Η ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΤΩΝ ΡΩΜΑΙΩΝ (ctel)


(ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΑΠΟ 17/12/2017)

Η Εξέλιξη

Η εδαφική επέκταση εις βάρος των πιο ανεπτυγμένων πολιτιστικά και οικονομικά Ελλήνων οδηγεί στην παρακμή των παραδοσιακών ρωμαϊκών θεσμών και αξιών. Οι Ρωμαίοι γοητεύονται από καθετί ελληνικό και η καθολική αποδοχή ελληνικών συνηθειών, θεσμών, τέχνης, φιλοσοφίας και δοξασιών κατά το 2οπ.Χ. αιώνα συνθέτει τον λεγόμενο ελληνορωμαϊκό πολιτισμό, ο οποίος γρήγορα αντικαθιστά τον «αγνό» ρωμαϊκό που, έτσι κι αλλιώς, κατά καιρούς, είχε δεχθεί ισχυρές ελληνικές επιρροές. Χαρακτηριστική είναι η πλήρης υιοθέτηση τόσο των ελληνιστικών μυστηριακών λατρειών όσο και της τυπολατρικής αστικής ελληνικής θρησκείας, με μια απλή ταύτιση των ανάλογων θεοτήτων. Ορισμένες βέβαια από τις τελευταίες παρέμειναν διακριτές και συνέχισαν να λατρεύονται ξεχωριστά, είτε επειδή δεν είχαν κανένα ελληνικό ανάλογο (πχ ο διπρόσωπος Ιανός, η μία όψη του οποίου ήταν πολεμική και η άλλη ειρηνική), είτε λόγω των διαφορετικών ιδιοτήτων τους (πχ ο ρωμαϊκός ’ρης ήταν επιπλέον θεός της βλάστησης και της γονιμότητας σε σχέση με τον επίφοβο ελληνικό θεό του πολέμου, ενώ η ρωμαϊκή Εστία θεωρούνταν πολύ σπουδαιότερη θεότητα από το ελληνικό αντίστοιχό της). Ωστόσο, συνολικά, οι έτσι κι αλλιώς παρεμφερείς αστικές λατρείες της Ελλάδας και της Ιταλίας συγχωνεύονται και εμπλουτίζουν η μία την άλλη, τόσο μυθολογικά όσο και τελετουργικά, παρά τις τοπικιστικές διαφορές από πόλη σε πόλη. Ιδιαίτερης αναφοράς χρήζουν τα Βακχικά Μυστήρια τα οποία μεταφέρονται στην Ιταλία περί το 200π.Χ. και επανέρχονται σε μια πρότερη, πιο μυστικοπαθή, πιο κτηνώδη αλλά και πιο εξισωτική μορφή τους, με αποτέλεσμα να γίνουν ευρέως αποδεκτά από τις καταπιεσμένες κοινωνικές ομάδες (γυναίκες, δούλοι κλπ) και να τρομοκρατήσουν τους πατρικίους που τα έβλεπαν ως δημόσιο κίνδυνο και απειλή κατά του κράτους.

Αυτή την εποχή η επιρροή της εκλεπτυσμένης και ακριβούς ελληνικής γλώσσας, όπου αναπτύχθηκαν ξη φιλοσοφία και η λογοτεχνία, είναι καταλυτική. Η ελίτ της Ιταλίας μιλά εξίσου καλά λατινικά και ελληνικά, ενώ δεκάδες Έλληνες διδάσκαλοι φιλοσοφίας και ρητορικής έρχονται στη Ρώμη κάθε χρόνο να διδάξουν την πλούσια παιδεία της Ανατολής. Όπως συνέβη κατά την κλασική εποχή στην Ελλάδα, έτσι και τώρα στη Ρώμη η κρατική αστική λατρεία αρχίζει πλέον να υπομνηματίζεται και να ερμηνεύεται προαιρετικά με πολυάριθμους, συχνά ασύμβατους τρόπους από διάφορες ελληνικές φιλοσοφικές σχολές, οι οποίες, από κοινού με τις ποικίλες μυστηριακές λατρείες επιχειρούν να της προσδώσουν μεταφυσικό και ηθικό περιεχόμενο και να τη μετατρέψουν σε δημόσιο και συλλογικό συμπλήρωμα μιας ιδιωτικής, μυσταγωγικής και σωτηριολογικής πρακτικής. Επιπλέον, ο τυπικός διανοητικός και θρησκευτικός συγκρητισμός της ελληνιστικής εποχής, εμφυτεύεται με μεγάλη επιτυχία στην καρδιά του ρωμαϊκού κόσμου. Κατά τον 2οπΧ αιώνα εκατοντάδες ξενικές θεότητες συμπληρώνουν στην ίδια τη Ρώμη την αστική ελληνορωμαϊκή λατρεία, με την ανοχή, αν όχι με την ενθάρρυνση, του κράτους.

Η εποχή του Αυγούστου

Στα τέλη του 1ου πΧ αιώνα, η επίσημη πλέον κρατική λατρεία της Ρώμης είχε από καιρό συγχωνευτεί στο γενικό της μυθολογικό και τελετουργικό περίγραμμα με τις ελληνικές αστικές λατρείες της Ανατολής και είχε εξαπλωθεί απ’ άκρο σε άκρο της Αυτοκρατορίας. Αλλά με τον ίδιο τρόπο που κάθε πόλη διατηρούσε την ιδιαίτερη θρησκευτική παράδοσή της ως υπενθύμιση της αλλοτινής, διακριτής κρατικής υπόστασής της, έτσι και η ίδια η πόλη της Ρώμης, κέντρο της αυτοκρατορικής διακυβέρνησης, διακρίνονταν από ιδιαίτερες τοπικιστικές πρακτικές, οι οποίες δεν διαδόθηκαν ποτέ έξω από το Λάτιο (πχ. οι Εστιάδες, ορισμένες αργίες και αγώνες, η οιωνοσκοπία κλπ). Ο Οκταβιανός προκειμένου να αντιμετωπίσει αυτή τη βαθύτατη πολυδιάσταση πίσω από την επιφανειακή ελληνορωμαϊκή ομοιογένεια, ώστε να ενισχύσει την ενότητα του αχανούς κράτους του, υποστήριξε προϋπάρχουσες τάσεις και το 27πΧ του απονεμήθηκε από τη Σύγκλητο ο τίτλος του «Αυγούστου (Σεβαστού», ο οποίος του αναγνώριζε ιερές ιδιότητες ενώ, παράλληλα, διατάχθηκε η θεοποίηση του Ιουλίου Καίσαρα με δικούς του ιερείς και ναούς. Έτσι ξεκινά άτυπα η μεταθανάτια λατρεία του εκάστοτε αυτοκράτορα, μια συμπληρωματική λατρεία που εξυπηρετούσε πολιτικούς σκοπούς ενοποίησης και ομοιογένειας σε όλη την έκταση του ρωμαϊκού κράτους. Βεβαίως, ο έμφυτος παραλογισμός της θεοποίησης ενός ανθρώπου με απλό κρατικό διάταγμα δεν επέτρεψε στην Ιταλία την εξάπλωση αυτής της πρακτικής και στο πρόσωπο του τρέχοντος Αυτοκράτορα. Ωστόσο στην Ανατολή έγινε δεκτή με ενθουσιασμό η λατρεία, ακόμη και του ίδιου του Οκταβιανού ως συνέχεια της λατρείας των ελληνιστικών μοναρχών.

Ο Αύγουστος δεν σταμάτησε εκεί και επιχείρησε να συγκεντρώσει όλα τα σπουδαία ιερατικά αξιώματα στο πρόσωπό του ώστε να γίνει η υπέρτατη αυθεντία της επίσημης κρατικής λατρείας. Δεν είναι τυχαίο ότι μετά το θάνατο του Λέπιδου, το 12πΧ, ο Οκταβιανός έλαβε ισοβίως τη θέση του Μέγιστου Αρχιερέα, ένα αξίωμα οι αρμοδιότητες του οποίου γρήγορα πολλαπλασιάστηκαν. Ακόμα και ρωμαϊκές θρησκευτικές παραδόσεις αιώνων, ο Αύγουστος επιχείρησε να τις στρέψει άμεσα σε απότιση φόρου τιμής στον αυτοκρατορικό οίκο. Για τους επόμενους δύο αιώνες πάντως, η αυτοκρατορική λατρεία θα είναι ένα όλο και σπουδαιότερο κομμάτι της θρησκευτικής πρακτικής στο εσωτερικό του κράτους. Μετά θάνατον θεοποιήθηκαν οι Αυτοκράτορες Αύγουστος, Κλαύδιος, Βεσπασιανός και Τίτος, ενώ μετά τη βασιλεία του Μάρκου Κοκκήιου Νέρβα (Marcus Cocceius Nerva, 96-98), πολύ λίγοι μονάρχες «απέτυχαν» να λάβουν την τιμητική αυτή διάκριση. Ακόμη κι αν το αρχαίο λατρευτικό τυπικό δεν είχε μεγάλη σχέση με την ατομική ηθική, καθώς δεν ήταν παρά μια σχέση αλληλεξάρτησης με αόρατες δυνάμεις, στις οποίες οι άνθρωποι τελούσαν τις απαραίτητες λειτουργίες και ως αντάλλαγμα ανταμείβονταν με την προσωπική τους ασφάλεια, εντούτοις προάσπιζε την ευσέβεια και τη θρησκευτική πειθαρχία. Αυτός κυρίως ήταν ο λόγος για τον οποίο χρησιμοποίησε τη θρησκεία ο Αύγουστος ως ασπίδα προστασίας ενάντια στην εσωτερική φθορά της ρωμαϊκής κοινωνίας. Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του κυριάρχησε ο μύθος της ίδρυσης της Ρώμης από τον τρωικό ήρωα Αινεία, εξαιτίας της δημοσίευσης της Αινειάδας του Βιργίλιου.

Οι διακρίσεις ανάμεσα στη φιλοσοφία, τη θρησκεία, τη λατρεία και τη δεισιδαιμονία, προϊόν της φιλοσοφικής σκέψης μορφωμένων ανθρώπων στη Ρώμη, όπως ο Λουκρήτιος (De rerum natura) και άλλων Στωικών κυρίως φιλοσόφων, επέδρασαν συστηματικά και καταλυτικά στην διαμόρφωση της σκέψης των νέων γενεών και συνεισέφεραν στην παρακμή της παλαιάς θρησκείας. Η μετάγγιση των ανθρωπομορφικών ιδιοτήτων των ελληνικών θεών στους ρωμαϊκούς και η επικράτηση της ελληνικής φιλοσοφίας μεταξύ των μορφωμένων Ρωμαίων –συρμός εκείνη την εποχή– είχε ως αποτέλεσμα μια αυξανόμενη αδιαφορία για τα αρχαία τελετουργικά. Ήδη από τον 1οπΧ αιώνα η θρησκευτική σημασία των αρχαίων ιερατικών αξιωμάτων παρήκμασε γοργά, αν και έμεινε ζωντανή η πολιτική σημασία τους. Αρκετοί πατρίκιοι που καλούνταν να εκτελέσουν τα δημόσια καθήκοντά τους, δεν πίστευαν στις αρχαίες τελετουργίες εκτός ίσως από πολιτική αναγκαιότητα. Παρόλα αυτά οι θέσεις του Pontifix Maximus και του Augur παρέμειναν ζωντανές ως πολιτικές θέσεις. Ο Ιούλιος Καίσαρας χρησιμοποίησε την εκλογή του στη θέση του Μέγιστου Αρχιερέα για να επηρεάσει τα μέλη των ιερατικών κοινοτήτων. Με την παρακμή της αυτόχθονας θρησκείας ο αμόρφωτος λαός στράφηκε βαθμιαία στις ξενόφερτες τελετουργίες που ασκούσαν στρατιώτες και έμποροι στα κοσμοπολίτικα κέντρα.

Στη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία πολλές διαφορετικής καταγωγής θρησκείες έγιναν δημοφιλείς και διαδόθηκαν ευρέως, σε ένα κλίμα σχετικής ανεξιθρησκίας και συγκρητισμού. Ανάμεσά τους διακρίνεται η λατρεία της Ίσιδος και ο περσικής καταγωγής Μιθραϊσμός. Οι περισσότερες από αυτές τις θρησκείες είχαν μυστηριακό χαρακτήρα και όπως οι ελληνιστικές φιλοσοφικές σχολές ή, μετά τον τρίτο αιώνα, ο νεοπλατωνισμός, συμπλήρωναν ή προαιρετικά αντικαθιστούσαν την αστική ελληνορωμαϊκή λατρεία. Κατά καιρούς, ωστόσο, με στόχο τη διατήρηση της δημόσιας τάξης ή για πολιτικούς λόγους, το ρωμαϊκό κράτος επέβαλλε κυρώσεις ή εξαπέλυε παροδικούς διωγμούς κατά πολλών τέτοιων λατρειών. Ανάμεσα σε αυτούς, που κατά περιόδους υπέφεραν, ήταν οι ιουδαϊστές και οι χριστιανοί με παροδικές, γενικές ή τοπικές διώξεις εναντίον τους από την εποχή του Νέρωνα (Γλαβίνος Απόστολος, «Οι Διωγμοί κατά της Εκκλησίας στην προ Κωνσταντίνεια Εποχή», εκδ. Τέρτιος, Κατερίνη 1992,σελ.27 κ.ε) μέχρι τον Δέκιο (ενθ.αν.σελ. 161) και τον Διοκλητιανό (ενθ.αν.σελ.213κ.ε.), η νέα θρησκεία των οποίων άρχισε να κερδίζει γρήγορα έδαφος στη Ρωμανία μετά τον 2ο αιώνα, εις βάρος των περισσότερων μυστηριακών λατρειών και της αστικής λατρείας.

Ο ελληνορωμαϊκός κόσμος, για να παράσχει ανεξιθρησκία, απαιτούσε ως υποχρεωτική τη λατρεία του θεοποιημένου αυτοκράτορα, η οποία λειτουργούσε ως όρκος πίστης κράτος. Η λατρεία αυτή ήταν μεν αποδεκτή από τις άλλες μυστηριακές θρησκείες (De Ste.Croix, G.E.M. «Ο Χριστιανισμός στη Ρώμη, Διωγμοί, Αιρέσεις και Ήθη», ΜΙΕΤ, Αθήνα 2005, σελ. 26), συναντούσε όμως οξείες αντιδράσεις από πλευράς των αυστηρά μονοθεϊστών και μη συγκρητιστών χριστιανών και ιουδαϊστών (Ελλάς, ενθ.αν.σελ.420Γ). Ήδη από την εποχή των Αντωνίνων, σε μια περίοδο υλικής και πνευματικής ανασφάλειας, οι χριστιανοί (Dodds R.E. «Εθνικοί και Χριστιανοί σε μια Εποχή Αγωνίας», Αλεξάνδρεια 1995,σελ.203-11) και άλλα διανοητικά ή θρησκευτικά ρεύματα συντελούν στην περαιτέρω παρακμή της αστικής ελληνορωμαϊκής λατρείας. ’λλωστε, κατά τα τέλη του 2ου και 3ου αιώνα, οι χριστιανοί είχαν γίνει υπολογίσιμη δύναμη στο ρωμαϊκό χώρο (Peter Brown, «Η Δημιουργία της Ύστερης Αρχαιότητας», εκδ. Εστία 2001, σελ103).

Η εποχή της παρακμής

Ο 3ος αιώνας ήταν μια περίοδος μεγάλης υποχώρησης της αστικής λατρείας προς όφελος του χριστιανισμού, του νεοπλατωνισμού, του Μιθραϊσμού, του Μανιχαϊσμού και ορισμένων άλλων θρησκειών και διανοητικών ρευμάτων. Κατά τον 4ο αιώνα, ο χριστιανισμός αναγνωρίστηκε οριστικά ως religio littica (νόμιμη θρησκεία) στη Ρωμανία από τον Κωνσταντίνο Α’, που κυβέρνησε ως μονοκράτορας από το 324 έως το 337, ενώ οι άλλες λατρείες άρχισαν να υποχωρούν απέναντί του καθώς η χριστιανική Εκκλησία ευνοήθηκα από το κράτος σε κλίμα ανεξιθρησκίας. Ο αυτοκράτορας Ιουλιανός προσπάθησε να αναζωογονήσει και να ενισχύσει στο σύντομο διάστημα της βασιλείας του (361-363) την αστική ελληνορωμαϊκή λατρεία, με επίκεντρό της πλέον τον νεοπλατωνισμό, σε μια τελευταία επίσημη απόπειρα επαναφοράς της, μια απόπειρα όμως που οι περισσότεροι ιστορικοί κρίνουν ως «καταδικασμένη σε αποτυχία» (Ostrogorsky, «Ιστορία του Βυζαντινού Κράτους», εκδ. Ιστορικές Εκδόσεις Στ.Δ.Βασιλόπουλος, Αθήνα 2002, σελ.110). ’λλοι αυτοκράτορες της δυναστείας εξέδωσαν διατάγματα κατά των εθνικών, χωρίς ωστόσο να καταργήσουν την ανεξιθρησκία. Τελικά, μετά από μια περίοδο πολιτικής και θρησκευτικής αστάθειας στη διαιρεμένη Αυτοκρατορία, η οποία ακολούθησε το θάνατο του Βαλεντιανού Α’, ο αυτοκράτορας Θεοδόσιος Α’ απαγόρευσε την αστική ελληνορωμαϊκή λατρεία και έτσι ουσιαστικά κήρυξε τον χριστιανισμό επίσημη θρησκεία της Ρωμανίας. Ύστερα από έναν εμφύλιο πόλεμο, ο οποίος εκδηλώθηκε ως σύρραξη μεταξύ του παγανιστή Αρβογάστη και του νικητή χριστιανού Θεοδόσιου, το επίσημο τέλος της ρωμαϊκής θρησκείας ήταν γεγονός. Ένα «ανεπίσημο» ημι-παγανιστικό κλίμα διατηρήθηκε στην ιταλική συγκλητική και επισκοπική αριστοκρατία ως τα τέλη του 6ου αιώνα. (βλ. «Ο Κόσμος της Ύστερης Αρχαιότητας», Peter Brown, Αλεξάνδρεια 1998).

Οι θρησκευτικές γιορτές

Το ρωμαϊκό θρησκευτικό ημερολόγιο αντανακλούσε το γεγονός της φιλόξενης στάσης των Ρωμαίων στις λατρείες και τις θεότητες των κατακτημένων περιοχών. Οι ρωμαϊκές θρησκευτικές γιορτές της αρχαϊκής περιόδου είναι λίγες στον αριθμό. Ορισμένες από τις αρχαιότερες, όμως, επιβίωσαν ως το τέλος της παγανιστικής αυτοκρατορίας διατηρώντας τις μνήμες των τελετουργικών τυπικών της γονιμότητας και του εξιλασμού ενός πρωτόγονου αγροτικού λαού. Νέες γιορτές εισήχθησαν, βέβαια, οι οποίες υποδείκνυαν την ενσωμάτωση των νέων θεοτήτων. Εν τέλει ήταν τόσο πολλές οι γιορτές που υιοθετήθηκαν, ώστε υποσκέλισαν τις ημέρες του ημερολογίου. Ανάμεσα στις θρησκευτικές γιορτές των Ρωμαίων, σημαντικότερες ήταν τα Σατουρνάλια, τα Λουπερκάλια, τα Εκουΐρια και οι Αγώνες του Αιώνα.

Στην αυτοκρατορική περίοδο, τα Σατουρνάλια γιορτάζονταν επί επτά ημέρες, από τις 17 έως τις 23 Δεκεμβρίου, στην περίοδο δηλαδή κατά την οποία συνέβαινε το χειμερινό ηλιοστάσιο. Οι εργασίες σταματούσαν, δινόταν προσωρινή ελευθερία στους σκλάβους, δώρα ανταλλάσσονταν και γενικά επικρατούσε χαρά. Τα Σατουρνάλια ήταν γιορτή των Ρωμαίων αφιερωμένη στο θεό Σατούρνους, ο οποίος αντιστοιχεί στον ελληνικό θεό Κρόνο. Πραγματοποιούνταν κατά τους χειμερινούς μήνες, στην περίοδο του χειμερινού ηλιοστασίου, συνήθως στις 17 Δεκεμβρίου, αλλά αργότερα η γιορτή κρατούσε έως και μια εβδομάδα, μέχρι τις 23 Δεκεμβρίου. Ήταν μεγάλη και σημαντική γιορτή για τους Ρωμαίους, οι οποίοι τα ταύτιζαν με τα αρχαία Κρόνια. Εκτός από τις τυπικές θυσίες, η γιορτή περιλάμβανε δημόσια αργία καθώς και διάφορα έθιμα, όπως την ανταλλαγή μικρών δώρων ή υπαίθριες αγορές. Επιτρεπόταν τα τυχερά παιχνίδια ακόμα και για τους δούλους. Επίσημα ενδύματα δεν φοριούνταν, ενώ οι δούλοι δεν μπορούσαν να τιμωρηθούν κι αντιμετώπιζαν με χλευασμό τους κυρίους τους. Γενικότερα οι ρόλοι αντιστρέφονταν ανάμεσα σε δούλους και ιδιοκτήτες, κάτι που οδηγούσε σε ξέφρενο γλέντι, άφθονη οινοποσία και ακολασίες. Γι’ αυτό το λόγο, με την έλευση του χριστιανισμού, η λέξη «σατουρνάλια» ήταν ταυτόσημη με τα «όργια».

Τα Λουπερκάλια ήταν αρχαία γιορτή αφιερωμένη αρχικά στον Λούπερκους (Lupercus), βουκολικό θεό των Ιταλών. Ανάμεσα στους ρωμαϊκούς μύθους που συνδέονται μαζί τους είναι εκείνος του Φαυστούλου (Faustulus), ενός βοσκού που υποτίθεται ότι ανακάλυψε τα δίδυμα στη φωλιά της λύκαινας και τα πήρε σπίτι του, στη σύζυγό του ’κκα Λαρεντία. Τα Λουπερκάλια ήταν μια από τις παλαιότερες ρωμαϊκές γιορτές που τελούνταν κάθε χρόνο προς τιμή του πρώιμου θεού της γονιμότητας στη ρωμαϊκή μυθολογία. Γιορτάζονταν σε πολλές πόλεις της Ιταλίας και της Γαλατίας. Αναφέρεται ότι επρόκειτο αρχικά για ποιμενική γιορτή (Πλούταρχος, Καίσαρ, κεφ. 61) καθώς ο Λούπερκους ήταν προστάτης των βοσκών και συνδεόταν με το θηλασμό και την ανατροφή του Ρωμύλου από τη Λύκαινα. Οι αρχαίοι Έλληνες συγγραφείς, μάλιστα, και οι συνεχιστές τους θεωρούσαν τη γιορτή αφιερωμένη στο θεό Πάνα, ενώ ως πρώτο εισηγητή της τον Αρκάδα Εύανδρο (Διονύσιος ο Αλικαρνασσεύς, Ρωμαϊκή Αρχαιολογία, βιβλ.1, κεφ.80), στην προσπάθειά τους να ταυτίσουν ρωμαϊκές θεότητες με αντίστοιχες ελληνικές. Ο εορτασμός τελούνταν στις 15 Φεβρουαρίου από τους Λουπέρκους, ιερατικό σωματείο, στο Λουπερκάλιο σπήλαιο, στον Λόφο του Παλατίνου, όπου οι μυθικοί ιδρυτές της Ρώμης, οι δίδυμοι Ρωμύλος και Ρώμος ανατράφηκαν από μια λύκαινα. Στο ιερό θυσιάζονταν κριάρια και κατσίκια. Ένας από τους ιερείς βύθιζε ένα σπαθί στο αίμα των θυσιασμένων ζώων και το ακουμπούσε στο κεφάλι δύο ευγενών νέων, οι οποίοι μετά ξεσπούσαν σε γέλια, συμβολίζοντας έτσι τον εξαγνισμό των βοσκών. Μετά τη θυσία, οργανωνόταν κοινή συνεστίαση μεταξύ των Λουπέρκων, όπου έρεε άφθονος οίνος.

Lupercalium enim mos a Romulo et Remo inchoatus est tunc…facto sacrificio caesisque capris epularum hilaritate ac vino largiore provecti….
(Valerius Maximus, Factorum et Dictorum Memorabiliumn, Liber II, 2,9)

Έπειτα έπαιρναν τα δέρματα των ζώων που είχαν θυσιαστεί, τα φορούσαν ως ενδύματα που κάλυπταν το μισό τους σώμα και έτρεχαν ημίγυμνοι στην πόλη κρατώντας λουριά από το δέρμα των θυσιασμένων ζώων και χτυπούσαν στα χέρια όσους κατοίκους συναντούσαν, ιδίως γυναίκες, καθώς πίστευαν ότι ευνοούνταν στη γονιμότητα και στην ευτοκία (Πλούταρχος, Καίσαρ, κεφ.61). Κύριοι άξονες της γιορτής, λοιπόν, ήταν η γονιμότητα και ο εξαγνισμός, februare στα λατινικά, εξ ου και το όνομα του μήνα κατά τον οποίο γινόταν η γιορτή (Φεβρουάριος). Τα Λουπερκάλια έχασαν τον αρχικό ποιμενικό θρησκευτικό τους χαρακτήρα όταν οι Ρωμαίοι δεν αποτελούσαν πλέον μια φυλή βοσκών. Ωστόσο η γιορτή συνεχίστηκε εις ανάμνηση των ιδρυτών της πόλης και αποτελούσε καθαρά λαϊκή διασκέδαση, που ικανοποιούσε και τα δεισιδαιμονικά ένστικτα των πιστών της. Ο ίδιος ο ύπατος Μάρκος Αντώνιος ήταν ένας από τους Λούπερκους και τριγύριζε ημίγυμνος στην πόλη με ένα στεφάνι στα μαλλιά, απευθυνόμενος στους πολίτες στη Ρωμαϊκή Αγορά (Πλούταρχος, Καίσαρ, κεφ.61). Για κάποιο χρονικό διάστημα η γιορτή ξεχάστηκε, μέχρι την επαναφορά της από τον Αύγουστο, ο οποίος όμως λόγω ακροτήτων που είχαν συμβεί στο παρελθόν κατά τη γιορτή, απαγόρευσε τη συμμετοχή των εφήβων σε αυτήν και διέταξε τη συνοδεία της πομπής των Λουπέρκων από σώμα ιππέων.

Τα Εκουΐρια, μια γιορτή προς τιμήν του ’ρη, γιορτάζονταν στις 27 Φεβρουαρίου και στις 14 Μαρτίου, την εποχή δηλαδή που προετοιμάζονταν οι νέες εκστρατείες. Εν όψει του εορτασμού, ιππικοί αγώνες τελούνταν στο Campus Martius. Οι Αγώνες του Αιώνα (Ludi Saeculares), που περιλάμβαναν θεάματα και θυσίες, γίνονταν σε ακανόνιστα διαστήματα, εκτός ημερολογιακής ακολουθίας. Παραδοσιακά, η τέλεσή τους γινόταν μια φορά κάθε τέλος του αιώνα (saeculum), για να σημειώσουν την έναρξη μια νέας εποχής. Υποτίθεται ότι άρχιζαν όταν πέθαινε και ο τελευταίος από εκείνους που παρευρίσκονταν στους προηγούμενους αγώνες. Ωστόσο η παράδοση αγνοείτο συχνά, απ’ ό,τι φαίνεται, με γνωστό παράδειγμα την αναβίωσή τους ως θέαμα από τον Αύγουστο. Οι Αγώνες τιμήθηκαν με μια σειρά ωδές από τον ποιητή Οράτιο.

Επίλογος

Από όσα είδαμε πιο πάνω, γίνεται φανερό ότι η αρχαία ρωμαϊκή θρησκεία ήταν ένα πολιτισμικό δημιούργημα των Ρωμαίων, που δέχθηκε επιδράσεις και από άλλες θρησκείες, όπως πχ από την αρχαία ελληνική, τις οποίες αφομοίωσε και προσάρμοσε στη δική του πολιτισμική πραγματικότητα. Το τέλος της ρωμαϊκής θρησκείας δεν επήλθε λόγων παύσης της ύπαρξης πιστών προς αυτήν, αλλά λόγω πολιτικής απόφασης του αυτοκράτορα Θεοδοσίου του Μεγάλου. Αυτό το νομικίστικο τέλος της ρωμαϊκής θρησκείας είχε σαν αποτέλεσμα το πέρασμά της στην αθανασία μέσω των λαϊκών δοξασιών από τη μια μεριά, των ηθών και των εθίμων του σημερινού ιταλικού λαού, αλλά της αδούλωτης «θύραθεν» διανόησης που δεν προσκύνησε την «εμβάδα του Πάπα», ούτε θαμπώθηκε από τη γοητεία του ραβίνου Γιεχόσουα μπεν Γιοζέφ. Κράτησε ο ιταλικός λαός άσβεστη μέσα στην ψυχή του τη φλόγα της ρωμαϊκής θεάς Εστίας και όταν ήρθε ο καιρός, κατά την Αναγέννηση, με τη βοήθεια των Ελλήνων λογίων, που λόγω της ’λωσης (1453) κατέφυγαν στη Δύση, άναψε ξανά τον πυρσό του ανθρωπισμού και τον μεταλαμπάδευσε στην Ευρώπη, διαλύοντας τα σκοτάδια του Μεσαίωνα. Έτσι, για άλλη μια φορά μαζί Έλληνες και Ιταλοί πορεύονται το νέο δρόμο που είναι ακόμα άγνωστο το όνομά του.

! Ο Γουίλιαμ Γουλιέλμος είναι Ιστορικός. Το κείμενο δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Ιλισός της Θεοσοφικής Εταιρίας

TELOC

ΠΗΓΗ  http://www.ideotopos.gr/

About sooteris kyritsis

Job title: (f)PHELLOW OF SOPHIA Profession: RESEARCHER Company: ANTHROOPISMOS Favorite quote: "ITS TIME FOR KOSMOPOLITANS(=HELLINES) TO FLY IN SPACE." Interested in: Activity Partners, Friends Fashion: Classic Humor: Friendly Places lived: EN THE HIGHLANDS OF KOSMOS THROUGH THE DARKNESS OF AMENTHE
This entry was posted in HISTORIC THEMES and tagged , , , . Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Please log in using one of these methods to post your comment:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.