ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΡΩΜΑΙΚΩΝ ΦΡΑΤΡΙΩΝ ΤΩΝ ΒΛΑΧΩΝ/ΒΑΛΑΧΩΝ Ο ΛΟΓΟΣ (D)


(ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΑΠΟ   4/1/19)

Το ότι οι βλάχοι έμποροι στην Αψβουργική Μοναρχία ενεργοποιούνται
για την επιβολή μιας γλώσσας διαφορετικής από τη μητρική τους είναι
γεγονός που παραπέμπει σε μια πραγματικότητα που ίσχυε, ήδη πριν τη
μετανάστευση τους στην Κεντρική Ευρώπη, στους τόπους καταγωγής
τους. Οι Βλάχοι της Μακεδονίας και της Ηπείρου (Armânu/Armâni στη
γλώσσας τους) μιλούσαν ένα ρομανικό γλωσσικό ιδίωμα που συγγένευε με
τα δακορουμανικά και δεν διέθετε γραπτή παράδοση. Πληθυσμός του βουνού
-η μεγαλύτερη πληθυσμιακή τους συγκέντρωση βρισκόταν κατά μήκος
της οροσειράς της Πίνδου-, οι Βλάχοι ανέπτυξαν τις τυπικές για τον ορεινό
χώρο μικτές μορφές οικονομίας (μικρής έκτασης γεωργία, κτηνοτροφία,
εμπόριο, οικιακή βιοτεχνία) σε συνδυασμό με μια έντονη γεωγραφική
κινητικότητα. Αυτή η ποικιλία οικονομικών δραστηριοτήτων συνέβαλε
στη διαμόρφωση όχι μόνο κοινωνικών αλλά και πολιτισμικών διαφοροποιήσεων
μεταξύ των Βλάχων50. Κατά την εποχή της πρώτης καταστροφής της Μοσχόπολης και της περιοχής της από αλβανικές ληστρικές συμμορίες,
το 1769, είχαν ήδη διαμορφωθεί δυο ομάδες Βλάχων με διακριτά
οικονομικά, κοινωνικά και πολιτισμικά χαρακτηριστικά.

Εκείνοι που ασχολούνταν με το χερσαίο εμπόριο, ήταν εγκατεστημένοι στη Μοσχόπο-
λη και σε αστικά κέντρα των Βαλκανίων, αποτελούσαν την οικονομική και
κοινωνική ελίτ των Βλάχων και ήταν έντονα εξοικειωμένοι με την ελληνική
γλώσσα, η χρήση της οποίας δεν υπαγορευόταν μόνο από επαγγελματικούς
λόγους -τα ελληνικά ήταν η γλώσσα της εμπορικής επικοινωνίας
στην περιοχή- αλλά και από λόγους κοινωνικούς. Η ελληνική ήταν η επίσημη
γλώσσα της Εκκλησίας και των μορφωμένων στρωμάτων και η
χρήση της λειτουργούσε ως κοινωνική επισφράγιση της οικονομικής δύναμης
των εμπορικών τάξεων των Βαλκανίων51. Απ’ την άλλη, υπήρχαν οι
Βλάχοι που εξακολουθούσαν να ασχολούνται με την ημινομαδική κτηνοτροφία,
ζούσαν για μεγάλο χρονικό διάστημα στους αμιγείς, ορεινούς
βλάχικους οικισμούς και χρησιμοποιούσαν το μητρικό τους ιδίωμα52. Οι
Βλάχοι στις εμπορικές εγκαταστάσεις της Αψβουργικής Μοναρχίας ήταν
ακριβώς οι εύποροι και με ελληνική γλωσσική κουλτούρα βλάχοι έμποροι της Μακεδονίας και της Ηπείρου, που ιδίως μετά την καταστροφή της
Μοσχόπολης μετακινήθηκαν μαζικά προς την Κεντρική Ευρώπη53.
Η αντικατάσταση του θρησκευτικού από το γλωσσικό ως κριτηρίου
εκκλησιαστικής οργάνωσης και κοινοτικής συσπείρωσης, που προέκυψε
από τις διαμάχες Ελλήνων και Βλάχων από τη μια και Σέρβων από την
άλλη, η ιδέα του έθνους ως γλωσσικής κοινότητας, που προετοιμάστηκε
μέσα από τα έργα βαλκάνιων λογίων, σε συνδυασμό με τον αναπτυσσόμενο
εθνικισμό των αρχών του 19ου αιώνα θα έχουν, ωστόσο, επίδραση και
στην ταυτότητα των Βλάχων.

Στην Αψβουργική Μοναρχία θα τεθεί το ζήτημα μιας ιδιαίτερης βλάχικης ταυτότητας -πιθανόν παράλληλα με τις «ελληνοσερβικές» συγκρούσεις, κι ας μη μας παραξενεύει αυτό-, που,ανάλογα με τις κοινωνικές συνθήκες και τις προτεραιότητες που ίσχυαν
στις κατά τόπους εμπορικές εγκαταστάσεις, θα λειτουργήσει παράλληλα
και σε αρμονία με την ελληνική ή θα συγκρουστεί μαζί της. Οι απόπειρες
έκφρασης μιας ιδιαίτερης βλάχικης ταυτότητας εκφράστηκαν με τις προσπάθειες
-συμβατές με το κλίμα της εποχής- γραπτής κωδικοποίησης της
βλάχικης διαλέκτου. Το 1797 ο Κωνσταντίνος Ουκοΰτας, πρωτοπαπάς
στην ορθόδοξη εκκλησία του Πόζναν, τύπωσε στη Βιέννη το πρώτο βλάχικο
αλφαβητάριο54. Μερικά χρόνια αργότερα, το 1813, στην ίδια πόλη ο
Μιχαήλ Μποϊατζής, δάσκαλος του ελληνικού σχολείου της Βιέννης, εξέδωσε
τη Γραμματική Ρωμανική, ήτοι Μακεδονοβλαχική55. Το αλφαβητάριο
του Ουκοΰτα και η γραμματική του Μποϊατζή συνιστούν δυο διαφορετικές
εκδοχές της βλάχικης ταυτότητας. Ο Μίλτος Γαρίδης είδε στο χρησιμοποιούμενο
για τη μεταγραφή της βλάχικης διαλέκτου αλφάβητο
-ελληνικό από τον Ουκοΰτα, λατινικό από τον Μποϊατζή- δυο διαφορετικούς
ιδεολογικούς προσανατολισμούς. Εκείνον που επέμενε στη βλάχικη
γλωσσική ιδιαιτερότητα, έβλεπε όμως τους Βλάχους ως τμήμα του ελληνισμού κι εκείνον που υπεραμυνόταν της αυτονόμησης της βλάχικης
ταυτότητας από την ελληνική56.

Η επιλογή του λατινικού αλφαβήτου αναδείκνυε
τις λατινικές ρίζες της βλάχικης διαλέκτου και συνέβαλε στη διαμόρφωση
μιας συνείδησης λατινικότητας από πλευράς των Βλάχων, που
με τη σειρά της παρέπεμπε τους τελευταίους στην ανακάλυψη της γλωσσικής
και εθνοτικής τους συγγένειας με τους Ρουμάνους των Παραδουνάβιων
Ηγεμονιών και της Τρανσυλβανίας57. Πέντε χρόνια πριν από τον
Μποϊατζή, το 1808, ο σπουδαστής ιατρικής στη Βουδαπέστη, Γεώργιος
Κωνσταντίνου Ρόζια, είχε εκδόσει τις Εξετάσεις περί των Ρωμαίων ή των
ονομαζόμενων Βλάχων, όπου έθιγε το ζήτημα του αλφαβήτου, εξηγούσε
τις αιτίες για τις οποίες οι Ρουμάνοι αντικατέστησαν το αρχικό λατινικό
τους αλφάβητο με το σλαβονικό και υπογράμμιζε τη στενή γλωσσική και
εθνοτική συνάφεια των δυο ομάδων58. Η καλλιέργεια της ρομανικής ταυτότητας
προωθήθηκε στα παραπάνω έργα και με την επιλογή των τΰπων
Ρωμαίος/ρωμανικόςγια τον προσδιορισμό των Βλάχων. Δεν θα ήθελα εδώ
να καταπιαστώ με το πρόβλημα της ονομασίας των Βλάχων59. Το γεγονός,
πάντως, ότι προβλήθηκε ένας προσδιορισμός που πλησίαζε περισσότερο
στον όρο που χρησιμοποιούσαν οι ίδιοι οι Βλάχοι στο λατινόφωνο ιδίωμα
τους (Armânu/Armâni) για να αυτοπροσδιοριστοΰν και παρέπεμπε σε
συγγένειες με τους Ρουμάνους, είναι ενδεικτικό του νέου ιδεολογικού προσανατολισμού.

Τέλος, μια τρίτη τάση μεταξύ των Βλάχων θα μπορούσαμε να πούμε
ότι ήταν αυτή που αντιπροσώπευε ο Δημήτριος Δάρβαρης. Με πλούσια
μεταφραστική δραστηριότητα στην αρχαία και νέα ελληνική, σερβική και
γερμανική γλώσσα, ο κλεισουριώτης λόγιος δεν ασχολήθηκε με την κωδικοποίηση
της μητρικής του διαλέκτου. Όπως προκύπτει από το προοίμιο
της Γραμματικής Απλοελληνικής που εξέδωσε το 1806, ο Δάρβαρης δεχόταν
μεν ότι οι Έλληνες και οι Βλάχοι συνιστούσαν δυο διαφορετικές
γλωσσικές, τουλάχιστον, ομάδες, αναγνώριζε όμως την αναγκαιότητα
εκμάθησης της ελληνικής από τους ομογενείς του. Έμπορος και ο ίδιος,
άλλωστε, σκέφτεται με πνεύμα πραγματιστικό: αν οι Βλάχοι επιθυμούν να
ασχοληθούν με το εμπόριο, να σπουδάσουν και να προκόψουν, τότε χρειάζονται
τα ελληνικά60.
Η στάση των βλάχων εμπόρων της Μοναρχίας απέναντι στο ζήτημα
του ιδεολογικού προσανατολισμού της βλάχικης ταυτότητας δεν υπήρξε
ενιαία. Η γλωσσική και εθνοτική διαφοροποίηση μεταξύ Βλάχων και
Ελλήνων έλαβε συγκρουσιακή διάσταση στην ορθόδοξη κοινότητα της
Πέστης, λίγα χρόνια μετά τη διένεξη και τον αποχωρισμό από τους Σέρβους.
Κατά την τελευταία δεκαετία του 18ου αιώνα οι Βλάχοι απαίτησαν
την αναγραφή του εθνοτικού τους επιθέτου (ως «Βλάχων», ωστόσο, και
όχι ως «Ρωμαίων» ή «Ρωμάνων») στην επίσημη ονομασία της κοινότητας,
την εισαγωγή της βλάχικης γλώσσας στη λειτουργία και το διορισμό με
έξοδα της εκκλησιαστικής αδελφότητας ενός βλάχου ιερέα και ψάλτη61.
Συμβιβαστικές κινήσεις μέσα στην κοινότητα δεν κατόρθωσαν να αποσοβήσουν
τις εντάσεις62. Την κατάσταση επιχείρησε να κατευνάσει το αυτοκρατορικό
διάταγμα του 1821, σύμφωνα με το οποίο η λειτουργία θα γινόταν
στις δύο γλώσσες στην ίδια εκκλησία, σε διαφορετικές ώρες και
χώρους63. Οι διενέξεις γύρω από το όνομα της κοινότητας και της εκκλησίας
συνεχίστηκαν και κατά την επόμενη περίοδο64. Ο προσανατολισμός των Βλάχων της Πέστης προς τους Ρουμάνους της Τρανσυλβανίας ήταν
πλέον εμφανής. Το 1815 ιδρύθηκε σύλλογος ρουμανίδων γυναικών για την
υποστήριξη της ίδρυσης βλάχικου σχολείου στην Πέστη. Ανάμεσα στις
προέδρους και τα μέλη ήταν γυναίκες βλάχικων οικογενειών της ελληνο-
βλαχικής κοινότητας65. Το 1888 οι Βλάχοι αποσχίστηκαν από την κοινότητα
και το 1900 εντάχθηκαν μαζί με τους Ρουμάνους της Τρανσυλβανίας
στη νεοϊδρυθείσα ρουμανική εκκλησιαστική αδελφότητα66.
Όπως επισήμανε ο Gunnar Hering, η επαφή των βλάχων εμπόρων, των
εγκατεστημένων στα ανατολικά της Μοναρχίας, με Ρουμάνους από τη
Βλαχία και την Τρανσυλβανία, που μιλούσαν συγγενικές διαλέκτους με
αυτούς, υπήρξε καθοριστική για την ανάπτυξη από μέρους τους μιας βλα-
χικής-ρουμανικής συνείδησης. Αν στις ιδιαίτερες πατρίδες της Μακεδονίας
και της Ηπείρου λόγοι οικονομικής και κοινωνικής ανέλιξης υπαγόρευαν
τον προσανατολισμό των Βλάχων στην ελληνική κουλτούρα, στις
εγκαταστάσεις της Ουγγαρίας οι ίδιοι λόγοι υπαγόρευαν τον προσανατολισμό
τους σ’ εκείνες τις ομάδες που είχαν μια πλειοψηφική και εδραιωμένη
παρουσία στην περιοχή κι επιπλέον συγγενή μ’ αυτούς γλωσσικά
στοιχεία67. Μια διεξοδική μελέτη της περίπτωσης της Πέστης θα μπορούσε
ίσως να αναδείξει και άλλες διαστάσεις της ελληνοβλαχικής σύγκρουσης.
Το γεγονός, για παράδειγμα, ότι οι πρωταγωνιστές των βλάχικων
κινήσεων ήταν μέλη των ευπορότερων εμπορικών οικογενειών της πόλης
(Μόσχα, Δέρρα, Δόρα, Ρόζα, Αργύρη), ίσως παραπέμπει σε συγκρούσεις
ανάλογου χαρακτήρα με αυτές που αναπτύχθηκαν στα πλαίσια των ορθόδοξων
κοινοτήτων μεταξύ Ελλήνων, Βλάχων και Σέρβων. Από την άλλη
ερώτημα παραμένει κατά πόσο η ελληνοβλαχική σύγκρουση αποτελούσε
μια σύγκρουση μεταξύ Ελλήνων και Βλάχων ή μεταξύ των διαφορετικών
εκδοχών και ιδεολογικών προσανατολισμών της βλάχικης ταυτότητας.
Πληροφορίες για διενέξεις, παρόμοιες με αυτές που έλαβαν χώρα στην
Πέστη, δεν έχουμε από άλλες ορθόδοξες κοινότητες. Ωστόσο, με εξαίρεση
την Τεργέστη, όπου ενδείξεις για διαφοροποίηση μεταξύ Ελλήνων και
Βλάχων δεν έχουμε ούτε σε επίπεδο ορολογίας68, στις εμπορικές εγκαταστάσεις της Μοναρχίας τέθηκε το ζήτημα της ιδιαίτερης βλάχικης ταυτότητας.
Αυτό τουλάχιστον υπαινίσσεται η εμφάνιση του εθνοτικοΰ προσδιοριστικού
των Βλάχων στις επίσημες ονομασίες των κοινοτήτων. Στο
Σεμλίνο, το επίθετο των Βλάχων υπήρχε δίπλα σε αυτό των Ελλήνων στα
επίσημα έγγραφα προς τις αρχές το 1793, με αφορμή τη διαμάχη με τους
Σέρβους69. Στο Νεόφυτο, η αρχική ονομασία Communitas Hellenica μεταβλήθηκε
το 1823 σε Ηνωμένη Κοινότης Ελλήνων και Βλάχων70. Στη Βιέννη,
ο προσδιορισμός Βλάχοι εμφανίστηκε δίπλα στο Γραικοί από την
πρώτη κιόλας στιγμή της συγκρότησης της κοινότητας της Αγίας Τριάδας
από τους ορθόδοξους αψβούργους υπηκόους. Στην περίπτωση της Βιέννης
αξίζει να σταθούμε.
Η απόφαση των αψβούργων υπηκόων να ιδρύσουν δική τους κοινότητα
υπαγορεύτηκε από το γεγονός ότι αυτοί ήταν αποκλεισμένοι από τη
διοίκηση του Αγίου Γεωργίου, που ανήκε στους Οθωμανούς υπηκόους.
Επιπλέον, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, μεταξύ των δύο ομάδων υπέβοσκε
οικονομικός ανταγωνισμός. Η συγκέντρωση της οικονομικής ελίτ των
βλάχων αλλά και του συνόλου των ορθοδόξων εμπόρων της πόλης (Σίνας,
Τσετίρης, Τύρκας, Πόποβιτς, Δημοδόρας, Κούρτης κ.ά) στην Αγία Τριάδα
προφανώς και δεν κατέστησε δύσκολη υπόθεση την αναγραφή του βλάχικου
εθνοτικού επιθέτου στην επίσημη ονομασία της κοινότητας. Στην
έκδοση των προνομίων της Αγίας Τριάδας, το 1822, πέρα από την αναγραφή
του ονόματος των Βλάχων, προστέθηκε δίπλα στη γερμανική, ελληνική
και παλαιοσλαβική μετάφραση και η δακορουμανική, που δεν υπήρχε
στην έκδοση των προνομίων του Αγίου Γεωργίου το 178271. Η εξέλιξη
αυτή δημιουργεί την υποψία ότι στην κοινότητα της Αγίας Τριάδας είχε
συγκροτηθεί και επιβληθεί ένας πόλος Βλάχων που είχε γλωσσικές, τουλάχιστον,
αναφορές στους Ρουμάνους των Ηγεμονιών και της Τρανσυλβανίας.
Υπαινικτική των ιδεολογικών προσανατολισμών των Βλάχων της
Βιέννης θα μπορούσε να είναι και η πρόσληψη με διετή θητεία, το 1810,του Μιχαήλ Μποϊατζή ως δασκάλου ελληνικών στην Εθνική Σχολή
(Nationalschule), που διατηρούσε, επίσημα από το 1804, η κοινότητα της
Αγίας Τριάδας. Ο Μποϊατζής επαναπροσλήφθηκε και μετά την έκδοση της
μακεδονοβλαχικής γραμματικής του72. Επίσης, Βλάχοι με σημαντική θέση
στη διοίκηση της κοινότητας υπήρξαν συνδρομητές των Εξετάσεων του
Ρόζια και Kurzgefaßte Geschichte der Wlachlschen Nazion In Dacien und
Macédonien (Σύντομη Ιστορία του Βλάχικου Γένους στη Δακία και τη
Μακεδονία) του Georg Montan, που εκδόθηκε στην Πέστη το 1818 και
προωθούσε την ιδέα της κοινής ταυτότητας Βλάχων και Ρουμάνων73.

(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)

ΒΑΣΩ ΣΕΙΡΗΝΙΔΟΥ
ΒΑΛΚΑΝΙΟΙ ΕΜΠΟΡΟΙ ΣΤΗΝ ΑΨΒΟΥΡΓΙΚΗ ΜΟΝΑΡΧΙΑ
(18ος-ΜΕΣΑ 19ου ΑΙΩΝΑ)
ΕΘΝΟΤΙΚΕΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΕΣ ΚΑΙ ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΕΣ ΑΜΗΧΑΝΙΕΣ

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

50 Για τις μορφές οικονομίας των Βλάχων και τις κοινωνικές και πολιτισμικές προεκτάσεις της, βλ. Β. Κ. Γοΰναρης/Αστ. Ι. Κουκοΰδης, «Από την Πίνδο ως τη Ροδόπη: Αναζητώντας τις εγκαταστάσεις και την ταυτότητα των Βλάχων», Ίστωρ 10 (1997), 91-137. Thede Kahl,Ethnizität und räumliche Verteilung der Aromunen in Südosteuropa (Münstersche Geographische Arbeiten 43) Μΰνστερ 1999, Αστ. Κ. Κουκοΰδης, Οι Μητροπόλεις και η Διασπορά των Βλάχων, Θεσσαλονίκη 2000, όπου και παλαιότερη και σύγχρονη βιβλιογραφία.
Ευχαριστώ τον κ. Thede Kahl για την παραχώρηση πληροφοριακοί) υλικοί) σχετικά με τους Βλάχους.
51 Για τη θέση της ελληνικής γλώσσας και κουλτούρας ανάμεσα στις εμπορικές τάξεις των Βαλκανίων, βλ. Stoianovich, «Balkan Orthodox Merchant», 50. Paschalis M. Kitromilides,«”Imagined Communities” and the Origins of the National Question in the Balkans», European History Quarterly 19 (1989), 149-192. (To άρθρο αυτό μαζί με άλλα του ίδιου συγγραφέα βρίσκεται στη συλλογή, Enlightenment, Nationalism, Orthodoxy. Studies in the Culture and Political Thought of South-Eastern Europe, Χάμσαϊρ 1994). Αγγελική Κωνσταντακοποΰλου,Η ελληνική γλώσσα στα Βαλκάνια (1750-1850). Το τετράγλωσσο λεξικό του Δανιήλ Μοσχοπολίτη, Ιωάννινα 1988. Ειδικά για τους Βλάχους, βλ. Max Demeter Peyfuss, Die Aromunische Frage. Ihre Entwicklung von den Ursprüngen bis zum Frieden von Bukarest (1913) und die Haltung Österreich-Ungarns, Βιέννη/Κολωνία/Γκρατς 1974, 20. Gunnar Hering, «Der Konflikt zwischen Griechen und Walachen in der Pester orthodoxen Gemeinde»,στο G. Hering (εκδ.), Dimensionen griechischer Literatur und Geschichte. Festschrift für Pavlos Tzermias zum 65. Geburtstag, Φρανκφούρτη κ.α 1993, 147-148. Όλγα Κατσιαρδή-Hering,
«Εκπαίδευση στη Διασπορά. Προς μια παιδεία ελληνική ή προς “θεραπεία” της πολυγλωσσίας;», στο: Νεοελληνική Παιδεία και Κοινωνία. Πρακτικά Διεθνούς Συνεδρίου αφιερωμένου στη μνήμη του Κ. Θ. Δημαρά, Αθήνα 1995, 172-174.
52 Kahl, Ethnizität, 51. Έχει υποστηριχθεί ότι οπαδοί του αρωμουνικοΰ εθνικού κινήματοςπου εκδηλώθηκε στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα υπήρξαν ακριβώς τα φτωχά κτηνοτροφικά στρώματα της υπαίθρου, ενώ οι βλάχοι έμποροι των πόλεων είχαν ελληνικό εθνικό προσανατολισμό.
Βλ. σχετικά Peyfuss, Aromunische Frage, 20

53 Είναι χαρακτηριστικό ότι μετά την καταστροφή της Μοσχόπολης και της ευρύτερης
περιοχής της, το ευπορότερο τμήμα του πληθυσμού μετακινήθηκε προς τη Βόρεια Βαλκανική και την Κεντρική Ευρώπη, ενώ τα υπόλοιπα προς την Ανατολική Μακεδονία. Max Demeter Peyfuss/Elvira Konecny, «Der Weg der Familie Dumba von Mazedonien nach Wien»,Mitteilungen des Instituts für österreichische Geschichtsforschung 58 (1980), 315.
54 Κωνσταντίνος Ουκοΰτας, Νέα Παιδαγωγία ήτοι Αλφαβητάριον ενκολον του μαθείν τα
νέα παιδία τα ρωμανο-βλάχικα γράμματα εις κοινήν χρήσιν των Ρωμανο-βλάχων […], Βιέννη 1797.
55 Μιχαήλ Γ. Μποϊατζής, Γραμματική Ρωμανική, ήτοι Μακεδονοβλαχική […], Βιέννη 1813 (ο τίτλος και στα γερμανικά). Για τη γραμματική του Μποϊατζή, βλ. Arno Dunker, «Der Grammatiker Bojadzi», Jahresberichte des Instituts für rumänische Sprache zu Leipzig! (1895),1-146. Για την απήχηση του έργου στο γερμανόφωνο λόγιο κόσμο, βλ. Μαρία Α. Στασινόπουλου,«Ειδήσεις για το ελληνικό βιβλίο στο γερμανόφωνο τΰπο», Μνήμων 12 (1989), 136.

56 0 Μίλτος Γαρίδης, «Ο μητροπολίτης Παΐσιος και η βλάχικη επιγραφή του Κλεινοβοΰ:
αλφάβητο και εθνικό πρόβλημα», Τα Ιστορικά 3 (1985), 183-203. Γενικά για τις προσπάθειες γραπτής κωδικοποίησης της βλάχικης διαλέκτου, βλ. Agathoklis Azelis, «Versuche zur Verschriftlichung des Aromunischen um die Wende vom 18. zum 19. Jahrhundert», Das achtzehnte Jahrhundert und Österreich 10 (1995), 73-83.
57 Για την ανάπτυξη μιας ταυτότητας ρομανικότητας/λατινικότητας από πλευράς των Βλάχων της διασποράς και μάλιστα πριν τον εναγκαλισμό τους με τη ρουμανική εθνική ιδεολογία,βλ. Peyfuss, Aromunische Frage, 21-30. Kahl, Ethnizität, 53.
58 Ρόζιας, Εξετάσεις, 7, 99, 141.
59 Οι Βλάχοι αυτοπροσδιορίζονται στο ιδίωμα τους ως Armânu/Armâni. Οι υπόλοιπες ονομασίες με τις οποίες απαντούν είτε τους έχουν δοθεί από γείτονες τους (Κοντσόβλαχοι, Τσιντσάροι) είτε αποτελούν νεολογισμούς, όχι ασύνδετους με ελληνικές και ρουμανικές εθνικές διεκδικήσεις (Μακεδονοβλάχοι, Ελληνοβλάχοι, Μακεδονορωμάνοι). Βλ. Kahl,Ethnizität, 56-57. Κουκοΰδης, Μητροπόλεις και Διασπορά, 33-36. Τον όρο Αρωμοννοι (Aromunen), ως γερμανική απόδοση του Armani εισήγαγε ο ρομανιστής-βαλκανιολόγος Gustav Weigand. Ο Weigand θεωρούσε τον όρο Βλάχοι ανεπαρκή για τον προσδιορισμό των Armani, αφοΰ αυτός χρησιμοποιείτο για να δηλώσει και άλλες λατινόφωνες ομάδες στα Βαλκάνια ή γενικά τους ποιμένες. Βλ. Gustav Weigand, Die Aromunen. Ethnographisch-Philologisch-Historische Untersuchungen über das Volk der sogennanten Makedo-Romanen
oder Zinzaren, Λειψία, τ. A’ 1895, τ. Β ‘ 1894, μτφ. του Α’ τόμου στα ελληνικά, Οι Αρω-
μούνοι (Βλάχοι). Ο χώρος και οι άνθρωποι, μτφ. Th. Kahl, Θεσσαλονίκη 2001.

60 Δημήτριος Ν. Δάρβαρις, Γραμματική Απλοελληνική […], Βιέννη 1806. Για τη συγκεκριμένη στάση του Δάρβαρη, βλ. Κατσιαρδή-Hering, «Εκπαίδευση στη Διασπορά», 175-177.
61 Hering, «Griechen und Walachen», 150.
62 Για παράδειγμα, το 1802, επιτροπή αποτελούμενη από 37 άτομα αποφάσισε ομόφωνα τοδιορισμό βλάχου ιερέα, που θα λειτουργούσε όμως στην ελληνική γλώσσα. Το κείμενο της συμφωνίας στο, Ödön Ftives, «Gründungsurkunde der griechischen Gemeinde in Pest aus dem Jahre 1802», Μακεδόνικα 11 (1971), 337-341.
63 Hering, «Griechen und Walachen», 151.
64 Οι Έλληνες εξέφρασαν την αντίθεση τους στη χρήση του προσδιορισμού «Γραικο-Βλα
χική» (εν. Κοινότητα) αντί του «Γραικική και Βλάχικη», με το επιχείρημα ότι ο πρώτος δεν έκανε σαφή διαχωρισμό των δυο ομάδων και θα μπορούσε κάποιος να υποστηρίξει ότι η κοινότητα ανήκει στους Βλάχους που κατάγονται από την Ελλάδα ή στους Βλάχους που ανήκουν στο ελληνορθόδοξο δόγμα. Ο κίνδυνος αποκλεισμοί) τους από την κοινότητα ήταν συνεπώς εμφανής. Hering, «Griechen und Walachen», 152.
65 Πρόεδροι ήταν η Έλενα Γκραμπόφσκυ, η Μαρία Ρόζα και η Μαρία Νίκολιτς. Μέλη, η
Κατερίνα Γκίκα, Μαρία Δέρρα, το γένος Τσετίρη, η Πελαγία Μάνο και η Ελισάβετ ΜΟΌ-
τόφσκιι. Peyfuss, Aromimische Frage, 29.
66 Ftives, «Gründungsurkunde», 337.
67 Hering, ό.π., 154-155.
68 Katsiardi-Hering, «Habsburgerreich», 184.

69 Παπαδριανός/Kolakovic, «Συμβολή», 32.
70 Μόδης, «Δυτικομακεδόνες», 8.
71 Von Seiner Majestät Kaiser Franz des zweyten, huldreichst verliehene Privilegien, denen in der K. K. Haupt=und Residenz=Stadt Wien ansässigen Griechen und Wallachen von der orientalischen Religion, Κ. K. Unterthanen, in Betreff ihres Gottesdienstes in der Pfarr-Kirche zur heiligen Dreyfaltigkeit am alten Fleischmarkt, Βιέννη 1822. (Πρόκειται για την έκδοση του προνομίου που εκχώρησε στην κοινότητα της Αγίας Τριάδας ο Φραγκίσκος Β ‘ το 1796, το οποίο αποτελούσε ανανέωση του προνομίου του Ιωσήφ Β ‘ του 1787). Βλ. και Max Demeter Peyfuss, «Balkanorthodoxe Kaufleute in Wien. Soziale und nationale Differenzierung im
Spiegel der Privilegien für die griechisch-orthodoxe Kirche zur heiligen Dreifaltigkeit»,
Osterreichische Osthefte 17 (1975), 258-268.

72 Την παρουσία του Μποϊατζή ως δασκάλου της Εθνικής Σχολής πιστοποιεί το γράμμα
του ανωνύμου στο Λόγιο Ερμή, το 1816, σχετικά με την κατάσταση του ελληνικοί) σχολείου της Βιέννης. Ερμής ο Λόγιος, ό.π., 358.
73 Βλ. λίστα συνδρομητών στο Ρόζιας, Εξετάσεις, ό.π. Επίσης, Max Demeter Peyfuss, «Die Leser griechischer, serbischer und rumänischer historischer Bücher. Ein Vergleich von Subskribentenlisten», Revue des Études Sud-Est Européenes 23 (1985), 333-345.

  • Η πρόσβαση στα αρχεία των κοινοτήτων ήταν για πολλά χρόνια δύσκολη και δεν μου
    δόθηκε η δυνατότητα να μελετήσω σε αυτά.

ΠΗΓΗ http://www.vlahoi.net/  ,www.vlachs.gr

About sooteris kyritsis

Job title: (f)PHELLOW OF SOPHIA Profession: RESEARCHER Company: ANTHROOPISMOS Favorite quote: "ITS TIME FOR KOSMOPOLITANS(=HELLINES) TO FLY IN SPACE." Interested in: Activity Partners, Friends Fashion: Classic Humor: Friendly Places lived: EN THE HIGHLANDS OF KOSMOS THROUGH THE DARKNESS OF AMENTHE
This entry was posted in HISTORIC THEMES and tagged , , , , . Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Please log in using one of these methods to post your comment:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.