ΑΝΤΙΓΝΩΣΗ Η ΚΑΚΙΑ ΤΟΥ ΩΧΑΔΕΛΦΙΣΜΟΥ Κ ΤΗΣ ΕΛΛΕΙΨΗΣ ΣΕΒΑΣΜΟΥ,ΥΠΕΡΕΓΩ ΥΠΕΡ-ΕΧΟΝΤΟΣ (XVIIII)


(BEING CONTINUED FROM  03/01/16)

Όσο θα υπάρχουν άνθρωποι που που πιστεύουν σε ανοησίες, θα
διαπράττονται φρικαλεότητες.
ΒΟΛΤΑΙΡΟΣ

Κι ίσως ποτέ ο πολιτισμός δε συνειδητοποίησε τόσο έντονα την
κατάρρευση του, όσο οι ειδωλολάτρες στους πρώτους 4 αιώνες της
χρονολογίας μας. «Πιστεύουν», λέει ο Μ. Simon, «ότι ο
χριστιανισμός είναι περισσότερο από ένα λάθος. Είναι ένας κίνδυνος
που προκαλεί, με την περιφρόνηση που εκδηλώνουν οι χριστιανοί
για τους θεούς».
Φυσικά, η αντίσταση δε γίνεται με θρήνους. Αλλά οι ειδωλολάτρες
δεν είχαν κάνει ποτέ πολέμους για να επιβάλουν την πίστη τους. Γι’
αυτό και δεν μπορούσαν να συλλάβουν την έκταση που θά ‘παιρνε η
συμφορά, που άπλωνε υπόγεια σε μάζες που δεν είχαν επαφή με τις
ανώτερες τάξεις. Όταν είδαν αυτούς τους «ταπεινούς» χριστιανούς
να εξωτερικεύουν τα πιο βάρβαρα ένστικτα για την «πίστη» τους και
αποφασισμένους να ξεθεμελιώσουν τον πολιτισμό, γκρεμίζοντας ιερά
και έργα ανεπανάληπτης τέχνης, τότε κατάλαβαν χριστιανισμός τί
σημαίνει!
Τον κατηγορούν σαν επικίνδυνο, με την έννοια ότι δείχνει μια
ιμπεριαλιστική διάθεση να κυβερνήσει τον κόσμο. Βλέπουν τις
τοπικές κοινότητες σαν συνωμοτικές εστίες, και την «παγκόσμια
εκκλησία» σαν μια πλατιά συνωμοσία που απειλούσε την καθιε-
ρωμένη τάξη του κόσμου. Οι ειδωλολάτρες είδαν επιτέλους καθαρά
τον κίνδυνο που απειλούσε την ανθρωπότητα. Αλλά είναι πια αργά.
Όπως πολύ σωστά λέει ο Nilsson, ο παγανισμός πάσχει από έλλειψη
θεολογικής θεωρίας. Η θεολογία τους ήταν τόσο ελαστική, ώστε να
μη γεννηθεί ποτέ ο κίνδυνος της μισαλλοδοξίας. Η ύπαρξη των θεών
ήταν αυτονόητη, Αλλά η ερμηνεία τους καθόλου δεσμευτική. Ακόμα
και ο Επίκουρος ανεχόταν την ιδέα της ύπαρξής τους, Αλλά με μια
αίσθηση τόσο μακρινή και τόσο λίγο δεσμευτική για τους
ανθρώπους, που ήταν το ίδιο κι αν δεν υπήρχαν. Ήταν εξάλλου τόσα
τα παλιά και καινούρια ρεύματα, οι δοξασίες που ταξίδευαν από
χώρα σε χώρα, αλλά και η περιέργεια της ερμηνείας της ύπαρξης,
ανάμεσα σε διάφορους λαούς, που κανείς δε σκέφτηκε ποτέ να
στερήσει, από την ανθρώπινη ελευθερία, το δικαίωμα να έρευνα και
ν’ αναζητεί την αλήθεια. Μετά την αποτυχία του Παύλου στην
Αθήνα, η προπαγάνδα του θα περιοριστεί στο αιώνια περιφρονημένο
και, ως την ώρα εκείνη, αιώνια αγνοούμενο κοινό των σκλάβων, των
τεχνιτών, των παιδιών, των γυναικών. Κι αυτό, πρέπει να το
υπογραμμίσουμε, στάθηκε αποφασιστικό: Ο απόλυτος,
ολοκληρωτικός παραμερισμός της γυναίκας από την πατριαρχική
κοινωνία και τη δημόσια ζωή, που ήταν αλληλένδετη με τη θρησκεία,
στάθηκε ένα θανάσιμο λάθος που οδήγησε στην απώλεια εδάφους
για την ειδωλολατρία. Μην ξεχνάμε εξάλλου πως ο μιθραϊσμός
συμβάδισε με το χριστιανισμό, και στάθηκε μάλιστα επικίνδυνος
αντίπαλος του στο τέλος του πρώτου ως τον τρίτο αιώνα της
χρονολογίας μας. Κι όμως η δύναμη του θα υποχωρήσει και θ’ αφήσει ελεύθερο το έδαφος στο χριστιανισμό, για τον ίδιο λόγο.
Αποκλείει ολοκληρωτικά τη γυναίκα. Ήταν ένα αντρικό (στρατόπεδο,
όπως και η αθηναϊκή κοινωνία του 5ου π.Χ. αιώνα, μια κλειστή
αντρική λέσχη.
Αντίθετα με το χριστιανισμό, που η αμέριστη αποδοχή της γυναίκας
θα συντελέσει κατά ένα μεγάλο ποσοστό στην εξάπλωση και
επικράτηση του. Φτωχή πνευματικά, ανόητη, θρησκόληπτη η
αγράμματη, όλες τις ελλείψεις ή τις αρετές της θα τις μεταβιβάσει
εκείνη στο παιδί, το ακουμπισμένο στον κόρφο της. Φυσικά η
συνεργασία της γυναίκας είναι κι αυτή συνέπεια της συμμετοχής της
στη ζωή των κοινοβίων του Qumran και των κανονισμών του. Όσοι
απ’ αυτούς δεν ενοχλούν στο σχέδιο της παραχάραξης της εσσαιικής
διδασκαλίας θα διατηρηθούν, σε βάρος άλλων ουσιαστικών, Αλλά
μόνο στην αρχή. Όμως στην εβραϊκή ιδεολογία η γυναίκα είναι
ανέκαθεν ενοχλητική. Και μόλις ο Παύλος θα πάρει τα ηνία στα χέρια
του, θ’ αρχίσει να τη στριμώχνει ξανά στο περιθώριο. Για τα χρόνια
κείνα η μητριαρχία δεν ήταν τόσο παλιά ιστορία. ο κίνδυνος να
ξαναβγεί η γυναίκα στο προσκήνιο της κοινωνίας υπήρχε πάντα. Και
ο Παύλος θα γράψει: «Η κεφαλή κάθε ανδρός είναι ο Χριστός,
κεφαλή δε της γυναίκας ο άνδρας… διά τούτο πρέπει να έχει πάνω
στο κεφάλι της κάποιο σύμβολο ότι τελεί υπό εξουσίαν» (Α’ Κορ, ιγ’,
9-10).
«Η φιλοσοφία και κάθε εκπαίδευση, γενικά», φωνάζει ο
Τερτυλλιανός, «όχι μόνο δεν εξυπηρετούν το δρόμο προς το Θεό,
αλλά εμποδίζουν τη λύτρωση του ανθρώπου. Αντίθετα η θεία
αποκάλυψη υπάρχει φυσιολογικά μέσα στον κοινό άνθρωπο, τον
άνθρωπο του δρόμου, που καμιά τεχνητή γνώση σχολείου δε νόθεψε
τον αυθορμητισμό του». Για να καταλήξει στο συμπέρασμα: «Τί το
θετικό μπόρεσε ν’ απαντήσει ο Θαλής, αυτός ο πρίγκιπας της
φυσικής, στον Gresus, όταν τον ρώτησε για το Θεό αφού τον
αναζήτησε μάταια ξεγελώντας την ελπίδα του; Στους χριστιανούς
όμως ο πιο αμόρφωτος τεχνίτης γνωρίζει το Θεό, τον μαθαίνει στους
άλλους, γιατί έχει πάρει απαντήσεις σε όλα τα ερωτηματικά για το
δημιουργό του σύμπαντος».
Έτσι, όσα θ’ απορρίψει ο χριστιανισμός, ανώδυνα στην αρχή, αφού
απευθυνόταν μόνο στους οπαδούς του, θα τα επιβάλει με Νόμους
μόλις οι οπαδοί πληθύνουν κι αποτελέσουν πια μια λαϊκή δύναμη. Με
την εμφάνιση του και ως τον 3ο αιώνα, οι διδασκαλίες του
χριστιανισμού απευθύνονταν αποκλειστικά στην εξαθλιωμένη μάζα.
«Γύρω Στον 3ο μ.Χ. αι. η “ρωμαϊκή ειρήνη” απαθλίωσε και
ταπείνωσε τους καταχτημένους. Σ’ όλη την έκταση της
αυτοκρατορίας οι μάζες έζησαν φτωχές, απρόσωπες κι αγνοημένες,
παραδομένες στην αμάθεια και τη δεισιδαιμονία, σαν ζωύφια  στριμωγμένα στην κουφάλα γέρικου δέντρου. Οι παραγωγικές
σχέσεις άλλαζαν αδυσώπητα κι ο ελληνορωμαϊκός κόσμος βυθιζόταν
στη φεουδαρχία που σ’ αυτά τα χρόνια αρχίζει να διαμορφώνεται».4
Από το μονοπάτι των καθυστερημένων θα διεισδύσει ο χριστιανισμός
πολύ πιο εύκολα από οποιαδήποτε άλλη ιδέα η φιλοσοφική θεωρία,
όσο προοδευτική και λυτρωτική κι αν ήταν. Θα απαιτεί αυστηρή
υπακοή στις απαγορεύσεις του. Οι οπαδοί του, τελείως ξεκομμένοι,
ζουν με προκλητική, αλλά και αμείλικτη πειθαρχία έξω από την
κοινωνική ζωή. Η συμμετοχή στην πολιτική ζωή, εξάλλου,
αποκλειόταν γιατί ένας δημόσιος λειτουργός θα βρισκόταν
υποχρεωμένος να λαμβάνει μέρος σε ειδωλολατρικές εκδηλώσεις και
τελετές. Αλλά και όλα γενικά τα επαγγέλματα που είχαν
χαρακτηριστεί ως «ελληνο-ρωμαϊκά» ήταν καταδικασμένα σαν
ανήθικα και απαγορεύονταν στους πιστούς. Ένας χριστιανός δεν
μπορούσε να είναι αστρολόγος η ηθοποιός, μάντης η προφήτης. Δεν
επιτρεπόταν να παρουσιαστεί στο στάδιο, γιατί ο αθλητισμός ήταν
απαράδεκτος ακόμα και σαν θέαμα, καθώς και το θέατρο και ο
ιππόδρομος. Απαγορευόταν, φυσικά, και η πορνεία.
Αδιανόητο, ακόμη, βρωμερό κι ανυπόληπτο ήταν το επάγγελμα του
γλύπτη, όπως και του ζωγράφου, γιατί όλοι αυτοί οι καλλιτέχνες,
μοιραία, θ’ αναπαρίσταναν ειδωλολάτρες θεούς η σκηνές από τη
μυθολογία. Και να μη συζητήσουμε για το επάγγελμα του καθηγητή.
Ποιος πιστός θά ‘κανε το βδελυρό αμάρτημα να βγει να διδάξει την
ποίηση του Ομήρου ή του Βιργιλίου; Έτσι όταν ο Ιουστινιανός θ’
αναγκαστεί να υποχωρήσει στις πιέσεις του ιουδαΐζοντα κλήρου και
θ’ απολύσει όλους τους ειδωλολάτρες καθηγητές από το
πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης, οι έδρες θα μείνουν κενές. Οι
πιστοί και φανατικοί χριστιανοί δε σπούδαζαν στα ειδωλολατρικά
πανεπιστήμια και σχολεία. Όχι μόνο γιατί οι περισσότεροι απ’ αυτούς
ήταν εβραϊκής καταγωγής, αλλά γιατί το κήρυγμα της Αντιγνώσης
του Παύλου έχει γίνει πια επίσημο δόγμα από τον Τερτυλλιανό: Αν
δεν επιτρέπεται στους υπηρέτες του Θεού να διδάσκουν τις καλές
τέχνες και τα γράμματα, δεν επιτρέπεται επί πλέον και να τα μαθαί-
νουν».
Οι απαγορεύσεις, εισχωρώντας βαθιά στην ιδιωτική ζωή, θα
δημιουργήσουν για τους πιστούς προβλήματα επιβίωσης. Αν α-
ποκλείονταν τα θεάματα, τα θέατρα, τα τυχερά παιχνίδια, σαν
απάνθρωπα ή ανήθικα, οι μυημένοι στο χριστιανισμό δεν μπορούσαν
να δουλέψουν σε κανένα απ’ αυτούς τους χώρους, ακόμα κι αν ήταν
παλιοί επαγγελματίες. Αλλά ο Τερτυλλιανός καθησύχαζε τους
πάντες: «Η πίστη δε φοβάται την πείνα». Ακόμα και η επαφή με την
πολυτέλεια των θεατών και την επίδειξη πλούτου, που χαρακτήριζαν
το ειδωλολατρικό κοινό που σύχναζε στα θεάματα, μόλυνε τους
πιστούς.

Απαγορεύονταν ακόμη και οι μικτοί γάμοι. Ο χριστιανισμός,
ακολουθώντας ένα πρόγραμμα σοφά μελετημένο, επιτρέπει αρχικά
την ενεργό συμμετοχή των, επίσης φτωχών στο πνεύμα, γυναικών
στη θρησκευτική ζωή. Δημιουργείται όμως ένα σοβαρό πρόβλημα
εξαιτίας της δυσαναλογίας ανάμεσα στις μυημένες γυναίκες, που
είναι πάρα πολλές, σε σύγκριση με τούς άντρες που είναι ελάχιστοι.
Στο ερώτημα: Με ποιον θα παντρεύεται μια νέα χριστιανή, θ’
απαντήσει ο Κυπριανός στο τέλος του 3ου αι., «με κανέναν εν δε
βρει χριστιανό σύζυγο». Και ο Τερτυλλιανός γράφει: «Ο μικτός
γάμος χριστιανής με ειδωλολάτρη είναι το ίδιο φοβερό αμάρτημα με
την αιμομιξία ή τη μοιχεία». Γι’ αυτό και συμβουλεύει τις κοπέλες
των καλών οικογενειών να κάνουν κάποια υποχώρηση και να
παντρεύονται στην ανάγκη έναν άντρα κατώτερης κοινωνικής τάξης,
φτάνει νά ‘ναι χριστιανός. Αλλά κάτι τέτοιο είναι αδιανόητο για την
υψηλή κοινωνία της Ρώμης και για κάθε αστική τάξη. Και ο
χριστιανισμός δεν έχει την πρόθεση νά ‘ρθει σε σύγκρουση με τη
μητρόπολη ούτε με την αριστοκρατία της πολύ περισσότερο.
Αντίθετα κανακεύει τις αρχόντισσες, που φαίνεται νά ‘χουν σαφή
επίγνωση των σεξουαλικών τους αναγκών και δικαιωμάτων. Γι’ αυτό
ο πάπας Κάλλιστος, στις αρχές τού 3ου αι., θα επιτρέψει τούτο το
ανήκουστο: Μια κοπέλα, ανώτερη κοινωνικά, που δεν μπορεί νε
παντρευτεί έναν άντρα κατώτερου κοινωνικού επιπέδου, γεγονός
που θα τη μείωνε κοινωνικά και θα την έβγαζε από τη σειρά της, είχε
το δικαίωμα να συζεί μ’ έναν απελεύθερο χριστιανό, χωρίς νά ‘ναι και
υποχρεωμένη να νομιμοποιήσει τις σχέσεις της μαζί του με γάμο.
Πού πάνε στην περίπτωση αυτή οι αυστηρές απόψεις του Παύλου,
που δίδασκε πως ο σωστός χριστιανός έπρεπε να ζει απόλυτα
ασκητικά και μακριά από την αμαρτία της σάρκας; Όπου και η
πολυδιαφημισμένη ισότητα, φτωχών και πλούσιων, όπως θ’
αποδειχτεί με τον καιρό. ‘Ήδη οι διακρίσεις της ηθικής ανάμεσα στις
ανώτερες και τις λαϊκές τάξεις γίνονταν προκλητικές. Αλλά ο
σαρκικός ασκητισμός δεν ήταν γνώρισμα τού ιουδαϊσμού. Το ότι
αρχίζει και προπαγανδίζεται ιδιαίτερα, σαν καινούριο στοιχείο της
νέας θρησκείας, μας προσφέρει ακόμη ένα ντοκουμέντο, για το ότι ο
χριστιανισμός απευθύνεται αρχικά πάλι και κυρίως σε
εξελληνισμένους Εβραίους. Αυτούς θέλει ν’ αποτρέψει και ν’
απομακρύνει από τα παγανιστικά ήθη κι έθιμα. Το σημαντικότερο
όμως είναι πως αποκαλύπτεται ότι κύριος στόχος του ιουδαϊσμού,
βαλλόμενος διά του χριστιανισμού, είναι ο ειδωλολατρισμός και ο
πολιτισμός του. Μια και ή σάρκα και ο έρωτας είναι θεοποιημένα από
τους ειδωλολάτρες, η μυθολογία τους ανήθικη και η κοινωνία τους
διεφθαρμένη.
Η προϋπόθεση της αυστηρής ασκητικής για κάθε προσηλυτιζόμενο
στο χριστιανισμό προκαλεί απώθηση στην κοινή γνώμη των αντρών  και γίνεται ένα επιπλέον εμπόδιο στην εξάπλωση του. Και αφού ο
χριστιανισμός διαδίδεται, αρχικά, στις κατώτερες τάξεις και στις
γυναίκες, ιδίως, ενώ προσκρούει στην απροθυμία των άντρων, κάθε
επιπέδου, η υποχρεωτική παρθενιά των φτωχοκόριτσων, κάνοντας
την ανάγκη φιλοτιμία, ανάγεται σε θεσμό.
«Πόσοι εθελοντικά ευνούχοι, πόσες παρθένες αρραβωνιασμένες με
τον Χριστό!» καμαρώνει ό Τερτυλλιανός.
Και ό Μ. Simon παρατηρεί πως «το οξύ πρόβλημα της συμβίωσης σε
μια τόσο προχωρημένη εποχή (ο Κάλλιστος ζει στα τέλη τού 3ου αι.)
δείχνει τη δυσαναλογία ανάμεσα σε άντρες και γυναίκες και το
αδιέξοδο που δημιουργείται, με κατάληξη την καλλιέργεια της
παρθενιάς σαν ιδανικού».
Ο Παύλος πρώτος θα κηρύξει πολύ αντιφατικά διά τα αγαθά της
παρθενίας:
«Εάν δε κάποιος νομίζει ότι κάνει άσχημα πού αφήνει την κόρη του
να γεροντοκοριάσει (υπέρακμος) και ότι πρέπει να την παντρέψει να
το κάνει· δεν αμαρτάνει, να την παντρέψουν. Όποιος δε στέκει
ακλόνητος στην καρδιά του και δε λογαριάζει κανένα και έχει
εξουσία να φερθεί όπως του αρέσει και κρίνει στην καρδιά του ότι το
καλύτερο είναι να κρατήσει την παρθένα του, καλώς το κάνει. Ώστε
και ο εκγαμίζων καλώς ποιεί, ο δε μη εκγαμίζων κρείσσον ποιεί» (Α’
Κορ, ζ’, 36-38).
Και επειδή ο Παύλος θα θεμελιώσει τους νόμους, θα διαπιστώσουμε
πως οι παρθένες οι αφιερωμένες στο θεό, «σκεύη ιερά και νύμφαι
Ιησού», που κάποια στιγμή μετάνιωναν και αθετούσαν τον όρκο τους
να διατηρήσουν την παρθενία τους για όλη τους τη ζωή,
απασχόλησαν επανειλημμένα τις Οικουμενικές Συνόδους και τους
άγιους Πατέρες, του επιπέδου του λεγόμενου Μεγάλου Βασιλείου και
του Γρηγορίου της Νύσσης. Οι διακόνισσες που παντρεύονταν
αναθεματίζονταν μετά του συζύγου των ως υβρίζουσαι την του Θεού
χάριν» κατά την απόφαση της 4ης Οικουμενικής Συνόδου. Έρχεται
όμως το ρωμαϊκό Δίκαιο και τις καταδικάζει σε θάνατο, δημεύοντας
και την περιουσία τους. Όχι, αστεία θα κάνουμε με την παρθενία! Οι
Ρωμαίοι, και οι Βυζαντινοί εξάλλου, καταδικάζουν τους βιαστές
μοναχών στην ποινή της ρινοκοπίας. Αυτούς δε που ξεπαρθένευαν
μοναχές – παρθένες, ή τις παντρεύονταν, τους καταδικάζανε επίσης
σε θάνατο και δήμευση της περιουσίας.
Οι άγιοι αυτοί πατέρες αντιμετώπισαν και ένα άλλο σκάνδαλο που
θύμιζε σαφώς ειδωλολάτρες: «Το να λούονται γυναίκες εις τα
Βαλανεία». Τα Βαλανεία μπορεί να ήταν ατομικά λουτρά, συνήθως
όμως ήταν ολόκληρα οικοδομήματα, δημόσια ή ιδιωτικά. Επειδή,
ωστόσο, υπήρχαν και κληρικοί και ασκητές, που εξακολουθούσαν να  πιστεύουν στην καθαριότητα του σώματος, και να συλλούονται με
γυναίκες, του σκανδάλου επιλαμβάνεται η εν Λαοδικεία Σύνοδος
(343-381) με τον κανόνα Λ. Το σκάνδαλο απασχολεί και την εν
Τρούλλω Σύνοδο, που απειλεί με καθαίρεση τους κληρικούς
παραβάτες και με αφορισμό τους λαϊκούς. Η απαγόρευση ισχύει και
για τα αντρόγυνα που «συλλούονται εις τα Βαλανεία». Διότι ναι μεν
«οι σύζυγοι αποτελούν σάρκα μίαν, αλλά δεν μπορούν να κάνουν
κακήν χρήσιν των μελών τους». (Μεγάλη Ελλην. Εγκυκλ, «Ηθών
Πλημμελήματα». Τ. 12ος).
Να λοιπόν ποιά είναι τα σοβαρά θεολογικά προβλήματα που
προκάλεσαν τις περισσότερες από τις περίφημες Οικουμενικές
Συνόδους: Η αμείλικτη δίωξη και η κατάργηση όλων των
πολιτιστικών επιτευγμάτων της τότε πολιτισμένης ανθρωπότητας και
η επιστροφή στη βαρβαρότητα, την αγραμματοσύνη και την απλυσιά
του εβραϊκού λαού. Έτσι ο Εβραίος δε θά ‘χε πια κανένα πρότυπο
πολιτισμού να ζηλέψει και να μιμηθεί.
Τελικά, στις οικουμενικές συνόδους χαλκεύθηκαν η
θρησκειοποιήθηκαν οι κοινωνικοί θεσμοί και νόμοι που βασανίζουν
ένα μέρος της ανθρωπότητας ως σήμερα.
Ο παράξενος και απάνθρωπος τρόπος ζωής των Εβραίων
προκαλούσε την περιφρόνηση και την αντιπάθεια του ελληνορω-
μαϊκού κόσμου, που δεν εκδηλωνόταν ανοικτά, γιατί τους προ-
στάτευαν οι ρωμαϊκοί νόμοι. Οπότε οι χριστιανοί, για να γλιτώσουν
από τον κατατρεγμό και τους διωγμούς, προσπαθούσαν να
προφυλαχτούν κάτω από την ίδια στέγη και τα προνόμια της
διακηρύσσοντας πως ο χριστιανισμός δεν είναι παρακλάδι, ούτε
αίρεση, αλλά γνήσιο παιδί του ιουδαϊσμού.
«Οι αρχές των χριστιανών», γράφει ο Μ. Simon, «εξαιρουμένων των
αυστηρών αντιλήψεων περί παρθενίας και σαρκικού ασκητισμού, δεν
παρουσίαζαν βασικές διαφορές με τις αρχές των Εβραίων. Αλλά
αυτοί οι τελευταίοι προστατεύονταν από τη λαϊκή αντιπάθεια, χάρη
στην επίσημη αναγνώριση της θρησκείας τους, με νόμο της
αυτοκρατορίας. Γι’ αυτό και οι απολογητές του χριστιανισμού προ-
σπαθούν να αποδείξουν πως ο χριστιανισμός ήταν κάτι πολύ
περισσότερο από μια απλή παραλλαγή του ιουδαϊσμού».
Παρόμοιες όμως διαβεβαιώσεις οξύνουν την αντιπάθεια του κοινού
κατά των χριστιανών, μια και η αίρεση τους δεν συμπεριλαμβάνεται
στις απαγορευτικές διατάξεις που προστατεύουν τους Εβραίους.
Φυσικό λοιπόν να σταθεί δύσκολη η επικράτηση του χριστιανισμού
και να γνωρίσει επικίνδυνες διακυμάνσεις. Φοβερούς διωγμούς θα  διαδεχτούν περίοδοι σύντομης η μακράς ειρήνης τους πρώτους τρεις
αιώνες της χρονολογίας μας.
«Με βάση αυτά τα δεδομένα», γράφει ο Μ. Simon, «θα νομίσουν
μερικοί ειδωλολάτρες ότι υπάρχει πιθανότητα να αποτελέσουν με
τους Εβραίους ένα ενωμένο μέτωπο θρησκευτικού συντηρητισμού,
απέναντι στη χριστιανική απειλή. Η στάση του αυτοκράτορα
Ιουλιανού του Αποστάτη είναι σ’ αυτή την περίπτωση ιδιαίτερα
σημαντική. Σίγουρα, περιφρονεί τον ιουδαϊσμό, θρησκεία ενός
μικρού βάρβαρου λαού, και την παράλογη πρόθεση των Εβραίων να
επιβάλουν τον εθνικό τους θεό στον κόσμο σαν μοναδικό. Αλλά αυτή
η περιφρόνηση δεν αποκλείει έναν ορισμένο θαυμασμό. Ο Ιουλιανός
εγγράφει στο ενεργητικό του ιουδαϊσμού τις τελετουργικές του
διατάξεις, ιδιαίτερα κείνες που αφορούν στη θυσιαστική λατρεία και
γενικότερα την πίστη του στις παραδόσεις. Στα σημεία αυτά
συγγενεύει με την ειδωλολατρία, πράμα που θα μπορούσε να κάνει
δυνατή μια συμμαχία, αν τουλάχιστον οι Εβραίοι εγκαταλείπανε τον
αποκλειστικό μονοθεϊσμό τους και συμφωνούσαν να ενσωματώσουν
τον Ιαχβέ τους ως “εθνάρχη” στο πάνθεον του ανασυκροτούμενου
ειδωλολατρισμού. Για να διευκολύνει αυτή την προσέγγιση, ο
Ιουλιανός έφτασε ν’ αναλάβει την ανοικοδόμηση του Ναού στην
Ιερουσαλήμ. Ο πρόωρος θάνατος του διέκοψε την εξέλιξη αυτής της
ιουδαϊκής πολιτικής, καταδικασμένης μοιραία στην αποτυχία, γιατί
στηριζόταν σε μια ιδιόρρυθμη παραγνώριση της εβραϊκής νοοτροπίας
και της αληθινής φύσης του ιουδαϊσμού, που δεν μπορούσε να
προσφερθεί σε τέτοιο συμβιβασμό με τους ειδωλολάτρες, χωρίς να
αρνηθεί τον εαυτό του» (ο.π., σελ. 62-3).
Το συγκρητικό φαινόμενο, το αναφέραμε ήδη, είναι χαρακτηριστικό
της θρησκευτικής ζωής του αρχαίου κόσμου, στην ελληνιστική και
ρωμαϊκή εποχή.125 Για τον εβραϊσμό όμως, αυτό είναι αδιανόητο, για
πολλούς λόγους. Το κατακομμάτιασμα του εβραϊκού λαού και
έθνους126 εξάλλου, με τις αλλεπάλληλες επαναστάσεις και
καταστροφές από τους «φίλους» τους Ρωμαίους, δεν άφηνε πια
πολλά περιθώρια καλλιέργειας του επεκτατικού ονείρου. Εκτός απ’
αυτό, δε διασπάστηκε μόνο το έθνος αλλά και η βασική ιδεολογία
του χριστιανισμού, που πέρασε σε πολλά χέρια και διαφορετικές  διεκδικήσεις. Οι Εβιονιστές (Εσσαίοι) ξεκόβουν οριστικά από τον
Παυλιανισμό, αρνούμενοι κάθε σχέση με τις ηλιθιότητες περί
Ανάστασης του Ιησού κτλ., κτλ. Και φυσικά είναι οι μόνοι αρμόδιοι
να μιλήσουν υπεύθυνα για τον άνθρωπο τους. Τα ίχνη τους χάνονται
μέσ’ το χρόνο. Οι Ζηλωτές, φανατικοί κι εχθρικοί σ’ όλο τούτο το
γλυκερό παραμύθι, θ’ αποδεκατιστούν με τις επανειλημμένες σφαγές
και ρωμαϊκές επεμβάσεις, αλλά θα τους ξαναβρούμε μπροστά μας,
μετά από αιώνες, με ξεκαθαρισμένη επαναστατική ιδεολογία.
Παράλληλα, από την εποχή ακόμη του Παύλου, θα υψωθούν φωνές,
διαμαρτυρίες, αντιρρήσεις, διαψεύσεις, που θα καταγγελθούν σαν
αιρέσεις. Φυσικά, πουθενά δε βρίσκουμε κείμενα. Μπορούμε όμως να
βγάλουμε συμπεράσματα για τις λογιών λογιών αμφισβητήσεις από
τον καιρό του Παύλου ακόμη, που σαν στριμωχτεί, χρησιμοποιεί
αρκετά αγοραία γλώσσα.
«Τους δε βέβηλους μύθους που αρμόζουν σε γριές απόρριπτε… (Α’
Τιμόθ, δ’, 7)… και σε παρακάλεσα να παραγγείλεις να μη διδάσκουν
μερικοί διαφορετικά (από το ευαγγέλιο) ούτε να προσέχουν μύθους
και γενεαλογίες απέραντες που προκαλούν συζητήσεις… (ο.π., α’, 3-
4) απόφευγε τις βέβηλες χαζοκουβέντες, γιατί θα ξεπεράσουν την
ασέβεια και θα ξαπλωθούν σαν γάγγραινα (Β’ Τιμόθ, β’, 16-17)…
πρόσεχε τους ανυπότακτους, ματαιολόγους που προκαλούν
σύγχυση, περισσότερο μάλιστα τους περιτμημένους (Ιουδαίους) που
πρέπει να αποστομώνονται, γιατί ‘ναι ικανοί να ανατρέψουν
ολόκληρες οικογένειες, διδάσκοντες πράματα που δεν πρέπει…»
(Τίτον, α’, 10-11).
Αυτή η περικοπή αναφέρεται στους Κρήτες, που τους περιγράφει,
«Κρήτες αεί ψεύσται, κακά θηρία, γαστέρες αργαί (τεμπέληδες). Κι
είναι αλήθεια αυτό, γι’ αυτό να τους παίρνεις από τα μούτρα…»
(Τίτον, α’, 12-13). Είναι αξιοπρόσεκτη η εχθρική στάση του Παύλου
απέναντι στον αυθεντικό εβραϊσμό, που τον κατηγορεί για προδοσία.
Κι είναι ασφαλώς κι αυτός ένας από τους λόγους που ο Παύλος θα
χαθεί από το προσκήνιο τους δυόμισι αιώνες μετά το θάνατο του.
Όσο οι εθνικιστές Εβραίοι (Ζηλωτές, Εβιονίτες) πάλευαν κατά των
ρωμαιόφιλων.

Ο Κωνσταντίνος θά ‘ναι ο πρώτος, αλλά όχι και ο μοναδικός
αυτοκράτορας που θα εκμεταλλευτεί το χριστιανισμό και τη διάδοση  του, προκειμένου να κερδίσει τις κατώτερες κυρίως τάξεις που του
προσφέρουν και τους στρατιώτες. Αντίθετα, άλλοι αυτοκράτορες θα
υποθάλψουν τους βίαιους διωγμούς κατά των χριστιανών. Πάντως οι
διωγμοί κατά των ειδωλολατρών η κατά των χριστιανών
υποκινούνται ανάλογα και για χίλιους λόγους που, ανάμεσα τους,
δεν συμπεριλαβαίνεται οπωσδήποτε ο παράγοντας Πίστη.
Ο Ιουλιανός ο Παραβάτης αποτελεί σίγουρα τη μοναδική εξαίρεση
ιδεολόγου και φωτισμένου άνθρωπου που είδε πολύ καθαρά τον
κίνδυνο του σκοταδισμού που κυμάτιζε στα χριστιανικά λάβαρα.
Κατά κανόνα, τους μέλλοντες να διωχτούν χριστιανούς ή
ειδωλολάτρες τους καθόριζε η ομάδα που στήριζε τον κάθε
υποψήφιο, είτε για ν’ αναρριχηθεί στο θρόνο είτε για να εκθρονίσει
κάποιον και να του αρπάξει την κορώνα. Αν τον υποστήριζαν
ειδωλολάτρες, αλίμονο στους χριστιανούς και αντίθετα. Παράλληλα,
οι διωγμοί έδιναν διέξοδο στην απόγνωση της μάζας, που όσο
μεγαλώνει κι εδραιώνεται το Βυζάντιο τόσο ο λαός εξαθλιώνεται από
τους ατέλειωτους πολέμους και τη μιζέρια. Αν ο Ιουστινιανός
θεωρείται η πολιτική μεγαλοφυΐα που θεμελίωσε το Βυζαντινό
Κράτος, είναι και ο αυτοκράτορας που κολύμπησε στο αίμα του
λαού, σαν χρειάστηκε να καταπνίξει τη Στάση του Νίκα. Γιατί η
μεγαλοφυΐα του εξαντλήθηκε μαζί με την κατοχύρωση των
προνομίων των ήδη προνομιούχων, μια κι εξασφαλίστηκε διά νόμου
η δουλεία του αγροτικού πληθυσμού, προκειμένου να γιγαντωθεί
ανεμπόδιστα ο λατιφουντισμός. Έτσι η Στάση πήρε τεράστιες
διαστάσεις, ανάλογες με τη λαϊκή απόγνωση κι αγανάχτηση, σε
σημείο που κινδύνεψε σοβαρά ο θρόνος του. Αν δεν επενέβαιναν οι
επιτελικοί του – και τα κινδυνεύοντα συμφέροντα, φυσικά – και η
Θεοδώρα, ο Ιουστινιανός, πανικόβλητος, μας βεβαιώνει ο
Ostrogorsky, θά ‘χε οπωσδήποτε εγκαταλείψει το θρόνο.
Αργότερα, οι διωγμοί, με το προσωπείο πάντα της Πίστης, θα
οργανώνονται από ακόμη πρακτικότερα κίνητρα. Με επίσημα πλέον
διατάγματα το κράτος θα κατάσχει νόμιμα τις εκκλησιαστικές
περιουσίες των διωκόμενων και θα ενισχύσει τα άδεια ταμεία του. Τα
πογκρόμ, η καταπίεση, η εξαθλίωση των πεινασμένων κι η πρόκληση
της λαμπρότητας του συγκεντρωμένου πλούτου, θ’ ανεβάσουν
αναμφισβήτητα τις μετοχές του χριστιανισμού, που εμφανίζεται σαν
προστάτης των ταπεινών κι αδικημένων, ο αναγεννητής της
δικαιοσύνης και ο κατήγορος των αφρόνων πλουσίων, που θα
τιμωρηθούν, στη δευτέρα παρουσία, φυσικά.
Κάποτε, όταν το κράτος θα διαπιστώσει πως οι ηγέτες του
χριστιανικού κινήματος διαθέτουν τη λαϊκή πλειοψηφία, κατά το
τέλος του 4ου αιώνα, το διάταγμα που θα εξισώνει τις δυο θρησκείες
θα σταματήσει το σκαμπανέβασμα ειδωλολατρίας και χριστιανισμού.
Από κείνη τη στιγμή κι έπειτα ο χριστιανισμός θα βρεθεί ένα βήμα  μακριά από την απόλυτη κατάληψη της εξουσίας. Άφοβος πια θ’
αποκαλύψει το πραγματικό του πρόσωπο. Η πολιτισμένη
ανθρωπότητα θα γνωρίσει, έκτοτε, μέρες, περιόδους κι αιώνες
ανείπωτης κι ανεπανάληπτης φρίκης.

(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

125 Συγκρητισμός, όρος πού χρησιμοποιήθηκε από τον Πλούταρχο σχετικά με μια
ομοσπονδία Κρητικών πόλεων. Από τους νεότερους ιστορικούς χρησιμοποιείται με τη
σημασία της αλληλοδιείσδυσης και αλληλοσυγχώνευσης των εθίμων, των τελετουργιών,των πίστεων, ακόμη και των θεϊκών προσώπων.
126 Την πρώτη καταστροφή της Ιερουσαλήμ (66-70) από τις ρωμαϊκές λεγεώνες, θ’
ακολουθήσει η κατάρρευση της εθνικής αυτονομίας με τη διάλυση του Ιερατείου. Επί
αυτοκράτορα Αδριανού, μια καινούρια επανάσταση (132-135) κατά της Ρώμης από τον
θεωρηθέντα Μεσσία Bar Cochba (κι αυτός από τούς Ζηλωτές) χτυπιέται αμείλιχτα από τον  ίδιο τον Αδριανό, που παρακολουθεί από κοντά την έκβαση του πολέμου. Στα ερείπια της  παλιάς Ιερουσαλήμ χτίζεται η ειδωλολατρική πόλη Aelia Capitolina, όπου απαγορεύεται η  είσοδος στους Εβραίους.

About sooteris kyritsis

Job title: (f)PHELLOW OF SOPHIA Profession: RESEARCHER Company: ANTHROOPISMOS Favorite quote: "ITS TIME FOR KOSMOPOLITANS(=HELLINES) TO FLY IN SPACE." Interested in: Activity Partners, Friends Fashion: Classic Humor: Friendly Places lived: EN THE HIGHLANDS OF KOSMOS THROUGH THE DARKNESS OF AMENTHE
This entry was posted in Books and tagged , , , , , , . Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Please log in using one of these methods to post your comment:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s