OI PRODOTAI,OI SIMEΕTES KAI OI CHRISTIANOI

A) Οι μίζες των πολυεθνικών αλωνίζουν ενώ η Αθήνα «κοιμάται»

Νέες υποθέσεις χρηματισμού  Ελλήνων φυσικών προσώπων, δημόσιων λειτουργών και αξιωματούχων, απόπολυεθνικές εταιρίες είδαν το φως της δημοσιότητας με τα στοιχεία που διαβίβασε ο γενικός γραμματέας του υπουργείου Δικαιοσύνης, για θέματα διαφάνειας, Γιώργος Σούρλας, στον οικονομικό εισαγγελέα, Γρηγόρη Πεπόνη. Ο κ. Σούρλας μιλώντας στο tvxs.gr τόνισε ότι «αυτή ήταν η σωστή οδός, και πρέπει η υπόθεση να πάρει τον δρόμο της». Την ίδια στιγμή, ερωτήματα εγείρονται καθώς αυτές οι υποθέσεις έχουν δημοσιευθεί τόσο σεδιεθνή μέσα ενημέρωσης όσο και στις ιστοσελίδες τουαμερικανικού υπουργείου Δικαιοσύνης και βρετανικών κυβερνητικών υπηρεσιών, με ευθεία αναφορά στην Ελλάδα, εδώ και δυο χρόνια. Ο Κωνσταντίνος Μπακούρης, πρόεδρος τηςΔιεθνούς Διαφάνειας Ελλάδος, σχολίασε στο tvxs.gr ότι «τα μαθαίνουμε όλα τελευταίοι γιατί δεν έχουμε ένα καλό σύστημαwhistleblowers [πληροφοριοδοτών]». Ρεπορτάζ: Νίκος Μίχος

Σύμφωνα με το ρεπορτάζ των «Νέων», οι μίζες προέρχονταν από πέντε πολυεθνικές εταιρίες με σκοπό να προωθηθούν τα προϊόντα τους στην ελληνική αγορά. Οι εταιρίες αυτές είναι η εταιρία καπνικών προϊόντων Alliance One International, η γερμανική αυτοκινητοβιομηχανία Daimler AG, η Comverse Technology, η Smith & Nephew – εταιρία ιατρικών συστημάτων, και η Johnson & Johnson – DePuy.
Τι αναφέρει η νέα … λίστα;
Η Alliance One International έδωσε μίζα 96.000 δολαρίων σε Έλληνα αξιωματούχο των φορολογικών και τελωνειακών αρχών το 2003. Το κέρδος της ήταν να μειωθεί ο φόρος για την εισαγωγή των προϊόντων της από τα 2,5 εκατ. ευρώ στα 600.000 ευρώ. Για τις ελληνικές μίζες αλλά και τις μίζες που έδωσε σε άλλες χώρες (Κιργιστάν, Ταϊλάνδη, Μαλάουι, Ινδονησία, Κίνα, κοκ) πλήρωσε πρόστιμο 19,45 εκατ. δολάρια.
Η Daimler AG έδωσε «δεκάδες εκατομμύρια δολάρια» σε μίζες σε 22 χώρες την περίοδο 1998-2008, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας, μέσω offshore.
Η Comverse Technology έδωσε μίζες 536.000 δολαρίων σε Έλληνες που συνδέονται με τον ΟΤΕ, την περίοδο 2003-2006.
Η Smith & Nephew παραδέχτηκε πως έδινε μίζες σε γιατρούς και αξιωματούχους του συστήματος περίθαλψης της Ελλάδας. Συνολικά, έδωσε 9,4 εκατ. δολάρια την περίοδο 1998-2006 μέσω offshore εταιρείας που ελεγχόταν από ελληνική εταιρεία διανομής.
Η Johnson & Johnson – DePuy έδωσε 16,4 εκατ. δολάρια σε μετρητά σε δύο Έλληνες την περίοδο 1997-2006 μέσω θυγατρικών και υπαλλήλων της. Ένα μεγάλο μέρος πήγε σε μίζες σε αξιωματούχους του ΕΣΥ και των νοσοκομείων για την «προώθηση» των προϊόντων της. Μέσω του συστήματος αυτού, η Johnson & Johnson κέρδισε 24 εκατ. δολάρια σε πωλήσεις.
Τα στοιχεία αυτά, που προσκόμισε στον Γρηγόρη Πεπόνη και τον Σπύρο Μουζακίτη, τους οικονομικούς εισαγγελείς, ο Γιώργος Σούρλας, δεν αποτελούν αποτέλεσμα έρευνας της Γενικής Γραμματείας Διαφάνειας. Αντιθέτως, «είμαστε παραλήπτες των στοιχείων αυτών. Τα έστειλε κάποιος και λέει ότι έχουν καταδικαστεί εταιρίες για χρηματισμό – εταιρίες που έχουν θυγατρικές εδώ στην Ελλάδα στις οποίες έχουν επιβλεηθεί πρόστιμα για υποθέσεις που εμπλέκουν και φυσικά πρόσωπα. Απορούμε γιατί εδώ στην Ελλάδα δεν υπάρχει κάποια έρευνα για αυτά τα στοιχεία», σχολιάζει στο tvxs.gr ο γενικός γραμματέας.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η παράκαμψη του κρατικού ελέγχου έγινε μέσω των εκπροσώπων των εταιριών και των διαμεσολαβητών τους στην Ελλάδα. Κατά συνέπεια, δεν αποκλείεται να υπάρχουν και άλλες τέτοιες υποθέσεις που έχουν δεν έχουν υποπέσει στην αντίληψη του κράτους, ειδικά όταν τα στοιχεία αυτά φθάνουν στις αρμόδιες αρχές με μεγάλη χρονική καθυστέρηση.
Αμφιβολίες αποτελεσματικότητας
Ερωτήματα εγείρονται για τον τρόπο με τον οποίο ερευνά και ελέγχει το κράτος τέτοιες υποθέσεις. καθώς διεθνή μέσα ενημέρωσης, όπως το CNN, αλλά και κυβερνητικές υπηρεσίες, όπως το υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ και τοΓραφείο Σοβαρών Υποθέσεων Απάτης (Serious Fraud Office) της Βρετανίας, είχαν ανακοινώσει αυτές τις υποθέσεις ήδη από τον Απρίλιο του 2010 με ευθεία αναφορά στην Ελλάδα. Αυτές οι αναρτήσεις μπορούν να βρεθούν με μια απλή αναζήτηση στο διαδίκτυο.
Για παράδειγμα, το CNN, την 1η Απριλίου του 2010, σε δημοσίευμά του με τίτλο «η Daimler θα πληρώσει πρόστιμο 185 εκατομμυρίων δολαρίων για δωροδοκία» αναφέρει την υπόθεση της γερμανικής εταιρίας που φέρεται να έχει ασκήσει τέτοιες πρακτικές σε 22 χώρες. Μέσα στο άρθρο αναφέρεται ότι η Ελλάδα είναι μια από αυτές τις χώρες.

Το βρετανικό Serious Fraud Office, σε ανάρτησή του με ημερομηνία 8 Απριλίου του 2011, αναφέρει την περίπτωση καταδίκης της DePuy από το Ανώτατο Δικαστήριο για υπόθεση δωροδοκίας στην Ελλάδα, την περίοδο 1998 – 2006, αναφορικά με ορθοπεδικά προϊόντα.

Το υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ, τέλος, με ανακοίνωσή του στις 7 Απριλίου του 2011, πληροφορεί ότι έχει καταδικάσει την Comverse Technology, για υπόθεση«δωροδοκίας φυσικών προσώπων συνδεδεμένων με τον ΟΤΕ, μια ελληνική εταιρία τηλεπικοινωνιών».


«Πρέπει να αποκαλυφθούν οι δράσεις αυτών των κυκλωμάτων. Πρέπει μετά να πούμε τι κανόνες θα ληφθούν. Κατά την άποψή μου πρέπει όμως αυτό να γίνει σε διεθνές επίπεδο. Το ότι οι ΗΠΑ βάζουν πρόστιμα είναι θετικό. Μήπως θα πρέπει να υπάρξει αναστολή της δράσης των εταιριών αυτών; Το ίδιο, ισχύει και για τους φορολογικούς παραδείσους και τις offshore», δηλώνει ο κ. Σούρλας και συμπληρώνει «πως θα θωρακίσεις την χώρα όταν εταιρίες λειτουργούν με τέτοια οικονομική δύναμη; Τι θα πει απόρρητο για τις καταθέσεις που μπορεί να είναι προϊόν οικονομικού εγκλήματος; Δεν μπορεί να κόβουμε μισθούς και συντάξεις και κάποιοι να αλωνίζουν. Τα πράγματα έχουν φτάσει στα όριά τους»

O Κωνσταντίνος Μπακούρης, ο πρόεδρος της Διεθνούς Διαφάνειας Ελλάδος, μιλώντας στο tvxs.gr, σχολίασε πως «το ελληνικό πρόβλημα είναι ότι δεν έχουμε ένα καλό σύστημα whistleblowers, γιατί υπάρχει η νοοτροπία ότι δεν θέλουμε σπιούνους και έτσι μας πληροφορούν οι άλλοι για το τι γίνεται στην χώρα μας. Παρόλα αυτά δεν είναι σπιούνος αυτός που θέλει να πατάξει την διαφθορά. Πρέπει συνεπώς να φτιάξουμε ένα σύστημα που να κάνει τους πολίτες πιο ενεργούς από ότι είναι, και ο κ. Σούρλας, όπως και η κυβέρνηση, να προτείνουν τρόπους πάταξης αυτών των φαινομένων»

         

 

B) Μαντέλης: Ήρθε, ομολόγησε χρηματισμό και απήλθε

Ανησυχίες έσπειρε στο πολιτικό σκηνικό η χθεσινή πρώτη ομολογία για χρηματισμό πρώην υπουργού, με την κατάθεση του κ. Μαντέλη να επιβεβαιώνει ότι δέχθηκε χρήματα από τα μαύρα ταμεία της Siemens. O πρώην υπουργός επί πρωθυπουργίας Κ. Σημίτη, Τάσος Μαντέλης παραδέχτηκε ενώπιον της Εξεταστικής Επιτροπής ότι χρηματίστηκε από την γερμανική εταιρεία Siemens με ποσό 200.000 ευρώ. Ο κ. Μαντέλης, του οποίου το αδίκημα έχει ήδη παραγραφεί σύμφωνα με την ελληνική νομοθεσία, ζήτησε μάλιστα τη συνδρομή της Δικαιοσύνης για να ανακαλύψει τον καταθέτη ενός παρόμοιου ποσού που κατατέθηκε στο λογαριασμό του το έτος 2000.

Όπως παραδέχθηκε ο κ. Μαντέλης, το ποσό των 200.000 μάρκων κατατέθηκε το 1998 από τη Siemens, υπό τον ευφημισμό της προεκλογικής χορηγίας, σε λογαριασμό του κουμπάρου του πρώην υπουργού, Γιώργου Τσουγκράνη, σε ελβετική τράπεζα. Πρόκειται για την πρώτη επίσημη ομολογία ενός άλλοτε υψηλόβαθμου πολιτικού στελέχους για χρηματισμό, έστω κι με επιχειρηματολογία που χαρακτηρίστηκε προκλητική και ανερυθρίαστη από τους βουλευτές, ισχυρίστηκε ότι δεν επρόκειτο για δωροδοκία αλλά για «συνηθισμένη πρακτική» ευρύτερα γνωστή στον πολιτικό κόσμο της χώρας. «Τέλη Οκτωβρίου του 1998 δέχθηκα τηλεφώνημα από στέλεχος της Siemens που μου είπε στα αγγλικά ‘θέλουμε να σας βοηθήσουμε με ένα ποσόν σαν χορηγία’». «Τι ποσόν; ρώτησα και μου απάντησε ‘όσα συνηθίζονται’».

Το πρώην κυβερνητικό στέλεχος του ΠΑΣΟΚ, εν μέσω πολλών αντιφάσεων στις οποίες υπέπεσε, δήλωσε άγνοια για τον καταθέτη του δεύτερου εμβάσματος των 250.000 μάρκων το οποίο κατατέθηκε στον ίδιο λογαριασμό στις 8/2/2000, διευκρινίζοντας ότι «από τα χρήματα του λογαριασμού δεν πήρα τίποτα για το ΠΑΣΟΚ». Μάλιστα προκάλεσε αίσθηση λέγοντας ότι «πρέπει να βρει η Δικαιοσύνη τον καταθέτη του δεύτερου ποσού για να τον μάθω και εγώ».

Ο πρώην υπουργός, από τον οποίο είχε ζητηθεί στο παρελθόν να καταθέσει την κομματική του ταυτότητα, άφησε αιχμές και για άλλα πολιτικά πρόσωπα που διατέλεσαν υπουργοί στο παρελθόν, αλλά και -εμμέσως πλην σαφώς- στο κυβερνών κόμμα λέγοντας ότι «μεθοδευόταν συστηματικά μέσα από συγκεκριμένα δημοσιεύματα να εμφανιστώ ως δωροδοκηθείς με ένα τεράστιο χρηματικό ποσό το οποίο μάλιστα εμφανιζόταν ως υπουργική αμοιβή».«Βέβαια, τα 10 εκατ. μάρκα θα μπορούσε να πει κανείς ότι είναι υπουργική αμοιβή, έτσι όπως την εννοούσαν, μέρος της οποίας δεν αποκλείεται να πήγε στο κυβερνών κόμμα και να χρησιμοποιήθηκε πλαγίως σε εκλογικές ή άλλες δαπάνες» συνέχισε ο πρώην υπουργός, διευκρινίζοντας ωστόσο ότι «αυτό είναι ψέμα διότι δεν έφτασαν αυτά τα χρήματα ποτέ σε μένα και επομένως δεν μπορεί να πήγαν και πουθενά αλλού».

Ο πρώην υπουργός μίλησε για «χορηγία» από τη Siemens, προκειμένου να αποφύγει το αδίκημα της δωροδοκίας και του ξεπλύματος μαύρου χρήματος, με πιο πιθανόν το να πέσει στα πιο «μαλακά» της παραβίασης των όρων περί προεκλογικών δαπανών, ενώ φαίνεται να δήλωσε ότι δεν γνωρίζει τον καταθέτη των 250.000 μάρκων, προφανώς για να αποφύγει την κατηγορία ότι διέπραξε το αδίκημα κατ’ εξακολούθηση.

Όπως δήλωσε ο Τ. Μαντέλης στην επιτροπή, από τον επίμαχο λογαριασμό έγιναν τρεις εκροές από τον Οκτώβριο του 2001 έως τις 30/4/2002 και συγκεκριμένα τα ποσά των 11.135 ευρώ και 15.628 ευρώ στο όνομα Χ.Μ. (πρόκειται για τον γιο του κ. Μαντέλη), καθώς και 35.000 ευρώ προς το αμερικάνικο πανεπιστήμιο Κολούμπια όπου πληρώθηκαν τα δίδακτρα του γιου του. Σύμφωνα τώρα με τον Γ. Τσουγκράνη «τα υπόλοιπα 163.000 ευρώ τα μετέφερε με δική του πρωτοβουλία το 2007 -τέσσερις μήνες μετά την αποκάλυψη του σκανδάλου για μίζες της Siemens σε Ελληνες πολιτικούς- ανοίγοντας ένα λογαριασμό στην Alpha Bank» και πως ο τέως υπουργός τού είπε να τ’ αφήσει εκεί και να περιμένει οδηγίες του για το τι θα τα κάνει στη συνέχεια.

Νωρίτερα, ο Τ. Μαντέλης είχε πει ότι «όταν μπήκαν τα χρήματα στον ελβετικό λογαριασμό είχε ήδη μαζέψει χρήματα για την προεκλογική του καμπάνια, οπότε δεν χρειάστηκε να διατεθούν για τον σκοπό αυτό». Σύμφωνα με μέλη της Εξεταστικής Επιτροπής, εκκρεμεί η διερεύνηση ενός ακόμη λογαριασμού με το όνομα Ρόκος στην ελβετική τράπεζα Ντρέσνερ με 850.000 ευρώ, αλλά και τρίτος λογαριασμός στην Ελβετία με το ίδιο κωδικό όνομα χωρίς να είναι γνωστό το ποσό που υπάρχει σε αυτόν.

Αξίζει να σημειωθεί ότι σύμφωνα με την τελευταία δήλωση «πόθεν έσχες» που είχε καταθέσει ο Τ. Μαντέλης, ο ίδιος με τη σύζυγό του έχουν 26 ακίνητα στην Αττική και στην Κεφαλλονιά, ο τέως υπουργός φέρεται το 2001 να αποκτά το 40% ιδιοκτησίας οικοπέδου 132,5 τ.μ. στην οδό Πατησίων, ενώ την επίμαχη περίοδο 1998-2000 η σύζυγός του αποκτά στην Αθήνα διάφορα ποσοστά ιδιοκτησίας ακινήτων. Όσο για την ιδιαίτερη σχέση του με την Siemens, σημειώνεται ότι ο γιος του κ. Μαντέλη εργάζεται για λογαριασμό της Siemens στην Κύπρο, ενώ η κόρη του εργάζεται στον γερμανικών συμφερόντων πλέον ΟΤΕ.

Η ομολογία για χρηματισμό του Τ. Μαντέλη προκάλεσε την έντονη αντίδραση των μελών της Εξεταστικής Επιτροπής των κομμάτων της αντιπολίτευσης οι οποίοι μιλούσαν για «καραμπινάτη μίζα» και για «απύθμενο θράσος» του τέως υπουργού.

Ο βουλευτής του ΚΚΕ Θ. Παφίλης μίλησε για «εγκληματικές πολιτικές ευθύνες των κυβερνήσεων ΠΑΣΟΚ και ΝΔ σε ό,τι αφορά την παράδοση του ΟΤΕ στους Γερμανούς» και προσέθεσε ότι «είναι αδιανόητο να μην έχει ενδιαφερθεί κάποιος για το ποιος έβαλε το δεύτερο έμβασμα και ιδιαίτερα όταν ξέσπασε το σκάνδαλο».

Ο βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ Δ. Παπαδημούλης είπε ότι «από τα 100 εκατομμύρια ευρώ που η Siemens ισχυρίζεται ότι έδωσε για μίζες στην Ελλάδα έχουμε βρει έως τώρα τα 500.000 ευρώ του Τσουκάτου και τα 225.000 ευρώ του Μαντέλη. Δηλαδή το 0,7%. Ψάχνουμε να βρούμε ακόμη το 99,3% της μίζας».

«Oργή από τον Κ. Σημίτη»

Οργισμένη ήταν η αντίδραση του πρωην πρωθυπουργού Κ. Σημίτη, για τις αποκαλύψεις του πρώην υπουργού της κυβέρνησης του. «Θλίβομαι και εξοργίζομαι επειδή τέτοιες πράξεις εκκολάφθηκαν και κατά την διάρκεια της κυβερνητικής θητείας του ΠΑΣΟΚ 1996-2004», αναφέρει σε γραπτή του δήλωση ο κ. Σημίτης, κάνοντας λόγο για πράξεις που προσβάλλουν το αίσθημα δικαίου της κοινωνίας και αμαυρώνουν το έργο της κυβέρνησής του.

Αναλυτικά στην δήλωση του ο Κ. Σημίτης αναφέρει:

«Η Βουλή ανταποκρίθηκε με την σύσταση των Εξεταστικών Επιτροπών στην αυτονόητη απαίτηση της ελληνικής κοινωνίας για διαλεύκανση σειράς υποθέσεων που δηλητηρίασαν την πολιτική ζωή του τόπου, έβλαψαν την λειτουργία της δημοκρατίας, ζημίωσαν δημόσια περιουσία και σκίασαν πρόσωπα.

Η πρόοδος των εργασιών των εξεταστικών επιτροπών φέρνει στο φως παρανομίες και αθλιότητες για το επιβαλλόμενο ήθος σε μια ευνομούμενη πολιτεία.

Θλίβομαι και εξοργίζομαι επειδή τέτοιες πράξεις εκκολάφθηκαν και κατά την διάρκεια της κυβερνητικής θητείας του ΠΑΣΟΚ 1996-2004. Πράξεις που προσβάλλουν το αίσθημα δικαίου της κοινωνίας, αμαυρώνουν το έργο της τότε κυβέρνησης και τις προσπάθειες όλων όσων εργάσθηκαν και προσέφεραν για μια καλύτερη Ελλάδα. Πράξεις ασυμβίβαστες με τους αγώνες μας και την ηθική μας. Συγκαλύπτουν ότι τα χρόνια αυτά έγινε ένα σημαντικό έργο τόσο για την ανόρθωση της οικονομίας, όπως το δείχνει η ένταξη στην ΟΝΕ, τα μεγάλα δημόσια έργα, οι επιδόσεις σε πολλούς άλλους τομείς όσο και για το κύρος της Ελλάδας στην Ευρώπη και στον κόσμο.

Όλη η Ελλάδα δεν είναι μια διεφθαρμένη χώρα. Πρέπει να αποδοθεί δικαιοσύνη. Με θάρρος και επιμονή πρέπει να αποκαταστήσουμε την ποιότητα μιας κοινωνίας που επιδιώκει ο ελληνικός λαός και κάθε πολίτης που σέβεται τον εαυτό του.

Θέλω να πιστεύω ότι η διαδικασία των Εξεταστικών Επιτροπών θα ενισχύσει το δημοκρατικό πολιτικό σύστημα και το κράτος δικαίου και δεν θα αφήσει περιθώρια για αντιπαραθέσεις εντυπώσεων και συμψηφισμούς σκοπιμοτήτων».

Σηκώνει τα μανίκια της η αντιπολίτευση

Επίθεση στο ΠΑΣΟΚ εξαπέλυσε σήμερα ο πρόεδρος της ΝΔ Αντώνης Σαμαράς αναφερόμενος στη χθεσινή ομολογία του κ. Μαντέλη. Όπως είπε ο κ. Σαμαράς «το ΠΑΣΟΚ μπορεί να εγκαλεί συνεχώς τη ΝΔ για σκάνδαλα, αλλά οι αποδείξεις βαραίνουν μόνο το ίδιο». Ο πρόεδρος της γαλάζιας παράταξης ζήτησε επίσης από την κυβέρνηση να φέρει στη Βουλή τα πορίσματα της Επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας που με προτροπή του Συμβουλίου των Πολιτικών Αρχηγών μελετά το φαινόμενο της Διαφθοράς και τη λήψη δραστικών μέτρων για την καταπολέμησή της και υπογράμμισε πως «η χθεσινή ομολογία του πρώην υπουργού του ΠΑΣΟΚ θα μείνει στην Ιστορία ως το πλέον αρνητικό ορόσημο στις σχέσεις του πολιτικού κόσμου με τη διαφάνεια και την αξιοπρέπεια».

Στο μεταξύ σήμερα, να κληθεί στην εξεταστική επιτροπή της Βουλής για τη Siemens ο πρώην σύμβουλος του Τάσου Μαντέλη, Αριστείδης Μαντάς ζήτησε μέσω της τηλεόρασης του ΣΚΑΪ ο βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ, Δημήτρης Παπαδημούλης, ο οποίος είναι και μέλος της εξεταστικής, τονίζοντας πως ο πρώην υπουργός πρέπει να απειληθεί από τη δικαιοσύνη που – όπως είπε- κοιμάται στην Ελλάδα.

Από την πλευρά του ο πρόεδρος της Εξεταστικής Επιτροπής για τη Siemens, Σήφης Βαλυράκης, εκτίμησε ότι στην υπόθεση προκύπτουν μη παραγεγραμμένες ποινικές ευθύνες πολιτικών προσώπων. Όπως δήλωσε σήμερα στον ρ/σ Βήμα FΜ, o κ. Βαλυράκης, θα ζητηθεί το άνοιγμα τραπεζικών λογαριασμών και άλλων προσώπων που εμπλέκονται στην υπόθεση Μαντέλη.

Έλεγχος του ΣΔΟΕ στη Siemens

Έρευνα διενεργεί από το πρωί κλιμάκιο του ΣΔΟΕ στα κεντρικά γραφεία της Siemens στο Μαρούσι, μετά από σχετική εντολή της Εξεταστικής Επιτροπής.

PAGAN TVXS.GR

 

C) Η πίστη κινδυνεύει από την αμετανοησία των χριστιανών, από την απουσία αρώματος χάριτος σε όσους λέγονται πιστοί

Η θέση της Ιεράς Συνόδου και η παρακοή των φανατικών
Ήδη κάποιοι γνωστοί, αγανακτισμένοι πάντα με τους άλλους και ποτέ με τον εαυτό τους, ρωτούσαν τι κάνει η «ιερά σύνοδος» (ΙΣ). Η ΙΣ όντως απασχολήθηκε με το θέμα, το συζήτησε, είχε τις πληροφορίες για την επιδιωκόμενη σύγκρουση εκ μέρους των συντελεστών της ταινίας και αποφάσισε να αντιδράσει με σύνεση, χωρίς όμως να τους προσφέρει την επιδιωκόμενη ευκαιρία.
Πάντα όμως υπάρχουν εκείνοι που θεωρούν μόνο τη γνώμη τους σωστή. Εκείνοι που πιστεύουν ότι κάθε άποψη διαφορετική από τη δική τους είναι προδοτική. Λησμόνησαν ότι το καλό πρέπει να γίνεται καλά για να είναι καλό.
Τελικά οι θλιβεροί συντελεστές του έργου πέτυχαν στο στόχο τους: διαφημίστηκαν, παρουσιάστηκαν σαν θύματα οι πραγματικοί θύτες, παρουσίασαν σαν τέχνη, την χυδαιότητα του εσωτερικού τους κόσμου, τέθηκαν υπό την προστασία του γνωστού λόμπι Τατσόπουλου-Ρεπούση και σία -και έτσι πέτυχαν οι δήθεν «υπερασπισταί» του Χριστού να γίνουν οι καλύτεροι διαφημιστές μιας χυδαίας μετριότητας. Να παρουσιαστεί σαν τέχνη το άτεχνο, σαν σημαντικό το ασήμαντο, να φανούν σαν σπουδαίοι οι μετριότητες, να παριστάνουν τους ηθοποιούς οι φθορείς και διαφθορείς του ήθους και της αξιοπρέπειας· ανήγαγαν σε μεγέθη ασήμαντα τα θλιβερά ανθρωπάκια.
Ναι είμαι θυμωμένος με αυτούς τους ψευτοομολογητές και ψευτοήρωες.
Να τα πάρω όμως τα πράγματα με την σειρά.
‘Αθλιο έργο
Θα με ερωτήσετε: Δεν σε ενόχλησε αυτό το άθλιο έργο;
Ασφαλώς -και πολύ. Όταν ξέρεις ποιος είναι ο Χριστός που αγαπάς και πιστεύεις και Τον διακονείς σε όλη σου τη ζωή ενοχλείσαι. Ενοχλείσαι από το κατάντημα των ανθρώπων, από την απίστευτη διαστροφή της ψυχής τους, από τα θλιβερά απωθημένα και τις μειονεξίες τους. Λυπάσαι για τη φτήνια τους, που προσπαθούν να την πουλήσουν για τέχνη. Όμως ξέρεις: ο Χριστός σου δεν έχει καμία σχέση με το περιεχόμενο αυτού του έργου. Ο Χριστός σου δεν κινδυνεύει από τα θλιβερά αυτά ανθρωπάρια, από τα γυναικάρια και τα ανδρείκελα που ισχυρίζονται ότι κάνουν τέχνη.  Ο καθένας ό,τι έχει δίνει -και όλοι αυτοί δείχνουν τι έχουν και ποιοι είναι. Δείχνουν μόνοι τους την ποιότητά τους, και ρεζιλεύονται.
Αν οι θερμόαιμοι δεν τους είχαν διαφημίσει, θα είχαν περάσει απαρατήρητοι. Το μόνο που κατάφεραν η θλιβερή θιασάρχης και η παρέα της είναι να επιβεβαιώσουν την γνωστή προφητεία του γέροντος Συμεών για τον Χριστό. «οὗτος κεῖται εἰς πτῶσιν καὶ ἀνάστασιν πολλῶν… καὶ εἰς σημεῖον ἀντιλεγόμενον» (Λουκ. 2: 34). Δυστυχώς γι’ αυτούς «κεται ες πτσιν».
Η υπεράσπιση της πίστης
Το δεύτερο που περιμένω να με ρωτήσετε είναι: μα δεν πρέπει να υπερασπίσουμε την πίστη μας, τον υβριζόμενο Χριστό μας; Ναι, αλλά πώς;
Την μέθοδο που χρησιμοποίησαν οι «αγωνιστές» την έχει αποδοκιμάσει ο ίδιος ο Κύριός μας: είναι η μέθοδος του Πέτρου που πήγε να υπερασπισθεί το Χριστό με ένα μαχαίρι. Το ίδιο λοιπόν κάνουν και οι σημερινοί που είναι ικανοί να καταστρέψουν, να κτυπήσουν και πιθανώς να λυντσάρουν τους υβριστές, στο όνομα της πίστης.
Τι θλιβερό! Αλλά και πόσο επίκαιρο! Ο Χριστός αποδοκιμάζει τη μέθοδο τους. Θα μπορούσε ο Χριστός να υπερασπισθεί τον εαυτό Του μόνος Του:  με τις λεγεώνες των αγγέλων Του. Θα μπορούσε να ρίξει φωτιά και να τους κάψει. Αμφιβάλλετε; Δεν είναι όμως αυτό το πνεύμα Του.
Ο Χριστός δεν κινδυνεύει από τα θλιβερά αυτά ανθρωπάρια. Δεν κινδυνεύει από την αναισχυντία των άθεων και των διεφθαρμένων. Η πίστη κινδυνεύει από την αμετανοησία των χριστιανών, από την απουσία αγιασμού και αρώματος χάριτος σ’ αυτούς που θέλουν να λέγονται πιστοί. Κινδυνεύει από την εκκοσμίκευση της πνευματικής ζωής των χριστιανών που αντικατέστησαν τον αγιασμό και το μαρτύριο για την πίστη, αυτή είναι η πνευματική αντίσταση, με το λυντσάρισμα των απίστων. Δεν θυμίζει αυτό κάτι από «ιερά εξέταση» και μουσουλμανισμό ή κάνω λάθος; Αφήσαμε τα βαρύτερα του νόμου και κυνηγάμε τα εντυπωσιακά και τα εύκολα.
Η απάντηση στη βλασφημία και τον χλευασμό της πίστης είναι η αναπλήρωση της πτώσεως των ταλαίπωρων χλευαστών με το περίσσευμα της δικής μας αγάπης και του δικού μας αγιασμού.
Για τους «επαγγελματίες» υπερασπιστές κάθε χυδαιότητας
Θέλω όμως να πω και δυο λόγια και στους «επαγγελματίες» υπερασπιστές κάθε χυδαιότητας στο όνομα της τέχνης.
Με τέτοιους υπερασπιστές δεν μεταποιείται η χυδαιότητα, αδικείται η τέχνη, αλλά και αποκαλύπτεται η πνευματική πτωχεία των δήθεν «προοδευτικών». Η ταύτιση της χυδαιότητας με την τέχνη δεν τιμά αυτούς που το επιχειρούν. Ελευθερία του λόγου είναι και η βλασφημία και η αισχρολογία και η ρυπαρότητα.
Είτε όμως μας αρέσει είτε όχι η γλώσσα πάντα λαλεί από το περίσσευμα της καρδιάς και έτσι οι άνθρωποι δεν δείχνουν την ανύπαρκτη ελευθερία τους, αλλά την θλιβερή ποιότητα και το περιεχόμενο της καρδιάς τους και αυτορεζιλεύονται πέρα από τους τίτλους και τους τύπους τους.
Κανένα επιχείρημα δεν αποκτά ουσία και αλήθεια κρυπτόμενο πίσω από το βαρύγδουπο τίτλο του πανεπιστημιακού καθηγητή σε μια εποχή που μια τέτοια εκλογή επιτυγχάνεται με την υποστήριξη συντεχνιών ποικίλης μορφής, πολύ περισσότερο όταν κάποιοι αληθινά ικανοί απερρίφθησαν γιατί δεν ανήκαν στην «ομάδα», γιατί τους απέρριψε ο ιδεολογικός Προκρούστης.
Η χυδαιότητα και η αισχρότητα ούτε τέχνη είναι, ούτε πολιτισμός.
«Χρυσή Αυγή» και Χριστιανοί
‘Αφησα τελευταία τη «χρυσή αυγή» (ΧΑ) που στην πραγματικότητα είναι «μαύρη νύκτα».
Είναι θλιβερό ότι κάποιοι «χριστιανοί αγωνιστές» ταυτίστηκαν με τη ΧΑ για να υπερασπιστούν τον Χριστό. Τον Χριστό που η ΧΑ τον διώκει, τον προσβάλλει και τον εξευτελίζει καθημερινά και το πράττει στα πρόσωπα, των προσφύγων, των μεταναστών ακόμα και των παιδιών.
Ξεχάσατε αγαπητοί μου χριστιανοί το λόγο του Χριστού «ἐφ’ ὅσον ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἐμοὶ ἐποιήσατε»; (Ματθ. 25: 40) Δεν είναι ο άνθρωπος εικόνα του Χριστού όποιος και εάν είναι; Δεν είναι ένας μετανάστης, ένας πρόσφυγας, ελάχιστος αδελφός του Χριστού; Δεν είναι ο «πλησίον» της παραβολής του καλού Σαμαρείτη; Σύμφωνα λοιπόν με την χρυσαυγίτικη αντίληψη θα έπρεπε ο Σαμαρείτης, βλέποντας τον πληγωμένο Ιουδαίο, να τον πετάξει στα σκουπίδια: τότε θα ήταν «καλός»!
Κάθε εναγκαλισμός και χάϊδεμα χριστιανού η πολύ περισσότερο ιερωμένου προς την ΧΑ δείχνει μπέρδεμα φρικτό και ακύρωση της πίστης. Κανείς δεν μπορεί να παίζει «ἐν οὐ παικτοῖς»! Ο λόγος του Θεού έχει απόλυτο και αιώνιο κύρος.
Είναι άλλο το θέμα των προσφύγων και των προβλημάτων που μια ανίκανη πολιτική ηγεσία άφησε να δημιουργηθούν και άλλο η απόλυτη αξία του ανθρώπινου προσώπου. Δεν θα ακυρώσουμε την αλήθεια του Θεού για να λύσουμε τα προβλήματα μας. Αντιθέτως τα προβλήματα δημιουργήθηκαν γιατί την αλήθεια του Θεού την αντικαταστήσαμε με την αλαζονεία μας και την επιπολαιότητα μας.
«Στμεν καλς» λοιπόν! «Στμεν μετ φόβου»! Η άκρη του κουβαριού είναι τουΧριστού το θέλημα και όχι οι αυθαιρεσίες και οι εξυπνάδες των ανθρώπων!

Του μητροπολίτη Σισανίου και Σιατίστης

* Ο Παύλος (Ιωάννου) είναι μητροπολίτης Σισανίου και Σιατίστης

PEEGEE  Romfea.gr

Posted in News and politics | Tagged , , , , | Leave a comment

THE SICKNESS OF TODAY RELIGION IS LEADING TO AN ECOLOGICAL SUICIDE (VI)

(BEING CONTINUED FROM  8/05/12)

7. Sociology, Religion and Criminality

Since fantasies produced by said short-circuit are at the basis of all sociological and historical phenomena, including everything from religion to criminality, one can not make a clean cut separation between society and religion, or abnormal and so-called normal behavior within human society. All peoples and societies suffer from this same short-circuit. Many Orthodox Christians and Jews are not actively involved in their traditional cure of the sickness of religion which is supposedly the foundation of their beliefs and practices. For this reason they are sometimes capable of outdoing others in cruelty and barbarism. In any case the idea that religion per se is good and necessary for society is absolute nonsense. There are historical cases wherein there were and still are those who believe that they will have special privileges in their heaven for killing and enslaving others and who will have wives in heaven for their gratification.

We have at least two societies which had been historically and to an important degree based on this cure of the sickness of religion. They are the prophets of the Old Testament accepted officially by the Jewish State and the apostles and prophets of the Old and New Testaments and the prophets since called Fathers of the Church as accepted officially by the Roman State. What divides them is the Incarnation of the Lord (Yaweh) of Glory. Both had accepted the OT prophets and some Jews and many Romans and other peoples accepted also Christ and the apostles within this context of the cure of this sickness of religion.

However, those Christians who followed heresies condemned by Roman Ecumenical Councils were in each case re-transforming the faith of the Bible into pagan forms of Christianity based on the sickness of religion instead of its cure. Perhaps the greatest of the pagan forms of Christianity is that of Augustine. His erroneous teachings about all of humanity being responsible for the sin of Adam and Eve and his doctrine of pre-destination based on his teaching about original sin and his psychopathic Platonic mysticism, had gone undetected in the East until the 15th century. But in Roman Gaul the Council of Orange (529) condemned his teaching about inherited sin and predestination. Finally, the Roman Ninth Ecumenical Council of 1341 in Constantinople also, but unknowingly, condemned some of Augustine’s heresies. His other heresies were never known nor understood in the East. Indeed, the said Ninth Ecumenical Council in Constantinople (1341) condemned the heresies of Barlaam the Calabrian about revelation and the purification and illumination of the heart and glorification not realizing that his teaching belonged to Augustine. Indeed the Fathers of this Council claimed that the Devil inspired Barlaam to invent this new heresy.

What is of interest is the fact that in each case of the appearance of a specific heresy it was simply one more product of the sickness of religion. Perhaps the same is true of Judaism. It was on such grounds that the Fathers of the Church easily defeated heresies based on this sickness of religion. However, what is even more interesting is the fact that many Orthodox who have inherited the Orthodox form of Christianity of the Nine Roman Ecumenical Councils are at present in a state of confusion. This confusion began especially with the reforms of Peter the Great based on the deliberate Westernization of the Russian Church which was in reality its Augustiniazation.

These Russian reforms became the key by which Emperor Alexander I of the Russian Empire and Napoleon I of the Frankish Empire, joined a bit later by the British Empire, began their policies of breaking up the unity of the Roman Orthodox Christians within the Ottoman Empire. They attacked the common language of the Roman Orthodox, which since the time of the Ancient Romans had been Greek, by claiming that all who spoke Greek were not Romans, but “Greeks”. This is the Charlemagnian Lie of 794 which was adopted by the Franco-Latin royalty and nobility which still guides not only European policies, but also that of Americans who have been enslaved by British historiography. At the same time these three powers used the various dialects which survived from older times to build linguistic enclaves which became Hellenes, Serbians, Bulgarians and Rumanians, to which they added Albanians and now even of all things Slavic Macedonians. This process called Balkanization began to be applied in 1821 and is still being applied.1The very same principles were and are being applied to the whole Arab World.

This Westernization of Orthodoxy was imposed on all the Orthodox States which arose out of the dissolution of the Ottoman Empire. This began with the establishment of the State of Greece in 1827, followed by Bulgaria in 1878-79, Romania in 1879-1880, Serbia in 1882 and was completed in 1923 with the dissolution of the Ottoman Empire itself. Each case of the establishment of a State was accompanied by the foundation of a State Church. State Theological Schools were also established to make sure that the work of Peter the Great may take root and take over. Prior to this development the monasteries had been the training ground for producing leaders specialized in curing the sickness of religion. However, said theological faculties became the basis of transforming Orthodox Church leaders and theologians into victims of the sickness of religion who have been transforming the Orthodox Church into a religion.

Quite interesting is the fact that the Turks called the European part of their Ottoman Empire Rumeli, i.e. Land of the Romans. The reason for this is not only the fact that the Ottomans conquered what was left of the Roman Empire and her capital, but also because all Orthodox Christians within the Moslem world, from Spain to the Middle East, called themselves Roman Orthodox and were and are still called Roman Orthodox by the Arabs, Turks, Persians, etc. However, during the 18th century the Russians, the British and the French actively propagandized the Lie of Charlemagne that Romans who spoke the Greek language are not Romans, but “Greeks”. In this way they finally succeeded in convincing, or conning, even the Neo-Hellenes, the Neo-Bulgarians, the Neo-Serbians, the Neo-Rumanians and then the Neo-Albanians and Neo-Macedonians, that the Ecumenical Patriarchate of Constantinople-New Rome is not Roman, but “Greek”. This in spite of the fact that this Ecumenical Patriarchate never called nor calls itself “Greek”, but only Roman in the Turkish and Greek languages.

In the light of this, even a casual reading of the Encyclopedia Britannica will reveal with what hatred the Russians, French and British describe the Phanariote Romans of Constantinople who helped the Ottomans to rule Rumeli, i.e. the Balkans, as the hated and corrupt “Greeks.”2But even till this day the Roman Orthodox of Turkey call themselves Romans in both Turkish and Greek and are called Romans by the Turks. The magnitude of the Charlemagnian Latin versus Greek Lie has been saturating Franco-Latin history writing since 794 and must be dealt with accordingly, that is, as an outright lie. One must begin by assuming that Franco-Latins are experts at telling historical lies in order to carefully separate their telling lies from their telling the truth. Much of Roman history writing is still controlled by the Franco-Latin nobility who are still faithful to their Father Charlemagne and his lies about the Roman Empire which are still going strong in the non-existent fields of Byzantine history, civilization, theology, etc. which are Roman and not Byzantine.

8. There are no Greek and Latin Fathers of the Orthodox Church. They are Latin and Greek speaking Roman Fathers of the Church

We begin with the fact that there are no “Latin” or “Greek” Fathers of the Church. All Fathers of the Church within the Roman Empire are Greek speaking and Latin speaking Roman Fathers of the Church with their localities attached to their description. The Carolingian Franks literally invented the distinction between “Greek” and “Latin” Fathers of the Church. Why? In order to cover up the fact that they had no Father of their Church until Rabanus Maurus (776-856). So they simply broke the Roman Fathers in two and began calling them “Greek” and “Latin” Fathers of the Church. In this way they simply attached Rabanus Maurus and his successors to their so-called “Latin” Fathers of the Church. But the Fathers of the Church who wrote in either Latin or Greek or in both Latin and Greek, were neither Latins nor Greeks, but were simply Roman Fathers of the Church.

9. Greek Romans and Christian Roman.

What is absolutely amazing is the fact that in the Roman tradition since Constantine the Great the real Romans had made a clear distinction between Greek Romans and Christian Romans. The name Greek Roman simply meant Pagan Roman. St. Athanasius the Great, the Roman Patriarch of Alexandria, wrote a book called “Against Greeks” which simply means “Against Pagans.” So the Frankish title “Greek Fathers of the Church” means in the Roman language simply “Pagan Fathers of the Church.” In his Libri Carolini Charlemagne calls the Empire of Constantinople New Rome “Imperium Romanum” and “pagan.” Then in 794 he dropped this Frankish custom and called this Empire “Greek.” One reason why he did so was that the Christian Romans themselves were calling each other “Greeks” meaning “pagans.” It is this Roman usage of the name “Greek” which Charlemagne transformed into both a non existent “nation” and a “heresy.” Since 794 this has become a Frankish dogma of history which is not a simple and harmless habit, but a very well organized conspiracy promoted by the nobilities attached to the Vatican and to the King of England as the head of Free Masonry.

We use the term Franco-Latins for the mostly Teutonic members of the medieval royalty and nobility of Western Europe who called themselves “Latins.” We call them by this term “Franco-Latins”3in order to distinguish them from the two groups of real Latins of Roman history, the primitive Greek Latins who became Romans and the Italian Latins who became Romans in 212AD.

Not having the sources of Roman history available and wishing to cut off their conquered West Romans from the East Romans, the Franco-Latins, since the time of Charlemagne, were misled into believing and promoting the position that the early Latins or Romans were Latin speaking, a basic historical fallacy which everyone today accepts. All my writings have been taking for granted that the Romans had fallen so much in love with Hellenic Civilization that Rome itself saw the light of History speaking Greek. Therefore, I had placed the historical appearance of Rome as a Greek speaking city within this Carolingian Frankish understanding of Roman history, as a supposedly Latin speaking people who began speaking Greek also.

We repeat what we already said. The entourage of Charlemagne either invented, or came to believe the tale that Emperor Constantine the Great (306-337) moved the capital of the Roman Empire from Old Rome in Italy to New Rome-Constantinople and thus supposedly and deliberately abandoned the Latin language and nationality in favor of the Greek language and nationality.4

10. The real Latins of Roman history

Constantine the Great was not Latin, he was Roman. As we saw the first Latins in history were a Greek speaking people who were conquered by the Romans, whose language was also Greek. These Latins were absorbed into the Roman nation and eventually had become a name held in honor by their descendants, i.e. the family of Julius Caesar. But the Latin name was revived as a result of the Italian Wars during 91-83 BC. One group of Italians fought for complete independence from Rome while a second group revolted demanding Roman citizenship. The first group were simply defeated, while the second group had to be satisfied with the “Latin” name instead of the “Roman” name. These Latins finally received the Roman name and became Romans in 212 AD This happened 95 years before Constantine began to rule in 306. Not only was Constantine not a Latin, but those born Latins in 211 were probably all dead in 306.

Roman sources of history eventually began to become available to these Franco-Latin barbarians. Instead of correcting their misunderstandings of Roman history, they became specialists at manipulating the Roman sources in order to force them into obeying Charlemagne’s Lie of 794. As we saw, Constantine the Great and his successors had supposedly abandoned the Latin language and nationality in order to speak Greek and become Greeks.5According to the Cambridge Medieval History vol. IV, Part I, 1967, p. 776, Constantine the Great was a Roman Emperor between 306 and 324 and a “Byzantine Emperor” between 324 and 337.6True to ‘noble’ British tradition Part I and II of Vol. IV are now called the “Byzantine Empire.” Both these volumes publish J. B. Bury’s Introduction to the original volume IV published in 1923. Bury there writes that “We have, however, tampered with the correct name, which is simply ‘Roman Empire,’ by adding ‘Eastern,’ etc.…The historian Finlay put the question in a rather akward way by asking, “When did the Roman Empire change into the Byzantine? The answer is that it did not change into any other Empire than itself…”. In spite of these words of J. B. Bury the new two volumes IV, which replaced his single volume ‘The East Roman Empire’, are called the “Byzantine Empire” anyway. WHY?

11. Why Byzantine?

Why is the “Byzantine Empire,” which never existed, now so essential to the British, French and Russian policies of divide and conquer? One can see the key clearly in the London Protocol of August, 31, 1836 which was signed by the representatives of these three Empires upon the occasion of the completion of the maps delineating the frontiers between Hellas and the Ottoman empire. Many of the Romans who fought in the War of Independence, which began in 1821, ended up outside of the liberated areas now called “Hellas.” This Protocol lists two groups of “Greeks” who now have the legal right to migrate to Hellas, because they are now legally “Hellenes.” However, historically the terms Greeks and Hellenes mean the same ancient people. The one is the Latin term for Greeks and Hellenes is the Greek word for Greeks. In sharp contrast is the fact that in the Turkish and Greek languages of the time these “Greeks” are called “Romans”. However, these Romans were being called Greeks by the Franco-Latins since 794. Charlemagne and his advisors decided to call the Free Romans “Greeks” in order that the West Romans may come to believe the Romans of the Roman Empire are not Romans but “heretical Greeks.”

So the French text of the Protocol in question reads as follows: “It is well understood that the following are now understood to be ‘Hellenes:’ 1) The ‘Greeks’….and 2) The ‘Greeks’… Here are the two terms which reflect the problem which had to be solved. The Turkish translation of the two terms are clear. The Greeks are in Turkish called Romans-Rumlar and the Hellenes are in Turkish called Hellenes-Younanlar. However, this is not the essence of the problem. In order to secure the support from these three Empires, who simply wanted to divide and conquer, the Romans had to not only call themselves Hellenes, but they had to pass a law that the Hellenic Revolution was not only a liberation from the Ottoman Empire, but also a liberation from the now fallen Roman Empire which the British, French and Russians began calling the Byzantine Empire. This is why the Carolingian Greek Empire which came into the existence in the Frankish imagination in 794, had to become now the Byzantine Empire. Why? Because to say that “Hellenes” were liberated from “Greeks” would have caused even jackasses to burst out laughing!

During the celebration of Greek Independence Day on March 25 the BBC tried to pass off the position that the Turks had liberated the Hellenes from the Byzantines. But it backfired. I reported this in one of my books.7

Even Arab sources are being contaminated by an invasion of the term “Byzantine” as the translation of the Arab name for Roman which is Rum. Charles Issawi, Professor of Political Science in the American University of Beirut, translated and published in his book “An Arab Philosophy of History,” Selections from the Prolegomena of Ibn Khaldun of Tunis (1332-1406). Here he translates the Arab term for “Roman” which is “Rum” into English by the term “Roman” up to the death of Roman Emperor Heraclius in 641. He then translates the same name “Rum” with the term “Byzantine” for the rest of Khaldun’s Book.

 

(TO BE CONTINUED)

by ©John S. Romanides


 
FOOTNOTES

1 According to Father Florovsky, Father Alexander Schmeman’s book “The Historical Road of Orthodoxy,” is an example of history written of the view point of Panslavism, which father Florovsky attacked along with its daughter Slavophilism.

2 4-316b; 10-781a, 846c; 19-638c, 653d.

3 Perhaps the term Teutonic Latins would be an equivalent term. In this case the Anglo-Saxons were not Latins, but Romans when they were still praying for the Imperium Romanum and fighting in the Roman army of Constantinople-New Rome. Nor did the Anglo-Saxons who continued to fight the Norman invaders identify themselves with the Franco-Latin Papacy. This is why most of them today are neither Anglicans nor members of the Franco-Latin Papacy.

4 John S. Romanides, “Franks, Romans, Feudalism and Doctrine,” Holy Cross Orthodox Press 1981, pp.14-18.

5 John S. Romanides, “Franks, Romans, Feudalism and Doctrine,”

6 Vol. IV, Part I p. 776.

7 “Romanity, Romania, Roumeli,” p. 28. One may find this position supported by Adamatius Koraes, the Father of Neo-Hellenism. See his “Salpisma Polemisterion.”

Posted in ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ | Tagged , , , | 1 Comment

Η ΦΙΛΟΚΑΛΛΙΑ ΤΩΝ ΚΟΛΛΥΒΩΝ ΚΑΙ ΟΙ ΑΔΙΑΒΑΣΤΟΙ ΜΕ ΤΑ ΠΙΤΤΟΥΡΑ

ΕΛΛΗΝΕΣ ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΦΡΑΤΤΟΡΙΩΝ

εσσεται ημαρ

ΟΜΠΡΟΣ ΑΔΕΛΦΟΙ, ΑΣ ΕΚΚΙΝΗΣΕΙ Η ΚΥΜΑΤΙΚΗ ΜΟΡΦΗ ΤΩΝ ΖΗΛΩΤΩΝ ΚΟΛΛΥΒΑΔΩΝ

ΔΙΟΤΙ ΩΣ Ο ΤΡΙΑΔΙΚΟΣ ΘΕΟΣ ΔΡΑ,ΩΝ ΑΚΙΝΗΤΟΣ ΑΦΑΝΗΣ ΑΘΕΟΣ, ΕΝ ΤΟΙΣ ΟΥΡΑΝΟΙΣ,

ΟΥΤΩΣ ΚΑΙ Ο ΦΟΙΒΟΣ  ΖΕΕΙ ΕΝ ΤΟΙΣ ΚΟΣΜΙΚΟΙΣ,ΦΑΝΗΣ ΤΗΣ  ΑΦΕΑΥΤΟΥ ΑΙΩΝΙΟΥ ΦΘΑΡΤΟΤΗΤΟΣ,ΑΜΑ ΤΗΣ  ΤΕ  ΜΗΤΡΟΣ  Γ(Ρ)ΑΙΑΣ.

Α.Χ.

Το Σάββατο της Διακαινησίμου εβδομάδος η Εκκλησία μας τιμά άπαντες τούς Αγίους Κολλυβάδες Πατέρες. Πρόκειται για οσιακές μορφές κυρίως του 18ου και του 19ου αιώνος, αν και δεν είναι άτοπο να συγκαταριθμήσουμε μαζί τους και άλλους Πατέρες του 20ου, οι οποίοι αγωνίστηκαν να επαναφέρουν στο προσκήνιο την γνήσια ορθόδοξη πνευματική ζωή. Η αρχή έγινε με οξείες διαφωνίες με άλλους αγιορείτες που υποστήριζαν την κατά την Κυριακή τέλεση των μνημοσύνων αλλά και την σπάνια συμμετοχή στην θεία Κοινωνία. Οι «Κολλυβάδες»- όνομα που τους επιδόθηκε σκωπτικά- αγωνίστηκαν να συνδέσουν τους ορθοδόξους της εποχής τους με την λοιπή ιερή ασκητική Παράδοση της Εκκλησίας μας, όχι μόνον διότι το ορθό ήταν να τελούνται τα μνημόσυνα το Σάββατο και οι Χριστιανοί να κοινωνούν συχνά, αλλά επειδή γενικότερα η ησυχαστική ζωή της Εκκλησίας είχε παραγκωνισθεί. Αυτός είναι και ο λόγος που οι Κολλυβάδες προτείνουν διαρκώς θέσεις του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά. Βέβαια, όπως τότε ο μεγάλος αυτός Πατήρ παρεξηγήθηκε έτσι και αυτοί παρεξηγήθηκαν, πολεμήθηκαν και διώχθηκαν προς χάρη της Αλήθειας. Το Φιλοκαλλικό Πνευματικό κίνημα αυτών των Οσίων οφείλουμε να το βιώνουμε διαρκώς εντός της Εκκλησίας, εάν θέλουμε να είμαστε συνδεδεμένοι με ολόκληρη την αγιοπνευματική Παράδοση Αυτής. Το φοβερότερο είναι πως ακόμη και σήμερα, ενώ πλέον έχουν ανακηρυχθεί Άγιοι της Εκκλησίας και εμείς είμαστε σε θέση να παρατηρήσουμε πως όσα δίδαξαν είναι απολύτως σύμφωνα προς την Ιερά Παράδοση της Εκκλησίας μας, κατηγορούνται και συκοφαντούνται από κάποιους που θεώρησαν εαυτούς ανωτέρους των Αγίων.

κειμ. ΙΜ Παντοκράτορος Μελισσοχωρίου

Ο Πατήρ του Ησυχασμού Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς

 

1) Η «φιλοκαλική» Αναγέννηση και η επίδρασή της στην Ορθόδοξη Ευρώπη

Οι Κολυβάδες επανενεργοποίησαν ένα σημαντικό ιδεολογικό και πολιτισμικό ρεύμα του οποίου οι επιδράσεις ξεπερνούν τα όρια του ελληνικού χώρου και φθάνουν στη Ρωσία, μέσω μιας διαφορετικής «αναγέννησης», την οποία φαίνεται να αγνοούν ή να παρασιωπούν οι ιστορικοί μας, της «Φιλοκαλλικής Αναγέννησης». Πράγματι η επίδραση των Κολυβάδων στην διαμόρφωση της ιδεολογίας του σλαβόφιλου και αντιδυτικού πνεύματος, σε όλο τον ορθόδοξο χώρο και κατεξοχήν στη Ρωσία, αποσιωπάται συστηματικά  και παραμένει άγνωστη…

Η έκδοση από τον Μακάριο Νοταρά και τον Νικόδημο Αγιορείτη της Φιλοκαλίας, μια συλλογής μεταφρασμένων στα νεοελληνικά κειμένων των Πατέρων της εκκλησίας, που έως τότε κείτονταν ξεχασμένοι σε παλιά χειρόγραφα στο Άγιο Όρος και αλλού, υπήρξε τουλάχιστον ισάξιας σημασίας με την έκδοση των αρχαίων ελληνικών κειμένων από τον Κοραή και τον Δούκα. Εγκαινίαζε μια πνευματική παράδοση που στη νεώτερη Ελλάδα επανεύρισκε το νήμα του ριζικού αντιδυτικισμού, εκεί που το είχε αφήσει ο Γρηγόριος ο Παλαμάς και έτσι θεμελίωνε μια παράδοση που περνώντας από τον Παπουλάκο και τον Παπαδιαμάντη, θα φθάνει μέχρι τη σύγχρονη Νέο-ορθοδοξία. Έριχνε πνευματικές γέφυρες προς τον ορθόδοξο κόσμο των Βαλκανίων και της Ρωσίας, που σε μεγάλο βαθμό είχαν διακοπεί μετά  την Άλωση, φθάνοντας μέχρι τον Ντοστογιέφσκυ, τον Μπερντιάγιεφ και τη σύγχρονη ρώσικη σχολή.

Δεν είναι προφανώς τυχαίο πως η πνευματική αναγέννηση του ελληνισμού είναι σφαιρική και  καθολική, δεν κατευθύνεται μόνο προς την παιδεία του Διαφωτισμού, προς την επιστροφή στους Αρχαίους Έλληνες, αλλά επεκτείνεται και στην «επιστροφή» στους Πατέρες της Εκκλησίας και την πνευματική παράδοση του Βυζαντίου.

Αυτό το πνευματικό γεγονός, που παρασιωπήθηκε συστηματικά, απορρίπτει την κοινωνία και τις ιδεολογικές αρχές του αναπτυσσόμενου δυτικού κόσμου και κηρύττει την επιστροφή σε έναν κόσμο που θα διαπνέεται από τις παλιές αξίες του Βυζαντίου και του ορθόδοξου μοναχισμού. Αυτό το πνευματικό ρεύμα δεν θα περιοριστεί, όπως μπορούμε να πιστέψουμε με μια πρώτη ανάγνωση, στο κίνημα του Παπουλάκου, ή το θρησκευτικό-πολιτικό κίνημα του Απόστολου Μακράκη. Θα προσελκύσει ή θα επηρεάσει προσωπικότητες όπως ο Κολοκοτρώνης – που φυλακίστηκε για συνομωσία –, ο Νικηταράς – που υπήρξε μέλος της «Φιλορθόδοξης Εταιρείας» και διώχθηκε ως συνωμότης – και ο Μακρυγιάννης, και θα έχει ως πνευματικό του τέκνο τους δύο σημαντικότερους νέο-έλληνες πεζογράφους, τον… Μακρυγιάννη και τον Παπαδιαμάντη.

Και όμως ένα τέτοιο ρεύμα, το μοναδικό που στη νεοελληνική ιστορική διαδρομή που θα επιδράσει καθοριστικά και εκτός Ελλάδας, και μάλιστα σε ολόκληρο τον ορθόδοξο κόσμο, θα παραμένει άγνωστο και θα αποσιωπάται. Γιατί δεν διαθέτουμε, ιδιαίτερα στους τομείς των κοινωνικών επιστημών, μια διανόηση που να μελετάει τα ελληνικά φαινόμενα. Η διανόηση στις κοινωνικές επιστήμες μεταφέρει, αναπαράγει, αλλά σπανίως παράγει.

Στην περίοδο που πραγματευόμαστε η επίδραση των Κολλυβάδων και του κινήματος τους θα είναι αποφασιστική. Ο κυριότερος αγωγός του θα είναι ο Παΐσιος Βελιτσκόφσκι, Ουκρανός μοναχός, που έμεινε για πάνω από εικοσιπέντε χρόνια στο Άγιο Όρος, από το 1746 έως το 1763, και αφού έμαθε τα ελληνικά ήρθε σε επαφή με τα κείμενα των Πατέρων και των ησυχαστών.

Άγιος Νικόδημος Αγιορείτης

Άγιος Νικόδημος Αγιορείτης

Στη συνέχεια μαζί με εξηντατέσσερεις μοναχούς μολδοσλαβικής καταγωγής επέστρεψαν στη Ρουμανία όπου, με την βοήθεια του ηγεμόνα Κωνσταντίνου Μουρούζη, ανέδειξαν την μονή Νεάμτσου σε κέντρο του ορθόδοξου μοναχισμού, η οποία διέθετε σχολή ελληνικής γλώσσας και ανέλαβε την μετάφραση τόσο της Φιλοκαλίας στα σλαβονικά όσο και πολλών άλλων κειμένων. Η μονή Νεάμτσου επέβαλε παράλληλα και μια μορφή μοναστικού κοινοβίου, με βάση τα πρότυπα του Αγίου Όρους, όπου ίσχυε η απόλυτη κοινοκτημοσύνη, η νοερά προσευχή και η από κοινού μελέτη των έργων των πατερικών κειμένων. Στον αρχόμενο 19o αιώνα η ρωσική μονή Όπτινα, μια από τις τουλάχιστον 103 ρωσικές μονές που ακολουθούσαν τη σχολή του Παϊσίου, στελεχωμένη με μαθητές του, μεταβλήθηκε στο κέντρο της εισαγωγής στη Ρωσία της Φιλοκαλίας και των κειμένων της ελληνικής ορθόδοξης παράδοσης. Η μονή της Όπτινα αποτέλεσε και την έδρα ορισμένων από τους μεγαλύτερους στάρτσκι της ρωσικής παράδοσης τον 19o αιώνα, όπως του Μακάριου και του Αμβρόσιου. Όταν ο φιλόσοφος Ιβάν Βασίλιεβιτς Κιρεγέφσκι (1806-1856), που είχε χρηματίσει μαθητής του Σέλλινγκ και του Σλεϊερμάχερ στη Γερμανία, έλθει σε επαφή με τον «στάρετς» Μακάριο της Όπτινα θα πραγματοποιηθεί η μετάβαση από το πεδίο της θρησκείας στη φιλοσοφία. Ο Κιρεγέφσκι μαζί με τον φίλο του και ομοϊδεάτη Xομιακώφ θα θεωρηθούν οι ιδρυτές του ρεύματος των σλαβοφίλων. Το κύριο έργο του Κιρεγέφσκι και του Μακάριου θα είναι η έκδοση των σλαβονικών μεταφράσεων του Βελιτσκόφσκι των κειμένων των Ελλήνων πατέρων καθώς και νέων στα ρωσικά,. Ανάμεσα στα άλλα έργα που εξέδωσαν ήταν και εκείνο του Αρχιεπισκόπου Νικηφόρου Θεοτόκη, Τέσσαρες κατηχητικοί λόγοι προς μοναχήν, το οποίο εξεδόθη σε δύο εκδόσεις το 1848 και το 1849, στη μετάφραση του Βελιτσκόφσκι.

Η απόπειρα μιας «ανατολικής οδού» προς τη νεωτερικότητα

Άγιος Μακάριος ο Νοταράς

Άγιος Μακάριος ο Νοταράς

Το λεγόμενο ρεύμα των «σλαβοφίλων», που θα συκοφαντηθεί ως «σκοταδιστικό» σε ό,τι αφορά στους ιδρυτές του, τους Ακσάκωφ, Κιρεγέφσκι και Χομιακώφ, θα επιχειρεί μία σύζευξη της ρώσικης και ορθόδοξης ταυτότητας με την νεωτερικότητα και την παγκοσμιότητα. Μάλιστα οι περισσότεροι από τους επιφανείς οπαδούς του χρημάτισαν ενθουσιώδεις οπαδοί του Χέγκελ και του Σέλλινγκ. Ο Αλεξέι Στεπάνοβτς Χομιακώφ (1804-1860) που ανάμεσα στους δασκάλους του περιλαμβανόταν και ένας Έλληνας λόγιος, επέκρινε τον καπιταλισμό και τον σοσιαλισμό, θεωρώντας τους ως παραλλαγές της ίδιας κοσμοθεωρίας. Το όραμά του ήταν μια οργανική κοινωνία-κοινότητα, που θα συνδυάζει την ελευθερία και την αναγκαιότητα-συνεργασία και αποδιδόταν με έναν όρο που έγινε πασίγνωστος στη συνέχεια, «σομπορνόστ», (αλληλεγγύη και ομοφωνία ταυτόχρονα). Ο Κιρεγέφσκι όπως και ο Χομιακώφ θα καταδιωχθούν από το ρωσικό καθεστώς. Για τον Κιρεγέφσκι η δυτική φιλοσοφία οδηγείται σε ένα αδιέξοδο. Απέναντι σε αυτό το διέξοδο ο «καλλιεργημένος Ρώσος θα βρει στα βάθη μιας ιδιαίτερης φιλοσοφίας, που παραμένει ζώσα στην φιλοσοφία των αγίων της εκκλησίας, τις πιο ολοκληρωμένες απαντήσεις». «Στην παλιότερη ζωή της πατρίδας του, θα του δοθεί η δυνατότητα να κατανοήσει την ανάπτυξη ενός άλλου πολιτισμού».

Ο μεγάλος Ρώσος ιστορικός Ριαζανόφσκυ θα δείξει πως οι «σλαβόφιλοι δημιούργησαν έναν ορθόδοξο και ρωσικό αυθεντικό ρομαντισμό. Οι απόψεις του Χομιακώφ αποδίδονται με τον καλύτερο τρόπο στην ακόλουθη περιγραφή του Α. Οσσίπωφ:

Ο Χομιακώφ θέλει μονίμως να υποδεικνύει ότι η Εκκλησία είναι ένας ζωντανός οργανισμός και όχι ένας μηχανισμός, ένα ζωντανό σώμα, που αποτελείται από ένα άπειρο πλήθος κυττάρων ομοουσίων μεταξύ τους και όχι από ένα εξωτερικό άθροισμα ταυτόσημων στοιχείων, ακόμα και εάν έχουν συναρθρωθεί αρμονικά. Σε αυτή την ιδέα ο Χομιακώφ και όλοι οι ομοϊδεάτες του διαβλέπει τη λύση ενός από τα σημαντικότερα κοινωνικά και θεολογικά προβλήματα, αυτό της ελευθερίας του ατόμου μέσα στην κοινωνία […]

Ο Χομιακώφ επιμένει διαρκώς πάνω στην προτεραιότητα της αγάπης, στην θεμελιώδη σημασία της για όλες τις όψεις της ζωής της Εκκλησίας και της κοινωνίας […] Η αλήθεια δεν αποκαλύπτεται ούτε στον αυτόνομο, ανεξάρτητο χριστιανό, ούτε στην κοινωνία, ούτε στην μεγαλοφυΐα, αλλά στον αμοιβαίο έρωτα, δηλαδή στην αγία και καθολική Εκκλησία.

Σε ότι αφορά στους μεγάλους Ρώσους συγγραφείς του 19ου αιώνα, εδώ η επίδραση της ορθόδοξης παράδοσης θα είναι άμεση. Στη μονή της Όπτινα θα συχνάζουν οι συγγραφείς Νικολάϊ Γκόγκολ και, ο Κωνσταντίν Λεόντιεφ, που θα γίνει μοναχός στο τέλος της ζωής του, ο Λέον Τολστόϊ, ο Βλαντιμίρ Σολοβιώφ. Όσο για τον Ντοστογιέφσκι, όχι μόνο θα επηρεαστεί βαθύτατα από το πνεύμα της Φιλοκαλίας και από τους στάρτσκι της Όπτινα, Μακάριο και Αμβρόσιο, αλλά θα τους μεταβάλει, και σε ήρωες των βιβλίων του και σε πρότυπο του στάρετς Ζωσιμά των Αδελφών Καραμαζώφ.

Δυστυχώς δεν μπορούμε εδώ να επεκταθούμε περισσότερο πάνω στην επίδραση, άμεση και έμμεση, τόσο του εθνικο-απελευθερωτικού και διαφωτιστικού ρεύματος και των Κολυβάδων στην Ανατολική Ευρώπη, αλλά ελπίζουμε ότι υπογραμμίσαμε τουλάχιστον μια αγνοημένη παράμετρο ιδιαίτερα σημαντική για την ελληνική πνευματική ζωή· ίσως επρόκειτο για την τελευταία φορά που η ελληνική οικουμένη θα επιδράσει τόσο ουσιαστικά στον γεωπολιτικό και πολιτισμικό της περίγυρο.

* Απόσπασμα από το ανέκδοτο (τότε) βιβλίο του συγγραφέα: Η Ελληνική Αναγέννηση, 1700-1922, Μέρος Α΄ Ο φωτισμός και η παλιγγενεσία (1700-1821). Αναδημοσίευση από το αφιέρωμα «Το πνευματικό κίνημα των Κολλυβάδων», στο περιοδικό “Πειραϊκή Εκκλησία”, τχ 205, Ιούνιος 2009.

Του Γιώργου Καραμπελιά

ΠΗΓΗ: Τρίτη, 30 Αύγουστος 2011, Πρώτη διαδικτυακή ανάρτηση: Αντίφωνο ,

από αποικία ορεινών μανιταριών,   http://kollyvades.blogspot.be  ,  https://www.facebook.com/photo.php?fbid=10151209478756450&set=a.323964486449.155845.67661391449&type=1&theater

Άγιος Αθανάσιος Πάριος

Άγιος Αθανάσιος Πάριος

2) Αυτοί θα μας στείλουν όλους αδιάβαστους…

Φίλε άνεργε που δεν έχεις να πληρώσεις ηλεκτρικό, θέρμανση και τα τετράδια για τα παιδιά σου. Μην στενοχωριέσαι…

Πληρώνεις περί τους 90.000 συνταξιούχους «φαντάσματα» στο ΙΚΑ.

Σε κάθε ευνομούμενη πολιτεία θα αναζητούνταν ευθύνες στους διοικητές του ΙΚΑ, τους αρμόδιους υπουργούς και τους πρωθυπουργούς των τελευταίων δεκαετιών που επέτρεψαν να συμβαίνει αυτό για  άγνωστο επί πόσα έτη…
Στην Ελλάδα όλοι αυτοί όχι μόνο δεν λογοδοτούν αλλά μας κάνουν και υποδείξεις να είμαστε συνεπείς φορολογούμενοι και πουλάνε συμπαράσταση, φορτώνοντας  την ευθύνη των δεινών στη Μέρκελ, τον Τόμσεν και τον «μαμωνά»…

Πληρώνεις περί τους 55.000 συνταξιούχους του ΟΤΕ  με συντάξεις κοντά στα 2.000   μηνιαίως.

Μα πόσο κόσμο απασχολεί αυτός ο ΟΤΕ για να έχει 55.000 συνταξιούχους;
Όχι ο ΟΤΕ απασχολεί περί τις 11.000 αλλά έχει φορτώσει στο ασφαλιστικό σύστημα μερικές δεκάδες χιλιάδες, αφού τους αποζημίωσε πλουσιοπάροχα με κάποιες εθελούσιες εξόδους.
Οι εργαζόμενοι και οι συνταξιούχοι του ΟΤΕ σε αντίθεση με το πληβείο του ιδιωτικού τομέα, είχαν Τόμπρα στην Κορώνη, αριστερούς και δεξιούς  συνδικαλιστές και κανόνιζαν τις δουλειές και έστελλαν το λογαριασμό σε σένα…
«Την κρίση να πληρώσει το κεφάλαιο»… λένε διάφοροι που το κεφάλαιο το έχουν γνωρίσει από τα κλασσικά εικονογραφημένα και το θεωρούν κάτι σαν το θησαυροφυλάκιο του Σκρουτζ που έχει μια πισίνα γεμάτη χρυσά νομίσματα και κάνει μακροβούτια εντός…
Ποιο κεφάλαιο; Στην Ελλάδα έχει να έρθει καινούργια επένδυση από την εποχή του Παπάγου και του Τομ Πάππας…
Όταν η δική σου εταιρεία έκλεισε γιατί δεν μπορούσε να πληρώνει τους φόρους και τα χαράτσια, έλαβες  μερικούς μήνες επίδομα ανεργίας 400-500 ευρώ και σε άφησαν στο έλεος της καταιγίδας…
Όταν έπρεπε να κλείσει η Ολυμπιακή, γιατί επί δεκαετίες είχε εξελιχθεί σε «καταβόθρα» που ρούφαγε δισεκατομμύρια από τον ιδρώτα των φορολογουμένων, τα δικά τους παιδιά των Ακριβάκηδων και των Μιμήδων, δεν απολύθηκαν, αλλά πήγαν σε θέσεις του δημοσίου με μισθό εφόρου ζωής περί τα 2-2.500 ευρώ. Μη ρωτάς ποιος τα πληρώνει αυτά…
Θυμάσαι την κρατική Ολυμπιακή; Όταν πετούσαν  τα αεροπλάνα με 5-10 ώρες  καθυστέρηση. Τώρα στον ιδιωτικό τομέα πετάνε στην ώρα τους και τα αεροπλάνα δεν πέφτουν όπως μας προειδοποιούσαν οι συνδικαλισταράδες μέχρι να εξασφαλίσουν την δια βίου σύνταξη…
Θυμάσαι την περασμένη εβδομάδα τους εργάτες των Ναυπηγείων Σκαραμαγκά που μπούκαραν στο πεντάγωνο σαν τα στίφη  του Μωάμεθ;  Δεν υπάρχει μεγαλύτερη απάτη από την ιδιωτικοποίηση των ναυπηγείων. Τα ναυπηγεία  έχουν δοθεί σε ιδιώτες αλλά με εξασφαλισμένα συμβόλαια από το κράτος για την προσφορά υπηρεσιών στο πολεμικό ναυτικό…
Αντί να τους πληρώνουμε δηλαδή από τον κωδικό του κρατικού προϋπολογισμού που λέει αμοιβές προσωπικού, τους πληρώνουμε από τον κωδικό  που αφορά τους εξοπλισμούς του υπουργείου Άμυνας. Και πληρώνουμε και τους γιαλαντζί ιδιώτες επιχειρηματίες. Καπιταλισμός χωρίς ρίσκο, αγωνία και καινοτομία δεν υπάρχει όμως…
Για χρόνια το ναυτικό δεν είχε δουλειές αλλά είχε λεφτά και κατέβαλε τους μισθούς άνευ εργασίας. Τώρα η χώρα χρεοκόπησε το υπουργείο δεν έχει λεφτά, ούτε για τα πετρέλαια που χρειάζεται να κινηθεί ο στόλος.
Είναι κατανοητή η απόγνωση του καθένα που  δεν έχει να στρώσει το τραπέζι, αλλά και αν καταλάβουμε το Πεντάγωνο τι θα γίνει θα βρεθούν χρήματα;
Φίλτατε άνεργε  που έχασες τη δουλειά και  δεν έχεις στον ήλιο μοίρα, οι λιγοστοί πόροι που έχουν μείνει στη χώρα αφαιρούνται από τον ιδιωτικό τομέα μέσω αλλεπάλληλων φόρων για να συνεχίσουν να πληρώνουν 50άρηδες συνταξιούχους του ΟΤΕ, της ΔΕΗ, του ΟΣΕ και εκατοντάδων τέτοιων περιπτώσεων.
Κανένα δικό τους παιδί δεν έχει μείνει χωρίς δουλειά και μισθό. Σε όσους από αυτούς έχουν περικόψει τα 2.500 ευρώ σε 1.800, τρεις φορές την εβδομάδα κατεβαίνουν και διαλύουν το κέντρο της πόλης, στέλνοντας και άλλους στην ανεργία.
Επειδή έχασαν το μέτρο και ενδεχομένως επειδή είχαν και όφελος να μοιράσουν ένα μισθό σε κάθε πελάτη,  οι συνταξιούχοι και αργόσχολοι του δημόσιου τομέα συν τους άνεργους του ιδιωτικού είναι περισσότεροι από τους εργαζόμενους…
Ποτέ οι λιγότεροι που εισπράττουν λιγότερα δεν μπορούν να συντηρήσουν τους περισσότερους που εισπράττουν περισσότερα.
Οπότε όπως καταλαβαίνεις, θα αντέξουν μερικούς μήνες απομυζώντας τις καταθέσεις με τα χαράτσια και μετά θα καταρρεύσουμε παταγωδώς.
Δίκαια μεν η κατάρρευση για να καταλάβουν και τα δικά τους παιδιά της ΔΕΗ, του ΟΤΕ, της Ολυμπιακής πως ο θησαυρός για τον οποίο πούλησαν το δημοκρατικό τους δικαίωμα για να γίνουν πελάτες ήταν άνθρακας, αλλά η κατάρρευση θα πέσει επί των κεφαλών δικαίων και αδίκων…
Στο τελευταίο σοβιετικό καθεστώς της Ευρώπης της Ελλάδα δεν είναι οι πελάτες των πολιτικών και των συνδικαλιστών που φοβούνται  τον καπιταλισμό όπως ο διάβολος το λιβάνι.  Είναι  και η συντριπτική πλειοψηφίας της επιχειρηματικής τάξης, επειδή είναι κρατικοδίαιτη.

Για δεκαετίες το επιχειρείν στην Ελλάδα ήταν συνυφασμένο με υπερτιμολογημένες επιδοτούμενες επενδύσεις, φοροδιαφυγή, κρατικές προμήθειες και διαπλοκή διαφθοράς με υψηλούς και χαμηλούς κρατικούς υπαλλήλους.
Η χώρα χρεοκόπησε και αν δεν ήταν οι Ευρωπαίοι θα είχε καταρρεύσει ήδη. Αντί να αναδιατάξουν τους πόρους και να αναδομήσουν το κρατικό «καρκίνωμα» διαλύουν ότι έχει απομείνει για να το συντηρούν στη ζωή.

Νεόφυτος Καυσοκαλυβίτης

Νεόφυτος Καυσοκαλυβίτης

Είναι ανίκανοι ή «πονηροί»
Προκειμένου να ελέγξει τις πλαστές συντάξεις η κυβέρνηση μας υποχρεώνει να πηγαίνουμε σε συμβολαιογράφο για κάθε μεταβολή στις οικογενειακές μερίδες.
Είναι βλάκες, ανίκανοι ή απλά θέλουν να κάνουν ένα δώρο στη συντεχνία των συμβολαιογράφων;
Την εποχή του icloud και του facebook όπου κάθε μεταβολή γίνεται γνωστή στα πέρατα του σύμπαντος σχεδόν αυτόματα, κάποιος υπουργός ζητάει να ενημερώνονται οι βάσεις δεδομένων των ασφαλιστικών ταμείων με συμβολαιογραφικές πράξεις.
Αυτός που πήρε την απόφαση ήταν δύσκολο να σκεφτεί την διασύνδεση των ληξιαρχείων της χώρας με μια τράπεζα δεδομένων. Αν το δημόσιο δεν μπορεί να το κάνει, μια ιδιωτική εταιρεία θα μπορούσε να το λειτουργήσει σε λίγους μήνες με κόστος μερικές εκατοντάδες χιλιάδες…
Είναι εθισμένοι όμως στις πελατειακές εκδουλεύσεις. Να δώσουμε κάτι στους συμβολαιογράφους, να δώσουμε και μια πιστοποίηση επίβλεψης του ανοίγματος του τάφου στους πολιτικούς μηχανικούς, να κόβει και ένα παράβολο ο δικηγόρος…
Είναι αδιόρθωτοι και επικίνδυνοι και αυτοί που  μας κυβερνάν και αυτοί που τους αντιπολιτεύονται.

2) Η αγορά συνεχίζει να  έχει περιθώρια…

Ο όσιος Παΐσιος Βελιτσκόφσκι

Ο όσιος Παΐσιος Βελιτσκόφσκι


Η χώρα μπορεί να κινείται σε τεντωμένο σχοινί, αλλά η αγορά συνεχίζει να παίζει το σενάριο της απομάκρυνσης από τη δραχμή, της επιμήκυνσης και της εκταμίευσης της επόμενης δόσης.
Και εκτός απροόπτου για μερικούς μήνες θα συνεχίσει σε αυτό το μοτίβο. Η απόφαση της 3 Ε να αποχωρήσει από το ελληνικό χρηματιστήριο είναι αρνητική εξέλιξη.
Καταδεικνύει πως όχι μόνο δεν δημιουργείται κλίμα να προσελκυστούν επενδύσεις, αλλά φεύγουν και αυτές που είχαν ξεμείνει.
Είναι λογικό στη χώρα να καλούνται να πληρώσουν φόρους και τα κοτέτσια για να συντηρηθεί το τεράστιο κράτος και οι πελάτες του.
Προχθές ακόμη στη Βουλή δεν πέρασε ο νόμος για κάποια ελαχίστη μείωση του μη εργατικού εργοδοτικού κόστους προς τον Οργανισμό Εργατικής Εστίας.. Αν δεν κάνω λάθος από εκεί επιδοτούνται και οι συνδικαλιστές.
Στην Ελλάδα οι ασφαλιστικές και φορολογικές κρατήσεις ανά εργαζόμενο είναι τριπλάσιες απ’ ό,τι στην Ευρώπη. Από τις εισφορές αυτές συντηρείται όλο το πελατειακό παρασιτικό κράτος. Όταν η τρόικα ζητάει μείωση του εργατικού κόστους για ανάκτηση ανταγωνιστικότητας, μειώνουν το καθαρό μεροκάματο του εργαζόμενου…

3) Φεύγει και η ΕΕΕΚ
Είναι απολύτως λογικό αυτό που αποφάσισε η διοίκηση της εταιρείας. Στην Ελλάδα το ρίσκο παραμονής παραμένει πολύ υψηλό.
Οι μονάδες στην Ελλάδα θα συνεχίσουν να παράγουν για την Ελλάδα όσο η Ελλάδα μπορεί να αγοράζει αναψυκτικά. Ο όμιλος όμως που διοικούσε μονάδες σε όλο τον κόσμο όπου παράγονταν προϊόντα για 400 εκατ.  ανθρώπων  φεύγει στο εξωτερικό.
Με τον τρόπο αυτό το ελληνικό κομμάτι είναι εύκολο να απομονωθεί και να μην έχει σημαντικές επιπτώσεις στις δραστηριότητες του υπόλοιπου ομίλου.
Έτσι αν υπάρξουν κύματα εθνικοποιήσεων στη χώρα κάποια στιγμή, αν δεν καταφέρουμε να ξεπεράσουμε την κρίση, επί της ουσίας θα εθνικοποιήσουν άδεια αλουμινένια κουτάκια και όχι τις γραμμές εξαγωγών που εξασφαλίζουν το 90% των εσόδων…
Οι μέτοχοι φυσικά θα αναγκαστούν να αποχωριστούν τη μετοχή στα χαμηλά ενός πτωτικού Κύκλου.

Ο άγιος Νήφων ο Χίος

Ο άγιος Νήφων ο Χίος


4) Πληρώνουμε 55.000 συνταξιούχους του ΟΤΕ

Πληρώνουμε 55.000 συνταξιούχους του ΟΤΕ. Το ξαναγράφω: 55.000. Μίας εταιρείας επισημαίνω που λειτουργεί 71 χρόνια (συστάθηκε το 1949). Σε συνθήκες ομαλής εργασίας με 35 χρόνια εργάσιμα σημαίνει ότι θα είχαμε 2 γενιές ανθρώπων που συνταξιοδοτήθηκαν. Συνεπώς η εταιρεία αυτή θα είχε ξεκίνησε με 27.500 εργαζόμενους (όσους σχεδόν έχει σήμερα δηλαδή ο ΟΤΕ, μαζί με την Cosmote και τις θυγατρικές της στο εξωτερικό και την Ελλάδα). Αντιλαμβάνεστε αμέσως πόσοι συνταξιοδοτήθηκαν πρόωρα.

Πηγή:http://www.capital.gr

Παπουλάκος

Παπουλάκος

Posted in News and politics | Tagged , , , , , | Leave a comment

ONLY FULLY REAL DEMOCRATIC REFORMS WILL GUARANTEE THE AGA-THEON

A)The third industrial revolution

The digitisation of manufacturing will transform the way goods are made—and change the politics of jobs too

THE first industrial revolution began in Britain in the late 18th century, with the mechanisation of the textile industry. Tasks previously done laboriously by hand in hundreds of weavers’ cottages were brought together in a single cotton mill, and the factory was born. The second industrial revolution came in the early 20th century, when Henry Ford mastered the moving assembly line and ushered in the age of mass production. The first two industrial revolutions made people richer and more urban. Now a third revolution is under way. Manufacturing is going digital. As this week’s special report (see article below) argues, this could change not just business, but much else besides.

A number of remarkable technologies are converging: clever software, novel materials, more dexterous robots, new processes (notably three-dimensional printing) and a whole range of web-based services. The factory of the past was based on cranking out zillions of identical products: Ford famously said that car-buyers could have any colour they liked, as long as it was black. But the cost of producing much smaller batches of a wider variety, with each product tailored precisely to each customer’s whims, is falling. The factory of the future will focus on mass customisation—and may look more like those weavers’ cottages than Ford’s assembly line.

Towards a third dimension

The old way of making things involved taking lots of parts and screwing or welding them together. Now a product can be designed on a computer and “printed” on a 3D printer, which creates a solid object by building up successive layers of material. The digital design can be tweaked with a few mouse  clicks. The 3D printer can run unattended, and can make many things which are too complex for a traditional factory to handle. In time, these amazing machines may be able to make almost anything, anywhere—from your garage to an African village.

The applications of 3D printing are especially mind-boggling. Already, hearing aids and high-tech parts of military jets are being printed in customised shapes. The geography of supply chains will change. An engineer working in the middle of a desert who finds he lacks a certain tool no longer has to have it delivered from the nearest city. He can simply download the design and print it. The days when projects ground to a halt for want of a piece of kit, or when customers complained that they could no longer find spare parts for things they had bought, will one day seem quaint.

Other changes are nearly as momentous. New materials are lighter, stronger and more durable than the old ones. Carbon fibre is replacing steel and aluminium in products ranging from aeroplanes to mountain bikes. New techniques let engineers shape objects at a tiny scale. Nanotechnology is giving products enhanced features, such as bandages that help heal cuts, engines that run more efficiently and crockery that cleans more easily. Genetically engineered viruses are being developed to make items such as batteries. And with the internet allowing ever more designers to collaborate on new products, the barriers to entry are falling. Ford needed heaps of capital to build his colossal River Rouge factory; his modern equivalent can start with little besides a laptop and a hunger to invent.

Like all revolutions, this one will be disruptive. Digital technology has already rocked the media and retailing industries, just as cotton mills crushed hand looms and the Model T put farriers out of work. Many people will look at the factories of the future and shudder. They will not be full of grimy machines manned by men in oily overalls. Many will be squeaky clean—and almost deserted. Some carmakers already produce twice as many vehicles per employee as they did only a decade or so ago. Most jobs will not be on the factory floor but in the offices nearby, which will be full of designers, engineers, IT specialists, logistics experts, marketing staff and other professionals. The manufacturing jobs of the future will require more skills. Many dull, repetitive tasks will become obsolete: you no longer need riveters when a product has no rivets.

The revolution will affect not only how things are made, but where. Factories used to move to low-wage countries to curb labour costs. But labour costs are growing less and less important: a $499 first-generation iPad included only about $33 of manufacturing labour, of which the final assembly in China accounted for just $8. Offshore production is increasingly moving back to rich countries not because Chinese wages are rising, but because companies now want to be closer to their customers so that they can respond more quickly to changes in demand. And some products are so sophisticated that it helps to have the people who design them and the people who make them in the same place. The Boston Consulting Group reckons that in areas such as transport, computers, fabricated metals and machinery, 10-30% of the goods that America now imports from China could be made at home by 2020, boosting American output by $20 billion-55 billion a year.

The shock of the new

Consumers will have little difficulty adapting to the new age of better products, swiftly delivered. Governments, however, may find it harder. Their instinct is to protect industries and companies that already exist, not the upstarts that would destroy them. They shower old factories with subsidies and bully bosses who want to move production abroad. They spend billions backing the new technologies which they, in their wisdom, think will prevail. And they cling to a romantic belief that manufacturing is superior to services, let alone finance.

None of this makes sense. The lines between manufacturing and services are blurring. Rolls-Royce no longer sells jet engines; it sells the hours that each engine is actually thrusting an aeroplane through the sky. Governments have always been lousy at picking winners, and they are likely to become more so, as legions of entrepreneurs and tinkerers swap designs online, turn them into products at home and market them globally from a garage. As the revolution rages, governments should stick to the basics: better schools for a skilled workforce, clear rules and a level playing field for enterprises of all kinds. Leave the rest to the revolutionaries.

 

B)A third industrial revolution

As manufacturing goes digital, it will change out of all recognition, says Paul Markillie. And some of the business of making things will return to rich countries

OUTSIDE THE SPRAWLING Frankfurt Messe, home of innumerable German trade fairs, stands the “Hammering Man”, a 21-metre kinetic statue that steadily raises and lowers its arm to bash a piece of metal with a hammer. Jonathan Borofsky, the artist who built it, says it is a celebration of the worker using his mind and hands to create the world we live in. That is a familiar story. But now the tools are changing in a number of remarkable ways that will transform the future of manufacturing.

One of those big trade fairs held in Frankfurt is EuroMold, which shows machines for making prototypes of products, the tools needed to put those things into production and all manner of other manufacturing kit. Old-school engineers worked with lathes, drills, stamping presses and moulding machines. These still exist, but EuroMold exhibits no oily machinery tended by men in overalls. Hall after hall is full of squeaky-clean American, Asian and European machine tools, all highly automated. Most of their operators, men and women, sit in front of computer screens. Nowhere will you find a hammer.

And at the most recent EuroMold fair, last November, another group of machines was on display: three-dimensional (3D) printers. Instead of bashing, bending and cutting material the way it always has been, 3D printers build things by depositing material, layer by layer. That is why the process is more properly described as additive manufacturing. An American firm, 3D Systems, used one of its 3D printers to print a hammer for your correspondent, complete with a natty wood-effect handle and a metallised head.

This is what manufacturing will be like in the future. Ask a factory today to make you a single hammer to your own design and you will be presented with a bill for thousands of dollars. The makers would have to produce a mould, cast the head, machine it to a suitable finish, turn a wooden handle and then assemble the parts. To do that for one hammer would be prohibitively expensive. If you are producing thousands of hammers, each one of them will be much cheaper, thanks to economies of scale. For a 3D printer, though, economies of scale matter much less. Its software can be endlessly tweaked and it can make just about anything. The cost of setting up the machine is the same whether it makes one thing or as many things as can fit inside the machine; like a two-dimensional office printer that pushes out one letter or many different ones until the ink cartridge and paper need replacing, it will keep going, at about the same cost for each item.

Additive manufacturing is not yet good enough to make a car or an iPhone, but it is already being used to make specialist parts for cars and customised covers for iPhones. Although it is still a relatively young technology, most people probably already own something that was made with the help of a 3D printer. It might be a pair of shoes, printed in solid form as a design prototype before being produced in bulk. It could be a hearing aid, individually tailored to the shape of the user’s ear. Or it could be a piece of jewellery, cast from a mould made by a 3D printer or produced directly using a growing number of printable materials.

But additive manufacturing is only one of a number of breakthroughs leading to the factory of the future, and conventional production equipment is becoming smarter and more flexible, too. Volkswagen has a new production strategy called Modularer Querbaukasten, or MQB. By standardising the parameters of certain components, such as the mounting points of engines, the German carmaker hopes to be able to produce all its models on the same production line. The process is being introduced this year, but will gather pace as new models are launched over the next decade. Eventually it should allow its factories in America, Europe and China to produce locally whatever vehicle each market requires.

They don’t make them like that any more

Factories are becoming vastly more efficient, thanks to automated milling machines that can swap their own tools, cut in multiple directions and “feel” if something is going wrong, together with robots equipped with vision and other sensing systems. Nissan’s British factory in Sunderland, opened in 1986, is now one of the most productive in Europe. In 1999 it built 271,157 cars with 4,594 people. Last year it made 480,485 vehicles—more than any other car factory in Britain, ever—with just 5,462 people.

“You can’t make some of this modern stuff using old manual tools,” says Colin Smith, director of engineering and technology for Rolls-Royce, a British company that makes jet engines and other power systems. “The days of huge factories full of lots of people are not there any more.”

As the number of people directly employed in making things declines, the cost of labour as a proportion of the total cost of production will diminish too. This will encourage makers to move some of the work back to rich countries, not least because new manufacturing techniques make it cheaper and faster to respond to changing local tastes.

The materials being used to make things are changing as well. Carbon-fibre composites, for instance, are replacing steel and aluminium in products ranging from mountain bikes to airliners. And sometimes it will not be machines doing the making, but micro-organisms that have been genetically engineered for the task.

Everything in the factories of the future will be run by smarter software. Digitisation in manufacturing will have a disruptive effect every bit as big as in other industries that have gone digital, such as office equipment, telecoms, photography, music, publishing and films. And the effects will not be confined to large manufacturers; indeed, they will need to watch out because much of what is coming will empower small and medium-sized firms and individual entrepreneurs. Launching novel products will become easier and cheaper. Communities offering 3D printing and other production services that are a bit like Facebook are already forming online—a new phenomenon which might be called social manufacturing.

The consequences of all these changes, this report will argue, amount to a third industrial revolution. The first began in Britain in the late 18th century with the mechanisation of the textile industry. In the following decades the use of machines to make things, instead of crafting them by hand, spread around the world. The second industrial revolution began in America in the early 20th century with the assembly line, which ushered in the era of mass production.

As manufacturing goes digital, a third great change is now gathering pace. It will allow things to be made economically in much smaller numbers, more flexibly and with a much lower input of labour, thanks to new materials, completely new processes such as 3D printing, easy-to-use robots and new collaborative manufacturing services available online. The wheel is almost coming full circle, turning away from mass manufacturing and towards much more individualised production. And that in turn could bring some of the jobs back to rich countries that long ago lost them to the emerging world.

SOURCE ECONOMIST

Posted in News and politics | Tagged , , , | Leave a comment

OUTOPIKOI ROMANTISMOI – νεοελληνική ταυτότητα

A)Ουτοπικοί ρομαντισμοί

Ο κ. Κολέμπας στο άρθρο του “Χρειάζεται επειγόντως να αναπτυχθεί ένας ουσιαστικός δημόσιος διάλογος” που δημοσιεύτηκε πρόσφατα, στα πλαίσια του δημοσίου διαλόγου στοtvxs, προτείνει «δομές αυτοοργάνωσης και αυτοκυβέρνησης» και αγνοεί, φαίνεται, ότι τα σύγχρονα κράτη (όλα τέλος πάντων όσα υπάρχουν στον πλανήτη μας) ανεξάρτητα από το πολιτικό και πολιτειακό τους σύστημα (δημοκρατίες προεδρικές ή βασιλευόμενες, δικτατορίες μαύρες, κόκκινες, ισλαμικές κτλ.) είναι όλα (και οι κοινωνίες τους) πολύπλοκα, γραφειοκρατικά και εν πολλοίς καταπιεστικά συστήματα.

Τα κράτη πάντα ήταν «άσπλαχνα» και πριν ακόμα από τη δημιουργία των «εθνικών κρατών», γιατί περιορίζουν τις ελευθερίες των ατόμων (καθένας μας δίνει διαφορετική έννοια στη λέξη «ελευθερία»), με ανισότητες και αδικίες μεταξύ κοινωνικών ομάδων και κρατών, που μέσα στον 20ο αιώνα οδήγησαν σε δύο καταστροφικούς παγκόσμιους πόλεμους, αρκετούς περιφερικούς – οι περισσότεροι εμφύλιοι, δείτε τι γίνεται σήμερα στη Συρία –  και τώρα έναν παγκόσμιο πάλι «οικονομικό» πόλεμο μέσα στον οποίο είμαστε και εμείς μπλεγμένοι, όπως και στους άλλους τους «πραγματικούς».

Για παράδειγμα, αν χρειαστεί κάποιος π.χ. φάρμακα πώς θα μπορέσει να τα προμηθευτεί; Με «αυτοπαραγωγή και αχρήματες συναλλαγές» ή  με τίποτα «συναλλαγματικούς θεσμούς αυτοχρηματοδότησης», εκτός κι έχει στην άκρη κάποια «τοπικά νομίσματα» για ώρα ανάγκης; Προς το παρόν, πολίτες τρέχουν στη Βουλγαρία, ή στην Κωνσταντινούπολη…

Και θα αντιμετωπιστεί αυτή η κατάσταση με «συνεταιρισμούς και συνεργατικές ομάδες» (τους συνεταιρισμούς και τα συνδικάτα τα ζήσαμε, τα ζούμε, και πολλά από αυτά τα πληρώσαμε και τα πληρώνουμε) ή με «ομάδες συνεργατικής αυτοδιαχείρισης»; (Αλήθεια, τι θα πει αυτό; Άνθρωποι πάλι δεν θα τις δημιουργήσουν και θα τις διοικούν; Και θα είναι τίμιοι, καλοί, δίκαιοι, άγγελοι; Και ποιος θα ορίσει τους κανόνες; Τους θεσμούς διαφάνειας; Όλοι μαζί οι αγρότες ενός νομού, να υποθέσουμε;). Όλα όσα προτείνει ο κ. Κολέμπας αποτελούν – κατά την κρίση μου πάντα – ρομαντικούς ουτοπισμούς.

Μπορεί ο κ. Κολέμπας να αποφάσισε από εκπαιδευτικός να γίνει οικογεωργός και μάλιστα επιτυχημένα δημιουργικός – να του σφίξω το χέρι και μακάρι να τον μιμηθούν και άλλοι –  αλλά αυτό αποτελεί προσωπική επιλογή, που δεν μπορεί να έχει καθολική εφαρμογή και επομένως να είναι λύση.

Ξέρω και εγώ στη Σκύρο ένα ζευγάρι αποφοίτων ΤΕΙ που εγκατέλειψαν τις δουλειές τους και ήρθαν να ζήσουν στο νησί. Αγόρασαν ένα καΐκι και έγιναν επαγγελματίες ψαράδες. Είχαν και ένα σκυλί, τον Αζώρ, που τον έπαιρναν μαζί τους στη θάλασσα. Τους χαίρομαι. Τώρα παίρνουν μαζί τους στο ψάρεμα τον μικρό τους γιο. Μάλιστα στο διήγημά μου «Πρόβα αυτοδικίας» (Το πάρτι και άλλα διηγήματα) αναφέρω την περίπτωσή τους. Αλλά σας επαναλαμβάνω: αυτές είναι προσωπικές επιλογές που δεν μπορεί να έχουν καθολική εφαρμογή.

Προσέξτε τι σφάλμα λογικής κάνει ο κ. Κολέμπας: αποφασίζει, ας πούμε, κάποιος για να αποφύγει τις δυσκολίες (από πολλές απόψεις) της ζωή του, να πάει στο Άγιο Όρος και να γίνει καλόγερος.

Εκεί στα κοινόβια μοναστήρια ισχύουν πολλά από αυτά που προτείνει ο κ. Κολέμπας. Μπορούμε να μετατρέψουμε την Ελλάδα σ’ ένα απέραντο μοναστήρι; Ξέρει μήπως τον τρόπο; Μπορεί ο κ. Κολέμπας από αστός να έγινε, με τη βούλησή του, ένας «διανοούμενος», ας πούμε, αγρότης – και γιατί όχι; – αλλά εγώ, εκτός από τη σύνταξή μου δεν έχω ούτε ένα χωράφι. Και να είχα δεν ξέρω – δεν μπορώ κι ούτε θέλω – να το καλλιεργήσω. Εγώ όμως. η γυναίκα  μου και η μεταμοσχευμένη αδελφή μου έχουμε ανάγκη από τα φάρμακα (της αδελφής μου κοστίζουν πανάκριβα) και τη σύνταξή μου για να επιβιώσουμε όσο ζήσουμε.

Γι’ αυτό δεν μπορώ να βγω στους δρόμους και να φωνάξω «δεν πληρώνουμε τα χρέη τους», γιατί απλούστατα κι αυτοί θα πούνε, «κι εμείς δεν σας δίνουμε τα λεφτά μας∙ κόψτε το λαιμό σας». Περί αυτού πρόκειται.

Και μέχρι να πληρώσουμε, όχι τα χρέη τους, αλλά την ασυδοσία μας ως χώρα στο σύνολό της (με πρώτους φυσικά τους πολιτικούς μας) να ζούμε με δανεικά, να πληρώνουν τους φόρους πάντα οι ίδιοι (ανήκω σ’ αυτή την κατηγορία), ενώ οι «μάγκες» τα μαζεύουν και τα βγάζουν στο εξωτερικό χωρίς να τους πιάνουμε, να επιτρέπουμε ανάξιους πολιτευτές να στελεχώνουν με κομματικά κριτήρια δημόσιες υπηρεσίες ζωτικές για την επιβίωση της χώρας – και της δικής μας φυσικά – και τόσα άλλα, μέχρι τότε και μέχρι να το καταφέρουμε περνάμε, και θα περάσουμε πολλά ακόμα, με αμφίβολη κατάληξη, αφού η νοοτροπία του εγωκεντρισμού σε μια κοινωνία όπου είναι ευάλωτη σε κάθε είδος λαϊκισμού, δύσκολα αλλάζει.

Έτσι, αν δεν τα καταφέρουμε και γυρίσουμε πίσω σε μετεμφυλιακά επίπεδα ζωής (με αυτοκινητόδρομους όμως και μετρό), έ, τότε πράγματι θα δικαιωθεί ο κ. Τσίπρας, που ήθελε να τινάξουμε το «μαγαζί» στον αέρα από την αρχή και με αυτόν να κρατάει, ως πρωθυπουργός, τον πυρσό.

Τη μόνη ελπίδα που έχω είναι πως δεν είμαστε μόνοι μας σ’ αυτή την παγκόσμια οικονομική κρίση. Και οι αλλαγές που θα επέλθουν (να είστε βέβαιη γι’ αυτό, εγώ δεν θα προλάβω να τις δω) θα αφορούν πολλούς αν όχι όλη την παγκόσμια κοινότητα.

Το «πάρτι» όμως της παγκόσμιας ευημερίας με συνεχή αύξηση της παραγωγής και κατανάλωση με δανεικά τέλειωσε – πιστεύω – οριστικά. Το τέλος σ’ άλλους θα έρθει γρήγορα, όπως σ’ εμάς, σ’ άλλους λίγο αργότερα, δεν έχει σημασία.

Νομίζω ότι μ’ αυτό, το κάπως εκτενές κείμενό μου, καταλαβαίνετε την πολιτική μου τοποθέτηση στα ζητήματα που εσείς με φιλοτιμία και ανιδιοτέλεια βάζετε σε   δημόσιο διάλογο. Ο δημόσιος όμως διάλογος επιδέχεται και κριτική. -

Περικλής Σφυρίδης, συγγραφέας

Η Κρυσταλία Πατούλη (με βάση το ερώτημα “Ποιές αιτίες μας έφεραν ως εδώ και κυρίως τί πρέπει να κάνουμε;” το οποίο θέτει σε ανθρώπους των γραμμάτων, των επιστημών και των τεχνών) συνεχίζει το δημόσιο διάλογο στο tvxs, για όσους επιθυμούν να συμμετέχουν και επίσης για όσους θέλουν να προσθέσουν κάτι στις απόψεις τους, εφόσον τα γεγονότα συνεχώς εξελίσσονται.
Επικοινωνία: cpatouli@yahoo.gr

PAGAN  TVXS.GR

 

B)Η συμβολή του Ρήγα στην αναζήτηση νεοελληνικής ταυτότητας

Ο βυζαντινός ιστορικός Λαόνικος Χαλκοκονδύλης (1423-1490) αμέσως μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης έγραψε: «Και όταν έρθει καιρός …. τα τέκνα των Ελλήνων θα συγκεντρωθούν και θα συστήσουν κράτος δικό τους και θα ζουν τη ζωή τους με τρόπο που θα αρέσει στους ίδιους και θα θαυμάζουν οι ξένοι»1. Το πρώτο σκέλος της πρόβλεψης του βυζαντινού ιστορικού έχει εκπληρωθεί στο μέτρο που το νεοελληνικό κράτος είναι μια πραγματικότητα. Το δεύτερο σκέλος της – αν δηλαδή μας αρέσει ο τρόπος που ζούμε και αν είναι στους ξένους θαυμαστός – προβάλλει σαφώς πολυτρόπως αμφιλεγόμενο. Και τούτο, διότι ο νέος ελληνισμός δεν κατάφερε στη νεωτερική εποχή που έχει ήδη εκπνεύσει να διαμορφώσει μια συλλογική εθνική ταυτότητα, η οποία να είναι μεν συνέχεια του ιστορικού παρελθόντος αλλά πρωτίστως να του δίδει τη δυνατότητα να συμμετέχει στο σύγχρονο κόσμο κομίζοντας πολιτισμό και νοηματοδότηση του βίου που ενδιαφέρουν πανανθρώπινα.

Είναι αλήθεια ότι έχουν διατυπωθεί πολλές εκδοχές για το ποια είναι ή έπρεπε να είναι η ταυτότητα του νέου ελληνισμού. Οι εκδοχές αυτές είναι μεταξύ τους συγκρουσι- ακές και κυρίως προσπαθούν να απαντήσουν στο ερώτημα που πρέπει να «ανήκομεν» ώστε να μην είμαστε έθνος «ανάδελφον». Η παρούσα θέση δεν είναι η καταλληλότερη για μια εξαντλητική παρουσίαση όλων των εκδοχών. Είναι, όμως, αναγκαία η συνοπτική αναφορά των δύο πιο χαρακτηριστικών, οι οποίες προϋπήρξαν της ελληνικής επανάστασης και επιβιώνουν μέχρι τις μέρες μας2.

Η πρώτη εκδοχή είναι η κλασσικιστική-δυτική. Ξεκινά από τους ενωτικούς του Βυζαντίου και φτάνει στους σημερινούς «ευρωπαϊστές». Σύμφωνα με την πιο ακραία της ίσως θέση οι Βυζαντινοί δεν ήταν έλληνες. Τα αρχαιοελληνικά φώτα είχαν σβήσει στο Βυζάντιο. Σώθηκαν όμως στη Δύση απ’ όπου τα παίρνουμε εμείς οι νεώτεροι και γινόμαστε έτσι «συνέχεια των αρχαίων». Δόγμα της εκδοχής αυτής είναι το «ανήκο- μεν εις τη Δύση» και πνευματικός πατέρας της ο Αδαμάντιος Κοραής με τη θεωρία της λεγόμενης «μετακένωσης», η οποία λειτουργεί ως «αερογέφυρα» προκειμένου να ξανασυνδεθούμε με την αρχαία Ελλάδα.

Η δεύτερη εκδοχή είναι η βασιζόμενη στη Ρωμανική παράδοση, στην παράδοση της ρωμιοσύνης, δηλαδή στην κεντρική παράδοση του Βυζαντίου. Στη διάρκεια της Τουρκοκρατίας η εκδοχή αυτή εκπροσωπείται από το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Στη νεότερη εποχή εκφράζεται από μορφές όπως ο Κοσμάς ο Αιτωλός, ο Μακρυγιάννης και ο Παπαδιαμάντης. Κατά την εκδοχή αυτή η ευρύτερη ταυτότητα στην οποία ανήκουμε είναι η Ρωμιοσύνη – Ρωμανία. Μέσα στην παράδοση της ρωμιοσύνης ξεπεράστηκαν οι εθνικές ταυτότητες του αρχαίου έλληνα και του αρχαίου ρωμαίου και δημιουργήθηκε μια καινούρια ταυτότητα με πυρήνα την ορθόδοξη εκκλησία.

Υπάρχουν βέβαια και άλλες εκδοχές (σθεναρά υποστηριζόμενες), όπως ότι το ελληνικό έθνος είναι κατά βάση καινούριο, γέννημα των εθνικισμών του 18ου αιώνα, χωρίς συνέχεια με το βυζαντινό και τον αρχαίο ελληνισμό ή ακόμη η άποψη ότι η αναζήτηση εθνικής ταυτότητας στο σύγχρονο περιβάλλον του μεταμοντέρνου κοσμο- πολιτισμού είναι χωρίς νόημα. Οι δύο, όμως, ανωτέρω κύριες εκδοχές συνεχίζουν να συνυπάρχουν στο σώμα του νέου ελληνισμού και τούτο είναι εμφανές σε πολλά πεδία της πολιτικής, του πολιτισμού και της παιδείας που γίνονται πεδίο αντιπαράθεσης3.

Ευθύς εξ αρχής θα διατυπώσουμε την άποψη ότι η αντιπαράθεση αυτή υπήρξε από τη γένεσή της σχηματική και μανιχαϊστική. Οδήγησε σε πνευματική φτώχεια ενώ συχνά προκάλεσε τραγικό διχασμό του ελληνικού σώματος4. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ήδη πριν τη δημιουργία του νεοελληνικού κράτους: Η μία πλευρά μεταφέρει άκριτα στον ελληνικό χώρο την αντιεκκλησιαστική ανάγνωση της γαλλικής επανάστασης του 1789 και σε αντίδραση πολλοί ιεράρχες δεν διστάζουν να γίνουν απολογητές της τουρκοκρατίας5. Το ότι η αντιπαράθεση αυτή οδήγησε σε πνευματική φτώχεια φαίνεται και από το πώς οι δύο απόψεις εξηγούν τη «νεοελληνική αποτυχία» για την οποία πάντως συμφωνούν. Οι οπαδοί της μίας άποψης κατανοούν την αποτυχία σαν «απόκλιση» από αυτό που νομίζουν ότι είναι η Ευρώπη και οι οπαδοί της άλλης άποψης σαν απόκλιση από αυτό που νομίζουν ότι ήταν το Βυζάντιο. Ξεχνούν, όμως, ότι πέραν των δυτικών και βυζαντινών προτύπων και μέτρων, υπάρχουν ή τουλάχιστον οφείλουν να υπάρξουν και τα δικά μας, τα νεοελληνικά. Λέγοντας «δικά μας» δεν εννοούμε «μέτρα και πρότυπα» μιας επαρχιώτικης αυταρέσκειας ούτε καν εκείνα μιας βαλκανικής εμβέλειας. Εννοούμε «μέτρα» οικουμενικής αξίας που προϋποθέτουν ασφαλώς έναν αντίστοιχο πνευματικό ορίζοντα, που τον είχαμε άλλοτε αλλά θα έπρεπε να τον αποκτήσουμε (ή τουλάχιστον αναζητήσουμε) και πάλι, καθώς βγαίναμε από τη μακριά νύχτα της εθνικής δουλείας. Το ελληνικό, επομένως, έθνος με την έξοδό του από την τουρκοκρατία και την αναγέννησή του δεν όφειλε υποχρεωτικά να αναπαράγει το «Βυζάντιο» ή την «Ευρώπη». Και δεν θα κριθεί και απορριφθεί επειδή δεν το κατάφερε. Θα κριθεί επειδή δεν διαμόρφωσε αρκούντως νεοελληνικά πρότυπα που αντιστοιχούν στις δικές του δυνατότητες, επειδή δεν άρθρωσε αρκούντως τη δική του παρουσία και δημιουργική συμβολή στον σύγχρονο κόσμο. Αντί το νεοελληνικό έθνος να διαμορφώσει σιγά σιγά μόνο του τα πρότυπά του, τον «παραδειγματικό του εαυτό», αποδόθηκε σε μια απόδραση από την πραγματικότητα, σε μια «φυγή προς τα έξω» (Ευρώπη) ή σε μια «φυγή προς τα πίσω» (Βυζάντιο)6.

Το παράδειγμα του Ρήγα δείχνει, όμως, ότι υπήρχε και η δυνατότητα της υπέρβασης, της «φυγής» όχι «προς τα πίσω» ή «προς έξω» αλλά προς τα εμπρός, προς το μέλλον μέσω πραγματικών συνθέσεων και όχι κατασκευασμένων αντιπαλοτήτων. Ολόκληρο το έργο και η ζωή του Ρήγα είναι μια υπέρβαση της διαμάχης, «δυτικιστών» – «ανατολιστών», «φωταδιστών» και «σκοταδιστών», όπως κατά καιρούς αλληλοαποκαλούνται δηκτικά οι αντιμαχόμενες παρατάξεις. Στο πνεύμα του ξαναζεί η ηρωϊκή πάλη του Κων/νου Παλαιολόγου κατά των δύο άκρων7. Αυτό που ξαφνιάζει στην περίπτωση του Ρήγα είναι ότι η σκέψη και η δράση του απαγκιστρώνεται από καλούπια που και για τους συγχρόνους του αλλά και για τους μεταγενέστερους λειτούργησαν ως προκρούστειες κλίνες. Εντυπωσιάζει η δύναμη του Ρήγα να αρθρώσει ένα επαρκώς αυτοτελές κοσμοείδωλο, να αναπτύξει σκέψη, αν όχι εντελώς πρωτότυπη, τουλάχιστον αυτόνομη, γνήσια και λυσιτελή για το κοινό συμφέρον, για το κοινό καλό και μάλιστα όλων των εθνοτήτων που κατοικούν στην «οικουμένη» που αποτυπώνει στη Χάρτα του. Δεν διστάζει να υιοθετήσει οτιδήποτε πιστεύει ότι θα προάγει το υπόδουλο γένος και ιδίως τον ευρωπαϊκό διαφωτισμό αλλά έχει ταυτόχρονα συνείδηση ότι προέρχεται από ένα λαό, ο οποίος δεν έπαψε ποτέ, ακόμη και στα χρόνια της δουλείας, να παράγει πολιτισμό. Ο Ρήγας δεν έχει καμία αμφιβολία ότι οι νεοέλληνες (εν γένει οι υπόδουλοι) πρέπει γρήγορα να γίνουν κοινωνοί των επαναστατικών αλλαγών που έλαβαν χώρα από την αναγέννηση και μετά στη δυτική Ευρώπη, ιδίως στις επιστήμες και στην καθιέρωση του κράτους δικαίου.

Το έργο του «Φυσικής απάνθισμα» αλλά και η σύνταξη νεοελληνικού συντάγματος κατά τα πρότυπα των γαλλικών καταδεικνύει ότι για το Ρήγα η αφομοίωση από τους νεοέλληνες του ευρωπαϊκού αυτού κεκτημένου είναι προτεραιότητα. Όμως ο Ρήγας δεν αισθάνεται ότι η αποστολή του νέου ελληνισμού μπορεί να εκπληρωθεί αν δημιουργηθεί κράτος που θα μοιάζει με μια μακρινή επαρχία της Γαλλίας και αν ο νεοέλληνας μετατραπεί σε «Γραικογάλλο». Με βάση τις γνώσεις και τα βιώματά του συναισθάνεται (πιστοποιεί εμπειρικά αλλά συνάμα προφητικά) ότι για να γίνει η Ελλάδα αληθινά (και όχι μιμητικά) νεωτερική θα πρέπει να υπάρξει ένα κίνημα προερχόμενο από τη δική της ουσία8, διότι δεν θα ήταν δυνατόν να ζήσει αποκλει- στικά και μόνο από τα σωματίδια του φωτός, που της έρχονται από τις χώρες του δύοντος ήλιου9. Ο Ρήγας γνωρίζει ότι ο ελληνισμός δεν περιορίζεται μόνο στα όρια του αρχαίου κόσμου10 αλλά παρήγαγε πολιτισμό διαχρονικά σ’ ολόκληρο το χώρο που περιγράφει στη χάρτα του μπολιάζοντας με τις παραδόσεις του όλους τους λαούς που εγκαταστάθηκαν εδώ κατά καιρούς με τους οποίους απέκτησε και κοινές παραδόσεις συναποτελώντας μαζί τους μια «οικουμένη»11.

Η Αθήνα και η Κωνσταντινούπολη συνυπάρχουν εμφατικά τόσο στη Χάρτα του όσο και στην ψυχή του, η οποία φρίττει βαρυστενάχουσα για τη σκλαβιά της βασι- λεύουσας πόλης, όπως ο ίδιος αναφέρει στο επίγραμμα της Επιπεδογραφίας της. Για αυτό δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε με τον διακεκριμένο άγγλο ιστορικό Arnold Toynbee, ο οποίος στο γνωστό έργο του «Οι Έλληνες και οι Κληρονομιές τους»12 θεωρεί ακατανόητο το γεγονός ότι ο Ρήγας στη νέα πολιτική διοίκηση χαρακτηρίζει το λαό που κατοικεί την Ρούμελην, την Μικράν Ασίαν, τας Μεσογείους νήσους και την Βλαχομπογδανίαν «απόγονο των ελλήνων». Και το θεωρεί αυτό εκπληκτικό ο άγγλος ιστορικός γιατί ο Ρήγας «είχε πρακτική εμπειρία και μάλιστα από υπεύθυνες θέσεις τις πολιτικής πραγματικότητας». Πιστεύουμε ότι αυτό που βίωνε ο Ρήγας και υποβαθμίζει ο Toynbee είναι ότι στην περιοχή της άλλοτε βυζαντινής αυτοκρατορίας υπήρξε πάντοτε μια συνέχεια κοινωνικών θεσμών, πολιτικών συστημάτων αυτοδιοίκησης, θρησκευτικής παράδοσης, συνέχεια δηλαδή ενιαίου πολιτισμού που τον συγκροτούσε η αρχαιοελληνική κληρονομιά, το ρωμαϊκό δίκαιο, η εκκλησιαστική ορθοδοξία, όπως και τα δημιουργήματα αυτού του πολιτισμού σε κάθε τομέα της τέχνης13. Υπήρξε στην περιοχή αυτή ακόμη και στα χρόνια της δουλείας η συνέχιση της «Βυζαντινής Κοινοπολιτείας»14 αυτό που προσφυώς ονομάστηκε από τον Ρουμάνο ιστορικό Ν. Iorga «Βυζάντιο μετά το Βυζάντιο»15. Αυτή η πολιτισμική συνέχεια (κουλτούρα, γνώση, μνήμη) και ο πνευματικός πολιτισμός, ο οποίος διασώθηκε μέσα στο σκλαβωμένο γένος αλλά στο νέο ελληνικό κράτος απωθήθηκε όχι μόνο ως τα χρόνια του Σπυρίδωνα Ζαμπέλιου και του Κωνσταντίνου Παπαρρηγόπουλου αλλά και μετέπειτα, είναι για τον Ρήγα βίωμα και απτή πραγματικότητα.

Επιπλέον ο Ρήγας γνώριζε ότι παρά την ύπαρξη περισσότερων βαλκανικών λαών (με εθνική συνείδηση που διαμορφωνόταν έστω σταδιακά από τους τελευταίους ακόμη αιώνες του Βυζαντίου) υπήρχε ένα κοινός βαλκανικός πολιτισμός16 και η υπεράσπιση κοινών συμφερόντων και κοινών διεκδικήσεων εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρα- τορίας17. Περαιτέρω, όμως, το ελληνικό στοιχείο – είτε από ηγεμονική θέση είτε και ως πολιτικά υποταγμένο- αποτελούσε διαχρονικά (από τον ελληνιστικό κόσμο έως την Οθωμανική κατάκτηση) το πρωταρχικό οικονομικό και πολιτιστικό στοιχείο μέσα στα γεωγραφικά όρια των διαδοχικών υπερεθνικών συγκροτημάτων, σκορπισμένο σε ενότητες, λιγότερο ή περισσότερο συμπαγείς, ώστε να είναι δύσκολο να καθορίσει τα γεωγραφικά όρια της εθνικής του βάσης18. Κατά τον 18ο αιώνα ο ελληνικός πληθυσμός εξαπλωμένος μέσα σ’ όλη τη χερσόνησο και ανάμεσα και στους άλλους λαούς αποτελεί ένα είδος διαβαλκανικής αστικής τάξης, που παρασύρει σε οικονομική άνοδο όλους τους βαλκανικούς λαούς και συμβάλει στο σχηματισμό μιας ντόπιας εμπορικής τάξης. Οι μορφωμένες και εμπορικές τάξεις των Βαλκανίων, της περιοχής της Μαύρης Θάλασσας και της Ανατολής, οποιαδήποτε και αν ήταν η εθνική καταγωγή τους, είχαν εξελληνιστεί19. Στον εξελληνισμό συνετέλεσε σημαντικά και το οθωμανικό διοικητικό σύστημα των millet (το οποίο δημιουργήθηκε σταδιακά και αποκρυσταλλώθηκε τον 18ο αιώνα) και η ηγετική θέση που είχε το ελληνικό στοιχείο στα πλαίσια του Rum Millet, της «Χριστιανικής Κοινοπολιτείας» υπό την ηγεσία του πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, ιδίως μετά την κατάργηση του σερβικού πατριαρχείου (1766) και της βουλγαρικής αρχιεπισκοπής (1767)20. Έτσι και στο 18ο αιώνα οι έλληνες στα Βαλκάνια δεν αντιπροσωπεύουν μόνο μια ακόμα εθνότητα, αλλά μια πολιτιστική παράδοση (παιδεία – γλώσσα) που αφομοίωνε τους άλλους21. Έτσι αναπτύσσεται, παράλληλα με την εθνική ιδέα, μια διαβαλκανική συνείδηση χωρίς να προσκρούει σοβαρά στον εκκολαπτόμενο εθνικισμό του καθενός από τους βαλκανικούς λαούς22.

Το αίσθημα αδελφοσύνης που διαπίστωνε ο Ρήγας μεταξύ των βαλκανικών λαών23 σε συνδυασμό με την αίσθηση ότι οι διαπλεκόμενοι σχηματισμοί παραδόσεων, τα «έθνη»24 της περιοχής, μπορούν να συνυπάρξουν σε μια νέα μορφή οικουμένης οδήγησε το Ρήγα να υποστηρίξει όχι έναν μονιστικό, φυλετικό εθνικισμό με στόχο ένα εθνικό κράτος (και μάλιστα στα αρχαιοελλαδικά όρια) κατ’ απομίμηση «των πολιτισμένων εθνών της Εσπερίας» αλλά έναν πλουραλιστικό εθνικισμό με βάση τον πολιτισμό και τις κοινές παραδόσεις των λαών της περιοχής ώστε να ιδρυθεί μια νέα κοινοπολιτεία- οικουμένη, η οποία θα βασίζεται στις κοινές αυτές παραδόσεις και ταυτόχρονα θα αφομοιώνει δημιουργικά τα επιτεύγματα του ευρωπαϊκού διαφωτισμού25. Μια κοινοπολιτεία, όμως, δημοκρατική, με συνταγματική κατοχύρωση ατομικών αλλά και ομάδικων δικαιωμάτων ανεξάρτητα από εθνικές, φυλετικές, θρησκευτικές και κοινωνικές διακρίσεις26, μια κοινοπολιτεία που από τη θέσμισή της αποστρέφεται τον δεσποτισμό (ακόμη και τον ελληνικό), διότι ο τελευταίος εκ των πραγμάτων δυναμιτίζει εκ των έσω τη συνύπαρξη27. Τελικά, όμως, επικράτησε στα Βαλκάνια ο δυτικόπνευστος εθνικισμός που εισήγαγε τις επόμενες δεκαετίες την ξενοφοβία, κατέστρεψε την ελληνική πνευματική ηγεμονία και υπονόμευσε τη δυνατότητα αληθινής χειραφέτησης της ανατολής. Της Ανατολής που είχε πάντα ενωτικό δεσμό τον πολιτισμό, την παιδεία και την πίστη και όχι την καταγωγή28. Της Ανατολής όπου κυριαρχεί η ελληνική μορφή οικουμένης που ενώνει τα έθνη πνευματικά και ενδιαφέρεται για τη διατήρηση της ετερότητάς τους29. Ο εθνικισμός αυτός είχε το παράδοξο αποτέλεσμα σε διάστημα ενός περίπου αιώνα να περιορίσει τελεσίδικα τον Ελληνισμό σε τμήμα του βυζαντινού διοικητικού θέματος της Ελλάδος και κυρίως να δημιουργήσει ή να εντείνει τον λανθάνοντα εθνικισμό των άλλων βαλκανικών λαών30. Η εγκατάλειψη του υπερεθνικού οράματος του Ρήγα και η στόχευση στη δημιουργία ελληνικού κρατιδίου (με ατελές μάλιστα πολιτικό και πνευματικό υπόβαθρο)31 αποτέλεσε την απαραίτητη προϋπόθεση για την εξέλιξη του εθνικισμού των άλλων βαλκανικών λαών32.

Ως προς την απόδραση των συνοίκων λαών από την Ορθόδοξη Οικουμένη, την οποία τόσο πολύ επέκρινε η Ελλάς του 19ου αιώνα, πρέπει, συνεπώς, πάντοτε να υπομιμνήσκεται ότι πρώτοι απέδρασαν οι Ελληνες. Prior tempore, fortior iuris, είχαν κηρύξει εξαρχής οι Έλληνες. Τους Έλληνες μιμήθηκαν οι υπόλοιποι λαοί της Νοτιο- ανατολικής Ευρώπης, ακόμη και οι Τούρκοι, φυσικά με μεγάλη καθυστέρηση (1908). Η δυσανάλογη στροφή των Ελλήνων προς την ελληνορωμαϊκή αρχαιότητα, έστρεψε και τους άλλους συνοίκους λαούς στην προσπάθεια να βρουν και αυτοί τους αρχαίους τους προγόνους και υπονόμευσε κάθε επιθυμία για συνεργασία των λαών της περι- οχής εναντίον της οθωμανικής κυριαρχίας. Ο αντίκτυπος της ελληνικής γλώσσας και της παιδείας, με την κοσμοπολίτική τους ιδιότητα (ως αγαθών που συνέβαλαν στην τελείωση του ανθρώπου), ο οποίος είχε προαχθεί από το ελληνικό εκκλησιαστικό και κοινοτικό σχολείο και συγκινήσει τους Έλληνες, τους Δυτικοευρωπαίους αλλά και τους συνοίκους αλλοφώνους λαούς της Ορθόδοξης Οικουμένης (Βουλγάρους, Νοτιο- σλάβους, Σέρβους, Αλβανούς και Ρουμάνους), χάθηκε ανεπιστρεπτί όταν οι Έλληνες εγκατέλειψαν την κοσμοπολίτικη υπόσταση της γλώσσας και τη χρησιμοποίησαν με τη χερντεριανή της υπόσταση ως όργανο στην υπηρεσία του έθνους. Έτσι λοιπόν εξη- γείται και η απομάκρυνση των συνοίκων λαών από την Ορθόδοξη Οικουμένη, έτσι δε εξηγείται και η μείωση της απήχησης που είχε το ελληνικό σχολείο, όταν προσέλαβε η ελληνική γλώσσα την ιδιότητα μιας σύγχρονης εθνικής γλώσσας33.

Συμπερασματικά, λοιπόν, με την αντίστροφη (προς τη θεώρηση του Ρήγα) κίνηση εξάφθηκε ο εθνικισμός των μερικότερων εθνικών συνόλων και προωθήθηκε η σύσταση μικρών εθνικών κρατών, με βάση τη διάλεκτο – γλώσσα, με παράλληλη κατάλυση της μακραίωνης συνειδησιακής τους ενότητας. Έτσι κατέστη δυσχερής η επάνοδός των λαών αυτών στο ιστορικό προσκήνιο και στη νεωτερικότητα με δικές τους κατακτήσεις και όχι ως φτωχών συγγενών, παρόλο που το βάθος και η ποιότητα των παραδόσεών τους αποτελούσαν ασφαλές θεμέλιο ώστε να τοποθετηθεί, στον ελεύθερο πλέον τόπο τους, μια νέα οικουμενικότητα34. Οι διαβαλκανικές συγκρούσεις του 19ου και 20ου αιώνα είναι το κορύφωμα αυτής της πολιτικής35, στις δε συγκρούσεις αυτές κεντρικό ρόλο θα διαδραματίσει ακόμη και η ορθοδοξία, η οποία (παρά την καταδίκη του φυλετισμού από πανορθόδοξη σύνοδο στην Κωνσταντινούπολη το 1872) από ενωτική δύναμη και «δεσμός», θα καταστεί βαθμιαία εθνική «θρησκεία» και όπλο του εθνικισμού36 .

Υπό τα ανωτέρω δεδομένα το όραμα του Ρήγα ήταν μάλλον ρεαλιστικότερο εάν βέβαια ο σκοπός ήταν η συνέχεια του ελληνισμού στην ευρύτερη περιοχή που ο Ρήγας αποτυπώνει στη Χάρτα του και όπου είχε πρωταρχική παρουσία και συνεισφορά για χιλιετίες37. Αλλά και για το σύνολο βαλκανικό χώρο, ακόμη και μετά την έναρξη της διαδικασίας χειραφέτησης από την αυθεντία του Οικουμενικού Πατριαρχείου και το πολυεθνικό κράτος του γένους που αυτό προωθούσε38, η ιδέα του «υπερεθνικού» κράτους του Ρήγα ήταν προσφορότερο μέσο αντιμετώπισης των πολύπλοκων προ- βλημάτων και ομαλότερης εισόδου στη νέα μεταοθωμανική εποχή39. Η επαναστατική διαδοχή στην οθωμανική αυτοκρατορία (και όχι η απορρόφησή της, όπως προέκρινε η τάξη των Φαναριωτών και της εκκλησιαστικής ιεραρχίας), στην οποία στόχευε ο Ρήγας, διαφέρει ουσιωδώς από την Μεγάλη Ιδέα, που εκκολάφθηκε στο πλαίσιο του νεοελληνικού κράτους40. Η Μεγάλη Ιδέα προτείνει την εθνική ολοκλήρωση με όρους εθνικής καθαρότητας και κυριάρχου κράτους (-έθνους), κινείται δηλαδή στο περιβάλλον του ευρωπαϊκού εθνοκρατικού κεκτημένου και όχι της ελληνικής οικουμενικής κοσμόπολης (οικουμένης)41. Το νεωτερικό, όμως, πρότυπο της εθνικής ολοκλήρωσης, ως λύσης του Ανατολικού Ζητήματος, ήταν εκ των πραγμάτων αδύνατο να πραγματοποιηθεί χωρίς εθνοκαθάρσεις, χωρίς γενοκτονίες και ανταλλαγές πληθυσμών42.

Το πρόταγμα, επομένως, του Ρήγα δεν ήταν ουτοπικό αλλά, ίσως, η πιο ριζοσπα- στική λύση ενός εκρηκτικού προβλήματος, μια λύση που είχε προταθεί προτού ακόμη το ίδιο το πρόβλημα γίνει εντελώς προφανές σε όλη την πολυπλοκότητά του43. Ακόμη, όμως, και σήμερα που η εποχή των εθνικών επαναστάσεων έχει παρέλθει το έργο του Ρήγα παραμένει επίκαιρο και γόνιμο44 ίσως γιατί πράγματι η εθνική επιβίωση εξαρτάται λιγότερο από τη βιαιότητα και το διεκδικητικό σοβινισμό και περισσότερο από τη συμβιωτική σχέση με άλλες παραδόσεις, μέσα στο πλαίσιο μιας δημοκρατικής (κοινο)πολιτείας45. Στο επίπεδο της αναζήτησης νεοελληνικής ταυτότητας το έργο του Ρήγα αποτέλεσε μια προσπάθεια για «γόνιμη πρόσληψη και οργανική αφομοίωση του ευρωνεωτερικού πολιτιστικού προτύπου», μπορούσε στην εποχή του και μπορεί και σήμερα να αποτελέσει μια βάση για την υπέρβαση του διλήμματος μεταξύ «βυζαντινορθόδοξου οικουμενισμού» και «δυτικόπνευστου εθνικισμού» και τη δημιουργία μιας σύγχρονης νεοελληνικής ταυτότητας με οικουμενική ιδιαιτερότητα που θα επιτρέψει στον σύγχρονο ελληνισμό να διαδραματίσει ουσιαστικότερο ρόλο στο σύγχρονο κόσμο και ιδίως στην Ευρώπη46. Το ζητούμενο στη σημερινή εποχή δεν είναι μόνο τι είδους πολιτειακό μόρφωμα επιθυμούμε, αν και οι εξελίξεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση (με την ένταξη μάλιστα σ’ αυτή σημαντικού τμήματος του μεταβυζαντινού και μεταοθωμανικού κόσμου) έχουν ήδη θέσει και αυτό το ζήτημα επί τάπητος. Μέγα ζητούμενο αποτελεί η «πραγματική σύνθεση», η εύρεση θεμελίου (πέτρας) ώστε να μπορεί να υπάρξει Ελλάδα ικανή να εγερθεί ως το οικουμενικό επίπεδο αντιμετωπίζοντας την πολιτική ως μοίρα της47 και συμβάλλοντας στην υπέρβαση των αδιεξόδων του σύγχρονου πολιτιστικού παραδείγματος, το οποίο τόσες σημαντικές επιτυχίες κατέγραψε ιδίως στο χώρο της επιστήμης αλλά και τόσες τραγικές αποτυχίες με αποκορύφωμα τα ναζιστικά – ολοκληρωτικά καθεστώτα και τους παγκοσμίους πολέμους.

Η βιβλιογραφία που περιγράφει τα προβλήματα της σύγχρονης «μαζικής δημοκρα- τίας» και της κοινωνίας του διαλυμένου ατόμου είναι πλέον εκτενής48. Ο ελληνισμός, όπως και οι υπόλοιποι βαλκανικοί λαοί, κι αν ακόμη βρίσκονται σε πολύ χαμηλή θέση στο σύστημα του διεθνούς καταμερισμού της υλικής και πνευματικής εργασίας49, μπορούν όμως να αξιοποιήσουν δημιουργικά τις ανεξάντλητες κοινές παραδόσεις τους και να αρθρώσουν λόγο με πανανθρώπινη εμβέλεια που θα προσπαθεί να δώσει μια άλλη απάντηση στα όχι και λίγα αδιέξοδα του σύγχρονου δυτικού πολιτισμού50. Η θεώρηση του ανθρώπου ως προσώπου και όχι ως ατόμου και η προτεραιότητα στις αδιαμεσολάβητες σχέσεις των προσώπων, η ευχαριστιακή πρόσληψη και χρήση του κόσμου και της ύλης, η αναζήτηση της ψυχικής ισορροπίας στη χαρμολύπη, η νοσταλγία του προσωποκεντρικού κοινοτισμού είναι ενδεικτικά και μόνο πρότυπα και μέτρα που άνθισαν στον τόπο αυτό και παρήγαγαν πολιτισμό δυσθεώρητο51. Μπορούν και σήμερα να εμπνεύσουν και να μας βοηθήσουν να πιάσουμε το χαμένο νήμα μιας πραγματικής δημιουργίας που θα αποτελεί προσφορά στον σύγχρονο άνθρωπο. Είναι απαραίτητη η αναζήτηση ενός νέου πολιτιστικού παραδείγματος, που θα συνενώνει την ανατολική και τη δυτική οικουμένη και θα αποτρέπει τη μεταξύ τους σύγκρουση που πολλοί προβλέπουν52. Το έργο και κυρίως το παράδειγμα του Ρήγα μπορούν πολλά να προσφέρουν προς αυτή την κατεύθυνση και για το λόγο αυτό ο Ρήγας αξίζει να μελετάται ως μορφή με οικουμενική εμβέλεια. Η πολιτική και πολιτειακή σκέψη του Ρήγα είναι πάντα επίκαιρη, διότι υπηρετεί την οικουμενική ελληνικότητα, η οποία αποτελεί ζητούμενο και όρο επιβίωσης και για το σύγχρονο «εθνικό» κράτος. Εν τέλει η αξία της πρότασης του Ρήγα είναι ανέκπτωτη, διότι πηγάζει από μια άλλη εμπειρία (ανθρωπολογικής βαθμίδας), η οποία παραμένει (στην ουσία της) ακόμη εκτός της σύγχρονης αναζήτησης, παρόλο που στην εμπειρία αυτή μπορεί, ίσως, να αναζητηθεί διέξοδος στη συντελούμενη κατολίσθηση του νεωτερικού πολιτισμού στον σύγχρονο μηδενισμό, τον χαρακτηριζόμενο πρωτίστως από την αποσύνθεση του νεωτερικού υποκειμένου (ατομικού/συλλογικού : Ατόμου/Εθνοκράτους)53.

Δημήτριος Τίτσιας

 

Σημειώσεις

1. Βλ. Νίκος Σβορώνος, Επισκόπηση της Νεοελληνικής Ιστορίας, εκδόσεις Θεμέλιο, Αθήνα,1999,σελ.21,22,του ίδιου, Το Ελληνικό Έθνος, Γέννηση και Διαμόρφωση του Νέου Ελληνισμού,εκδ.Πόλις,Αθήνα2004, σελ.85, Θεόδωρος Ζιάκας,«Αυτοείδωλονεγενόμην» -Το αίνιγμα της ελληνικής ταυτότητας, εκδόσεις Αρμός, Αθήνα, 2005, σελ. 10.

2. Βλ. για αυτές Ζιάκα, ό.π., σελ. 19 κ.ε., του ίδιου, Έθνος και Παράδοση, Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα, 2003, σελ. 11 επ.

3. Όπως σημειώνει ο Κάλλιστος Ware, Η εσωτερική ενότητα και η επίδραση της Φιλοκαλίας σε Ανατολή και Δύση, εκδ. Ιδρύματος Ωνάση, Αθήνα 2004, σελ. 18, «δεν θα πρέπει να φανταστούμε το τέλος του 18ου αιώνα ως εποχή απλής μετάβασης από τη ρωμαίικη παράδοση (που ξαφνικά θα έφτανε στο τέλος της και θα παραχωρούσε τη θέση της) σε εκείνη του Νέου Ελληνισμού. Αντίθετα το ρωμαίικο στοιχείο συνέχισε να συνυπάρχει με το Νέο Ελληνισμό στην Ελλάδα τόσο του 19ου όσο και του 20ου αιώνα. Οι δύο προσεγγίσεις εφάπτονται σε πολλά σημεία, με συνέπεια τη δημιουργία μιας λεπτής και πολύπλοκης μίξης των δύο, που συνεχίζεται μέχρι σήμερα».

4. Βλ. Κ. Χατζηαντωνίου, Εθνικισμός και Ελληνικότητα, εκδ. Πορθμός, Αθήνα, 2003, σελ. 265.

5. Ο Ρήγας, πάντως, σε καμία περίπτωση δεν επιδεικνύει αντικληρικό πνεύμα ούτε ταξινομεί την εκκλησία στους αντιπάλους του προτάγματός του. Η διαφοροποίηση αυτή δεν έχει να κάμει με τις όποιες θρησκευτικές του πεποιθήσεις ούτε με την πρόθεσή του να μην έρθει σε ρήξη με την εκκλησία στο εγχείρημά του. Οφείλεται κυρίως στο γεγονός ότι διακρίνει σαφώς τη διαφορά φύσεως των δύο κόσμων και, κατ’ επέκταση, τους διαφορετικούς ρόλους, που ανέλαβαν η λατινική και η ελληνική εκκλησία. Βλ. Γιώργος Κοντογιώργης, Η ελληνική δημοκρατία του Ρήγα Βελεστινλή, εκδ. Παρουσία, Αθήνα, 2008 σελ. 149. Βέβαια μετά την αποτίναξη του οθωμανικού ζυγού παύει εκ των πραγμάτων το «παράδοξο» ένας θρησκευτικός θεσμός να έχει αναλάβει πολιτικές λειτουργίες και να έχει μεταλλαχθεί στην ανώτατη μορφή του Γένους. Στο πολιτειακό σύστημα του Ρήγα, η θέση της Εκκλησίας οριζόταν από την αρχή των διακριτών ρόλων, την οποία ο Ρήγας θα τη συνοδεύσει με την αναγνώριση της θρησκευτικής πολυσημίας της κοινωνίας. Βλ. Κοντογιώργη, ό.π.

6. Βλ. Ζιάκας, Έθνος και Παράδοση, ό.π., σελ. 55.

7. Βλ. Χατζηαντωνίου, ό.π., σελ. 270.

8. Κατά τη διατύπωση του Κώστα Αξελού, Η Μοίρα της σύγχρονης Ελλάδας, εκδ. Νεφέλη, 2010, σελ. 31.

9. Κώστας Αξελός, ό.π., σελ. 28.

10. Στον οποίο ο ίδιος αποδίδει μεγάλη σημασία, καθώς μάλιστα εξοικειώνεται μαζί του από νωρίςκαιεπηρεάζεταιβαθιάβλ.ιδίωςΛουκά Αξελού,ΡήγαςΒελεστινλής,εκδ.«Στοχαστής», Αθήνα 2003, σελ. 449 επ.

11. Το ότι ο Ρήγας ενέτασσε στο υπόβαθρο της ελληνικής παιδείας και της ελληνικότητας εξίσου το προχριστιανικό και το χριστιανικό κεκτημένο μας το μεταφέρει γλαφυρά ο Χριστόφορος Περραιβός, Σύντομος Βιογραφία του αοίδιμου Ρήγα Φεραίου-Θετταλού , Αθήνα 1860, σελ. 37, ο οποίος εμφανίζει το Ρήγα να λέει «Εκ μεν των προ Χριστού προπατόρων μας να δράξωμεν την σοφίαν, την ηθικήν, και την ανδρείαν, άπερ και εκείνους απηθανάτισαν, και εις ημάς τους απογόνους των ανεξάλειπτον μνήμην της ελευθερίας άφησαν. Εκ δε των μετά Χριστόν σοφών και αγίων Πατέρων μας να ενστερνισθώμεν τα θεοπνεύστους αυτών εντολάς, ζώντες δια του αγίου βαπτίσματος αδελφοί αχώριστοι. Οι προ Χριστού προπάτορές μας εμάχοντο υπέρ ελευθερίας της πατρίδος, οι δε μετά Χριστόν υπέρ πίστεως και πατρίδος». Βλ. και Κοντογιώργη, ό.π., σελ. 156.

12. Arnold Toynbee, Οι Έλληνες και οι κληρονομιές τους, εκδ. Καρδαμίτσα, 1992, σελ. 296-297

13. Για το ότι στο έργο του Ρήγα σαρκώνεται η σύζευξη της κλασσικής δόξας, της βυζαντινής παράδοσης και των νεωτερικών ιδεών βλ. ιδίως Λέανδρο Βρανούση, Ρήγας, Βασική

14. D. Obolensky, The Byzantine Commonwealth: Eastern Europe 500-1500, London- New York 1971.

15. Βλ. το ομώνυμο έργο του σε μετάφραση του Γ. Καρά από τις εκδόσεις Gutenberg, 1985. Για το ότι οι κοινές πολιτισμικές, δικαιϊκές και πολιτικές αξίες προσφέρουν κατ’ αρχάς πραγματικό έδαφος στη θεώρηση του Ρήγα βλ. σε Α ξ ε λ ό , ό.π., σελ. 458.

16. Απόστολος Βακαλόπουλος, Νέα Ελληνική Ιστορία 1204-1985, εκδόσεις Βάνιας, Θεσσαλονίκη, 2005, σελ.126.

17. Σ β ο ρ ώ ν ο ς , Επισκόπηση της Νεοελληνικής Ιστορίας, ό.π., σελ. 98.

18. Σβορώνος, ό.π., σελ. 11.

19.Βλ.και Γ. Κοντογιώργη,ό.π.,σελ.164:«ΕυρύταταστρώματατωνλαώντηςΒαλκανικής είχαν ήδη εξελληνιστεί, η ελληνική αστική τάξη, η ελληνική πνευματική παραγωγή, η ελληνική εκκλησία, το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα, οι ελληνικές οικουμενικές αξίες, το σύστημα των κοινών/πόλεων και οι προσήκουσες σ’ αυτό πολιτείες καθόριζαν δίκην μονοπωλίου τα πράγματα της Νοτιοανατολικής Ευρώπης και της Ανατολικής Μεσογείου. Αυτόν τον κόσμο εννοεί να συστεγάσει ο Ρήγας στην Ελληνική Δημοκρατία, που δεν είναι άλλη από την προσαρμοσμένη στη δυναμική της μεγάλης κοσμοσυστηματικής κλίμακας οικουμενική κοσμόπολη». Ενδεικτικά, επίσης,παρατηρείοΝ. Πανταζόπουλος,«Συνύπαρξηκαιαντιπαράθεσηστιςβαλκανικές κοινωνίες» (συμβολή στον προς τιμήν του τόμο, Δίκαιο, Ιστορία και Θεσμοί, έκδοση του Δημοτικού Κέντρου Ιστορίας Βόλου 2000, σελ. 82): «η μεταναστευτική κίνηση ελλήνων από τη Δυτική Μακεδονία, την Ήπειρο και τη Θεσσαλία προς τα σερβικά εμπορικά κέντρα κατά το 18ο αιώνα …. και ο συγχρωτισμός του ελληνικού με το αυτόχθονο στοιχείο, όχι μόνο δεν δημιούργησε προβλήματα αλλά συνέβαλε στην πολιτιστική ανάπτυξη των περιοχών στις οποίες είχαν εγκατασταθεί. Σέρβοι ιστορικοί παραδέχονται ότι το εμπόριο βρισκόταν την περίοδο αυτή στα χέρια των ελλήνων και ότι αυτοί χρησίμευαν ως πρότυπα (ο θεοσεβής έλληνας, ο αξιαγάπητος και λογικός έλληνας) γεγονός που συνέτεινε να εμφανίζονται και οι αυτόχθονες ως έλληνες».

20. Βλ. Dimitris Livanios, « The Quest for Hellenism : Religion, Nationalism and collective identities in Greece (1453 – 1913)», The Historical Review, 2006, σελ. 44-45. Όπως σημειώνει ο ανωτέρω συγγραφέας (σελ. 55-56) για το Ρήγα η ελληνική γλώσσα ήταν σημαντική για τον ορισμό του πολίτη και όποιος ομιλεί την ελληνική γλώσσα θεωρείται πολίτης ανεξάρτητα από το θρήσκευμά του. Αλλά τελικά ο σύνδεσμος της θρησκείας ήταν πολύ δυνατός για να παραμεριστεί γι’ αυτό ο Ρήγας στο άρθρο 4 της Νέας Πολιτικής Διοίκησης συμπεριλαμβάνει στην τάξη των πολιτών «εκείνον όπου είναι χριστιανός και δεν ομιλεί την απλήν ή την ελληνικήν, αλλά μόνο βοηθεί την Ελλάδα». Με το «χριστιανός» εννοούνται πρωτίστως οι ορθόδοξοι, καθώς, οι καθολικοί κάτοικοι των νησιών του Αιγαίου, παρότι ελληνόφωνοι, δεν ήταν διατεθειμένοι να συμμετάσχουν (και ούτε συμμετείχαν) στην επανάσταση σε βάρος των Οθωμανών σε αντίθεση με τους αλβανόφωνους ορθόδοξους της Ύδρας και των Σπετσών και τους βαλκάνιους Σλαύους (βλ. την ενδιαφέρουσα αυτή επισήμανση σε L i v a n i o, ό.π., σελ. 43,54).

21. Πρβλ. Θ. Βερέμη, «Εμείς και οι άλλοι Βαλκάνιοι», εφημ. Καθημερινή 15 Μαρτίου 2009, επίσης Βερέμη/Κολιόπουλο, 1821 Η γέννηση ενός έθνους – κράτους (Η συγκρότηση της εξουσίας στην επαναστατημένη Ελλάδα), εκδ. Σκάϊ, Αθήνα, 2010, σελ. 86.

22. Σβορώνος, ό.π., σελ. 59, βλ. και Eric Hobsbawm, Η εποχή των Επαναστάσεων, έκδ. ΜΙΕΤ, 2005, σελ. 204.

23. Βλ. Π. Κιτρομηλίδης, Ρήγας Βελεστινλής, Θεωρία και Πράξη, εκδ. Βουλής των Ελλήνων, 1998 σελ. 50, που αποδίδει την ενστάλαξη στην ψυχή του Ρήγα της αίσθησης της παμβαλκανικής αδελφοσύνης στο παράδειγμα του δασκάλου του Ιώσηπου Μοισιόδακα.

24. Όπως σημειώνει ο Κ. Σβολόπουλος, Επανεκτιμώντας την επαναστατική πρόταση του Ρήγα Βελεστινλή (στο Κατακτώντας την ανεξαρτησία εκδ. Πατάκη, 2010, σελ. 14) «Ο όρος του «έθνους» δεν είχε, ακόμη, αποκτήσει το νέο, υποστασιακό περιεχόμενο που έμελλε μεταγενέστερα να προσλάβει ως προέκταση του δόγματος της λαϊκής κυριαρχίας». Πάντως, κατά την επισήμανση του Α ξ ε λ ο ύ , ό.π., σελ. 422, και ο Ρήγας έχει ήδη επισημάνει τη δυναμική εισβολή στο προσκήνιο της ιστορίας των εθνοτήτων, όπως φαίνεται από τους στίχους του Πατριωτικού Ύμνου «Όλα τα έθνη πολεμούν και στους Τυράννους τους ορμούν, εκδίκησιν γυρεύουν και τους εξολοθρεύουν».

25. Πρβλ. Νικόλαος Πανταζόπουλος, Μελετήματα για τον Ρήγα Βελεστινλή, έκδ. Επιστημονικής Εταιρείας Μελέτης Φερών-Βελεστίνου-Ρήγα, 1998, σελ. 55: «Ο Ρήγας προσέβλεψε θαρραλέως προς το μέλλον, αναζητήσας δια μέσου του κλασσικού πολιτισμού να ανασυνδέση τα επιβιούντα στοιχεία της ελληνικής και της βυζαντινής πολιτιστικής παραδόσεως προς τας νέας αντιλήψεις, αι οποίαι μεταλαμπαδευθείσαι εις τα κηρύγματα της Γαλλικής Επαναστάσεως προδιέγραφον το μέλλον της Ευρώπης και του Κόσμου». Βλ. επίσης Δ. Καραμπερόπουλος, «Η Δημοκρατική Ενοποίηση του Βαλκανικού Χώρου στο Επαναστατικό Σχέδιο του Ρήγα Βελεστινλή», Ιστορία των Ελλήνων, τόμος 10, εκδόσεις Δομή, passim.

26. Πανταζόπουλος, ό.π., σελ. 53, 106.

27. Και στον ελληνικό ηγεμονισμό (ιδίως στις παραδουνάβιες ηγεμονίες) εντοπίζει την τραγικότητα του παραδείγματος του Ρήγα ο Ζιάκας Αυτοείδωλον εγενόμην, ό.π., σελ. 284, στην ίδια κατεύθυνση πιο αναλυτικά T o y n b e e, Oι Έλληνες και οι Κληρονομιές τους, ό.π., σελ. 292 επ., πρβλ. (για τη διοίκηση των Φαναριωτών στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες) και Ζοέλ Νταλέγκρ, Οι Έλληνες και οι Οθωμανοί, 1453-1923, εκδ. Ζαχαρόπουλος, Αθήνα, 2006, σελ. 154, Rene Ristelhueber, Ιστορία των βαλκανικών λαών, εκδ. Παπαδήμα, Αθήνα 2003, σελ. 213.

28. Χατζηαντωνίου, ό.π., σελ. 271.

29. Όπως σημειώνει η Μαρία Μαντουβάλου, Ο Ρήγας στα βήματα του Μεγάλου Αλεξάνδρου, έκδ. Επιστημονικής Εταιρείας Μελέτης Φερών-Βελεστίνου-Ρήγα, 1996, σελ. 81, «Ο Ρήγας με το έργο του έφερε στο προσκήνιο την παγκοσμιότητα του ελληνικού πολιτισμού, ως ενωτικού στοιχείου ετερόκλητων λαών».

30. Ο Νικόλαος Σαρίπολος (θεμελιωτής του δημοσίου δικαίου στην Ελλάδα) εντοπίζει γλαφυρά (αλλά από αμιγώς εθνοκεντρική σκοπιά) το «παράδοξο» γράφοντας στα 1865 : «Και όμως οικτρόν να το αναλογισθεί τις! Ενώ ότε το όλον Ελληνικόν Έθνος διετέλει δούλον, ηλλίνιζον αι παραδουνάβιοι επαρχίαι, αδελφοποιείτο η Σερβία, ουδόλως εδιχοστάτει η Βουλγαρία, η δε Θράκη και η Μακεδονία καθαρώς ελληνίδες επαρχίαι εσεμνύνοντο να λέγονται· μετά την της Ελλάδος όμως απελευθέρωσιν εν τω στενώ αυτής κύκλω περιορίσθη και κατεκλείσθη, εν στενώ πεδίω χαμαιζηλών παθών τον πύθον αυτής κυλίουσα, ενώ θρασείς κλώπες έναν προς έναν τους αδάμαντας του εθνικού αυτής διαδήματος κλέπτουσιν» (η παραπομπή από τον Αλέξη Πολίτη, Ρομαντικά Χρόνια-Ιδεολογίες και Νοοτροπίες στην Ελλάδα του 1830-1880, εκδ. Κατάρτι, Αθήνα 1998, σελ. 69).

31. «Μικροκαρικατούρα του δυτικού φιλελεύθερου ιδεώδους» κατά τον Hobsbawm, ό.π., σελ. 206. Δεν είναι επίσης ασήμαντο ότι, όπως επισημαίνουν οι Βερέμης/Κολιόπουλος, 1821 Η γέννηση ενός έθνους – κράτους (ό.π. υποσ. 19), σελ. 91: «Το προϊόν της ελληνικής εθνικής κίνησης, το ελληνικό εθνικό κράτος, δεν ικανοποίησε εν τέλει ούτε τους ανακαινιστές του έθνους ούτε τους υποστηρικτές της ορθόδοξης οικουμένης».

32. Eric Hobsbawm, Η εποχή των επαναστάσεων, έκδοση ΜΙΕΤ, 2005, σελ. 206.

33.Βλ.Ι. Κολιόπουλο,«Η μεγάλη Ιδέα της Εθνικής Ολοκλήρωσης»,εφημ.Καθημερινή, 12 Ιουνίου 2011.

34. Όπως σημειώνει ο Κώστας Άξελος, Η Μοίρα της σύγχρονης Ελλάδας, ό.π., σελ. 34, «το τοπικό εξαντλείται γρήγορα, όταν δεν είναι ο – έστω και περιορισμένος τόπος- όπου τοποθετείται μια οικουμενικότητα».

35. Βλ. Γ. Δ. Μεταλληνό, Παράδοση και Αλλοτρίωση, εκδ. Δόμος, Αθήνα 1986, σελ. 198.

36. Βλ. Γεώργιο Μεταλληνό, Ελληνισμός Μετέωρος, εκδ. Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήνα 1999, σελ. 23, 47

37. Βλ. ιδίως Γ. Κοντογιώργη, ό.π. σελ. 163-172, πρβλ. και τις αναπτύξεις του Χρήστου Γ ι α ν ν α ρ ά , Ορθοδοξία και Δύση στη νεώτερη Ελλάδα, εκδ. Δόμος, Αθήνα 1992, σελ. 183 επ.

38. Βλ. γι’ αυτό Ν. Πανταζόπουλο, ό.π., σελ. 48.

39. Κατά τον Toynbee (The Western Question in Greece and Turkey, London 1922, σελ. 17-18) η υιοθέτηση της αρχής του εθνικισμού (principle of nationalism) στα Βαλκάνια υπήρξε μια μοιραία δυτική ιδέα (fatal Western idea) γιατί οδήγησε σε συνεχείς σφαγές (massacre). Για τη θέση αυτή του Toynbee και εν γένει τη βία στα Βαλκάνια βλ. Mark Mazower, The Balkans (From the end of Byzantium to the present day), εκδ. Phoenix 2000, σελ. 144. Στο έργο αυτό παρουσιάζεται ευσύνοπτα αλλά συνθετικά η γέννηση των βαλκανικών εθνικών κρατών. Για εκτενέστερη πραγμάτευση βλ. αντί άλλων L. S. Stavrianos, The Balkans since 1453 (πρώτη έκδοση 1958 και δεύτερη με πρόλογο Traian Stoianovich εκδ. Hurst 2000) αλλά και Rene Ristelhueber, Ιστορία των βαλκανικών λαών, εκδ. Παπαδήμα 2003. Για το πώς ο εθνικισμός διέρρηξε τη συνοχή των βαλκανίων και μετέβαλε ριζικά τον τρόπο με τον οποίο ο ελληνισμός αντιμετώπισε τα Βαλκάνια βλ. ιδίως Β. Γούναρη, Τα Βαλκάνια των Ελλήνων Από τον Διαφωτισμό έως τον Α ́ Παγκόσμιο Πόλεμο εκδ. Επίκεντρο 2007. Επίσης για το πώς η ιστοριογραφία των εθνικών πλέον κρατών διαχειρίστηκε τον βυζαντινό – οθωμανικό μεσαίωνα στο πέρασμα από τον 19ο στον 20ο αιώνα, βλ. Δ. Σταματόπουλο, Το Βυζάντιο μετά το έθνος (το πρόβλημα της συνέχειας στις βαλκανικές ιστοριογραφίες), εκδ. Αλεξάνδρεια, 2009.

40. Και αντίστοιχα και στα άλλα εθνικά κράτη, που διαδέχθηκαν την Οθωμανική Αυτοκρατορία και καλλιέργησαν τη δική τους «Μεγάλη Ιδέα».

41. Κατά την εύστοχη διάστιξη του Γ. Κοντογιώργη, ό.π., σελ. 162. Πρβλ. και Γεώργιο Μεταλληνό, Ελληνισμός Μετέωρος, ό.π., σελ. 22, «δεν πρόκειται πια για οικουμενικό μεγαλοϊδεατισμό αλλά για αλυτρωτικό μεγαλοϊδεατισμό».

42.Βλ.Θ. Ζιάκα,Το Παχύμας Δέρμα,(ανάτυπο 4 ομιλιών για το βιβλίοτου ΆντηΡοδίτη, «Δέκα χιλιάδες μέλλισσες, 2011, σελ. 25), ο οποίος σημειώνει (σελ. 29) «ότι η εθνοκάθαρση είναι σύμφυτη με τη νεωτερική νοηματοδότηση της εθνικής ιδέας και αναπόφευκτη στον δρόμο των απελεύθερων οθωμανικών εθνών προς την Εσπερία».

43. Βλ. Κιτρομιλίδη, ό.π., σελ. 95. Βλ. πάντως και την κριτική στην πολιτειακή πρόταση του Ρήγα, η οποία κατά το συγγραφέα «απέδιδε υπέρμετρη βαρύτητα σε δικές του εμπειρίες και βιώματα .. και δεν αντιμετώπισε ρεαλιστικά τις εντάσεις και τις αντιφάσεις του εθνικού προβλήματος, καθώς δεν κατόρθωσε να προβλέψει την ισχύ των νέων συλλογικών ταυτοτήτων, τις οποίες εξέθρεψε ο νεότερος εθνικισμός», (ό.π., σελ. 93).

44. Όπως σημειώνει ο Αξελός, ό.π., σελ. 424, η «νέου τύπου δημοκρατική συνεύρεση», αναδεικνύεται ως υπαρκτό προς επίλυση ζήτημα, δύο και πλέον αιώνες μετά τη δολοφονία του Ρήγα. Και είναι αυτό το στοιχείο, που εκτινάσσει στο διαρκές μέλλον μια πρόταση, που πνίγηκε στη γένεσή της, αποδεικνύοντας και στην περίπτωσή της την δύναμη και τον ρεαλισμό της ουτοπίας.

45. Πρβλ. Βερέμη στο (συλλογικό) Εθνική Ταυτότητα και Εθνικισμός στη Νεότερη Ελλάδα, έκδ. ΜΙΕΤ, 2003, σελ. 19.

46. Την πρόκληση αυτή εντοπίζει – έστω αμήχανα- και η μη ελληνική διανόηση- ιστοριογραφία, ειδικά όσο προσεγγίζει (με καθυστέρηση) τη μεσαιωνική ελληνική κληρονομιά. Ενδεικτικά η Averil Cameron, The Byzantines, εκδ. Blackwell, 2006, σελ. 178 : «As far as the question of Byzantium and Europe is concerned the role of Greece is therefore a paradox at several levels precisely because it is seen as the very birthplace of European culture, and thus the seat of the values held most dear, is also the place where the legacy of Byzantium is most contentious». Βλ. από την ελληνική ιστοριογραφία – διανόηση τις διατυπώσεις της Ελένης Γλύκατζη- Αρβελέρ, Γιατί το Βυζάντιο, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα, 2009, σελ. 254-255 «Μένει όμως το Βυζαντινό κατόρθωμα ζωντανό σαν θεμέλιο της εθνικής ταυτότητας κάθε Βαλκάνιου, αλλά και σαν ξύπνημα και προσήλωση στις αρχές που στηρίζουν τον ευρωπαϊκό πολιτισμό ως τα σήμερα, τη χριστιανοσύνη, τη ρωμιοσύνη και την ελληνοσύνη, που αναδεικνύουν ως πρώτη ευρωπαϊκή αυτοκρατορία, την αυτοκρατορία του ελληνισμού των μέσων χρόνων… Είναι λοιπόν ευρωπαίος κατά τον Valery, αυτός που υπέστη την επίδραση της ελληνικής ορθολογικής σκέψης, που γνώρισε την εμβέλεια των ρωμαϊκών διοικητικών θεσμών και που ζει σύμφωνα με την ιουδαϊκοχριστιανική πραγματικότητα».

47. Κώστας Αξελός, ό.π., σελ. 50.

48. Αξίζει να μνημονευθεί η εργασία του Έλληνα Παναγιώτη Κονδύλη, Η παρακμή του αστικού πολιτισμού, εκδόσεις Θεμέλιο, Αθήνα, 1995.

49. Κατά την έκφραση του Κονδύλη, ό.π., σελ. 47.

50. Κατά τον Χρήστο Γιανναρά, Η απανθρωπία του δικαιώματος, εκδ. Δόμος, Αθήνα 1998, σελ. 164 «οι αντιστάσεις προσαρμογής των ορθόδοξων κοινωνιών σε αυτό το υπόδειγμα είναι πολύ πιθανό να διασώζουν σπερματικές δυνατότητες ριζοσπαστικών αντιπροτάσεων στα καίρια αδιέξοδα της νεωτερικότητας».

51. Πρβλ. Ζ ι ά κ α «Αυτοείδωλον εγενόμην», ό.π., σελ. 386.

52. Βλ. ενδεικτικά τη θεώρηση του αμερικανού καθηγητή Samuel Huntigton, στο The Clash of Civilizations and Remaking of World Order (1996), η οποία (θεώρηση) έχει γίνει αντικείμενο εκτεταμένου σχολιασμού.

53. Βλ. ιδίως Θ . Ζ ι ά κ α , Ο σύγχρονος μηδενισμός, εκδ. Αρμός, Αθήνα, 2008.

πηγή Αντίφωνο,ΥΠΕΡΕΙΑ, ΤΟΜΟΣ 5, 2010

Posted in News and politics | Tagged , , , | 2 Comments

UTOPIAN SOCIETIES (IVa) – After Post-Socialism: Social Theory, Utopia, and the Work of Castoriadis in a Global Age

(BEING CONTINUED FROM  20/6/12)

A widespread feature of contemporary social theoretical commentary has been to
note the post-1970s troubles faced by social theory, utopia, Marxism, and  socialism, often linked to the proliferating “posts” and “ends of” that have marked  discussion in the human sciences over the past three-four decades. Thus, Peter
Wagner notes the doubts that have ‘arisen during the closing decades of the
twentieth century as to whether the social science’s way of observing, interpreting
and explaining the world really brought superior insights into the social life of
human beings;’1 thus, Perry Anderson argues that ‘the utopian itself has been in
general suspension since the mid-seventies,’ bringing a ‘remorseless closure of
space;’2 thus, we find a variety of lamentations and celebrations of the death of
Marxism and socialism – as either evidence of a dispiriting conformism, end to
contestation, disorientation, and political-intellectual stasis, or a welcome move  beyond the totalitarian imaginary, beyond the abstract, unrealistic schemes pushed   by disreputable intellectuals. I want to explore some of these notions, here – first
and foremost, by examining post-Marxism as an intellectual formation, and, in
particular, the concentrating on the work of Cornelius Castoriadis.
Castoriadis remains a somewhat neglected figure, even though a number of his
books have now appeared in English translation,3 and his work has not yet found a
place in the canon of political and social theory. This is unfortunate, because
Castoriadis is, I believe, an important thinker whose work has central links to more
prominent contributors to theoretical debates. Born in Constantinople in 1922,
Castoriadis was philosophically literate and politically active by his teenage years.
Hunted down in Greece in the early 1940s by both Stalinists and fascists, he left to
take up a never-completed doctoral thesis in France, where he worked as an
economist for the OECD, then as a psychoanalyst, and finally as an academic in the
school for advanced studies in the social sciences. He died in France in 1997.4
Perhaps Castoriadis is best known for his tutelage of the now-legendary group
Socialism or Barbarism, which split from the Trotskyist Fourth International in
1949, and whose ranks included psychoanalyst Jean Laplanche, philosopher Claude
Lefort, Jean-Francois Lyotard, and Guy Debord, author of The Society of the
Spectacle. Socialism or Barbarism belongs within that rather neglected political
current of what might be labelled “left communism”, a strand of socialism that
contested the socialist orthodoxies of both social democracy and Leninism, that
interpreted the regimes of “really existing socialism” as forms of capitalism, and
that posited the possibility of a different type of socialism, often a directly
democratic socialism of workers’ councils.
This left communist strand is of interest today, I shall argue towards the close of
this essay, but, for the most part, I am interested in Castoriadis as arguably the
earliest representative of that contemporary intellectual formation of “post-
Marxism”.5 In the following pages, I want, first, to explore the “co-ordinates of
unity”6 of this intellectual formation, illustrating them primarily with reference to
Castoriadis’ work. I then want to turn back to suggest that, today, the post-Marxist,
post-socialist contentions found in this work are more problematic than they once
might have appeared, troubled by the troubles of global capitalism. I am   suggesting, here, that what we have witnessed in the past decade or so is the fading   of both post-Marxist and post-socialist moments, and that, in related fashion, shifts
are visible in the realms of debate around social theory and utopia.

Post-Marxism
In order to examine the main features of post-Marxism as an intellectual formation,
I’m going to use Tormey & Townshend’s7 argument that post-Marxism is unified
by six central problems posed to Marx and Marxism – the problems of history, of
revolutionary subjectivity, of ethics, of positivism, of vanguardism, and of   democracy. I’ll treat these in turn.
As I have noted, Castoriadis broke fairly quickly from the Marxist orthodoxy of the
communist parties and sided with the Trotskyists, but from around the mid-1940s
he was already expressing dissatisfaction with some of their analyses, particularly
around the understanding of the character of the regime in the USSR.1* Over time,
Castoriadis became more and more critical of more and more of the Marxian
tradition, and in 1959 he made a decisive break with Marxism in a lengthy text he
circulated within Socialism or Barbarism,2* “Modern Capitalism and Revolution”.8
In this text, a major issue is that first post-Marxist problem: the problem of history.
This problem entails a critique of the teleological Marxist philosophy of history and
of Marxist economic determinism, the notion that all of social life can be
understood by reference to the economic base.9Castoriadis’ version of this problem
is that the late Marx, the Marx of Capital, in seeking to discover iron laws of
history and develop a strictly scientific analysis of capitalism, treats the value of the
commodity labour power as a fixed and objectively determined quantity, as if it   were, say, a lump of coal. 10 In doing this, Castoriadis charges, Marx ends up   perversely eliminating the factor of struggle from the story of history.
In this same text, wearing his economist’s hat, Castoriadis takes issue with a
number of the major emphases in Marxist economic theory. Against Marx,
Castoriadis argues that we are not seeing the immiseration of the working class,
growing reserve armies of labour, and uncontrollable, escalating crisis tendencies.
In fact, post-war in the core countries, we have full employment, rises in average
working class earnings, and the control of crisis tendencies through state
intervention and planning. Here Castoriadis turns to Weber, arguing that
bureaucratization in four spheres – production, the state, consumption, and working
class organizations – has transformed capitalism, making Marx’s portrait of midnineteenth
century British capitalism of little contemporary relevance.11
Castoriadis’ criticisms of Marxist economics are linked to that second post-Marxist
problem – the problem of revolutionary subjectivity. This problem encompasses
issues of agency in progressive social change (who makes revolution?), the
character of social struggles (what are the crucial divisions within society?), and
political identity (how do people become political animals?). The major key played
by post-Marxists here has been to question the Marxist prioritization of the working
class.12 Thus, one of Castoriadis’ points about the changes entailed by the coming
of bureaucratic capitalism is that manual workers in the West are increasingly a
minority. In addition, with rising wages, full employment, and the transformation
of the old labour organisations into cogs in the machine of capitalism, what remains
of the working class no longer strives for the radical transformation of society.13
Instead of pinning socialist hopes on this shrinking and increasingly moderate
industrial working class, Castoriadis turned his attentions and enthusiasms to the
new sorts of struggles that were emerging, struggles taking place beyond the
factory floor, contestations that were later to be characterised as the “new social
movements”. Furthermore, Castoriadis attempts to think again about what, in place
of capital versus labour, is the crucial scission within advanced social orders. A
first answer here is that the fundamental divide is that between order-givers and
order-takers, an argument connected to Castoriadis’ Weberian emphasis on
bureaucratisation. Subsequently, Castoriadis suggests that even this division was  losing relevance, and he strikes a more existentialist note in arguing that the central   basis for contestation in the contemporary period is to be found in the attitude of
individuals to the present social system – do they accept it or not?14
This existentialist note provides something of a segue into the next of those post-
Marxist problems, the problem of ethics. This is broadly the notion that Marxism
suffers from an “ethical deficit” or from “moral constipation”.15 That is, Marxism’s
tendency to think in terms of objective laws and goals of history, and its often
fervent opposition to liberalism and “bourgeois democracy” – for instance, rights
talk as merely an expression of atomization and the desire to protect private
property, liberal democracy as no more than one modality of the “dictatorship of
capital” – means a worrying reluctance to reflect in any independent and serious
fashion on questions of the good – these questions being merely ideological or
idealist.16 This problem isn’t raised as loudly by Castoriadis as it is by other post-
Marxists, who tend to take a more strongly post-modern line that foregrounds
difference and otherness and that warns of the dangers of totalising approaches in
theory and politics. Nevertheless, something of this concern is displayed in
Castoriadis’ psychoanalytic writings, where he insists on the need for an “ethic of
mortality”, an ability to live with the Abyss, in the absence of guarantees, a break
with the assumed omnipotence and immortality of the alienated person, from the
eternity promised by the ideologies of heteronomous society.17
This emphasis on the Abyss, the absence of guarantees, that we are more clearly
now without sure foundations for knowledge and political action, is connected to
the fourth post-Marxist problem – the problem of positivism. The major post-
Marxist line of argument here is a post-modern-inflected opposition to the
alignment between Marxism and the naive understanding of the operation of the
natural sciences (laws, prediction, experimentation, control). This is once again to
come back to Castoriadis’ criticisms of Marx’s objectivist view of capitalism, of
“theological” laws of history, and it is also linked to his argument that Marxism is
deeply implicated in the troubling modern fantasy of “unlimited rational mastery” –
the modern will to fully know, order, and control the natural world, the individual,
the social order.18

Faced with this problem, a common post-Marxist response has been to reject
Marxist determinism, to emphasise the limitations on what human beings can know
and do,19 and to underscore, to greater or lesser degrees, the contingency of social
life. And a common theoretical alternative to the conceptual apparatus of historical
materialism has been the post-Marxist turn to culture, meaning, discourse, and
language. Castoriadis’ version of this is his focus on “social imaginary
significations”.20 Here, Castoriadis underscores the importance of the “magma of
social imaginary significations”, the “web of meanings”, which give the society in
question its particular shape – things, language, reality, norms, ways of life and
death, anthropological types. A major hope among post-Marxists is that these
alternative theoretical languages offer a way to escape the reduction in Marxism of
the concrete to the abstract,21 to move from the simple conclusion that capitalism is
capitalism, and to allow access to the fine-grained differences across various social
formations. In Castoriadis, a crucial factor in leaning towards contingency against
Marxist determinism is the hitherto neglected role of the imagination. That is, for
him, the history of theory has been dominated by a view that being is being
determined, and this view neglects that radically new “forms and figures” are
constantly appearing, at the social level and at the level of the individual psyche.22
History, he says, is creation.
The fifth post-Marxist problem is the problem of vanguardism, entailing questions
about the function of political organizations, the role of intellectuals, and the
interpretation of “really existing socialism”. Here, we see a number of common
emphases among post-Marxists: a distancing from Lenin’s organisational strictures
in What is to be Done?; a post-modern deflation of notions of the privileged and
separate place of the intellectual 3* ; and various critiques of “really existing
socialism”. Castoriadis’ responses to these problems are as follows: he rejects
Leninist organisational ideas, emphasising the leading role of popular selforganisation;
he lends intellectuals an only modest role in progressive social
change; and he views the “communist” regimes – marked as they are by planning,
socialisation equated with nationalisation, and commodity production – as “total
bureaucratic capitalism”.23

In terms of more explicitly utopian questions, the designation of a better, not-yetexisting
way of being,24 we have the last of our post-Marxist problems, the problem
of democracy. Here, I think we could say that, across post-Marxism, a
reconsideration of democracy comes to replace explicit socialist commitments:
“radical democracy” in Laclau and Mouffe, and something similar in Heller and
Feher; Lefort insisting on the modern democratic mutation, where the place of
power becomes empty, as an unsurpassable horizon; “democracy to come” in late
Derrida. Castoriadis’ version of this is “autonomy”, those two breaks in human
history – in Greek Antiquity, then again in modern times – where we see the
unleashing of unlimited, endless questioning of ourselves and our institutions.
Castoriadis’ continued self-identification as a “revolutionary” is, I think, the
exception that proves the rule of an overall post-Marxist retreat or moderation of
emphasis, away from the old Marxian language of the dictatorship of the proletariat
and revolution, away from the maximalist critique of rights, liberalism, and
representative democracy.

Chamsy el-Ojeili

Victoria University Wellington, 2011

notes

1 Peter Wagner, A History and Theory of the Social Sciences (London: Sage, 2001), 1
2 Perry Anderson, “The River of Time,” !ew Left Review 26 (March-April 2004), 67-77
3 For an introduction to Castoriadis’ work, see Simon Tormey& Jules Townshend, Key Thinkers
From Critical Theory to Post-Marxism (London: Sage, 2006);see also some of the collections of
Castoriadis’ writings: Cornelius Castoriadis, The CastoriadisReader (Cambridge: Blackwell,
1997a); Cornelius Castoriadis, The World in Fragments: Writings on Politics, Society,
Psychoanalysis, and the Imagination (Stanford: Stanford University Press, 1997b); and Cornelius
Castoriadis, A Society Adrift, Interviews and Debates, 1974-1997 (New York, Fordham University
Press, 2010), for instance.
4 See David Ames Curtis, “Introduction,” in The Castoriadis Reader,ed. Cornelius
Castoriadis(Cambridge: Blackwell, 1997); David Ames Curtis, “Foreword,” in Political and Social
Writings, Volume 1, 1946-1955, ed. CorneliusCastoriadis(Minneapolis: University of Minnesota
Press, 1988a)
5 Other thinkers frequently embraced by this “post-Marxist” label include Claude Lefort, Ernesto
Laclau and ChantelleMouffe, Agnes Heller, Zygmunt Bauman, Jacques Derrida, JurgenHabermas,
Gilles Deleuze, and Jean-Francois Lyotard. See, for instance, Stuart Sim, ed., Post-Marxism: A  Reader (Edinburgh: Edinburgh University Press, 1998); Stuart Sim, Post-Marxism: An Intellectual   History (London: Routledge, 2000)
6 Perry Anderson, Considerations on Western Marxism (London: New Left Books, 1976)
7Tormey& Townshend, Key Thinkers From Critical Theory to Post-Marxism
8 Cornelius Castoriadis, Political and Social Writings, Volume 2, 1955-1960 (Minneapolis:
University of Minnesota Press, 1988b)
9Tormey& Townshend, Key Thinkers From Critical Theory to Post-Marxism
10Castoriadis, A Society Adrift
11Ibid.
12Tormey& Townshend, Key Thinkers From Critical Theory to Post-Marxism
13Castoriadis, A Society Adrift
14Ibid.; Castoriadis, Political and Social Writings, Volume 2; Cornelius Castoriadis, Political and
Social Writings, Volume 3, 1961-1979 (Minneapolis, University of Minnesota Press, 1993)
15 Lawrence Wilde, ed., Marxism’s Ethical Thinkers (New York: Palgrave, 2001)
16Tormey& Townshend, Key Thinkers From Critical Theory to Post-Marxism
17Castoriadis, The World in Fragments. See Zygmunt Bauman’s rather similar notion of the postmodern
condition as learning to live with ambivalence, as ‘modernity without its illusions.’Zygmunt
Bauman, Postmodern Ethics (Oxford: Blackwell, 1993)
18Castoriadis, TheCastoriadisReader. Similar emphases are to be found in Heller, Bauman, and
Lyotard.
19 Peter Beilharz, Postmodern Socialism: Romanticism, City and State (Melbourne: Melbourne
University Press, 1994)
20 See CorneilusCastoriadis, The Imaginary Institution of Society (Cambridge: Polity, 1987)
21 Ernesto Laclau&ChantelleMouffe, Hegemony and Socialist Strategy (London: Verso, 1985)
22Castoriadis, The CastoriadisReader; Castoriadis, The World in Fragments; Castoriadis, The
Imaginary Institution of Society
23 See Castoriadis, The CastoriadisReader
24 On utopia, see, for instance, Ruth Levitas, The Concept of Utopia (New York: Syracuse, 1990);
Ernst Bloch, The Principle of Hope [Three Volumes] (Cambridge: MIT, 1986)

 

1*.Castoriadis contended that the Trotskyist idea that this regime could be understood as a “deformed”
or “degenerated workers’ state” made little sense. We might as well, Castoriadis quipped, label the
social orders in advanced capitalist nations “workers’ states in gestation”.
2*.It is interesting to note that Jean-Francois Lyotard, the author of The Post-Modern Condition –
which argued the case that we had entered the age of incredulity towards meta-narratives, with the
Marxist metanarrative as the major object of criticism – strenuously objected to the text and became
part of what was rather cruelly labelled the “Paleo-Marxist tendency” within the group, a tendency
which sought to defend Marxism against Castoriadis’ heresy.

3*. See, for instance, Foucault’s discussion of the shift from universal to specific intellectuals, or
Bauman’s argument about legislator versus interpreter intellectuals.

source  www.philosophyandculture.org

(to be continued)

Posted in News and politics | Tagged , , , , , , , | Leave a comment

ΦΙΛΟΣ ΤΩ ΦΙΛΩ ΑΕΙ ΠΕΛΑΖΕΙ

a)Φίλε Αντιρατσιστή,

Πώς θα χαρακτήριζες ένα συλλαλητήριο όπου:

  • παρίσταντο μόνο άνδρες
  • ακούγονταν θρησκοληπτικά συνθήματα, δηλαδή η συνεκτική βάση των διαδηλωτών ήταν η θρησκευτική -και μόνο- συνείδηση
  • διασπείρονταν φονταμενταλιστικές ιδέες
  • πλάκωναν κάποιον στο ξύλο επειδή δεν τους άρεσε η φάτσα του (αν και ήταν “αλληλέγγυος”)
  • σταματούσαν τη διαδήλωση μόλις έδυε ο ήλιος, για να πουν μια καλησπέρα στον Αλλάχ ;;;

Πες μου αλήθεια φίλε αντιρατσιστή.

Αν δεν είχες δει στην αφίσα τον τίτλο του συλλαλητηρίου, δε θα έλεγες ότι αυτό το συλλαλητήριο είναι βαθύτατα ρατσιστικό, ξενοφοβικό και σκοταδιστικό;

Δε θα έλεγες ότι είναι στα πλαίσια του ισλαμικού εθνικισμού;

Κι όμως! Αυτά έγιναν στο ογκωδέστερο ως σήμερα αντιρατσιστικό συλλαλητήριο που έγινε πριν λίγες ημέρες στο κέντρο της Αθήνας, όπου παρευρέθησαν αρκετοί μετανάστες (μόνο άντρες) και “αλληλέγγυοι” του ακροαριστερού και αναρχικού χώρου.

Πάντως μη μου πει κανείς για ταξικό αγώνα των μεταναστών.

Το σύνθημα “ο Αλλάχ είναι μεγάλος” δε μου ακούγεται και τόσο ταξικό…

Μια πικρή αλήθεια…

Ας καταλάβουν κάποιοι πως η “αριστεροσύνη” δε μετριέται με κροκοδείλια δάκρυα για τους μετανάστες, οτιδήποτε κι αν κάνουν αυτοί.

Δε γίνεται να υποστηρίζονται ΚΑΙ όταν στοχοποιούνται αδίκως αλλά ΚΑΙ όταν αδικούν οι ίδιοι.

Αριστερά σημαίνει πάνω απ’ όλα Δικαιοσύνη.

Και η Δικαιοσύνη είναι αυστηρή και αμείλικτη.

Όταν οι άδικοι απαλλάσσονται λόγω φυλετικής ιδιότητας, τότε δε θα αργήσουν να στοχοποιηθούν και οι δίκαιοι λόγω φυλετικής ιδιότητας.

Όπως δε δέχομαι κανέναν να κρίνεται ένοχος βάσει καταγωγής, έτσι δεν ανέχομαι και κανέναν να κρίνεται αθώος βάσει καταγωγής και μόνο.

Εγώ στην κρίση μου δεν ξεχωρίζω Έλληνα από μετανάστη.

Όπως αντιμετωπίζω τους μεν έτσι αντιμετωπίζω και τους δε. Ως ανθρώπους.

Και όπως με μένος αντιμετωπίζω τους Χριστιανοταλιμπάν, έτσι με αντίστοιχο μένος αντιμετωπίζω και τους Ισλαμοταλιμπάν.

Και μάλιστα με κριτήριο καθαρά πολιτικο-συγκυριακό, οι τελευταίοι είναι πιο επικίνδυνοι στην παρούσα φάση, καθώς ο ισλαμικός εθνικισμός εντείνεται και επεκτείνεται από χώρα σε χώρα, αναζωογονώντας και το ιδεολογικό “αδερφάκι” του, το δήθεν αντίπαλο δέος, τον χριστιανικό φονταμενταλισμό.

Τους Ισλαμοταλιμπάν -να με συγχωρήσουν οι φίλοι μου οι αριστεροί και αντιρατσιστές- όχι απλά δεν τους στηρίζω και δεν τους συμπαθώ, αλλά θα τους χτυπώ όπως χτυπώ και τους Ταλιμπάν του δικού μας… εκλεκτού έθνους.

Άμα θέλει ο άλλος μουφτήδες, ιμάμηδες και μουλάδες να ορίζουν την κοινωνική του ζωή, ας πάει στη χώρα του να τους βρει.

Εδώ κάνουμε αμάν να στείλουμε στο διάολο τους τραγόπαπες και κοντεύουμε να το καταφέρουμε, θα φορτωθούμε και τραγόπαπες από την αλλοδαπήν;

Δε θα το αντέξω!

Εξάλλου στις χώρες τους ήδη ρίχνουν τους… “κακούς κοσμικούς” ηγέτες και με τη βοήθεια των Αμερικανών ανεβάζουν Ισλαμοταλιμπάν και Χομεϊνήδες.

Οπότε υπάρχει πεδίο δόξης λαμπρόν για να επιβάλλουν το θεοκρατικό καθεστώς που επιθυμούν εκεί.

Και τελοσπάντων δεν μπορώ να καταλάβω πώς αισθάνονται σήμερα οι αντιρατσιστές που συμμετείχαν σ’ ένα συλλαλητήριο όπου σημαντικό μέρος των συμμετεχόντων εξέφραζε ρατσιστικά ιδεώδη.

Δεν μπορώ να καταλάβω πώς κατεβαίνει κάποιος αριστερός/αναρχικός στο δρόμο χέρι-χέρι με κάποιον που παλεύει υπέρ του σκοταδισμού.

Με κάποιον που στον Χρυσαυγίτικο αναδυόμενο σκοταδισμό αντιπαραβάλλει τον δικό του Χομεϊνίδικο σκοταδισμό.

Αν αυτοί οι διαδηλωτές αντί για μετανάστες τύχαινε να είναι Έλληνες, οι ίδιοι “Αλληλέγγυοι” θα τους αντιμετώπιζαν ως εθνικιστές και φασίστες και… θα τους πέταγαν πέτρες.

(Διαβάστε και μια άλλη ενδιαφέρουσα άποψη επί του θέματος εδώ: http://kerasiakrinoi.blogspot.gr/2012/09/blog-post_4521.html )

Εξάλλου, θα έπρεπε να γνωρίζουν (και μάλλον το γνωρίζουν) ότι ο ολοένα και αυξανόμενος ισλαμικός φονταμενταλισμός το μόνο που τρέφει είναι τον αντίστοιχο “ελληνοχριστιανικό”.

Και τελικά το μόνο που προσφέρει στους μετανάστες είναι ακόμη μεγαλύτερη ανοχή ενός μεγάλου μέρους των Ελλήνων πολιτών απέναντι σε ρατσιστικά εγκλήματα κατά μεταναστών.

Το μόνο που προσφέρει η στήριξή τους στον ισλαμικό φονταμενταλισμό είναι η ακόμη μεγαλύτερη στοχοποίηση των μεταναστών από την ελληνική κοινωνία.

Και γι αυτή τη στοχοποίηση δεν είναι αποκλειστικά υπεύθυνος ο “μικροαστός ελληνικός λαός”, όπως επαίρονται οι ξερόλες ελιτιστές αντιρατσιστές, αλλά είναι υπεύθυνη και η στάση των συλλόγων των μεταναστών που δεν παίρνουν επαρκείς αποστάσεις από την μεταναστογενή εγκληματικότητα, όπως επίσης και η στάση της αριστεράς (εξαιρουμένου ίσως του ΚΚΕ), η οποία ενώ βγαίνει απ’ τα ρούχα της σε κάθε έγκλημα κατά μετανάστη, ταυτόχρονα κλείνει τα μάτια στα αντίστροφα εγκλήματα όπου εμπλέκονται μετανάστες.

Δυστυχώς η Αριστερά, σε όλες σχεδόν τις εκφάνσεις της, είναι όμηρος αντιρατσιστικών (ΜΚ)οργανώσεων και συνιστωσών, επαγγελματιών του αντιρατσισμού, που προσφέρουν ελάχιστα και στην κοινωνία και στους μετανάστες, ενώ συμβάλλουν περισσότερο στην περαιτέρω ανάπτυξη του εκατέρωθεν φυλετικού μίσους, μεταξύ Ελλήνων και μεταναστών.

(ένα μικρό ρεπορτάζ από το εν λόγω συλλαλητήριο)

Εγώ ζω δίπλα σε μετανάστες, κάθε μέρα καλημεριζόμαστε με χαμόγελο, συζητάμε για τα προβλήματά τους και για τα δικά μου και έχουν όλη την ειλικρινή στήριξή μου, όπως και εγώ τη δική τους. 

Και μάλιστα στάθηκα στο πλευρό τους όταν μου αποκάλυψαν πως κάποιοι εδώ γύρω είναι Χρυσαυγίτες και ότι έμαθαν πως οι δολοφόνοι της Χ.Α. σιγά-σιγά ετοιμάζονται να αρχίσουν το κυνηγητό εναντίον τους.

Στις συζητήσεις όμως που έχουμε κάνει δεν έχουν απαιτήσει ουδέποτε την επιβολή των δικών τους πιστεύω και συνηθειών, μεταξύ των οποίων κάποιες ίσως είχαν στη χώρα τους.

Οι άνθρωποι πιστεύουν σε όποιον Θεό θέλουν, τον λατρεύουν αυτοί όπως νομίζουν, δεν ενοχλούν κανέναν, δουλεύουν και όλοι τους σφίγγουν το χέρι, γιατί δεν τους φοβάται κανείς.

Την πληρη στήριξή μου έχει και κάθε άλλος μετανάστης που ήρθε εδώ για να ζήσει ήρεμα και ειρηνικά, απ’ όπου κι αν είναι, ό,τι χρώμα κι αν έχει, σε όποιον Θεό κι αν πιστεύει, χωρίς όμως να επιχειρεί να μου επιβάλει Ταλιμπανικές ιδεολογίες και πρακτικές.

Αν και εφόσον το επιχειρήσει, τότε θα επιχειρήσω να τον συντρίψω.

Είτε είναι από τα Φάρσαλα είτε από το Ισλαμαμπάντ.

Οφείλουμε να πολεμήσουμε το ρατσιστικό μίσος από κάθε πλευρά.

Στην παρακάτω εικόνα Ταλιμπανο-διαδηλωτές σε άλλη χώρα απαιτούν με πανό την “καρατόμηση όποιου προσβάλλει το Ισλάμ”!

Θα ήθελα τοποθέτηση από τους διαδηλωτές του αντιρατσιστικού.

Θα πλακώνανε στο ξύλο όποιον ανέβαζε και στη χώρα μας τέτοιου είδους πανώ;

Ή αφού είναι μετανάστης, όλα επιτρέπονται;

Γιατί, αν κανένας Χριστιανός σήκωνε τέτοιο πανώ θα τον πλακώνατε στο ξύλο. Κι εγώ μαζί σας θα του ‘ριχνα.

Στον Ισλαμιστή γιατί όχι; Έχει ειδική μεταχείριση; Κάνουμε φυλετικούς διαχωρισμούς; 

Και μη μου πείτε πως δε σηκώθηκε τέτοιο πανώ, επομένως είναι άκυρη η ερώτησή μου.

Διότι πολλάκις έχουν εκφραστεί επιθετικές απόψεις από πλευράς οργανώσεων μεταναστών και δεν είδα να αντιδράτε ποτέ.

Να θυμηθούμε μήπως τότε που κάποιος μπάτσος (-γουρούνι-δολοφόνος) έσκισε το Κοράνι που κρατούσε κάποιος μετανάστης και ταχθήκατε στο πλευρό των Ισλαμο-ταλιμπάν που προέβησαν σε δυσανάλογα αντίποινα; 

Για να ξηγιόμαστε:

Ο Ταλιμπανισμός δε θα περάσει από καμιά πλευρά.

Γιατί αλλιώς, μαζί με τα ξερά, θα καούν και τα χλωρά. 

Ο ολοκληρωτισμός και ο σκοταδισμός έχουν μόνο ένα χρώμα: ΜΑΥΡΟ.

Ό,τι περιτύλιγμα κι αν τους βάλεις (πράσινο, κόκκινο, ροζ, κοκκινόμαυρο, πορτοκαλί, γαλάζιο), με ό,τι βιβλία κι αν τον νανουρίσεις (Ευαγγέλιο, Κοράνι κλπ.), πάντα μαύρος παραμένει.

Και δε νοείται Αριστερός, Δημοκράτης και Ουμανιστής να υποστηρίζει το Μάυρο Ολοκληρωτισμό των Χομεϊνήδων.

Όποιος τον υποστηρίζει, αρχίδια αριστερός, δημοκράτης ή ουμανιστής είναι.

Και πάνω απ’ όλα, αρχίδια αντιρατσιστής είναι.

ΥΓ.: Είμαι πρόθυμος να παλέψω στο πλευρό Ελλήνων και μεταναστών για την οικοδόμηση μιας κοινωνίας ελεύθερης, δίκαιης, προοδευτικής και δημοκρατικής.

Δε νοούμαι να παλέψω στο πλευρο κανενός ντόπιου ή μετανάστη που επιδιώκει σκοταδιστική οπισθοδρόμηση.

Δε νοούμαι να παλέψω στο πλευρό καμιάς “Ελένης Λουκά με Κοράνι”.

Πηγή: Τοίχο – τοίχο

 

β)27% παλάτια στην άμμο

 

Στον ενθουσιασμό μας για το ιστορικό εκλογικό ποσοστό που κέρδισε ο ΣΥΡΙΖΑ στις εκλογές του Ιουνίου, μας ξέφυγε μια μικρή λεπτομέρεια. Η χώρα δεν τραβάει αριστερά, αλλά πορεύεται ολοταχώς προς τη Δεξιά, την Άκρα Δεξιά και το Νεοναζισμό.

Ας το δούμε αυτό με κάποια στοιχεία. Κατ’ αρχάς οι πολιτικές δυνάμεις που βρέθηκαν στις κυβερνήσεις των τελευταίων τριών χρόνων και είναι υπεύθυνες για τη συστηματική καταστροφή αυτής της χώρας, ξαναέγιναν κυβέρνηση.

Και αυτό σημαίνει ότι περίπου ένας στους δύο Έλληνες ψήφισε την απόλυση από τη δουλειά του, την εγγυημένη μακρόχρονη ανεργία του, την πιθανή απώλεια του αυτοκινήτου και του σπιτιού του. Και σε αυτές τις καταστάσεις η αυτοκτονία είναι μια σίγουρη έξοδος από την κρίση. Αυτές οι αυτοκτονίες δεν έχουν ψυχολογικά κίνητρα αλλά κοινωνικά. Είναι μια από τις πολλές συνέπειες της κρίσης.

Η αντικατάσταση του Καρατζαφέρη στην κυβέρνηση από τον Κουβέλη, δεν κάνει τη ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ αριστερότερα, αλλά κάνει τη ΔΗΜΑΡ να μετατοπίζεται δεξιά και να ευθυγραμμίζεται πλήρως με τους δύο δεξιούς κυβερνητικούς συμμάχους. Άρα ο κυβερνητικός συνασπισμός, είναι μια δεξιά συμμαχία μεγάλου εύρους που περιλαμβάνει από Πλεύρη και Γεωργιάδη μέχρι Κουβέλη και Ψαριανό. Και αυτό είναι μια επιτυχία της ΝΔ.

Σε αυτή την επτακομματική Βουλή βρήκαν θέση δύο νέα κόμματα της δεξιάς. Το ένα ακροδεξιό και το άλλο ναζιστικό. Τα ποσοστά τους είναι εντυπωσιακά. Με την πρώτη τους εμφάνιση οι Ανεξάρτητοι Έλληνες παίρνουν 7,51%. Η Χρυσή Αυγή υπερφαλαγγίζει το ιστορικό ΚΚΕ, που έχει περίπου έναν αιώνα ζωή και είναι το αρχαιότερο κόμμα της Βουλής, και ξεπέρασε τη Δημοκρατική Αριστερά που στις εκλογές διεκδικούσε ακόμα την υπεύθυνη Αριστερά.

Το σταθερό περίπου ποσοστό του 7% που πήρε η Χρυσή Αυγή και στις δύο εκλογικές αναμετρήσεις λέει πολλά. Ειδικά αν το συγκρίνεις με τα ποσοστά του ΣΥΝ, που για χρόνια έδινε τη μάχη του 3%.

Αυτοί που ψήφισαν τη Χρυσή Αυγή ανέρχονται στις εκλογές του Μαΐου περίπου σε 441.000 και σε αυτές του Ιούνη σε 426.000. Έχασαν μόνο 0,05%. Δηλαδή είναι μια δύναμη συμπαγής, που δείχνει να διαθέτει οπαδούς και φίλους που είχαν σε μεγάλο βαθμό πλήρη συνείδηση τι ψήφιζαν. Το ότι παρασύρθηκαν δεν είναι σωστό.

Αυτό μπορεί να ισχύει για τους ψηφοφόρους του κυβερνητικού σχηματισμού που είχαν την ένθερμη υποστήριξη όλων των ΜΜΕ, ενώ η Χρυσή Αυγή δεν διέθετε αυτό το προνόμιο. Άρα αυτό το ποσοστό το οφείλει στη σχέση της με την κοινωνία, που δείχνει να την ανέχεται και σε μερικές περιπτώσεις να την υποστηρίζει ενεργά. Ένα τέτοιο κόμμα έχει προοπτικές ανάπτυξης και δεν αποκλείεται στις επόμενες εκλογές να τρίβουμε τα μάτια μας.

Η ακροδεξιά στην Ελλάδα έχει βαθιές ρίζες και οι ιδέες της είναι διάχυτες σε όλη την κοινωνία άσχετα από την κομματική ένταξη. Π. χ. ο ρατσισμός, η ξενοφοβία σε διάφορους βαθμούς είναι στοιχείο της προσωπικότητας του Νεοέλληνα.

Ο ατομικισμός και ο εγωκεντρισμός που συνοδεύεται από μια υποταγή σε μια ανώτερη και αδιαμφισβήτητη εξουσία, είναι θεμελιώδης αρχή του φασισμού. Χαρακτηριστική περίπτωση εκλεπτυσμένης φασιστικής προπαγάνδας είναι οι ταινίες του Κλιντ Ίστγουντ, όπου υπάρχει ένα ανώτερος ήρωας, που δρα πάντα μόνος, εκτός θεσμών, κοινωνίας, συλλογικότητας και θριαμβεύει χάρη στις ξεχωριστές του ικανότητες τιμωρώντας τους κακούς όπου και να βρίσκονται.

Η δράση κοινωνικών δυνάμεων, η πάλη των τάξεων, είναι άγνωστη και ανύπαρκτη στις ταινίες του Ίστγουντ. Και όμως έχει φανατικούς θαυμαστές από την Αριστερά, που δεν χάνουν ταινία του.

Η εγγλέζικη απόβαση στην απελευθερωμένη εαμική Ελλάδα αποσκοπούσε στη συντριβή του ΕΑΜ και την κατάκτηση της Ελλάδας. Σκοπός που επετεύχθη, άσχετα αν μετά τη χάρισαν στις ΗΠΑ. Δική τους ήταν και ό,τι ήθελαν την κάνανε. Το πρόβλημά τους ήταν πώς θα οικοδομούσαν ένα μεταπολεμικό νεοελληνικό κράτος αντικομμουνιστικό και στη δική τους υπηρεσία.

Οι φασίστες του Μεταξά, οι συνεργάτες των Ναζί, οι δοσίλογοι, οι παρακρατικές συμμορίες δολοφόνων στελέχωσαν αυτό το κράτος και περίπου για τρεις δεκαετίες οι ακροδεξιές αντικομμουνιστικές ιδέες ήταν η επίσημη κρατική ιδεολογία, που την υποστήριζε με φυλακίσεις, βασανιστήρια, εκτελέσεις και λογοκρισία. Για μια θέση καθαρίστριας στο δημόσιο χρειαζόσουν πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων. Αυτή την κληρονομιά διεκδικεί η Χρυσή Αυγή και δεν αποκλείεται να τη δούμε αξιωματική αντιπολίτευση σε περίπτωση που ο ΣΥΡΙΖΑ γίνει κυβέρνηση.

Ένα άλλο στοιχείο που επιβεβαιώνει την κυριαρχία ακροδεξιών και ρατσιστικών συμπεριφορών, είναι η ανοχή της κοινωνίας, της κυβέρνησης και της Αστυνομίας στην οργανωμένη βία των ακροδεξιών συμμοριών που δολοφονούν, μαχαιρώνουν, ξυλοκοπούν όποιο μετανάστη βρουν ανήμπορο και μεμονωμένο ή όποιον Έλληνα τον θεωρούν αναρχικό ή μπολσεβίκο.

Τη γραμμή της βίας την επιβεβαίωσε τηλεοπτικώς ο βουλευτής της Χρυσής Αυγής Κασιδιάρης χτυπώντας δύο βουλευτίνες της Αριστεράς, την Δούρου και την Κανέλλη. Δεν του έγινε καμία δίωξη, όπως και ουδείς έχει συλληφθεί για τις δολοφονίες των μεταναστών.

Πράγμα που σημαίνει ότι κάποιος τους προστατεύει, κάποιος τους ανέχεται και κάποιος τους καλύπτει. Και τα ΜΜΕ κρατούν μια ύποπτη σιγή γι’ αυτά τα εγκλήματα. Και η Χρυσή Αυγή αναπτύσσεται απρόσκοπτα με την καθημερινή ωμή βία, ορατή πια απ’ όλους. Δύσκολοι λοιπόν καιροί για τους πρίγκιπες της χώρας του ΣΥΡΙΖΑ.

Εκτός από καμένη γη κυριολεκτικά, καταστρεμμένη οικονομία με τις πλουτοπαραγωγικές πηγές της χώρας στα χέρια του παγκοσμιοποιημένου αρπαχτικού καπιταλισμού, με ανεργία που αυξάνεται κατά 1.300 ανθρώπους περίπου την ημέρα, με εκποίηση της ελληνικής γης στη Ρόδο και Κέρκυρα, με παράδοση της αγροτικής παραγωγής στις πολυεθνικές (αυτό στην ουσία σημαίνει το δώρο της Αγροτικής στην Πειραιώς.) και ξεχαρβαλωμένη Υγεία και Παιδεία, έχουμε μπροστά μας τη ναζιστική απειλή που μπορεί να γίνει και κυβέρνηση, αν ο ΣΥΡΙΖΑ αποτύχει και τα πάει τόσο καλά όσο η Δημοκρατία της Βαϊμάρης.

Και αν ο ΣΥΡΙΖΑ δεν τα καταφέρει να βγάλει τη χώρα από την κρίση και δεν δώσει μια συγκεκριμένη προοπτική ανάπτυξης και ευημερίας, άθελά του θα γίνει η αίθουσα αναμονής του νεοναζισμού. Τα σημερινά πρώην μεγάλα κόμματα θα συρρικνωθούν ακόμα περισσότερο και αποτελούν εν δυνάμει συμμάχους της Χρυσής Αυγής για να αντιμετωπίσουν τον κοινό εχθρό, το νέο μπολσεβικισμό που λέγεται ΣΥΡΙΖΑ. Και η Ευρώπη της Μέρκελ θα επιδοκιμάζει.

Ο ΣΥΡΙΖΑ, πέρα από το μεγάλο πρόβλημα της συγκρότησής του σε ενιαίο φορέα, πράγμα καθόλου εύκολο γιατί η αντίσταση των γραφειοκρατών είναι δεδομένη –όταν δουν πως κινδυνεύουν οι έμμισθες καρέκλες τους και η πολυπόθητη προοπτική για το κοινοβούλιο– έχει να αντιμετωπίσει ένα ακόμα μεγαλύτερο πρόβλημα: το ρίζωμα του στην κοινωνία δημιουργώντας από τώρα κοινωνικούς θεσμούς που θα λειτουργούν για τον εαυτό τους, π.χ. δίκτυα αλληλεγγύης, συνεταιρισμούς, αγορές, κοινωνικά ιατρεία, φαρμακεία, και πολλά άλλα, χτίζοντας από τώρα τον κοινωνικό ιστό της χώρας με βάση την αλληλεγγύη, τη δικαιοσύνη και την ισότητα.

Αν ο ΣΥΡΙΖΑ μείνει μόνο στις κοινοβουλευτικές του δάφνες και αγνοήσει τη βάση του, δηλαδή την κοινωνία, θα μετατραπεί ταχύτατα σε μια νέα πολιτική εκδοχή που θα είναι σύνθεση ΠΑΣΟΚ-ΔΗΜΑΡ.

Αλλά για να γίνουν όλα αυτά χρειάζεται ένας καθαρός ιδεολογικός άξονας που να πηγαίνει βαθιά στην Ιστορία της Αριστεράς και να πολιτεύεται με τις ιδέες της Αριστεράς του 21ου αιώνα. Να διεκδικήσουμε τους επτανήσιους ριζοσπάστες που ξεκίνησαν τον ελληνικό σοσιαλισμό, που ανακόπηκε λόγω «μπολσεβικοποίησης» που κυριάρχησε ένεκα της Μόσχας, να πάρουμε όλα τα ρεύματα που διαμορφώθηκαν τον 19ο και 20ό αιώνα, π.χ. αναρχικούς, τροτσκιστές, μαοϊκούς, αριστερούς σοσιαλιστές και ό,τι άλλο θέλεις, απ’ όλα έχει ο μπαξές, για να καταλάβουμε την ουσία της Αριστεράς που δεν είναι δόγμα, αλλά ανάλυση και σκέψη που μας επιτρέπει να καταλάβουμε την πραγματικότητα, για να δράσουμε και να την αλλάξουμε.

Και καλά όλα αυτά. Αλλά η κοινωνία τι θέλει; Από τη μεταπολίτευση μέχρι και σήμερα, για τέσσερις περίπου δεκαετίες είχαμε κυβερνήσεις της δεξιάς ΝΔ ή της παραλλαγμένης κρυπτοδεξιάς του ΠΑΣΟΚ, που όλες εκλέχτηκαν με ψεύτικες εξαγγελίες. Δηλαδή με μια προεκλογική απάτη. Υποσχέθηκαν μια επόμενη χρυσή τετραετία, που δεν ήρθε ποτέ, χρησιμοποιώντας μια παραλλαγή του «λεφτά υπάρχουν».

Το ίδιο λένε και για τα μνημόνια. Θα κάνουμε τώρα θυσίες, για να απολαύσουμε αύριο τους καρπούς των θυσιών μας. Αλλά ιστορικά δεν υπάρχει κανένα τέτοιο προηγούμενο. Αντίθετα, έχουμε δεκάδες παραδείγματα οριστικής καταστροφής χωρών, που είχαν την ίδια πολιτική Σαμαρά-Βενιζέλου-Κουβέλη, κατά κανόνα από τριτοκοσμικούς δικτάτορες αρχής γενομένης από τον Πινοσέτ.

Η ανάπτυξη βρίσκεται εκτός μνημονίων και των νεοφιλελεύθερων πολιτικών τής Παγκόσμιας Τράπεζας και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου. Και αυτό θέτει επί τάπητος τη συζήτηση αν τελικά η παραμονή μας στην ΕΕ και το ευρώ είναι προς το συμφέρον της Ελλάδας ή των τοκογλύφων. Και επειδή όλα όσα προέρχονται από τον ΣΥΡΙΖΑ διαστρεβλώνονται, καλό είναι να κάνουμε μια διευκρίνιση για τους κάθε αδίστακτους Κεδίκογλους της πολιτικής ή της δημοσιογραφίας. Άλλο πράγμα η συζήτηση για την ΕΕ και το ευρώ, που γίνεται σε όλη την Ευρώπη, και άλλο πράγμα η άμεση έξοδος από την ΕΕ.

Οι τέσσερις δεκαετίες της μεταπολίτευσης δεν δημιούργησαν νέα αριστερά πολιτικά κινήματα. Οι Οικολόγοι-Πράσινοι και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ δεν μπόρεσαν να αναπτυχθούν και να πάρουν ένα ποσοστό που θα τους επέτρεπε την είσοδο στη Βουλή. Και αυτό θα μπορούσε να ήταν «γραδόμετρο» για να μετρήσουμε σε τι βαθμούς έχει φτάσει η Αριστερά.

Περικλής Κοροβέσης
perkor29@gmail.com

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην Εποχή:   http://epohi.gr/

Posted in News and politics | Tagged , , , , | Leave a comment