποίο και διαδέχθηκε για έξι μήνες (30 Ιουνίου 1949 – 6 Ιανουαρίου 1950) στην πρωθυπουργία.

Πέθανε στην Αθήνα το 1951 και ήταν παντρεμένος με την Ιουλία Ψύχα. Με τον θάνατό του κληροδότησε στο πανεπιστήμιο Αθηνών έναν βοτανικό κήπο, ο οποίος πήρε και το όνομα του. Εξέδωσε πολλές οικονομικές μελέτες ενώ ασχολήθηκε και με την Βυζαντινή ιστορία.

Καλλιτέχνες

 Νίκος Εγγονόπουλος, ζωγράφος και ποιητής.

Ο Νίκος Εγγονόπουλος του Παναγιώτου (21 Οκτωβρίου 1907 – 31 Οκτωβρίου 1985) ήταν Έλληνας Καθηγητής του Ε.Μ. Πολυτεχνείου, ζωγράφος, σκηνογράφος και ποιητής. Θεωρείται ένας από τους μείζονες εκπροσώπους της γενιάς του 30′ ενώ αποτέλεσε και έναν από τους κύριους εκφραστές του υπερρεαλιστικού κινήματος στην Ελλάδα. Το έργο του περιλαμβάνει ακόμα μεταφράσεις, κριτικές μελέτες και δοκίμια.

Νίκος Εγγονόπουλος

Γεννήθηκε τον Οκτώβριο του 1907 στην Αθήνα και πραγματοποίησε τις βασικές του σπουδές, εσωτερικός σε Λύκειο του Παρισιού. Το 1927 υπηρέτησε την στρατιωτική του θητεία και μετά την απόλυσή του εργάστηκε ως μεταφραστής σε τράπεζα και γραφέας στο Πανεπιστήμιο, ενώ το 1930 διορίστηκε στο Υπουργείο Δημοσίων Έργων ως σχεδιαστής στη Διεύθυνση Σχεδίων Πόλεων.

Το 1932 γράφτηκε στη Σχολή Καλών Τεχνών όπου μαθήτευσε κοντά στον Κωνσταντίνο Παρθένη ενώ παράλληλα παρακολούθησε μαθήματα βυζαντινής τέχνης και στο εργαστήριο του Φώτη Κόντογλου και Α.Ξυγγόπουλου, μαζί με τον Γιάννη Τσαρούχη. Έκανε ελεύθερες σπουδές στο Παρίσι, Βιέννη, Μόναχο και Ιταλία. Δίδαξε στη Σχολή αρχιτεκτόνων του Ε.Μ.Π., ζωγραφική, ιστορία της τέχνης και σκηνογραφία από το 1938, διαδοχικά ως επιμελητής, έκτακτος, μόνιμος και τακτικός καθηγητής. Την ίδια περίοδο γνωρίστηκε με άλλους σημαντικούς καλλιτέχνες, μεταξύ των οποίων ο Ανδρέας Εμπειρίκος, ο Γιάννης Μόραλης και οΤζόρτζιο ντε Κίρικο. Σε όλο το διάστημα των σπουδών ζωγραφικής, ο Εγγονόπουλος παρέμεινε στην θέση του στο Υπουργείο και το 1934 τοποθετήθηκε στην Τοπογραφική Υπηρεσία όπου μετά έξι χρόνια μονιμοποιήθηκε με τον βαθμό του Σχεδιαστή Α’ Τάξεως.

Τα πρώτα δείγματα της ζωγραφικής του παρουσιάστηκαν το 1938 στην Έκθεση Τέχνη της Νεοελληνικής Παραδόσεως και αποτελούσαν έργα πουαπεικόνιζαν παλαιά σπίτια της Δυτικής Μακεδονίας. Την ίδια χρονιά σημειώθηκε και η είσοδος του στα ελληνικά γράμματα, αρχικά με την δημοσίευση μεταφράσεων σε ποιήματα του Τριστάν Τζαρά και λίγο αργότερα, τον Ιούνιο του 1938, την κυκλοφορία της πρώτης του ποιητικής συλλογής με τον τίτλο Μην ομιλείτε εις τον οδηγό.

Το Σεπτέμβριο του 1939 εκδόθηκε η δεύτερη ποιητική συλλογή του Τα Κλειδοκύμβαλα της Σιωπής ενώ το Νοέμβριο πραγματοποιήθηκε η πρώτη ατομική έκθεση ζωγραφικής του, στο σπίτι του Νίκου Καλαμάρη. Την ίδια περίοδο εργάστηκε για την παράσταση της Ηλέκτρας του Σοφοκλή στο Θέατρο Κοτοπούλη, σχεδιάζοντας τα κοστούμια των ηθοποιών και συμμετείχε σε ομαδική έκθεση Ελλήνων καλλιτεχνών στη Νέα Υόρκη.

Το 1945 αποσπάστηκε στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο ως βοηθός στην έδρα Διακοσμητικής και Ελευθέρου Σχεδίου, θέση που διατήρησε μέχρι το 1956. Στα 1949 συμμετείχε στην ίδρυση του καλλιτεχνικού ομίλου Αρμός με σκοπό την προώθηση μιας σύγχρονης αισθητικής πρότασης στον ελληνικό χώρο, μαζί με άλλα μέλη στα οποία περιλαμβάνονταν οι ζωγράφοι Χατζηκυριάκος-Γκίκας, Μόραλης και Τσαρούχης. Παράλληλα εργάστηκε στο Υπουργείο Οικισμού και Ανοικοδομήσεως και σε συνεργασία με την αρχιτεκτονική ομάδα του Πικιώνη σχεδιάζε νέα κτίρια.

Τα επόμενα χρόνια, συμμετείχε σε αρκετές ομαδικές εκθέσεις ενώ το 1954 εκπροσώπησε την Ελλάδα στην 27η Μπιενάλε της Βενετίας με συνολικά 72 έργα του. Την ίδια περίοδο, εκλέχθηκε μόνιμος επιμελητής του Πολυτεχνείου και παραιτήθηκε οριστικά από το Υπουργείο Δημοσίων Έργων. Το 1958 του απονεμήθηκε το Πρώτο Κρατικό Βραβείο Ποίησης του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας για την ποιητική συλλογή Εν Ανθηρώ Έλληνι Λόγω ενώ το 1966 τιμήθηκε για το ζωγραφικό του έργο από τον Βασιλέα Κωνσταντίνο Β΄ με το παράσημο Χρυσούς Σταυρός του Γεωργίου Α’. Το κρατικό βραβείο ποίησης θα του απονεμηθεί αργότερα για δεύτερη φορά το 1979 καθώς και το παράσημο του Ταξιάρχη του Φοίνικος. Υπήρξε μέλος του Καλλιτεχνικού Επιμελητηρίου, της Ελληνικής Εταιρίας Αισθητικής, της Societe Europeennee de Culture κ.ά. Μιλούσε αγγλικά, γαλλικά και ιταλικά. Ήταν μόνιμος κάτοικος Αθηνών (οδού Αναγνωστοπούλου).

Πίνακές του υπάρχουν στην Εθνική Πινακοθήκη, στις Δημοτικές Πινακοθήκες Αθηνών, Ρόδου, Θεσσαλονίκης, στο Μουσείο Θεάτρου στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο και σε ιδιωτικές συλλογές.

Πέθανε το 1985 από ανακοπή καρδιάς και η κηδεία του πραγματοποιήθηκε δημοσία δαπάνη στο Α’ Νεκροταφείο της Αθήνας.

Ποιήματά του Εγγονόπουλου έχουν μεταφραστεί στα γαλλικά, αγγλικά, ιταλικά, ισπανικά, δανικά, πολωνικά, ουγγρικά και τη βενετική διάλεκτο. Επιπλέον έχουν μελοποιηθεί από το Νίκο Μαμαγκάκη και τον Αργύρη Κουνάδη, ο οποίος έγραψε τη μουσική υπόκρουση στο ποίημα Μπολιβάρ για το δίσκο της εταιρίαςΔιόνυσος, σε απαγγελία του ίδιου του Εγγονόπουλου.

Το έτος 2007 είχε  ανακηρυχθεί από τον καλλιτεχνικό κόσμο της Χώρας ως «Έτος Ν. Εγγονόπουλου».

Ξενοφώνταs Φαφούτηs

Πηγές : Apodimos.com με πληροφορίες από το el.wikipedia.org

(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)

Posted in HISTORIC THEMES | Tagged , , , , , , | Leave a comment

RELIGIOUS CULTS ASSOCIATED WITH THE AMAZONS (4)

(BEING CONTINUED FROM  3/06/2012)

CHAPTER IV

ARTEMIS ASTRATEIA AND APOLLO AMAZONIUS

Pausanias 193 says that there were two ways of accounting for the name of the town Pyrrhichus in southern Greece. One derived it from Pyrrhus, son of Achilles, the other, from Pyrrhichus, a god of “the so-called Curetes.” There was also a local story that the town was settled by Silenus from Malea. Pausanias adds that the people about Malea explained how Silenus came to be called Pyrrhichus also, but he does not give the explanation. He concludes his remarks about the town with these words: “In the market-place there is a well of water which they believe was given to them by Silenus. There would be a dearth of water, if this well should fail. The gods who have sanctuaries in their land are Artemis, surnamed Astrateia, because the Amazons here ceased their forward march, and Apollo Amazonius. The statues are both xoana, and they say that they were set up by the women from the Thermodon.”

Thus the sole mention of these two cult-epithets, presumably of great value to the investigator of the Amazon tradition, occurs in a passage which offers no help toward understanding them and in a puzzling context. It is strange to hear of the Amazons in Laconia, a canton in no way associated with the stock tale, as we know it, of the invasion of Attica. The few words in Pausanias suggest that the legend at Pyrrhichus told of the halting of a large army. In this it would differ from the Boeotian tradition 194 of a small band of Amazons separated from the rest in their rout by Theseus. There is no

p. 41

mention of a goal, whether Athens or Troezen, toward which the army that halted in Laconia were directing their campaign.

It seems natural to name Apollo and Artemis together, yet the Artemis of Ephesus, with whom the Amazons were closely associated, and Artemis Tauropolos, also mentioned as a goddess whom they worshipped, are in no way like the companion of the Hellenic Apollo. The obvious course of reasoning is to assume that Astrateia is the Asiatic Artemis and that, therefore, Apollo Amazonius is fundamentally a non-Hellenic god.

Although Apollo is pre-eminently a Greek divinity, the same name was used of a god worshipped in the Troad before the times of the earliest Aeolic colonisation. The only attributes of this deity, whose epithet was Smintheus, were the bow and the gift of prophecy. 195 Throughout the Iliad Apollo appears as a Trojan rather than a Greek ally, a fact not without significance to this inquiry. Cicero 196 mentions three gods called Apollo: the son of Hephaestus and Athena, the son of Corybas, and the son of Zeus and Leto. Of the second, who would seem to belong to cults related to that of the Mother, it was said that he was born in Crete, and that he contended with Zeus himself for the possession of the island. He is elsewhere called a son of Corybas, but this is the only reference to his struggle with Zeus. 197 This Apollo might appropriately be paired with an Artemis of the type of Ephesia. The sole hint at a ritual relation between Artemis and Apollo at Ephesus is in the inscription quoted above, 198 which records

p. 42

the dedication of a statue of “the Cretan Lady of Ephesus, the Light-Bearer” to Apollo, “Healer of diseases and Giver of Light to mortals.” It was found to be not improbable that the Cretan Lady was the goddess whom the Lycians worshipped under the type of Ephesia, and to whom as Λυκεία Hippolytus dedicated a temple at Troezen. Sophocles 199 emphasises the bow as the attribute of Apollo Λύκειος, the companion of Artemis of Lycia. With this should be considered the fact that Apollo had three oracular shrines in Asia Minor,–at Branchidae, Clarus, and Patara in Lycia. Then the gift of prophecy as well as the bow, the two attributes of Apollo Smintheus may both be assigned to the Lycian Apollo. The hypothesis may be stated: that the Phrygian-Lycian Apollo, closely allied to Artemis Λυκεία, the Lycian type of Ephesia, is Apollo Amazonius. The theory tends to reconcile two conflicting statements, the one that of Pindar, 200 who represents Apollo as friendly to the Amazons, the other that of Macrobius, 201who tells that he assisted Theseus and Heracles against them. Apollo, conceived as the Hellenic god, would naturally be their enemy, while the Asiatic Apollo would be their patron. It is possible to explain in the same way the seeming inconsistency shown in representing the defeat of the Amazons on the walls of the temple at Bassae.

It has been assumed in the preceding paragraph that Artemis Astrateia, because she is a goddess of the Amazons, is practically identical with Ephesia, and on this assumption an hypothetical interpretation of Apollo Amazonius has been based. In order that the investigation may be pursued from a different point of view, this argument may be dismissed for the present, to give place to an inquiry concerning the meaning

p. 43

of Astrateia. Farnell 202 does not discuss the epithet Amazonius, but for Astrateia he proposes the explanation that the word is a linguistic corruption for Astarte. By this theory the connection with a στρατεία denotes only a local attempt to account for a word of which the real significance was completely lost. The position of Pyrrhichus on the Laconian coast makes it easily credible that foreign influences might have imported the Semitic goddess. As the theory is put forward tentatively, details are not elaborated, and so it is not stated whether there is any reason other than caprice for connecting the Amazons, rather than another army, with the imaginary στρατεία. Rouse 203 accepts the statement of Pausanias as it stands and renders the phrase “Artemis of the War-host.”

If Astrateia be “Artemis of the War-host,” she was presumably an armed goddess. Pausanias 204 records that there was a statue of Artemis in Messenia bearing shield and spear. At Laodicea there was the conception of an armed Artemis, as shown by coins, and since the Laodiceans claimed to possess the original cult statue of the Brauronian goddess, 205 who was identified with the Tauric Virgin, 206 there is reason to believe that these two types of Artemis, Brauronia and Taurica, depicted her as an armed goddess. Furthermore, Artemis appears as a goddess of battle in her cult as Agrotera, for she regularly received sacrifice from the Spartans before a campaign or a battle; 207 at Athens the polemarch, assisted by the ephebes, in commemoration of Marathon sacrificed annually to her in conjunction with Enyalius; 208 and at Aegaera in

p. 44

[paragraph continues] Achaea she was believed to have routed the Sicyonians by telling the people of Aegaera to bind torches to the horns of a flock of goats in order to terrify the enemy. 209 Artemis Laphria, a Calydonian deity, is possibly also a goddess of war. She is pre-eminently a huntress, and in this respect might resemble Thracian Bendis, who entered the Greek pantheon as Artemis. Pausanias 210 seems to hint that the type of Laphria is related to that of Ephesia. Ephesia and Bendis both are forms of the Mother, who in Asia was warlike. 211

But not one of these epithets of warlike Artemis is suggestive of the word Astrateia. The nearest approach to it is in three surnames of Aphrodite,–Strateia at Mylasa, 212 Strategis at Paros, 213 and Stratonikis at Smyrna, 214 of which the first is startlingly similar to the one under consideration. The only epithet among those used of Artemis which calls Astrateia is Hegemone.

Artemis Hegemone was worshipped at Tegea, at Sparta, and near Acacesium in Arcadia. About her cult at Tegea there is nothing told which would differentiate this from other types. 215 At Sparta she was worshipped with Eileithyia and Apollo Carneüs in a shrine near the Dromos. 216 Eileithyia seems to have been a primitive goddess, whose worship was pre-Hellenic, and who in classical Greek times was identified with Artemis as helper of women in travail. 217 The torch was

p. 45

prominent in her ritual. Apollo Carneüs is generally known as the patron of the Dorian race. There are frequent notices of him in ancient literature as the god of the conquering people of Lacedaemon, a warrior who, like Mars at Rome, presides also over the flocks and herds. 218 Yet Pausanias 219 tells a story which makes it highly probable that among the pre-Dorian folk of Sparta there was a god of prophecy whose worship was grafted on that of Hellenic Apollo, whence there was formed the type of Carneüs. Pausanias distinguishes between a man named Carneüs and Apollo Carneüs. The former, who was surnamed Οἰκέτας, lived in pre-Dorian Sparta, and was highly honoured in the family of a prophet named Crius. In Dorian times there was a prophet of an Acarnanian family who was killed at Sparta by Hippotes. Apollo therefore was wrathful, and the Dorians exiled the criminal and atoned for the murder. The cult name of Apollo Carneüs was formed from the name of this Acarnanian prophet. It will be observed that in both legends there is mention of prophecy, a fact strongly suggestive of the Phrygian Apollo. Pausanias in this context relates a third story which brings Apollo Carneüs into direct connection with Troy. He tells that when the Greeks were making the wooden horse, they used wood of a cornel-tree (κράνεια) cut in the sacred grove of Apollo. As soon as they learned that the god was angry at their presumption they propitiated him under the name Carneüs. It seems not unreasonable to infer from these three legends that, although Apollo Carneüs came to be regarded as the Dorians’ god, he was in a measure identical with the prophet-god of Phrygia and Lycia. The inference is strengthened

p. 46

by a fourth account in the same context. In this Pausanias quotes Praxilla, who said that Carneüs was from Crete, since he was the son of Europa and Zeus, foster-child of Apollo and Leto. In further support of the theory, here stated tentatively, it should be added that Acarnania, the home of the prophet who was killed at Sparta by the Dorians, was the country of the Curetes, conceived as one of the pre-Hellenic races of Greece. 220 Their name points to Crete. It must also be said that many believed Eileithyia to be of Cretan origin. 221 Thus Eileithyia, the third in the group worshipped at Sparta, may have been connected with the cult of the Apollo of Phrygia, Lycia, and Crete. In the shrine of Artemis Hegemone near Acacesium the cult statue showed the goddess with torches in her hands. 222 This temple gave access to the sanctuary of Despoena 223 in which Demeter was worshipped as the mother of Despoena. The cult legend made Artemis the child of Demeter rather than of Leto. Therefore beside the throne of Demeter there was a statue of Artemis, who was represented as a huntress with quiver, hunting dog, and a mantle of stag’s skin. In one hand she carried a torch, in the other two serpents. Since the temple of Artemis Hegemone gave access to this shrine, and since in the attribute of the torch the statue in the inner sanctuary resembled that in the outer temple, it seems probable that the Artemis of the Despoena temple was Artemis Hegemone. In this sanctuary the Great Mother was worshipped with Demeter and Despoena, and the initiates heard holy tales about the Titanes, 224 Curetes, and Corybantes, all of whom were connected with Corybantes, all of whom were connected with

p. 47

orgiastic rites–the first, with those of Dionysus, the second and third, with those of Rhea-Cybele. It would follow that Artemis Hegemone belonged to the circle of deities honoured by mystic ceremonies like those of Crete and Asia Minor. Miss Harrison 225 mentions the torch as a conspicuous feature in the cult of Artemis Hegemone and connects her closely with Hecate who was Φωσφόρος; on the shores of the Thracian Bosphorus. The identification between Hecate and the Mother has already been noticed. 226

The investigation of Hegemone as an epithet would be incomplete without the mention of the use of the word in three other instances: alone, as the name of a goddess; as surname of Aphrodite; in adjectival form Ἠγεμόνιος; as an epithet of Hermes. The first of these shows Hegemone as the name of one of the divinities by whom the Athenian ephebes swore: “Be ye judges of the oath, Agraulus, Enyalius, Ares, Zeus, Thallo, Auxo, Hegemone.” 227 Agraulus, Thallo, Auxo, and Hegemone appear to have been old deities of the soil. Pausanias 228 gives Thallo as one of the two Horae whom the Athenians worshipped with Pandrosus. He gives Auxo and Hegemone as the two Charites who had been revered at Athens from of old ἐκ παλαιοῦ) 229 The evidence for the worship of Aphrodite Hegemone is an altar basis found on the Acropolis at Athens with the inscription: Ἀφροδίτῃ ἡγεμόνῃ τοῦ δήμου. 230 Epigraphical evidence also furnishes the epithet Hegemonius with Hermes. The inscription 231 comes from the

p. 48

site of the Metroüm at the Piraeus, where Atys was worshipped with the Mother, and it is therefore presumable that this Hermes belongs in some way to this Asiatic cult.

It is possible to interpret Hegemone as an epithet indicating warlike character. The phrase, “leader of the people,” applied to Aphrodite at Athens, suggests this. The Hegemone whom the ephebes invoked may have been regarded as such a leader. That as a Charis she was a primitive goddess of the soil tends to support the theory, inasmuch as early divinities are frequently both givers of fertility and protectors of their people in battle. It has been seen that this was the case with Apollo Carneüs at Sparta. It is noteworthy that there he was associated with Artemis Hegemone. This combination of qualities is displayed by the Great Mother and those resembling her. It has been noted that the Arcadian cult of Artemis Hegemone was in some way closely related to that of Despoena, a goddess whose rites were connected with the Corybantic rites of Demeter and the Asiatic Mother. Furthermore, the likeness between Artemis Hegemone and Hecate confirms the theory.

But whether Artemis Hegemone gained her epithet from a warlike character or not, she is undeniably a goddess whose attribute was the torch, and in this she approaches several of those forms of Artemis which are admitted to be martial. 232 Artemis Agrotera was a huntress like the Artemis, probably Hegemone, beside the throne of Demeter in the sanctuary of Despoena. Like her, and also like the Artemis of the outer shrine, who was certainly Artemis Hegemone, she was a goddess of the torch. The fact comes out in the story of the rout of the Sicyonian army at Aegaera. In the version which the Pseudo-Plutarch gives of the ceremony in which the Polemarch and ephebes sacrificed at Athens in memory of Marathon he substitutes Hecate for Artemis Agrotera, the name given by

p. 49

[paragraph continues] Pollux. Artemis Laphria, who seems to have resembled Ephesia, was honoured at Patrae in Achaea in an annual festival of fire. 233 Into an enclosure about her altar all sorts of wild beasts were driven to be burned alive. Like Agrotera, and, presumably, like Hegemone, she was a huntress. Another huntress was Thracian Bendis, who was nearly related to Hecate and the Mother, and who was taken over by the Greeks as a form of Artemis. Her rites required torches. 234

The torch does not appear as a feature in the Hellenic worship of Artemis until the fifth century B.C. After that its connection with the cult becomes steadily more and more prominent. Its association with this goddess may be traced historically to the influence of orgiastic rituals from Thrace and Asia Minor, like those of the Mother and Dionysus, and it is to be explained by the tendency to identify Artemis with various forms of Magna Mater. 235 The inference is inevitable that the three types of Artemis,–Agrotera, Hegemone, and Laphria–approach one which may be called Thracian-Phrygian, probably that of Hecate, in so far as she is similar to Cybele. These three forms of Artemis are warlike in character, but it is impossible to state with certainty that any one of them was represented in the cult image as an armed goddess. Such a statement can be made only of the statue of Artemis at Laodicea and of that which Pausanias saw at Messene. We possess no further record of the latter, but we are practically sure that the former was the type surnamed Taurica and Brauronia. 236 Since the home of this cult was the Tauric Chersonese, where the goddess was called the Virgin, the type must be classed as Thracian, and since it resembles that of Rhea-Cybele and Artemis Ephesia, it may properly be called Thracian-Phrygian. Thus not only the forms of Artemis

p. 50

which imply a warlike character, but also those which represented her armed, indicate that the cult came from the countries where the chief deity was a woman, both Mother and Warrior. It follows, that if Artemis Astrateia be Artemis “of the War-host,” she is closely akin to the type of the Mother. In other words, she is, as it was at first conjectured, very like Ephesia and Tauropolos.

It remains to consider the possibility that she is Astarte. Cicero 237 remarks that Astarte of Syria was identified with Aphrodite, and that in this conception she appears as the wife of Adonis. Herein the type of Aphrodite approximates that of Cybele in Lydia and Phrygia where Atys corresponds to Adonis. At Hierapolis the Syrian goddess described by the Pseudo-Lucian has characteristics of Artemis as well as Aphrodite. In these rites the torch was a prominent feature, as in those of the Thracian-Phrygian Mother. Thus Artemis Astarte might be precisely the same as Warlike Artemis. Moreover, even if the goddess at Pyrrhichus were an Astarte more similar to Aphrodite than to Artemis, the probabilities would be strong in favour of the theory that she was armed, for the cult epithet of Aphrodite-Astarte in Greek religion was Urania, of whom there is reason to believe that she was the armed Aphrodite. 238 So from two hypotheses, the one, that Artemis Astrateia is Warlike Artemis, the other, that she is Astarte, 239 the inference is to be drawn that the image at Pyrrhichus showed her armed.

On the assumption that the goddess was armed it is reasonable to suppose that an armed god was grouped with her. It is easy to imagine the Hellenic Apollo defending his people,

p. 51

inspiring them with courage, and visiting their enemies with pestilence, yet he is not a truly martial deity under any one of these conceptions. However, his worship at Sparta as Carneüs has reminiscence of a time when he was regarded as a fighting god. Comment has already been made 240 on the indications that Carneüs was a pre-Dorian divinity of prophecy whom the Hellenes identified with their Apollo. The Phrygian god to whom he was very possibly related was a warrior in so far as the bow was as fixedly his attribute as the mantic gift. Near Sparta there was the shrine of another Apollo 241 portrayed in rude and primitive fashion in the form of a colossal bronze column, to which were added the head, hands, and feet of a man. The figure wore a helmet, and in his hands he carried spear and bow. Amyclae, the village to which his sanctuary belonged, was one of the pre-Dorian cities which had held out valiantly, but had finally been devastated by the invaders. 242 Here there was preserved down to the time of Pausanias a sanctuary of Alexandra, so-called by the Amyclaeans, who was said to be Priam’s daughter Cassandra. 243 At Leuctra in Laconia this Alexandra had a temple and image, and here there werexoana of Apollo Carneüs, “made after the custom of the Lacedaemonians of Sparta.” 244 Cassandra is conspicuously a prophetess who belongs to Troy and to Trojan Apollo, and therefore a relation between her cult and that of Carneüs, a god who seems to have been originally identical with the prophetic Apollo of Phrygia, Lycia, and

p. 52

[paragraph continues] Crete, 245 is natural. Apollo Amyclaeus resembles this Cretan-Asiatic Apollo in the attribute of the bow, and the helmet and spear betray his relation to Apollo Carneüs. Moreover, since at Leuctra in Laconia there was evidently a connection between the rites of Cassandra and Apollo Carneüs, the inference may be drawn that at Amyclae she stood in ritual relation to the local god. It would follow that Apollo Amyclaeus was in some way a prophet, and thus in another detail Amyclaeus resembles the pre-Dorian Carneüs. The festival of the Hyacinthia, which belonged to the Amyclaean cult, gave temporary freedom to the slaves of the region about Sparta and was a great holiday among the humbler freemen. It seems probable therefore that the feast was derived from the religion of the submerged element of the population, i. e. from the conquered aborigines. In its mystic imagery of the processes of life and death there is the hint that it was instituted in honour of a chthonic deity of fertility. 246 The legends of Amyclae certainly told of a period when the place was influential before the Dorian Invasion, and so presumably the worship of Apollo Amyclaeus was instituted by the pre-historic, or “Mycenaean,” inhabitants of Laconia, whose civilisation, revealed in the artistic remains of Vaphio and in the myth of the royal house of Menelaus, was homogeneous with that termed “Minoan.” The chief points in the argument are that Apollo Amyclaeus was portrayed in non-Hellenic fashion, that he was conceived, like Carneüs, as warrior and god of fertility, and that in general characteristics he seems to have

p. 53

been identical with the prophet-archer worshipped in Asia and in Crete.

Thus various trains of thought converge to establish the theory that the deities whom the Amazons were said to have introduced at Pyrrhichus were a warrior woman and a warrior man. The former seems to have been akin to Cybele, the Tauric Virgin, Ephesian Artemis, and others of the general type which includes these, the latter, to the god who was worshipped by the same pre-Hellenic peoples who evolved or perpetuated the rites of the Mother. He is a male divinity of battle and fertility, who was originally of secondary importance to the female. The mantic gift which belongs to him fits in well with the clamour which accompanied the ceremonies of the Mother in historical times and with the sense of possession by divine power which seized upon her worshippers. As Aeschylus clearly shows in the character of Cassandra, the skill of prophecy is divine madness. Frenzy was prominent in all orgiastic cults.

With the thought in mind that Artemis Astrateia and Apollo Amazonius are gods of the race who lived in Laconia before the Hellenes, it is important to examine the brief account which Pausanias furnishes of Pyrrhichus. 247 The town was said to have been named either from Pyrrhus or from Pyrrhichus, the latter a god of the so-called Curetes. It is natural that the epic tales about the house of Menelaus at Sparta should have been in vogue elsewhere in Laconia. Therefore the story of the coming of Pyrrhus to wed Hermione was associated with Pyrrhichus and also with Scyra 248 on a river not far away. Pausanias, however, puts more confidence in the other account of the name of the town.

The theory that Pyrrhichus was a god of the so-called Curetes implies that these are here conceived to be a primitive

p. 54

folk. The only region of Greece to which an early people of this name may be assigned with certainty is the land north of the Corinthian gulf. Apollodorus 249 states that the older name of Aetolia, regarded as the tract extending from the Evenus to the Acheloüs, was Curetis, and Pausanias 250 tells that the Curetes were the earliest inhabitants of Acarnania. In the legend of Meleager, as it is preserved in the Iliad, 251  the Curetes are shown besieging Calydon, the Aetolians’ city. The dispute had arisen over the division of the spoils of the famous boar-hunt. The death of Meleager, who gives his life for the city, is ascribed in the Homeric version to the prayers of his mother Althaea, who had cried on Hades and Persephone to destroy him in vengeance for his having slain her brother, a prince of the Curetes. Pausanias 252 quotes the Eoeae of Hesiod and the Minyad as authorities for the statement that he was killed by Apollo, the patron of the Curetes against the Aetolians. In the Homeric story there is a hint that Apollo was unfriendly to the Calydonians. This is in the reference to the presumption of Idas, who attempted to shoot Apollo who had ravished his wife Marpessa. By Idas she was mother of Cleopatra, the wife of Meleager. Heroic legend shows many connections between this region of Acarnania and Aetolia and that of Messenia and Laconia. At the Calydonian chase, in which the Curetes and Aetolians were allies, Idas and Lynceus of Messenia and their Laconian cousins and rivals, Castor and Polydeuces, were among the assembled chiefs who took part. 253 Idas was connected with the house of Calydon by marriage with Marpessa. 254 Thestius,

p. 55

brother to Marpessa’s father and king of Pleuron, the city of the Curetes, married his daughter Althaea to Oeneus of Calydon 255 and his daughter Leda to Tyndareus of Sparta. 256 Thus the Dioscuri, Leda’s children, were related to the Curetes of northern Greece. These genealogies originated doubtless in racial affinities between the pre-Dorians of Laconia and Messenia and the early folk of Acarnania and Aetolia. In pre-historic times Messenia and Laconia seem to have been one country, founded by Lelex, locally known as an autochthon, and its name was Lelegia. 257 The Dioscuri were worshipped from of old both in Messenia and in Laconia as θεοὶ μεγάλοι, and as such they were easily confused with the Cabiri and also with the Idaean Dactyli. 258 Thus the argument leads to a connection between this folk called Curetes and the people among whom the orgiastic worship of the Mother was indigenous, and so it seems natural that the armed dancers who attended Cretan Rhea should have been named Curetes. The mention of the Leleges in Laconia and Messenia establishes direct connections with the pre-historic “Aegean” civilisation, which was tributary to the “Minoan,” and also with the early races by whom the sanctuary of Ephesian Artemis was founded. 259

There are the same implications in the statement 260 that Pyrrhichus, a god of these Curetes, was another name for Silenus. The oldest and most persistent legends in regard to Silenus connect him with the country about the Maeander in Phrygia. 261 He belongs to the rites of Dionysus, which were intimately related to those of the Mother. The Cabiric

p. 56

mysteries probably combined the cult of a form of the Mother with that of Dionysus, whence arose the story that Dionysus was the son of Cabirus. 262 Dioscuri, Cabiri, Anaces, Dactyli are all in a certain sense the same. Hence we may think of this Pyrrhichus as a pre-Dorian, or “Lelegian,” member of the circle of deities among whom the Mother was chief. He was probably at once Cabirus, Dactyl, and armed dancer. That he was the last is implied not only by his place among the Curetes, but also by the fact that his name is that of the famous dance at Sparta. 263

The study of the Curetes of Laconia yields evidence in accord with that gathered from other courses of reasoning adopted above. The forerunners of the Hellenes in Laconia seem to have been akin to the people of Acarnania, where Apollo was the patron of the Curetes, the original home of the prophet Carneüs. They seem also to have been related to the race who worshipped the Mother under the type of the goddess of Ephesus.

It must be concluded, therefore, that Artemis Astrateia was a form of Ephesia, and that Apollo Amazonius was the prophet-archer who was worshipped with her at Ephesus, and whose cult belonged to Phrygians, Lycians, Cretans, and the pre-Hellenic folk of Greece.

(TO BE CONTINUED)

BY

FLORENCE MARY BENNETT
New York, Columbia University Press  [1912]

Footnotes

40:193  Paus. 3. 25, 1-3. Pausanias quotes Pindar on Silenus, “the zealous beater of the ground in the dance.”

40:194 Paus. 1. 41, 7.

41:195 Iliad, 1. 38-39, and schol. ad I.; ibid. 451; Steph. Byz. s.v. Ἴλιον, Τένεδος; Paus. 10. 12, 1-6. Pausanias (l. c.) gives an account of the Sibyl Herophile, conceived to have been the second who filled the office at Delphi. The god whom she served was evidently identified with Smintheus. Herophile was called in some epic sources Artemis, in others, the wife of Apollo, in others, his daughter or a sister other than Artemis. She seems to have been in some way connected with Trojan Ida.

41:196 Cicero, De Natura Deorum, 3. 57.

41:197 Cf. Hoeck, Kreta, 3. p. 146.

41:198 P. 36.

42:199 Soph. l. c. (Oed. R. 204 ff.). The date of Sophocles in the best Greek period gives the passage special importance.

42:200 Pind. Ol. 8. 47.

42:201 Macr. Saturn. 1. 17-18.

43:202 Farnell, op. cit. 2. p. 485. Elsewhere (2. p. 473) Farnell speaks of the identification between Artemis and the Semitic goddesses, Astarte, Derceto, Atargatis.

43:203 Rouse, Greek Votive Offerings, p. 119.

43:204 Paus. 4. 13, 1.

43:205 Paus. 3. 16, 8.

43:206 Paus. 3. 16, 7-9.

43:207 Xen. Hell. 4. 2, 20.

43:208 Pollux, 8. 91.

44:209 Paus. 7. 26, 2-3.

44:210 Paus. 4. 31, 8.

44:211 Farnell (op. cit. 2. p. 471) suggests that Laphria is derived from λάφυρα. For a coin of Messene, which may represent Laphria, showing a woman huntress with a spear v. Imhoof-Blumer and Gardner, Numism. Comment. on Paus. p. 67, pl. P3.

44:212 C. I. G. 2693.

44:213 Le Bas, Îles, 2062.

44:214 C. I. G. 3137. Cf. Tac. Ann. 3. 63.

44:215 Paus. 8. 47, 6.

44:216 Paus. 3. 14, 6.

44:217 Cic. De Nat. Deor. 2. 27, 68; Paus. 1. 18, 5; 2. 22, 6-7; 7. 23, 5-7; 8. 21, 3. The Orphic Hymn to Artemis confuses her with Eileithyia and Hecate.

45:218 On the Carnea, the chief festival of Sparta, v. Herod. 7. 206; 8. 72. This festival commemorated the Dorian conquest. Therefore during its celebration the people remained under arms and lived camp life. The feast was also one of harvest. Cf. the Jewish Feast of Tabernacles for a striking parallel. V. Mommsen, Heort.

45:219 Paus. 3. 13, 3-5.

46:220 Paus. 8. 24, 9. Apollo is called the patron of the Curetes against the Aetolians, Paus. 10. 31, 3.

46:221 V. references in n. 217.

46:222 Paus. 8. 37, 1.

46:223 On the sanctuary of Despoena v. Paus. 8. 37, 1 ff.

46:224 On the Titanes v. J. E. Harrison, British School Annual, 1908-09, pp. 308-338.

47:225 Harrison and Verrall, Myth. and Mons. of Anc. Athens, p. 383.

47:226 Ch. II, The Great Mother.

47:227 Pollux, 8. 106.

47:228 Paus. 9. 35, 1-7. The other Hora was Carpo.

47:229 With Paus. 9. 35, 1-7 cf. Herod. 2. 50. Pausanias ascribes to Eteocles of Orchomenus the introduction of three Charites. Herodotus names the Charites among the aboriginal deities of the Hellenes.

47:230 C. I. A. 4. 2, 1161 b; Lolling in Δελτ. Ἄρχ. 1891, pp. 25 ff., 126 ff.; Homolle in Bull. de Correspondance Hellén. 15 (1891), pp. 340 ff.

47:231 C. I. A. 2. 741, Fr. a, 20; b, 14, 1207, 7; Judeich, Topographie v. Athen (Müller’s Handb. d. klass. Altertumste. 3. 2, 2) p. 400.

48:232 On the types of warlike Artemis v. supra, pp. 43-44.

49:233 Paus. 7. 18, 11-13.

49:234 For references v. n.  118.

49:235 Cf. Farnell op. cit. 2. pp. 474-475.

49:236 V. n. n.  122,  205.

50:237 Cic. De Nat. Deor. 3. 23, 59.

50:238  Cf. Paus. 1. 14, 7; 3. 23, 1. V. infra, ch. V, Ares.

50:239 Possibly there is some support for Farnell’s hypothesis, that Astrateia is a corruption for Astarte, in the words of St. Stephen’s sermon recording the apostasy of the Jews to the Syrian goddess: ἔστρεψεν δὲ ὁ Θεὸς καὶ παρέδωκεν αὐτοὺς λατρεύειν τῇ στρατιᾷ τοῦ οὐρανοῦ, Acts, 7. 42.

51:240 V. supra, pp. 45-46.

51:241 Paus. 3. 18, 6-19, 5. V. Frazer’s commentary on the passage.

51:242 Paus. 3. 2, 6; 3. 19, 6.

51:243 Paus. 3. 19, 6. There was a dispute between Amyclae and Mycenae, each of them claiming to possess the tomb of Cassandra (Paus. 2. 16, 6). The word Alexandra suggests the Trojan name of Paris. It implies a woman warrior, or one averse to marriage. In the latter connotation it suggests Cassandra’s refusal to marry Apollo after she had obtained from him the gift of prophecy; it suggests also the other famous story of the sacrilege of Ajax.

51:244 Paus. 3. 26, 5.

52:245 From the Agamemnon of Aeschylus it is to be inferred that the cult epithets of Trojan Apollo were Loxias and Agyieus, the names by which Cassandra cries to him. Loxias has the same significance,Eumen. 19.

52:246 On the Hyacinthia v. Paus. 3. 19, 3-4; Athen. 4; Ovid, Met. 10. 219. In the Laconian myth Hyacinthus was the son of Amyclas, one of the autochthonous kings of Sparta. He became the favourite of Apollo, by whom he was accidentally slain. The legend presents parallels to the story of Agdistis and Atys and that of Aphrodite and Adonis. On the tale v. Paus. 3. 1, 3; 3. 10, 1. A legend of Salamis connected the origin of the hyacinth with the death of Ajax.

53:247 Paus. l. c. (3. 25, 1-3).

53:248 Paus. 3. 25, 1.

54:249 Apollod. 1. 7, 6.

54:250 Paus. S. 24, 9. It is interesting to compare the suggestion that the Cabiri were a primitive folk of Boeotia (Paus. 9. 25, 6).

54:251 Il. 9. 527-599. Cf. Bacchylides, 5. 76-164.

54:252 Paus, 10. 31, 3.

54:253 Apollod. 1. 8, 2; Ovid, Met. S. 300; Hyg. Fab. 173.

54:254 Iliad. 9. 557-560; Apollod. 1. 7, 9; Schol. Iliad (Ven.), 9. 553; Schol. Pind. Isth. 4. 92 (quoting Bacchylides).

55:255 Iliad, 9. 565-572; Apollod. 1. 8, 1; Eurip. Meleager, Fr. 1.

55:256 Schol. Ap. Rh. 1. 146.

55:257 Paus. 3. 1, 1; 4. 1, 1.

55:258 V. supra, ch. II, p. 23. Cf. Paus. 10. 38, 7. V. Toepffer, Attische Genealogie, p. 220.

55:259 V. supra, ch. III, pp. 35 ff.

55:260 Pind. ap. Paus. l. c. (3. 35, 2).

55:261 Herod. 7. 26; 8. 138; Paus. 1. 4, 5; 2. 7, 9.

56:262 Cic. De Nat. Deor. 3. 23, 58.

56:263 Athenaeus (Deipnosoph. 14. 7) ascribes the invention of the Pyrrhic dance to Athena. Plato (Legg. 796 B) says that after the gigantomachy she imparted the rite to the Dioscuri. It is noteworthy that Melampus by a dance cures the Proetides whom Dionysus has driven mad (Apollod. 2. 3, 7), and that by some theologians Melampus was reckoned as a Dioscurus along with Alco and Tmolus, sons of Atreus (Cic. De Nat. Deor. 3. 21, 53). Dionysus himself was sometimes classed as a Dioscurus, i. e. at Athens in the worship of the Anaces (Cic. l. c.).

Posted in HISTORIC THEMES | Tagged , , | Leave a comment

PAN-SLAV THEORY A FICTION STORY (VI)-ΣΛΑΒΙΚΕΣ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ ΤΗΣ ΡΩΜΑΝΙΑΣ

(BEING CONTINUED FROM  29/05/2012)

Η κατ’ αρχήν παραδοχή της πληροφορίας του Πορφυρογέννητου ότι περί τα μέσα της 8ης εκατονταετηρίδας μ.Χ. έλαβε χώρα η μεγάλη Σλαβική αποίκηση της Πελοποννήσου, δεν αποκλείει, ενδεχομένως, την ύπαρξη και προγενέστερων ληστρικών, σλαβικών κατ’ αυτής επιδρομών, όπως σωστά παρατηρεί ο Α. Διομήδης, ίσως δε και μεμονωμένων, κατά συνέπεια εγκαταστάσεων, ιδίως απ’ το πρώτο τέταρτο του 7ου αιώνα, οπότε αρχίζουν οι Σλαβικές προσπάθειες προς αποικισμό της Βαλκανικής. Ενδιαφέρουσα γι’ αυτό είναι η άποψη του καθηγητού Ν. Βέη σε άρθρο του στο Εγκυκλοπαιδικό Λεξικό Ελευθερουδάκη, όπου υποστηρίζει ότι όντως έλαβε χώρα αραβική και σλαβική επιδρομή στην Πελοπόννησο κατά το 589, χωρίς όμως εγκατάσταση των επιδρομέων, όπως υποστηρίχτηκε.

Είναι εύλογο ότι τέτοιες ασήμαντες επιδρομές με απλό ληστρικό χαρακτήρα, οι οποίες άλλωστε ήταν άπειρες στον αριθμό, απέφευγαν να τις αναφέρουν πολλές φορές οι βυζαντινοί ιστορικοί και χρονογράφοι ή δεν είχαν καν λάβει γνώση τους. Μερικές φορές, όμως, αυτές οι επιδρομές άφηναν πίσω τους σε απομονωμένες περιοχές μερικά βαρβαρικά κατάλοιπα, τα οποία με την πάροδο του χρόνου αφομοιώνονταν απ’ τους γύρω πληθυσμούς. Έτσι, άλλες φορές πάλι και οι Βυζαντινοί από μόνοι τους προέβαιναν είτε σε μεμονωμένες εγκαταστάσεις βαρβάρων αιχμαλώτων πολέμου ως δουλοπάροικων σε ελληνικά κτήματα, είτε και σε ομαδικές μεταφορές και εγκαταστάσεις βαρβαρικών πληθυσμών. Πολλές φορές ακόμη, λάμβαναν χώρα, ειρηνικά, σποραδικές μετακινήσεις βαρβαρικών κτηνοτροφικών πληθυσμών προς αναζήτηση βοσκών στις αραιοκατοικημένες περιοχές της αυτοκρατορίας.

Με όλους αυτούς τους τρόπους ή με ορισμένους μόνο από αυτούς, είναι πιθανό ότι έλαβαν χώρα και στην Πελοπόννησο σλαβικές εγκαταστάσεις και πριν ακόμη τη μεγάλη σλαβική κάθοδο των μέσων του 8ου αιώνα. Οι εγκαταστάσεις αυτές στις οποίες, προφανώς, οφείλεται η μνεία της Πελοποννήσου απ’ τον Άγιο Βιλλιβάρδο ως sclavinia terra (728), μπορούμε εύλογα να υποθέσουμε ότι κατά το μεγαλύτερό τους μέρος είχαν αρχίσει ήδη να εξελληνίζονται κατά την εποχή της λοιμικής νόσου (746), οπότε άλλωστε είναι πιθανό ότι εκμηδενίστηκαν από το λοιμό όπως και μεγάλο μέρος των υπολοίπων αγροτικών συνοικισμών της Χερσονήσου.

Οι σλαβικές επιδρομές αρχίζουν κυρίως στα νότια του Δούναβη και στις κυρίως ελληνικές χώρες απ’ το β΄ τέταρτο του 6ου αιώνα επί Ιουστινιανού και συνεχίζονται επί των διαδόχων του μέχρι το Φωκά και τον Ηράκλειο, μόνο όμως επί του τελευταίου μπορεί να γίνει λόγος για έναρξη συστηματικής εγκατάστασης εντεύθεν του Δουνάβεως. Είναι πιθανό ότι επί Ιουστινιανού, Τιβερίου και Μαυρικίου παρέμειναν σποραδικά, εδώ κι εκεί, σλαβικοί πληθυσμοί, όπως διαφαίνεται απ’ τα λεγόμενα του Προκοπίου, του Μενάνδρου και του Ιωάννη Εφέσου, στους οποίους, όμως, στη συνέχεια της αφήγησής τους επίσης διαφαίνεται ότι πρόκειται, κατ’ ουσία, για πρόσκαιρες κι όχι μόνιμες εγκαταστάσεις.

Απ’ το α΄ τέταρτο του 7ου αιώνα αρχίζει κυρίως η εγκατάσταση των Σλάβων στη Βαλκανική, συνεχίζεται καθ’ όλο τον 7ο αιώνα και κατά τα μέσα του 8ου αιώνα λαμβάνει χώρα η μεγάλη Σλαβική αποίκιση της Πελοποννήσου, η οποία άλλωστε δεν είναι και η τελευταία, σε σχέση μ’ αυτήν σλαβική επιχείρηση. Κατά το α΄ μισό του 10ου αιώνα επακολουθεί, επί Ρωμανού Λεκαπηνού, και άλλη σλαβική επιδρομή στην Πελοπόννησο του Τσάρου Σαμουήλ, κατά τα τέλη του ίδιου αιώνα επί του Βασιλείου του Βουλγαροκτόνου.

Η αφομοίωση και ο εκβυζαντινισμός των Σλάβων της Βαλκανικής πρέπει να ιδωθεί και να μελετηθεί σε σχέση με την επίσημη αυτοκρατορική πολιτική απέναντί τους. Το σύστημα της ενισχύσεως του φθίνοντος πληθυσμού κάποιας περιφέρειας με εποικισμούς, εκούσιους ή ακούσιους και βίαιους, αποτέλεσε στο Βυζάντιο πρόχειρο μέσο δημογραφικής πολιτικής. Είναι πιθανό ότι οι Βυζαντινοί ενθάρρυναν επιτόπιες κινήσεις των σλαβικών φύλων και διευκόλυναν, ίσως, σε μερικές περιπτώσεις την μονιμότερη εγκατάστασή τους. Όμως όσοι υποστηρίζουν, μονόπλευρα και αποκλειστικά, ότι οι σλαβικές εγκαταστάσεις γίνονταν ειρηνικά και μάλιστα ευνοήθηκαν εξαρχής απ’ το κράτος, βρίσκονται μακριά απ’ την ιστορική αλήθεια. Οι μακροί αγώνες που προηγήθηκαν των εποικισμών, η ηρωική άμυνα της Θεσσαλονίκης, τα σαφή δείγματα των καταστροφών, των δηώσεων και των ανατροπών μαρτυρούν εύγλωττα για το αντίθετο.

Εναντίον των σλαβικών φύλων της Μακεδονίας, εξεστράτευσε για πρώτη φορά ο Κώνστας Β΄, το 656-657: «επεστράτευσεν πολλούς και υπέταξεν», εγκαινιάζοντας έτσι την πολιτική της επέμβασης του βυζαντινού κράτους στις σκλαβηνίες, που θα συνεχιστεί τα κατοπινά χρόνια. Όμως η πολιτική της βυζαντινής αυτοκρατορίας απέναντι στους Σλάβους ενεργοποιείται σημαντικά μετά το 681. Μετά την εμφάνιση της βουλγαρικής απειλής, το κράτος απέβλεψε στην αφομοίωση του ξένου στοιχείου, κυρίως με ανταλλαγές πληθυσμών, με παραχωρήσεις κλήρου έναντι στρατιωτικών υπηρεσιών, αλλά και με βίαια μέτρα, όταν παρουσιαζόταν ανάγκη.

Η εκστρατεία που έκανε ο Κωνσταντίνος Δ΄ εναντίον των Στρυμονιτών και των Ρυγχίνων, προκλήθηκε απ’ το γεγονός ότι αυτοί διενεργούσαν πειρατείες έξω απ’ τον Ελλήσποντο, ζωτική εμπορική και στρατηγική περιοχή της αυτοκρατορίας. Αυτή η εκστρατεία στάθηκε δυνατή, γιατί μόλις είχε λήξει ένας επτάχρονος πόλεμος των Βυζαντινών με τους Άραβες, στα πρόθυρα της πρωτεύουσας. Αργότερα θα γίνουν κι άλλες αυτοκρατορικές εκστρατείες εναντίον των Σκλαβηνιτών της Μακεδονίας, καθώς παίρνονται και διάφορα μέτρα με στόχους την αριθμητική μείωση του σλαβικού στοιχείου και την αύξηση του ελληνικού. Αυτή η συνεχής στροφή της προσοχής του Βυζαντίου προς τη Βαλκανική και ειδικότερα προς τη Μακεδονία, οφειλόταν όχι τόσο σε κάποιες κατά διαστήματα εξεγέρσεις της μιας ή της άλλης σκλαβηνίας -άλλες φορές το κέντρο δεν επενέβαινε ούτε όταν οι Σλάβοι χτυπούσαν τη Θεσσαλονίκη- όσο στο νέο παράγοντα, που ήταν η γειτνίαση των Βουλγάρων.

Λίγα χρόνια μετά τον Κωνσταντίνο Δ΄, εξεστράτευσε εναντίον των σκλαβηνιών της Μακεδονίας ο Ιουστινιανός Β΄ το 688, αφού προηγουμένως απώθησε τους Βουλγάρους στη Θράκη. Ήδη το 687/88 μετέφερε δυνάμεις ιππικού απ’ τη Μικρά Ασία στη Θράκη, με σκοπό, όπως λέει ο Θεοφάνης «τους τε Βουλγάρους και τας Σκλαυϊνίας αιχμαλωτίσαι». Επικεφαλής του στρατού αυτού, άρχισε το έτος 688/89 μεγάλη εκστρατεία εναντίον των Σλάβων. Μετά τη σύγκρουση με τους Βουλγάρους κινήθηκε προς τη Θεσσαλονίκη «πολλά πλήθη των Σκλάβων …παραλαβών».

Η πορεία της εκστρατείας αυτής διαφωτίζει στο έπακρο την κατάσταση που επικρατούσε τότε στα Βαλκάνια. Για να φθάσει δηλαδή ο αυτοκράτορας απ’ την Κωνσταντινούπολη στη Θεσσαλονίκη χρειάστηκε να συγκροτήσει ένα στρατό ειδικά για το σκοπό αυτό και να διασχίσει μια περιοχή όπου υπήρχαν αρκετοί Σλάβοι. Η προέλασή του στη Θεσσαλονίκη θεωρήθηκε μεγάλη πολεμική επιτυχία. Αντίσταση συνάντησε εκ μέρους ορισμένων Σκλαβηνιών μεταξύ Έβρου και Στρυμόνα, ενώ άλλες παραδόθηκαν ειρηνικά στον αυτοκράτορα. Κατά την παραμονή του στη Θεσσαλονίκη ο Ιουστινιανός Β΄ δώρισε μια αλυκή στο ναό του Αγίου Δημητρίου. Οι αιχμάλωτοι και μερικοί απ’ εκείνους τους Σλάβους, που συνθηκολόγησαν, μεταφέρθηκαν στο θέμα Οψικίου, στη Βιθυνία, με την ιδιότητα των γεωργών – στρατιωτών. Ο Ιουστινιανός έδειξε εύνοια στους Σλάβους αυτούς κι αποκάλεσε μάλιστα το στρατιωτικό σώμα που σχημάτισε απ’ αυτούς «λαόν περιούσιον». Η μεταφορά Σλαβικών πληθυσμών της Βαλκανικής στη Μικρά Ασία απέβλεπε στην ελάττωση του σλαβικού στοιχείου της Μακεδονίας, Θράκης και των ομόρων περιοχών, και ταυτόχρονα στην ενίσχυση του αγροτικού πληθυσμού του μικρασιατικού χώρου. Το κράτος καινοτόμησε στον τρόπο που οργάνωσε το μετοικισμό. Επέτρεψε να διατηρήσουν οι έποικοι την εθνική ομοιογένεια, για να μην αισθάνονται ξένοι στο νέο κοινωνικό και θρησκευτικό τους περιβάλλον, αλλά διασκόρπισε τις εγκαταστάσεις τους σε μεγάλη έκταση για ν’ αποτρέψει τις δυνατότητες συντονισμένης επαναστατικής εξέγερσης εκ μέρους τους.

Στα πλαίσια της προσπάθειας για την ένταξη των Σλάβων στην πολιτική ζωή του Βυζαντίου, ο Ιουστινιανός Β΄ εμπιστεύθηκε σε Σλάβους τις κλεισούρες του Στρυμόνα για να τις προστατεύουν εναντίον των Βουλγάρων. Πρόκειται για τους Σμολένους ή Σμολεάνους, που ως τότε κατοικούσαν ανατολικά απ’ το Νέστο. Το γεγονός αυτό αποτελεί ένδειξη ότι οι Σλάβοι της Μακεδονίας είδαν τους Βουλγάρους ως εχθρούς. Έτσι δέχονται ν’ αναλάβουν απ’ τη βυζαντινή διοίκηση αποστολές συναφείς με την άμυνα της Μακεδονίας εναντίον των Βουλγάρων.

Στους επόμενους χρόνους η βυζαντινή εξουσία δεν ανέχθηκε από μέρους των Σλάβων επαναστατικές κινήσεις. Αντιμετώπιζε τέτοιου είδους κινήματα στέλνοντας στρατιωτικά σώματα για την καταστολή τους (Κωνσταντίνος Ε΄- 759, λογοθέτης του οξέως δρόμου Σταυράκιος – 782-83). Οι Σλάβοι της Μακεδονίας και της Πελοποννήσου, και στις δύο περιπτώσεις νικήθηκαν και υποχρεώθηκαν να καταβάλλουν νέο ετήσιο φόρο.

Νέα φάση εποικιστικής πολιτικής εγκαινιάζεται στις αρχές του 9ου αιώνα απ’ τον αυτοκράτορα Νικηφόρο Α΄ και φαίνεται ότι συνδέεται με την ανανέωση των βουλγαρικών επιθέσεων. Αναφέρεται, πράγματι ότι ο αυτοκράτωρ διέταξε να μεταφερθούν στις σκλαβηνίες του βυζαντινού κράτους βυζαντινοί υπήκοοι απ’ όλα τα θέματα. Η διαταγή, (που ο ιστορικός Θεοφάνης εντάσσει στις λεγόμενες «κακώσεις» του Νικηφόρου Α΄, δηλαδή σε διάφορα δραστικά και γι’ αυτό επαχθή εποικιστικά, οικονομικά και δημοσιονομικά μέτρα που απέβλεπαν στην εξυγίανση της αυτοκρατορικής οικονομίας), όριζε μικρή προθεσμία, από τον Σεπτέμβριο του 809 ως το Πάσχα του 810, και επέβαλλε την αναγκαστική εκποίηση της ακίνητης περιουσίας εκείνων που ήταν υποχρεωμένοι να μεταναστεύσουν. Η διαταγή εκτελέστηκε, παρά τους κλαυθμούς και οδυρμούς των θιγομένων. Στις σκλαβηνίες, όπου εγκαταστάθηκαν οι έποικοι, έλαβαν γαίες με αντάλλαγμα την παροχή στρατιωτικής υπηρεσίας. Σοβαρές ενδείξεις πείθουν ότι το μέτρο αυτό αφορούσε κυρίως το μακεδονικό και θρακικό χώρο και απέβλεπε στην πύκνωση του χριστιανικού πληθυσμού της περιοχής, με στόχο την αποτελεσματική ενίσχυση της άμυνας εναντίον των Βουλγάρων. Πράγματι, λίγο αργότερα, κατά την τρίτη δεκαετία του 9ου αιώνα και οπωσδήποτε πριν απ’ το 836, μαρτυρείται η ύπαρξη θέματος Θεσσαλονίκης. Το γεγονός είναι χαρακτηριστικό της προόδου της αφομοίωσης των σλαβικών φύλων στη Μακεδονία. Η ίδρυση του θέματος προϋποθέτει εσωτερική γαλήνη και ειρήνευση. Πράγματι, η προσοχή του θεματικού στρατού αναμένεται ότι θα είναι αποκλειστικά στραμμένη στους εξωτερικούς εχθρούς, απερίσπαστη από εσωτερικές ταραχές ανυπότακτων στοιχείων. Οι στρατιώτες του θέματος που είχαν λάβει κλήρο απ’ τον αυτοκράτορα ως αντάλλαγμα των υπηρεσιών τους, θα ήταν ασφαλώς αυτοί που εποικίστηκαν απ’ τον Νικηφόρο Α΄ στις μακεδονικές σκλαβηνίες. Όμως, σύμφωνα με τις Βυζαντινές συνήθειες, είναι σχεδόν βέβαιο ότι χρησιμοποιήθηκαν και νομιμόφρονες Σλάβοι.

Ο P. Lemerle δίνει, εδώ ακριβώς, τη μεγαλύτερη προσοχή του, σ’ αυτή την άλλη όψη της αντίστασης του Βυζαντίου που λαμβάνει χώρα πίσω απ’ τα σύνορά του και στο εσωτερικό των εδαφών του: την οργάνωση των θεμάτων για την αντιμετώπιση δύσκολων ή επικίνδυνων καταστάσεων. Αυτή η βαθιά μεταρρύθμιση στην επαρχιακή διοίκηση δεν έγινε την ίδια χρονική στιγμή σ’ όλες τις περιοχές της αυτοκρατορίας. Ακολούθησε μια πορεία ανάλογη με την εμφάνιση του κινδύνου. Και μπορεί να πει κανείς ότι η δημιουργία των θεμάτων της Βαλκανικής σημειώνει σημαντικά βήματα προς τον «επανελληνισμό» της Χερσονήσου.

Το πρώτο θέμα που δημιουργείται στην Ευρώπη είναι το θέμα της Θράκης. Ο Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος, αφού πρώτα αναφέρεται στην εποχή κατά την οποία δεν είχε δημιουργηθεί ακόμη, συνεχίζει γράφοντας:

«Αλλά, αφού ο απαίσιος λαός των Βουλγάρων έφτασε και εγκαταστάθηκε στο Δούναβη, ο βασιλιάς εγκατέστησε σ’ αυτή την περιοχή θέμα με στρατηγό λόγω των επιδρομών των Σκυθών και των Βουλγάρων».

Το θέμα της Θράκης, του οποίου μια πρώτη αναφορά βρίσκεται σ’ ένα γράμμα του Ιουστινιανού Β΄ της 17ης Φεβρουαρίου 687, δημιουργήθηκε στα τελευταία χρόνια της βασιλείας του Κωνσταντίνου ΙV Πωγωνάτου, ανάμεσα στο 680 – 685 και η δημιουργία του ανταποκρινόταν στο βουλγαρικό κίνδυνο.

Στο Σλαβικό κίνδυνο ανταποκρίθηκε, λίγο αργότερα, η δημιουργία απ’ τον Ιουστινιανό Β΄ του θέματος της Ελλάδος (πριν το 695). Είναι αλήθεια πως δεν ξέρουμε ποια ήταν τα όρια του θέματος Θράκης προς Δυσμάς, ούτε τα όρια του θέματος της Ελλάδος προς Βορρά.

Για την μεταβατική εποχή του 7ου – 8ου αιώνα δεν μπορεί να ορίσει κανείς με ακρίβεια τα όρια της αρμοδιότητας της αρχαίας praefectura του Ιλλυρικού (Praefectura per Illyricum). Αυτό που είναι σχεδόν σίγουρο, είναι ότι η ύπαρξή της ως διοικητικής ενότητας ήταν απλά θεωρητική, και με την εξαίρεση της Θεσσαλονίκης και ίσως μιας στενής λωρίδας απ’ την ακτή της, η υπόλοιπη περιοχή στερούνταν σταθερής διοίκησης. Η προοδευτική επαναφορά της περιοχής σ’ ένα σταθερό διοικητικό καθεστώς θα σημειωθεί με τη δημιουργία καινούριων θεμάτων που θα καλύψουν σιγά-σιγά το έδαφος του παλιού Ιλλυρικού. (Θέμα της Μακεδονίας -πιθανόν ανάμεσα στο 789-802, θέμα της Θεσσαλονίκης – αρχές 9ου αιώνα, Θέμα Στρυμόνα – αρχές 9ου αιώνα, τούρμα και μετέπειτα θέμα Βολερού). Με τη δημιουργία τους μια καινούρια περίοδος αρχίζει στην ιστορία των Βαλκανίων.

Μπορεί συνεπώς να λεχθεί ότι απ’ τις αρχές του 9ου αιώνα είχε σχεδόν πραγματοποιηθεί η στρατιωτικοπολιτική και διοικητική ένταξη στα πλαίσια της αυτοκρατορίας των αποδυναμωμένων πια σλαβικών πληθυσμών της Μακεδονίας και επιπλέον, ότι είχαν τεθεί, χάρη στα δημογραφικά μέτρα που ενίσχυσαν το ελληνοβυζαντινό στοιχείο τα θεμέλια της πολιτιστικής αφομοίωσης των Σλάβων: η τελευταία θα ολοκληρωθεί σχεδόν πριν απ’ το τέλος του 9ου αιώνα χάρη στον εξελληνισμό (την επικράτηση δηλαδή της ελληνικής γλώσσας) και χάρη στον εκχριστιανισμό όλου του σλαβικού στοιχείου της αυτοκρατορίας κι όχι μόνον των αρχόντων τους, που νωρίς είχαν υιοθετήσει τη γλώσσα, την ενδυμασία, τους τρόπους ζωής, και όπως μας δείχνει η επίκληση προς το Θεό ή τη Θεοτόκο πολλών μολυβδοβούλλων τους, τη θρησκεία των Βυζαντινών. Είναι φανερό ότι η σύσταση επισκοπών στα κέντρα των σλαβικών εγκαταστάσεων (π.χ. επισκοπή Σμολένων το 864), δηλώνει την ευρεία διάδοση του Χριστιανισμού μεταξύ των Σλάβων: η εκκλησιαστική οργάνωση συνδυασμένη με τη θεματική οργάνωση του συνόλου της περιοχής που απ’ τα ανατολικά της Θεσσαλονίκης εκτείνεται ως τον Έβρο, αποτελούν αδιάψευστη απόδειξη της ολοκληρωτικής ένταξης των σλαβογενών πληθυσμών στο Βυζάντιο, παρά τις σποραδικές τάσεις για ανταρσία που ποτέ δεν έπαψαν να εκδηλώνουν τα ατίθασα αυτά φύλα προς κάθε οργανωμένη αρχή.

Είναι αυτονόητο, ότι η ένταξη των Σλάβων στη βυζαντινή κοινωνία (η οποία ακολούθησε την αφομοίωσή τους μέσω της διασπάσεως και της τεχνητής αραιώσεως των σλαβικών φυλετικών ομάδων, μέσω της πνευματικής επιδράσεως της εκκλησίας και μέσω της πολιτικοστρατιωτικής και διοικητικής τους απορρόφησης στο κρατικό μηχανισμό – «η κολυμβήθρα του θείου βαπτίσματος τους Σλάβους τω χριστεπώνυμω λαώ συνεμόρφωσε»), αν και συνάντησε κάποιες δυσκολίες λόγω των επαναστατικών τους κινημάτων, επιτεύχθηκε πλήρως και για το λόγο ότι η αντίδραση αυτή ήταν αδύναμη και σποραδική: τους Σλάβους της Ελλάδας χαρακτήριζε πλήρης έλλειψη και των στοιχειωδών ακόμη προϋποθέσεων για τη δημιουργία εθνικής και πολιτικής ενότητας και επομένως οργανωμένης αντιδράσεως κατά της βυζαντινής πολιτικής και του προηγμένου τοπικού στοιχείου. Την εργασία της αφομοίωσης και του εκβυζαντινισμού, που επιτελέστηκε, αναφέρει χωρίο των Τακτικών του Λέοντα ΣΤ΄ του Σοφού:

«Τοιαύτα δε (τα σλαβικά φύλα)», λέει ο συγγραφέας, «ο ημέτερος εν θεία τη λήξει γενόμενος πατήρ και αυτοκράτωρ Βασίλειος των αρχαίων ηθών έπεισε μεταστήναι και γραικώσας και άρχουσι κατά τον ρωμαϊκόν τύπον υποτάξας και βαπτίσματι τιμήσας, της τε δουλείας ηλευθέρωσε των εαυτών αρχόντων και στρατεύεσθαι κατά των Ρωμαίοις πολεμούντων εθνών εξεπαίσευσεν, ούτω πως επιμελώς περί τα τοιαύτα διακείμενος».

Με την ένταξη των Σλάβων στη βυζαντινή κοινωνία, δημιουργήθηκαν συνθήκες ειρήνης και ευμάρειας για την περιοχή της Μακεδονίας, απ’ τις οποίες επωφελήθηκε, κατά κύριο λόγο, η Θεσσαλονίκη. Η μακεδονική μεγαλούπολη γνωρίζει, έτσι, μια νέα περίοδο ακμής, που αρχίζει απ’ τα μέσα του 9ου αιώνα και συνεχίζεται αδιάλειπτα, σχεδόν, μέχρι τη φραγκική κατάκτηση.

Στο ζήτημα της αφομοίωσης και του εκβυζαντινισμού των Σλάβων, μεγάλο χώρο καταλαμβάνει η εξέταση των γλωσσικών καταλοίπων των Σλάβων στην Ελλάδα, που ήδη απ’ το 19ο αιώνα τα χρησιμοποίησε ο Fallmerayer για να αποδείξει τον πλήρη «εκσλαβισμό» του ελληνικού χώρου.

Τις γλωσσικές επιδράσεις των Σλάβων διακρίνουμε σε τρεις κατηγορίες: α)στη γραφομένη λόγια ελληνική γλώσσα, β) στη λεξιλογική επίδραση επί της ομιλουμένης ελληνικής και γ) στα τοπωνύμια. Όσον αφορά στην πρώτη κατηγορία, ο Fallmerayer είχε υποστηρίξει ότι η απώλεια και η ανάλυση του απαρεμφάτου οφείλονταν στην επίδραση των σλαβικών γλωσσών, ενώ άλλοι ερευνητές, ο Miklosich και ο W. Meyer απέδωσαν το φαινόμενο, ο πρώτος σε αλβανική και ο δεύτερος σε ιλλυρική επιρροή. Οι παλιές αυτές πλάνες ανατράπηκαν με τη δημοσίευση εργασιών, όπως της πραγματείας του D. Hesseling. Αποδείχτηκε έτσι, ότι «η απώλεια του απαρεμφάτου στην ελληνική εξηγείται δια των γλωσσικών φαινομένων, τα οποία μας αποκαλύπτει η μελέτη της γλώσσας αυτής καθ’ εαυτήν» και ότι «το φαινόμενο της αποβολής του απαρεμφάτου έχει τις ρίζες του στη γλώσσα των πρωτοχριστιανικών χρόνων κι ότι επομένως λανθασμένα αποδίδεται σε σλαβική επίδραση».

Όμως μεγαλύτερη προσοχή αξίζουν τα σλαβικά δάνεια της νεότερης ελληνικής, δάνεια αποκλειστικά λεξιλογικά. Ο χαρακτηρισμός αυτός είναι σημαντικός, γιατί ο απλός δανεισμός μερικών λέξεων που διαμορφώνονται στα φωνητικά και γραμματικά πλαίσια της γλώσσας, είναι αναπόφευκτος σε λαούς που άσκησαν πνευματική επιρροή και ήρθαν σε επικοινωνία με αλλόγλωσσες εθνικές ομάδες.

Η κατά κατηγορίες ταξινόμηση των λεξιλογικών δανείων, κατά τον Meyer, δείχνει ότι οι σλαβικές λέξεις που εισαχθήκανε στη νέα ελληνική αναφέρονται στο μεγαλύτερο μέρος τους στον καθημερινό βίο αγροτικών και ποιμενικών πληθυσμών. Σπάνια, επίθετα δηλώνουν ψυχικές ιδιότητες του ανθρώπου και καμιά σλαβική λέξη δεν δηλώνει αφηρημένες έννοιες. Η παρατήρηση αυτή είναι ενδεικτική της πνευματικής στάθμης των σλαβικών πληθυσμών και του βαθμού της επίδρασής τους. Αν, απ’ την άλλη μεριά, κατανείμουμε τα σλαβικά λεξιλογικά δάνεια κατά γεωγραφικές ενότητες, θα έχουμε, κατά τον G. Meyer πάντα, την ακόλουθη στατιστική εικόνα: Ήπειρος 95, Θεσσαλία 36, Μακεδονία 43, Θράκη 31, Στερεά, Πελοπόννησος και νησιά 31. Αυτή η κατανομή οδηγεί σε σπουδαία μεθοδολογικά και ιστορικά συμπεράσματα. Θα ήταν φυσικό να περιμένουμε περισσότερες γλωσσικές επιδράσεις σε ορισμένες περιοχές της Μακεδονίας και στη Θράκη, κυρίως στη Ροδόπη. Αντίθετα, το μεγαλύτερο μέρος των λεξιλογικών δανείων εντοπίζεται στην Ήπειρο, όπου, κατά τους πρώιμους τουλάχιστον χρόνους, οι σλαβικές εγκαταστάσεις δεν ήταν πυκνές. Όπως σωστά παρατήρησε ο Gaster πολλές σλαβικές λέξεις μεταδόθηκαν στη νέα ελληνική έμμεσα μέσω τρίτων, μη σλαβικών φορέων, όπως οι Αλβανοί και οι Βλάχοι. Επομένως η στιγμή κατά την οποία κάθε δανεισμένη λέξη μπήκε στην ελληνική γλώσσα, είναι ανάγκη να καθορίζεται είτε μέσα απ’ τα ελάχιστα γραπτά μνημεία που έχουν σωθεί, είτε με τη φωνητική μελέτη των λέξεων και τη βοήθεια της συγκριτικής γλωσσολογίας. Δηλαδή για να εκτιμηθούν σωστά τα γλωσσικά κατάλοιπα των Σλάβων πρέπει το γλωσσικό υλικό να γίνει πλήρως γνωστό και να εξεταστεί συγκριτικά προς τις άλλες, σλαβικές και μη γλώσσες της Χερσονήσου του Αίμου. Πάντως, κατά τον Vasmer, «αντίθετα προς τις δοξασίες του Fallmerayer, η νεοελληνική γλώσσα ελάχιστα υπέστη την σλαβική επίδραση».

Την τρίτη κατηγορία γλωσσικών καταλοίπων, τα τοπωνύμια, χρησιμοποίησε κυρίως ο Fallmerayer για να στηρίξει τη θεωρία του περί διασπάσεως της ελληνικής παραδόσεως. Όμως αν εξετάσουμε το Βόρειο τμήμα της Βαλκανικής, το οποίο αποτέλεσε τον κατεξοχήν χώρο δράσεως των σλαβικών φύλων, θα παρατηρήσουμε ότι τα φύλα αυτά, ιδίως όσον αφορά στα προσλαβικά αστικά κέντρα, επέδειξαν πρωτοφανή δυσχέρεια στη γεωγραφική μετονομασία τους. Γι’ αυτό, σειρά ολόκληρη μεγάλων αστικών κέντρων φέρει ακόμη και σήμερα παλαιά ελληνικά, ρωμαϊκά, Θρακοϊλλυρικά ή και κελτικά ονόματα (π.χ. Ναϊσσός – Nisch, Αυγούσται – Οgost, Βονωνία – Vidin, Ulpiana – Lipljan, Dorostolum – Δορόστολον, Δρίστρα – Silistria, κ.τ.λ.).

Όσον αφορά τις νοτιότερες ελληνικές περιοχές, το θέμα των τοπωνυμιακών καταλοίπων είναι περισσότερο πολύπλοκο. Εδώ πρέπει να γίνει διάκριση των σλαβικών τοπωνυμίων σε δύο κατηγορίες: στα τοπωνύμια, των οποίων φορείς ήταν οι Σλάβοι έποικοι, «τα οποία αυτοί επέβαλλαν και τα οποία, μόνα αντιπροσωπεύουν την πραγματικήν, την ιστορικώς απηκριβωμένην και ουσιαστικήν επίδρασιν του σλαβικού στοιχείου εις την ονοματολογίαν της ελληνικής χώρας» (π.χ. Αράχωβα, Ζαγορά, Χελμός, Νεζερός κ.τ.λ.), και τα τοπωνύμια, τα οποία αποτελούν δευτερογενείς σχηματισμούς και δεν έχουν καμιά σχέση με το αρχικό εποικιστικό στοιχείο. Αυτά πλάσθηκαν απ’ τους Έλληνες σύμφωνα με τους φωνητικούς και μορφολογικούς κανόνες της ελληνικής γλώσσας (π.χ. Βάλιος, Ασπρόβαλτος, Μεσολόγγι, Παραλογγοί, Στάνη, Παλιοστάνη κ.τ.λ.). Αυτά τα τελευταία, μολονότι, προέρχονται από λέξεις σλαβικής προελεύσεως, δεν έχουν καμιά αποδεικτική σημασία, και καταχρηστικά και αντεπιστημονικά χαρακτηρίζονται σα σλαβικές.

Ο ιστορικός πρέπει να κάνει πολύ προσεκτική χρήση των στατιστικών δεδομένων προκειμένου να προβεί στη διατύπωση γενικότερων συμπερασμάτων, γιατί οι απόλυτες στατιστικές παρατηρήσεις παρουσιάζουν μονομέρεια και απλοϊκή ενατένιση των προβλημάτων με κίνδυνο παρερμηνείας των ιστορικών φαινομένων. Η στατιστική στην ιστορία τότε μόνο μπορεί να δώσει σαφείς εικόνες και να ερμηνεύσει ικανοποιητικά ιστορικές καταστάσεις, όταν λαμβάνονται ανά πάσαν στιγμήν υπ’ όψιν οι ιδιότητες του εξεταζομένου αντικειμένου. Πιο συγκεκριμένα, ο ιστορικός που εξετάζει από στατιστική άποψη το τοπωνυμικό υλικό, οφείλει πριν προβεί στη διατύπωση γενικότερων σκέψεων, να εξετάσει: α)αν το υλικό αυτό κατανέμεται κατά προτίμηση στις ορεινές, στις πεδινές ή στις παράλιες περιοχές. β) την σπουδαιότητα των συνοικισμών που δηλώνονται με τα ξενικά ονόματα, κι αυτό όχι μόνο στη βάση των σημερινών δεδομένων, αλλά ιστορικά, γιατί συνοικισμοί, οι οποίοι κατά τον Μεσαίωνα ήταν ασήμαντοι, εξελίχθηκαν συν τω χρόνω, σε αστικά κέντρα, και γ) εάν τα ξενικά ονόματα δόθηκαν απ’ τους εποίκους σε τόπους ακατοίκητους πριν, ή αντίθετα εξετόπισαν παλιότερα ελληνικά ονόματα.

Έχοντας κατά νου όλες τις παραπάνω επιφυλάξεις για τις στατιστικές μεθόδους και μετά από βαθιά μελέτη του τοπωνυμιακού υλικού, μπορεί κανείς να πεισθεί ότι οι συνοικισμοί της Ν. Ελλάδας, που δηλώνονται με σλαβικά ονόματα ήταν κατά κανόνα και εξακολουθούν να είναι ασήμαντοι αγροτικοί και ποιμενικοί σταθμοί. Υπάρχουν βέβαια ελάχιστες εξαιρέσεις σ’ αυτόν τον κανόνα: τα Βοδενά, η Βοστίτσα, τα Γρεβενά, το Ζητούνι (Λαμία). Επιπροσθέτως, ο Vasmer υποστηρίζει, με βάση στατιστικά δεδομένα, ότι η ανατολική Ελλάδα, υπέστη μικρότερη σλαβική επίδραση απ’ τη δυτική. Στην Πελοπόννησο η Κόρινθος και ιδιαίτερα η Αργολίδα πλήγησαν ελάχιστα απ’ τις σλαβικές επιδρομές, στην Στερεά Ελλάδα η Αττική και η Βοιωτία. Όπου οι ακτές ήταν προσφορότερες για απόβαση, όπως στην Ανατ. Θεσσαλία, εκεί κατά πάσα πιθανότητα, οι Σλάβοι απωθήθηκαν ευκολότερα. Επίσης διέμειναν περισσότερο στους απομακρυσμένους απ’ τη θάλασσα ορεινούς όγκους, εφ’ όσον κατόρθωσαν να εισχωρήσουν σ’ αυτές τις περιοχές. Σ’ αυτό το γεγονός οφείλεται η ασθενής σλαβική επίδραση στην ονοματολογία της Εύβοιας, της Μαγνησίας, της Λάρισας, η οποία εξαίρεται ιδιαίτερα συγκρινόμενη με την ονοματολογία των Τρικάλων – Καρδίτσας, καθώς και τα πολλά σλαβικά ονόματα της Αρκαδίας και του Ταϋγέτου.

Το πρόβλημα των σλαβικών γλωσσικών καταλοίπων συνδέεται και εγείρει ένα άλλο πρόβλημα: το ποιοί ήταν οι Σλάβοι που κατέβηκαν στην Ελλάδα και σε ποια απ’ τις μεγαλύτερες σλαβικές ομάδες ανήκαν. Για τα σλαβικά φύλα που εγκαταστάθηκαν στις ελληνικές χώρες, γνωρίζουμε δυστυχώς μόνο μερικά σποραδικά ονόματα. Έτσι δεν μπορούμε, μέσα απ’ αυτά, να οδηγηθούμε σε γενικότερα συμπεράσματα όσον αφορά στην ένταξη των σλαβικών αυτών φύλων σε κάποιο μεγαλύτερο κλάδο της σλαβικής οικογένειας. Τα ονόματα αυτά είναι ελληνικής ή άγνωστης, μη σλαβικής πάντως, προελεύσεως (Στρυμονίται, Ρήχιοι, Σαγουδάτοι) ή συνδέονται με λέξεις που αναφέρονται στο φυσικό περιβάλλον (Εζερίται απ’ το ezero λίμνη), και σε φαινόμενα κοινωνικά (Δρογουβίται απ’ το drugavati), ή τέλος είναι αμφισβητούμενης ετυμολογίας και καταγωγής.

Λόγω της έλλειψης συγκεκριμένων ιστορικών τεκμηρίων ή αρχαιολογικών ευρημάτων, μόνο η φωνητική και μορφολογική έρευνα των τοπωνυμίων που διασώθηκαν, είναι δυνατόν να συμβάλλει στην επίλυση των προβλημάτων. Σύμφωνα μ’ αυτή, οι Σλάβοι που εγκαταστάθηκαν στις ελληνικές περιοχές υπάγονται στη νότια ομάδα που περιλαμβάνει τους Σλοβένους, τους Κροάτες, τους Σέρβους και τους εκσλαβισθέντες γλωσσικά Βουλγάρους. Σε αντίθεση με την παλιότερη θεωρία του Kopitar, που δεχόταν ότι οι πρώιμοι Σλάβοι που κατέβηκαν προς τον Δούναβη αποτελούσαν αρχικά ενιαία φυλετικά ομάδα που διασπάστηκε εκ των υστέρων, η νεότερη φιλολογική σχολή υποστηρίζει ότι τα σλαβικά αυτά φύλα έφεραν εξ αρχής τα στοιχεία της διαφοροποίησης. Έτσι, πολύ νωρίς, στην οικογένεια των Νοτίων Σλάβων διαμορφώθηκαν τρεις κλάδοι που τους χαρακτήριζε γλωσσική ιδιορρυθμία: οι Σλοβένοι, οι ΣερβοΚροάτες και οι Σλάβοι του Αίμου, που είναι γνωστοί με το άσχετο προς τη Σλαβική οικογένεια όνομα των Βουλγάρων.

Ο έβδομος βυζαντινός αιώνας υπήρξε αιώνας μεγάλων αλλαγών, μεταρρυθμίσεων και αγώνων. Πανίσχυρες αυτοκρατορίες εξαφανίζονται (Περσία) ή παύουν ν’ απειλούν το Βυζάντιο (Αβαρική Αυτοκρατορία). Όμως νέοι κίνδυνοι εμφανίζονται. Νέες εθνότητες, νέοι λαοί (Σλάβοι) απειλούν τώρα το Βυζάντιο. Κατορθώνοντας την αφομοίωση και τον εκβυζαντινισμό τους, το Βυζάντιο ανανεώνεται σημαντικά και βγαίνει μέσα απ’ τις προσπάθειές του ενδυναμωμένο.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι Σλάβοι έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην ανανέωση του βυζαντινού κράτους, κατά τον έβδομο αιώνα. Η συμβολή τους όμως δεν συνίσταται στην ειρηνική τους διείσδυση και στην εισαγωγή εκ μέρους τους μιας δήθεν ειδικής σλαβικής κοινοτικής οργανώσεως στο Βυζάντιο, όπως πολλές φορές υποστηρίχθηκε με βάση μια σειρά από λαθεμένα συμπεράσματα, αλλά στην ανανέωση της αποδυναμωμένης αυτοκρατορίας με νέες δυνάμεις, αφού οι έποικοι «στρατιώτες» και οι ανεξάρτητοι γεωργοί των βυζαντινών θεμάτων περιλαμβάνουν τώρα και Σλάβους. Ο Lemerle τονίζει τη σημασία της δημογραφικής ζυμώσεως (bouleversement demographique), η οποία άρχισε στο Βυζάντιο τον 7ο αιώνα με την εμφάνιση των Σλάβων. Κι αυτή η δημογραφική ζύμωση και στη συνέχεια η πλήρης ένταξη των Σλάβων της Ελλάδας στο διοικητικό, πολιτικό και πολιτιστικό πλαίσιο της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, αποδεικνύουν, με τον καλύτερο τρόπο, τον δυναμισμό της λειτουργίας της, αλλά και της πολιτιστική της ανωτερότητα.

Για τη νεότερη ιστορική έρευνα και επιστήμη, η οποία προ πολλού υπερέβη τα όρια της στενής ερμηνείας των κειμένων με τη βοήθεια άλλων επιστημών (στην προκειμένη περίπτωση, της Εθνολογίας και της Ανθρωπολογίας), το «Σλαβικό ζήτημα» δεν υφίσταται πλέον. Η Ελλάδα υπέστη επανειλημμένα επιδρομές και δηώσεις από επήλυδες λαούς, γι’ αυτό είναι βέβαιο ότι λείψανά τους (στην προκειμένη περίπτωση γλωσσικά και κυρίως λεξιλογικά) συνεχίζουν να υπάρχουν, καθώς και, λόγω της επιμιξίας, ελαφρές κρανιολογικές αλλοιώσεις. Όμως η εθνική υπόσταση των λαών δεν έγκειται στις κρανιολογικές μετρήσεις αλλά στην ενότητα της συνειδήσεως. Άλλωστε, ο βαθμός της αγνότητας μιας ανθρώπινης φυλής είναι, κατά πρώτιστο λόγο, απόρροια της γεωγραφικής της απομόνωσης, γεγονός το οποίο δεν προσιδιάζει στην πολυκύμαντη ελληνική ιστορία. Η βαθμιαία μετατροπή των ανθρωπολογικών φυλών σε εθνικές ομάδες, δηλαδή σε λαούς και έθνη, σημαίνει ότι η φυσική ενότητα της ανθρωπότητας, εάν ποτέ υπήρξε, αντικαθίσταται απ’ την ψυχική και πνευματική ενότητα μεταξύ των λαών.

Στους ψυχικούς και πνευματικούς αυτούς παράγοντες στήριξε και το Βυζάντιο την εκπολιτιστική του δράση και την αφομοιωτική του δραστηριότητα έναντι των Σλάβων. Με την κοινή παιδεία και την κοινή πίστη παρασκεύασε τα πλαίσια για την επιρροή του, για την ακτινοβολία του ελληνικού του πολιτισμού.

«Μεταξύ δυο ηπείρων», λέει ο A. Rambaud, «η Κωνσταντινούπολη βρίσκεται σαν ζωντανός βλαστός ανάμεσα σε δυο κοτυληδόνες: αφομοιώνει, κατεργάζεται και μεταπλάσσει τα ετερόκλητα στοιχεία των επαρχιών της Ασίας και της Ευρώπης. Στους κόλπους της προσφεύγουν τυχοδιώκτες και από τη Δύση και απ’ Ανατολή. Σε μικρό χρονικό διάστημα τους μεταβάλλει σε Έλληνες: Λησμονούν τα βάρβαρα ιδιώματά τους και αποδέχονται τη γλώσσα του Βυζαντίου, οι ειδωλολατρικές τους προλήψεις υποχωρούν μπροστά στην Ορθοδοξία του. Το Βυζάντιο τους δέχεται άξεστους, βάρβαρους και τους αποδίδει στους δρόμους της τεράστιας αυτοκρατορίας του, εγγράμματους, σοφούς, θεολόγους, ικανούς διοικητές και εύστροφους κρατικούς λειτουργούς».

Σύμφωνα μ’ αυτό το πνεύμα, η σύγχρονη επιστημονική έρευνα λύνει το «Σλαβικό ζήτημα», βάσει της αφομοίωσης και του εκβυζαντινισμού των Σλάβων της Ελλάδας, συγκαταριθμώντας το γεγονός αυτό στα επιτεύγματα του Μεσαιωνικού Ελληνισμού.

της Αμαλίας Κ. Ηλιάδη

ΦΙΛΟΛΟΓΟΣ – ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ

Βιβλιογραφία:

1) Ν. Βέης, Εγκ. Λεξ. Ελευθερ. άρθρο περί Βυζαντινής αυτοκρατορίας, τ. 3ος, σελ.604, στήλη 6.

2) N. Jorga, Epoque et caracture de l’ etablissement des Slaves dans la Pιninsule des Balkans, Revue Historique du Sud – Est europιen, τ. 7(1930), σελ.17.

3) Προκόπιος, Ανέκδοτα, έκδ. Βόννης, Γ΄, σ. 108.

4) Μένανδρος ο Προτήκτωρ, Historici Graeci Minores II, σελ. 98,99.

5) Tafrali, Thessalonique des origines au XIV siucle, σελ. 98-99.

6) Schonfelder, Joannes von Ephesus, Kirchengeschichte, μτφρ. I.Schonfelder, Munchen 1862.

7) Payne Smith, Oxford, 1860.

8) W. J. von Douven και J. P. N. Land (Joannis Episcopi Ephesi Commentarii de beatis Orientatibus, Amsterdam 1889).

9) Charanis, Studies on the Demography of the Byzantine Empire, London 1972.

10) A. Bon, Le Pιloponnuse byzantin jusqu’ en 1204, Paris 1951.

11) Θεοφάνης (έκδ. de Boor) 347, 6, 348. 18.

12) Μichael Graebler, The Slavs in Byzantine Population Transfers of the Seventh and Eighth centuries. Etudes Balkaniques 11 (1975) 45, 50.

13) Αικ. Χριστοφιλοπούλου, Μακεδονία, 4.000 χρόνια, ό.π., σ. 257.

14) G. Ostrogorsky, Ιστορία (ελλην. μτφρ.) τ. 1ος σ. 262.

15) Μάρθα Γρηγορίου – Ιωαννίδου, Η εκστρατεία του Ιουστινιανού Β΄ κατά των Βουλγάρων και Σλάβων.

16) A. A. Vasiliev, An Edict of Justinian II. September 688, Speculum 18 (1943).

17) Henri Grιgoire, Un ιdit de l’empereur Justinien II, date de Septembre 688, Byzantion 12 (1944-1945) 119-124.

18) Στ. Κυριακίδου, Τρεις διαλέξεις (Α: Ιστορική τοιχογραφία της Εκκλησίας του Αγίου Δημητρίου), Θεσσαλονίκη 1953, 9 – 11 (Μακεδονική Λαϊκή Βιβλιοθήκη,13. Δημοσιεύματα της εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών).

19) A. A. Vasiliev, L’ entrιe triomphale de l’ empereur Justinien II a Thessalonique en 688, Orientalia Christiana Periodica XIII, nr, I-II, Roma 1947, 355-368 (Απόσπασμα απ’ τα Miscellanea Guiliaume de Jerphanion I).

20) P. Charanis, The Slavic Element in Byzantine Asia Minor, Byzantion 18 (1948) 70.

21) Πορφυρογέν., Περί Θεμάτων (έκδ. Α. Pertusi, Studi e testi, αρ. 160, Citta del Vaticano 1952), σ. 88-89.

22) Ahrweiler H., Μακεδονία 4.000 χρόνια, ό.π., σ. 274.

23) Στ. Κυριακίδου, Βυζαντιναί Μελέται II-V, 392 και 394/5.

24) F. Dvornik, La vie de Saint Grιgoire le Decapolite et les Slaves macidoniens au IXe siucle, Paris 1926, 36, 62, 63.

25) E. W. Brooks, Arabic Lists of the Byzantine Themes, Journall of Hellenic studies 21 (1901) 66-67.

26) Johannes Irmscher, Die Begrόndung des Themas Thrake, Studia Balkanica, 10, Sofia 1975, 101-103.

27) J. B. Bury, Imperial Administrative System in the Ninth Century, London 1911, 41 κ.ε. (The British Academy Supplemental Papers, I).

28) Κ. Αμάντου, Βολερόν, Ελληνικά 2 (1929) 124-126.- του ίδιου, Βόλος -Βολερόν, Ελληνικά 7 (1934) 267-270. Η λέξη σημαίνει ιχθυώδη τόπο.

29) Ιωάν. Καμενιάτης, (έκδ. Βόννης) 499.

30) V. Tapkova-Zaimova, Sur les rapports entre la population indigune des rιgions Balkaniques et les “barbares” au VIe-VIIe siucle, Byzantinobulgarica I (1962), σ.117 και υποσημ. 26.

31) Migne, Patrologia Graeca, τ. 107, στ. 909.

32) Fr. Miklosich, Die Slavischen Elemente im Neugriechischen, Sitzungs berichte der Phil-hist. Classe der Kais. Akademie der Wissenschaften, Βιέννη, 1870, σ. 534-535.

33) Portius S., Grammatica linguae grecae vulgaris, έκδ. W. Meyer, Paris 1889, σ. 185.

34) D. Hesseling, Essai historique sur l’infinitif grec, εν J. Psicharis, itudes de Philologie nio-grecque, Paris 1892, σ. 1-44.

35) G. Weigand, Die Wiedergabe der slavischen Laute in der Ortsnamen des Peloponnes, Balkan – Archiv, τ.4 (1928) σ.1 κ.ε.

36) Lampsides, Georges Chrysococcis, le Mιdecin et son oeuvre, Byzantinische Zeitschrift, τ.38 (1938), σ. 320-322.

37) Chr. Gerard, Les Bulgares de la Volga et les Slaves du Danube, Παρίσι 1939, σελ. 91.

38) H. Berr, En marge de l’ Histoire Universelle, Paris 1934, σ. 95-96.

39) Φ. Μαλιγκούδης, Οι Σλάβοι στη Μεσαιωνική Ελλάδα ό.π., σ. 101.

40) Αμάντου Κωνσταντίνου, Μακεδονικά. Συμβολή εις την μεσαιωνικήν ιστορίαν και εθνολογίαν της Μακεδονίας, Αθήναι 1920.

41) Αμάντου Κων., Σκλάβοι, Σκλαβησιάνοι και βάρβαροι.

42) Διομήδη Αλεξάνδρου Ν., Βυζαντιναί Μελέται Β΄. Αι Σλαβικαί επιδρομαί εις την Ελλάδα και η πολιτική του Βυζαντίου, Αθήναι 1946.

43) Ζακυθηνού Διονυσίου Α., Οι Σλάβοι εν Ελλάδι, Αθήναι 1945.

44) Θεοχαρίδου Γ. Ι., Ιστορία της Μακεδονίας κατά τους μέσους χρόνους (285-1354), Μακεδ. Βιβλιοθήκη 55, Δημοσιεύματα της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 1980.

45) Νυσταζοπούλου – Πελεκίδου Μαρία, Συμβολή εις την χρονολόγησιν των Αβαρικών και σλαβικών επιδρομών επί Μαυρικίου (582-602), εν Αθήναις 1970 (Εθνικόν Ίδρυμα Ερευνών, Κέντρον Βυζαντινών Ερευνών. Σύμμεικτα, τόμ. Β΄).

46) Χρυσανθοπούλου Επαμεινώνδα, Τα βιβλία θαυμάτων του Αγ. Δημητρίου, το Χρονικό της Μονεμβασιάς και αι σλαβικαί επιδρομαί εις την Ελλάδα. Ιστορική μονογραφία, Αθήναι 1958 (ανάτυπον ΚΔ΄-ΚΗ΄, 1953-1957).

47) Στράτος Α. Ν., Το Βυζάντιον στον Ζ΄ αιώνα, τ. Α΄602-626, Β΄626-634, Γ΄634-641, Αθήνα 1965, 1966, 1969.

48) Charanis Peter, On the question of the Slavonic Settlements in Greece during the Middle Ages, Byzantinoslavica 10, 1, Prague 1949, 254-258.

49) Charanis P., On the Slavic Settlement in the Peloponnesus, BZ 46 (1953) 91-103.

50) Charanis P., Ethnic Changes in the Byzantine Empire in the seventh Century, DOP 13 (1959) 25-44.

51) Charanis P., Observations on the History of Greece during the Early Middle Ages, Balkan Studies 11,1 (1970) 1-34.

52) Charanis P., Kouver, the Chronologie of his Activities and their Ethnic Effects on the regions around Thessalonica, Balkan Studies 11, (1970) 229-247.

53) Dvornik F., The Slavs, their Early History and Civilisation, Boston 1956 (American Academy of Arts and Sciences).

54) Lemerle P., La composition et la chronologie des deux premiers livres des Miracula S. Demetrii, BZ 46 (1953) 349-361.

55) Lemerle P., Saint-Demetrius de Thessalonique et les problumes du martyrion et du transept, BCH 77 (1953) 660-694.

56) Lemerle P., Invasions et migrations dans les Balkans depuis la fin de l’ιpoque romaine jusqu’ au VIIIe siucle, Revue Historique 211 (1954) 265-308 (Presse Universitaires de France).

57) Lemerle P., Esquisse pour une histoire agraire de Byzance: Les sources et les problumes, Revue Historique 2/9 (1958), τευχ. Ιαν.-Μαρτίου, 32 – 74, Απριλ.-Ιούν., 254 – 284, Ιούλ.- Σεπτ. 43 – 94.

58) Lemerle P., La chronique improprement dite de Monemvasie: Le contexte historique et ligendaire, Revue des Etudes Byzantines 21 (1963) 5 – 49.

59) Niederle Lubor., Manuel de l’antiquiti Slave, I – II, Paris 1923-1926.

60) Ostrogorsky Georg., The Byzantine Empire in the World of the seventh Century, D.O.P. 13 (1959) 3-21.

61) Rambaud A., L’empire grec au Xe siucle. Constantin Porhyrogenete. Paris 1870.

62) Vasmer Max., Die Slawen in Griechenland, Abh.der Preus. Akad.der Wissenschaften, Phil-Hist, Klasse, 12, Berlin 1941.

 

ΠΗΓΗΝ  http://www.matia.gr

(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)

Posted in HISTORIC THEMES | Tagged , , , , , , , , , | Leave a comment

ΟΙ ΑΣΚΗΤΑΙ ΣΟΦΙΑΣ ,ΙΔΙΑΙΤΕΡΩΣ ΟΙ ΕΝ ΕΡΗΜΩ ΒΟΩΝΤΕΣ,ΦΙΛΟΙ ΘΕΙΟΥ ΕΙΣΙΝ (Α)

«ΣΗΜΕΙΟΝ» ΜΕΓΑΛΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ: ΟΜΙΛΙΑ ΕΙΣ ΤΗΝ ΕΞΑΗΜΕΡΟΝ

ΟΜΙΛΙΑ α´.
Ἐν ἀρχῇ ἐποίησεν ὁ Θεὸς τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν.

I

Πρέπουσα ἀρχὴ τῷ περὶ τῆς τοῦ κόσμου συστάσεως μέλλοντι διηγεῖσθαι, ἀρχὴν τῆς τῶν ὁρωμένων διακοσμήσεως προθεῖναι τοῦ λόγου. Οὐρανοῦ γὰρ καὶ γῆς ποίησις παραδίδοσθαι μέλλει, οὐκ αὐτομάτως συνενεχθεῖσα, ὥς τινες ἐφαντάσθησαν, παρὰ δὲ τοῦ Θεοῦ τὴν αἰτίαν λαβοῦσα. Ποία ἀκοὴ τοῦ μεγέθους τῶν λεγομένων ἀξία; πῶς παρεσκευασμένην ψυχὴν πρὸς τὴν τῶν τηλικούτων ἀκρόασιν προσῆκεν ἀπαντᾶν; Καθαρεύουσαν τῶν παθῶν τῆς σαρκὸς, ἀνεπισκότητον μερίμναις βιωτικαῖς, φιλόπονον, ἐξεταστικήν, πάντοθεν περισκοποῦσαν εἴ ποθεν λάβοι ἀξίαν ἔννοιαν τοῦ Θεοῦ. Ἀλλὰ πρὶν ἐξετάσαι τὴν ἐν τοῖς ῥήμασιν ἀκρίβειαν, καὶ διερευνήσασθαι ἡλίκα τῶν μικρῶν φωνῶν τούτων ἐστὶ τὰ σημαινόμενα, ἐνθυμηθῶμεν τίς ὁ διαλεγόμενος ἡμῖν.

Διότι κἂν τῆς βαθείας καρδίας τοῦ συγγραφέως μὴ ἐφικώμεθα διὰ τὸ τῆς διανοίας ἡμῶν ἀσθενὲς, ἀλλὰ τῇ γε ἀξιοπιστίᾳ προσέχοντες τοῦ λέγοντος, αὐτομάτως εἰς συγκατάθεσιν τῶν εἰρημένων ἐναχθησόμεθα Μωϋσῆς τοίνυν ἐστὶν ὁ τὴν συγγραφὴν ταύτην καταβαλλόμενος· Μωϋσῆς ἐκεῖνος ὁ μαρτυρηθεὶς ἀστεῖος εἶναι παρὰ τῷ Θεῷ, ἔτι ὑπομάζιος ὤν· ὃν εἰσεποιήσατο μὲν ἡ θυγάτηρ τοῦ Φαραώ, ἐξέθρεψε δὲ βασιλικῶς, τοὺς σοφοὺς τῶν Αἰγυπτίων διδασκάλους αὐτῷ τῆς παιδεύσεως ἐπιστήσασα. Ὃς τὸν ὄγκον τῆς τυραννίδος μισήσας, καὶ πρὸς τὸ ταπεινὸν τῶν ὁμοφύλων ἀναδραμών, εἵλετο συγκακουχεῖσθαι τῷ λαῷ τοῦ Θεοῦ, ἢ πρόσκαιρον ἔχειν ἁμαρτίας ἀπόλαυσιν. Ὁ τὴν πρὸς τὸ δίκαιον φιλίαν ἐξ αὐτῆς τῆς φύσεως κεκτημένος, ὅπου γε καὶ πρὶν ἐπιτραπῆναι αὐτῷ τοῦ λαοῦ τὴν ἀρχήν, φαίνεται διὰ τὸ τῆς φύσεως μισοπόνηρον μέχρι θανάτου τοὺς κακοὺς ἀμυνόμενος. Ὁ φυγαδευθεὶς παρὰ τῶν εὐεργετηθέντων, καὶ ἀσμένως μὲν τοὺς Αἰγυπτιακοὺς θορύβους ἀπολιπών, τὴν δὲ Αἰθιοπίαν καταλαβών, κἀκεῖ πᾶσαν σχολὴν ἀπὸ τῶν ἄλλων ἄγων, καὶ ἐν τεσσαράκοντα ὅλοις ἔτεσιν τῇ θεωρίᾳ τῶν ὄντων ἀποσχολάσας. Ὃς ὀγδοηκοστὸν ἤδη γεγονὼς ἔτος, εἶδε Θεὸν ὡς ἀνθρώπῳ ἰδεῖν δυνατόν, μᾶλλον δὲ ὡς οὐδενὶ τῶν ἄλλων ὑπῆρξε κατὰ τὴν μαρτυρίαν αὐτὴν τοῦ Θεοῦ, ὅτι Ἐνὰν γένηται προφήτης ὑμῶν τῷ Κυρίῳ, ἐν ὁράματι αὐτῷ γνωσθήσομαι, καὶ ἐν ὕπνῳ λαλήσω αὐτῷ. Οὐχ οὕτως ὡς ὁ θεράπων μου Μωϋσῆς, ἐν ὅλῳ τῷ οἴκῳ μου πιστός ἐστι· στόμα κατὰ στόμα λαλήσω αὐτῷ, ἐν εἴδει, καὶ οὐ δι᾿ αἰνιγμάτων. Οὗτος τοίνυν ὁ τῆς αὐτοπροσώπου θέας τοῦ Θεοῦ ἐξίσου τοῖς ἀγγέλοις ἀξιωθεὶς, ἐξ ὧν ἤκουσε παρὰ τοῦ Θεοῦ διαλέγεται ἡμῖν. Ἀκούσωμεν τοίνυν ἀληθείας ῥημάτων οὐκ ἐν πειθοῖς σοφίας ἀνθρωπίνης, ἀλλ᾿ ἐν διδακτοῖς Πνεύματος λαληθεῖσιν· ὧν τὸ τέλος οὐχ ὁ τῶν ἀκουόντων ἔπαινος, ἀλλ᾿ ἡ σωτηρία τῶν διδασκομένων.

II

Ἵστησί μου τὸν λόγον τὸ θαῦμα τῆς διανοίας. Τί πρῶτον εἴπω; πόθεν ἄρξομαι τῆς ἐξηγήσεως; Ἐνλέγξω τῶν ἔξω τὴν ματαιότητα; ἢ ἀνυμνήσω τὴν ἡμετέραν ἀλήθειαν; Πολλὰ περὶ φύσεως ἐπραγματεύσαντο οἱ τῶν Ἑλλήνων σοφοὶ, καὶ οὐδὲ εἷς παρ᾿ αὐτοῖς λόγος ἕστηκεν ἀκίνητος καὶ ἀσάλευτος, ἀεὶ τοῦ δευτέρου τὸν πρὸ αὐτοῦ καταβάλλοντος· ὥστε ἡμῖν μηδὲν ἔργον εἶναι τὰ ἐκείνων ἐλέγχειν· ἀρκοῦσι γὰρ ἀλλήλοις πρὸς τὴν οἰκείαν ἀνατροπήν. Οἱ γὰρ Θεὸν ἀγνοήσαντες, αἰτίαν ἔμφρονα προεστάναι τῆς γενέσεως τῶν ὅλων οὐ συνεχώρησαν, ἀλλ᾿ οἰκείως τῇ ἐξ ἀρχῆς ἀγνοίᾳ τὰ ἐφεξῆς συνεπέραναν. Διὰ τοῦτο οἱ μὲν ἐπὶ τὰς ὑλικὰς ὑποθέσεις κατέφυγον, τοῖς τοῦ κόσμου στοιχείοις τὴν αἰτίαν τοῦ παντὸς ἀναθέντες· οἱ δὲ ἄτομα καὶ ἀμερῆ σώματα, καὶ ὄγκους καὶ πόρους συνέχειν τὴν φύσιν τῶν ὁρατῶν ἐφαντάσθησαν. Νῦν μὲν γὰρ συνιόντων ἀλλήλοις τῶν ἀμερῶν σωμάτων, νῦν δὲ μετασυγκρινομένων, τὰς γενέσεις καὶ τὰς φθορὰς ἐπιγίνεσθαι· καὶ τῶν διαρκεστέρων σωμάτων τὴν ἰσχυροτέραν τῶν ἀτόμων ἀντεμπλοκὴν τῆς διαμονῆς τὴν αἰτίαν παρέχειν. Ὄντως ἱστὸν ἀράχνης ὑφαίνουσιν οἱ ταῦτα γράφοντες, οἱ οὕτω λεπτὰς καὶ ἀνυποστάτους ἀρχὰς οὐρανοῦ καὶ γῆς καὶ θαλάσσης ὑποτιθέμενοι. Οὐ γὰρ ᾔδεσαν εἰπεῖν, Ἐν ἀρχῇ ἐποίησεν ὁ Θεὸς τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν. Διὰ τοῦτο ἀκυβέρνητα καὶ ἀδιοίκητα εἶναι τὰ σύμπαντα, ὡς ἂν τύχῃ φερόμενα, ὑπὸ τῆς ἐνοικούσης αὐτοῖς ἀθεότητος ἠπατήθησαν. Ὅπερ ἵνα μὴ πάθωμεν ἡμεῖς, ὁ τὴν κοσμοποιίαν συγγράφων εὐθὺς ἐν τοῖς πρώτοις ῥήμασι τῷ ὀνόματι τοῦ Θεοῦ τὴν διάνοιαν ἡμῶν κατεφώτισεν, εἰπών, Ἐν ἀρχῇ ἐποίησεν ὁ Θεός. Τί καλὴ ἡ τάξις; Ἀρχὴν πρῶτον ἐπέθηκεν, ἵνα μὴ ἄναρχον αὐτὸν οἰηθῶσί τινές. Εἶτα ἐπήγαγε τό, Ἐποίησεν, ἵνα δειχθῇ, ὅτι ἐλάχιστον μέρος τῆς τοῦ δημιουργοῦ δυνάμεώς ἐστι τὸ ποιηθέν. Ὡς γὰρ ὁ κεραμεὺς ἀπὸ τῆς αὐτῆς τέχνης μυρία διαπλάσας σκεύη, οὔτε τὴν τέχνην οὔτε δύναμιν ἐξανάλωσεν· οὕτω καὶ ὁ τοῦ παντὸς τούτου δημιουργὸς, οὐχ ἑνὶ κόσμῳ σύμμετρον τὴν ποιητικὴν ἔχων δύναμιν, ἀλλ᾿ εἰς τὸ ἀπειροπλάσιον ὑπερβαίνουσαν, τῇ ῥοπῇ τοῦ θελήματος μόνῃ εἰς τὸ εἶναι παρήγαγε τὰ μεγέθη τῶν ὁρωμένων. Εἰ οὖν καὶ ἀρχὴν ἔχει ὁ κόσμος, καὶ πεποίηται, ζήτει, τίς ὁ τὴν ἀρχὴν αὐτῷ δούς, καὶ τίς ὁ ποιητής; Μᾶλλον δέ, ἵνα μὴ ἀνθρωπίνοις λογισμοῖς ἐκζητῶν παρατραπῇς που τῆς ἀληθείας, προέφθασε τῇ διδασκαλίᾳ, οἱονεὶ σφραγῖδα καὶ φυλακτήριον ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν ἐμβαλὼν τὸ πολυτίμητον ὄνομα τοῦ Θεοῦ, εἰπών, Ἐν ἀρχῇ ἐποίησεν ὁ Θεός. Ἡ μακαρία φύσις, ἡ ἄφθονος ἀγαθότης, τὸ ἀγαπητὸν πᾶσι τοῖς λόγου μετειληφόσι, τὸ πολυπόθητον κάλλος, ἡ ἀρχὴ τῶν ὄντων, ἡ πηγὴ τῆς ζωῆς, τὸ νοερὸν φῶς, ἡ ἀπρόσιτος σοφία, οὗτος Ἐποίησεν ἐν ἀρχῇ τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν.

Μὴ οὖν ἄναρχα φαντάζου, ἄνθρωπε, τὰ ὁρώμενα, μηδέ, ἐπειδὴ κυκλόσε περιτρέχει τὰ κατ᾿ οὐρανὸν κινούμενα, ἡ δὲ τοῦ κύκλου ἀρχὴ τῇ προχείρῳ αἰσθήσει ἡμῶν οὐκ εὔληπτος, ἄναρχον εἶναι νομίσῃς τῶν κυκλοφορικῶν σωμάτων τὴν φύσιν. Οὐδὲ γὰρ ὁ κύκλος οὗτος, τὸ ἐπίπεδον λέγω σχῆμα τὸ ὑπὸ μιᾶς γραμμῆς περιεχόμενον, ἐπειδὴ διαφεύγει τὴν ἡμετέραν αἴσθησιν, καὶ οὔτε ὅθεν ἤρξατο ἐξευρεῖν δυνάμεθα, οὔτε εἰς ὃ κατέληξεν, ἤδη καὶ ἄναρχον αὐτὸν ὀφείλομεν ὑποτίθεσθαι. Ἀλλὰ κἂν τὴν αἴσθησιν διαφεύγῃ, τῇ γε ἀληθείᾳ πάντως ἀπό τινος ἤρξατο ὁ κέντρῳ καὶ διαστήματί τινι περιγράψας αὐτόν. Οὕτω καὶ σὺ μή, ἐπειδὴ εἰς ἑαυτὰ συννεύει τὰ κύκλῳ κινούμενα, τὸ τῆς κινήσεως αὐτῶν ὁμαλόν, καὶ μηδενὶ μέσῳ διακοπτόμενον, τὴν τοῦ ἄναρχον τὸν κόσμον καὶ ἀτελεύτητον εἶναί σοι πλάνην ἐγκαταλίπῃ. Παράγει γὰρ τὸ σχῆμα τοῦ κόσμου τούτου. Καὶ, Ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ παρελεύσονται. Προαναφώνησις τῶν περὶ συντελείας δογμάτων καὶ περὶ τῆς τοῦ κόσμου μεταποιήσεως, τὰ νῦν ἐν βραχέσι κατὰ τὴν στοιχείωσιν τῆς θεοπνεύστου διδασκαλίας παραδιδόμενα. Ἐν ἀρχῇ ἐποίησεν ὁ Θεός. Τὰ ἀπὸ χρόνου ἀρξάμενα πᾶσα ἀνάγκη καὶ ἐν χρόνῳ συντελεσθῆναι. Εἰ ἀρχὴν ἔχει χρονικήν, μὴ ἀμφιβάλῃς περὶ τοῦ τέλους. Γεωμετρίαι γὰρ καὶ ἀριθμητικαὶ μέθοδοι, καὶ αἱ περὶ τῶν στερεῶν πραγματεῖαι, καὶ ἡ πολυθρύλλητος ἀστρονομία, ἡ πολυάσχολος ματαιότης, πρὸς ποῖον καταστρέφουσι τέλος; Εἴπερ οἱ περὶ ταῦτα ἐσπουδακότες συναΐδιον εἶναι τῷ κτίστῃ τῶν ὅλων Θεῷ καὶ τὸν ὁρώμενον τοῦτον κόσμον διενοήθησαν, πρὸς τὴν αὐτὴν δόξαν ἀγαγόντες τὸν περιγεγραμμένον καὶ σῶμα ἔχοντα ὑλικόν, τῇ ἀπεριλήπτῳ καὶ ἀοράτῳ φύσει, μηδὲ τοσοῦτον δυνηθέντες ἐννοηθῆναι, ὅτι οὗ τὰ μέρη φθοραῖς καὶ ἀλλοιώσεσιν ὑπόκειται, τούτου καὶ τὸ ὅλον ἀνάγκη ποτὲ τὰ αὐτὰ παθήματα τοῖς οἰκείοις μέρεσιν ὑποστῆναι. Ἀλλὰ τοσοῦτον Ἐματαιώθησαν τοῖς διαλογισμοῖς αὐτῶν, καὶ ἐσκοτίσθη ἡ ἀσύνετος αὐτῶν καρδία, καὶ φάσκοντες εἶναι σοφοὶ, ἐμωράνθησαν, ὥστε οἱ μὲν συνυπάρχειν ἐξ ἀϊδίου τῷ Θεῷ τὸν οὐρανὸν ἀπεφήναντο· οἱ δὲ αὐτὸν εἶναι Θεὸν ἄναρχόν τε καὶ ἀτελεύτητον, καὶ τῆς τῶν κατὰ μέρος οἰκονομίας αἴτιον.

Ἦπου αὐτοῖς ἡ περιουσία τῆς τοῦ κόσμου σοφίας προσθήκην οἴσει ποτὲ τῆς χαλεπῆς κατακρίσεως, ὅτι οὕτως ὀξὺ περὶ τὰ μάταια βλέποντες, ἑκόντες πρὸς τὴν σύνεσιν τῆς ἀληθείας ἀπετυφλώθησαν. Ἀλλ᾿ οἱ τῶν ἄστρων τὰ διαστήματα καταμετροῦντες, καὶ τοὺς ἀειφανεῖς αὐτῶν καὶ ἀρκτῴους ἀπογραφόμενοι, καὶ ὅσοι περὶ τὸν νότιον πόλον κείμενοι τοῖς μέν εἰσι φανεροὶ, ἡμῖν δὲ ἄγνωστοι· καὶ βόρειον πλάτος, καὶ ζῳδιακὸν κύκλον μυρίοις διαστήμασι διαιροῦντες· καὶ ἐπαναφορὰς ἄστρων, καὶ στηριγμούς, καὶ ἀποκλίσεις, καὶ πάντων τὴν ἐπὶ τὰ προηγούμενα κίνησιν δι᾿ ἀκριβείας τηρήσαντες· καὶ διὰ πόσου χρόνου τῶν πλανωμένων ἕκαστος τὴν ἑαυτοῦ περίοδον ἐκπληροῖ· μίαν τῶν πασῶν μηχανὴν οὐκ ἐξεῦρον πρὸς τὸ τὸν Θεὸν ἐννοῆσαι ποιητὴν τοῦ παντὸς, καὶ κριτὴν δίκαιον, τὴν ἀξίαν ἀντίδοσιν τοῖς βεβιωμένοις ἐπάγοντα· οὐδὲ τῷ περὶ τῆς κρίσεως λόγῳ τὴν ἀκόλουθον τῆς συντελείας ἔννοιαν ἐπιγνῶναι, ὅτι ἀνάγκη μεταποιηθῆναι τὸν κόσμον, εἰ μέλλοι καὶ ἡ τῶν ψυχῶν κατάστασις πρὸς ἕτερον εἶδος ζωῆς μεταβάλλειν. Ὥσπερ γὰρ ἡ παροῦσα ζωὴ συγγενῆ ἔσχε τοῦ κόσμου τούτου τὴν φύσιν· οὕτω καὶ ἡ μέλλουσα τῶν ψυχῶν ἡμῶν διαγωγὴ οἰκείαν τῇ καταστάσει ὑποδέξεται τὴν λῆξιν. Οἱ δὲ τοσοῦτον ἀπέχουσιν ὡς ἀληθέσι τούτοις προσέχειν, ὥστε καὶ πλατὺν γέλωτα καταχέουσιν ἡμῶν περὶ συντελείας τοῦ κόσμου τούτου καὶ παλιγγενεσίας αἰῶνος ἀπαγγελλόντων.

Ἐπειδὴ δὲ ἡ ἀρχὴ κατὰ φύσιν προτέτακται τῶν ἀπ᾿ αὐτῆς, ἀναγκαίως περὶ τῶν ἀπὸ χρόνου τὸ εἶναι ἐχόντων διαλεγόμενοι, ταύτην ἁπάντων προέταξε τὴν φωνήν, εἰπών, Ἐν ἀρχῇ ἐποίησεν.

Ἦν γάρ τι, ὡς ἔοικεν, καὶ πρὸ τοῦ κόσμου τούτου, ὃ τῇ μὲν διανοίᾳ ἡμῶν ἐστὶ θεωρητόν, ἀνιστόρητον δὲ κατελείφθη, διὰ τὸ τοῖς εἰσαγομένοις ἔτι καὶ νηπίοις κατὰ τὴν γνῶσιν ἀνεπιτήδειον. Ἦν τις πρεσβυτέρα τῆς τοῦ κόσμου γενέσεως κατάστασις ταῖς ὑπερκοσμίοις δυνάμεσι πρέπουσα, ἡ ὑπέρχρονος, ἡ αἰωνία, ἡ ἀΐδιος. Δημιουργήματα δὲ ἐν αὐτῇ ὁ τῶν ὅλων κτίστης καὶ δημιουργὸς ἀπετέλεσε, φῶς νοητὸν πρέπον τῇ μακαριότητι τῶν φιλούντων τὸν Κύριον, τὰς λογικὰς καὶ ἀοράτους φύσεις, καὶ πᾶσαν τὴν τῶν νοητῶν διακόσμησιν, ὅσα τὴν ἡμετέραν διάνοιαν ὑπερβαίνει, ὧν οὐδὲ τὰς ὀνομασίας ἐξευρεῖν δυνατόν. Ταῦτα τοῦ ἀοράτου κόσμου συμπληροῖ τὴν οὐσίαν, ὡς διδάσκει ἡμᾶς ὁ Παῦλος, λέγων, Ὅτι ἐν αὐτῷ ἐκτίσθη τὰ πάντα, εἴτε ὁρατά, εἴτε ἀόρατα, εἴτε θρόνοι, εἴτε κυριότητες, εἴτε ἀρχαὶ, εἴτε ἐξουσίαι, εἴτε δυνάμεις, εἴτε ἀγγέλων στρατιαὶ, εἴτε ἀρχαγγέλων ἐπιστασίαι· ὅτε δὲ ἔδει λοιπὸν καὶ τὸν κόσμον τοῦτον ἐπεισαχθῆναι τοῖς οὖσι, προηγουμένως μὲν διδασκαλεῖον καὶ παιδευτήριον τῶν ἀνθρωπίνων ψυχῶν· ἔπειτα μέντοι καὶ ἁπαξαπλῶς πάντων τῶν ἐν γενέσει καὶ φθορᾷ ἐπιτήδειον ἐνδιαίτημα. Συμφυὴς ἄρα τῷ κόσμῳ, καὶ τοῖς ἐν αὐτῷ ζῴοις τε καὶ φυτοῖς, ἡ τοῦ χρόνου διέξοδος ὑπέστη, ἐπειγομένη ἀεὶ καὶ παραρρέουσα, καὶ μηδαμοῦ παυομένη τοῦ δρόμου. Ἢ οὐχὶ τοιοῦτος ὁ χρόνος, οὗ τὸ μὲν παρελθὸν ἠφανίσθη, τὸ δὲ μέλλον οὔπω πάρεστι, τὸ δὲ παρὸν πρὶν γνωσθῆναι διαδιδράσκει τὴν αἴσθησιν;

Τοιαύτη δέ τις καὶ τῶν γινομένων ἡ φύσις, ἢ αὐξανομένη πάντως, ἢ φθίνουσα, τὸ δὲ ἱδρυμένον καὶ στάσιμον οὐκ ἐπίδηλον ἔχουσα. Ἔπρεπεν οὖν τοῖς ζῴων τε καὶ φυτῶν σώμασιν, οἱονεὶ ῥεύματί τινι πρὸς ἀνάγκην ἐνδεδεμένοις, καὶ τῇ πρὸς γένεσιν ἢ φθορὰν ἀγούσῃ κινήσει συνεχομένοις, ὑπὸ τῆς τοῦ χρόνου φύσεως περιέχεσθαι, συγγενῆ τοῖς ἀλλοιουμένοις κεκτημένου τὴν ἰδιότητα. Ἐντεῦθεν οἰκείως ἐπέβαλε τῷ περὶ αὐτὸν λόγῳ ὁ σοφῶς ἡμᾶς τοῦ κόσμου τὴν γένεσιν ἐκδιδάσκων, εἰπών, Ἐν ἀρχῇ ἐποίησεν· τουτέστιν, ἐν ἀρχῇ ταύτῃ τῇ κατὰ χρόνον. Οὐ γὰρ δὴ κατὰ πρεσβυγένειαν πάντων τῶν γενομένων προέχειν αὐτὸν μαρτυρῶν λέγει ἐν ἀρχῇ γεγονέναι, ἀλλὰ μετὰ τὰ ἀόρατα καὶ νοούμενα τῶν ὁρατῶν τούτων καὶ αἰσθήσει ληπτῶν τὴν ἀρχὴν τῆς ὑπάρξεως διηγεῖται. Λέγεται μὲν οὖν ἀρχὴ καὶ ἡ πρώτη κίνησις· ὡς, Ἀρχὴ ὁδοῦ ἀγαθῆς τὸ ποιεῖν δίκαια. Ἀπὸ γὰρ τῶν δικαίων πράξεων πρῶτον κινούμεθα πρὸς τὸν μακάριον βίον. Λέγεται δὲ ἀρχὴ καὶ ὅθεν γίνεταί τι, τοῦ ἐνυπάρχοντος αὐτῷ ὡς ἐπὶ οἰκίας θεμέλιος, καὶ ἐπὶ πλοίου ἡ τρόπις, καθὸ εἴρηται, Ἀρχὴ σοφίας, φόβος Κυρίου. Οἷον γὰρ κρηπὶς καὶ βάθρον πρὸς τὴν τελείωσιν ἡ εὐλάβεια. Ἀρχὴ δὲ καὶ τῶν τεχνικῶν ἔργων ἡ τέχνη· ὡς ἡ σοφία Βεσελεὴλ, τοῦ περὶ τὴν σκηνὴν κόσμου. Ἀρχὴ δὲ πράξεων πολλάκις καὶ τὸ εὔχρηστον τέλος τῶν γινομένων· ὡς τῆς ἐλεημοσύνης ἡ παρὰ Θεοῦ ἀποδοχή, καὶ πάσης τῆς κατ᾿ ἀρετὴν ἐνεργείας τὸ ἐν ἐπαγγελίαις ἀποκείμενον τέλος.

Τοσαυταχῶς οὖν λεγομένης τῆς ἀρχῆς, σκόπει εἰ μὴ πᾶσι τοῖς σημαινομένοις ἡ παροῦσα φωνὴ ἐφαρμόσει. Καὶ γὰρ ἀφ᾿ οὗ χρόνου ἤρξατο ἡ τοῦ κόσμου τούτου σύστασις, δυνατόν σοι μαθεῖν, ἐάν γε ἐκ τοῦ παρόντος εἰς τὸ κατόπιν ἀναποδίζων, φιλονεικήσῃς εὑρεῖν τὴν πρώτην ἡμέραν τῆς τοῦ κόσμου γενέσεως. Εὑρήσεις γὰρ οὕτως, πόθεν τῷ χρόνῳ ἡ πρώτη κίνησις, ἔπειτα, ὅτι καὶ οἱονεὶ θεμέλιοί τινες καὶ κρηπῖδες προκατεβλήθησαν ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ· εἶτα, ὅτι ἐστί τις τεχνικὸς λόγος ὁ καθηγησάμενος τῆς τῶν ὁρωμένων διακοσμήσεως, ὡς ἐνδείκνυταί σοι ἡ φωνὴ τῆς ἀρχῆς· καὶ τὸ μὴ εἰκῇ μηδὲ μάτην, ἀλλὰ πρός τι τέλος ὠφέλιμον καὶ μεγάλην χρείαν τοῖς οὖσι συνεισφερόμενον ἐπινενοῆσθαι τὸν κόσμον, εἴπερ τῷ ὄντι ψυχῶν λογικῶν διδασκαλεῖον καὶ θεογνωσίας ἐστὶ παιδευτήριον, διὰ τῶν ὁρωμένων καὶ αἰσθητῶν χειραγωγίαν τῷ νῷ παρεχόμενος πρὸς τὴν θεωρίαν τῶν ἀοράτων, καθά φησιν ὁ ἀπόστολος, ὅτι Τὰ ἀόρατα αὐτοῦ ἀπὸ κτίσεως κόσμου τοῖς ποιήμασι νοούμενα καθορᾶται. Ἢ τάχα διὰ τὸ ἀκαριαῖον καὶ ἄχρονον τῆς δημιουργίας εἴρηται τό, Ἐν ἀρχῇ ἐποίησεν, ἐπειδὴ ἀμερές τι καὶ ἀδιάστατον ἡ ἀρχή. Ὡς γὰρ ἡ ἀρχὴ τῆς ὁδοῦ οὔπω ὁδὸς, καὶ ἡ ἀρχὴ τῆς οἰκίας οὐκ οἰκία, οὕτω καὶ ἡ τοῦ χρόνου ἀρχὴ οὔπω χρόνος, ἀλλ᾿ οὐδὲ μέρος αὐτοῦ τὸ ἐλάχιστον. Εἰ δὲ φιλονεικῶν τις χρόνον εἶναι λέγοι τὴν ἀρχήν, γινωσκέτω ὅτι διαιρήσει αὐτὴν εἰς τὰ τοῦ χρόνου μέρη. Ταῦτα δέ ἐστιν, ἀρχή, καὶ μέσα, καὶ τελευτή. Ἀρχὴν δὲ ἀρχῆς ἐπινοεῖν παντελῶς καταγέλαστον. Καὶ ὁ διχοτομῶν τὴν ἀρχήν, δύο ποιήσει ἀντὶ μιᾶς, μᾶλλον δὲ πολλὰς καὶ ἀπείρους, τοῦ διαιρεθέντος ἀεὶ εἰς ἕτερα τεμνομένου. Ἵνα τοίνυν διδαχθῶμεν ὁμοῦ τῇ βουλήσει τοῦ Θεοῦ ἀχρόνως συνυφεστάναι τὸν κόσμον, εἴρηται τό, Ἐν ἀρχῇ ἐποίησεν. Ὅπερ ἕτεροι τῶν ἑρμηνευτῶν, σαφέστερον τὸν νοῦν ἐκδιδόντες, εἰρήκασιν, Ἐν κεφαλαίῳ ἐποίησεν ὁ Θεὸς, τουτέστιν, ἀθρόως καὶ ἐν ὀλίγῳ. Τὰ μὲν οὖν περὶ ἀρχῆς, ὡς ὀλίγα ἀπὸ πολλῶν εἰπεῖν, ἐπὶ τοσοῦτον.

Ἐπειδὴ δὲ καὶ τῶν τεχνῶν αἱ μὲν ποιητικαὶ λέγονται, αἱ δὲ πρακτικαὶ, αἱ δὲ θεωρητικαί· καὶ τῶν μὲν θεωρητικῶν τέλος ἐστὶν ἡ κατὰ νοῦν ἐνέργεια· τῶν δὲ πρακτικῶν, αὐτὴ ἡ τοῦ σώματος κίνησις, ἧς παυσαμένης οὐδὲν ὑπέστη οὐδὲ παρέμεινε τοῖς ὁρῶσιν· ὀρχήσεως γὰρ καὶ αὐλητικῆς τέλος οὐδὲν, ἀλλ᾿ αὐτὴ εἰς ἑαυτὴν ἡ ἐνέργεια καταλήγει· ἐπὶ δὲ τῶν ποιητικῶν τεχνῶν, καὶ παυσαμένων τῆς ἐνεργείας, προκείμενόν ἐστι τὸ ἔργον· ὡς οἰκοδομικῆς καὶ τεκτονικῆς καὶ χαλκευτικῆς καὶ ὑφαντικῆς, καὶ ὅσαι τοιαῦται, αἳ, κἂν μὴ παρῇ ὁ τεχνίτης, ἱκανῶς ἐν ἑαυταῖς τοὺς τεχνικοὺς λόγους ἐμφαίνουσι, καὶ ἔξεστί σοι θαυμάσαι τὸν οἰκοδόμον ἀπὸ τοῦ ἔργου, καὶ τὸν χαλκέα καὶ τὸν ὑφάντην. Ἵνα οὖν δειχθῇ ὅτι ὁ κόσμος τεχνικόν ἐστι κατασκεύασμα, προκείμενον πᾶσιν εἰς θεωρίαν, ὥστε δι᾿ αὐτοῦ τὴν τοῦ ποιήσαντος αὐτὸν σοφίαν ἐπιγινώσκεσθαι, οὐκ ἄλλῃ τινὶ φωνῇ ἐχρήσατο ὁ σοφὸς Μωϋσῆς περὶ αὐτοῦ, ἀλλ᾿ εἶπεν, Ἐν ἀρχῇ ἐποίησεν· οὐχὶ ἐνήργησεν, οὐδὲ ὑπέστησεν, ἀλλὰ Ἐποίησεν. Καὶ καθότι πολλοὶ τῶν φαντασθέντων συνυπάρχειν ἐξ ἀϊδίου τῷ Θεῷ τὸν κόσμον, οὐχὶ γεγενῆσθαι παρ᾿ αὐτοῦ συνεχώρησαν, ἀλλ᾿ οἱονεὶ ἀποσκίασμα τῆς δυνάμεως αὐτοῦ ὄντα αὐτομάτως παρυποστῆναι· καὶ αἴτιον μὲν αὐτοῦ ὁμολογοῦσι τὸν Θεόν, αἴτιον δὲ ἀπροαιρέτως, ὡς τῆς σκιᾶς τὸ σῶμα, καὶ τῆς λαμπηδόνος τὸ ἀπαυγάζον· τὴν οὖν τοιαύτην ἀπάτην ἐπανορθούμενος ὁ προφήτης, τῇ ἀκριβείᾳ ταύτῃ τῶν ῥημάτων ἐχρήσατο εἰπών, Ἐν ἀρχῇ ἐποίησεν ὁ Θεός. Οὐχὶ αὐτὸ τοῦτο τὴν αἰτίαν τοῦ εἶναι παρέσχεν, ἀλλ᾿ ἐποίησεν ὡς ἀγαθὸς τὸ χρήσιμον, ὡς σοφὸς, τὸ κάλλιστον, ὡς δυνατὸς, τὸ μέγιστον. Μόνον γὰρ οὐχὶ τεχνίτην σοι ἔδειξεν ἐμβεβηκότα τῇ οὐσίᾳ τῶν ὅλων, καὶ τὰ καθ᾿ ἕκαστον μέρη πρὸς ἄλληλα συναρμόζοντα, καὶ τὸ πᾶν ὁμόλογον ἑαυτῷ καὶ σύμφωνον καὶ ἐναρμονίως ἔχον ἀποτελοῦντα. Ἐν ἀρχῇ ἐποίησεν ὁ Θεὸς τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν. Ἐκ δύο τῶν ἄκρων τοῦ παντὸς τὴν ὕπαρξιν παρῃνίξατο, τῷ μὲν οὐρανῷ τὰ πρεσβεῖα τῆς γενέσεως ἀποδούς, τὴν δὲ γῆν δευτερεύειν φάμενος τῇ ὑπάρξει. Πάντως δὲ καὶ εἴ τι τούτων μέσον, συναπεγενήθη τοῖς πέρασιν. Ὥστε κἂν μηδὲν εἴπῃ περὶ τῶν στοιχείων, πυρὸς, καὶ ὕδατος, καὶ ἀέρος, ἀλλὰ σὺ τῇ παρὰ σαυτοῦ συνέσει νόει, πρῶτον μὲν ὅτι πάντα ἐν πᾶσι μέμικται, καὶ ἐν γῇ εὑρήσεις καὶ ὕδωρ, καὶ ἀέρα, καὶ πῦρ, εἴγε ἐκ λίθων μὲν πῦρ ἐξάλλεται, ἐκ σιδήρου δέ, ὃς καὶ αὐτὸς ἀπὸ γῆς ἔχει τὴν γένεσιν, πῦρ ἄφθονον ἐν ταῖς παρατρίψεσι πέφυκεν ἀπολάμπειν. Ὃ καὶ θαυμάσαι ἄξιον, πῶς ἐν μὲν τοῖς σώμασιν ὑπάρχον τὸ πῦρ, ἀβλαβῶς ἐμφωλεύει· προκληθὲν δὲ ἐπὶ τὸ ἔξω, δαπανητικόν ἐστι τῶν φυλασσόντων τέως. Τὴν δὲ τοῦ ὕδατος φύσιν ἐνυπάρχουσαν τῇ γῇ οἱ φρεωρύχοι δεικνύουσι· καὶ τὴν τοῦ ἀέρος οἱ ἀπὸ νενοτισμένης αὐτῆς ἀτμοὶ ὑπὸ ἡλίου θαλφθείσης ἀναπεμπόμενοι. Ἔπειτα μέντοι καὶ εἰ φύσει τὸν ἄνω τόπον ὁ οὐρανὸς ἐπέχει, ἡ δὲ γῆ τὸ κατώτατόν ἐστι· διότι ἐπὶ μὲν τὸν οὐρανὸν τὰ κοῦφα φέρεται, ἐπὶ δὲ τὴν γῆν τὰ βαρέα πέφυκε καταρρέπειν, ἐναντιώτατα δὲ ἀλλήλοις, τὸ ἄνω καὶ τὸ κάτω· ὁ τῶν πλεῖστον διεστώτων κατὰ τὴν φύσιν ἐπιμνησθεὶς, καὶ τὰ τὴν μέσην τούτοις ἐκπληροῦντα χώραν συνεκδοχικῶς παρεσήμανεν. Ὥστε μὴ ζήτει τὴν τῶν καθ᾿ ἕκαστον ἐπεξήγησιν, ἀλλὰ τὰ σιωπηθέντα νόει διὰ τῶν δηλωθέντων.

III

Ἡ περὶ τῆς οὐσίας ἔρευνα ἑκάστου τῶν ὄντων, ἢ τῶν κατὰ θεωρίαν ὑποπιπτόντων ἡμῖν, ἢ τῶν προκειμένων ἡμῶν τῇ αἰσθήσει, μακρὸν καὶ ἀπηρτημένον λόγον ἐπεισάγει τῇ ἐξηγήσει, ὡς πλείονας ἐν τῇ περὶ τοῦ προβλήματος τούτου σκέψει καταναλίσκεσθαι λόγους τῶν λοιπῶν, ὅσα ἐνδέχεται ῥηθῆναι περὶ ἑκάστου τῶν ζητουμένων· πρὸς τό, μηδὲ προύργου τι εἶναι εἰς τὴν τῆς Ἐκκλησίας οἰκοδομὴν τὸ περὶ ταῦτα κατασχολεῖσθαι. Ἀλλὰ περὶ μὲν τῆς οὐσίας τοῦ οὐρανοῦ ἀρκούμεθα τοῖς παρὰ τοῦ Ἡσαΐου εἰρημένοις· ὃς ἐν ἰδιωτικοῖς ῥήμασιν ἱκανὴν ἡμῖν τῆς φύσεως αὐτοῦ τὴν διάνοιαν ἐνεποίησεν, εἰπών· Ὁ στερεώσας τὸν οὐρανὸν ὡσεὶ καπνόν· τουτέστι, λεπτὴν φύσιν καὶ οὐ στερεὰν οὐδὲ παχεῖαν εἰς τὴν τοῦ οὐρανοῦ σύστασιν οὐσιώσας. Καὶ περὶ τοῦ σχήματος δὲ ἱκανὰ ἡμῖν τὰ παρ᾿ αὐτοῦ, εἰπόντος ἐν δοξολογίᾳ Θεοῦ· Ὁ στήσας τὸν οὐρανὸν ὡσεὶ καμάραν. Τὰ αὐτὰ δὲ ταῦτα καὶ περὶ τῆς γῆς συμβουλεύωμεν ἑαυτοῖς, μὴ πολυπραγμονεῖν αὐτῆς τὴν οὐσίαν ἥτις ποτέ ἐστι, μηδὲ κατατρίβεσθαι τοῖς λογισμοῖς αὐτὸ τὸ ὑποκείμενον ἐκζητοῦντας, μηδὲ ζητεῖν τινα φύσιν ἔρημον ποιοτήτων, ἄποιον ὑπάρχουσαν τῷ ἑαυτῆς λόγῳ, ἀλλ᾿ εὖ εἰδέναι, ὅτι πάντα τὰ περὶ αὐτὴν θεωρούμενα εἰς τὸν τοῦ εἶναι κατατέτακται λόγον, συμπληρωτικὰ τῆς οὐσίας ὑπάρχοντα. Εἰς οὐδὲν γὰρ καταλήξεις, ἑκάστην τῶν ἐνυπαρχουσῶν αὐτῇ ποιοτήτων ὑπεξαιρεῖσθαι τῷ λόγῳ πειρώμενος. Ἐὰν γὰρ ἀποστήσῃς τὸ μέλαν, τὸ ψυχρόν, τὸ βαρύ, τὸ πυκνόν, τὰς κατὰ γεῦσιν ἐνυπαρχούσας αὐτῇ ποιότητας, ἢ εἴ τινες ἄλλαι περὶ αὐτὴν θεωροῦνται, οὐδὲν ἔσται τὸ ὑποκείμενον. Ταῦτά τε οὖν καταλιπόντα σε, μηδὲ ἐκεῖνο ζητεῖν παραινῶ, ἐπὶ τίνος ἕστηκεν. Ἰλιγγιάσει γὰρ καὶ οὕτως ἡ διάνοια, πρὸς οὐδὲν ὁμολογούμενον πέρας διεξιόντος τοῦ λογισμοῦ. Ἐάν τε γὰρ ἀέρα φῇς ὑπεστρῶσθαι πλάτει τῆς γῆς, ἀπορήσεις, πῶς ἡ μαλθακὴ καὶ πολύκενος φύσις ἀντέχει ὑπὸ τοσούτου βάρους συνθλιβομένη, ἀλλ᾿ οὐχὶ διολισθαίνει πάντοθεν τὴν συνίζησιν ὑποφεύγουσα, καὶ ἀεὶ πρὸς τὸ ἄνω ὑπερχεομένη τοῦ συμπιέζοντος. Πάλιν, ἐὰν ὑποθῇς ἑαυτῷ ὕδωρ εἶναι τὸ ὑποβεβλημένον τῇ γῇ, καὶ οὕτως ἐπιζητήσεις, πῶς τὸ βαρὺ καὶ πυκνὸν οὐ διαδύνει τοῦ ὕδατος, ἀλλ᾿ ὑπὸ τῆς ἀσθενεστέρας φύσεως τὸ τοσοῦτον ὑπερφέρον τῷ βάρει κρατεῖται· πρὸς τὸ καὶ αὐτοῦ τοῦ ὕδατος τὴν ἕδραν ἐπιζητεῖν, καὶ πάλιν διαπορεῖν τίνι στεγανῷ καὶ ἀντερείδοντι ὁ τελευταῖος αὐτοῦ πυθμὴν ἐπιβαίνει.

Ἐὰν δὲ ἕτερον σῶμα τῆς γῆς ἐμβριθέστερον ὑποθῇ κωλύειν τὴν γῆν πρὸς τὸ κάτω χωρεῖν, ἐνθυμηθήσῃ κἀκεῖνο ὁμοίου τινὸς δεῖσθαι τοῦ στέγοντος καὶ μὴ ἐῶντος αὐτὸ καταπίπτειν. Κἄν τι δυνηθῶμεν ἐκείνῳ συμπλάσαντες ὑποθεῖναι, τὸ ἐκείνου πάλιν ἀντέρεισμα ὁ νοῦς ἡμῶν ἐπιζητήσει, καὶ οὕτως εἰς ἄπειρον ἐκπεσούμεθα, τοῖς ἀεὶ εὑρισκομένοις βάθροις ἕτερα πάλιν ἐπινοοῦντες. Καὶ ὅσῳ ἐπὶ πλεῖον τῷ λόγῳ προΐεμεν, τοσούτῳ μείζονα τὴν συνερειστικὴν ἀναγκαζόμεθα δύναμιν ὑπεισάγειν, ἣ πρὸς ὅλον ὁμοῦ δυνήσεται τὸ ὑπερκείμενον ἀντιβαίνειν. Διὰ τοῦτο ὅρους ἐπίθες τῇ διανοίᾳ, μήποτέ σου τῆς πολυπραγμοσύνης ὁ τοῦ Ἰὼβ λόγος καθάψηται περισκοποῦντος τὰ ἀκατάληπτα, καὶ ἐρωτηθῇς παρ᾿ αὐτοῦ καὶ σύ, Ἐπὶ τίνος οἱ κρίκοι αὐτῆς πεπήγασιν. Ἀλλὰ κἄν ποτε ἐν ψαλμοῖς ἀκούσῃς· Ἐγὼ ἐστερέωσα τοὺς στύλους αὐτῆς· τὴν συνεκτικὴν αὐτῆς δύναμιν στύλους εἰρῆσθαι νόμισον. Τὸ γὰρ, Ἐπὶ θαλασσῶν ἐθεμελίωσεν αὐτήν, τί δηλοῖ, ἢ τὸ πάντοθεν περικεχύσθαι τῇ γῇ τὴν τοῦ ὕδατος φύσιν; Πῶς οὖν ῥυτὸν ὑπάρχον τὸ ὕδωρ καὶ ἐπὶ τὸ πρανὲς πεφυκὸς καταπίπτειν, μένει ἀπαιωρούμενον καὶ οὐδαμοῦ ἀπορρέον; Σὺ δὲ οὐ λογίζῃ ὅτι τὴν αὐτὴν ἢ καὶ ἔτι πλείονα ἀπορίαν τῷ λόγῳ παρέχει ἡ γῆ καθ᾿ ἑαυτὴν κρεμαμένη, βαρυτέρα τὴν φύσιν οὖσα. Ἀλλὰ ἀνάγκη, κἂν γῆν καθ᾿ ἑαυτὴν εἶναι δῶμεν, κἂν ἐπὶ τοῦ ὕδατος αὐτὴν ἀποσαλεύειν εἴπωμεν, μηδαμοῦ ἀναχωρεῖν τῆς εὐσεβοῦς διανοίας, ἀλλὰ πάντα ὁμοῦ συγκρατεῖσθαι ὁμολογεῖν τῇ δυνάμει τοῦ κτίσαντος. Ταῦτα οὖν χρὴ ἑαυτοῖς τε λέγειν, καὶ τοῖς διερωτῶσιν ἡμᾶς, ἐπὶ τίνος τὸ ἄπλετον τοῦτο καὶ ἀφόρητον τῆς γῆς ἐρήρεισται βάρος, ὅτι Ἐν τῇ χειρὶ τοῦ Θεοῦ τὰ πέρατα τῆς γῆς. Τοῦτο ἀσφαλέστατον ἡμῖν πρὸς νόησιν, καὶ ὠφέλιμον τοῖς ἀκούουσιν.

Ἤδη δέ τινες τῶν φυσικῶν καὶ τοιαύταις αἰτίαις τὴν γῆν ἀκίνητον μένειν κατακομψεύονται. Ὡς ἄρα διὰ τὸ τὴν μέσην τοῦ παντὸς εἰληφέναι χώραν, καὶ διὰ τὴν ἴσην πάντοθεν πρὸς τὸ ἄκρον ἀπόστασιν, οὐκ ἔχουσαν ὅπου μᾶλλον ἀποκλιθῇ, ἀναγκαίως μένειν ἐφ᾿ ἑαυτῆς, ἀδύνατον αὐτῇ παντελῶς τὴν ἐπί τι ῥοπὴν τῆς πανταχόθεν περικειμένης ὁμοιότητος ἐμποιούσης. Τὴν δὲ μέσην χώραν μὴ ἀποκληρωτικῶς τὴν γῆν, μηδὲ ἐκ τοῦ αὐτομάτου λαχεῖν, ἀλλὰ φυσικὴν εἶναι ταύτην τῇ γῇ καὶ ἀναγκαίαν τὴν θέσιν. Τοῦ γὰρ οὐρανίου σώματος τὴν ἐσχάτην χώραν ὡς πρὸς τὸ ἄνω κατέχοντος, ἅπερ ἂν, φησίν, ὑποθώμεθα βάρη ἐκπίπτειν ἀπὸ τῶν ἄνω, ταῦτα πανταχόθεν ἐπὶ τὸ μέσον συνενεχθήσεται. Ἐφ᾿ ὅπερ δ᾿ ἂν τὰ μέρη φέρηται, ἐπὶ τοῦτο καὶ τὸ ὅλον συνωσθήσεται δηλονότι. Εἰ δὲ λίθοι καὶ ξύλα καὶ τὰ γεηρὰ πάντα φέρεται πρὸς τὸ κάτω, αὕτη ἂν εἴη καὶ τῇ ὅλῃ γῇ οἰκεῖα καὶ προσήκουσα θέσις· κἄν τι τῶν κούφων φέρηται ἀπὸ τοῦ μέσου, δηλονότι πρὸς τὸ ἀνώτατον κινηθήσεται. Ὥστε οἰκεία φορὰ τοῖς βαρυτάτοις ἡ πρὸς τὸ κάτω· κάτω δὲ ὁ λόγος μέσον ἔδειξεν. Μὴ οὖν θαυμάσῃς εἰ μηδαμοῦ ἐκπίπτει ἡ γῆ, τὴν κατὰ φύσιν χώραν τὸ μέσον ἔχουσα. Πᾶσα γὰρ ἀνάγκη μένειν αὐτὴν κατὰ χώραν, ἢ παρὰ φύσιν κινουμένην τῆς οἰκείας ἕδρας ἐξίστασθαι. Τούτων δ᾿ ἄν σοι δοκῇ τι πιθανὸν εἶναι τῶν εἰρημένων, ἐπὶ τὴν οὕτω ταῦτα διαταξαμένην τοῦ Θεοῦ σοφίαν μετάθες τὸ θαῦμα. Οὐ γὰρ ἐλαττοῦται ἡ ἐπὶ τοῖς μεγίστοις ἔκπληξις, ἐπειδὰν ὁ τρόπος καθ᾿ ὃν γίνεταί τι τῶν παραδόξων ἐξευρεθῇ· εἰ δὲ μή, ἀλλὰ τό γε ἁπλοῦν τῆς πίστεως ἰσχυρότερον ἔστω τῶν λογικῶν ἀποδείξεων.

Τὰ αὐτὰ δὲ ταῦτα καὶ περὶ οὐρανοῦ εἴποιμεν, ὅτι πολυφωνότατοι πραγματεῖαι τοῖς σοφοῖς τοῦ κόσμου περὶ τῆς οὐρανίου φύσεως καταβέβληνται. Καὶ οἱ μὲν σύνθετον αὐτὸν ἐκ τῶν τεσσάρων στοιχείων εἰρήκασιν, ὡς ἁπτὸν ὄντα καὶ ὁρατόν, καὶ μετέχοντα γῆς μὲν διὰ τὴν ἀντιτυπίαν, πυρὸς δέ, διὰ τὸ καθορᾶσθαι, τῶν δὲ λοιπῶν, διὰ τὴν μίξιν. Οἱ δὲ τοῦτον ὡς ἀπίθανον παρωσάμενοι τὸν λόγον, πέμπτην τινὰ σώματος φύσιν εἰς οὐρανοῦ σύστασιν οἴκοθεν καὶ παρ᾿ ἑαυτῶν ἀποσχεδιάσαντες ἐπεισήγαγον. Καὶ ἔστι τι παρ᾿ αὐτοῖς τὸ αἰθέριον σῶμα, ὃ μήτε πῦρ, φησὶ, μήτε ἀὴρ, μήτε γῆ, μήτε ὕδωρ, μήτε ὅλως ὅπερ ἓν τῶν ἁπλῶν· διότι τοῖς μὲν ἁπλοῖς οἰκεία κίνησις ἡ ἐπ᾿ εὐθείας, τῶν μὲν κούφων ἐπὶ τὸ ἄνω φερομένων, τῶν δὲ βαρέων ἐπὶ τὸ κάτω. Οὔτε δὲ τὸ ἄνω καὶ τὸ κάτω τῇ κυκλικῇ περιδινήσει ταὐτόν· καὶ ὅλως τὴν εὐθεῖαν πρὸς τὴν ἐν τῷ κύκλῳ περιφορὰν πλείστην ἀπόστασιν ἔχειν. Ὧν δὲ αἱ κατὰ φύσιν κινήσεις παρηλλαγμέναι τυγχάνουσιν, τούτων ἀνάγκη, φασὶ, παρηλάχθαι καὶ τὰς οὐσίας. Ἀλλὰ μὴν οὐδὲ ἐκ τῶν πρώτων σωμάτων, ἃ δὴ στοιχεῖα καλοῦμεν, σύνθετον εἶναι δυνατὸν ἡμῖν ὑποθέσθαι τὸν οὐρανόν, τῷ τὰ ἐκ διαφόρων συγκείμενα μὴ δύνασθαι ὁμαλὴν καὶ ἀβίαστον ἔχειν τὴν κίνησιν, ἑκάστου τῶν ἐνυπαρχόντων ἁπλῶν τοῖς συνθέτοις ἄλλην καὶ ἄλλην ὁρμὴν παρὰ τῆς φύσεως ἔχοντος. Διὸ πρῶτον μὲν καμάτῳ συνέχεται ἐν τῇ συνεχεῖ κινήσει τὰ σύνθετα, διὰ τὸ μίαν κίνησιν μὴ δύνασθαι πᾶσιν εὐάρμοστον εἶναι καὶ φίλην τοῖς ἐναντίοις· ἀλλὰ τὴν τῷ κούφῳ οἰκείαν, πολεμίαν εἶναι τῷ βαρυτάτῳ. Ὅταν μὲν γὰρ πρὸς τὰ ἄνω κινώμεθα, βαρυνόμεθα τῷ γεώδει· ὅταν δὲ πρὸς τὰ κάτω φερώμεθα, βιαζόμεθα τὸ πυρῶδες, παρὰ φύσιν αὐτὸ πρὸς τὸ κάτω καθέλκοντες. Ἡ δὲ πρὸς τὰ ἐναντία διολκὴ τῶν στοιχείων, διαπτώσεώς ἐστιν ἀφορμή. Τὸ γὰρ ἠναγκασμένον καὶ παρὰ φύσιν, ἐπ᾿ ὀλίγον ἀντισχόν, καὶ τοῦτο βιαίως καὶ μόλις, ταχὺ διελύθη εἰς τὰ ἐξ ὧν συνετέθη, ἑκάστου τῶν συνελθόντων πρὸς τὴν οἰκείαν χώραν ἐπανιόντος. Διὰ μὲν δὴ ταύτας, ὥς φασι, τῶν λογισμῶν τὰς ἀνάγκας, τοὺς τῶν προαγόντων ἀθετήσαντες λόγους, οἰκείας ὑποθέσεως ἐδεήθησαν οἱ πέμπτην σώματος φύσιν εἰς τὴν οὐρανοῦ καὶ τῶν κατ᾿ αὐτὸν ἀστέρων γένεσιν ὑποτιθέμενοι. Ἄλλος δέ τις τῶν σφριγώντων κατὰ πιθανολογίαν ἐπαναστὰς πάλιν τούτοις, ταῦτα μὲν διέχεε καὶ διέλυσεν, οἰκείαν δὲ παρ᾿ ἑαυτοῦ ἀντεισήγαγε δόξαν. Περὶ ὧν νῦν λέγειν ἐπιχειροῦντες, εἰς τὴν ὁμοίαν αὐτοῖς ἀδολεσχίαν ἐμπεσούμεθα. Ἀλλ᾿ ἡμεῖς ἐκείνους ὑπ᾿ ἀλλήλων ἐάσαντες καταβάλλεσθαι, αὐτοὶ τοῦ περὶ τῆς οὐσίας ἀφέμενοι λόγου, πεισθέντες Μωϋσεῖ, ὅτι Ἐποίησεν ὁ Θεὸς τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν, τὸν ἀριστοτέχνην τῶν σοφῶς καὶ ἐντέχνως γενομένων δοξάσωμεν, καὶ ἐκ τοῦ κάλλους τῶν ὁρωμένων τὸν ὑπέρκαλον ἐννοώμεθα, καὶ ἐκ τοῦ μεγέθους τῶν αἰσθητῶν τούτων καὶ περιγραπτῶν σωμάτων ἀναλογιζώμεθα τὸν ἄπειρον καὶ ὑπερμεγέθη καὶ πᾶσαν διάνοιαν ἐν τῷ πλήθει τῆς ἑαυτοῦ δυνάμεως ὑπερβαίνοντα. Καὶ γὰρ εἰ καὶ τὴν φύσιν ἀγνοοῦμεν τῶν γενομένων, ἀλλὰ τό γε ὁλοσχερῶς ὑποπῖπτον ἡμῶν τῇ αἰσθήσει τοσοῦτον ἔχει τὸ θαῦμα, ὥστε καὶ τὸν ἐντρεχέστατον νοῦν ἐλάττονα ἀναφανῆναι τοῦ ἐλαχίστου τῶν ἐν τῷ κόσμῳ, πρὸς τὸ ἢ δυνηθῆναι αὐτὸ κατ᾿ ἀξίαν ἐπεξελθεῖν, ἢ τὸν ὀφειλόμενον ἔπαινον ἀποπληρῶσαι τῷ κτίσαντι· ᾧ πᾶσα δόξα, τιμὴ καὶ κράτος, εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)

Η «Εξαήμερος» του Μεγάλου Βασιλείου αποτελεί ένα από τα σπουδαιότερα έργα της Πατερικής Γραμματείας. Αποτελείται από εννέα λόγους που εκφωνήθηκαν στην Καισάρεια, πιθανόν κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Είναι ένας υπομνηματισμός στα πρώτα κεφάλαια της Γένεσης. Δυστυχώς σε αυτό δεν περιλαμβάνεται ομιλία που να αναφέρεται στη δημιουργία του ανθρώπου (Σχετικό έργο που χρησιμοποιεί το όνομα του Μεγάλου Βασιλείου είναι ψευδεπίγραφο).

ΠΗΓΗ http://users.uoa.gr/

Posted in religious themes | Tagged , , , , | Leave a comment

PHAINEITAI TO ERCHOMENON PHAOS,TOU PHANEETOS BAPTIZOMENOU (I)

 Baptism for the Dead in Early Christianity

In the first part of this series,1 we established that apocalyptic Christian writers were deeply concerned about the fate of those who had no chance to receive the gospel in this life. They felt that an eternal condemnation meted out to these souls—simply because they had not accepted the inaccessible—was not in keeping with their understanding of a merciful God.

This concern is the crux of the soteriological problem of evil, which is best stated as a logically inconsistent triad: (1) God is perfectly loving and just, desiring that all his children be saved; (2) salvation comes only through an individual’s acceptance of Christ’s salvific gifts in this life; and (3) countless numbers of God’s children have died without having a chance to hear about, much less accept, Christ’s salvific gifts.2 Surely, the God of mercy would offer salvation to all; according to some early apocalyptic Jewish and Christian writers, he has. Apocalyptic Jews taught that eternal damnation was a punishment reserved for fallen archangels and wicked men,3 while righteous Gentiles would be spared such tortures.4 However, this solution did not fully mitigate the soteriological problem of evil; righteous Gentiles, although escaping endless punishment, would not share in the exaltation of the covenant people.

Some early Christians, on the other hand, provided a more thorough solution than the said Jewish predecessors. They taught that righteous individuals could receive the gospel in the next life through postmortem evangelization, a work initiated by Jesus’s descent into hell “to save those who had not known him on earth.” 5 However, some did not believe that postmortem acceptance of the gospel was sufficient to ensure the salvation of the deceased but that it must also be accompanied by vicarious ordinance work, a belief implicit in their involvement in baptisms for the dead.

In this paper we will provide evidence that the practice of baptism for the dead existed in some early Christian6communities. We do not attempt to prove that baptism for the dead is a true teaching. This cannot be demonstrated by historical research. We intend only to trace the history of proxy baptism in early Christianity and the theological rationale for its practice. To support our thesis, we will show that early Christians, including New Testament writers, taught that baptism is essential to salvation. Because of this belief, vicarious baptisms were performed to ensure that the unbaptized dead would not be denied access to salvation. Next, we examine 1 Corinthians 15:29, arguing that metaphorical interpretations of this passage are ultimately unconvincing. Instead, we support what some modern scholars refer to as the “majority reading,” 7 which understands 15:29 as a reference to vicarious baptism. Third, we explore the possible origins of the practice by examining the texts that teach doctrines closely related to baptism for the dead. And, finally, we detail the historical practice of proxy baptisms by early Christian communities now labeled “heretical.” We argue, however, that retroactively measuring ancient Christian practices by later standards of orthodoxy is misguided and that we must, therefore, independently reexamine practices traditionally considered heretical.

Before setting out and assessing historical evidence for early Christian practice of proxy baptisms for the dead, an important caveat is in order: though Joseph Smith believed that first-century Christians performed proxy baptisms,8 the modern Latter-day Saint practice is not grounded on historical precedent. Rather, as we will detail in the last part of this series, it is based on modern revelation.

Baptismal Theology of the New Testament and Patristic Literature

Proxy baptisms are based on the conviction that the sacrament of baptism is necessary for salvation. Accordingly, we will look at the teachings of New Testament and patristic writers regarding the necessity of this sacred ordinance. These writers taught that baptism was essential for forgiveness of sins and for entrance into the church and into heaven. Indeed, according to Everett Ferguson in his highly respected study of early Christian liturgy, Christians through the first five centuries believed that baptism “effects salvation, forgiveness of sins, freedom from the rule of sin and death, purification, and washing.” 9

Three main arguments from the New Testament support the essential nature of baptism. First, Christ himself is baptized, signifying the necessity for Christians to receive the same. Second, there are pivotal verses of scripture, such as John 3:5, Mark 16:14–16, and Matthew 28:19, which, according to some scholars, affirm the necessity of baptism for salvation. Third, throughout the book of Acts, baptism is without question the rite of initiation that all converts must undergo. According to Acts, this rite assures the convert a remission of sins and links them to Christ.

The synoptic Gospels all attest to the fact that Christ was baptized by John in order to “fulfill all righteousness” (Matthew 3:13–17; cf. Mark 1:9; Luke 3:21). W. F. Albright and C. S. Mann explain Christ’s baptism in relation to Matthew’s goal of showing Christ’s fulfillment of ancient scriptural prophecies. These scholars explain the term fulfill all righteousness as a reference to the “fulfillment of those Scriptures in which those demands are set out—law, prophets, writings. In any event, the baptism administered by John was a direct response to the will of God, and so the Messiah must submit to it.” 10 Thus Christ’s baptism, for Matthew, fulfilled both divine commands and ancient scripture (notably Isaiah 43:2 and Psalm 2:7). The Oxford Bible Commentary suggests that Matthew’s account demonstrates this fulfillment of both commands and scripture by focusing on the apocalyptic vision that Christ receives upon baptism, in which God affirms Jesus as his Son and the Holy Ghost descends as a dove.11 A few Christian authors such as Hilary, Theodore of Mopsuestia, Chromatius, and Cyril of Alexandria declare Christ’s baptism as the example for Christians to follow, that they may receive salvation and remission of sins.12 Although no New Testament text explicitly confirms the point, Jesus’s baptism likely became the foundation for later Christian baptism.13

Christ’s example of baptism is not alone in signaling the necessity of the ordinance. Mark 16:15–16 declares a similar sentiment: “And he said unto them, Go ye into all the world, and preach the gospel to every creature. He that believeth and is baptized shall be saved; but he that believeth not shall be damned.” It is quite certain that this passage was added to the text by a later author.14 Nonetheless, it still corroborates the doctrine of baptism, as it was added by a Christian who obviously believed baptism was salvifically requisite. This addition was added before AD 185, as it is quoted by Irenaeus 15 and perhaps may be referenced earlier by Justin.16 Regardless, a Christian of the first or second century inserted these verses, and they were taken as canon by many Christians following thereafter.

Matthew’s Gospel records that the risen Christ instructs the apostles: “Go ye therefore, and teach all nations, baptizing them in the name of the Father, and of the Son, and of the Holy Ghost: Teaching them to observe all things whatsoever I have commanded you: and, lo, I am with you alway, even unto the end of the world. Amen” (Matthew 28:19). According to Matthew, then, one of the duties of the apostles was to teach and baptize all nations.

Professor Ulrich Luz notes in his commentary on these verses that “the task of ‘making disciples’ of the nations involves first of all the command to baptize. Since baptism is the sign that all Christians have in common, the command to baptize is a confession of the whole church.” 17 He further explains, “It is certain that with their baptism the newly won disciples of Jesus follow the example of Jesus who also submitted to baptism (3:13–17). Just as in so doing he ‘fulfilled all righteousness,’ they too follow him onto the way of righteousness.” 18 Matthew’s account of Christ’s ministry thus begins and ends 19 with a call to baptism—first with the example of Christ’s own baptism in the third chapter of the work and finally with the risen Lord’s dramatic commission to go to “all nations” and baptize those who will believe and follow. Ferguson notes that “early Christians commonly based their practice of baptism on the dominical command of Matthew 28:19 and on the Lord’s example.”20

John 3:5, when read straightforwardly, explicitly indicates that baptism by water is essential for “entrance into the kingdom of heaven.” Many Christian authors and writings from the early centuries—including Tertullian,21 Justin Martyr,22 Ambrose,23 Irenaeus,24 Cyprian,25 and the Seventh Council of Carthage 26—cite John 3:5 as evidence for the necessity of baptism for salvation. Tertullian, for example, boldly declares: “The prescript is laid down that ‘without baptism, salvation is attainable by none’ (chiefly on the ground of that declaration of the Lord, who says, ‘Unless one be born of water, he hath not life’).” 27 Modern scholars may disagree about the proper interpretation of John 3:5,28 but many prominent early church writers unequivocally read 3:5 as affirming that baptism is necessary for salvation.

Finally, Christian history lends support to our claim that baptism was considered necessary. Throughout the book of Acts and the writings of the church fathers, baptism is viewed as the mandatory initiation rite for converts into Christendom. Acts 2:38; 8:12, 38; 9:18; 10:48; 16:14–15, 30–34; 18:8; and 22:16 all present historical evidence that whenever a group of people were converted to Christianity baptism was the ordinance that initiated them into the faith. Lars Hartman, in the Anchor Bible Dictionary, notes, “It [Baptism] is treated as the undisputed initiation rite of the Church . . . baptism is mentioned as a natural step in connection with people’s acceptance of the message about Christ, i.e., becoming believers; . . . baptism was practised from the very beginning in the early church.” 29 It further explains that, in Acts, “entering the Christian community through faith and baptism means to be ‘saved’ (2:40; 11:14; 16:30–31).” 30 Acts 2:38 is quite explicit in tying baptism with forgiveness of sins: “then Peter said unto them, repent, and be baptized every one of you in the name of Jesus Christ for the remission of sins.” This verse illustrates the Lukan understanding of what it means to convert to Christianity: “Those who receive the apostolic message, recognize Jesus as Lord and Messiah, repent, and are baptized in his name receive forgiveness, the Holy Spirit, and salvation.” 3

The Shepherd of Hermas reiterates that baptism is essential for a Christian. It says, “some teachers maintain that there is no other repentance than that which takes place, when we descended into the water and received remission of our former sins. . . . that [is] sound doctrine which you heard; for that is really the case.” 32 In addition to the patristic fathers mentioned above in relation with John 3:5, Clement of Alexandria,33 Firmilian,34Victorinus,35 Cyril of Jerusalem,36 John Chrysostom,37 Augustine,38 and Barnabas 39 affirm the necessity of baptism for salvation, repentance, remission of sins, begetting sons of God, or some other purpose which Christians mustreceive.

Other writings by Christian gnostics show a similar viewpoint. The Tripartite Tractate indicates that “there is no other baptism apart from this one alone, which is the redemption into God, Father, Son and Holy Spirit.” 40 TheGospel of Philip teaches that “when speaking of baptism they say, ‘Baptism is a great thing,’ because if people receive it, they will live.” 41 Marcion and his followers, who were not properly gnostics, seem to have viewed baptism similarly and did not deviate much from what became the orthodox view on this issue.42

The New Testament, early Christian literature, and Christian history all affirm that many early Christians viewed baptism as essential for entrance into the kingdom of God. Everett Ferguson concludes, “Although in developing the doctrine of baptism different authors had their particular favorite descriptions, there is a remarkable agreement on the benefits received in baptism. And these are present already in the New Testament texts. Two fundamental blessings are often repeated: the person baptized received forgiveness of sins and the gift of the Holy Spirit.” 43From such belief, the doctrine of vicarious baptism was a natural corollary. Apparently, the earliest group mentioned to perform this sacrament for the dead is the Christian community at Corinth.

Exegesis of 1 Corinthians 15:29

Ἐπεὶ τί ποιήσουσιν οἱ βαπτιζόµενοι ὑπὲρ τῶν νεκρῶν; εἰ ὅλως νεκροὶ οὐκ ἐγείρονται, τί καὶ βαπτίζονται ὑπὲρ τῶν νεκρῶν.44

Else what shall they do which are baptized for the dead? If the dead rise not at all, why are they then baptized for the dead? 45

Paul’s mention of the Corinthian practice of baptism for the dead has long troubled many Christians. A plain, matter-of-fact reading of 15:29 clearly speaks of vicarious baptism, but many scholars are unconvinced that such a reading is best. Indeed, scholarly consideration of this verse has produced more than two hundred variant readings. However, if the simplest reading were not so much at variance with modern baptismal theology, we would not expect the abundance of interpretations that attempt to remove this teaching from the New Testament or to portray it as an anomaly. We will review those interpretations of 15:29 which scholarly consensus judges most credible. Significantly, of this subset, vicarious baptism is the reading supported by the majority of scholars.46

We will focus on three main words in the verse while interpreting its meaning: βαπτίζω (baptizō / baptized),47 ὑπὲρ(hyper / for),48 and νεκρῶν (nekrōn / dead).49 Those who do not view the baptism of 15:29 as referring to a vicarious ordinance provide alternative readings for each of the aforementioned words. Following the analysis of these words, we will turn our attention to variant punctuations that seek to make 15:29 read as ordinary, as opposed to vicarious, baptism. This task is especially pertinent in that there is no punctuation in extant copies of New Testament documents.

Baptizō spoken metaphorically. Scholars who treat the baptism spoken of in 1 Corinthians 15:29 as figurative have largely based their interpretation on the meaning of baptizō. For example, St. Robert Bellarmine (1542–1621) writes:

It is therefore the true and genuine explanation that the Apostle speaks concerning the baptism of tears and penance which one receives by praying, fasting, and giving alms, etc. And the sense is “What will those who are baptized for the dead do if the dead do not rise?” That is, what will they do who pray, fast, grieve, and afflict themselves for the dead if the dead do not rise? In this way Ephraem in his book “Testamentum,” Peter the Venerable in his “Contra Petrobrusianos,” Dionysius, and others explain this passage.50

Bellarmine understands baptizō not as a reference to the Christian baptismal sacrament, but as other works done for the dead. This is a significant interpretation for adherents of Catholicism since this understanding lends scriptural support to their concept of purgatory and the works of penance that release the souls bound there. Interestingly, though, such a reading does not discredit the ideas upon which baptism for the dead rest. Even if the verse is taken metaphorically, the works of penance and the release of souls from purgatory are literal. There is common ground between the LDS and Catholic views of vicarious works. Both imply that the living can perform acts to help the deceased in their postmortal advancement.51

However, any metaphorical interpretation of baptizō seems inconsistent with the body of Pauline literature and with the New Testament as a whole. T. J. Conant, after conducting a thorough analysis of the use of the wordbaptism in biblical and patristic literature, concludes that baptism almost always refers to the Christian sacrament of immersion, the only exceptions being Mark 10:38–39 and Luke 12:50.52 Conant also notes that many commentators have viewed 1 Corinthians 15:29 in reference to the baptismal rite, which reading he neither condones nor condemns.53 So, while a figurative reading has some precedence, the literal reading is much more common.

When viewed in the context of Pauline literature as a whole, baptizō is consistently used in a literal sense (that is, to refer to sacramental immersion). Paul makes reference to baptism in Colossians 2:12; Hebrews 6:2; Romans 6:3, 4; Galatians 3:27; 1 Corinthians 1:13, 14, 15, 16 (twice), 17; 10:2; 12:13; and 15:29 (twice), for a total of fifteen times. In each of the other thirteen usages (excluding 15:29) baptizō is used literally. Michael F. Hull points out that “in all, each and every one of these eight instances of βαπτίζω in 1 Corinthians is to be read literally.” 54 Hull concludes, “What of the two instances of baptizō in 15:29? Given Paul’s other uses of the term, and especially his use thereof in 1 Corinthians, we can read them only in like manner. There is no compelling reason to do otherwise.” 55

It seems difficult to interpret baptizō in any way other than literally in 15:29.56 If taken literally, the Corinthian community was practicing actual baptism. However, this alone is not sufficient evidence to conclude that these baptisms were being performed vicariously for the dead.57 Instead, we must view the meaning of ὑπὲρ in context with νεκρῶν to fully comprehend the meaning of the verse.

1 Corinthians 15:29 as ordinary baptism, an alternative reading of ὑπὲρ and νεκρῶν. A frequent interpretation of 15:29 among scholars is that of baptism in its literal sense but not performed on behalf of the dead. To maintain such a reading, the standard usage of the Greek preposition ὑπὲρ (hyper) or of the adjective νεκρῶν (nekrōn) must be altered.

John D. Reaume, who championed an alternative reading of hyper, stated that “the understanding of the preposition ὑπὲρ and the resulting theological implications are the decisive issues in this crux interpretum.” 58 The way the preposition is read determines whether vicarious or ordinary baptism is meant. Most scholars who subscribe to such an approach feel that 15:29 is a reference to “baptism by example.”

Maria Raeder believes that in 15:29 Paul refers to Corinthians who desired to undergo ordinary baptism for themselves so they could join with their deceased loved ones in the hereafter. She believed that such a practice was motivated not by faith in Christ, but by a hope to inherit heaven, a less than fully honorable observance of the Christian sacrament.59 Central to Raeder’s position is to render hyper in a final sense,60 giving the verse a sense of finality or, rather, for what goal or for what purpose some action is being performed. In this light, the verse now refers to a “baptism by example” in which the catechumen is compelled to baptism by the example of the dead.

In reference to Raeder’s translation of ὑπὲρ in its final sense, Joel R. White characterizes Raeder’s concept as “pure conjecture; there is no historical or biblical evidence for any such practice anywhere in the ancient world.” 61Second, he regards her reading as “unrelated to the context” of Paul’s letter as a whole.62

White, in opposition to Raeder, feels that hyper should be read in its causal sense.63 He interprets nekrōn as a figurative reference to the apostles and their persecution unto death. Consequently, he translates 1 Corinthians 15:29 in the following manner: “Otherwise what will those do who are being baptized on account of the dead (that is, the dead, figuratively speaking; that is, the apostles)? For if truly dead persons are not raised, why at all are people being baptized on account of them (that is, the apostles)?” 64 White suggests that Paul considers himself as one of the “dead,” due to the persecutions that accompany apostleship.

(TO BE CONTINUED)

David L. Paulsen, and Brock M. Mason

David L. Paulsen is a professor of philosophy at BYU. Brock M. Mason is an undergraduate at BYU and is double majoring in philosophy and ancient Near Eastern studies. The authors gratefully thank Laura Rawlins, Shirley Ricks, Aaron Tress, George Scott, and James Siebach for their skillful editing and the College of Humanities and the Maxwell Institute for their generous funding. The authors would also like to thank Judson Burton who was largely responsible for the exegetical section of this paper. Thanks also to at least three unnamed reviewers for their careful critiques of earlier drafts of this paper. The paper is stronger for their inputs.

Notes

1. David L. Paulsen, Roger D. Cook, and Kendel J. Christensen, “The Harrowing of Hell: Salvation for the Dead in Early Christianity,” Journal of the Book of Mormon and Other Restoration Scripture 19/1 (2010): 56–77. The final part will cover the restoration of the doctrine of the redemption of the dead.

2. Paulsen, Cook, and Christensen, “Harrowing of Hell,” 57–58.

3. 1 Enoch 90:20–27, where the fallen angels, along with the “seventy shepherds” (likely wicked kings) are thrown into the “fiery abyss . . . in the middle of the earth.” Taken from George W. E. Nickelsburg and James C. VanderKam, 1 Enoch: A New Translation (Minneapolis: Fortress, 2004), 134–35.

4. 1 Enoch 90:28–32; the Gentiles are subservient to the exalted Jews, “worshiping [them] and making petition to them and obeying them in everything.” However, unlike the fallen angels and the “seventy shepherds,” they are not cast into the abyss. See further Paulsen, Cook, and Christensen, “Harrowing of Hell,” 60.

5. Gardiner M. Day, The Apostles’ Creed: An Interpretation for Today (New York: Scribner’s Sons, 1963), 81. The Apostles Creed, “next to the Constantinopolitan Creed, [is] the most important confessional formulary in Christendom.” The specific phrase included in the creed concerning Christ’s descent into hell “was a commonplace of Christian teaching from the earliest times. . . . Two broad, often intermingling streams of interpretation [about the descent] can be distinguished. According to one, Christ was active during the mysterious three days preaching salvation, or else administering baptism, to the righteous of the old Covenant, according to the other, He performed a triumphant act of liberation on their behalf.” J. N. D. Kelly, Early Christian Creeds (New York: McKay, 1972), 368, 379, 380, emphasis added. The descent of Christ was an early teaching of Christianity, and it was viewed, by some, as bringing salvation and baptism to those unable to achieve it in their own lifetime.

6. By “early Christians” we mean Christians from the first through the fifth centuries.

7.”Majority reading,” as these scholars use it, does not mean more than half of scholars support it but that more scholars support it than any single alternative reading.

8. History of the Church, 4:231.

9. Everett Ferguson, Baptism in the Early Church: History, Theology, and Liturgy in the First Five Centuries (Grand Rapids, MI: Eerdmans, 2009), 197.

10. W. F. Albright and C. S. Mann, Matthew: Introduction, Translation, and Notes (New York: Doubleday, 1971), 31–32.

11. The Oxford Bible Commentary, ed. John Barton and John Muddiman (Oxford: Oxford University Press, 2001), 851.

12. For Hilary, Theodore of Mopsuestia, and Chromatius, see Ancient Christian Commentary on Scripture: Matthew 1–13 (Downers Grove, IL: InterVarsity, 2001), 50–53. For Cyril of Alexandria, see Ancient Christian Commentary on Scripture: Luke (Downers Grove, IL: InterVarsity, 2003), 66–67.

13. Ferguson, Baptism in the Early Church, 115.

14. Joel Marcus, Mark 8–16 (New Haven: Yale University Press, 2009), 1088–89. “Most scholars agree that 16:9–20 is non-Markan. . . . These verses are found in the overwhelming majority of manuscripts and in all major manuscript families and are attested already by Irenaeus (Against Heresies 3.10.5) in 185 C.E. and perhaps, even earlier, by Justin (1 Apology 45, around 155 C.E.). But they were almost certainly not penned by Mark, nor were they the original ending of the Gospel. Matthew and Luke follow Mark’s narrative closely up to 16:8, whereas beyond it they diverge radically, suggesting that their version of Mark did not contain anything subsequent to 16:8. Verses 9–20, moreover, do not exist in our earliest and best Greek manuscripts, Sinaiticus and Vaticanus, both of which terminate at 16:8, as do the Sinaitic Syriac, about a hundred Armenian manuscripts, the two oldest Georgian manuscripts (from 897 and 913 C.E.), and all but one manuscript of the Sahidic Coptic.”

15. Irenaeus, Against Heresies 3.10.5.

16. Justin, First Apology 45.

17. Ulrich Luz, Matthew 21–28: A Commentary (Minneapolis: Fortress, 2005), 631.

18. Luz, Matthew 21–28, 632.

19. “Matthew is the only gospel which has anything that can properly be called an ending. . . . This final paragraph of Matthew’s gospel looks forward to the continuing work of the Messianic community, making explicit what has already been hinted elsewhere about a mission to those outside the Old Covenant community of Israel.” Albright and Mann, Matthew, 361.

20. Ferguson, Baptism in the Early Church, 276–77.

21. “For the law of baptizing has been imposed, and the formula prescribed: ‘Go,’ He saith, ‘teach the nations, baptizing them into the name of the Father, and of the Son, and of the Holy Spirit.’ The comparison with this law of that definition, ‘Unless a man have been reborn of water and Spirit, he shall not enter into the kingdom of the heavens,’ has tied faith to the necessity of baptism. Accordingly, all thereafter who became believers used to be baptized.” Tertullian, On Baptism 13, in Ante-Nicene Fathers, 3:676, emphasis deleted. It is further reiterated: “When, however, the prescript is laid down that ‘without baptism, salvation is attainable by none’ (chiefly on the ground of that declaration of the Lord, who says, ‘Unless one be born of water, he hath not life.'” Tertullian, On Baptism 12, in Ante-Nicene Fathers, 3:674–75.

22. “As many as are persuaded and believe that what we teach and say is true, . . . [these] are brought by us where there is water, and are regenerated in the same manner in which we were ourselves regenerated. For in the name of God, the Father and Lord of the universe, and of our Saviour Jesus Christ, and of the Holy Spirit, they then receive the washing with water. For Christ also said, ‘Except ye be born again, ye shall not enter into the kingdom of heaven.’ Now, that it is impossible for those who have once been born to enter into their mothers’ wombs, is manifest to all. And how those who have sinned and repent shall escape their sins, is declared by Esaias the prophet, . . . ‘Wash you, make you clean; put away the evil of your doings from your souls; learn to do well; judge the fatherless, and plead for the widow: and come and let us reason together, saith the Lord. And though your sins be as scarlet, I will make them white like wool; and though they be as crimson, I will make them white as snow.'” Justin Martyr, First Apology 61, in Ante-Nicene Fathers, 1:183.

23. “Who is he who is born of the Spirit, and is made Spirit, but he who is renewed in the Spirit of his mind? This certainly is he who is regenerated by water and the Holy Spirit, since we receive the hope of eternal life through the laver of regeneration and renewing of the Holy Spirit. And elsewhere the Apostle Peter says: ‘Ye shall be baptized with the Holy Spirit.’ For who is he that is baptized with the Holy Spirit but he who is born again through water and the Holy Spirit? Therefore the Lord said of the Holy Spirit, Verily, verily, I say unto thee, except a man be born again by water and the Spirit, he cannot enter into the kingdom of God. And therefore He declared that we are born of Him in the latter case, through Whom He said that we were born in the former. This is the sentence of the Lord; I rest on what is written, not on argument.” Ambrose, Of the Holy Spirit 3.10.64, in Nicene and Post-Nicene Fathers, series 2, ed. Philip Schaff and Henry Wace (Peabody, MA: Hendrickson, 1994), 10:144.

24. “‘And dipped himself,’ says [the Scripture], ‘seven times in Jordan.’ It was not for nothing that Naaman of old, when suffering from leprosy, was purified upon his being baptized, but [it served] as an indication to us. For as we are lepers in sin, we are made clean, by means of the sacred water and the invocation of the Lord, from our old transgressions; being spiritually regenerated as new-born babes, even as the Lord has declared: ‘Except a man be born again through water and the Spirit, he shall not enter into the kingdom of heaven.'” Fragments from the Lost Writings of Irenaeus 34, in Ante-Nicene Fathers, 1:574, brackets in original.

25. “That unless a man have been baptized and born again, he cannot attain unto the kingdom of God. In the Gospel according to John: ‘Except a man be born again of water and the Spirit, he cannot enter into the kingdom of God. For that which is born of the flesh is flesh; and that which is born of the Spirit is spirit.’ Also in the same place: ‘Unless ye eat the flesh of the Son of man, and drink His blood, ye shall not have life in you.'” Treatises of Cyprian: Testimonies 25, in Ante-Nicene Fathers, 5:542.

26. “And in the Gospel our Lord Jesus Christ spoke with His divine voice, saying, ‘Except a man be born again of water and the Spirit, he cannot enter the kingdom of God.’ This is the Spirit which from the beginning was borne over the waters; for neither can the Spirit operate without the water, nor the water without the Spirit. Certain people therefore interpret for themselves ill, when they say that by imposition of the hand they receive the Holy Ghost, and are thus received, when it is manifest that they ought to be born again in the Catholic Church by both sacraments. Then indeed they will be able to be sons of God, as says the apostle: ‘Taking care to keep the unity of the Spirit in the bond of peace. There is one body, and one Spirit, as ye have been called in one hope of your calling; one Lord, one faith, one baptism, one God.’ All these things speaks the Catholic Church.” The Seventh Council of Carthage under Cyprian, in Ante-Nicene Fathers, 5:566. This is an interesting variation on the theme that baptism is essential for salvation. Here, instead of mentioning the remission of sins, regeneration, or salvation, as the other authors do, the council refers to the saints becoming “sons of God” through baptism.

27. Tertullian, On Baptism 12, in Ante-Nicene Fathers, 3:674–75.

28. Ferguson, Baptism in the Early Church, 142–45. Ferguson here surveys the arguments about the meaning and legitimacy of John 3:5, ultimately concluding that “John 3:5 provides a combination of the ideas of baptism, sonship (new birth), and the presence of the Holy Spirit” (p. 145).

29.Lars Hartman, “Baptism,” in The Anchor Bible Dictionary, ed. David Noel Freedman (New York: Doubleday, 1992), 1:590, 585.

30. Hartman, “Baptism,” 590.

31. Ferguson, Baptism in the Early Church, 170.

32. Shepherd of Hermas, commandment 4.3, in Ante-Nicene Fathers, 2:22.

33. “Being baptized, we are illuminated; illuminated, we become sons. . . . This work is variously called grace, and illumination, and perfection, and washing: washing, by which we cleanse away our sins; grace, by which the penalties accruing to transgressions are remitted; illumination, by which that holy light of salvation is beheld, that is, by which we see God clearly.” Further, “we who are baptized, having wiped off the sins that obscure the light of the Divine Spirit, have the eye of the spirit free, unimpeded, and full of light, by which alone we contemplate the Divine, the Holy Spirit flowing down to us from above.” Clement of Alexandria, The Pegagogue 1.6, in Ante-Nicene Fathers, 2:215, 216.

34. “The second birth, which occurs in baptism, begets sons of God.” Epistle to Cyprian 74.14, in Ante-Nicene Fathers, 5:393.

35. “They ask that their reproach may be taken away—that is, that they may be cleansed from their sins: for the reproach is the original sin which is taken away in baptism, and they begin to be called Christian men.” Victorinus,Commentary on the Apocalypse of the Blessed John 1.16, in Ante-Nicene Fathers, 7:346.

36. “If any man receive not Baptism, he hath not salvation; except only Martyrs, who even without the water receive the kingdom.” Catechetical Lectures 3.10, in Nicene and Post-Nicene Fathers, series 2, 7:16.

37. Referencing John 3:5 and baptism: “What he declares is this: ‘Thou sayest that it is impossible, I say that it is so absolutely possible as to be necessary, and that it is not even possible otherwise to be saved.'” Homilies on St. John 25, in Nicene and Post-Nicene Fathers, series 1, ed. Philip Schaff (Peabody, MA: Hendrickson, 1994), 14:87.

38. “In three ways then sins are remitted in the Church; by Baptism, by prayer, by the greater humility of penance; yet God doth not remit sins but to the baptized.” Augustine, Sermons to Catechumens on the Creed7:16, in Nicene and Post-Nicene Fathers, series 1, 3:375. Further, “[According to] apostolic tradition, . . . the Churches of Christ hold inherently that without Baptism and participation at the table of the Lord it is impossible for any man to attain either to the kingdom of God or to salvation and life eternal[.] This is the witness of Scripture too.” Augustine, Forgiveness and the Just Deserts of Sin, and the Baptism of Infants 1.24.34, in The Faith of the Early Fathers, vol. 3, trans. William A. Jurgens (Collegeville, MN: Liturgical Press, 1979), 91.

39. Blessed are they who, placing their trust in the cross, have gone down into the water. . . . We indeed descend into the water full of sins and defilement, but come up, bearing fruit in our heart, having the fear [of God] and trust in Jesus in our spirit.” Epistle of Barnabas 11, in Ante-Nicene Fathers, 1:144, brackets in original.

40. Tripartite Tractate I,5, 127, 28–32, in The Nag Hammadi Library in English, ed. James M. Robinson, trans. Harold W. Attridge and Dieter Mueller (San Francisco: Harper & Row, 1988), 99.

41. Gospel of Philip II,3, 73, 5–8, trans. Wesley W. Isenberg, in Robinson, Nag Hammadi Library, 153.

42. See Ferguson, Baptism in the Early Church, 276–77.

43. Ferguson, Baptism in the Early Church, 854.

44. The Textus Receptus, which stems from Erasmus’s 1516 Greek version of the New Testament (and ultimately from Theodore Beza’s 1598 Greek New Testament), is considered by many to be an inferior text and underlies the King James Version quoted below.

45. This is roughly the translation given by the King James Version of the text. As noted above, many scholars consider the text underlying the KJV to be inferior. However, owing to the fact that our general readership is most acquainted with the King James translation we felt it appropriate to use this translation. Translations which scholars hold to be more authoritative vary in the way in which they refer to “the dead” in its final occurrence in the verse. For example, The New Revised Standard Version of the Bible, which uses a standard scholarly Greek text and not the Textus Receptus of the King James Version, translates the passage thus: “Other­wise, what will those people do who receive baptism on behalf of the dead? If the dead are not raised at all, why are people baptized on their behalf?”

46. Michael F. Hull, Baptism on Account of the Dead (1 Cor 15:29): An Act of Faith in the Resurrection (Atlanta: Society of Biblical Literature, 2005), 8 and 11 n. 14. See Gordon D. Fee, The First Epistle to the Corinthians (Grand Rapids: Eerdmans, 1987), 766; and Jerome Murphy-O’Connor, “‘Baptized for the Dead’ (1 Cor 15:29): A Corinthian Slogan?” Revue biblique 88 (1981): 532.

47. “The intens. βαπτίζω occurs in the sense of ‘to immerse’ (trans.) from the time of Hippocrates, in Plato and esp. in later writers. a. strictly, act.” Albrecht Oepke, “βαπτίζω,” in Theological Dictionary of the New Testament, 1:530.

48. “1. Over, Beyond; . . . 2. on behalf of; . . . 3. In the Place of; . . . 4. With Reference to; . . . 5. On Account of. . . . In all probability the word has the representative sense in Paul’s saying about baptism for the dead. . . . None of the attempts to escape the theory of a vicarious baptism in primitive Christianity seems to be wholly successful. If one thus presupposes that there may be baptism ‘for the dead,’ this implies that the dead, probably relatives, were un-baptised at death. We thus have a kind of substitution even if, as one may suppose, the candidate was baptised for himself as well as with respect to someone who had died unbaptised.” Harald Riesenfeld, “ὑπὲρ,” in Theological Dictionary of the Old Testament, 8:507–14, last quotation on 512–13.

49. “In the NT νεκρός is used as both noun and adj. As adj., in the sense ‘dead,’ it is used of men, as of Jesus Christ. . . . νεκρός (mostly as adj.) is also used fig.” Rudolf Bultmann, “νεκρός,” in Theological Dictionary of the New Testament, 4:893. Both νεκρῶν and νεκροί appear in 15:29. νεκρῶν is used in a genitive sense while νεκροί “are often the dead in the underworld of whom Christ is the πρωτότοκος” (4:893).

50. St. Bellarmine, De Purgatorio, c. 6, in Disputationes, vol. 2 (Naples, 1857), 366. Quoted by Bernard M. Foschini in “Those Who Are Baptized for the Dead,” 1 Cor. 15:29: An Exegetical Historical Dissertation (Worcester, MA: Heffernan, 1951), 7. Bellarmine cites authors who translate 15:29 in a similar way. Peter the Venerable (1092–1156) was born in France and was the abbot of the Benedictine abbey of Clunny. Bellarmine’s remaining two references are not as clear. However, it seems that in speaking of Dionysius he is referring to Pope Dionysius, who presided over the church from 259 to 268. Additionally, in referring to Ephrem, it is most likely that he is speaking of Ephrem the Syrian (306–373), the venerated theologian of the Syriac Orthodox Church.

51. However, it is important to note that the commonality is not convincing for Catholic theologians. They see a precedent in praying for other living individuals, while they see no precedent in being baptized for another living individual. To them, this is a common-sense extension of a practical and condoned practice, while baptism finds no such precedence.

52.See Thomas J. Conant, The Meaning and Use of Baptizein: Philologically and Historically Investigated for the American Bible Union (New York: American Bible Union, 1868), 101.

53. Conant, Meaning and Use of Baptizein, 99–100.

54. Hull, Baptism on Account of the Dead, 97. Importantly, 1 Corinthians 10:2 and 12:13 appear to have a metaphorical meaning. However, Michael Hull and John D. Reaume affirm that the only way that these uses can be read is in a literal sense.

55. Hull, Baptism on Account of the Dead, 97.

56. While this analysis essentially refutes any reading which rests upon a metaphorical reading of baptizō, it will be beneficial to include another interpretation. We do this merely to portray the ingenuity which has gone into avoiding a vicarious baptism reading. According to the interpretation of this verse, βαπτίζω may refer to the martyrdom of the faithful Christians of Corinth under persecutions. In this way an appeal is made to a metaphorical reading to indicate a baptism of blood. Importantly though, our refutation of Bellarmine’s thesis is sufficient to address all variant readings that rely on a metaphorical reading of βαπτίζω, for any such readings cannot come into proper conformity with Pauline literature as a whole.

57. As we will demonstrate, many scholars give an analysis to 15:29 which causes it to read as ordinary baptism.

58.John D. Reaume, “Another Look at 1 Corinthians 15:29, ‘Baptized for the Dead,'” Bibliotheca Sacra 152 (1995): 467. The term crux interpretum is Latin for “crossroads of the interpreters.” The term is used in biblical scholarship for a passage which is nigh unto impossible to arrive at a consensus as to its proper translation and meaning.

59. Maria Raeder, “Vikariatstaufe in I Kor. 15:29?” Zeitschrift für die neutestamentliche Wissenschaft 46 (1956): 256–60, as quoted by Reaume, in “Another Look at 1 Corinthians 15:29,” 462.

60.In regards to the final sense Riesenfeld has said that “with various verbs and expressions ὑπὲρ is used with the gen. of an abstract noun in a final sense: ‘with reference to,’ ‘as concerns,’ . . . ‘for the sake of,’ ‘for.'” Riesenfeld, “ὑπὲρ,” 8:513.

61. White gives this additional remark in his footnotes: “This lack of empirical confirmation is particularly detrimental to Raeder’s hypothesis since it involves a phenomenon that, on the face of it, seems intuitively unlikely. Neither she nor those who share her view provide adequate sociological or theological justification as to why unbelievers would seek baptism or why the Corinthian church would allow them to receive it.” Joel R. White, “‘Baptized on Account of the Dead': The Meaning of 1 Corinthians 15:29 in Its Context,” Journal of Biblical Literature 116/3 (1997): 492 n. 29.

62. White, “‘Baptized on Account of the Dead,'” 492.

63. According to Riesenfeld, “Causally ὑπὲρ is used to denote the cause or reason: ‘on account of,’ ‘because of.’ In the NT it occurs with verbs and expressions of suffering, the reference being to Christians who endure hardships because of their faith.” Riesenfeld, “ὑπὲρ,” 8:514. The causal reading gives the reason why individuals initially entered into the practice.

64. White, “‘Baptized on Account of the Dead,'” 494.

SOURCE  http://maxwellinstitute.byu.edu

Posted in HISTORIC THEMES | Tagged , , | Leave a comment

H ΝΑΥΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ (ΜΕΡΟΣ IB)

(ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΑΠΟ  2/06/12)

 image

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 8ο

ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΝΑΥΤΙΚΟ ΣΤΟΥΣ ΜΕΤΑΒΥΖΑΝΤΙΝΟΥΣ ΧΡΟΝΟΥΣ
Α. ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΑΡΑΒΩΝ
Οι Άραβες, εμπνεόμενοι από τη θρησκεία του Μωάμεθ, κυρίαρχο θεσμό της οποίας απο-
τέλεσε ο “ιερός πόλεμος”, και εκμεταλλευόμενοι τη διάλυση του περσικού κράτους, αλλά
και την αδυναμία και τα εσωτερικά προβλήματα του Βυζαντίου, αρχίζουν το 629 να δρα-
στηριοποιούνται επιθετικά, για να καταλάβρουν ως το 642 ολόκληρη την Παλαιστίνη, τη
Συρία και την Αίγυπτο. Χώρες, όπου για αιώνες είχε ανθήσει και δημιουργήσει ο Ελληνι-
σμός, χάνονται πια οριστικά. Η βυζαντινή Ισπανία είχε ήδη χαθεί από το 624. Το δη-
μιούργημα του Ιουστινιανού, η “βυζαντινή λίμνη” της Μεσογείου, καταστρέφεται πια ορι-
στικά. Το κράτος περιορίζεται στις γύρω από το Αιγαίο χώρες, χώρες καθαρά Ελληνικές.
Χάνει οπωσδήποτε σε έκταση, κερδίζει όμως με την πάροδο του χρόνου σε Ελληνισμό.
Με την άνοδο του Λέοντα Γ’ στον αυτοκρατορικό θρόνο, η Κωνσταντινούπολη πολιορ-
κείται από ξηρά και από θάλασσα από τους Άραβες υπό το Maslamah. Μετά ένα χρόνο
πολιορκίας (718 μ.Χ.) οι αραβικές δυνάμεις αποδεκατίζονται, ο στόλος καταστρέφεται
και ο εχθρός εγκαταλείπει την πολιορκία της πόλης. Στο εξής η αραβική προσπάθεια στη
θάλασσα ανακόπτεται και οι αραβικές επιχειρήσεις περιορίζονται στη Μικρά Ασία. Εντε-
λώς ιδιαίτερη σημασία αποδόθηκε από τους ιστορικούς του Βυζαντίου στη νίκη αυτή του
Λέοντα Γ’. Θεωρήθηκε κυριολεκτικά ως νίκη που έσωσε οριστικά την Ευρώπη από την
ανατολική διείσδυση των Αράβων, νίκη αντίστοιχη σε σημασία με εκείνη του Καρόλου
Μαρτέλλου το 732 μ.Χ. στο Poitiers, που ανέκοψε την προσπάθεια των Αράβων για ει-
σβολή τους στη Δυτική Ευρώπη. Στη συνέχεια και έπειτα από δυναστικές μεταβολές στο
Αραβικό κράτος ο πόλεμος Βυζαντίου και Αράβων παρατείνεται σε διάρκεια χωρίς ιδιαι-
τέρας σημασίας γεγονότα, αλλά έχοντας μάλλον τη μορφή πολέμου φθοράς. Μετά από
περίοδο ύφεσης ο αγώνας εναντίον των Αράβων στη θάλασσα οξύνεται. Τα Ελληνικά
παράλια υποφέρουν από επιδρομές και πολλές πόλεις-μεταξύ αυτών και η Θεσσαλονίκη-
κυριεύονται και λεηλατούνται. Ο αγώνας περνά από πολλές φάσεις για να καταλήξει
στην εξουδετέρωση του αραβικού κινδύνου, πράγμα που επισφραγίζεται με την κατάλη-
ψη της Κρήτης το 961 μ.Χ. από το Νικηφόρο Φωκά και της Κύπρου το 965 μ.Χ. από το
Νικήτα Χαλκουτζή. Η άνοδος στο θρόνο του Ισαάκιου Α’ Κομνηνού το 1057 σημειώνει
το τέλος της μακεδονικής δυναστείας και την αρχή της δυναστείας των Δούκων και των  Κομνηνών.

Β. ΟΙ ΤΟΥΡΚΟΙ & ΟΙ ΣΤΑΥΡΟΦΟΡΙΕΣ

Τα τελευταία χρόνια των Μακεδόνων άρχισαν να οδηγούν τα πράγματα σε παρακμή. Στο
προσκήνιο εμφανίζονται νέοι εχθροί, οι Νορμανδοί στη Δύση και οι Σελτζούκοι Τούρκοι
στην Ανατολή. Οι τελευταίοι ιδρύουν ισχυρό κράτος, αναθερμαίνουν το θρησκευτικό φα-
νατισμό και το 1071 στη μάχη του Ματζικέρτ καταφέρνουν, κάτω από την ηγεσία του
Alp-Arslan, να νικήσουν τους Βυζαντινούς και να συλλάβρουν αιχμάλωτο τον αυτοκράτορα Ρωμανό Δ’ Διογένη.
Προωθητικό ρόλο για το θέμα αυτό έπαιξε και η υποταγή του Βυζαντινού κράτους στους
σταυροφόρους της Δ’ Σταυροφορίας (1204 μ.Χ.).

1453 π.Χ. ΟΙ ΤΟΥΡΚΟΙ ΚΑΤΑΚΤΟΥΝ ΤΗΝ ΠΟΛΗ
Στις 29 Μαΐου 1453, η Πόλη πέφτει στον αιμοσταγή Μωάμεθ Β΄, ο ηρωικός αυτοκράτωρ
Κ. Παλαιολόγος πέφτει μαχόμενος. Έκτοτε ο ελληνισμός πέφτει στο σκοτάδι.
Μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453 μ.Χ. συνεχίστηκε και ολοκληρώθηκε η
κατάκτηση και των υπόλοιπων Ελληνικών χωρών. Το 1456 καταλύθηκε το δουκάτο των
Αθηνών, το 1460 το δεσποτάτο του Μιστρά, το 1461 η Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας.
Στη θέση ενός λαού με μεγάλη εκπολιτιστική δύναμη έρχεται τώρα ένας άλλος λαός,
βάρβαρος και απολίτιστος, που δεν ήταν σε θέση να αφομοιώσει και να συνεχίσει τον
πολιτισμό που βρήκε. Έτσι, ολόκληρη η περιοχή της Εγγύς Ανατολής μαζί και η Ελλάδα
βυθίστηκαν σε βαρβαρότητα. Το πλήγμα ήταν βαρύ, όμως ο Ελληνισμός δεν έσβησε.
Εξακολούθησε να ζει κάτω από την ισχυρή επίδραση του Βυζαντίου και να ελπίζει σε
ανάσταση και αναγέννηση του Έθνους.

image

Γ. ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΕΥΡΩΠΑΙΩΝ – ΝΕΕΣ ΑΝΑΚΑΛΥΨΕΙΣ
Μετά την παρακμή του Βυζαντίου, οι έμποροι της Πϊζας της Γένοβας και της Βενετίας
διεκδικούσαν την κυριαρχία στη θάλασσα. Η Βενετία (ή άλλως) Ενετία συνέχισε να κυ-
ριαρχεί στις θάλασσες μέχρι το 16 αι., έχοντας πέντε στόλους στη Μεσόγειο και στον
Εύξεινο Πόντο και ένα πέρα από το Γιβλαντάρ. Τους στόλους αυτούς αποτελούσαν
3.300 γαλέρες και πάνω από 50.000 άντρες.
Μετά την οριστική κατάρρευση της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και την ανα-
κάλυψη της Αμερικής, στη Μεσόγειο δέσποζαν οι Ισπανοί και οι Πορτογάλοι. Όμως,
μετά την απελευθέρωση των βόρειων ολλανδικών επαρχιών το 1579 από την ισπανική
κατοχή και τη συντριβή του ισπανικού στόλου (αρμάδα) το 1588 κοντά στις αγγλικές
ακτές, άρχισε πλέον ο ανταγωνισμός μεταξύ Άγγλων και Ολλανδών και από το τέλος
του 17ου αιώνα και των Γάλλων για τον έλεγχο των θαλασσών.

Δ. ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΝΑΥΜΑΧΙΕΣ ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ ΚΑΙ ΝΑΒΑΡΙΝΟΥ
Η ναυμαχία της Ναυπάκτου έγινε στις 7 – 10 – 1571 μεταξύ των Χριστιανών και
του βάρβαρου Τουρκικού στόλου με αποτέλεσμα να συντριβούν παντελώς οι οθωμανι-
κές (Τουρκικές) ναυτικές δυνάμεις. Οι Τούρκοι που διέθεταν ισχυρές ναυτικές δυνάμεις
κατά την άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453 μ.Χ., τις ενίσχυσαν με τον καιρό
ακόμη περισσότερο και στα χρόνια του Βαρβαρόσα, ο στόλος τους θεωρούνταν ανίκη-
τος. Αυτό ακριβώς, όμως, βοήθησε στο να συνασπισθούν εναντίον τους τα χριστιανικά
έθνη και οδήγησε στη ναυμαχία της Ναυπάκτου, όπου οι Τούρκοι ηττήθηκαν ολοκληρωτικά.
Η ναυμαχία του Ναβαρίνου έγινε στις 20 – 10 – 1827 ανάμεσα στις ναυτικές δυ-
νάμεις των Μεγάλων Δυνάμεων Αγγλίας, Γαλλίας και Ρωσίας και τον Τουρκο-αιγυπτια-
κό στόλο, σε μια προσπάθεια να περιοριστεί η δράση του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο
κατά τη διάρκεια της Ελληνικής επανάστασης. Η άρνηση του Ιμπραήμ να σταματήσει
τις πολεμικές επιχειρήσεις στην Πελοπόννησο μετά από την προειδοποίηση των τριών
Δυνάμεων, οδήγησε στη ναυμαχία και στην καταστροφή του Τουρκο-αιγυπτιακού  στόλου με συνέπεια κατόπιν να ελευθερωθούν οι Έλληνες από τους βάρβαρους.
Σημειώνεται, επίσης, ότι:
1) Η τελευταία δράση των κωπήλατων πολεμικών πλοίων έγινε στη ναυμαχία της
Ναυπάκτου. Κατά την εποχή της είχε αρχίσει να χρησιμοποιείται το πυροβόλο όπλο και
η πυξίδα και από τότε επικράτησε ο τύπος των ιστιοφόρων πολεμικών αντί αυτών που
κινούνταν με κουπιά.
2) Η ναυμαχία του Ναβαρίνου (η οποία και καθόρισε το τέλος της Επανάστασης)
ήταν βασικά το αποτέλεσμα της άρνησης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας να συμμορφω-
θεί με τη Σύμβαση του Λονδίνου.

1821 μ.Χ .
ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ  ΠΥΡΠΟΛΗΣΗ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΚΗΣ ΝΑΥΑΡΧΙΔΑΣ ΣΤΗΝ ΕΡΕΣΟ
Στα μέσα περίπου Μαΐου του 1821 είχε καταπλεύσει στην περιοχή της Λέσβου και των
Ψαρών ο Ελληνικός στόλος με αντικειμενικό σκοπό την εποπτεία του δυτικού τμήματος
του νησιού και την επιτήρηση των στενών των Δαρδανελίων, απ’ όπου θα κατέβαινε ο
τουρκικός στόλος. Ναύαρχος της ναυτικής αυτής μοίρας των 72 συνολικά πλοίων ήταν ο
Ιάκωβος Τομπάζης. Οι πρώτες αναμετρήσεις του Ελληνικού στόλου με το τουρκικό δί-
κροτο έδειξαν την αδυναμία των μικρών Ελληνικών πολεμικών πλοίων να τo Κατα-
βάλουν. “Έπρεπε να βρεθεί άλλος τρόπος και σε σύσκεψη που έγινε, αποφασίστηκε η
χρήση του μόνου δυνατού όπλου που θα μπορούσε να εξουδετερώσει το τουρκικό δί-
κροτο, του πυρπολικού. Τα χαράματα της 27ης Μαΐου, δύο πυρπολικά, οδηγούμενα από
τον Καλαφάτη το ένα και από το Δ. Παπανικολή το άλλο, ξεκίνησαν για το παράτολμο
εγχείρημα. Η προσπάθεια του Καλαφάτη να κολλήσει το πυρπολικό του στα πλευρά του
πλοίου απέτυχε.

Ο Παπανικολής όμως κατόρθωσε, παρά τα πυκνά πυρά των κανονιών
και τις προσπάθειες των ναυτών του πλοίου, να προσκολλήσει το πυρπολικό του στην
πλώρη του πλοίου. Οι φλόγες του γρήγορα μεταδόθηκαν στο τουρκικό πολεμικό,
“Έντρομοι οι Τούρκοι μπροστά στον κίνδυνο προσπαθούν με αλαλαγμούς, με ύβρεις και
υστερικές κραυγές να σωθούν. Ο πλοίαρχος Μεκτάς – Αρναούτ, στη προσπάθειά του να
σωθεί πρώτος, αδιαφορώντας για το πλήρωμά του, δέχεται θανάσιμο πλήγμα από μαι-
νόμενο Τούρκο. Τριανταπέντε μόνο λεπτά της ώρας, σύμφωνα με τις ιστορικές πηγές,
είχε διάρκεια ο επιθανάτιος ρόγχος του θαλάσσιου γίγαντα. Η φωτιά μεταδόθηκε στην
πυριτιδαποθήκη, “Μια πύρινη στήλη υψώθηκε και συρίζουσα κατέπεσε σε σωρούς ερειπί-
ων. Οι υγροί πρόποδες του αυτόπτη μάρτυρα, ενός μικρού νησιού στην είσοδο του λιμα-
νιού της Ερεσού, δέχτηκαν τα συντρίμμια του θρυλικού “Φερμαντιγνεμέζ”. Η επιτυχία
του τολμήματος ήταν τεράστια και οι συνέπειές του ακόμη μεγαλύτερες, δεδομένου ότι
δεν περιορίστηκε στον απώλεια ενός μεγάλου πολεμικού πλοίου και περισσότερων από
1000 άνδρες (από τους 1100 άνδρες του πληρώματος μόνο 8 σώθηκαν). Οι Τούρκοι των
ακτών, βλέποντας με τρόμο την καταστροφή του πολεμικού, έσπευσαν να’ απομακρυν-
θούν, εγκαταλείποντας στην παραλία τρόφιμα, πολεμοφόδια και κατασκευές. Αντίθετα,
οι Έλληνες αναθάρρησαν και συνειδητοποίησαν τη δύναμή τους.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 9ο
ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ , ΒΑΛΚΑΝΙΚΟΙ  & ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΙ ΠΟΛΕΜΟΙ

1. ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΠΟΛΕΜΙΚΟ ΝΑΥΤΙΚΟ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ

Η ιστορία του νεότερου Ελληνικού πολεμικού ναυτικού σηματοδοτείται από την απόφαση του πρώτου κυβερνήτη της Ελλάδας, Ιωάννη Καποδίστρια, να δημιουργήσει Κρατικό Πολεμικό Ναυτικό. Για το σκοπό
αυτό αγοράστηκαν με δάνεια που είχαν εγκριθεί από τράπεζες της Αγγλί-
ας και της Αμερικής τα πρώτα ατμοκίνητα πλοία, ο αριθμός των οποίων  στη συνέχεια συμπληρώθηκε με δωρεές πλοίων από φιλΈλληνες και από  πλοία αγωνιστών που είχαν διακριθεί στη διάρκεια του Αγώνα της Ανε-
ξαρτησίας. Επίσης κατά τα πρώτα χρόνια του Όθωνα, καταβλήθηκε
αξιόλογη προσπάθεια ενίσχυσης του Στόλου. Μεταξύ 1833-1835 ναυπηγήθηκαν στον Πόρο 12 μι-
κρές κανονιοφόροι, 45-52 τόνων, 2 ημιολίες, μία κορβέτα, κι αργότερα άλλα μεγαλύτερα και ατμο-
κίνητα. Συνολικά 20 πλοία. Τα πρώτα ατμόπλοια που κατασκευάστηκαν στην Ελλάδα ήταν, το
1837 το πολεμικό “Μαξιμιλιανός”, και μετά τα “Οθων”, ” Λουδοβίκος” , ” Αμαλία”, “Ελλάς”.

2. ΒΑΛΚΑΝΙΚΟΙ ΠΟΛΕΜΟΙ 1912 – 1913
Απελευθέρωση: Ηπείρου, Θεσσαλίας, Μακεδονίας και νησιών
Η Ελλάδα, διαθέτοντας στην περίοδο των βαλκανικών Πολέμων έναν πλήρως αναδιοργανω-
μένο, άρτια εκπαιδευμένο και καλά εξοπλισμένο Στρατό και έχοντας εξασφαλισμένη την υπεροπλία
στη θάλασσα, χάρη στο Ναυτικό της, έμπαινε στον πόλεμο κατά της Τουρκίας στο πλευρό των
Βαλκανικών Συμμάχων της Βουλγαρίας, Σερβίας και Μαυροβρουνίου, με τις ευνοϊκότερες συνθή-
κες. Ακλόνητη πίστη όλων ήταν η απελευθέρωση των εθνικών εδαφών και των ομοεθνών τους που
εξακολουθούσαν να βρίσκονται υπό το ζυγό των Τούρκων και καθημερινά υπέφεραν το φυλετικό
και θρησκευτικό φανατισμό τους. Επιπλέον η Ελλάδα επιθυμούσε να αποπλύνει την ήττα του άτυ-
χου πολέμου του 1897, που τόσα δεινά της είχε φέρει. Το Ελληνικό Ναυτικό, που αποτελούσε τη
μόνη ναυτική δύναμη της Συμμαχίας, συντέλεσε αποφασιστικά στη νίκη των συμμαχικών όπλων.
Με τις ιστορικές ναυμαχίες της Έλλης (3 Δεκεμβρίου 1912) και της Λήμνου (5 Ιανουαρίου 1913),
με επικεφαλής το θρυλικό θωρηκτό “Αβέρωφ”, εξασφαλίστηκε η Ελληνική κυριαρχία στο Αιγαίο
από τη μια και από την άλλη εξαναγκάστηκε ο Τουρκικός Στόλος να μείνει αποκλεισμένος στα Δαρ-
δανέλια μέχρι το τέλος του Πολέμου.
Το τέλος του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου, βρήκε την Ελλάδα να έχει απελευθερώσει την Ήπειρο, τη
Θεσσαλία, τη Μακεδονία και τα νησιά του Αιγαίου μας (Κρήτη κ.τ.λ.) Το βράδυ της 18ης Οκτωβρίου 1912 το Ελληνικό τορπιλοβόλο υπ’ αριθ. 11, με κυβερνήτη τον υποπλοίαρχο Ν. Βότση, μπήκε  στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης και με δυο τορπίλες βύθισε την Τουρκική κορβέτα Φετίχ-ι-Μπουλέντ.
Αξίζει επίσης να σημειωθεί και ότι στις 9 Δεκεμβρίου 1912 το υποβρύχιο “Δελφίν” επιτέθηκε
κατά του τουρκικού καταδρομικού “Μετζηδιέ”, γεγονός που αποτέλεσε την πρώτη τορπιλική επίθε-
ση στον κόσμο. Οι παράγοντες των επιτυχιών του Ναυτικού μας ήταν η ποιοτική υπεροχή και η
ναυτική παράδοση του προσωπικού, καθώς και η εμπνευσμένη του ηγεσία. (Από την Ιστορία Στρατού)

Ο ΣΤΟΛΟΣ ΤΩΝ ΒΑΛΚΑΝΙΚΩΝ ΠΟΛΕΜΩΝ  ΚΑΙ ΤΟ ΘΩΡΑΚΙΣΜΕΝΟ ΚΑΤΑΔΡΟΜΙΚΟ «Γ.ΑΒΕΡΩΦ»
Δέκα χρόνια μετά τον Ελληνοτουρκικό Πόλεμο  του 1897 το Ελληνικό Πολεμικό Ναυτικό διέθετε μια
ελάχιστη δύναμη απαρχαιωμένων τορπιλοβόλων και  τριών γαλλικών θωρηκτών που είχαν κατασκευασθεί
το 1889. Η επιτακτική ανάγκη για τη δημιουργία αξιόμαχου στόλου είχε ως αποτέλεσμα την ενίσχυση
του στόλου -στα τέλη του 1908- με τέσσερα και  νούργια αγγλικά και τέσσερα γερμανικά αντιτορπιλι-
κά. Σε αυτά επρόκειτο να προστεθεί το Θωρηκτό-Καταδρομικό «Γ. Αβέρωφ», η Δόξα του Πολεμικού Ναυτικού.
Το θωρακισμένο καταδρομικό «Γ. Αβέρωφ» καθελκύστηκε στις 27 Φεβρουαρίου 1910 και την 11 Σεπτεμβρίου 1911 κατέπλευσε στο Φάληρο, όπου  έγινε δεκτό από τους Έλληνες με ενθουσιασμό. Ήταν  ένα από τα ενδοξότερα πλοία της νεότερης Ελληνικής ναυτικής ιστορίας και συνδέθηκε άρρηκτα  με το Ναύαρχο Κουντουριώτη και την πολιτική πίστη του Ελευθέριου Βενιζέλου στη ναυτική ισχύ  της Ελλάδας. Συμμετείχε στις νικηφόρες ναυμαχίες της Έλλης (3 Δεκεμβρίου 1912) και της Λή-
μνου(5 Ιανουαρίου 1913) κατά την περίοδο των Βαλκανικών Πολέμων, του 1912 – 13, καθώς και στις επιχειρήσεις του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Το πλοίο αυτό χάρισε τεχνολογική ανωτερότητα  στο στόλο του Αιγαίου. Οι 23,5 κόμβοι που ανέπτυσσε (ταχύτητα σημαντική και σήμερα) και η τολμηρή στρατηγική του Ναυάρχου Παύλου Κουντουριώτη, έκαναν το Αβέρωφ να επιβληθεί του τουρκικού στόλου. Υπήρξε ναυαρχίδα του Ελληνικού στόλου έως το 1951.

Η Ναυμαχία της Έλλης
3 Δεκεμβρίου 1912

<<Η Ελλάς δεν αναμένει από εσάς να αποθάνετε γι’ αυτήν. Αναμένει να νικήσετε>>

(Σήμα Ε. Βενιζέλου προς το Ναύαρχο Π. Κουντουριώτη)

Η Τουρκία, μετά την ανακωχή που υπέγραψε την 20η Νοεμβρίου 1912 με τη Σερβία, Βουλγαρία
και Μαυροβούνιο, θέλησε να εντείνει τη ναυτική της δραστηριότητα κατά της Ελλάδος. Για το
σκοπό αυτό διέταξε τον Αρχηγό του στόλου της Πλοίαρχο Ραμίζ, να προκαλέσει τον Ελληνικό
Στόλο σε ναυμαχία και μάλιστα μέσα στην ακτίνα βολής των πυροβόλων των Φρουρίων των Δαρ-
δανελίων. Την 1η Δεκεμβρίου 1912, εμφανίζεται το εύδρομο “Μετζητιέ” συνοδευόμενο από ένα
αντιτορπιλικό. Η εμφάνιση αυτή ενίσχυσε τις υποψίες για επικείμενη έξοδο του Τουρκικού στόλου
από τα Δαρδανέλια. Ο Ελληνικός Στόλος, που τον συγκροτούσαν τα θωρηκτά “Γ. Αβέρωφ”, ναυαρ-
χίδα του Αρχηγού του Στόλου του Αιγαίου Υποναυάρχου Παύλου Κουντουριώτη, “Σπέτσαι”, αρχηγί-
δα του Μοίραρχου πλοιάρχου Πέτρου Γκίνη, “Ύδρα” και “Ψαρά” καθώς και ελαφρός τορπιλικός
στόλος, περιπολούσε την προ Δαρδανελίων θάλασσα, από τις 2 το μεσημέρι της 1ης Δεκεμβρίου
μέχρι τις 7:30 το πρωί της 3ης Δεκεμβρίου. Οι καπνοί του εξερχόμενου από τα Δαρδανέλια Τουρκι-
κού στόλου φαίνονταν καθαρά.
Ώρα 8:40 το πρωί. Ο Τουρκικός στόλος, που τον συγκροτούσαν τα θωρηκτά “Χαϊρεδδίν Βαρβα-
ρόσσα”, “Τουργούτ-Ρέις”, “Μετζητιέ” και “Ασάρι-Τεφίκ”, με τα ελαφρά του σκάφη και πλωτό νοσο-
κομείο σε γραμμή παραγωγής, εμφανίζεται στην έξοδο των στενών με ταχύτητα 10 περίπου μίλια
την ώρα και πορεία σχεδόν προς Λίβα. Επειδή όμως δεν ήθελε να απομακρυνθεί από τα φρούρια
της ακτής, στράφηκε προς το ακρωτήριο της “Έλλης”. Την κίνηση αυτή του Τουρκικού στόλου
ακολούθησε ο Ελληνικός Στόλος, που στρέφει διαδοχικά και πλησιάζει τον Τουρκικό.
Ώρα 9:22 η Τουρκική ναυαρχίδα “Χαϊρεδδίν Βαρβαρόσσα”, αρχίζει να βάλλει κατά του Ελληνι-
κού Στόλου, πράγμα που στην συνέχεια ακολούθησε ολόκληρος ο Τουρκικός θωρηκτός στόλος από
απόσταση 14000 μέτρων.
Ώρα 9:25 ο “Αβέρωφ” αρχίζει να βάλλει κατά του Τουρκικού στόλου από απόσταση 12000
μέτρων. Ακάθεκτος και με ταχύτητα πάνω από 20 μίλια, ορμά εναντίον ολόκληρου του Τουρκικού
στόλου και κινείται ανεξάρτητα από τα άλλα πλοία του στόλου μας. Ταυτόχρονα η θωρηκτή μοίρα
τύπου “Ύδρας” προσπαθεί να πλησιάσει τον εχθρό με τη μικρή της ταχύτητα. Ο “Αβέρωφ” υπερφα-
λαγγίζει τον εχθρό μόνος του και καταδιώκει ολόκληρο τον Τουρκικό στόλο. Φθάνει ανάμεσα από
χαλάζι βλημάτων του Τουρκικού στόλου και των απέναντι φρουρίων, σε απόσταση 3000 μέτρων
από τα εχθρικά πλοία. Ο εχθρός τρέπεται σε φυγή προς τα στενά, με φοβερή αταξία. Βάλλεται συ-
νεχώς από τον “Αβέρωφ” και τα άλλα θωρηκτά μας, που στο μεταξύ πλησίασαν τον Τουρκικό
στόλο σε απόσταση 4100 μέτρων.
Ώρα 11:30 ο εχθρικός στόλος ζητάει οριστικά καταφύγιο στον Ναγαρά. Φέρει τραύματα πάνω
στα σκάφη του και έχει πάνω από 100 νεκρούς και τραυματίες. Ο στόλος μας είχε έναν μόνο νεκρό
και οκτώ τραυματίες. (Από την Υπηρεσία Ιστορίας Ναυτικού )

3. Α’ ΚΑΙ Β’ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ
1. Κατά το μεγαλύτερο μέρος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου η Ελλάδα παρέμεινε ουδέτερη. Όμως το
1917 η Κυβέρνηση του Ε. Βενιζέλου απεφάσισε να συμμετάσχει στον πόλεμο, στο πλευρό των Συμ-

μάχων. Με το τέλος της παγκόσμιας σύρραξης -Οκτώβριος 1918- η Τουρκία συνθηκολόγησε (ανα-
κωχή του Μούδρου) και η Ελλάδα βρέθηκε στην πλευρά των νικητών. Το «Γ. Αβέρωφ» κατέπλευσε
στην Κωνσταντινούπολη και εκεί ύψωσε την Ελληνική σημαία ως μία από τις νικήτριες δυνάμεις του
Μεγάλου Πολέμου. Μετά την υπογραφή των συνθηκών ειρήνης. το «Γ. Αβέρωφ» μαζί με τον
υπόλοιπο στόλο μετέφεραν τα Ελληνικά στρατεύματα στην Ιωνία. Οι εξελίξεις των επιχειρήσεων στη
Μικρά Ασία διέγραψαν γρήγορα αρνητική πορεία που κατέληξε στην Καταστροφή του ’22.

2. Η εδαφική ακεραιότητα και η ανεξαρτησία  της Ελλάδας απειλείται ξανά κατά το Β’ Πα-
γκόσμιο Πόλεμο. Οι πανίσχυρες δυνάμεις του  Άξονα, η Γερμανία και η Ιταλία αποσκοπούν
στην παγκόσμια κυριαρχία.
Προτού ο Μουσολίνι ζητήσει την παράδοση  της Ελλάδας θα προσπαθήσει ύπουλα να την πλή-
ξει. Θα τορπιλίσει ανήμερα το Δεκαπενταύγουστο,στην Τήνο το εύδρομο ΕΛΛΗ, που σημαιοστολι-
σμένο ναυλοχούσε εκεί. Η αριθμητική και τεχνολογική υπεροχή των Γερμανών και Ιταλών σε
όλους τους τομείς κάνουν την ιδέα και μόνο της  αντίστασης – πόσο μάλλον της νίκης – να μοιάζει χίμαιρα. Γι’ αυτό και το ΟΧΙ της ηγεσίας που ενεκολπώθη και βροντοφώναξε η ψυχή του Ελληνικού λαού στο ιταλικό τελεσίγραφο, άφησε άναυδη τη
Παγκόσμιο κοινή γνώμη που θεωρούσε αναπόφευκτη τη νίκη του Άξονα. Η αλαζονεία του Μουσολίνι
δέχεται ηχηρό κόλαφο από το ψυχωμένο στρατό μας. Ο στόλος μας με αιχμή δόρατος τα ηρωικά μας
υποβρύχια διακρίνεται.
Η επακόλουθη Γερμανική εισβολή καταφέρει σοβαρά πλήγματα στον Ελληνικό στόλο, όμως εκεί-
νος δεν πτοείται. Μετά την κατάληψη της Κρήτης στις 20-28 Μαΐου του 1941 από τους Γερμανούς,
ύστερα από μια επική μάχη, τη ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ, το Ελληνικό Πολεμικό Ναυτικό, το μόνο από
όλα τα Ναυτικά των Ευρωπαϊκών κρατών που κατελήφθησαν από τον Άξονα, δεν παρεδόθη, αλλά
και σύσσωμος ο Ελληνικός Στόλος, όσος δηλαδή διεσώθη από τις επιχειρήσεις στη Μάχη της Ελ-
λάδας κατά του Άξονα, έπλευσε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου. Εκεί, μαζί με διαφυγόντες από την
κατεχόμενη Ελλάδα, άνδρες του Στρατού Ξηράς και της Πολεμικής Αεροπορίας, συνέχισε τον πόλεμο
στο πλευρό των Συμμάχων όχι μόνο μέχρι την απελευθέρωση της Ελλάδας τον Οκτώβριο του 1944,
αλλά μέχρι την τελική νίκη των Συμμάχων στην Ευρώπη, που πραγματοποιήθηκε με την πλήρη κα-
τάρρευση της Γερμανίας το Μάιο του 1945. Τα επιτεύγματα και ο ηρωισμός των Ελλήνων ναυμάχων
προσέδωσαν στον αγώνα αίγλη αρχαίου μεγαλείου. Τα κατορθώματα των θρυλικών πλοίων Α/Τ
ΟΛΓΑ, ΑΔΡΙΑΣ και του Υ/Β ΚΑΤΣΩΝΗΣ δε λησμονιούνται. Η συμμετοχή των Ελληνικών πλοίων στις
αποβάσεις της Νορμανδίας και Νότιας Γαλλίας αποτελεί την κορωνίδα της δράσης του Ελληνικού
Ναυτικού εκείνη την περίοδο.

Ας σημειωθεί και ότι:
1) Τα λαμπρά κατορθώματα του  Ελληνικού στρατού στη Βόρειο  Ήπειρο είχαν ως στήριξη το Ελληνι-
κό εμπορικό ναυτικό, το οποίο σε  μια άλλη αδιανόητη εποποιία επέτυ-
χε τη μεταφορά μεγάλου αριθμού  ανδρών και εφοδίων προς το μέτω-
πο χωρίς καμία απώλεια. Παράλληλα  το Ελληνικό πολεμικό ναυτικό όχι  μόνο προστάτευε με πλήρη
ασφάλεια τις νηοπομπές, αλλά προέβαινε και σε επικίνδυνες εξορμήσεις στην Αδριατική αντιμετωπί-
ζοντας ένα εχθρικό στόλο δεκαπλασίας ισχύος και δυνάμεως. Συνέπεια αυτών ήταν το Αιγαίο και το Ιόνιο να μείνουν απόρθητα ακόμα και από τα σχεδόν υπερσύγχρονα θωρηκτά του Ιταλικού στόλου.
Οι σχετικά μικρές Ελληνικές ναυτικές δυνάμεις υπήρξαν το φόβητρο του Ιταλικού Ναυτικού Γενικού  Επιτελείου.
2) Το Ελληνικό Πολεμικό Ναυτικό είχε την τιμή να δεχθεί μόνο αυτό μαζί με τους Βρετανούς την
παράδοση του Ιταλικού Στόλου μετά την ανακωχή της 8ης Σεπτεμβρίου 1943. Είχε ακόμα την τιμη-
τική συμμετοχή του με δύο κορβέτες στη μεγάλη Συμμαχική Απόβαση της Νορμανδίας στις 6 Ιουνίου
1944 και 4 φορτηγά πλοία του Εμπορικού Ναυτικού. Το «ΑΓIOΣ ΣΠYPIΔΩN» με πλοίαρχο το Γεώρ-
γιο Σαμοθράκη, το «ΓEΩPΓIOΣ Π.» με την πλοιαρχία του Δημητρίου Παρίση, το «ΑMEPIKH» με τη
διακυβέρνηση του Σπυρίδωνα Θεοφιλάτου και το «EΛΛAΣ» με την πλοιαρχία του Γεωργίου Tριλίβα.
Ακόμα 8 Ελληνικά πολεμικά συμμετείχαν στην απόβαση της Νοτίου Γαλλίας την 15η Αυγούστου
1944, μάλιστα ο ίδιος ο Tσώρτσιλ που παρευρίσκονταν εκεί χαιρέτησε με μήνυμα το ηρωικό Ελληνι-
κό ναυτικό.
3) Το Ελληνικό Εμπορικό Ναυτικό θρήνησε πάνω από 2.000 άνδρες κατά τον B’ Παγκόσμιο
Πόλεμο και το 60% των ωκεανοπόρων πλοίων του από τα 600 ατμοκίνητα πλοία και τα 700 πετρε-
λαιοκίνητα καΐκια. Οι Ελληνικές απώλειες των εμπορικών μας πλοίων έφθασαν στο 14% του συ-
νόλου των συμμαχικών απωλειών σε όλες τις θαλάσσιες επιχειρήσεις ένα τεράστιο ποσοστό για μια
μικρή χώρα. Το Πολεμικό Ναυτικό έχασε κατά τη διάρκεια του Πολέμου 28 μάχιμα πλοία και 700 άνδρες.

image

(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)

ΤΟΥ Α. Γ. ΚΡΑΣΑΝΑΚΗ

Posted in HISTORIC THEMES | Tagged , , | Leave a comment

The Economic History of Byzantium: From the Seventh through the Fifteenth Century (IV)

(BEING CONTINUED FROM 31/05/12)

The Impoverishment of Cities
The progressive degradation of the cities is clearly perceptible through excavation and  is characterized by a break with “urban logic.” Thoroughfares became dominated by  shoddy and partitioned structures. The intent of public monuments became subverted:
baths and buildings of importance did service as habitations or workshops,their marbles were torn out, and heating stoves were installed nearby. Refuse and spolia  blocked certain areas of the sites or served as fill for floors of beaten earth. Sewers
and aqueducts were abandoned, and simple trenches took up the functions of the former.
Burials began to appear intra muros, and the walls of the city were no longer  maintained.107 Houses suffered a similar fate.108 This typology, corresponding to a state  of crisis that the city could overcome only by transforming itself, finds confirmation
throughout the Mediterranean world;109 it has already been noted with respect to Italy110  and North Africa.111 What remains clear is that this urban withdrawal began in  the course of the sixth century, with varying phases that may be tied to geographic
areas.

The Balkans and Greece The state of domestic peace that the Balkans and Greece had  witnessed was shattered starting in the 540s, as noted above. The Danubian limes was  increasingly breached by peoples (Antae, Avars, Slavs) who limited themselves to episodic, albeit destructive, raids. Later, however, toward 570–580, the occupation became  more concentrated and more permanent. Slavs settled in Thessaly and others destabilized  the Peloponnese, provoking burials of coin hoards as numerous as those noted  in Macedonia.

The Slavic occupation of central Greece and certain coastal regions at  the beginning of the seventh century is well attested by written sources, toponyms,and archaeological evidence. Thessalonike, Athens, Corinth, Isthmia, as well as certain
coastal zones, and, naturally, the islands, maintained contact with the empire.
Athens offers a paradoxical account: baths were apparently added to a villa after  530, but a short time later the agora, in which two agricultural mills were erected,assumed a rural aspect, and certain imported ceramics became rare.112 At Delphi, by
around 580–590, the abandonment of patrician villas becomes evident; pottery kilns  were installed within their walls and functioned until 610–620. By the mid-sixth century,the Roman forum at Corinth had become deserted, surrounded by burial sites;the city’s center had moved elsewhere. Seventh-century tombs containing weapons and  belt buckles testify to the presence of a Byzantine garrison composed in part of barbarian  soldiers, as was the case at Tigani in the Mani. Was there still a civilian population  in the Roman city? Was the Acrocorinth doing duty as a place of refuge?113
Asia Minor The studies of Clive Foss and of Wolfgang Mu¨ller-Wiener have amply  demonstrated the decline of many coastal cities, such as Ephesos, and even of cities  that were at some remove from the sea, such as Sardis and Ankyra, in which the Persian
attacks coincided with the end of the city of antiquity and the transformation of towns  into ruralized villages.114 The fate of other cities is comparable:

Aphrodisias survived  the plague of 541–542, but suffered severe depredations around 619–620, and died
away, without having been conquered. While the decline of the town of Sagalassos  took place earlier, it provides a somewhat comparable example.115 We can observe a    degradation from the beginning of the sixth century: shops were subdivided and
served as habitation, as did the adjacent porticoes. Starting in the early seventh century,possibly because of a lack of water, these houses were destroyed. A short time  later, Sagalassos was abandoned by its population, which moved to nearby Aglasun  where water was abundant; it was there that Byzantine Sagalassos survived. At Anemourion,the turning point took place around 580, with an earthquake from which the town never recovered.116 At Amorion the intent of current excavations is to show that  the city suffered a specific fate. Although the city withdrew inside its ramparts during  the sixth century and witnessed stagnation to some degree, it was not abandoned; its  destruction took place in 838 when the Arabs captured and burned the city.117
The Aegean Islands, Crete, and Cyprus Unlike the continental regions (and the Balkans  in particular), certain islands demonstrated a considerable vitality during the seventh  century. The clearest cases are Samos118 and Chios.119 Undoubtedly, the two functioned  as places of refuge, as did the little islands of the Saronic Gulf. But like these islands,
Samos and Chios also played an important strategic role, as is demonstrated by the  fortress of Emporio; military expenditures must have stimulated the regional economy,a conclusion for which there is evidence in the plentiful coinage and coin finds of
Constans II. It is nonetheless uncertain whether military activity helped to support  urban facilities. Karpathos and Rhodes undoubtedly fared similarly, but excavations  do not disclose a clear sequence of events.
Herakleios’ interest in the capital cities of the two islands (which shared strategic   positions on Byzantium’s southern front in the eastern Mediterranean) played a decisive  role, starting with the Persian invasion and the subsequent Arab conquest. Crete
was never occupied by the Slavs. Inscriptions dating to the reign of Herakleios, around  615, have long focused attention on the later stages of the city of Gortyna.120 The city  was substantially rebuilt following an earthquake that occurred between 618 and 621.
The praetorium was reconstructed with a superb dedication to the emperors; the judiciary basilica was reconstructed as a hypaethral chamber, with a raised apse at the  back. Herakleios rebuilt the city’s water supply; an aqueduct ran alongside the praetorium  from the south, culminating in a castellum divisiorum, a splendid nymphaeum, and  numerous fountains. Two colonnaded streets crossed at the praetorium. Within a compact  urban perimeter, two living quarters developed. At the edges of the city, a significant  artisanal ceramic industry arose, producing a painted tableware of high quality.
Following another earthquake around 666–670, the porticoes and the main church  collapsed. The town became a modest village: street paving was covered with beaten  earth, the rebuilt houses now sheltered the potters who revived their production, and a
church and several houses with their own oil presses sprang up in the praetorium. Life  continued until the end of the eighth century, when another earthquake (ca. 796) provoked  a retrenchment into the neighboring heights and the ancient acropolis. The
town of the eighth century remained quite active and had contacts with Constantinople.
Cyprus witnessed a substantial level of prosperity throughout the sixth century and  a good portion of the seventh.121 It is possible that the island’s population was affected  by the plague, and that Tiberios chose for that reason to relocate to Cyprus the Armenians  fleeing the Persian invasion in 578. At Salamis, between 619 and 631, Herakleios  and several bishops built an aqueduct to supply the city with water. The water ended  in a small fortified enclosure, constructed around the church of St. Epiphanios to protect  the city center, rather than the city as a whole. The baths remain active to this day,
fed by a pipe that flows from the reservoir. A villa dubbed the “oilworks” was an urban  habitation until the beginning of the seventh century. Two Arab incursions in the  middle of the seventh century, together with massive deportations of the population,
left the island exhausted; despite a joint Arab-Byzantine condominium, it never enjoyed  the system of exchanges that would have facilitated a thriving economy. Although  Constantia was pillaged by Arab forces who took vast spoils from the city, it seems to
have endured: its baths were put into working order and may have continued to function  until the beginning of the eighth century; the basilica of St. Epiphanios also seems  to have undergone repairs. The pilgrim Willibald, who visited the town in 723, found
Constantia inhabited by farmers.
The Arab attacks did not entail the wholesale abandonment of urban life within the  two islands; rather, it took place as a generalized process toward the beginning of the  eighth century. These regions became entirely ruralized, but the ruralization occurred  much later than it did elsewhere. This temporal displacement, which also characterizes  Amorion, to some extent attenuates the highly pessimistic view of the size of the Byzantine  provincial population during the seventh century. The end of the late antique city  occurred later, and its transformation into the rural village with a developed artisanal
industry enables us, for the first time, to shed light on the Dark Ages.

Syria-Palestine and Egypt Antioch had fallen into decline prior to the arrival of Islam,
but it remained a regional center before the Byzantine reconquest in the late tenth  century infused it with new life. In other areas,122 excavations show that certain characteristics   of urban atrophy occurred, possibly beginning with the Persian occupation,certainly by the Umayyad period: the encroachment of shops and houses onto the  street, the installation of artisanal workshops in the town center, as occurred at Gerasa  and at Beisan (pottery kilns) or at Apameia (shops in the ancient episcopal quarter,bordering the cardo). The strata of the towns rose higher, as if waste products were no  longer being hauled away but were simply deposited in layers. Houses were, however,carefully constructed and organized into quarters at Gerasa and Pella. Large villages  such as Umm ar-Rassas and Umm el-Jimal remained quite active. Urban artisanal industries
flourished: mosaic work, architectural sculpture, the crafting of bronze dishes.
The water supply was no longer ensured by aqueducts.
In contrast with the areas that remained Byzantine, a good number of cities within  the interior of the region survived until the ninth and tenth centuries: Apameia and  Chalkis ad Belum in the north; Gerasa, Beisan, and Pella in the south, all three severely
shaken by the earthquake of 749. Other cities grew in size following the Muslim conquest  for specific economic, political, or religious reasons: Damascus, Aleppo, Homs,and Jerusalem. The same pattern applies to Egypt.

Demography
The sixth century was dominated by one major event—the Great Plague, which occurred  in 542; cyclical recurrences followed until the end of the century and persisted,albeit less destructively and at increasingly longer intervals, until the beginning of the
eighth. Contemporary authors (Prokopios, Evagrios Scholastikos, and John of Ephesos) left accounts of it, imitative of Thucydides to a greater or lesser degree, but by no  means completely indebted to the historian of Athens.123 Originating in Egypt, where
it broke out in the fall of 541, the pandemic struck the capital in the spring of 542 and  Gaza, Antioch, and Syria in the same year, before spreading into Asia Minor and the  Balkans, reaching the West in 543; it radiated particularly in cities and shore regions,and, conveyed with merchandise, it coursed along commercial routes. It raged in Constantinople  for four months in the course of which more than 10,000 died per day  according to Prokopios, as many as 16,000 according to John of Ephesos, and it may  well have been an important factor in the reduction of the capital’s population by as  much as half.124 There is no lack of written testimony concerning its manifestations  (the symptoms and description of bubonic plague), the immediate problems that the  plague entailed (the disposal of corpses), and its consequences: a shortage of wheat  and wine in 543 as a result of the lack of manpower during the harvest of the prior  summer, a rise in prices and wages that Justinian regulated in his Novel 122, as well
as new shortages resulting from various recurrences. There is, however, disagreement  among historians as to its significance.
Jean-Noe¨l Biraben holds that the plague entailed a catastrophic decline, and James  Russell, as well as Pauline Allen, believes that deaths associated with it took, on average,a third of the population.125 Jean Durliat, to the contrary, concludes, on the basis of
an examination of the narrative sources and their contradictory accounts, as well as  epigraphic, papyrological, and archaeological sources (and what they do not tell), that  “the plague was certainly deadly, but that it forced the flight of at least as many as it
killed,” and that “its consequences . . . were limited.” He notes the scarcity of explicit  references to the plague in the epitaphs that have survived, while noting the concentration  of certain burials that are undoubtedly attributable to it at Nessana or at Sbeitla.126
(One might supplement the cases that Durliat cites with examples from the Negev  dating from 541 to 543.127) He thus declines to draw comparisons between the Justinianic  plague and the Black Death of the fourteenth century pending an inquiry conducted
by specialists in the various categories of sources and “a closer analysis of the  epigraphic, numismatic, and other data,” and  believes that the phenomenon constitutes  “a major historical problem rather than an incontrovertible fact of economic and  social history.”128
Reporting on this position, Biraben has emphasized that contradictions in the texts  and the silence of many of the other documents are equally observable in accounts  of the Black Death and thus do not offer a decisive argument.129 Current knowledge  of epidemiology has shown in fact that the demographic consequences of plagues that  occur during prosperous or less troubled times may be limited and that population  recovery may be rapid; it is observable in Egypt, for example, where the recovery
occurred within a few decades of the Antonine epidemic.130 The same does not hold true, however, when plague occurs in conjunction with other epidemics—Biraben here  mentions the evidence of smallpox beginning at the end of the sixth century—and
with wars. This connection is clear in Italy beginning in 562, after the ten-year respite  that followed the end of the wars against the Goths; the cyclical recurrences of the  pestis inguinaria in 592 and 601, for example, increased with the depredations of the
Frankish and Lombard armies. Paul the Deacon makes an explicit connection between  the plague, the depopulation of northern Italy, and the Lombard occupation.131 Nor  are we barred from asking whether reductions in the army’s manpower at the end of
the reign of Justinian, condemned by Justin II, were not in part at least linked to the  plague.132 Conrad, with respect to Syria, ascribes the increased pressure of nomads on  the whole of society to these epidemics, which affected the sedentary population more  than they did the nomads. Tate, by contrast, holds that the inhabitants of villages were  less affected than those of the cities, but that the decline of the urban population deprived  them of their earlier trading outlets and set into motion the end of their prosperity.
It is difficult, in any event, to deny that these factors affected the decline of  urban life in the East, analyzed above.133

(TO BE CONTINUED)

Cecile Morrisson and Jean-Pierre Sodini

NOTES

107 H. Saradi-Mendelovici, “The Demise of the Ancient City and the Emergence of the Medieval
City in the Eastern Roman Empire,” Echos du monde classique/Classical Views 32 (1988): 365–401.
108 S. P. Ellis, “The End of the Roman House,” AJA 92 (1988): 565–76.
109 See, in particular, the excellent bibliographic essay of S. J. B. Barnish, “The Transformation of
Classical Cities and the Pirenne Debate,” JRA 2 (1989): 385–400.
110 Regarding the material impoverishment of Roman culture between the 6th and 7th centuries,
see L. Paroli et al., La storia economica di Roma nell’alto medioevo alla luce dei recenti scavi archeologici (Florence,1993).
111 In addition to the articles cited above in note 10, see W. H. C. Frend, “The End of Byzantine
North Africa,” BAC 19.2 (1985): 387–97.

112 J.-P. Sodini, “L’habitat urbain en Illyricum a` la veille des invasions,” in Villes et peuplement dans
l’Illyricum protobyzantin (Rome, 1984), 341–97.
113 E. A. Ivison, “Burial and Urbanism at Late Antique and Early Byzantine Corinth (c. A.D. 400–700),” in Christie and Loseby, Towns in Transition (as above, note 10), 99–125; A. Dunn, “The Transition from polis to kastron in the Balkans (III–VII cc.): General and Regional Perspectives,” BMGS 18  (1994): 60–80.
114 In addition to Foss’s studies of Ephesos and Sardis, see his “Archaeology and the ‘Twenty Cities’
of Byzantine Asia,” AJA 81 (1977): 469–86 ( History and Archaeology of Byzantine Asia Minor [Aldershot,1990], art. 2); idem, “Late Antique and Byzantine Ankara,” DOP 31 (1987): 29–87 ( ibid., art. 6);idem, “The Cities of Pamphylia in the Byzantine Age,” in Cities, Fortresses, and Villages of Byzantine  Asia Minor (Aldershot, 1996), art. 4. W. Mu¨ller-Wiener has also emphasized the retrenchment and  ruralization of towns in Asia Minor: “Von der Polis zum Kastron,” Gymnasium 93 (1986): 435–75.
115 See the reports of Marc Waelkens and his co-authors in AnatSt 37 (1987): 37–48; 38 (1988):53–67; 39 (1989): 61–76; 40 (1990): 185–98; 41 (1991): 197–214; 42 (1992): 79–98; 44 (1994): 169–86. See also Sagalassos I: First General Report on the Survey (1986–1989) and Excavations (1990–1991), ed.M. Waelkens (Leuven, 1993); Sagalassos II: Report on the Third Excavation Campaign of 1992, ed. M.Waelkens and J. Poblome (Leuven, 1993); eadem, Sagalassos III: Report on the Fourth Excavation Campaign  of 1993 (Leuven, 1995).
116 J. Russell, “The Archaeological Context of Magic in the Early Christian Period,” in Byzantine
Magic, ed. H. Maguire (Washington, D.C., 1995), 35–50.
117 Preliminary reports of R. M. Harrison (up to and including 1993), and subsequently of C. S.
Lightfoot, in AnatSt 38 (1988): 175–84; 39 (1989): 167–74; 40 (1990): 205–18; 41 (1991): 215–29; 42
(1992): 207–22; 43 (1993): 147–62; 44 (1994): 105–28; 45 (1995): 105–38; 46 (1996): 91–110; C. S.
Lightfoot, “The Survival of Cities in Byzantine Anatolia: The Case of Amorium,” Byzantion 68 (1998):
56–71; C. S. Lightfoot et al., “The Amorium Project: The 1997 Study Season,” DOP 53 (1999):333–49.
118 W. Martini and C. Streckner, Das Gymnasium von Samos: Das fru¨hbyzantinische Klostergut (Bonn,1993).
119 M. Ballance et al., Excavations in Chios: Byzantine Emporio (Oxford, 1989).
120 A. Di Vita, “Atti della Scuola, 1986–1987,” ASAtene 64–65, n.s., 48–49 (1986–87): 503–14; idem,
“Atti della Scuola, 1988–1989,” ASAtene 66–67, n.s., 50 (1988–89): 469–71; idem, “Atti della Scuola,
1990–1991,” ASAtene 68–69, n.s., 51–52 (1990–91): 433–71, offering a detailed examination of the
different sectors studied; A. Di Vita and A. Martin, Gortina II (Padua, 1997).

121 A. Papageorghiou, “Cities and Countryside at the End of Antiquity and the Beginning of the
Middle Ages in Cyprus,” in The Sweet Land of Cyprus, ed. A. A. M. Bryer and G. S. Georghallides (Nicosia,1993), 27–51.

122 H. Kennedy, “Antioch: From Byzantium to Islam and Back Again,” in The City in Late Antiquity,
ed. J. Rich (London, 1992), 196–97; idem, “The Last Century of Byzantine Syria,” ByzF 10 (1985):141–83; Walmsley, “Byzantine Palestine and Arabia.”
123 P. Allen, “The ‘Justinianic’ Plague,” Byzantion 49 (1979): 5–20; L. Conrad, “The Plague in Bilad  al-Sham in Pre-Islamic Times,” Bilad al-Sham during the Byzantine Period, ed. M. A. al-Bakhit and  M. Asfur, 2 vols. (Amman, 1986), 2:143–63; idem, “Epidemic Disease in Central Syria in the Late  Sixth Century: Some New Insights from the Verse of Hassa´n ibn Tha´bit,” BMGS 18 (1994): 12–58;J.-N. Biraben, Les hommes et la peste en France et dans les pays europe´ens et me´diterrane´ens, 2 vols. (Paris–The  Hague, 1975–76), 1:25–48. L. Conrad, “The Plague in the Early Medieval Near East” (Ph.D. diss.,Princeton University, 1981); D. Stathakopoulos, “Die Terminologie der Pest in byzantinischen Quellen,”JO¨B 48 (1998): 1–7. M. McCormick, “Bateaux de vie, bateaux de mort, maladie, commerce,transports annonaires et le passage e´conomique du Bas-Empire au Moyen Age,” Settimane 45 (1998):35–122; B. Grmek, “Les conse´quences de la peste de Justinien dans l’Illyricum,” Acta XIII CIAC, 3
vols. (Vatican City–split, 1998), 2:787–94.

124 Mango, De´veloppement urbain, 51.
125 Biraben, Les hommes et la peste.
126 The sole reference (to these authors’ knowledge as the text was going to press), to a death from
po´tmo” boubw’no”, appears in the epitaph of Ezra (J. Koder, “Ein inschriftlicher Beleg zur ‘justinianischen’
Pest in Zora (Azra’a)” in STEFANOSÚ Studia byzantina ac slavica Vladimı´ro Vavrˇı´nek ad annum
sexagesimum quintum dedicata ( BSl 56.2 [1995]: 13–18); it may be contrasted with that of Rhodopaeus,
pater civitatis and sitw´ nh”, who cast out plague and famine by means of baths and provisioning
(loutroi'” kai` sitarci´ai” loimo`n kai` limo`n ajpela´santa); commentary by Roueche´, Aphrodisias, 137–41.
127 Y. E. Meimaris, Chronological Systems in Roman-Byzantine Palestine and Arabia: The Evidence of the
Dated Greek Inscriptions (Athens, 1992), nos. 280–92, pp. 236–37.
128 J. Durliat, “La peste du VIe sie`cle,” in Hommes et richesses (as above, note 15), 1:106–19, at 118–19.
129 J.-N. Biraben, “Rapport: La peste du VIe sie`cle dans l’Empire byzantin,” in Hommes et richesses  (as above, note 15), 1:121–25. We might add, with respect to the epigraphy, that the climate of an  epidemic would hardly favor erecting and carving funerary steles (see the observations of Roueche´,Aphrodisias, 137–41, on the mediocre quality of an engraving subsequent to the plague compared to  an earlier inscription in honor of Rhodopaeus). The cost of funerary monuments should also be kept  in mind: the price of a tomb during the 6th century ranged from 2 to 6 solidi (see J.-P. Callu, “Les  prix dans deux romans mineurs d’e´poque impe´riale,” in Les “de´valuations” a` Rome: Epoque re´publicaine  et impe´riale, 2 vols. [Rome, 1979–80], 2:194 n. 28, citing de Rossi, La Roma sottoranea cristiana 3 [1877],549, for prices of 2, 31⁄3, and 6 solidi). For a price of 41⁄4 solidi in Thessalonike, see E. Tsigaridas and  K. Loverdou-Tsigarida, Kata´logo” cristianikw’n ejpigrafw’n sta` mousei’a th'” Qessaloni´kh” (Thessalonike,
1979), no. 24; see also D. Feissel, Recueil des inscriptions chre´tiennes de Mace´doine du IIIe au VIe sie`cle  (Athens–Paris, 1983), 149, with supplementary references.
130 D. Rathbone, “Villages, Land and Population in Graeco-Roman Egypt,” Proceedings of the Cambridge
Philological Society 216, n.s., 36 (1990): 103–42, cited by R. Bagnall and B. W. Frier, The Demography  of Roman Egypt (Cambridge, 1994), 174.
131 L. Cracco Ruggini, Economia e societa` nell’Italia annonaria: Rapporti fra agricoltura e commercio dal IV  al VI secolo d. C. (Milan, 1961; repr. Bari, 1995), app. 2, 478–89.
132 Agathiae Myrinaei Historiarum libri quinque, 5.13.7, ed. R. Keydell (Berlin, 1967), 180; prooimion to  Novel 148 (566), CIC 3, 722; cf. A. H. M. Jones, The Later Roman Empire, 284–602: A Social, Economic,and Administrative Survey, 2 vols. (Norman, Okla., 1964), 1:301–2.
133 Patlagean, Pauvrete´ e´conomique, 85–92 (for analysis of the effects of the plague, although this  analysis is not, however, subsequently adopted to explain the decline in population, which is ascribed  to wars, pp. 426–28); H. Kennedy, “The Last Century of Byzantine Syria: A Reinterpretation,” ByzF 10 (1985): 141–83; J. Haldon, Byzantium in the Seventh Century: The  transformation of a Culture (Cambridge,1990), 111–12.

Posted in HISTORIC THEMES | Tagged , , , , | 1 Comment