ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΑΝΤΙΣΚΗΝΩΝ ΤΟΥ ΜΕΛΑΝΟΣ ΠΟΝΤΟΥ (3)


( ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΑΠΟ 11/12/17)

Το συνέδριο στο Ταϊγάν

Η πρώτη πολιτική κίνηση των Ελλήνων του Καυκάσου ήταν η σύγκλιση της Εθνικής Συνέλευσης στην Τιφλίδα, το Μάιο του 1917. Αποφασίστηκε η εθνικο­ποίηση των ελληνικών σχολείων, η δημιουργία εθνικού τυπογραφείου, η έκδοση ελληνικής εφημερίδας και η συμμετοχή στο Πανελλήνιο Συνέδριο στο Ταϊγάν (Τανγκανρόκ). Σε συμφωνία με τους άλλους λαούς του Καυκάσου προχώρησαν στη δημιουργία αυτόνομου καθεστώτος για τις ελληνικές περιοχές και συγκρότησαν ελληνικό στρατιωτικό σώμα για την υλοποίηση αυτού του στόχου. To Ελληνικό Σύνταγμα, με στρατιώτες και αξιωματικούς Έλληνες που υπηρετούσαν στο ρωσικό στρατό, είχε ως έδρα το Καρς και έφερε τον αριθμό 296.[63]

Στη συνέλευση της Τιφλίδας οι Έλληνες φάνηκαν αποφασισμένοι να απαιτήσουν τη βελτίωση της θέσης τους από εθνική άποψη. Δεν παρέλειψαν όμως να μιλήσουν και για κοινω­νικά ζητήματα. Έτσι έθεσαν μεταξύ των πρώτων, το αγροτικό ζήτημα. Το αγροτικό πρόβλημα των Ελλήνων του Καυκάσου εμφανίζεται εξαιτίας του αγόνου των περιοχών ή της έλλειψης κλήρου. Η κοινότητα Χάνδερε του Κυβερνείου Καρς γράφει στις 4 Δεκεμβρίου 1917 στο Κεντρικό Συμβούλιο: «… το μέρος όπου βιούμεν είνε εξ όλων των του Κυβερνείου το μόνον αγονώτατον και ορεινότατον, το μη κατάλληλον ούτε εις γεωργίαν, ούτε εις κτηνοτροφίαν, ως κυβερνητικόν δε καθό δασώδες δεν δυνάμεθα να φυλάττωμεν πλείονα της μιας αγελάδος ζώα. Εν τω διαστήματι δε των 38 ετών από της εποχής, αφ’ ής μετηναστεύσαμεν εις Ρωσίαν, ο μόνος τρόπος εξαγωγής του πόρου της ζωής ημών είνε το εκ της μεταφοράς εμπορευμάτων αγώγιον και η εκ της ξυλείας και καρβούνων γλίσχρος απολαβή… δεν δυνάμεθα να μείνωμεν ούτε λεπτόν εις τον επί γης τούτον Άδην. Προς τούτο καίτοι πολλάκις απετάθημεν δι αναφοράς εις τον κατά τόπον Νομάρχην και Ναμέστικον Τιφλίδος, ίνα παραχωρήση ημίν μέρος κατάλληλον προς εγκατάστασιν, δυστυχώς απεποιήθη αν και υπήρχον πολλά τοιαύτα εις τα περίχωρα της Τιφλίδος, υποδείξας ημίν τοιαύτα εις τα απόκεντρα μέρη της Σιβηρίας». [64]

Στις 29 Ιουνίου του 1917 συνήλθε στο Ταϊγάν (Τανγκανρόκ) το Συνέδριο των Ελλήνων της Ρωσίας. Η αρχική ιδέα σύγκλισης Πανελλήνιου Συνεδρίου ανήκε στην Ελληνική Κοινότητα του Βατούμι. Μέχρι τις 10 Ιουλίου συζητήθηκαν όλα τα μεγάλα προβλήματα που απασχολούσαν τον ελληνισμό της Ρωσίας. Στο συνέδριο πήραν μέρος εκπρόσωποι από τις Κοινότητες Σεβαστούπολης, Αλούστας, Καπαρτίγκα, Αντερμπίεφκα, Πρα­σκοβίεφκα, Ψάτα, Συμφερούπολης, Μπαχτσέ Σαράϊ, Μελιτούπολης, Γιενίτσεκ, Στάριι-Κριμ, Κιέβου, Άντλερ, Πιλένκοβο, Τουαψέ, Μαριούπολης, Κερτς, Ροστόβ επί του Ντον, Ανάπας, Νοβοροσίσκ, Μαϊ­κόπ, Οδησσού, Γιέισκ, Ταϊγάν, Κα­μάρας, Καράν και Κρίμσκαγια, καθώς και αντιπρόσωποι της Εκτελεστικής Επιτροπής των Ελλήνων της Υπερ­καυκασίας που είχε έδρα την Τιφλίδα και της Εκτελεστικής Επιτροπής του Ελληνικού Περιφερειακού Συνδέσμου Καρς. Οι δύο τελευταίοι εκπροσωπούσαν πληθυσμό 120.000 ατόμων.

Στο συνέδριο έκαναν πολιτική παρέμβαση δύο οργανωμένες ομάδες Ελλήνων με συγκεκριμένες προτάσεις τόσο για την επίλυση του ελληνικού ζητήματος όσο και για τα εσωτερικά κοινωνικά προβλήματα της Ρωσίας. Ειδικά, το Ελληνικό Δημοκρατικό Κόμμα του Βατούμι και οι αντιπρόσωποι από το Ροστόβ με μερικούς από την Οδησσό, εξέδωσαν φυλλάδιο με τίτλο Ολίγα περί του ελληνικού ζητήματος, με το οποίο συστηματοποιούσαν τις θέσεις τους περί των αναγκαιοτήτων και των πολιτικών προτεραιοτήτων. Τελικά, μετά από παρέμβαση της ελληνικής πρεσβείας της Πετρούπολης το Συνέδριο δε συζήτησε τα θέματα που άπτονταν της εσωτερικής πολιτικής της Ρωσίας. Υπήρχε η εκτίμηση ότι η παρέμβαση στα εσωτερικά της Ρωσίας θα έβλαπτε τους μακροπρόθεσμους εθνικούς στόχους. Η γραμμή που πρότεινε η ελληνική πρεσβεία, μέσω του απεσταλμένου της Στελλάκη, ο οποίος θεωρείται καλός γνώστης του χώρου, υπαγορευόταν από την ανάγκη να φανούν οι ελληνικές κοινότητες της Ρωσίας ενωμένες και συμπαγείς, ώστε να επιδιωχθεί προνομιακό καθεστώς για τις περιοχές του μικρασιατικού Πόντου, οι οποίες θα εντάσσονταν στο ρωσικό κράτος μετά το τέλος του πολέμου.[65]

Το συνέδριο αυτό σε δώδεκα συνεδριάσεις αποφάσισε πάνω στους παρακάτω άξονες:

«1. Περί ενώσεως των εν Ρωσία Ελληνικών Κοινοτήτων,

2. Περί αυτονομίας της Ελληνικής Εκκλησίας συμφώνως με τα Εκκλησιαστικά καθεστώτα,

3. Περί εθνικοποιήσεως και αναδιοργανώσεως των Ελληνικών Σχολείων,

4. Περί ζητημάτων οικονομικού χαρακτήρα, ως ιδρύσεως Τραπέζης, συνεταιρισμών κ.λπ.,

5. Περί εκδόσεως Ρωσοφώνου Ελληνικής Εφημερίδος (σ.τ.σ. και άμεση έκδοση φυλλαδίου στην ελληνική που θα παρουσιάζει περιοδικά την κίνηση του ελληνισμού της Ρωσίας),

6. Περί του αγροτικού ζητήματος,

7. Περί καθορισμού της πολιτικής θέσεως των εν Ρωσία Ελλήνων προς επίτευξιν των άνω ζητημάτων,

8. Περί ιδρύσεως Ελληνικών Προξενείων,

9. Περί διαφόρων Εκκλησιαστικών, Εκπαιδευτικών και αγαθοεργών Ελληνικών κληροδοτημάτων.»

Στο συνέδριο αποφασίστηκε η ίδρυση του Συνδέσμου των εν Ρωσία Ελλήνων. Οι ελληνικές κοινότητες της Ρωσίας θα σχημάτιζαν δώδεκα περιφέρειες. Οριζόταν ο αριθμός εκατό ως το κατώτατο όριο μελών για κάθε ελληνική κοινότητα. Σε περίπτωση μικρότερου αριθμού θα ενώνονταν με γειτονικές ομάδες Ελλήνων, μέχρι να συμπληρωθεί ο απαιτούμενος αριθμός. Οι ελληνικές κοινότητες θα υπάγονταν στα κέντρα των περιφερειών. Η κάθε περιφέρεια θα είχε ένα διοικητικό συμβούλιο Ελλήνων. Τα περιφερειακά συμβούλια θα εκλέγονταν από τους αντιπροσώπους των κοινοτήτων. Ο κάθε αντιπρόσωπος θα εκπροσωπούσε πεντακόσια άτομα.

Ένα από τα βασικά ζητήματα που συζητήθηκαν στο Συνέδριο ήταν η εθνικοποίηση, μέσω της απορωσοποίησης των σχολείων και της εκκλησίας. Οι προτάσεις των συνέδρων, που αφορούσαν στην αναδιοργάνωση της ελληνικής εκπαίδευσης, προέβλεπαν δύο βαθμίδες: η κατώτερη με δύο τετραετείς κύκλους σπουδών και η μέση. Σχολεία του πρώτου κύκλου της κατώτερης εκπαίδευσης υπήρχαν σ’ όλα τα μέρη που κατοικούσαν Έλληνες.[66] Τα σχολεία του δεύτερου κύκλου της κατώτερης εκπαίδευσης ιδρύονταν στα κέντρα των περιφερειών. Προτάθηκε η εκπαίδευση σ’ αυτά να γίνει βαθμιαία υποχρεωτική. Τα μαθήματα ήταν αντίστοιχα με αυτά του πρώτου κύκλου. Επιπλέον προβλέπονταν τα εξής: γενική ιστορία, άλγεβρα, ιστορία και γεωγραφία Ελλάδας και Ρωσίας, ανατομία και φυσιολογία του ανθρώπου, ζωολογία, βοτανική, ορυκτολογία, φυσική και χημεία. Για τα σχολεία της μέσης εκπαίδευσης κατατέθηκε η πρόταση να ιδρυθούν παντού, όπου υπήρχε ανάγκη, με παράλληλη λειτουργία οικοτροφείων.

Το ιεραρχικά ανώτερο όργανο των Ελλήνων της Ρωσίας ονομάστηκε Κεντρικό Εκτελεστικό Συμβούλιο με έδρα το Ροστόβ επί του Ντον. Επιπλέον εξελέγη οκταμελής Εκτελεστική Επιτροπή, η οποία ήταν υπεύθυνη της υλοποίησης των ψηφισμάτων και της εκπόνησης προγράμματος δράσης. Aποφασίστηκε η έκδοση περιοδικού στην ελληνική γλώσσα με τίτλο Ειδήσεις του Κεντρικού Εκτελεστικού Συμβουλίου του Συνδέσμου των εν Ρωσία Ελλήνων. Η ίδρυση του συνδέσμου χαιρετίστηκε με μεγάλο ενθουσιασμό από τις ελληνικές κοινότητες της αχανούς Ρωσίας, οι οποίες άρχισαν να αποκτούν ένα σημείο αναφοράς. Ψηφίσματα που δείχνουν τη συγκίνηση και την ευγνωμοσύνη των Ελλήνων στάλθηκαν ακόμα και από το Βλαδιβοστόκ, τη Σαμάρα, το Μπακού κ.α.[67]

Παρά τις μεγάλες δυσχέρειες και τις τεχνικές δυσκολίες, λόγω της έκρυθμης πολιτικής κατάστασης και της διακοπής των συγκοινω­νιών και επικοινωνιών, το Κεντρικό Συμβούλιο ενεργούσε για την οργάνωση και ίδρυση κοινοτήτων. Ιδρύθηκαν κοινότητες στην Αλο­ύπκα, Αμπίνσκαγια, Νέα Γκάγκρα, Νόβι Αφόν, Πετιγόρσκ, Σταυρούπολη, Σταυροπόλκα, Σαμάρα, Τασκένδη, στη Μαντζουρία κ.λπ. Βοηθούσε οικονο­μικά τις κοινότητες να αναπτύξουν την ελληνική παιδεία. Είναι χαρακτηριστικές οι πληροφορίες που έφταναν στο Κεντρικό Συμβο­ύλιο. Στην περιοχή του Καρς άρχισε η προσπάθεια εκτοπισμού της ρωσικής γλώσσας από τα ελληνικά σχολεία. Από το χωριό Καράουργαν, ο ιερέας του Γ. Χαριτίδης έγραψε στις 18 Νοεμβρίου 1917: «Εφέτος έγινε η εθνικοποίησις των Σχολών και τώρα εις τα Ελληνικά Σχολεία του Καρς παραδίδεται η ελληνική γλώσσα…» Προς τούτο οργανώθηκαν «παιδαγωγικά μαθήματα μετά διδασκαλίας της ελληνικής γλώσσας για 150 διδασκάλους της περιφερείας Καρς.»[68] Για την κοινότητα της Καμπαρτίνκα ο Ιασωνίδης έγραφε: «Εκεί όπου μέχρι εφέτος δεν ηκούετο, δεν εδιδάσκετο η Ελληνική γλώσσα, εφέτος -δια πρώτην φοράν- τα τέκνα της Καμπαρτίνκας τα ρωσοδι­δασκόμενα, συνέρχονται υπό της εθνικοποιημένης Σχολής και τραγου­δούσι το τραγούδι του Παύλου Μελά και τραγουδούσι μίαν προς μία τας πόλεις της Μακεδονίας και τα κλέη του 1912-1913.»[69]

 Ο Γαβριήλ Αβραμίδης, πολεμιστής στην Ελληνική Μεραρχία του Καυκάσου

Η ευεργετική σημασία του Πανελληνίου Συνεδρίου του Ταϊγανίου στο ηθικό των Ελλήνων αποτυπώνεται και σε ένα φυλλάδιο που κυκλοφόρησε στην Οδησσό, στο οποίο η μετά το Συνέδριο εποχή θεωρείται «νέα κατάστασις πραγμάτων.»[70]

Το Κεντρικό Συμβούλιο του συνδέσμου κατέθεσε στην ελληνική κυβέρνηση υπόμνημα για το ζήτημα της εκπαίδευσης των ελληνοπαίδων της Ρωσίας, οι οποίοι ανέρχονταν σε 50.000. Στο υπόμνημα καταγράφονταν η εκπαιδευτική κατάσταση του ελληνικού πληθυσμού και τα προβλήματα που υπήρχαν, όπως για παράδειγμα η έλλειψη σχολικών βιβλίων. Επισήμαιναν ότι το πρόβλημα αυτό μπορεί να μην είχε μεγάλες επιπτώσεις στους ελληνόπαιδες της «ελευθέρας Ελλάδος», οι οποίοι ζούσαν σε ελληνικό περιβάλλον και θα μπορούσαν να διδαχτούν ακόμα και προφορικά από τους δασκάλους τους, αλλά για τις ελληνικές κοινότητες της Ρωσίας η έλλειψη των βιβλίων προκαλούσε ανυπολόγιστη βλάβη. Ο στόχος του υπομνήματος ήταν: «… ν’ αναπτύξωμεν εν Ρωσσία γενεάν Ελλήνων επικοινωνούσαν πνευματικώς μετά της συγχρόνου Ελλάδος.» Στο υπόμνημα δινόταν αναλυτικά η κατανομή των μαθητών ανά σχολική τάξη. Στην Α’ τάξη φοιτούσαν 12.000 μαθητές, στη Β’ τάξη 10.000, στη Γ’ τάξη 10.000, στη Δ’ 8.000, στην Ε’ 6.000 και στη ΣΤ’ 4.000 μαθητές.

Για την αντιμετώπιση των προβλημάτων ζητήθηκε η βοήθεια της ελληνικής πρεσβείας της Πετρούπολης. Ένα από τα άμεσα προβλήματα που κλήθηκε να αντιμετωπίσει ο σύνδεσμος ήταν το προσφυγικό. Άρχισε τη διενέργεια εράνων «υπέρ των εν Τουρκία καταδυναστευομένων αλύ­τρωτων αδελφών.» Στους εράνους αυτούς συμμετείχαν Έλληνες από κάθε γωνιά της Ρωσίας. Δεκάδες χιλιάδες ρούβλια αποστέλλονταν στην Τραπεζούντα, η οποία αντιμετωπιζόταν ως η πρωτεύουσα του ελληνι­σμού.[71]

Η συνεργασία με τις ελληνικές αρχές που βρίσκονταν στον παρευξείνιο χώρο ήταν καλή. Μέχρι την Οκτωβριανή Επανάσταση στα εδάφη της πρώην ρωσικής αυτοκρατορίας, η Ελλάδα είχε περί τους 30 προξένους σε διάφορες πόλεις.[72]Ένα από τα αιτήματα που διατυπώθηκαν ήταν η απόδοση ελληνικής υπηκοότητας στους Έλληνες της πρώην Ρωσικής Αυτοκρατορίας. Οι Έλληνες γενικά ήταν είτε υπήκοοι της Ρωσικής Αυτοκρατορίας είτε, όσοι είχαν έρθει πρόσφυγες, της Οθω­μανικής. Η δημιουργία νέων κρατών, η απόδοση νέων υπηκοοτήτων και η προσπάθεια επιστράτευσης των υπηκόων τους οδήγησε τις ελληνικές οργανώσεις να θέσουν το ζήτημα της υπηκοότητας των Ελλήνων. To ζήτημα αυτό αντιμετωπίστηκε σε συνεργασία με τα κατά τόπους ελληνικά προξενεία και λύθηκε με την αναγνώριση της ελληνικής ιθαγένειας.

Υπήρξαν πάντως στιγμές έντονης σύγκρουσης με τις τοπικές αρχές για το θέμα αυτό. Η πίεση της αρμενικής κυβέρνησης προς τον ελληνικό πληθυσμό δημιούργησε από το 1917 τάση μετανάστευσης του ελληνικού πληθυσμού από την Αρμενία.. Ο Βολκόφ υποστηρίζει ότι η τάση αυτή δημιουργήθηκε εξαιτίας της πίεσης που άσκησε το αρμενικό μενσεβίκικο κόμμα Ντασνάκ, το οποίο βρισκόταν στην εξουσία.[73] Στην απόφαση του 1ου Συνεδρίου των Ελλήνων της Αρμενικής Δημοκρατίας, για το ζήτημα της επιστράτευσης των Ελλήνων αναφέρεται: «Επειδή, μέχρι τούδε το θέμα της υπηκοότητος, δεν έλαβε εισέτι την λύσιν του εν τη Αρμενική Δημοκρατία, αι διαταγαί των αρχών προς τας επαρχίας, αι καλούσαι τους νέους ηλικίας 19-25 ετών, ίνα προσέλθουν εις Κέντρα (στρατιωτικά) προς κατάταξιν εις τον στρατόν, το συνέδριον θεωρεί τας ενεργείας ταύτας ως παρανόμους και εντόνως διαμαρτύρεται. Το Συνέδριον αναγκάζεται να φέρη εις γνώσιν της Αρμενικής Κυβερνήσεως, ότι πάσα απόπειρα επιστρατεύσεως των Ελλήνων, εξ οιασδήποτε αρχής προερχομένη και άνευ της θελήσεως ολοκλήρου του ελληνικού πληθυσμού και μέχρι διευκρινήσεως του θέματος της υπηκοότητος θα συναντήση, εκ μέρους αυτού την σθεναράν αντίστασιν.»[74]

Τα αιτήματα και το εκκλησιαστικό ζήτημα

Ο ελληνισμός της Ρωσίας και ειδικότερα αυτός του Καυκάσου, έθεσε άμεσα τα ζητήματα εκπαιδευτικής, κοινοτικής και εκκλησιαστικής αυτοδιοίκησης. Με την υιοθέτηση των αιτημάτων της οργάνωσης του Αικατερινοντάρ τέθηκε και το αίτημα της απελευθέρωσης του μικρασιατικού Πόντου και της δημιουργίας ανεξάρτητου ελληνικού κράτους εκεί. Κατ’ αρχάς απαιτήθηκε η επιστροφή των ελληνικών περιουσιών που διαρπάγησαν. Όσον αφορά στο εκπαιδευτικό ζήτημα, ζητούσε το δικαίωμα να ιδρύει και να συντηρεί ελληνικά σχολεία όλων των βαθμίδων, να διορίζει και να μισθοδοτεί τους δασκάλους και τους επιθεωρητές και να διαμορφώνει τα σχολικά προγράμματα δίχως την επέμβαση των ρωσικών αρχών. Όσον αφορά στο καθεστώς που διείπε τις ελληνικές κοινότητες, ζητούσαν να τους επιτρέπεται η διαχείριση των κοινοτικών περιουσιών καθώς και κάθε εκκλησιαστικής και εκπαιδευτικής υπόθεσης. Ζητούσαν επίσης την αναγνώριση του πλήθους των ελληνικών κοινοτήτων ως ένα ενιαίο οργανικό σώμα, το Σύνδεσμο καθώς και των πανελληνίων συνεδρίων. Η πρότασή τους απέβλεπε στην αναγνώριση από τιςρωσικές αρχές μιας ελληνικής αρχής, η οποία θα εκλεγόταν από τα πανελλήνια συνέδρια.

Όσον αφορούσε στο εκκλησιαστικό καθεστώς των Ελλήνων, ο σύνδεσμος αποφάσισε να μην απαιτήσει εκείνη τη στιγμή δημιουργία αυτοκέφαλης ελληνικής εκκλησίας για τους Έλληνες της Ρωσίας, αλλά να διεκδικήσει έξι επισκοπικές έδρες από τη ρωσική εκκλησία. Το μοντέλο εκκλησιαστικής αυτοδιοίκησης του ελληνισμού προέβλεπε την αναγνώριση της ρωσικής εκκλησίας ως υπερκείμενης αρχής. Η ρωσική εκκλησία με τη σειρά της θα έπρεπε να αποδεχτεί τη μη επέμβαση στο εσωτερικό της ελληνικής εκκλησίας, η οποία θα απαρτιζόταν από αυτές τις έξη επισκοπές. [75]

Οι Έλληνες της Ρωσίας έδιναν μεγάλη σημασία στην εκπαιδευτική και εκκλησιαστική αυτονομία, η οποία θεωρήθηκε ως η μόνη δυνατότητα να εμφυσηθεί εθνικό φρόνημα στον ελληνισμό και να μείνει έτσι συσπειρωμένος γύρω από ελληνικά οργανωτικά κέντρα. Ο Ι. Καλφόγλου έγραφε από το Βατούμι στις 6 Νοεμβρίου 1917: «Η ανασύστασις των Επισκοπών είνε δια τους Χριστιανούς Έλληνες, προ πάντων τους κατοικούντας εις την ύπαιθρον χώραν ουσιώδης… Ουδεμία προπαγάνδα, ουδέν κήρυγμα δεν επιδρά τόσον, όσον η εκ μέρους του Επισκόπου (Δεσπότου) συμβουλή, οδηγία… Είνε αναγκαία η ύπαρξις Έλληνος Επισκόπου… όστις δύναται να πράξει θαύματα…»[76]

Σε έγγραφο που στάλθηκε στη Σύνοδο της Ρωσίας τονιζόταν η αντίφαση μεταξύ των «… επί τη βάσει των ανακηρυχθεισών υπό της ρωσσικής Κυβερνήσεως αρχών θρησκευτικής ελευθερίας» και της πραγματικής κατάστασης κατά την οποία «… η εν Ρωσσία Ελληνική Εκκλησία» εξακολουθεί να υπάγεται στη ρωσική εκκλησία. Οι απαιτήσεις των Ελλήνων διατυπώθηκαν «Προς πληρεστέραν ικανοποίησιν των ζωτικών θρησκευτικών και ηθικών αναγκών του ελληνικού ορθόδοξου λαού…» Οι καθαρά ελληνικές επισκοπές που ζητήθηκαν ήταν:

α) Στην πόλη Καρς, με τον τίτλον «Επισκοπή Κάρσκη», στην οποία θα υπάγονταν όλοι οι ορθόδοξοι Έλληνες της περιφερείας του Καρς και του κυβερνείου του Εριβάν.

β) Στο χωριό Μπιστάς, με τον τίτλον «Επισκοπή Αχτάλσκη και Τσαλκήνσκη», στην οποία θα υπάγονταν όλοι οι ορθόδοξοι Έλληνες των Κυβερνείων Τιφλίδας και Μπακού.

γ) Στην πόλη Βατούμι με τον τίτλον «Επισκοπή Σωτηριουπόλεως», στην οποία θα υπάγονταν όλοι οι ορθόδοξοι Έλληνες των περιφερειών Βατούμι και Σοχούμι και όλοι του Κυβερνείου της Κουταϊδος.

δ) Στην πόλη Νοβοροσίσκ με τον τίτλο «Επισκοπή του Καυκάσου», στην οποία θα υπάγονταν όλοι οι ορθόδοξοι Έλληνες των Κυβερνείων Σταυρουπόλεως και Μαύρης Θάλασσας, καθώς και των περιφερειών Κουμπάν και Τέρεκ.

ε) Στη Μαριούπολη με τον τίτλο «Επισκοπή Γοτθικής και Μαριανουπόλεως», στην οποία θα υπάγονταν όλοι οι ορθόδοξοι Έλληνες των Κυβερνείων Αικατερινοσλάβ και Ταυρίδος και της περιφερείας των «Στρατευμάτων του Ντον.»

στ) Στο Νικολάιεφ με τον τίτλο «Επισκοπή Ολβιουπόλεως», στην οποία θα υπάγονταν όλοι οι ορθόδοξοι Έλληνες των Κυβερνείων Χερσώνος, Βεσσαραβίας και όλης της υπόλοιπης Ρωσίας.[77]

Το Κεντρικό Συμβούλιο του Συνδέσμου των εν Ρωσία Ελλήνων παρενέβη το Σεπτέμβριο του 1917 στην Ιερά Σύνοδο της Ρωσίας στη Μόσχα και πέτυχε την εκκλησιαστική αυτονομία των περιοχών Καρς και Αχταλείας. Η επιτυχία αυτή υποβοηθήθηκε από τις εξελίξεις στο χώρο της Υπερκαυκασίας και συγκεκριμένα την ανακήρυξη της Γεωργιανής Εκκλησίας ως Αυτοκέφαλης, μετά την δημιουργία της Γεωργιανής Δημοκρατίας.[78]

Μετά την ήττα της Τουρκίας στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και την επανασύσταση των Δημο­κρατιών της Υπερκαυκασίας το εκκλησιαστικό ζήτημα πήρε σε ορισμένες περιοχές τη μορφή ανοιχτής διεκδίκησης της ανεξαρτησίας της ελληνικής εκκλησίας. Στο 1ο Συνέδριο των Ελλήνων της Αρμενικής Δημοκρατίας αποφασίστηκε να υπαχθεί η ελληνική εκκλησία της Αρμενίας στη Μητρόπολη Τραπεζούντας, ενώ ο αρχιερατικός επίτροπος, ο οποίος θα εκλεγόταν μαζί με το εκκλησιαστικό συμβο­ύλιο, να υπαγόταν στο Εθνικό Συμβούλιο.[79]

Η σύγκρουση με τα καθεστώτα του Καυκάσου και η ίδρυση της Ελληνικής Μεραρχίας

Τα καθεστώτα που προέκυψαν από την κατάρρευση του τσαρισμού ακολούθησαν την πολιτική που θεωρούσαν ότι εξυπηρετούσε τα συμφέροντα του κυρίαρχου έθνους και της ομάδας που κατείχε την εξουσία. Στο στόχαστρο αυτής της πολιτικής βρέθηκαν και οι ελληνικοί πληθυσμοί. Η παραδοσιακή πολιτική σφετερισμού και πίεσης που εφαρμοζόταν στη Ρωσία σε σχέση με τα σχολεία, τους ιερείς, τους δασκάλους, αλλά και με τα κληροδοτήματα συνέχισε να εφαρμόζεται και από τα νέα δημοκρατικά καθεστώτα, παρότι όπως επισημαίνεται, βάσισαν τη δημιουργία τους στις διακηρύξεις περί ελευθερίας και αυτοδιάθεσης των λαών.

Στον Καύκασο η γεωργιανή κυβέρνηση υποχρέωσε με νόμο τους Έλληνες που κατοικούσαν σ’ αυτή να δεχτούν τη γεωργιανή ιθαγένεια.[80] Ο γιατρός Κοσμάς Σπυράντης από το Σοχούμι φυλακίστηκε από τη γεωργιανή κυβέρνηση γιατί αντιτάχθηκε στην απόφασή της να στρατολογήσει ελληνοϋπήκοους και τουρκοϋπήκοους Έλληνες. Παρόλη την αντίθεση Γεωργιανών και Ελλήνων στο συγκεκριμένο ζήτημα, υπήρχε στους Γεωργιανούς το αίσθημα περί συμμάχου έθνους. Βεβαίως, σε θεωρητικό επίπεδο, καθιερώθηκε ισότητα δικαιωμάτων και υποχρεώσεων για κάθε πολίτη, ανεξάρτητα από τη φυλετική καταγωγή και τις πολιτικές ή ιδεολογικές πεποιθήσεις. Υιοθετήθηκε η ελευθερία του λόγου, του Τύπου και των εκλογών. Ταυτόχρονα καθιερώθηκε η υποχρεωτική διδασκαλία της γεωργιανής γλώσσας στα ελληνικά σχολεία.

Αντίστοιχα προβλήματα παρουσιάστηκαν και στο χώρο της αρμενικής δημοκρατίας.[81] Η αρμενική κυβέρνηση προσπάθησε να στρα­τολογήσει τον ελληνικό πληθυσμό της[82] με αποτέλεσμα να χαρακτηριστεί η πολιτική της από αρκετούς Έλληνες ως «σοβινιστική-εθνικιστική.»[83] Η συμπε­ριφορά αυτή χρησιμοποιήθηκε αργότερα από τους μπολσεβίκους για προπαγανδιστικούς λόγους. Στο Συνέδριο των Ανατολικών Λαών που έγινε στο Μπακού, οι μπολσεβίκοι κατήγγειλαν με πολύ έντονη γλώσσα τη στάση της γεωργιανής κυβέρνησης απέναντι στις μειονότητες και στους γειτονικούς λαούς. Την κατηγόρησαν για «καταδίωξη και εξόντωση των Οσετίνων», για το «κάψιμο ολόκληρων χωριών» στην Αμπχαζία κ.λπ.[84]

Στις περιοχές που κατοικούσε συμπαγής ελληνισμός ο αγώνας έγινε πιο αποφασιστικός. Τον Οκτώβριο του 1917 ιδρύθηκε στο Αικατερινοντάρ (Κρασνοντάρ) της νότιας Ρωσίας η Κεντρική Εθνική Επιτροπή Ποντίων με στόχο την απελευθέρωση του Πόντου. Η Κεντρική Εθνική Επιτροπή Ποντίων θέτει για πρώτη φορά επίσημα στο χώρο του ελληνισμού της Ρωσίας το αίτημα της απελευθέρωσης του Πόντου και της εθνικής αποκατάστασης των ομογενών του Πόντου. Τα αιτήματα αυτά θα υιοθετηθούν λίγο αργότερα από το Κεντρικό Συμβούλιο του Συνδέσμου των εν Ρωσία Ελλήνων και θα αποτελέσουν έτσι τους κύριους άξονες πολιτικών διεκδικήσεων του ελληνισμού της Ρωσίας. Τον ίδιο μήνα (Οκτώβριος ’17) συναντήθηκε με τον Ελευθέριο Βενιζέλο ο Κ. Κωνσταντινίδης, πρόεδρος της δυναμικότατης ποντιακής οργάνωσης της Μασσαλίας, και τον ενημέρωσε για τους στόχους του ποντιακού κινήματος. Απευθυνόμενος προς τους Έλληνες του Πόντου ο Κ. Κωνσταντινίδης διακήρυσσε: «Συμπολίτες, σε μας έτυχε να ζητήσουμε και να πετύχουμε την εθνική μας ανεξαρτησία. Ας ενωθούμε λοιπόν κάτω από το ιδεώδες της ελευθερίας…»

Το Νοέμβριο του 1917 συγκλήθηκε στην Τιφλίδα μεγάλη σύσκεψη των τεσσάρων χριστιανικών εθνοτήτων του Καυκάσου, των Γεωργιανών, των Αρμενίων, των Ελλήνων και των Ρώσων. Αποφασίστηκε η στρατιωτική συγκρότηση κατά εθνότητα ανάλογα με τον πληθυσμό της. Στους Έλληνες με 200.000 πληθυσμό αντιστοιχούσε μια μεραρχία με τρία συντάγματα.[85] Την περίοδο αυτή οι Έλληνες της Υπερκαυκασίας έχουν εντονότατο το φόβο της σύνθλιψής τους από τον όγκο των γειτονικών εθνών. Το φόβο επιτείνει και η μεγάλη διασπορά των ελληνικών πληθυσμών. Αυτό το αίσθημα εθνικής επιβίωσης αποτελεί το ισχυρότερο κίνητρο για την πολιτική και στρατιωτική τους οργάνωση.

Σε ημερήσια διαταγή του στρατηγού Πρεζεβάλσκι, ο οποίος ήταν αρχι­στράτηγος στο καυκασιανό μέτωπο, αναφερόταν ότι σε κάθε έθνος της Υπερ­καυκασίας που παρέτασσε στρατό  και ήταν ικανό να υπερασπίσει το μέτωπο, θα του αναγνωρίζονταν τα δικαιώματα μετά το τέλος του πολέμου. Για την ίδρυση της Ελληνικής Μεραρχίας πήρε απόφαση το Ελληνικό Εκτελεστικό Κομιτάτο. Για την υλοποίηση της απόφασης αυτής δημιουρ­γήθηκε στην Τιφλίδα Ελληνικός Στρατιωτικός Σύνδεσμος και εκλέχθηκε το προεδρείο των ένοπλων ελληνικών δυνάμεων.[86] Στις 12 Δεκεμβρίου ο αρχιστράτηγος Καυκάσου προσκάλεσε την ελληνική στρατιωτική ηγεσία, η οποία αποτελούνταν από το συνταγματάρχη πυροβολικού Δ. Πανταζίδη, τους συνταγματάρχες του Γενικού Επιτελείου Ανάνιο και Κυληνκάροφ, για να αρχίσει η οργάνωση των εθνικών ελληνικών στρατευμάτων. Με ημερήσια διαταγή του στρατηγού Πρεζεβάλσκι επιτράπηκε ο σχηματισμός της Ελληνικής Μεραρχίας του Καυκάσου, η οποία είχε 3 τακτικά συντάγματα του πεζικού με 3 τάγματα το καθένα και 4 λόχους το κάθε τάγμα. Ως έδρες των συνταγμάτων ορίστηκαν η Τιφλίδα, το Καρς και το Μαγκλίς. Επίσης δημιουργήθηκαν: ένα εφεδρικό σύνταγμα με έδρα το Βατούμι, ένα σύνταγμα του ορεινού πυροβολικού που αποτελείται από 3 πυροβολαρχίες, 1 τάγμα ιππικού από 2 ίλες και 1 λόχος μηχανικού. Η ηγεσία της Ελληνικής Μεραρχίας ορίστηκε σε ελληνικό συνέδριο, το οποίο συνήλθε από τις 29 Δεκεμβρίου 1917.[87]

Mε διαταγές του Ρώσου αρχιστράτηγου μετατέθηκαν οι Έλληνες αξιωματικοί, υπαξιωματικοί και στρατιώτες από το ρωσικό στρατό στην Ελληνική Μεραρχία. Την περίοδο αυτή υπηρετούσαν στο ρωσικό στρατό 4.000 Πόντιοι.[88] Στα επιμέρους τμήματα της μεραρχίας αντιστοιχούσε εξοπλισμός του ρωσικού στρατού, τον οποίο άρχισαν να προμηθεύονται με πρωτοβουλία των διοικητών των συνταγμάτων και των λόχων. Η Ελληνική Μεραρχία του Καυκάσου αναγνωρίστηκε με διάταγμα που εξέδωσε η κυβέρνηση της Τιφλίδας. Όλο το υλικό της 4ης ρωσικής μεραρχίας θα παραλαμβανόταν από το επιτελείο του ελληνικού Σώματος. Το γενικό κλίμα της λιποταξίας που κυριαρχούσε στον Καύκασο επηρέασε και τους Έλληνες στρατιώτες με επιπτώσεις στις προσπάθειες συγκρότησης της Ελληνικής Μεραρχίας. Πλήρως επανδρώθηκαν οι συνοριακοί ελληνικοί λόχοι του Καράουργαν, του Μεντερέκ και του Αρνταχάν.[89] Ο Ανεξάρτητος Ελληνικός Λόχος του Καράουργκαν, που υπαγόταν στο 2ο Ελληνικό Σύνταγμα του Καρς[90], προμηθεύτηκε τον εξοπλισμό του από τις στρατιωτικές αποθήκες του Σαρίκαμις. Για τη μεταφορά του οπλισμού απαιτήθηκαν δέκα ιππήλατες άμαξες. Ο συγκεκριμένος λόχος προσέφερε κάλυψη σε οκτώ ελληνικά χωριά της περιοχής Χοροσάν.[91]

Οι πρωτεργάτες της προσπάθειας για στρατιωτική οργάνωση των Ελλήνων στην Υπερκαυκασία επισκέφτηκαν όλα τα μέρη που ζούσαν Έλληνες, προσπαθώντας να κατηχήσουν τους ελληνικούς πληθυσμούς και να κάνουν γνωστό τον σκοπό της συγκρότησης της Ελληνικής Μεραρχίας του Καυκάσου. Ο σκοπός των πρωτεργατών της κίνησης ήταν η συγκέντρωση όλων των Ελλήνων, ώστε να υπερασπίσουν τις ελληνικές πόλεις και τα χωριά «από την μάχαιραν και την ατιμία των αγρίων Τούρκων» και στο μέλλον, μετά την επικράτηση της ειρήνης, να αποκα­τασταθούν οι δίοδοι επικοινωνίας «μετά της εθνικής υμών πατρίδος Ελλάδος», να αποσταλούν στον ελληνικό στρατό αξιωματικοί και υπαξιω­ματικοί, ώστε να διδαχτούν τους ελληνικούς στρατιωτικούς κώδικες και, επιστρέφοντας, να τις διδάξουν στους υπόλοιπους, ώστε με τον τρόπο αυτό «να εμφυσήσωμεν το γόητρον, το αίσθημα… το ιδεώδες του Έλληνος…»[92]

Παρουσιάστηκαν, ωστόσο, μεγάλα προβλήματα ως προς την ικανοποιητική ανάπτυξη της Ελληνικής Μεραρχίας. Η κατάσταση διάλυσης, αποσύνθεσης και χάους που επικρατούσε στο χώρο του Καυκάσου επηρέασε και τον ελληνικό πληθυσμό. Ο φόβος για τον πόλεμο συνδυασμένος με την ιδιαίτερη κλίση των Ελλήνων του Καυκάσου στο εμπόριο δεν επιτρέπει τη μαζική επάνδρωση της μεραρχίας. Άλλο μεγάλο πρόβλημα ήταν και η αντίληψη της οργάνωσης του ελληνικού στρατού. Η ηγεσία, έχοντας μια τυπική στρατιωτική νοοτροπία, στόχευε στη δημιουργία στρατού παραδοσιακής μορφής. Απ’ ό,τι φάνηκε όμως, οι ανάγκες επιβάλλουν διαφορετική στρατιωτική οργάνωση, η δομή της οποίας έπρεπε να βασίζεται στην οργάνωση τοπικών ένοπλων μονάδων που θα ήταν παράλληλα και ομάδες αυτοάμυνας των περιοχών τους. Η διαφορά αυτή οδήγησε σε συχνές συγκρούσεις του Εθνικού Συμβουλίου με τους στρατιωτικούς αρχηγούς. Η ελληνική στρατιωτική διοίκηση έγινε αποδέκτης πλήθους επιστολών και τηλεγραφημάτων με αιτήματα τη σύσταση αυτοδιοικούμενων λόχων ή ταγμάτων στις πόλεις και στα χωριά με ελληνικό πληθυσμό. Ο φόβος ότι τα χωριά τους θα παρέμεναν αφύλακτα στο έλεος των εχθρών, οδήγησε σε συνεχή φυλλοροή των στρατιωτικών δυνάμεων. Ακόμα και ολόκληροι λόχοι δραπέτευαν παίρνοντας μαζί τους τον οπλισμό τους. Μεγάλο επίσης πρόβλημα δημιούργησε, απ’ ό,τι γράφει ο σαφώς αντικομμουνιστής Δ. Πανταζίδης, η μεγάλη επιρροή κυρίως των μενσεβίκων και λιγότερο των μπολσεβίκων στους Έλληνες αξιωματικούς. Τελικά η Ελληνική Μεραρχία έφτασε να έχει 3.000 περίπου στρατιώτες, 4 πυροβόλα, 16 μυδραλιοβόλα και 155 ίππους.[93]

 Ο Γιάννης Καλτσίδης. Πρώην αξιωματικός του ρωσικού στρατού κι απ’ τα βασικά στελέχη της Ελληνικής Μεραρχίας του Καυκάσου

O αριθμός των Ελλήνων ενόπλων στη Ρωσία ξεπερνούσε κατά πολύ τον αριθμό των μετακινούμενων στρατιωτικών μονάδων της μεραρχίας. Πρέπει να ληφθεί υπ’ όψιν ότι κάθε ελληνικό χωριό διέθετε ένοπλες ομάδες αυτοάμυνας, οι οποίες δεν ήταν ενταγμένες στη δύναμη Μεραρχίας. To Παμπόντιο Συνέδριο της Μασσαλίας χαιρέτισε τη δημιουργία της Ελληνικής Μεραρχίας του Καυκάσου. Τηλεγράφημά του «Προς τον μέραρχον των ελληνικών μεραρχιών Καυκάσου» έγραφε: «Απανταχού οι Πόντιοι πλήρεις χαράς και υπερηφανείας, χαιρετίζουν την συγκρότησιν ελληνικών μεραρχιών Καυκάσου. Ευγνωμονούσι δε δι έμπρακτον υποστήριξιν των εθνικών δικαιωμάτων.»[94]

Χαρακτηριστικό των δυσκολιών που αντιμετώπισε η προσπάθεια ένοπλης συγκρότησης των Ελλήνων του Καυκάσου, αλλά και των αντιθέσεων που υπήρχαν στην περιοχή, ήταν τα γεγονότα που συνέβησαν με το προωθημένο Ελληνικό Τάγμα του Αρνταχάν, που έδρευε 150 χιλιόμετρα μακριά από το Καρς και υπαγόταν στο 3ο ελληνικό Σύνταγμα. Το τάγμα αυτό επανδρώθηκε από στρατευμένους Έλληνες των χωριών που βρέθηκαν κοντά στην κωμόπολη του Αρνταχάν και της περιφέρειας Γκιόλια. Σ’ αυτό εντάχθηκαν και οι λίγοι Ρώσοι της περιοχής. Εκτός από το Ελληνικό Τάγμα δημιουργήθηκαν το Αρμενικό και το Μουσουλμανικό, το οποίο επανδρώνονταν από Κούρδους, Αζερμπαϊτζανούς και Τούρκους. Τη Διοίκηση του ελληνικού Τάγματος αποτελούσαν ένδεκα Έλληνες αξιωματικοί του ρωσικού στρατού. Η Παμμουσουλμανική Οργάνωση του Αρνταχάν, σε συνεργασία με την τουρκική κατασκοπία που δρούσε στην περιοχή, αποφάσισε τη διάλυση των δύο χριστιανικών ταγμάτων. Πρώτα επιτέθηκε κατά των Ελλήνων στήνοντας ενέδρα στη δύναμη των 200 Ελλήνων στρατιωτών, οι οποίοι με 150 έλκηθρα μετέφεραν από το Καρς εξοπλισμό για το τάγμα. Οι Έλληνες δεν μπόρεσαν να αντισταθούν στη δύναμη των 1.000 και πλέον ατάκτων Κούρδων και αναγκάστηκαν να παραδοθούν. Η σύγκρουση αυτή έγινε γνωστή ως μάχη του Ζαβόδ και είναι η πρώτη πολεμική σύγκρουση των Ελλήνων με τους μουσουλμάνους στο χώρο του Καυκάσου. Το δεύτερο μέρος του μουσουλμανικού σχεδίου προέβλεπε την κατευθείαν επίθεση κατά του ελληνικού στρατώνα και τη διάλυση του τάγματος μέσα στην κωμόπολη του Αρνταχάν. Οι μουσουλμάνοι πέτυχαν το στόχο τους, αφού είχαν εξασφαλίσει προηγουμένως, όπως υποστηρίζουν οι ελληνικές πηγές, την ανοχή του Αρμενικού Τάγματος. Ένα μέρος από τους στρατιώτες του ελληνικού τάγματος του Αρνταχάν εντάχθηκε τελικά στο Σύνταγμα του Καρς.[95]

Όπως προαναφέρθηκε, η κατάργηση κάθε μορφής κρατικής εξουσίας οδήγησε στη δημιουργία ενόπλων ομάδων των διαφόρων εθνοτήτων αλλά και των πολιτικών παρατάξεων σε όλες τις περιοχές της Υπερκαυκασίας. Ο άγριος αγώνας μεταξύ τους για την εξουσία καθορίστηκε μόνο από τη δύναμη που μπορούσε να παρατάξει η κάθε ομάδα. Τον κανόνα αυτό ακολούθησαν και οι Έλληνες όχι μόνο στην περιοχή του Καρς και της Τιφλίδας αλλά και δυτικότερα. Οι πρωτεργάτες είχαν ξεκάθαρη πολιτική και ιδεολογική θέση που δεν καθοριζόταν από καιροσκοπισμό, αλλά από αντίληψη των βραχυπρόθεσμων και μακροπρόθεσμων συμφερόντων του ελληνισμού. Η στάση τους απέναντι στους μπολσεβίκους ήταν βασικά εχθρική. Το κύριο ζήτημα γι’ αυτούς ήταν η πολιτική χειραφέτηση του ελληνισμού. Παράδειγμα της οργάνωσης των Ελλήνων στο δυτικό Καύκασο ήταν το Σοχούμι, όπου μέρος των Ελλήνων ήταν οργανωμένο στην Ελληνική Εθνική Οργάνωση.[96] Η Οργάνωση αυτή μετά την αστική επανάσταση του 1917 είχε συνδεθεί με τους μενσεβίκους και αποτέλεσε το Ελληνικό Τμήμα των σοσιαλ­δημοκρατών της Γεωργίας.[97] Παράλληλα δημιουργήθηκε πραγματικός τοπικός ελληνικός στρατός. Λίγο νοτιότερα, στο Βατούμι, όπου έδρευε ο 1ος λόχος της Ελληνικής Μεραρχίας του Καυκάσου, είχε επίσης ξεκινήσει η προσπάθεια δημιουργίας τοπικού ελληνικού στρατού.[98]

Η πολιτική έκφραση της στρατιωτικής οργάνωσης των Ελλήνων της Υπερκαυκασίας ήταν το Εθνικό Συμβούλιο Αντικαυκάσου ή επί το ορθότερο Ελληνικό Υπερκαυκασιανό Εθνικό Συμβούλιο. Σε όλη την έκταση του Μικρα­σιατικού Πόντου και των ελληνικών κοινοτήτων της Ρωσίας και του Καυκάσου, αναπτύχθηκε μια κοινή θέληση που στόχο είχε την πολιτική χειραφέτηση του ποντιακού ελληνισμού, τόσο στο μικρασιατικό Πόντο, όσο και στις συμπαγείς περιοχές των Ελλήνων στην ίδια τη Ρωσική Αυτοκρατορία, που είχε ήδη καταρρεύσει. Το μέλλον όμως του ελληνικού εθνικού κινήματος του Καυκάσου αλλά και του ίδιου του μικρασιατικού Πόντου κρίθηκε στη Μόσχα. Στις 23 Φεβρουαρίου, στην πέμπτη συνεδρίαση της Κεντρικής Επιτροπής του κόμματος των μπολσεβίκων, αποφασίστηκε η ειρήνευση με τη Γερμανία, αφού ο Λένιν «με οξύτητα και κατηγορηματικό τρόπο απαίτησε να γίνουν δεκτοί οι όροι.»[99] Στις 3 Μαρτίου 1918 υπεγράφη στο Μπρεστ Λιτόφσκ η ομώνυμη συνθήκη, με την οποία οι μπολσεβίκοι παραχώρησαν στη Γερμανία όλη την Ουκρανία και στη Τουρκία τις περιοχές Καρς, Αρνταχάν και Βατούμι. Με τη συνθήκη αυτή η Γερμανία έπαιρνε 300.000 τετραγω­νικά μίλια εδάφους της πρώην ρωσικής αυτοκρατορίας.[100]

Το Επιτροπάτο Υπερκαυκασίας, το οποίο εκπροσωπούσε την Επαναστατική Δημοκρατία της Υπερκαυκασίας, προέβη σε επίσημη διαμαρτυρία για την παραχώρηση εδαφών της Γεωργίας και της Αρμενίας, με βάση μια συνθήκη που υπεγράφη χωρίς τη συμμετοχή του στις διαπραγματεύσεις και τη συμφωνία του με αυτές.[101] Στην Υπερκαυκασία κατοικούσαν 7 εκατομμύρια άτομα που ανήκαν σε διάφορες, μικρές και μεγάλες, εθνότητες. Η εξουσία σε όλο το χώρο, πλην του Μπακού, ανήκε σε αντιπολιτευτικές προς τους μπολσεβίκους ομάδες, που εξέφραζαν την τάση για δημιουργία ανεξάρτητων εθνικών και δημοκρατικών κρατών.[102]

(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)

Του ΒΛΑΣΗ ΑΓΤΖΙΔΗ1

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[63] Κώστας Tσαλαχούρης, Ο Ελληνισμός της Σοβιετικής Ένωσης, Αθήνα, εκδ. Λιβάνη, 1992, σελ.52.

[64] Θεολόγος Γ. Παναγιωτίδης, Ο εν Ρωσία ελληνισμός, Αθήνα, εκδ. Τρεμπέλα, 1919, σελ.17.

[65] ΑΥΕ, Κεvτρικόν Εκτελεστικόν Συμβούλιον του Συνδέσμου των εν Ρωσσία Ελλήνων, 15-7-1917, Β/58.

[66] Η φοίτηση σ’ αυτά είναι κοινή για αγόρια και κορίτσια. Τα υποχρεωτικά μαθήματα σ’ αυτόν τον κύκλο είναι: Ιερά ιστορία, ελληνική και ρωσική γλώσσα, αριθμητική και στοιχεία γεωμετρίας, πατριδογραφία (της περιφέρειας όπου βρίσκεται το σχολείο), φυσική ιστορία, εθνική ιστορία, υγιεινή, καλλιγραφία, ιχνογραφία, εργόχειρα (για τα κορίτσια) και χειρωνακτική εργασία (για τα αγόρια), ωδική και γυμναστική. [Μάρθα Καρπόζηλου, Ελληνική Εκπαίδευση (1917-1937),Ιωάννινα, 1991, σελ.218-219.]

[67] Θεολόγος Γ. Παναγιωτίδης, ό.π., σελ.19.

[68] AYE, 1917-1918, Β/42, Ελληνισμός Ρωσίας, αριθ. 19137, Σύνδεσμος των εν Ρωσία Ελλήνων, Κεντρικόν Συμβούλιον προς την Βασιλικήν Κυβέρνησιν της Ελλάδος, Ροστόβ, 9-1-1918.

220    Θεολόγος Γ. Παναγιωτίδης, ό.π., σελ.21.

[70] Διον. Γ. Μεταξάς- Λασκαράτος, Δεύτε λάβετε φως,Οδησσός, εκδ. Χρυσογέλου, 1917, σελ.88.

[71] E. Παυλίδης, ό.π.,ς 98-101, Θεολόγος Παναγιωτίδης, ό.π., σελ.22.

[72] Ανδρέας Ζαπάντης, ό.π., σελ.24.

[73] N. G. Volkof, Kavkaski ethnografitseski sbornik,Μόσχα, εκδ. Νάουκα, 1969, σελ.9, Ηρακλής Ι. Κιλλαχίδης, «Το χωριό Σιντισκόμ», περ. Ποντιακή Εστία, τεύχ. 110, Ιούλιος-Αύγουστος-Σεπτέμβριος 1996, σελ.165-167.

[74] Στυλιανός Β. Μαυρογένης, ό.π., σελ.205-221.

[75] Οι Έλληνες της Ρωσίας δηλώνουν ότι δέχονται τυπικώς τη Διοικούσα Σύνοδο της ρωσικής εκκλησίας, εφόσον η διεκδίκηση Αυτοκεφάλου μπορούσε να δημιουργήσει σοβαρά προβλήματα, προσκρούοντας στο Κανονικό Δίκαιο, κατά το οποίο η εκκλησιαστική χειραφέτηση ακολουθεί την πολιτική και δεν επιτρέπει τη συνύπαρξη δύο ορθοδόξων επισκόπων στον ίδιο χώρο.

[76] Θεολόγος Γ. Παναγιωτίδης, ό.π., σελ.28.

[77] ΑΥΕ Κεντρικόν Εκτελεστικόν Συμβούλιον του Συνδέσμου των εν Ρωσσία Ελλήνων. Ροστόβ 15/7/1917, φακ. Β/58.

[78] Θεολόγος Γ. Παναγιωτίδης, ό.π., σελ.26, Ελευθέριος Παυλίδης, ό.π., σελ.96-98.

[79] ‘Eχουν ενδιαφέρον οι τέσσερις προτάσεις που κατατέθηκαν στο Συνέδριο αυτό για την επίλυση του εκκλησιαστικού ζητήματος 1) Η ελληνική εκκλησία να υπαχθεί στον ορθόδοξο Αρχιεπίσκοπο Γεωργίας, 2) Την διοίκηση της ελληνικής εκκλησίας Αρμενίας να έχει εκκλησιαστικό Συμβούλιο, μέχρι να αναγνωριστεί η γεωργιανή εκκλησία αυτοκέφαλος από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, 3) Να παραμείνει ως ανεξάρτητη εκκλησία, 4) Να υπαχθεί στο Οικουμενικό Πατριαρχείο και 5) Να υπαχθεί στη Μητρόπολη Τραπεζούντας (Στυλιανός Β. Μαυρογένης, ό.π., σελ.232-233).

[80] Το ανεξάρτητο κράτος της Γεωργίας ιδρύθηκε το καλοκαίρι του 1918. Αναγνωρίστηκε από τη Σοβιετική Ρωσία και από τις μεγάλες δυνάμεις Τον Φεβρουάριο του 1921 υπέκυψε στην επίθεση των μπολσεβίκων.

[81] Ισαάκ Λαυρεντίδης, «Μετοικεσία Καυκασίων 1895-1907», Αρχείον Πόντου,τόμ. 31, σελ.425.

[82] Γ. Καραπατάκης, «Υπόμνημα περί των Καυκασίων μεταναστών και των προσφύγων του Πόντου», περ. Ποντιακή Εστία, τεύχ. 3, Μάιος ’75, σελ.28.

[83] N. N. Ioannidi, Greki v Abhazii, Σοχούμι, εκδ. Αlatsara, σελ.28. Oμογενή, «Το κοινωνικό πρόβλημα των Ελλήνων της Σοβιετικής Ένωσης», περ. Ποντιακή Εστία,τεύχ. 80, Ιανουάριος-Φεβρουάριος- Μάρτιος 1990, σελ.10.

[84] To Συνέδριο αυτό έγινε στο Μπακού το Σεπτέμβριο του 1920 και είχε ως στόχο την επικράτηση των μπολσεβίκων και των ιδεών τους στην Υπερκαυκασία. Είναι πιθανόν οι συγκεκριμένες καταγγελίες να εξυπηρετούσαν την πρόθεση των μπολσεβίκων για στρατιωτική επέμβαση στην Γεωργία. (Ε. Χ. Καρ, Ιστορία της Σοβιετικής Ένωσης 1917-1923, τόμ. 3, Αθήνα, εκδ. Υποδομή, 1977, σελ.460).

[85] Στυλιανός Μαυρογένης, ό.π., σελ. 205.

[86] ΑΥΕ, Α/5/VI(4), από έκθεση του συνταγματάρχη πυροβολικού του τσαρικού στρατού Δ. Πανταζίδη που στάλθηκε στις 28-11-1918 προς τον πρόξενο του Αικατερινοντάρ Τζανέτο.

[87] Διοικητής της μεραρχίας ορίστηκε ο συνταγματάρχης Ανάνιος Διοικητής του 1ου Συντάγματος διορίστηκε ο συνταγματάρχης Κυληνκάροφ, του 2ου Συντάγματος ο συν/ρχης Αθανασίεφ (Ρώσος), του 3ου Συντάγματος ο συν/ρχης Ευαγγελίδης, του Πυροβολικού Συντάγματος ο συν/ρχης Δ. Πανταζίδης Ο λοχαγός Χαρίτοφ διορίστηκε διοικητής ιππικού και διοικητές των τριών πυροβολαρχιών ταγματάρχες Οικονόμου, Σακελλαρίου και Μιχαήλοφ (Ρώσος). [ΑΥΕ, Α/5/VI(4).]

[88] Οδυσσεύς Λαμψίδης, Οι Έλληνες του Πόντου υπό τους Τούρκους (1461-1922), Αθήνα, 1957, σελ.44-45.

[89] Χριστόφορος Τσέρτικ, ό.π., σελ.92.

[90] AYE, A/5/VI(4).

[91] Χριστόφορος Τσέρτικ, ό.π., σελ.67-68.

[92] ΑΥΕ, Α/5/VI(4).

[93] ΑΥΕ, Α/5/VI(4).

[94] Δ. Ψαθάς, ό.π., σελ.288, 430, Χ. Σαμουηλίδης, ό.π., σελ.47.

[95] Χριστόφορος Τσέρτικ, ό.π., σελ. 80-90, Στυλιανός Β. Μαυρογένης, ό.π., σελ.207

[96] N. N. Ioannidi, ό.π., σελ.26.

[97] Του ελληνικού εθνικού κινήματος, μενσεβικικής απόκλισης, ηγήθηκαν ο πρόεδρος της ελληνικής κοινότητας Ι. Πασαλίδης και ο Τσάτσας (N. N. Ioannidi, ό.π., σελ.26.)

[98] AYE, A/5/VI(4).

[99] Στις δύο πρώτες συνεδριάσεις της Κεντρικής Επιτροπής είχε παρθεί η απόφαση για συνέχιση του πολέμου με τη Γερμανία και τη μετατροπή του σε επαναστατικό. Στις 21 Ιανουαρίου 1918, αφού έγιναν γνωστοί οι όροι των Γερμανών, σε μια συνεδρίαση της Κεντρικής Επιτροπής όπου πήραν μέρος και οι αρχηγοί των αντιπροσωπειών που ήρθαν για το 3ο Πανρωσικό Συνέδριο των Σοβιέτ, ο Λένιν ηττάται για πρώτη φορά. Αλλά και ύστερα από την υπογραφή των όρων της συνθήκης η ομάδα των Τρότσκι-Μπουχάριν αγωνίστηκε σ’ ένα ειδικό συνέδριο του κόμματος το Μάρτιο για τη μη επικύρωση της συνθήκης(Ακαδημία Επιστημών της ΕΣΣΔ, Λένιν-Βιογραφία, Αθήνα, εκδ. Μαντζαρίδη-Πέππα, 1956, σελ.92, Μιχαήλ Γκορμπατσώφ, Περεστρόικα. Νέα σκέψη για τη χώρα μας και τον κόσμο, Αθήνα, εκδ. Νέα σύνορα, 1987, σελ.172-174, Άντριους Ροθστάιν, ό.π., σελ.55)

[100] Σαν αποτέλεσμα της συνθήκης του Μπρεστ Λιτόφσκ βρέθηκαν υπό γερμανική κατοχή 56.000.000 υπήκοοι της ρωσικής αυτοκρατορίας, δηλαδή το 26% του πληθυσμού καθώς και το 27% των καλλιεργήσιμων εκτάσεων, το 33% των βιομηχανιών της, το 73% της παραγωγής σιδήρου και το 89% της παραγωγής άνθρακος H Ρωσία απώλεσε την Πολωνία, τη Φιλανδία, τις Βαλτικές χώρες, την Ουκρανία, καθώς επίσης και 1.000 εργοστάσια κατασκευής μηχανών και 900 υφαντουργεία. (Άντριου Ροθστάιν, Από το Ποτέμκιν στο Στάλινγκραντ. Ιστορία της Σοβιετικής Ένωσης, Αθήνα, εκδ. Χρόνος, 1954, σελ.54, Ακαδημία Επιστημών της ΕΣΣΔ, Παγκόσμια Ιστορία, τ. Η1Η2, Αθήνα, εκδ. Μέλισσα, 1965 σελ.92, Β. Ι. Λένιν, Η επαναστατική φρασεολογία, Αθήνα, εκδ. Χρόνος, 1974 σελ.37-38.)

[101] Ε. Χ. Καρρ, Ιστορία της Σοβιετικής Ένωσης 1917-1923, τόμ. 1, Αθήνα, εκδ. Υποδομή, 1977, σελ.451.

[102] Άντριου Ροθστάιν, ό.π., σελ.74.

PAGAN https://kars1918.wordpress.com


Advertisements

About sooteris kyritsis

Job title: (f)PHELLOW OF SOPHIA Profession: RESEARCHER Company: ANTHROOPISMOS Favorite quote: "ITS TIME FOR KOSMOPOLITANS(=HELLINES) TO FLY IN SPACE." Interested in: Activity Partners, Friends Fashion: Classic Humor: Friendly Places lived: EN THE HIGHLANDS OF KOSMOS THROUGH THE DARKNESS OF AMENTHE
This entry was posted in HISTORIC THEMES and tagged , , , . Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Please log in using one of these methods to post your comment:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.