Π Ρ Ο Ϊ Σ Τ Ο Ρ Ι Κ Η Α Ρ Χ Α Ι Ο Λ Ο Γ Ι Α (VI)


(ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΑΠΟ  14/04/2016)

Η Μεσολιθική Εποχή

Γίνεται συχνά λόγος για τον όρο ‘νεολιθική επανάσταση’, που εισήγαγε ο
Gordon Childe. Αντιλαµβανόµαστε σήµερα ότι η µεταβολή αυτή δεν ήταν αιφνιδιαστική αλλά βαθµιαία, τόσο στις περιοχές στις οποίες πρωτοεµφανίζεται όσο και στον ελλαδικό χώρο. Ορισµένα στοιχεία της νεολιθικής οικονοµίας και κοινωνίας προετοιµάζονται από τα τελευταία στάδια της Ανώτερης Παλαιολιθικής και, οπωσδήποτε, κατά τη Μεσολιθική/Επιπαλαιολιθική περίοδο. Ο όρος ‘επανάσταση’ αποκτά νόηµα, εφόσον αναλογιστούµε τη σπουδαιότητα των µεταβολών που εδραιώνονται κατά τη νεολιθική εποχή για τις ανθρώπινες κοινότητες και τις εξελίξεις που θα ακολουθήσουν.
Υπάρχουν αρκετές θεωρητικές προτάσεις για το πώς ο προϊστορικός άνθρωπος πέρασε από τις µετακινούµενες οµάδες στους µόνιµους οικισµούς και από το στάδιο του τροφοσυλλέκτη και κυνηγού σ’ εκείνο του γεωργοκτηνοτρόφου. Οι περισσότερες αποδίδουν ή προσπαθούν να εντοπίσουν τα αίτια της µεταβολής σε εξωγενείς παράγοντες, και κάποιες νεότερες θεωρίες προτάσσουν το ρόλο ενδογενών διεργασιών.
Η ‘Θεωρία της Πυρηνικής Ζώνης’ υποστηρίζει ότι η πορεία προς τη νεολιθική οικονοµία συντελέστηκε καταρχήν στην περιοχή της Εγγύς και Μέσης Ανατολής (Βόρειο Ιράκ, ΝΑ Τουρκία και Συροπαλαιστίνη), επειδή εκεί υπήρχαν σε άγρια µορφή τα φυτά που αποτέλεσαν τις πρώτες καλλιέργειες. Ο εισηγητής της θεωρίας Braidwood είχε προτείνει αρχικά ως πυρηνικό σηµείο το Ιρακινό Κουρδιστάν, µε βασική θέση το Jarmo ως κοιτίδα εξηµέρωσης φυτών και ζώων. Αργότερα, προστέθηκαν και άλλες κοιτίδες όπως η Συροπαλαιστίνη και ο ευρύτερος χώρος της Ανατολίας. Σε όλες αυτές της περιοχές, οι τροφοσυλλέκτες της Παλαιολιθικής εποχής είχαν ήδη αναπτύξει αποδοτικές πρακτικές ως προς την περισυλλογή
και επεξεργασία εκείνων των φυτών, µε τα οποία βαθµιαία εξοικειώθηκαν, και οδηγήθηκαν τελικώς στην πλήρη υιοθέτηση της γεωργίας.
Η ‘Νεοκλιµατική Θεωρία’ υποστηρίζει ότι βασικός κινητήριος µοχλός της
νεολιθικής επανάστασης ήταν ότι εδώ είχαν δηµιουργηθεί οι ήπιες κλιµατικές συνθήκες που ήταν αναγκαίες για τη συνεύρεση φυτών, ζώων αλλά και των ανθρώπινων οµάδων µετά το 10.000 π.Χ. Στην προσέγγιση αυτή ενυπάρχει η ‘Θεωρία των οάσεων’ του Childe, σύµφωνα µε την οποία η παρατεταµένη ξηρασία οδήγησε τα φυτοφάγα ζώα και τις ανθρώπινες οµάδες να συνυπάρξουν στις λιγοστές οάσεις που ήταν διαθέσιµες. Αυτή η µακρόχρονη συνεύρεση έγινε αφορµή της βαθµιαίας εξηµέρωσής τους, και εκείνη, µε τη σειρά της, υποτίθεται ότι τον ανάγκασε να επινοήσει την καλλιέργεια για να εξασφαλίσει την εκτροφή τους.
Η ‘Θεωρία της Πληθυσµιακής Πίεσης’ υποστηρίζει ότι η αύξηση του
πληθυσµού και η µόνιµη εγκατάσταση που προηγήθηκαν -γεγονός ασφαλώς τεκµηριωµένο πλέον από πληθώρα ανασκαµµένων µόνιµων µη γεωργοκτηνοτροφικών εγκαταστάσεων- είναι αυτά που εξανάγκασαν τις κοινότητες στην υιοθέτηση της γεωργίας και της κτηνοτροφίας. Πρόβληµα, ωστόσο, αποτελεί αν η αύξηση του πληθυσµού υπήρξε αίτιο ή αποτέλεσµα. Μια παραλλαγή της θεωρίας είναι και αυτή της ‘Περιθωριακής Ζώνης’ των Flannery και Binford, διατυπωµένη στα πλαίσια της διαδικαστικής προσέγγισης και των ‘θεωριών των κρίσεων’. Υποθέτει ότι η ευρεία εκµετάλλευση του περιβάλλοντος κατά την Παλαιολιθική εποχή, προκάλεσε πληθυσµιακή αύξηση και µετακίνηση οµάδων σε περιθωριακές περιοχές.
Εκεί, το λιγότερο ευνοϊκό περιβάλλον τις ‘υποχρέωσε’ να επινοήσουν τη γεωργοκτηνοτροφία. Ο Binford, µάλιστα, υποστήριξε ότι οι κλιµατικές µεταβολές στο τέλος της Παλαιολιθικής προκάλεσαν περιορισµό του κυνηγιού, µόνιµη εγκατάσταση -συνήθως κοντά σε θάλασσα ή ποτάµια για τη δυναµική άσκηση της αλιείαςκαθώς και την ανάγκη µεγιστοποίησης των αγαθών. Κατά τη γνώµη του, αυτό συνέβη σε πολλές περιοχές της γης, οπότε κακώς αναζητούµε πρώτες κοιτίδες, εξαρτώµενοι από τις ιδέες της µονογένεσης και της διάδοσης. 

Η θεωρία που εµπιστεύεται περισσότερο τις ενδογενείς διεργασίες, έχει εντοπίσει στοιχεία µέσα στις ίδιες τις κοινότητες, τα οποία στοχεύουν στη διατήρηση της συνοχής της κοινωνικής οµάδας. Υποθέτει ότι προς το τέλος της Παλαιολιθικής, υπήρξε κίνδυνος ανάδυσης αντιθέσεων ανάµεσα στην κοινοτική ιδιοκτησία και σε προσπάθειες ατοµικής ιδιοποίησης των προϊόντων. Αυτό µπορούσε να διασπάσει την κοινοτική αλληλεγγύη και τους δεσµούς ανάµεσα στα µέλη της οµάδας,έπρεπε, λοιπόν, να καταπολεµηθεί. Η εντατικοποίηση της παραγωγής, βοηθούµενη από τη γεωργοκτηνοτροφία και κάποιες συµβολικές δράσεις, ευρύτατα διαπιστωµένες στην Εγγύς Ανατολή, είχε αυτόν ακριβώς το στόχο, να εµποδίσει µια επερχόµενη σύγκρουση.
Θα λέγαµε ότι αρκετοί από τους παράγοντες που προτείνονται ως ρυθµιστικοί για την εµφάνιση της νεολιθικής οικονοµίας, πρέπει να έπαιξαν ρόλο, και, κατά περίπτωση, να συνυπήρξαν. Είναι βέβαιο ότι σε κάποιες περιοχές της Εγγύς και Μέσης Ανατολής αυτές οι διαδικασίες προηγήθηκαν, κάτι λογικό εφόσον εδώ υπήρχαν οι άγριοι πρόγονοι του σιταριού, του κριθαριού, των οσπρίων, του προβάτου και του γουρουνιού. Στη Συροπαλαιστίνη υπήρχαν άγρια βοοειδή, η ιδέα της εξηµέρωσης των οποίων ‘µεταφέρθηκε’ ταχύτατα σε γειτονικές περιοχές όπως η Κύπρος. Για χρονικό διάστηµα µεγαλύτερο των δύο χιλιετιών, υπήρξε εντατικότατη εκµετάλλευση των άγριων δηµητριακών από µονίµως εγκατεστηµένους πληθυσµούς. Αργότερα, συνυπάρχει επίσης η εκµετάλλευση αγρίων και εξηµερωµένων ειδών.
Στην περιοχή αυτή εµφανίζονται µετά το 11.000 π.Χ., µόνιµες εγκαταστάσεις µε αρχιτεκτονική ηµιυπόγειων κυκλικών σπιτιών. Αυτοί οι µακρόβιοι οικισµοί δεν έχουν ακόµη ενσωµατώσει άλλα συστατικά της νεολιθικής οικονοµίας, όπως η γεωργία, η κτηνοτροφία και η κεραµική, φαίνεται, πάντως, ότι είναι µόνιµοι, ή,τουλάχιστον, κατοικούνται για µεγάλα χρονικά διαστήµατα.
Στη Συροπαλαιστίνη και στην Ιορδανία, µια ‘πυρηνική’ περιοχή για τη διαδικασία της νεολιθικοποίησης, οι πληθυσµοί εγκαταλείπουν προς το τέλος της Παλαιολιθικής εποχής τα σπήλαια, και προτιµούν τις υπαίθριες εγκαταστάσεις µε έκταση µέχρι 2 στρέµµατα. Αυτή η Επιπαλαιολιθική φάση χαρακτηρίζεται από µικρολιθικές παραδόσεις, κάτι που φαίνεται ότι αποτελεί γενικό κανόνα για τις χιλιετίες που προηγούνται της έναρξης της νεολιθικής. Στα πρώτα στάδια, κυριαρχούν τα λίθινα εργαλεία τραπέζιου και ορθογώνιου σχήµατος, ενώ µε την έναρξη της αποκαλούµενης νατούφιας περιόδου τα κυκλικά µικρολιθικά εργαλεία. Τα δηµητριακά ευδοκίµησαν εδώ περίπου πριν από 15.000 χρόνια, όταν αυξήθηκε η θερµοκρασία του παγκόσµιου κλίµατος ως συνέπεια του τέλους της τελευταίας παγετώνειας περιόδου. Οι πληθυσµοί ανέπτυξαν την τάση για µόνιµη εγκατάσταση, εφόσον οι συνθήκες ανεύρεσης τροφής ήταν πλέον εύκολες µέσα σε µια συγκεκριµένη έκταση, η ακτίνα της οποίας δεν υπερέβαινε τα 2 χλµ.

O νατούφιος πολιτισµός ανθίζει από τον Ευφράτη µέχρι το Σινά, και θεωρούµε ότι προετοιµάζει τη νεολιθικοποίηση ανάµεσα στο 12.500 και στο 10.000 π.Χ. Από τη δεκαετία του ’60, µετά τις ανασκαφές στη Mallaha, κοντά στον Ιορδάνη, έγινε αντιληπτό ότι, αν και οι πληθυσµοί στη Συροπαλαιστίνη είναι κυνηγοί και τροφοσυλλέκτες, υπάρχουν, όµως, ήδη προ-αγροτικές εγκαταστάσεις, είτε µόνιµες είτε εποχιακές. Λίγο αργότερα, στο Mureybet, στη διάρκεια της Προκεραµικής Νεολιθικής Α, που καλύπτει τη 10η και την 9η χιλιετία π.Χ., διαπιστώνουµε διατήρηση της παράδοσης των κυκλικών υπόσκαφων σπιτιών, µόνο που τώρα είναι πιο ευρύχωρα, µε διάµετρο ως 6 µ., και µε ήδη διαµορφωµένο ένα πολύ δηµοφιλές χαρακτηριστικό της νεολιθικής αρχιτεκτονικής της Ανατολίας: τη διαµόρφωση µικρών χώρων, κελιών, είτε αποθηκευτικών είτε ταφικών. Τα κυκλικά αυτά κτίρια είχαν µάλλον επίπεδη στέγη από πηλό, µε ξύλινο σκελετό και κατακόρυφα δοκάρια στήριξης.
Στο σύγχρονο µε το Μουρεϋµπέτ οικισµό του Jerf El Ahmar διαπιστώνεται
το µεταβατικό στάδιο από την κυκλική στην ορθογώνια κατοικία, αφού εδώ συνυπάρχουν αρκετοί τύποι πολύχωρων σπιτιών µε εσωτερικές αυλές και αναλήµµατα,προδίδοντας ένα χωροταξικό σχεδιασµό που παρατηρούµε αργότερα και στην Ιεριχώ. Ως προς την οικονοµία των οικισµών της νατούφιας φάσης, η γεωργία τους αν και δεν έχει ενστερνιστεί την εξηµέρωση, είναι όντως εντατική, βασισµένη στο κριθάρι και στο µονόκοκκο σιτάρι. Το κριθάρι έπαιζε µάλλον σηµαντικότερο ρόλο σ’ αυτούς τους οικισµούς της Συροπαλαιστίνης, ακριβώς λόγω του άγονου περιθωριακού της εδάφους. Όσον αφορά το κυνήγι, δεν προτιµώνται παντού είδη που πρόκειται εν συνεχεία να εξηµερωθούν, µια που σε αρκετές περιπτώσεις κυριαρχούν οι βόνασοι, αλλού όµως οι γαζέλες και τα ιπποειδή.

Προς το τέλος της Προκεραµικής Νεολιθικής Α, γύρω στο 8500 π.Χ., κάποια από τα χαρακτηριστικά του ‘πολιτισµού’ αυτού, φαίνεται ότι εξαπλώνονται
και στην περιοχή του Όρους ‘Ταύρος’, στη ΝΑ Τουρκία και στο Βόρειο Ιράκ. Η έκταση αυτή θεωρείται επίσης ‘κοµβική’ µαζί µε τη Συροπαλαιστίνη και την Ιορδανία, για την ολοκλήρωση αλλά και τη διάδοση της διαδικασίας της νεολιθικοποίησης. Αλλά και στο Cayonu, στην Ανατολική Τουρκίας, η πρώτη φάση των κυκλικών κατοικιών εµφανίζει αναλογίες µε τον µουρεϋµπέτιο πολιτισµό, εφόσον κι εδώ δεν υπάρχει συστηµατική γεωργία πριν από την οικιστική φάση των κτισµάτων µε κελιά, που χρονολογείται γύρω στο 8000 π.Χ. Μόνον τότε πολλαπλασιάζονται τα εξηµερωµένα δηµητριακά, µετά από µία περίοδο εντυπωσιακής αφθονίας των άγριων οσπρίων.
Παρόλ’ αυτά, νεολιθικά θεωρούνται από αρκετούς τα χωριά που έχουν υιοθετήσει όχι την αγροτική ζωή σε όλες της τις διαστάσεις, αλλά περισσότερο την ίδια την ιδέα της µόνιµης κατοικίας, όπως έχει προταθεί από τη µεταδιαδικαστική  αρχαιολογία. Την επιλογή, δηλαδή, της ‘οικογενειακής εστίας’, λόγω της συµβολικής πρόθεσης του ανθρώπου να αποµακρυνθεί από το ‘άγριο’, που ενσωµατώνει το άγνωστο, το µη ελέγξιµο και, πιθανόν, το ‘αντίπαλο’. Υποστηρίζεται, δηλαδή, ότι η ιδέα της γεωργίας δεν προϋποθέτει την εξηµέρωση, και αυτό έχει αποδειχτεί όσον αφορά τα δηµητριακά για τις κοινότητες του Ευφράτη, και στις δύο φάσεις της Προκεραµικής Νεολιθικής, Α και Β, αλλά και ως προς τα όσπρια σχετικά µε την Ανατολία. Η εµφάνιση της καλλιέργειας µπορεί να είναι περισσότερο µια νοητική µετάλλαξη που εµφάνισαν τα µόνιµα προ-αγροτικά χωριά της Επιπαλαιολιθικής,όταν οι µεγαλύτερες πληθυσµιακές οµάδες δηµιούργησαν ένα ευνοϊκό περιβάλλον για την ανάδυση µια νέας σειράς πρακτικών όχι µόνο οικονοµικών αλλά και ιδεολογικών.
Και στην Ιορδανία, η Προκεραµική Νεολιθική διαρκεί από το 10000 ως το
7000 περίπου π.Χ. Η φάση Β (8800–7000 π.Χ.) έχει να επιδείξει στοιχεία που είναι κοινά σε αρκετές περιοχές της Εγγύς Ανατολής, και µια πιο ολοκληρωµένη νεολιθική ταυτότητα, µε ορθογώνιες κατοικίες, ανάπτυξη της γεωργίας, συστηµατική κτηνοτροφία και λατρεία των νεκρών.
Η Beidha είχε κατοικηθεί κατά την Προκεραµική Νεολιθική Β, και στη φάση αυτή ανήκει ένα σύνολο κυκλικών καλυβών, διαµέτρου 3 ως 4 µ., οριοθετηµένων µε περίβολο. Αργότερα, έκαναν την εµφάνισή τους οι ορθογώνιοι ηµιυπόγειοι χώροι µε κεντρικό διάδροµο. Πρέπει να ήταν απλώς τα υπόγεια των κατοικιών,που είχαν εργαστηριακό ή αποθηκευτικό προορισµό. Στον οικισµό υπήρχε και έναν µονόχωρο τετράγωνο κτίριο µε µεγάλη εστία κοντά στην είσοδο και µεγάλη λίθινη πλάκα εν είδει βωµού. Μια ανοιχτή στοά σχήµατος Γ έκλεινε το κτίσµα από τις δύο πλευρές του. Το κτίριο είχε επιµεληµένη κατασκευή, οι τοίχοι του έφεραν
κόκκινο κονίαµα, και θεωρήθηκε από τους ανασκαφείς του ιερό. Στον οικισµό αυτόν αναγνωρίστηκαν αρκετά εργαστήρια οστεοτεχνίας, κοσµηµατοτεχνίας και λιθοτεχνίας. Πολλοί νεκροί εντοπίστηκαν κάτω από δάπεδα σπιτιών, στην πλειονότητά τους αποκεφαλισµένοι.
Στη δεύτερη σηµαντική θέση της Ιορδανίας, το Ain Ghazal, τα κτίσµατα της
8ης και της 7ης χιλιετίας ήταν ορθογώνια µε δύο ή περισσότερα δωµάτια και τοίχους επιχρισµένους µε κόκκινο επίχρισµα και γεωµετρικά σχέδια. Τουλάχιστον είκοσι ανθρωπόµορφα ειδώλια προέρχονται από τα στρώµατα της Προκεραµικής Β,όλα σχεδόν ακέφαλα. ∆ύο κρύπτες µε γύψινα αγαλµατίδια χρονολογούνται στο πρώτο µισό της 7ης χιλιετίας. Στο εσωτερικό τους βρέθηκαν γύρω στα 30 αγαλµατίδια, µερικά από τα οποία φτάνουν σε ύψος το 1 µ. Έχουν έντονη απόδοση των περιγραµµάτων και της κόρης των µατιών, και σχηµατοποιηµένο σώµα, αν και ορισµένα µε απόδοση χεριών και ποδιών αρκετά φυσιοκρατική. Υπάρχουν παραδείγµατα δίδυµων µορφών, ίσως ζευγαριών.
Στο Αϊν Γκαζάλ βρέθηκαν επίσης ταφές ατοµικές, ενηλίκων και παιδιών,
µέσα σε λάκκους στο εξωτερικό των κατοικιών, πολλές χωρίς κρανία. Μεµονωµένα κρανία, όµως, εντοπίστηκαν κάτω από δάπεδα σπιτιών ή σε κρύπτες, µερικά καλυµµένα µε κονίαµα και µε δήλωση του περιγράµµατος των µατιών, όπως συνηθίζεται και στα ειδώλια. Έχει υποστηριχθεί ότι έχουµε να κάνουµε κι εδώ µε λατρεία προγόνων. Από το τέλος της 7ης χιλιετίας η συνήθεια αποκόλλησης των κρανίων εκφυλίζεται, και οι νεκροί θάβονται κάτω από το δάπεδο των κτισµάτων συνήθως κτερισµένοι.

Στην Ιεριχώ, µια όαση δίπλα στη Νεκρά Θάλασσα, αν και δεν έχουµε ενδείξεις συστηµατικής γεωργίας, υπάρχει από το 8000 π.Χ. -µετά από µια πρώιµη φάση κι εδώ κυκλικών υπόσκαφων κατοικιών- µνηµειακή αρχιτεκτονική, µε ανασκαµµένο έναν εντυπωσιακό πύργο ύψους 8 µ., µε εσωτερική λίθινη κλίµακα. Ο
πρώιµος αυτός οικισµός οριοθετείται µε λίθινο περίβολο και µε φαρδιά τάφρο.
Σηµαντικότατο και στην Ιεριχώ όπως και στην υπόλοιπη Εγγύς Ανατολή στοιχείο
όσον αφορά την ιδεολογία των κατοίκων, είναι η ειδική µεταχείριση που επιφυλάσσεται στους νεκρούς, µε διαµόρφωση του κρανίου µε πηλό και τοποθέτηση κοχυλιών στις οφθαλµικές κόγχες.
Στο Cayonu, η κατοίκηση δροµολογείται κατά την Προκεραµική Νεολιθική
Α, την 9η χιλιετία, στην αρχή, όπως προαναφέραµε, µε κυκλικές υπόσκαφες καλύβες. Αµέσως µετά όµως βρίσκουµε µνηµειακά κτίρια που διαφέρουν από τις απλές κατοικίες, γεγονός που, µαζί µε τις σπάνιες πρώτες ύλες που εντοπίζονται στον οικισµό, κάνε ορισµένους να θεωρούν ότι ίσως πρέπει να αναγνωρίσουµε εδώ από πολύ νωρίς µια ιερατική οργάνωση της κοινωνίας. Ένα από τα µνηµειακά αυτά κτίρια έχει πλάτος 10 µ., µε δάπεδο στρωµένο µε λειασµένες πλάκες ασβεστόλιθου και µε τρεις µεγάλες όρθιες στήλες στο εσωτερικό του.
Ένα δεύτερο κτίσµα περιείχε µεγάλο αριθµό κρανίων και 450 σκελετούς
τοποθετηµένους σε κιβωτιόσχηµες θήκες καλυµµένες µε µεγάλες οριζόντιες πλάκες. Ανανεώθηκε τουλάχιστον πέντε φορές, ενώ στην αρχαιότερη φάση είναι εφοδιασµένο µε αψίδα, ένα αρχιτεκτονικό στοιχείο που επιλέγεται και σε άλλα κτίρια της Ανατολίας και φαίνεται ότι εξυπηρετεί ‘ειδικό’ συµβολικό προορισµό. Οι νεκροί ήταν κυρίως νεαροί ενήλικες και πολύ λιγότερο παιδιά. Στο ορθογώνιο τµήµα
του κτιρίου υπήρχαν επίσης στηµένες κάθετες στήλες, ενώ σε µια µεγάλη επίπεδη
πέτρα, εν είδει βωµού, διαπιστώθηκε αίµα µικρών µηρυκαστικών αλλά και ανθρώπου. Στο Cayonu, η κατεργασία των µετάλλων, ίσως λόγω της άµεσης γειτνίασης
της θέσης µε κοιτάσµατα χαλκού και µαλαχίτη, ξεκίνησε πολύ νωρίτερα από άλλους οικισµούς της Ανατολίας, και τρεις περίπου χιλιετίες πριν από την Ευρώπη.
Οι τεχνίτες του ήταν εξοικειωµένοι όχι απλώς µε την κρύα σφυρηλάτηση αλλά και
µε τη πυροτεχνολογία του µετάλλου, χωρίς να τους είναι γνωστή η κεραµική.
Στο Göbekli Tepe λίθινοι πεσσοί µε ανάγλυφες απεικονίσεις λεόντων, ταύρων και ανθρώπων φτάνουν σε ύψος τα 3 µ., ενταγµένοι σε κυκλικούς λιθόκτιστους ιερούς χώρους. Ανάλογο κτίσµα έχει ανασκαφεί και στο Nevali Cori, µε µεγάλες στήλες που είτε καλύπτουν θήκες µε σκελετικά λείψανα είτε ενσωµατώνονται στην τοιχοδοµία.
Στο Asikli Hoyuk της 8ης χιλιετίας π.Χ., τα σπίτια χτίζονται από πλίνθους,
και είναι µονόχωρα ή δίχωρα, ορθογώνια ή τραπεζιόσχηµα, πλευράς 3 ως 4 µ. Αρκετά δεν έχουν εισόδους, όπως και στο Catal Huyuk, οπότε η πρόσβαση γινόταν µάλλον από την οροφή µε φορητές σκάλες. Σε κάθε δωµάτιο υπήρχε λίθινη βάση για τον κεντρικό πάσσαλο στήριξης της στέγης. Κάθε νησίδα διακρίνεται από την άλλη µε αυλές ή στενούς δρόµους πλάτους ως 1 µ., αλλά υπάρχουν και κεντρικές λιθόστρωτες αρτηρίες. Οι πρώτοι κάτοικοι ήταν προφανώς κυνηγοί που εγκατέλειψαν τη νοµαδική ζωή, και εγκαταστάθηκαν εδώ. Στις οψιµότερες φάσεις, της 8η χιλιετίας, στο Ν∆ άκρο του οικισµού οικοδοµήθηκε ιερό µε κόκκινα κονιάµατα, πλινθόστρωτα ή λιθόστρωτα δωµάτια, αλλά και περίβολο στα ανατολικά του, χτισµένο µε ασβεστόλιθο, βασάλτη και ανδεσίτη. Στον οικισµό εντοπίστηκαν χώροι εργαστηριακοί ανάµεσα στις οικιστικές νησίδες. Οι ταφές κάτω από δάπεδα σπιτιών αποτελούν τον κανόνα, και είναι συχνά κτερισµένες µε περιδέραια από δόντια ελαφιού και χάντρες µαλαχίτη. Σηµαντικότατο εύρηµα αποτελεί ένα κρανίο νεαρής γυναίκας στο οποίο παρατηρήθηκαν ενδείξεις χειρουργικής επέµβασης.
Τα ζώα που κυνηγούσαν εδώ, είναι αυτά που λίγο αργότερα θα εξηµερωθούν: αιγοπρόβατα, χοίροι, βοοειδή και λιγότερο τα άλογα. Την 7η χιλιετία, βρίσκουµε πλέον εξηµερωµένα είδη και προηγµένη οικιστική οργάνωση, µε τετράγωνα κτίσµατα και φροντισµένα δάπεδα από κονίαµα, πάνω στα οποία εντοπίζονται σε αρκετές περιπτώσεις κρανία ανθρώπων µε προσθήκη πηλού, για να αποδοθούν τα χαρακτηριστικά του προσώπου. Προς το τέλος της 7ης χιλιετίας π.Χ., µπορούµε να µιλούµε µε ασφάλεια για ολοκληρωµένες νεολιθικές οικονοµίες, όπως τις συναντούµε στις ονοµαστές θέσεις της Τουρκίας Catal Huyuk και Hacilar.

Στο Catal Huyukk, πριν από το 6000 π.Χ., βρίσκουµε και εξηµερωµένα βοοειδή δίπλα στα υπόλοιπα εξηµερωµένα είδη, αν και κυνηγούνται
επίσης συστηµατικά αγριόχοιροι, ελάφια και βόνασοι. Σηµαντικότατη
είναι εδώ η οικιστική διάρθρωση της θέσης, µιας πραγµατικής κώµης µε έκταση πάνω από 100 στρέµµατα, µε εντυπωσιακά πυκνή δόµηση και µε σπίτια που επικοινωνούν µεταξύ τους από τη στέγη.
Κάτω από το δάπεδο των σπιτιών θάβονταν κι εδώ οι νεκροί της οικογένειας. Πολλοί χώροι φαίνεται ότι είχαν ιερό χαρακτήρα και τελετουργικό προορισµό. Φέρουν πλούσιο διάκοσµο τοιχογραφιών αλλά και πήλινων αναγλύφων, τόσο µε θέµατα ρεαλιστικά, όπως η απεικόνιση κτισµάτων, όσο και µε άλλα που παραπέµπουν στο χώρο του µύθου και του συµβολισµού, όπως τα φανταστικά ζώα, τα τέρατα και τα ‘βουκράνια’24. Στους ίδιους αυτούς χώρους εντοπίζονται ειδικά αντικείµενα τελετουργικού µάλλον χαρακτήρα: περίτεχνα µαχαίρια και λίθινα γυναικεία ειδώλια,αλλά και ανθρώπινα κρανία που ερµηνεύονται ως ‘προσφορά’ προς το ιερό.
Στο Catal Huyuk βρέθηκε µεγάλος αριθµός γυναικείων ειδωλίων στις 1000
περίπου οικίες που έχουν ανασκαφεί µέχρι σήµερα, και χρονολογούνται ανάµεσα στο 6.300 και στο 5.500 π.Χ. Τα σχηµατοποιηµένα πήλινα ειδώλια, συχνά µε πτηνόµορφο πρόσωπο, ανακαλύπτονται στον περίβολο των ιερών αλλά ποτέ στο εσωτερικό τους. Αντιθέτως, τα λίθινα γυναικεία ειδώλια, πιο φυσιοκρατικά και στεατοπυγικά, αλλά και τα ανδρικά έρχονται στο φως κατά κανόνα µέσα στα ιερά. Στο Hacilar, τα ειδώλια βρέθηκαν σχεδόν αποκλειστικά µέσα στα σπίτια. Και οι δύο οικισµοί πρέπει να υπήρξαν σηµαντικά ‘κέντρα εµπορικών δραστηριοτήτων’. Η ευηµερία του Catal Huyuk στηριζόταν πιθανόν στην εµπορία του οψιανού της Καππαδοκίας, που χρησιµοποιούσαν για την κατασκευή εργαλείων και κοσµηµάτων, αλλά αποτελούσε και πολύτιµο υλικό ανταλλαγής µε περιοχές της Ανατολικής Μεσογείου και της Συρίας. Γνωρίζουµε ότι οψιανός Καππαδοκίας έφτανε στο Αιγαίο, µέχρι την Κύπρο και τη Σαµοθράκη. Είναι, επιπλέον, βεβαιωµένη και στους δύο οικισµούς η πρώιµη χρήση των µετάλλων, κυρίως του χαλκού. 

 

Ανάµεσα στην Παλαιολιθική και τη Νεολιθική περίοδο µεσολαβεί ένα χρονικό διάστηµα που θεωρείται ‘µεταβατικό’, η Μεσολιθική εποχή14, η οποία δροµολογείται µετά το 10.000 π.Χ15, και αναγνωρίζεται συνήθως αρ- χαιολογικά από τη µικρολιθική της τεχνολογία. Τώρα, συνηθίζεται η δευτερο- γενής επεξεργασία των λεπίδων, ώστε να παράγονται ακόµη µικρότερα εργα- λεία γεωµετρικού σχήµατος, κυρίως τραπεζιόσχηµα. Η Μεσολιθική στην Ελ- λάδα διαρκεί µέχρι τις αρχές της 7ης χιλιετίας π.Χ., και φαίνεται ότι προετοι- µάζει το έδαφος για την εδραίωση της νεολιθικής οικονοµίας. Στη Φράγχθη και στη Σπήλαιο του Κύκλωπα στα Γιούρα, έχουν διευκρινιστεί δύο φάσεις της, η Κατώτερη και η Ανώτερη Μεσολιθική. Αρκετοί υποστηρίζουν ότι δεν τεκµηριώνεται επαρκώς στον αιγαικό χώρο ‘συνέχεια’ ανάµεσα σε Παλαιολιθική και Μεσολιθική, δεν αποκαθίστα- ται, δηλαδή, πειστική διαδοχή των δύο τεχνολογικών παραδόσεων. Θεωρούν πιθανότερη τη ‘διάδοση’ της Μεσολιθικής από την Ανατολία. Οι περισσότεροι, ωστόσο, συµφωνούν σήµερα ότι η ιδέα της προέλευσής της από την ελληνική παλαιολιθική έχει κερδίσει έδαφος, εφόσον γνωρίζουµε πλέον, εκτός από τη Φράγχθη, και άλλες θέσεις µε µεσολιθικά στρώµατα να διαδέχονται τα παλαι- ολιθικά, όπως τα σπήλαια στη Θεόπετρα και στα Γιούρα.

Γύρω στο 10.000 π.Χ., οι κάτοικοι στη Φράγχθη φαίνεται ότι µπορού- σαν πλέον να αποµακρύνονται αρκετά από την ακτή µε τα πλοιάριά τους, µια που εντοπίζουµε όλο και συχνότερα στις αρχαιολογικές επιχώσεις οστά µεγά- λων ψαριών, κυρίως τόννου, αλλά και οψιανό, ηφαιστειακό πέτρωµα κατάλ- ληλο για την κατασκευή εργαλείων, η κοντινότερη πηγή του οποίου είναι η Μήλος. Έχουν προταθεί τρεις πιθανές διαδροµές προσπορισµού αυτού του υλικού, µια χερσαία, µια δεύτερη θαλάσσια αλλά σε µικρή απόσταση από την ακτή και µια, ίσως λιγότερο πιθανή, ταξιδεύοντας απευθείας από την Αργολί- δα στη Μήλο. Στο οστεολογικό υλικό της Φράγχθης συναντούµε, εκτός από το κόκκινο ελάφι και το ζαρκάδι, τον αγριόχοιρο και τον άγριο ταύρο, είδη που θα πρωτοστατήσουν αργότερα στη νεολιθική κτηνοτροφία. Στη θέση αυτή, εντοπίστηκε σηµαντικός αριθµός οστρέων Dentalium, η διατροφική αξία των οποίων είναι µικρή, είναι, λοιπόν, βέβαιο ότι τα χρησιµοποιούσαν ως κοσµή- µατα µε αποκοπή του στενού τους άκρου του οστρέου ώστε να τρυπηθούν. Η περισυλλογή τους πρέπει να γινόταν σε απόσταση 3 περίπου χλµ. από το σπή- λαιο, στο σηµείο ανάπτυξης της ακτογραµµής κατά το τέλος του Πλειστόκαι- νου. Στο σπήλαιο του Κύκλωπα στα Γιούρα, επιβεβαιώνεται κατά τη Με- σολιθική εποχή, γύρω στο 8500 π.Χ., µια εντυπωσιακή εντατικοποίηση της αλιείας, χωρίς αυτό να σηµαίνει παρακµή του κυνηγιού και της περισυλλογής  άγριων καρπών και δηµητριακών.

image

Στα στρώµατα αυτά δεν υπάρχει κεραµική, αλλά εκτός από πολυάριθµα αγκίστρια, οι κάτοικοι του σπηλαίου χρησιµοποι- ούν λίθινα περίαπτα, τριπτήρες για το άλεσµα των καρπών και χάντρες από όστρεο. Τα ευρήµατα αυτά είναι ανάλογα µε άλλα επίσης µεσολιθικά από την Πρόσυµνα της Αργολίδας, το Μαρουλά στην Κύθνο και το σπήλαιο της Θεό- πετρας. Μεσολιθικά ευρήµατα διαθέτουµε επίσης από το Σιδάρι στην Κέρκυ- ρα, λιγοστές θέσεις στο Νοµό Πρέβεζας, το σπήλαιο Σαρακηνού στη Βοιωτία, το σπήλαιο Ζαϊµη στην Κακιά Σκάλα Αττικής και την Κλεισούρα Αργολίδας. Όπως στη Φράγχθη, έτσι και στα Γιούρα τα εργαλεία οψιανού είναι ακόµη λιγοστά, ενώ περισσότερα είναι τα πυριτολιθικά, όλα µικρολιθικών γε- ωµετρικών τύπων. Η ποικιλία στους τύπους των αγκιστριών υποδεικνύει εξει- δίκευσή τους ανάλογα µε το είδος του ψαριού που αλιεύεται. Αντιθέτως, το κυνήγι δε φαίνεται να αποτελεί προτεραιότητα του πληθυσµού, αν κρίνουµε από τη µικρή ποσότητα οστών αγριοκάτσικων, αν και των πτηνών είναι αρκε- τά αυξηµένα. Η παρουσία του τόννου, ενός είδους της ανοιχτής θάλασσας, δείχνει ότι, όπως και στη Φράγχθη, ότι η γνώση της ναυσιπλοΐας ήταν ήδη κτήµα των κατοίκων του σπηλαίου. Στο Μαρουλά της Κύθνου, οι κάτοικοι ασχολούνταν περισσότερο µε την αλιεία χωρίς να υστερεί η τροφοσυλλογή και το κυνήγι µικρών ζώων και πουλιών. Η µεγάλη ποσότητα οψιανού εδώ, σε σύγκριση µε τη σαφώς περιο- ρισµένη των Γιούρων, είναι αναµενόµενη λόγω της γειτνίασης του νησιού µε τη Μήλο. Γενικώς, άλλωστε, υποστηρίζεται ότι οι ολιγάριθµες οµάδες της Με- σολιθικής µάλλον µετακινούνταν συχνά, γεγονός που εξηγεί πειστικά τις ο- µοιότητες της λιθοτεχνίας τους µε αυτή των ηπειρωτικών θέσεων.

Στο Μαρουλά έχουν ανασκαφεί καλύβες µε λιθόστρωτα και κυκλικές κατασκευές που διέθεταν δάπεδο από βότσαλα. Κάποιες από αυτές φαίνεται ότι ήταν λαξευ- µένες στο βράχο και για τη στέγασή τους έφεραν κεντρικό πάσσαλο. Έχει υποστηριχθεί ότι αυτές οι κυκλικές κατασκευές του Μαρουλά και οι ταφές κά- τω από το δάπεδο των κατοικιών που τις συναντούµε από την αρχή της Νεο- λιθικής εποχής, είναι τα στοιχεία που συνδέουν ‘πολιτισµικά’ το Αιγαίο µε την Ακεραµική της Κύπρου και της Συροπαλαιστίνης. Γενικά, προς το τέλος της Παλαιολιθικής εποχής και για ολόκληρη σχε- δόν τη διάρκεια της Μεσολιθικής, παρατηρείται στροφή της οικονοµίας προς τη θάλασσα, µε προφανή στόχο την αναπλήρωση των ζωικών πρωτεϊνών που σπανίζουν λόγω της µείωσης του αριθµού των θηραµάτων. Εντατικοποιείται η συλλογή χερσαίων µαλακίων, ενώ στα Γιούρα είναι τεράστιες οι ποσότητες των ψαριών, και σηµαντικές αυτές των οστών πτηνών. Στα στρώµατα της Κα- τώτερης Μεσολιθικής, πλην του χοίρου, εντοπίζονται και οστά προβάτου και κατσίκας που εµφανίζουν µεταβατικά στοιχεία εξηµέρωσης, ενώ στην επόµε- νη φάση, µετά το 7500 π.Χ., είναι πλήρως εξηµερωµένα.

Ωστόσο, αρκετοί πι- στεύουν ότι αυτοί οι µεταβατικοί τύποι µπορεί να έχουν εισαχθεί από την Α- νατολή. Στη διάρκεια της Μεσολιθικής εποχής, οι πληθυσµοί στη Φράγχθη, στη Θεόπετρα και στα Γιούρα έθαβαν τους νεκρούς τους, συνήθως ακτέριστους, µέσα στον ίδιο το χώρο κατοίκησης. Στη Φράγχθη, εντοπίστηκαν αρκετές ταφές της µεσολιθικής, ενταφιασµοί αλλά και δύο καύσεις στην είσοδο του σπηλαίου, αν και µάλλον είχαν καεί σε άλλη θέση. Σε ταφή άνδρα, σε συνε- σταλµένη στάση, σωρός χερσαίων µαλακίων είχε εναποτεθεί πάνω στο σκελε- τό µαζί µε πέτρες. Στην Κύθνο, συνηθίζεται η τοποθέτηση λίθων πάνω στο στήθος του νεκρού, συνήθεια που εξακολουθεί στην ακεραµική Κύπρο και στη νεολιθική Ελλάδα, ίσως δηλώνοντας πρόθεση να κρατηθεί µακριά ο νεκρός.

image

Παρατηρήθηκε επίσης ώχρα πάνω σε τµήµατα των σκελετών. Στα Γιούρα ένα κρανίο γυναίκας ηλικίας 60 περίπου χρόνων αποτελεί σπάνιο για 9η χιλιετία εύρηµα. Τα δεδοµένα για τη µετάβαση από την Παλαιολιθική στη Νεολιθική εποχή στην Ανατολική Μεσόγειο αυξήθηκαν προσφάτως µε τον εντοπισµό ε- νός ακόµη σπηλαίου, στη θέση Ακρωτήρι-Αετογκρεµνός της Νότιας Κύπρου, όπου πυριτολιθικά εργαλεία ήρθαν στο φως δίπλα σε οστά πυγµαίων ιπποπό- ταµων και ελεφάντων, αιγαιακής πανίδας που πρέπει να εξαφανίσθηκε πριν από το 9000 π.Χ. Το γεγονός ότι ο µικρός αριθµός Μεσολιθικών αλλά και Πα- λαιολιθικών θέσεων που γνωρίζουµε στον ελλαδικό χώρο οφείλεται σε σηµα- ντικό βαθµό σε αδυναµία της έρευνας, δηλαδή στην απουσία εντατικών επι- φανειακών ερευνών, αποδεικνύεται από το γεγονός ότι όπου πραγµατοποιού- νται τέτοιες έρευνες, εντοπίζονται και νέες θέσεις. Γνωστά παραδείγµατα οι παλαιολιθικές θέσεις που έχουν αρχίσει να εντοπίζονται στη Θράκη από την περασµένη δεκαετία, αλλά και οι πρόσφατα εντοπισµένες µεσολιθικές θέσεις στην περιοχή της Κάντιας στη νότια ακτή της Αργολίδας.

Η ΝΕΟΛΙΘΙΚΗ ΕΠΟΧΗ ΣΤΟ ΧΩΡΟ ΤΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ

Γεωµορφολογικές και κλιµατικές αλλαγές Σηµαντικό εφόδιο για την αρχαιολογική έρευνα αποτελεί η καλή γνώση της γεωµορφολογικής εικόνας, της χλωρίδας και της πανίδας του χώρου που την ενδιαφέρει, τόσο διαχρονικά όσο και κατά τη διάρκεια της περιόδου που εξετάζει. Για την ανασύσταση της εικόνας αυτής, καρότα ιζηµάτων έχουν ληφθεί από αρκετές ελώδεις λεκάνες του ελλαδικού χώρου. Σ’ αυτά εντοπί- ζουµε κόκκους γύρης διαφόρων ειδών που µέσω των περιοδικών βροχοπτώ- σεων επικάθισαν στον πυθµένα των λεκανών, προσφέροντας πληροφορίες για τη χλωρίδας κάθε εποχής. Τα παλυνολογικά συµπεράσµατα που αφορούν την παλαιοχλωρίδα του Πλειστόκαινου προέρχονται από καρότα των περιοχών Έδεσσας, Φιλίππων, Ιωαννίνων, Χειµαδίτιδας, Ξυνιάς και Κωπαΐδας. Για τη µελέτη του παλαιοπε- ριβάλλοντος στις αρχές του Ολόκαινου έχουν πραγµατοποιηθεί παλυνολογι- κές έρευνες στην Παραλίµνη Βοιωτίας, στη Φράγχθη Ερµιονίδας και στα Χα- νιά. Έτσι, γνωρίζουµε σήµερα ότι κατά τη 10η χιλιετία π.Χ., κυριαρχούσαν από τη Βόρεια Ελλάδα ως την Κρήτη τα ανοιχτά δάση πεύκης, που την επόµε- νη χιλιετία αντικαθίστανται από δάση πλούσια σε θαµνώδη κάλυψη και σε φυλλοβόλες βελανιδιές. Υπάρχουν, βεβαίως, τοπικές διαφορές. Στην Κρήτη, λόγου χάριν, τα δάση της πεύκης εξακολουθούν να είναι πυκνά και αργότερα, ενώ σε Ήπειρο και Πελοπόννησο την 7η χιλιετία π.Χ. η βλάστηση έχει ήδη γί- νει κατεξοχήν µεσογειακή, µε πουρνάρια, τουρκοβελανιδιές και φουντουκιές.

Στην Ανατολική Μακεδονία µέχρι τη 10η χιλιετία π.Χ. κυριαρχούσαν δίπλα στα πεύκα και οι άριες βελανιδιές, ενώ µετά το 9.000 π.Χ. αντικαθίστανται από φτελιές, φλαµουριές και φουντουκιές. Όσο αποµακρυνόµαστε από τη θά- λασσα, στην ηπειρωτική ενδοχώρα, τα πυκνά δάση ελάτης και πεύκης εξακο- λουθούν να ακµάζουν σε όλη τη διάρκεια της προϊστορίας. Μέχρι το 11.000 π.Χ., η κλιµατική βελτίωση προκάλεσε µετατόπιση της στέπας προς το βορρά και συνεπακόλουθη µετακίνηση των κοπαδιών των µε- γάλων θηραµάτων, πολλά από τα οποία θα εκλείψουν. Αυτό ανάγκασε τους πληθυσµούς του ελλαδικού χώρου να αλλάξουν σταδιακά συνήθειες επιβίω- σης. Στράφηκαν κυρίως σε µικρότερα θηράµατα και στην εντατική συλλογή φουντουκιών, βελανιδιών και κουκουναριών. Κατά τη Μεσολιθική εποχή, οι συνθήκες ήταν πιο θερµές και υγρές από ό,τι σήµερα, γεγονός που προώθησε την ανάπτυξη πυκνών δασών και τη µείωση της διαθέσιµης βοσκής ακόµη και για τα µικρά θηράµατα, κάτι που έστρεψε τους πληθυσµούς προς τις παράκτι- ες περιοχές για αλιεία και προς τις ανοιχτές πεδιάδες όπου υπήρχαν ποτάµια και λίµνες. Οι πλέον βελτιωµένες κλιµατικές υπήρξαν ανάµεσα στο 5800 και το 4500 π.Χ., όταν σηµειώνεται η µεγαλύτερη πυκνότητα της νεολιθικής κα- τοίκησης. Κατά την τελευταία φάση της Παλαιολιθικής, ανάµεσα στο 20.000 και το 10.000 π.Χ., η παγετώδης περίοδος της Würm προκάλεσε παγετώνες στην Πίνδο και υποχώρηση της θαλάσσιας στάθµης κατά 100 µ. κάτω από τη ση- µερινή. Στη Θεσσαλία έχουµε τους τελευταίους παγετώνες της ΝΑ. Ευρώπης γύρω στο 16.000 π.Χ. Αποτέλεσµα της όψιµης παρουσία τους ήταν η ανάδυση πολυάριθµων τµηµάτων ξηράς. Η τήξη τους, ωστόσο, αµέσως µετά έφερε τα- χεία άνοδο της θαλάσσιας στάθµης, που, µε τη σειρά της, προκάλεσε σηµαντικές µεταβολές στο Αιγαίο. Το 10.000 π.Χ. βρισκόταν στα 60 µ. κάτω από τη σηµερινό επίπεδο, ενώ το 6.500 στα 20 µ. Τις πρώτες χιλιετίες της Νεολι- θικής, και πιθανώς ως το 5.000 π.Χ, η λίµνη των Φιλίππων φαίνεται ότι έφτα- νε µέχρι τα όρια του οικισµού του Ντικιλί Τας. Αυτή η άνοδος συνεχιζόταν µε τον ίδιο ρυθµό έως το 4.000 περίπου ξεπερνώντας µάλιστα ελαφρά το τωρινό επίπεδο. Η άνοδος αυτή είχε ως αποτέλεσµα αρκετές χερσόνησοι να µεταβλη- θούν σε νησιά. Τέτοια παραδείγµατα αποτελούν η Σαµοθράκη, η Θάσος και τµήµατα των Σποράδων. Αλλά και θέσεις που σήµερα βρίσκονται δίπλα στις ακτές, κατά τη νεολιθική εποχή πρέπει να βρίσκονταν µερικές εκατοντάδες µέτρα µακριά από τη θάλασσα.

Επειδή όµως η τήξη των πάγων µεγιστοποίησε και τα αποθέµατα γλυκού νερού των ποταµών και των λιµνών, µαρτυρείται σε αρκετά σηµεία η δηµιουργία ‘δέλτα’ που προκάλεσαν το αντίστροφο αποτέλε- σµα, αποµάκρυναν, δηλαδή, παράκτιες ως τότε θέσεις από τη θάλασσα, όπως φαίνεται ότι συνέβη στην περιοχή του ∆ιµηνίου στην Ανατολική Θεσσαλία. Το γεγονός ότι η µορφή των ακτών πράγµατι επηρεάστηκε σηµαντικά από τις διαδικασίες ιζηµατογένεσης, µας το δείχνουν και τα δύο ακόλουθα παραδείγµατα: Η πεδιάδα του Σκαµάνδρου στην Τρωάδα, κατακλύστηκε µε- τά το 9.000 π.Χ. από νερό λόγω της ανόδου της θαλάσσιας στάθµης. Μέχρι το 6.000 π.Χ., γέµιζε σταδιακά µε θαλάσσια άµµο και άργιλο. Από την επόµενη χιλιετία, οι ποτάµιες προσχώσεις και οι ελώδεις αποθέσεις άρχισαν να γεµί- ζουν µε δικό τους υλικό την περιοχή. Έτσι, ενώ στα µέσα της 4ης χιλιετίας π.Χ., οι οικισµοί ήταν ακόµη παράκτιοι, µε την πάροδο του χρόνου δηµιουρ- γήθηκε ανάµεσα σ’ αυτούς και στην ακτή µια πεδιάδα χαµηλής παραγωγικό- τητας. Το ιστορικό της λίµνης των Γιαννιτσών στη Μακεδονία αποδεικνύει επίσης τον ανταγωνισµό µεταξύ λιµναίων και θαλάσσιων επιδράσεων. Την 7η χιλιετία, θέσεις όπως η Νέα Νικοµήδεια ήταν παράκτιες, στις όχθες ενός επι- µήκους κόλπου. Η περιοχή καλυπτόταν από δάση ιτιών και φουντουκιών. Στη συνέχεια, υποχώρησαν οι θαλάσσιες επιδράσεις, και αναπτύχθηκαν έλη. Υ- πήρξε εισβολή της θάλασσας και γύρω στο 5.500 π.Χ., πριν από την οριστική εγκατάσταση του λιµναίου/ελώδους περιβάλλοντος. Η Νεολιθική Εποχή διαιρείται σε πέντε περιόδους16, των οποίων σήµε- ρα µπορούµε να καθορίζουµε µε µεγαλύτερη ασφάλεια τα χρονολογικά τους όρια, λόγω των απόλυτων τιµών Άνθρακα 14 που διαθέτουµε:

1. Προκεραµική ή Ακεραµική 7000 – 6300 π.Χ.

2. Αρχαιότερη Νεολιθική 6300 – 5800 π.Χ.

3. Μέση Νεολιθική 5800 – 5300 π.Χ.

4. Νεότερη Νεολιθική 5300 – 4500 π.Χ.

5. Τελική Νεολιθική ή Χαλκολιθική 4500 – 3500 π.Χ.

(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)

Ευστράτιος Παπαδόπουλος

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

14 Η Μεσολιθική αλλού ονοµάζεται Επιπαλαιολιθική, όπως στη ∆υτική Τουρκία, ενώ δεν έχει παντού την ίδια διάρκεια. Στη Βόρεια Ευρώπη, για παράδειγµα, αλλά ακόµη και σε θέσεις των Βαλκανίων όπως το Lepenski Vir της Σερβίας εξακολουθεί να υφίσταται ως την 6η χιλιε- τία π.Χ., όταν οι γύρω περιοχές έχουν ήδη ενσωµατώσει µε επιτυχία τη νεολιθική οικονοµία. Στην Ελλάδα, χρονολόγηση µε C14 στα Γιούρα και στη Θεόπετρα έδειξε ότι η Μεσολιθική ε- ποχή καλύπτει την 9η-8η χιλιετία π.Χ.

15 Χρησιµοποιούµε εις το εξής αποκλειστικά το χρονολογικό προσδιορισµό π.Χ. (προ Χρι- στού), λόγω της ευρείας και εδραιωµένης χρήσης του.

16 Καθεµιά από τις περιόδους αυτές διαιρείται σε υποπεριόδους και φάσεις.

24 Τα ‘βουκράνια’ είναι κρανία βοοειδών καλυµµένα µε πήλινο κονίαµα, συγκεντρωµένα στους θεωρούµενους ‘ιερούς’ χώρους του οικισµού, αν και ο τελετουργικός προορισµός δεν είναι σαφής.

Advertisements

About sooteris kyritsis

Job title: (f)PHELLOW OF SOPHIA Profession: RESEARCHER Company: ANTHROOPISMOS Favorite quote: "ITS TIME FOR KOSMOPOLITANS(=HELLINES) TO FLY IN SPACE." Interested in: Activity Partners, Friends Fashion: Classic Humor: Friendly Places lived: EN THE HIGHLANDS OF KOSMOS THROUGH THE DARKNESS OF AMENTHE
This entry was posted in ARCHAEOLOGIE and tagged , , . Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Please log in using one of these methods to post your comment:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.