Καππαδόκες και Πόντιοι είναι ομόγλωττοι ΣΤΡΑΒΩΝ (2)


(ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΑΠΟ 10/10/2008 )

Ζ

ζα=ζώα,

ζαγάρ=ζαγάρι,

ζαλίγουμαι=ζαλίζομαι,

ζαλίγουνταν=ζαλίζονται,

ζαντέ=τρελέ,

ζαντέσα=τρελη,

ζαντίας=τρέλες,

ζαντίνω=τρελαίνομαι,

ζαντός=τρελός,

ζαρ=ζάρι,

ζαρκάδ=ζαρκάδι,

ζαρομύτς=στραβομύτης,

ζαρογούλτς=στραβολαίμης,

ζαρούδια=ζάρες,

ζατίμ=μα/σάμπως,

ζεβλίν=σιδερόβεργα ζυγού,

ζεβλία=σιδερόβεργες ζυγού,

ζεμία=ζημιά,

ζεμπίλ=ζεμπίλι,

ζέστε=ζέστη,

ζεστέαται=ζεσταίνεσαι,

ζηνίσ=χάντρα,

ζηνίσαι=χάντρες,

ζήσον=ζήσε,

ζιζάν=ζιζάνι,

ζορ=ζόρι/ δυσκολία,

ζίπκας=ποντιακή αντρική φορεσιά,

ζουμάρ=ζυμάρι,

ζουμπούλ=ζουμπούλι,

ζουρνά=κλαρίνο,

ζουρνάδας=κλαρίνα,

ζουμώνω=ζυμώνω,

ζουμώνε=ζυμώνουν,

ζωγρόν=υγρό,

ζωνάρ=ζωνάρι,

ζωνάραι=ζωνάρια,

ζώσκουμαι=ζώνομαι

Η

ηβόρρα=αύρα,

ηβόρριζα=λίχνιζα,

ηβορρίζω=λιχνίζω,

ηβορρίουμαι=λιχνίζομαι,

ηβόρτσα=λίχνισα,

ηβωρίζνε=λιχνίζουν,

ηβωρίζω=λιχνίζω,

ηβώρισμαν=λίχνισμα,

ήγκα=έφερα,

ηγκορέα=κόρη ματιού,

ηλάζνε=γαβγίζουν,

ηλάζω=γαβγίζω,

ηλαίνομαι=παθαίνω ηλίαση,

ήλαξον=γάβγισε,

ηλάσκουμαι=ηλιάζομαι,

ηλάστα=ηλιάστηκα,

ηλείφ=σαπουνήστρα,

ήλεμ=ήλιε μου,

ηλέπαρμαν=ανατολή ηλίου,

ηλέπορος=προσήλιος,

ηλεφωταταγμένος=ηλιοφώτιστος,

ηλιάσκουμαι=λιάζομαι,

ηλίασμαν=ήλιασμα,

 

ηλικιασμέμνος=ηλικιωμένος,

ηλικίουμαι=ηλικιώνομαι,

ηλικιώθα=ηλικιώθηκα,

ηλοβασίλεμαν=ηλιοβασίλεμα,

ηλοκαμένος=ηλιοκαμένος,

ηλοκαπάτεμαν=ηλιοσκέπασμα,

ήλον=ήλιος,

ηλοξάψιμον=λιοπύρι,

ηλοχάραγμαν=ανατολή ήλιου,

ημέρεμαν=ημέρευση,

ημερεύ=ημερώνει,

ημερκόν=μεροκάματο,

ημερομίστιν=ημερομίσθιο,

ημερούμαι=εξημερώνομαι,

ημερούνταν=εξημερώνονται,

ημερώθα=ξημερώθηκα,

ημέρωμα=ξημέρωμα,

ημέρωσα=ημέρεψα,

ήμπαν= οπουδήποτε,

ημσά=μισά,

ημσόν=μισό,

ημσός=μισός,

ήνταν=οτιδήποτε,ότι,

ήπαρη= συκώτι,

ησυχασία = ησυχία,

ήσυχεσα=ήσυχη,

ησυχίζω=ησυχάζω,

ητεύω=δελεάζω,

ηύρα=βρήκα,

ηυρήκω=βρίσκω,

ήψα=άναψα

Θ

θα χάμαι=θα χαθώ,

θα χάμες=θα χαθούμε,

θα χάνταν=θα χαθούν,

θαβάρα=εφιάλτης,

θαγματούρι=θαύμα,

θαλαμίδιν=μικρό διαχώρισμα,

θαλασσάκρα=ακρογιαλιά,

θαλασσέα=θαλάσσια αύρα,

θαλασσομάνα=μέδουσα/ τσούχτρα,

θαλασσοπούλ=θαλασσοπούλι,

θαλάσσωμα=τρικυμία,

θαλύνω=βγάζω βλαστούς,

θάμα=θαύμα,

θάμαγμαν=θαυμασμός,

θαμάζω=θαυμάζω,

θαμαντουρία=μεγάλο θαύμα,

θάμασμαν=θαυμασμός,

θαμαστός=θαυμαστός/παράξενος,

θαμνίν=θάμνος,

θαμπούρωμαν=θάμπωμα,

θαμπουρώνω=θαμπώνομαι,

θανατέα=ετοιμοθάνατος,

θανατίτα=πικρόχορτο,

θανέσα=μνημόσυνο,

θανή=θάνατος/κηδεία,

θαραπεύομαι=θεραπεύομαι,

θαραπίδες=υπηρέτριες,

θάρρεμαν=ελπίδα,

θαρρεύκουμαι=έχω θάρρος,

θαρρικά=ελπίδες,

θαρρώ=νομίζω,

θάφκουμαι=θάβομαι/ενταφιάζομαι,

θαφτ=θάψου,

θάφτω=θάβω,

θάψον=θάψε,

θέ(γ)α=χωρίς/δίχως,

θεγατέρα=θυγατέρα,

θέιατρον=θέατρο/θέαμα,

θειίτζα=θείτσα,

θείον=θείος,

θέκα=φώκια,

θεκάρ=θήκη μαχαιριού,

θέκλα=κουτσομπόλα,

θεκλέας=αστείος/χαϊδεμένος,

θεκλεία=χάιδεμα,

θεκλεύκουμαι=αστειεύομαι/κουτσομπολεύω,

θεκλού=αστεία/χαϊδεμένη,

θέκω=τοποθετώ/βάλλω,

θελ=θέλει,

θελακώνω=κουμπώνω/θηλιάζω,

θέλαμαν=θέλημα/επιθυμία,

θελείναιμον=θέληση,

θελέκ=κουμπότρυπα/θηλιά,

θελέκα=κουμπότρυπα/βρόχος/θηλιά,

θελεκιάζω=κάνω κουμπότρυπες,

θελεκώνω=θηλιάζω,

θελέσα=εκούσια/μάταια,

θελεσινά=θεληματικά/άδικα,

θελκέσσα=θηλυκιά,

θελκός=θηλυκός,

θέλμαν=θέλημα,

θελματάρτς=πεισματάρης,

θέλνε=θέλουν,

θελός=θολός,

θέλσιμον=θέληση/βούληση,

θελτς=θέλεις,

θελυκός=θηλυκός,

θελυκώνω=κουμπώνω,

θελώνω=θολώνω,

θέμαν=μέρος χωραφιού,

θεμέλ=θεμέλιο,

θεμελία=ράφια,

θεμέλιν=θεμέλιο,

θεμελίον=ράφι,

θεμελώνω=θεμελιώνω,

θέμπερα=προς τα εδώ,

θεμών=θημωνιά,

θεμωνόπον=μικροθημωνιά,

θενά=θέλει να,

θέξιμον=τοποθέτηση,

θεογνωσία=καλή διαγωγή,

θεοξύριστος=σπανός,

θεοπάλαλος=θεότρελος,

θεοτικά=ενάρετα/με φόβο Θεού,

θεοτικέσσα=θεοφοβούμενη,

θεοτικοί=θεοφοβούμενοι,

θεοτικός=θεοσεβής/αγαθός,

θεού άφοον=αθεόφοβος,

θεοφοβία=θεοσέβεια,

θεόφοβος=θεοφοβούμενος/ευλαβής,

θεόφτωχος=πάμπτωχος,

θέπεκας=τσακάλι,

θεπέλ=μεγάλος αετός,

θεπέσα=μαϊμουδίτσα,

θερακώνω=εξαγριώνομαι/οργίζομαι,

θεραπεύκομαι=θεραπεύομαι,

θεραπίδες=ουλές σώματος,

θεραπός=θεραπευτής/υπηρέτης,

θερίγομαι=θερίζομαι,

θερίεσα=άγρια,

θεριεύω=εξαγριώνομαι,

θερί’ζνε=θερίζουνε,

θερίον=θηρίο,

θερίος=άγριος/θηριώδης,

θέρισμαν=θέρισμα,

θεριώνω=εξαγριώνομαι,

θερμασέα=θερμότητα,

θέρμε=πυρετός/θέρμη,

Θερμός=Ιούλης,

θερμωτέσσα=ζεστούτσικη,

θερμωτός=ζεστούτσικος,

θερνός=θερινός,

θέρον=καλοκαίρι/θερισμός,

θέρτσον=θέρισε,

θέσα=σκόρος,

θεσοκομμένον=σκοροφαγωμένο,

θεπέλ=μεγάλος αετός,

θεπέσα=μαϊμουδίτσα,

θερακώνω=εξαγριώνομαι/οργίζομαι,

θεραπεύκομαι=θεραπεύομαι,

θεραπίδες=ουλές σώματος,

θεραπός=θεραπευτής/υπηρέτης,

θερίγομαι=θερίζομαι,

θερίεσα=άγρια,

θεριεύω=εξαγριώνομαι,

θερί’ζνε=θερίζουνε,

θερίον=θηρίο,

θερίος=άγριος/θηριώδης,

θέρισμαν=θέρισμα,

θεριώνω=εξαγριώνομαι,

θερμασέα=θερμότητα,

θέρμε=πυρετός/θέρμη,

Θερμός=Ιούλης,

θερμωτέσσα=ζεστούτσικη,

θερμωτός=ζεστούτσικος,

θερνός=θερινός,

θέρον=καλοκαίρι/θερισμός,

θέρτσον=θέρισε,

θέσα=σκόρος,

θεσοκομμένον=σκοροφαγωμένο,

θομαρέα=μυρωδιά θυμαριού,

θομαρόστυπα=τουρσί από θυμάρι,

θονάρα=θημωνιά,

θονός=θημωνιά,

θουμούλ=ψίχουλο,

Θουμούλα=Ευθυμία,

θουμούλαι=ψίχουλα,

θουρμουλάζω=θρυμματίζω,

θουρμουλίζω=θρυμματίζω,

θρακάλ=καρβουνόφτυαρο,

θρακάριν=καρβουνόφτυαρο,

θράκωμαν=αναμμένα κάρβουνα,

θρακώνω=ανάβω/πυρώνομαι,

θρακωτός=πυρακτωμένος,

θρασκέας=δυτικός άνεμος,

θράσκεμαν=πλημμύρα,

θρασκεύω=πλημμυρώ,

θρέβω=τρέφω,

θρέμμαν=ανάθρεμμα,

θρέφκομαι=τρέφομαι,

θρέφτω=τρέφω,

θρονάουμαι=ενθρονίζομαι,

θρουμούλ=ψίχουλο,

θρουμουλάζω=θρυμματίζω,

θρουμουλίζω=θρυμματίζω,

θρουμούλιν=ψίχουλο,

θροφή=τροφή,

θρύβω=κομματιάζω,

θρύμμαν=ψίχουλο,

θρυμμούλ=ψίχουλο,

θρυμμουλίζω=κάνω ψίχουλα,

θρύμπος=θρούμπη(φυτό),

θρύφτω=κομματιάζω,

θρύψιμον=κομμάτιασμα,

θυγατερίτζα=κορούλα,

θυλάκ=ασκός,

θυλλόπιτες=πίτες τηγανιτές,

θυμάζω=θυμιάζω,

θυμαντόν=θυμιατό,

θύμεψη=ενθύμηση,

θυμητικόν=μνημονικό,

Θυμία=Ευθυμία,

θυμίαμαν=θυμίαμα/λιβάνι,

θυμιαματέα=μυρουδιά θυμιάματος,

θυμιαντόν=λιβανιστήρι,

θυμίζω=λέω τα κάλαντα,

θυμίωμαν=θυμίαμα/λιβάνι,

θύμπιρον=θυμάρι,

θυμώτες=οξύθυμος/ευέξαπτος,

θυμώτης=θυμώδης/οξύθυμος,

θύριν=πόρτα,

θύψιμον=παπάρα,

θώπεκας=τσακάλι,

θώπεκες=τσακάλια,

θωρακωτό=θωρηκτό,

θωρέα=θωριά,

θώρετρα=δώρα γαμπρού,

θωρώ=βλέπω/παρατηρώ

 

(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)

ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΜΑΔΑ ΤΩΝ ΠΟΝΤΙΩΝ ΤΟΥ  ΠΡΟΣΩΠΕΙΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ

http://www.facebook.com/group.php?gid=42709090602&ref=ts

Advertisements

About sooteris kyritsis

Job title: (f)PHELLOW OF SOPHIA Profession: RESEARCHER Company: ANTHROOPISMOS Favorite quote: "ITS TIME FOR KOSMOPOLITANS(=HELLINES) TO FLY IN SPACE." Interested in: Activity Partners, Friends Fashion: Classic Humor: Friendly Places lived: EN THE HIGHLANDS OF KOSMOS THROUGH THE DARKNESS OF AMENTHE
This entry was posted in GLOSSOLOGY and tagged , , , , , . Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Please log in using one of these methods to post your comment:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.