Έλληνες ποιητές και ορισμένα ποιήματά 2


(ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΑΠΟ 18/11/2016)

ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΑ ΕΚΤΩΡΑ ΚΑΚΝΑΒΑΤΟΥ

Φωνή μου ράτσα υψικάμινου

Πρώτον: σε θέλουνε ακίνδυνη και να ξεχνάς
κι ύστερα καλή μ’ αυτούς φιλεναδίτσα
τρυφερή
υποσχετική
οι αχρείοι.

Φωνή μου ράτσα υψικάμινου από πλευρό
ανοιχτό του αίλουρου, της ανηφόρας
απ’ τα εννιά σκοινιά του βούρδουλα
κι ο ήλιος φίδι μες στο σύρμα.
Μην ξεχάσεις~ φτύσ’ τους.

Ας περιμένουν να σε σβήσω με νερό
ή κατά τες συνταγές αρχαίων Ελληνοσύρων
ας περιμένουν οι αχρείοι.

1967

«σφαγμένη εντός σου μιαν ερώτηση δε λέει να σωπάσει»

Αφότου ξώκειλε το ζαφειρί αστέρι ξέρα ο νους η ουλή βυθός

μόνο εσύ ω ποίηση έμεινε να φέγγεις

μεσ από βράχο διάφανο το μόνο πλοίο.

Πιο κορυφαίο σπόνδυλο απ τη σιωπή δεν έχεις

χαράδρα η μνήμη, μάγμα απέραντο η οργή.

Κι αν το νόημα είναι του βυθού;

Η μελλούμενη πορεία αξία εσχάτη είναι

ή το ελάχιστο μέτρο να σε ψάχνω όχι να σε βρω;

Γιατί άλλο από το παραλήρημα δεν σου μεινε φυσίγγι

δεν έχει άλλη εκβλάστηση από τη φλέβα σου

που πλημμυράει την πολιτεία συρίζοντας ως τον ενδότοιχο

σφαγμένη εντός σου μια ερώτηση δε λέει να σωπάσει

ανατέλλει δύει εντάφια πλησιφαής

με φεγγάρια χαίνει με παλίρροιες

όπως απλώνει στα ορυκτά το έκζεμα του πλανήτη

κι από τη βολή του πρόγονου δε σβήνει η ηχώ

για το αν υπάρχουν ανάμεσά μας σύνορα…

(ΕΚΤΩΡ ΚΑΚΝΑΒΑΤΟΣ, η κλίμακα του λίθου)

(ΧΡΥΣΟΜΑΛΛΟ ΔΕΡΑΣ ΠΑΝΤΑ Η ΠΟΙΗΣΗ
σπουδή στο γνώθι σαυτόν των ποιητών)

Κι αν ακόμη το νόημα είναι του βυθού
ο αυτάρκης πυρόλιθος του ονείρου…
μόνο εσύ ω ποίηση έμεινε να φέγγεις
μέσα από βράχο διάφανο το μόνο πλοίο
Γιατί άλλο από το παραλήρημα δεν σου μεινε φυσίγγι
δεν έχει άλλη εκβλάστηση από τη φλέβα σου
που πλημμυράει την πολιτεία συρίζοντας ως τον ενδότοιχο
σφαγμένη εντός σου μια ερώτηση δε λέει να σωπάσει
ανατέλλει δύει εντάφια πλησιφαής
με φεγγάρια χαίνει με παλίρροιες
όπως απλώνει στα ορυκτά το έκζεμα του πλανήτη
κι από τη βολή του πρόγονου δε σβήνει η ηχώ
Πιο κορυφαίο σπόνδυλο απ τη σιωπή δεν έχεις
χαράδρα η μνήμη μάγμα απέραντο η οργή

(ΕΚΤΩΡ ΚΑΚΝΑΒΑΤΟΣ, η κλίμακα του λίθου)

EKTΩΡ ΚΑΚΝΑΒΑΤΟΣ

Βιογραφικό σημείωμα

Γεννήθηκε στον Πειραιά το Σεπτέμβριο του 1920 όπου και ολοκλήρωσε τις εγκύκλιες σπουδές του. Σπούδασε Μαθηματικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Στην Κατοχή πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση. Μετά την Απελευθέρωση, το 1947, εξορίζεται στην Ικαρία και το φθινόπωρο του ίδιου χρόνου μετάγεται στην Μακρόνησο. Απολύεται το 1949, με την ήττα του Δημοκρατικού Στρατού. Από το 1958 έως το 1962 εργάζεται στη Σύρο όπου φτιάχνει δικό του φροντιστήριο. Σε φροντιστήρια υποψηφίων για τα ΑΕΙ δίδαξε επίσης στην Αθήνα τη δεκαετία από το 1963 έως το 1973. Το 1973 διδάσκει στη Σχολή Μωραΐτη. Το 1979 διορίζεται για πρώτη φορά στο Δημόσιο, από το οποίο ήταν αποκλεισμένος λόγω πολιτικών φρονημάτων. Συνταξιοδοτείται το 1986.

Εργογραφία

Fuga, Αθήνα, (ιδιωτ. έκδοση), 1943, Αθήνα, Κείμενα, 1972, σελ. 32
Διασπορά, Αθήνα, Πρώτη Ύλη, 1961, σελ. 22
Η κλίμακα του λίθου, Αθήνα, Ζάρβανος, 1964, σελ. 64
Τετραψήφιο, Αθήνα, Κείμενα, 1971, σελ. 56
Τετραψήφιο με την έβδομη χορδή, Αθήνα, Κείμενα, 1972, σελ. 48
Διήγηση, Αθήνα, Συντεχνία, 1974, Αθήνα, Κείμενα, 1981, σελ. 72
Η κλίμακα του λίθου – Διασπορά, Αθήνα, Καστανιώτης, 1977, σελ. 52
Οδός Λαιστρυγόνων, Αθήνα, Κείμενα, 1978, σελ. 96
Τα μαχαίρια της Κίρκης, Αθήνα, Κείμενα, 1981, σελ. 56
Ανάστιξη του θρύλου για τα νεφρά της πολιτείας, Αθήνα, Κείμενα, 1981, σελ. 8
In perpetuum, Αθήνα, Κείμενα, 1983, σελ. 64, (2ο Κρατικό Βραβείο Ποίησης)
Κιβώτιο ταχυτήτων, Αθήνα, Κείμενα, 1987, σελ. 104
Ποιήματα Α΄ τόμος (1943-1974), Αθήνα, Aγρα, 1990, σελ. 216
Ποιήματα Β΄ τόμος (1978-1987), Αθήνα, Aγρα, 1990, σελ. 318
Οικισμοί του Μενεσθέα Καστελάνου του Μυστρός, Αθήνα, Aγρα, 1995, ISBN: 960-325-131-3
Χαοτικά, Αθήνα, Aγρα, 1997, σελ. 72, ISBN: 960-325-239-5
Ακαρεί, Αθήνα, Aγρα, 2001, σελ. 56. ISBN: 960-325-382-0
Υψικαμινίζουσες νεοπλασίες, Αθήνα, Aγρα, 2001, σελ. 40, ISBN: 960-325-391-Χ

Δοκίμιο:
Για τον “Μεγάλο Ανατολικό”, Αθήνα, Aγρα, 1991, σελ. 20

Μεταφράσεις των έργων του

Αγγλικά:

Ποιήματά του περιέχονται στην ανθολογία Contemporary Greek Poetry, [tr.by] Kimon Friar, Athens, Greek Ministry of Culture, 1985, 488 pp.

Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα: αγγλικά, γαλλικά, ιταλικά, ισπανικά, ρουμανικά, ολλανδικά και ρωσικά.

Μεταφράσεις ξένων λογοτεχνών από τον Ε. Κακναβάτο

Joyce Mansour, Ερωτικά, Αθήνα, Συντεχνία, 1975. Αθήνα, Κείμενα, 1978, σελ. 48
Joyce Mansour, Rapaces. Όρνια, Αθήνα, Κείμενα, 1987, σελ. 62
Marcel Schwob, Vies Imaginaires, Φανταστικοί βίοι, Αθήνα, Aγρα, 1987, σελ. 176
Joyce Mansour, Jules Cesar, Η Ιούλιος Καίσαρ, Αθήνα, Ρόπτρον, 1990, σελ. 70
Joyce Mansour, Cries, Dechirures, Rapaces, Κραυγές, Σπαράγματα, Όρνια, Αθήνα, Aγρα, 1994, σελ. 148, ISBN: 960-325-093-7
Julien Gracq, Andre Breton. Επάνοδος στον Μπρετόν, Αθήνα, Aγρα, 1997, σελ. 24, ΙSBN: 960-325-200-Χ
Ο Ποιητής
ΕΚΤΩΡ ΚΑΚΝΑΒΑΤΟΣ

Ο Έκτωρ Κακναβάτος, παρουσιάστηκε στην ποίηση το 1943, με την συλλογή “Fuga”, και συνέχισε, με τις συλλογές “Διασπορά” (1961), “Κλίμακα του λίθου” (1964), “Τετραψύφιο” (1971), “Τετραψήφιο με την έβδομη χορδή” (1972), “Διήγηση” (1974) και “Οδός Λαιστρυγόνων” (1978), εξυφασμένες όλες τους πάνω στο στιμόνι μιας μνήμης εθνικής που, ξεκινώντας από τα πανάρχαια χρόνια αλλά και τραυματισμένη από τα πρόσφατα γεγονότα της μεταπολεμικής – μετεμφιλιακής μας ζωής, καταλήγει στιγματίζοντας την ηθική και πνευματική ένδεια του σήμερα, έτσι όπως αυτή καταγγέλλεται μέσα από στροφές που τις διακρίνει ένας σαρκασμός άλλοτε και, άλλοτε, μια λεπτοτάτων, αποχρώσεων λύπη.
Αλλά για να μη θεωρηθεί ότι ο Κακναβάτος προσάραξε, επαναπαυμένος πάνω σε ότι κατέκτησε με τις προαναφερθείσες ήδη συλλογές του, σπεύδω να επισημάνω ότι στη συνέχεια, ήλθαν να αλλάξουν καθοριστικά πια, ολόκληρη την μέχρι εκείνη τη στιγμή πορεία του, κάμποσα ακόμη βιβλία, όπως το “Inperpetuum” (1983), το “Κιβώτιο ταχυτήτων” (1987), οι “Οι οικισμοί του Μενεσθέα Καστελάνου του Μυστρός” (1995), τα “Χαρτικά Ι” (1997) και μαζί τους το “Ακαρεί” (2001), στις σελίδες των οποίων κυρίαρχο πάντοτε στοιχείο αναδεικνύεται ο δυναμισμός της έκφρασης, ενώ περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, δεν υπηρετείται παρά η ποιητική ενατένιση του κόσμου και μόνον αυτή, μια και δύσκολα, σε ολόκληρη τη νεότερη ελληνική ποίηση, συναντάει κανείς από την πρώτη στιγμή κιόλας της πορείας ενός ποιητή, τόσους υπερχειλίζοντας χυμούς, όσους στην περίπτωση του Κακναβάτου, αλλά και ακόμη πιο δύσκολα , δημιουργός, παρουσιάζεται με τέτοια θαυμαστή μεσημβρία” του, και τόσο ανεπιτήδευτα εκρηκτικός. Και τούτο ακόμη: η φωνή του Έκτορα Κακναβάτου, ξεκινώντας από τα έναστρα στερεώματα των πρώτων Ελλήνων υπερρεαλιστών της δεκαετίας του 1930, πολύ σύντομα βρίσκει και ακολουθεί αποφασιστικά το δικό της, προσωπικό δρόμο, στα πεδία του οποίου οι λέξεις υποτάσσονται σε έναν “πρωτόγονο” και πρωτόγνωρο, ανεξάντλητο ρυθμό, η θεματική του αποκτά μια δική της πράγματι στιλπνότητα κάτω από μια γραφή άκρως “επεισοδιακή”, ενώ η ευθυβολία του ρήματος, η μαθηματική ακρίβεια του επιθέτου και η γεωμετρία ολόκληρου του ποιήματος, περνώντας μέσα από κάποιους διαύλους μαγικών διεργασιών, μας εκπέμπουν την οδυνηρή εκείνη προειδοποίηση, ότι από εδώ και στο εξής πια, δεν θα έχουμε να κάνουμε, παρά μόνο με μια ποίηση, που στην ουσία της είναι η “λαλίστατη σιωπή”, εκείνου που είχε στον κόσμο την ευλογία, όντας αιώνιος έφηβος, να ωριμάσει ταυτοχρόνως όμορφα, τελείως αβίαστα, διαλεκτικά και φυσιολογικά. Συλλογές όπως η “Διασπορά”, η “Κλίμακα του λίθου”, το “Inperpetuum” αλλά και το “κιβώτιο ταχυτήτων”, πέρα από την θέση τους ως ακρογωνιαίοι λίθοι στην ποίηση του ίδιου του Κακναβάτου, είναι και από τα πλέον, μέσα στα πολλά ευτυχώς, διακεκριμένα στηρίγματα, πάνω στα οποία ακουμπά ολόκληρο το οικοδόμημα της μεταπολεμικής ποιητικής τέχνης της Ελλάδος, ο δημιουργός αυτός, πολύχρωμος και μεθυστικός όπως πάντα, ανέμισε με αυταπάρνηση και επιμονή απαράμιλλη, σημαία φαντασμαγορική μέσα στους αιθέρες, τον στίχο του. Έναν στίχο όπου μαζί με όλα όσα παραπάνω θετικά του προσαρτήσαμε, η θάλασσα, μαζί με όλα λοιπόν αυτά, μαζί, όπως επιλέξει μας αναφέρει κάπου και ο ίδιος, στις εικόνες του θαυμασίως “υαλουργούσε”.
Αλλά δεν υαλουργούσε η θάλασσα στην πραγματικότητα όμως, όπως εύκολα άλλωστε αυτό καθίσταται αντιληπτό. Απλώς, η ποίηση μιας ακαταμάχητης, αδιακόπως διψασμένης για ζωή, ουσιαστική ελευθερία και έρωτα, εξαίσια φωταγωγημένης ψυχής, στην κυριολεξία, ιερουργούσε.

Γιώργιος Μαρκόπουλος
Ποιητής

fyga

«λαβωμένος απ΄ το φως, με σκονισμένα τα μαλλιά απ΄ τη μαρμαρυγή της νύχτας, φοβούμαι όχι την ευγένεια των φθόγγων, μα μήπως δεν εύρο στην έρημη κοιλάδα τους αυλούς που κείτονται χωρίς στα κοίλα τους σώματα να ρέουν χρυσά ελεγεία. Η λύρα του Ορφέα έμελλε να συλλέγει τις ακατανόητες τρικυμίες μου στη λήκυθο της αγάπης: σε σένα που ποιος ξέρει πόσες φορές η λατρεία σου θα μου γίνει γέφυρα να περάσω απ΄ την άβυσσο στο καυτερό γήινο αίμα».

Κανείς δεν κατατρύχεται αν δεν κρατά στην τσέπη του μια πέτρα.

ΤΑ ΠΑΡΑΚΑΤΩ αποσπάσματα να διαβαστούν ως αυτοτελή ποιήματα. Ανήκουν στη συλλογή Ενδοχώρα (1945). Τα δύο πρώτα στην ενότητα Ο Πλόκαμος της Αλταμίρας και το τρίτο στην ενότητα Πουλιά του Προύθου.

1

Λίγα κοσμήματα στη χλόη. Λίγα διαμάντια στο σκοτάδι.
Μα η πεταλούδα που νύκτωρ* εγεννήθη μας αναγγέλει την
αυγή, σφαδάζουσα στο ράμφος της πρωίας.

2

Η ποίησις είναι ανάπτυξι στίλβοντος* ποδηλάτου. Μέσα της
όλοι μεγαλώνουμε. Οι δρόμοι είναι λευκοί. Τ’ άνθη μιλούν.
Από τα πέταλά τους αναδύονται συχνά μικρούτσικες παιδίσκες.
Η εκδρομή αυτή δεν έχει τέλος.

3

Είναι τα βλέφαρά μου διάφανες αυλαίες.
Όταν τ’ ανοίγω βλέπω εμπρός μου ό,τι κι αν τύχει.
Όταν τα κλείνω βλέπω εμπρός μου ό,τι ποθώ.

νύκτωρ: κατά τη διάρκεια της νύχτας.
στίλβω: απαστράπτω.
* Για την κατανόηση των ποιημάτων ας έχουμε υπόψη μας τα εξής:

  1. Ο Γάλλος ποιητής Πολ Βαλερί (1871-1945) διατύπωσε την εξής άποψη για την ποίηση: «Η ποίηση είναι ανάπτυξη ενός επιφωνήματος», δηλαδή έχει την αφετηρία της στο συναίσθημα. Η σύγκριση με το ποίημα του Εμπειρίκου μάς δείχνει τη νέα αντίληψη: α) η ποίηση ξεκινάει από την εικόνα, από τη μαγεία των πραγμάτων, β) έχει τη δύναμη να μεταμορφώνει διαρκώς τον κόσμο σύμφωνα με τη φαντασία και τις επιθυμίες του ποιητή.
  2. Στην υπερρεαλιστική ποίηση, οι εικόνες αναπηδούν αυτόματα και συμφύρονται μεταξύ τους χωρίς αυστηρή λογική αλληλουχία. Γίνεται επίσης χρήση τολμηρών μεταφορών.
  3. Ο Εμπειρίκος, όπως και άλλοι Έλληνες υπερρεαλιστές, χρησιμοποιεί συχνά λέξεις λόγιες, επειδή είναι λιγότερο συνηθισμένες, που ξεχωρίζουν μέσα στο κείμενο και ασκούν κι αυτές γοητεία, όπως και τα πράγματα.

’λλο είναι να «διαβάζουμε» την Ποίηση βλέποντάς τη μόνο σαν κατάσταση μονοτροπίας του «γλωσσικού» Λόγου και άλλο σαν κατάσταση πολυτροπίας ενός γλωσσόμορφου Λόγου που ανορύσσει υπερλογικότητες.

Το έργο του Ανδρέα Εμπειρίκου υπήρξε Η Πρόκληση! Και αν είχε προβλεφθεί ένα γράφημα της δράσης των παραγόντων που κινητοποιήθηκαν να πιλοτάρουν την πρόσληψη αυτού του έργου από το κοινό, θα είχαμε την εικόνα της εξέλιξης μιας παθολογίας των γραμμάτων μας σαν κόστος της εξόδου από την ακαρπία των εμμονών σε φόρμες υπό κατεδάφισιν.

Του φλοίσβου τα ψηλά βουνά

Κεχριμπαρένια αλόγατα

Στο βάθος μιας σακούλας

ή το δίστιχο από την ίδια ενότητα «Τα πουλιά του Προύθου» (Ενδοχώρα):

Φεύγουν οι νουνεχείς δρομάδες

Τα βήματά τους είναι πολίχνες

ανομβρίας

ή το απόσπασμα από την ενότητα «Η τρυφερότης των μαστών» (Ενδοχώρα);

Από το μέλι βγήκε ο προφήτης

Που μας συμβούλεψε να μείνομε

στο ρίγος

Της ικεσίας των αχνών εκφορτωμάτων.

Α. Εμπειρίκος

γράφει ο Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος

Όταν ο Ανδρέας γνώρισε τη Μάτση, ο δυτικός πολιτισμός και μαζί του ολόκληρος σχεδόν ο κόσμος έμπαινε σ’ ένα σκοτεινό τούνελ απ’ όπου δεν επρόκειτο να βγει πριν περάσουν πολλά χρόνια και οπωσδήποτε δεν επρόκειτο να βγει χωρίς πληγές και στίγματα, που ως σήμερα ακόμη δεν έχουν ολότελα εξαλειφθεί. Στην πραγματικότητα, όπως πολύ σωστά και έγκαιρα είχαν διαβλέψει μεταξύ άλλων και οι νεαροί ντανταϊστές, αυτή η διαδικασία συσκότισης και φρίκης είχε ξεκινήσει πολύ νωρίτερα, ήδη από τα χρόνια του πρώτου μεγάλου πολέμου, και αν το μέγεθος και η διάρκεια του κακού δεν έγιναν αμέσως αντιληπτά απ’ όλους, αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι ταυτόχρονα εμφανίστηκαν και διαδόθηκαν και οι πιο ριζοσπαστικές ιδέες και η ελπίδα, που παραδόξως φαινόταν βάσιμη τότε για τη δημιουργία ενός νέου, καλύτερου κόσμου.

Σε αυτήν ακριβώς την προοπτική πρέπει να διαβαστούν και τα λόγια που έγραψε ο Ανδρέας Εμπειρίκος εκείνη την εποχή, όταν ξέσπασε ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος: «…δεν είναι δυνατόν, ο πόλεμος του 1939 να μην αφύπνισε τους ανθρώπους, όπως ξυπνά η μάστιγα το αίμα, διότι δεν είναι δυνατόν, ο πόλεμος αυτός να μην ανοίξη νέους δρόμους, δρόμους που να οδηγούν σε ριζική, σε ουσιαστική αναθεώρησι όλων των αξιών και όλων των πραγμάτων. Και κανείς δεν θέλει σήμερα να είναι αυτή η αναθεώρησις απλή αλλαγή ιδιοκτήτου, μα νέος κόσμος, με νέαν αντίληψι και νέα προσαρμογή – με μία λέξι, μια νέα πραγματικότης, όχι μονάχα υλική μα και ηθική.»

Γεννημένος με το ξεκίνημα του 20ου αιώνα, το 1901, στην Μπραΐλα της Ρουμανίας από Έλληνα πατέρα και μητέρα κατά το ήμισυ Ρωσίδα, ο Ανδρέας Εμπειρίκος θα περάσει ευτυχισμένα παιδικά χρόνια στη Σύρο και την Αθήνα, όπου θα εγκατασταθεί τελικά η οικογένεια, και ακόμη πιο ευτυχισμένα καλοκαίρια στα κτήματα των θείων του στη Ρωσία. Η κήρυξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου θα απαγορεύσει οριστικά αυτά τα ταξίδια, την ευδαιμονία των οποίων ως το τέλος της ζωής του θα νοσταλγεί ο Ανδρέας Εμπειρίκος, και συγχρόνως θα επιφέρει σημαντικές απώλειες στις ναυτιλιακές επιχειρήσεις του πατέρα του, ενώ το τέλος του πολέμου θα βρει τους δυο γονείς του χωρισμένους. Το γεγονός αυτό θα σημαδέψει ανεξίτηλα τον νεαρό Ανδρέα και θα σημάνει την αρχή μιας μακριάς σειράς διαφωνιών με τον πατέρα του, οι οποίες σε συνδυασμό με τη βαθιά ιδεολογική διάσταση των δύο ανδρών θα κορυφωθούν το 1926 και θα οδηγήσουν τον ποιητή στο μυθικό Παρίσι του μεσοπολέμου (ενώ είχαν ήδη προηγηθεί αποδημίες και προσωρινές εγκαταστάσεις του στη Λοζάννη, τη γαλλική Ριβιέρα και στο Λονδίνο και θα ακολουθούσε πολύ αργότερα μια αποτυχημένη απόπειρα να κάνει τον γύρο του κόσμου).

Στο Παρίσι  είναι που ο Εμπειρίκος θα ανακαλύψει πια και θα διανοίξει τον δρόμο που επρόκειτο να ακολουθήσει ως το τέλος της ζωής του. Θα αποφασίσει να ασχοληθεί με την ψυχανάλυση και θα κάνει προσωπική και διδακτική ανάλυση κοντά στον René Laforgue, ιδρυτικό μέλος και πρώτο πρόεδρο της μόλις συσταθείσης τότε Ψυχαναλυτικής Εταιρείας Παρισίων. Λίγο αργότερα θα γνωριστεί με τον επίσης ψυχαναλυτή Fra-Whiteman, φίλο του Ανδρέα Μπρετόν, ο οποίος είχε και την πρωτοβουλία να φέρει σε επαφή τον νεαρό έλληνα ποιητή με την πάντοτε δραστήρια και ανήσυχη ομάδα των υπερρεαλιστών, με τους οποίους από τότε και ως το 1931, που θα επιστρέψει οριστικά στην Ελλάδα, θα συναντιέται καθημερινά στα θρυλικά καφέ της Place Blanche και θα συζητούν με πάθος και διαύγεια για την πλήρη απελευθέρωση του ανθρώπου και της κοινωνίας.

Στην Ελλάδα πια θα αποπειραθεί να υλοποιήσει την κατεύθυνση της ψυχαναλυτικής του θεραπείας και να συμφιλιωθεί με τον πατέρα του, εργαζόμενος σε μια από τις επιχειρήσεις του. Ανεπιτυχώς όμως, αφού, όταν αργότερα θα ξεσπάσουν απεργίες, θα παραιτηθεί από τη διευθυντική του θέση για να μη φανεί ασυνεπής στις μαρξιστικές του ιδέες. Ελεύθερος πλέον από κάθε υλική και ηθική δέσμευση θα κάνει το μεγάλο διπλό βήμα και θα εισαγάγει στην «επαρχιακή» Ελλάδα την ψυχανάλυση, ασκώντας και βιοποριζόμενος στο εξής από το επάγγελμα του ψυχαναλυτή, και τον υπερρεαλισμό, εκδίδοντας το 1935 το πρώτο ελληνικό υπερρεαλιστικό βιβλίο, την Υψικάμινο και δίνοντας την περίφημη διάλεξή του «Περί Συρρεαλισμού» μπροστά σε μερικούς βλοσυρούς αστούς που άκουγαν, φανερά ενοχλημένοι, ότι εκτός από τον Κονδύλη και τον Τσαλδάρη υπήρχαν και άλλοι ενδιαφέροντες άνθρωποι στον κόσμο, που τους έλεγαν Φρόυντ ή Μπρετόν, όπως αφηγείται ο αυτήκοος κι αυτόπτης Οδυσσέας Ελύτης.

Με την ιδιότητα του ψυχαναλυτή είναι που θα τον πρωτογνωρίσει, γύρω στα 1938, και η Μάτση Χατζηλαζάρου και θα καταφύγει σε αυτόν ως ψυχαναλυόμενη αρχικά, για να καταλήξουν στη συνέχεια, και κόντρα σε κάθε ψυχαναλυτική δεοντολογία, ερωτευμένοι και παντρεμένοι.

Η Μάτση (Μαρία Λουκία) Χατζηλαζάρου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1914, δύο χρόνια μετά την απελευθέρωσή της από τους Τούρκους.

Ο πατέρας της ήταν πλούσιος έμπορος της πόλης, ενώ ο παππούς της ήταν ο Περικλής Χατζηλαζάρου, πρόξενος τότε των ΗΠΑ, και γνωστός από τη συμμετοχή του στα γεγονότα του Μαΐου του 1876 στη Θεσσαλονίκη, όπου υπερασπίστηκε τους Έλληνες απέναντι στην τουρκική βαρβαρότητα. Κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου η οικογένεια της Μάτσης με την ίδια μωρό κατέφυγε αρχικά στη Νότιο Γαλλία και στη συνέχεια στη Ρώμη, απ’ όπου επέστρεψαν στη Θεσσαλονίκη το 1919 και ένα χρόνο αργότερα στην Αθήνα. Παρόλο που η οικογένειά της αντιμετώπιζε ήδη οικονομικά προβλήματα, η Μάτση Χατζηλαζάρου, όπως μας πληροφορεί η Άντεια Φραντζή από την οποία προέρχονται και οι περισσότερες βιογραφικές πληροφορίες που δίνονται εδώ, σύμφωνα με αρκετά διαδεδομένη συνήθεια της εποχής και της τάξης της, εκπαιδεύτηκε “κατ’ οίκον”. Για τους γονείς της όμως ήταν κιόλας αργά· εξαρτημένοι από τη μορφίνη θα οδηγηθούν ταχύτατα σε οικονομική χρεοκοπία και στον θάνατο, που θα έρθει μέσα σε διάστημα έξι μηνών και για τους δύο, το 1934.

Ο έρωτας με τον ψυχαναλυτή

Η Μάτση είχε ήδη παντρευτεί το 1931, σε ηλικία μόλις δεκαεπτά χρονών, τον βαυαρικής καταγωγής Καρλ Σούρμαν και εργάζεται σε κατάστημα της Αθήνας. Το 1936 χωρίζει για να ξαναπαντρευτεί το 1937 τον Σπύρο Τσαούση, γεωπόνο και αρχιτέκτονα κήπων. Την επόμενη κιόλας χρονιά διαλύεται και αυτός ο γάμος και η Μάτση Χατζηλαζάρου, με βαθιά τραύματα από τους δύο αποτυχημένους γάμους και από την κατάρρευση και τον θάνατο των γονιών της, καταφεύγει για βοήθεια στον ψυχαναλυτή Ανδρέα Εμπειρίκο, για να καταλήξει πολύ γρήγορα να τον αγαπήσει απελπισμένα και να αγαπηθεί παράφορα από αυτόν. Μια ιδέα για τη μορφή των δύο ερωτευμένων ποιητών μπορούμε να πάρουμε από τις περιγραφές τους που μας έχουν χαρίσει ο Κωστής Μπαστιάς για τον Ανδρέα και ο Μάνος Χατζιδάκις για τη Μάτση. Ο Εμπειρίκος πρώτα, όπως ήταν το 1936: «Ο κ. Ανδρέας Εμπειρίκος είναι ένας νέος τριάντα πέντε χρόνων, μετρίου αναστήματος, με ένα μαύρο υπογένειο, λεπτός και μάλλον ωχρός. Θυμίζει πολύ τύπους Ρώσων επαναστατών ή αναρχικών που εζούσαν εις το εξωτερικόν διωγμένοι από την πατρίδα τους. Μιλά σιγά και είναι εξαιρετικά λεπτός εις τους τρόπους του. Τα μάτια του είναι μεγάλα και όταν εκθέτη τα θεωρητικά ερείσματα του σουρρεαλισμού παίρνουν μια έκφραση και ζωηρότητα». Και η Μάτση, όπως την αντίκριζε διαχρονικά και ποιητικά ο Μάνος Χατζιδάκις: «Υπήρχε ένα κορίτσι, που ήξευρε καλά και με περίσσια χάρη, ν’ ανατινάζει τα μαλλιά της στο πλάι του άντρα, ν’ αγγίζει το κεφάλι της μ’ εμπιστοσύνη στον ώμο του και να προσέχει με προσήλωση θρησκευτική την «Μοδιστρούλα» και τον «Θανάση Σακαφλιά». Κι ύστερα πάλι ο Κλωντέλ και ο Ρεμπώ με τον Μπορίς Βιαν, καθώς γεννοβολούσε στην κοιλιά της όλα τα μωρά της πλάσης».

 

Η ψυχαναλυτική δεοντολογία είναι αυστηρά απαγορευτική στην ανάπτυξη φιλικών και πολύ περισσότερων ερωτικών σχέσεων μεταξύ αναλυτή και ασθενούς. Ο Ανδρέας Εμπειρίκος γνώριζε φυσικά και θα τηρούσε τον κανόνα αυτό. Όπως μας πληροφορεί εξάλλου ο Θανάσης Τζαβάρας, σχετικά με την κλινική του πρακτική γνωρίζουμε ότι είχε μία τυπική μορφή σε διάρκεια συνεδρίας και συνήθεις διευθετήσεις αμοιβής και απουσίας, το δε ψυχαναλυτικό πλαίσιο υπήρξε κλασικό. Δεν υπάρχει λοιπόν αμφιβολία πως ευθύς εξαρχής θα έθεσε στη θεραπευομένη του τα όρια που απαιτούνται για την αποτελεσματικότερη θεραπεία. Ο έρωτας όμως δεν αποδέχεται εύκολα όρια και απαγορεύσεις και, πολύ περισσότερο, ο τρελός και παράφορος έρωτας, στον οποίο ομνύουν και τον οποίο ζούνε και προπαγανδίζουν με φανατισμό οι υπερρεαλιστές, δεν αποδέχεται καθόλου απαγορεύσεις και κανόνες.

Πολύ γρήγορα λοιπόν η σχέση Ανδρέα Εμπειρίκου και Μάτσης Χατζηλαζάρου από επαγγελματική-θεραπευτική μετατράπηκε σε ερωτική-ποιητική. Ιδού πως περιγράφει τη μεταμόρφωση αυτή η ποιητική φαντασία του Εμπειρίκου σε ένα ποίημά του που γράφτηκε τότε ακριβώς, το 1939, και είναι βέβαια αφιερωμένο στη Μάτση: «Είσουν σαν μια σιγή που την διαπερά ο άνεμος. Το τραύμα σου όμως, το είχα επουλώσει και οι λέξεις που λέγαμε, μας πλησιάσανε τόσο, που και η σιγή και το διάκενο των ημερών πριν γνωρισθούμε, χάθηκαν ολοτελώς. Στο γήπεδο της συναντήσεώς μας, που έγινε γήπεδο της αγάπης μας, δεν γειτνιάζουν άλλοι. Είσαι καλή και η καλλονή σου υπερβαίνει τα όρια της πολιτείας, και φθάνει ίσαμε τα κράσπεδα της χθεσινής σου μοναξιάς, που την κατέλυσες εσύ. Ναι, στο γήπεδον αυτό, δεν γειτνιάζουν άλλοι, είμαι κοντά σου εγώ και μένω μεσ’ στις ελπίδες σου, όπως μένεις εσύ μέσα στα βλέφαρά μου, όταν κοιμάμαι. Οι λέξεις των άλλων δεν έχουν σημασία, γιατί χάσαν το ύφος που είχανε πριν γνωρισθούμε, και τα πρόσωπα των άλλων ήρχισαν να μοιάζουν με ξένα πρόσωπα, άγνωστα σε μένα και, ίσως, και σε σένα. Ωστόσο, τι πειράζει. Το κέλυφος του παρελθόντος έσπασε, και βγήκες εσύ, γιομάτη, οριστική και με βελούδο που άφηνε ημίγυμνο το στήθος σου. […]Αγάπη μου, σε αγαπώ, και θάναι το ταξείδι μας, σαν ανοιξιάτικη πομπή των μύρων».

Βρίσκουμε εδώ συγκεντρωμένα μέσα σε λίγες φράσεις όλα τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν πάντοτε τους ερωτευμένους (χωρίς ποτέ να παλιώνουνε, όπως δεν παλιώνει το φιλί και η νυχτερινή γαλήνη): την αυτάρκη μοναξιά τους, τη λήθη του παρελθόντος, τη βεβαιότητα του μέλλοντος, την εξιδανίκευση της μορφής και τον ερωτισμό, την ολοκληρωτική κατοχή του ενός από τον άλλο. Βρίσκουμε όμως κυρίως την ποίηση. Γιατί στ’ αλήθεια από δω και πέρα ο έρωτάς τους θα ζήσει αποκλειστικά μέσα στο φως και στο τρυφερό σκοτάδι της ποίησης και η ποίηση και των δύο θα ανθίσει μέσα στην υγρασία και την υψηλή θερμοκρασία του έρωτα. Ο Ανδρέας θα γράψει και θα αφιερώσει στη Μάτση άλλο ένα κείμενό του από την ίδια συλλογή (Γραπτά ή Προσωπική Μυθολογία), το Τόπος τοπείου, καθώς και ολόκληρη την Ενδοχώρα του, παρόλο που εκεί περιέχονται ποιήματα γραμμένα προτού ακόμη τη συναντήσει και παρόλο που τυπώθηκε τελικά το 1945, όταν πια είχαν χωρίσει. Ποιήματα που δοξάζουν τον έρωτα και την ποίηση ως μια ομοούσια και αδιαίτερη οντότητα, ως τη μοναδική και παντοδύναμη ουσία της ζωής: Η παρόρμησις είναι μια συνοχή εαρινών βλυσμάτων. Μακάριοι αυτοί που πίπτουν στα νερά της. Τα στήθη της είναι τόσο ωραία που υπερνικούνε όλα τα υφάσματα. Αν η παρόρμησις υπάρχει, τίποτε δεν μπορεί να την αναχαιτίση. Η χαίτη της όταν εφορμά είναι δάσος φλεγόμενον με μύρα.

Η Μάτση πάλι θα γεννηθεί ως ποιητικό υποκείμενο, σύμφωνα με τη διατύπωση τής Άντειας Φραντζή, από τη στιγμή που θα συναντήσει τον ποιητή Ανδρέα Εμπειρίκο. Είναι χαρακτηριστικό εξάλλου πως το ψευδώνυμο που θα υιοθετήσει για την έκδοση των πρώτων της βιβλίων, Μάτση Ανδρέου, παραπέμπει ευθέως και ξεκάθαρα στον Ανδρέα Εμπειρίκο. Δεν θα γράψει, κατά τα φαινόμενα, τα πρώτα της ποιήματα παρά μόνο αφού θα έχει δεχθεί την τριπλή επίδραση του Εμπειρίκου, ο οποίος ως ψυχαναλυτής πρώτα θα επουλώσει τα τραύματά της και θα τη βοηθήσει ν’ αφήσει ελεύθερη την ερωτική της ιδιοσυγκρασία, ως ποιητής κατόπιν θα της μεταδώσει το μήνυμα και τους τρόπους του υπερρεαλισμού και ως ερωτικός σύντροφος στο τέλος θα αποτελέσει τότε το αποκλειστικό αντικείμενο της δημιουργικής της έξαρσης. Και θα γράψει η Μάτση, από τότε ξεκινώντας κι ως το τέλος της ζωής της, ποιήματα που δονούνται και φλέγονται από το πάθος κι από τα πάθη του έρωτα, εξαίσια ποιήματα που άλλοτε αποτελούν ένα δοξαστικό του απόλυτου έρωτα κι άλλοτε έναν θρήνο για την απώλειά του ή μια δέηση για την επιστροφή του και μιαν απόπειρα ανάκλησης της αρχέγονης στιγμής (για να θυμηθούμε έναν άλλο ακραιφνή και παράφορο υπερρεαλιστή).

Λιάζομαι μες στη συγκίνηση των ημερών του Νοέμβρη, που ξαναφέραμε μαζί. Μαζί το ζούμε και το θέλουμε το πηγαινέλα της φύσης – τις μυρουδιές του κρύου ανέμου, τα παγωμένα νίκελ της πόλης, τον κλειστό χώρο μες στην παγωνιά όταν αχνίζουν τα τζάμια. Ζωή μου, δίπλα σου βλέπω την αναπνοή και ακούω το καρδιοχτύπι όλων των πραγμάτων. Ζωή μου, δίπλα σου είναι η μέρα του ήλιου του μεσονυκτίου. Μακριά σου είναι η νύχτα του βορινού χειμώνα.

Πολύ γρήγορα, τον Ιούλιο του 1940, ο Ανδρέας και η Μάτση θα παντρευτούν. Δεν υπάρχει πια περιθώριο για καθυστερήσεις, οι καιροί είναι δύσκολοι και το μέλλον φαντάζει, ακόμη και για τους δύο ερωτευμένους ποιητές, σκοτεινό και απειλητικό και μέλλει ν’ αποδειχθεί πολύ χειρότερο. Η επισημοποίηση της σχέσης τους με τον γάμο προσφέρει κάποια επίφαση ασφάλειας, ενώ ο πόλεμος ήδη μαίνεται στην Ευρώπη και δεν θ’ αργήσει να φτάσει και στην Ελλάδα. Το σπίτι του ζευγαριού θα γίνει καθ΄ όλη τη διάρκεια της σκληρής Κατοχής ένα φιλόξενο καταφύγιο για τους ποιητές εκείνους που επιμένανε να διεκδικήσουνε το δικαίωμα στη ζωή και την ελευθερία, στην ποίηση και τον έρωτα σε πείσμα όλων των κινδύνων και των στερήσεων, των απαγορεύσεων και των περιχαρακώσεων. Αφηγείται εκ μέρους όλων αυτών ο Οδυσσέας Ελύτης: Οι τακτικές συγκεντρώσεις της Πέμπτης, που κρατήσανε σ’ όλο το διάστημα της Κατοχής, και ακόμη – αλλά όχι με την ίδια ζωηρότητα – μετά την Απελευθέρωση, έμειναν ιστορικές. Εκεί διαβάστηκαν για πρώτη φορά η Αμοργός του Νίκου Γκάτσου, ο Μπολιβάρ του Νίκου Εγγονόπουλου, η Ursa Minor του Τάκη Παπατζώνη, του Αντώνη Βουσβούνη ο Άγιος Αντώνιος, τα ποιήματα του Νάνου Βαλαωρίτη, της Μάτσης Ανδρέου, του αδικοσκοτωμένου, λίγο αργότερα, Κίτσου Μαλτέζου – Μακρυγιάννη, και πολλών άλλων νέων. Του Μίλτου Σαχτούρη, θα συμπληρώσουμε εμείς, του Δημήτρη Παπαδίτσα και του Έκτορα Κακναβάτου, του Ανδρέα Καμπά.

Οι μέρες και οι νύχτες που έβρισκαν τον Ανδρέα και τη Μάτση αγκαλιασμένους και τα ποιήματα που εκείνοι έγραφαν ήταν το δικό τους καταφύγιο από τη βαρβαρότητα όλη εκείνη την άγρια και σκοτεινή περίοδο. Η έμπνευση του ενός γινόταν έμπνευση για τον άλλο: πάρα πολλοί από τους στίχους της Μάτσης φαίνεται να αποκρίνονται σε στίχους του Ανδρέα, ενώ δεν θα ήταν ενδεχομένως εντελώς άστοχη η υπόθεση ότι κι ο Εμπειρίκος κάτι διδάχθηκε από τη μαθήτριά του στην ποίηση, την τολμηρή ερωτική εκφραστική της ίσως – όχι ακριβώς το τολμηρό λεξιλόγιο, που ήδη το είχε κατακτήσει αυτός, μα τον τρόπο της να μιλάει άμεσα και βιωματικά για το σώμα της και για τον έρωτα. Κάποτε θ’ ανοίξω τα βλέφαρά μου και τα σκέλη μου, για να δεχθώ τη βροχή. Θ’ ανοίξω και τους δρόμους που μού ‘φραξαν οι αντιστάσεις μου. Προερχόμενο εκείνη ειδικά την εποχή από μια γυναίκα αυτό το μάθημα γινόταν ακόμη πολυτιμότερο.

Ακόμη λίγη θάλασσα, ακόμη λίγο αλάτι. Έπειτα θάθελα να κυλισθώ στην αμμουδιά μαζύ σου, εύχεται ο ένας. Λες κι ήτανε χθες βράδυ ακρογιάλι το σώμα μου, τα χέρια σου δυο μικρά καβούρια, απαντάει ο άλλος. Πλατιά τα στέρνα μας και τα πουλιά μας τρέχουν στον αέρα, δηλώνει ο Ανδρέας. Μες στη χούφτα μου κούρνιασε ένα πουλί, το πουλί είναι η τρυφερότης σου, βεβαιώνει η Μάτση. Και ο διάλογος των δύο ερωτευμένων ποιητών συνεχίζεται: Η παλάμη μου σε περιμένει, η παλάμη μου σ’ αποζητάει, η παλάμη μου τρέμει και φτερουγίζει μες στα κλαριά. Για ν’ ανταποκριθεί αμέσως ο Εμπειρίκος: Πάρε τη λέξι μου. Δώσε μου το χέρι σου. Κι η Μάτση καταφάσκοντας στην ποίηση, στον έρωτα, στη ζωή, λέει Ναι: Ναι. Ό,τι δεν φθάνει το χέρι, το ξεπερνάει η καρδιά μας.

Ο χωρισμός

Η πρώτη ποιητική συλλογή της Μάτσης (με το ψευδώνυμο Μάτση Ανδρέου) Μάης, Ιούνης και Νοέμβρης θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Ίκαρος το 1944, με τη λιτή και διφορούμενη, όπως θα δούμε, αφιέρωση «στον Ανδρέα». Η Μάτση κι ο Ανδρέας όμως είχαν τότε ήδη χωρίσει, έχοντας συναντήσει τον έρωτα αλλού. Ο μεν Εμπειρίκος στο πρόσωπο της Βιβίκας Ζήση, που έμελλε πολύ γρήγορα να γίνει η δεύτερη σύζυγός του και να ζήσει μαζί του (όσο γαλήνια η εποχή επέτρεπε) μέχρι το τέλος. Γιατί, κατά πως φαίνεται, όσο η ποιητική του φαντασία ξεμάκραινε προς τον άγριο κι ασίγαστο Ωκεανό, άλλο τόσο επιθυμούσε ο ποιητής την ηρεμία και την τρυφερή αγάπη, που τη βρήκε στη Βιβίκα, στον γιο που γεννήθηκε από τον έρωτά τους και στην προσφιλή του Άνδρο, που όλο και συχνότερα επισκεπτότανε από τότε και στο εξής. Θα γράψει τον άλλο χρόνο στη Βιβίκα ο ερωτευμένος ποιητής: «…αγάπη μου άγγιξέ με / Να νιώσω κι εγώ για μια στιγμή / Έστω για μια στιγμή μονάχα, / Ότι δεν είμαι πάντα Ωκεανός που συνεχώς βογγά / Αλλά και θάλασσα αυγουστιάτικη / που σπαρταρά / στον ήλιο.». Η δε Μάτση Χατζηλαζάρου θα συνδεθεί ερωτικά με τον ποιητή Ανδρέα Καμπά, γεγονός που θα προβληματίσει τους γνωστούς του ζευγαριού, όταν θα εμφανιστεί η ποιητική της συλλογή με την αφιέρωση «στον Ανδρέα». Γράφει σχετικά ο Μάνος Χατζιδάκις: «Κι όλοι ρωτούσαν ποιον εννοεί. Τον Εμπειρίκο που άφηνε ή τον Καμπά που ακολουθούσε». Και απαντάει ο ίδιος εξηγώντας ότι η αφιέρωσή της «δεν περιείχε αμηχανία – ΄σε ποιον΄ αλλά τόλμη. Και στους δύο». Δεν θα ήταν απίθανο για την τολμηρή Μάτση που γνωρίζουμε να είχε αυτό ακριβώς στον νου της όταν παρέλειπε το επίθετο, αλλά πρέπει μάλλον να θεωρήσουμε πιθανότερο πως απευθύνει την αφιέρωση στον Εμπειρίκο, δεδομένου ότι όλα τα ποιήματα που περιέχονται στο βιβλίο της αυτό είναι δημιουργήματα, όπως είδαμε, του έρωτα και της συμβίωσής της με το Ανδρέα Εμπειρίκο, ο οποίος υπήρξε και ο δάσκαλός της στην ποίηση ή, έστω, ο σύμβουλός της στα πρώτα ποιητικά της βήματα.

Το διαζύγιό τους θα βγει τελικά τον Δεκέμβριο του 1946. Τον επόμενο κιόλας μήνα ο Ανδρέας θα παντρευτεί τη Βιβίκα, ενώ η Μάτση θα έχει αφήσει κιόλας τον Ανδρέα Καμπά και θα βρίσκεται στο Παρίσι, όπου θα συζήσει για οχτώ χρόνια με τον Ισπανό ζωγράφο Χαβιέρ Βιλατό. Θα γράψει η Μάτση γι’ αυτόν που θα είναι και ο μεγαλύτερος σε διάρκεια έρωτάς της: εσύ αγγίζεις με τη ζωγραφική τα όρια / που χρωματίζουν τα πράματα και τα ονόματά τους / και τους σπαραγμούς τους μια αχτίδα / είναι η ριπή της ορμής σου με τον ρυθμό και τον / σφυγμό και τη βραχνή φωνή του έρωτα που κρατιέται / κάποτε ψηλά και κάποτε χαμηλά πάνω σε γκάμες έξω / από κάθε γραφή είμαι πάντα μαζί σου. Θ’ ακολουθήσει, προτού επιστρέψει από το Παρίσι στην Ελλάδα, μια σχέση της με τον Κορνήλιο Καστοριάδη και άλλες ακόμη που δεν θα τις μάθουμε ίσως ποτέ.

Στο τελευταίο ωστόσο δημοσιευμένο ποίημά της φαίνεται να επιστρέφει άλλη μια φορά στον Ανδρέα Εμπειρίκο και συγχρόνως να δίνει και μια πλάγια εξήγηση για τον πολυτάραχο τρόπο που βάδισε η ίδια στον έρωτα και στη ζωή: Θα ‘θελα εσένα που η καρδιά σου πιάνει από την διώρυγα του Μπέριγκ μέσα απ’ όλη τη Ρωσία και απ’ το φαράγγι Λονδίνο Παρίσι Γενεύη για να φτάσει ως το Αιγαίο, θα ‘θελα όποιοι και να ‘ναι οι πόθοι που έχεις να σου τους φέρνει ο γέρο άνεμος μπροστά σου εκεί που στέκεις να πέφτουνε βροχή όπως τα βατράχια τα σαλιγκάρια και άλλα μικρά ζώα που μας έρχονται έτσι από μακρινές περιοχές υπερπόντιες να σε κοιτάει ο κόσμος και να σαστίζει βλέποντας τον εσαεί ευδαίμονα άντρα μαζί δεν λέγαμε ότι για την τύχη μας οι πόθοι σαν χορταίνουν άλλους πόθους γεννάνε. Για καλή μας τύχη, οι πόθοι μας σαν χορταίνουν άλλους πόθους γεννάνε, αφού σκοπός της ζωής μας είναι η αγάπη. Σκοπός της ζωής μας είναι η λυσιτελής παραδοχή της ζωής μας και της κάθε μας ευχής και η ποίησή μας είναι η ζωή.

(CYNECHIZETAI)

pagan  politikokafeneio ,http://news247.gr/

About sooteris kyritsis

Job title: (f)PHELLOW OF SOPHIA Profession: RESEARCHER Company: ANTHROOPISMOS Favorite quote: "ITS TIME FOR KOSMOPOLITANS(=HELLINES) TO FLY IN SPACE." Interested in: Activity Partners, Friends Fashion: Classic Humor: Friendly Places lived: EN THE HIGHLANDS OF KOSMOS THROUGH THE DARKNESS OF AMENTHE
This entry was posted in POECIA=ΠΟΙΗΣΗ and tagged , , , , , . Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Please log in using one of these methods to post your comment:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.