ο καθαριστής κοπριάς ελεφάντων


ΑΚΟΥΣ ΙΣΜΑΗΛ;

Το τρένο ξεκίνησε από τη Στοκχόλμη ακριβώς στις 8 π.μ.
Τα βαγόνια ήταν γεμάτα, αλλά πολύ άνετα.
Πώς είναι τα Ελληνικά; Ίδια, αλλά το μάκρος τους, σε φάρδος.
Στο τέλος κάθε βαγονιού υπήρχε ειδικός χώρος με μπολάκι για νερό και ένα κλιπ για να δέσει ο ταξιδιώτης τον σκύλο του -όποιος γούσταρε να ταξιδέψει με τον σκύλο του.

Στα Ελληνικά τρένα μόνο κότες επιτρέπονται κι αυτό επειδή οι κότες τρώγονται.
Κάθισα δίπλα σε ένα Σέρβο που συνταξίδευε με άλλους 2 φίλους του για δουλειά.
Ντύσιμο τύπου “καρό με εμπριμέ πάει, πώς δεν πάει;” νύχια μαύρα του σκοτεινού θαλάμου, χωρίστρα στο πλάι πασπαλισμένη με χιονάτη πιτυρίδα και στο μάτι η αλησμόνητη μάνα Σερβία, που και για να αποκτήσουν πιτυρίδα, στη Σουηδία τους έστειλε.

Είπα λίγα δάχτυλα μαζί τους, γιατί με τη γλώσσα των κωφών τι να πεις, δυο χέρια όλα κι όλα;

Απέναντι μου καθόταν μια πανέμορφη Σουηδέζα, 43 χρονών όπως μου είπε, ντυμένη να την προσκυνάς σαν τεύχος του Vogue.
Μαζί της είχε ένα μωρό.
Πιάσαμε την κουβέντα, γιατί και νεκρούς ξυπνάω άμα θέλω να μιλήσω.

Ήταν μεγαλοστέλεχος Πολυεθνικής και κατέβαινε Βρυξέλλες για μπίζνα.
Δεν ήταν παντρεμένη -είπαμε, οι Σουηδοί δεν παντρεύονται πια, βαριούνται- και απέκτησε το μωρό από περιστασιακή σχέση.
Κράτησε το μωρό δηλαδή και έκανε έκτρωση στον γκόμενο.

Το ταξίδι αυτό το τραβούσε χρόνια με αεροπλάνο, μια φορά την εβδομάδα.

Μόλις όμως απέκτησε παιδί έπαιρνε το τρένο, γιατί κάθε Παρασκευή 35.000 πόδια πάνω-κάτω, το μωρό εκτός που θα ξερνούσε, θα έμενε και κουφό.
Να σημειώσω πώς μου δήλωσε ότι το βρέφος το έπαιρνε μαζί της και στις συσκέψεις.
Ενώ στην Ελλάδα, στις συσκέψεις δεν αφήνουν να πάρεις μαζί, ούτε τον πυρετό σου.

Μόλις φτάσαμε στο Malmo μετά από 5 ώρες που είχα τακιμιάσει με όλους και γκόμενο δεν είχα βγάλει, χαιρέτησα το βαγόνι και τον σκύλο που καθόταν στη γωνιά σκασμένος στο κατούρημα και πήγα για το τρένο που θα με περνούσε Δανία.
Αυτό δεν ήταν τρένο.
Διαστημική κάψουλα της NASA ήταν -κι ο ΟΣΕ ακόμη στο Pendrexyl-.

Οι πόρτες άνοιγαν από το πουθενά, ενώ από την κοιλιά του βαγονιού έβγαιναν το ένα μέσα από το άλλο, 3 σκαλιά για να ανέβεις.
Ή για να κατέβεις, ανάλογα.
Εκείνη τη στιγμή γκρεμίστηκε για πάντα μέσα μου ο ΟΣΕ και έγινε ποσέ.

Ήταν μια αναπόφευκτη σύγκριση: Λέοπολντ, φοιτητής στο Χάρβαρντ από τη μια και Ισμαήλ, καθαριστής κοπριάς ελεφάντων από την άλλη.

Κι εγώ ζούσα με τον κοπροκαθαριστή.

Θα μου πεις, θα μπορούσε να είμαι η ίδια κοπροκαθαριστής, οπότε να λέω κι ευχαριστώ.
Η μιζέρια γίνεται αξία αν υπάρχει ανάγκη.

Μπήκαν όλοι οι Ευρωπαίοι κι εγώ μαζί στην κάψουλα και χωρίς καν να ακουστούν οι πόρτες, έκλεισαν. Με το τρένο αυτό θα περνούσαμε πάνω από τη θάλασσα, τη γέφυρα Oresund που ενώνει Σουηδία με Δανία, σε μια διαδρομή 20 λεπτών.
Η κάψουλα ξεκίνησε και αμέσως επιτάχυνε σε ρυθμό βολίδας.
Δεν άκουγες τίποτα, μόνο ένα ελαφρύ, διαρκές «φςςςςς», ενώ από κραδασμούς 0 (μηδέν) δηλαδή «Ισμαήλ μην ξεχάσεις να φορτώσεις την κοπριά στο μουλάρι κι αν πεινάσεις φάτην» .
Αναρωτιέμαι πάντως, τι θα γινόταν σε περίπτωση που όταν περνούσαμε τη γέφυρα, έπεφτε το τρένο στη θάλασσα. Θα επιπλέαμε στο νερό και θα βγαίναμε ζωντανοί, εξ΄ ου και η κάψουλα, ή θα πηγαίναμε στον πάτο άψαλτοι;
Μπα, δεν υπήρχε περίπτωση να βρεθούμε στη Βαλτική, γιατί η κάψουλα κυλούσε μέσα σε ένα “τούνελ” από χαλύβδινες ράβδους.
«Ισμαήλ σκούπισε τώρα τον κώλο του ελέφαντα κι αν δεν βαριέσαι φίλα τον κιόλας» ξανασκέφτηκα.
Απίστευτη αίσθηση.
Πάνω ουρανός και πολύ-πολύ κάτω η θάλασσα.
Κι εγώ να περνάω σφεντόνα ανάμεσα τους, κρεμασμένη στον αέρα.
Μάνα, επιτέλους έγινα άνθρωπος.
Το τρένο έφτασε Κοπεγχάγη και είχα 3 ώρες στη διάθεση μου να περιπλανηθώ στην πόλη μέχρι να πάρω το επόμενο γαμάτο τρένο (Ισμαήλ ακούς;) που θα με έβγαζε Αμβούργο, στη Γερμανία.
Τόση Ευρώπη Ισμαήλ δεν αντέχεται μαζεμένη, αλλά θα πιεστώ.

Στο σταθμό της Κοπεγχάγης έπρεπε να βρω μέρος να ασφαλίσω το σακίδιο μου για να μη σέρνω στην πόλη 50 κιλά ρούχα και παπούτσια.

Και να φανταστεί κανείς ότι πριν ξεκινήσω από Σουηδία, για να γλιτώσω από το βάρος τους, είχα αφήσει τα μισά μου ρούχα πάνω στο κρεβάτι του ξενοδοχείου, με σημείωμα ότι δεν τα ξέχασα και να τα πάρουν οι καμαριέρες αν ήθελαν.
Τι διάολο, μόνο βρακιά και σουτιέν άφησα πίσω;

Ασήκωτο ήταν το σακίδιο, σαν το πουλί ενός γνωστού μου.
Σιγά μην έβρισκα ντουλάπι να το κλειδώσω σ΄ αυτόν τον τεράστιο σταθμό.
Κοίταξα για λίγο γύρω μου.
Εκατοντάδες άνθρωποι πηγαινοέρχονταν με τα μπαγκάζια τους, ενώ άλλοι έτρωγαν, έπιναν καφέ στα μαγαζιά, ψώνιζαν, ή συναλλάσσονταν στην τράπεζα, γιατί αυτός δεν ήταν σταθμός Ισμαήλ, η πλατεία Κολωνακίου και Συντάγματος μαζί ήταν, στο πιο απλωτό όμως.
Ούσα πονηρή Ελληνοπούλα, τράβηξα αγκομαχώντας το σακίδιο μου κοντά σε ένα καφέ.
Προσέχοντας μη με δει κανείς, το παράτησα εκεί και την έκανα στα γρήγορα, αφήνοντας να το φυλάνε οι ξένοι για πάρτη μου.
Ποιος θα το πείραζε;

Ο καθένας θα νόμιζε ότι είναι του διπλανού του.

Μαλάκες Βορειοευρωπαίοι, κώτσους σας έπιασα.
Και βγήκα στην Κοπεγχάγη Ισμαήλ.

Ανέβηκα την υπαίθρια μπετονένια σκάλα του σταθμού που ήταν χωμένος καμιά 30ριά μέτρα υπό το έδαφος και καβάτζωσα για ένα χρόνο γυμναστήριο.
Καλά, τέτοιος σταθμός και να μην έχει κυλιόμενες;
Τώρα που το σκέφτομαι, μάλλον από τη βιασύνη μου να βγω έξω, πήρα την έξοδο κινδύνου η ηλίθια.
Την έχω αυτή τη μαλακία.
Όταν βιάζομαι δεν βλέπω τίποτα μπροστά μου, παρά μόνο ό,τι μου θυμίζει κάτι σχετικό με αυτό που θέλω να κάνω.
Π.χ. αν θέλω να περάσω σε νησί και βιάζομαι, θα πάρω σίγουρα τη βαρκούλα που είναι αραγμένη δίπλα στο High Speed και θα κάνω κουπί Ισμαήλ, όπως τα προγόνια σου στις γαλέρες.
Σημασία έχει ότι βγήκα στην Κοπεγχάγη, έστω και ξεφυσώντας σαν το μουλάρι του παπού μου, ο οποίος επιμένει να το λέει άλογο.

Η πόλη από το σημείο που στεκόμουν απλωνόταν με άνεση κάτω από ένα συννεφιασμένο ουρανό, που αν τον ρωτούσα τι κάνει θα μου απαντούσε: «σιχάθηκα τη γκριζαμάρα μου και ζήτησα μετάθεση για Ισπανία».
Μακάρι καλέ μου, τι να πω;
Οι στέγες των περισσότερων κτιρίων ήταν όλες μαύρες, όπως και στη Σουηδία.
Το μαύρο κεραμίδι των Βορειοευρωπαίων και οι μαύροι κυβόλιθοι που στρώνουν τους δρόμους, σε συνδυασμό με τον γκρίζο ουρανό, είναι μια γελοία απερισκεψία.
Σαν τη γκόμενα που έπειτα από κυριλέ έξοδο κοιμήθηκε στο σπίτι του γκόμενου και το πρωί πάει στη δουλειά με μαύρο ταφταδένιο φόρεμα, λουστρίνι γόβα και τσαντάκι με χάντρες.
Αν οι τύποι έστρωναν κάνα κοκκινωπό κεραμιδάκι και η γκόμενα πετούσε αποβραδίς ένα τζιν κι ένα μπλουζάκι στην τσάντα της, η ζωή θα είχε μια λογική.
Αποφασίζοντας αντί να πάω ίσια να στρίψω δεξιά, κάνω δυο βήματα και πέφτω πάνω στον Anders.
Για την ακρίβεια πάνω στον αφαλό του έπεσα, γιατί ο Anders είχε ύψος 2.17 κι εγώ με το 1.73 μου, ίσα που υπήρχα.
Φορούσα και φλατ παπούτσια λόγω ταξιδιού, αν ο Anders τον έβγαζε για κατούρημα εκείνη την ώρα, θα του έκανα ακούσια πίπα.

Ο Anders ήταν ένας Δανός που γνώρισα την προηγούμενη χρονιά στην Πάρο.

Δεν είχα καμία όρεξη γι αυτή τη συνάντηση, ήθελα να κάνω βόλτα στην Κοπεγχάγη, το κέρατο μου μέσα, που όπου πάω συναντώ γκόμενους.

Και κώλο φινιστρίνι

Ο Anders ήταν Δανός και τον γνώρισα καλοκαίρι στην Πάρο.
Ξαπλωτό.
Ξημέρωνε κι εγώ γυρνούσα στο δωμάτιο μου μόνη, γιατί εκείνο το βράδυ έκανα οντισιόν σε πέντε γκόμενους και δεν πέρασε κανένας στον τελικό.
Ξαφνικά σε ένα σοκάκι, βλέπω έναν τύπο ξαπλωμένο ανάσκελα στο πλακόστρωτο.
Ηλιοθεραπεία δεν έκανε, εκτός που φορούσε τα ρούχα του, δεν είχε και ήλιο.
Κουρούμπελο ήταν ο μισολιπόθυμος.
Πάω κοντά τον σκουντάω και τότε ανοίγει τα μάτια και μου χαμογελάει.
Τι θέμα ρε πούστη μου οι Σκανδιναβοί;
Και σουρωμένοι, ξεμέθυστοι είναι.

Αντί να τους πιάσει το αλκοόλ το πιάνουν αυτοί.

Τον ρωτάω αν είναι καλά, μου λέει «ναι» και ζητάει βοήθεια να τον πάω στο δωμάτιο του.

Μόνο που έπρεπε να σηκωθεί από κάτω.
Απλώνω τα χέρια να τον βοηθήσω, προσπαθεί όσο μπορεί κι αυτός, τελικά αρχίζει να σηκώνεται και να σηκώνεται και να σηκώνεται και να σηκώνεται.
Μόλις στάθηκε όρθιος μου ρθε να ξαπλώσω εγώ κάτω.
Το Μετρό ντυμένο Δανός τουρίστας.
Δεν είχα ξαναδεί τόσο ψηλό άνθρωπο στη ζωή μου.
Τον ρώτησα αμέσως τι ύψος έχει και μου απάντησε 2.17.

Άρχισα αμέσως τους υπολογισμούς για το πόσο μπορεί να είναι το πουλί του.
Αν υποθέσω ότι ο μέσος άντρας με ύψος 1.80 τον έχει 17 πόντους, αυτός εδώ πρέπει να το πιάνει το εικοσάρι.
Κάτι σκίρτησε μέσα μου.

Τον έπιασα αγκαζέ αλλά από τη χούφτα, με αγκάλιασε αυτός προσπαθώντας να στηριχτεί όσο πιο ελαφριά γινόταν και προχωρήσαμε βάρκα -γιαλό μερικά μέτρα, ώσπου σταμάτησε σε μια χαμηλή καγκελόπορτα.
“Here we are” μου λέει και σπρώχνει την πόρτα.
Μπροστά μας υπήρχε μια σκάλα.
Σκέφτομαι αποκλείεται να μένει πάνω, δεν μπορεί τέτοια γκαντεμιά, να ανεβάζω τον εικοσάκαυλο απ΄ τα σκαλιά, σίγουρα πίσω από τη σκάλα θα είναι το δωμάτιο του, στο ισόγειο, όπως τόσα και τόσα ενοικιαζόμενα δωμάτια στον κόσμο.
Ναι, αλλά δεν ήταν.

Με τράβηξε απαλά προς τη σκάλα.
Είπα να τον αφήσω να σωριαστεί στις ράγες του και να την κοπανήσω, από την άλλη όμως ήθελα να ζήσω την περιπέτεια.

Αρχίσαμε να ανεβαίνουμε προσπαθώντας να στηριχτεί ο καθένας όπου μπορεί.

Μια τσίχλα κόλλησε στο χέρι μου, ποιος πούστης κολλάει τις τσίχλες του σε όλη την Ελλάδα και τις βρίσκω εγώ;
Για ώρα ανεβαίναμε σαν τον οδοντωτό.
Όσες βότκες είχα πιει νωρίτερα ήταν έτοιμες σαν ταξιδιάρικά πουλιά να βγουν απ΄ το στομάχι μου και να πετάξουν ολούθε με τον άνεμο.

“Πλάκα θα ΄χει να μου σκάσει πρώτος κάναν εμετό στη μάπα”, σκέφτηκα.
Αλλά μπα, από την τσιγγουνιά τους οι Σκανδιναβοί ούτε εμετό δεν κάνουν.

Κάθε 2 σκαλιά που ανεβαίναμε, γύριζε με κοιτούσε και χαμογελούσε.
Στην κορυφή της σκάλας όπου φτάσαμε σώοι και ανεμετείς, πήραμε κι οι δυο βαθιά ανάσα.
“Τα καταφέραμε” σκέφτηκα.
Και ξαφνικά αρχίζει πάλι να με τραβάει μπροστά.
Μπροστά δεν υπήρχε πόρτα δωματίου όμως, αλλά μια στενή στριφογυριστή σιδερένια σκάλα, από αυτές που οδηγούν συνήθως σε ταράτσες.
“Οpa! Stop! Where are we going?” του λέω.
“Upstairs!” απαντάει.
Upstairs? Τι έλεγε ο μαλάκας;
Με τα μανταλάκια κοιμότανε;
Μα τι νοικιάζουν πια οι πούστηδες τον Αύγουστο;

Δεν πρόλαβα να τελειώσω τη σκέψη μου και βρεθήκαμε στριμωγμένοι να ανεβαίνουμε την κωλόσκαλα αργά, σαν σκηνή από ταινία του Αγγελόπουλου.
Ανεβαίναμε και ανεβαίναμε κάνα τέταρτο, σαν 2 ήρωες που αλληγορικά ανέβαιναν τις αμαρτίες τους. Στο μυαλό μου άκουγα τη μουσική της Καραϊνδρου.
“Cut!” φωνάζει ο Αγγελόπουλος, την ώρα που πατήσαμε στο τελευταίο σκαλί.

Η πρώτη μου δουλειά ήταν να τσεκάρω αν υπήρχε άλλη σκάλα.
Δεν υπήρχε ευτυχώς.
Υπήρχε μόνο ένα δωματιάκι με μια πόρτα χαμηλή, που όρκο θα παιρνα ότι το χειμώνα ήτανε το σπίτι του σκύλου.
Βγάζει ο Anders ένα κλειδί, ανοίγει, μου δίνει ένα φιλί στο μάγουλο σετάκι με ένα “thank you very much!” μπαίνει μέσα και μένω εγώ απ΄ έξω μαγκούφα όπως όλοι οι ήρωες του Αγγελόπουλου και όχι μόνο αυτό, αλλά μου πέσανε και οι τίτλοι του τέλους στη μάπα.

Το σίγουρο ήταν ότι το βραβείο το πήρε ο σκηνοθέτης, γιατί εγώ απλώς πήρα δρόμο για το δωμάτιο μου να πέσω ξερή μετά από τόσες ώρες γύρισμα.

“Αν αυτό ήταν περιπέτεια, ο κώλος μου είναι καθηγήτρια Γαλλικών” ψέλισσα και αποκοιμήθηκα.

Την άλλη μέρα το μεσημέρι γυρνώντας από τη θάλασσα με μια φίλη, βλέπω τον Anders να περπατάει προς το μέρος μας με έναν τύπο.
Λέω στην κολλητή “αυτός είναι” γιατί μούρη δε θυμόμουν, αλλά θυμόμουν ύψος.

Ήμουν σίγουρη ότι εκείνος δεν θα με αναγνωρίσει.
Μόλις έφτασαν μπροστά μας όμως, ανοίγει τα χέρια του και με παίρνει αγκαλιά, χαμογελώντας σαν να είχε βρει δυο μπουκάλια τεκίλα.
“Hey girl! Thank you for last night!”
Τόσο κουρούμπελο και με θυμόταν.
Τότε ήταν που παρατήρησα ότι εκτός από πανύψηλος ήταν και κούκλος, με ωραία ξανθά μακριά μαλλάκια, παιχνιδιάρικα μπλε μάτια και λαμπερό χαμόγελο.
Σε λίγη ώρα βρισκόμασταν όλοι μαζί για καφέ και τις επόμενες 3 μέρες, εγώ και ο Anders βγάζαμε τα μάτια μας (καστανά τα δικά μου) στο σπιτάκι του σκύλου.
Μετά έφυγε για άλλο νησί και δεν ανταλλάξαμε τηλέφωνα όπως ήθελε, γιατί μου την έσπαγε το ύψος του, οπότε δεν είχε μέλλον η δουλειά, δε γινόταν να πηγαίνω ραντεβού και να κουβαλάω σκαμνί μαζί.

Τώρα, στεκόταν πάλι μπροστά μου και ενώ αυτός δεν άλλαξε καθόλου, εγώ είχα μαύρα μαλλιά, αλλιώτικα κομμένα και δεδομένου ότι βρισκόμουν στην Κοπεγχάγη και όχι στην Πάρο, σιγά μη με γνώριζε.

Ευτυχώς, γιατί μου έμεναν τρεις ώρες να γυρίσω την πόλη, αφού μετά θα συνέχιζα για Αμβούργο.
Βάζω το κεφάλι κάτω και τον προσπερνάω κάνοντας την τουρίστρια, ώσπου ακούω από πίσω μου: “Tsaousa!”

Μπινελίκωσα το κάρμα μου “Φτου σου πούστικο, θέλω να δω την Κοπεγχάγη λέμε, το μουνί μου θα κοιτάω τώρα;” και γύρισα με τα μάτια ορθάνοιχτα δήθεν από την έκπληξη.
“Anders!! … Oh, I don΄t believe it!”

Με έχωσε από το κεφάλι στην αγκαλιά του – οι άλλοι 6 νάνοι λείπανε- και γονάτισε για να με φιλήσει στο στόμα.

Τι χαμογελαστός άνθρωπος που ήταν γαμώτο.
Και φιλούσε ζάχαρη.
Επίσης θυμήθηκα ότι τον είχε 21 πόντους.

Είναι μην αρχίσω να σκέφτομαι, δεν με ξέρω εγώ; Αρχίδια Κοπεγχάγη θα έβλεπα.
Ή μάλλον, αρχίδια στην Κοπεγχάγη.

Αμ, δε.
Το κάρμα μου δεν μπορούσε εκείνη την ημέρα να συγχρονιστεί με τις επιθυμίες μου.
Ο Anders δούλευε στη Σουηδία και κατέβαινε στο σταθμό για το τρένο.
Δεν γινόταν να κάνει κοπάνα, όπως τον χιλιοπαρακάλεσα τελικά.

Μετά από μερικά φιλιά και 2 κιλά όρθια καύλα, ζήτησε πάλι το τηλέφωνο μου για να μην ξαναχαθούμε.

Ντράπηκα να του αρνηθώ άλλη μια και του έδωσα λάθος νούμερο.
Μόλις γύριζα από Σουηδία που είχα πάει για ένα μαλάκα γκόμενο, δουλειά δεν είχα να ανεβοκατεβαίνω Σκανδιναβία να πηδιέμαι.

Χαρούμενος που πήρε το τηλέφωνο, έφυγε για το σταθμό κι εγώ για την πόλη.

Ωραία ήταν η Κοπεγχάγη, τη γοργόνα δεν την είδα όμως, μπορεί να πέρασα από μπροστά της και να νόμιζα ότι κάποια σουρωμένη καθόταν γυμνή και ατένιζε.
Είπαμε, όταν βιάζομαι τυφλώνομαι.

Μου την έσπαγε η συννεφιά, αλλά η ομορφιά αυτών των πόλεων μου έχει γίνει απωθημένο.
Τι να συγκρίνω με τα κτίρια στην Ελλάδα;

Συγκρίνονται οι σκατούλες με τις σοκολατίνες;

Εδώ να πω ότι τελικά είδα και μερικές πολύχρωμες στέγες και αναρωτήθηκα αν τις είχαν βάψει τίποτα Νότιοι μετανάστες για να μην αυτοκτονήσουν.

Ψώνισα κάτι Βίκινγκς μινιατούρες από ένα τουριστομάγαζο, έφαγα δυο γλυκά με ρέγκα και την έκανα για το σταθμό.

Το σακίδιο μου με περίμενε στο καφέ, ακριβώς εκεί που το άφησα.

Τελικά δεν το φύλαγε κανείς γιατί το πήρα και ουδείς ασχολήθηκε. Τι μαλάκες.

Άρχισα να ψάχνω σε ένα ταμπλό την αποβάθρα απ΄ την οποία θα έφευγε το τρένο για Αμβούργο.

Στο τσακ έφτασα και πήδηξα στο βαγόνι που ξεκίνησε αμέσως.

Ωραίο ήταν κι αυτό το τρένο αν και όχι τόσο μουράτο όσο η κάψουλα.
Σε δυο ώρες θα ήμουν Αμβούργο.
Ναι, αλλά ανάμεσα στη Δανία και τη Γερμανία υπάρχει θάλασσα, δεν υπάρχει γέφυρα κι εγώ θα περνούσα απέναντι με τρένο.
Πώς θα γινόταν αυτό;

Το κατάλαβα όταν σε λίγο σταμάτησε το τρένο και μας είπαν “αποβίβαση”.
“Τι αποβίβαση; Μόλις ξεκινήσαμε. Δυο βήματα ήταν το Αμβούργο; Το κοβα και με τα πόδια αν ήταν”.

Κοίταξα από το παράθυρο και είδα σιδερένιους τοίχους τριγύρω. Τι στο διάλο;
Μόλις κατέβηκα από το τρένο Ισμαήλ, μου ξανάρθε η μπόχα από το ντενεκάκι με τα σκατά.

Κατάλαβα ότι είχαμε μπει σε ferry boat.

Το τρένο είχε μπει στο ferry boat κυλώντας πάνω σε ράγες που κατέληγαν μέσα του.

Και όταν λέμε ferry boat, καμία σχέση με τις Ελληνικές παντόφλες και με τον τύπο τον ιδρωμένο με τη σαγιονάρα που βάζει τα αυτοκίνητα, τσεκάρει τα εισιτήρια και σου πιάνει και τον κώλο στη ζούλα.

Βγήκα από το τρένο και ακολούθησα τους υπόλοιπους στην άνοδο.
Περνώντας μια πόρτα βρέθηκα στη σάλα.

Ισμαήλ από πού κλάνει ο ελέφαντας;

Γιατί δεν υπήρχαν σιδερένιοι τοίχοι με φινιστρίνια σαν κωλοτρυπίδα ελέφαντα Ισμαήλ, αυτά τα έχουν μόνο οι Έλληνες και τα κάνουν μάλιστα στιχάκια, όπως η Νικολακοπούλου που έγραψε «κι από τα φινιστρίνια, μαύρα νερά λουστρίνια».

Μόνο στην Ελλάδα πουλάνε αυτά.

Οι Ευρωπαίοι έχουν γυάλινους τοίχους Ισμαήλ, να βλέπεις από ψηλά το πλοίο να σκίζει τη θάλασσα, να μπαίνει ο ήλιος κάτω απ΄ το βρακί σου να σε ζεσταίνει και να χαίρεσαι που είσαι άνθρωπος.

Το ferry boat ξεκίνησε για Αμβούργο.

Έπιασα πρώτο τραπέζι πλώρη με δυο Γερμανούς συνταξιδιώτες και ένιωσα τόσο Ευρωπαία, που ξέχασα ποιος είναι ο Κολοκοτρώνης.

Κι ύστερα σου λένε, σαν το φαί και το γαμήσι δεν υπάρχει.

Στην Ελλάδα Ισμαήλ, στην Ελλάδα.

PAGAN STAVROBELONIA

Advertisements

About sooteris kyritsis

Job title: (f)PHELLOW OF SOPHIA Profession: RESEARCHER Company: ANTHROOPISMOS Favorite quote: "ITS TIME FOR KOSMOPOLITANS(=HELLINES) TO FLY IN SPACE." Interested in: Activity Partners, Friends Fashion: Classic Humor: Friendly Places lived: EN THE HIGHLANDS OF KOSMOS THROUGH THE DARKNESS OF AMENTHE
This entry was posted in PHILOLOGIE and tagged , , , , , , . Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Please log in using one of these methods to post your comment:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.