ΤΟ ΦΡΟΝΤΙΣΤΗΡΙΟ ΤΡΑΠΕΖΟΥΝΤΑΣ (1900-1914) (IA)


(ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΑΠΟ   28/12/15)

4.4. Εθνικές ομάδες στον Πόντο σήμερα

Ήδη αναλύσαμε τις ιστορικές συνθήκες και τις προϋποθέσεις διαμόρφωσης των εθνικών ομάδων του Πόντου, περιγράφοντάς τες αναλυτικά και παραθέτοντας σχετικούς στατιστικούς πίνακες, που μας βοηθούν να έχουμε μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα των συνοίκων των Ελλήνων του Πόντου λαών της περιοχής κατά τις αρχές του 20ού αιώνα. Θα άξιζε να αχοληθούμε με την κατάσταση που επικρατεί σήμερα στην περιοχή, γεγονός που θα μας βοηθούσε να επιβεβαιώσουμε κάποια από τα δεδομένα που παραθέσαμε, ή ακόμη και το σύνολό τους. Για το λόγο αυτό αξιοποιούμε το βιβλίο «Εθνικές ομάδες στην Τουρκία», που γράφτηκε στη Γερμανία στις αρχές της δεκαετίας του 1990 και εκδόθηκε μεταφρασμένο στην Τουρκία το 1992. Είναι προφανές ότι ασχολείται με ένα θέμα που μέχρι τώρα αποτελούσε ταμπού για την κυρίαρχη ιδεολογία στη σύγχρονη τουρκική κοινωνία. Η έκδοση και μόνο του βιβλίου αυτού δείχνει ότι κάτι αρχίζει να αλλάζει στο εσωτερικό της. Πάντως, όπως μπορεί κανείς να διαπιστώσει, η πλούσια σε λαούς και πολιτισμούς περιοχή του Πόντου στις αρχές του αιώνα εξακολουθεί και σήμερα να χαρακτηρίζεται από αυτό το δεδομένο. Παραθέτουμε σχετικό πίνακα που επιβεβαιώνει με τρόπο πανηγυρικό του λόγου το αληθές:

Πίνακας 7 Εθνικές ομάδες στον Πόντο σήμερα220

image

image

4.4.1. Αξιολόγηση

Το βιβλίο αυτό, παρά τα κενά που περιέχει, είναι φανερό ότι προσπαθεί να κάνει μια υπέρβαση της καθημερινής τουρκικής πραγματικότητας. Βεβαίως, τα στοιχεία του είναι ελλιπή, καθώς δεν υπάρχουν ακριβείς αριθμοί των ομάδων που περιγράφονται κατά περιοχές, παρά μόνο στο σύνολο της Τουρκίας και αυτό όχι πάντα. Με την παράθεση αυτών των στοιχείων προτιθέμεθα να κάνουμε μια συνοπτική και όχι αναλυτική παρουσίαση των σημερινών εθνικών ομάδων του Πόντου και των χαρακτηριστικών τους. Οφείλουμε δε να προειδοποιήσουμε ότι τα στοιχεία που παρατίθενται σε κάποιες περιπτώσεις αλληλοαναιρούνται, όπως π.χ. στην περίπτωση των Λαζών, τους οποίους υπολογίζει μόνο ως προς τον αριθμό των ομιλούντων τη λαζική ως μητρική γλώσσα, με την απογραφή του 1965, σε 26.007, και σε 59.101 τους ομιλούντες τη λαζική ως δεύτερη γλώσσα, δηλαδή, κατά τα φαινόμενα, το σύνολο Λαζών κατά το 1965 είναι 85.108. Παράλληλα, όμως, παρατίθεται η άποψη του W. Feurstein, που στο έργο του «Kόltόr Hayatı» («Πολιτιστική ζωή»), το 1983, τους υπολογίζει συνολικά σε 250.000239. Μια σύντομη ανάγνωση του πίνακα αποδεικνύει ότι και σήμερα η περιοχή του Πόντου, παρά την κεντρική πολιτική αφομοίωσης των διαφόρων εθνοτήτων που επέβαλαν οι Κεμαλικές κυβερνήσεις μετά την έξοδο των Ελλήνων από τις εστίες τους, εξακολουθεί να συγκροτείται από ένα μωσαϊκό λαών και πολιτισμών.

Στην περιοχή του Πόντου η μεγαλύτερη πολυχρωμία συναντάται στο χώρο των Σαντζακιών της Σεβάστειας και ειδικότερα στην Τοκάτη, όπου φαίνεται να επιβιώνουν οι περισσότερες από τις εθνότητες που αναφέρονται στις αρχές του 20ού αιώνα. Είναι προφανές ότι με τα δεδομένα αυτά, ο Πόντος και ειδικά η περιοχή της Τοκάτης συνιστά ίσως ένα από τα συναρπαστικότερα πεδία της σύγχρονης Τουρκίας προς κοινωνιολογική μελέτη και έρευνα. Μια ερμηνεία στην έκδοση του βιβλίου αυτού στην Τουρκία δίνει το γεγονός ότι αναφέρεται κυρίως σε παλαιότερες απογραφές (και σε πολύ λίγες νεότερες), οπότε στις περιοχές που αναφέρονται στο βιβλίο υπήρχαν ακόμη συμπαγείς πληθυσμιακές μάζες των εθνικών ομάδων. Σήμερα οι κίνδυνοι από την αποκάλυψη της πραγματικότητας για την παρούσα τάξη πραγμάτων στην   Τουρκία είναι πολύ μικρότεροι, όχι μόνο επειδή υπάρχουν συγκεκριμένα πολιτικά εργαλεία αντιμετώπισης αυτών των κινδύνων, αλλά και επειδή με την ακολουθούμενη πολιτική μαζικής μετακίνησης – ιδιαίτερα από τη δεκαετία του ’90, που πήρε πλέον τη μορφή καταιγίδας – πληθυσμών από τις ανατολικές επαρχίες του κράτους στα μεγάλα αστικά κέντρα και κυρίως στην Κωνσταντινούποληφ θεωρείται ότι ελέγχεται καλύτερα η αμφισβήτηση του εθνοτικού και κοινωνικού καθεστώτος της Τουρκίας εκ μέρους των ομάδων αυτών. Πολύ μεγάλο ενδιαφέρον έχει η περίπτωση των αναφερομένων ως «μουσουλμάνων που ομιλούν ελληνικά», το συνολικό αριθμό των οποίων στην περιοχή της Τραπεζούντας υπολογίζει σε 4.535240. Όμως, σε άλλο σημείο (στη σελ. 200, όπου περιγράφει τους Ρωμιούς Χριστιανούς της Τουρκίας), σύμφωνα με την απογραφή του 1965, υπολογίζει σε 48.096 τους έχοντες την ελληνική ως μητρική γλώσσα, σε 82.144 την ελληνική ως δεύτερη γλώσσα, και σε 73.725 τον αριθμό των Χριστιανών Ορθοδόξων και μάλιστα σε χρόνο (1965) αμέσως μετά τις απελάσεις των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης, κατά τις οποίες ένας τεράστιος αριθμός Ελλήνων με τους συγγενείς τους εξαναγκάστηκε να εγκαταλείψει με συνοπτικές διαδικασίες την Τουρκία.

Εδώ πρέπει να τονιστεί ότι ο αριθμός των 48.096 αντιστοιχεί στους ελληνόφωνους κατοίκους της Πόλης (πρόκειται για τους παραμείναντες και μη απελαθέντες) 241. Αυτοί είτε αφαιρεθούν από τους 82.144 που έχουν την ελληνική ως δεύτερη γλώσσα είτε – προπάντων – από τους 73.725 που εμφανίζονται ως «Χριστιανοί Ορθόδοξοι» κατά την απογραφή του 1965, σε καμία περίπτωση δεν φτάνουν τους 4.535 της περιοχής Τραπεζούντας και τους ελάχιστους εμφανιζόμενους σε διάφορες περιοχές (898 στη Σμύρνη, 734 στην Άγκυρα κ.λπ.)242. Προφανώς, υπάρχει ένα μεγάλο άνοιγμα, έστω και στο πλαίσιο αυτών των περιορισμένης ισχύος αριθμητικών δεδομένων. Η ύπαρξη των πολυάριθμων πληθυσμών του Πόντου που ακόμη και σήμερα κατά χιλιάδες και παρά τις απαγορεύσεις εξακολουθούν να μιλούν την ελληνική ποντιακή διάλεκτο, να διατηρούν τα παλαιά ονόματα των χωριών τους, στα οποία αντικατοπτρίζεται η τοπική ιστορική πραγματικότητα, και γενικά να διατηρούν πρότερες συλλογικές αναπαραστάσεις, όπως, άλλωστε, φαίνεται και σε πρόσφατα εκδοθέντα βιβλία243, ανατρέπει αυτομάτως την πραγματικότητα αυτών των αριθμών και μας πείθει ότι ο αριθμός των σημερινών κατοίκων του Πόντου που έχουν ελληνικές πολιτιστικές αναφορές είναι κατά πολύ μεγαλύτερος αυτού που με οποιαδήποτε μορφή παρουσιάζεται στο βιβλίο στο οποίο αναφερόμαστε.

5. Συμπέρασμα

Οι γεωγραφικές, κοινωνικές, πολιτικές και οικονομικές συνθήκες που επικράτησαν στην περιοχή του Πόντου έχουν παίξει σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της κοινωνίας του Πόντου και της Τραπεζούντας των αρχών του 20ού αιώνα. Η γεωγραφική απομόνωση της βορειοδυτικής αυτής περιοχής της Μικράς Ασίας μεταξύ των αδιαπέραστων ποντιακών ορέων και του Ευξείνου Πόντου συντελεί στο να επηρεάζεται λιγότερο από εξωτερικούς παράγοντες και, συνεπώς, συντελεί στην ανάπτυξη αλλά και τη διατήρηση ιδιαιτεροτήτων για πολύ περισσότερο χρονικό διάστημα από τις υπόλοιπες περιοχές του μικρασιατικού χώρου. Σημαντικός πρωταρχικός παράγοντας είναι η αρχική εγκατάσταση των Ελλήνων αποίκων από τον 8ο π.Χ. αιώνα εδώ και η επέκτασή τους σε όλη την παράλια περιοχή, με τη δημιουργία εμπορικών σταθμών, οι οποίοι μετεξελίσσονται σε αστικά κέντρα που είναι φορείς της ελληνικής ιδεολογίας. Επόμενος παράγοντας είναι η περίοδος του Βασιλείου των Μιθριδατών, του μεγαλύτερου κρατικού μορφώματος της εποχής σε όλη τη Μικρά Ασία, το οποίο κυριαρχεί πολιτικά και ιδεολογικά με την καθιέρωση της ελληνικής γλώσσας και θρησκείας στην ευρύτερη περιοχή του Πόντου. Ακολουθεί η Αυτοκρατορία των Κομνηνών, του σημαντικότερου μεσαιωνικού ελληνικού πολιτειακού μορφώματος μετά την πτώση του Βυζαντίου στους Σταυροφόρους και, κατά συνέπεια, του κύριου ελληνικού φορέα παραγωγής ιδεολογικών μηχανισμών. Αυτή την εποχή καλλιεργείται ένα από τα κύρια ιδεολογικά στοιχεία, η ελληνική γλώσσα, που αναπτύσσεται κατά τις τοπικές συνθήκες και διαμορφώνεται στην ποντιακή διάλεκτο.

Η ίδρυση της Αυτοκρατορίας, που με πρωτεύουσα και συνεπώς πολιτικό και ιδεολογικό της κέντρο την Τραπεζούντα διατηρείται για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα (δυόμισι περίπου αιώνες), έχει τεράστια σημασία για τον ελληνισμό, γιατί διαμόρφωσε τις προϋποθέσεις για σθεναρότερη – σε σχέση με τις υπόλοιπες περιοχές της Μικράς Ασίας – αντίσταση του τοπικού (ποντιακού) ελληνισμού λίγο αργότερα απέναντι στους εξισλαμισμούς και γενικά την τουρκοποίηση. Πραγματικά, παρά τη βιαιότητα των εξισλαμισμών αμέσως μετά την άλωση της Τραπεζούντας από τον οσμανικό στρατό (1461) και κυρίως κατά το 17ο και 18ο αιώνα, μεγάλες πληθυσμιακές μάζες Ελλήνων Ποντίων εξισλαμισμένων παρουσιάζονται ως μουσουλμάνοι, διατηρούν όμως λάθρα την αληθινή τους ταυτότητα ως Κρυπτοχριστιανοί, αναπτύσσοντας  ολόκληρους κώδικες επικοινωνίας μεταξύ τους. Είναι τόσο μεγάλος ο αριθμός των Κρυπτοχριστιανών, ώστε στις σημαντικότερες πληθυσμιακά περιοχές της ποντιακής ενδοχώρας αυτοί είναι σχεδόν διπλάσιοι των (φανερών) Μουσουλμάνων, ενώ ισχυρή είναι η άποψη ότι στις περιοχές αυτές δεν υπάρχει ούτε ένας κάτοικος τουρκικής καταγωγής. Αυτά τα δεδομένα έχουν μεγάλη σημασία κατά τη περίοδο των μεταρρυθμίσεων του 19ου αιώνα και κυρίως μετά την υπογραφή του Χάττ-ι-Χουμαγιούν (1856), που χορηγεί κάποιες θρησκευτικές ελευθερίες στους υπηκόους της Αυτοκρατορίας. Αυτό οδηγεί τους Κρυπτοχριστιανούς στη διεκδίκηση της πρότερης ταυτότητας, πράγμα που σε πολλές περιπτώσεις επιτυγχάνουν, όχι όμως χωρίς δυσκολίες. Η επαναπροσχώρησή τους στις χριστιανικές κοινότητες ερμηνεύει, πλην των άλλων, και την πληθυσμιακή έκρηξη του ποντιακού ελληνισμού κατά την περίοδο αυτή και, συνεπώς, τη μεγάλη αύξηση στους μαθητικούς πληθυσμούς της περιοχής. Ένας σημαντικός αριθμός από αυτούς αφήνει τις  πρωτοβουλίες αναγνώρισής τους ως χριστιανών για αργότερα, οπότε οι συνθήκες θα είναι καλύτερες, όμως οι εξελίξεις στις αρχές του 20ού αιώνα είναι ραγδαίες και η συνθήκη ανταλλαγής των ελληνοτουρκικών πληθυσμών, που υπογράφεται στη Λωζάννη στις 30 Ιανουαρίου του 1923, προβλέπει την ανταλλαγή όχι με βάση την εθνικότητα, αλλά το θρήσκευμα, κι έτσι τους αναγκάζει να παραμείνουν στον Πόντο. Τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι ένας σημαντικός αριθμός Κρυπτοχριστιανών εξακολουθεί να κατοικεί και σήμερα στον Πόντο, αλλά και στην Κωνσταντινούπολη όπου βρέθηκε ως μετανάστης κατά τις επόμενες δεκαετίες, αφήνοντας μια εκκρεμότητα που προκύπτει από την ιστορία της περιοχής. Μεγάλης σημασίας παράγοντας για την ερμηνεία των κοινωνικών και οκονομικών εξελίξεων στον Πόντο, κατά την εξεταζόμενη περίοδο, έχει η μεταλλοφόρα περιοχή της Χαλδίας, νότια της Τραπεζούντας.

Οι Σουλτάνοι χορηγούν ειδικά προνόμια στους Έλληνες για να συνεχίσουν να ασχολούνται με την εξόρυξη και επεξεργασία των πολύτιμων μετάλλων της περιοχής, την οποία γνωρίζουν καλά από τα πανάρχαια χρόνια. Αυτό συνιστά παράγοντα μεγάλης οικονομικής και πολιτιστικής ανάπτυξης της περιοχής, η οποία προσελκύει μεγάλες μάζες ελληνικών πληθυσμών, σε τέτοιο βαθμό, ώστε κατά τα τέλη του 18ου αιώνα να θεωρείται μια από τις πιο πλούσιες και πολυάνθρωπες περιοχές της Μικράς Ασίας. Εδώ η πολιτιστική έκρηξη έχει ως επίκεντρο τις ιστορικές μονές της περιοχής, που μετατρέπονται σε σημαντικά μορφωτικά κέντρα, και το πλήθος των σχολικών μηχανισμών που αναπτύσσονται, στην κορυφή των οποίων βρίσκεται το Φροντιστήριο Αργυρουπόλεως, που το κτίριό του, περίπου δυόμισι αιώνες μετά την οικοδόμησή του, εντυπωσιάζει και σήμερα ακόμη τον επισκέπτη της έρημης πλέον πόλης. Στις αρχές, όμως, του 19ου αιώνα οι μέχρι τότε συνθήκες ανατρέπονται και οικονομικοί και πολιτικοί λόγοι (παρακμή ή καταστροφή κάποιων μεταλλείων, πτώση της αξίας των μετάλλων, Ρωσοτουρκικός πόλεμος του 1828-30), οδηγούν σε μια αντιστροφή της μέχρι τότε πορείας. Οι Έλληνες εγκαταλείπουν τη Χαλδία μετακινούμενοι σε άλλες περιοχές, πολλές από τις οποίες – όπως ο δυτικός Πόντος – έχουν από καιρό απωλέσει τα ελληνικά τους ιδεολογικά στοιχεία. Τροφοδοτούν τις νέες περιοχές με νέο αίμα, μεταφέρουν τα ιδεολογικά τους στοιχεία εξελληνίζοντάς τες εκ νέου, περιθωριοποιώντας παράλληλα τους παλαιούς κατοίκους, οι οποίοι στη συνέχεια αναγκάζονται να μεταναστεύσουν, με τη σειρά τους, σε άλλες περιοχές. Πρόκειται ουσιαστικά για ένα νέο ελληνικό αποικισμό, που προσδίδει ζωντάνια και σφρίγος στον ποντιακό ελληνισμό και δημιουργεί προϋποθέσεις για τη μετέπειτα ραγδαία του οικονομική και πολιτιστική ανάπτυξη. Η υπογραφή του Χάττ-ι-Χουμαγιούν το 1856, που θεωρείται σημαντικό ορόσημο για τον ποντιακό, και όχι μονο, ελληνισμό, διαμορφώνει τις προϋποθέσεις για μια άνευ προηγουμένου συνεχή οικονομική και πολιτιστική άνοιξη. Η έλευση του 20ού αιώνα βρίσκει τον ποντιακό ελληνισμό κάτω από τις καλύτερες δυνατές προϋποθέσεις.

Η ανάπτυξη τώρα λαμβάνει έντονους ρυθμούς, ενώ τεράστιοι όγκοι προϊόντων μετακινούνται μέσω των δύο κύριων πυλών εισόδου και εξόδου του Πόντου, της Αμισού (Σαμψούντας) και κυρίως της Τραπεζούντας, από τη Δύση προς την Ανατολή και αντίστροφα. Στην Τραπεζούντα, που είναι το οικονομικό, πολιτικό και πολιτιστικό κέντρο της περιοχής, οι ελληνικές τραπεζικές και εμπορικές επιχειρήσεις κυριαρχούν πλήρως στην αγορά της πόλης. Οι αλλαγές που συντελούνται    αναδιαμορφώνουν τον κοινωνικό χάρτη της περιοχής και επιφέρουν μια έντονη κοινωνική κινητικότητα, με τους Έλληνες να βρίσκονται μεταξύ των ανερχομένων κοινωνικών στρωμάτων. Το νέο κτίριο του Φροντιστηρίου Τραπεζούντας, που οικοδομείται με την έλευση του 20ού αιώνα δίπλα στο μητροπολιτικό ναό του Αγίου Γρηγορίου, που κυριαρχεί στην παραθαλάσσια περιοχή της πόλης, καθώς και μια σειρά από νέα κτίρια που οικοδομούνται συνεχώς τόσο μέσα στην πόλη όσο και στο προάστειο του Soğuk Şu (Κρυονέρι), στα νοτιοδυτικά καταπράσινα υψώματά της, και κυριαρχούν με τον όγκο και την αισθητική τους, αντανακλούν αυτήν ακριβώς την κινητικότητα που επιφέρουν οι νέες οικονομικές εξελίξεις. Πέρα από την Τραπεζούντα, στην ενδοχώρα, μια έντονη κινητικότητα χαρακτηρίζει όλο τον ποντιακό χώρο, όπου οι λόγοι ίδρυσης και ανάπτυξης των απομονωμένων ορεινών οικισμών αίρονται και οι κάτοικοί τους τώρα μετακινούνται μαζικά στις πόλεις και τα παράλια, όπου αναπτύσσονται οι νέες δραστηριότητες και υπάρχουν πολλές ευκαιρίες απασχόλησης. Αυτό το κλίμα κινητικότητας, ανάπτυξης και γενικά οι θετικές προοπτικές του Πόντου αντανακλώνται στη μεγάλη ποσοτική και ποιοτική ανάπτυξη της εκπαίδευσης. Το παράδειγμα της κοινότητας Τραπεζούντας, με την οικοδόμηση του νέου μεγαλειώδους κτιρίου του Φροντιστηρίου, ακολουθούν και οι άλλες κοινότητες, με την ίδρυση και ανάπτυξη των σχολικών τους μηχανισμών σε τέτοιο βαθμό, ώστε μέχρι την έναρξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου να μην υπάρχει ελληνική κοινότητα χωρίς το σχολείο της, που κατά κανόνα οικοδομείται δίπλα στην εκκλησία, γεγονός που και από μόνο του τονίζει τα κύρια ιδεολογικά στοιχεία που αναπαράγονται μέσα από τους σχολικούς μηχανισμούς των Ελλήνων του Πόντου. Οι κοινωνικοί θεσμοί των Ελλήνων του Πόντου έπαιξαν τεράστιο ρόλο στην ανάπτυξή τους κατά την εξεταζόμενη περίοδο και στην ίδια την επιβίωσή τους σε δύσκολες ιστορικές περιόδους. Σπουδαιότερος κοινωνικός θεσμός και κύτταρο της κοινωνικής τους οργάνωσης είναι η οικογένεια.

Κυρίαρχος τύπος της οικογενειακής τους οργάνωσης είναι η εκτεταμένη και μάλιστα πατριαρχική οικογένεια, η οποία αποτελείται από τον αρχηγό της οκογένειας, τους παντρεμένους γιους και τα παιδιά τους. Ο αριθμός των μελών είναι μεγάλος, ενώ στην ίδια οικογένεια συνυπάρχουν άτομα μέχρι και τεσσάρων γενεών. Αναμφισβήτητος αρχηγός και απόλυτος κυρίαρχος είναι ο γεροντότερος άνδρας, ο πατριάρχης της οικογένειας, απέναντι στον οποίο ο σεβασμός όλων είναι απεριόριστος. Στην οικογένεια γενικά υπάρχει μια πλήρης ιεράρχηση και κατανομή ρόλων, αν και τα όρια αυτών των τελευταίων συχνά συγχέονται, ειδικά στους ορεινούς οικισμούς, λόγω της φύσης των δύσκολων, κτηνοτροφικών κυρίως, εργασιών που οφείλει να επιτελέσει η οικογένεια. Ο τύπος αυτός οικογενειακής οργάνωσης επιβλήθηκε από τις ίδιες τις ανάγκες της ζωής. Οι εξαιρετικά δύσκολες γεωγραφικές και καιρικές συνθήκες, σε συνδυασμό με την ανάγκη ύπαρξης πολλών ανδρών για τη διεκπεραίωση των ιδιαίτερα δύσκολων εξωτερικών εργασιών, οδηγεί σ’ αυτή τη μορφή οικογενειακής οργάνωσης. Αφετέρου η συσπείρωση και συμβίωση τόσων γενεών και τόσων προσώπων κάτω από την ίδια στέγη επιβλήθηκε από την ανάγκη της ίδιας της επιβίωσης του οσμανοκρατούμενου ποντιακού ελληνισμού. Η συμβίωση, όμως, αυτή απαιτεί σκληρή πειθαρχία και σαφείς κανόνες με διακριτούς ρόλους για κάθε μέλος της οικογένειας. Στις συνθήκες αυτές, όπου ο ποντιακός ελληνισμός γνωρίζει οριακές σε πολλές περιπτώσεις καταστάσεις, είναι φυσικό η γνώση και η πείρα των γεροντότερων να παίζει   καθοριστικό ρόλο στην επιβίωσή του. Όταν στην οικογένεια εισέρχεται μια νέα γυναίκα με το γάμο της με ένα από τα άρρενα τέκνα, η θέση της είναι πολύ δύσκολη και κατατάσσεται στην τελευταία θέση της πυραμίδας της ιεραρχίας στην οκογένεια, μέχρις ότου η οικογένεια αποκτήσει νέα νύφη. Αυτό ερμηνεύεται από το γεγονός ότι αυτή θα φέρει στην οικογένεια τη νέα ζωή, που θα πρέπει να ανατραφεί σύμφωνα με τα αυστηρά παραδοσιακά ήθη, για να συνεχίσει να αναπαράγεται ο ποντιακός ελληνισμός τόσο φυσικά όσο και ιδεολογικά. Η μητέρα θεωρείται η βάση αυτής της αναπαραγωγής.

Όμως, παρ’ όλα αυτά, η σκληρή ζωή και της γυναίκας χρωματίζεται με πινελιές χαράς και χαλάρωσης μέσω των κοινωνικών εκδηλώσεων (γάμοι, πανηγύρια κ.λπ.), όπου πρωτοστατεί στη διασκέδαση, γεγονός που δεν ισχύει σε άλλες περιπτώσεις, όπως π.χ. στις Τούρκισσες γυναίκες, των οποίων η ιδιαίτερα αρνητική, μέχρι περιθωριακή, θέση μέσα στην οικογένεια καθορίζεται από το ίδιο το αυταρχικό και συντηρητικό ισλαμικό θεσμικό πλαίσιο. Οι Έλληνες του Πόντου έζησαν από τα πανάρχαια χρόνια και για αιώνες μέσα σε ένα μωσαϊκό λαών και πολιτισμών, δεδομένου ότι η ευρύτερη περιοχή της Μικράς Ασίας ανέκαθεν υπήρξε σταυροδρόμι συνάντησης και χώρος συμβίωσης πολλών εθνοτήτων. Οι σύνοικοι αυτοί λαοί που συμβιώνουν δίπλα στους Έλληνες του Πόντου προέρχονται από τους αρχαίους και νεότερους λαούς που εμφανίζονται στην περιοχή στις διάφορες ιστορικές περιόδους. Δεν πρέπει, άλλωστε, να λησμονείται ότι στην περιοχή κυριάρχησαν πολλά και διαφορετικά κράτη και προπάντων οι δύο πιο πρόσφατες πολυεθνικές αυτοκρατορίες με συνολική ιστορία περίπου δεκαπέντε αιώνων (στους οποίους πρέπει να προστεθούν οι δυόμισι αιώνες της Αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας): η Βυζαντινή και η Οσμανική. Καθοριστικό ρόλο κατά τους νεότερους χρόνους στη διαμόρφωση των εθνοτήτων μετά την πτώση της Αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας παίζει η έλευση των Οσμανών και η προσπάθεια τουρκοποίησης μέσω των μαζικών εξισλαμισμών. Το γεγονός αυτό προσδίδει ιδιαίτερο ενδιαφέρον σε μεγάλες πληθυσμιακές ομάδες, οι οποίες, παρότι ανήκουν στο μουσουλμανικό δόγμα, διατηρούν πολλά πολιτιστικά χαρακτηριστικά, που ανάγονται στο πρότερο όχι μόνο χριστιανικό, αλλά ακόμη και στο πολύ παλαιότερο αρχαίο ελληνικό παρελθόν. Πριν από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, από τα συνολικά περίπου 2.000.000 των κατοίκων του Πόντου, 700.000 (ποσοστό 35%) είναι Έλληνες,147.000 Αρμένιοι και 1.040.000 Μουσουλμάνοι, από τους οποίους 420.000 είναι Τουρκογενείς, ενώ από τους υπολοίπους, 620.000 περίπου, που δεν είναι τουρκικής καταγωγής κάποιοι ανήκουν σε ιθαγενείς εθνότητες (Κούρδοι, Λαζοί κ.λπ.), ενώ οι περισσότεροι προέχονται από εξισλαμισμένους πρώην χριστιανούς και ανήκουν κατά κανόνα σε μουσουλμανικές αιρέσεις (Κιρκάσιοι, Ερυθίνοι, Σάννοι ή Τζάνοι κ.λπ.). Ειδικά η περίπτωση των τελευταίων έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς τρέφουν φιλικά αισθήματα απέναντι στους Έλληνες και επιβεβαιώνεται έτσι, κατά έμμεσο τρόπο, η προέλευσή τους.

Αυτή η πολιτιστική πολυχρωμία χαρακτηρίζει και σήμερα την περιοχή του Πόντου, όπου βλέπουμε να επιβιώνουν και σήμερα οι περισσότερες από τις εθνικές ομάδες που εμφανίζονται κατά τις αρχές του 20ού αιώνα, παρά την ιδιαίτερα σκληρή πολιτική αφομοίωσης που επέβαλαν οι κεμαλικές κυβερνήσεις κατά τις δεκαετίες που ακολούθησαν την έξοδο των Ελλήνων από τις εστίες τους. Σήμερα, τα διαθέσιμα στοιχεία μας πείθουν ότι ιδιαίτερο ενδιαφέρον ως προς την πολιτιστική πολυχρωμία παρουσιάζουν οι περιοχές της ποντιακής ενδοχώρας και κυρίως της Τοκάτης, όπου μεταξύ των  σημερινών κατοίκων διατηρούνται πολιτιστικά στοιχεία εξαιρετικού ενδιαφέροντος, που παραπέμπουν όχι μόνο στους πρότερους χριστιανικούς αιώνες, αλλά ακόμη και στην ελληνική αρχαιότητα, καθιστώντας αυτομάτως την περιοχή ως ένα σημαντικό κοινωνιολογικό πεδίο προς μελέτη και έρευνα.

(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)

ΑΝΤΩΝΗ Υ. ΠΑΥΛΙΔΗ

διδακτορική  διατριβή στο Πάντειο Πανεπιστήμιο

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

220 ANDREWS Peter Alford: «Türkiye de Etnık Grüplar» («Εθνικές ομάδες στην Τουρκία») Wıesbaden 1989. Türkçesi Mustafa Küpüşoğlu, Istanbul 1992.

221 Ό.π., óåë. 69-71.

222 Ό.π., σελ. 72-73.

223 Ό.π., σελ. 81-82.

224 Ό.π., σελ. 86-87.

225 Ό.π., σελ. 94-95.

226 Ό.π., σελ. 96-98.

227 Ό.π., σελ. 99-101.

228 Ό.π., σελ. 119-120.

229 Ό.π., σελ. 121-123.

230 Ό.π., σελ. 123-125.

231 Ό.π., σελ. 152-154

232 Ό.π., σελ.161-162.

233 Ό.π., σελ. 177-179.

234 Ό.π., σελ. 184-186.

235 Ό.π., σελ. 203-206

236 ‘Ο.π.,σελ. 236-239.

237 Ό.π., σελ. 246-148.

238 Ό.π., σελ. 250-252.

239 Ό.π., σελ. 250.

240 Ό.π., σελ. 204.

241 ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ Αλέξης: «Το μειονοτικό ζήτημα 1954-1987» στο συλλογικό έργο «Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις 1932-1987», Αθήνα 1991, σελ. 514.

242 ANDREWS, ό.π., σελ. 200 και 201.

243 ASAN Ömer: «Pontus Kültürü» (Ποντιακός πολιτισμός) Belge yayınları, Istanbul 1996. Πρόκειται για σημαντικό έργο, όπου ο συγγραφέας παραθέτοντας πλήθος πολιτιστικών στοιχείων, αποδεικνύει τη στενή σχέση των σημερινών κατοίκων της περιοχής Όφη Τραπεζούντας με την πανάρχαια παρουσία των Ελλήνων στην περιοχή.

About sooteris kyritsis

Job title: (f)PHELLOW OF SOPHIA Profession: RESEARCHER Company: ANTHROOPISMOS Favorite quote: "ITS TIME FOR KOSMOPOLITANS(=HELLINES) TO FLY IN SPACE." Interested in: Activity Partners, Friends Fashion: Classic Humor: Friendly Places lived: EN THE HIGHLANDS OF KOSMOS THROUGH THE DARKNESS OF AMENTHE
This entry was posted in Books and tagged , , , , . Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Please log in using one of these methods to post your comment:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s