ΑΝΘΡΩΠΟΝ ΑΙΤΩ – Ο ΕΞΑΓΓΕΛΟΣ ΤΩΝ «ΠΕΡΣΩΝ»-ΕΡΩΤΙΚΟ ΚΑΛΕΣΜΑ apo LOUNTEMES


ΒΙΓΛΑΤΟΡΑΣ
Βαρέθηκα να γιεύομαι του λιοπυριού τα πάθια,
τις λαύρες του χινόπωρου, του χειμωνιού τ’ αγιάζι.
Γιόμισ’ αρμύρα ο κόρφος μου και κουρνιαχτό η θωριά μου.
Βάρυν’ η κάπα μ’ απλυσά και τα σκουτιά μου λάσπη.
Θέλω κλινάρι σπιτικό, μιντέρι πουπουλένιο.
Θέλω ψωμί απ’ τη μάνα μου, νερό απ’ την αδερφή μου,
καμώματα απ’ τις λυγερές κι ορμήνια απ’ τους γερόντους.
Θέλω να φάω σε σοφρά, να κάτσω σε κατώφλι,
να πιω ρακί στον καφενέ, να βγω στ’ αλώνι τσάρκα.
Να πάρω τους παλιόφιλους να πάω κατά τη «δέση»,
κατά τη νεροσύναξη που βράζει το φουστάνι.
Να πω κουβέντα δίγνωμη, πειραχτικό στιχάρι.
Να μπει η γριά μου σε μπελά κι ο κύρης μου στα λόγια.
Σε φούρια οι φαρμακόγλωσσες κι οι προξενήτρες σε άψη.
Να μπει ο παπάς στο Ιερό κι ο Διάκος στ’ άγιο βήμα,
να μπει κι η κληματόβεργα να δέσει δυο κορμάκια.
Αχ! Χίλια «θέλω» θέλω εγώ, κι ένα «μπορώ» δεν έχω.
Τι έχω δουλειά στα διάσελα, δουλειά στ’ απανωκόρφια.
Φυλάω τ’ απάτητα βουνά μη μας τα διαγουμίσουν.
Φυλάω τα καραούλια μας απ’ του κιοτή το μάτι
και την ανάβρα του νερού, μην τη μολέψει ο σκύλος.
Τηράω ζερβά, τηράω δεξά, τηράω τα μπρος – τα πίσω
μην κάνουν τον ανήφορο του κάμπου οι πουλημένοι.
Έχω δουλειά, κάμπε μ’ πικρέ, έχω χουσμέτι ακόμη.
Θερίζω και βολοκοπώ την ξενική τη φύτρα
και βοτανάω τον τόπο μου απ’ τα πικρά τα αγκάθια.
Πρέπει να μάσω φρύγανα να κάψω την πανούκλα,
ν’ ανοίξω στράτα γιορτινή να ροβολήσει ο αντάρτης,
να στρώσω και χρυσό θρονί να κάτσει η Λευτεριά μας!

ΓΙΑΝΝΟΣ ΚΑΤΡΗΣ
Οπ’ ώχει αψάδα και μυαλό (έλα στα λόγια μου γιαλό).
Αψάδα – λέω – οπ’ ώχει.
Πάει και το βρίσκει το ‘λατο. «Καλώς το Γιάννο, κόλλα το!
Κάτσε καλέμ’ στην κώχη».
Έλα και πε μας τα μαντά – για συνταχτείτε όλοι κοντά!
Λέγε ρε καψο-Γιάννη.
-Ε, καπιτάνο μ’ τι να ειπώ; Βαρέθηκα να ζάω υπό
και πήρα το ρουμάνι.
-Ε, ύστερις; -Ε, να μαθές… Κοντολογίς, θες δεν το θες,
μια και τα ζλάπια τα χτεσ’νά σου κάνουν τα θερία.
Ζαλώνεσαι κι εσύ ο Κατρής – για την καημένη την Πατρίς,
και την Ελεφτερία.
«Ρε Γιάννο, κάτσε στη γωνιά!» όλο μυξόκλαιε η μανιά –
κι η καψοθειά μου η Χρύσω.
«Ρε ‘γω τέτοια δεν τ’ ακώ! Να μη με ειπούνε Γιαννακό –
α δεν ανηφορίσω!»
Πήρα, απού λέτε, το στρατί – κι ήρτα να σμίξω με τσ’ αητοί
ωχ, ωχ, καρδιά μου ζέφκια!
Αντάμα βόλι και ψωμί – να μοιραστώ κι αν λείψω μη –
μη κόβετε τα κέφια.
Εδώ στα ελάτια τα ψηλά, έχω τα μάτια μου στυλά –
ο ύπνος μη με πάρει.
Κι αϊκούω να κράζουν τα χουνιά – απ’ άκρη σ’ άκρη του Ντουνιά
το νιο τροπάρι.
Μάνα μ’ και κύρη μ’ κι αδερφή – να μη σας καίγεται καρφί
το μηνάει ο Γιάννος κι υπογράφει!
Π’ ώχει τη φτέρα για χαλί – και τον αγώνα χαϊμαλί
και το θεό συνάφι!

ΑΝΗΜΠΟΡΙΑ
Τ’ έεις και στραβογέρασες ρε καψοχρόνη Αυγερινέ,
κι όλα σου φαίνονται στυφά, κι όλα ζαβά τα βρίσκεις,
κι όλο βηχάς, κι όλο βογκάς, κι όλο γραμμή φυραίνεις;

Μην έεις σφάχτη στο πλευρό, κι αντράλα στο κεφάλι;
Μην έεις ψώρα στο πετσί κι αγκίδα στο πλατάρι;
Μην έεις «σφίξη» στ’ άντερο και πέτρα στο φλεγμόνι;
Μην ανημπόρεψες μωρέ κι η θερμασά σε ψένει;
Αν ειν’ η αρρώστια σου μικρή και παίρνει γεροσύνη
να πα να κράξουμε γιατρό να σε γιατροπορέψει.

– Απαρατάτε με παιδιά, έτσι καλό να ιδείτε.
Τον έχω αμάχη το γιατρό και το σινάφι του όλο
απ’ όντας έστειλ’ άναυλη την καψερή γριγιά μου.
Άλλου λογιού ανημπόρεψη μου τρώει τα σωθικά μου.
Έχω θελιά στην αναπνιά, μπερδούκλα στο ποδάρι.
Έχω στο στόμα κλειδωνιά και δόκανο στη γλώσσα.
Αυτήνη ειν’ η αρρώστια μου κι η ανημπόρεψή μου.

Μα χτες που αποκοιμήθηκα στ’ αστέρι, στο χαγιάτι,
ήρτε και με συντρόφεψε στο μισοΰπνι απάνου
του Παναγού μας η ψυχή, του μοναχαδερφού μου
και μόδωκε το γιατρικό και την τρανή τη διάτα.
– Και ποια ‘ναι η διάτα, Αυγερινέ, να ζήσεις, κρίνε μας την
γιατί μας καίει τα σωθικά και μας το ίδιο ντέρτι.
– Θα σας την πω μα –τήρα εδώ!- κανείς μην αντισκόψει.
Συνάχτε τα παρτάλια σας κι ελάτε αντάμα μου όλοι!

– Και πού θα πάμε, Αυγερινέ, κι από κοντά μάς κράζεις;
Θα πάμε για τα ρέματα, θα πάμε για τις στάνες;
Θα πάμε τον κατήφορο με τα τρανά σπιτάλια;
– Δεν πάμε για τα ρέματα, δεν πάμε για τις στάνες.
Ούτε και τον κατήφορο με τα τρανά σπιτάλια.
Μον’ πάμε τον α ν ή φ ο ρ ο με τα τρανά τα ελάτια!

ΜΟΥΣΕΙΟ ΜΠΕΤΟΒΕΝ
Τούτο το πιάνο τ’ αγαπήσαμε πολύ.
Γιατί ήταν το πρώτο παιχνίδι
που είχε μάθει το τιτάνιο παιδί
να μπουσουλάει τα πρώτα μουσικά του βηματάκια.
Ντο-Ρε-Μι-Φα-Σολ-Λα-Σι… Πώς;
Τόσο λίγες λοιπόν;
Τόσο λίγες –μόνο οχτώ– είναι οι νότες;
Πώς μπόρεσες –Μεγάλε Λυπημένε–
Πώς μπόρεσες να σηκώσεις
τόσα μελωδικά βουνά
με τόσο λίγες νότες;
(και κείνες να μην τις ακούς;)

Αν το ‘ξερες –ω, σίγουρα… – αν το ’ξερες
πόσο λίγες νότες σε περιμένουνε στη γη
μπορεί και να μην ερχόσουν.
Να ‘στελνες μόνο λίγους σαλπιγκτές
για να φωνάξουνε «βοήθεια!»
(Βοήθεια! Εδώ βασιλεύει ένα τέρας
που θα σπαράξει τη Μουσική!)

Μα οι σαλπιγκτές δεν ήρθαν
ή μπορεί και να ήρθαν και να μην άκουσες.
Να ήρθαν…
Κι αντί να φωνάξουν «βοήθεια»
να φωνάξανε «Έφοδος!…»
Έφοδος! Και πυρ πάνω σε κείνους
που διευθύνουν τις ορχήστρες με μαστίγια.

Έφοδος να περάσει ο κουφός πολεμιστής
στεφανωμένος μ’ αγκωθωτά πεντάγραμμα.
«Έφοδος!»
Μπορεί ν’ άκουσες τη λέξη.
Και μόνο γι’ αυτό να ήρθες.

Μα τώρα έφυγες ξανά.
Και ξαναρπάξανε οι στρατάρχες της Μουσικής
τα χοντρά τους μαστίγια.
Κι ανεβήκανε στο podium του Κόσμου
να ετοιμάσουν τη Συμφωνία του Ολέθρου μας.

Μα η Μουσική σου έμεινε! Όλη!
Και φωνάζει θυμωμένα εγερτήριο… Εγερτήριο.
Ανάστα! Και Βοήθεια!
Γιατί αν βουβαθεί και τώρα η Μουσική
θα βουβαθεί για πάντα.

ΚΑΘΥΣΤΕΡΗΜΕΝΗ ΕΠΙΣΚΕΠΤΡΙΑ
Ωραία που ήταν η περαστική
από το κοιμητήρι μου, κυρία!
Είχε μια θελκτική δειλή απειρία
στο πένθος της, μια θλίψη ελκυστική.

Τόσος καιρός κι όμως το νιώθω ακόμη
πα στη σβησμένη μνήμη να κυλά,
το βλέμμα της να πλέει σ’ υγρό λιλά–
στα κρέπια η κόμη.

Κάτω απ’ το πράο βλέμμα της τ’ αβρό,
ήμουν σεπτό ένα σκήνωμα κι ωραίο•
σαν τον ξεκρεμασμένο Ναζωραίο –
απ’ το σταυρό.

Στα μάτια της της θλίψης το κρασί
σαν σιωπηλό εκυλούσε μοιρολόι.
Κι έβρεχε μ’ ένα δάκρυ θαλασσί,
την ταπεινή μου χλόη.

Πώς άργησε, πώς άργησε να ‘ρθεί
μ’ αυτό το βήμα το μελωδικό της.
Τώρα που η νύχτα μ’ έκανε δικό της,
δεν ωφελεί αν θα κλάψει, ή θα δαρθεί.

Την πρόσμενα πριν απ’ τον μακελάρη,
πριν η ψυχή μου σκύψει, η στιβαρή,
πριν κάνω αυτό το χώμα το βαρύ –
μαξιλάρι.

Βραδιάζει… Ξεψυχούν αργά τα κρίνα
κάτω απ’ τον ουρανό το λουλακί.
Μου τραγουδάει μια νότα μαλακή –
μια καρδερίνα.

ΚΑΜΠΑΝΑ «ΤΣΙΟΠΛΕΑ»
Δεν είμαι τίποτα κύριε, τίποτα.
Είμαι ένα κορίτσι απ’ το Πρεντεάλ
που το λένε Λουτσίκα.
Λουτσίκα κι άλλο τίποτα.
Μια Λουτσίκα που διαβάζει ποιήματα.
Όπως η γιαγιά της κεντούσε μαξιλάρια.
(Ωραίο θα ‘ταν ένα μαξιλάρι
κεντημένο με ποιήματα).

Όχι, κύριε, σας το ξαναλέω
δεν είμαι τίποτα, αλήθεια, τίποτα.
Είμαι μόνο η Λουτσίκα
η Λουτσίκα απ’ το Πρεντεάλ
που τριγύριζε με το κεφάλι γεμάτο όνειρα
και κανένα απ’ αυτά δεν κατάφερε
να το κάνει ποίημα.

Αχ Λουτσίκα, Λουτσίκα απ’ το Πρεντεάλ
πού ξανακούστηκε ψυχή μου
η Ποίηση να γράφει ποιήματα;
Μείνε έτσι όπως είσαι Λουτσίκα.
Έτσι απλή, έτσι ωραία, έτσι ονειρική…
Και βοήθησε εμάς να γίνουμε Ποιητές.

– Θα μου δώσει ο κύριος ένα «αουτογκράφ;»
– Αουτογκράφ! Μετά χαράς, Λουτσίκα.
Μα ξέρεις δεν είμαι ποδοσφαιριστής,
εγώ το μόνο στρογγυλό που κλώτσησα
ήτανε το κεφάλι μου.

Ανάμεσά μας πέφτει μια ντροπαλή σιωπή.
Ένα τρανζίστορ κρεμασμένο στο τσαντάκι της
τσιρίζει σαν απελπισμένο τζιτζίκι.
– Έπειτα τι νόημα έχουν όλα αυτά Λουτσίκα;
Ας μιλήσουμε καλύτερα για τον Έρωτα.

Μια γλυκιά πνοή φύσηξε απ’ τα Καρπάθια.
– Θα ‘θελα να αδειάζαμε μαζί ένα ποτήρι.
(Τόσο λίγο;…)
Μια πεταλούδα μου ‘γνεψε «δέξου!»
– Ε, άιντε τότες Λουτσίκα. Πάμε.
Είναι καιρός που θέλω να πνιγώ
μες σ’ ένα ποτήρι!

XVV
Εμείς τώρα εδώ που σ’ αγαπάμε
είμαστε κάτι παράξενοι άνθρωποι.
Κάτι παράξενοι άνθρωποι
που ‘χουν για καρδιά ένα νησί.
Που φυλάει τον ύπνο τους τη νύχτα
ένας αράπης μ’ ένα μάτι στρογγυλό.
Είμαστε κάτι παράξενοι ιεραπόστολοι
μ’ ένα προσευχητάρι στη μασκάλη
που λέει την ίδια πάντα προσευχή:
«Σοφία ορθή θα πει –
να ‘ναι ορθοί οι άνθρωποι».

Μα εγώ πια πρέπει να τελειώσω
γιατί κάτι πρέπει να σου πω.

Μιλώ σα να ορκίζομαι.
Ξεσκούφωτος μιλώ σα να προσεύχομαι.
Ορκίζομαι στο στρογγυλό κόνισμα του ήλιου
και στην κρεμασμένη καντήλα του φεγγαριού.
Στα χωράφια που τα μάτωσαν οι παπαρούνες.
Στο πρώτο κλάμα του παιδιού
και στο στερνό ψυχομάχημα του γέρου.

Στον ιδρώτα τον άγιο
και στην πίκρα τη σεπτή.
Ορκίζομαι πως απόψε έγινα απέραντος
γιατί σ’ α γ α π ώ !
Έγραφα στον Αϊ-Στράτη
το χειμώνα του 55.

ΣΕ ΜΙΑ ΜΕ ΤΑ ΣΤΑΧΤΙΑ
Θαρρούσα ως τώρα – φίλοι μου καλοί –
Θαρρούσα – ως τώρα –
Πως όλα βάδιζαν στη γη
με το αληθινό τους χρώμα.
Η χαρά άσπρη. Η θλίψη χλωμή.
Ο έρωτας ρόδινος.
Ο θάνατος μαύρος.
Έτσι θαρρούσα.

Και περνούσα τις μέρες μου
με τα χρώματά μου τακτοποιημένα
με τα όνειρά μου συγυρισμένα
με τα ποιήματά μου καθαρογραμμένα.
Γιατί έτσι νόμιζα.

Μα μια μέρα – φίλοι μου καλοί –
Μια μέρα. Ένα σταχτί σύννεφο
άφησε τον ουρανό του
και χύθηκε στη ζωή μου.

Ένα σταχτί μυρωμένο σύννεφο
(αλαφροπερπάτητη η Αγάπη)
ντυμένη στα σταχτιά.
Και τότε – ξάφνου! –
Όλα χάσαν τη θωριά τους.
Σταχτιά έγινε η χαρά.
Σταχτιά κι η θλίψη.
Σταχτύς κι ο έρωτας
και σταχτύς – αλίμονο – κι ο θάνατος!

Ω, σειρήνα εσύ,
εσύ που τα ‘βαψες όλα τεφρά
γιατί δεν άφησες έστω το θάνατο
– τουλάχιστον αυτόν –
να με πάρει με τ’ α λ η θ ι ν ό του χρώμα;

ΕΑΡΙΝΗ ΠΑΡΕΛΑΣΗ
Μπορείς εσύ – εσένα λέω!
Εσένα, εσένα
που καθαρίζεις τα δόντια σου
με το στιλέτο. Εσένα
που σκουπίζεις τα πόδια σου
με το κρέπι που ‘σκισες
απ’ τα φέρετρα των νεκρών μας!

Εσένα λέω με τους χαυλιόδοντες
που ρουφάς γι’ «απεριτίφ» τον ύπνο των αθώων
και καταβροχθίζεις για καρύκευμα
τα όνειρά μας.

Εσένα! Νεκρέμπορε! Νεκροληστή!
που παίρνεις το ουίσκι σου
απ’ τις φλέβες των νηστικών. Εσένα
που σου ‘γινε η γαλήνη μας μαρτύριο
κι η ευτυχία μας Εφιάλτης.

Εσένα!
Που ξυπνάς κάθε πρωί
απ’ τον ύπνο του δικαίου
έτοιμος για τη γιορτινή σου παρέλαση,
μη βιάζεσαι να χαρείς
δεν παρελαύνει το πτώμα της Άνοιξης
ούτε η Ειρήνη στο φέρετρό της.
Παρελαύνει
ο πιο θανάσιμος εχθρός σου –
ο υπ’ αριθμόν 1
ο Έρωτας.

ΑΝΘΡΩΠΟΝ ΑΙΤΩ
Κοίτα εκεί. Τι ακαταλόγιστη αντινομία!
Τι μασκαράδικη αθάνατη ψευτιά!
Να ψάχνεις μες σ’ έναν ωκεανό από νερό
και να μη βρίσκεις ούτε μια σταγόνα!

Μα όλα αυτά είναι μαθήματα αργοπορημένα.
Τ’ αφήσαμε σκαλισμένα στις πέτρες.
Και οι πέτρες πάλιωσαν και θρυμματίστηκαν.
Και τα μαθήματα χάθηκαν.

Μα να που βρυκολάκιασαν μερικά
κι έλαβα προχθές ένα
από έναν πλανταγμένο καλλιτέχνη.
Έναν αργοπορημένο Φειδία
που αντίς για μάρμαρο
δούλευε σε ξύλο.

Έφτιαχνε ξύλινα σκυλιά.
Τα σκάλιζε, τα μαστόρευε.
Τα λουστράριζε.
Τ’ αράδιαζε στο ράφι
γλυκά και προσεχτικά.
Κι ύστερα έπεφτε σ’ απελπισία!
– Αλίμονο, τι θ’ απογίνουμε σινιόρε;
Κανείς πια σήμερα, κανείς
δεν αγοράζει ψεύτικα σκυλιά.
– Ξέρεις γιατί, Τζιάκομο;
Είναι πολύ απλό: γιατί δεν δαγκώνουν.
Φτιάξε καλύτερα ανθρώπους.
– Ξύλινους;
– Ξύλινους, χάρτινους, αχυρένιους.
Έχουν πέραση.
– Κακή μου μοίρα. Και τι θα πούνε οι αληθινοί;
– Μα… υπάρχουν;
Γερο-Τζιάκομο, θέλω να σου πω μιαν ιστορία.
Μιαν ιστορία για έναν Γκραίκο,
έναν Διογένη. Τον έχεις ακουστά;
– Δεν είναι από δω… Τι δουλειά κάνει;
– Τρεις χιλιάδες χρόνια ψάχνει γι’ άνθρωπο
κι ακόμη δε τον βρήκε!
Όσο για τα ψεύτικα σκυλιά σου,
κράτα τα! Μια μέρα θα σου χρειαστούν.
– Τι; Θα μάθουν να δαγκώνουν;
Θα γίνουν αληθινά;
– Όχι. Θα γίνουν πιο ψεύτικοι οι αγοραστές
και θ’ αγοράζουν τα ψεύτικα σκυλιά σου!

Ο ΕΞΑΓΓΕΛΟΣ ΤΩΝ «ΠΕΡΣΩΝ»
Σαν έφτασε ο Εξάγγελος στα Σούσα
με καταξεσκισμένο αντερί
για ν’ αναγγείλει το χαμό της Σαλαμίνας…
Και πήρε η σύναξη να βογκά.
Και πέτρωσαν ολοσούσουμοι οι γέροι
κι η Άτοσσα απόμεινε μπρος την πύλη
σαν άγαλμα χρυσό…
Από ‘ναν μακρινό αμμοσωρό
ένας καταμόναχος σκύλος
– σαν πανάρχαιος χρησμός –
ένωσε το κλάμα του,
με τον ψυχοδαρμό των γέρων.
Και συνταράχτηκαν συθέμελα οι Ναοί
και τα χρυσά παλάτια της Περσίας.

Τότε η μεγάλη βασίλισσα,
δείχνοντας τ’ οδυρόμενο σκυλί
«Να σταματήσει!» πρόσταξε.
«Να σταματήσει να διηγάται ο Εξάγγελος
και να κοπούν οι οδυρμοί
και το θρηνολόι των γερόντων».

Τότε η σύναξη σα μαύρη κιονοστοιχία
πέτρωσαν στον τόπο της.
Και με βλέμμα ετοιμόσβηστο:
«Τι δηλοί;» ρώτησαν. «Μεγαλοδόξαστη βασίλισσα!
Τι δηλοί αυτή η σιωπή;»

Κι η Βασίλισσα
– μαδώντας την πλουσιόκομη κεφαλή της –
«Αλί!… είπε. Αλί. Εγώ –
το πικρό το άγγελμα το έλαβα.
Σαν σταματήσει το κλάμα του σκυλιού
θ’ αρχίσει ο θρήνος της Περσίας!»

ΚΑΙ ΤΕΛΟΣ
Δε θυμάται
πώς ακριβώς έγινε αυτό.
Τον γκρέμισαν; Έπεσε μοναχός του;
Ή μήπως τον κατέβασαν προσεχτικά
όπως στις εκκλησιές τους πολυελαίους.

Αυτός δε θυμάται, δεν μπορεί να θυμηθεί.
Ήταν κουρασμένος, τόσο…
Μόλις πρόφτασε να ψελλίσει:
«Θεέ μου τι λίγη που ήταν η ζωή…»

Κι ύστερα.
Ύστερα… τίποτα. Κάθισε στη χλόη
κι έφαγε το τελευταίο του ξεροκόμματο.
(Αυτό που ‘φερε απ’ τον απάνω κόσμο).
Αμέσως ήρθαν τα μερμήγκια.

Ύστερα.
Ύστερα πάλι τίποτα.
Ακολούθησε το «πένθιμο εμβατήριο».
Ξοπίσω του σύρθηκε ένα ποτάμι
από διατεταγμένα δάκρυα
και μετά, τίποτα.

Μόνο… Κάτι βουρκωμένα σύννεφα
ντράπηκαν να χύσουν το νερό τους
δίπλα στα ψεύτικα δάκρυα
και πήγαν να κλάψουν αλλού.

Αργά. Πάνω απ’ το κοιμητήρι
έπεσε συλλογισμένο το βράδυ
και του ‘ραψε τα μάτια.
Τα μερμήγκια τούτη τη φορά δεν ήρθαν.
Ήρθαν τα σκουλήκια.

Ο,ΤΙ ΑΓΑΠΗΣΑΜΕ
Τον αγαπήσαμε, πολύ τον αγαπήσαμε
αυτόν τον απαίσιο – αυτόν τον θεσπέσιο –
κόσμο μας.
Τον αγαπήσαμε κι ας τον βλέπαμε
πίσω απ’ τα σίδερα.

Αγαπήσαμε τις χειροπέδες μας
πιο πολύ κι απ’ τα βραχιόλια
που θα βάζαμε στα χέρια της αγαπημένης
κι ας ζύγιζαν πολύ πιο βαριά
(είκοσι καράτια δάκρυα!)

Μα αν δε λέγαμε «όχι» τότε
αν δε λέγαμε τότε «ποτέ»
οι αλυσίδες που αρνηθήκαμε
θα δένανε τα χέρια των παιδιών μας.

Και τα βιβλία μας, αυτά που γράψαμε
για τον έφηβο του «Τώρα» και του «Αύριο»
για τον έφηβο του σημερινού
και για τον έφηβο του αυριανού – Αιώνα
αν δεν λέγαμε τα «όχι» και τα «ποτέ»
τότε τα βιβλία μας
θα ‘πεφταν απ’ τα χέρια τους ντροπιασμένα.
Όσο για σένα, ωραίε ψαλμωδέ του Στίχου,
αν δεν έχεις τη δύναμη,
αν δεν έχεις την τόλμη –
να δείξεις ένα δρόμο…
Κόψε καλύτερα το χέρι σου!
Μη δείχνεις το γκρεμό!

ΕΡΩΤΙΚΟ ΚΑΛΕΣΜΑ
Έλα κοντά μου. Δεν είμαι η φωτιά.
Τις φωτιές τις σβήνουν τα ποτάμια.
Τις πνίγουν οι νεροποντές.
Τις κυνηγούν οι βοριάδες.
Δεν είμαι η φωτιά.

Έλα κοντά μου. Δεν είμαι ούτε ο άνεμος.
Τους ανέμους τους κόβουν τα βουνά.
Τους βουβαίνουν τα λιοπύρια.
Τους σαρώνουν οι κατακλυσμοί.
Δεν είμαι ο άνεμος.

Έλα κοντά μου. Δεν είμαι ούτε ο ωκεανός.
Τους ωκεανούς τους δαμάζουν οι Τρίτωνες.
Τους ημερεύουν οι ζέφυροι.
Τους μαγεύουν οι σειρήνες. Όχι.
Δεν ειμ’ ωκεανός.

Έλα κοντά μου. Δεν είμαι ούτε λιμάνι.
Δε σου τάζω την απανεμιά.
Ούτε τις γλυκές ισημερίες,
και τις αλκυονίδες ζεστασιές.
Δεν είμαι λιμάνι.
Εγώ… Δεν είμαι…
Παρά ένας κουρασμένος στρατολάτης.
Ένας αποσταμένος περπατητής.
Που ακούμπησε στη ρίζα μιας ελιάς
για ν’ ακούσει το τραγούδι των γρύλων.
Και αν θέλεις…
Έλα να τ’ ακούσουμε μαζί.

ΤΟ ΑΛΗΘΙΝΟ ΜΑΣ ΡΟΥΧΟ
Το πιο πολύτιμο ρούχο μας.
Το πιο επίσημο ρούχο μας.
Το πιο εμφανίσιμο ρούχο μας.
Η χλαμύδα μας.
Το φράκο μας.
Το νυχτικό μας.

Το μόνο σωστό μας.
Το μόνο πιστό μας.
Το μόνο αιώνιο ρούχο μας
είναι το πετσί μας.

Και δεν ντρέπομαι αν είναι μαύρο,
άσπρο
ή μελαψό.

Ντρέπομαι για κείνους που το χωρίζουν
σε μαύρο,
άσπρο
και μελαψό.


ΑΛΛΟΔΑΠΟΣ

Ανάμεσα απ’ τα νύχια της νύχτας
παραδέρνω σαν αιχμάλωτο έντομο –
ξένης ιθαγενείας.
Πατέρα είχα έναν τζίτζικα ραψωδό
με τρύπιο παντελόνι.
Και μητέρα την απέραντη Ερημιά.

Επάγγελμά μου την κραυγή
– τ’ απαρηγόρητο τραγούδι της τυράγνιας –
κι ηλικία; Αν βγάλεις έξω τις νύχτες
δεν έζησα καθόλου.
Καταδίκη; Μου ‘ραψαν τα χείλη
γιατί τάραζα τον ύπνο ενός Τυφλοπόντικα Φαραώ
που ‘χτιζε τις πυραμίδες του
κάτω απ’ το δέντρο της μοναξιάς μου.

Σ’ αυτό συμφώνησαν ομόφωνα
κι όλοι οι ευαίσθητοι βράχοι
κι ένας ιεροκήρυκας Ιπποπόταμος
που κήρυττε με πάθος την εγκράτεια.

Και μόνο μια ευγενικιά πεταλούδα
μη βρίσκοντας άλλη φλόγα να καεί
τρύπωσε στην καρδιά μου.

************************************************************

EΠΙΜΕΤΡΟ

Ο Μενέλαος Λουντέμης (1912-1977) ήταν ένας απ’ τους σπουδαιότερους Έλληνες λογοτέχνες. Παρόλο που έχει μείνει γνωστός για τα εξαιρετικά πεζά του («Τα πλοία δεν άραξαν», «Συννεφιάζει», «Ένα παιδί μετράει τ’ άστρα», «Οδός Αβύσσου, Αριθμός 0», «Τότε που κυνηγούσα τους ανέμους»), από πολύ μικρή ηλικία δημοσίευσε ποιήματα, τα οποία έντυναν όλες τις σκέψεις, την εσωτερικότητα, την κοσμοθεωρία, ενός πραγματικού αγωνιστή, αλλά κι ενός παθιασμένου ανθρώπου, ενός θιασώτη του Έρωτα.
Όντας ο ίδιος ένας μαχόμενος αριστερός, η ποίησή του έχει ως επί το πλείστον κοινωνικό περιεχόμενο, αντιπολεμικό και αντιρατσιστικό, και σε κάθε περίπτωση με στοιχεία που εξυμνούν τον προσωπικό και συλλογικό αγώνα,
εντούτοις, αποφεύγοντας να παπαγαλίσει κομματικές γραμμές.
Η «ύψιστη αρχή» του, αν μπορούσαμε να πούμε κάτι τέτοιο, ήταν να σηκωθεί ο υποδουλωμένος άνθρωπος στα ποδάρια του και να διεκδικήσει τη ζωή του. Η πατρίδα του να σταματήσει να επαιτεί και ν’ αποχτήσει την αυτοκυριαρχία της, ο άνθρωπος να κάνει την εσωτερική και κοινωνική του επανάσταση.
Αυτή ήταν η στράτευση του Λουντέμη, την οποία πλήρωσε κιόλας στη δουλειά και στην πορεία του γενικότερα (φυλακίσεις στην Κατοχή, εξορισμός σε Μακρόνησο κι Άι-Στράτη, απαγόρευση κυκλοφορίας βιβλίων του, απόσυρσή του από τα Γυμνάσια όλης της χώρας, εκπατρισμός στο Βουκουρέστι επί χούντας και απώλεια της ελληνικής ιθαγένειας.)
Ποιητικά, υπάρχει, φυσικά, κι ο μεταφυσικός Λουντέμης, ο εξαίρετος χρήστης των επιθέτων, των εικόνων, των παραδόξων, αλλά κι ο ποιητής που μελαγχολεί, που ειρωνεύεται, που κάνει κοφτερή κριτική. «Κινητήριος μοχλός» της Επανάστασης που είπα παραπάνω, είναι ο Έρωτας, ο ταυτισμένος με την Ελευθερία, που έχει απόλυτο εχθρό τον πόλεμο, την ανισότητα, τις αλυσίδες που δεσμεύουν τα Ιδανικά του.
Τέλος, ο Λουντέμης είναι λάτρης της ποίησης. Διαβάζει πολύ κι εμπνέεται απ’ τον Βάρναλη, τον Σολωμό και το δημοτικό τραγούδι, ακόμη απ’ τον Καββαδία και τον Καρυωτάκη. Ψηλαφίζει μια μοντέρνα κι επίκαιρη γλώσσα, αλλά κοιτάει κλεφτά και στο ποιητικό παρελθόν, που γέννησε εκείνον κι όλους τους άλλους.
Τα ποιήματα που διάλεξα απ’ την έκδοση με τα «Ποιητικά του» (Ελληνικά Γράμματα, 1999 – εκτός εμπορίου) είναι μάλλον απ’ τα πιο «παραγνωρισμένα» του. Αλλά είναι κι αυτά που μου έκαναν τρομερή εντύπωση, η γραφή εκείνη που αποδεικνύει το μεγάλο ταλέντο του να συνθέτει ποιήματα «πουλιά»: ριζιμιά σε πρώτη ανάγνωση, μα έτοιμα να απογειωθούν όταν αντικρύσουμε το βάθος και την ιδιαιτερότητά τους, όπως ακριβώς ένα χελιδόνι όταν συνειδητοποιήσει τα φτερά του.

PAGAN  http://www.poiein.gr/

About sooteris kyritsis

Job title: (f)PHELLOW OF SOPHIA Profession: RESEARCHER Company: ANTHROOPISMOS Favorite quote: "ITS TIME FOR KOSMOPOLITANS(=HELLINES) TO FLY IN SPACE." Interested in: Activity Partners, Friends Fashion: Classic Humor: Friendly Places lived: EN THE HIGHLANDS OF KOSMOS THROUGH THE DARKNESS OF AMENTHE
This entry was posted in POECIA=ΠΟΙΗΣΗ and tagged , , , , , . Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Please log in using one of these methods to post your comment:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s