ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΑΝΤΙΣΚΗΝΩΝ ΤΟΥ ΜΕΛΑΝΟΣ ΠΟΝΤΟΥ (2)


( ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΑΠΟ 7/09/16)

Σχέσεις με τα ρωσικά κινήματα

Σε ιδεολογικό επίπεδο, ο ρωσικός χώρος επηρέασε τον ελληνικό, τόσο αυτόν της Μαύρης Θάλασσας όσο και της κυρίως Ελλάδας. Οι Πόντιοι πρωτεργάτες της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, Αλέξανδρος και Δημήτριος Υψηλάντης, είχαν μεγάλες σχέσεις με το κίνημα των Ρώσων Δεκεμβριστών, ενώ η ίδια η Φιλική Εταιρεία, η oποία εμπνεύστηκε την ελληνική επανάσταση, είχε ως έδρα την Οδησσό.[31] Η ελληνική διανόηση ήταν δέκτης δύο διαφορετικών ρευμάτων: αφενός των επαναστατικών απόψεων που εμφανίστηκαν στη Ρωσία και αφετέρου των ιδεών που προέρχονταν από τον ελλαδικό χώρο.

Ως αποτέλεσμα των προβληματισμών που εμφανίστηκαν στην Ελλάδα δημιουργήθηκε έντονο δημοτικιστικό κίνημα στο Βατούμι και στο Σοχούμι μεταξύ του 1900-1917[32], ενώ η εξάπλωση των επαναστατικών ιδεών στις αρχές του αιώνα μας στους Έλληνες φοιτητές στα ρωσικά πανεπιστήμια εκφράστηκε με τη συμμετοχή τους στην αυθόρμητη εξέγερση του 1905. Χαρακτηριστικές περιπτώσεις Ελλήνων που συμμετείχαν στα γεγονότα ήταν ο Γιάννης Πασαλίδης, ο Γεώργιος Κωνσταντινίδης (ο οποίος αργότερα πήρε το ψευδώνυμο Σκληρός), ο Γεώργιος Φωτιάδης κ.ά. Η κύρια επίπτωση της εξέγερσης του 1905 στις ελληνικές κοινότητες της Ρωσίας ήταν η εθνική συσπείρωση. Η εμπορική τάξη των Ελλήνων αύξησε την επιρροή της στους Έλληνες εργαζόμενους, οι οποίοι ξεχώριζαν πλέον από τους εργαζόμενους των άλλων εθνικοτήτων.

Η πολιτική ενεργοποίηση των Ελλήνων και η κοινωνική τους άνοδος εκφράστηκε και στο χώρο των εντύπων. Η πρώτη εφημερίδα που κυκλοφόρησε ήταν ο Κόσμοςμε έδρα την Οδησσό. Mέχρι το 1908 ο Κόσμος ήταν η μοναδική ελληνική εφημερίδα της Ρωσίας. Κυκλοφορούσε στις ελληνικές κοινότητες της Ρωσίας, στον Πόντο και στις βαλκανικές χώρες. Ανέπτυξε δεσμούς με τον Τύπο της Αθήνας και δημιούργησε ένα ευρύ δίκτυο ανταποκριτών στο Λονδίνο, Παρίσι, Κωνσταντινούπολη, Σόφια, Βελιγράδι, Βουκουρέστι, Αθήνα. Το 1907 ο Κόσμοςέθεσε για πρώτη φορά το ζήτημα της οργάνωσης των Ελλήνων της Ρωσίας και της ένωσης των Ελλήνων του Καυκάσου και του Πόντου. Το 1907 ιδρύθηκε στην Οδησσό η πολιτική, φιλολογική και εμπορική εφημερίδα με το όνομα Φως. Ο εκδότης της νέας εφημερίδας ήταν ο Μ. Κυριαζής, εξέχων έμπορος παλιότερα στη Ρουμανία. Το 1908 εκδόθηκε στο Βατούμι από τον Τραπεζούντιο Π. Φιλιππίδη η φιλελεύθερη εφημερίδα Δράσις, η οποία ένα χρόνο αργότερα μετονομάσθηκε σεΕθνική Δράσις. Το κεφάλαιο για την έκδοση της εφημερίδας αυτής το εξασφάλισε ο επιχειρηματίας Σταύρος Γαληνός που κατοικούσε στο Βατούμι. Στόχος της ήταν η πληροφόρηση των Ελλήνων στις ακτές της Μαύρης Θάλασσας και στη Ρωσία. ΗΕθνική Δράσις και ο Κόσμος ανέπτυξαν ανταγωνιστικές σχέσεις. Την ίδια χρονιά κυκλοφόρησαν στην Τραπεζούντα η δισεβδομαδιαία εφημερίδα Φάρος της Ανατολής των αδελφών Σεράση και η εβδομαδιαία Ανεξάρτητος του Χ. Μηλόπουλου. Ο Κόσμος, στα πλαίσια του ανταγωνισμού με την Εθνική Δράσι,δημιούργησε δεσμούς με το Φάρο της Ανατολής, υπογράφοντας συμφωνία για τη διανομή του στον Πόντο μέσω των αντιπροσώπων της τραπεζουντιακής εφημερίδας.

Το 1909 ο Κόσμος πήρε την άδεια από τις αρχές της Οδησσού να εκδώσει ρωσόφωνη εφημερίδα με τίτλο Ruski Mir, ενώ στην Τραπεζούντα οι αδελφοί Σεράση εξέδωσαν την τουρκόφωνη Bahri Siyah. Την ίδια χρονιά κυκλοφόρησαν στο Ερζιγκιάν του Πόντου το περιοδικό Πόντος, στην Αμισό οι εβδομαδιαίες εφημερίδες Άγκυρα του Χ. Συμβουλίδη και Φως των αδελφών Συμεωνίδη και στην Τραπεζούντα ο Αστήρ του Πόντου του Θ. Γραμματικόπουλου. Οι ελληνικές εφημερίδες του Εύξεινου Πόντου πολιτικοποιήθηκαν και τοποθετήθηκαν στο πλευρό των πολιτικών δυνάμεων της Ελλάδας. Ο Κόσμος εξέφρασε το αντιβενιζελικό στρατόπεδο, ενώ το Φως και η Εθνική Δράσις τους βενιζελικούς. ΟΚόσμος αντιτάχθηκε στην προσέγγιση των φιλελεύθερων ομάδων του Καυκάσου από τον εκδότη της Εθνικής Δράσεως. Με άρθρο ενός Έλληνα από το Καρς τον κατήγγειλε ότι επιθυμούσε να διαιρέσει πολιτικά τους Έλληνες του Πόντου και της Ρωσίας.

Τα αριθμητικά μεγέθη

Δεκάδες χιλιάδες Έλληνες εγκατέλειψαν την Οθωμανική Αυτοκρατορία από το 1775 έως το 1884, για να εγκατασταθούν στη Ρωσία. Σύμφωνα με την πρώτη απογραφή της Ρωσικής Αυτοκρατορίας, που έγινε τον Ιανουάριο του 1897, οι Έλληνες ανέρχονται σε 207.536[33].

Στην πρώτη αυτή απογραφή προσδιοριζόταν και η γλωσσική κατάταξη των Ελλήνων. Από τους 207.536 Έλληνες οι 186.925 ήταν ελληνόγλωσσοι (101.706 άνδρες και 85.219 γυναίκες), ενώ 20.611 μιλούσαν την τουρκική ή την ταταρική γλώσσα και κατοικούσαν στη Μαριούπολη. Στην ευρωπαϊκή Ρωσία ζούσαν 101.945 Έλληνες και στην Υπερκαυκασία 105.169. Απ’ αυτούς 69.351, δηλαδή περισσότεροι από τους μισούς της ευρωπαϊκής Ρωσίας, ζούσαν στην περιοχή της Μαριούπολης. Άλλες μεγάλες συγκεντρώσεις Ελλήνων υπήρχαν στην Κριμαία με 18.048 άτομα, στο Κουμπάν με 20.137 άτομα, στο Καρς με 32.593, στην Τιφλίδα με 27.118 άτομα, στην Κουταΐδα με 14.482 κ.λπ. Στην Σιβηρία το 1897 ζούσαν 165 Έλληνες ενώ στην Κεντρική Ασία 97.

Η απογραφή αυτή έδινε αρκετά στοιχεία για την επαγγελματική κατάσταση των Ελλήνων. Το 70,89% ήταν αγρότες. Το υπόλοιπο 29.11% ήταν κυρίως επιχειρηματίες και βιοτέχνες. 5.000 Έλληνες ασκούν το εμπόριο ενώ 189 είναι δημόσιοι υπάλληλοι. Το εργατικό δυναμικό των ελληνόγλωσσων Ελλήνων αποτελούταν από 46.192 άνδρες και 3.886 γυναίκες, ενώ οι οικογένειές τους είχαν 55.514 άρρενα μέλη και 81.333 θήλεα. Στη συγκεκριμένη απογραφή ασκήθηκε δριμεία κριτική, γιατί κατέτασσε τις εθνότητες σύμφωνα με τη μητρική γλώσσα και όχι με βάση την εθνική καταγωγή και συνείδηση. Το μεγάλο πρόβλημα αυτής της μεθόδου φάνηκε και από το γεγονός ότι, ενώ υπήρχαν τουλάχιστον 150 εθνότητες, στην απογραφή του 1897 καταγράφηκαν οι 125.34
Δεκάδες εθνότητες αγνοήθηκαν τελείως εξαιτίας των μεθόδων της απογραφής και πιθανόν λόγω των πολιτικών σκοπιμοτήτων, εφόσον την ίδια περίοδο η πανσλαβιστική ιδεολογία κυριαρχούσε στο ρωσικό χώρο. Ο αριθμός των Ελλήνων που προέκυπτε από την απογραφή αυτή υπολειπόταν του πραγματικού πληθυσμιακού μεγέθους τους. Είναι γνωστό ότι την ίδια περίοδο στην Υπερκαυκασία υπήρχαν τουρκόφωνοι και αρμενόφωνοι ελληνικοί πληθυσμοί καθώς και ρωσόφωνοι στην ίδια τη Ρωσία, οι οποίοι δεν καταγράφηκαν, παρόλο που στην περιοχή της Μαριούπολης οι ταταρόφωνοι Έλληνες καταγράφηκαν από τους υπευθύνους ως Έλληνες. Την εποχή αυτή στο γενέθλιο χώρο των Ελλήνων της Ρωσίας, στο μικρασιατικό Πόντο, το ελληνικό στοιχείο υπερείχε των υπόλοιπων εθνοτήτων.

Το 1897 ο ελληνικός πληθυσμός της Ρωσίας ανερχόταν, σύμφωνα με τη Μεγάλη Σοβιετική Εγκυκλοπαίδεια, σε 462.000 άτομα. Ο αστικός πληθυσμός κατανεμόταν ως εξής: Βατούμι 29.000, Σοχούμι 8.000, Σότσι 1.000, Νοβοροσίσκ 17.000, Κρασνοντάρ 66.000 και Σεβαστούπολη 54.000. Για τους Έλληνες αγρότες, οι οποίοι κατοικούσαν σε 290 χωριά, οι αριθμοί που δίνονταν από την Εγκυκλοπαίδεια ήταν: περιοχή Καρς 80.000, περιοχή Τιφλίδας 50.000, περιοχή Βατούμι 13.000, περιοχή Σοχούμι 48.000, περιοχή Σότσι 10.000, περιοχή Κουμπάν 7.000, Κριμαία 9.000, περιοχή Μαριούπολης 70.000.[35]

Το 1914 η πληθυσμιακή σύνθεση των εθνοτήτων στο μικρασιατικό Πόντο ήταν η εξής: μουσουλμάνοι 1.006.000, χριστιανοί Έλληνες 696.495, Αρμένιοι 60.000. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η εθνική σύνθεση της ομάδας των μουσουλμάνων: Τούρκοι 420.000, εξισλαμισμένοι Έλληνες 190.000, κρυπτοχριστιανοί Έλληνες 43.000, άλλες εθνότητες (Κιρκάσιοι, Λαζοί, Σάνοι, Αμπχάζιοι, Γεωργιανοί, Κιζιλπάσηδες κ.λπ.) 352.000.[36]

Την περίοδο του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου κατέφυγαν στη Ρωσία περίπου 160.000 Έλληνες, λόγω της αποχώρησης των ρωσικών στρα­τευμάτων από τον Καύκασο και τον ανατολικό Πόντο. Οι ίδιοι οι Έλληνες, μετά το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, έδιναν νούμερα που κυμαίνονταν από 400.000 άτομα ως 750.000. Ο Α. Ζαπάντης θεωρούσε ότι ο πραγματικός πληθυσμός βρίσκεται μεταξύ 400.000 και 450.000. Στα ίδια πλαίσια κυμαινόταν και η εκτίμηση της εφημερίδας Ελεύθερος Πόντος του Βατούμι, η οποία υπολόγιζε τους Έλληνες της Ρωσίας σε 450.000 άτομα.[37] Από τα υλικά του Πανελληνίου Συνεδρίου του Ταϊγάν του 1917, προέκυπτε ότι ο ελληνικός πληθυσμός ανερχόταν σε 750.000 άτομα.[38] Ο αριθμός 650.000 εμφανιζόταν και σε διάφορες άλλες ελληνικές εκτιμήσεις.[39]

Σε αναφορά του Κεντρικού Συμβουλίου του Συνδέσμου των εν Ρωσία Ελλήνων προς την ελληνική κυβέρνηση αναφερόταν ότι «… άπαντες δε οι Έλληνες της Ρωσσίας δύνανται να υπολογισθώσιν εις 600 περίπου χιλιάδας.»[40] Στη στατιστική του Κεντρικού Συμβουλίου ο συνολικός πληθυσμός των Ελλήνων υπολογιζόταν σε 650.000 και κατανεμόταν ως εξής:

-Στην περιφέρεια Καρς σε 72 χωριά 70.000,

-στην περιφέρεια Τσάλκας σε 43 χωριά 50.000,

-στην περιφέρεια Βατούμι και κυβερνείου Κουταϊδας 20.000,

-στην παραλία Αντικαυκάσου επί του Ευξείνου (Σοχούμι, Γκάγκρα, Άντλερ, Σότσι, Τουαψέ, Νοβοροσίσκ, Ανάπα και περίχωρα αυτών) 80.000,

-στον υπόλοιπο Αντικαύκασο (κεντρικό και ανατολικό) 15.000,

-στο Βόρειο Καύκασο (κυβερνεία Νταγεστάν, Τερέκ, Σταυρούπολης και Κουμπάν) 100.000,

-στους συνοικισμούς γύρω από την Αζοφική Θάλασσα εκτός της Μαριούπολης 15.000,

-στη Μαριούπολη και 23 χωριά της περιφερείας της 170.000,

-στη Χερσώνα, Νικολάγιεφ, Οδησσό και περίχωρα 35.000,

-στη Κριμαία 60.000 και

-στο εσωτερικό της Ρωσίας 50.000.[41]

Σχετικά αξιόπιστη μπορεί να θεωρηθεί η απογραφή της ελληνικής αποστολής του υπουργείου Περιθάλψεως που διενεργήθηκε το 1919. Στις περιοχές που δεν ήταν δυνατόν να γίνει απογραφή, λόγω της μπολσεβικικής επέκτασης, η εκτίμηση του μεγέθους του ελληνικού πληθυσμού βασίστηκε σε ελεγχόμενα στοιχεία και στατιστικές πληροφορίες. Η απογραφή έδινε τα εξής μεγέθη:

Υπερκαυκασία

–Αρμενία: Καρς (πόλη και περίχωρα) 4.500, Σαρίκαμις (8 χωριά) 1.500, Καγισμάν (6 χωριά) 1.450, Χωροσάν (9 χωριά) 5.400, Όλτη (7 χωριά) 2.100, Γκιόλια (13 χωριά) 6.950, Αρνταχάν (7 χωριά) 6.000, Αλεξανδρούπολις (πόλη και περίχωρα) 2.100, Εριβάν (πόλη) 350. Σύνολο: 30.350.

–Γεωργία: Τιφλίδα (πόλη και περίχωρα) 5.500, Τσάλκα (περί τα 60 χωριά) 35.000, Βατούμι (και τα πέριξ 5 χωριά) 20.000, Πότι (πόλη και περίχωρα) 850, Σοχούμι (περί τα 40 χωριά) 45.000, Γκάγκρα και Κουταούτα (8 χωριά) 3.500, Σότσι (το τμήμα που ανήκει στη Γεωργία) 3.000.

Σύνολο: 112.850.

Ουδέτερη ζώνη

-Το ουδέτερο τμήμα μεταξύ Αρμενίας-Γεωργίας-Αζερμπαϊτζάν (6 χωριά): 7.500

-Μπολσεβικικές περιφέρειες που γειτονεύουν με τη Γεωργία: Σότσι (πόλη και περίχωρα) 11.500, Λαζαρόφσκι 6.500. Σύνολο: 18.000.

-Τμήμα βορείου Καυκάσου και νότιας Ρωσίας: Βλαδικαυκάς και Γκρόσνι 10.000, Σταυρούπολη-Πετιγκόρσκ 20.000, Κουμπάν 30.000, Κυβερνείο Μαύρης Θάλασσας 25.000, Κριμαία 70.000, Μαριούπολη 170.000, Ροστόβ και Ταϊγάνιον (Τανγκανρόκ) 15.000, Χερσών-Νικολάγεφ-Οδησσός 35.000.

Σύνολο: 375.000.

Υπόλοιπα

Αζερμπαϊτζάν 15.000, Βόρεια Ρωσία 35.000.

Σύνολο: 50.000.

Με την απογραφή αυτή ο ελληνικός πληθυσμός υπολογίζεται σε 593.700 άτομα.[42]

Το 1920 οι σοβιετικοί απέγραψαν τον πληθυσμό της Ρωσίας, ο οποίος αριθμούσε 134,2 εκατομμύρια. Οι Έλληνες υπολογίστηκαν σε 203.050 άτομα. Κατανέμονταν δε ως εξής:

Στην Ουκρανία 103.968 (στο Ντονιέτσκ 96.803, στην Οδησσό 5.444, στο Κίεβο 358 κ.λπ.)

Στην Κριμαία 23.848

Στην περιοχή Κουμπάν και Μαύρης Θάλασσας 65.285 (Σταυρούπολη 3.502 κ.λπ)

Στην ευρωπαϊκή Ρωσία 25.064, (Μόσχα 344, Πετρούπολη 304 κ.λπ.),

Στη Σιβηρία 187

Στην Κιργιζία 344 κ.λπ.[43]

Οι πολιτικές και πολεμικές συνθήκες της περιόδου που πραγματοποιήθηκε αυτή η απογραφή δικαιολογούν τις αποκλίσεις από άλλες εκτιμήσεις για το πραγματικό μέγεθος του ελληνικού πληθυσμού. Στην απογραφή αυτή δεν περιλαμβάνονταν οι Έλληνες εκτεταμένων περιοχών της Υπερκαυκασίας, οι οποίες δε βρίσκονταν τότε υπό σοβιετικό έλεγχο.

Όσοι από τους Έλληνες της Ρωσίας δεν είχαν πάρει τη ρωσική υπηκοότητα, είχαν στη συντριπτική τους πλειοψηφία την οθωμανική. Στην κατηγορία αυτή ανήκε το σύνολο σχεδόν των προσφύγων από το μικρασιατικό Πόντο κατά τα γεγονότα της πρώτης εικοσαετίας του αιώνα μας. Κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου η επίσημη ελληνική πολιτική ενέδωσε στις πιέσεις των Ελλήνων της Ρωσίας και χορήγησε την ελληνική υπηκοότητα, κυρίως στους πρόσφυγες από τον Πόντο και τον Καύκασο.[44]

Η γενοκτονία στο μικρασιατικό  Πόντο και η ρωσική επανάσταση του ’17

Ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος προσέφερε στον τουρκικό εθνικισμό το απαραίτητο πολιτικό πλαίσιο για να υλοποιήσει την απόφαση για εξόντωση των χριστιανικών ομάδων της Αυτοκρατορίας. Οι πρώτοι διωγμοί ξεκινούν από την Ανατολική Θράκη με τη βίαιη μετακίνηση του ελληνικού πληθυσμού. Ακολουθούν μεγάλες διώξεις κατά των Ελλήνων της Δυτικής Μικράς Ασίας για να κορυφωθούν με τη γενοκτονία στο μικρασιατικό Πόντο. Θύματα των εκτεταμένων εθνικών εκκαθαρίσεων υπήρξαν οι περισσότερες γηγενείς χριστιανικές ομάδες, πλην των λεγόμενων Φραγκολεβαντίνων και των ελάχιστων τουρκοορθόδοξων. Οι μονοφυσίτες (Αρμένιοι, Ασσύριοι και λίγοι Κούρδοι), οι ορθόδοξοι (Έλληνες στον Πόντο, την Ιωνία, την Καππαδοκία και την Ανατολική Θράκη, καθώς και Άραβες Σύριοι στον οθωμανικό Νότο), οι προτεστάντες (Αρμένιοι και Έλληνες) και οι καθολικοί (Αρμένιοι και Άραβες), ανέρχονταν σε τέσσερα εκατομμύρια περίπου.

Ήταν τέτοια η ένταση και η έκταση των διωγμών, ώστε ακόμη και οι Γερμανοαυστριακοί, σύμμαχοι των Τούρκων διατύπωσαν εγγράφως τις αντιρρήσεις τους: «Είναι σαφές ότι οι εκτοπισμοί του ελληνικού στοιχείου δεν υπαγορεύονται ουδαμώς από στρατιωτικούς λόγους και επιδιώκουν κακώς εννοουμένως πολιτικούς σκοπούς.»[45] Την ίδια άποψη εξέφραζαν και σώφρονες Τούρκοι, όπως ο Βεχήπ πασάς, ο οποίος υποστήριζε ότι ο εκτοπισμός των Ελλήνων ήταν περιττός από στρατιωτικής άποψης.[46] Σχεδόν συγχρόνως ο Αυστριακός πρόξενος της Αμισού Κβιατόφσκι ανέφερε σε υπηρεσιακή επιστολή του ότι ο εκτοπισμός των Ελλήνων της ποντιακής παραλίας βρισκόταν στο πλαίσιο του προγράμματος των Νεοτούρκων, με το οποίο επιδιωκόταν η εξασθέ­νηση του χριστιανικού στοιχείου. Θεωρούσε ο ίδιος ότι η καταστροφή αυτή θα είχε μεγαλύτερη απήχηση στην Ευρώπη απ’ ότι οι σφαγές που είχαν διαπράξει κατά των Αρμενίων.[47] Oι φόβοι του Κβιατόφσκι εδράζονταν στη διαπίστωσή του ότι η καθολική εξόντωση του ελληνικού στοιχείου ήταν επιθυμία του τουρκικού λαού.[48] Εξάλλου, του είχε ειπωθεί από ανώτερους Τούρκους ότι: «Τελικά πρέπει να κάνουμε με τους Έλληνες ό,τι κάναμε με τους Αρμένιους… Πρέπει με τους Έλληνες, τώρα να τελειώνουμε.»[49]

Εκτός από την περιοχή του Πόντου, οι Τούρκοι εξαπέλυσαν διώξεις και κατά του ελληνικού πληθυσμού του Καυκάσου. Το 1915, όταν ο τουρκικός στρατός προέλαυνε στην περιφέρεια του Καρς, πλήθη Ελλήνων προσφύγων εγκατέλειψαν τις περιοχές τους φοβούμενοι τις σφαγές.[50] Στις εκθέσεις της επιτροπής του ελληνικού υπουργείου Περιθάλψεως, που στάλθηκε στον Πόντο και στον Καύκασο το 1919 για την καταγραφή των προβλημάτων του ελληνικού πληθυσμού, αναφέρθηκαν οι τρόποι που χρησιμοποιήθηκαν για τη θανάτωση περισσότερων από διακόσιες χιλιάδες άτομα.[51] Ενδια­φέρον έχει η επισήμανση του συνταγματάρχη Δ. Καθενιώτη, σε δική του έκθεση προς τον πρωθυπουργό της Ελλάδας Ελ. Βενιζέλο, για τους λόγους της γενοκτονίας των Ελλήνων στον Πόντο:«Παρ’ όλην την απομάκρυνσίν του, ο Πόντος δεν εξέρχεται της σφαίρας της γενικής δράσεως της Ελλάδος… Είναι δε εις θέσιν οι Πόντιοι να αποτελέσουν τους Φρουρούς του Ελληνισμού. Εν πρώτοις είναι έργον εις το οποίον έχουν συνειθίσει από αιώνων. Περιλαμβανόμενοι εν τη απομακρύνσει των από ξένα φύλα, παλαίοντες διαρκώς προς αυτά, αφομοιούντες παρά αφομοιούμενοι, αποτελούσι τον ισχυρότερον τύπον Ελληνικής Φυλής. Ουδείς Φραγκο­λεβαντινισμός, απεναντίας μίσος και απέχθεια προς παν το ξενικόν. Δι’ αυτάς ακριβώς τας αρετάς, η Τουρκία, η οποία έβλεπε μακρύτερα αφ’ ότι εσυνειθίσαμεν να νομίζωμεν, τους διέλυσε, τους διέσπασε και τους επέταξε βαθμιαίως έξω του Βασιλείου της.»[52]

To Μάρτιο του 1917 εκδηλώνεται η αστική επανάσταση στη Ρωσία που ανέτρεψε την τσαρική απολυταρχία. Στις 23 και 24 Φεβρουαρίου (8 και 9 Μαρτίου με το νέο ημερολόγιο), κατόπιν αιματηρών συγκρούσεων, συνελήφθησαν και φυλακίστηκαν τα μέλη της κυβέρνησης. Την αρχή ανέλαβε η Μεγάλη Ανωτάτη Επιτροπή, η οποία αποτελούνταν από τα φιλελεύθερα και ριζοσπαστικά στοιχεία της Δούμας (Ρωσική Βουλή). Η Επιτροπή διόρισε Προσωρινή Κυβέρνηση υπό την προεδρία του Πρίγκιπα Λβόφ, η οποία αναγνωρίστηκε αμέσως από τους συμμάχους. Στις 2 Μαρτίου ο τσάρος εξαναγκάστηκε σε παραίτηση υπέρ του αδελφού του, πρίγκιπα Μιχαήλ. Παράλληλα οι οργανωμένοι σε συμβούλια (σοβιέτ) εργάτες της Πετρούπολης επέβαλαν στην κυβέρνηση τον Κερένσκι, εξαναγκάζοντας τον Μιχαήλ σε παραίτηση.[53]

H Προσωρινή Κυβέρνηση διακήρυξε αμέσως με την ανάληψη της εξουσίας ότι θα συνέχιζε τον κοινό αγώνα κατά των κεντρικών δυνάμεων. Η δημιουργία όμως σοβιέτ στρατιωτών στο μέτωπο οδηγούσε στην αποσύνθεση του ρωσικού στρατού. Η κυβέρνηση δεν ασκούσε στην πραγματικότητα καμιά εξουσία. Οι διαταγές της Προσωρινής Κυβέρνησης ανατράπηκαν από το Συμβούλιο των στρατιωτών και εργατών, που έδρευε στην Πετρούπολη. Ο ανεφοδιασμός του μετώπου και των διαφόρων πόλεων αποδιοργανώθηκε, εφόσον οι σιδηρόδρομοι μετέφεραν λιποτάκτες και επαναστάτες. Οι εξελίξεις αυτές επέδρασαν άμεσα στο μέτωπο των πολεμικών επιχειρήσεων στον Πόντο. Η προέλαση σταμάτησε. Η Προσωρινή Κυβέρνηση του Κερένσκι φάνηκε αποφασισμένη να ανεχτεί την κατάσταση που είχε διαμορφωθεί στην Τραπεζούντα με το ελληνικό καθεστώς. Στις περιοχές που είχε καταλάβει ο ρωσικός στρατός δημιουργήθηκαν σοβιέτ, δηλαδή επαναστατικές επιτροπές, στις οποίες συμμετείχε και ο μητροπολίτης Χρύσανθος.[54] Οι Έλληνες, κυρίως όσοι υπηρετούσαν στο ρωσικό στρατό, συμμετείχαν στις διαδικασίες αυτές. Υπολογίζονται σε τρία συντάγματα. Συμμετείχαν επίσης και οι Έλληνες του Καυκάσου, οι οποίοι έγιναν γνωστοί ως Ποντοκαυκάσιοι.[55]Ενδεικτικό στοιχείο αυτής της συμμετοχής ήταν η διακυβέρνηση του νομού Καρς από τέσσερις κομισάριους, έναν Αρμένιο, ένα μουσουλμάνο, ένα Ρώσο και έναν Έλληνα.[56]

Η ανατροπή του τσαρικού απολυταρχισμού επέτρεψε στις ιδέες του διαφωτισμού να απλωθούν στο χώρο. Άρχισαν να εμφανίζονται χωριστικά εθνικά κινήματα. Ο Καύκασος, η Κριμαία, η Ουκρανία, η Πολωνία, η Φιλανδία, οι Κοζάκοι του Ντον, οι χώρες της Κεντρικής Ασίας και η Σιβηρία ακόμα αποσπάστηκαν από την τσαρική αυτοκρατορία και κήρυσσαν την ανεξαρτησία τους. Οι Έλληνες της Ρωσίας αντιμετώπισαν θετικά την ανατροπή του τσαρισμού, ο οποίος «κατέπνιγε την φωνήν των αληθών τέκνων του τυραννούμενου λαού».[57] Οι ιδέες της ελευθερίας και της ανεξαρτησίας τους οδήγησαν στο δρόμο της πολιτικής τους οργάνωσης για την κατάκτηση των δικαιωμάτων τους. Η κατάρρευση του ρωσικού κολοσσού αφύπνισε πολλές συνειδήσεις Ελλήνων.[58] Η στράτευση στην εθνική υπόθεση εμπόδισε σε μεγάλο βαθμό τη διείσδυση των μπολσεβίκικων ιδεών στους Έλληνες της Ρωσίας.[59] Μεγάλη ήταν επίσης η αίγλη της Ελλάδας και η επιρροή που ασκούσε στους ομοεθνείς πληθυσμούς του ρωσικού χώρου.[60]

Ο Χριστόφορος Τσέρτικ από το Καρς γράφει: «Με τις πρώτες μέρες της μεγάλης Ρωσικής επανάστασης σημειώθηκε αυθόρμητη εκδήλωση των Κοινοτήτων για πολιτική οργάνωση που μάλλον έκλινε προς μια αδιαίρετη δημιουργία του Εθνικού κέντρου… Μέσα σε δύο χρόνια, απ’ το Μάρτιο του 1917 ως το τέλος του 1919 συνεκλήθησαν τρία τοπικά Εθνικά Συνέδρια (σ.τ.σ. του Καρς) και δύο Γενικά στην Τιφλίδα.»[61]

Στο χώρο του Καυκάσου εμφανίστηκαν ακόμα και ελληνικά πολιτικά κόμματα. Στο Βατούμι ιδρύθηκε το Ελληνικό Δημοκρατικό Κόμμα, το οποίο εξαρχής δήλωσε ότι υποστηρίζει τις δημοκρατικές αρχές και ότι «αναγνωρίζει το μάλλον τέλειον πολίτευμα, την Δημοκρατία…» Το πρόγραμμα του κόμματος αυτού είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Τάχθηκε αλληλέγγυο προς τις τάσεις ανεξαρτησίας των διαφόρων εθνικοτήτων προς αυτοδιοίκηση και σχηματισμό αυτονομιών, ενώ συγχρόνως ζήτησε να γίνουν σεβαστά τα δικαιώματα των εθνικοτήτων που μειοψηφούσαν μέσω της παραχώρησης εθνικοεκπαιδευτικής αυτοδιοίκησης. Υποστήριζε ότι τέτοιες αυτοδιοικήσεις θα επιτρέψουν σ’ όλες τις εθνικότητες και ιδιαίτερα στους Έλληνες, την επίλυση των εθνικών και πολιτισμικών προβλημάτων σε μεγάλο βαθμό. Παίρνοντας θέση στις εσωτερικές εξελίξεις της Ρωσίας, το Ελληνικό Δημοκρατικό Κόμμα ζητούσε τον καθορισμό ανώτατου ορίου ιδιοκτησίας γαιών και την απαλλοτρίωση όσων ξεπερνούσαν το καθορισμένο όριο. Ζητούσε επίσης την πλήρη ισότητα των γυναικών με την επέκταση των πολιτικών δικαιωμάτων. Για το κοινωνικό ζήτημα ζητούσε την άμεση κατάργηση των κοινωνικών τάξεων, βαθμών, τίτλων κ.λπ., ενώ για το εργατικό ζήτημα υποστηρίχθηκε ότι το κράτος πρέπει να δρα διαμεσολαβητικά μεταξύ των εργατών και των εργοδοτών τους και να ελέγχει τις συνθήκες εργασίας. Για το ελληνικό ζήτημα το κόμμα ζητούσε την αυτονομία της Ελληνικής Εκκλησίας της Ρωσίας, την εθνικοποίηση των σχολείων και την καθιέρωση υποχρεωτικής και δωρεάν παιδείας.[62]

(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)

Του ΒΛΑΣΗ ΑΓΤΖΙΔΗ1

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[31] Για το ρόλο των Ελλήνων της Ρωσίας στην ελληνική εθνεγερσία βλ.: G. L. Ars, «Gretseskoe Kommertserskoe ucolistse Odessy v 1817-1830 gg.-Iz Νovogretseskogo Orosvestseniya», Balkanskie Issledovanija, τόμ. 10 1987, Χίλια Χρόνια Ελληνισμού-Ρωσίας, Αθήνα, εκδ. Γνώση, 1994.

[32] Σταύρος Κανονίδης, «Διαμαρτήρηση», περ. Ο Νουμάς, τόμ. 9,, 1911, σελ.348, Παναγιώτης Νούντσος, Η σοσιαλιστική σκέψη στην Ελλάδα, τ. Β’, Αθήνα, εκδ. Γνώση, 1993, σελ.488-490.

[33] Ανδρέας Η. Ζαπάντης, Ελληνοσοβιετικές σχέσεις 1917-1941, Αθήνα, εκδ. Εστία, 1989, σελ.24. O συνολικός πληθυσμός της Αυτοκρατορίας ανέρχονταν σε 126.411.736 κατοίκους.

[34] Στην απογραφή του 1926 καταγράφηκαν 195 εθνότητες Δηλαδή μόλις 29 χρόνια μετά την πρώτη καταγραφή βγήκαν στο φως άλλες 70 εθνότητες

[35] Ι. Paraskevopoulos, «Doklad Mandatnoi Komissii», Materiali i Vsesoyiuznogo sezda Grekof SSSR, Γελεντζίκ, 1991, σελ.41.

[36] Kostas Fotiadis, Die islamisierung Kleinasiens und die kryp­tochristen des Pontos, Tύμπιγκεν, 1985.

[37] «Οι Πόντιοι Έλληνες του Καυκάσου», εφημ. Ελεύθερος Πόντος, αριθ. 85, 2 Μαΐου 1921, σελ.1.

[38] Mιχ. Χρ. Αιλιανού, Το έργον της ελληνικής περιθάλψεως, Αθήνα, εκδ. Υπ.Εξ., 1921, σελ.88.

[39] Πανάρ. Τοπαλίδης, Ο Πόντος ανά τους αιώνας, Δράμα, 1929, σελ. 246, Ισ. Λαυρεντίδης, «Μετοικεσία Καυκασίων 1895-1907», περ. Αρχείον Πόντου,τόμ. 31, σελ.408.

[40] ΑΥΕ (Αρχείο Υπουργείου Εξωτερικών), υπόμνημα του Κεντρικού Συμβουλίου του Συνδέσμου των εν Ρωσσία Ελλήνων, Β/33.

[41] Θεολόγος Γ. Παναγιωτίδης, Ο εν Ρωσία ελληνισμός, Αθήνα, εκδ. Δ. Τρέμπελα, 1919, σελ.8-9.

[42] Μιχ. Χρ. Αιλιανού, ό.π., σελ.90-94.

[43] Ανδρέας Ζαπάντης, ό.π., σελ.27.

[44] ΣΔΡΕ, αρ. πρ. 740/ 30-1- 1935.

[45] Πολυχρόνης Κ. Ενεπεκίδης, «Οι διωγμοί των Ελλήνων του Πόντου (1908-1918), βάσει των Ανεκδότων Εγγράφων και Κρατικών Αρχείων της Αυστροουγγαρίας», ό.π., σελ.13.

[46] Πολυχρόνης Κ. Ενεπεκίδης, Γενοκτονία στον Εύξεινο Πόντο. Διπλωματικά Έγγραφα από τη Βιέννη (1909-1918), ό.π., σελ.161.

[47] Πολυχρόνης Κ. Ενεπεκίδης, «Οι διωγμοί των Ελλήνων του Πόντου (1908-1918), βάσει των Ανεκδότων Εγγράφων και Κρατικών Αρχείων της Αυστροουγγαρίας», ό.π.

[48] Πολυχρόνης Κ. Ενεπεκίδης, Γενοκτονία στον Εύξεινο Πόντο. Διπλωματικά Έγγραφα από τη Βιέννη (1909-1918), ό.π., σελ.158.

[49] Πολυχρόνης Κ. Ενεπεκίδης, ό.π., σελ.139-140.

[50] Ν. G. Volkof, Kavkaski ethnografitseski sbornik, Μόσχα, εκδ. Νάουκα, 1969, σελ.9.

[51] Ριζούντιος, «Τα γεγονότα της Ριζούντος», εφ. Ελεύθερος Πόντος, Βατούμι, αριθ. 4, 26 Ιουνίου 1919, Μιχ. Χρ. Αιλιανός, ό.π., σελ.85-86.

[52] Δ. Καθενιώτης, «Έκθεσις των ενεργειών μου σχετικώς με το ζήτημα του Πόντου», Οι Έλληνες του Πόντου υπό τους Τούρκους (1461 – 1922), επιμ. Ο. Λαμψίδης, Αθήνα, 1965, σελ.93-94.

[53] Michell Heller-Aleksandr Nekrich, Utopia in Power,Λονδίνο, έκδ. Hutch­inson, 1986, σελ.29-33.

[54] Ο Χρύσανθος είχε έρθει σε επαφή με τις σοσιαλιστικές ιδέες από το 1907, όταν ταξίδεψε στο Βερολίνο μαζί με το φίλο του Γεώργιο Κωνσταντινίδη, που έγινε γνωστός με το ψευδώνυμο Σκληρός (Χρυσάνθου Αναμνήσεις: Βιογραφικαί Αναμνήσεις του Αρχιεπισκόπου Αθηνών Χρυσάνθου του από Τραπεζούντος 1881-1949, επιμ. Γ. Ν. Τασούδης, Αθήνα, 1970.) Οι σοσιαλιστικές ιδέες φαίνεται ότι επηρέασαν το Χρύσανθο, εφόσον σε διάφορα άρθρα του προβαίνει σε θετικές νύξεις. Επιπλέον, η προσωπική του θέση για το γλωσσικό ζήτημα, τον τοποθετούσε στο δημοτικιστικό χώρο. Διαφωτιστική είναι η εργασία: Οδυσσεύς Λαμψίδης, «Γ. Σκληρός και μητροπολίτης Χρύσανθος Φιλιππίδης», περ. Ιστορικά, τόμ. 12, τεύχ. 23, Δεκέμβριος 1995, σελ. 351-368.

[55] Nίτσα Γαβριηλίδου, Ο πατέρας μου Κώστας Γαβριηλίδης, Αθήνα, 1987, σελ. 25.

[56] Χ. Σαμουηλίδης, ό.π., σελ. 45.

[57] «Φωνή Δικαιοσύνης», εφημ. Ήλιος, Οδησσός, 18 Ιουνίου 1917, σελ. 1.

[58] Θεολόγος Γ. Παναγιωτίδης, ό.π., σελ.16.

[59] Ν. Ν. Ioannidi, Greki v Abhazii, Σοχούμι, εκδ. Alatsara, σελ. 23-26.

[60] Μια από τις πρώτες κινήσεις των μπολσεβίκων μετά την κατάληψη της νότιας Ρωσίας είναι η συκοφάντηση της Ελλάδας και το σπάσιμο αυτού του ηθικού δεσμού. Σε άρθρο της περιόδου αυτής διαβάζουμε σε ελληνική κομμουνιστική εφημερίδα της νότιας Ρωσίας: «Aλήθεια αυτοί οι πατριώτες τόσο ανόητοι είναι, δεν κατάλαβαν πως η Ελλάδα τους είναι οργανέτο των μεγάλων καπιταλιστών, των μεγάλων προστάτιδων δυνάμεων». («Απ’ τα κεραμίδια», εφημ.Σπάρτακος,Νοβοροσίσκ, αρ. 20, 2 Ιουλίου 1921, σελ.1).

[61] Χριστόφορος Τσέρτικ, Στις επάλξεις του Κάρς, Λάρισα, 1985, σελ.91.

[62] ΑΥΕ, πρεσβεία Πετρουπόλεως προς Υ.Ε., Β/42, 1174/1/14-8-1917.

 

PAGAN http://www.antibaro.gr

About sooteris kyritsis

Job title: (f)PHELLOW OF SOPHIA Profession: RESEARCHER Company: ANTHROOPISMOS Favorite quote: "ITS TIME FOR KOSMOPOLITANS(=HELLINES) TO FLY IN SPACE." Interested in: Activity Partners, Friends Fashion: Classic Humor: Friendly Places lived: EN THE HIGHLANDS OF KOSMOS THROUGH THE DARKNESS OF AMENTHE
This entry was posted in HISTORIC THEMES and tagged , , , . Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Please log in using one of these methods to post your comment:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.