Ο ΚΗΠΟΣ ΤΟΥ ΠΡΟΦΗΤΗ (Α)


image

o ΑΛΜΟΥΣΤΑΦΑ, ο διαλεκτός και αγαπημένος, που ήταν φως αυγινό στη δική  του μέρα, περίμενε δώδεκα ολόκληρα χρόνια  στην πόλη της Ορφαλεζίας για το καράβι
που θα γύριζε και θα τον έπαιρνε πίσω στο  νησί που γεννήθηκε.
Και στο δωδέκατο χρόνο, την έβδομη μέρα του Γιελούλ, του μήνα του θερισμού, ανέ-
βηκε το λόφο που ήταν έξω από τα τείχη της πόλης και κοίταξε κατά τη θάλασσα. κι
ανάμεσα από την αραιή ομίχλη ξεχώρισε  το καράβι του που ερχόταν.
Τότε, οι πόρτες της καρδιάς του άνοιξαν με μιας, και η χαρά του φτερούγισε μα-
κριά πάνω από τη θάλασσα. Κι εκείνος έκλεισε τα μάτια του και προσευχήθηκε μέσα
στη σιωπή της ψυχής του.
Καθώς όμως κατέβαινε το λόφο, κάποια θλίψη άγγιξε την ψυχή του και μια σκέψη
γεννήθηκε στην καρδιά του:
Πως θα μπορέσω να φύγω ήρεμα και χωρίς πόνο; Όχι, δε θα μπορέσω να φύγω από
την πόλη αυτή χωρίς μια πληγή στην ψυχή  μου.
Πολλές ήταν οι μέρες του πόνου που πέρασα μέσα στα τείχη της, και πολλές οι νύ-
χτες της μοναξιάς μου· και ποιος μπορεί  ν’ αποχωριστεί τον πόνο και τη μοναξιά του
χωρίς λύπη;

Πάρα πολλά κομμάτια του πνεύματός μου  διασκόρπισα σ’ αυτούς τους δρόμους, και
πάρα πολλά είναι τα παιδιά της λαχτάρας μου που βαδίζουν γυμνά ανάμεσα σ’ αυτούς
τους λόφους, και δεν μπορώ να φύγω μακριά  τους χωρίς κάποιο βαρος και κάποιον πόνο.
Σήμερα δεν πετώ από το κορμί μου ένα  ρούχο, αλλά σχίζω το δέρμα μου με τα ίδια
μου τα χέρια.
Ούτε είναι μια σκέψη αυτό που αφήνω  πίσω μου, αλλά μια καρδιά που γλύκανε με
την πείνα και τη δίψα.
Κι ωστόσο, δεν μπορώ ν’ αργοπορήσω  άλλο εδώ. Η θάλασσα που καλεί όλα τα
πράγματα κοντά της, καλεί κι εμένα, και  πρέπει να ταξιδέψω.
Γιατί, το να μείνω, κι αν ακόμα κάνει  ζέστη φλογερή μέσα στη νύχτα, για μένα
θα σημαίνει πάγωμα και κρουστάλλιασμα και σκλάβωμα μέσα στο καλούπι.
Μ’ ευχαρίστηση θα ‘παιρνα μαζί μου όλα  όσα είναι εδώ. Αλλά πως μπορώ;
Η φωνή δεν μπορεί να πάρει μαζί της  τη γλώσσα και τα χείλη που της έδωσαν
φτερά. Μόνη πρέπει να πετάξει στα αιθέρια.
Και μόνος, χωρίς τη φωλιά του, θα πετάξει ο αετός στα ουράνια.
Σε λίγο, όταν έφτασε στα ριζά του λόφου,στράφηκε πάλι προς τη θάλασσα, και είδε  το καράβι του να πλησιάζει στο λιμάνι, και πάνω στην πλώρη του είδε τους ναύτες, αν-
θρώπους της πατρίδας του.
Και η ψυχή του μίλησε προς αυτούς και  είπε:
Παιδιά της πρώτης μάνας μου, εσείς που καβαλάτε τα θαλασσινά ρεύματα, πόσες φο-
ρές αρμενίσατε στα όνειρά μου. Και τώρα έρχεστε στον ξύπνιο μου, που είναι το πιο
βαθύ μου όνειρο.
Έτοιμος είμαι να φύγω, κι η προθυμία μου με τα πανιά απλωμένα περιμένει τον
άνεμο.
Άλλη μια μόνο ανάσα θα πάρω σ’ αυτό τον ακίνητο αέρα, άλλη μια μόνο ματιά αγά-
πης θα ρίξω πίσω μου.
Και μετά θα βρεθώ ανάμεσά σας, θαλασσοπόρος ανάμεσα σε θαλασσοπόρους.
Και συ, απέραντη θάλασσα, κοιμούμενη μητέρα,
Που εσύ μόνο είσαι ειρήνη κι ελευθερία  για το ποτάμι και το ρεύμα,
Μόνο μια στροφή ακόμα θα πάρει αυτό  το ποταμάκι κι άλλη μια μόνο φορά θα μουρ-
μουρίσει σ’ αυτό το ξέφωτο, και μετά, εγώ  θα ρθω σε σένα, μια ελεύθερη σταλαγματιά
στον απέραντο ωκεανό.
Και καθώς προχωρούσε, είδε από μακριά  άντρες και γυναίκες που άφηναν τους αγρούς
και τα αμπέλια τους και βάδιζαν βιαστικά  προς τις πύλες της πόλης.
Κι άκουσε τις φωνές τους που έλεγαν  τ’ όνομά του, και κραύγαζαν απο χωράφι
σε χωράφι, μηνώντας ή μια στην άλλη πως το καράβι του είχε φτάσει.
Και κείνος είπε μέσα του:
Θα είναι η μέρα του χωρισμού μέρα συνάντησης;
Και θα πουν ότι το ηλιόγερμά μου ήταν  πραγματικά η χαραυγή μου;
Και τι θα δώσω σ’ αυτόν που άφησε το  αλέτρι του στη μέση της αυλακιάς, και σε
κείνον που σταμάτησε τον τροχό στο πατητήρι των σταφυλιών του;
Θα γίνει η καρδιά μου δέντρο βαρυφορτωμένο με καρπούς που θα μαζέψω και θα
τους μοιράσω;
Και θα τρέξουν οι λαχτάρες μου σαν το  νερό της κρήνης για να γεμίσω τις κούπες
τους;
Μήπως είμαι άρπα που μπορεί ν’ αγγίξει το χέρι του Δυνατού, ή μια φλογέρα που
η ανάσα του να περάσει μέσα μου;
Εγώ είμαι αναζητητής της σιωπής, και  τι θησαυρό έχω βρει στη σιωπή που να μπο-
ρώ να τον χαρίσω μ’ εμπιστοσύνη;
Αν ετούτη είναι η μέρα της συγκομιδής  μου, σε ποιά χωράφια έχω σπείρει το σπόρο
μου και σε ποιούς αμνημόνευτους καιρούς;
Αν αυτή είναι πραγματικά η ώρα όπου θα  υψώσω το φανάρι μου, δε θα είναι η δική μου
φλόγα που θα καίει μέσα σ’ αυτό.
Άδειο και σκοτεινό θα υψώσω το φανάρι μου,
Κι ο νυχτοφύλακας θα το γεμίσει λάδι,κι ο ίδιος θα τ’ ανάψει.
Αυτές τις σκέψεις τις διατύπωσε με λόγια.
Πολλά όμως απ’ όσα είχε στην καρδιά του  έμειναν ανείπωτα. Γιατί κι αυτός ο ίδιος δεν
μπορούσε να εκφράσει το πιο βαθύ του μυστικό.
Κι όταν μπήκε στην πόλη, όλος ο λαός  ήρθε και τον αντάμωσε, κι όλοι μαζί του φώ-
ναζαν σα με μια φωνή.
Και οι γεροντότεροι της πόλης βγήκαν  μπροστά και είπαν:
Μη μας αφήνεις από τώρα.
Ήσουν ήλιος μεσημεριάτικος στο σούρουπό μας, κι η νιότη σου μας χάρισε όνειρα
για να ονειρευόμαστε.
Δεν είσαι ξένος ανάμεσά μας, ούτε φιλοξενούμενος, αλλά παιδί μας και πολυαγαπη-
μένος μας.
Μη κάνεις ακόμα τα μάτια μας να πεινάσουν για το πρόσωπό σου.

Οι ιερείς και οι ιέρειες του είπαν:
Μην αφήσεις τα κύματα της θάλασσας  να μας χωρίσουν τώρα, και τα χρόνια που
πέρασες ανάμεσα μας να γίνουν μνήμη.
Περπάτησες ανάμεσά μας σαν πνεύμα, κι  ο ίσκιος σου ήταν φως στα πρόσωπά μας.
Σ’ αγαπήσαμε πολύ. Η αγάπη μας όμως  ήταν άφωνη, και κρυμμένη κάτω από τα πέπλα.
Αλλά τώρα σου φωνάζει δυνατά, και ξεσκεπάζεται μπροστά σου.
Μα ποτέ η αγάπη δε γνωρίζει το ίδιο της  το βάθος, πριν φτάσει η ώρα του χωρισμού.
Ήρθαν κι άλλοι και τον παρακάλεσαν.
Αλλ’ αυτός δεν τους απάντησε. Έσκυβε μόνο το κεφάλι του. κι όσοι ήταν κοντά του,
είδαν τα δάκρυά του που έσταζαν στο στήθος  του.
Και μαζί με όλο το λαό προχώρησε προς  τη μεγάλη πλατεία, μπροστά στο ναό.
Κι εκεί, μέσα από το ιερό του ναού, βγήκε  μια γυναίκα που τ’ όνομά της ήταν Αλμήτρα.
Ήταν η μάντισσα.
Κι αυτός έριξε πάνω της άπειρα τρυφερό  το βλέμμα του, γιατί αυτή ήταν η πρώτη που
τον γύρεψε και τον πίστεψε, όταν εκείνος δε  βρισκόταν στην πόλη τους παρά μια μόνο
μέρα.
Κι η Αλμήτρα τον χαιρέτησε, και του είπε:
Προφήτη του Θεού, που αναζητάς το υπέρτατο, πολύ καιρό έψαχνες τις θάλασσες για
το καράβι σου.
Και τώρα το καράβι σου ήρθε, κι εσύ πρέπει να φύγεις. Βαθιά είναι η λαχτάρα σου
για τη γη των αναμνήσεών σου και την κατοικία των μεγάλων πόθων σου. και η αγά-
πη μας δε θα μπορούσε να σε δέσει. ούτε οι  ανάγκες μας να σε κρατήσουν.
Όμως, σου ζητούμε ένα πράγμα πριν μας  αφήσεις, να μας μιλήσεις, και να μας δώσεις
από την αλήθεια σου.
Και μεις θα τη δώσουμε στα παιδιά μας,κι εκείνα στα δικά τους παιδιά, κι έτσι δε θα
χαθεί. Στη μοναξιά σου παρατήρησες τις μέρες μας, και στον ξύπνιο σου άκουσες το κλά-
μα και το γέλιο του ύπνου μας.
Τώρα, λοιπόν, αποκάλυψέ μας τον εαυτό  μας, και πες μας όλα όσα έχεις νοιώσει για
όσα βρίσκονται ανάμεσα στη γέννηση και  το θάνατο.
Κι εκείνος απάντησε:
Λαέ της Ορφαλεζίας, για τι άλλο μπορώ  να μιλήσω εκτός από αυτό που ακόμα και τώ-
ρα σαλεύει μέσα στις ψυχές σας;

(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)

ΠΗΓΗ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ  ΒΙΒΛΙΟΥ  ΑΠΟ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΠΟΥΚΟΥΜΑΝΗ

About sooteris kyritsis

Job title: (f)PHELLOW OF SOPHIA Profession: RESEARCHER Company: ANTHROOPISMOS Favorite quote: "ITS TIME FOR KOSMOPOLITANS(=HELLINES) TO FLY IN SPACE." Interested in: Activity Partners, Friends Fashion: Classic Humor: Friendly Places lived: EN THE HIGHLANDS OF KOSMOS THROUGH THE DARKNESS OF AMENTHE
This entry was posted in Books and tagged , , , . Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Please log in using one of these methods to post your comment:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s