LES lcôNEs CHEZ LES THÉoLoGIENS DE L’EGLISE COPTE (A)

 

image

 

image

image

image

image

image

(ETRE CONTINUE)

par Ugo Zanetti

Le P. Ugo Zanetti s.j. (né en 1948), Bollandiste, enseigne les langues et les littératures de l’Orient chrétien à l’lnstitut Orientaliste  de l’Université Catholique de Louvain (Louvain- la-Neuve). ll  a pu passer plus d’une année au monastère de Saint-Macaire   (désert de Scété), dont il a catalogué les manuscrits. ll a publié  une thèse et divers articles sur la Liturgie de t’Égtise Copte, et  notamment sur ses lectionnaires

Posted in ARCHAEOLOGIE | Tagged , , , , , | Leave a comment

ΣΠΗΛΑΙΑ ,ΚΑΤΑΚΟΜΒΕΣ,ΓΙΟΦΥΡΙΑ

A)ΣΠΗΛΑΙΟ ΘΕΟΠΕΤΡΑΣ -ΤΟ ΑΡΧΑΙΟΤΕΡΟ ΓΝΩΣΤΟ ΤΕΧΝΙΚΟ ΕΡΓΟ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ

Σημαντικές πληροφορίες για τους δεσμούς και τις αλληλεπιδράσεις του ανθρώπινου είδους με τον πολυδιάστατο κόσμο των φυτών φέρνουν στο φως –μεταξύ άλλων– τα αρχαιοβοτανικά κατάλοιπα του Σπηλαίου της Θεόπετρας, όπως αναφέρει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ η αρχαιολόγος Nίνα Κυπαρίσση-Αποστολίκα, επίτιμη διευθύντρια της Εφορείας Παλαιοανθρωπολογίας και Σπηλαιολογίας του Υπουργείου Πολιτισμού, με την αφορμή της συμπλήρωσης πέντε χρόνων από τότε που ο χώρος του σπηλαίου της Θεόπετρας έγινε επισκέψιμος.

Με τη διαδικασία του νεροκόσκινου, σύμφωνα με την ίδια, εντοπίστηκαν στα παλαιολιθικά στρώματα καμένοι καρποί, όπως άγριο αμύγδαλο, βατόμουρο, τσικουδιά, μπιζέλι κ.ά. ψυχανθή (όσπρια) και αγρωστώδη (δημητριακά), ως αποτέλεσμα καρποσυλλογής προς βρώση καθώς και άλλα είδη αγριόχορτων προορισμένων κυρίως για ζωοτροφές, ενώ είναι πολύ πιθανό ότι οι Παλαιολιθικοί ένοικοι του σπηλαίου χρησιμοποιούσαν ακόμη μεγαλύτερη ποικιλία καρπών και φυτών, που δεν επιβίωσαν ώστε να φτάσουν ως εμάς. Στα Μεσολιθικά δείγματα εξακολουθεί η παρουσία άγριων οσπρίων, φρούτων και καρπών και άλλων φυτικών ειδών που είτε εντάσσονταν στο διαιτολόγιο των χρηστών του σπηλαίου είτε χρησιμοποιούνταν σε άλλες δραστηριότητες.

Η αρχαιοβοτανική αυτή συγκέντρωση προέκυψε, όπως αναφέρει η αρχαιολόγος, από τη συστηματική συλλογή περίπου 550 δειγμάτων χώματος, στα οποία έγινε η διαδικασία του νεροκόσκινου. Τα φυτικά κατάλοιπα αποτελούν σημαντικούς φορείς πληροφορίας σχετικά με τους δεσμούς και τις αλληλεπιδράσεις του ανθρώπινου είδους με τον πολυδιάστατο κόσμο των φυτών, τις ανθρώπινες επιλογές στη διαχείριση του χλωριδικού περιβάλλοντος, τις στρατηγικές επιβίωσης και οικονομικής οργάνωσης μιας ομάδας. Και, όπως γίνεται αντιληπτό, το αρχαιοβοτανικό υλικό της Θεόπετρας λόγω της παλαιότητάς του, καθώς είναι το αρχαιότερο που προέρχεται από αρχαιολογικές ανασκαφές στον ελλαδικό χώρο, συνιστά ένα πολύτιμο αρχείο δεδομένων για τη διερεύνηση των πρώιμων σταδίων εκμετάλλευσης του φυτικού κόσμου στον ελληνικό χώρο. Και επιπλέον, αυτό που έχει ιδιαίτερη σημασία από αυτό το υλικό είναι ότι είδη φυτών που στην Παλαιολιθική περίοδο τα βρίσκουμε σε άγρια μορφή, στη Νεολιθική τα συναντούμε καλλιεργημένα και αυτό επιβεβαιώνει τη συνέχεια του πολιτισμού στον ίδιο χώρο.

Η ταύτιση των ξυλανθράκων επίσης από δείγματα που συλλέχθηκαν στο σπήλαιο επιβεβαιώνουν, εξηγεί η κ. Κυπαρίσση, μέσω της βλάστησης που αναγνωρίστηκε κατά περιόδους, τις κλιματικές συνθήκες που περιγράφηκαν με τις γεωλογικές αναλύσεις, αλλά και με αναλύσεις γυρεόκοκκων που έχουν γίνει παλαιότερα σε διάφορα σημεία της Ελλάδας και της Θεσσαλίας, δηλ. στεπική βλάστηση σε περιόδους ψυχρού και ξηρού κλίματος, ενώ κλιματικά ήπια ενδιάμεσα επεισόδια χαρακτηρίζονται από πλατύφυλλα φυλλοβόλα.

Σύμφωνα με την ίδια, από τα ευρήματα με την ευκαιρία των έργων του Γ΄ ΚΠΣ, αξίζει να μνημονευτεί η αποκάλυψη, ακριβώς μπροστά στην είσοδο του σπηλαίου, λιθοσωρού που φαίνεται να καλύπτει όλο το εύρος της εισόδου. Οι πέτρες, διαφόρων μεγεθών, φαίνεται να τοποθετήθηκαν εκεί εσκεμμένα προκειμένου να δημιουργήσουν ένα φράγμα ασφαλείας ώστε να εμποδίζεται η είσοδος στο σπήλαιο (προφανώς για τα ζώα). Με τη μέθοδο της θερμοφωταύγειας η κατασκευή χρονολογήθηκε στα 22-23.000 χρόνια πριν, δηλαδή σε εποχή παγετώνων και αυτό είναι ενισχυτικό της άποψης ότι έγινε σκοπίμως για να αποτρέπει τόσο τα ζώα όσο και τα ψυχρά στοιχεία να εισέρχονται από την είσοδο του σπηλαίου στο εσωτερικό του.

Οι ανασκαφές στο σπήλαιο της Θεόπετρας ήρθαν να επιβεβαιώσουν την προς τα πίσω άρρηκτη συνέχεια του Νεολιθικού πολιτισμού με την παρουσία της Μεσολιθικής περιόδου για πρώτη φορά στη Θεσσαλία, αλλά και τη σύνδεση της τελευταίας με τις προγενέστερες βαθμίδες, την Ανώτερη και τη Μέση Παλαιολιθική, και να αποδείξουν με τα σχετικά ευρήματα πως και η καθιέρωση της καλλιέργειας και η κεραμική τεχνολογία υπήρξαν το αποτέλεσμα προσπαθειών πολλών χιλιετιών που μετέτρεψαν το άγριο σε καλλιεργημένο και τον πηλό σε κεραμική, καταλήγει η αρχαιολόγος.

 

B)Συντηρημένες τοιχογραφίες αναζωπυρώνουν τη συζήτηση περί γυναικών ιερέων

Η νωπογραφία στο «Δωμάτιο της Πεπλοφόρου».

Οι κατακόμβες της Αγίας Πρίσκιλλα, στη Via Salaria της Ρώμης, άνοιξαν εκ νέου για το κοινό την περασμένη Τρίτη μετά από ένα πενταετές πρόγραμμα συντήρησης που περιελάμβανε, μεταξύ άλλων, την αποκατάσταση των νωπογραφιών που κοσμούν τις κατακόμβες.

Δύο από αυτές τις νωπογραφίες αποτελούν, εδώ και πολλά χρόνια, αντικείμενο έντονης διαμάχης στο πλαίσιο του ζητήματος της χειροτονίας γυναικών ιερέων, καθώς υπάρχουν κάποιοι που υποστηρίζουν ότι απεικονίζουν γυναίκες ιερείς των πρωτοχριστιανικών χρόνων.

Στη μία από αυτές, στην αίθουσα που είναι γνωστή ως «Ελληνικό Παρεκκλήσι», απεικονίζεται ομάδα γυναικών που συμμετέχει σε ένα συμπόσιο, το οποίο υποστηρίζεται ότι είναι το συμπόσιο της Θείας Ευχαριστίας. Στη δεύτερη, που βρίσκεται σε έναν πλούσια διακοσμημένο ταφικό θάλαμο γνωστό ως το «Δωμάτιο της Πεπλοφόρου», παρουσιάζεται μια γυναίκα, ντυμένη με πολυτελή χιτώνα που θυμίζει λειτουργικό ένδυμα, με τα χέρια υψωμένα έτσι ώστε να θυμίζει στάση ιερέα στη διάρκεια της Θείας Λειτουργίας.

Η Ένωση Ρωμαιοκαθολικών Γυναικών Ιερέων (Association of Roman Catholic Women Priests), που περιλαμβάνει γυναίκες οι οποίες έχουν αφοριστεί από το Βατικανό για τη συμμετοχή τους σε τελετές χειροτονίας, θεωρεί αυτές τις εικόνες απόδειξη για την ύπαρξη γυναικών ιερέων στα πρωτοχριστιανικά χρόνια.

Ο Fabrizio Bisconti, επικεφαλής της Παπικής Επιτροπής για την Ιερή Αρχαιολογία του Βατικανού, δήλωσε ότι αυτού του είδους η ανάγνωση των νωπογραφιών είναι «ένα παραμύθι, ένας θρύλος». Αν και ο επίσημος οδηγός των κατακομβών αναφέρει ότι υπάρχει «σαφής αναφορά στο συμπόσιο της Θείας Ευχαριστίας» στη νωπογραφία, ο Bisconti δήλωσε ότι η σκηνή του συμποσίου δεν αφορά τη Θεία Ευχαριστία, αλλά πρόκειται για ταφικό συμπόσιο, προσθέτοντας ότι, αν και παρευρίσκονταν γυναίκες, δεν τελούσαν τη Θεία Λειτουργία.

Ο Bisconti δήλωσε επίσης ότι η νωπογραφία της γυναίκας με τα χέρια ψηλά σε προσευχή είναι ακριβώς αυτό – μια γυναίκα που προσεύχεται. «Αυτές είναι αναγνώσεις του παρελθόντος που είναι εντυπωσιοθηρικές, αλλά δεν είναι αξιόπιστες», πρόσθεσε.

Παναγία Βρεφοκρατούσα

Οι Κατακόμβες της Αγίας Πρίσκιλλα, που εκτείνονται για περίπου 13 χιλιόμετρα υπογείως της Ρώμης, είναι γνωστές ως «regina catacumbarum» («βασίλισσα των κατακομβών»), λόγω του μεγάλου αριθμού μαρτύρων που είναι θαμμένοι εκεί.

Φημίζονται επίσης για το ότι περιέχουν την παλαιότερη γνωστή απεικόνιση της Παναγίας και του Βρέφους. Πρόκειται για μια νωπογραφία που χρονολογείται γύρω στα 230-240 μ.Χ. και παρουσιάζει την Παναγία με τον Ιησού στα γόνατά της. Δίπλα της στέκεται ένας προφήτης, κρατώντας χειρόγραφο στο αριστερό του χέρι και δείχνοντας με το δεξί ένα αστέρι. Οι μελετητές εκτιμούν ότι η σκηνή παραπέμπει στην προφητεία του Βαλαάμ και η παρουσία του προφήτη φανερώνει ότι το παιδί είναι ο πολυαναμενόμενος Μεσσίας.

Google Maps

Οι Κατακόμβες της Αγίας Πρίσκιλλα πρωταγωνιστούν σε έναν πρωτοποριακό συνδυασμό αρχαιότητας και σύγχρονης τεχνολογίας. Για πρώτη φορά, η εφαρμογή Google Maps μπήκε στις κατακόμβες της Ρώμης, προσφέροντας σε κάθε ενδιαφερόμενο τη δυνατότητα για μια εικονική ξενάγηση στο ταφικό συγκρότημα.

Η Giorgia Abeltino, εκπρόσωπος του ιταλικού τμήματος της Google, δήλωσε ότι για το πρόγραμμα εικονικής περιήγησης σχεδιάστηκαν ειδικά όργανα και μικρότερου μεγέθους κάμερες από αυτές που έχουν χρησιμοποιηθεί για το Street View.

PAGAN  http://www.archaiologia.gr

C)Η ΑΡΧΑΙΟΤΕΡΗ ΓΕΦΥΡΑ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ και ΟΛΟΥ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ.

Μνημειακή κατασκευή της Μυκηναϊκής Εποχής.

 

Είναι χτισμένη στο 15ο χλμ. του δρόμου Ναυπλίου- Επιδαύρου, στο Αρκαδικό.

Κατασκευάστηκε γύρω στο 1300 π.χ.και βρίσκεται κατά μήκος ενός καλοκατασκευασμένου μυκηναϊκού δρόμου, που συνδέει τις Μυκήνες και την Τίρυνθα με την Επίδαυρο.

Αυτό το δρόμο χρησιμοποιούσαν κάποτε οι Μυκηναίοι πολεμιστές και απο αυτόν περνούσαν οι πομπές με τα βασιλικά άρματα.

104 περίπου χρόνια πριν, ένας Γερμανός περιηγητής είχε το κουράγιο να καταγράψει τις 14 Μυκηναϊκές γέφυρες που εξακολουθούσαν να υπάρχουν στην γη της Αργολίδας.

Από τότε, ο χρόνος και το “ενδιαφέρον” των αρμοδίων παρέσυρε στο πέρασμα του τις περισσότερες από αυτές.  Οι εναπομένουσες τρεις είναι οι γέφυρες Καζάρμα, Γαλούση και Αρκαδικοu 

Ο Ναυπλιώτης οφθαλμίατρος κ. Θέμος Γκουλιώνης με την  συνεργασία του καθηγητού του Πανεπιστημίου της Χαϊδελβέργης και πρώην διευθυντού των ανασκαφών της Τίρυνθας Jorg Schefer και του ακαδημαϊκού και διευθυντού της ανασκαφής των Μυκηνών Σ. Ιακωβίδη, κατάφερε το ακατόρθωτο.

Οι γέφυρες καθαρίστηκαν, εκδόθηκαν τηλεκάρτες με την απεικόνισή τους ενώ η γέφυρα της Καζάρμας φωταγωγήθηκε και απέκτησε πινακίδα σημάνσεως σε τέσσερις γλώσσες (μία εκ των οποίων είναι η Μυκηναϊκή Γραμμική Γραφή Β’).

Τα πρωτεία της γέφυρας αυτής “επισημοποιήθηκαν” από το Cable News Network (CNN) όταν αυτό γνωστοποίησε στους τηλεθεατές του ότι “οι αρχαιότερες γέφυρες της Ευρώπης βρίσκονται στην Αργολίδα και είναι ηλικίας περίπου 3.400 ετών”

Το ρεκόρ έχει καταχωρισθεί και στο Βιβλίο “Γκίνες” όπου και χρονολογείται στα 1.600 π.Χ. Η φωτογράφισή της έγινε στις 6/8/2011. 

source lykomedes

Posted in ARCHAEOLOGIE | Tagged , , , , , | Leave a comment

ARCHEOLOGICAL STRATIGRAPHY and TEMPORAL CARTOGRAPHY

Asymmetrical Time: Stratigraphy in archaeological practice

Abstract

This paper will investigate the genealogy of one of the most traditional media used in archaeological excavations – practices based upon the concept of stratigraphy. These are representational strategies that have a considerable amount of conceptual valence in contemporary archaeological theory of practice. Stratigraphy is still considered the most important form of mediational framework through which the temporality of a site is mapped. In order to investigate the ideological and methodological salience of stratigraphy to the archaeological project, I will focus on the archive of one of its key proponents – Sir Mortimer Wheeler, and especially his work in South Asia. This paper will analyze Wheeler’s attempt at transforming stratigraphy as a fringe archaeological strategy into a core mediational practice to represent chronology – a form of temporal cartography.

Paper

Introduction

The methodological practice of archaeology traverses between both the temporal and spatial dimensions, and the knowledge about past that its disciplinarian processes produce are confined by their limitations. Visual representation in archaeology has struggled to escape this limitation and attempted to collapse the duality of the two dimensions into objective diagram by articulating itself within the discursive territory of the discipline. The archaeological process of knowledge production is constructed through methods that are instruments of negotiation capable of manufacturing facts about past, explicating its nature, its expanse and its chronology. The archaeological method is a product of socialization of the discipline in the larger discursive terrain of knowledge production through invocation, appropriation and usage of scientific methods, and is intricately connected with the genealogy of the scientific project.

The concern of this paper is one such method- stratigraphy as it was applied in the works of Sir Mortimer Wheeler- its emergence in the process of making the archaeology an empirical practice, allowing for the excavated “nature to speak for itself” (Daston & Gallison 1992:81). In its evolution as a scientific practice we see various scientists, geologists and archaeologists, struggle to push it as a valid methodological practice into the discursive space of the discipline. This process was symptomatic of the seventeenth century moralistic drive towards truthful observance of the natural and physical world and they attempted to enforce this morality of accuracy in describing and explaining the material culture.

The method, having its origin in the antiquarian phase of the discipline’s trajectory, has gained widespread currency and has become an intimate part of the archaeological methods of the twentieth century. It is a conceptual apparatus, which negotiates with the spatial dimension of the archaeological project to produce objective knowledge about the temporal dimension. This is initiated through a complex codification process of the spatial dimensions of the archaeological site. By negotiating through the distribution of the key units of the spatial dimension- site, artifacts, natural, physical and archaeological deposits a cartographical map of the temporality of the site is constructed.

By engaging with the cartographical objectivity that describes the spatial taxonomy of the site a chronological narrative of temporality is produced. In this paper I am interested in examining the visual representation of the stratigraphy as cartographical practice, especially in relation to the nature of archaeological objectivity it produces about past. As these diagrammatic representation are a reflection of what objectivity meant to a generations of practitioner who attempted to produce it which as Daston and Galison puts it had the semblance of “ everything from empirical reliability to procedural correctness to emotional detachment” (Ibid:82).

Definitions

I locate the usage of startigraphy in the conceptual interplay between the ideas of ‘taxonomic classification’, ‘cryptography’ and ‘topographic cartography’ as well as their historical unity is at the core of stratigraphy as a conceptual technique. By taxonomic classification I imply to the mission in natural science of the sixteenth and seventeenth century of classifying and arranging the botanical and zoological specimens in an orthodox nomenclatures. By cryptography, I allude to the philological project of studying, encoding and deciphering of ancient texts that were pursued by scholars during the medieval and renaissance era. And lastly by the term topographic cartography, I mean the project of making atlases, maps and plans of known world- representational strategies through which the known universe was objectified suggesting to an impartial, dispassionate and unprejudiced vision. All these conceptual tools were portrayed as markers of truth that signified objectivity, by their creators, but were devised by individual, who attempted to impose, through these influential beliefs their own subjective ideologies on the natural, physical and material world. These methodological tools were conceptual ideologies pregnant with doctrinal belief of truth and objectivity that have had considerable consequences of the disciplinarian trajectory of archaeology.It is this theoretical context I would like to examine the work of Sir Mortimeer Wheeler with respect to his archaeological interventions in India between 1944- 48.

WHEELER

I have argued elsewhere that:

The Wheeler’s archive of visual representation is an inter textual site to examine the historical role played by the methods and practice he introduced in archaeology and the great impact it has had in South Asia and the Eurasian world where his method still has wide currency. Here the visions of the multiple gazes work as techniques of power and surveillance operating in the discursive territory of the scientific project to constitute the ‘other’ Through the application of the apparatuses of mechanical reproduction, a cartographic project is set forth to the control the colonized space by appropriating Cartesian perspectivalism. Wheeler’s visual representation are an explicit example of such a scopic regime which is situated in the legacy of the “exploratory gaze” – an epistemological strategy embedded in the imperial enterprise that transforms the subjugated space into the universal, quantifiable and divisible body that can only be comprehended in a Cartesian universe. His role at the helm of the ASI in completely restructuring Indian archaeology, and the enormity of his contribution towards disciplining Indian archaeology in four years (1944-48) has been described as a series of developments that would have taken the erstwhile bureaucracy forty years. Greatly influenced by the work of General Pitt Rivers (Lucas 2001:36), who at the turn of the 19th century, had advocated the need for excavating ancient sites in a scientific manner, Wheeler transformed the archaeological endeavor into a militaristic exercise. He is credited with giving the concept of stratigraphy an important space in the archaeological project by transforming it into a methodological tool.

“in one vital respect at least there is an analogy between archaeological and military field-work that is recurrent and illuminating. The analogy rests – strangely enough as between the dead and the deadly – in the under-lying humanity of both the disciplines. The soldier, for his part, is fighting not against a block of colored squares on a war-map; he is fighting against a fellow being, with different but discoverable idiosyncrasies which must be understood and allowed for in every reaction and maneuver. Equally, the archaeological excavator is not digging up things, he is digging up people”

Mortimer Wheeler and Stratigraphy as temporal cartography

There were two central objectives that framed the intervention of Sir Mortimer Wheeler when he arrived in India in 1944 as the new Director General of the Archaeological Survey of India (ASI). The first and the obvious goal was to rectify the ills of the ASI that were reported by Sir Leonard Woolley in his report on the state of Indian archaeology in 1939 (Woolley 1993 [1939]). This goal had a disciplinarian impetus and was largely aimed at restructuring the institutional apparatus of the ASI (Chadha 2002). The second objective of Wheeler’s intervention had an intellectual thrust. It was chronological in intent and aimed at solving the temporal dysfunction of Indian past, both in the Northern plains where the Indo-Gangetic civilization thrived and in the Southern plateau and the coast where multiple kingdoms rose and fell. In both cases, Wheeler’s intellectual intention was driven by a desire to uncover a chronological absence that marked the archaeology of these regions. The problems in the north according to Wheeler were much simpler and involved just uncovering a temporal hiatus between the Indus Civilization (third millennium BCE) and the North western kingdoms of the sixth century BCE. The dates of both the periods were archaeologically available through comparative and analogical dating with the Western world- Indus civilization to the Mesopotamian and the later settlements with the Achaemenid Empire. For the south, the problem according to Wheeler was far greater, because unlike the north, the settlements of south India did not have any comparative, temporal, analogical relationship with the western world (Wheeler 1955:188). As Wheeler puts it: “In the south of India the archaeological problem is, in a sense, vaster still. There we have no dated contact with ancient Mesopotamia, no intrusive Persian Empire…(f)or earlier periods, material is abundant, its inter-relationship unknown. It is a jumble of words with no consecutive meaning. But here again, planned work can gradually bring order and significance into chaos” (Wheeler 1955: 188). The importance of correlating Indian sites with Greco-Roman artifacts became one of the most important agenda for Wheeler. He notes in one of his texts that in order to deal “with the ‘Dark Ages’ of the Vedic period, the first requirement was to determine its delimiting phases with all possible exactitude’ (Wheeler 1949: 5). So in effect the scholarly focus of all the excavations that Wheeler undertook in India (Taxila, Arikemedu, Bhramagiri and Harappa) during the four-year tenure as the Director General of ASI were aimed at solving this dysfunctional temporality of Indian archaeology.

It is in the south that Wheeler’s fetish for fixating the chronology of the Indian past brings into clear focus the colonial subtext of his scholarly enterprise and the ideological subtext of stratigraphy as Wheeler used it. Like in the north where the chronology of Indian archaeology was fixed by correlating the artifacts and sites on the basis of the known contact with the west, Wheeler desired to establish similar datum-line, for the South. This was to be provided by the Roman trade contacts in coastal India. His search took him to the coastal site Arikamedu in the French colony of Pondicherry, where along with the known horde of Roman coins, Wheeler discovered Roman ceramics. Sharing his discovery in a note to M.V. Taylor, Vice President, Society President, Society of Antiquaries of London, Wheeler’s excitement is noticeable:

‘Today you will be faintly entertained to hear that we have found the first Arrentine pottery stamp known, so far as I am aware, from India (Pause for drums and trumpets). The place being Arikamedu or Virapatnam, two miles south of Pondicherry. But seriously, it is slightly romantic to find out here under the coconut palms the identical stuff that you or I are used to in other climes. The beauty of it is of course, that we are getting hitherto wholly undated Indian culture in association with it, together with substantial brick buildings which are just beginning to make their appearances’ (AACD, File No. 19/14/44; 1944. Dated 7th April 1945).

Explaining the importance of the find to Lt. Col. Stuart Piggot, Air Command, South East Asia, New Delhi:

‘The place (Arikamedu) clearly contained a Roman colony in the first half of the 1st century A.D., in connection with semi-precious stone trade. The beauty of it, of course, is that here we shall get at last our synchronism with native Indian stuff, and a firm chronological datum line for south east India within a margin of 50 years. As I said before, don’t laugh’ (AACD, File No. 19/14/44; 1944 D.O. No. 517/C. Dated 9th July, 1944).

It is in this context that Wheeler’s idea of stratigraphy becomes profoundly important for this work in India. It is through excavations that were marked by methodological emphasis on stratigraphical chronology that Wheeler is able to provide south India with ‘concrete’ dates. “Without any depreciation of the high value of the archaeological fieldwork carried out in India by past generations of scholars, Indian and European, the time has come to recognize bluntly, but in a properly constructive sprit, certain shortcomings for which remedy is overdue. Of these, the most important is the omission to appreciate adequately the signification of stratification, which is fundamental to the science of archaeology as it is to the parent discipline of geology.”

He undertook two excavations in Southern India – the Roman trading station in Arikemedu and the megalithic site of Bhramagiri. At both the sites Wheeler produced extensive stratigraphic diagrams to represent the chronological history of the site. But it is the site of Arikemedu that provides an extraordinary example of how colonial archaeology worked. The intellectual ideology of ASI could only conceptualize an archaeological site in India within a chronological framework of a European temporality. This notion of the European time in archaeology has been largely defined and constructed by Western fixation with classical archaeology and antiquity. In India, right from the moment of the discovery of it’s past, colonial scholars and antiquarians have attempted to frame India within the confines of European cartographical and chronological imagination (Raman 2002). The incipient beginnings of the ASI, were also driven by a dual necessity of cartographically map India and to chronologically date Indian monuments and sites, through its contact with the West. Alexander Cunningham, the first Director General of the Archaeological Survey of India, conducted archaeological survey of most of India, depending upon the travel accounts of the 5th-9th century CE Chinese travelers. He located the contemporary provenance of ancient Buddhist sites by comparing them with Chinese accounts. He then proceeded to strip the Stupa, or drill holes to the bottom of the site to locate the relics casket where as he correctly assumed, he found Indo Greek coins, which were useful in dating.

For Wheeler, and most of his earlier colonial predecessors, ancient India lacked historical imagination in the linear European sense. Thus it was necessary to create a chronology of ancient India through its contact with the West. In the process, the Indian past was subsumed within the temporal dimensions of European time. By the early twentieth century, scientific archaeology had laid its roots in India, and the earlier antiquarian impetus of the ASI was given way to seriously attempt to excavate ancient Indian site attempt to create a chronological sequence. This temporal progression was charted primarily by relative dating using numismatic, epigraphic and material culture evidence. Though the idea of stratigraphy was known in India by the time Wheeler came he provide an objectivistic and scientific agency to it in the Indian context. For Wheeler it was only through planned and disciplined excavations, with an emphasis on three dimensional recording that a proper startigraphic sequence of the site can be created that functioned more like a cartographic exercise with an capability to map time.

Below is a case study to explicate the practice through which Wheeler effectively utilized stratigraphic sequences to narrate the chronology of the site. In this context the best example especially comes from the excavation of Arikamedu in southern India. The excavation there was directed as mentioned above to produce a temporal framework, which according to Wheeler was missing. Wheeler conceptualized the significance of Arikamedu to the chronology of South India within a cryptographic metaphor. For him the site was a ‘bilingual’ one where “the unknown local culture is dated from the known foreign culture, just as Egyptian hieroglyphs were partly deciphered from the parallel Greek version on Rosetta stone, or Kharoshthi from the bilingual inscriptions on the IndoBactrian coins” (Wheeler 1946: 1). The subtext of the cryptographic metaphor is situated within the confines of the colonial ideology of taming the unknown. The archaeological site is framed within a colonial narrative of discovery where the only process through which the unknown landscape, both native and past can only be domesticated by subsuming it within the ideological constructs of the western classical world.

This process of framing and structuring the Indian archaeological past within the metanarrative of the Western civilization can been seen by an the subtext of the innocuous remake that Wheeler makes about the Arikemdu excavations: “the erratic cuttings of our French predecessors on the scene were methodically superseded and extended by school-trained grids and graduated stratigraphy in the busy hands of students already trained to anticipate this sort of things – the emergence of familiar western products in the meaningful association with the still unknown and variable output of the east” (Wheeler 1976). Thus, Arikamedu as an archaeological site is not conceptualized by Wheeler in its own indigenous terms or within a southern Indian temporality but it has to be historically situated within the confines of the metanarrative of Western history. In this hegemonic imagination, Arikamedu is relegated into the fringe of classical historiography, and at best named as a trading port beyond the frontiers of the Empire. By negating the indigenous temporality, Arikemedu’s past is just seen as playing a peripheral role in the larger expansionist progression of the classical world. In this particular case it is benign trade and commerce unlike north India, which is largely framed within the invasion narratives of the west.

In Wheeler’s stratigraphic imagination the Roman Arretine ware and amphorae from Mediterranean were central to delineating the chronology of Arikamedu. These two types of material culture were utilized to the provided a datum line not just to the site but also to whole of south India, “as upon the imported Mediterranean wares the whole chronology of the site, and its special importance therefore to Indian archaeology depend(ed)” (Wheeler 1946c). Wheeler uses these two ceramic types as a form of control mechanism, to discipline the atemporal artifacts of the native site: “subsequent to our date A.D. 50 there were, in the Southern Sector, several successive stages of construction and reconstruction, accompanied by some modification of the associated Indian pottery. These developments were controlled by two unifying factors: a general continuity in the main units of the plan, and the occurrence in all strata of shreds of Mediterranean amphora” (Wheeler 1946c: 24). Thus stratigraphy under Wheeler transforms into an ideological representation of the past, which is framed typically as a scientific practice but is mediated through imposing narratives of the Western classical antiquity. This can be more acutely seen when on the basis of the stratigraphical occurrence of Roman material culture Wheeler not only demarcates Arikamedu’s functional character as a peripheral trading post of the classical world but transforms it into the colony of the Roman empire. He claims that “the historical indications are that the consolidation and development of Roman trade with the east as a product of the unification of the western world under Augustus (23 B.C.- A.D. 14)…therefore, the Roman occupation of this site is unlikely to antedate the principate of Augustus” (Wheeler 1946c: 22).

Ashish Chadha (Stanford University)

SOURCE  http://traumwerk.stanford.edu

Posted in ARCHAEOLOGIE | Tagged , , , , | Leave a comment

Η ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ ΤΩΝ ΖΩΩΝ (I)

 

image

Εικ. 2: Κρανίο σκύλου της νεολιθικής εποχής (αριστερά) συγκρινόμενο με σύγχρονο δείγμα (κατά Planck 1994: 52).

ΟΡΙΣΜΟΙ, ΤΑΣΕΙΣ ΚΑΙ ΑΦΟΡΙΣΜΟΙ1

Αντί προλόγου
– Κι εσείς, με τι ασχολείστε;
– Είμαι αρχαιολόγος.
– Άαα, πολύ ωραία (με έκδηλο θαυμασμό).
Ξέρετε, πάντα ήθελα να γίνω αρχαιολόγος.
Ήταν το όνειρό μου από παιδί.
– (Χαμόγελο συγκατάβασης) …Ζωοαρχαιολό-
γος, για την ακρίβεια.
. . . (αμήχανη παύση ολίγων ή πολλών δευ-
τερολέπτων).

Ο διάλογος αυτός, πέρα ως πέρα αληθινός, ενίοτε διανθισμένος με σπαράγματα
σκηνών ενός απραγματοποίητου ονείρου  έχει επαναληφθεί σχεδόν απαράλλακτος
τόσες φορές, ώστε η συνέχειά του να προκύπτει σχεδόν νομοτελειακά και να ακο-
λουθεί απολύτως προβλεπόμενη διαδρομή, ανάλογα, φυσικά, με την ιδιότητα του
συνομιλητή μου. Τρία αντιπροσωπευτικά  παραδείγματα.

Α. Κάτοικος του χωριού (συνήθως  σε συναναστροφή με αρχαιολόγους)
– Ζω-ο-αρ-χαι-ο-λό-γος … Κι αυτό τι ακριβώς  είναι;
– Να, μελετώ τα κόκκαλα των ζώων που βρίσκουμε στις αρχαιολογικές ανασκαφές.
– (Χωρίς άλλη καθυστέρηση) Α, κατάλαβα.
Πόσα γίδια είχαν, δηλαδή, και πρόβατα, πόσα  γεννούσαν…
– Ναι, κάπως έτσι. Και γιατί τα είχαν, για γάλα,για κρέας…, πότε τα έσφαζαν…
– Όπως εμείς, δηλαδή.
– Ακριβώς. Κι ακόμα, πώς τα μεταχειριζόντουσαν, με ποιο σκοπό, τι άλλο έπαιρναν οι άνθρωποι από τα ζωντανά τους και πώς, εν τέλει, τα ζώα τα ίδια ή μέσω των προϊόντων τους, συμμετείχαν και αυτά σε άλλες όψεις της ζωής των τότε ανθρώπων, σε γιορτές, σε δοξασίες, σε ανταλλαγές, σε χίλια δυο ήθη και έθιμα.
Τέλος συζήτησης. Ικανοποίηση εκ μέρους του συνομιλητή, αφού μπόρεσε να ταυτιστεί με την εξήγηση που του δόθηκε, τουλάχιστον κατά το πρώτο μέρος. Το δεύτερο μπορούσε, αν ήθελε, και να το διαγράψει.

 

Β. Κάτοικος πόλης
(με πτυχίο και καλή δουλειά)
– Και δηλαδή, τι ακριβώς κάνετε; Άαα, μελετάτε δεινοσαύρους;
– Όχι ακριβώς. Είμαι προϊστορική αρχαιολόγος, τους δεινοσαύρους τους μελετούν παλαιοντολόγοι. Τα ζώα που μελετώ είναι αυτά που υπάρχουν και σήμερα, πρόβατα και κατσίκια, σκύλοι, άλογα, ελάφια, αγριογούρουνα, λύκοι…
– Και λιοντάρια;
– Και λιοντάρια (Εικ. 1).
– Αλήθεια, είχαμε και λιοντάρια στην Ελλάδα; Παιδιά (Μαρία, Πέτρο, Θανάση…) τ’ ακούσατε αυτό;
– Μα φυσικά, το λέει και ο Ηρόδοτος. Δεν θυμόσαστε στο σχολείο που μαθαίναμε για την εκστρατεία του Ξέρξη, που έφθασε στην Ελλάδα με καμήλες και που μόλις τις είδαν τα λιοντάρια, που δεν είχαν δει ποτέ καμήλες στη ζωή τους, τρόμαξαν και τους όρμησαν και έτσι κατατροπώθηκε ο Πέρσης; Στη Μακεδονία ήταν.
– Α, ναι; …Και δεν υπάρχουν διαφορές ανάμεσα στα ζώα τού τότε και του σήμερα;
– Ξέρετε, πέντε ή δέκα χιλιάδες χρόνια, είναι πολύ μικρό διάστημα, με όρους εξέλιξης, για να επέλθει κάποια αλλαγή. Όχι, σε γενικές γραμμές τα ζώα έχουν παραμείνει τα ίδια (Εικ. 2).
– Και πού το σπουδάσατε αυτό; Πρέπει να ξέρετε βιολογία, και…
Η συζήτηση μπορεί να σταματήσει εδώ, μετά την απαραίτητη βιογραφική ενημέρωση, ή να συνεχίσει, πολλές φορές ευχάριστα, με οδηγό τις γνώσεις και απορίες του συνομιλητή και το θέμα της επιλογής του.

Γ. Αρχαιολόγος (ιδεατός τύπος)
– Κι εσείς, με τι ασχολείστε;
– Είμαι αρχαιολόγος. Ζωοαρχαιολόγος, για την ακρίβεια.
– . . .
– . . .
– Τον τάδε τον γνωρίζετε;
Τέλος συζήτησης. Υπάρχουν συνάδελφοι οι οποίοι διστάζουν ή δεν θέλησαν ποτέ να ενημερωθούν για το τι ακριβώς κάνω. Είτε επειδή δεν εγνώριζαν είτε διότι ενόμιζαν πως η δουλειά μας εξαντλείται σε έναν κατάλογο, υιοθετούσαν στάση απορριπτική. Παραμένει δύσκολο να ψέξει κανείς εκείνους οι οποίοι γνώρισαν και υπηρέτησαν την αρχαιολογία ως επιστήμη των υλικών μνημείων ή και συμπαρομαρτούντων γραπτών πηγών. Γι’ αυτούς, λοιπόν, γράφεται αυτό το κείμενο, αλλά και για τους άλλους, οι οποίοι θέλουν να μάθουν και να πληροφορηθούν, μα χάνουν κάποτε το νήμα, και για τους άλλους, που βιάζονται να δείξουν ότι προχωρούν… και προσπερνούν.
«Μα είναι είναι η ζωοαρχαιολογία ζωοαρχαιολογία ζωοαρχαιολογία ζωοαρχαιολογία ζωοαρχαιολογία
αρχαιολογία αρχαιολογία αρχαιολογία αρχαιολογία;»

Χαρακτήρας του ερωτήματος σήμερα
Σ’ αυτό το ερώτημα, που τίθεται τόσο συχνά, η απάντηση είναι μία. Αναμφισβήτητα  ναι, αν ασκείται από ζωοαρχαιολόγο, από επιστήμονα δηλαδή, ο οποίος υιοθετεί για το υλικό του προσέγγιση και όρους αρχαιολογικής διερεύνησης. Ωστόσο, είναι συχνό φαινόμενο, συχνότατο θα έλεγα, να ασκείται η ζωοαρχαιολογία από ζωολόγους, από επιστήμονες, δηλαδή, για τους οποίους το επίκεντρο αποτελεί το ζώο, η φύση του και η μορφή του, και όχι ο άνθρωπος και η σχέση του με αυτό. Γι’ αυτό και έχουν προκύψει πλήθος παρανοήσεων για τη ζωοαρχαιολογία και το αντικείμενό της2. Υψώνονται συχνά ανυπέρβλητα εμπόδια ανάμεσα στις παλαιότερες αρχαιολογικές προσεγγίσεις και στη διαφοροποιημένη, ίσως και πιο εξωστρεφή, πράξη του σήμερα. Έτσι, λοιπόν, τα «ζώα», τα μόνα ζωντανά «μνημεία»3 της αρχαιολογικής σκευής, με ό,τι σηματοδοτούν και συμβολίζουν, είναι τα μόνα που έχουν τη δυνατότητα να συμμετέχουν ενεργά σε ανθρώπινες επιλογές και να τις απηχούν με τρόπο που καμία άλλη ύλη δεν μπορεί. Εξορίζονται από τον πυρήνα της αρχαιολογικής έρευνας, ακρίτως τις πιο πολλές φορές, χάνοντας πολύτιμο υλικό και συμβολή σε γνώσεις που δύσκολα αποκτώνται με άλλο τρόπο.
Πρέπει να υπογραμμιστεί εμφατικά ότι ένας ζωολόγος, βιολόγος ή παλαιοντολόγος, ο οποίος καλείται να ταυτοποιήσει ένα ζωοαρχαιολογικό σύνολο, αδυνατεί να μεταφέρει τη γνώση του σε πλαίσιο ακραιφνώς αρχαιολογικού ενδιαφέροντος4. Ωστόσο, αυτές   οι πρώιμες βιβλιογραφικές αναφορές από αλλοδαπούς επί το πλείστον ζωολόγους5 σχετικά με την παρουσία των ζώων σε αρχαιολογικές θέσεις του 20ού αιώνα έθεσαν τις βάσεις για τις εκτενείς πλέον δημοσιεύσεις των τελευταίων δεκαετιών. Η επιφυλακτική ή και αρνητική υποδοχή του νεοσύστατου γνωστικού πεδίου δεν φαίνεται να εξηγείται από τη φυσική παρά ανθρωπογενή προέλευση του υλικού, όσο από τη θέση του στην αρχαιολογική ερμηνεία. Είναι, εν τέλει, φυσικό ένας σωρός από οστά, όσο προσεκτικά και αν έχει καταγραφεί, να μην μπορεί να διεκδικήσει τον ζωτικό χώρο που του αναλογεί, όπως συχνά παρουσιάζεται (π.χ. ως laundry list αγγλιστί, όρος που χρησιμοποιείται μάλλον περιπαικτικά). Ειδικές πληροφορίες, όπως μετρήσεις, πίνακες και ιστογράμματα συνιστούν εξαιρετικής σημασίας δεδομένα, τα οποία, ωστόσο, δεν μπορεί να προτάσσονται του κειμένου που επεξηγούν. Γι’ αυτό και η θέση τους ανήκε επί μακρόν στο τέλος, εν είδει παραρτήματος.

Η ανθρωπολογική συμβολή
Το ιδιάζον αυτό καθεστώς εξηγείται ιστορικά και συνδέεται άμεσα με τη διαδρομή της ζωοαρχαιολογίας, ως παράλληλη διαδρομή των διαφόρων ανθρωπολογικών και αρχαιολογικών θεωριών, οι οποίες άνθησαν και υιοθετήθηκαν ως έγκυρες τον τελευταίο έναν και πλέον αιώνα. Στον τομέα της ανθρωπολογίας, τόσο η περιβαλλοντική αιτιοκρατία (environmental determinism)6, όσο και η περιβαλλοντική πιθανοκρατία (environmental possibilism)7 που ακολούθησε, δεν επέτρεψαν στη ζωοαρχαιολογία να φέρει τη σχέση του ανθρώπου με το περιβάλλον του στο επίκεντρο, ούτε προσέφεραν πεδίο έμπνευσης. Ένα πολύ μικρό ποσοστό αναλύσεων έχουν γίνει υπό την επίδραση αυτών των θεωριών και όλες έχουν χαρακτήρα βιολογικό. Οι όροι της συζήτησης αλλάζουν τη στιγμή που υπεισέρχονται σε αυτήν οι αρχές της πολιτισμικής οικολογίας (cultural ecology). Τώρα πολιτισμός και περιβάλλον είναι αλληλένδετα, το κάθε συστατικό ορίζεται από το άλλο, η σχέση του ανθρώπου με το περιβάλλον του είναι σχέση δυναμική, από την οποία μπορεί να προκύψουν εναλλακτικές ειδικές συμπεριφορές ή θεσμοί (Steward 1955). Η επιλογή και η μέθοδος απόκτησης των μέσων διατροφής και οι συνέπειές τους βασίζονται σε ένα συνδυασμό πολιτισμικών, περιβαλλοντικών και τεχνολογικών παραγόντων. Είναι, λοιπόν, σε αυτό, το πρώτο διεπιστημονικό και οικολογικό πλαίσιο, που η ζωοαρχαιολογία αρχίζει να κάνει αισθητή την παρουσία της στην αρχαιολογική έρευνα.

(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)

image

Εικ.1: Ταυτοποιημένα οστά λιονταριών από προϊστορικές θέσεις της Ελλάδας (αναφέρεται ένα ακόμα δείγμα από τους Δελφούς των γεωμετρικών ή μυκηναϊκών χρόνων, βλ. Yannouli 2003: 189, fig. 18.9). 2 = Ντικίλι Τας, 9 = Καστανάς, 18 = Καλαπόδι, 21 = Πύλος, 23 = Ακρόπολις Μυκηνών, 24 = Τίρυνς, 31 = Ηραίον Σάμου, 32 = Αγία Ειρήνη.

 

ΕΥΤΥΧΙΑ ΓΙΑΝΝΟΥΛΗ

Διδάκτωρ Αρχαιολογίας – Ζωοαρχαιολόγος, e-mail: efyann@otenet.gr

1 Το κείμενο αυτό βασίζεται σε διάλεξη με πρωτότυπο τίτλο «Η αρχαιολογία των ζώων: Ορισμός, μέθοδοι ανάλυσης,
ερμηνεία δεδομένων» κατά το Γ΄ Ανασκαφικό Διδασκαλείο στο Δισπηλιό (Ιούλιος 2009). Περιλαμβάνει πολλά
από τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν κατά την διάλεξη, όχι όμως όλα, επεξεργάζεται δε επιπλέον ερωτήματα
που ετέθησαν με επιμονή και αποσαφηνίζει θέματα επιστημολογικά, τα οποία αποτελούν, ως απεδείχθη, πηγή
πολλαπλών παρανοήσεων. Θερμές ευχαριστίες στον ομότιμο καθηγητή κ. Γ. Χ. Χουρμουζιάδη και τους ικανούς
συνεργάτες του για το ενδιαφέρον, όσο και αποδοτικό διήμερο κοντά τους.

2 Επειδή η ζωοαρχαιολογία σχετίζεται με πολλά γνωστικά πεδία, ένας ζωοαρχαιολόγος μπορεί να προέρχεται από την ανθρωπολογία, την παλαιοντολογία, τη βιολογία, τη βιολογική ανθρωπολογία, τη ζωολογία, την οικολογία, ακόμα και από την κτηνιατρική και την γεωλογία, και φυσικά από την αρχαιολογία. Αυτό ισχύει θεωρητικά και είναι ο κανόνας σε πολλές χώρες. Στην Ελλάδα, ωστόσο, όπου η ζωοαρχαιολογία δεν έχει παράδοση, το αρχαιολογικό υπόβαθρο κρίνεται απολύτως απαραίτητο και τείνει να παραμερίσει ειδικούς διαφορετικής επιστημονικής προέλευσης.

3 Σε εισαγωγικό μάθημα αρχαιολογίας περασμένων δεκαετιών, η λέξη «μνημεία» ορίζει το αντικείμενο της Αρχαιολογίας και, μαζί με τα «κείμενα», το γνωστικό θεμέλιο κάθε αρχαίου πολιτισμού, παρά το γεγονός ότι και η φύση αναφέρεται αόριστα ως συνιστώσα. Ως «μνημεία» νοούνται «οιαδήποτε υλικά κατασκευάσματα, άτινα διά της αμέσου ή εμμέσου επεξεργασίας της ύλης τής γενομένης υπό του ανθρώπου, υπό των ανθρωπίνων χειρών, αποκτούν νέαν σημασίαν». Τα «μνημεία» αυτά προέκυψαν από τη στιγμή που ο άνθρωπος «διά της πνευματικής του αναπτύξεως ήρχισε να χρησιμοποιή βαθμιαίως την φύσιν εντός της οποίας έζη» (παραδόσεις Ν. Μ. Κοντολέοντος στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών).

4 Εννοώ με αυτό, ότι ο επιστήμων ζωολόγος εκπαιδεύεται με τρόπο συγκεκριμένο, θετικό, τα ευρήματά του είναι συνήθως επαληθεύσιμα και τα όρια στα οποία κινείται σταθερά, αντίθετα από τους αρχαιολόγους. Έτσι, λοιπόν, δεν είναι δυνατόν για τον ζωολόγο να χρησιμοποιήσει με ευχέρεια εργαλεία ερεύνης αρχαιολογικά (στρωματογραφία, κεραμική, αρχιτεκτονική, διάφορα εργαλεία κλπ), να τα αξιολογήσει σε βάθος χρόνου ή να κατανοήσει  αλληλεπιδράσεις  σε επίπεδα πολλαπλά, πώς, για παράδειγμα, η αλλαγή στη σύνθεση ενός κοπαδιού μπορεί να συνδέεται με αποφάσεις ζωτικής σημασίας στη ζωή μιας κοινωνίας ανθρώπων και να αποτυπώνεται στη μορφή του οικισμού, της κεραμικής του ή στο μέγεθός του. Μπορεί, ωστόσο, να ανασυστήσει με τρόπο απολύτως εύληπτο και κατανοητό την πραγματικότητα της φύσης, των φυσικών συσχετισμών σε ένα αρχαιολογικό περιβάλλον, και τούτο έχει αναμφισβήτητα την αξία του. Είναι ενδεικτικό ότι στο ερώτημα «τι είναι εξημέρωση;» ο ορισμός του ζωολόγου είναι πολύ διαφορετικός από αυτόν του (ζωο)αρχαιολόγου, τα κριτήριά του είναι επί το πλείστον μορφολογικά (μέγεθος, σχήμα, κλπ) αντί για περιγραφικά σχέσεων (π.χ. συμβίωσις, κοινωνική αξία ζώου, κλπ), και αυτή η διάσταση αποτυπώνεται σαφώς και στην ερμηνεία των ζωοαρχαιολογικών δεδομένων.

5 Η πρώτη, απ’ όσο γνωρίζω, άλλως από τις πρώτες αναφορές σε οστέινα μη εργασμένα αρχαιολογικά ευρήματα στην Ελλάδα ανάγεται στο 1897 και αφορά ένα σύνολο θραυσμένων και καμμένων οστών, που αποδόθηκε σε απορρίμματα γεύματος, από το σπήλαιο Μιαμού στην Κρήτη (Taramelli 1897: 296-7). Λίγα χρόνια αργότερα εμφανίζονται και άλλες, λίγες παρόμοιες αναφορές στην ελληνική βιβλιογραφία και, ειδικά αυτή από το Δικταίον Άντρον (Boyd-Dawkins 1902: 162-5), περιλαμβάνει ακόμα και μετρήσεις. Το μεγαλύτερο μέρος της βιβλιογραφίας του είδους τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα σχετίζεται με την Κρήτη, και μόνο περιστασιακά με άλλες περιοχές της Ελλάδας (π.χ. Κώτιλον Πελοποννήσου, Κουρουνιώτης 1903: 179, Μολυβόπυργος και Αξιοχώρι στην Μακεδονία, Heurtley & Hutchinson 1925-26: 45-6; Heurtley & Radford 1927-28: 175, Λίνδος Ρόδου, Blinkenberg 1931: 183-5, Θερμή Λέσβου, Bate 1936: 216). Βασιζόμενος σε αυτές τις πρώιμες ζωολογικές αναφορές, αλλά λαμβάνοντας υπ’ όψη όλα τα μέχρι τότε γνωστά δεδομένα, ο Vickery επιχειρεί το 1936 την πρώτη σημαντική σύνθεση της οικονομικής συμβολής των ζώων στην προϊστορία της Ελλάδος (Vickery 1936).

6 Η περιβαλλοντική αιτιοκρατία (environmental determinism) αναφέρεται σε θεωρία του τέλους του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα, η οποία προσέδιδε στο περιβάλλον κεντρικό ρόλο, όσον αφορά στα πολιτισμικά φαινόμενα. Σύμφωνα με αυτή, ο πολιτισμός (culture) δεν έχει δυναμική και ο διάφορες εκφάνσεις του (cultural phenomena) επεξηγούνται με τους όρους του φυσικού περιβάλλοντος στο οποίο αυτές παρατηρούνται (Hardesty 1977; Moran 1979).

7 Η περιβαλλοντική πιθανοκρατία (environmental possibilism) των αρχών του 20ού αιώνα παρέχει περισσότερο χώρο στις πολιτισμικές διεργασίες, αντιλαμβάνεται, ωστόσο, τον ρόλο του περιβάλλοντος ως περιοριστικό, ικανό να επεξηγήσει την απουσία κάποιων πολιτισμικών χαρακτηριστικών, αλλά όχι την παρουσία τους (Kroeber 1939; Harris 1968).

Posted in ARCHAEOLOGIE | Tagged , , | Leave a comment

WATER IS A GENERATOR OF LIFE AND CIVILIZATION ,COMBINED WITH CLIMA.AEGEAN PELAGUS,IS THE PERFECT PLACE (V last)

(BEING CONTINUED FROM  2/03/13)

image

image

image

image

image

image

image

image

image

THE END

SOURCE  Journal of Field Archaeology © 1982

Posted in ARCHAEOLOGIE | Tagged , , , , , | Leave a comment

AN APPROACH ABOUT KELTOI (ELast) – ART ELEMENTS

(BEING CONTINUED FROM  26/02/13)

A)Heuneburg, Germany

The Hinesburg localized on map

 

I. Site

A fortified hill settlement located on the Danube, the Heuneburg has been partially excavated and lavishly although not conclusively published.1

Less than half of the interior of the fortified site has been excavated. Very few finds were made — the floors of the houses not preserved, and the plan of the streets and dwellings is reconstructed on the basis of traces of mainly wooden posts and trenches in the ground. Among those finds that could be recovered is a great deal of local and some imported pottery (recently exhibited in Würzburg as “Luxusgeschirr keltischer Fürsten”) as well as the melted remains of metal objects. Some workshops were active inside the walls.

Plan showing the oft-published reconstruction of the “Greek” wall, superimposed on area actually excavated.

after Gersbach 1995

The positions of the Heuneburg fortified hill and the tumuli at Hohmichele.

after Gersbach 1995, fig 4

 

II. Brick Walls

The hilltop with reconstructed fortification

after Cunliffe 1979, p. 37

The brick wall is the Heuneburg’s most famous feature. Dating to the late Hallstatt Period  IVb-IVa, a wall of unfired bricks was constructed on a stone foundation to a height of ca. 3-4 m. The bricks are around 10 cm thick, anywhere from 24 to 90 cm on a side, with the majority around 40 to 50 cm. Mortar 1 cm thick cemented them together. In spite of the high quality of the clays used, a wall of unfired bricks is quite unsuited to the southern German climate, and it was soon replaced with local earth and timber construction.

Was a Greek architect necessary to design this ill-fated experiment, or could a local designer have come up with the idea, perhaps inspired by the brick walls in Italy and southern France?

after Gersbach 1995, fig. 32.2

 

 

after Gersbach 1995, fig 20.2

after Gersbach 1995, fig. 32.1

Remains of Towers 9 and 10, and reconstruction

 

 

Among the potsherds form the Heuneburg is a small scattering of Greek pottery, all of it either drinking or banqueting vessels (Wehgartner et al. 1995, 70.116 ff.). Part of the rim and body of an Attic kylix of the Kleinmeisterschalen type, dating to ca. 540 BCE, is one of the best-preserved among them. The scene was a generic black-figure palaistra scene; preserved are a judge and part of a wrestler.

5.6 x 15.5 cm preserved
original dia 20.9 cm

Württembergisches Landesmuseum Stuttgart

 

 

III. Hohmichele Wagon Burial

This not unproblematic burial, found under on eof the tumuli at Hohmichele to the west of the Heuneburg, has been thoroughly published by Riek; the plan is provided here for purposes of discussion in the context of late Hallstatt wagon burials and of the gender of the interred.

 

B)Basse-Yutz, France.

Basse-Yutz, Moselle.

Location on map.

Two bronze flagons were found together with two imported bronze stamnoi during road construction in 1927. The precise find circumstances remain uncertain; the vessels may possibly have formed part of a (cremation?) burial, an ancient hoard, or a secondary deposit. The vessels evince traces of use, relining and repair. In addition, they have undergone modern museum restoration. The remarkable find and the four bronze vessels, including technical explanations and full bibliography, were exhaustively published in 1990 by Vincent and Ruth Megaw.

Flagons:
Bronze, coral and “enamel.”
La Tène A; ca. 400 B.C.E.

Flagon 1: Height: 39.65 cm.
British Museum 1929.5-11.1.

Both Flagons

Flagon 1: Height: 39.65 cm. Flagon 2: Height: 40.6 cm (restored).

British Museum 1929.5-11.2.

Details:
exquisitely detailed fantasy creatures composed of curvilinear geometric elements; not pictured: duck on spout

Cast and inlaid Handle note stylized human head at base

Top of Flagon with lid.

Animal on lip.

Polychrome ornament fields and bands demonstrate a delight in contrasting sculptural textures, materials and colors.

Throat of Flagon.

View of pattern below spout . Coral inlay portions contrast sharply with surrounding bronze. Complex, simulated weave pattern is bracketed by curvilinear floral forms continued up spout in incisied technique.


after Megaw 1970 Pl. III

 

Detail of lower handle attachment with stylized human features.

after Megaw 1970 Pl. III

Geometric segments are arranged to form complex interlacing patterns. The color of the bronze and its reflectivity are contrasted with coral and enamel inlay.

Base of Flagon.

 

THE END

Constanze Maria Witt
Würzburg, Germany

B.A., Barnard College, 1983
M.A., Universität Würzburg, 1989

A Dissertation presented to the Graduate Faculty
of the University of Virginia in Candidacy for the Degree of
Doctor of Philosophy

McIntire Department of Art

University of Virginia
May 1997

 

NOTES

1 The definitive publication of the Heuneburg excavations is still in progress; the Heuneburgstudien continue to appear as monographs of the Römisch-Germanische Forschungen

 

SOURCE   http://www2.iath.virginia.edu/

Posted in ARCHAEOLOGIE | Tagged , , , , , , , | Leave a comment

Ταφικά Έθιμα (ιv)

(ΣΥΝΕΧΕΙΑ  ΑΠΟ 3/02/13)

ΤΑΦΙΚΑ ΕΘΙΜΑ ΣΤΗΝ ΡΩΜΑΪΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟ

Ταφικές Πρακτικές
Έως τον 1ο αι. μ.Χ., με λίγες εξαιρέσεις, η κύρια πρακτική ταφής στη Ρώμη ήταν η καύση του σώματος. Κατά τη διάρκεια του 2ου αι. μ.Χ. διαφοροποιήθηκε ο τρόπος έκθεσης τους νεκρού σώματος. Σε περιοχές της Αυτοκρατορία όπου μέχρι τότε κυριαρχούσε το έθιμο της καύσης διαδίδεται η πρακτική του ενταφιασμού. Εξωτερικές επιρροές καλλιεργούν τη συντηρητική εφαρμογή νέων πρακτικών ταφής π.χ. της ταρίχευσης κατά την περίοδο της Ύστερης Ρωμαϊκής Δημοκρατίας.
Στην Ελλάδα φαίνεται ότι εφαρμόζεται τόσο η ο απλός ενταφιασμός όσο και η καύση των νεκρών, με μεγαλύτερη έμφαση στην πρακτική του ενταφιασμού. Στην Κρήτη ειδικότερα δεν υπάρχουν ενδείξεις υιοθέτησης άλλης πρακτικής εκτός εκείνης του ενταφιασμού. Ένδειξη καύσης θα μπορούσε να αποτελέσει ένα αγγείο (το οποίο θα μπορούσε να είναι τεφροδόχο αγγείο), που βρέθηκε στη Γόρτυνα. Ο τάφος μάλλον ανήκει σε Ιταλό απόδημο καθώς είναι γνωστό ότι μεγάλος αριθμός Ιταλών είχαν εγκατασταθεί στη Γόρτυνα κατά τη διάρκεια του 1ου αι. π.Χ. Τα ταφικά έθιμα στην Κρήτη ακολουθούν το εθιμοτυπικό των προηγούμενων περιόδων. Παρόλα αυτά, μετά από την κατάκτηση της Κρήτης και την εγκαθίδρυση Ρωμαϊκής αποικίας στην Κνωσό (Colonia Iulia Nobilis Cnosus), σημαντικός αριθμός ταφικών πρακτικών αναπτύχθηκε στο νησί.
Η διαδικασία ταφής ενός Ρωμαίου εξαρτώνταν άμεσα από την πολιτική και κοινωνική του θέση. Για ένα κοινό πολίτη η ταφή (funus translaticum) ήταν μια απλή διαδικασία. Στενοί συγγενείς και φίλοι συγκεντρώνονταν στο σπίτι του νεκρού για να τον αποχαιρετήσουν. Η μητέρα του και ο μεγαλύτερος σε ηλικία υιός του έδιναν του έδιναν τον τελευταίο ασπασμό (σαν μια προσπάθεια να κρατηθεί στη μνήμη τους). Στη συνέχεια όλοι μαζί ξεκινούσαν το μοιρολόι. Τα μάτια του νεκρού ήταν σφαλισμένα, το σώμα πλένονταν με ζεστό νερό και μύρα, τα άκρα του σώματος τεντωμένα και ένα μικρό νόμισμα τοποθετημένο ανάμεσα στα δόντια του προκειμένου να πληρώσει για τη διέλευσή του στον Άδη. Σε περίπτωση που ο νεκρός ήταν κάτοχος αξιώματος εξασφαλίζονταν εκμαγείο των χαρακτηριστικών του Το σώμα σε αυτή την περίπτωση ντύνονταν με τήβεννο και τα διακριτικά του αξιώματος τα οποία ο νεκρός φορούσε εν ζωή και τοποθετούνται επάνω σε ένα ταφικό ανάκλιντρο στο atrium, με τα πόδια προς την πόρτα σε μια προσπάθεια να διατηρηθεί στο αξίωμά τους έως την ώρα της ταφής. Το ανάκλιντρο ήταν στολισμένο με άνθη. Στην είσοδο του σπιτιού ήταν τοποθετημένα κλαδιά πεύκου ή κυπαρισσιού ως ένδειξη ότι το σπίτι ήταν μιασμένο από το θάνατο.
Οι ταφές γίνονταν το βράδυ. Τα παιδιά ηλικίας μικρότερης των 40 ημερών ενταφιάζονταν πριν από τη δύση του ηλίου. Συγγενείς ή στενοί φίλοι (4-8 άνδρες) μετέφεραν στους ώμους τους το ανάκλιντρο με τον νεκρό έως το σημείο της ταφής ή της αποτέφρωσης. Επαγγελματίες γυναίκες μοιρολογήτρες συνόδευαν την πομπή.
Σύμφωνα με το νόμο όλες οι ταφές γινόντουσαν εκτός των ορίων της πόλης. Στο σημείο της ταφής ή της αποτέφρωσης οι παριστάμενοι πετούσαν λίγο χώμα στο πρόσωπο του νεκρού. Στην περίπτωση του απλού ενταφιασμού το σώμα θάπτονταν απευθείας στο χώμα, σε πλήρη έκταση, ή μέσα σε σαρκοφάγο. Σε περίπτωση αποτέφρωσης τμήμα του σώματος, συνήθως οστό από το δάχτυλο θάβονταν στο έδαφος. Σκάπτονταν μικρός λάκκος τον οποίο γέμιζαν με υγρά ξύλα επάνω στα οποία τοποθετούσαν το σώμα. Στη συνέχεια έβαζαν φωτιά. Όταν είχε ολοκληρωθεί η διαδικασία της καύσης τα υπολείμματα καλύπτονταν με τύμβο (tumulus). Η καύση γινόταν είτε στο σημείο ταφής είτε σε ειδικά αφιερωμένο για αποτέφρωση χώρο. Στη δεύτερη περίπτωση ράντιζαν τα υπολείμματα της καύσης με κρασί και τα τοποθετούσαν σε τεφροδόχους ποικίλης τυπολογίας και υλικού. Την παραπάνω διαδικασία την αναλάμβαναν επαγγελματίες.
Συνηθισμένη πρακτική σε αρκετά μέρη της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας ήταν να δημιουργούν τρύπες ή αγωγούς στους τάφους προκειμένου να μπορούν οι συγγενείς να ρίχνουν φαγητό και ποτό στους νεκρούς. Την ημέρα της κηδείας οργανώνονταν νεκρόδειπνα. Παρόμοια γεύματα γίνονταν εννέα ημέρες μετά την ταφή και κατά τη διάρκεια των μνημόσυνων. Κατά την ημέρα της ταφής οργανώνονταν επίσης τελετές κάθαρσης και εξαγνισμού.
Οι «Εννέα Ημέρες Πένθους» τηρούνταν από τους συγγενείς πρώτου βαθμού. Στο τέλος αυτής της περιόδου προσφέρονταν στο νεκρό μια θυσία (sacrificium novendiale), ένα νεκρόδειπνο (cena novendiali) και οργανώνονταν παιχνίδια στο σπίτι του. Η συνολική περίοδος πένθους ποικίλει από 3 έως 10 μήνες ανάλογα με την ηλικία και το είδος της σχέσης που είχε κάποιος με τον νεκρό. Κατά τη διάρκεια του έτους τελούνταν μνημόσυνα δημόσιου και ιδιωτικού χαρακτήρα π.χ. κατά την ημερομηνία γενεθλίων του νεκρού ή κατά την επέτειο της ημέρας ταφής. Εκείνες τις ημέρες κατατίθενται άνθη και προσφορές (Violaria, Rosaria) τόσο στις περιπτώσεις ενταφιασμού όσο και στις περιπτώσεις αποτέφρωσης.

Ενταφιασμός προσωπικοτήτων
Σε περιπτώσεις στρατιωτών που έχουν σκοτωθεί στο πεδίο της μάχης η τυπική διαδικασία ταφής είναι η “funus militare”, δηλαδή η μαζική ταφή η καύση των σωμάτων. Τα έξοδα αναλάμβαναν οι σύντροφοι τους. Σε περιπτώσεις επιφανών πολιτών οργανώνονταν ταφή δημοσία δαπάνη “funus publicus”. Το νεκρό σώμα εκτίθονταν με τιμές και διαβάζονταν ένας πανηγυρικός. Το κόστος της ταφής καλύπτοτναν από το κράτος. Για τους αυτοκράτορες και τα μέλη της οικογένειάς τους οργανώνονταν κηδεία με ιδιαίτερη μεγαλοπρέπειας“funus imperatorum”.

Κτερίσματα
Τα κτερίσματα που αποκαλύφτηκαν σε τάφους της Ρωμαϊκής Περιόδου ήταν κοσμήματα, μέρος στρατιωτικού εξοπλισμού, είδη καλλωπισμού, αγγεία πόσεως και τροφής, λυχνάρια, μαγειρικά σκεύη, ζάρια, παιχνίδια, ειδώλια κλπ. Θα μπορούσαν να διακριθούν σε δύο βασικές κατηγορίες: στα προσωπικά αντικείμενα του νεκρού και στα αντικείμενα που κατασκευάστηκαν αποκλειστικά για την ταφή.
Ο χαρακτήρας τους εξαρτάται συχνά από τις ειδικές ικανότητες που είχε ο νεκρός εν ζωή (π.χ. επάγγελμα), την ηλικία,το φύλο, την κοινωνική θέση και οικονομική άνεσή του. Τέλος, εντοπίζονται κατάλοιπα τροφής την οποία εισήγαγαν στο μνήμα μέσα από τρύπες που είχαν ανοιχθεί επι τούτου στο έδαφος ή μέσα από αγωγούς. Τα κτερίσματα τοποθετούνταν σε αβαθή αυλάκια στο έδαφος ή σε κόγχες στους τοίχους των θαλαμοειδών τάφων. Στόχος τους ήταν τόσο να τιμήσουν το νεκρό όσο και να τον εξυπηρετήσουν στη μεταθανάτια ζωή του.

Νομοθεσία
Το εθιμοτυπικό αναφορικά με τις ιδιωτικές ταφές εξαρτάται άμεσα από το χαμηλό κόστος που οι συγγενείς υποχρεούνταν να πληρώσουν. Ο κανονισμός καθορίζονταν στον «Δωδεκάδελτο» νόμο όπου μεταξύ των άλλων αναγραφόταν ότι οι ταφές θα έπρεπε να γίνονται εκτός των ορίων της πόλης.

Νεκροταφεία
Ο Ρωμαϊκός Νόμος καθόριζε αυστηρά ότι τα νεκροταφεία θα πρέπει να βρίσκονται εκτός των ορίων της πόλης. Συνήθως οργανώνονταν κατά μήκος τους δρόμου που οδηγούσε στην έξοδο της πόλης, στην ύπαιθρο. Εκεί διαρθρώνονταν σειρές πανομοιότυπων τάφων. Δεν υπήρχε σταθερός αριθμός μνημάτων σε κάθε σειρά γεγονός που δείχνει την αδυναμία του κράτους να διαχειριστεί τον ίδιο το χώρο του νεκροταφείου αλλά και να ελέγξει την επέκτασή του.
Στις βόρειες και δυτικές επαρχίες της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και ιδιαίτερα στη Βρετανία και στη Γαλατία εντοπίζονται κοιμητήρια περιφραγμένα, χωρίς στέγη, διαφορετικού τύπου και χαρακτήρα. Σε ορισμένες περιπτώσεις αυτά τα ταφικά περιφράγματα χρησιμοποιούνται σαν Μαυσωλεία ή για τα μέλη μιας οικογένειας ή για ομαδικούς τάφους.
Μια ειδική κατηγορία νεκροταφείων, τα οποία χρησιμοποιήθηκαν από τις Χριστιανικές και Εβραϊκές κοινότητες στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, ήταν οι κατακόμβες (2ος-4ος αι. μ.Χ.). Ήταν υπόγεια νεκροταφεία, με μακριούς διατεμνόμενους διαδρόμους, σκαμμένα σε ηφαιστειακό πέτρωμα. Κατά μήκος των θαλάμων (cubicula) οικογενειακοί τάφοι λαξεύονταν στο μαλακό πέτρωμα ενώ κατά μήκος των διαδρόμων αναπτύσσονταν οριζόντια διαζώματα τάφων, από το έδαφος έως την οροφή. Ήταν ορθογώνιες κόγχες (loculi) στις οποίες χωρούσε μόνο ένα άτομο ή πολύ μεγαλύτερες κόγχες με αψίδα (arcosolia) στις οποίες χωρούσαν σαρκοφάγοι. Τάφοι ανασκάπτονταν και στα δάπεδα των διαδρόμων ή των θαλάμων. Οι τάφοι των μαρτύρων βρίσκονταν συνήθως σε μεγαλύτερα δωμάτια, τις κρύπτες, οι οποίες ήταν μέρος μικρών υπόγειων εκκλησιών. Η επιθυμία ταφής κοντά στον τάφο ενός μάρτυρα ή ενός ιερού αποδεικνύεται από το μεγάλο αριθμό των ταφών που βρίσκονται στον περίγυρό τους. Στους τάφους απεικονίζονταν συμβολικές παραστάσεις ενώ σύντομες επιγραφές δίνουν πληροφορίες για την ταυτότητα του νεκρού. Η πρόσβαση στις κατακόμβες γινόταν από σκαλοπάτια. Προκειμένου της ανανέωσης του αέρα υπήρχαν ανοίγματα (luminaria).
Περισσότερες από 60 κατακόμβες βρέθηκαν στη Ρώμη. Πολλά παραδείγματα υπάρχουν και από άλλα μέρη της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας (Κεντρική Ιταλία, Νάπολη, Σικελία, Μάλτα, Σαρδηνία, Βόρεια Αφρική κα.). Στην Ελλάδα το καλύτερο παράδειγμα προέρχεται από τη Μήλο όπου οι κατακόβμες αποτελούνται από τρεις κύριους διατεμνόμενους διαδρόμους με arcosolia. Οι ταφές χρονολογούνται ανάμεσα στο τέλος του 2ου αι. έως τον 5ο αι. μ.Χ. (Fig. 10-11)
Οι τάφοι, είτε προορίζονταν για τα οστά του νεκρού είτε για τα υπολείμματα της καύσης είτε και για τα δύο, διέφεραν πολύ ως προς τον τρόπο κατασκευής τους. Ο πιο απλός τύπος τάφου ήταν ο λακκοειδής. Πρόκειται για απλό λάκκο στο έδαφος, ο οποίος καλύπτονταν από χώμα ή από πλάκες. Ένας τάφος αντιστοιχούσε συνήθως σε ένα άτομο και τα κτερίσματα, αν υπήρχαν, τοποθετούνταν στο εσωτερικά ή εξωτερικά.
Οι τύπος του κεραμοσκεπούς τάφου ήταν αρκετά διαδεδοένος. Το σώμα αφήνονταν είτε απευθείας στο έδαφος είτε σε στρώμα από κεραμίδες, οι οποίες το προστάτευαν. Συχνά με κεραμίδες επένδυαν και τα τοιχώματα του τάφου.
Οι λακκοειδείς και οι κεραμοσκεπείς τάφοι, χωρίς ουσιαστικές διαφορές σε σχέση με τις προηγούμενες περιόδους, είναι διαδεδομένοι στην Ελλάδα και κατ΄ επέκταση στην Κρήτη.
Ο τύπος του θαλαμοειδούς τάφου ήταν επίσης διαδεδομένος αυτή την περίοδο στην Ελλάδα και κατ΄ επέκταση και στην Κρήτη. Ήταν είτε λαξευτοί είτε χτιστοί. Είχαν ένα ή περισσότερους ορθογώνιους θαλάμους. Συνήθως είχαν κόγχες (loculi) και μικρότερου ή μεγαλύτερου μεγέθους arcosolia, στα οποία τοποθετούνταν οι σαρκοφάγοι ή τα τεφροδόχα αγγεία. Στην Κρήτη τρεις περιπτώσεις λαξευμένων θαλαμοειδών τάφων έχουν αποκαλυφθεί, όλοι με arcosolia και σε μερικές περιπτώσεις με loculi. Ο κύριος τύπος αποτελείται από ένα ορθογώνιο θάλαμο, έπεται ο τύπος με ένα βοηθητικό δωμάτιο και ο τύπος με τα δύο βοηθητικά δωμάτια. Αυτού του είδους οι τάφοι δεν φαίνεται να χρησιμοποιούνται με την εγκαθίδρυση του χριστιανισμού, τον 4ο αι. π.Χ.
Ο αποκαλούμενος τύπος hypogeum ήταν μια διαφορετική απόδοση του μνημειώδους θαλαμοειδούς τάφου. Ήταν υπόγειος τάφος με πολλαπλούς θαλάμους οργανωμένους κατά μήκος του διαδρόμου. Μπορούσε να έχει πιο πολύπλοκη κάτοψη καθώς περισσότεροι από ένας διάδρομοι μπορούσαν να κατασκευαστούν. Η πιο σύνθετη και εντυπωσιακή μορφή Hypogeum είναι του Aurelii στη Ρωμη.
Υπάρχει μια μεγάλη ποικιλία ως προς τον τρόπο κατασκευής μνημειωδών τάφων της Ρωμαϊκή Περιόδου γεγονός που κάνει δύσκολη την τυποποίησή τους. Για παράδειγμα μπορούσαν να έχουν τη μορφή αψίδα, κίονα, πύργου, πυραμίδας, οβελίσκου, προστώου, ή πιο συχνά οικίας ή ναού. Στην Κρήτη παραδείγματα υπέργειων θολωτών τάφων έχουν αποκαλυφθεί στις νότιες ακτές. Είναι κατασκευασμένοι από ακατέργαστους λίθους, έχουν στενή είσοδο και αρκοσόλια σε τρεις πλευρές τοίχων. Οι περισσότεροι από αυτούς είναι βρίσκονται επάνω σε εξέδρα. Παρόμοιοι τάφοι έχουν αποκαλυφθεί στη Σικελία στο Amerium.
Ο χαρακτηρισμός «Μαυσωλείο» προέρχεται από το μνημειώδη τάφο του Μαύσωλου, δυνάστη της Καρίας, στην Αλικαρνασσό. Ο όρος αυτός χρησιμοποιήθηκε αργότερα για να υποδηλώσει τάφους που είχαν παρόμοια τυπολογία και εξαιρετική διακόσμηση. Αυτού του είδους τα μνημεία αποτελούνται από ένα πόδιο με υψηλή κατασκευή στο ανώτερο επίπεδο. Κατά τη διάρκεια τη Ρωμαϊκής Περιόδου διακρίνονται διαφορετικοί τύποι Μαυσωλείων: μεταξύ αυτών οι πιο διαδεδομένοι τύποι ήταν εκείνοι με τους ορθογώνιους και τους κυκλικούς πύργους (π.χ. το Μαυσωλείο του Αυγούστου), παραδείγματα τα οποία υπάρχουν και στην Ελλάδα (π.χ. Μαυσωλείο του Γαλέριου στη Θεσσαλονίκη). Στην Κρήτη υπάρχουν Μαυσωλεία του τύπου με το ορθογώνιο κτίσμα. Φαίνεται ότι είναι αρκετά διαδεδομένος. Αρκετά παραδείγματα προέρχονται από την περιοχή της Κνωσού (4ος-5ος αι. μ.Χ.).
Ο τύπος του «ηρώου» είναι ταφικό μνημείο (ποικίλης τεχνοτροπίας) στο οποίο αποδίδονταν η λατρεία του ήρωα. Ήταν συνδυασμός ενός τάφου και ενός ναού. Συχνά υπήρχε βωμός στην εγγύς περιοχή. Αυτή την περίοδο, ορισμένοι τάφοι τύπου ιερού ήταν ένα είδος ηρώου.
Στην Κρήτη, τα ηρώα, τόσο της Ελληνιστικής όσο και της Ρωμαϊκής Περιόδου προέρχονται από την περιοχή της Κνωσού.
Τα κενοτάφια ήταν τάφοι χωρίς λείψανα προς τιμήν εκείνων που σκοτώθηκαν μακριά από την πατρίδα τους ή προς τιμήν εκείνων των οποίων τα λείψανα δεν βρέθηκαν ποτέ. Κυρίως αφορούν σε προσωπικότητες του στρατού. Το εθιμοτυπικό ακολουθούσε εκείνο των πραγματικών τάφων. Η τυπολογία τους ποικίλει και μερικές φορές δεν μπορούν εύκολα να διαχωριστούν από τους πραγματικούς τάφους.
Τα Columbaria ήταν μεγάλοι τάφοι στους οποίους συγκεντρώνονταν μεγάλος αριθμός τεφροδόχων αγγείων. Συνήθως ήταν υπόγειες κατασκευές, ορθογώνιες, με μεγάλο αριθμό κογχών (columbaria) οργανωμένες σε ευθείες οριζόντιες (gradus) και κάθετες (ordines) γραμμές. Στα μεγάλου μεγέθους columbaria προγραμματιζόταν η φύλαξη περίπου 100 τεφροδόχων. Γύρω από τους τοίχους, στο ύψος του ποδίου (podium) υπήρχαν σαρκοφάγοι με υπολείμματα ενταφιασμού ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις ανασκάφηκαν θάλαμοι οι οποίοι εξυπηρετούσαν τις ίδιες ανάγκες. Στο πόδιο υπήρχαν επίσης κόγχες σε μια προσπάθεια εξοικονόμησης χώρου. Σε περίπτωση που το κτίσμα ήταν αρκετά υψηλό κατασκευάζονταν διάδρομοι από ξύλο γύρω από τους τοίχους. Πρόσβαση στο θάλαμο γίνονταν με μια σκάλα στην οποία επίσης διαμορφώνονταν κόγχες. Το φως διαχέονταν μέσα από μικρά ανοίγματα που βρίσκονταν κοντά στην οροφή. Οι τοίχοι και τα δάπεδα ήταν όμορφα διευθετημένα και διακοσμημένα.
Οι κόγχες ήταν μερικές φορές ορθογώνιου αλλά πιο συχνά ημισφαιρικού σχήματος. Σε ορισμένα columbaria οι πιο χαμηλές σειρές είναι ορθογώνιες, εκείνες που βρίσκονται κάτω από τις αψίδες. Συνήθως περιέχουν δύο τεφροδόχους (ollae, ollae ossuariae) μια στην κάθε πλευρά, ώστε να είναι ορατές από εμπρός. Ορισμένες φορές οι κόγχες είχαν αρκετό βάθος ώστε να δεχθούν από δύο τεφροδόχους σε κάθε πλευρά. Εκείνες που βρίσκονταν στο πίσω μέρος ήταν σε υπερυψωμένο επίπεδο. Πάνω ή κάτω από την κόγχη υπήρχε τμήμα μαρμάρου (titulus) στο οποίο χαράσσονταν το όνομα του ιδιοκτήτη. Σε περίπτωση που τα μέλη μιας οικογένειας «καταλάμβαναν» τέσσερις ή έξι κόγχες συνήθιζαν να τις διαφοροποιούν με τοιχογραφίες. Συνήθης πρακτική ήταν η ανέγερση κιόνων ώστε να δίδεται η εντύπωση ενός ναού. Τέτοιου είδους σύνολα ονομάζονταν aediculae. Η αξία του μνήματος σχετίζονταν με τη θέση στην οποία αυτό βρίσκονταν. Οι τάφοι στα υψηλότερα σημεία (gradus) ήταν κόστιζαν λιγότερο από εκείνους που βρίσκονταν στο έδαφος. Ιδιαίτερη προτίμηση γνώριζαν εκείνοι που βρίσκονταν κάτω από σκάλες.
Οι τεφροδόχες ήταν από διαφορετικά υλικά και συνήθως στερεώνονταν στη βάση της κόγχης. Το πώμα μπορούσε να απομακρυνθεί και αυτές να σφραγιστούν αμέσως μετά την τοποθέτηση της στάχτης μέσα σε αυτές. Μικρά ανοίγματα παρέμεναν προκειμένου να μπορούν οι συγγενείς να ρίχνουν στο εσωτερικό γάλα και κρασί. Στο πώμα ή επάνω στις τεφροδόχες χαράσσονταν το όνομα του νεκρού, η ημέρα και ο μήνας του θανάτου. Το έτος συναντάται σπάνια. Στην πόρτα του columbarium υπήρχαν τα ονόματα των ιδιοκτητών, το έτος κατασκευής και άλλες λεπτομέρειες.
Αυτού του είδους τα ταφικά μνημεία κατασκευάστηκαν στην εποχή του Αυγούστου, λόγω του μεγάλου κόστους της γης. Στην πλειονότητά τους ανήκουν σε οικονομικά ασθενείς κοινωνικές ομάδες ή σε μέλη ομάδων που επιθυμούν να μειώσουν το κόστος ταφής τους.

Κήποι
Ταφικά σύνολα, κήποι, (cepotafia) αναφέρονται για πρώτη φορά στις επαρχίες της Ανατολής. Από τον 2ο αι. και εξής γνωρίζουν ευρεία διάδοση στην Αυτοκρατορία. Περιβάλλονταν από τείχους, είχαν μεγάλη ποικιλία φυτών στο εσωτερικό τους, ήταν εξοπλισμένοι με κτίσματα και διαμερίσματα κατάλληλα για δείπνα προς τιμήν του νεκρού.

(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)

Εργαστήριο Γεωφυσικής – Δορυφορικής Τηλεπισκόπησης & Αρχαιοπεριβάλλοντος

ΠΑΓΑΝ  http://www.ims.forth.gr/

Posted in ARCHAEOLOGIE | Tagged , , , , , , | Leave a comment