ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΠΟΛΕΩΣ ΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ – Οι νομισματοκοπίες των Αθηνών (Eb)


(ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΑΠΟ  12/04/16)

Η ανάκαμψη των Αθηνών θα δώσει ξανά ώθηση στη νομισματική παραγωγή που είχε ατονίσει. Όμως η αδυναμία του αθηναϊκού νομισματοκοπείου δεν έμεινε χωρίς αντίκτυπο, καθώς ήδη από την τελευταία δεκαπενταετία του 5ου αι. π.Χ. είχαν εμφανιστεί οι πρώτες απομιμήσεις, στα πρότυπα των αθηναϊκών νομισμάτων (κατεξοχήν των τετραδράχμων) που κυριαρχούσαν στις αγορές της ανατολικής Μεσογείου και όχι μόνον. Γνωστή είναι η κοπή που εξέδωσε ο Πέρσης σατράπης Τισσαφέρνης (περ. 412 π.Χ.) και η οποία απομιμείται την πίσω όψη των γλαυκών, ενεπίγραφη όμως με τον τίτλο του Μεγάλου Βασιλέως (ΒΑΣ). Το παράδειγμα ακολούθησαν σατράπες και πόλεις της Λυκίας (περ. 405-360 π.Χ.), καθώς και πόλεις ή περιοχές της Παλαιστίνης (Γάζα, Ασκαλών κ.ά.) και της Αραβίας (Lihyan, Saba, Qataban) σχεδόν καθόλη τη διάρκεια του 4ου αι. π.Χ. Απομιμήσεις εκδόθηκαν και στην Αίγυπτο, μάλιστα έχει βρεθεί μια σφραγίδα για την κοπή αθηναϊκών τετραδράχμων που προέρχεται από τη θέση Tel el-Athrib. Αργότερα, λίγο πριν από την κατάκτηση της Αιγύπτου από τον Μ. Αλέξανδρο (332 π.Χ.), ανάλογες απομιμήσεις έκοψαν οι Πέρσες σατράπες Σαβάκης και Μαζάκης. Η απήχηση του φαινομένου φθάνει μακριά, καθώς κάποιες απομιμήσεις αυτού του τύπου φαίνεται ότι παρήχθησαν κατά τον 4ο αι. π.Χ. στη Βαβυλωνία ή ακόμη και στη Βακτρία.

Εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζει ένα ψήφισμα των χρόνων αυτών που βρέθηκε στις ανασκαφές της αθηναϊκής Αγοράς και στο οποίο λαμβανόταν μέριμνα για τα νομίσματα που γίνονταν αποδεκτά από την πολιτεία. Με τον νόμο του Νικοφώντος (375/4 π.Χ.) τίθενται ως απαραίτητες δύο παράμετροι, το μέταλλο (άργυρος) και η δημόσια σφραγίδα (χαρακτήρ) της πόλεως. Παράλληλα με τα αθηναϊκά νομίσματα θεσπιζόταν να ελέγχονται τα αττικού τύπου ξένα (απομιμήσεις): εάν περνούσαν τον έλεγχο του δοκιμαστού, η κυκλοφορία τους επιτρεπόταν· εάν πάλι όχι, τα εκτός προδιαγραφών (υπόχαλκα, υπομόλυβδα ή κίβδηλα) κέρματα ακυρώνονταν πάραυτα με τη χάραξη τομής και αποσύρονταν στο Μητρώον. Ακόμη προβλέπονταν διάφορες ποινές για τη μη τήρηση συμπληρωματικών διατάξεων σχετικά με την εφαρμογή του ψηφίσματος αυτού.

Προκαλεί κάποια εντύπωση ότι κατά το διάστημα αυτό (α΄ τρίτο 4ου αι. π.Χ.) οι Αθηναίοι δείχνουν έναν συντηρητισμό απέναντι στη χρήση χαλκής νομισματοκοπίας. Χάλκινα (χυτά) νομισματόμορφα κυκλοφορούν από τον 5ο αι. π.Χ. στην περιοχή του Ευξείνου Πόντου, ενώ (παιστά) χαλκά νομίσματα καθιερώνονται στη Μεγάλη Ελλάδα και τη Σικελία κατά το τελευταίο τέταρτο του 5ου αι. π.Χ., για να υιοθετηθούν σε πόλεις της Κορινθίας το αργότερο στην ύστατη δεκαετία του ίδιου αιώνα. Η έκδοση και χρήση χαλκού νομίσματος, ιδίως από τις αρχές του 4ου αι. π.Χ., διαδίδεται σε πολλές περιοχές του ελληνικού κόσμου (Μακεδονία, Θεσσαλία, Ρόδος κ.ά.). Η πόλις των Αθηνών φαίνεται να μην ακολουθεί το ρεύμα, με εξαίρεση την περίπτωση του στρατηγού Τιμοθέου, όταν αυτός πολιορκούσε την Όλυνθο (363-359 π.Χ.). Συγκεκριμένα, αναφέρεται στις πηγές (ψευδο-Aριστοτέλης, Oικονομικά, 1350a· Πολύαινος,Στρατηγήματα, 3.10.14) ότι ο Τιμόθεος λόγω απορίας αργύρου προχώρησε στην κοπή χάλκινων κερμάτων προκειμένου να καλύψει τις ανάγκες των ανδρών του. Έκανε μάλιστα συμφωνία με τους ντόπιους και με εμπόρους εγγυώμενος ότι τα εν λόγω κέρματα θα μπορούσαν να ανταλλαχθούν με αργυρά. Η φύση της έκδοσης αυτής δικαιολογεί κάποιες εικονογραφικές διαφοροποιήσεις ―αριστερόστροφη κεφαλή Αθηνάς, εθνικόνόνομα στο ιωνικό αλφάβητο (ΑΘΗ), παρουσία κουκκίδων που ίσως δηλώνουν αξίες (δύο στη μεγάλη υποδιαίρεση, μία στη μικρότερη). Ο σκοπός της έκδοσης γίνεται προφανής από τη λεπτομέρεια του κόκκου σίτου πάνω στον οποίον πατά η γλαυξ: δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα νομίσματα αυτά κόπηκαν για την πληρωμή της καθημερινής χορήγησης σίτου (σιτηρέσιον) στους στρατιώτες. Σύμφωνα με τα μέχρι τώρα πορίσματα της έρευνας οι πρώτες αττικές χαλκές κοπές ―της Ελευσίνος― έπονται (περ. 355 π.Χ. κ.ε.), ενώ οι πρώτες χαλκές εκδόσεις των Αθηνών εμφανίζονται λίγο μετά το 340 π.Χ. Ίσως δεν θα έπρεπε ωστόσο να αποκλειστεί μια πρωιμότερη χρονολόγηση ορισμένων αθηναϊκών χαλκών, εγγύτερα προς το περιστατικό του Τιμοθέου. Έχει επίσης εκφραστεί η άποψη ότι η επιφυλακτική στάση της αθηναϊκής κοινωνίας απέναντι στα χάλκινα νομίσματα είχε να κάνει κυρίως με την προσπάθεια σταθεροποίησης της παλινορθωμένης δημοκρατίας, κατεξοχήν μέσω της αναζωογόνησης της αργυρής νομισματοκοπίας και της εμπορικής της πίστης.

Θα πρέπει να υπενθυμιστεί ότι την περίοδο εκείνη οι αργυρέςγλαύκες έχαιραν ανυπέρβλητης αποδοχής και είχαν καταξιωθεί ως το «κοινόν Ελληνικόν νόμισμα», όπως τονίζει ο Πλάτων, σε αντίθεση με το εκάστοτε επιχώριον, δηλ. τα κατά τόπους νομίσματα που κάλυπταν κυρίως τις καθημερινές ανάγκες (Νόμοι, 5.742a-b). Παρομοίως, την ίδια περίπου εποχή, γύρω στο 355 π.Χ., ο Ξενοφών υπογραμμίζει ότι το αθηναϊκόαργύριον γινόταν παντού αποδεκτό (Πόροι, 3.2).

Κατά το πρώτο μισό του 4ου αι. π.Χ. πολιτικοί άνδρες όπως ο Αγύρριος, ο Διόφαντος και ο Εύβουλος έριξαν το βάρος των προσπαθειών τους στη συνετή διαχείριση των οικονομικών και στην επίτευξη μιας σχετικής ευημερίας, που εκτός των άλλων προέβλεπε την άσκηση κοινωνικής πολιτικής μέσω παροχών στα λαϊκά στρώματα, με κύρια έκφανση τα θεωρικά. Ωστόσο, η εμφάνιση μιας νέας ανερχόμενης δύναμης, του μακεδονικού βασιλείου, θα θέσει νέες προκλήσεις για την αθηναϊκή δημοκρατία. Είναι ο καιρός του Δημοσθένους, ο οποίος προσπαθεί να αντιπαραταχθεί στον επεκτατισμό του Φιλίππου Β΄, προτείνοντας μια διαφορετική δημοσιονομική πολιτική, ειδικά για το ζήτημα των θεωρικών. Ο Αρποκρατίων βασιζόμενος στον ιστορικό Φιλόχορο (ύστερος 4ος αι. – περ. 261 π.Χ.) σημειώνει ότι το παρεχόμενο ποσό ανά άτομο ήταν μία δραχμή, ενώ από άλλους λεξικογράφους (Ησύχιος, Σούδα) μαθαίνουμε ότι αυτό είχε γίνει επί επωνύμου άρχοντος Διοφάντου (395/4 π.Χ.). Άλλες παροχές αφορούσαν τους αδυνάτους ―δηλ. τους απόρους και αναπήρους― στους οποίους η πολιτεία έδινε έναν οβολό την ημέρα σύμφωνα με τον Λυσία (Υπέρ του αδυνάτου, 24.13.2-6), ενώ ο Αριστοτέλης, πιθανώς λίγο αργότερα, αναφέρει δύο οβολούς (Aθηναίων Πολιτεία, 49.4).

Για το εμπόριο και την οικονομία της πόλεως κατά τον 4ο αι. π.Χ. κομβική, καταρχάς, είναι η πολιτική του αθηναϊκού κράτους στα ζητήματα εισαγωγών-εξαγωγών, ιδίως όσον αφορά τα σιτηρά. Όποιος κάτοικος των Αθηνών έκανε εισαγωγή σίτου σε οποιοδήποτε άλλο λιμάνι εκτός του Πειραιώς αντιμετώπιζε ποινή θανάτου. Επιπλέον, Αθηναίοι και μέτοικοι επιτρεπόταν να δανείζουν χρήματα μόνο σε πλοία που έφερναν σιτηρά στην πόλη. Ήταν ακόμη παλαιός νόμος της πόλεως να απαγορεύεται η εξαγωγή αγροτικών αγαθών, πλην του ελαίου. Επιπροσθέτως, υπήρχε διάταξη που προέβλεπε ότι οιεπιμεληταί θα έπρεπε να φροντίζουν ώστε τα 2/3 του εισαγόμενου σίτου να διοχετεύονται στο άστυ (Αριστοτέλης,Aθηναίων Πολιτεία, 51.4). Ένας άλλος νόμος περιόριζε την αγορά ποσότητας σίτου μεγαλύτερης από 50 φορμούς(Λυσίας, Κατά σιτοπωλών, 5-6). Αν και αγνοείται η ακριβής εννοούμενη ποσότητα (φορμός = μονάδα μέτρου, είδος καλαθιού), είναι προφανής η διάθεση περιορισμού της συγκέντρωσης μεγάλου όγκου σιτηρών που θα μπορούσε να προκαλέσει φαινόμενα κερδοσκοπίας. Στην ίδια πηγή εξάλλου καυτηριάζεται το εξαπλάσιο κέρδος (δραχμή αντί οβολού), που αποκομιζόταν παρανόμως ενίοτε (Λυσίας, Κατά σιτοπωλών, 8, 12). Παρεμπιπτόντως αξίζει να αναφερθεί ότι ενώ μετά τα μέσα του 4ου αι. π.Χ. η τιμή ενός αττικού μεδίμνου (52,18 λίτρα ή 40,27 κιλά) σίτου ήταν 5 δραχμές, γύρω στο 330 π.Χ. ανήλθε στις 16 δραχμές (Δημοσθένης, 34.39).

Ένα από τα έσοδα της πόλεως ήταν και το μετοίκιον, δηλ. το εισφερόμενο ποσό που πλήρωναν οι μέτοικοι και το οποίον ανερχόταν σε 12 δραχμές ετησίως, με την καταβολή και ενός τριωβόλου στον γραμματέα. Οι γυναίκες μέτοικοι πλήρωναν 6 δραχμές μέχρι την ενηλικίωση άρρενος τέκνου. Σημαντικές για τις δημόσιες προσόδους ήταν οι μεταρρυθμίσεις του Καλλιστράτου του Αφιδναίου κατά το διάστημα περ. 378-362 π.Χ. Μια πρώτη αναδιάρθρωση αφορούσε τη φορολογία και ιδιαίτερα τους πλουσιότερους πολίτες που έπρεπε πλέον να προκαταβάλλουν τον φόρο στην πόλη (προεισφορά). Η δεύτερη ρύθμιση άλλαξε τους όρους εκχώρησης των μεταλλείων από το κράτος στους ιδιώτες. Στο εξής η εκμετάλλευση των εργασίμωνστοών γινόταν για τρία χρόνια, ενώ οι στοές που είχαν ήδη δουλευτεί πολύ παραχωρούνταν για δέκα έτη. Ενδιαφέρον για την εκμετάλλευση του Λαυρίου εκφράζεται λίγο αργότερα και από τον Ξενοφώντα (περ. 355 π.Χ.), ο οποίος επισημαίνει τα μέτρια μέχρι τότε αποτελέσματα και συνιστά εντατικοποίηση της παραγωγής με χρησιμοποίηση περισσότερων δούλων (Πόροι, 4.1, 4.4, 4.23-25). Πολλές είναι οι αναφορές την εποχή αυτή και στις τραπεζικές δραστηριότητες που λάμβαναν χώρα στην πόλη, μέσα από κείμενα συγγραφέων όπως ο Λυσίας, ο Ισοκράτης, ο Υπερείδης και κυρίως ο Δημοσθένης (π.χ. 36.5, 45.6, 45.31, 49.6, 52.3-4). Παραδίδονται αρκετά ονόματα τραπεζιτών ―Αντισθένης, Απολλόδωρος, Αριστόλοχος, Αρχέστρατος, Δημοτέλης, Ξούθος, Πυλάδης, Σωσίνομος, Τιμόδημος, Φορμίων― με πιο γνωστό ίσως αυτό του Πασίωνος.

Όσον αφορά πληροφορίες για μισθούς στην αθηναϊκή πολιτεία υπάρχουν αρκετές διαθέσιμες που παρέχουν στοιχεία για τον 4ο αι. π.Χ. Φαίνεται ότι επί μακρόν ο μέσος μισθός ενός στρατιώτη ήταν τέσσερις οβολοί την ημέρα (λεξικογράφος Παυσανίας, λ. τετρωβόλου βίος, Ευστάθιος Θεσσαλονίκης, Οδ. 1.41.23). Το 351 π.Χ. δύο οβολοί ημερησίως αποτελούν τοσιτηρέσιον των ερετών και των στρατιωτών, ενώ οι ιππείς παίρνουν μία δραχμή αντιστοίχως (Δημοσθένης, 4.28). Λίγο αργότερα (περ. 335-322 π.Χ.) τέσσερις οβολοί καλύπτουν τα ημερήσια τροφεία των Αθηναίων εφήβων (Αριστοτέλης,Aθηναίων Πολιτεία, 42.3). Το ημερομίσθιο τεσσάρων οβολών για έναν ναύτη εμφανίζεται και κατά το έτος 314/3 π.Χ. (Μένανδρος, απόσπ. 297).

Είναι ενδιαφέρον ότι ενώ κατά τον 4ο και 3ο αι. π.Χ. οι τύποι των αθηναϊκών νομισμάτων παραμένουν απαράλλακτοι, η προχειρότερη αποτύπωσή τους δεν πέρασε απαρατήρητη. Αξιοσημείωτο είναι το σχόλιο του Ζήνωνος του Κιτιέως (περ. 333-264 π.Χ.), ο οποίος, αν και υπό άλλο πρίσμα, σε σύγκριση με τα ευόφθαλμα και περιγεγραμμένα Αλεξάνδρεια νομίσματα, χαρακτηρίζει τα αττικά τετράδραχμα εική κεκομμένα και σολοίκως, δηλ. κομμένα με απρόσεκτο και άκομψο τρόπο (Διογένης Λαέρτιος, 7.18).

Οι τύχες της πόλεως επηρεάζονται πλέον από τις περιδινήσεις που προκαλούν οι επιδιώξεις και οι ενέργειες των ελληνιστικών βασιλείων. Το επεισόδιο με τον Λαχάρη στις αρχές του 3ου αι. π.Χ. είναι χαρακτηριστικό. Ο εν λόγω τύραννος προκειμένου να καλύψει αμοιβές μισθοφόρων και άλλα έξοδα εκτάκτου ανάγκης, όντας αποκλεισμένος από τον Δημήτριο Πολιορκητή, προέβη στο αδιανόητο: απογύμνωσε το χρυσελεφάντινο άγαλμα της θεάς («…την Αθηνάν Λαχάρης εξέδυσε…», Πλούταρχος, Περί Ίσιδος και Οσίριδος, 71), και το έλιωσε, μαζί με άλλα αναθήματα, για να εκδώσει χρυσά νομίσματα. Με τον τρόπο αυτό εξασφάλισε μεγάλο απόθεμα πολύτιμου μετάλλου (ο χρυσός του αγάλματος μόνον ζύγιζε 40 τάλαντα), παρά ταύτα όμως η πόλις υπέκυψε τελικά στην πολιορκία και ο Λαχάρης αναγκάστηκε να διαφύγει στη Βοιωτία.

Οι πληροφορίες για τον 3ο αι. π.Χ. είναι περισσότερο σποραδικές, ωστόσο για ένα διάστημα φαίνεται ότι το βασικό στρατιωτικό ημερομίσθιο παρέμεινε τέσσερις οβολοί. Για την κάλυψη των καθημερινών αναγκών πληθώρα χαλκών κοπών εκδίδεται από το αθηναϊκό νομισματοκοπείο, όπως διαπιστώνεται και στις ανασκαφές της Αθηναϊκής Αγοράς.

Η μετάβαση στον 2ο αι. π.Χ. σηματοδοτεί την έλευση των Ρωμαίων στα ελληνικά πράγματα. Για την πόλη της Παλλάδος η συμμαχία με τη Ρώμη σήμανε την έναρξη μιας περιόδου ανάκαμψης. Ο αντίκτυπος στη νομισματοκοπία γίνεται αισθητός, για πρώτη φορά μετά από τρεις και πλέον αιώνες, με τις τροποποιήσεις των παλαιών τύπων. Στη νέα σειρά αθηναϊκών τετραδράχμων η κεφαλή της θεάς φέρει τα χαρακτηριστικά της φειδιακής Παρθένου, ενώ στην οπίσθια όψη η γλαυξ απεικονίζεται πάνω σε οξυπύθμενο αμφορέα και εντός στεφάνου ελαίας. Από το τελευταίο στοιχείο προέκυψε η δηλωτική ονομασία των νομισμάτων αυτών σε επιγραφές της εποχής: στεφανηφόρα ή τετράχμα αργυρίου αττικού (του) στεφανηφόρου. Η ακριβής χρονολογία εισαγωγής των νομισμάτων που είναι γνωστά στην έρευνα ως τετράδραχμα «Νέας Τεχνοτροπίας» παραμένει μάλλον ανοικτή. Αρχικά η έναρξη της σειράς είχε τοποθετηθεί στο 196/5 π.Χ. (Margaret Thompson), για να αντικρουσθεί σχεδόν αμέσως με μια αντιπροταθείσα χαμηλότερη χρονολόγηση (164/3 π.Χ., D. M. Lewis). Μια «συμβιβαστική» λύση προτάθηκε από τον O. Mørkholm (185-180 π.Χ.), ενώ αρκετοί μελετητές τάχθηκαν υπέρ της χαμηλής χρονολόγησης (A. Giovannini, M. J. Price, H. B. Mattingly, J. H. Kroll κ.ά.). Νέα δεδομένα από τη μελέτη «θησαυρών» ―όπως του υπό δημοσίευση «ευρήματος» Gaziantep 1994― ίσως συνηγορούν πλέον για την αποδοχή μιας χρονολογίας έναρξης γύρω στο 165 π.Χ. (A. Meadows – στον οποίον οφείλω ευχαριστίες για την πληροφορία).

Μετά την παραχώρηση της Δήλου από τους Ρωμαίους (166 π.Χ.) οι Αθηναίοι αποκτούν ένα σπουδαίο λιμάνι, σημαντικό θρησκευτικό πόλο έλξης και κέντρο εμπορίου. Εξυπηρετώντας κυρίως τα ρωμαϊκά συμφέροντα η πόλις θα γνωρίσει μια δεύτερη ακμή. Σταδιακά, τα αθηναϊκά νομίσματα θα κυριαρχήσουν πλέον και πάλι στις αγορές, έστω σε πιο περιορισμένη εμβέλεια. Η δυναμική παρουσία τωνστεφανηφόρων αντανακλάται σε νομισματικές εκδόσεις που εμφανίζονται να έχουν επηρεαστεί από την εικονογραφία των αθηναϊκών (Μακεδονία, Αινιάνες, Θύρρειον Ακαρνανίας, Ίλιον Τρωάδος, Ηράκλεια Λάτμου κ.ά.). Κατά το τελευταίο τέταρτο του 2ου αι. π.Χ. (ή λίγο αργότερα) η απήχηση του αθηναϊκού νομίσματος οδήγησε στην έκδοση ψηφίσματος που ουσιαστικά προωθούσε την εκτεταμένη χρήση των αττικών τετραδράχμων από τα μέλη της Δελφικής Αμφικτυονίας (FD III, 2, 139). Την ίδια περίπου εποχή ένα αθηναϊκό ψήφισμα, τμήμα του οποίου εντοπίστηκε και στην Ακρόπολη, προχωρούσε στην αντιστοίχηση των αττικών μέτρων και σταθμών με τα ρωμαϊκά, προφανώς προκειμένου να διευκολυνθούν οι εμπορικές συναλλαγές (IG II2 1013).

H ευημερία των Αθηναίων θα αποδειχθεί εφήμερη καθώς η πόλις θα εμπλακεί στη δίνη του Α΄ Μιθριδατικού Πολέμου (89-85 π.Χ.). Με την προσέγγιση του βασιλέως του Πόντου Μιθριδάτου ΣΤ΄ Ευπάτορος και την επικράτηση των αντιρωμαϊκών στοιχείων στην πόλη, στο προσκήνιο έρχονται ο Αθηνίων και ο Αριστίων. Ο τελευταίος μάλιστα θα κόψει στο όνομα του Βασιλέως Μιθραδάτου (ως επωνύμου άρχοντος) και στο όνομά του τετράδραχμα «Νέας Τεχνοτροπίας» το 87/6 π.Χ. Μια σύστοιχη κοπή χρυσών στατήρων κυκλοφόρησε επίσης, πιθανώς αφού ο βασιλεύς προμήθευσε το πολύτιμο μέταλλο. Η παρουσία των μιθριδατικών δυνάμεων στην Ελλάδα και η σφαγή των Ιταλών της Δήλου επέφεραν την άμεση αντίδραση της Ρώμης, που απέστειλε τον Λ. Κορνήλιο Σύλλα για να ελέγξει την κατάσταση. Ο Σύλλας πολιόρκησε την πόλη και τον Πειραιά· υπό τις διαταγές του υπηρετούσαν ο Λ. Λικίνιος Λούκουλλος και ο αδελφός του Μ. Λικίνιος Λούκουλλος. Ο πρώτος κατευθύνθηκε στην Κρήτη για να συγκεντρώσει δυνάμεις και εφόδια. Αυτή ήταν πιθανότατα και η αιτία για την έκδοση απομιμήσεων «Νέας Τεχνοτροπίας» από επτά κρητικές πόλεις: Πολυρρηνία, Kυδωνία, Λάππα, Kνωσός, Πρίανσος, Γόρτυνα, Iεράπυτνα. Ο αδελφός του Μάρκος, επιφορτισμένος με χρέη ταμίου, ανέλαβε μάλλον την κοπή των νομισμάτων που μνημονεύονται επιγραφικώς (πλάτη Λευκόλλεια· FD III, 3, 282) και στον Πλούταρχο (νόμισμαΛευκόλλειον· Λεύκολλος, 2.1-2). Πρόκειται πιθανώς για τα τετράδραχμα «Νέας Τεχνοτροπίας» που δεν φέρουν το εθνικό ΑΘΕ αλλά μόνο δύο μονογραφήματα. Τα μονογραφήματα αυτά, κατά την επικρατέστερη ερμηνεία, αναλύονται σε ΜΑΡ και ΤΑΜ, δηλ. Μάρ(κου) Ταμ(ίου). Δεν πρέπει να διαφύγει της προσοχής ότι οι δύο σειρές, αυτή των μονογραφημάτων και εκείνη των κρητικών πόλεων, συνδέονται: τον συνδετικό κρίκο αποτελεί ένα τετράδραχμον (της Συλλογής Π. Ζ. Σαρόγλου, ΝΜΑ), που εκτός των δύο μονογραφημάτων φέρει στο πεδίο δεξιά και το λαλούν σύμβολον της Κνωσού, τον λαβύρινθο (Ι. Σβορώνος, ΔΕΝΑ 17 (1915), 61-62, εικ. 6). Το επεισόδιο με τον Μιθριδάτη κλείνει με την κατάληψη των Αθηνών από τον Σύλλα (Μάρτιος 86 π.Χ.) και τη συντριβή του μιθριδατικού στρατού στη Χαιρώνεια και στον Ορχομενό. Για τις δύο αυτές νίκες μάλιστα ο Σύλλας έκοψε άλλη μια σειρά νομισμάτων «Νέας Τεχνοτροπίας» που φέρουν μόνο δύο τρόπαια.

Η δήωση των Αθηνών από τα στρατεύματα του Σύλλα σηματοδοτεί την απαρχή μιας φθίνουσας πορείας για την πόλη. Στα νομισματικά πράγματα αποτελεί ένα terminus post quem για τα χαλκά αθηναϊκά νομίσματα που φέρουν τους τύπους της «Νέας Τεχνοτροπίας», όπως αυτό προκύπτει από «θησαυρικά» και ανασκαφικά δεδομένα. Σε χαλκούς (1/8 του αττικού οβολού) δίδονται οι τιμές σε μια αγορανομική επιγραφή αυτής της εποχής που βρέθηκε στον Πειραιά (BCH 118 (1994), 51-68· Αρχαιολογικό Μουσείο Πειραιώς, 4628) και όπου παρατίθενται τα εδέσματα ενός εφθοπωλίου(πατσατζίδικου). Κατά τη διάρκεια του 1ου αι. π.Χ. η παραγωγή αθηναϊκών αργυρών κοπών αραιώνει, για να παύσει τελικά γύρω στα 45/42 π.Χ. Ωστόσο οι γλαύκες θα προλάβουν να αφήσουν τον αντίκτυπό τους σε μια ευρύτερη περιοχή: από τον Πόντο και την Παφλαγονία ―κτήσεις του Μιθριδάτου ΣΤ΄, όπου εκδόθηκαν χαλκά νομίσματα με αθηναϊκές επιρροές― έως τα εδάφη της Αραβίας, όπου η παρουσία απομιμήσεων διαπιστώνεται έως και τον 1ο αι. μ.Χ.

Η έλευση του Μάρκου Αντωνίου το 42/1 π.Χ. στην Αθήνα έρχεται να κλείσει τον κύκλο των αθηναϊκών αργυρών νομισμάτων, χάριν των δηναρίων που επικρατούν πλέον στον ελληνικό χώρο. Ωστόσο αξιοπρόσεκτο είναι ότι οι χαλκές κοπές των Αθηνών που συνεχίζονται και την περίοδο του Οκταβιανού Αυγούστου δεν εναρμονίζονται με το ρωμαϊκό νομισματικό σύστημα. Η πόλις μάλιστα διαφοροποιείται αισθητά από τη συντριπτική πλειονότητα των ελληνικών και εξελληνισμένων πόλεων που κόβουν νομίσματα υπό τη ρωμαϊκή αιγίδα με το γεγονός ότι συνεχίζει να θέτει την προτομή της θεάς Αθηνάς στις εμπρόσθιες όψεις των χαλκών της, αντί του αυτοκρατορικού πορτραίτου. Όσον αφορά στους πόρους της πόλεως, στις αρχές του πρώτου μεταχριστιανικού αιώνα τα περίφημα μεταλλεία της Λαυρεωτικής είχαν εξαντληθεί πλέον σύμφωνα με τον Στράβωνα (9.1.23). Για περισσότερο από έναν αιώνα παρατηρείται μια διακοπή στη νομισματική παραγωγή, που συνάδει με αυτά που γνωρίζουμε για τα μάλλον άσχημα οικονομικά της πόλεως (βλ. π.χ. σχετική αναφορά για το διάστημα περ. 70-82 μ.Χ. από τον Δίωνα Χρυσόστομο, 31.123). Χαρακτηριστικό μπορεί να θεωρηθεί ένα εύρημα από αποθέτη της Aθηναϊκής Aγοράς, που ανακαλύφθηκε Β. της Στοάς του Αττάλου, πλησίον των γραμμών του Η.Σ.Α.Π. Πρόκειται για έναν πήλινο «κουμπαρά» που περιείχε λίγα χαλκά νομίσματα του 1ου αι. π.Χ. Το γεγονός ότι  ο «κουμπαράς» πετάχτηκε στον αποθέτη γύρω στο 100 μ.Χ. καταδεικνύει ότι οι υστεροελληνιστικές αθηναϊκές κοπές κυκλοφορούσαν και αποθησαυρίζονταν για μακρό διάστημα. Στους χρόνους του Αδριανού η πόλις θα γνωρίσει μια ανάκαμψη, λόγω του ιδιαίτερου ενδιαφέροντος που επιδείχθηκε από τον φιλέλληνα αυτοκράτορα. Από τις εκλάμψεις του αυτοκρατορικού ενδιαφέροντος σταχυολογούμε επιγραφική μαρτυρία που μεριμνά για αγοραπωλησίες στην ευρύτερη περιοχή ―αναφέρονται ψαράδες της Ελευσίνος― το 124/5 μ.Χ., όταν ήταν επιμελητής ο Τ. Ιούλιος Ηρωδιανός από τον Κολλυτό (IG II21103). Δεν είναι τυχαία η αναβίωση της χαλκής νομισματοκοπίας την εποχή αυτή, που θα συνεχιστεί με πληθώρα εκδόσεων και στην περίοδο των Αντωνίνων. Εκτός από τις παραστάσεις που έχουν ως σημείο αναφοράς τις μυθολογικές ρίζες της πόλεως δεν λείπουν και οι απεικονίσεις γνωστών έργων πλαστικής. Το κλέος του παρελθόντος επανέρχεται κατά περίσταση με την εμφάνιση γνωστών ιστορικών προσώπων (Μιλτιάδης, Θεμιστοκλής) που χαράσσονται στα πεδία των νομισμάτων. Τον 3ο αι., στα χρόνια του Γαλλιηνού, παρατηρείται μια τελευταία έξαρση της νομισματικής παραγωγής, με θέματα που μεταξύ άλλων εστιάζουν στα σημεία αναφοράς της πόλεως. Πρόκειται για μια βραχεία αλλά πλούσια σειρά που εκδόθηκε κατά τα έτη περ. 264-267 μ.Χ. προκειμένου να αντιμετωπιστούν αμυντικές δαπάνες εν όψει βαρβαρικών επιδρομών. Θα είναι και η τελευταία νομισματική αναλαμπή της αρχαίας πόλεως, που όμως δεν θα καταφέρει να αποσοβήσει τη μανία των Ερούλων το 267 μ.Χ. Ύστερα από 770 και πλέον χρόνια τα νομίσματα με τη μορφή της Παλλάδος θα φθάσουν στο πέρας της διαδρομής τους.

Γιάννης Στόγιας

Αρχαιολόγος – Νομισματολόγος

ΕΠΙΛΟΓΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ
Συντομογραφίες:
BCH: Bulletin de Correspondance Hellénique
ΔΕΝΑ: Διεθνής Εφημερίς της Νομισματικής Αρχαιολογίας
FD: Fouilles de Delphes
ID: Inscriptions de Délos
IGCH: An Inventory of Greek Coin Hoards (επιμ. Margaret Thompson, O. Mørkholm, C. M. Kraay), Νέα Υόρκη 1973.
ΝΜΑ : Νομισματικό Μουσείο, Αθήνα

BLAMIRE, A., ‘Athenian Finance, 454-404 BC’, Hesperia 70 (2001), 99-126.
CAMP II, J. McK. – KROLL, J. H., ‘The Agora Mint and Athenian Bronze Coinage’, Hesperia 70 (2001), 127-162.
COHEN, E. E., Athenian Economy and Society. A Banking Perspective, Princeton 1992.
DAY, J., An Economic History of Athens under Roman Domination, Nέα Yόρκη 1973 (1942).
DUNHAM, W. R., ‘Cold Case Files: The Athenian Grain Merchants 386 B.C.’, Economic Analysis Group Discussion Paper 07-2 (2007), 1-23.
http://www.usdoj.gov/atr/public/eag/221241.pdf [ψηφιακή έκδοση]
FIGUEIRA, T., The Power of Money: Coinage and Politics in the Athenian Empire. Philadelphia 1998.
FLAMENT, Ch., Le monnayage en argent d’Athènes, Louvain-la-Neuve 2007.
GRANDJEAN, Catherine, ‘Athens and Bronze Coinage’, στον τόμο Agoranomia: Studies in Money and Exchange Presented to John H. Kroll (επιμ. P. G. van Alfen), Nέα Yόρκη 2006, 99-108.
HABICHT, Ch., ‘Zu den Münzmagistraten der Silberprägung des Neuen Stils’, Chiron 21 (1991), 1-23.
KALLIGAS, P. G., ‘A bronze die from Sounion’, στον τόμο Numismatic Archaeology. Archaeological Numismatics. Proceedings of an International Conference held to honour
Dr. Mando Oeconomides in Athens 1995
(επιμ. K. A. Sheedy – Charikleia Papageorgiadou-Banis), Οξφόρδη 1997, 141-147.
KRAAY, C. M., Coins of Ancient Athens, Newcastle 1968.
KRAAY, C. M., Archaic and Classical Greek Coins, Λονδίνο 1976.
KROLL, J. H., ‘From Wappenmünzen to Gorgoneia to Owls’, ANS Museum Notes 26 (1981), 1-32.
KROLL, J. H., The Athenian Agora. Vol. XXVI. The Greek Coins, Princeton 1993.
KROLL, J. H., ‘Coinage as an Index of Romanization’, στον τόμο The Romanization of Athens (επιμ. M. C. Hoff – Susan I. Rotroff), Oξφόρδη 1997, 135-150.
KROLL, J. H., ‘Silver in Solon’s Laws’, στον τόμο Studies in Greek Numismatics in Memory of Martin Jessop Price (επιμ. R. Ashton – Silvia Hurter κ.ά.), Λονδίνο 1998, 225-232.
LEWIS, D. M., ‘The Chronology of the Athenian New Style Coinage’, Numismatic Chronicle, 1962, 275-300.
LOOMIS, W. T., Wages, Welfare Costs and Inflation in Classical Athens, Ann Arbor 1998.
MATTINGLY, H. B., ‘The Beginning of Athenian New Style Silver Coinage’, Numismatic Chronicle 150 (1990), 67-78.
MEADOWS, A., ‘The Gaziantep 1994 Hoard’, συμβολή στον τόμο Coin Hoards. Vol. X. Greek Hoards, Λονδίνο 2008 (υπό έκδοση).
MELVILLE JONES, J. R., Testimonia Numaria. Vol. I, Λονδίνο 1993.
MØRKHOLM, O., ‘The Chronology of the New Style Coinage of Athens’, ANS Museum Notes 29 (1984), 29-42.
von MOSCH, H.-Ch., Bilder zum ruhme Athens. Aspekte des Städtelobs in der Kaiserzeitlichen Münzprägung Athens, Nomismata 4, Mιλάνο 1999.
MOSSÉ, Claude, Ιστορία μιας δημοκρατίας: Αθήνα. Από τις αρχές ώς τη μακεδονική κατάκτηση, μτφρ. Δήμητρα Αγγελίδου, Αθήνα 2002 (Παρίσι 1971).
NICOLET-PIERRE, Hélène – KROLL, J. H., ‘Athenian Tetradrachm Coinage of the Third Century BC’, American Journal of Numismatics 2 (1990), 1-35.
PUGLISI, Mariangela, ‘La monetazione bronzea di nuovo stile ateniese’, Rivista Italiana di Numismatica 97 (1996), 43-82.
SAMONS II, L. J., Empire of the Owl. Athenian Imperial Finance, Στουτγάρδη 2000.
STARR, Ch. G., Athenian Coinage 480-449 BC, Oξφόρδη 1970.
STROUD, R. S., ‘An Athenian Law on Silver Coinage’, Hesperia 43 (1974), 157-188.
THOMPSON, Margaret, The New Style Silver Coinage of Athens, Nέα Yόρκη 1961.
THOMPSON, W., The Athenian Gold and Bronze Coinages of the Dekeleian War (διδ. διατριβή), Ann Arbor 1963.
TOYPATΣOΓΛOY, I., ‘Tίς γλαύκ’ Aθήναζ’ ήγαγεν;’, Nομισματικά Xρονικά 18 (1999), 17-22.
TSOURATSOGLOU, I., ‘The Coinage of Athens’, στον τόμο Athens – Sparta, Nέα Yόρκη 2006, 241-255.
WALKER, A. S., A Chronological Study of the Greek Imperial Coinage of Athens based on the Collection of the Agora Excavations at Athens (διδ. διατριβή), Ann Arbor 1980.

 

(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)

ΠΗΓΗ  http://www.eie.gr

Advertisements

About sooteris kyritsis

Job title: (f)PHELLOW OF SOPHIA Profession: RESEARCHER Company: ANTHROOPISMOS Favorite quote: "ITS TIME FOR KOSMOPOLITANS(=HELLINES) TO FLY IN SPACE." Interested in: Activity Partners, Friends Fashion: Classic Humor: Friendly Places lived: EN THE HIGHLANDS OF KOSMOS THROUGH THE DARKNESS OF AMENTHE
This entry was posted in ARCHAEOLOGIE and tagged , , , , . Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Please log in using one of these methods to post your comment:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s