ΙΣΑΛΟΣ ΓΡΑΜΜΗ (H)


(ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΑΠΟ  13/07/17)

I)Οι συνήθεις χάσκακες

«…οι συνήθεις χάσκακες, έχαινον ακούοντες την καινήν διδασκαλίαν, και
προς αυτήν τον βίον ρυθμίζοντες, εζήτουν? να ζώσιν ελεύθεροι των από της
θρησκείας δεσμών, φυσικήν ζώντες ζωήν, φυσικόν νόμον ακούοντες, ή μη
ακούοντες ουδένα·»
Μανουήλ Γεδεών: «Η πνευματική κίνησις του Γένους κατά τον ΙΗ΄ και ΙΘ΄
αιώνα». (Ερμής, 1976).

«…Το ίδιο προσπαθούν να κάνουν απ? την μεριά τους οι νικητές: να
αλλοιώσουν τους νικημένους, να τους διδάξουν τα δικά τους, με σκοπό όχι
βέβαια την απελευθέρωσή τους, αλλά για να εμφυσήσουν στους υποτελείς ένα
μόνιμο αίσθημα θαυμασμού προς τους νικητές τους, δηλαδή ένα οριστικό
σύνδρομο μειονεξίας…»

OI ΣΥΝΗΘΕΙΣ χάσκακες ξαναχτύπησαν.
Ποιοί είναι όμως οι συνήθεις χάσκακες; Τους γνωρίζουμε από την συνήθη
ανελλήνιστη και ματαιόσπουδη κόψη τους: είναι οι «πεπολιτισμένοι» οι κατ?
επάγγελμα ενάρετοι, οι τα φώτα της Εσπερίας φέροντες. Οι συνήθεις χάσκακες,
πλοηγοί της ευρωπαϊκής χρηστομάθειας, ουραγοί της ελληνικής μαρτυρίας,
χάσκακες μπροστάρηδες της αφασίας.
Κι αφού έως άρτι, ουκ ολίγον κενοσπουδάζοντας, μας νουθέτησαν ως πολύ
μορφωμένοι, παρα-μορφωμένοι μάλιστα, πως υπάρχουν πολλές Μακεδονίες και
πολλά ονόματα – Μακεδονίες κι ότι τα Λακόστ είναι πιο ιερά πράγματα από την
Μακεδονία και γι? αυτό τα Λακόστ έχουν ονομασία προελεύσεως κατωχυρομένη,
ενώ το κτιτορικόν όνομα ενός Λαού, η Μακεδονία του, αυτό είναι αδέσποτον
και κοινόν τοις πάσι, μετά απ? αυτό, ξαναχτύπησαν.
Σε περισπούδαστη και ως συνήθως ημι-εγγράμματη ανακοίνωση, οι συνήθεις
ευρωφρενείς χάσκακες, προφασιζόμενοι εγκρατή οργήν για τις ταυτότητες όπου
θα υπάρχει ή όχι ένδειξη θρησκεύματος, ζητούν χωρισμό, λέει, εδώ στην
Ελλάδα, Εκκλησίας και Κράτους.
Και για μεν τα περί υποχρεωτικής αναγραφής, τα πράγματα είναι απλούστατα
και τα είπαμε, όλοι όσοι ανήκουμε στην Ευχαριστιακή Σύναξη και δεν
χάσκουμε: δεν είναι ορθόδοξο αυτό που είναι υποχρεωτικό. Το υποχρεωτικό
είναι δυτική νεύρωση, διότι παράγεται από δουλοκτήτες και απευθύνεται σε
δουλοπρεπείς. Ολόκληρη η Εκκλησία μας δοξολογεί το Εκούσιον Πάθος. Θέλων,
λέει, πηγαίνει ο Χριστός στον Γολγοθά. Αλλοιώς, δεν έχει αξία.
Εκουσία πρέπει να είναι η νέκρωσις του εγωισμού μας, όπως και η δική του.
Αλλοιώς, δεν είμαστε λογικά πρόβατα, όπως μας θέλει ο συλλογικός εαυτός μας
όταν ψάλλουμε στον Ακάθιστο: χαίρε, αυλή λογικών προβάτων!
Λογικών, διότι αλλοιώς είμαστε σκέτα πρόβατα. «Λογικών προβάτων», για να
είμαστε ελεύθεροι αριστοκράτες που, Εθελούσιοι, καταργούμε το Εγώ μας, ώστε
να ζήσει το Κοινόν (όπως έδειξα στο προηγούμενο τεύχος των 4T με το Δ,10
του Θουκυδίδη).
Επομένως, για τους γνωρίζοντες τα καθ? ημάς και μη χάσκακας κατά τας
Ευρώπας, το δελτίο ταυτότητας, αλλά και η παρούσα οργάνωση της Διοικούσης
Εκκλησίας, σήμερα, είναι προϊόν της Βαυαροκρατίας και της υποτέλειας του
καθ? ημάς Κρατιδίου στην πανεπόπτρια Δύση.
Λάθος καυγάς, δηλαδή, για λάθος θέμα.
Ό,τι είναι υποχρεωτικό, δεν είναι ορθόδοξο και πάμε παρακάτω.
Πριν όμως καταδείξω το γελοίο και το αναλφάβητο της θέσης που προτείνουν οι
συνήθεις χάσκακες, δηλαδή, τον διαχωρισμό, όπως αυτοί λένε, της Εκκλησίας
από το Κράτος, θα αναλύσω τον μηχανισμό, ο οποίος παράγει τον συνήθη
χάσκακα, δηλαδή τον πάλαι αποκαλούμενο γενίτσαρο και νεωστί ευρωλιγούρη. Θα
δείξω, πως χάνεις την ταυτότητα.
Ως γνωστόν ή άγνωστον, τέκνο κι εγώ της ελληνικής περιπέτειας, υπήρξα στην
προσφυγιά, επί εικοσιτρία έτη συναπτά, αθέλητα στα πρώτα επτά, σχεδόν
ηθελημένα στα υπόλοιπα.
Έζησα το συναμφότερον, δηλαδή έζησα εύκολα μέσα στα δύσκολα: έχασα τα
στηρίγματά μου, αλλά ήμουν πλούσιος: ήμουν πρόσφυγας πολυτελείας. H
ανακύκλωση της ελληνικής υποτέλειας με παίδευε, αλλά, με τα κριτήρια τα
ισχύοντα, ήμουν «πεπαιδευμένος»: εν μέσω διωγμών και φυλακισμένων και
καταδικασμένων δικών μου, είχα μεγαλώσει με πιάνο, γαλλικά, γερμανίδες
γκουβερνάντες, εγκρατής της δυτικής μούσας, με πτυχία και σπουδές στο
Μοτσαρτέουμ του Σαλτσβούργου και όσες σάλτσες απαιτεί η λεοντή του παρφέ
ευρωλιγούρη.
Και ξέχασα: λάστ μπατ νοτ λιστ, εκτός του Λιστ, είχα οδηγήσει, τότε, όλα
σχεδόν τα σπορ αυτοκίνητα που παρήγαγε η Εσπερία, με προτίμηση βέβαια, γι?
αυτά τα υπέροχα που τεχνουργούσε η Λιγουρία, στο Μαρανέλλο και αλλού.
Ευρωλιγούρης λαγνουργών εν Λιγουρία, τί το βέλτιον;
Συμπέρασμα: υπήρξα πρόσφυξ ενοφθαλμισμένος. Στραβάδι μεν ήμουν, ως Έλλην,
τότε, πλην όμως είχα τις προδιαγραφές για μια πλήρη συσσωμάτωσή μου, στον
ιδεολογικό και κοινωνικό μηχανισμό της Δύσης.
Μικρή λεπτομέρεια: τις εγκύκλιες μου σπουδές, τις είχα παιδευτεί, άριστα,
και με είχαν παιδέψει άριστα, τότε, στο Πειραματικό Σχολείο του
Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.
Όταν τέλειωσα, θυμάμαι ότι ήμουν μεν φανατικός φωταδιστής, πάσχων την
ευκοιλιότητα της προόδου, και χλεύην προσφέρων προς την Μάνα Εκκλησία,
τυρβάζων ψιμμυθιωμένες μαλακίες για τα Αγια Λείψανα, διάβαζα όμως, στο
πρωτότυπο, όλη την αρχαία Γραμματεία μας, πλην Ομήρου, όπου είχα δυσκολίες
και, θυμάμαι, πως, τότε, τα Λατινικά μου ήταν εξ ίσου καλά και κακά με τα
Γαλλικά μου.
Μετά, και λόγω, επιλογών, τεμπελιών και επιρροών, ξέχασα και την γλώσσα μου
και τα Λατινικά μου και αγωνίζομαι – νωχελώς – να ξαναβρώ την πρώτη, χωρίς
όμως να ψάχνω για τα δεύτερα.
Αυτό το χάϊ προφάϊλ, μου δημιούργησε τα εξής περίτρανα: μεγαλούργησα στην
Εσπερία, όπου ως γνήσιος Γκρεκ, (δηλαδή απατεών και λαθροβίοτος, κατά τα
Δυτικά Λεξικά του 18ου αιώνος και εφεξής), βρήκα, χωρίς να ψάξω, συμπαθή
αργομισθία στο Παρίσι, όπου, επί είκοσι και εν έτη συναπτά, με πληρώνανε οι
κουτόφραγκοι, για να κάθομαι: προσπαθούσα, δηλαδή, να εκδικηθώ για το
πάρσιμο της Πόλης στα 1204, για την Απτερον Νίκη, για την Αφροδίτη, που οι
κλέφτες Γάλλοι αξιωματικοί, στα 1803 ή τέσσερα, δεν θυμάμαι πια, της
έσπασαν το χέρι, για να την κλέψουν, διότι τότε βέβαια δεν είχαμε τίποτε,
παρά μόνον αξιοπρέπεια και παπάδες που βρίζανε και δέρνανε τους Γάλλους
φωταδιστές και «πεπολιτισμένους» που κλέβανε, ενώ εμείς, λαός αριστοκράτης
– πένης, «γι? αυτά πολεμήσαμε»: υπέρ πίστεως και πατρίδος και προγόνων
απάντων, δηλαδή για τα κωλομέρια μιας πέτρινης, ψεύτικης θεάς… Ψεύτικης
τόσο, όσο κι η αλήθεια μας: νεφέλης πέρι, για ένα αδειανό πουκάμισο, για
μιαν Ελένη πολεμούμε… για ένα όνομα, για μια Μακεδονία χαμένη στην
Κύπρον, ου μ? εθέσπισεν Απόλλων οικείν…
Εκεί όμως στο διάσημο Πανεπιστήμιο Παρίσι 8, στην περιώνυμον Βενσέν όλων
των επαναστατικών ονείρων της Υφηλίου, εκεί, χωρίς να το θέλω έκανα και μια
άλλη θητεία: ανακάλυψα το πως γίνεται η αλλοτρίωση ενός προσώπου, δηλαδή
πως ένα κυρίαρχο σύστημα πετυχαίνει την αναπαραγωγή του, διαλέγοντας τα
καλύτερα παιδιά των υποτελών – νικημένων και μετατρέποντας τον υποτελή
ταλαντούχο μαθητή σε εθελοντή και φανατικό, διότι νεοφώτιστο, γενίτσαρο.
H συνταγή είναι απλή και την έχουν εφαρμόσει όλες ου εν τω κόσμω
αυτοκρατορίες, οι οποίες γνωρίζουν ότι η κυριαρχία δεν εξασφαλίζεται μόνον
με την κυριαρχία επί των σωμάτων, αλλά κυρίως, με την άλωση των ψυχών. H
ηγεμονία, όπως το διαπιστώνει ο Πλάτων, ασκείται πειθοί τε και βία. Κι εδώ,
το καθ? ημάς συναμφότερον!
H συνταγή, η απλή.
α) Παίρνεις, ένα παιδί, που τόχεις διαλέξει ταλαντούχο ή το έχεις διακρίνει
μέσα από τα συστήματα επιλογής-απορρίψεως (το Σχολείο).
Το παιδί που έρχεται από μια νικημένη κοινωνία, όπως η ελληνική από το 1204
ή οι αφρικανικές, ασιατικές, λατινο-αμερικανικές κ.λπ., το παιδί λοιπόν
αυτό έχει συνήθως «βγάλει» ένα κακό σχολείο, το οποίο λειτουργεί κακήν
κακώς σε μια ξεχαρβαλωμένη, λόγω της ήττας, κοινωνία.
β) H νικημένη κοινωνία και ιδιαίτερα οι αρχηγοί της, έχουν ένα βαθύτατο
αίσθημα κατωτερότητας έναντι του νικητή και προσπαθούν, για να απαλλαγούν
από την ήττα τους, να δουν, και πολύ σωστά, για ποιούς λόγους υπερέχει ο
νικητής.
Συνήθως, και αυτό είναι νόμος των κοινωνιών, εκτός των υλικών συνθηκών, ως
κύρια αιτία της υπεροχής των νικητών αναγορεύεται το εκπαιδευτικό τους
σύστημα. Κι αυτό, πολλές φορές έχει ψήγματα αλήθειας. H παιδεία, ναι,
παράγει Ισχύν.
Αρα:
γ) Σύσσωμη η νικημένη ηγεσία, αλλά και σύσσωμη -με καθυστέρηση- η νικημένη
κοινωνία, προσπαθεί να διδαχθεί, να μιμηθεί και να πραγματοποιήσει τις
γνώσεις, τις συνήθειες, τα ήθη και την ψυχαγωγία των νικητών.
Το ίδιο προσπαθούν να κάνουν απ? την μεριά τους οι νικητές: να αλλοιώσουν
τους νικημένους, να τους διδάξουν τα δικά τους, με σκοπό όχι βέβαια την
απελευθέρωσή τους, αλλά για να εμφυσήσουν στους υποτελείς ένα μόνιμο
αίσθημα θαυμασμού προς τους νικητές τους, δηλαδή ένα οριστικό σύνδρομο
μειονεξίας.
γ) Το ταλαντούχο παιδί των νικημένων, το παραλαμβάνει ένα κατά τεκμήριον
-προσοχή όχι ανώτερο- αλλά ένα δυνατώτερο σύστημα. Το σύστημα το
αμερικανο-αγγλο-γαλλο-γερμανικό γυαλίζει για το παιδί της Ψωροκώσταινας.
Το ελληνάκι μου, ή το αφρικανάκι μου φτάνει στις «πρωτεύουσες» των
επιστημών και των γραμμάτων, χωρίς να ξέρει καλά-καλά την γλώσσα του, τον
πολιτισμό του, το παιδί μου είναι συνήθως φτωχόπαιδο, φτωχής οικογένειας,
φτωχής εξαρτημένης περιφερειακής κοινωνίας, ενώ το κεντρικό εκπαιδευτικό
σύστημα ΓΥΑΛΙΖΕΙ.
Οι «πνευματικές» αποικιοκρατικές πρωτεύουσες ΛΑΜΠΟΥΝ.
δ) Το νικημένο μου φτωχόπαιδο έχει ηλικία ανάμεσα στα 18 και 22. Είναι
άπραγο και άβγαλτο βλαστάρι.
Φτωχό, νικημένο, άγλωσσο και ξενιτεμένο, ξερριζωμένο.
ε) Το παραλαμβάνουν δάσκαλοι που γυαλίζουν, πανεπιστήμια που γυαλίζουν, ήθη
που γυαλίζουν, διασκεδάσεις που γυαλίζουν.
Οικογένεια εκεί κοντά δεν υπάρχει, κοινωνία συγκροτημένη είναι μόνον η
ξένη. Και η γλώσσα γύρω-γύρω, το περικυκλώνει, ξένη.
Και έτσι λοιπόν, το παιδί μου χωρίς στηρίγματα, το βλαστάρι μου ανάμεσα στα
μικρά του δεκαοχτώ χρόνια και τα άπραγα εικοσιδυό του, δεν μπορεί να
ξεχωρίσει τί απ? όσα γυαλίζουν είναι ντενεκές και τί είναι χρυσός.
Το άπραγο παιδί μου, δηλαδή, δεν μπορεί να ασκήσει Διάκρισιν. Παίρνει ό,τι
του προσφέρει η μηχανή που το κατασκευάζει, βγαίνει τέτοιος κιμάς, όπως τον
έκοψε η πνευματική κρεατομηχανή που τον αλέθει.
Όταν μάλιστα το νικημένο παιδάκι μου το ξεχωρίσει ο ινστρούχτοράς του, το
καλέσει σπίτι του και, έξω από τα μαθήματα, του «χαρίσει την εύνοια» του,
δείχνοντάς του το πως ο ινστρούχτορας ζει, με τί ψυχαγωγείται, τί μουσική
τον θέλγει και πως γαστρονομεί τον λόγον της αληθείας του, τότε σιγά –
σιγά, μαγεμένο και εκμαυλισμένο, το παιδί του παιδομαζώματος,
μεταμορφώνεται, ελευθέρως(;) και αβιάστως(;) σε εν ενεργεία γενίτσαρο και
σε συνήθη χάσκακα.
Χάσκει σε ό,τι χαίνει λαμπερά μπροστά στην άδολη μύτη του και βεβαίως δεν
βλέπει πέρα από την χάσκουσα μύτη του. Το παιδί μου του παιδομαζώματος
είναι πάντοτε μόνο του στην ξενιτειά, μέσα στα ξένα ήθη, στην ξένη γλώσσα
και στην ξένη επικυριαρχία. Το βλαστάρι μου ξεραίνεται.
στ) Το παιδί μου του παιδομαζώματος, αποξενωμένο από την μήτρα του και
μορφωμένο πια, παρα-μορφωμένο, μπορεί να μείνει χρόνια εις την ξένην,
ξένος, ή καλοπαντρεμένος, δηλαδή κακότυχος. Νέα εξάρτηση τότε, νέα
ασυμβατότης, αλλά γι? αυτά, άλλοτε.
Το παιδί μου κάποτε, ίσως, εκεί γύρω στα τριάντα του – σαράντα του, ίσως
επιστρέψει.
Και τότε θα υπάρξουν τα εξής:
στ΄ 1) Τα καλόπιστα: Θα θελήσει να μεταφέρει όσα έμαθε, εδώ, για το καλό
μας. Και, ιδιαίτατα στις κοινωνικές επιστήμες, εκεί δηλαδή όπου οι άνθρωποι
ανιχνεύουν με ποιούς φανερούς και αδήλους τρόπους, ζούνε όλοι μαζί, εκεί,
το παιδί του παιδομαζώματος θα δει ότι αυτά που έμαθε αλλού, δεν κολλάνε με
τα εδώ: το βλαστάρι, μαραμένο, είναι αλλού μπολιασμένο, κι εδώ, ξεραμένο.
Το παιδί του παιδομαζώματος θα διαπιστώσει πανικόβλητο, ότι αγνοεί την εδώ
κοινωνία, τον πολιτισμό της και το όλο πρόσωπό της. Αγνοεί τον τρόπο, που
το γέννησε.
Και τότε, ο νέηλυς φέρελπις της επιστήμης, νοσταλγώντας τον τόπο της
κατασκευής του, θα αρχίσει να αεροβατεί και να αερολογεί: θα προτείνει
προγράμματα σπουδών, εδώ μεν άτοπα, τόπον όμως έχοντα ενδεχομένως στην
Κανταβρυγίαν: εδώ μεν άστοχα, στόχον όμως έχοντα αστόχως, την εκ Μεδιολάνου
επιδοκιμασίαν… K.O.K.
O νέηλυς άπελπις της επιστροφής, τότε, θα ζαρώνει. Θα συρρικνώνεται στις
μίζερες βεβαιότητες(;), που του έχτισαν μέσα του, άλλοι και ξένοι, στις
τόσο ως γνωστόν βέβαιες(;) ηλικίες, τις τόσο θωρακισμένες ηλικίες των
δεκαοχτώ – εικοσιτόσο…
Και θα ζαρώνει και θα πικραίνεται. Και θα ελεεινολογεί την καθυστέρηση των
εδώ, που δεν τον καταλαβαίνουν, που «έμειναν επαρχιώτες», που δεν
ακολουθούν την πρόοδο, που επειδή μειονεκτούν, έχουν σύμπλεγμα
κατωτερότητας και «εδώ δεν γίνεται τίποτε» και «μετάνιωσα που γύρισα»…
Ποιός όμως γύρισε;
O συνήθης χάσκαξ…
Έστω και καθυστερημένα, Χριστός Ανέστη και η συνέχεια, θεού θέλοντος και
χάσκακος μη ωδινουμένου, στο επόμενο._Κ.Ζ.

II)Είμαι υπερήφανος που γεννήθηκα Σέρβος

«…κάθε Σέρβος που σκοτώνεται ή ακρωτηριάζεται, είναι ένα Ελληνόπουλο που,
αμέριμνο ακόμη, μπορεί να λέει _πάμε πλατεία;_, αντί να λέει _πάμε
Βοσνία;_, _πάμε Κηρύνεια;_…»

Κρασί δεν είναι, αδέρφια, η λευτεριά
μήτε γλυκιά γυναίκα
μήτε και βιός μέσ? στα κελάρια σας
μήτε και γιός στην κούνια
έρμο τραγούδι ?ναι ακατάδεχτο
και σβήνει στον αγέρα!
Νίκος Καζαντζάκης

THN λιγόστιγμη εικόνα, μας την έδειξε η τηλεόραση. Και σφίχτηκε αμέσως η
καρδιά μας, γροθιά μας έδωσε στα καταναλωτικά αχαμνά μας, η αγιογραφία: μια
κακοφωτισμένη αίθουσα, κάπου στο πουθενά, μια αποθήκη. Καθισμένοι κι όρθιοι
άντρες χαραγμένοι, νηφάλιοι, άγριοι ευγενείς: ευάγριοι αριστοκράτες. Ακούν,
προσεκτικοί και ήρεμοι. Ήρεμοι ανήμεροι. Χειροκροτούν. Τα σωστά και τα
συνετά που τους λένε οι δικοί τους: ο Τότσις όλων των Σέρβων, ο Μιλόσεβιτς
όλων των πολεμοχαρών τους, ο δικός τους ο Μητσοτάκης όλων των Πανορθοδόξων.
Ξανά χειροκροτούν, σβυσμένοι εκεί στο σκιόφως που φωτίζει τα άγρια λημέρια
της μοναξιάς τους. Κι ένα φως ανάμεσα στις σκιές τους: ένα ράσο. O μοναχός
Σαμουήλ; O ηγούμενος Γαβριήλ;
Οι Σέρβοι είναι μέσα σ? αυτό το κουρελο-κοινοβούλιό τους, προσηνείς προς τα
συνετά ηνία που τους προτείνουν οι δικοί τους, στο όνομα της πείρας και της
σύνεσης. Ακούν και χειροκροτούν την σωφροσύνη: ναι, δεν πρέπει πια. Φτάνει
η αυτοκτονία. Γιατί όχι μια ηπία ειλωτεία; Είναι πιο σωστό να ζήτε
κυκλωμένοι παρά να ψοφάτε βομβαρδισμένοι… Μια έντιμη ομηρία είναι
καλύτερη από μια ζωή εν τάφω.
Τα βλέπαμε κι ακούγαμε τα συγκρατημένης αισιοδοξίας σχόλια. Ναι, θα
πρυτανεύσει η λογική, οι Σέρβοι της Βοσνίας, δεν θα γίνουν οι ιδανικοί
αυτόχειρες του Σερβικού ολοκαυτώματος. Θα ξαναγίνουν αξιοπρεπείς μέτοχοι
της πολυεθνικής των πολιτισμένων, γιατί αλλιώς οι πεπολιτισμένοι θα τους
ξεκοιλιάσουν όλους, γυναίκες, παιδιά, νεογνά, όπως έκαναν παντού και ξανά.
Το είπε, άλλωστε ο πεπολιτισμένος Βέρνερ, του Νάτο: οι Σέρβοι «θα
πληρώσουν», προφανώς τα απλήρωτα, που οφείλουν ακόμη οι Γερμανοί στην
Ελλάδα, την Σερβία και στην Τράπεζα της Ελλάδος. Κι εμείς είχαμε σφιγμένα
τα στομάχια και νηφάλια την περηφάνεια, όσο βλέπαμε στην τηλεόραση την
πτωτική τούτη αγιογραφία με τους κουρελήδες Σέρβους να σέβονται
χειροκροτώντας την αδελφική συμπαράσταση. Ναι, ευχαριστούσαν οι κυνηγημένοι
και συκοφαντημένοι αλήτες την αμήχανη παρουσία των αδελφών τους. H Διεθνής
των καθωσπρέπει, ετοιμάζει ήδη τις αεροπλανοφόρους σαρκοφάγους, οπλίζει
τους Κροάτες και τροφοδοτεί με πυρ και μίσος τους μουσουλμάνους γενίτσαρους
του Σερβικού Γένους.
Όλα αυτά τα γνώριζαν σ? εκείνη την αποθήκη οι κουρελήδες Σέρβοι της
Βοσνίας, για όλα ευχαριστούσαν κι εμείς, ήρεμοι απεγνωσμένοι, γνωρίζαμε
ήδη: διότι το έργο αυτό το είχαμε ξαναδεί. Το Εκούσιον Πάθος των
τυχοδιωκτών της «διεθνούς νομιμότητας», το είχαμε ξαναψηλαφήσει: εκεί, στο
Μεσολόγγι, πάλι εκεί στο Αρκάδι. Εκεί τότε, οι Σέρβοι Εμμανουήλ Αναγνώστου
B. Σκουλάς, Κωστής Γιαμπουδάκης και ηγούμενος Γαβριήλ, αυτο-ανατινάζοντας
το Αρκάδι (9/21 Νοεμβρίου 1866), απελευθέρωναν οριστικά το Βελιγράδι από
τον Τουρκικό ζυγό. Και τον εαυτό τους από την ξεφτίλα: ελεύθεροι
κονιορτοποιημένοι.
Ποιός, αλήθεια, από τους Ευρωλιγούρηδες, τύπου «ανήκομεν εις την Δύσιν» και
«πάμε Μέγαρο;… με Λακόστ και γιορντάνια», γνωρίζει ότι οι Τούρκοι, εξ
αιτίας της Κρητικής Επανάστασης και του ολοκαυτώματος στο Αρκάδι,
αναγκάστηκαν να αποσύρουν την τελευταία φρουρά που διατηρούσαν στην Σερβία,
μέσα στο Βελιγράδι; (Βλέπε: Διον. Κοκκίνου: Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος,
τομ. B’, σελ. 647, εκδ. Μέλισσα).
Αρκάδι – Βελιγράδι: η ορθόδοξη αγαπητική εφαρμογή των ατοπικών
αλληλεπιδράσεων της θεωρίας του Ελληνορθοδόξου Χάους… Με την θυσία των
Κρητικών, τότε, αποκτούσε ελεύθερη πρωτεύουσα η Σερβία, χωρίς ν? ανοίξει
ρουθούνι Σέρβου, τότε… Με το ολοκαύτωμα των Σέρβων, σήμερα, δεν
βρίσκονται στην πρώτη γραμμή σφαγής από το Τουρκικό τόξο και την δυτική
συμπαιγνία, τα Ελληνόπουλα, ακόμη… Ατοπικές αλληλεπιδράσεις, αμετακίνητες
συγκλίσεις… «Είμαι Σέρβος, το καυχώμαι, ξέρω την καταγωγήν μου…»… και
την αθλίαν μου μοίραν… την ελληνική…
Σερβία, αγάπη μου, τόσο μακρυά από τον Θεό και τόσο κοντά στο NATO…
Ξαναβλέπω συγκλονισμένος, μια άλλη εικόνα, πριν από ένα μήνα, από το Κανάλι
29: Δίνει συνέντευξη στον Έλληνα δημοσιογράφο ο Κάραζιτς και τον ακούω να
λέει τα ευχύμως ανήκουστα: «Παντού, στον OHE, στην Γενεύη, στα ραδιοοπτικά
δυτικά μέσα, με εκβιάζουν και μου λένε: Τί περιμένετε; Γιατί δεν
παραδίδεστε; Είστε οι αποδιοπομπαίοι του πλανήτη. Παραδοθείτε!»
Κι εγώ τους απαντώ: «Λάθος. Δεν είμαστε μόνοι. Έχουμε μαζί μας τον Θεό και
τους Έλληνες…»
Κάραζιτς, λέω, δεν είναι δυνατόν! Όσο και να είσαι ο απόβλητος των δυτικών
«μίντια», όσο και αλήτη να σε ανεβάζουν κι αιμορουφήχτρα να σε κατεβάζουν,
όσο κι αν ο πνιγμένος απ? τα μαλλιά του να πιάνεται, Κάραζιτς, βδέλυγμα
αιμοσταγές και ομοίωμα της βδέλλας σωματοψυχής μου, Κάραζιτς, φονιά μου
αδικημένε, δεν γίνεται, θεόδοτος εσύ λαμπηδών της τύφλας μου, να λες
τέτοια, τέτοια αναρχοφωτόμυστα, και να με ξαναστήνεις αναστημένο, εκεί που
έπρεπε να είμαι!
Μα είναι δυνατόν; Είναι δυνατόν να υπάρχουν άνθρωποι στον κόσμο, έστω και
τσουβαλιασμένοι, που να πιστεύουν σ? εμάς;
Σ? εμάς τους Έλληνες, τους ξεφτίληδες, που διαπραγματευόμαστε τις πολλές,
Ανω-Κάτω Μακεδονίες, super Nova – υπερκαινοφανείς Φιλίες με τους Τούρκους
οιηματίες, που φαιδρύνουμε το ακατανόμαστόν μας, με το Λύκειο «Τζελάλ
Μπαγιάρ» στην Κομοτηνή, δηλαδή με τον σφαγέα των Ποντίων ομογαλάκτων μας;
Είναι δυνατόν, αδελφέ μου «σφαγέα» Κάραζιτς, εσείς οι σύγχρονοι θεοειδείς,
εσείς οι Σέρβοι που κατεβάζετε τον ουρανό στα μέτρα σας και σας φοβάται η
αστραπή, είναι δυνατόν να παίρνετε θάρρος, επειδή υπάρχουμε εμείς οι
Έλληνες; Χωρίς να κάνουμε τίποτε, ή σχεδόν τίποτε, απλώς επειδή υπάρχουμε;
Ποιοί; Εμείς οι σημερινοί Έλληνες, «με τ? αρχαία αγάλματα και τη σύγχρονη
θλίψη», που αντιπαραθέτουμε απέναντι στο Τουρκικό τόξο, το ρωμαλέως ρικνόν
τόξο «Ανδριανόπουλος – Σημίτης – Παπαγιαννάκης», προδιαγραφών σοφτ – λοφτ –
και πάμε μέγαρο;…
Κι όμως, κι όμως…
Ξαναβλέπω την ξεπεσμένη αγιογραφία, όπου ιστορείται η χωματερή των Σέρβων
κουρελήδων: η αποθήκη, σ? ένα βουνό συφοριασμένο, χιόνια βρώμικα, βλέμματα
χαλασμένα από την βρώμα, σκόρπια κόκκαλα πάνω σε ανοιχτές πληγές πτωμάτων:
ολομέλεια λιγδιασμένης «βουλής» των ψωριαρέων και των κυνηγημένων: Δεν
είναι Μάαστριχτ… Δεν κάθωνται σε καρέκλες, με πλευρική στήριξη Λουϊ κενζ.
Οι Σέρβοι, σφιγμένοι εκεί ο ένας μέσα στην απόγνωση του άλλου, ο παπάς τους
παρών, σταυρωμένος, η πληγή στο πλευρό ανοιχτή, το όξος και η χολή η
δυτική, εκεί…
Κι εκεί, στην πρώτη γραμμή, σφιγμένοι, ελεεινοί και αξιοθρήνητοι, «ώμο με
ώμο», αξεδιάλυτα μαζί, οι ελεύθεροι πολιορκημένοι Τόσιτς, Μιλόσεβιτς κι ο
δικός τους, ναι ο δικός μας Μητσοτάκης, σφιγμένοι, ο ένας για να ζεσταίνει
τα φοβισμένα χνώτα του άλλου, οι ρακένδυτοι Σέρβοι κι ο πλούσιος Έλληνας,
άθικτος αυτός, ναι, όλοι μαζί ακροθίγονται, ακουμπιούνται, σαρκικά
αλληλοπεριχωρούνται!
Ναι! Το αυτονόητο ξανάρθε, επειδή οι Γερμανοί ξανάρχονται, ναι, επιστρέφει
ο καθ? ημάς ορθός λόγος επειδή οι Φράγκοι του Νάτο κι οι Τούρκοι νάτοι,
ξαναχτυπούν!
Νενίκηκά σε Μάαστριχτ!
Το αυτονόητο επιστρέφει, το φυσικό μας, τώρα, μας στέφει!
Είδαμε, σ? αυτήν την ξεπεσμένη αγιογραφία της χωματερής, ποιοί στ? αλήθεια
είμαστε.
Δεν ανήκομεν εις την Δύσιν, όπως παραληρούν οι εν μειονεξία
αστο-διανοούμενοι «προοδευτικοί». Δεν είμαστε «Ευρωπαίοι», όπως ψελλίζουν
δουλοφρόνως οι ευρωλιγούρηδες. Εμείς γεννήσαμε την Ευρώπη, αλλά είμαστε «η
καθ? ημάς Ανατολή». Εμάς αποκαλούν όλοι οι ορθόδοξοι, μάνα και μητέρα
Εκκλησία… H διαχωριστική γραμμή του αριστοκρατικού μας Γένους βρίσκεται
εκεί όπου ενώνεται εις βάρος μας, η δυτική πλουτοκρατική απληστία με την
τουρκική θηριωδία. Εκεί βρισκόμαστε εμείς, «όλοι μαζί», βαλκάνιοι και
ορθόδοξοι απανταχού, Σλαυο-ρώσοι κι εμείς ανάδελφον Γένος, όλοι αδέλφια,
συγκληρονόμοι της πανορθόδοξης αυτοκρατορίας, που μίσησαν οι Δυτικοί κι
αποτέλειωσαν οι Τούρκοι.
Εμείς οι Έλληνες, έχουμε απλώς το «πρωτεύθυνον», όπως πρωτεύθυνον είναι το
Οικουμενικό Πατριαρχείο της Κωνσταντινουπόλεως. Πρώτοι στις ευθύνες,
τελευταίοι στα προνόμια, όπως μας το επιβάλλει, άλλωστε, η λέξη μας:
πρωτεύθυνοι.
Όχι πρωτολήσταρχοι και δουλέμποροι όπως οι Δυτικοί και οι Τούρκοι. Εμείς
δεν επιβάλλαμε ποτέ την ελληνική γλώσσα αναγκαστικά, όπως οι Αγγλο-Γάλλοι.
Εμείς δεν επιβάλλαμε ποτέ την υποχρεωτική μονοκαλλιέργεια τσαγιού και
βαμβακιού, όπως οι Αγγλοι στην Αίγυπτο και την Ινδία, με αποτέλεσμα να
μεταβληθούν οι δύο αυτές πλουσιώτερες, επί αιώνες, χώρες του πλανήτη, στα
σημερινά ρακένδυτα εκτρώματα, για να πλουτίζει το City. Αλλο Citizen Kane
κι άλλο Πολίτης των Αθηνών, Κωσταντινου-πολίτης.
Εμείς εκχριστιανίσαμε στην γλώσσα των σκλάβων-σλαύων, εμείς δημιουργήσαμε
σλαυικό αλφάβητο, στείλαμε Αγίους, Κύριλλο και Μεθόδιο, αγιογράφο Θεοφάνη,
κάναμε συλλείτουργα, δεν στείλαμε κανονιοφόρους και δουλεμπόρους.
Για μας οι βάρβαροι ήταν πάντοτε, το υπέρ τον λόγον άρρητον, δηλαδή μια
ψηλάφηση της Δόξας (εικόνας) του Θεού, κι όχι πρώτη ύλη για την εγχώριά μας
σαπωνοποιϊα. «Δος μοι τούτον τον ξένον, ον ξενίζομαι βλέπων του θανάτου το
ξένον…», ικετεύουμε, για να κλάψουμε μαζί του…
Γι? αυτό, γύρω μας, οι της ημετέρας Διακονίας μετέχοντες, μας νοιώθουν
αδελφούς, έστω λιπόψυχους, μάνα, έστω ξεπεσμένη και Μήτρα πάντα ολοζώντανη.
Αυτή είναι η θέση μας, αυτή είναι η λάμψη μας κι αυτή η πρωτιά μας:
διάκονοι έσχατοι.
Γι? αυτό ξεκίνησε η «ελληνική» επανάσταση στην Ρουμανία! Με τον… Ρώσο
αξιωματικό Υψηλάντη και την δυτικογενή (!) Φιλική Εταιρεία: χωρίς
εθνοφυλετισμό, χωρίς ελληνοπρεπή ρατσισμό, αλλά πάντα αυτός ο
ελληνορθόδοξος αχταρμάς, αυτό το, για μας τους Ελληνορωμιούς, πρωτεύθυνον
συναμφότερον: όλοι μαζί, με τις διαφορές μας, μέχρι την διαχωριστική γραμμή
που χωρίζει, μέχρι να τους ενώσει ίσως, κάποτε, όλους τους λαούς της
ορθοδόξου αυτοκρατορίας, στα Ουράλια του Πόντου και την Κύπρο στην Βοσνία,
διαχωριστική γραμμή που μας χωρίζει, λέγω, (μέχρι κάποτε να μας ενώσει) από
τους Δυτικούς και τους Τούρκους: αυτοί είμαστε, οι εμείς.
Γι? αυτό οι Σέρβοι αγωνίζονται σήμερα για μας. Οι Σέρβοι σήμερα
αναχαιτίζουν το Τουρκικό τόξο και γι? αυτό τους σκοτώνουν τα δυτικά βέλη
των Κροατο-μουσουλμάνων.
«…δέκα αιώνες μαύροι διά τον δούλον, τον εξορισθέντα μαχητήν, τον
προγεγραμμένον ήρωα, τον πεινώντα ευπατρίδην…», έγραφε η επαναστατική
προκήρυξη του Γ. Κορκίδου, αρχηγού του ανατολικού τμήματος Σελίνου, στην
Κρήτη, τον Φεβρουάριο του 1878 (όπ. παρ. σελ. 661).
Αυτοί οι πεινώντες ευπατρίδες Σέρβοι, βγάζουν το φίδι απ? την τρύπα,
σήμερα, για πάρτη μας. Σφίγγεται η σωματοψυχή μου, αλλά έτσι είναι: κάθε
Σέρβος που σκοτώνεται ή ακρωτηριάζεται, είναι ένα Ελληνόπουλο που, αμέριμνο
ακόμη, μπορεί να λέει «πάμε πλατεία;», αντί να λέει «πάμε Βοσνία;», «πάμε
Κηρύνεια;»…
Οι Σέρβοι είναι σήμερα Έλληνες, όσο οι Έλληνες ρεύονται ακόμη κοψίδια από
υποκλοπές και πάνε Μέγαρο αντί να κλαίνε Βούκοβο.
Οι Σέρβοι αψηφούν σήμερα, για μας, αψήφιστα κι αγέρωχα τον OHE, όπως εμείς,
τότε, στα 1821, ωραίοι σαν Έλληνες, αψηφήσαμε εκεί στο Λέιμπαχ (ναι, ναι,
απίστευτο, αλλά είναι η Λιουμπλιάνα!), το 1821, την «Ιερά Συμμαχία» των
αιωνίων ανιέρων Δυτικών, που μας επέβαλλε να σεβαστούμε την «διεθνή
νομιμότητα», δηλαδή το δόγμα «της ακεραιότητος της Οθωμανικής Δυναστείας»
και μας επέτρεπε να φυτοζωούμε ως ψοφίμια, για να κάνει το εμπόριο της
ανενόχλητη η Αγγλία, στην δική μας Ανατολική Μεσόγειο.
Εμείς τότε, τσακίσαμε τα κόκκαλα της Ιερής Συμμαχίας.
Και μας τσακίσανε. Το συναμφότερον.
Οι Σέρβοι σήμερα, τσακίζουνε καθημερινά την πετρελαϊκή χαμέρπεια των
Δυτικών. Κι αυτοί καθημερινά τους τσακίζουνε. Το συναμφότερον. Τί να γίνει;
Αυτή είναι η ελεύθερη επιλογή που ανήκει πάντοτε στον «πεινώντα
ευπατρίδην»: άλλο «Ακάθιστος», κι άλλο καθιστικό με ζάπινγκ…
Εμείς, τότε, στην «Ιεράν Συμμαχίαν» απαντήσαμε με το Μεσολόγγι και το
Αρκάδι. Οι Σέρβοι, σήμερα, στον ιερό OHE και στο ιερό NATO, απαντούν με το
Πάλε.
Πάλε με χρόνους, με καιρούς, πάλε οι δικοί μας, θάναι…
Στην διαρκή ομηρία που τους επιβάλλει η Δυτική τάξη πραγμάτων, οι Σέρβοι,
για μας, απαντούν με την ζωήν εν τάφω: «ουδέ ζην ηξίουν, ει μετ? ελευθερίας
έξεσται τούτο ποιείν», τους δίδαξε ο Δημοσθένης τους. H ζωή αξίζει μόνον
όταν μπορείς, προσκυνώντας όπως στο Πάλε, τον Δικέφαλο αετό, να την
θυσιάζεις μετ? ελευθερίας. Πάλε και Πάλε. Σερβία μου, «Ύπαγε, τέλος,
πολυστένακτος Κόρη, ν? αναπαυθής επί των κόλπων εκείνης, υπέρ ης έχυσας
σταγόνα προς σταγόνα το πολύτιμον της μεγάλης καρδίας σου αίμα», επί των
κόλπων της Πλατυτέρας των Ουρανών…
«έρμο τραγούδι ?ναι ακατάδεχτο,
η λευτεριά
και σβήνει στον αγέρα!»
Σέρβοι, αέρα!._Κ.Ζ.

(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)

Kώστας Zουράρις

ΠΗΓΗ  4Τ/1993MAI/IOU

Advertisements

About sooteris kyritsis

Job title: (f)PHELLOW OF SOPHIA Profession: RESEARCHER Company: ANTHROOPISMOS Favorite quote: "ITS TIME FOR KOSMOPOLITANS(=HELLINES) TO FLY IN SPACE." Interested in: Activity Partners, Friends Fashion: Classic Humor: Friendly Places lived: EN THE HIGHLANDS OF KOSMOS THROUGH THE DARKNESS OF AMENTHE
This entry was posted in GLOSSOLOGY and tagged , , , , , , . Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Please log in using one of these methods to post your comment:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.