ΧΡΟΝΙΚΟΝ ΤΟΥ ΜΑΧΑΙΡΑ (D– B6)


(ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΑΠΟ  21/09/2016)

§199.-Ὁ ρήγας ἀρμάτωσεν πολλὰ κάτεργα νὰ πάρουν τὸ πλέρωμαν τοὺς λᾶς εἰς τὴν Ἀταλείαν τοὺ(ς) σολδάτους καὶ βιτουάλιαν. Θωρῶντα ὁ ρήγας πῶς δὲν ἦλθεν ἡ σατία ἀπὸ τὴν Ἀλεξάνδραν, ἦτον πολλὰ περίλυπος, καὶ ὥρισεν τὸν μισὲρ Τζουὰν Μουστρή, τὸν εἶχεν βάλειν καπετάνον εἰς τὴν αὐτὴν ἀρματωσίαν, νὰ μὲν σκαλέψη ὥστη νὰ τοῦ μηνύσῃ ὁ ρήγας.

§200.-Θεωρῶντα ὁ λαὸς τῆς Ἀταλείας, ὅτι ὁ ρήγας δὲν ἔπεψεν τὸ πλέρωμάν τους καὶ βιτουάλιαν κατὰ τὸν καιρόν, εἶπασιν: «Ὁ ρήγας ἐλησμόνησέν μας.» Καὶ ε(ἰ)ς τοῦτον ἔππεσεν ἔχθρα εἰς τὸ μεσόν τους. Ὁ σὶρ Λίουνκεν (τ᾿ Ἀ)τιαμὲς ὁ καπετάνος ἐκουβερτίαζέν τους μὲ γλυκεῖα λογία ν᾿ ἀπομείνουσιν καὶ δὲν ἠμπόρε νὰ τοὺς ταπεινώσῃ· Καὶ ἦτον ἕνας μάστρος ὀνόματι Πιὲρ Κανὲλ καὶ ἐπονηρεῦγε τους εἰς τὴν τοιούτην λογήν, ὅτι ἐρεβελιάσαν καὶ ἐπῆραν καὶ τὸ ἀνοικτάριν ἀπὸ τὸ χέριν τοῦ καπιτάνου, λαλῶντα νὰ τὸ στρέψουν τοὺς Τούρκους· καὶ ἐδιάβασαν μεγάλον φόβον καὶ ἔννοιαν. Καὶ ὁ καπετάνος ἐποῖκεν τόσον καὶ ᾿κρατῆσεν τους, καὶ ἐβαστάξαν ἕως τὸν καιρὸν καὶ ἐμήνυσεν τοῦ ρηγὸς μοναῦτα ν᾿ ἀναγκαστῇ νὰ πέ(ψῃ) τὸ πλέρωμάν τους. Καὶ μανθάνοντά το ὁ ρήγας πολλὰ τὸ ἐπικράνθη, καὶ [πάλε ἐννοιάζετον διὰ τὴν σατίαν διὰ νὰ ξεύρῃ μαντάτον ἀπὸ τὸν σουλτάνον.] Ἐμήνυσεν ὁ ρήγας τοῦ ἀμιράλλη νὰ μηνύσῃ τοὺς λᾶς ν᾿ ἀρματώσῃ ὅσα ξύλα ἐμπορήσῃ· καὶ μοναῦτα ἀρμάτωσεν κηʹ κάτεργα, χωρὶς τὰ δʹ τῆς Ρόδου τὰ εὑρέθησαν εἰς τὴν Ἀμόχουστον, καὶ εἶχεν καὶ πολλὰ ἄλλα μικρά, καὶ ἐβάλαν καραβοκυροὺς τοὺς κάτωθεν δηλημένους: πρῶτον τὸ κάτεργον τοῦ ρηγός· βʹ, τοῦ πρίντζη· γʹ, τοῦ μισὲρ Τζουὰν τε Ἰμπελή· δʹ, τοῦ μισὲρ Φιλίμπο Ταπεργή· εʹ, τοῦ κούντη, μισὲρ Τζουὰν τε Ἰμπελή· Ϛʹ, τοῦ μισὲρ Τζουὰν τε Μόρφου, κούντξ τε Ρουχᾶς· ζʹ, μισὲρ Ὀνγγὲτ τε Λουζουνία, πρίντζης· ηʹ, ὁ μισὲρ Φρεραμοῦντες, ἀφέντης τῆ(ς) Σπάρας· θʹ, ὁ μισὲρ Σιμοὺν Τενόρες, μαριτζᾶς Ἱεροσολύμων· ιʹ, μισὲρ Τζουὰν τε Πριές· ιαʹ, μισὲρ Τζουὰν Πετουὴ Λουζουνίας· ιβʹ, σὶρ Γιλιὰμ Βισκούντης· ιγʹ, σὶρ Τζουὰν τε Λαφιέτ· ιδʹ, σὶρ Τουμᾶς τε Μουντολὶφ τῆς Κλίρου· ιεʹ, Τζουὰν τ᾿ Ἀντζιότζε· ιϚʹ, σὶρ Τουμᾶς τε Βερνή· ιξʹ, σὶρ Ρογὲρ δε Μουντολίφ· ιηʹ, σὶρ Τζάκε τε Μουντεζάρ· ιθʹ, σὶρ Χαρρὴν τε Μουζεζάρτ· κʹ, σὶρ Τζουὰν τα Μουστρή· καʹ, σὶρ Πιὲρ Μαλοζὲ· κβʹ, σὶρ Τζουὰν τα Μάρ· κγʹ, σὶρ Μαρρὴν Κορνέρ· κδʹ, σιρ Λιοὺν Σπινόλα· κε, σὶρ Τζουὰν Λασκάρης· κϚ, σὶρ Πρίμου τε Λα Βότα· κζʹ, σὶρ Ἀλφοὺν Φαρράντ· κηʹ, τὸ κάτεργον τοῦ ἐπισκόπου τῆς Κᾁπρου· κθʹ, ἡ συντροφία τοῦ σὶρ Τζουὰν τε Λαβίες.

§201.-Καὶ τῇ κϚʹ μαγίου ͵ατξζʹ Χριστοῦ ἐξέβην ὁ ρὲ Πιὲρ μὲ οὕλην τὴν ἀρμάδαν καὶ ἐπῆγεν εἰς τὴν Ἀταλείαν· καὶ ὅσον ἀπεσῶσαν ἔκοψεν τὴν κεφαλὴν τοῦ μάστρε Πιὲρ Κανὲλ ὅπου ἔτον ἡ ἀφορμὴ τοῦ σκαντάλου, καὶ ᾿ποῖκεν πλέρωμαν τοῦ λαοῦ· καὶ ἀπʹ ἐκεῖ ἐξέβην καὶ ἐπῆγεν εἰς τὴν Ρόδον διὰ νὰ μάθῃ μαντάτον ἀπὸ τὸ Κάργιος· καὶ ἄλλαξεν τὸν καπετάνον τῆς Ἀταλείας καὶ ἔβαλεν τὸν σὶρ Τουμᾶς τε Μουντολὶφ τῆς Κλίρου.

§202.Πηγαίνοντα ὁ σὶρ Τζάκες τε Νόρες ὁ τουρκοπουλιέρης καὶ ἐμπαίνοντα ἔμπροσθεν τοῦ σουλτάνου, ἐσύντυχέν του πολλὰ ἀπότορμα καὶ ἀτζίππωτα, λαλῶντα του, ὅτι δὲν πρέπει οἱ ἀφέντες οί καθολικοὶ νὰ προμουτιάζουν νὰ πολομοῦν ἀγάπην καὶ πάλε νὰ μεταγνώθουν· «καὶ νὰ πλημελοῦμεν μὲ πολλὺν κόπον καὶ πειρασμὸν καὶ ν᾿ ἀποδιαβάζης ἀποὺ μίαν ἡμέραν εἰς ἄλλην.» Καὶ πολλὰ ἄλλα λογία σκλερὰ καὶ ἄπρεπα, καὶ ἐφουμίζετον εἰς τὴν εὐγενείαν του πῶς ὁ ἀφέντης του εἶνε καθολικὸς ἀφέντης. Γροικῶντα ὁ σουλτάνος, θυμώθην πολλὰ καὶ ὥρισε νὰ τὸν ἁπλώσουν χαμαὶ νὰ τὸν παιδεύσουν. Καὶ ἐσηκώθην ἕνας ἀμιρᾶς καὶ λαλεῖ τοῦ σουλτάνου: «Δός μου ὁρισμὸν ἐμὲν τοῦ δούλου σου νὰ σοῦ συντύχω· παρακαλῶ πολλὰ τὴν μεγάλην σου ἀφεντίαν ἔμπροσθεν τοὺς ἀμιράδε(ς) σου νὰ μοῦ ἀκούσῃς.» Ὁ δὲ σουλτάνος ἑρίσεν τον νὰ συντύχη. Καὶ κεῖνος εἶπεν: «Ἀφέντες, δότε μου νὰ γροικήσω πόθθεν εἶνε θαρούμενοι οἱ χριστιανοὶ καὶ πέμπουν τόσον λογάριν καὶ πραματεῖες εἰς τὸν τόπον σου, καὶ τόσοι πρα(μα)τευτάδες ὅπου στέκουνται εἰς τὲς χῶρες σου;» Καὶ ὁ σουλτάνος εἶπεν του, [εἰς τὸν ὅρκον τοῦ σουλτάνου καὶ εἷς τὸν ὅρκον τὸν διδεῖ ἔμπροσθέν τους.] Ἀπολογᾶται του: «Οἱ μαντατοφόροι τοὺς χριστιανοὺς στέκουν ὀμπρός σου, καὶ θωρῶ ὥρισες νὰ τὸν ἁπλώσου νὰ τὸν παιδεύσουν· πολομῶντα τοῦτον, τίς ἔνι ἐκεῖνος ὅπου νὰ πέψῃ πλείον μαντατοφόρον εἰς τὴν ἀφεντίαν σου; καὶ θέλει γινεῖν μεγάλη μάχη εἰς τὸ μέσος· διὰ τοῦτον ἡ ἀφεντιά σου ἄνοιξε τὰ βιβλία τὰ σουλτάνικα καὶ ψηλάφησε ἀνισῶς καὶ ποττὲ κανένας σουλτάνος διαβαιννομένος σου ἐποῖκεν τίτοῖον πρᾶμαν· ποττὲ μαντατοφόρος οὐδὲ ᾿τιμάζεται, οὐδὲ παιδεύγεται· ἐμπορεῖ νὰ τὸν κατηγορήσουν ἂν συντύχῃ ἄπρεπα λόγια, καὶ νὰ τὸ μηνύσουν τοῦ ἀφέντη του νὰ παίρνῃ σκοπὸν ἴντα ἀνθρούπους πέμπει μαντατοφόρους, καὶ ὄχι νὰ τὸν θανατώσουν· καὶ ἀνισῶς καὶ τοῦτον γινῇ, [οἱ Μουσθλουμάνοι δὲν ἔχουν πίον καμίαν ζωήν.»] Καὶ τόσον ἐσύντυχεν ὁ ἀμιρᾶς, ὅτι ἔκοψεν τὸν σουλτάνον ἀπὸ τὴν κακὴν ὄρεξιν ὅπου εἶχεν εἰς τὸν μαντατοφόρον. Λαλεῖ του ὁ σουλτάνος: «Αρωτοῦ- μέν σε ὡς παλαιὸν καὶ ἐμπιστὸν τοῦ σπιτιοῦ μας, τίντα πρέπει τοῦ χοιριδίου τούτου τοῦ μαντατοφόρου ὅπου ᾿σύντυχεν τόσον ἀντροπιασμένα ἔμπροσθεν τοὺς ἀμιράδες μου;» Ἐἶπεν του: «Μηδὲν τοῦ κάμης κακόν· ἄφησ᾿ το νὰ πᾷ [τὴν δουλειάν του.»] Καὶ ἐσυνκατέβην ὁ σουλτάνος.

§203.Καὶ ὅνταν ἐγροίκησεν ὁ τουρκοπουλιέρης τὰ λογία τοῦτα, εἶχεν ἕναν φίλον Γενουβίσον ὅπου ἐμουσθλουμάνισεν, καὶ ἐκράζαν τον σίρε Λουσίερ τε Λόρτ, καὶ σαρακηνὸν ἐκράζαν τον Νασὰρ ελ Τήν· ἔπεψεν καὶ ἔκραξέν τον καὶ ἔδωκέν του πρεπάμενα κανισκία νὰ τοῦ δώσῃ καὶ [τοὺς ἀμιράδες τοὺς φελέσιμους,] καὶ ᾿παρακαλέσεν τον νὰ ποίσουν κοντὸ τὸ ξήφτειασμάν του ἀπὸ τὸν σουλτάνον. Ὁ ποῖος ἐπῆγεν καὶ ἐδήθην μὲ τὸν ἀμιρᾶν ἁποῦ ἐξήλωσεν τὸ σουλτάνον νὰ μὲν ποίσῃ τὴν ἀγάπην· καὶ ἐπῆγεν ὁ ἕνας ἀπὸ τὴν μίαν μερίαν καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλην ἐκεῖνος, καὶ ὁτόσα ἀποτζακκίσαν τὸν σουλτάνον, καὶ τόσα τοῦ εἴπασιν, ὅτι: «Ὁ θεὸς θέλει πέψειν μεγάλην παίδευσιν εἰς αὑτῆς μας, ἂν δὲν ποίσῃς ἀγάπην, ὅτι ἐμάθαμεν καὶ ὅλοι οι χριστιανοὶ μέλλει νὰ σωρευτοῦσιν νὰ ἔλθουν κατάδικά σου νὰ σὲ ξηλείψουν, καὶ νὰ καταλύσουν καὶ τὸν σουλτανικὸν λαόν· καὶ φαίνεταί μας καὶ ἀναγγάζεις τους νὰ τὸ ποίσουν.» Εἰς τοῦτον ἐσυνγκατέβην ὁ σουλτάνος νὰ τελειωθῇ ἡ ἀγάπη, καὶ ὥρισεν μαντατοφόρους νὰ ἔλθουν μὲ τὸν τουρκοπουλίζην εἰς τὴν Κύπρον. Τότε εἴπεν τοῦ σουλτάνου ὁ Νασὰρ Ἐλιτίτι: «Ἀφέντη, οἱ Φράγκοι λαλοῦσιν, ἁποῦ διδεῖ γλήγορα διδεῖ δεύτερον· πρῶτον ὅτι δείχνει πῶς ἔχει θέλημα νὰ τὸ δώσῃ, καὶ τὸ δεύτερον διδεῖ τὸ πρᾶμαν ὅτοιμα. Τὸ λοιπὸν καὶ ἡ ἀφεντιά σου ἐκεῖνον τὸ μέλλει νὰ ποίσῃς ἢ νὰ δώσῃς ἂς γενῇ γλήγορα, διὰ νὰ ἐβγαίννῃ ἡ ἀκουή σου καὶ νὰ ἔρχουνται οἱ πραματεῖες, καὶ ν᾿ ἀννοίξῃ ὁ τόπος καὶ τὸ καλὸν τοῦ θεοῦ.»

§204.-Ἑμέρωσεν ὁ λύκος ἄγριος, καὶ μοναῦτα ἔπεψεν καὶ ἐξηφτείασεν (τὸν) τουρκοπουλιέρην καὶ τοὺς μαντατοφόρους μὲ τὰ κανισκία τὰ συνειθισμένα καὶ μὲ καλὸν πρόσωπον· ἐξέβησαν καὶ ἦλθαν εἰς τὴν Ἀλεξάνδραν, καὶ ηὗραν τὰ κάτεργά τους, καὶ ἐνέβησαν καὶ ἦλθαν εἰς τὴν Κύπρον. Καὶ τὴν παρασκευὴν τῇ ιδʹ ἰουνίου ͵ατξζʹ Χριστοῦ ἔμαθεν πῶς ὁ ρήγας εὑρίσκεται εἰς τὴν Ρόδον. Τότες ἐγδέχτην τοὺς μαντατοφόρους καὶ ἐποῖκεν τους μεγάλην ἀπόλαυσιν εἰς τὴν Ἀμόχουστον καὶ ἐμήνυσέν το τοῦ ρηγός· [καὶ ἄφηκέν τους νὰ τοὺς δηγοῦν εἰς τὴν Ἀμόχουστον. Καὶ κεῖνος ἐπῆγεν νὰ ᾿δῇ τὴν ρήγαινα. Καὶ τῇ δευτέρᾳ τῇ κδʹ ἰουνίου τῆς αὐτῆς ἐχρονίας τελει(ώ)ννοντα τὲς δουλειές τους, ἐξέβην ἀπὸ τὴν Λευκωσίαν καὶ ἐπῆγεν εἰς τὴν Ἀμόχουστον, καὶ ὡδήγησεν τὰ κάτεργά του, καὶ ἔμπασεν τους μαντατοφόρους, καὶ ἐνέβην καὶ κεῖνος, καὶ ἐπῆγαν εἰς τὴν Ρόδον· καὶ ἐξέβην ἀπὸ τὴν Ἀμόχουστον τῇ παρασκευὴν κηʹ ἰουνίου τῆς ἄνωθεν ἐχρονίας. Καὶ πεσώννοντά τους εἰς τὴν Ρόδον, εὑρέθην ὁ ρήγας εἰς τὸ κυνήγιν, καὶ μανθάννοντα ὁ ρήγας πῶς ἦρτεν ὁ τουρκοπουλιέρης καὶ οἱ μαντατοφόροι τοῦ σουλτάνου, ἐχάρην πολλά, καὶ ἀφῆκεν τὸ κυνήγιν καὶ ἦλθεν μοναῦτα εἰς τὴν Ρόδον.

§205.-Γροικῶντα πῶς δὲν ἐτελειώθην ἡ ἀγάπη τοῦ σουλτάνου, παρὰ ἐξανάπεψεν μαντατοφόρους νὰ τοῦ συντύχουν, ὥρισε ν᾿ ἀπεζεύσῃ ὁ τουρκοπουλιέρης μὲ τὴν συντροφίαν του καὶ ν᾿ ἀφήσουν τοὺς μαντατοφόρους τοῦ σουλτάνου εἰς τὰ ξύλα τους, ἕως ὅπου νὰ ἰδοῦν ἄλλον ὁρισμὸν ἀπὲ τὸν ρήγα. Καὶ μοναῦτα ἐσύντυχεν μὲ τὸν τουρκοπουλιέρην καὶ ἔμαθεν τὰ γεννόμενα· καὶ μοναῦτα ἔπεψεν ἕναν κάτεργον εἰς τὴν Κύπρον, καὶ ἀπάνω ἔπεψεν τὸν σὶρ Λιοῦνκεν τ᾿ Ατιαμὲ νὰ δηγήσῃ ὅσα ἄλογα ἐμπορεῖ νὰ τὰ πάρῃ μετά του, καὶ νὰ δηγήσῃ καραβία ταφουρέντζες καὶ λουσέργια νὰ σηκώσουν τὰ αὐτὰ ἄλογα, ὁμοίως καὶ πολλὲ(ς) σατίες, καὶ πᾶσα ἄλλα ξύλα ὅπου νὰ βρεθοῦν εἰς τὸν λιμνιόναν τῆς Ἀμοχούστου, καὶ νὰ τὸ ἐγδεχτοῦν. Ὁ ἄνωθεν σὶρ Λιοῦνκεν τ᾿ Ἀτιαμὲ μοναῦτα ἐποῖκεν [τον καὶ ἦλθεν καὶ] ἐπλέρωσεν τὸ μηνιόν τους καὶ ᾿δήγησεν πᾶσα πρᾶμαν κατὰ τὸν ὁρισμὸν τοῦ ρηγός, καὶ ἀπομεῖνεν τὸ νὰ ἔλθῃ.

§206.-Καὶ τότες [ἐνέβην εἰς λόγια ὁ κύρης σὶρ Λιοῦνκεν τ᾿ Ἀτιαμὲ μὲ τὸν κύρην τοῦ Ροκεφόρτ, μὲ τὸν σὶρ Τζουάν Μουστρή. Ὁ ρήγας ἀνγκρίστην μετά του.] Τότες ἐσάστην ὁ κύρης τοῦ Ροκεφὸρτ μὲ τὸν ἀφέντην τῆ(ς) Σπάρας ν᾿ ἀφήσουν τὸν ρήγα καὶ νὰ πᾶσιν εἰς τὴν δύσιν· καὶ (μο)ναῦτα ἀρματῶσαν αʹ κάτεργον ἀπὸ τὴν Ρόδον, καὶ ᾿τάξαν τὸν ρήγα τῆς Κύπρου νὰ εὑρεθῇ ἔπροσθεν τοῦ πάπα τῆς Ρώμης εἰς τέρμενον τὴν ἡμέραν τῶν Γεννῶν νὰ τοὺς ἀπολογηθῇ γιὰ τὸ ἀγγάλεμαν τὸ ἔχουν μεσόν τους καὶ νὰ δικαιωθοῦν ἀπὸ τὸ ζήτημάν του.

§207.-Καὶ τότες ἀνάφανεν ὁ μέγας μάστρος τῆς Ρόδου ἀπάνω εἰς δύο κάτεργα ἀπὸ πέρα, καὶ ᾿κράζαν τον φρὲ Ραμοὺν Μπελινγκιέρ, ὁ ποῖος ἦτον εἰς τὸν πάπαν· καὶ ἐδεκτῆσαν τον πολλὰ πρεπάμενα καὶ ἀπὸ τὸν ρήγα καὶ ἀπὸ τοὺς λᾶς του καὶ ἀπ᾿ οὕλην τὴν Ρῲδο.

§205.-Ὁ ρήγας ἐξέβην ἀπὸ τὴν Ρόδον καὶ ἐπῆγεν εἰς τὴν Ἀταλείαν, καὶ ἔπεψεν τὸν μισὲρ Τζουὰν Μουσ(τ)ρὴ εἰς τὸν Τακᾶν, καὶ εἶπεν τους νὰ ἔλθουν νὰ συντύχουν μὲ τὸν ρήγα. Καὶ ὁ αὐτὸς Τακκᾶς ἦλθεν καὶ ἐπέζευσεν, καὶ ἐπερίλαβέν τους πολλὰ τιμημένα, καὶ ἐπροσδέκτην τους πολλὰ τι(μη)μένα, καὶ ὁ ἄνωθεν Τακκᾶς ἐποῖκεν μεγάλην τιμὴν τοῦ ρηγός, καὶ ἀξιῶσεν τον, καὶ ἐπροσκύνησέν τον μὲ πίστην· καὶ ἐσυντύχαν ὥραν πολλήν, καὶ ἀποχαιρετῆσεν τον, καὶ ἐπῆγεν ὁ Τακκᾶς τὴν δουλείαν του, καὶ ὁ ρήγας ἐμπῆκεν εἰς τὸ κάτεργόν του καὶ ἐπῆγεν εἰς τὴν Ἀταλείαν. Καὶ οἱ ἀμιράδες τοὺς τόπους ἐκείνους ἐπέψαν τοῦ ρηγὸς κανισκία ἄξια μὲ τοὺς μαντατοφόρους τους κατὰ τὸ συνήθιν, ζητῶντα νὰ ξαναστερεώσῃ τὴν ἀγάπην τὴν εἶχεν ἡ Ἀταλεία [μετά του.] Καὶ ὁ ρήγας ἐκήρυξέν την.

§209.-Καὶ μετὰ ταῦτα ὁ ρήγας ἐξέβην ἀπὸ τὴν Ἀταλείαν καὶ ἦλθεν εἰς τὴν Κύπρον εἰς τὸ Κίτιν, καὶ ἐπέζευσεν μὲ τοὺς λᾶς του, ἐγδέχοντα τὸν σὶρ Τζουὰν τε Σιοὺρ τὸν ἀμιράλλην νὰ ἔλθῃ ἀποὺ πέρα, ὅτι ὁ μέγας μάστρος εἶπεν τους εἰς τὴν Ρόδον τὸ πῶς εἶχεν ποίσειν τὴν ἀγάπην μὲ τοὺς Γενουβίσους, καὶ ἦτον ἕτοιμος νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Κύπρον. Ὁ ρήγας ἀρρώστησεν καὶ ἔβαλεν τὸν ἀδελφόν του τὸν πρίντζην εἰς τὸν τόπον του, καὶ κεῖνος ἦλθεν εἰς τὴν Λευκωσίαν· καὶ ἅνταν ἐκαλλιττέρισεν ἐστράφην εἰς τὸ Κίτιν. Καὶ τἄπισα ἦλθεν εἰς ἀστένειαν ὁ κύρης ὁ πρίντζης, καὶ ἐφέραν τον μὲ τὸ τζάριν εἰς τὴν Λευκωσίαν. Καὶ τῇ κβʹ σεπτεβρίου εὑρισκόμενος ὸ ρήγας εἰς τὸ Κίτιν ἀνάφανεν τὸ κάτεργον τοῦ μισὲρ Τζουὰν τε Κριμαντέ καὶ ἦτον μέσα ὁ πίσκοπος τῆς Ἀμοχούστου ὁ σὶρ Ἐράτ, καὶ ὁ σὶρ Τζουὰν τε Σιοὺρ ὁ ἀμιράλλης. Ὁ ρήγας καὶ οὗλοι οἱ ἀφέντες ἐδεκτῆσαν τους μὲ μεγάλην τιμήν· καὶ μοναῦτα ὥρισεν ὁ ρήγας τὸν ἀμιράλλην νὰ πάρῃ τὸν ἐπίσκοπον εἰς τὴν Ἀμόχουστον, καὶ κεῖνος νὰ στραφῇ εἰς τὸ Κίτιν, καὶ ἀνισῶς καὶ τὸν ρήγα δὲν τὸν εὕρῃ εἰς τὸ Κίτιν, νὰ πάγῃ εἰς τὴν Τρίπολιν.

§210.-Ὁ ρήγας ἐξέβην ἀπὸ τὸ Κίτιν τῇ κζʹ σεπτεβρίου ͵ατξζʹ Χριστοῦ· καὶ ἐπέσωσεν οὕλη ἡ ἀρμάδα εἰς τὸν λιμιόναν τῆς Τρίπολις, καὶ τῇ κυριακῇ τῇ κηʹ σεπτεβρίου ἐνέβην εἰς τὴν Τρίπολιν ἔσσω εἰς τὴν χώραν. Τὸ λοιπὸν ἐμπαίνοντα ὁ λαὸς οὗλος ἐσκολίστην εἰς τὸ κοῦρσος, καὶ ἐσθρέφοντα νὰ ἐμποῦν εἰς τὰ κάτεργά τους [οἱ Σαρακηνοὶ] ἐσφάζαν τους, ὅτι ἀξαπολύθησαν καὶ δὲν εἶχαν καπετάνον νὰ τοὺς ὀρδινιάζῃ· καὶ ἔρχουνταν δύο τρεῖς κ᾿ ἐθαροῦσαν καὶ εἶνε ἔσσω τους. Καὶ εἶχεν ἕναν μίλιν ἀπὸ τὴν χώραν ὡς τὸν λιμιόναν, καὶ ἐκεῖ ὁ τόπος εἶνε γεμάτος περιβολία καὶ πολλὺν καλάμιν τοῦ ζαχάριτος, καὶ οἱ Σαρακηνοὶ ἔτον χωσμένοι ἐ(ι)ς τοὺς φραμοὺς καὶ εἰς τὰ καλαμερὰ τῶν περιβόλαιων, καὶ ἐδόξευγάν τους καὶ ἐσκοτῶσαν πολλούς. Γροικῶντα ὁ ρήγας καὶ θωρῶντα, ὅτι ἐμεῖνα μοναχοί, καὶ ἡ χώρα τειχόκαστρον δὲν εἶχεν, ἐφοβήθην μὲν τοῦ ἀππηδήσῃ φουσάτον καὶ σκοτώσουν τον· ὥρισεν καὶ ἔπαιξεν ἡ τρουππέττα νὰ συνπιαστῇ ὁ λαός, καὶ συνπιάζοντα ἐνέβησαν εἰς τὰ κάτεργα. Καὶ διὰ τούτην τὴν ἀφορμὴν ἀπόλυσεν ὁ ρήγας τὴν Τρίπολιν γλήγορα διὰ τὸν ἀπαίδευτον λαόν, ὅτι διὰ ὀλλίγον κέρδος νὰ παρπατοῦν ἀξαπόλυτοι, καὶ οἱ ἐχθροὶ εὑρίσκουνταν εἰς χῶστρες καὶ ἐσφάζαν τους. Καὶ ἐπῆρεν τὴν πόρταν τήν σιδερένην τοῦ καστελλίου καὶ ἐβάλεν την εἰς τὸ νησσὶν τοῦ Κουρίκου.

§211.-Καὶ ἐξέβην καὶ ἐπῆγεν εἰς τὴν Ταρτούζαν, καὶ τὸ στόλος τοῦ ρηγὸς ἐξέβην ἀπὸ τὴν χώραν· καὶ θεωρῶντα ὁ λαὸς τοῦ χωργιοῦ τοῦ σουλτάνου τῆς ἄνωθε Ταρτούζας τόσον πλῆθος λαοῦ, ἔφυγεν καὶ ἐπῆγεν ἀπάνω εἰς τὸ ὄρος. Τὰ κάτεργα ἀπεζεῦσαν καὶ ἐξέβησαν καὶ ἐκουρσέψαν τὴν χώραν καὶ τὸ χωρίον, καὶ ηὕρασιν κουπία πολλὰ καὶ πίσσαν καὶ στουππίν, ἑδηγίαν τῶν κατέργων τὰ ἐθάρεν ὁ σουλτάνος νὰ ποίσῃ· καὶ ῆτον ἔσσω εἰς τὴν καθολικὴν τῆς χώρας τὴν παλαιὰν τῶν χριστιανῶν. Καὶ ὥρισεν ὁ ρήγας καὶ ἐβάλαν λαμπρὸν καὶ ἐκαῦσαν τα, τὰ δὲ σίδερα καὶ καρφία, τὰ δὲν ἔκαυσεν τὸ λαμπρόν, ἐρίψαν το εἰς τὴν θάλασσαν· καὶ ἐποῖκεν περίτου μίαν ἡμέραν διὰ νὰ τὰ καύσῃ ὅλα. Καὶ ἐπῆρεν τὴν πόρταν τὴ σιδερένην τῆς Ταρτούζας καὶ ἔπεψέν την εἰς ὸ Κουρίκος.

§212.-Καὶ ἐξέβην καὶ ἦλθεν εἰς τὴν Βαλίναν καὶ ἔβαλεν λαπρὸν καὶ ἔκαυσέν την. Καὶ ἐξέβην καὶ ἦλθεν εἰς τὴν Λαδικίαν, καὶ ἔχει δυνατὸν λιμιόναν, καὶ διὰ τὴν μεγάλην σκλερίαν καὶ φουρτούναν δὲν ἠμπόρησα νὰ πιάσουν γῆν· καὶ ἀπ᾿ ἐκεῖ ἦλθαν εἰς τὸν Μάλον, κ᾿ ἐκεῖ ἐποῖκαν βʹ ἡμέρες· καὶ ἔξέβην καὶ ἦλθεν εἰς τ᾿ Ἁγιάσιν· καὶ ἡ ἄνωθεν χώρα ἦτον Τοῦρκοι τῆς Αρμενίας, καὶ ἐπῆραν την οἱ Σαρακηνοί, καὶ ἔχει βʹ κάστρη, τὸ πρῶτον πλησίον τῆς θαλάσσης καὶ τὸ ἄλλον εὑρίσκεται εἰς τὴν γῆν τὴν στεργιάν, καὶ ἦτον καὶ τὰ δύο γεμάτα Σαρακηνούς· καὶ ὁ ρήγας ἀπέζευσεν τὸ φουσάτον μὲ ἄλογα καὶ ἐκαβαλλίκευσεν καὶ ἐπῆρεν καὶ πολλὺν λαὸν ἀπεζόν· καὶ ἐβούθησεν ὁ θεός, ὅτι πολεμίζοντά τους ἐπέφταν [οἱ Σαρακηνοὶ ἀπὸ τὰ τειχόκαστρα] ἀπὸ τὸν φόβον τους, ἄλλοι ἐφεῦγαν καὶ ἐγλυτῶνναν· καὶ ἐπῆραν τὴν χώραν καὶ ἐσκοτῶσαν πολλοὺς Σαρακηνούς, καὶ κεῖνοι ὅπου ᾿γλυτῶσαν ἐπῆγαν εἰς τὸ κάστρον τῆς γῆς. Καὶ ὁ ρήγας ἔμελλε νὰ πάρῃ τὸ φουσάτο νὰ πάγῃ ἀπάνω τους, ἀμμὲ ἦτον πολλὰ ἀργά, καὶ ἔμεινεν διὰ νὰ πᾶσιν ταχία. Καὶ οἱ Σαρακηνοὶ ἐτρέξαν ἀπὸ παντοῦ καὶ ἐπῆγαν διὰ νὰ φυλάξουν τὸ κάστρον, καὶ τὸ πωρνὸν ἐπῆγα νὰ δοκιμάσου νὰ βάλουν σκάλες καὶ ηὗραν το γεμάτον ἀνθρώπουςο ἐβάλαν βουλήν, ὅτι καλλίττερο νὰ στραφοῦν, παρὰ νὰ βάλῃ τοὺς λᾶς του εἰς τόσον κίντυνον καὶ νὰ κοπιάσῃ χωρὶς διάφορος· καὶ ἤτζου ἐγίνετον, καὶ ἔπαιξεν ἡ τρουμπέττα νὰ ἔρτη ὁ λαὸς ὅλος εἰς τὰ ξύλα· καὶ οὕτως ἐξέβησαν τιμημένα.

§213.-Τῇ τετράδῃ τῇ εʹ ὀκτωβρίου ἐπέσωσεν ὁ ρήγας μὲ τὴν ἀρμάδαν εἰς τὴν Ἀμόχουστον, καὶ ἐβγῆκεν ὁ ρήγας ἀπὸ τὴν Ἀμόχουστον καὶ ἦρτεν εἰς τὴν Λευκωσίαν, καὶ ὥρισεν νὰ πάρουν τονς μαντατοφόρους τοῦ σουλτάνου καὶ μερτικὸν ἀπὸ τοὺς λᾶς του εἰς τὲς φυλακὲς τῆς Κερυνίας· τοὺς δελοιποὺς ἐφυλάκισέν τους εἰς τὸ ἀπλίκιν τοῦ κυροῦ τοῦ Στύρου. Καὶ μοναῦτα ὥρισεν καὶ ἐδιαλαλῆσαν, ὅτι εἴ τις θέλει νὰ πάγῃ εἰς τὴν γῆν τοῦ σουλτάνου νὰ κουρσέψῃ, νὰ πάγῃ, καὶ πάλιν νὰ στρέφουνται εἰς τὴν Κύπρον διὰ ν᾿ ἀ(να)παύγουνται καὶ πάλιν νὰ πηγαίννῃ, καὶ ὅτι χρῆσιν ἔχουν ἀπὸ τὸ τρασινάλλιν νὰ τοὺς διδοῦν εἰς τὴν Ἀμόχουστον. Γροικῶντα τὸν διαλαλημὸν τὰ δύο κάτεργα τὰ γενουβίσικα τὰ ἦτον εἰς τὴν Ρόδον τοῦ ρηγός, ὁ Περρὴν τε Γριμάντε καὶ ὁ ἀδελφός του ὁ σὲρ Τζουὰν τε Γριμάντε, ἐπῆραν ὁρισμὸν καὶ ἀρματῶσαν τα καὶ ἐπῆγαν εἰς τὸ Σαΐτην, καὶ ηὖραν γʹ καραβία φορτωμένα εἰς τὸν λιμιόναν γεμάτα ψιλὴν πραματείαν, καὶ ἐπῆραν τα καὶ ἦλθαν πρὸς τὴν Κύπρον, καὶ ἐμπλάζουν ἄλλον ξύλον σαρακήνικον, καὶ ἐπῆραν τα καὶ ἐφέραν τα οὗλα εἰς τὴν Ἀμόχουστον, εἰς τὴν δόξαν τοῦ τιμίου σταυροῦ.

§214.-Τώρα νὰ στραφοῦμεν εἰς τὸ ἀγγάλεμαν τὸ ἀγγάλεσεν ὁ ἀφέντης τῆ(ς) Σπάρας καὶ ὁ ἀφέντης τοῦ Ρεκιφὸρτ τὸν ρήγα, διὰ νὰ πάγη εἰς τὸν πάπαν ν᾿ ἀποδικῃωθῆ τὴν ἡμέραν τοῦ Χριστοῦ γεννῶν. Ὁ ρήγας νὰ δείξη πῶς ἦτον καθαρός, ὥρισεν καὶ ἀρματῶσαν τὸ κάτεργόν του νὰ πάγῃ εἰς τὴν Πάφον, κ᾿ ἐκεῖ νὰ τὸν ἐγδεχτῇ διὰ νὰ μπῇ νὰ περάσῃ ὁ ρήγας· καὶ ἀφῆκεν εἰς τὸν τόπον του τὸν ἀδελφόν του τὸν πρίντζην, καὶ ἐπῆρεν μετά του τὸν γνήσιον του υἱὸν τὸν Περρὴν τὸν Λουζουνίαν τὸν κούντη τε Τρίπολις, καὶ τὸν μισὲρ Ὀτὲτ τὸν ἀδελφότεκνόν του τὸν πρίντζην τῆς Γαλιλαίας, ὁ ποῖος ἁρμάστην εἰς τὴν Κύπρον μὲ τὴν τάμε Μαρίαν θυγατέραν τοῦ μισὲρ Τζουὰν τε Μόρφου κούντη τε Ρουχᾶς, καὶ τὸν σὶρ Τζάκε τε Νόρες τὸν τουρκοπουλιέρην, καὶ τὸν σὶρ Σιμοὺν Τενούρη, καὶ τὸν σὶρ Πιὲρ τ᾿ Ἀντιότζε, καὶ τὸν σὶρ Τζουὰν Μουστρή, τὸν σίρε Τιπὰτ Πελφανάντζα, καὶ ἄλλους πολλοὺς καβαλλάριδες καὶ πολλοὺς ἀπὸ τὴν ἀποταγήν του· καὶ ἀφῆκεν νὰ παίρνῃ σκοπὸν τὸ σπίτιν του ἕναν πολλὰ ἀντρειωμένον καβαλλάρην, ὀνόματι σὶρ Τζουὰν Βισκούντην.

§215.-Καὶ ὁ ρήγας ἐχρήζετον δουκάτα διὰ τὸν ἔξοδόν του· τὸ βάρος ἦτον ἀπάνω τοῦ σὶρ Τζουὰν τε Καστία, ὅπου ἦτον τζαμπερλάνος τοῦ ρηγάτου τῆς Κύπρου, καὶ εἶχεν οὕλους τοὺς εἰσσόδους τοῦ ρηγάτου τῆς Κύπρου· καὶ [ἐξωδιάστησαν] καὶ δὲν εἶχεν ἀππόθεν νὰ τανύσῃ. Βιγλίζοντα ὅτι ἂν δὲν εἶχεν ποίσειν τρόπον νὰ τοῦ εὕρῃ καρτζά, ἔθελεν ἔχειν ζημίαν καὶ ἐντροπὴν ἀπὸ τὸν ρήγαν, ἐδιαλάλησεν ἀπὸ τὴν μερίαν τοῦ ρηγός, εἴ τις θέλει νὰ ἔλθῃ νὰ λε(υ)θερωθῇ, καὶ ἁποῦ ἔχει ἀμπελία καὶ ἑτέρας κληρο(νο)μίες καὶ θέλει νὰ τὲς λευτερώσῃ, ἂς ἔλθῃ εἰς τὸν τζαμπερλάνον· καὶ ἀρχέψαν οἱ πουρζέζιδες καὶ ἦλθαν καὶ ἐσάσαν ἀποὺ χίλια ὀνομίσματα [εἰς ἄσπρα] τὸ πᾶσα ἀντρόγυνον καὶ μὲ τὰ παιδιά τους τ᾿ ἀνήλικα, καὶ εἰς ὀλλίγον ἐποῖκαν τα ὀνομίσματα ὀκτακόσια, καὶ τόσον ἐγυρέψασιν καὶ εἰς τὸ ὕστερον ἐποῖκαν τους ὀνο- μίσματα διακόσια τὴν φαμιλίαν, καὶ εἰς τοῦτον ἐλευθερώθησαν πολλοὶ οὗλοι οἱ περίτου, καὶ ἐσυνπιάσαν πολλὺν λογάριν.

§216.-Τότες ἐπῆγεν ὁ ρήγας εἰς τὴν Πάφον, καὶ ἐνέβην εἰς τὸ κάτεργον, καὶ ἐπῆγεν εἰς τὴν Ρόδον καὶ εἰς τὴν Ἀνάπολιν. Καὶ ἡ κυρὰ ἡ Τζουάνα ἡ ρήγαινα τῆς Ἀνάπολις ἐπροσδέκτην τον πολλὰ σπλαγχνικά, καὶ ἐκεῖ ἐποῖκεν πολλὲς ἡμέρες, καὶ τὸ ἀποκάμισον [τῆς γυναίκας του τῆς ρήγαινας ἐστρῶνναν το εἰς τὸ κρεβάτιν του,] ὡς γοιὸν τὸ εἶπα ὀπίσω. Καὶ ἐξέβην καὶ έπῆγεν εἰς τὴν αὐλὴν τοῦ πάπα, καὶ ἐπέψαν καὶ ἐτάξαν τὸν ἀφέντην τῆ(ς) Σπάρας νὰ ἔλθῃ ὅτι ἦλθεν ὁ ρήγας καὶ εἶνε ἕτοιμος νὰ [τοῦ] ἀπολογηθῇ ἀποὺ πᾶσα ζήτημαν [ὅπου νὰ τοῦ ζητήσῃ,] καὶ εἶνε καὶ ὅτοιμος νὰ κατεβῇ καὶ εἰς τὸν πόλεμον [μετά τουο]. Γροικῶντα ὁ ἀφέντης τῆ(ς) Σπάρας πῶς ἦλθεν ὁ ρήγας τῆς Κύπρου, καὶ ἐννοιάζετοι πῶς δὲν θέλει ἔρτειν, καὶ ἦλθεν ὁ ἀφέντης τῆ(ς) Σπάρας καὶ ἐπῆγεν εἰς τοὺς ἀφέντες καὶ ᾿παρακάλεσέν τους νὰ καταδεκτοῦ νὰ ἐμποῦσιν μέσον τοῦ ρηγὸς καὶ ἐκείνου νὰ τοὺς ποίσουν ἀγάπην, ὅτι ἐμετάνωσεν ἀπ᾿ ἐκεῖνον τὸ εἶπεν τοῦ ρηγός. Καὶ ἅνταν ἐπαρακαλέσαν τὸν ρήγα τοῦτο νὰ γενῇ, ἀτζετίασεν μὲ τοιοῦτον, νὰ ἔλθῃ ὀμπρὸς τοῦ πάπα ν᾿ ἀποπῇ ἐκεῖνον τὸ εἶπεν. Ὁ σὶρ Φιλιμοὺν τε Ρεσπάρε ἦλθεν ἔμπροσθεν τοῦ πάπα καὶ ἀπόπεν ἐκεῖνον τὸ ἔβαλεν ἀπάνω τοῦ ρηγός, καὶ ἑμολόγησεν πῶς ὁ ρήγας εἶνε καλὸς καὶ ὀρθόδοξος χριστιανὸς καὶ κυνηγὸς τῆς ἁγίας ἐκκλησίας, καὶ παίρνει βεντέτταν τοὺς χριστιανούς, καὶ ἄλλες πολλὲς τιμὲς καὶ πολλὲς καλὲς μαρτυρίες ὅπου τοῦ ἐπῆρεν. Καὶ εἰς τοῦτον ὁ ρήγας ἔμπροσθεν τοῦ πάπα ἐσυμπάθισέν του· καὶ ὁ πάπας ἐχάρην πολλὰ διὰ τούτην τὴν ἀγάπην καὶ ἐκάλεσέν τους νὰ φᾶσιν μετά του. Καὶ ὅνταν ἐποφάγασιν, ἐσηκώθην ὁ μισὲρ Φιλίμουν τῆ(ς) Σπάρας καὶ ἐπίασεν τὸ κουφέττον καὶ ἐδούλευσεν τοῦ πάπα καὶ τοῦ ρηγὸς τῆς Κύπρου· καὶ οὕτως ἐγίνετον ἡ ἀγάπη τοῦ ρηγὸς καὶ τοῦ ἀφέντη τῆ(ς) Σπάρας.

§217.-Χαρίσματα καὶ προυμουτιάσματα τὰ τοῦ ἐτάκτησαν τοῦ ρηγὸς τῆς Κύπρου οἱ ἀφέντες τῆς δύσις νὰ ἔλθουν· εἰς τὴν συντροφιάν του μὲ πολλὺν φουσάτο νὰ ξηλείψουν [τὴν Συρίαν·] καὶ ὁ ἀφέντης τῆ(ς) Σπάρας πολλὰ ἀνάγγαζεν τὸν πάπαν καὶ τοὺς ἀφέντες τοὺς ἄλλους διὰ νὰ γένῃ τὸ πασάντζιν τοῦτον νὰ τὸ ἀναγγάσῃ διὰ νὰ ἔλθουν, καὶ δὲν ἠπόρησεν ὁ πάπας νὰ τὸ ἀναγγάσῃ διὰ τὴν ἄγκρισιν τὴν εἶχεν μὲ τὸν ἀφέντην τοῦ Μιλᾶ. Καὶ ὁ ρήγας ἐπῆγεν εἰς τὴν Φλουρέντζαν, καὶ ἔμαθεν πῶς ὁ ἐμπαραδούρης τῆς Ἀλαμανίας ἦτον εἰς ἐκείνην τὴν μερίαν, καὶ ἦλθε νὰ διαφεντέψῃ τοὺς ποταμοὺς τοῦ Μιλᾶ· [καὶ ὁ ἀφέντης τοῦ Μιλᾶ ἐποῖκεν του κάλεσμα καὶ κανισκία μεγάλα, καὶ τόσα ἐποῖκεν, ὅτι ἐποῖκεν τους ἀγάπην μὲ τὸν πάπαν.]

§218.-Ἂς ποῦμεν καὶ [περὶ τῶν κουμουνίου τῶν Γενουβίσων καὶ Βενετίκων.] Εἰς ἐκεῖνον τὸν καιρὸν ἐπέψαν μαντατοφόρους εἰς τὸν πάπαν καὶ ἀγγαλέσαν τὸν ρήγα, λαλῶντα, ὅτι διὰ τὴν μάχην τὴν ἔχει μὲ τὸν σουλτάνον, καὶ πῶς ἔνι καὶ πιασμένοι εἰς τοὺς τόπους του ὅλοι οἱ χρι(στι)ανοί, καὶ ἔχουν μεγάλην ζημιάν, «καὶ ταπεινὰ καὶ δουλικὰ παρακαλοῦμεν καὶ προσπίπτομεν εἰς τοὺς πόδας σου νὰ τοῦ πῇς νὰ κλίνῃ διὰ νὰ γενῇ ἡ ἀγάπη, διὰ νὰ ἐλευθερωθοῦν οἱ χριστιανοὶ καὶ ν᾿ ἀννοικτοῦν οἱ στράτες.» Καὶ ἐπέψαν δόκιμα κανισκία τοῦ πάπα [καὶ τοῦ ρηγός.] Ὁ πάπας ἐπαρακάλεσεν τὸν ρήγα νὰ κλίνῃ νὰ ποίσουν ἀγάπην διὰ τὴν χρῆσιν τους χριστιανούς, καὶ νὰ ἐβγοῦν καὶ οἱ χριστιανοὶ ἀπὸ τὲς πρεκιὲς καὶ σκοτεινὲς φυλακές. Γροικῶντα ὁ ρήγας τοῦ πάπα ἐπρουμούτιασέν του νὰ ποίσῃ ἀκωλύτως.

§219.-Ἐζηλέψαν οἱ Γενουβίσοι τὰ δύο ἀδελφία ὁ περρὴν τε Κριμάντε καὶ ὁ Τζουὰν ὁ ἀδελφός του διὰ τὴν πολλήν σουπ(ε)ρπίαν τοῦ σουλτάνου· ἐπῆραν τὰ βʹ τους κάτεργα, ὅπου ἦτον εἰς τὸ μηνίον τοῦ ρηγός, καὶ ἐπῆγαν εἰς τὴν Ἀλεξάνδραν, κ᾿ ἐκεῖ ηὗραν μία νάβαν σαρακήνικην ἀπὸ τὴν Τρίπολιν τῆς Βαρβαρίας φορτωμένην ἀκριβὰ πράματα. Θωρῶντα οἱ κλέφτες οἱ Σαρακηνοὶ τὰ δύο κάτεργα ἐβάλαν ἀπάνω πολλοὺς ἄλλους Σαρακηνοὺς διὰ νὰ βοηθιστοῦσιν, καὶ ψέματα ἐκοπιάσαν· τὰ αὐτὰ κάτεργα ἐντικτῆσαν τους καὶ τόσον τὴν ἐπολεμίσαν, ὅτι βοηθῶντος τοῦ θεοῦ μὲ πολλὺν σκοτωμὸν καὶ λαβωμοὺς ἐπήραν την καὶ ἐφέραν την εἰς τὴν Ἀμόχουστον τῇ αʹ ἀπριλλίου ἀτξηʹ Χριστοῦ. Καὶ τῇ θʹ ἀπριλλίου [φῶς ἡμῖν ἔλλαψεν τῇ ἁγίᾳ καὶ μεγάλῃ κυριακῇ τοῦ πάσχα τῆς ἐχρονίας ͵ατξηʹ Χριστοῦ.]

§220.-Καὶ τὸν αὐτὸν μῆναν ὁ σὶρ Τζουὰν τε Σοὺρ ἀρμάτωσεν βʹ σατίες ἀπὸ τὴν Ἀμόχουστον καὶ ἀφῆκεν κεφάλιν τὸν σὶρ Τζουὰν τε Κολιές, καὶ ἐπῆγεν τὴν αὐτὴν ἡμέραν τῆς ἁγίας κυριακῆς εἰς ἕναν χωρίον ὀνόματι Σαρφὲς καὶ ἐπῆρεν ὅσους λᾶς εἶχει τὸ χωργιόν, καὶ ἐκουρσέψαν το· καὶ ὀφωνάξαν οἱ Σαρακηνοὶ καὶ ἀναφάναν ἄλλοι Σαρακηνοὶ ἀπὸ πολλὰ Κωρία· καὶ [θωρῶνταν] (ὁ) Κολλίες μήπως καὶ φράξουν τὸ διάβαν καὶ χάσουν τοὺς λᾶς, καὶ μοναῦτα ἔπεψεν τοὺς αἰχμάλωτους εἰς τὰ κάτεργα, καὶ ἧλθαν κατευοδωμένοι εἰς τὴν Κύπρον εἰς τὴν Ἀμόχουστον. Τὸ λοιπὸν γροικῶντα τον ὁ σουλτάνος ἐδέκτην (μὲ) μεγάλην χολὴν τὴν ζημίαν ὅπου τοῦ ἐποῖκαν τὰ κάτεργα τῶν Γενουβίσων καὶ διὰ τὲ(ς) σατίες, καὶ ὅτι ἔχουν [τοὺς μαντατοφόρους εἰς τὴν φυλακὴν εἰς τὴν Κύπρον· καὶ μοναῦτα ἀρμάτωσεν βʹ κάτεργα μαγραπίτικα καὶ ἐπέψεν τους νὰ κουρσέψουν τὴν Κύπρον· καὶ ἡ σκλερία ἐπετάξεν τους εἰς τὸ Καστέλλο Ρούζου, καὶ ηὗραν ἕναν καράβιν βενέτικον, καὶ ἐπῆραν το· ὁμοίως ηὗραν καὶ ἕναν γρίππον καὶ εἷχεν γʹ χριστιανούς, καὶ ἐπῆραν το, καὶ ἐστράφησαν εἰς τὴν Ἀλεξάνδραν.

§221.-Εἰς τὲς ἡμέρες ἐκεῖνες ἐστράφησαν τὰ ἄνωθεν βʹ ξύλα τὰ μαγραπίτικα εἰς τὴν Κύπρον νὰ κουρσέψουν. Καὶ ἔδωκεν ὁ θεὸς καὶ ἦτοι μία σατία ἀρματωμένη εἰς τὴν Ἀμόχουστον διὰ νὰ πάγῃ εἰς τὸ Κούρικος, καὶ ἐξέβην ἔξω τοῦ λιμιόνος, διατὶ τὰ ταχία ἔμελλε νʹ ἀρμενίσῃ· καὶ ἔνωσεν τὸ λάμνημαν τῶν κουπίων τῶν βʹ κατέργων τῶν μαγραπίτικων, καὶ ἦρτεν εἰς τὸν Πύργον τῆς Τζαΐνας, τῆς ἀλύσου, καὶ εἶπεν το τῆς βίγλας καὶ ἐποῖκαν το νῶσιν τοῦ ἀμιράλλη· καὶ μοναῦτα ὁ ἀμιράλλης ὥρισε νὰ ἐβγοῦν τὰ βʹ κάτεργα τα γενουβίσικα καὶ μιὰ σατία, νὰ δηγηθοῦν,-καὶ ἦσαν καλὰ δηγημένα, καὶ ἦτοι καραβοκύρης τῆς σατίας ὁ μισὲρ Τζουὰν τε Πούς,-νὰ ἐβγοῦ νὰ πᾶ νὰ γυρεύσουν τὰ αὐτὰ κάτεργα, ὥς ὅπου ν᾿ ἀννοίξ᾿ ἡ πόρτα, νὰ συνπιαστοῦν οἱ λᾶς. Τὰ κάτερ(γα) ἦτον δηγημένα καὶ ἐπῆγαν γυρεύγοντά τα, καὶ ἔφτασέν τα καὶ ἡ σατία καὶ ἐπῆγαν γυρεύγοντά τα. καὶ δὲν τὰ ἐφτάσαν, καὶ ἐστράφησαν εἰς τὴν Ἀμόχουστον.

§222.-Καὶ τὰ βʹ κάτεργα τὰ γενουβίσικα ἐπῆγαν εἰς τὸν Δαμιάτην καὶ ηὖραν δύο νάβες σαρακήνιες, οἱ ποῖες ἡ μία ἐνέβην εἰς τὸν ὁλιμιόναν, καὶ ἐνέβησαν ἀπὸ τοὺς λᾶς τῆς γῆς. καὶ ἐδιαφεντέψαν την, ὅτι δὲν ἠμπορῆσαν τὰ κάτεργα νὰ τὴν πάρουν· ἀμμὲ τὴν ἄλλην ὅπου ἦτον ἔξω ἐπῆραν την μὲ πολλὲς πραματεῖες, καὶ ἐφέραν την εἰς τὴν Ἀμόχουστον. Ἀμμὲ ὅταν ἐστράφην ἡ σατία καὶ ἀφῆκεν τὴν συντροφίαν τῶν βʹ κατέργων, πολλὰ ἀνγκρίστην ὁ ἀμιράλλης καὶ ἐφοβήθην μήπως καὶ ἐμπλαστοῦν τὰ κάτεργα μὲ τά μαγραπίτικα, καὶ ἔχουν δισπλαζέριν· τὸν μισὲρ Τζουὰν τε Ποὺν εἰς τὴν φυλακήν, καὶ ἐπρουμουτίασε νὰ μὲν τὸν ἐβγάλουν ὥς που νἄρτουν τὰ βʹ κάτεργα μὲ καταυγ(ό)διον εἰς τὴν Ἀμόχουστον, ἀλλοίως νὰ κόψῃ τὴν κεφαλήν του. Καὶ τῇ ιʹ μηνὸς μαγίου ͵ατξή ἐποῖκεν ὁ θεὸς τὸ θέλημάν του ἀπὲ τὸ σὶρ Τζουὰν τε Σοὺρ τὸν ἀμιράλλην τῆς Κύπρου εἰς τὴν Ἀμόχουστον. Τὸ λοιπὸν ἂ(ς) στραφοῦμεν εἰς τὸν ρήγα.

§223.-Ἐστάθην κουντέντος ἔμπροσθεν τοῦ πάπα διὰ τὴν ἀγάπην τοῦ σουλτάνου· ὥρισεν ὅτι οἱ μαντατοφόροι τῶν Γενουβίσων καὶ τοὺς Βενετίκους νὰ πᾶν εἰς τὸν σουλτάνον. Καὶ παραῦτα ἀρματῶσαν οἱ Γενουβίσοι βʹ κάτερ(γα) καὶ ἐβάλαν· μαντατοφόρον ἀπάνω τὸν Καζὰ Ζεγγαρέ· ὁμοίως καὶ Βενέτικοι ἀρματῶσαν βʹ κάτεργα καὶ ἐπέψαν μαντατοφόρον τὸν κύρην Νικολάον Τζουστουνίαν· καὶ ὁ ρήγας ἐμήνυσεν εἰς τὴν Κύπρον τοῦ ἀδελφοῦ του τοῦ πρίντζη νὰ ἐβγάλῃ τους μαντατοφόρους τοῦ σουλτάνου ἀπὸ τὴν Κερυνίαν καὶ νὰ τοὺς δώσῃ τοὺς μαντατοφόρους τῶν κουμουνίων νὰ τοὺς πάρουν εἰς τὸ Κάργιος, ὅνταν τοῦ ζητήσουν· καὶ νὰ τελειώσουν τὴν ἀγάπην οἱ ἄνωθεν μαντατοφόροι ὡς γοιὸν τοῦ ἐπρουμουτίασαν ὀπρὸς τοῦ ἁγιωτάτου πάπα.

§224.-Καὶ τῇ κδʹ μηνὸς ἰουνίου ͵ατξηʹ Χριστοῦ ἀρματῶσαν τὰ δʹ κάτεργα τῶν κουμουνίων, καὶ ἐνέβησαν καὶ οἱ ἀνωθεν μαντα(το)φόροι, καὶ ἀρματῶσαν καὶ μίαν σατίαν καὶ ἐπέψαν την εἰς τὴν Κύπρον διὰ νὰ φέρῃ τοὺς ὁρισμοὺς τοῦ ρηγὸς εἰς τὸν κουβερνούρην· καὶ ἐξέβησαν ἀπὸ τὴν Ρόδον τῇ κεʹ ἰουνίου καὶ ἐπῆγαν εἰς τὴν Ἀλεξάνδραν. Καὶ οἱ μαντατοφόροι τῶν κουμουνίων ἐπήγασιν ἔμπροσθεν τοῦ σουλτάνου εἰς τὸ Κάργιος, καὶ ἐποῖκαν τὴν μαντατοφορίαν, καὶ ἐσυμπάψασιν μὲ τὸν σουλτάνον, καὶ ἐπέψαν εἰς τὴν Κύπρον νὰ φέρουν τοὺς μαντατοφόρους τοῦ σουλτάνου. Καὶ μοναῦτα ὁ σουλτάνος νὰ ἐβγάλῃ τοὺς χριστιανοὺς ἀπὸ τὲς φυλακάδες καὶ νὰ τοὺς δώσῃ τὸ δικόν τους, καὶ νὰ ποίσῃ τὸν ὅρκον, κατὰ τὸ συνήθιν τῆς ἀγάπης. Καὶ ὅνταν ἐσυμπάψαν οἱ ἄνωθεν μαντατοφόροι, ἐμεῖναν εἰς τὸ Καργίος, καὶ ἐπέψαν ἀπὸ τὴν συντροφίαν τους δύο κάτεργα, ἕναν γενουβίσικον καὶ αʹ βενέτικον εἰς τὴν Κύπρον νὰ πάρουν τοὺς μαντατοφόρους τοὺς Σαρακηνοὺς εἰς τὸ Καργίος· καὶ ἐξέβησαν ἀπὸ τὴν Ἀλεξάνδραν τῇ ηʹ μηνὸς αὐγούστου ͵ατξηʹ Χριστοῦ. Καὶ ἐπέψαν χαρτία τοῦ ποδεστᾶ τοὺς Γενουβίσους καὶ τοῦ μπ(α)λίου τοὺς Βενετίκους νὰ σμικτοῦ νὰ πέψουν γλήγορα τοὺς μαντατοφόρους τοὺς Σαρακηνοὺς εἰς τὸ Κάργιος· καὶ ὁ πάγιλος καὶ ὁ ποδεστᾶς ἐνέβησαν εἰς τὴν Λευκωσίαν ζητῶντα τοὺς μαντατοφόρους. Καὶ ὁ κουβερνούρης ὡς εἶχεν τὸν ὁρισμὸν τοῦ ρηγός, μαναῦτα ὥρισεν καὶ ἔδωκέν τους εἰς τὰς χεῖρας τους, καὶ ἑμολογῆσαν ἔμπροσθεν τοῦ νοτάρη πῶς τοὺς ἐπεριλάβασιν, καὶ γιὰ τοῦτον ἐποῖκαν προβιλίζιν. Τῇ παρασκευῆ τῇ κδʹ αὐγούστου ͵ατξηʹ Χριστοῦ ἐξέβησαν ἀπὸ τῃν Ἀμόχουστον τὰ ὄνωθεν δύο κάτεργα καὶ ἐπῆγαν εἰς τὴν Ἀλεξάνδραν, καὶ ἐπῆραν τοὺς μαντατοφόρους τοὺς Σαρακηνοὺς εἰς τὸν σουλτάνον.

§225.-Καὶ ἄνταν ἀπεσῶσαν τὰ αὐτὰ κάτεργα εἰς τὴν Ἀλεξάνδραν, ἐμηνύσαν τοῦ σὲρ Καζὰ Σεγκαρὴ καὶ τοῦ σὶρ Νικὸλ Ζουστουνία τοὺς μαντατοφόρους τῶν κουμουνίων τὸ ἔλα τους. Οἱ πγοὶ μαντατοφόροι τῶν κουμουνίων ἐποῖκαν το νῶσιν τοῦ σουλτάνου, καὶ κεῖνος εἶπεν: «Ἀπεζᾶτε τοὺς μαντατοφόρους μου εἰς τὴν γῆν.» Οἱ μαντατοφόροι εἶπαν του: «Ἀφέντη, ὡρισμένοι εἴμεσταν ἀπὸ τὸν ρήγα τῆς Κύπρου νὰ μὲν βάλωμεν τοὺς μαντατοφόρους σου εἰς τὴν γῆν, ὥς που νὰ τελειώσῃς τὴν ἀγάπην, καὶ νὰ ἐβγάλουν καὶ οὕλους τοὺς χριστιανοὺς ἀπὸ τὴν φυλακήν, μηδὲν μετανώσῃς ὥς γοιὸν ἐποῖκες καὶ τὲς ἄλλε(ς) φορές.» Γροικῶντα ὁ σουλτάνος ὁ ὑπερήφανος τὴν συντυχίαν τους μαντατοφόρους, πολλὰ ἐθυμώθην· καὶ εὑρέθην ἐκεῖ ὁ ἀμιρᾶς ὀνόματι Μεχλὶν Πέχνα, ὅπου ἦτον ἀφορμὴ καὶ ἀρχεύτην ἡ μάχη καὶ πάντα ἐμπόδιζεν τὴν ἀγάπην· καὶ ἦτον φουσκωμένος ἀπὸ τὰ λόγια τοῦ Καζὰ Τζεγκαρή, ὄπου ἐκολάκευγεν τὸν σουλτάνον νὰ μαλακτιάνῃ τὸν θυμόν του διὰ νὰ τελειωθῆ ἡ ἀγάπη, καὶ σηκώννεται ἔμπροστεν τοῦ σουλτάνου καὶ ἔδωκεν τοῦ αὐτοῦ σὶρ Καζὰ βʹ φούσκιες, καὶ λαλεῖ του: «Χοιρίδιν δετιποτένον, κομπώννεις τὸν ἀφέντην μου τὸν σουλτάνον! καὶ τότε ζητᾶτε τὴν ἀγάπην μὲ γελοῖον, καὶ νἄρτη ὁ ρήγας τῆς Κύπρου νὰ μᾶς ποίσῃ, ὡς γοιὸν μᾶς ἐποῖκεν καὶ τὲς ἄλλες φορές!» Καὶ πιάννει τον ἀπὸ τὰ γένεια νὰ κόψῃ τὴν κεφαλήν του. Θωρῶντα ὁ ἄνωθεν Καζὰς τὴν ἀντροπὴν ὅπου ἔπαθεν, εἶπεν του: «Ἀφέντη ἀμιρᾶ, δὲν κομπώννω τον σουλτάνον. ἀμμὲ λαλῶ τὸ μοῦ παράγγειλα νὰ πῶ, καὶ σοὺ ἐδέρες με· γειά σου ἂν ἐπεθάναν ὅλοι οἱ Γενουβίσοι, καὶ θέλει ἔρτειν καιρὸς καὶ ὁ δαρμένος θέλει δέρειν!» Τότες εἶπεν τοῦ σουλτάνου: «Ἀφέντη, τάσσομαί σου εἰς τὴν πίστιν μας, ἂν δὲν τελειώσῃς τὴν ἀγάπην, θέλουν ἔρτειν ἀπάνω σου τόσον φουσάτον, καὶ θέλουν σὲ ξηλοθρεύσειν καὶ τοὺς πτωχοὺς τοὺς πραματευτάδες.»

§226.-Ἀπάνω εἰς τοῦτα τὰ λογία, ἐσηκώθην ὁ παλαιὸς ἀμιρᾶς καὶ εἶπεν τοῦ σουλτάνου: «Ἀφέντη, μηδὲν γροικᾷς ἐκείνου ὅπου σοῦ λαλεῖ διὰ τὸ δικόν του διάφορος, παρὰ γροίκα ἐκείνου ὅπου σοῦ λαλεῖ διὰ οὕλους τὸ διάφορος· οἱ λᾶς τῶν ἀρμάτων θέλουν νὰ ᾖνε πάντα μάχη, διὰ νὰ κλέψουν καὶ νὰ σκοτώσουν· καὶ γιὰ κείνους μόνον θέλεις ὅλον τὸ πλῆθος τοῦ λαοῦ σου νὰ κουρσεύεται καθημερινόν; Ἔξευρε πῶς ὁ ρήγας τῆς Κύπρου εἶνε εἰς τὴν δύσιν καὶ συνπιάζει φουσάτον ἀπό τοὺς ἀφέντες τοὺς χριστιανοὺς, καὶ ἔρχουνται νὰ ξηλοθρεύσουν τὴν γῆν σου· καὶ ἀνισῶς καὶ μάθῃ πῶς ἐτελείωσες τὴν ἀγάπην, θέλει ἔρτειν χωρὶς ἀρμάδαν, καὶ μεῖς θέλομεν εἶσταιν ἀναπαμένοι· καὶ ἂν δὲν μοῦ γροικήσῃς πολλοὶ θέλουν φύγει ἀπὸ τοὺς τόπου(ς) σου καὶ θέλουν πᾶν [εἰς τόπους ἐλεύθερους καὶ στερεωμένους καὶ θαρούμενους, καὶ ἄλλους θέλουν πάρειν αἰχμάλωτους.] Αρώτα καὶ μάθε πῶς τὰ μακζενία εἶνε γεμάτα πραματεῖες, καὶ δὲν εὑρίσκεται τινὰς ν᾿ ἀγοράσῃ. Ποῦ εἶνε τὰ δουκάτα τοὺς Γενουβίσους; Δὲν θωρεῖς πῶς ἦρταν παρκάτω τὰ κουμερκία σου, καὶ οἱ πραματευτάδες δὲν ἔχουν τίντα νὰ ποίσουν; Καὶ ὡς γοιὸν ἐκεῖνος ὅπου εἴμαι δοῦλος σου καὶ κρατούμενος νὰ εἰπῶ τοῦ ἀφέντη μου ὅλην τὴν ἀλήθειαν· διὰ τοὺς γονεῖς μου καὶ διὰ τὸ διάφορος τοῦ μουσθλουμανίου, εἴπουν σοῦ το· προυμουτιάζω σου, τὸ κρίμαν τοῦ αἴματος ὅπου νὰ χενωθῆ καὶ τοὺς αἰχμαλώτους ὅπου νὰ αἰχμαλωτευτοῦσιν, ὁ θεὸς γιὰ κείνους θέλειν τὸ ζητᾶν ἀπὸ ᾿ξ αὑτόν σου, καὶ ἀπὸ κείνους ὅπου σὲ κωλύουν νὰ μηδὲν ποίσῃς ἀγάπην.» Ὁ σουλτάνος εἶπεν του: «Καλὰ λαλεῖς, καὶ ἀρέσκει μου νὰ τελειωθῇ ἡ ἀγάπη!»

§227.-Τότες ἐσηκώθην ἄλλος ἀμιρᾶς πολλὰ θυμωμένος καὶ λαλεῖ τοῦ σουλτάνου: «Ἀφέντη, ἔχε ἀπομονήν, μήπως καὶ ὁ ρήγας στραφῇ χωρὶς φουσάτον, γροικῶντα πῶς ἡ ἀγάπη ἀρχεύτην, καὶ τότε θέλει-ν γινεῖν ἡ ἀγάπη εἰς τὴν ὄρεξίν σου.»] Ὁ σουλτάνος ἐπεθύμαν εἰς τοῦτον, καὶ ὄχι νὰ τε(λει)ωθῇ, καὶ ἀπομάκριζεν· καὶ γροικῶντα τοῦ ἀμιρᾶ ἀπόμεινεν ὀλλίγες ἡμέρες καὶ ἐφέραν του μαντάτον, πῶς ὁ ρήγας ἐστράφην χωρὶς καμίαν βοήθειαν· καὶ μοναῦτα ἐξαναλόγισεν, καὶ δὲν ἄκουσε νὰ ποίσῃ τὴν ἀγάπην, ἀμμ᾿ ἔδωκεν πάλε γραφὲς τοῦ Καζὰ Τζινγκάρε καὶ ἔστρεψέν τον εἰς τὴν Κύπρον εἰς τὸν ρήγα. Ὁ αὐτὸς σὶρ Καζὰς διὰ ν᾿ ἀποβγῇ καὶ νὰ πῇ καὶ τὰ ἄπρεπά τους λογία, ἐξέβην καὶ ἦλθεν εἰς τὴν Κύπρον, ὁ ποῖος έξηγήθην τοῦ ρηγὸς ὅλην τὴν ἀφορμήν. §228.-Καὶ ὁ ρήγας ἐξαναγράψεν του χαρτὶν καὶ ἐπέψεν του τἀμπρὸς ὀπίσω, καὶ ηὗραν καὶ δύο σκλάβους σαρακηνοὺς ὅπου εὑρέθησαν εἰς τὴν Κύπρον καὶ ἔπεψέν τους τοῦ σουλτάνου, ὁ ποῖος ἐποῖκεν το διὰ τὴν ἐλευθερίαν τοὺς χριστιανούς, καὶ πάλε ἐστράφην εἰς τὴν Ἀλεξάνδραν. §229.-Καὶ ἐβγαίννοντα ὁ ρήγας ἀπὸ τὴν Ἀμόχουστον νὰ πάγῃ εἰς τὴν Κερυνίαν, ἐκακούχισεν καὶ ᾿ποῖκεν κἄποσες ἡμέρες· καὶ ὅνταν έκαλλιττέρισεν, ἐγύρεψε νὰ μάθῃ τὸ πρᾶμαν πῶς ἐδιάβην· καὶ εἶπαν τοῦ το καταληπτῶς. Καὶ [ὁ φρενιμώ(τα)τος ρήγας] μοναῦτα ἐμήνυσέν το τοῦ πάπα, πως ἐγίνην γ-ἡ δουλεία, καὶ πῶς τοῦ ἐδῶκαν οἱ ἀφέντες πολλὰ ξύλα, καὶ γροικῶντα πῶς θέλει νὰ γενῆ ἡ ἀγάπη, ἀπολογιάσεν τα ἀπὸ τοὺς ἀφέντες, καὶ εἶπαν καὶ ἡ ἀγάπη εἶνε τελειωμένη, «καὶ τώρα εὑρισκούμεθαν κομπωμένοι.» Ὁμοίως ἐπῆρεν βουλὴν ἀπὸ τοὺς ἄρχοντές του, καὶ ἐπέψαν χαρτία μὲ μίαν σατίαν καὶ ἐπῆραν τα εἰς τὴν Ἀλεξάνδραν, καὶ ἐδῶκαν τα εἰς τὴν γῆν, καὶ ἡ σατία ἐστράφην. §230.-Θεωρῶντα ὁ σουλτάνος πῶς ἐστράφην ὁ σίρε Καζὰ Τζινγκαρέ, καὶ ἔφερεν ἔντιμον κανίσκιν καὶ ταπεινὸν χαρτίν, εἶπεν εἰς τὸν ἐμαυτόν του: «Φαίνεταί μου πολλὰ ἐταπεινώθην ὁ ρήγας καὶ πολλὰ πεθυμᾷ τὴν ἀγάπην ἀπὸ τὸν φόβον του.» Καὶ ἐννοιάζετον, ὅνταν δὲν εἶδεν τὰ χαρτία ὅπου ἔριψεν ἡ σατία εἰς τὴν γῆν, ἡ ποία γραφὴ ἐλάλεν οὕτως. «Πρὸς τὸν ἠγαπημένον μας φίλον τὸν σουλτάνον Βαβυλωνίας, ὁ δικός σου φίλος ὁ ρήγας τῆς Κύπρου πολλὰ χαιρετίσματα. Γίνωσκε ὅτι γνώθομαι πολλὰ βαρυμένος ἀξ αὑτόν σου, ὅτι ἐσοὺ μὲ τὴν ὄρεξίν σου καὶ εἰς τὴν ἐζήτησιν τὴν δικήν σου ἔγραψες νὰ ποίσῃς ἀγάπην· τὸ ποῖον ἐγίνετον εἰς τὴν ζήτησιν τοὺς Γενουβίσους καὶ τοὺς Βενετίκους μὲ τοὺς Καταλάνους, καὶ [πολλὰ μὲ ᾿παρακαλῆσαν] διὰ νὰ στερεώσω τὴν ἀγάπην· καὶ ἅνταν ἦλθαν οἱ μαντατοφόροι μου ἔμπροσθέν σου, [τοὺς δὲ ἐθέλησες νὰ τοὺ(ς) στρώσῃς, τοὺς δὲ ἐδέραν τους ὀμπρός σου, καὶ ἐβάσταξές το·] καὶ μίαν ζητᾷς τὴν ἀγάπην καὶ ἄλλην μετανώθεις, καὶ μακρυνίσκεις· τοῦτον δὲν εἶνε τοὺς καλοὺς ἀφέντες, δείχνεις πῶς εἶσαι ἕνας ἀφέντης ὅπου σ᾿ ἐψήλωσεν ἡ τύχη. Καὶ ἐπειδὴ καὶ ὁ θεὸς ἐσυγχωρῆσεν το διὰ τὰ κρίματά μας καὶ ἐδῶκεν σου τούτην τὴν ἀφεντίαν, πρέπει νὰ πολομᾶς ὡς γοιὸν πολομοῦν οἱ ἀφέντες οἱ ρηγάδες, ὅπου ἔχουν τὴν ἀφεντίαν ἀπὸ γεννήσεώς τους. Πρῶτον συμβουλεύτουν μὲ τὴν βουλήν σου καὶ μὲ τοὺς ἐδικο(ύ)ς σου, καὶ μόνος καὶ μοναχός σου καὶ ᾿δὲ τὸν νοῦς σου, καὶ ἀνίσως καὶ ἔχεις ὄρεξι νὰ τελειώσῃς τὴν ἀγάπην, τότε τὴν γύρευγε καὶ ζήτα την· εἰ δὲ νὰ τὴν ζητᾷς καὶ νὰ τὴν ἀξαπολᾷς. Τάσσω σου εἰς τὴν πίστιν μου ὡς χριστιανὸς ὅπου εἶμαι, ὅτι οἱ ἀφέντες τῆς δύσις ἐποῖκαν ὁρισμὸν εἰς τοὺς ἐφφικατόρους τους νὰ ποίσουν μεγάλην ἀρριάδαν νὰ κατεβοῦν ἀπάνω σου, καὶ ἐγὼ ἐκομπώθηκα ἀπὸ τοὺς Βενετίκους καὶ ἐκόμπωσα τοὺς καλούς μου συνγγενάδες τοὺς ἀφέντες, λαλῶντα τους ὅτι ἔχομεν καλὴν ἀγάπην μεσόν μας· καὶ εἰς τοῦτον ἐμεῖναν καὶ δὲν ἦλθαν. Καὶ ἐπίστευσα εἰς τὰ λογία σου ὡς λογία ἀφέντη, καὶ ἔβγαλα τοὺς σκλάβους μου τοὺ(ς) Σαρακηνοὺς ἀπὸ τὲς φυλακὲς καὶ ἔπεψά σου τους, καὶ σοὺ κρατεῖς τοὺς χριστιανοὺς εἰς τὲς φυλακές. [Διὰ τοῦτον, ἂν τὸ δώσῃ ὁ θεὸς ὡς θέλω, κατεβαίννω ἀπάνω σου καὶ θέλω σοῦ δώσει νὰ γρωνίσῃς ἴντα ἄνθρωπος εἶμαι,] κ ἔχω θάρος εἰς τὸν θεὸν νὰ μοῦ δώσῃ τὸ νίκος. Καὶ πλημελεᾶς με, καὶ περίτου δὲν σοῦ γράφω χωρὶς νὰ ᾖνε καιρὸς καὶ τόπος.»

[§231.-Καὶ ὁ ρήγας ἑδήγησεν τὸ κάτεργόν του καὶ πολλοὺς καβαλλάριδες, καὶ ἐπῆγαν εἰς τὴν Φράτζα.ὺ

§232.-Καὶ ἐλησμόνησα νὰ σᾶς ξηγηθῶ πῶς ἀλλάξαν τὸ κουντάτο ἀπὲ τὸ πριντζάτο· καὶ πολομῶ νὰ τὸ ξεύρετε, καὶ θέλετε τὸ μάθειν εἰς τὸ στέψιμον τοῦ Τζάκου τε Λαζανία.

§233.-Καὶ ἁντὰν ἐστέφθην ὁ ἀφέντης ὁ ρὲ Πιέρ, ὠρδίνιασεν καὶ τὰ ᾿φφίκια τοῦ ρηγάτου τὰ χηράτα. Τὸ πριντζάτον τῆς Ἀντιοχείας ἔδωκέν το τοῦ ἀδελφοῦ του τοῦ σὲρ Τζουὰν τε Λουζουνία καὶ (τὸ) κοντοσταυλίκιν τῆς Κύπρου, καὶ σταυλον τῶν Ἱεροσολύμων, καὶ τὸν σὶρ Τουμᾶς τε Ἰμπελὴ σινεσκάρδον τοῦ ρηγάτου. καὶ τὸν σὶρ Σιμοὺν Παπὴν πουντουλιέρην τοῦ ρηγάτου τῆς Κύπρου, καὶ τὸν σὶρ Ὀγκὲ Ἐμπεὲ τὸν ἰατρὸν τζασιλιέρην τοῦ ρηγάτου, καὶ τὸν σὶρ Πιὲρ Μαλοζὲ τζαμπερλάνον τῆς Κύπρου. Καὶ ὁ ρὲ Πιὲρ ἁρμάστην μίαν ὄμορφην κόρην ἀπὸ τὴν Καταλονίαν, τὴν Λιονόραν τε Ραού. Καὶ ἐστέφθην μὲ τὸν ἄνωθεν ρὲ Πιὲρ ἀντάμα.]

§234.-Τὸ λοιπὸν ἀφίννομεν τὴν ἐξήγησιν τοῦ σκύλλου τοῦ σουλτάνου, καὶ ἂς ἔλθωμεν εἰς ἄλλην τῆς ρήγαινας, ὀνόματι Λινόρας, γυναῖκα τοῦ ἄνωθεν ρὲ Πιέρ. Ὁ καλὸς ρήγας, ὡς γοιὸν ἠξεύρετε καὶ ὁ δαίμων τῆς πορνείας ὅλον τὸν κόσμον πλημελᾶ, τὸν ἐκόμπωσεν τὸν ρήγαν, καὶ ἔππεσεν εἰς ἁμαρτίαν μὲ μίαν ζιτὶλ ἀρχόντισσα ὀνόματι Τζουάνα Λ᾿ Αλεμά, γυναῖκαν τοῦ σὶρ Τζουὰν τε Μουντολὶφ τοῦ κυροῦ τῆς Χούλου, καὶ ἀφῆκεν την ἀγκαστρωμένην μηνῶν ηʹ. Καὶ πηγαίνωντα ὁ ρήγας τὴν δεύτερην φορὰν εἰς τὴν Φρανγγίαν, ἔπεψεν καὶ ἔφερέν την εἰς τὴν αὐλὴν ἡ ρήγαινα· καὶ τὸ νὰ ἔλθῃ ὀμπρός της, ἐτίμασέν την ἀντροπιασμένα λογία, λαλῶντα της: «Κακὴ πολιτική, χωρίζεις με ἀπὸ τὸν ἄντρα μου!» Καὶ ἡ ἀρχόντισσα ἐμούλλωσεν· καὶ ἡ ρήγαινα ὥρισεν τὲς βάγες της καὶ ἔριψάν την χαμαί, [καὶ ἕναν γδὶν] καὶ ἐβάλαν το ἀπάνω εἰς τὴν κοιλιάν της καὶ ἐκουπανίσαν [πολλὰ πράματα,] διὰ νὰ ρίψῃ τὸ βρέβος· καὶ ὁ θεὸς ἐγλύτωσέν το καὶ δὲν ἔππεσεν. Θωρῶντα πῶς τὴν ἐτυράνιζεν ὅλην τὴν ἡμέραν καὶ δὲν ἔππεσεν, ὥρισεν καὶ ἐσφαλίσαν την εἰς ἕναν σπίτιν ὡς πισαυρίου· καὶ ὅνταν ἐξημέρωσεν, ὥρισεν καὶ ἐφέραν την ὀμπρός της, καὶ ἐφέραν καὶ ἕναν χερομύλιν, καὶ ἁπλῶσάν την χαμαὶ καὶ ᾿βάλαν το εἰς τὴν κοιλίαν της καὶ ἀλέσασιν [αʹ πινάκιν] σιτάριν ἀπάνω εἰς τὴν κοιλιάν της, καὶ ἐκρατοῦσαν την, καὶ δὲν ἔππεσεν τὸ παιδίν. Καὶ ᾿ποῖκεν της πολλὰ κακά, καὶ μυρίσματα, τζίκνες, βρώμους, καὶ ἄλλα κακά, καὶ ὅσα ὠρδινιάζαν οἱ γιλλοῦδες, γ-οἱ μαμμοῦδες· καὶ τὸ παιδὶν περίτου ἐδυνάμωννεν εἰς τὴν κοιλιάν της. Ὥρισέν τη νὰ πάγῃ ἔσσω της, καὶ [ἐπαράγκειλεν τῆς ὑποταγῆς της, ὅσον γεννήσῃ τὸ παιδὶν νὰ τὸ φέρουν τῆς ρήγαινας· καὶ ἤτζου ἐγίνην, καὶ δὲν ἠξεύρομεν τίντα ἐγίνην τὸ βρέφος τὸ καθαρὸν καὶ ἄπταιστον.]

§235.-Καὶ μοναῦτα ὥρισεν ἡ κακὴ ρήγαινα καὶ ἐπῆραν τὴν κακότυχην τὴν λειχοῦσαν εἰς τὴν Κερυνίαν, καὶ ἐβάλαν την εἰς τὴν γούφαν ἤτζου ματωμένην, καὶ ἐκεῖ ἐστεντίασεν πολλά, ἀπὸ πᾶσα πρᾶμαν στερε(υ)ομένη ἀπὸ τὸν καπετάνον, διὰ νὰ τελειώση τὸν κακὸν ὁρισμὸν τῆς ἄθεης καὶ κακῆς ρήγαινας. Καὶ διαβαίννοντα ζʹ ἡμέρες ὁ πρίντζης ἔπεψεν καὶ ἄλλαξεν τὸν καπετάνον καὶ ἔβαλεν ἄλλον καπετάνον, τὸ(ν) σὶρ Οὗνγκε τ᾿ Ἀτιαμέ, [ὁ ποῖος] ἦτον συνγκενὴς τῆς ἀρχόντισσας· καὶ ὁ κουβερνούρης ὥρισέν τον κρυφὰ νὰ τὴν ἀναπαύσῃ διὰ τὴν ἀγάπην τοῦ ρηγός· ὁ ποῖος σὶρ Λουκὲς ἐγέμωσεν τὴν γούφαν [μίαν κάνναν χῶμαν] καὶ ἔβαλεν κάτω πελεκάνον καὶ ἐκάρφωσάν την μὲ τὰ σανιδία, καὶ ἔδωκέν της ροῦχα καὶ ἐκοιμάτον· καὶ ᾿δῆγαν καλὰ καὶ τὸ φᾶν της καὶ τὸ πγεῖν της. Τοῦτα οὗλα τὰ μαντάτα έφτάσαν εἰς τὴν Φραγγίαν εἰς τ᾿ αὐτία τοῦ ρηγὸς τῆς Κύπρου.

 

(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)

Advertisements

About sooteris kyritsis

Job title: (f)PHELLOW OF SOPHIA Profession: RESEARCHER Company: ANTHROOPISMOS Favorite quote: "ITS TIME FOR KOSMOPOLITANS(=HELLINES) TO FLY IN SPACE." Interested in: Activity Partners, Friends Fashion: Classic Humor: Friendly Places lived: EN THE HIGHLANDS OF KOSMOS THROUGH THE DARKNESS OF AMENTHE
This entry was posted in Books and tagged , , , . Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Please log in using one of these methods to post your comment:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.