Π Ρ Ο Ϊ Σ Τ Ο Ρ Ι Κ Η Α Ρ Χ Α Ι Ο Λ Ο Γ Ι Α (VII)


(ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΑΠΟ  03/03/2017)

Η Προκεραµική περίοδος

∆εν υπάρχει προς το παρόν απόλυτη συµφωνία ως προς την έναρξη της νεολιθικής οικονοµίας στον ελλαδικό χώρο, ως προς το αν, δηλαδή, υπήρξε αυτόχθων ή επείσακτη από την Εγγύς Ανατολή. Ένας αριθµός ερευνητών υποστηρίζει το γηγενή της χαρακτήρα της, θεωρώντας ότι υπάρχουν πλέον αρκετά στοιχεία της Ανώτερης Παλαιολιθικής και της Μεσολιθικής που ενισχύουν, αν δεν τεκµηριώνουν, αυτή τη συνέχεια. Αρκετοί όµως εξακολουθούν να θεωρούν πιθανότερη τη διάδοσή της από την Ανατολή είτε άµεσα, µε τη µεταKίνηση των πληθυσµών είτε έµµεσα µε την ανταλλαγή προϊόντων και ιδεών. Το δίληµµα αυτό καταγράφει ένα ακόµη παράδειγµα ιδεών της ‘µονογένεσης’, αν, δηλαδή, ένας νεωτερισµός µπορεί να επινοηθεί και να υιοθετηθεί σε ένα ή σε περισσότερα χωρικά και χρονικά σηµεία. Όσοι υποστηρίζουν την ‘εισαγωγή’ των νεολιθικών χαρακτηριστικών στον ελλαδικό χώρο, χρησιµοποιούν ως επιχειρήµατα: α. Την απουσία από την Ελλάδα ορισµένων άγριοι δίκοκκου σιταριού αλλά και άγριου προγόνου του προβάτου που ο ρόλος τους είναι σηµαντικός για τη νεολιθική οικονοµία. Γενικά, στην Ευρώπη απουσιάζουν οι άγριες µορ- φές προβάτου και αίγας, θεωρούµε, λοιπόν, πιθανότερο ότι µεταφέρθηκαν από Ανατολία. Από την άλλη, και οι άγριες µορφές χοίρου και βοοειδών της Ευρώπης δε συµφωνούν γενετικά µε τις εξηµερωµένες µορφές στο βαθµό που συµφωνούν εκείνες της Εγγύς Ανατολής. β. Την περιορισµένη ‘κατοίκηση’ του ελλαδικού χώρου κατά τη διάρ- κεια της Ανώτερης Παλαιολιθικής και της Μεσολιθικής περιόδου, γ. Την υψηλής ποιότητας κεραµική από τις πρώτες ακόµη νεολιθικές φάσεις, καθώς και την απουσία ‘προγόνων’ της νεολιθικής λιθοτεχνίας, στοι- χεία που συνηγορούν για µια εισηγµένη τεχνολογία, και δ. Το γεγονός ότι στον αιγαιακό χώρο όλα τα χαρακτηριστικά της νεο- λιθικής εµφανίζονται συγχρόνως, κάτι που δεν συµβαίνει στην Εγγύς και τη Μέση Ανατολή. Η άποψη, από την άλλη, της γηγενούς προέλευσης της ελληνικής νεολιθικής προβάλλει το γεγονός ότι δεν έχουµε στην Ελλάδα πολιτισµικά χαρακτηριστικά αντιγραµµένα από την Ανατολή. Θεωρεί επίσης βαρύνουσες τις ενδογενείς διαδικασίες αποδοχής των νεολιθικών οικονοµικών και κοινωνικών πρακτικών, µε άλλα λόγια την ανάγκη προετοιµασίας ενός υπάρχοντος πληθυσµιακού στοιχείου για την υιοθέτηση των νεωτερισµών. Πρέπει, πάντως, να επισηµανθεί ότι τουλάχιστον για ορισµένες από τις περιοχές του αιγαιακού χώρου, όπως η Κρήτη και η Κύπρος, δεν µπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόµενο φυτά και ζώα να µεταφέρθηκαν ήδη εξηµερωµένα κατά την 7η χιλιετία π.Χ., εφόσον απουσιάζουν επαρκείς ενδείξεις παρουσίας άγριων προ- γονικών ειδών. Την ιδέα αυτή υποστήριζε µέχρι πρόσφατα η απουσία παλαιολιθικών ενδείξεων στην Κρήτη. Αυτό δεν ισχύει πλέον µετά τον εντοπισµό εργαλείων της παλαιολιθικής εποχής στη Γαύδο και στον Πλακιά.

Προσφάτως, δίπλα στην ιδέα της άφιξης οµάδων από την Εγγύς Ανατολή, έχει υποστηρι- χθεί ότι η έντονη κινητικότητα των µεσολιθικών πληθυσµών στο Νότιο Αιγαίο, σε συνδυασµό µε τις µικρότερες αποστάσεις µεταξύ των νησιών κατά την έ- ναρξη του Ολόκαινου. Έτσι, αρκετοί θεωρούν πιθανή µια τέτοια µετοίκηση είτε µέσω Κυκλάδων είτε µέσω Νότιας Πελοποννήσου και Κυθήρων. Την εξωγενή εµφύτευση της νεολιθικής οικονοµίας υποτίθεται ότι ενισχύει το γεγονός ότι και στις γειτονικές ευρωπαϊκές περιοχές, όπως η Βουλγαρία, δεν έχουν επίσης εντοπιστεί άγριοι πρόγονου αιγοπροβάτων και σιτη22 ρών. Επιπλέον, τα ελάχιστα στοιχεία της Μεσολιθικής που ξέρουµε από τα Ανατολικά Βαλκάνια, κυρίως γεωµετρική µικρολιθοτεχνία από την περιοχή της Βάρνας, δεν φαίνεται να συνδέονται µε ό,τι γνωρίζουµε από τις ίδιες αυτές περιοχές από το επόµενο στάδιο, αυτό της Αρχαιότερης Νεολιθικής. ∆εν πρέπει όµως να αγνοείται το γεγονός ότι και εκεί η έρευνα της Παλαιολιθικής και της Μεσολιθικής είναι µάλλον ανεπαρκής. Πρέπει, ωστόσο, να επισηµανθεί ότι η επίλυση του προβλήµατος της ex oriente ή της αυτόχθονης προέλευσης της νεολιθικής στο Αιγαίο, σχετίζεται οπωσδήποτε µε το στάδιο στο οποίο βρίσκεται κάθε φορά η αρχαιολογική έρευνα. Ενώ µέχρι πρόσφατα, η Μεσολιθική µάς ήταν γνωστή µόνον από τη Φράγχθη και το Σιδάρι της Κέρκυρας, τώρα έχουν προστεθεί και άλλες θέσεις, σε διαφορετικά, µάλιστα, σηµεία του ελλαδικού χώρου, τη Θεσσαλία, την Αττική και τις Σποράδες.

Έχουµε ήδη αναφερθεί στη διαπιστωµένη στις µεσολι- θικές επιχώσεις των Γιούρων προσπάθεια εξηµέρωσης ακόµη κι αν αυτή ισχύ- ει µόνο για το χοίρο και όχι για τα αιγοπρόβατα. Άγρια κατσίκα, πάντως, γνωρίζουµε από την Αρχαιότερη Νεολιθική στη Φράγχθη, στον Άγιο Πέτρο και στο Αχίλλειο µαζί µε εξηµερωµένα ζώα. Κατά την προκεραµική φάση στα Γιούρα, µετά το 6500 π.Χ., η εντατική αλιεία φαίνεται παρηκµασµένη, κάτι διαπιστωµένο και στον οικισµό του Άγιου Πέτρου στις Σποράδες. Αυτό µπορεί να οφείλεται στο ότι τα νέα ενδιαφέροντα των πληθυσµών, η καλλιέργεια και η κτηνοτροφία, κερδίζουν τώρα το ενδιαφέρον των κατοίκων. Αλλά και οι πρόσφατες ανασκαφές στα µεσολι- θικά στρώµατα του σπηλαίου της Θεόπετρας πρόσφεραν τις πρώτες στον ελ- λαδικό χώρο ενδείξεις για την παρουσία εδώ άγριας µορφής δίκοκκου σιταριού, περιορίζοντας έτσι τα επιχειρήµατα των υποστηρικτών της ανατολικής προέλευσης της αιγαιακής νεολιθικής στην απουσία αγρίων προγόνων δίκοκ- κου σιταριού και προβάτου. Οι περισσότερες πληροφορίες για πρώιµους οικισµούς που δε χρησι- µοποιούν ακόµη κεραµική, αλλά έχουν να επιδείξουν τα υπόλοιπα στοιχεία της νεολιθικής, προέρχονται από τη Θεσσαλία, όπου η παρουσία της µεγάλης θεσσαλικής πεδιάδας είναι λογικό να υπήρξε πόλος έλξης για τους πρώτους γεωργούς και κτηνοτρόφους. Αυτό αποδεικνύεται από το µεγάλο αριθµό νεο- λιθικών θέσεων, τις οποίες αποκαλούµε ‘τούµπες’ ή ‘µαγούλες’. Οι τούµπες σχηµατίζονται όταν η κατοίκηση εξακολουθεί για µεγάλη χρονική περίοδο, λόγω της πρόθεσης του πληθυσµού να µην µετακινείται αλλά και επαναχρησιµοποιεί τον ίδιο χώρο. Όταν ένα σπίτι καταστρέφεται ή εγκαταλείπεται, δηµιουργείται επίχωση από διαλυµένα οικοδοµικά υλικά και κινητά ευρήµατα µε πάχος ως 30 εκ. Πάνω σ’ αυτά, αφού προηγηθεί ισοπέδωση του χώρου, οι- κοδοµούνται τα νέα κτίσµατα. Έτσι, η θέση αυξάνει διαρκώς το ύψος της. Στη νεολιθική Θεσσαλία, οι τούµπες είχαν έκταση 5 ως 10 στρέµµατα, και υποτι- θέµενο πληθυσµό 50 ως 300 ατόµων. Συνυπήρχαν µε επίπεδους οικισµούς, στους οποίους υιοθετούνταν η οριζόντια µετακίνηση των οικιών, µε αποτέλεσµα να εµφανίζουν πολύ µεγαλύτερη έκταση. Υπήρχαν επίσης οικισµοί όπου οι δύο τύποι συνυπάρχουν, η οριζόντια, δηλαδή, µετακίνηση µε τη δηµιουργία χαµηλής, κατά κανόνα, τούµπας. Ένα τέτοιο παράδειγµα αποτελεί ο νεολιθι- κός οικισµός στα Παλιάµπελα Κολινδρού, στη ΒΑ Πιερία.

Κίνητρα για την ίδρυση µιας µόνιµης νεολιθικής εγκατάστασης απο- τελούσαν:

1. Η διαθεσιµότητα εύφορων ‘ελαφρών’ εδαφών για την άσκηση µιας γεωργίας χωρίς εξειδικευµένο εξοπλισµό, 23

2. Η παρουσία φυσικών εξαρµάτων, ώστε να προστατεύονται από τις πληµµύρες.

3. Η γειτνίαση µε πρώτες ύλες, αναγκαίες για την κατασκευή κτισµά- των και εργαλείων αλλά και για τις ανταλλακτικές σχέσεις της κοινότητας,

4. Η γειτνίαση µε πηγές γλυκού νερού, και

5. Η δυνατότητα εναλλακτικών οικονοµικών στρατηγικών για την επιβίωση της κοινότητας µέσω του κυνηγιού, της αλιείας ή της ανταλλαγής17. Στα τέλη της δεκαετίας του ’50, οι ανασκαφές στην Άργισσα Μαγούλα, κοντά στη Λάρισα, και στο Σέσκλο, κοντά στο Βόλο, αποκάλυψαν την ύπαρξη µιας περιόδου µε ήδη διαµορφωµένα τα βασικά στοιχεία του νεολιθικού τρόπου παραγωγής, δηλαδή τη γεωργία, την κτηνοτροφία και τη µόνιµη εγκατάσταση, χωρίς όµως την παρουσία κεραµικής. Αργότερα, η ίδια αυτή περίοδος, η προκεραµική ή ακεραµική, εντοπίστηκε στο Αχίλλειο, στη Σουφλί Μαγούλα και στο Γεντίκι, όλες θεσσαλικές θέσεις. Εκτός Θεσσαλίας, µάς είναι γνωστή στη Φράγχθη, στην Κνωσσό, στα Γιούρα, και στα ∆ενδρά της Αργολί- δας. Πρόβληµα υπάρχει για το αν θα πρέπει να δεχτούµε την προκεραµική ως αυτόνοµη πολιτισµική φάση, επειδή το πάχος των επιχώσεών της δεν υπερβαίνει συνήθως τα 0,50 µ. Τα κατάλοιπά της είναι προφανές ότι δεν µπορούν να συγκριθούν µε εκείνα των ‘ακεραµικών πολιτισµών’ της Εγγύς και της Μέσης Ανατολής, που όπως είδαµε µεσολαβούν ανάµεσα στην Επιπαλαιολι- θική και στη Νεολιθική. Εκεί, η ακεραµική Ιεριχώ είναι µια οχυρωµένη κοινότητα µε πλινθόκτιστα κτίσµατα και ιερούς χώρους, ενώ το Hacilar έχει, την ίδια εποχή, σπίτια µε πλίνθινους τοίχους πάνω σε λίθινα θεµέλια και διακο- σµηµένα µε γραπτά κονιάµατα. Η διαφωνία για την ύπαρξη ή όχι αυτόνοµης ακεραµικής φάσης στην Ελλάδα, ενισχύθηκε µετά την εύρεση κεραµικής στα θεωρούµενα ως προκεραµικά στρώµατα της Άργισσας κατά τη δεκαετία του ‘80, αλλά και στην αδυναµία να εντοπιστεί η φάση αυτή στο Αχίλλειο.

Στη Χοιροκοιτία της Κύπρου, η Ακεραµική διαρκεί ολόκληρη την 7η χιλιετία, και εκπροσωπείται από έναν ακµαίο οικισµό έκτασης 25 περίπου στρεµµάτων, µε κυκλικά οικοδοµήµατα κατασκευασµένα µε άψητες πλίνθους ή στοιβαχτό πηλό πάνω σε παχιά λίθινα θεµέλια. Οι κυκλικές αυτές κατοικίες είχαν διάµετρο 2,30 ως 9,20 εξωτερικά, και 1,40 ως 4,80 εσωτερικά. Οι τοίχοι τους καλύπτονταν µε λευκό επίχρισµα, που στο εσωτερικό των κτιρίων έφερε τοιχογραφίες, πιθανόν όχι µόνο µε γεωµετρικά θέµατα αλλά και ανθρώπινες µορφές. Υπήρχε ένα θυραίο άνοιγµα αλλά µάλλον περισσότερα από ένα πα- ράθυρα. Οι ανασκαφές της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής εδώ, τεκµηρίω- σαν την επίπεδη και όχι θολωτή, όπως για δεκαετίες πιστευόταν, στέγαση των καλυβών, µε κλαδιά, άχυρα, καλάµια και πηλό πάνω σε ένα κυκλικό ξύλινο σκελετό. Τα µεγαλύτερα σπίτια πρέπει να είχαν εσωτερικά διαχωριστικά, θυ- µίζοντας τις κυκλικές κατοικίες της Συροπαλαιστίνης, καθώς και υπερώο, πι- θανόν για την κατάκλιση των ενοίκων. Τρεις ή τέσσερις καλύβες µαζί αποτε- λούσαν µια συστάδα που µοιραζόταν την ίδια αυλή και κάποιες κοινές κατασκευές ή αντικείµενα, εστίες και τριβεία. 17 Για τη διαδικασία της ανταλλαγής προτείνονται τρεις βασικοί τύποι: η αµοιβαιότητα που ισχύει ανάµεσα σε άτοµα ή κοινότητες που συναλλάσσονται ως ίσοι και συνήθως έχει τη µορ- φή του δώρου, η αναδιανοµή κατά την οποία τα αγαθά συγκεντρώνονται και αναδιανέµονται από τον αρχηγό, και το εµπόριο µε αγορά, που προϋποθέτει κεντρικό χώρο συνάντησης, αγοραπωλησίες και νόµισµα. 24 Ένας φαρδύς λιθόστρωτος περίβολος µήκους 185 µ. ξέρουµε σήµερα ότι δεν χώριζε ως δρόµος το δυτικό από το ανατολικό τµήµα του οικισµού, όπως πιστευόταν παλαιότερα, αλλά οριοθετούσε το ανατολικό τµήµα του λό- φου, που είναι αυτό που κατοικήθηκε πρώτο. Όταν υπήρξε η ανάγκη επέκτασης προς τα δυτικά, χτίστηκε και δεύτερο τείχος πάχους 2,50 µ., έξω από το δυτικό τµήµα, µε είσοδο σύνθετης µορφής προς τον οικισµό. Από την άλλη, το δεύτερο αυτό τείχος φαίνεται ότι είχε και αναληµµατικό προορισµό, αφού ι- σοσκέλιζε τη διαφορά των δύο µέτρων από το επίπεδο του λόφου πάνω στον οποίο ήταν χτισµένο το δυτικό τµήµα του οικισµού. Το τείχος αυτό ήταν από αχυροπηλό, και έφερε επένδυση µε πέτρες.

Όπως στην Ιεριχώ, και στη Χοιροκοιτία υπήρχαν µνηµειακές κατασκευές, όπως ένα µεγάλο κτίσµα δίπλα στο τείχος, µε διαστάσεις 10 Χ 1,70 µ. και εσωτερική κλίµακα. Κάτω από τα πήλινα δάπεδα των σπιτιών εντοπίστηκαν σε λάκκους αρκετές ταφές σε συνεσταλµένη στάση. Φαίνεται ότι υπήρχαν ειδικές φροντίδες για τους νεκρούς, µια που εντοπίζουµε πήλινα οµοιώµατα ανθρώπινων κρανίων, οπές στους τάφους προφανώς για χοές προς το νεκρό, αλλά και µια πρακτική παραµόρφωσης των κρανίων των παιδιών, που αποδίδονται σε ειδι- κό τρόπο µεταφοράς τους πάνω σε ξύλινες κλίνες. Αλλά και για τους ενήλικες, είναι βέβαιο ότι ακολουθούνταν ένα αυστηρό τελετουργικό ενταφιασµού. Κα- ταρχήν, τοποθετούσαν µια λίθινη λεκάνη και ένα σπασµένο πέτρινο σκεύος, και µετά το νεκρό µε το κρανίο να ακουµπά πάνω στη λεκάνη. Στη συνέχεια, σκέπαζαν το σώµα µε µια βαριά πέτρα, και έριχναν ένα δεύτερο λίθινο αγγείο επίσης σε κοµµάτια. Γέµιζαν, τέλος, το λάκκο µε χώµα και τον έκλειναν µε πηλό. Ο µέσος όρος ζωής των κατοίκων της Χοιροκοιτίας έφτανε τα 35 χρόνια, αρκετά υψηλός για την εποχή. Το ύψος ήταν 1,60 µ. για τους άνδρες και 1,50 µ. για τις γυναίκες. Ο συνολικός πληθυσµός πρέπει να έφτανε τα 600 άτοµα. Τα λίθινα ειδώλια είναι απολύτως σχηµατοποιηµένα χωρίς δήλωση του φύλου, σε αντίθεση µε την Εγγύς Ανατολή όπου η γυναικεία µορφή κυριαρχεί. Υπήρχαν ωστόσο και µερικά ειδώλια από πηλό. Εκτός από τα άφθονα λίθινα και οστέινα εργαλεία που µαρτυρούν την προτεραιότητα που είχαν οι αγροτι- κές δραστηριότητες για τους κατοίκους, εντύπωση προκαλεί η υψηλή ποιότη- τα των λίθινων αγγείων, συχνά διακοσµηµένων µε εγχαράξεις και πλαστικές ταινίες. Το γεγονός ότι βασικό κτέρισµα των ταφών αποτελούσε ένα τριβείο επεξεργασίας των σιτηρών, µαρτυρεί και αυτό τη µεγάλη σηµασία της γεωρ- γίας. Στο λίγο πρωιµότερο από τη Χοιροκοιτία οικισµό στην Καλαβασσό- Τέντα, ο ισχυρός ρόλος του συµβολισµού στην ακεραµική περίοδο της Κύπρου γίνεται προφανής στις τοιχογραφίες µε σχηµατοποιηµένες ανθρώπινες µορφές µε υψωµένα χέρια που θυµίζουν τις αντίστοιχες στο Catal Huyuk. Στον οικισµό αυτό φαίνεται ότι φτάνει οψιανός από την Καππαδοκία, αλλά υπάρχει και έντονη συγγένεια της λιθοτεχνίας του µε αυτές της Βόρειας Συρί- ας. Κοινά χαρακτηριστικά οι λεπίδες µε κυρτή ράχη ως ηµισέλινα, οι αιχµές βελών αλλά και οι λεπίδες δρεπανιών. ∆ιαπιστώνεται επίσης εκτροφή αιγο- προβάτων και χοίρων αλλά και βοοειδών, που µόλις είχαν εξηµερωθεί και στη Συρία, γύρω στο 7.700 π.Χ., απ’ όπου υποθέτουµε πως έφτασαν στην Κύπρο.

Το ποσοστό των αιγοπροβάτων εδώ είναι αρκετά αυξηµένα, ενώ, στον αντίποδα, αρκετά µειωµένο αυτό των ελαφοειδών, γεγονός που οφείλεται στη σταδιακή εδραίωση της νεολιθικής οικονοµίας. Στον οικισµό παρατηρούνται διαφοροποιήσεις όσον αφορά το µέγεθος των κυκλικών κατοικιών, µε τις µε- γαλύτερες να βρίσκονται σε ψηλότερο επίπεδο, γεγονός που ίσως υποδεικνύει κοινωνική ιεραρχία αποτυπωµένη στην αρχιτεκτονική. Κι εδώ όπως και στη 25 Χοιροκοιτία συναντούµε ταφές σε συνεσταλµένη στάση δίπλα σε σπίτια ή κά- τω από τα δάπεδά τους, λίθινα σχηµατοποιηµένα ειδώλια και λίθινα αγγεία µε ανάγλυφη διακόσµηση. Ανάλογο εργαλειακό εξοπλισµό µε της Καλαβασσού-Τέντας γνωρίζου- µε και από το Σιλλουρόκαµπο, κοντά στη Λεµεσό, όπου η κατοίκηση δροµο- λογείται στο β΄ µισό της 9ης χιλιετίας. Εδώ ανασκάφηκαν µεγάλοι καµπυλό- γραµµοι περίβολοι από πασσάλους, καθώς και ορισµένα εσωτερικά χωρίσµα- τα, επίσης οριοθετηµένα µε πασσάλους και ορύγµατα. Ίσως είχαµε εδώ µια εκτεταµένη κτηνοτροφική εγκατάσταση, µέσα στην οποία ήρθε στο φως µια ανθρώπινη ταφή, πλούσια κτερισµένη, και δίπλα της εντοπίστηκε θαµµένη µια πιθανόν εξηµερωµένη γάτα. Οι δύο αυτές θέσεις, µαζί µε την επίσης ακεραµική των Κισσόνεργων, καλύπτουν το κενό ανάµεσα στις οµάδες κυνηγών και τροφοσυλλεκτών της 10ης χιλιετίας π.Χ. στην Κύπρο, όπως αυτή του Ακρωτηρίου-Αετογκρεµού, και στη Χοιροκοιτία της 7ης χιλιετίας.

Ο πολιτισµός τους έχει εµφανείς συγγένειες µε τη Συροπαλαιστίνη. Η αρχαιότερη φάση του, από το 8500 ως το 7500 π.Χ., χαρακτηρίζεται από κυκλικά οικήµατα και πηγάδια σκαµµένα στο βράχο, µαζί µε µεταβατικούς τύπους σιτηρών, ενώ και η νεότερη, που διαρκεί ως το 7000 π.Χ., από εξηµερωµένα δηµητριακά, αιγο- πρόβατα, χοίρους και βοοειδή δίπλα σε ακµαίο ακόµη κυνήγι ελαφοειδών. Λίγο αργότερα, οι οικισµοί που ιδρύονται στο Τρουλλί και στον Απόστολο Ανδρέα έχουν εξαρχής λιθόκτιστους περιβόλους. Στην τελευταία θέση, ο µεγάλος αριθµός των αγκιστριών µαρτυρά την εξάρτηση του οικισµού από τη θάλασσα. Προσφάτως, άρχισε να ανασκάπτεται ένας ακόµη οικισµός της ακεραµικής, στη θέση Όρτος κοντά στην Πάφο.

image

Στη Θεσσαλία, στην Άργισσα Μαγούλα, εντοπίστηκαν 8 ορύγµατα ακανόνιστου σχήµατος, µε βάθος µόλις 0,30 ως 0,60 µ. Το µεγαλύτερο όρυγµα έχει διαστάσεις 4,00 Χ 2,20 µ. Πρόκειται για καλύβες µιας µόνιµης εγκατάστασης, σκαµµένες στο φυσικό έδαφος, των οποίων οι τοίχοι ήταν κατασκευασµένοι µε καλάµια και κλαδιά, και επιχρισµένοι µε πηλό, ενώ για τη στέγη είχαν χρησιµοποιηθεί τα ίδια υλικά και πάσσαλοι ως στηρίγµατα. Στο εσωτερικό των ορυγµάτων εντοπίστηκαν εστίες, δάπεδα από πηλό και αποθηκευτικοί λάκκοι αλειµµένοι µε πηλό ως µονωτικό υλικό. Στο Σέσκλο, η εικόνα της προκεραµικής φάσης στην ‘ακρόπολη’ είναι όµοια, φαίνεται όµως ότι εδώ υπήρχαν τετράπλευρα ορύγµατα, ενώ καινοτοµία αποτελεί η χρήση στο χτίσιµο των τεχνικών pisé, µε µάζες στοιβαχτού πηλού, και ‘wattle and daub’, µε αλοίφωµα αχυροπηλού πάνω σε ξύλινο σκελετό που θεµελιώνεται σε τάφρο. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον εµφανίζει στο Σέσκλο ο εντοπισµός αυτής της πρώιµης φάσης όχι µόνο στον Τοµέα Α, δηλαδή στην ακρόπολη, αλλά και στον Τοµέα Β, περίπου 200 µ. µακριά από την ακρόπολη, κάτι που θέτει το ερώτηµα της εντυπωσιακής για τα νεολιθικά δεδοµένα έκτασης αυτού του οικισµού, τόσο κατά την προκεραµική όσο και στις επόµενες νεολιθικές φάσεις. Αυτός ο εντοπισµός, Υπόσκαφη κατοικία 26 ωστόσο, δε συνεπάγεται ότι όλη η έκταση ανάµεσα στους δύο τοµείς είχε πυκνοκατοικηθεί. Στα ∆ενδρά της Αργολίδας, οι ανασκαφές έφεραν στο φως κυκλικά ορύγµατα, µε εσωτερικά χωρίσµατα και κόγχες, εστίες και αποριµµατικούς λάκκους. Στο σπήλαιο της Φράγχθης, οι προκεραµικές επιχώσεις έχουν µεν κάπως µεγαλύτερο πάχος, ίσως γύρω στο 1 µ., αλλά δυστυχώς πολύ µικρή έκταση, ώστε να µπορούν να συναχθούν ασφαλή συµπεράσµατα.

Στην Κνωσό, στο λόφο ‘Κεφάλα’, όπου οικοδοµείται αργότερα το µινωικό ανάκτορο, εντοπίστηκε λεπτό στρώµα, πάχους µόλις 0,30 µ., που πιστεύεται ότι εκπροσωπεί µια πρώιµη νεολιθική εγκατάσταση χωρίς κεραµική, χρονολογούµενη στο τέλος της 7ης χιλιετίας π.Χ. Πρόκειται για έναν καταυλισµό µε κυκλικές ηµιυπόγειες πασσαλόπηκτες καλύβες, από τις οποίες διασώθηκαν οι οπές για τη στήριξη των πασσάλων αλλά και τµήµα ενός πασσάλου από δρυ. Υπάρχουν, ακόµη, ενδείξεις ότι οι κάτοικοι οικοδοµούν ήδη ευθύγραµµους πασσαλόπηκτους χώρους και µάλλον γνωρίζουν τη χρήση των άψη- των πλίνθων. Η οικονοµία αυτού του πρώιµου οικισµού αποκαλύπτεται από την ανεύρεση καλλιεργηµένου κριθαριού, σιταριού και φακής αλλά και από την εκτροφή αιγοπρόβατων, χοίρων και λιγοστών βοοειδών.

Η Αρχαιότερη Νεολιθική

Τα περισσότερα στοιχεία και για την περίοδο αυτή προέρχονται από τη Θεσσαλία, όπου οι περισσότερες θέσεις της αµφιλεγόµενης Προκεραµικής συνεχίζουν να κατοικούνται και µετά τα µέσα της 7ης χιλιετίας, δηλαδή κατά την Αρχαιότερη Νεολιθική. Σηµαντικότερες θέσεις: το Σέσκλο, η Άργισσα Μαγούλα, η Οτζάκι Μαγούλα, ο Πρόδροµος, το Κεφαλόβρυσο, η Σουφλί Μα- γούλα, ο Άγιος Πέτρος στις Σποράδες, και, εκτός Θεσσαλίας η Φράγχθη και η Κνωσός αλλά και µια νέα θέση στη ∆υτική Μακεδονία, η Νέα Νικοµήδεια, χωρίς προκεραµική φάση. Ενδιαφέροντα είναι και τα στοιχεία µιας πρώιµης εγκατάστασης γεωργοκτηνοτρόφων στην Ασφάκα της Ηπείρου, όπου το κυ- νήγι εξακολουθεί να διαδραµατίζει σπουδαίο ρόλο, και η κεραµική της κοινό- τητας είναι κακοψηµένη και ‘πρωτόγονη’. Η θέση βρίσκεται στις ΒΑ παρυφές του λεκανοπεδίου των Ιωαννίνων, και πρέπει να πρωτοκατοικήθηκε στο τέ- λος της 6ης χιλετίας π.Χ., λόγω των ιδανικών συνθηκών που εγγυάται η γειτνί- αση µε τη λίµνη για την άσκηση µιας µεικτής οικονοµίας βασισµένης στη γε- ωργία και στο κυνήγι. Σπανίζουν θέσεις της περιόδου στο νησιωτικό Αιγαίου, ωστόσο ο εντοπισµός Αρχαιότερης Νεολιθικής στη Σίκινο αποδεικνύει ότι οι Κυκλάδες δεν ήταν ακατοίκητες κατά την 7η χιλιετία, τουλάχιστον εκεί όπου υπήρχε προηγούµενη µεσολιθική κατοίκηση όπως στην περίπτωση της γειτονικής Κύθνου. Οι οικισµοί αυτοί έχουν έκταση από 1 µέχρι 10 στρέµµατα, δεν απουσιάζουν όµως και εγκαταστάσεις που καλύπτουν πολύ µεγαλύτερη έκταση. Ως ασφαλής ένδειξη γι’ αυτήν θεωρείται η διασπορά της επιφανειακής κεραµι- κής, δεν θεωρείται, ωστόσο, επαρκές τεκµήριο αλλά πρέπει να συνοδεύεται από γεωφυσική διασκόπηση. Η ‘προτεινόµενη’ από τη διασπορά της κεραµι- κής έκταση µπορεί να µην είναι πυκνοκατοικηµένη αλλά να αφήνονται ελεύ- θερα αδόµητα τµήµατα, όπως πρέπει να συνέβαινε στο Σέσκλο. Από την ευ- ρύτερη περιοχή της ΝΑ. Ευρώπης, µας είναι γνωστοί και οι δύο τύποι οικισµών, πυκνοκατοικηµένοι και αραιοκατοικηµένοι. Η φαινοµενική έκταση, επιπλέον, δεν συνεπάγεται µε ασφάλεια τον πληθυσµό µιας κοινότητας. Αυτός υπολογίζεται για τη νεολιθική εποχή µεταξύ 20 και 40 οικογενειών, δηλαδή µεταξύ 100 και 300 ατόµων. Σε όλους τους οικισµούς της περιόδου εµφανίζεται τώρα η κεραµική. Στην αρχή οι τύποι των αγγείων είναι απλοί, σφαιρικοί µε χαµηλή επίπεδη ή δακτυλιόσχηµη βάση και δεν φέρουν διακόσµηση. Λίγο µετά την έναρξη της περιόδου, ίσως γύρω στο 6000 π.Χ., εµφανίζονται τα πρώτα διακοσµηµένα αγγεία, ενώ και τα σχήµατα γίνονται όλο και πολυπλοκότερα (Εικ. Β1).

Η δια- κόσµηση µπορεί να είναι γραπτή, εγχάρακτη ή εµπίεστη µε νυχιές. Υπάρχουν απόψεις που αναγνωρίσουν στα διακοσµητικά θέµατα των αγγείων, ήδη από αυτή την πρώιµη περίοδο, σύµβολα και νοήµατα, ακόµη κι όταν αποδέχονται ότι µε την πάροδο του χρόνου ο κεραµέας τα αναπαράγει µηχανικά έχοντας ξεχάσει το αρχικό συµβολισµό του µοτίβου. Η Μ.Gimbutas πρότεινε ότι όλη η νεολιθική διακόσµηση συνδέεται µε µια προνεολιθική γυναικεία θεότητα και τις ιδιότητές της, παίζει σηµαντικό ρόλο στις τελετουργίες και, για το λόγο αυ- τό, οι κεραµείς αποτελούν σπουδαία πρόσωπα για την νεολιθική κοινωνία. Τώρα η οικονοµία στηρίζεται σε ποικιλία οσπρίων και δηµητριακών, ενώ αντιπροσωπεύονται και όλα τα εξηµερωµένα ήδη: τα αιγοπρόβατα που κυριαρχούν, κυρίως για το κρέας τους, ο χοίρος, τα βοοειδή αλλά και ο σκύ- λος. Στην Άργισσα εντοπίσθηκε καλύβα µε διαστάσεις 5,00 Χ 4,00 µ., µε εστία και αποθηκευτικό λάκκο στο εσωτερικό της καθώς και ίχνη των πασσά- λων που στήριζαν τη στέγη. Στο Σέσκλο, τα κτίσµατα είναι τετράπλευρα χτισµένα µε ξύλα και στοιβαχτό πηλό, συχνά πάνω σε λίθινη κρηπίδα18, µε όρθιες πλάκες ως ορθοστάτες στο εξωτερικό της θεµελίωσης, ώστε να προστατεύονται οι τοίχοι από τα νερά της βροχής. Κατοικείται πλην της ‘ακρόπολης’ και ο Τοµέας Β, υπάρχουν, όµως, κάποιες ενδείξεις ότι η ενδοκοινοτική πυκνότητα δεν είναι τόσο µεγάλη όσο εκείνη της Μέσης Νεολιθικής, ούτε ο συνολικός πληθυσµός τόσος αυξηµένος όσο αρχικά είχε υποτεθεί. Στον Πρόδροµο, τα σπίτια ήταν κατασκευασµένα πάνω στο νερό ενός έλους ή λίµνης, γι’ αυτό το δάπεδό τους ήταν φτιαγµένο από σειρά παράλληλων δοκαριών µε κλαδιά και παχύ στρώµα πηλού, για να επιτυγχάνεται η στεγανότητα. Στην τοιχοδοµία χρησιµοποιείται η τεχνική ‘wattle and daub’, όπως αποδεικνύεται από αρκετά τµήµατα πηλών που διασώζουν τα ίχνη του ξύλι- νου σκελετού τοίχων και στέγης. Η τεχνική του στοιβαχτού πηλού χρησιµο- ποιείται για χαµηλά τοιχία που δηµιουργούν τις εσωτερικές διαιρέσεις των µεγάλων µονόχωρων κτισµάτων. Στον Πρόδροµο αλλά και σε άλλες θέσεις όπως η Νέα Νικοµήδεια και το Οτζάκι, συναντώνται µεγάλες οπές ή πλατύτε- ρες τάφροι, που είναι πιθανότερο να αποσκοπούν στην αποστράγγιση των υδάτων παρά στην καλύτερη στήριξη της τοιχοδοµίας. Σηµαντικό εύρηµα θεωρείται η ανακάλυψη µιας ακέραιης σχεδόν στέγης της Αρχαιότερης Νεολιθι- κής, που πρέπει να κάλυπτε τετράγωνο κτίσµα πλευράς 10 µ. Είναι κατασκευασµένη µε κορµούς και κλαδιά δένδρων συγκρατηµένα µε ξύλινα καρφιά. Κάτω από το δάπεδο ενός σπιτιού, οι ανασκαφές έφεραν στο φως τρεις διαδοχικές αποθέσεις σκελετικών λειψάνων µε 11 τουλάχιστον νεκρούς, αν και πρέπει να είµαστε επιφυλακτικοί για την αποδοχή του εθίµου της ‘ανακοµι- δής’. Ως κτερίσµατα έχουν τοποθετηθεί όστρακα αγγείων και εργαλεία από πυριτόλιθο. Το Αχίλλειο είναι η µόνη θέση της Θεσσαλίας που µας δίνει ορισµένες πληροφορίες για τη διάταξη των κτισµάτων στο εσωτερικό του οικισµού:

εδώ, οι κατοικίες απέχουν αρκετά η µία από την άλλη δηµιουργώντας µεγάλους υπαίθριους χώρους µε αυλές, εστίες, φούρνους19 και σηµεία οικοτεχνικών δραστηριοτήτων. Τα κτίσµατα είναι κατασκευασµένα κι εδώ όπως και στο Σέσκλο µε στοιβαχτό πηλό πάνω σε ξερολιθιές συνδεδεµένες µε λάσπη, αν και αργότερα, προς το τέλος της περιόδου, φαίνεται ότι προτιµώνται τα πασσαλόπηκτα οικήµατα. Οι ραδιοχρονολογήσεις επέτρεψαν να υπολογίσουµε το µ.ο. µιας κατοικίας στα 25 ως 30 χρόνια. Εδώ, ένα µεγάλο πήλινο έδρανο µε τέσσερις εστίες στην επιφάνειά του και αρκετά ειδώλια ερµηνεύθηκε ως βωµός τελετουργικών πράξεων του τέλους της περιόδου. Ωστόσο, τέτοιες ερµηνείες δεν είναι αποδεκτές από όλους και συχνά δεν είναι επαρκώς τεκµηριω- µένες. Στη Νέα Νικοµήδεια, το πιο συγκροτηµένο οικιστικό σύνολο της Αρχαιότερης Νεολιθικής, ο οικισµός καλύπτει έκταση 25 περίπου στρεµµάτων, και ιδρύθηκε γύρω στο 6000 π.Χ. Από το περιορισµένο ανασκαµµένο τµήµα του οικισµού προκύπτει ότι τα κτίσµατά του ήταν χτισµένα µε έναν πυκνό ‘σκελετό’ πασσάλων, πάνω στον οποίο πλέκονταν κλαδιά, και το σύνολο, στη συνέχεια, καλυπτόταν από παχύ στρώµα πηλού εσωτερικά και εξωτερικά. Σειρές πασσάλων που έχουν εντοπισθεί στο εσωτερικό των κτισµάτων συνη- γορούν στην ύπαρξη τετράκλινων στεγών µαζί µε δικλινείς για τα επιµήκη κτίσµατα. Κτίρια µονόχωρα συνυπάρχουν µε δίχωρα ή άλλα που διαθέτουν τρεις χώρους και στις δύο φάσεις του οικισµού. Κατασκευές που συνδέονται µε τις διαδικασίες της τροφοπαρασκευής και της αποθήκευσης όπως οι εστίες, οι φούρνοι και οι αποθηκευτικοί λάκκοι βρίσκονται κυρίως ανάµεσα στα σπί- τια, και το γεγονός αυτό θεωρείται ενδεικτικό του ‘δηµόσιου’ χαρακτήρα τέ- τοιων δραστηριοτήτων, σε ορισµένες, τουλάχιστον, περιπτώσεις.

Αυτό, αν και γίνεται δύσκολα αποδεκτό ως κανόνας για την προετοιµασία και κατανάλωση της τροφής, µπορεί όµως να ισχύει για την αποθήκευση, αφού έχει συζητηθεί και για οικισµούς της Νεότερης Νεολιθικής όπως τα Λιµενάρια και η Μάκρη. Στην α’ φάση, τα κτίρια ήταν τετράπλευρα µε πλευρά 6 ως 8 µ., µερικά µεγαλύτερα ως 8,00 Χ 11,00 µ., και όλα φαίνεται να έχουν χτιστεί γύρω από το µεγαλύτερο κτίσµα του οικισµού, µε διαστάσεις 12,00 Χ 12,00µ., που έχει θεωρηθεί από τον ανασκαφέα ως ‘ιερό’. Η θέση του και τα ευρήµατα που ήρ- θαν στο φως στο εσωτερικό του, λίθινοι πελέκεις από νεφρίτη, αγγεία ασυνή- θιστου σχήµατος, 12 γυναικεία ειδώλια, αλλά και αχρησιµοποίητα εργαλεία από πυριτόλιθο και οστό, υποτίθεται ότι συνηγορούν µαζί µε το µέγεθός του στο να είχε ειδικό προορισµό. Αυτός όµως θα µπορούσε να είναι εργαστηριακός ή αποθηκευτικός και όχι θρησκευτικός. Εξάλλου πρέπει να είµαστε επι- φυλακτικοί, και επειδή ότι το τµήµα του οικισµού που έχει ανασκαφεί είναι πολύ µικρό σε σχέση µε τη συνολική έκταση, αλλά και επειδή δεν γνωρίζουµε ακόµη αρκετά για τη νεολιθική θρησκεία και ιδεολογία. Ο οικισµός στη φάση αυτή οριοθετούνταν από δύο οµόκεντρους περιβόλους. Στη β’ φάση από την οποία έχουν ανασκαφεί µέχρι σήµερα 8 οικήµατα, µονόχωρα ή δίχωρα, ο οικισµός πρέπει να οριοθετούνταν από τάφρο.

(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)

Ευστράτιος Παπαδόπουλος

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

17 Για τη διαδικασία της ανταλλαγής προτείνονται τρεις βασικοί τύποι: η αµοιβαιότητα που ισχύει ανάµεσα σε άτοµα ή κοινότητες που συναλλάσσονται ως ίσοι και συνήθως έχει τη µορ- φή του δώρου, η αναδιανοµή κατά την οποία τα αγαθά συγκεντρώνονται και αναδιανέµονται από τον αρχηγό, και το εµπόριο µε αγορά, που προϋποθέτει κεντρικό χώρο συνάντησης, αγο- ραπωλησίες και νόµισµα.

18 Κρηπίδα: θεµέλιο.

19 Οι αρχαιότεροι φούρνοι για τα δηµητριακά και το ψωµί συναντώνται στην Εγγύς Ανατολή στο τέλος της 9ης χιλιετίας π.Χ. ∆ιαθέτουν ένα χώρο µέσα στον οποίο τοποθετείται η καύσιµη ύλη έως ότου εξασφαλιστεί η επιθυµητή θερµοκρασία. Στη συνέχεια, αποµακρύνεται η καύ- σιµη ύλη και τοποθετείται στο εσωτερικό του το σιτάρι ή η άψητη ζύµη. Η γνώση της τεχνο- λογίας των πρώιµων αυτών φούρνων θεωρείται από αρκετούς ότι συνέβαλε στην επιτυχηµένη όπτηση των κεραµικών σε ανοιχτή φωτιά.

Advertisements

About sooteris kyritsis

Job title: (f)PHELLOW OF SOPHIA Profession: RESEARCHER Company: ANTHROOPISMOS Favorite quote: "ITS TIME FOR KOSMOPOLITANS(=HELLINES) TO FLY IN SPACE." Interested in: Activity Partners, Friends Fashion: Classic Humor: Friendly Places lived: EN THE HIGHLANDS OF KOSMOS THROUGH THE DARKNESS OF AMENTHE
This entry was posted in ARCHAEOLOGIE and tagged , , . Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Please log in using one of these methods to post your comment:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

w

Connecting to %s