ΧΡΟΝΙΚΟΝ ΤΟΥ ΜΑΧΑΙΡΑ (E– B7)


(ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΑΠΟ  19/11/2017)

§236.-Ὁ ρήγας ἔγραψεν τῆς ρήγαινας πολλὰ θυμωένα: «Ἔμαθα τὸ κακὸν τὸ ἐποῖκες τῆς ἠγαπημένης μας κυρὰ Τζουάνας Λ᾿ Αλεμά· διὰ τοῦτον τάσσομαί σου, ὅτι ἀνισῶς καὶ ἔλθω εἰς τὴν Κύπρον με καταυγόδιον βοηθῶντος θεοῦ, θέλω σοῦ ποίσειν τόσον κακὸν ὅπου νὰ τρομάξουν πολλοί διὰ τοῦτον πρὶ νὰ ἔλθω ποῖσε τὸ χειρόττερον τὸ νὰ μπορήσῃς.»

§287.-Καὶ [ἄνταν ἐπερίλαβεν ἡ ρήγαινα τὰ χαρτία,] ἔμήνυσεν τοῦ καπετάνου τῆς Κερυνίας νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Λευκωσίαν, καὶ ἐμηνῦσεν του νὰ φέρῃ καὶ τὴν γεναίκαν του κρυφὰ νὰ τὴν ζητήση τῆς ρήγαινας τὴν ἄνωθεν ταμὲ Τζουάνα νὰ τὴν ἐβγάλῃ ἀπὸ τὴν γούφαν. Καὶ οὕτως ἐγίνετον, καὶ ἐβγάλαν την ἀπὸ τὴν γούφαν, καὶ εἶπαν της: «Ἐμεῖς ἐπήγαμεν εἰς τὴν ρήγαιναν καὶ ἐπαρακαλέσαμέ την [καὶ ἐβγάλεν σε, καὶ εὐχαρίστου της.»] Καὶ ἐπέψαν την εἰς τὴν χώραν. Ἡ ρήγαινα ὥρισεν καὶ ἐφέραν την ὀμπρός της, καὶ ἕρισεν καὶ ἐστρέψαν της ὅ,τι τῆς ἐπῆραν ἀππέσσω της· καὶ εἶπεν της ἡ ρήγαινα: «Ἂν θέλῃς νὰ ᾔμεστεν φίλαινες καὶ νἄχῃς τὴν ἀγάπην μου, ἔμπα εἰς κανέναν μοναστήριν.» Ἡ πγοιὰ κυρὰ Τζουάνα εἶπεν της: «Εἰς τὸν ὁρισμόν σου, κυρά μου· ὅρισ᾿ με εἰς ποῖον μοναστήρι νὰ πάγω.» Καὶ ὥρισέν τη νὰ πάγῃ εἰς τὴν Ἁγίαν Φωτεινήν, ἡ λεγομένη Σάντα Κλέρα. Ἡ ἄνωθεν καβαλλαρία ἐποῖκεν χρόνον ἕναν εἰς τὴν γούφαν τῆς Κερυνίας καὶ εἰς τὸ μοναστήριν, καὶ ἡ ὀμορφία δὲν ἐπαρκατέβην.

§238.-Ἠξεύρετε, ὅτι ὁ αὐτὸς ρὲ Πιὲρ εἶχεν ἄλλη μίαν καύχαν τὴν τάμε Τζίβαν τε Στααντιλίου, γυναῖκαν τοῦ σὶρ Γρινιὲρ Λε Πεντίτ· καὶ διατὶ ἡ ἄνωθεν τάμου Τζίβα ἢτον παντρεμένη δὲν ἠμπόρησεν νὰ τῆς ποίσῃ δισπλαζίριν. Καὶ εἶπεν μοῦ το ἡ πεθθερὰ τοῦ Γεωργίου, ἡ Μαρία, τοῦ Νούζη τοῦ Καλογήρου, τοῦ γερακάρη τοῦ σὶρ Γχαρρὴν τε Ζιπλὲτ εἰς τὸ χωρίον τὴν Γαλάταν, ὅτι ἀγρωνίζετον καὶ ᾿δουλεῦγεν του, καὶ ἔξευρέ το.

§239.-Πάλε νὰ ἔλθωμεν εἰς τὸ ἐτραβενίασεν διὰ τὸ πταῖσμαν τῆς ρήγαινας. Ὁ ἀρχέκακος διάβολος τῆς πορνείας ἐμπῆκεν εἰς τὴν καρδίαν τοῦ μισὲρ Τζουὰν τε Μόρφου τοῦ κούντη τε Ρουχᾶς, καὶ ἐπίασέν τον πολλὴ καὶ μεγάλη ἀγάπη ἀπάνω τῆς ρήγαινας, καὶ ἐποῖκεν πολλοὺς τρόπους καὶ τόσα ἔδωκεν τῶν μαυλιστρίων, ὅτι ἀρχεύτην καὶ ἐτελειώθην, καὶ εὑρέθησαν ἀντάμα· καὶ ἐφανερώθην τὸ πρᾶμαν εἰς ὅλην τὴν χώραν πῶς ἐγίνην τίτοια παρανομία, καὶ οὗλος ὁ λαὸς δὲν έξηγᾶτον ἄλλον, τόσον ὅτι ἐξηγοῦνταν το καὶ τὰ κοπελλία. Τὸ λοιπὸν ἐμάθαν το τ᾿ ἀδελφία τοῦ ρηγὸς καὶ ἐπικράνθησαν πολλά, καὶ ἐννοιάζουνταν πῶς νὰ διαβῇ τὸ μέγαν κακὸν τοῦτον, [διὰ νὰ μηδὲν γεννηθῇ ἄλλον, ὡς γοιὸν ἐγίνην.]

§240.-Μέσα εἰς τοῦτον ἦλθεν ὁ μισὲρ Τζουὰν Βισκούντης ὀμπρός του(ς), τὸν ὥρισεν εἰς τὸ ἔβγα του νὰ παίρνη σκοπὸν τὸ σπίτιν του, καὶ ἀρχέψαν οἱ ἀφέντες νὰ τὸν ἀρωτοῦν περὶ τῆς ἀφορμῆς τῆς κυρᾶς τῆς ρήγαινας, καὶ ἐρωτῆσαν τον ἀνισῶς καὶ εἶνε ἀλήθεια. Καὶ ὁ καλὸς καβαλλάρης εἶπεν τους: [«Ὄχι.»] Καὶ εἶπεν: «Ἀφέντες, τίς ἐμπορεῖ νὰ κρατήσῃ τὰ στόματα τοὺς λᾶς; οἱ ποῖγοι εἶνε ὅτοιμοι νὰ (λα)λοῦν κακὸν διὰ τὸν πασἄναν, καὶ τὸ καλὸν τοὺς ἄλλους νὰ τὸ κρύψουσιν.» Καὶ λαλεῖ πάλε: «Ὁ θεὸς τὸ ξεύρει, ὅτι τὴν ὥραν ὅπου τὸ ἐγροίκησα ἔφτασα νὰ ππέσω χαμαὶ ἐλλιγωμένος, καὶ δὲν ἠξεύρω ἴντα νὰ ποίσω. Ὁ ἀφέντης μου ὁ ρήγας ἔδωκέν μου τὸ βάρος νὰ παίρνω σκοπὸν τὸ τιμημένον του σπίτιν περίτου παρὰ τοὺς ἀδελφούς του.» Τότε λαλοῦν του: «Φίλε, ὁ φανός μας εἶνε νὰ τὸ μάθῃ ἐξ αὑτόνς σου παρὰ ἀπὸ ἄλλον τινάν.» Ὁ καλὸς καβαλλάρης ἐπῆγεν ἔσσω του καὶ ἔγραψεν τοῦ ρηγὸς ἕναν ἄτζαλλον χαρτὶν τὸ ποῖον ἐλάλεν οὕτως:-

§241.-«Τρισεντιμότατέ μου ἀφέντη, ὀπίσω εἰς τὰ ρικουμαντιάσματα εἶμαι κρατούμενος εἰς τὴν ἀφεντίανς σου, νὰ ξεύρῃ ἡ ἀφεντίας σου, ὅτι ἡ τρισυψηλότατή μας κυρὰ ἡ ρήγαινα, ἡ ἁγία σου συμβία, εἶνε καλά, καὶ τ᾿ ἀδελφία σου, καὶ ἔχουν μεγάλην πεθυμίαν ν᾿ ἀξιωθοῦν νὰ σὲ ᾿δοῦσιν. Ἀποὺ τὰ μαντάτα τὰ εἶνε εἰς τὸ νησσίν, καταραμένη νὰ ᾖνε ἡ ὥρα ὅταν έννοιάστηκα νὰ σοῦ γράψω, καὶ τρισκατάρατη ἡ ᾿μέρα ὅπου μὲ ἀφῆκες βιγλάτορον τοῦ σπιτιοῦ σου, νὰ ξυρώσω τὴν καρδιάνς σου νὰ σοῦ ξηγηθῶ τὰ μαντάτα· ὅμως θέλω νὰ τὰ μουλλώσω, καὶ φοβοῦμαι τὴν ἀφεντιάνς σου, μήπως καὶ γροικήσῃς τα ἀπ᾿ ἄλλον, καὶ θέλω κατηγορηθεῖν καὶ θέλω παι- δευτεῖν· διὰ τοῦτον [λαλῶ σου τα,] καὶ παρακαλῶ τὸν θεὸν καὶ τὴν ἀφεντιάνς σου νὰ μὲν πάρῃς δεσδένιον. Ἐξηγηθῆκαν εἰς τὴν χώραν, ὅτι ἐπλάνεσεν τὴν ἀρνάν σου καὶ εὑρέθην μὲ τὸν κλιάρον, καὶ λαλοῦν πῶς ὁ κούντη τε Ρουχᾶς ἔνε εἰς μεγάλην ἀγάπην μὲ τὴν κυράν μας τὴν ρήγαινα, ἀμμὲ φαίνεταί μου καὶ εἶνε ψέματα· καὶ ἂν εἶχα τὴν ἀφεντίαν, ἔθελα ψηλαφήσειν ἀπόθεν καὶ ἀποὺ τίναν ἐβγῆκεν τοῦτος ὁ λόγος καὶ ἔθελα ποίσει νὰ μηδὲν ᾖνε ἀπότορμος τινὰς τίτοιες ἀντροπὲς νὰ ξηγᾶται. Ταπεινὰ σὲ παρακαλῶ τὴν ἀφεντίαν σου διὰ τὸν θεὸν καὶ διὰ τὴν καλὴν ζωὴν τῆς βασιλείας σου. Ἐγράπτη ἐν τῇ πόλει Λευκωσίᾳ ιγʹ δικεβρίου ͵ατξηʹ Χριστοῦ.»

§242.-Ὡς γοιὸν σᾶς ἐξηγήθηκα ὀπίσω τὴν ἀγάπην τὴν εἶχεν ὁ ρήγας μὲ τὴν ρήγαιναν, καὶ διὰ τὴν ἀγάπην τὴν εἶχεν ἐπρουμουτίασέν της ὅπου νὰ εὑρίσκεται νὰ παίρνῃ τὸ ἀποκάμισόν της νὰ τὸ βἁλλῃ τὴ νύκταν εἰς τὴν ἀγγάλην του νὰ κοιμᾶται, καὶ ἐποῖκεν τὸν τζαμπερλάνον του νὰ παίρνῃ πάντα μετά του τὸ ᾿μάτιν τῆς ρέγαινας καὶ νὰ τὸ βάλλουν εἰς τὸ κρεβάτιν του. Εἰ δὲ καὶ τινὰς πῇ, «ἔχοντα καὶ εἶχεν τόσην ἀγάπην, πῶς εἶχεν βʹ καύχες;» τοῦτον ἐποῖκεν το ἀπὸ πολλὴν λουξουρίαν τὴν εἶχεν, ὅτι ἦτον παιδίος ἄνθρωπος.

§243.-Καὶ ἐφέραν τὸ χαρτίν· (τὴν) νύκταν ἐδιάβασεν τὰ σκοτανὰ μαντάτα ὅπου τοῦ ἐφέραν, καὶ παραῦτα ὥρισεν τὸν τζαμπερλάνον καὶ ἐσήκωσεν τὸ ᾿μάτιν τῆς ρήγαινας ἀπὲ τὴν ἀγγάλην του,-ὁ ποῖος ἦτον ὁ Ἰωάννης τῆς Τζάμπρας, καὶ εἶπεν του, πλεῖον μηδὲν τὸ βάλῃ. Τότε ἀναστέναξεν καὶ εἷπεν: «Ἀνάθεμαν τὴν ὥραν καὶ τὴν ἡμέραν ὅπου μοῦ ᾿δῶκαν τὸ χαρτίν· καὶ τοῦτον ἐγίνετον, ὅτι (ὁ) ἥ(λιο)ς ἦτον εἰς τὸν αἰγόκερον ὅταν ἐγράφετον.» Ὁ ρήγας ὡς φρένιμος, τινὸς δὲν ἔδειξεν φανόν, καὶ πολλὰ ἐσφίνγκετον νὰ δείξῃ ἀλεγρέτζαν, [καὶ δὲν ἐμπόρεν.] Θωρῶντα τον οἱ καβαλλάροι τῆς συντρο(φι)ᾶς του, πῶς τὸ πρόσωπόν του ἦτον πολλὰ δημμένον, ἀρωτῆσαν τον καὶ εἶπαν του: «Πέ μας τὸ κρυφόν σου, μήπως καὶ σασῶμεν το, η νὰ μοιραστῇ ἡ πλῆξι σου μετά μας.» Ὁ ρήγας ἀναστέναξεν καὶ εἶπεν: «Ἠγαπημένοι μου φίλοι, παρακαλῶ τὸν θεὸν τιτοίαν μαντατοφοργιὰν νὰ μὲν δοθῇ ποττὲ τοὺς φίλους μου, οὐδὲ τοὺς ἐχθρούς μου, ὅτι πολλὰ πικρὸν καὶ φαρμακερὸν εἶνε, καὶ δὲν ἠπορεῖ νὰ μοιραστῇ, ἀμμὲ γινίσκεται ὡς γοιὸν ἕναν κόμπον εἰς τὴν καρδίαν τοῦ ἀνθρώπου, καὶ οὕτως εἶνε εἰς τὴν καρδιάν μου, καὶ δὲν ἠμπορεῖ τίτοιον μαντάτον νὰ τὸ σάσῃ τινὰς ἄλλος παροὺ ὁ παντοδύναμος θεός. Καὶ ἀγρωνίζω καθολικὰ ὅτι ὁ βασιλεὺς τῶν βασιλευόντων εἶνε ἀγκρισμένος μετά μου, ὅτι δὲν μ᾿ ἐκάνεσεν τὸ ψυσικὸν τὸ μοῦ ἔδωκεν ἀπὸ τοὺς γονεῖς μου, ἀμμὲ ἐγύρεψα νὰ πάρω τὸ δὲν εἶχαν γ-οἱ γονεῖς μου, καὶ γιὰ τοῦτον ἔβαλεν τοὺς φίλους μου νὰ πάρουν βεντέτταν καλλίον παρὰ τοὺς ἐχθρούς μου· [διατὶ λαλεῖ,] φύλαξόν με ἀπὸ κείνους ἁποῦ ἀποθαρῶ, διατὶ ἐκείνους ὅπου δὲν ἀποθαρῶ βλέπομαι.» Καὶ οἱ πτωχοὶ οἱ καβαλλάριδες ἐππέσαν εἰς μεγάλην πλῆξιν, καὶ ἀρωτῆσαν τοὺς δουλευτάδες του ἀνισῶς καὶ ξεύρουν τίποτες εἰς τούτην τὴν ὑπόθεσιν.

§244-Τὸ λοιπὸν θωρῶντα ὁ ρήγας πῶς δὲν εἶχεν πλεῖον δουλείαν εἰς τὴν μεργιὰν τῆς δύσις, καὶ ἐθάρεν ὅτι ἡ ἀγάπη τοῦ σουλτάνου ἐγίνην, ἀποχαιρέτησεν τοὺς ἀφέντες τῆς δύσις καὶ ἐνέβην εἰς τὸ κάτεργόν του καὶ ἦλθεν εἰς τὴν Κύπρον. Καὶ ἐπροσδεκτῆσαν τον ὡς γοιὸν ἦτον τὸ συνήθιν τὸ ρηγάτικον, καὶ ἐποίκασιν ἑορτὴν καὶ χαρὰν ἡμέρες ὀκτώ.

§245.-Τὸ λοιπὸν εἶνε χρῆσι νὰ ἔλθωμεν εἰς τὴν ὑπόθεσιν τοῦ κούντη, τοῦ μισὲρ Τζουὰν τε Μόρφου. Ὅνταν ἦλθεν τὸ μαντάτον εἰς τὴν Κύπρον πῶς ὁ ρήγας ἐτελείωσεν τὲς δουλεῖες του καὶ ἦτον ἕτοιμος νὰ στραφῇ εἰς τὴν Κύπρον, ὁ ἄνωθεν μισὲρ Τζουὰν τε Μόρφου ἐπίασέν τον μεγάλη ἔννοια διὰ τὸ ἔλα τοῦ ρηγός, μήπως καὶ εἶπαν του τὰ μαντάτα οἱ ἀμουροῦζες του διὰ τὸ πεῖσμαν τῆς ρήγαινας· ἔπεψέν τους δύο κομματία παννὶν κοττένον σκαρλάτον, τὸ ἕναν τῆς τάμου Τζουάνας Λ᾿ Ἀλεμὰν καὶ τὸ ἄλλον τῆς τάμου Τζίβας τε Σκαντελίου, ὀξὺν φίνον, καὶ ὀνομίσματα χίλια ἄσπρα τῆς μουτιάσουν νὰ μὲν ποῦν τινὸς τίποτες, οὐδὲ τοῦ ρηγός, ὅμως ἀνὲν καὶ ἄλλον νὰ γροικήσουν νὰ τὸν ἐβγάλουν πταίσθην.] Καὶ οἱ ἀρχόντισσες ἐπρουμουτιάσαν τοῦτο νὰ τὸ ποίσουν· καὶ ἤτζου ἐποίκασιν.

§246.-Ὡς γοιὸν ἔρχετον ὁ ρήγας εἰς τὴν θάλασσαν, ἦρτεν του μία φουρτούνα μεγάλη, καὶ ἐπῆρεν τάμαν, ὅντα νἄρτῃ μὲ τὸ καλὸν εἰς τὴν Κύπρον νὰ γυρέψῃ ὅλα τὰ μοναστήρια τῆς Κώρας νὰ τὰ προσκυνήσῃ.

§247.[Καὶ ἐπέσωσεν μὲ τὸ καλὸν καὶ ἦρτεν εἰς τὴν Λευκωσίαν.]

§248.-[Καὶ ἐπῆγε νὰ προσκυνήσῃ τὰ μοναστήρια· πρῶτα ἐπῆγεν εἰς τὸ μοναστήριν τὴν Σάτα Κλέρα·] καὶ ἔδωκεν τοῦ μισὲρ Τζουάνη Μουστρὴ πολλὰ καρτζὰ καὶ ἐβάσταν μετά του. Καὶ ἐπῆρεν ὁρισμὸν ἀπὸ τὴν γουμένην καὶ ἐνέβησαν εἰς τὰ κελλί(α) τῶν καλογρῃῶν. Ἀφὸν ἐπροσκύνησεν καὶ ἐνέβην καὶ εἰς τὸ κελλὶν τῆς τάμου Τζουάνας Λ᾿ Ἀλεμάν, [καὶ ἐκείνη] ἐγονάτισεν νὰ φιλήση τὸ χέριν τοῦ ρηγός, καὶ ὁ ρήγας ἐπερίλαβέν την μὲ μεγάλην ἀγάπην, καὶ ὤρισεν καὶ ἐδῶκαν της ὀνομίσματα αʹ γρόσια ἀργυρᾶ· καὶ ὥρισέν την μοναῦτα νὰ ρίψῃ τὸ μοναχικὸν σχῆμα καὶ νὰ πάγῃ ἔσσω του, γιατὶ χωρὶς τὸ θέλημάν της τὰ ἐφόρησεν διὰ τὸν ὁρισμὸν τῆς ρήγαινας. Ὁ ρήγας ἐπῆγεν καὶ ἐπροσκύνησεν εἰς τὰ μοναστήρια καὶ ἔδωκεν εἰς πᾶσα ἕναν διὰ τὴν ψυχήν του.

§249.-Καὶ ἦλθεν εἰς τὴν αὐλὴν ὁ ρήγας, καὶ ἕρισεν καὶ ἐφέραν ὀμπρός του τὲς δύο ἀρχόντισσες κα ἔβαλέν τες εἰς μίαν τζάπραν καὶ ἐκεῖ ἐξετάσεν τες κρυφὰ διὰ τὸν λόγον ὅπου εἶπαν· καὶ ὡς γοιὸν ἐπροείπαμεν ἦτον καὶ (οἱ) δύο ἀρχόντισσες συμβουλεμένες. Καὶ ἐξέτασεν πᾶσα μίαν χώρια, καὶ ἐδῶκαν καὶ οἱ δύο ἕναν λόγον εἰς τὸν ρήγα, καὶ δὲν ἠμπόρησε νὰ μάθῃ τίποτες ἀπὸ ᾿ξ αὑτὴς τους, ἀμμὲ εἶπαν του: «Ἤξευρε πῶς ἡ ρήγαινα ἐσκανταλίστην μὲ τὸν μισὲρ Τζουὰν Βισκούντην, καὶ ἐτίμασέν τον, καὶ ἐκακώθην της, καὶ γιὰ τοῦτον ἔγραψεν τῆς βασιλείας σου τὸ χαρτίν.» Πάλε εἶπαν: «Ἀφέντη, ξεύρεις πῶς [ἡμεῖς οὐδὲν εἴμεστεν εἰς τὴν γράσαν σου, ἀμμὲ ἐκεῖ ὅπου ὁ κούντη τε Ρουχᾶς ἔνι καλός σου δοῦλος, πῶς νὰ τὸν συκοφαντήσωμεν ἄδικα;»] Τὸ λοιπὸν ἔμεινεν ὁ ρήγας κονμπωμένος ἀπὸ τὲς δύο ἀρχόντισσες, καὶ ᾿θάρησεν πῶς τοῦ εἴπασιν ἀλήθεια. Καὶ εἰς τούτην τὴν λογὴν ἐπέρασεν ἡ αὐτὴ δουλεία, ὡς γοιὸν ἐγὼ ἔμαθα ἀπὸ τὴν κυρὰ Λόζε τὴν βυζαστρίαν τῶν κόρων τοῦ σὶρ Σιμοὺν τ᾿ Ἀντιότζε, ἡ ποία ἦτον παροίκισσα τοῦ κούντη τε Ρουχᾶς, καὶ κείνη ἔξευρέν το καθολικά, ἡ μάνα τοῦ Ἰωάννη τοῦ Μαγείρου.

§250.-Ταραχὴ ἁποῦ ᾿γίνην οἱ Γενουβίσοι μὲ τοὺς Βενετίκους. Ἐχρονίας ͵ατξηʹ Χριστοῦ ἕνας Γενουβίσος ἐπῆγεν εἰς τὸν ποῦντον τῆς Ἀμοχούστου νὰ ἐμπῇ εἰς τὸ καράβιν του, καὶ δὲν ηὗρεν βάρκαν γενουβίσικην· ἐπῆγεν εἰς τὸ καράβιν τοὺς Βενετίκους καὶ ᾿παρακάλεσέν τους νὰ τὸν σηκώσουν νὰ τὸν βάλουν εἰς τὸ καράβιν του τὸ γενοβίσικον· καὶ δὲν ἐθελῆσα νὰ τὸν σηκώσουν, καὶ κεῖνος ἐτιμάσεν τους πολλά. Τότες οἱ ἀνθρῶποι τῆς βάρκας οἱ Βενετίκοι ἐδέραν τὸν Γενουβίσον· καὶ ὁ Γενουβίσος ἐπῆγεν καὶ ἀγκάλεσεν εἰς τὸν παλίον τους ὀνόματι Τζουὰν τε Μολής, καὶ δὲν ἐθέλησε νὰ τοῦ ἀκροθῇ· καὶ κεῖνος μοναῦτα ἐξηγήθην το τοὺ(ς) συντρόφους του. Οἱ Γενουβίσοι ἦτον ἀγγωμένοι, ἦλθαν εἰς τὴν λότζαν τοὺς Βενετίκους καὶ ηὗραν τὰ ραβδία τοὺς ραβδούχους τοὺς Βενετίκους καὶ ἦτον καὶ ζωγραφισμένα, καὶ ἐτζακίσαν τα ἀπάνω τους μικρὰ μικρά, καὶ ἐσύραν σπαθία καὶ ἐτρέξαν τοὺς Βενετίκους, οἱ ποῖγοι ἐφύγαν καὶ ἐνέβησαν εἰς τὰ δώματα τῆς λότζας τους, καὶ ἐστάθησαν καὶ ἐδιαφεντεύγουνταν. Τότες οἱ πραματευτάδες οἱ Γενουβίσοι ἐνέβησαν εἰς τὰ δώματα τοῦ κουμερκίου, ὅπου εἶνε κοντὰ τῆς λόντζας, καὶ ἐσύραν ἡ μία μερία τῆς ἄλλης πέτρες, καὶ οἱ Βενετίκοι ἐσύραν τοὺς Γενουβίσους βερετουνίες. Καὶ ἀπὸ τοὺς Γενουβίσους ἦλθε μία πετρία καὶ ἔδωκεν τοῦ παλίου εἰς τὸ χέριν καὶ ἐλαβῶσεν τον. Ὅταν ὁ καπετάνος ἔνωσεν τὴν ταραχήν, μοναῦτα ἐπέψαν τὸν βισκούντην καὶ πολλοὺς λᾶς τῶν ἀρμάτων νὰ κοψουν τὸ σκάνταλον, καὶ νὰ βλεπίσουν καὶ τὴν χώραν. Καὶ πάλε ἐδῶκαν τοῦ παλίου ἄλλην πετρίαν εἰς τὸ πρόσωπον, καὶ μοναῦτα ἀφῆκεν τα κ᾿ ἔφυγεν ἀπὸ τὴν λότζαν του καὶ ἐπῆγεν εἰς τὸ σπίτιν του καὶ ἐπαράγγειλεν μοναῦτα οὕλους τοὺς πραματευτάδες ν᾿ ἀρματωθοῦν. Τὸ ὅμοιον ἐποῖκεν καὶ ὁ ποδεστᾶς τοὺς Γενουβίσους, ὀνόματι μισὲρ Τουάρδον Φαλαμονίγγον. Ἀπάνω εἰς τὴν αὐτὴν ταραχὴν ἐνέβησαν μεσόν τους οἱ μοναχοὶ τῶν Λατίνων καὶ ἐκατηγορῆσαν τους καὶ ὁ ἐμπαλὴς τῆς Ἀμοχο(ύ)στου, καὶ τόσον τοὺς ἐκατηγορῆσαν καὶ ἐποῖκαν τους ἀγάπην.

§251.-Πάλε ἂς ἔρτωμεν εἰς τὸν ρήγα· ὅτι δὲν ἐπίστευσεν τὰ λογία τῶν δύο κυράδων, ἐζήτησεν [τοὺς ἄρχοντες (τῆς) βουλῆς του, ὀ πρῶτον τοὺς ἀδελφούς του καὶ τοὺς προδέλοιπους παρούνιδες, ψουμάτους, λιζίους καὶ συμβουλατόρους,] καὶ ἐκάτζεν τους καθόρδινα. Ἐζήτησεν ὁ ρήγας εἰς τὴν αὐτὴν τάξιν: «Ἄρχοντες κατὰ θεὸν τιμημένοι, φίλοι καὶ ἀδελφοί, εἰς αὑτόν σας ἀγγαλίω τὸν πόνον καὶ τὸ καμίνιν καὶ καμὸν τῆς καρδιᾶς μου· τὸ λοιπονὶν δὲν εἶνε νὰ τὸ θαυμαστῇ τινὰς τοῦτον τὸ ᾿γίνην, ὅτι ἀξ αὔτόν μου ἐγίνην, καὶ δὲν καταγνώννω ἄλλον παροὺ τὸν ἐμαυτόν μου. Ὁ θεὸς ἐποῖκεν με ρήγαν τῆς Κύπρου καὶ ἐκράξε με καὶ τῶν Ἱεροσολύμων, καὶ πρὶν τὸν καιρὸν ἀνάγκαζα καὶ ἐπεθύμου νὰ κτήσω τὸ ρηγάτον Ἱεροσολύμων, καὶ τοῦτον ἀνάγκαζα νὰ τὸ τελειώσω διὰ καλὸν καὶ τιμὴν δικής σας καὶ ἐδικήν μου· καὶ ὁ θεὸς ἐπαιδεῦσεν με διὰ νὰ τζακκίσῃ τὴν σουπερπίαν μου. Νἆχεν ποίσειν ὁ θεὸς νἆχἄσταιν ρήγας τῆς Κύπρου τιμημένος καὶ ὄχι ρήγας ὅλου τοῦ κόσμου καὶ νἆμαι ἀντροπιασμένος ὅτι εἰς τὸν αἰγόκερον ζῴδιον ἐγεννήθηκα, καὶ εἰς τὸν πλανήτην [τὸν καιρὸν] ἐστέφθηκα. Τὸ λοιπόν, ἄρχοντες, ὡδὰ σᾶς παρακαλῶ καὶ ἐσυμπιάσα σας νὰ σᾶς εἰπῶ τὸ ἀγκάλεμάν μου, καὶ ἔνι πολλὰ βαρὺν καὶ δυσβάστακτον, καὶ ἀντροπιασμένον καὶ ἄπρεπο νὰ σᾶς τὸ ξηγηθῶ. Ἐγὼ ξεύρω πῶς ὂλοι εἶσθε σοφοί· ᾿δέτε τὴν ζήτησίν μου, καὶ δικαιώσατέ με ὡς γοιὸν νὰ σᾶς δώσῃ χάριν καὶ γνῶσιν τὸ ἅγιον πνεῦμα.»

§252.-Τότε ὅλοι ἕναν στόμαν εἶπαν εἰς αὑτόν του: «Ἀφέντη, ἀνὲν καὶ τινὰς εἶχεν φαντασίαν ἢ πάθος, καὶ ἐφάνην του, καὶ εἶπαν σου λόγια ἄπρεπα εἰς τὴν βασιλ(εί)αν σου, ὡς φρόνιμος μηδὲν τὰ πιστεύσης, ὅτι πολλὰ λαλοῦν εἰς τὸν κόσμον, ὅτι δὲν εἶνε εὐαγγέλια.

§253.-Καὶ ὁ ρήγας ἐγέμωσεν χολὴν καὶ λαλεῖ τους: «Ἀκανεῖ· ἀνὲν καὶ μὲν δὲν μοῦ πιστεύγετε, νάτε τὸ χαρτὶν τοῦτον τὸ μοῦ ἐπέψαν εἰς τὴν Φραγγίαν, ἀπὸ ᾿ξ αὑτῆς του νὰ γρωνίσετε τὸ πρᾶμαν πῶς ἐδιάβην. Ὅμως ζητῶ σας βουλὴν ἴντα σᾶς φαίνεται νὰ ποίσω· ν᾿ ἀφήσω τὴν γυναῖκαν μου καὶ νὰ τὴν πέψω τοῦ κυροῦ της, νὰ σκοτώσω τὸ σκύλλον τὸν ψωριάρην ὅπου ᾿πόντισεν τὸ μαργαριτάριν, οὒ νὰ μηδὲν δείξω φανὸν τίποτες; Πέτε μου τὸν φανόν σας, καὶ προυμουτιάζω σας νὰ μὲν ποίσω ἄλλον, παρὰ τὸ νὰ μὲ βουλεύσετε. Μηδὲν πῆτε, πλανῶ σας μὲ λογία, ἀμμὲ καλὰ ἐμπορῶ νὰ πάρω βεντέτταν. ᾿[Αγρωνίζετε, ὅτι δὲν ἐδόθην εἰς ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, καὶ γιὰ τοῦτον λαλῶ· πολλοὶ ἀνθρῶποι, πολλὲς γνῶσες· [διατὶ ἀποῦ παλαιὸν καιρὸν ἔχομεν ἀθρώπους τῆς βουλῆς γερόντων πειρασμένους], καὶ ἀπὸ ᾿ξ αὑτῆς τους εὑρίσκεται ἡ ἀλήθεια· ἀκομὴ κακὰ ἐμποροῦν οἱ ἀνθρῶποι εὔκολα νὰ κρίνουν τὸν ἐμαυτόν τους, οὐδὲ οἱ γιατροὶ νὰ ἰατρεύσουν τὲς γεναῖκες τους καὶ τὰ παιδιά τους, ὅτι πᾶσα πόνον κρινίσκουν τον ἄπρεπα ἀπὸ τὴν πολλὴν ἀγάπην ἁποῦ τοὺς ἀγαποῦσιν· ἀμμὲ ξένοι ἰατροὶ πρέπει νὰ ἰατρεύσουν τῶν ἰατρῶν τὰς γεναῖκας καὶ τὰ παιδιά τους, καὶ ξένοι κριτάδες νὰ κρίνουν τὰ ἀγγαλέματα τῶν ἄλλων, ὅτι λείπει τους ὁ θυμὸς καὶ ἡ λύπη, καὶ δὲν θωροῦν τὸ πρᾶμαν ὡς γοιὸν εἶνε. Διὰ τοῦτον ἔφερα τὴν ἀφεντιάν σας, καὶ βάλλω τὸ ἀγγάλεμάν μου ὀμπρός σας, καὶ [ὡς γοιὸ νὰ σᾶς φανῇ κρίνετέ το!»]

§254.-Ἀποκρίθησαν τοῦ ρηγὸς καὶ λαλοῦν του: «Ἀφέντη μας, έγροικήσαμεν τὸ ἀγγάλεμάν σου καὶ τὴν ἐζήτησίν σου καὶ τὴν παραπόνησίν σου, καὶ ελπίζομεν εὶς τὴν χάριν τοῦ θεοῦ νὰ μᾶς διδάξῃ ὡς γοιὸ νά τοῦ ἀρέσῃ καὶ τῆς βασιλείας σου. Τὸ λοιπόν, ἂν ὁρίσῃς, ἀπεχώρισε ὀλλίγον ἀποὺ ᾿ξ αὑτῆς μας διὰ νὰ συμβουλευτοῦμεν, καὶ νὰ [εγκλέξωμεν τὸ καλλίτερον τὸ νὰ θελήσῃ ὁ θεός,] καὶ νὰ σοῦ ποῦμεν τὸ μέλλει νὰ γινῇ.» Γροικῶντα ὁ ρήγας, ὅτοιμα ἐπῆγεν.

§255.-Καὶ οἱ καβαλλάριδες πολλὰ ἐκοπιάσαν εἰς τὴν μέσην τους· μερτικὸν ἐλαλοῦσαν νὰ σκοτώσουν τὸν κούντην· καὶ ἐλαλοῦσαν:«Ἂν[τὸ ποὶσωμεν] φανερώννεται τὸ πρᾶμαν, καὶ θέλει εἶσταιν πολλὴ ἀντροπὴ εἰς αὑτόν μας». Ἄλλοι ᾿λαλοῦσαν: «Καλὰ εἴπετε· διὰ τρεῖς ἀφορμὲς ἔνι νὰ φύγωμεν [θυμοῦ, μίσου, καὶ φάμας.] Ἀμμὲ ἀνισῶς καὶ ποῦμεν νὰ σκοτώσωμεν τὴν ρήγαινα, ξεύρετε πῶς εἶνε ἀποὺ μεγάλην γενίαν τῶν Καταλάνων, καὶ εἶνε ἀνελεήμονες, καὶ θέλουν πεῖν πῶς διὰ μισιτείαν τὸ ᾿ποίκαμεν, καὶ θέλουν ἀρματώσειν καὶ θέλουν ἔρτειν καὶ θέλουν μᾶς ξηλοθρεύσειν καὶ μᾶς καὶ τὸ δικόν μας. Πάλε ἀνὲν καὶ σκοτώσωμεν τὸν κούντην, ὁ λόγος φανερώννει τὸ γεννόμενον, καὶ ἄλλοι πιστεύγουν καὶ ἄλλοι δὲν πιστεύγουν, καὶ τότε ὅλοι θέλουν τὸ πιστεύσειν, ὅτι διὰ τούτην τὴν ἀφορμὴν ἐσκοτῶσαν τὸν κούντην· καὶ ὁ λόγος θέλει ἐβγεῖν εἰς ὅλην τὴν οἰκουμένην· καὶ ὁ ρήγας μας, [ὅποὖνε ἕναν κορμὶν δικόν μας, ὁ ποῖος εἶνε ἕναν ὄρνεον, ] καὶ ἐμεῖς τὰ πτερά του, ὡς γοιὸν ἡ ὄρνιθα δὲν φελᾷ χωρὶς τὰ πτερά της, ἤτζου καὶ ὁ ρήγας μοναχός του δὲν φελᾷ χωρίς μας, οὐδ᾿ ἐμεῖς φελοῦμεν χωρίς του· τὸ λοιπονὶν θέλουν μᾶς κατη(γ)ορήσειν, καὶ ὁ λόγος θέλει στερεωθεῖν. Φαίνεταί μας νὰ γροικήσωμεν καλλιώττερα καὶ νὰ χώσωμεν τὸν λόγον· ἀληθῶς, ὅτι ὁ ρήγας ἔδειξέν μας τὴν γραφὴν ἁποῦ τοῦ ἔπεψεν ὁ σὶρ Τζουάν ὁ Βισκούντης εἰς τὴν Φρανγκίαν, ἂς ποῦμεν ὅλοι πῶς εἶνε ψεματάρης, καὶ νὰ τὸν ἐβγάλωμεν ἀπό τὴν ἐλευθερίαν [τοῦ λιζάτου, ] καὶ ἂς τὸν άφήσωμεν εἰς τὴν ἐλεημοσύνην τοῦ ρηγός, ὡς ἐκεῖνος ὁποῦ ἐσυκοφάντησεν τὴν ρήγαιναν καὶ ἀνγκρίστην μὲ τὴν βασιλείαν της διὰ τίποτε ταραχὴν ὁποῦ ἐσκανταλίστην μετά του τὸν διαβόντα καιρόν· καὶ ἀνὲν καὶ γλυτώσῃ, δόξα σοι ὁ θεός, εἰ δὲ μή, ἂς πάγῃ εἰς τὸ καλόν· παρκάτω κακὸν εἶνε ν᾿ ἀπεθάνῃ ἕνας καβαλλάρης, παρὰ νὰ [μᾶς κρατήσουν ἐφίορκους, ] διατὶ δὲν ἐβλεπίσαμεν τὴν ρήγαινάν μας· εἰ δὲ καὶ οὐδὲν τὴν ἐβλεπίσαμεν, ἅνταν ἐγροικήσαμε τὰ ἄπρεπα μαντάτα, διατὶ δὲν ἐποίκαμεν βεντέτταν [ τοῦ ἀφέντη μας ἀπὸ] τὸν ἐχθρόν του καὶ παράβουλον τῆς τιμῆς του. Καὶ εἰς τούτην τὴν λογὴν εἴ τις νὰ τὸ γροικήσῃ τοῦτον, θέλει ἀποπιστευθεῖν ἀποὺ τὴν κακὴν ἀκουήν, καὶ θέλουν πεῖν ὅλοι πῶς, ῾ο καβαλλάρης εἶπεν ψέματα, καὶ ᾿δέτε καὶ πῶς ἔδωκεν ἄδικον θάνατον,᾿ καὶ ὁ λόγος θέλει παύσειν· τοῦτον τὸν λόγον ὅλοι θέλουν πιστεύσειν.»

§256.-Καὶ τἄπισα ἐκράξαν τὸν ρήγαν καὶ ἐποῖκαν του τὴν συντυχίαν : «Ἀφέντη, διὰ τὴὺσυντυχιάς σου ἐγροικήσαμεν τὸ ἀγγάλεμάν σου, καὶ τὸ χαρτὶν τὸ μᾶς ἔδωκες, καὶ πολλὰ ἐσυντύχαμεν μεσόν μας, καὶ ἐγυρέψαμεν καὶ ἀπὸ μίαν μερίαν καὶ ἀπὸ ἄλλην νὰ εὕρωμεν ὠχρὰν τ(ίποτ)ες ἀπ᾿ ὅ,τι λαλεῖ τὸ χαρτίν· τὸ λοιπὸν ἀγρώνισε, ὅτι εἴ τι λαλεῖ τὸ χαρτίν, εἶνε ψέματα, καὶ ὅτις τὸ ἔγραψεν ψέματα λαλεῖ εἰς τὸν λαιμόν του, καὶ ὅλοι μας ἀντάμα καὶ πασαεῖς μας μερία εἴμεστεν ἕτοιμοι νὰ τὸ προβιάσωμεν ἀπὸ τὸ κορμίν μας εἰς τὸ δικόν του πῶς εἶνε ψεματάρης, καὶ τοῦτον ἐποῖκεν τον διατὶ ἐμάλλωσεν ἡ κυρὰ ἡ ρήγαινα μετά του, καὶ ὁ αὐτὸς καβαλλάρης ἐπεθυμῆσε την καὶ δὲν τὸν ἐβάσταξεν, καὶ ὠργίστην του, καὶ διὰ τοῦτον σοῦ ἔπεψεν τὸ χαρτίν· εἰ δὲ ἡ κυρά μας ἡ ρήγαινα εἶνε καλή, καὶ ἁγία, καὶ εὐγενικὴ καὶ τιμημένη. Καὶ ἀθύμου τὸ μᾶς ἐπρουμουτίασες νὰ ποίσῃς τὸ νὰ σὲ βουλεύσωμε.»

§257.-Καὶ εἰς τούτην τὴν λογὴν ἐβγάλαν [τὸν ρήγαν δικαιωμένον, ] καὶ τὸν καβαλλάρην ψεματάρην. Καὶ εἰς τοῦτον ἐστάθην ὁ ρήγας εὐχαρισ(τη)μένος, καὶ ἐζήτησεν τὸν καβαλλάρην εἰς τὸ πεγέριν του, καὶ ἔδωκέν τους καὶ τὸ χαρτὶν εἰς τὰς χεῖρας τους· οἱ καβαλλάριδες ἐβγάλαν τον ἀπὸ τὴν συντροφιάν τους, καὶ ἐγράψαν τον διὰ παράβουλον, ὡς ἐκεῖνος ὅπου ἔβγαλεν τῆς ρήγαινας κακὴν ἀκουγήν. Καὶ ὅνταν ἐγροίκησεν τὰ λογία τους, καὶ ἔθελεν ἔχειν καὶ τῶν δύο κυράδων τῶν καύχων του τὰ λογία τους, ἐπίστευσεν καὶ ἔπεψεν τὸ μεσανυκτικὸν εἰς τὸ σπίτιν τοῦ καβαλλάρη καὶ ἔκραξάν τον ἀπὸ τὸν ρήγα. Ο καλὸς καβαλλάρης ἦτον εἰς τὸ κρεβάτιν του, καὶ μοναῦτα ἐντύθην καὶ ἐκαβαλλίκευσεν νὰ πάγῃ εἰς τὴν αὐλὴν τοῦ ρηγός· καὶ ἔξω ἐστέκουνταν τουρκοποῦλλοι καὶ Αρμένιδες καὶ λαὸς πολλὺς τῶν ἀρμάτων, καὶ παίρνουν τον μοναῦτα, καὶ πάγει εἰς τὴν Κερυνίαν, καὶ ἐβάλαν τον εἰς τὴν γούφαν τοῦ Σκουτελλᾶ. Κ᾿ ἐκεῖ ἐποῖκεν [κἄποσον καιρόν].

§258.-Καὶ τἄπισα ἔρχεται ἕνας [ἀφέντης] ἀποὺ τὴν δύσιν νὰ πάγῃ εἰς τὴν Ἱερουσαλὴμ νὰ προσκυνήσῃ· τὸν ποῖον ἐπαρακαλέσαν τον οἱ συνγκενάδες τοῦ σὶρ Τζὰν Βι- σκούντη νὰ τὸν ζητήσῃ ἀπὸ τὸν ρήγα, ὡς γοιὸν εἶνε συνήθιν τοὺς ἀφέντες· καὶ ἐπαρακάλεσεν τὸν ρήγα νὰ τὸν ἐβγάλῃ ἀπὸ τὴν γούφαν, καὶ ἐπρουμουτίασέν του ὁ ρήγας νὰ τὸν ἐβγάλῃ. Καὶ [ὅνταν ὁ κούντης ὁ ξενικὸς ἐπῆγεν,] τότες ὥρισεν (καὶ) ἐβγάλαν τον ἀπὸ τὴν γούφαν τῆς Κερυνίας, καὶ ἔπεψέν τον εἰς τὸν Λιόνταν καὶ ἐβάλαν τον εἰς τὴν γούφαν, καὶ ἔμεινεν χωρὶς φᾶν ὥς που καὶ ἀπόθανεν. Ὁ αὐτὸς κα- βαλλάρης ἂν ἦτο νὰ σᾶς εἴπουν ποτάπος ἀντρειωμένος ἦτον, καὶ εἰ(ς) τζοῦστες καὶ πᾶσα ἄρματον ἦτον πολλὰ βαλέντε ἀντρ(ει)ωμένος· τάμε ὁ θεὸς νὰ τοῦ συγχωρήσῃ.

§259.-Τὸ λοιπὸν μὲ ὅλον τοῦτον ὁ ρήγας δὲν εὑρέθην πλερωμένος, καὶ δὲν ἧτον τόσον ἀνήξευρος, ξεύροντα τὸ πρᾶμαν πῶς ἐγίνετον· ἄρχεψεν καὶ ἀντροπίαζεν τὲς γεναῖκες τοὺς ἐχθρούς του ὅπου ἐσμίκτησαν νὰ ποίσουν τὴν ἀντροπήν. [Πολλὰ έννοιάζουνταν οἱ λᾶς νὰ ποίσουν,] ἀμμὲ τὸ νὰ ᾿δοῦν, ὅτι κάτινες ἀρκέψασιν καὶ ἦτο νὰ τοὺς νώσουν, ἐσύρτησαν ἀπὸ τὸ κακόν· καὶ διατὶ δὲν εὑρέθην τινὰς νὰ τὸ ξηλώσῃ, ἀμμὲ ὅλοι ἐσμίκτησαν, διὰ τοῦτον ἐμίσησεν οὕλους, καὶ ἄρχεψε νὰ τοὺς πλερώσῃ ὅλους τὸν πασἄναν κατὰ τὸ τοῦ ἐδούλευσεν· ὅτι οἱ Γενουβίσοι λαλοῦν, «ὅπου νὰ σοῦ ποίσῃ, ποῖσε του, καὶ ἀνισῶς καὶ δὲν ἐφτάσῃς νὰ τὸ ποίσῃς, μὲν τὸν λησμονήσῃς.» Καὶ εἰς κοντολογίαν ἀντροπίασεν οὗλες τὲς κυράδες τῆς Λευκωσίας, τὲς ποῖες εἶνε μεγάλη ἀντροπὴὺ νὰ τὲς ἀνοματίσωμεν. Οἱ αφέντες ἐμεῖναν ὅλοι ἐννοιασμένοι καὶ κακά ἐθωροῦσαν τὸν ρήγα· καὶ ὁ ἐχθρὸς ὧδε ηὗρεν τόπον, καὶ ἔσπειρεν τὸν σπόρον του, τουτἔστιν ἔχθραν, εἰς τιτοίαν λογήν, ὅτι ἔστρεψέν του μέγαν διάφορος, τὰ ρ᾿ χίλια.

§260.-Τὸ πρᾶγμαν ἐδιάβαινεν ἡμέραν πρὸς ἡμέραν ὥς που καὶ ᾿βρέθην ὁ καιρὸς έπιτήδειος. Φανερὸν ἐγίνην εἰς τ᾿ αὐτία τοῦ ρηγὸς πῶς ἦτον μισισμένος ἀποὺ ὅλους τοὺς καβαλάριδες, καὶ ἐκεῖνος ἐμισῆσεν τους πολλά· ἦτον πολλὰ ἐννοιασμένος μήπως καὶ ἀποθάνῃ καὶ δὲν πλερωθῇ ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς του, ἢ πὰς καὶ ἀπογβάλουν τον, ὡς γοιὸν ἐποῖκαν τοῦ ρὲ Χαρρή. Τὸ λοιπὸν ἕρισεν καὶ ἐκτίσαν του ἕναν πύρ- γον, καὶ [ἀπάνω ἔκτισεν ναὸν ὀνόματι] Μιζερικορδία· [τὴν δὲ φυλακὴν κάτω, τουτἔστιν τὸν πύργον, έκράξεν τον] Μαργαρίτα· καὶ ἐτελείωσέν τον καὶ ἦτον πολλὰ δυνατός, καὶ ἤθελε νὰ τὸ χαντακώσῃ ἀππέξω· Καὶ ἐννοιάστη νὰ ποίσῃ κάλεσμαν μέγαν [μετὰ τὸ χαντάκωμα,] καὶ νὰ σωρευτοῦν ὅλοι οἱ ἄρχοντες οἱ μεγάλοι καὶ παρούνιδες, καὶ νὰ τοὺς ποίσῃ φᾶν, καὶ τότες νὰ φυλακίσῃ τοὺς ἀδελφούς του εἰς τὸν πύργον καὶ μερτικὸν ἀπὸ τοὺς καβαλλάριδες ὁποῦ ἐφοβᾶτον, διὰ νὰ μηδὲν σαστοῦν εἰς τὴν μέσην τους καὶ [ἀδικήσουν τον·] καὶ πολομῶντα τοῦτον θέλ᾿ εἶσταιν χωρὶς φόβον ὅλην του τὴν ζωήν. Καλὰ τὸ ἐννοιάστην, ἀμμὲ κακὰ ἐγίνετον. Ὅνταν ἦρτεν ἡ σαρακοστή, τὴν ἁγίαν ἑβδομάδαν ἔκραξεν τὸν πνευματικὸν νὰ τὸν ξηγορεύσῃ, ὀνόματι φρὲ Τζάκε τοῦ Σὰν Τομένικου, καὶ εἰς τὴν ξηγόρευσιν εἶπεν τοῦ το, τὴν ἔννοιαν [τῆς Μαργα(ρ)ίτας.] Ὁ αὐτὸς πνευματικὸς ἦτον καὶ τοῦ πρίντζη, καὶ ἔκραξέν τον καὶ ὁ πρίντζης νὰ τὸν ξηγορεύσῃ· καὶ ἅνταν τὸν ἐξηγόρευσεν, εἶπεν του οὕλην τὴν ἔννοιαν τοῦ ρηγός· καὶ ἐβλέπετον ὁ πρίντζης νὰ μπῇ εἰς τὴν Μαργ(αρ)ίταν, καὶ οὐδὲ τὸν ἀδελφόν του τὸν Τζάκον ἄφιννε νὰ ἐμπῇ.

§261.-Τὸ λοιπὸν εἶνε καιρὸς νὰ θερίσωμεν τὰ στραχιδία τῆς ἔχθρας, καὶ νὰ σᾶς πῶ τὴν κακίαν τὴν εἶχεν ὁ ρήγας μὲ τοὺς καβαλλάριδές του καὶ κεῖνοι μετά του. [Τῇ ηʹ ἰουναρίου] μηνὸς ἡμέρα κυριακῇ, ατξηʹ Χριστοῦ, εὑρισκομένου τοῦ ρηγὸς εἰς τὸ Ἀκάκιν, ἐπῆγεν εἰς τὸ κυνήγιν, καὶ κοντὰ τοῦ Ἀκακίου ἔχει ἕναν χωρίον μικρόν ὀνόματι Μένικον, καὶ ἦτο τοῦ σὶρ Χαρρὴν τε Ζιπλέτ, ὁ ποῖος καβαλλάρης εἶχεν ἕναν υἱὸν μονογενὴν ὀνόματι Τζακέ, καὶ μίαν κόρην ὀνόματι Μαρία, ἡ ποία ἦτον χήρα, καὶ μίαν πορνικὴν ὀνόματι Λόζε· ὁ αὐτὸς καβαλλάρης ἦτον βισκούντης τῆς χώρας, καὶ πολλὰ ἀγάπαν τὰ κυνηγία, καὶ ἐπαράγγειλεν καὶ ἐφέραν του ἀπὸ τὴν Τουρκίαν μίαν ζυγὴν σκυλλία λαγωνικὰ πολλὰ ὄμορφα· καὶ οὗλοι οἱ καβαλλάριδες ὅλοι κακὰ μετὰ Καρᾶς ἐκλουθοῦσαν τοῦ ρηγός, ὡς γοιὸν ἡ τάξις τοὺς καβαλλάριδες καὶ νὰ παραδιαβάζουν εἰς τὰ κυνηγία. Εὑρισκόμενος ὁ ρήγας εἰς τὸ κυνήγιν, ὁ σκυλλομάνγγος τοῦ αὐτοῦ βισκούντη ἐστρέφετον ἀπὸ τὸ κυνήγιν, καὶ ἐδιάβην ἀπὸ τὴν αὐλὴν τοῦ Ακακίου νὰ πάγῃ εἰς τὸ Μένικον, καὶ εἶχεν τὰ δύο σκυλλία τὰ ὄμορφα, καὶ εἶχεν τα χαρίσει τοῦ Τζάκου τοῦ υἱοῦ του (ὁ) ἄνωθεν σὶρ Χαρρή.

§262.-Ὁ κούντης τῆς Τρίπολις ὁ σὶρ Πιὲρ τοῦ Λουζανία ὁ γνήσιος υἱὸς τοῦ ρηγός, καὶ ἔμπλασεν τοῦ σκυλλομάνγκου καὶ ἀρώτησέν τον: «Τίνος εἶνε τοῦτα τὰ λαγωνικά;» Καὶ εἶπεν του : «Ἀφέντη, εἶνε τοῦ ἀφέντη μου τοῦ Τζάκου τε Ζιπλέτ.» Καὶ ἐψηλαφῆσεν τα καλὰ καὶ εἶδεν τα, καὶ ὡς [παιδίος καὶ ἀφέντης] ἐπεθύμησέν τα, καὶ λαλεῖ τοῦ σκυλλομάνγκου: «Δός μου τὰ σκυλλία τοῦτα!» Καὶ ὁ σκυλ- λομάνγκος λαλεῖ του: «Δὲν τορμῶ, διατὶ φοβοῦμαι τὸν ἀφέντην μου· ζήτα τα τοῦ ἀφέντη μου, καὶ κεῖνος θέλει σοῦ τὰ δώσει.» Καὶ [ὁ ἀφέντης ὁ κούντης] ἐμήνυσεν τοῦ Τζάκου τε Ζιπλὲτ νὰ τοῦ τὰ πέψῃ, καὶ νὰ τὸν πλερώσῃ κουρτέσικα. Απολογήθην του καὶ εἶπεν του: «Ἄμε, πὲ τοῦ ἀφέντη σου, πῶς ἐκεῖνον τὸ δὲν ἔχει ἀγαπᾷ νὰ τὸ ἔχη, ἐγὼ δὲν ἀγαπῶ ἐκεῖνον τὸ δὲν ἔχω· διὰ τοῦτον ἂς μοῦ συμπαθίσῃ, καὶ δὲν τοῦ τὰ διδῶ.» Ὁ ἄνωθεν Τζάκες ἐπῆγεν εἰς τὸν ἀφέντην του, καὶ εἶπεν του πῶς ὁ κούντης ἐμήνυσεν διὰ τὰ σκυλλία, καὶ πῶς τὸν ἀπολόγιασεν, καὶ ἀγκρίστην ὁ αὐτὸς σὶρ Χαρρὴν διὰ τὴν ἀπολογίαν τοῦ υἱοῦ του.

§263.-Ἐρχομένου τοῦ βασιλιώτη εἰς τὸν κούντην, καὶ εἶπεν του τὴν ἀπολογίαν τοῦ σὶρ Τζὰκες, ὁ ἀφέντης ὁ κούντης ὁ νέος ἐδάκρυσεν πολλά, καὶ ἔπιασεν τὸ κλάμαν· καὶ ὡς γοιὸν ἔκλαιγεν, [δόξου καὶ τὸν ρήγα] καὶ ἐνέβην τὴν πόρταν τοῦ π(α)λατίου, καὶ ἐγροίκησεν τοῦ υἱοῦ του πῶς ἔκλαιγεν καὶ ἀρώτησέν τον: «Γιὰ τίντα ἀφορφμὴν κλαίεις;» Καὶ ὁ υἱός του ἀποὺ τὸ πολλὺν κλάμαν δὲν ἠμπόρησε νὰ τοῦ ἀπολογηθῇ. Καὶ ὁ ρήγας ἦλθεν πρὸς τὸν καβαλλάρην τὸν μάστρον του καὶ λαλεῖ του: «Τίντα ἔχει ὁ υἱός μου καὶ κλαίγει ἤτζου;» Καὶ ὁ καβαλλάρης λαλεῖ τοῦ ρηγός: «Ἀφέντη, ὁ Τζάκο τε Ζιπλὲτ ἔχει ἕναν ζευγάριν σκυλλία λαγωνικὰ ὀμορφώτατα, καὶ ἐδιάβην ὁ σκυλλομάνγκος του ἀππὦδε, καὶ εἶδεν τα ὁ ἀφέντης μου καὶ πολλὰ τὰ ἐπεθύμησεν, καὶ ἐζητῆσεν τα τοῦ σκυλλομάνγκου καὶ δὲν τοῦ τὰ ἔδωκεν· ἐμηνῦσεν το τοῦ σὶρ Τζάκες μὲ τὸν βαχλιώτην του, καὶ δὲν ἄκουσε νὰ τοῦ τὰ δώσῃ, καὶ ἔστρεψέν τον, καὶ γιὰ τοῦτον παραπονᾶται καὶ κλαίγει.» Γροικῶντα ὁ ρήγας ἐθυμώθην πολλά, καὶ ἡ κακία ἐπιντώθην, καὶ λαλεῖ: «Μὲ μέγαν δίκῃον ἔνι ὁ ἠγαπημένος μου υἱὸς κακόκαρδος!» Καὶ στρέφεται πρὸς τὸν υἱόν του καὶ λαλεῖ του : «Παιδίν μου, [ἔπληξες!] ἐγὼ νὰ μηνύσω τώρα τοῦ κυροῦ του νὰ μοῦ τὰ πέψῃ.»

§264.-Καὶ ἔπεψεν ὁ ρήγας ἕναν φρόνιμον καβαλλάρην εἰς τὸν σὶρ Χαρρὴν τε Ζιπλὲτ νὰ τοῦ ζητήσῃ τὰ σκυλλία διὰ τὸν υἱόν του τὸν κούντην τῆς Τρίπολις καὶ νὰ τὸν πλερώσῃ τὸ ξάζουν. Ὁ καβαλλάρης, μωραγάπητος τοῦ υἱοῦ του, καὶ άγάπαν καὶ τὰ κυνηγία, καὶ νὰ φανερώσῃ καὶ ὁ καιρὸς τὴν κακίαν τὴν εἶχαν οἱ ἀφέντες μὲ τὸν ρήγαν, δὲν ἐννοιάστην πόση ζημία καὶ κίντυνος ὅπου μέλλει νὰ τοῦ ἔλθῃ διὰ τόσην μικρὴν ἀποσκότισιν, ὅτι οἱ σκύλλοι εἶνε ὀλλιγόζωτοι καὶ δὲν ἔχουν ζωὴν ὅσον ςʹ χρόνους καὶ ψοφοῦσιν, εἰ δὲ ὁ θυμὸς τοῦ ἀφέντη πολομᾶ πολλὴν ζημίαν εἰς ρέντες, σπιτία καὶ ἕτερα, καὶ ἄλλους ἐμπάζει καὶ ἄλλους κατεβάζει, καὶ πολλοὺς ξηκληρώννει τους ἀποὺ τὰ ἀγαθά τους· ἀποτόλμησεν καὶ εἶπεν τοῦ καβαλλάρη ἁποῦ ἔπεψεν ὁ ρήγας: «Ἄμε, πὲ τοῦ ρηγὸς ἀπὸ ᾿ξ αὑτῆς μου, πῶς ἐκεῖνος θέλει τα διὰ τὸν υἱόν του διὰ τὸ ἀπλαζίριν του, μηδὲν πλήξῃ καὶ ἀρωστήσῃ, καὶ ἐμέναν ψηφᾷ με ὡς γοιὸν κτηνόν, καὶ φονιὰν τοῦ παιδίου μου! ὡς γοιὸν ἐκεῖνος θέλει νὰ θεραπεύσῃ τὸ παιδίν του, ἤτζου καὶ ἐγὼ τὸ παιδίν μου, καὶ στιμιάζει με ὡς γοιὸν πελλόν, νὰ βγάλω τὸ ἀπλαζίριν τοῦ παιδίου μου, καὶ νὰ τὸ δώσω τοῦ παιδίου του· τὰ ποῖα λαγωνικὰ εἶνε δικά του, καὶ ἀνὲν καὶ πάρω τα ἀποὺ τὰ χέρια του θέλει κακοψυχήσει, καὶ φόρτζι νὰ πεθάνῃ· καὶ γιὰ τοῦτον μὴ κάκων᾿μου νὰ τὸ ποίσω· ἀμμέ ἡ Τουρκία κοντά μας εἶνε, καὶ γ-οἱ πραματευτάδες ἐμπαίννουν καὶ κατεβαίννουν, καὶ ἂς δώσῃ λόγον καὶ νὰ τοῦ φέρουν ὅσα θέλει, καὶ ὄχι νὰ πάρῃ τὰ δικά τους ἄλλους, διατὶ θέλω τα διὰ τὸ ἀπλαζίριν μου καὶ τοῦ υἱοῦ μου.» Ὁ καβαλλάρης λαλεῖ του: «Ἀφέντη, βλέπε ὅτι ξεύρεις πῶς ἐμεῖς ἔχομεν νόμον νὰ ᾔμεστεν κρατούμενοι ἕνας τοῦ ἄλλου, καὶ τούτη ἡ ἀπολογία δὲν εἶνε καλὴ πρὸς τὸν ἀφέντην τὸν ρήγαν, καὶ ἀνισῶς καὶ πῶ του τοῦτα τὰ λογία χωρὶς κώλυσιν θέλεις κιντυνεύσει, καὶ ἴδες ἐσού!» Ἐκεῖνος λαλεῖ τοῦ καβαλλάρη: «Ἂν ἦτον μόδος νὰ τοῦ δώκαμεν ὅ,τι καὶ ἂν ἔχωμεν, δὲν ἔχει εὐκαρισ(τ)ίαν, διατὶ μισᾷ μας, καὶ ἂς ποίσῃ το χειρόττερον ὅπου νὰ μπορήσῃ.» Ὁ καβαλλάρης ἔστρεψεν τὸν ἀντίλογον πολλά κουρτέσικα εἰς τὸν ρήγα ὅσον ἐμπόρησεν.

§265.-Γροικῶντα τοῦτον ὁ ρήγας καὶ θωρῶντα τὴν χοντροσύνην του, ἐθυμώθην· μοναῦτα ἐκείνην τὴν ὥραν ἔταξεν τὸν σὶρ Χαρρὴν νὰ πάγῃ μὲ τ᾿ἄλογά του καὶ μὲ τ᾿ἄρματά του εἰς τὴν ἐβλέπισιν τῆς Πάφου, καὶ ἔπεψεν καὶ ᾿σιδέρωσεν καὶ τὸν υἱὸν του τὸν Τζάκες καὶ πέμπει τον μὲ μίαν τζάππαν εἰς τὸ χέριν του νὰ σγάφῃ εἰς τὸ χαντάκιν εἰς τὴν Μαργαρίταν, ἤγουν εἰς τὴν Μιτζιρικορδίαν, μὲ τοὺς ἀργάτες ὅπου ἐπολομοῦσαν δουλείαν. Ἀκομὴ ἔπεψε νὰ πάρη τὴν κόρην του τὴν Μαρία τε Τζιπλὲτ νὰ τὴν ἁρμάσῃ μὲ τὸν Καμοὺς τὸν Ράφτην, ἡ ποία ἐχήρευσεν ἀπὲ τὸν σὶρ Γὴν τὸν Βερνήν· ὁ ποῖος Καμοὺς ἦτον χαρκωματᾶς καὶ ἦτον καὶ βαχλιώτης τοῦ σὶ(ρ) Ραμοὺν Παπή. Ἡ καβαλλαρία ἦτον φρένιμη, θωρῶντα τὸ σκάνταλον τοῦ ρηγὸς καὶ τοῦ πατρός της, έφοβήθην, λαλῶντα πῶς εἰς κακὸν θέλημαν θέλει τελειωθεῖν ἡ δουλεία, ἀφῆκεν τα καὶ ἐπῆγεν εἰς τὸ μοναστήριν ἁποῦ δὲν τὲς ἐθῶρεν τινάς, εἰς την Σάντα Κλέραν, νὰ μείνῃ ὥστη νὰ παύσῃ ἡ κακία· ἐγροίκησεν πῶς θέλει νὰ τὴν αρμάσῃ, εξέ- βην καὶ ἐπῆγεν εἰς τὴν Ταρτούζαν ε(ἰ)ς τὸ μοναστήριν, καὶ ἐκεῖ ἐχώστην. Ὁ ρήγας ἔβγαλεν τὸν πατέραν της ἀπὸ τὸ βισκουντάτον καὶ ἔβαλεν τὸν σὶρ Τζουὰν τε Βιλίες.

§266.-Καὶ τῇ κυριακῇ τῇ ιε᾿ μηνὸς ἰαννουαρίου τξη᾿ Χριστοῦ, ἦλθεν ὁ ρήγας ἀπὸ τ᾿ Ἀκάκιν εἰς τὴν Λευκωσίαν καὶ ἐγροίκησεν πῶς δὲν εὑρέθην ἡ καβαλλαρία, καὶ ἐγύρε(υ)σέν την ἀκριβά, καὶ ἔπεψεν δυναστικῶς καὶ ἔβγαλέν την ἀπὸ τὸ μοναστήριν, καὶ ἔβαλέν την εἰς τὸ κριτήριον, καὶ ἔπεψέν την τοῦ βισκούντη νὰ τὴν μαρτυρίσῃ, ὥς ποῦ νὰ ᾿μολογήσῃ τίς τῆς ἐπαράγκειλεν νὰ πάγῃ εἰς τὸ μοναστήρι νὰ χωστῇ. Εἶπεν τοῦ βισκούντη: «Ἀφέντη, θέλω νὰ ποίσω καλὸν διὰ τὴν ψυχήν μου, καὶ ξηκληρώννω τὸν ἀφέντην μου τὸν ρήγαν μὲ τὸ τουέριν μου καὶ ἂς τὸ πάρῃ εἰς τὸν ὁρισμόν του.» Ὁ ρήγας ὥρισεν νὰ τὴν μαρτυρίσουν, καὶ τόσον τὴν ἐμαρτυρίσαν ὅτι ἐτηγανίσαν καὶ τὰ πόδιά της. Ἡ πτωχὴ ἡ ἀρχόντισσα δὲν ἐλάλεν ἄλλον παρού: «Θεέ, κρίσιν!»

§267.-Καὶ θωρῶντα οἱ ἀφέντες ἐλαλοῦσαν: «Τοῦτα ἐγδεχούμεστα νὰ θωροῦμεν ἀπὦδε καὶ ὀμπρὸς εἰς τὰς κόρες μας καὶ εἰς τοὺς υἱούς μας, καὶ εἰς τὰς κυράδες τὲς χῆρες!» Καὶ πολλὰ ἐδιαφεντεύγετον ἡ ἀρχόντισσα, καὶ ὁ ρήγας δὲν εἶχεν λύπησιν. Καὶ εἰς τὸ ὕστερον ὁ αὐτὸς σὶρ Τζουὰν τε Νεβιλίες ἑρμάστην την, διότι ἦτον καὶ κεῖνος χηράτος.

§268.Πάλε ἐγέννησεν ὁ διάβολος ἄλλον· καὶ ἐγύρεψεν ὁ ρήγας νὰ πάρῃ βουλὴν τίντα νὰ ποίσῃ τοῦ σὶρ Χαρρὴν τε Ζιπλέτ, ὅτι ἀπὸ τὸν θυμόν του πρὶ νὰ βγῇ νὰ πάγη εἰς τὸ τάμαν του, ἔπεψεν καὶ ἔβαλέν τον εἰς τὴν φυλακὴν τοὺς κλέπτες, χωρὶς μεγάλην αὐλήν, καὶ τὸν Τζάκον καὶ τὴν ἀδελφήν του τὴν τάμε Μαρία τε Τζιπλέτ. Καὶ ὅνταν ἐζήτησεν βουλήν, εἶπαν του οἱ παρούνιδες: «Ἄμε ὀλλίγον ἀποὺ ʹξ αὑτόν μας διὰ νὰ συντύχωμεν μεσόν μας, διὰ νὰ σοῦ στρέψωμεν ρεσπόσταν.» Καὶ θωρῶντα οἱ ἀφέντες τὸν ρήγαν γεμάτον κακοσύνην καὶ ὀργήν, ἐπῆγεν ἐξωμέρου· θεωρῶντα οἱ καβαλλάριδες πῶς ἔβαλεν τὸ χέριν του ἀπάνω τοὺς λιζίους χωρὶς δίκαιον ἄπρεπα, ὅλοι ἀντάμα ἀνακατωθῆκαν καὶ ἐθυμώθησαν, καὶ εἴπασιν: «Μίαν φορὰν ἐφανερώθην ἡ κακία τοῦ ἀφέντη μας μετά μας!» Καὶ ἀρχέψαν ὅτοιμα νὰ μελε- τήσουν ἄλλον, καὶ τὸ ἐγίνην ἀφῆκαν το.

§269.-Καὶ ὅλοι οἱ καβαλλάριδες σηκώννουνται εἰς τοὺς δύο ἀδελφοὺς τοῦ ρηγὸς καὶ λαλοῦν τους: Ἀφέντοι, ξεύ-, ρετε πῶς καὶ ἡμεῖς εἴμεστεν ἕτοιμοι τοῦ ρηγὸς καὶ κεῖνος ἐμᾶς, καὶ εἴμεστεν κρατούμενοι μὲ ὅρκον τοῦ ρηγὸς καὶ ὁ ρήγας ἐμᾶς, καὶ ἐμεῖς ἕνας πρὸς τὸν ἄλλον· τὸ λοιπόν, ἀφέντοι, τὴν τάξιν τὴν ἐποῖκεν ὁ ρήγας μὲ τὸν σὶρ Χαρρὴν τε Ζιπλὲτ καὶ μὲ τὰ παιδιά του, παράνομα τὸ ἐποῖκεν καὶ ἄδικα, ὅτι ἔπεψέν τον εἰς τὴν Πάφον, καὶ πρὶ νὰ πάγῃ ἐφυλάκισέν τον, χωρὶς τὴν αὐλήν του, καὶ τὸ παιδίν του καὶ τὴν κόρην του, καθὼς ἄνωθεν δηλοῖ, ὅτι ἦτον ἀνθρῶποι του· καὶ μὲ δίκαίον δὲν ἐδύνετον νὰ βάλῃ χέριν ἀπάνω τους, χωρὶς τοὺς αὐθέντες τῆς βουλῆς του. Εἰς τοῦτον ἀγρωνίζομεν ὅτι εἶνε ᾿φίορκος, ἐπειδὴὺἔμοσε νὰ κρατῇ τὲς ἀσίζες καὶ νόμους στερεωμένα· ἐμεῖς εἴμεσθεν κρατούμενοι νὰ διαφεντέψωμεν τοὺς ὁμοίο(υ)ς μας!» Τότε [εἶπαν τοῦ ρηγός,] καὶ λαλεῖ του ὁ ἀδελφός του ὁ πρίντζης: «Ἀφέντη, φαίνεταί μας ὅτι μὲ δίκαιον ἐποῖκες τοὺς λιζιούς σου ἐκεῖνον τὸ ἐποῖκες χωρὶς νὰ τὸ δώσῃς τῆς μεγάλης σου αὐλῆς καὶ νὰ τὸ γροικήσουν καὶ νὰ τὸ κρίνουν, καὶ πάγεις κατὰ πρόσωπα τοὺς νόμους καὶ τῶν ἀσίζων καθὼς ἔμοσες εἰς τὸ στέψιμόνς σου, ὅτι εἶνε ὅμοιοί σου εἰς τὸν ὅρκον τους.»

§270.-Γροικῶντα τοῦτον ὁ ρήγας ἐθυμώθην καὶ συντυχάννει του ἄσχημα καὶ χοντρὰ λογία, καὶ ὁ πρίντζης ἐμούλλωσεν, καὶ [ὁ μικρὸς ἀδελφὸς] εἶπεν τοῦ ρηγός: «Ἀφέντη, εἶσαι πολλὰ θυμωμένος, καὶ ἐσκοτίσθ(ησ)αν οἱ ἀφθαλμοί σου καὶ δὲν θωρεῖς τὸ πρᾶμαν πῶς πάγει· παρακαλοῦμέν σε ὡς ἀφέντης μας νὰ στραφῇς μὲ γλυκὺν βλέμμαν εἰς αὑτῆς μας, κατὰ τὰς παλαιὰς ἀσίζες, συνήθια, καὶ κουστούμια τοῦ αὐτοῦ ἐντίμου ρηγάτου.» Ὁ ρήγας ἀποστρίγκισέν του καὶ ἐτίμασέν τον καὶ κεῖνον καὶ τὴν γεναῖκαν του, καὶ εἶπεν του πολλὰ ἄσχημα λογία. Καὶ ὁ δαίμων ἐχαίρετον· καὶ ἐτίμασεν καὶ ἀντροπίασεν ὅλους τοὺς καβαλλάριδες.

§27Ι.-Ἐκεῖ ἄρχεψεν τὸ δεντρὸν τῆς μισιτείας. Θωρῶντα τόσον θυμωμένον τὸν ρήγα, επῆραν ὁρισμὸν νὰ πᾶσιν, καὶ εἶπαν του: «Ἀφέντη, μηδὲν ἔχῃς ἔννοιαν, καὶ ἀπόψε, θέλομεν τὰ καταμασήσειν καὶ θέλομεν φέρειν καὶ τὲς ἀσίζες, ἀνισῶς καὶ εὕρωμεν καὶ κανέναν κεφάλιν περὶ τούτου, καὶ θέλομεν τὸ φέρειν τῆς ἀφεντιᾶς σου.» Ὁ ρήγας ἐταπεινώθην καὶ ἐκοίμισεν τὸν θυμόν του, καὶ λαλεῖ τους: «Βάλετέ το εἰς γράψιμον καὶ φερτέ μου το αὔριον ὀμπρός μου νὰ τὸ ᾿δῶ.» Τότε ἐπήγασιν, καὶ ἦτον πολλὰ θυμωμένοι καὶ ἀνγκρισμένοι ἀπὲ τὰ ἄπρεπα λογία τοῦ ρηγὸς καὶ ἀντροπὴν ὁποῦ τοὺς ἐπολόμαν ἔμπροσθεν τοὺς παρκάτω ἀνθρώπους· καὶ ἐπῆραν ὁρισμὸν καὶ ἐξέβησαν ἀπὸ ᾿μπρός του. Ἅνταν ἐκατέβησαν τ᾿ ἀδελφία τοῦ ρηγὸς νὰ καβαλλικεύσουν, ἀκλουθῆσαν τους πολλὺς λαὸς ἀπὸ τοὺς καβαλλάριδες καὶ ἐκατέβησαν ὡς κάτω ᾿ς τὸ περρούνιν τῆς καθολικῆς σκάλας ὅπου καβαλλικεύγουν· ἐκεῖ ἀννοῖξαν τὸ στόμαν τους καὶ εἶπαν τῶν ἀδελφίων τοῦ ρηγός: «Εὐχαριστοῦμεν τοῦ θεοῦ, ὅτι ἤτζου σᾶς ἐστιμίασεν ὁ ἀδελφός σας ὡς γοιὸν χωργιάτες, καὶ ἀνισῶς καὶ δὲν θέλετε νὰ τὸν ἀλλάξετε, ὁ θεὸς νὰ ποίσῃ κρίσιν, καὶ [ἡ ἁμαρτία εἶνε] ἀπάνω σας καὶ ἀπάνω τῶν παιδίων σας.»

§272.-Καὶ μετὰ τὸ καβαλλίκεμαν, ἐποῖκαν δῆμαν καὶ ὅρκον καὶ σασμὸν μεσόν τους, καὶ ἐδῶκαν λόγον ν᾿ ἀγρυπνίσουν ἐκείνην ὅλην τὴν νύκταν, τίντα μέλλει νὰ γινῇ μὲ τὸν ρήγαν, διὰ νὰ τοὺς φοβηθῇ καὶ νὰ τοὺς κρατῇ εἰς τὸ πρῶτον τους συνήθιν, καὶ ν᾿ ἀποβγοῦν καὶ ἀπὸ τὴν αντροπὴν ὁποῦ τοὺς ἐπολόμαν ὅλους καὶ πασανοῦ καθημέρα· καὶ πάλε ἐμόσα νὰ μηδὲν χωρισθοῦν μεσόν τους [ὡς αὔρι,] καὶ μὲν ἀλλάξουν τὸ θέλημάν τους, καὶ εἶπαν: «Ἅρχοντες, εἴδετε πῶς ὁ ρήγας ἐτζάκκισεν τοὺς ὅρκους τοὺς εἶχεν μεσόν του καὶ μεσόν μας! Ἐπειδὴ ᾿τιμάζει τοὺς ἀδελφούς τους ὡς γοιὸν τοὺς φαρράσιδές του, τίντα ᾿ννοιάζεσθε καὶ μᾶς θέλει-ν ποίσειν; Διὰ τοῦτον ἐμεῖς εἴμεστεν ἐβγαρμένοι ἀπὸ τὸ δῆμμαν τοῦ ὅρκου ὅπου ἐποίκαμεν μεσόν του καὶ μεσόν ἐπειδὴὺ τόσον ἐσουπερπιάστην ἀφ᾿ ὃν ἦλθεν ἀπὸ τὴν Φρανγκίαν, καὶ ἐτζάκκισεν καὶ ἀντροπίασεν τὸν ὅρκον του ἀποὺ τὴν μεγάλην μισητείαν ἁποῦ μᾶς μισᾶ· προυμουτιαζόμεν σας, ἄλλον τόσον εἶνε μισισμένος ἀποὺ ᾿ξ αὑτῆς μας!» Ὁ πρίντζης καὶ ὁ κοντοσταύλης ἐφάνουν(τάν) τους καλὸν τὰ λογία τοὺς καβαλλάριδες καὶ ἐστερεῶσαν τα μὲ τὸν ὅρκον τους.

§273.-Καὶ ἅνταν ἐβγῆκαν ἀπὸ τὴν αὐλὴν τὴν ρηγάτικην, ὁ μισὲρ Τζουὰν Μουστρής, τὸν ἐψήλωσεν ὁ ρήγας καὶ ό ἀμιράλλης τὸν ἔκτισεν, καὶ ἀγάπαν τον πολλά, ὁ ποῖος ἦτον φρόνιμος καβαλλάρης, ἐννοιάστην πῶς τὸ τέλος τοῦτον τὸ ἀρχεύτην, ὁ ρήγας εὔκολα δὲν ᾿ταιργιάζει τούτην τὴν ταραχήν· ἐλυπήθην πολλὰ καὶ [ἐβουλήθην μὲ ἔννοια] νὰ βάλῃ σκοπὸν νὰ γιατρεύσῃ τούτην τὴν πληγήν, ὅτι τὰ νήματα τῆς τέχνης ἦτον ἄκλωστα· καὶ λαλεῖ τοῦ ρηγός: «Ἀφέντη μου, ἐλεμονήθου με, καὶ τίποτε θέλω ν᾿ ἀθθυμίσω τὴν ἀφεντίαν σου, καὶ γροικῆσε μου, καὶ ἀνίσως δὲν τὸ πῶ ὡς γοιὸν πρέπει, ἡ ἀφεντιά σου ὅπου σοῦ ἐχάρισεν ὁ θεὸς τὸν νοῦν καθαρὸν θέλεις ἀκροθεῖν τὴν ὑπόθεσιν, καὶ δὲν θέλουν εἶσταιν χαμένα· παρακαλῶ σε, μηδὲν μοῦ ὀργισθῇς εἰς κανέναν λόγον ἁποῦ νὰ πῶ ἄπρεπον.» Ὁ ρήγας εἶπεν του: «Πέ, καὶ μὲν φοβηθῇς.» Λαλεῖ του: «Ἀφέντη μου, ἀποὺ πολλοὺς σοφοὺς ἤκουσα, ἀπὸ παλαιὰν ταραχὴν καὶ μάχην γεννᾶται ἔχθρα, καὶ ἀπὸ ἔχθραν γεννᾶται μῖσος, καὶ ἀπὸ τὴν μισητείαν διαβαίννουν τὴν ἐντολὴν τοῦ θεοῦ καὶ ἀλλάσσουν οἱ κακοὶ λογισμοὶ καὶ κακιὲς συνείδησες τῶν ἀνθρώπων, καὶ μεταστρέφουνται εἰς τὰ πάθη μὲ πεῖσμαν· διὰ τοῦτον φαίνεταί μου νὰ δώσῃς τόπον τοὺς κακούς. Οἱ ἀφέντες μου οἱ ἀδελφοί σου ἐπῆγαν ἀππὦδε πολλὰ ἀνκρισμένοι καὶ ἀντροπιασμένοι ἀξ αὑτόν σου, καὶ εἶνε καὶ οὗλοι σου οἱ συνγκενάδες σου μετά τους καὶ πολλοὶ καβαλλάριδες, καὶ πρὶν κοιμηθοῦν ἀνγκρισμένοι καὶ νὰ ᾿ννοιαστοῦν κανέναν κακόν, ὁποῦ μὲν τὸ δώσῃ ὁ θεός, παρακαλῶ σε νὰ τοὺς μηνύσῃς νὰ ἔλθουν, καὶ καλὰ καὶ ὄμνοστα λογία νὰ καταπαύσῃς τὸν θυμόν τους, καὶ ὡς φρένιμος θέλεις σιγουργιάσειν τὴν καρδιάν τους καὶ θέλεις ἐβγάλειν τὸν θυμὸν ἀποὺ ᾿ξ αὑτῆς τους, καὶ θέλεις τοὺς βάλειν ἀποὺ κακὸν εἰς καλόν.»

§274.-Τοῦτος ὁ λόγος πολλὰ ἄρεσεν τοῦ ρηγός, καὶ λαλεῖ του: «Καλὰ τὸ ἐννοιάστης ὅμως ἄμε ὡς τοὺς ἀδελφούς μου καὶ πέ τους νὰ ἔλθουν ὡς ὧδε διὰ τίποτε χρῆσιν, τίποτε ζήτημαν εἰς τὸ μερτικὸν τῆς βουλῆς ὁποῦ θέλου νὰ ποίσουν τούτην τὴὺνύκταν εἰς τὴν ἀφορμὴν ὁποῦ ἐγὼ ἐτάνυσα.» Ὁ καβαλλάρης ἐκαβαλλίκευσεν καὶ ἀναγκάστη νὰ τοὺς ἐφτάσῃ, καὶ τρέχει καὶ πάγει ὡς τὸν Ἅγιον Γεώργιον τῶν Ὀρνιθίων, ὅπου πουλοῦνται τὰ νήματα τὰ πανπακερά· καὶ [κοντὰ εἰς τὴν γωνίαν] εὑρίσκεται μία γούρνα μαρμαρένη καὶ εἶνε ἄξαμος τοῦ μόδι τῆς Λευκωσίας, καὶ τοῦτον γράφω το διὰ ἀθύμησιν καιροῦ καὶ τόπου. Τὸ λοιπὸν ἐκόντεψέν τους ἐκεῖ ὁ ἀμιράλλης καὶ χαιρετᾷ τους· οἱ καβαλλάριδες θωρῶντα τον πῶς ἔρχετον, λαλοῦν τοὺς ἀδελφοὺς τοῦ ρηγός: «᾿Δέτε πῶς ἔπεψε νὰ σᾶς παρακαλέσῃ, διὰ νὰ πᾶτε νὰ μερώσῃ μετά σας, καὶ αὔρι νὰ σᾶς ποί(σῃ) χειρόττερα παρὰ ᾿ποῦ σᾶς ἐποῖκεν, καὶ θέλετε εἶσθαιν ἀντροπιασμένοι ὅληνς σας τὴν ζωήν, ὅτι ὀπίσω εἰς τὴν ἀντροπὴν ὅπου σας ἐποῖκεν, ἔπεψεν τώρα νὰ μᾶς κρατῇ ὡς ἀφέντες ὅπου σᾶς ἔποῖκεν, ἔπεωεν τώρα νὰ σᾶς κολακέψη ὡς γοιὸν τὰ κοπελλία, καὶ ἀππὦδε καὶ ὀμπρὸς νὰ μᾶς κρατῇ ὡς κτηνὰ καὶ μωρούς, καὶ νὰ παγαίνετε ἀπὸ καλὸν εἰς χειρόττερον· εἰ δὲ καὶ θέλετε νὰ ποίσετε ὡς φρίνιμοι, ὡς ἀφέντες ὅπου εὑρίσκεσθε, ἀλαμᾶς νὰ σᾶς ἀγρωνίσουν οἱ παρχατώττεροι ἀνθρῶποι, ἀποδιαβάσετέ τον, καὶ ἔλατε μετά μας κατὰ τὸν ὅρκον σας, [διὰ νὰ καταπαύσῃ εἰς καλλίττερον.»] Καὶ εἰς τὴν αὐτὴν τάξιν ἐκουντεντιάσαν οἱ ἄρχοντες. Τότε ἐκόντεψεν ὁ ἀμιράλλης κοντὰ τοὺς ἀφέντες καὶ ἐχαιρέτησέν τους ἀπὸ τὴν μερίαν τοῦ ρηγός, καὶ ἐστάθησαν ὀμπρὸς εἰς τὸν Ἅγιον Γεώργιον· καὶ ἅνταν ἐχαιρετῆσαν, ἄρχεψεν ὁ ἀμιράλλης καὶ λαλεῖ τους:

§275.-Ἀφέντες, ό ἀφέντης μου ὁ ρήγας ὁ ἀφέντης ὁ ἀδελφός σας ζητᾷ σας καὶ θέλει σας νὰ σμίξη ἄλλον ζήτημαν κρυφὸν κοντὰ εἰς ἐκεῖνον, καὶ ἀνισῶς καὶ ἀγαπᾶτε τον, στραφῆτε νὰ σᾶ(ς) συντύχῃ καὶ πάλε θέλετε πάγειν.» Οἱ ἄρχοντες μὲ θυμὸν καὶ πλῆξιν καὶ πρικρίαν δὲν ἐθελῆσα νὰ στραφοῦν, ἀμμὲ λαλοῦν του: «Ἀφέντη ἀμιράλλη, στράφου εἰς τὸν ρήγαν καὶ ρικουμαντίασ᾿ μας εἰς αὑτόν του, καὶ ἔχομεν μεγάλην ἔννοιαν διὰ τὴν ἔννοιαν τῆς βουλῆς καὶ πέτε τοῦ το, καὶ πᾶμεν ὅλην τὴ νύκτα νὰ κοπιάσωμεν καὶ νὰ ποίσωμεν τὸ θέλημάν του εἰς τίποτε μόδον ὠφέλ(ι)μον ὅπου νὰ μπορήσωμε, καὶ κεῖνο τὸ νὰ γρωνίσωμεν θέλομεν τὸ βάλειν εἰς γράφος καὶ τὸ πωρνὸν θέλομεν τὸ φέρειν.» Τὸ λοιπὸν ὁ ἀμιράλλης λαλεῖ τους: «Διὰ τὴν ἀγάπην τοῦ Χριστοῦ στραφῆτε ὀπίσω, καὶ μηδὲν θελήσετε νὰ χαροῦν οἱ ἐχθροί σας, ὅτι τοὺς ἀγγέλους εἶνε ἁποῦ δὲν σκανταλίζουνται· το λοιπὸν ἀνὲν καὶ ὁ ἀδελφό σας ἐσύντυχέν λογία ἄπρεπα, πρέπει ἐσεῖς ὡς γοιὸν περίτου παιδίοι παρὰ κεῖνον, δίκαιο νὰ τὸν βαστάξετε ὡς γοιὸν μεγαλλήττερον ἀδελφὸν καὶ ἀφέντης σας, διὰ τὸν στέφανον ὁποῦ φορεῖ.» Καὶ κεῖνοι εἶπαν του: «Εὔκαιρα κοπιάζεις!» Καὶ ἐπήγασιν εἰς τὸ χανού- τιν τοῦ Γιαφούνη. Καὶ πολλὰ τοὺς ἐσύντυχεν, καὶ κεῖνοι δὲν ἐκουργιάσαν, καὶ εἶπαν του: «Δὲν τὸ διδεῖ ὁ καιρὸς ὅτι νὰ στραφοῦν οἱ καβαλλάριδες καὶ νὰ σκορπιστοῦσιν, καὶ νὰ μὲν πληροφορήσωμεν τὸ θέλημαν τοῦ ρηγός, καὶ δὲν ὠφελᾷ.» «Ἀμμὲ τώρα, ὡς γοιὸν εὑρισκούμεθα νὰ πᾶμεν ἔσσω μου,» εἶπεν του ὁ πρίντζης, «καὶ ἀπ᾿ ἐκεῖ μὲν σκαλευτοῦμεν ὅσ᾿ ὥς που νὰ τελειωθῇ ἡ βουλή, καὶ καλὰ πωρνὸν θέλει τὸ ᾿δεῖν· καὶ τὸ ὥρισε νὰ πιντωθῇ τὸ θέλημάν του, θέλει μᾶς τὸ πεῖν, καὶ θέλομεν τὸ ἰδεῖν, καὶ ρικουμαντίασ᾿ μας εἰς τὴν ἀφεντιάν του.»

§276.-Θεωρῶντα ὁ καλὸς καβαλλάρης πῶς τίποτε δὲν ἐφέλαν, ἀποχαιρέτησέν τους καὶ ἐπῆγεν εἰς τὸν ρήγα. Θεωρῶντα ὁ ρήγας τὸν ἀμιράλλην πῶς ἐστράφην χωρὶς τοὺς ἀδελφούς του, ἐπικράνθην καὶ εἶπεν του: «Πῶς ἔν᾿ τ᾿ ἀδέλφιά μου; διατί δὲν τοὺς ἔφερες;» Καὶ εἶπεν του: «Ἀφέντη, ἔφτασά τους εἰς τὸν Ἅγιον Γεώργιον καὶ πολλὰ τοὺς εἴπουν ἀπὸ τὴν μερίαν σου καὶ ἔπαρακάλεσά τους, καὶ δὲν ἐθέλησαν, διὰ τὴν εὐλογημένην βουλὴν ὅπου τοὺς εἶπες νὰ ποίσουν, καὶ διὰ νὰ μηδὲν ξηλωθοῦν, καὶ τὸ πρωῒ μέλλει νὰ τελειωθῇ· καὶ μήπως καὶ κακοφανῇ σου, ἐφάνην ὅλους ἀντάμα νὰ πᾶσιν εἰς τὸ σπίτιν τοῦ ἀφέντη τοῦ ᾿δελφοῦ σου τοῦ πρίντζη, καὶ ἀπὸ ᾿κεῖ μηδὲν σκαλευτοῦν ὥς που νὰ ποίσουν ἀπόφαν τὸ μέλλει νὰ γινῇ, καὶ ταχία, ἀν τὸ δώσῃ ὁ θεός, θέλουν τὸ φέρειν ἔμπροσθέν σου, καὶ θέλεις ἰδεῖν τὴν ἀπόφαν, καὶ ρικου- μαντιάζουνται εἰς τὴν ἀφεντιάν σου.» Γροικῶντα τοῦτον ἐφάνην καλὸν τοῦ ρηγός.

§277.-Οἱ δὲ ἄρχοντες οἱ καβαλλάριδες καὶ οὗλοι τῆς βουλῆς ἐσωρεύτησαν εἰς τὸ σπίτιν τοῦ πρίντζη καὶ ἐφιλονεικοῦσαν ὅλην τὴ νύκταν διὰ τὸν ρήγα· καὶ εἶπαν οἱ καβαλλάριδες τους ἀδελφοὺς τοῦ ρηγός: «Τίντα δίκαιον ἔχει ὁ ρήγας μετά σας, ὁποὖστε ρηγάδες ὡς γοιὸν ἐκεῖνον; Δὲν σᾶς λείπει παρὰ ὁ στέφανος νἆστε ὡς γοιὸν ἐκεῖνον· νὰ σᾶς ᾿τιμάζη καθημερινὸν [ἔμπροσθεν τοὺς ἄτυχους ἀνθρώπους,] πῶς θέλει σᾶς στιμιάσειν ἄλλην φοράν; Καὶ τίντα δίκαιον ἔχει μὲ τους ἀνθρώπους του τοὺς λιζίους νὰ τοὺς βάλῃ εἰς τὴν φυλακὴν χωρὶς τὸν φανὸν τῆς βουλῆς του, καὶ χωρὶς νὰ γρωνίσῃ καὶ ἔχει δίκαιον; ὅτι διὰ τὴν ἀλήθειαν καὶ διὰ τὸν ὄρδινον καὶ νόμον τῶν ἀσίζων, τὲς ποῖες ἔμοσε νὰ τὲς βλεπίσῃ καὶ νὰ τὲς φυλάξῃ, ἀξαπολύσαν οἱ γονεῖς μας τὸ δικόν τους καὶ τὲς κλερονομιές τους καὶ ἦλθαν εἰς τὸ νησσὶν τοῦτον, πρὸς μικρὴν ἀνάπαυσιν, καὶ ἐποῖκαν σασμοὺς καὶ νόμους μεσόν τους· τώρα ὁ ρήγας ἐπῆγεν κατὰ πρόσωπα τοὺς νόμους καὶ τῶν ἀσίζων· πῶς εἶνε τοῦτον; Καὶ ἐφυλάκισεν τὸν σὶ(ρ) Χαρρὴν ὁ ποῖος εἶνε ἄνθρωπος λιζίος, καὶ εἴμεστεν κρατούμενοί ὁ εἶς ὑπὲρ τοῦ ἄλλου εἰς πίστιν· ἀκομὴ ἐπῆρεν τὸν υἱόν του τὸν Τζακές, ὅπου εἶνε πρῶτος έκδεχόμενος τοῦ ψουμιοῦ τοῦ κυροῦ του, καὶ ἔχει καὶ τοῦτος τόσην ἐλευθερίαν ὡς γοιὸν τὸν πατέραν του κατὰ τὰ συνηθία καὶ ἀσίζες τοῦ αὐτοῦ ρηγάτου· πάλε τὴν τάμου Μαρία τε Ζιπλὲτ τὴν κόρην του, καβαλλαρίαν γυναῖκαν τοῦ σὶρ Γὴ τε Βερνή· [τὴν ποίαν ὅταν θελήσῃ νὰ τὴν ἁρμάσῃ, νὰ ᾖνε δουλεμένη ἡ δούλευσι τοὺς καβαλλάριδες.] Γινίσκεται τοῦτον μὲ τὴν αὐλήν, τουτἔστιν γʹ καβαλλάριδες λιζίους, ὁ ἕνας εἰς τὸν τόπον τοῦ ρηγός, καὶ οἱ δύο ἡ αὐλὴ καὶ ὁ γραμματικὸς τοῦ μαρτζασίου· διαβαίνοντα ἕνας χρόνος ἀπὸ τὸν θάνατον τοῦ ἀνδρός της τοῦ ἀποθαμμένου, καὶ νὰ τῆς δώσου ν(ὰ) γροικήσῃ τὸ θέλημαν τοῦ ρηγός· ὁ ἀφέντης ὁ ρήγας εἰς ὅλα τὰ πράματα θέλει νὰ ὁρίσῃ διὰ νὰ δουλευτῇ ἀπὸ τοὺς λᾶς ὅπου ἔχουν ἀποὺ τὰ καλά του εἰς τὸ αὐτὸν νησσὶν κατὰ τὴν ἀσίζαν, ῾διὰ τοῦτον ἀνοματίζομέν σου τὸν ὀδ(εῖνα)ν καὶ τὸν ὀδ(εῖνα)ν.᾿ Καὶ νὰ τῆς ἀνοματίσουν γʹ καβαλλάριδες νὰ ᾖνε τιτοίας γενεᾶς ὡς γοιὸν τὴν δικήν της ἢ τὴν γενιὰν τοῦ ἀνδρός της ὅπου ᾿πέθανεν, καὶ νὰ διαλέξῃ ἕναν ἀπὸ τοὺς γ᾿ ὅποιον θέλει νὰ πάρῃ ν᾿ ἁρμαστῇ. Ἡ ἀρχόντισσα ἐκδέχεται καιρὸν νὰ ζητήσῃ διὰ ν᾿ ἀπολογηθῇ, διὰ νἄχῃ τὴν βουλήν τους. Καὶ διαβαίνοντα ὁ καιρός, καὶ ἡ ἀρχόντισσα δὲν διαλέξη, τότες ἔχει πογέριν ὁ ρήγας νὰ τὴν ἁρμάσῃ μὲ ἕναν ἀπὸ τοὺς γʹ τοὺς ἄνωθεν, ὡς γοιὸν θέλει ὁ ρήγας. Ἀμμὲ ὁ ρήγας θέλει νὰ τὴν ἁρμάσῃ μ᾿ ἕναν ράφτην. Διὰ τοῦτον φαίνεταί μας εἰς πᾶσα δικαιοσύνην, δὲν εἶνε δίκαιο νὰ τὸ στερεώσωμεν. Ἀμμὲ νὰ μᾶς γροικήσετε νὰ ποίσετε τὸ θέλημάν μας, καὶ μεῖς μὲ τὴν βοήθειάν σας νὰ τὸν ἀρεστιάσωμεν, νὰ τὸν τριγυριάσωμεν, καὶ ἀπ᾿ ἐκεῖ νὰ μὲν σκαλέψῃ ὥς που νὰ μᾶς προμουτιάσῃ εἰς τὴν πὶστιν του νὰ μᾶς κρατῇ καὶ νὰ μᾶς ὁδηγᾷ κατὰ τὲς ἀσίζες μας, τὲς ποῖες οἱ μακαρισμένοι ρηγάδες οἱ προκάτοχοί του ἐποῖκαν τοῦτα τὰ καλὰ συνηθία τοῦ αὐτοῦ ρηγάτου· εἰ δὲ ἀλλοίως, πασαεῖς ἀποὺ μᾶς ν᾿ ἀφήσωμεν τὸ ρηγάτον καὶ νὰ πᾶμεν νὰ γυρέψωμεν τὸ ριζικόν μας ὅπου νὰ μᾶς ὁδηγήσῃ ὁ θεός.»

§278.-Τούτη ἡ βουλὴὺ καλὰ ἄρεσεν τοῦ πρίντζη καὶ τοῦ κοντοσταύλη, καὶ ἐκάτζα νὰ φᾶσιν, νὰ δειπνήσουν· καὶ ἅνταν ἐδειπνῆσαν, καὶ ἐππέσα νὰ κοιμηθοῦσιν εἰς τὸ μέγαν παλάτιν ὅπου ἐκάθουνταν, ἔφτασεν ὁ καιρὸς ὅπου ὁ ἐχθρὸς ἐθέλησε νὰ ᾿σσοδιάσῃ τοὺς καρποὺς τοὺς ἔβαλεν εἰς τὴν καρδιάν τους, νὰ σκοτώσουν τὸν ρήγαν. Θωρῶντα ὅτι τ᾿ ἀδελφία τοῦ ρηγὸς ἦσαν εἰς τὴν συντροφιάν τους, ἐγινῆκαν ἀπό- τορμοι καὶ ἐβουλεύτησαν μεσόν τους καὶ εἴπασιν: «Ἄρχοντες, εἶνε ἀλήθεια καὶ εἴπαμεν τοὺς ἀφέντες τοὺς ἀδελφοὺς τοῦ ρηγός, πρῶτο ν᾿ ἀρεστιάσωμεν τὸν ρήγαν καὶ νὰ μᾶς προμουτιάσῃ νὰ μᾶς κρατῇ ὡς γοιὸν πρέπει· νὰ τὸν ἀφήσωμεν, ὅλοι θέλομε ν᾿ ἀποθάνωμεν· ἔμοσεν ἑπτὰ φορὲς πρωτήττερα παρὰ νὰ στεφθῇ, καὶ τότες τὸν ἐφόρησεν καὶ ἐλησμόνησεν τοὺς ὅρκους του καὶ πάγει κατὰ πρόσωπα τῶν ἀσίζων καὶ τοῦ θεοῦ ὅπου ἔμοσεν· τίς νὰ ᾿μπιστευθῇ τοῦ ὅρκου του πλέον, καὶ τὰ προυμουτιάσματά του ἀπὦδε καὶ ὀμπρός;» Οἱ δελοιποὶ εἶπαν: «Καλῶς λαλεῖτε· προυμουτιάζω σας δὲν εἴμεστεν κρατούμενοι, ἀφ᾿ ὃν ἐτζάκκισεν τὸν ὅρκον του· ἀμμὲ στέκοντα ἔμπροσθέν του νὰ τὸν σκοτώσωμεν.» Ἄλλοι εἶπα: «Νὰ πᾶμεν ἀργὰ εἰς τὸ σπίτιν του, καὶ ὡς γοιὸν κοιμᾶται νὰ τὸν σκοτώσωμεν, καὶ ν᾿ ἀναγκάσωμεν τοὺς ἀδελφούς του, καὶ νὰ καβαλλικεύσωμεν τὴν αὐγήν· καὶ οὕτως θέλομεν τελειώσειν ἐκεῖνον τὸ συντυχάννομεν, ἀλλοίως μήπως καὶ οἱ ᾿δελφοί του ἀποκτείνουν μας.» Ἄλλοι εἴπασιν: «Ἂς τὸ ποίσωμεν· ἀμμὲ παρακαλοῦν καὶ τ᾿ ἀδελφία του νὰ τοῦ ἀποβγοῦν.» Χωρὶς τῶν ἀδελφιῶν του ἐξηγοῦνταν, καὶ δὲν ἤξευραν τίποτε ἀπὸ τὴν βουλὴν τούτην. [Ὁ λόγος λαλεῖ: τόσην πέναν ἔχει] ἁποῦ κρατεῖ τὸ πόδιν τοῦ ᾿ριφίου, ὡς γοιὸν ἐκεῖνον ὁποῦ τὸ γδέρνει. Τὸ λοιπὸν τὸ μεσανυκτικὸν ἀναγκάσαν τοὺς ἀφέν- ες νὰ ὁρίσουν διὰ νὰ σελλώσουν καὶ νὰ πέψου νὰ ἐβγάλουν τοὺς φυλακισμένους καβαλλάριδες καὶ νὰ τζακκίσουν καὶ τὰ σίδερα ἀποὺ τὰ ποδία τους, τοῦ Τζάκο τε Ζιπλὲτ καὶ τῆς Μαρία τε Ζιπλέτ, ὡς γοιὸν ἐγίνετον.

§279.-Πάλι νὰ στραφοῦμεν εἰς τὸν ρήγα. Ὅνταν ἐτελείωσεν τὲς δουλειές του, ἐκάτζε νὰ φᾷ νὰ δειπνήση πολλὰ πικραμμένος, τῇ τρίτῃ τῇ ιςʹ ἰαννουαρίου ατξηʹ Χριστοῦ, τὴν παραμονὴν τοῦ ἁγίου Ἀντωνίου. Οἱ ποῖοι θεωρῶντα τὸν ρήγα ὁτοσαῦτα θυμωμένον ἐποῖκεν τὸν ἐμαυτόν του καὶ ἦτον ἄρρωστος, καὶ πολλοὶ καβαλλάριδες μετά του. Ὁ ρήγας ἐνήστευγεν τὴν παραμονὴν τοῦ ἁγίου Ἀντωνίου, [καὶ ὀπίσω εἰς πολλοὺς μίσους ἐφέραν του ἀγρελλία,] καὶ ὁ βαχλιώτης του ἐζήτησεν λάδιν νὰ βάλῃ εἰς τʹ ἀγρελλία, καὶ ἐλησμόνησα ν᾿ ἀγοράσουν, καὶ τὰ χανουτία ἐσφαλίσαν ὅτι ἦτον ἀργά· καὶ ὁ ρήγας ἐγδέχετο νὰ τὰ φέρουν ὀμπρός του· θωρῶντα πῶς δὲν τὰ ἐφέραν, εἶπεν: «Εἰς τ᾿ ὄνομαν τοῦ θεοῦ τοῦτα τ᾿ ἀγρελλία φέρνετέ τα!» Καὶ ὁ βαχλιώτης εἶπεν του: «Ἀφέντη, λάδιν δὲν ἔχουν, καὶ οἱ μυροψοὶ έσφαλίσαν, καὶ πῶς ἐλησμονῆσα νὰ φέρουν ἀνωράς, καὶ ἂς ἔχουν συμπάθειον.» Ὁ ρήγας ἀγκρίστην, ἔχοντα καὶ ἦτον θυμωμένος καὶ φουσκωμένος, καὶ εἶπεν: «Τοῦτον ἐποῖκεν μοῦ το ὁ ἐμπαλὴς τῆς αὐλῆς μου διὰ πεῖσμαν.» Καὶ πέμπει μοναῦτα καὶ βάλλει τον εἰς τὴν φυλακήν, καὶ ἐφοβέρισέν τον ὅτι τὸ πωρνὸ νὰ κόψη τὴν κεφαλήν του. Τὸν ποῖον ἐβγάλαν τον ἅνταν ἐβγάλαν καὶ τοὺς ἄλλους· καὶ ἦλθαν ὅλοι ἀπὸ τὴν φυλακὴν ἔσσω τοῦ πρίντζη, καὶ ἐξηγήθησάν του εἴ τι ἐγίνετον.

§280.-Καὶ τὴν τετράδην τῇ ι ζʹ ἰανουαρίου ατξη ʹ Χριστοῦ καλὰ ταχία ἦλθαν ὅλοι οἱ καβαλλάριδες εἰς τὴν συντροφιὰν τοῦ πρίντζη καὶ τοῦ ἀδελφοῦ του εἰς τὸ ρηγάτικον ἀπλίκιν καὶ ἀπεζεῦσαν εἰς τὸ περροὺνιν, καὶ ἐνέβησαν τὴν σκάλαν καὶ ἐπῆγαν εἰς τὴν λόντζαν μὲ ὅσους ἦσαν εἰς τὴν φυλακήν. Τότες ἀκτυπᾷ ὁ πρίντζης τὴν πόρταν πιδεξία· ἡμέρα τοὺς λουχιέριδες ἦτον τοῦ Τζιλὲτ τε Κορναλίε· ἄνοιξεν, καὶ ὅταν ἐνέβησαν οἱ ἀδελφοὶ τοῦ ρηγὸς ἐνέβησαν ὅλοι ἀντάμα. Ἐγροίκησεν ὁ ρήγας τὴν ἀναμιγὴν καὶ ἐσηκώθην ἀπὸ τὸ κρεβάτιν καὶ λαλεῖ: «Ποῖγοι εἶνε τοῦτοι ὅπου ἦλθαν;» Ἡ τάμου Τζίβα τε Σκαντελίε, ἡ καύχα του ὁποῦ: ἐκοιμᾶτον μετά του, εἶπεν του: Τίς θέλει εἶσταιν παρὰ τ᾿ ἀδελφία σου;» Καὶ ἐσκουλλίστην ἡ ἀρχόντισσα τὴν κότταν της καὶ ἐξέβην ἔξω εἰς τὴν λόντζαν καὶ ἐκατέβην εἰς τὸ σέντε· καὶ ἐκεῖ ἐκείθουνταν σέλλες τῶν τζούστων· καὶ ἐσφαλίσαν τὴν δράππαν. Ὁ πρίντζης θωρῶντα τὴν τάμου Τζίβαν πῶς ἐβγῆκεν ἀπὸ τὸ πλευρὸν τοῦ ρηγός, ἐνέβην εἰς τὴν τζάμπραν τοῦ ρηγὸς καὶ ἐχαιρέτησεν τὸν ρήγαν· καὶ ὁ κοντοσταύλης δὲν ἐνέβην ἔσσω, οὐδὲ ὁ πρίντζης ἔθελε νὰ μπῇ, ἀμμὲ οἱ καβαλλάριδες τὸν ἐβιάσαν καὶ ἐμπῆκεν, ὅπου ἄλλον ἐννοιάζουντα. Τότε λαλεῖ τοῦ ρηγός: «Ἀφέντη, καλημέρα πάνω σου.» Καὶ ὁ ρήγας εἶπεν του: «Καλημέρα νἄχῃς, καλέ μου ἀδελφέ.» Καὶ ὁ πρίντζης εἶπεν του: «Ἀπόψε πολλὰ ἐκοπιάσαμεν ὅλην τὴ νύκταν καὶ ἐγράψαμεν τὸν φανόν μας καὶ ἐφέραμέν σου νὰ τὸν ἰδῇς.» Ὁ ρήγας ἦτον γυμνὸς μὲ τὸ ἀποκάμισον καὶ ἔθελε νὰ ᾿ντυθῇ, καὶ ἀντράπη νὰ ἐντυθῇ ὀμπρὸς τοῦ ἀδελφοῦ του, καὶ λαλεῖ του: «Αδελφὲ πρίντζη, ἄμε ὀλλί(γ)ον ἔξω νὰ ᾿ντυθῶ, καὶ θέλω ᾿δεῖν τὸ γράψιμόν σας.» Ὁ πρίντζης ἀναχώρησεν. Τότες ἐβρούθησεν (ὁ) ἀφέντης τοῦ Ἀρσεφίου καὶ ᾿βάσταν μίαν κουρτέλλαν ὡς γοιὸν σπαθόπουλλον εἰς τὸ χέριν του, κατὰ τὰ ᾿γουζιάζαν τὸν αὐτὸν καιρόν, καὶ κοντά του ὁ σὶρ Χαρρὴν τε Ζιπλέτ. Καὶ ὅνταν ἐβγῆκεν ὁ πρίντζης, ἔβαλεν τὰ ροῦχα του νὰ ᾿ντυθῇ, καὶ ἔβαλεν [τὄναν του μανίκιν,] καὶ ᾿γύρισεν τὸ πρόσωπόν του νὰ βάλῃ καὶ τὸ ἄλλον, καὶ θωρεῖ τοὺς καβαλλάριδες εἰς τὴν τζάμπραν του· καὶ λαλεῖ τους: «Ἄπιστοι, παράβουλοι, ἴντα θέλετε τούτην τὴν ὥραν εἰς τὴν τζάμπραν μου ἀπανω θιόν μου;» Καὶ ἦτον ὁ σὶρ Φιλίππη τε Ἴνπελὴν ἀφέντης τοῦ Ἀρσεφίου, καὶ ὁ σὶρ Χαρρὴν τε Ζιπλέτ, καὶ ὁ σὶρ Τζάκες τε Γαβριάλε, τοῦτοι οἱ γʹ ἐνέβησαν μοναῦτα καὶ ἐβγάλαν τὰ σπαθιά τους καὶ ᾿δῶκαν του τρεῖς τέσσαρεις κόρπους πασαεῖς, καὶ ὁ ρήγας ἔβαλεν φωνές: «Βοήθειαν! ἐλεμοσύνην!» Καὶ μοναῦτα ἐβρούθησεν καὶ ἐνέβην ὁ σὶρ Τζουὰν Γκοράπ, ὁ ἐμπαλὴς τῆς αὐλῆς, καὶ ηὗρεν τον ἐλλιγωμένον, καὶ ἐβγάλλει τὸ μαχαίριν του καὶ ἔκοψεν τὴν κεφαλήν του, λαλῶντα: «Ἐσοὺ σήμερον ἔθελες νὰ κόψῃς τὴν κεφαλήν μου, καὶ ᾿γὼ νὰ κόψω τὴν δικήν σου, καὶ τὸ ἀναπάλημάν σου νὰ ππέσῃ ἀπάνω σου!»

§281.-Καὶ οὕτως ἐνέβησαν οἱ καβαλλάριδες ν-εἷς ὀπίσω τοῦ ἄλλου, καὶ ὅλοι ἐβάλαν τὰ μαχαίργια τους διὰ τὸν ὅρκον, καὶ ἐκρατοῦσαν τοὺς ἀδελφοὺς τοῦ ρηγός κοντὰ καὶ σφικτά, διὰ νὰ μηδὲν γενῇ τίποτες ταραχή· ἐκεῖνοι ἐφοβοῦνταν μηδὲν τοὺ(ς) σκοτώσουν. Καὶ τἄπισα παρὰ οὕλους ἦρτεν ὁ τουρκοπουλιέρης ὅπου δὲν ἦτον εἰς τὴν βουλήν τους· διὰ νὰ μηδὲν ᾖνε ἔξω τῆς βουλῆς, ηὗρεν τον τυλιμένον (᾿ς) τὸ αἷμαν του, ἀναβράκωτον καὶ κομμοκέφαλον, καὶ ἔβγαλεν τὴν μάχαιράν του καὶ κόβγει τὰ λυμπά του μὲ τὸν αὐλόν, καὶ εἶπεν του: Διὰ τοῦτα ἔδωκες θάνατον!» Καὶ πολλά τὸν ἐλυπήθην, ἀμμὲ διὰ νἆνε εἰς τὴν συντροφιάν τους τὸ ᾿ποῖκεν.

(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)

About sooteris kyritsis

Job title: (f)PHELLOW OF SOPHIA Profession: RESEARCHER Company: ANTHROOPISMOS Favorite quote: "ITS TIME FOR KOSMOPOLITANS(=HELLINES) TO FLY IN SPACE." Interested in: Activity Partners, Friends Fashion: Classic Humor: Friendly Places lived: EN THE HIGHLANDS OF KOSMOS THROUGH THE DARKNESS OF AMENTHE
This entry was posted in Books and tagged , , , . Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Please log in using one of these methods to post your comment:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.