ΡΕΜΠΕΤΙΚΕΣ-ΡΙΖΕΣ (A)


Το παρακάτω άρθρο είναι μετάφραση από τα αγγλικά ενός άρθρου του Ed Emery. Ο Ed Emery είναι ένας από τους πιο ένθερμους οπαδούς και ερευνητές της ελληνικής μουσικής (και ιδιαίτερα του ρεμπέτικου) στο εξωτερικό. Είναι ο οργανωτής ενός παγκόσμιου συνεδρίου για το ρεμπέτικο, που γίνεται εδώ και μερικά χρόνια κάθε Οκτώβριο στην Ύδρα, με συμμετοχές πολλών επιστημόνων αλλά και μουσικών από διάφορες χώρες. Το άρθρο αυτό προέρχεται από μια παρουσίαση του Ed στο συνέδριο. Το βρήκα εξαιρετικά ενδιαφέρον και σας το παραθέτω… Είναι αρκετά μεγάλο αλλά αξίζει τον κόπο να το διαβάσετε

Σχεδόν από το 1850, στα παράλια της Σμύρνης στη Μικρά Ασία, στη δημοφιλή συνοικία της Κωνσταντινούπολης, στα σοκάκια του λιμανιού της Σύρου, και στις εργατικές τάξεις της Αθήνας, του Πειραιά και της Θεσσαλονίκης – για να μην αναφέρουμε τις Ηνωμένες Πολιτείες, κι όλα τα μέρη του κόσμου όπου οι Έλληνες μετανάστες είχαν συρρεύσει κατά χιλιάδες – άρχισε να δημιουργείται μια νέα μουσική: τα λαϊκά τραγούδια, το στυλ των οποίων σήμερα αποκαλούμε ρεμπέτικο. Διαδόθηκαν ραγδαία. Πρώτα ανάμεσα στους Έλληνες της Μικράς Ασίας, έπειτα στις κοινότητες των μεταναστών στην Αμερική και τελικά – μετά το 1922 – στην κυρίως Ελλάδα. Τα ρεμπέτικα έφτασαν στην ακμή τους στο χρονικό διάστημα ανάμεσα στους δύο παγκόσμιους πολέμους. Ήταν το στάνταρ ρεπερτόριο στα κλαμπ και τα μπαρ και κυριαρχούσαν στη δισκογραφία των 78 στροφών τόσο της Ελλάδας όσο και της Αμερικής εκείνη την εποχή. Η απήχηση των ρεμπέτικων στη λαϊκή μάζα ερχόταν σε αντίθεση με τους εκπροσώπους των ηθικών και πνευματικών αρχών, και η μουσική αυτή λογοκρίθηκε αυστηρά στα 1930. Η λογοκρισία όμως δεν σκότωσε τα ρεμπέτικα. Κάθε άλλο. Αμέσως μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο γνώρισαν τεράστια άνθηση στην Ελλάδα, η οποία διήρκεσε μέχρι τα μέσα του 1950. Μια άνθηση που κατά ένα μέρος ίσως εξηγείται από τα βάσανα και τις κοινωνικές αναταραχές που προκάλεσε ο πόλεμος, και κατά ένα άλλο από τις οικονομικές πιέσεις που συνέβαλαν στη δημιουργία μεγάλων αστικών κέντρων, όπως η Αθήνα και η Θεσσαλονίκη. Στη διάρκεια των τελευταίων είκοσι ετών, όλοι οι κύριοι εκπρόσωποι του ρεμπέτικου, οι συνεχιστές των τραγουδιστών και των συνθετών που είχαν έρθει από τη Μικρά Ασία μετά την καταστροφή του 1922, έχουν πια πεθάνει. Αφήνουν πίσω τους μια πλούσια δισκογραφία, η οποία σιγά-σιγά άρχισε να συλλέγεται και να καταγράφεται από τους ρεμπετολόγους. Στο μεταξύ εμφανίστηκαν καινούριες γενιές τραγουδιστών και οργανοπαιχτών, έτσι ώστε διατηρήθηκε ζωντανή η παράδοση. Όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και στις ελληνικές κοινότητες της Αμερικής, της Βρετανίας, της Αυστραλίας και αλλού, υπήρχαν κέντρα όπου όχι μόνο ακούγονταν τα παλιά τραγούδια, αλλά διαμορφώνονταν και καινούρια. Σκοπός αυτής της εισαγωγής είναι να σκιαγραφήσει ένα μέρος του υπόβαθρου και της ιστορίας της ρεμπέτικης μουσικής

                                                                    Προετοιμάζοντας το σκηνικό

Για να δώσουμε μια ιδέα για την κοινωνική κατάσταση μέσα στην οποία γεννήθηκε το ρεμπέτικο, έχουμε το ακόλουθο στιγμιότυπο από τον Λύσανδρο Πιθάρα, ο οποίος έκανε μια εξαιρετική δουλειά πάνω στο ρεμπέτικο για τη βρετανική τηλεόραση: Το 1935, σ’ ένα λαϊκό αθηναϊκό μαγαζί. Απ’ έξω το μαγαζί έμοιαζε με ερείπιο, αλλά στο εσωτερικό η ατμόσφαιρα ήταν έντονη. Μέσα στον πυκνό καπνό των ναρκωτικών και του λιβανιού, μια μικρή μπάντα ήταν καθισμένη στη σκηνή. Ο μπουζουξής – με μάτια μισόκλειστα – παίζει ένα αργό σόλο (ταξίμι), αναφωνώντας «αμάν…». Ξαφνικά, οι υπόλοιποι οργανοπαίχτες χτυπάνε τα πόδια τους κι αρχίζουν να παίζουν έναν σκληρό, ακατάπαυστο ρυθμό, όσο η φωνή του τραγουδιστή αντηχούσε γρατζουνιστά:

Τσοντάρησ’ αδερφούλα μου Να πιούμε τσιμπουκάκι

Μαζί να μαστουριάσουμε, Να παίξ’ το μπουζουκάκι

. (Μάρκος Βαμβακάρης, Αλανιάρης, 1935)

Το πλήθος, αποτελούμενο από φτωχούς ανθρώπους, κυρίως άντρες, ανταποκρίθηκε δείχνοντας την επιδοκιμασία του. Ένας απ’ αυτούς, γερμένος στο πλάι και με το σακάκι του να κρέμεται από τον έναν ώμο, σηκώθηκε στην πίστα. Με μάτια κλειστά και κορμί να ταλαντεύεται, χορεύει φέρνοντας το χέρι μια στο μέτωπό του, μια στο πάτωμα, ενώ όλη την ώρα κρατά το ρυθμό της μουσικής χτυπώντας ρυθμικά τις σόλες των παπουτσιών του. Αυτός είναι ο χορός του μάγκα, γνωστός κι ως ζεϊμπέκικο. Η μουσική που χορεύει είναι το ρεμπέτικο – το ελληνικό μπλουζ…

                                                            Η σημασία και η καταγωγή του «ρεμπέτικου»

Όπως όλες οι υποομάδες της μουσικής, το ρεμπέτικο είναι δύσκολο να κατηγοριοποιηθεί. Και οι δυσκολίες ξεκινούν κιόλας από το νόημα και την προέλευση της λέξης «ρεμπέτικο». Οι διάφοροι ρεμπετολόγοι δίνουν τις δικές τους ερμηνείες. – Η πιθανότερη ερμηνεία είναι πως προέρχεται από το ρεμπέτ, μια παλιά τούρκικη λέξη, που σήμαινε «του υποκόσμου». Κάποιοι υποστηρίζουν πως προέρχεται από την παλιά σερβική λέξη ρεμπενόκ, που σημαίνει «επαναστάτης». Οι Τούρκοι αποκαλούν τα άτακτα στρατεύματα ρεμπέτ ασκέρ. Επιπλέον ρεμπέτς είναι οι άνθρωποι που δεν υπακούν στις αρχές.

                                                               Το κοινωνικό υπόβαθρο του ρεμπέτικου

Αυτό που μπορούμε να πούμε είναι πως τα ρεμπέτικα ήταν η μουσική των ρεμπετών. Τώρα λοιπόν, το ερώτημα είναι «Ποιοι ήταν οι ρεμπέτες;», δηλαδή ποιοι ήταν οι άνθρωποι που έζησαν και δημιούργησαν τα τραγούδια και τη μουσική του ρεμπέτικου. Το παρόν είναι μια προσπάθεια να δώσει απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα. Όμως θα ήθελα να ξεκινήσω σκιαγραφώντας τα ευρύτερα κοινωνικά και μουσικά πλαίσια. Με τη ραγδαία αύξηση του πληθυσμού στην Ελλάδα από το 1850 και μετά, ακολούθησε μια μεγάλη μετανάστευση προς τις πόλεις, κατά ένα μέρος από ανθρώπους που έφευγαν από την ύπαιθρο, και από την άλλη από τη μαζική άφιξη προσφύγων Ελλήνων από διάφορα μέρη της διασποράς. Από τη Ρωσία μετά την Επανάσταση… από τον Πόντο και τις ακτές της Μαύρης Θάλασσας… και από μέρη της Μικράς Ασίας (από τη Σμύρνη κυρίως), η οποία τώρα είναι τουρκική. Μόνο από τη Μικρά Ασία το 1922-23 έφτασαν περίπου 1.500.000 Έλληνες ως πρόσφυγες. Η επίδραση αυτών των αναγκαστικών μεταναστεύσεων ήταν να συντριβεί η υπάρχουσα κοινωνική και οικονομική δομή της Ελλάδας. Οι τάξεις και οι ιεραρχίες που υπήρχαν στις κοινότητες της διασποράς άλλαξαν άρδην μέσα στο κομφούζιο των δυσκολιών και των αγώνων για επιβίωση. Δεν υπήρχαν κατοικίες για να στεγάσουν τους νεοφερμένους, και οι παροχές υγείας και μόρφωσης ήταν μηδαμινές. Η ανεργία αποτελούσε κανόνα, αφού δε μπορούσαν να δημιουργηθούν θέσεις εργασίας εκ του μηδενός, και οι νεοφερμένοι πρόσφυγες αντιμετώπιζαν ένα επιπλέον πρόβλημα, αυτό του ρατσισμού. Έτσι η βίαιη κατάργηση των παραδοσιακών κοινωνικών δομών συνοδεύτηκε από άλλη μια βιαιότητα, από το πώς ήταν οργανωμένες οι κοινωνικές θέσεις και οι συνθήκες διαβίωσης για τους νέους μετανάστες. Μεγάλες, εξαθλιωμένες κοινότητες, παραγκουπόλεις μεγάλωναν γύρω στις μεγάλες πόλεις της Αθήνας, του Πειραιά και της Θεσσαλονίκης κατά κύριο λόγο. Τις χαρακτήριζε η φτώχια, η ανεργία, ο ξεριζωμός, η έλλειψη στέγης, η αστυνομική καταπίεση, ο κοινωνικός υποβιβασμός, η πορνεία, η εγκληματικότητα και τα ναρκωτικά. Η αλλαγή, από το 1832 και μετά, από αγροτική σε αστική οικονομία, έφερε μαζί κι ένα νέο είδος τραγουδιών, τα αστικά τραγούδια, όπως είχε συμβεί και στις Ηνωμένες Πολιτείες όπου τα μπλουζ τραγούδια από τις αγροτικές περιοχές εξελίχθηκαν σε «αστικά μπλουζ» όταν το εργατικό δυναμικό των μαύρων ήρθε στις πόλεις για να βρει δουλειά. Μέσα στο πλήθος των αστικών τραγουδιών άρχισε να ξεχωρίζει το χαρακτηριστικό στυλ που σήμερα γνωρίζουμε ως ρεμπέτικο. Ήταν μια μουσική υποκουλτούρα, μια μουσική των κατώτερων τάξεων. Αυτή ήταν η πρώτη φάση του ρεμπέτικου. Ο Πετρόπουλος εξηγεί: Η κοιτίδα του ρεμπέτικου ήταν η φυλακή κι ο τεκές του χασίς. Εκεί οι πρώτοι ρεμπέτες έφτιαξαν τα τραγούδια τους. Τραγουδούσαν με σιγανές, βραχνές φωνές, αβίαστα, ο ένας μετά τον άλλον, και κάθε τραγουδιστής πρόσθετε ένα στίχο που συχνά δεν είχε σχέση με τον προηγούμενο, και το τραγούδι συνεχιζόταν για ώρες. Δεν υπήρχε ρεφραίν, και η μελωδία ήταν απλή κι εύκολη. Ένας ρεμπέτης συνόδευε τον τραγουδιστή με μπουζούκι ή μπαγλαμά (μια μικρότερη εκδοχή του μπουζουκιού, εύκολο στη μεταφορά, εύκολο να κατασκευαστεί μέσα στη φυλακή κι εύκολο να κρυφτεί από την αστυνομία), κι ίσως κάποιος άλλο, παρακινημένος από τη μουσική, να σηκωνόταν να χορέψει. Στα μεγάλα αστικά γκέτο που είχαν δημιουργηθεί γύρω από τις κυριότερες ελληνικές πόλεις επικρατούσε κοινωνική αναταραχή: Στον Πειραιά, το λιμάνι της Αθήνας, δεκάδες χιλιάδες άνεργοι κατοικούσαν σ’ αυτά τα γκέτο, με μόνη τους απασχόληση τα μικροεγκλήματα, τις μικροκλοπές και αντίστοιχες ύποπτες ενασχολήσεις. Στη σκληρή ζωή της πόλης, άρχισε να δημιουργείται μια νέα αστική υποκουλτούρα, με δική της διάλεκτο, κώδικες ντυσίματος και τρόπους ζωής – η κουλτούρα του μάγκα. Τα βράδια συγκεντρώνονταν σε χασισοτεκέδες για ν’ ακούσουν την καινούρια μουσική, η οποία μέχρι την εκπνοή του αιώνα είχε μετατρέψει το μπουζούκι σε σύμβολο της αστικής τους περηφάνιας… Το δυναμικό αυτού του αστικού τραγουδιού μετασχηματίστηκε εντελώς με την άφιξη των μεταναστών από τη Μικρά Ασία (Ανατολία) πριν το 1922. Στην πραγματικότητα υπήρξαν δύο μεταφορές πληθυσμών, όπως συμφωνήθηκε με τους όρους της Συνθήκης της Λοζάνης το 1923: Οι ελληνόφωνοι πληθυσμοί Τούρκων της Ελλάδος θα στέλνονταν μαζικά στην Τουρκία, και οι Έλληνες από το μέρος που τώρα ονομάζεται Τουρκία θα έφταναν με πλοία στην Ελλάδα (και πολλοί απ’ αυτούς αντιμετώπισαν δολοφονίες, βιασμούς και βασανιστήρια στα χέρια των Τούρκων, οι οποίοι σκόπευαν να επαναλάβουν τη γενοκτονία των Αρμενίων). Αυτοί οι Έλληνες μετανάστες έφεραν μαζί τους μια μουσική κουλτούρα που αναμόρφωσε τα παραδοσιακά ρεμπέτικα τραγούδια. Η απίστευτη καταστροφή της Σμύρνης ήταν κρίσιμη για τη ρεμπέτικη ιστορία. Έπειτα από έναν ανώφελο πόλεμο, ενάμισι εκατομμύριο Έλληνες της Ανατολίας έφτασαν ως πρόσφυγες στις ελληνικές πόλεις κι έφεραν τα προβλήματα των φτωχών αστών σε σημείο ανάφλεξης. Η μουσική που έφεραν μαζί τους οι πρόσφυγες ήταν αρχικά πολύ διαφορετική απ’ αυτή του μάγκα. Ήταν ανατολίτικη. Τα κλαρινέτα τους, τα βιολιά, το σαντούρι, τα κανονάκια συναγωνίζονταν με το μπουζούκι για να τραβήξουν την προσοχή των φτωχών αστών. Σε μια συνέντευξη του 1993, ο Μίκης Θεοδωράκης (γνωστός Έλληνας συνθέτης, ο οποίος από κομμουνιστής αντιπολιτευόμενος έγινε συντηρητικός υπουργός), σκιαγραφεί τις βασικές διεργασίες που έλαβαν χώρα στην αναμόρφωση του ρεμπέτικου τραγουδιού. Αρχικά περιγράφει τη μακρόχρονη παραδοσιακή μουσική και τη βυζαντινή υμνολογία, που οι ρίζες της φτάνουν μέχρι την κλασσική Ελλάδα. Μιλά αρχικά για μουσικούς δρόμους, μετά για την ισχυρή ιταλική επιρροή κι έπειτα για την εισβολή της τονικής μουσικής στον κόσμο της ελληνικής μουσικής με κλίμακες: Η μουσική του ρεμπέτικου βασίζεται σε μουσικούς τρόπους (ή δρόμους) ενώ η μουσική των τραγουδιών των πόλεων είναι τονική. Η μουσική με τρόπους έχει τις ρίζες της στους ρυθμούς του αρχαίου κόσμου. Στην αρχαία ελληνική μουσική οι ρυθμοί ή δρόμοι, ήταν μια σειρά από οκτώ ήχους, οι οποίοι χαρακτηρίζονταν από διαφορετικές διατάξεις τόνων και ημιτόνιων. Υπήρχαν τρεις κύριοι ρυθμοί ή δρόμοι: Ο Δωρικός, ο Φρυγικός κι ο Λυδικός, αλλά υπήρχαν επίσης κι άλλοι, όπως ο Ιωνικός, ο Μιξολυδικός, ο Υποφρυγικός κλπ. Μάλιστα, ο ίδιος ο Πλάτωνας, στην Πολιτεία του, κάνει διακρίσεις ανάμεσα στη δυτική και την ανατολίτικη μουσική, ανάμεσα στην Ιωνική και τη Δωρική, και λέει πως η ανατολίτικη μουσική θα έπρεπε να απορριφθεί… Και οι δυο αυτοί μουσικοί δρόμοι πέρασαν στα ελληνικά λαϊκά τραγούδια, κι επίσης στην αραβική και τουρκική μουσική. Οι βυζαντινές κλίμακες είχαν επίσης μεγάλη επίδραση στη μουσική της Τουρκίας και Αραβίας – κι οι βυζαντινές κλίμακες ήταν βασισμένες σε δωρικές, ιόνιες, αιολικές κλίμακες κλπ… Ο Θεοδωράκης στη συνέχεια περιγράφει τη μουσική επανάσταση που έλαβε χώρα στην Ευρώπη στη διάρκεια του Διαφωτισμού με την άφιξη της εναρμονισμένης κλίμακας, η οποία έκανε εφικτή την αρμονία – ενώ στην Ελλάδα, την Τουρκία και την Αραβία, η παραδοσιακή μουσική ήταν ισοφωνική, δηλαδή χωρίς αρμονία. Πάντως, το ρεμπέτικο τραγούδι παρέμεινε αξιοσημείωτα στη μουσική κουλτούρα των δρόμων, η οποία είναι χαρακτηριστικά ανατολίτικη και προέρχεται από την κλασσική Ελλάδα. Είναι μια μουσική που παραδόξως έρχεται σε σύγκρουση με τη δυτική μουσική παράδοση, γεγονός που εξηγεί και γιατί είναι τόσο ελκυστική στο ευρωπαϊκό αυτί. Ο Θεοδωράκης συνεχίζει: Έτσι, στο τέλος του 19ου αι. και την αρχή του 20ου, στην ελληνική παραδοσιακή μουσική κυριαρχούσαν οι δρόμοι. Στα νησιά του Ιονίου από την άλλη, λόγω της σύνδεσης με την Ιταλία και το εμπόριο με την υπόλοιπη Ευρώπη, η τονική επανάσταση είχε κάνει τη θριαμβευτική της εμφάνιση με τη μορφή των καντάδων… Όμως τότε έφτασαν οι μετανάστες από τη Μικρά Ασία, φέρνοντας μαζί τους μια μουσική που κατά βάση ήταν τουρκική… Την ίδια εποχή, η μπουρζουαζία επηρεαζόταν από την τονική, ευρωπαϊκή μουσική. Στη Σύρο, την Πάτρα και τη Σμύρνη υπήρχε ήδη λυρική σκηνή, μουσικές επιθεωρήσεις και οπερέτες, που είχαν έρθει από την Ευρώπη μέσω των εμπόρων. Όλη η μπουρζουαζία σιγομουρμούριζε τους σκοπούς της ιταλικής όπερας. Όμως ο απλός λαός αγαπούσε και τραγουδούσε την τούρκικη μουσική, με τούρκικα λόγια και τα ρεμπέτικα με λόγια ελληνικά, επειδή αυτές οι αργές μελωδίες ταίριαζαν περισσότερο με τις πικρές τους εμπειρίες στη ζωή. Τα μουσικά όργανα των ρεμπετών ήταν το μπουζούκι κι ο μπαγλαμάς (ο τελευταίος επειδή ήταν μικρός κι ήταν εύκολο να μεταφερθεί κρυμμένος), κι αυτά ήταν όργανα που παιζόντουσαν στις φυλακές. Εκείνοι οι άνθρωποι, με τις μεγάλες ευαισθησίες, ζώντας στις πόλεις δεν μπορούσαν να εκφράσουν τη διάθεσή τους με τις σερενάτες των νησιών, ούτε με την εισαγόμενη ευρωπαϊκή μουσική, ούτε με την παραδοσιακή μουσική, ούτε με τους βυζαντινούς ύμνους και την εκκλησιαστική μουσική. Όμως τα συναισθήματά τους μπορούσαν να εκφραστούν πλήρως με τα ρεμπέτικα και το μπουζούκι…

(CYNECHIZETAI)

PAGAN  http://clubs.pathfinder.gr/

Advertisements

About sooteris kyritsis

Job title: (f)PHELLOW OF SOPHIA Profession: RESEARCHER Company: ANTHROOPISMOS Favorite quote: "ITS TIME FOR KOSMOPOLITANS(=HELLINES) TO FLY IN SPACE." Interested in: Activity Partners, Friends Fashion: Classic Humor: Friendly Places lived: EN THE HIGHLANDS OF KOSMOS THROUGH THE DARKNESS OF AMENTHE
This entry was posted in Music and tagged , , , . Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Please log in using one of these methods to post your comment:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s