ΕΝ ΤΟΙΣ ΑΡΧΑΙΟΙΣ ΕΚΕΙΝΟΙΣ ΚΑΙΡΟΙΣ ΟΤΕ ΤΟ ΠΟΙΕΙΝ ΕΓΕΝΕΤΟ ΠΟΙΗΜΑ (6d)


( ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ ΑΠΟ  10/03/2016)

5.19 ΤΟΥ ΑΥΤΟΥ

Οὐκέτι παιδομανὴς ὡς πρίν ποτε͵ νῦν δὲ καλοῦμαι
   θηλυμανής͵ καὶ νῦν δίσκος ἐμοὶ κρόταλον͵
ἀντὶ δέ μοι παίδων ἀδόλου χροὸς ἤρεσε γύψου
   χρώματα καὶ φύκους ἄνθος ἐπεισόδιον·
βοσκήσει δελφῖνας ὁ δενδροκόμης Ἐρύμανθος
   καὶ πολιὸν πόντου κῦμα θοὰς ἐλάφους.

Ἐρωτικὸν ἀλλόκοτον

Δεν είμαι πια παιδομανής, σαν μια φορά. Τώρα με λένε
    θηλυμανή, και τώρα ο δίσκος μου είναι κρόταλο1.
Κι αντί γι’ ατόφιο δέρμα, μ’ αρέσουνε του γύψου
    το επίχρισμα και του φυκιού τ’ άνθος το ξένο.
Δελφίνια θα βοσκήσει ο δενδροφύτευτος Ερύμανθος2
    και τ’ αφρισμένο κύμα του πελάγου γοργά λάφια.

1. ο δίσκος μου είναι κρόταλο: ο δίσκος ήταν παιγνίδι των αγοριών, το κρόταλο των κοριτσιών.

2. δελφίνια θα βοσκήσει…: πβ. και Αρχίλοχος, 122 West

Μετάφραση-Σχόλια: Κ. Χωρεάνθη

5.21 ΡΟΥΦΙΝΟΥ

Οὐκ ἔλεγον͵ Προδίκη· Γηράσκομεν; οὐ προεφώνουν·
   ῞Ηξουσιν ταχέως αἱ διαλυσίφιλοι;
νῦν ῥυτίδες καὶ θρὶξ πολιὴ καὶ σῶμα ῥακῶδες͵
   καὶ στόμα τὰς προτέρας οὐκέτ΄ ἔχον χάριτας.
μήτις σοι͵ μετέωρε͵ προσέρχεται ἢ κολακεύων
   λίσσεται; ὡς δὲ τάφον νῦν σε παρερχόμεθα.

Εἰς Προδίκην ἑταίραν

Δεν έλεγα, Προδίκη, πως γερνάμε;
Δε φώναζα από πριν «γρήγορα θα ‘ρθουν
εκείνα που αφανίζουν την αγάπη;»
Ρυτίδες τώρα και κορμί κουρέλι, κόμη
λευκή, στόμα χωρίς τις πρωτινές του χάρες.
Ποιός έρχεται, ακατάδεκτη γυναίκα,
σε σένα πια με κολακείες ή ποιός
σε ικετεύει; Τώρα απ’ το πλάι σου περνούμε,
όπως όταν περνούμε πλάι σε τάφο.

Μετάφραση Τάσσου Ρούσσου

Anna-Akhmatova-Modigliani (1910)

5.22 ΤΟΥ ΑΥΤΟΥ

Σοί με λάτριν γλυκύδωρος Ἔρως παρέδωκε͵ Βοῶπι͵
   ταῦρον ὑποζεύξας εἰς πόθον αὐτόμολον͵
αὐτοθελῆ͵ πάνδουλον͵ ἑκούσιον͵ αὐτοκέλευστον͵
   αἰτήσοντα πικρὴν μήποτ΄ ἐλευθερίην͵
ἄχρι φίλης πολιῆς καὶ γήραος· ὄμμα βάλοι δὲ
   μήποτ΄ ἐφ΄ ἡμετέραις ἐλπίσι βασκανίη.

Εἰς Βοῶπιν τὴν ἑταίραν

Δούλο σου με παρέδωσε ο γλυκύδωρος, Βοώπι μου, Έρως,
    στον πόθο σου σαν ταύρο με έζεψε εξημερωμένο,
είλωτα αυτόκλητο κι αυτόβουλον, τέλεια υποταγμένο,
    που την πικρή ποτέ δε θα ζητήσω ελευθερία,
ώσπου να μου σκεπάσουν χιόνια τα μαλλιά και νιώσω γέρος
    κι άμποτε τις ελπίδες μου μη σβήσει η βασκανία.

Μετάφραση: Ν. Χουρμουζιάδη

5.27 ΡΟΥΦΙΝΟΥ

Ποῦ σοι κεῖνα͵ Μέλισσα͵ τὰ χρύσεα καὶ περίοπτα
   τῆς πολυθρυλήτου κάλλεα φαντασίης;
ποῦ δ΄ ὀφρύες καὶ γαῦρα φρονήματα καὶ μέγας αὐχὴν
   καὶ σοβαρῶν ταρσῶν χρυσοφόρος σπατάλη;
νῦν πενιχρὴ ψαφαρή τε κόμη͵ παρὰ ποσσὶ τραχεῖα·
   ταῦτα τὰ τῶν σπαταλῶν τέρματα παλλακίδων.

Εἰς Μέλισσαν τὴν ἑταίραν

Πού πήγαν Μέλισσα τα χρυσά και περίβλεπτα κάλλη
    της πολυθρύλητης όψης σου;
Πού τα φρύδια και το περήφανο φρόνημα
    κι ο μεγάλος λαιμός σου,
κι η χρυσοφόρα σπατάλη των στιβαρών σου ταρσών;
Μαδημένα τώρα κι αστόλιστα τα μαλλιά, και στα πόδια
    κουρέλια.
Τέτοιο το τέλος των σπάταλων παλλακίδων.

Μετάφραση Α. Λεντάκη

5.28 ΤΟΥ ΑΥΤΟΥ

Νῦν μοι Χαῖρε λέγεις͵ ὅτε σου τὸ πρόσωπον ἀπῆλθεν
   κεῖνο τὸ τῆς λύγδου͵ βάσκανε͵ λειότερον·
νῦν μοι προσπαίζεις͵ ὅτε τὰς τρίχας ἠφάνικάς σου
   τὰς ἐπὶ τοῖς σοβαροῖς αὐχέσι πλαζομένας.
μηκέτι μοι͵ μετέωρε͵ προσέρχεο μηδὲ συνάντα·
   ἀντὶ ῥόδου γὰρ ἐγὼ τὴν βάτον οὐ δέχομαι.

Εἰς μειράκιον ἢ Εἰς πόρνην γηράσασαν

Τώρα, ομορφόπαιδο, μου λες «αντίο»,
καθώς τ’ ολόλευκό σου πρόσωπο,
πιο στιλπνό κι απ’ το μάρμαρο, σε αφήνει·
τώρα με περγελάς, καθώς εκούρεψες
τα παιδικά μαλλιά σου που ακουμπούσαν
στο λαμπρό τράχηλό σου. Καυχησιάρη,
μην έρθεις πια κοντά μου, μήτε
να μ’ ανταμώσεις. Τι εγώ δεν ανταλλάζω
τα βάτα με τα τριαντάφυλλα.

Μετάφραση Τ. Ρούσσου

Modigliani

5.35 ΡΟΥΦΙΝΟΥ

Πυγὰς αὐτὸς ἔκρινα τριῶν· εἵλοντο γὰρ αὐταὶ
   δείξασαι γυμνὴν ἀστεροπὴν μελέων.
καί ῥ΄ ἡ μὲν τροχαλοῖς σφραγιζομένη γελασίνοις
   λευκῇ ἀπὸ γλουτῶν ἤνθεεν εὐαφίῃ·
τῆς δὲ διαιρομένης φοινίσσετο χιονέη σὰρξ
   πορφυρέοιο ῥόδου μᾶλλον ἐρυθροτέρη·
ἡ δὲ γαληνιόωσα χαράσσετο κύματι κωφῷ͵
   αὐτομάτη τρυφερῷ χρωτὶ σαλευομένη.
εἰ ταύτας ὁ κριτὴς ὁ θεῶν ἐθεήσατο πυγάς͵
   οὐκέτ΄ ἂν οὐδ΄ ἐσιδεῖν ἤθελε τὰς προτέρας.

Εἰς πόρνας, ἀναίσχυντον καὶ σαπρὸν καὶ ὅλον γέμον ἀναίδειαν

Τους κώλους ο ίδιος έκρινα τριών· μόνες τους με διάλεξαν
    δείχνοντας των μελών τους τη γυμνή την αστραπή.
Στον πρώτο, σφραγισμένο με γελαστές καμπύλες,
    λευκή από τους γλουτούς άνθιζε στ’ άγγιγμα απαλότητα·
στον άλλον, όπως σηκωνόταν, ρόδιζε η χιονάτη σάρκα1
    πιο πορφυρή κι απ’ το πιο κόκκινο το ρόδο·
και στον τρίτο, που ήταν ήρεμος, γραφότανε σιγαλό κύμα
    το δέρμα τρυφερό, καθώς μονάχος του κουνιόταν.
Αν ο κριτής των θεαινών2 έβλεπε τέτοιους κώλους,
    δε θά ‘θελε ποτέ να δει παντάπασι τους πρώτους.

1. ρόδιζε η χιονάτη σάρκα: πβ. αντίστοιχα και Μουσαίος, Τὰ καθ’ Ἡρὼ καὶ Λέανδρον, στ. 58-59: «ἄκρα δὲ χιονέων φοινίσσετο κύκλα παρειῶν, ὡς ῥόδον ἐκ καλύκων διδυμόχροον» – κοκκίνιζε σαν αίμα ο ακρινός κύκλος των χιονάτων παρειών, σαν ρόδο μεσ’ από κάλυκες διχρώματους. Τα ρόδα και τα κρίνα είναι στοιχεία πολύ γνωστά στη γλώσσα των ποιητών.

2. ο κριτής των θεαινών: ο Πάρης.

Μετάφραση-Σχόλια: Κ. Χωρεάνθης

 

5.36 ΤΟΥ ΑΥΤΟΥ

῎Ηρισαν ἀλλήλαις Ροδόπη͵ Μελίτη͵ Ροδόκλεια͵
    τῶν τρισσῶν τίς ἔχει κρείσσονα μηριόνην͵
καί με κριτὴν εἵλοντο· καὶ ὡς θεαὶ αἱ περίβλεπτοι
    ἔστησαν γυμναί͵ νέκταρι λειβόμεναι.
καὶ Ροδόπης μὲν ἔλαμπε μέσος μηρῶν πολύτιμος
    <      >
<      >
    οἷα ῥοδὼν πολλῷ σχιζόμενος ζεφύρῳ …
τῆς δὲ Ροδοκλείης ὑάλῳ ἴσος ὑγρομέτωπος
    οἷα καὶ ἐν νηῷ πρωτογλυφὲς ξόανον.
ἀλλὰ σαφῶς͵ ἃ πέπονθε Πάρις διὰ τὴν κρίσιν͵ εἰδὼς
    τὰς τρεῖς ἀθανάτας εὐθὺ συνεστεφάνουν.

Ὅμοιον, ἀναίσχυντον καὶ σαπρότατον

Ροδόκλεια, Μελίτα και Ροδόπη
εμάλωναν ποιά έχει από τις τρεις τους
το πιο όμορφο αιδοίο1 κι εμέ διάλεξαν
κριτή· κι όπως θεές που αλείβονται
με νέκταρ, οι πανώριες στάθηκαν
γυμνές. Στους μηρούς αναμέσο της Ροδόπης
ελάμπαζε ως πολύτιμο πετράδι
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 2
[της Μελίτας ολόσγουρο] λες κι ήταν
ροδώνας που απαλός τον σκίζει ο Ζέφυρος·
κρουστός καθώς γυαλί με υγρό το μέτωπο
φάνταζε της Ροδόκλειας, σαν το νιόκοπο
ξόανο σε ναό. Μα ξέροντας καλά
τι έπαθεν ο Πάρης για την κρίση του,
και τις τρεις τις θεόμορφες στεφάνωσα.

1. μηριόνην: το αιδοίο

2. Ο στίχος 5α από τους ελλείποντες —τμήμα του ή ολόκληρος— αναφερόταν στην ομορφιά της Ροδόπης και ο στίχος 5α στης Μελίτας.

Μετάφραση-Σημειώσεις: Τ. Ρούσσου

5.37 ΤΟΥ ΑΥΤΟΥ

Μήτ΄ ἰσχνὴν λίην περιλάμβανε μήτε παχεῖαν͵
   τούτων δ΄ ἀμφοτέρων τὴν μεσότητα θέλε.
τῇ μὲν γὰρ λείπει σαρκῶν χύσις͵ ἡ δὲ περισσὴν
   κέκτηται· λεῖπον μὴ θέλε μηδὲ πλέον.

Ὁμοίως

Μη βάζεις στην αγκαλιά σου μέσα γυναίκα ισχνή,
μήτε παχιά· από τις δυό να θέλεις τη μέτρια.
Γιατί στην πρώτη η σάρκα λείπει, στην άλλη
    της περσεύει.
Μήτε περίσσεμα, μήτε το λείμμα να θέλεις.

Μετάφραση Α. Λεντάκη

Nudo femminile assopito, Modigliani

5.41 ΡΟΥΦΙΝΟΥ

Τίς γυμνὴν οὕτω σε καὶ ἐξέβαλεν καὶ ἔδειρεν;
   τίς ψυχὴν λιθίνην εἶχε καὶ οὐκ ἔβλεπεν;
μοιχὸν ἴσως ηὕρηκεν ἀκαίρως κεῖνος ἐσελθών;
   γινόμενον· πᾶσαι τοῦτο ποοῦσι͵ τέκνον.
πλὴν ἀπὸ νῦν͵ ὅταν ἐστὶν ἔσω͵ κεῖνος δ΄ ὅταν ἔξω͵
   τὸ πρόθυρον σφήνου͵ μὴ πάλι ταὐτὸ πάθῃς.

Πρός τινα πόρνην· χλευαστικὸν

Έτσι γυμνή ποιός σ’ έδιωξε και σ’ έδειρε;
Ποιός είχε πέτρινη καρδιά κι αναίσθητα
μάτια στην ομορφιά σου; Ίσως να βρήκε,
μπαίνοντας ξάφνου σπίτι σου, εραστή· συμβαίνουν
αυτά· μικρή μου, όλες το κάνουν τούτο. Ωστόσο
στο εξής, όταν εκείνος είναι μέσα
κι ο άλλος έξω, να διπλοκλειδώνεις
την ξώπορτα, μην πάθεις πάλι τα ίδια.

Μετάφραση Τ. Ρούσσου

 
5.42 ΤΟΥ ΑΥΤΟΥ

Μισῶ τὴν ἀφελῆ͵ μισῶ τὴν σώφρονα λίαν·
    ἡ μὲν γὰρ βραδέως͵ ἡ δὲ θέλει ταχέως.

Εἰς πόρνας

Την εύκολη μισώ, μισώ και και την πολύ συγκρατημένη·
    αργά το θέλει η μιά, η άλλη λεπτό δεν περιμένει.

Μετάφραση Ν. Χουρμουζιάδη

 

5.43 ΤΟΥ ΑΥΤΟΥ

Ἐκβάλλει γυμνήν τις͵ ἐπὴν εὕρῃ ποτὲ μοιχόν͵
   ὡς μὴ μοιχεύσας͵ ὡς ἀπὸ Πυθαγόρου;
εἶτα͵ τέκνον͵ κλαίουσα καταδρύψεις τὸ πρόσωπον
   καὶ παραριγώσεις μαινομένου προθύροις;
ἔκμαξαι͵ μὴ κλαῖε͵ τέκνον· χεὐρήσομεν ἄλλον͵
   τὸν μὴ καὶ τὸ βλέπειν εἰδότα καὶ τὸ δέρειν.

Ὁμοίως

Έξω πετάει κανείς γυμνή γυναίκα, γιατί τη βρήκε μ’ άλλον άντρα,
σαν να μη μοίχεψε ποτές του, λες κι ήταν Πυθαγόρας1.
Έτσι παιδί μου με τα κλάματα θα λειώσεις το μουτράκι σου
και θα πουντιάσεις κάθοντας έξω απ’ την πόρτα του τρελού.
Τα μάτια σφούγγισε, μην κλαις μωρό μου, κι άλλον θα βρούμε
που δε θα ξέρει ούτε να βλέπει, ούτε να δέρνει.

1. Στη Σούδα διαβάζουμε πως δεν ακούστηκε ποτέ για τον Πυθαγόρα να πίνει, να γλεντοκοπάει και ν’ αφροδισιάζει.

Μετάφραση-Σχόλιο Α. Λεντάκη

Studio di Nudo II, Modigliani

5.44 ΤΟΥ ΑΥΤΟΥ

Λέμβιον͵ ἡ δ΄ ἑτέρα Κερκούριον͵ αἱ δύ΄ ἑταῖραι
αἰὲν ἐφορμοῦσιν τῷ Σαμίων λιμένι.
ἀλλά͵ νέοι͵ πανδημὶ τὰ λῃστρικὰ τῆς Ἀφροδίτης
φεύγεθ΄· ὁ συμμίξας καὶ καταδὺς πίεται.

Εἰς τὰς ἑταίρας Λέμβιον καὶ Κερκούριον

Λέμβιον και Κερκούριον, εταίρες κι οι δυό
πάντα εφορμούν στο λιμάνι της Σάμος.
Όλοι σας σκάστε το νέοι, απ’ τους κουρσάρους
της Αφροδίτης. Αυτός που σμίξει, καταδύεται
    και ρουφιέται.

Μετάφραση Α. Λεντάκη

5.47 ΡΟΥΦΙΝΟΥ

Πολλάκις ἠρασάμην σε λαβὼν ἐν νυκτί͵ Θάλεια͵
   πληρῶσαι θαλερῇ θυμὸν ἐρωμανίῃ·
νῦν δ΄͵ ὅτε μοι γυμνὴ γλυκεροῖς μελέεσσι πέπλησαι͵
   ἔκλυτος ὑπναλέῳ γυῖα κέκμηκα κόπῳ.
θυμὲ τάλας͵ τί πέπονθας; ἀνέγρεο μηδ΄ ἀπόκαμνε͵
   ζητήσεις ταύτην τὴν ὑπερευτυχίην.

Εἰς Θάλειαν, τὴν ἑαυτοῦ ἑταίραν

Θάλεια, συχνά έκανα ευχή να σε πάρω τη νύχτα
και το πάθος μου να χορτάσω με χάδια καυτά.
Μα τώρα που ολόγυμνη στο πλάι μου είσαι
    — το σώμα σου τόμορφο —
κοίτομαι νυσταγμένος με μέλη κομμένα απ’ την κούραση.
Ψυχή μου, τί έπαθες, δύστυχη; Ξύπνα, μην αποκάμεις·
μιά μέρα θ’ αναζητήσεις την υπερευτυχία ετούτη.

Μετάφραση Α. Λεντάκη

5.48 ΤΟΥ ΑΥΤΟΥ

Ὄμματα μὲν χρύσεια καὶ ὑαλόεσσα παρειὴ
   καὶ στόμα πορφυρέης τερπνότερον κάλυκος͵
δειρὴ λυγδινέη καὶ στήθεα μαρμαίροντα
   καὶ πόδες ἀργυρέης λευκότεροι Θέτιδος·
εἰ δέ τι καὶ πλοκαμῖσι διαστίλβουσιν ἄκανθαι͵
   τῆς λευκῆς καλάμης οὐδὲν ἐπιστρέφομαι.

Εἰς κόρην· ἔπαινος τοῦ κάλλους αὐτῆς

Μάτια σαν το χρυσάφι, στιλπνό μάγουλο
και στόμα πιο γλυκό κι απ’ τ’ άλικο
τριαντάφυλλο· κατάλευκος ο τράχηλός σου,
στήθη που λάμπουν και τα πόδια
πιο άσπρα κι απ’ της Θέτιδας· αν φαίνονται
τούφες λευκές1 εδώ κι εκεί στην κόμη σου,
τα γηρατειά καθόλου δε με νιάζουν.

1. διαστίλβουσιν ἄκανθαι: η έννοια σκοτεινή. Το πιθανότερο είναι ότι σημαίνει συστάδες από άσπρες τρίχες στα μαλιά εδώ κι εκεί.

Μετάφραση-Σχόλιο: Τ. Ρούσσου

Modigliani

5.60 ΡΟΥΦΙΝΟΥ

Παρθένος ἀργυρόπεζος ἐλούετο͵ χρύσεα μαζῶν
    χρωτὶ γαλακτοπαγεῖ μῆλα διαινομένη·
πυγαὶ δ΄ ἀλλήλαις περιηγέες εἱλίσσοντο͵
   ὕδατος ὑγροτέρῳ χρωτὶ σαλευόμεναι·
τὸν δ΄ ὑπεροιδαίνοντα κατέσκεπε πεπταμένη χεὶρ
   οὐχ ὅλον Εὐρώταν͵ ἀλλ΄ ὅσον ἠδύνατο.

Εἰς παρθένον λουομένην

Λουζόταν η κόρη με τους λευκούς μηρούς κι έπεφτε το νερό
στα χρυσά μήλα του στήθους της που σάλευαν
    στο γαλατένιο σώμα.
Πίσω οι γλουτοί της τρίβονταν ο ένας με τον άλλον
καθώς μετακινιόταν, κι ήταν πιο υγροί κι απ’ το νερό.
Και τον Ευρώτα της, μπροστά, που φούσκωνε, δειλό
το χέρι σκέπαζε κι όχι όλο, όσον μπορούσε.

Μετάφραση Α. Λεντάκη

5.61 ΤΟΥ ΑΥΤΟΥ

Τῇ κυανοβλεφάρῳ παίζων κόνδακα Φιλίππῃ
   ἐξ αὐτῆς κραδίης ἡδὺ γελᾶν ἐπόουν·
Δώδεκά σοι βέβληκα καὶ αὔριον ἄλλα βαλῶ σοι
   ἢ πλέον ἠὲ πάλιν δώδεκ΄ ἐπιστάμενος.
εἶτα κελευομένη ἦλθεν· γελάσας δὲ πρὸς αὐτήν·
   Εἴθε σε καὶ νύκτωρ ἐρχομένην ἐκάλουν.

Εἰς Φιλίππην τὴν ἑταίραν

Παίζοντας κόνδακα1 μαζί μου η σκουροβλέφαρη Φιλίππα,
    δεν έπαυε όλην ώρα να γελάει απ’ την καρδιά της.
«Σου έριξα δώδεκα κι αύριο άλλα τόσα θα σου ρίξω», είπα,
    «ή πιο πολλά ή πάλι δώδεκα, αφού τώρα ξέρω».
Κι όταν την κάλεσα, ήρθε· και γελώντας ξέσπασα μπροστά της:
    «Αφού θα ερχόσουν, νύχτα έπρεπε τώρα να σε φέρω!».

1. Το παιχνίδι που υπαινίσσεται ο ποιητής πρέπει, ενδεχομένως, να ταυτισθεί με τον κυνδαλισμόν, που περιγράφεται από τον λεξικογράφο Πολυδεύκη (Θ 120) ως εξής: «ο κυνδαλισμός ήταν ένα παιχνίδι που παιζόταν με πασσαλίσκους, επειδή κύνδαλα ονόμαζαν τους πασσαλίσκους ο κάθε παίκτης έπρεπε όχι μόνο να μπήξει τον πάσσαλο του στην υγρή άμμο, αλλά και κάποιον που έχει μπηχτεί να τον πετάξει έξω χτυπώντας τον στην κεφαλή με άλλον πάσσαλο». Υποτίθεται ότι νικητής έβγαινε ο παίκτης που θα είχε, στο τέλος, μπηγμένους τους περισσότερους πασσάλους. Είναι αμφίβολο, πάντως, αν, δεδομένων των πασσαλίσκων και της λειτουργίας τους, ο ποιητής εννοεί το πραγματικό παιχνίδι.

Μετάφραση-Σχόλια Ν. Χουρμουζιάδη

 

 

(ΣYNECHIZETAI)

Anthologia Graeca, ed. H. Beckby, Anthologia Graeca, 4 vols., 2nd edn.Munich: Heimeran, 1-2:1965; 3-4:1968

PAGAN http://www.mikrosapoplous.gr/

Advertisements

About sooteris kyritsis

Job title: (f)PHELLOW OF SOPHIA Profession: RESEARCHER Company: ANTHROOPISMOS Favorite quote: "ITS TIME FOR KOSMOPOLITANS(=HELLINES) TO FLY IN SPACE." Interested in: Activity Partners, Friends Fashion: Classic Humor: Friendly Places lived: EN THE HIGHLANDS OF KOSMOS THROUGH THE DARKNESS OF AMENTHE
This entry was posted in POECIA=ΠΟΙΗΣΗ and tagged , , , , . Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Please log in using one of these methods to post your comment:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.