ΑΡΧΑΙΑ ΓΡΑΙΚΙΑ-ΙΤΑΛΙΑ ΗΤΟΙ Η ΜΙΚΡΑ ΕΛΛΑΣ (VI)


(ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΑΠΟ  2/12/2017)

Εξάπλωση & Παρακμή

Μπορεί να μην γνωρίζουμε πολλά για την πολιτική οργάνωση και την κοινωνία των Ετρούσκων αλλά τα σημάδια της εξαπλώσεώς τους προς την βόρεια και νότια Ιταλία είναι καθαρά. Από τον ΣΤ’ αιώνα, οι Ετρούσκοι επεκτάθηκαν σταδιακά βόρεια του Άρνου ποταμού και μέχρι την κοιλάδα του Πάδου, αντικαθιστώντας τον πολιτισμό Βιλλανόβα της περιοχής, αλλά και νότια μέχρι την Καμπανία.134 Υποθέτουμε ότι έστειλαν ομάδες αποικιστών για να ιδρύσουν νέες πόλεις, τις πρώτες πραγματικές πόλεις στην βόρεια Ιταλία. Στον Βορρά, εγκαταστάθηκαν στην Μπολόνια, κοντά στον παλαιό συνοικισμό Βιλλανόβα, και ονόμασαν την πόλη που ίδρυσαν Φελσίνα (Felsina, BAGROW, 40:A3). Η πόλη, έγινε σημαντικότατο εμπορικό κέντρο, μια και βρισκόταν στο σταυροδρόμι των εμπορικών δρόμων από τα βόρεια προς τα νότια αλλά και από τα δυτικά προς τα ανατολικά. Στην Φελσίνα, η συνύπαρξη των νεοφερμένων με τους κατοίκους του πολιτισμού Βιλλανόβα περί το 600 π.Χ. δείχνει ότι ήταν ειρηνική. Τα νεκροταφεία των κατοίκων της εποχής Βιλλανόβα και των Ετρούσκων ήταν μαζί στον ίδιο χώρο και μπορεί κανείς να δει ταφές καύσεως a fossa αλλά και ταφές λειψάνων. Άλλη σημαντική πόλη στα βορειοανατολικά ήταν το ετρουσκικό λιμάνι Σπίνα (Spina, BAGROW, 40:C3), που βρισκόταν νότια των εκβολών του Πάδου στην Αδριατική. Η εγκατάσταση αποτελούσε την πύλη εισόδου αθηναϊκής κεραμικής που διοχετευόταν στο εμπορικό κέντρο της Φελσίνα. Η Σπίνα θα μπορούσε να θεωρηθεί και ελληνική πόλη διότι εκεί ζούσαν πολλοί Έλληνες λόγω το μεγάλου εμπορίου κεραμικής. Φαίνεται μάλιστα ότι οι Έλληνες συμμετείχαν μαζί με τους Ετρούσκους στην διοίκηση της πόλεως, πράγμα που υποδεικνύεται από τις εγχαράξεις στα ελληνικά αλλά και στα ετρουσκικά πάνω στα αγγεία. Η συνύπαρξη των δύο λαών στην περιοχή πρέπει να ήταν απολύτως αρμονική διότι δεν υπάρχουν ίχνη συγκρούσεων, όπως συνέβη στις δυτικές ακτές της Ιταλίας.135 Εικάζεται ότι η επέκταση των Ετρούσκων προς Βορρά είχε ως σκοπό την εκμετάλλευση και τον έλεγχο των περασμάτων στις Άλπεις λόγω του εμπορίου αλλά οι Ετρούσκοι δεν κατάφεραν να σταματήσουν τους εισβολείς του Δ’ αιώνα π.Χ. Μετά το 400 π.Χ., Κελτικές φυλές136 πέρασαν τις Άλπεις και κατευθύνθηκαν νότια καταφέρνοντας μέχρι το μέσο του Δ’ αιώνα να καταλάβουν ολόκληρη την κεντρική περιοχή της βόρειας Ιταλίας (CAWH:2.18).137 Έτσι, οι Κέλτες έδιωξαν τους Ετρούσκους νότια των Απεννίνων Ορέων και μερικοί εγκαταστάθηκαν στην κοιλάδα του Πάδου. Άλλοι, όμως, συνέχισαν προς τα νότια και γύρω στο 386 π.Χ. έφθασαν μέχρι την Ρώμη. Νίκησαν τους Ρωμαίους, εισέβαλαν στην πόλη και την έκαψαν.

Η αρχαιολογική σκαπάνη επιβεβαιώνει την μετακίνηση πληθυσμών ανάμεσα σε περιοχές βορείως των Άλπεων και της βόρειας Ιταλίας αλλά όχι στην κλίμακα που αναφέρεται από τους αρχαίους συγγραφείς. Μάλιστα, σύγχρονες μελέτες μεταναστεύσεως πληθυσμών έχουν αποδείξει ότι λίγο-πολύ ένα μέρος των λαών που μετακινούνται προς μία περιοχή, γυρίζει πίσω από εκεί όπου ξεκίνησε, όταν και εάν το επιτρέψουν οι συνθήκες. Παρ’ όλα αυτά, η συμφωνία αρχαίων ιστορικών και αρχαιολόγων οδηγεί στο συμπέρασμα ότι υπήρξαν μετακινήσεις πληθυσμών που πέρασαν τις Άλπεις προς την Ιταλία, όπου μερικοί εγκαταστάθηκαν μόνιμα.138 Πριν φθάσουν οι Κέλτες στην Ρώμη, όμως, είχαν ήδη φθάσει και εγκατασταθεί οι Ετρούσκοι, οι οποίοι επεκτάθηκαν μέχρι και την νότια Ιταλία. Την ίδια εποχή που επεκτάθηκαν προς Βορρά, οι Ετρούσκοι πέρασαν τα όρια της περιοχής τους και προς Νότο και εισχώρησαν στο Λάτιο (Latium) καταλαμβάνοντας την Ρώμη και τις γύρω περιοχές. Τον ΣΤ’ αιώνα (524 ή 600;) ή στις αρχές του Ε’ αιώνα (471;)139 μερικοί έφθασαν μέχρι την Καμπανία (Campania) και εγκαταστάθηκαν στην Κάπουα (Capua), στην Ηράκλεια (Herculaneum) και στην Πομπηία (Pompeii), βόρεια και νότια της σημερινής Νεαπόλεως (Naples) αντιστοίχως αλλά και μέχρι νότια του Σαλέρνο (Salerno) (CAWH:1.25R). Οι κυριότερες πόλεις που ιδρύθηκαν ήταν η Ταρκυνία ή Ταρχούνα ή Ταρχίνα, η Καίρε (Caere) οι Βηίοι (Veii), και το Βούλτσιο (Vulci). Η Ταρκυνία (Tarquinii ή Τarquinia ή Tarchuna ή Tarchina) ήταν η παλαιότερη και πλουσιότερη ετρουσκική Πόλη και μάλλον έχαιρε κάποιας ιδιαιτέρας εκτιμήσεως ανάμεσα στους Ετρούσκους. Κατά την παράδοση, ιδρύθηκε από τον Τάρχονα (Tarchon) αδελφό ή γιο του Τυρρηνού (Tyrrhenus) αλλά οι σχετικοί μύθοι ποικίλουν και ο μύθος του Κορίνθιου Δημάρατου και των γιων του που έφθασαν στην Ταρκυνία, δείχνει να έχει και αρχαιολογική βάση.140 Οι σχέσεις Ετρούσκων και Ελλήνων αλλά και η συνέχεια των ετρουσκικών εγκαταστάσεων από τους συνοικισμούς του πολιτισμού Βιλλανόβα είναι απολύτως εμφανείς στις πόλεις του Νότου. Τα κορινθιακά και αττικά αγγεία από το δεύτερο μισό του Ζ’ αιώνα βρίθουν στην Ταρκυνία, στην Καίρε και στο Βούλτσιο, όπου βρέθηκαν πάνω από 3000 εισηγμένα κομμάτια, και δείχνουν τις εμπορικές, τουλάχιστον, σχέσεις των δύο λαών. Στις ίδιες περιοχές, όμως, η συνέχεια από τον πολιτισμό Βιλλανόβα είναι περισσότερο από φανερή. Παρόμοιες παρατηρήσεις έχουν γίνει και σε άλλες πόλεις, όπως στην Καίρε, στους Βηίους και στο Βούλτσιο, όπου σε όλες η ελληνική κεραμική βρέθηκε σε αφθονία ενώ η συνέχεια από τον πολιτισμό Βιλλανόβα είναι πάλι βεβαιωμένη. Η Καίρε, που είχε πληθυσμό γύρω στους 25.000 κατοίκους, ήταν η μοναδική ετρουσκική πόλη που διατηρούσε θησαυρό στους Δελφούς, όπως οι Αθηναίοι και οι Σιφναίοι.141 Οι θησαυροί ήταν μικρά οικοδομήματα σε σχήμα μικρού ιερού, κτισμένα κυρίως από σημαντικές ελληνικές πόλεις, και περιείχαν αναθήματα των πολιτών προς τον Απόλλωνα. Το γεγονός ότι η Καίρε διέθετε θησαυρό, δείχνει πόσο πλούσια και σημαντική πόλη ήταν αλλά και την εκτίμηση που έτρεφαν οι Ετρούσκοι για τον ελληνικό κόσμο.142 Τα σημάδια της επεμβάσεως των Ετρούσκων στην φύση αλλά και η συνέχεια των εγκαταστάσεων τους από την εποχή Βιλλανόβα κυρίως στα νεκροταφεία είναι πάλι φανερά στους Βηίους. Παρότι η πόλη καταστράφηκε από τους Λατίνους το 396 π.Χ., τα σημάδια της δεξιότητας των Ετρούσκων στην μηχανική και ιδίως στα υδραυλικά έργα είναι απολύτως καθαρά. Οι αρχαιολόγοι υπολόγισαν ότι οι Ετρούσκοι κατασκεύασαν γύρω και μέσα στην πόλη 24 χλμ. υπογείων υδροροών (λατ. cuniculi).

Στα βόρεια της πόλεως, δίαυλοι απορροής υδάτων έχουν κατασκευασθεί για την αποξήρανση εύφορων εδαφών ενώ ειδικός δίαυλος μήκους 600 περίπου μέτρων και βάθους 7,5 μ. οδηγούσε το νερό προς τα δυτικά και νότια της πόλεως για να υπάρχει συνεχής ροή ύδατος στην περιοχή. Η συλλογή νερού γινόταν κατά κύριο λόγο με δεξαμενές ή σε κοιλότητες βράχων.143 Η Ταρκυνία, η Καίρε, οι Βηίοι, και το Βούλτσιο, αποτελούν τις κορωνίδες των Ετρουσκικών πόλεων και του ετρουσκικού πολιτισμού. Είναι οι πόλεις που δείχνουν την ανάπτυξη και την άνθηση των Ετρούσκων σε όλο τους το φάσμα. Η επέκταση των Ετρούσκων νότια, όμως, άγγιξε και την Ρώμη. Φαίνεται ότι κατά τον ΣΤ’ αιώνα π.Χ., η Ρώμη έγινε για μια περίοδο το κέντρο μιας ετρουσκικής μοναρχίας. Αυτό μαρτυρούν τα μνημειώδη οικοδομήματα, τα έργα τέχνης, οι θεσμοί αλλά και η θρησκεία που πρέπει να επικρατούσαν την εποχή αυτή στην περιοχή και συνεχίσθηκαν αργότερα από τους Ρωμαίους. Οι κάτοικοι πρέπει να ήταν αναμεμειγμένοι Λατίνοι, Σαβίνοι και Ετρούσκοι. Βέβαια, υπάρχει και η αντιδιαμετρική άποψη, κατά την οποία η Ρώμη δεν ήταν ποτέ μια ετρουσκική πόλη αλλά αναπτύχθηκε αυτόνομα δεχόμενη ετρουσκικές και ελληνικές επιδράσεις.144 Στην πραγματικότητα, είναι αδύνατον με την παρούσα κατάσταση των φιλολογικών και αρχαιολογικών δεδομένων να μπορέσει κανείς να κατανοήσει ποιες ήταν ακριβώς οι συνθήκες που επικρατούσαν αυτήν την περίοδο στην πόλη. Μπορεί να μην γνωρίζουμε τι ακριβώς συνέβαινε στην Ρώμη αλλά οι σχέσεις Ελλήνων και Ετρούσκων στον Νότο ήταν από την αρχή τεταμένες. Η κάθοδος των Ετρούσκων σε περιοχές που ήλεγχαν οι Έλληνες προκάλεσε στρατιωτικές συγκρούσεις όταν οι πρώτοι προσπάθησαν να εκδιώξουν τους δεύτερους από τις αποικίες τους 145 αλλά και αντιστρόφως η άνοδος των Ελλήνων βορειότερα από την νότιο Ιταλία προκάλεσε ανησυχία στους Ετρούσκους για τον έλεγχο του εμπορίου της περιοχής.146 Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της συγκρούσεως στην Κορσική. Περί το 560 π.Χ., οι Φωκαιείς147 εγκαταστάθηκαν στην Αλαλίη/Αλαλία (ή Aleria, πιθανή θέση, BAGROW, 48:D2, στην σημερινή Aléria, Κορσική) στο μέσον περίπου της ανατολικής ακτής της Κορσικής, με σκοπό να χρησιμοποιήσουν την εγκατάσταση ως ενδιάμεσο σταθμό στο εμπόριο με την Μασσαλία. Περί το 546 π.Χ. και υπό την απειλή της περσικής κατακτήσεως, οι μισοί περίπου από τους κατοίκους της μικρασιατικής Φώκαιας αποφάσισαν να μετοικήσουν στην Αλαλία. Μετά την άφιξη των νέων αποίκων (ανδρών, γυναικών και παιδιών), υπολογίζεται ότι η «χώρα» της Πόλεως είχε έκταση 200 τ.χλμ. και ήταν μάλλον χωρισμένη σε κλήρους ενώ ο συνολικός πληθυσμός πρέπει να ήταν τουλάχιστον 20.000 κάτοικοι.148 Οι νέοι άποικοι ασχολήθηκαν εντατικά με το εμπόριο. Οι Ετρούσκοι, που ανησύχησαν από την δυναμική και αυξανόμενη είσοδο των Φωκαιέων στο εμπόριο του Τυρρηνικού Πελάγους, φρόντισαν να ενώσουν στρατιωτικά τις δυνάμεις τους με τους Καρχηδόνιους, με τους οποίους είχαν ήδη συνάψει εμπορική συμφωνία.149 Περί το 540 π.Χ. λοιπόν, επιτέθηκαν στους Έλληνες και μετά από ναυμαχία στην οποία συμμετείχαν 120 πλοία τους εναντίον 60 των Ελλήνων, ανάγκασαν τελικά τους Φωκαιείς να εγκαταλείψουν την αποικία. Έτσι, οι Ετρούσκοι απέκτησαν τον έλεγχο του βόρειου Τυρρηνικού Πελάγους. Οι Φωκαιείς αφού περάσαν από το Ρήγιο (χάρτης σε Morkot, p. 55) εγκαταστάθηκαν τελικά στην Κάτω Ιταλία όπου ίδρυσαν την Ελέα150 (ρωμαϊκή Velia, BAGROW, 46:C5, σημερ. Velia).151 Η Ελέα ήταν η τελευταία ελληνική αποικία που ιδρύθηκε στην Κάτω Ιταλία. Οι Φωκαιείς που εγκατέλειψαν την Κορσική, την ίδρυσαν αρχικά ως Υέλη152 το 535 π.Χ.

Υπολογίζεται ότι η Ελέα όριζε μια περιοχή («χώρα») περίπου 13 τ.χλμ., μέρος της οποίας καλυπτόταν από δάσος κατάλληλο για παραγωγή ξυλείας ενώ μια έκταση 4-5 χλμ. γύρω από την Πόλη πρέπει να χρησιμοποιούνταν για καλλιέργειες. Οι δύο ποταμοί που διέρχονταν βόρεια και νότια από την ακρόπολη δημιουργούσαν κατάλληλες θέσεις για αγκυροβόλια. Οι αρχικοί κάτοικοι δεν πρέπει να ήταν παραπάνω από 6400 εάν υπολογίσουμε έναν μέγιστο αριθμό 320 ανδρών με τις οικογένειές τους πάνω σε κάθε ένα από τα 20 πλοία153 που διέφυγαν μετά την μάχη της Αλαλίας. Οι κάτοικοι ασχολούνταν κυρίως με το εμπόριο και την αλιεία. Η Ελέα υπήρξε πατρίδα των φιλοσόφων Παρμενίδη και Ζήνωνα που ίδρυσαν την ελεατική φιλοσοφική σχολή. Κατά το μέσο του Ε’ αιώνα π.Χ. η Ελέα διοικούνταν από τον τύραννο Νέαρχο, ο οποίος βασάνισε και τελικά σκότωσε τον φιλόσοφο Ζήνωνα διότι συμμετείχε σε συνωμοσία ανατροπής του.154 Αντιθέτως, ο Παρμενίδης φέρεται ως ο νομοθέτης της Ελέας, ο οποίος «τὴν ἑαυτοῦ πατρίδα διεκόσμησε νόμοις ἀρίστοις»,155 τους οποίους οι άρχοντες («τὰς ἀρχὰς») ορκίζονταν κάθε χρόνο στους πολίτες ότι θα τηρούν. Χωροταξικά, η πόλη περιλάμβανε τέσσερις ζώνες: την ακρόπολη με τα ιερά, την δυτική κλιτύ («Weststadt», σύμφωνα με την ορολογία του ανασκαφέα) που προστατευόταν από τείχος, την κύρια οικιστική ζώνη προς τον Νότο («Südstadt») που προστατευόταν από άλλο τείχος, και μικρή περιοχή με κατοικίες στην βόρεια κλιτύ («Nordstadt») που προστατευόταν από δικό της τείχος. Τα διασταυρούμενα αυτά τείχη («διατειχίσματα») και ο διαχωρισμός της πόλεως σε ζώνες πιθανότατα να υποδεικνύει κοινωνική διαστρωμάτωση ή λειτουργικό διαχωρισμό (χώροι κατοικήσεως, εμπορίου, εργαστηρίων). Τα τείχη έχουν μήκος περίπου 4 χλμ. και περικλείουν έκταση περίπου 0,64 τ.χλμ., η οποία περιλάμβανε και χώρο για αγροτική εκμετάλλευση. Η δόμηση είναι ακανόνιστη αλλά υπάρχουν και δείγματα ορθογώνιας πολεοδομίας. Οι οικίσκοι ήταν κτισμένοι πάνω σε βάση φτιαγμένη από κομμένους ψαμμίτες,156 ενώ οι τοίχοι ήταν από πλίνθους και η στέγη από ξύλο και συμπιεσμένο πηλό αλλά και κεραμίδια. Στην ακρόπολη πρέπει να υπήρχαν ναοί αφιερωμένοι στην Αθηνά και στον Ποσειδώνα και πιθανότατα ναός της Ήρας και ιερό του Δία, διακοσμημένοι με πήλινα ακρωτήρια. Πιθανότατα, οι Ελεάτες να είχαν παραγωγή ωραίων ακρωτηρίων τα οποία εξήγαν σε μεγάλες ποσότητες στην Νεάπολη.157 Η Ελέα εξέδωσε τα δικά της αργυρά νομίσματα λίγο μετά την αρχική εγκατάσταση. Στις αρχές του Α’ αιώνα π.Χ. η Ελέα έγινε η ρωμαϊκή Velia. 158 Η Ελέα είναι σημαντική για τους δύο φιλοσόφους της αλλά και για την συμμετοχή της στους Καρχηδονιακούς Πολέμους στο πλευρό των Ρωμαίων, με τους οποίους διατήρησε πολύ καλές σχέσεις αν και η πόλη παρέμεινε ελληνική σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής της. Γυρνώντας τώρα πίσω στα μέσα του ΣΤ’ αιώνα π.Χ. και μετά την εκδίωξη των Φωκαιέων, οι Ετρούσκοι έγιναν κύριοι της Κορσικής και οι Καρχηδόνιοι της Σαρδηνίας. Η συνδυασμένη αυτή ενέργεια Ετρούσκων και Καρχηδονίων μοιάζει με συμφωνία για σφαίρες επιρροής και ίσως εξηγεί και την προσπάθεια των Καρχηδονίων να επεκτείνουν την κυριαρχία τους στην δυτική Σικελία. Είναι χαρακτηριστικό ότι αυτήν την εποχή μάλλον, οι Ετρούσκοι ανέπτυξαν ένα σύστημα αναγνωρίσεως της εθνικότητας των εμπόρων, πιθανότατα για να αποφεύγουν αυτούς με τους οποίους δεν ήθελαν να συναλλάσσονται. Χρησιμοποιούσαν πλάκες από ελεφαντοστούν με την εικόνα ενός αγριόχοιρου και επιγραφή στα ετρουσκικά που βεβαίωνε ότι ο φέρων ήταν Καρχηδόνιος. Το ταίρι των πλακών αυτών πρέπει να ήταν στα χέρια του αποδέκτη Ετρούσκου εμπόρου, ο οποίος έτσι αναγνώριζε τους φίλους Καρχηδόνιους.159 Έτσι, λοιπόν, άρχισε η σύγκρουση Ελλήνων και Καρχηδονίων που θα διαρκέσει για περίπου τρεις αιώνες και θα αλλάξει το πολιτικό και στρατιωτικό τοπίο στην Αρχαία Ιταλία. Μετά την επιτυχία τους στην Κορσική, οι Ετρούσκοι επιτέθηκαν το 525/4 εναντίον της ιταλικής Κύμης, στα βόρεια της σημερινής Νεαπόλεως (Napoli), με σκοπό την διείσδυση τους στην Καμπανία. Σ’ αυτήν την περίπτωση όμως αποκρούσθηκαν.160 Λίγο αργότερα, όταν οι κάτοικοι του Λατίου ζήτησαν βοήθεια εναντίον των Ετρούσκων, οι άποικοι της Κύμης τους βοήθησαν να αποκόψουν την επικοινωνία ανάμεσα στην Ετρουρία και στην Καμπανία, απομονώνοντας τις νότιες πόλεις των Ετρούσκων. Ακόμη, το 474 π.Χ., οι Κυμαίοι συμμάχησαν με τον Ιέρωνα των Συρρακουσών, που μόλις είχε νικήσει τους Καρχηδόνιους στην Ιμέρα, και καταναυμάχησαν τον στόλο των Ετρούσκων.

Μ’ αυτόν τον τρόπο, ανέκτησαν αφ’ ενός την κυριαρχία των θαλασσών στην περιοχή και αφ’ ετέρου απέκοψαν τελείως τις ετρουσκικές πόλεις στην Καμπανία. Μισό αιώνα αργότερα, όμως, οι Ετρούσκοι της Καμπανίας (430 π.Χ.) αλλά και οι Έλληνες της Κύμης κατελήφθησαν από τους Σαβέλλους (λατ. Sabelli), φυλές που κατήλθαν από τις ορεινές περιοχές.161 Ο Δ’ αιώνας υπήρξε πολύ δύσκολος για τους Ετρούσκους και είχε ως αποτέλεσμα την αποδυνάμωση και τελικά την παρακμή των πόλεων τους. Πρώτα οι Κέλτες επέδραμαν από τον Βορρά στις περιοχές που ήλεγχαν οι Ετρούσκοι ενώ την ίδια περίπου εποχή, Έλληνες από τις Συρακούσες ωφελούνταν από την ζημιά που προκαλούνταν στο ετρουσκικό εμπόριο. Ο χειρότερος εχθρός, όμως, των Ετρούσκων αποδείχθηκαν οι γείτονές τους Λατίνοι, που ήλεγχαν πλέον την Ρώμη και οι οποίοι με σειρά εκστρατειών κατέλαβαν τις ετρουσκικές πόλεις, την μία μετά την άλλη. Οι Ετρούσκοι ποτέ δεν ενώθηκαν για να αντιμετωπίσουν τον κίνδυνο αυτό ως έθνος. Η περίεργη αυτή πολιτική έχει αποδοθεί, αφενός, στην αδιαφορία των αριστοκρατών για το μέλλον των πόλεων και, αφετέρου, στους πολέμους μεταξύ των πόλεων, εξαιτίας της μεγάλης ευμάρειας από το εμπόριο. Όλα αυτά, όμως, είναι απλές υποθέσεις και δεν μπορεί κανείς να αποδεχθεί έτσι απλά ότι οι Ετρούσκοι άφησαν να χαθεί η ελευθερία τους και ο έλεγχος των πόλεων χωρίς να αντιδράσουν καθόλου. Άλλωστε έχουμε ενδείξεις ότι πολέμησαν – έστω και κατά ένα μέρος– ενωμένοι εναντίον των Συρακουσίων το 474 π.Χ. αλλά ηττήθηκαν και ενώ συμμάχησαν και εναντίον των Σαυνιτών (λατ. Σαμνιτών), στο τέλος του Ε’ αιώνα, και πάλι έχασαν εδάφη.162 Η πτώση των Βηίων το 396 π.Χ. δείχνει τον τρόπο με τον οποίο τελικά οι Ρωμαίοι κατέλαβαν τις ετρουσκικές πόλεις. Οι Βηίοι βρίσκονταν μόλις 20 χλμ. βορείως της Ρώμης σε στρατηγική θέση και οι Λατίνοι έπρεπε να τους καταλάβουν για να έχουν καλύτερο έλεγχο της περιοχής γύρω από την πόλη τους. Η αντιπαλότητα Βηίων και Λατίνων έφθασε σε κρίσιμο σημείο το 435 ή το 426 π.Χ. όταν οι δύο πόλεις ήρθαν αντιμέτωπες για τον διοίκηση της οχυρής κωμοπόλεως Φιδήναι (Fidenae, BAGROW, 43:C2, σημερ. Borgata Fidene), η οποία ήλεγχε εμπορικό πέρασμα του Τίβερη κοντά στην Ρώμη. Η κατάληψή της έδωσε στους Ρωμαίους σημαντική υπεροχή στην έριδά τους με τους Βηίους. Όταν άρχισε η διαμάχη, οι γειτονικές ετρουσκικές πόλεις κράτησαν ουδέτερη στάση και άφησαν τελικά τους Λατίνους να κυριαρχήσουν και να καταστρέψουν την κωμόπολη. Έχει υποστηριχθεί ότι την ίδια εποχή που οι Λατίνοι συγκρούσθηκαν με τους Ετρούσκους, οι τελευταίοι είχαν να αντιμετωπίσουν και τους άλλους ιταλικούς λαούς, τους Βόλσκους (ή Ουόλσκους, Volsci), τους Αικούους (Aequi) και τους Πικεντίνους (Picenes), που ξεσηκώθηκαν εναντίον τους. Μάλιστα, την εποχή που η νότια Ετρουρία αντιμετώπιζε όλα αυτά τα προβλήματα, οι βόρειες πόλεις ευημερούσαν με αποτέλεσμα να μην είναι πρόθυμες να εμπλακούν σε πολεμικές πολυδάπανες περιπέτειες.163 Οι κάτοικοι των Βηίων, λοιπόν, έμειναν να αντιδράσουν μόνοι τους και έτσι ύψωσαν αμέσως τείχος, το οποίο κατά την παράδοση άντεξε την δεκαετή πολιορκία των Λατίνων της Ρώμης. Τελικά, δια μέσου υπόγειας μυστικής στοάς, όπως εξηγεί ο ιστορικός Λίβιος, οι Ρωμαίοι βρέθηκαν μέσα στους Βηίους και άρχισε η σφαγή και λεηλασία της πόλεως. Οι ανασκαφείς όμως της ετρουσκικής πόλεως δεν αποκάλυψαν καμία υπόγεια διάβαση και εικάζεται ότι η ιστορία ήταν μύθος των Ρωμαίων που τον εμπνεύσθηκαν από το σύστημα απορροής υδάτων της πόλεως.164

[Αφού εισήλθαν από την στοά μέσα στην πόλη] Μερικοί (Ρωμαίοι) επιτίθεντο στον εχθρό που ήταν στα τείχη από πίσω, άλλοι έσπρωχναν τις ασφάλειες της πύλης για να ανοίξει και άλλοι έβαζαν φωτιά στα σπίτια από όπου γυναίκες και σκλάβοι τούς πέταγαν πέτρες και κεραμίδια. Όλα αντηχούσαν μαζί, οι τρομερές φοβέρες (των στρατιωτών) αναμεμειγμένες με τις φοβερές κραυγές του θρήνου των γυναικών και των παιδιών. Πολύ σύντομα οι υπερασπιστές [Ετρούσκοι] απομακρύνθηκαν από τα τείχη και οι πύλες ανοίχτηκαν διάπλατα. Κάποιοι όρμησαν μέσα σε ομάδες, άλλοι σκαρφάλωσαν στα έρημα τείχη και η πόλη γέμισε με εχθρούς [Ρωμαίους]. Η μάχη συνεχιζόταν παντού. Μετά από ώρα, όταν είχε συντελεστεί μεγάλη σφαγή, η μάχη καταλάγιασε και ο δικτάτωρ [ο στρατηγός των Ρωμαίων] διέταξε τους κήρυκες να διαλαλήσουν ότι οι άοπλοι δεν θα σκοτώνονταν. Αυτό σταμάτησε την αιματοχυσία. Οι άοπλοι άρχισαν να παραδίνονται και οι στρατιώτες, με την άδεια του δικτάτορα, έφυγαν προς όλες τις μεριές για λάφυρα.165 Λίγο μετά την κατάληψη των Βηίων, οι Ετρούσκοι κλήθηκαν να αντιμετωπίσουν τις ορδές των Κελτών/Γαλατών που πέρασαν τις διαβάσεις των Άλπεων και κινούνταν προς τον Νότο. Σύντομα, λεηλάτησαν την Φελσίνα (Felsina, BAGROW, 40:A4, σημερ. Μπολόνια) και τον οικισμό στο Μαρτζαμπόττο (Marzabotto, BAGROW, 40:A4), 20 χλμ. νοτιοδυτικά της Μπολόνιας, και άλλες πόλεις στην βόρεια Ιταλία και κατευθύνθηκαν προς την Ρώμη. Η ετρουσκική Καίρε πρόσφερε βοήθεια στην λατινική Ρώμη αλλά οι Γαλάτες κατέστρεψαν μεγάλο μέρος από την πόλη και έφυγαν μόνο αφού εισέπραξαν είδος φόρου υποτέλειας από τους Ρωμαίους. Μετά την αποχώρηση των Γαλατών, οι Λατίνοι άρχισαν να παγιώνουν την κυριαρχία τους στην περιοχή τους. Η τακτική αυτή ανησύχησε την Καίρε και άλλες ετρουσκικές πόλεις, οι οποίες επιτέθηκαν στους Ρωμαίους το 358 και 353 π.Χ. Οι πόλεις ηττήθηκαν και οι Ρωμαίοι προτίμησαν να συμφωνήσουν μαζί τους εκεχειρία μέχρι και εκατό έτη, παρά να τις καταστρέψουν. Ίδια τακτική ακολούθησαν και με τους Βολσίνιους (Volsinii), οι οποίοι ξεσηκώθηκαν πέντε φορές μέχρι που οι Ρωμαίοι κατέστρεψαν την πόλη το 265 π.Χ. για να την ξανακτίσουν σε κοντινή μη οχυρώσιμη θέση. Από την ετρουσκική πόλη αφαίρεσαν 2000 αγάλματα για να διακοσμήσουν ναούς στην Ρώμη. Μέχρι το 205 π.Χ., οι ετρουσκικές πόλεις είχαν αποδεχθεί την ισχύ της λατινικής Ρώμης και συνεισέφεραν είδη τροφοδοσίας και οπλισμού στην εκστρατεία εναντίον της Καρχηδόνας. Η ρωμαϊκή τακτική για τις κατειλημμένες περιοχές ήταν να αφήνουν τους τοπικούς άρχοντες να διοικούν τις πόλεις αλλά να σταθμεύουν και μικρή φρουρά για να τους επιβλέπει και να φροντίζει τα ρωμαϊκά συμφέροντα στην περιοχή.166 Με αυτόν τον τρόπο, λοιπόν, αφομοιώθηκαν οι Ετρούσκοι μέσα στον λατινικό ιστό του Γ’ αιώνα π.Χ. Η περίοδος της ακμής τους, όμως, άφησε ανεξίτηλα σημάδια στον μετέπειτα ρωμαϊκό πολιτισμό. Πολλά από τα χαρακτηριστικά του ρωμαϊκού πολιτισμού μπορούν να αναχθούν στην ετρουσκική περίοδο της Ρώμης και των ομόρων περιοχών. Με τους Ετρούσκους και τον ετρουσκικό πολιτισμό, οι Λατίνοι Ρωμαίοι απέδειξαν για πρώτη φορά την ικανότητά τους να αφομοιώνουν και να αναμειγνύουν πολιτισμούς.

(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)

Δ.ΛΟΙΖΟΣ

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

134 Οι θέσεις των Ετρουσκικών αλλά και άλλων πόλεων της Ιταλίας κατά τον ΣΤ’ αιώνα π.Χ. πόλεων αποτυπώνονται στο Cornell and Matthews, p. 21 135 Scullard, Etruscan Cities and Rome, ch. V και Haynes, pp. 193-195.

136 Ο Εκαταίος ο Μιλήσιος (περ. 545-475 π.Χ.) είναι ο πρώτος ιστορικός ο οποίος αναφέρει κελτικές πόλεις αλλά και την θάλασσα της Μασσαλίας ως κελτική (Εκαταίος ο Μιλήσιος/Hecataeus Milesius Hist., «Fragmenta», F18a, F54-F56 στο TLG = FGrH, 1, Fr. 18a, 54-56) ενώ «Κελτοί» ονομάζονται οι ιθαγενείς λαοί της δυτικής και κεντρικής Ευρώπης από τον Ηρόδοτο (ΙΙ.33 & IV.49). Οι Ρωμαίοι ονόμασαν τους ίδιους λαούς Γαλάτες (Milisauskas, pp. 362-365).

137 Χάρτης της βόρειας Ιταλίας υπό τους Κέλτες σε Cornell and Matthews, 138 Collis, pp. 108-112 – Δες συζήτηση σε Milisauskas, pp. 357-359 και Giuseppe Sassatelli, «The Etruscan Expansion in the Po Valley,» in The Etruscans, ed. Mario Torelli (N. York: Rizzoli, 2000), pp. 169-179. Πρβλ. Prayon, σ. 84-85.

139 Για τα προβλήματα χρονολογήσεως δες Scullard, Etruscan Cities and Rome, p. 191.

140 Δ.Α., II.36 & III.46-48 και Tacitus, Annales, IV.65 και Στράβων, V.4.8 (C247) και Livius, I.34 – Scullard, Etruscan Cities and Rome, 84-85 – Mario Bonghi Jovino, “The Etruscan Expansion into Campania” in The Etruscans, ed. Mario Torelli (N. York: Rizzoli, 2000), pp. 157-167.

141 Ο Θησαυρός της Καίρε δες έχει ακόμη ταυτοποιηθεί στους Δελφούς.

142 Scullard, Etruscan Cities and Rome, ch. IV. p. 29.

143 Hamblin, pp. 23-24 – Scullard, Etruscan Cities and Rome, ch. IV.

144 Πρβλ. Andrew Alföldi, Early Rome and the Latins (Ann Arbor: Univ. of Michigan Press, [1963]), pp. 193-202 και Cornell, ch. 6.

145 Χάρτης των ελληνικών αποικιών στην δυτική Μεσόγειο από τον Θ’ μέχρι τον ΣΤ’ αιώνα π.Χ. στο Cornell and Matthews, p. 23

146 Το ναυάγιο των αρχών του ΣΤ’ αιώνα (περ. 580 π.Χ.) στην Isola del Giglio, νησί μεταξύ Κορσικής και Ιταλίας, δεν έχει διευκρινισθεί εάν είναι ετρουσκικού ή ελληνικού εμπορικού πλοίου αλλά δείχνει το είδος του εμπορίου της εποχής. Το 25 μ. σκαρί μετέφερε κυρίως χαλκό και μόλυβδο, ελληνικούς, φοινικικούς και ετρουσκικούς αμφορείς γεμάτους με ελιές, λάδι, κρασί, ρητίνη αλλά και επιτραπέζια αγγεία (κυρίως αρύβαλλοι, σκύφοι, οινοχόες, κρατήρες). Στο πλοίο υπήρχαν και άλλα αντικείμενα για ορισμένα από τα οποία δεν είμαστε βέβαιοι εάν ήταν προσωπικά είδη του πληρώματος ή μέρος του φορτίου. Ανασύρθηκαν ένα ξύλινο πλαίσιο το οποίο πρέπει να περιείχε κερί και να χρησίμευε ως σημειωματάριο, ένας ξύλινος διαμετρής (ή διαμετρητήρας, αγγλ. calliper ή caliper) με χαραγμένα ελληνικά γράμματα, ένα κορινθιακό κράνος, πολλές ορειχάλκινες αιχμές. Δες Joshua Andrew Daniel, «Etruscan Amphorae and Trade in the Western Mediterranean, 800-400 B.C.E.,» (M.A. Thesis, Texas A&M University, USA, 2009), pp.40-44 και Κώστας Αντύπας, «Υγρά κέλευθα. Πλοία και ρότες στην ομηρική εποχή,» (Διδακτορική Διατριβή, Πανεπιστήμιο Πατρών, 2014), σ. 51-52, όπου και περαιτέρω βιβλιογραφία για το ναυάγιο.

147 Από την Πόλη Φώκαια της Μικράς Ασίας.

148 Από την αναφορά του Ηροδότου (I.166) ότι διέθεταν στόλο 60 πλοίων συμπεραίνουμε ότι οι άνδρες ήταν 60 επί 200 = 12.000 και με την προσθήκη γυναικών και παιδιών, πρέπει το σύνολο να ήταν τουλάχιστον 20.000 κάτοικοι.

149 Αριστοτέλης, Πολιτικά, 1280a (ΙΙΙ.5.10).

150 Ηρόδ., I.166 – Σκύλαξ, 12.

151 Hansen & Nielsen, no 1, «Alalie», pp. 163-164.

152 Αντίοχος Συρακούσιος/Antiochus Syracusanus, FGrH, 555, fr. 8 = Στράβων, VI.1.1 (C252) και Ηρόδ., I.167.

153 Ηρόδ., Ι.165 και Δ.Λ., «Ζήνων Ελεάτης», IX.26 (κεφ. 5).

154 Δ.Σ., X.18 και Δ.Λ., «Ζήνων Ελεάτης», IX.26 (κεφ. 5).

155 Πλούταρχος, Ηθικά, «Προς Κωλώτην υπέρ των άλλων φιλοσόφων», 32 (1126Α-Β), όπως επιβεβαιώνει και ο Δ.Λ., «Παρμενίδης», IX.23 (κεφ. 3).

156 «Πετρώματα που αποτελούνται από συγκολλημένους κόκκους άμμου» (Υδρία Μεγάλη Γενική Εγκυκλοπαίδεια, 55:200-201. Λέγονται και ψαμμόλιθοι. Στην καθομιλουμένη Υδρία Μεγάλη Γενική Εγκυκλοπαίδεια, 55:200-201 αναφέρονται λανθασμένα ως «αμμόλιθοι» ή «αμμόπετρα» σε μετάφραση του αγγλικού «sandstone».

157 Δες πολεοδομικό σχέδιο της Ελέας/Velia και άλλες πληροφορίες στο Giovanna Greco and Maria José Strazzulla, «Le terrecotte architettoniche di Elea-Velia dall’età arcaica all’età ellenistica,» Hesperia, Supplement, vol. 27, Proceedings of the International Conference on Greek Architectural Terracottas of the Classical and Hellenistic Periods, December 12-15, 1991 (1994), pp. 283-304 & 428-430.

158 Hansen & Nielsen, no 54, «Hyele/Elea», pp. 263-265.

159 Ηρόδ. Ι.165-167 – Haynes, pp.201-203.

160 Ο Δ.Α., VII.3.2 αναφέρει 500.000 και 18.000 Ετρούσκους και Ιταλούς που επιτέθηκαν στην Κύμη, αλλά οι αριθμοί είναι υπερβολικοί για να είναι αληθινοί (Prayon, σ. 86-87).

161 Δ.Α., VII.3-6 και Livius, II.14 & IV.37.1 – Scullard, Etruscan Cities and Rome, pp. 194-197 – Οι Σάβελλοι ήταν ομοφυλία προ-ρωμαϊκών φυλών που αποτελούνταν από πολλές φυλές ανάμεσα στις οποίες ήταν και οι Σαβίνοι (λατ. Sabini).

162 Hamblin, pp. 109-114

163 Alföldi, pp. 338-339 ̶ Μία αναφορά στους πολέμους με τους Βόλσκους σε Ennius, Annales, 164-165.

164 Hamblin, pp. 114-120

165 Livius, VI.21.

166 Hamblin, pp. 120-124

About sooteris kyritsis

Job title: (f)PHELLOW OF SOPHIA Profession: RESEARCHER Company: ANTHROOPISMOS Favorite quote: "ITS TIME FOR KOSMOPOLITANS(=HELLINES) TO FLY IN SPACE." Interested in: Activity Partners, Friends Fashion: Classic Humor: Friendly Places lived: EN THE HIGHLANDS OF KOSMOS THROUGH THE DARKNESS OF AMENTHE
This entry was posted in HISTORIC THEMES and tagged , , , , , . Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Please log in using one of these methods to post your comment:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.