ΧΡΟΝΙΚΟΝ ΤΟΥ ΜΑΧΑΙΡΑ (C – B5)


(ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΑΠΟ  11/01/2016)

§180.Ὁ ρήγας ἔπεψεν χαρτὶν τοῦ σὶρ Πιὲρ Μουρσὴ τοῦ καπιτάνου τῆς ἀρμάδας: «Ἕξευρε, ὅτι διὰ τὴν ἀγάπην τοὺς ἠγαπημένους μας φίλους τοὺς Βενετίκους, δὲν θέλω νὰ βλάψωμεν τὸν σουλτάνον τοῦ Καργίου· διὰ τοῦτον ἔβγα, ἄγωμε εἰς τὰ μέρη τῆς Τουρκίας, καὶ ποῖσε ὅσην ζημία νὰ μπορήσῃς νὰ ποίσῃς τοὺς Τούρκους.» Ἐπῆρεν τὰ κάτεργα καὶ ἐπῆγεν εἰς τοὺς Μύλους, καὶ ἐσηκῶσαν ἄλογα, καὶ ἐπῆγεν εἰς τὴν Ἀλλαγίαν· καὶ ἐπολεμίσαν τὸ κάστρον, καὶ ἐζημιῶσαν τὸν λιμιόναν, καὶ τὸ ἐξώκαστρον δὲν ἠμπορῆσα νὰ τὸ πάρουν διατὶ ἀναγγάζουνταν. Καὶ ἐπῆγαν τριγύρου ὅλον παραγιάλιν καὶ ἐζημί(ω)νέν τους ὡς τὸν ποταμὸν τὸν Μονοβγάτην· καὶ ᾿κεῖ ἦτον πολλὰ ξύλα τούρκικα καὶ ἐκάψαν τα οὗλα μὲ τοῦ θεοῦ τὴν βοήθειαν. Καὶ ἀπὸ ᾿κεῖ ἐπῆγαν εἰς τὴν Ἀταλείαν, καὶ ἐποῖκαν πολλὲς ἡμέρες, καὶ ἐστράφησαν εἰς τὴν Ἀμόχουστον.

§181.-Τὸ κάτεργον τὸ βενέτικον ἐστράφην εἰς τὴν Ἀλεξάνδραν, καὶ ἐπῆγαν οἱ μαντατοφόροι εἰς τὸ Καργίος καὶ ἐσυντύχαν τοῦ σουλτάνου, καὶ εἶπαν του πῶς ἐποῖκαν τὸν ρήγα καὶ ἐξηρμάτωσεν νὰ μὲν πάγῃ κοῦντρα του, καὶ νὰ τοῦ πέψῃ μαντατοφόρους νὰ τελειώσουν τὴν ἀγάπην· «διατὶ δὲν πιστεύγει πῶς θέλεις τὴν ἀγάπην του, ὡς γοιὸν μᾶς εἶπες τὲς διαβοῦσες ἡμέρες, καὶ διὰ νὰ τελειώσωμεν τοὺς ὁρισμο(ύ)ς σου [ἐποίκαμεν τὸ αὐτὸν πρᾶγμαν.»] Καὶ γροικῶντα ὁ σουλτάνος εἰς τιτοίαν λογήν, ἄρεσέν του πολλά, καὶ ἕρισεν καὶ ἐποῖκαν μεγάλα κανισκία, καὶ μεγάλους ἀφέντες διὰ μαντατοφόρους, καὶ ἔπεψεν εἰς τὴν συντροφιὰν τοὺς Βενε- τίκους. Καὶ τῇ κζʹ μηνὸς μαγίου τξϚʹ Χριστοῦ ἔραξεν τὸ κάτεργον τοὺς Βενετίκους εἰς τὴν Ἀμόχουστον καὶ ἐπέζευσε, καὶ ἐξέβησαν οἱ μαντατοφόροι τοῦ σουλτάνου, καὶ [ἐπερίλαβέν τους τιμημένα.] Ὁ ρήγας ὥρισεν καὶ ἐπῆραν ἄλογα καὶ ἐπῆγαν εἰς τὴν Ἀμόχουστον, καὶ καβαλλάριδες καὶ ἐσυντροφεῦσαν τους καὶ ἐφέραν τους εἰς τὴν χώραν τῇ βʹ μηνὸς ἰουνίου τξϚʹ Χριστοῦ· καὶ ἐνέβησαν ἔμπροσθεν τοῦ ρηγὸς καὶ ἔδωκάν του τὰ κανισκία καὶ τὰ χαρτία ὁποῦ τοῦ ἔπεψεν ὁ σουλτάνος· καὶ ὁ ρήγας ἐπερίλαβέν τους μετὰ χαρᾶς καὶ ἔπεψέν τους ἐκεῖ ὅπου ἦτον δηγημένα εἰς τὸ σπίτιν τοῦ κυροῦ τοῦ Στύρου· καὶ ᾿πῆγαν πολλοὶ καβαλλάριδες καὶ ἐπῆραν τους μὲ πολλὴν τιμήν, καὶ ἐδουλεῦσαν τους πολλὰ τιμημένα εἰς ὅλες τους τὲς χρῆσες.

§182.-Καὶ ὁ ρήγας ὥρισεν καὶ ἐκράξαν τοὺς ἄρχοντες τῆς βουλῆς, καὶ ὤρισεν καὶ ἀναγνῶσαν τὰ χαρτία ὀμπρός τους· καὶ μοναῦτα ἐζήτησέν τους βουλὴν τὸ τίντα νὰ ποίσῃ. Εἰς τοῦτον οἱ ἄρχοντες εἶπαν: «Ἐπειδὴ καὶ ὁ σουλτάνος [τιτοίως παιδεμένος] καὶ ζητᾶ ἀγάπην, καὶ διὰ τὴν μίαν μερίαν καὶ διὰ τὴν ἄλλην ἔνι καλόν· ὅτι τὸ κοῦρσος δὲν εἶνε τινὸς διάφορος παρὰ τοῦ φουσάτου, εἰ δὲ ὁ ἔξοδος ἔνε δικός σου.» Γροικῶντα ὁ ρήγας τοῦτον, ἕρισεν καὶ πολομᾷ μαντατοφόρους καὶ ἔπεψέν τους εἰς τὸ Κάργιος· οἱ ποῖγοι ἦτον Καταλάνοι, ὁ Τζὰν τ᾿ Ἄλφους καὶ ἦτον Ἑβραῖος καὶ ἐβα- πτίστην, καὶ τὸν σὶρ Τζόρτζε Σεττίκα, καὶ τὸν σὶρ Πὸλ τα Μπελονία τὸν νοτάριον· καὶ ἔδωκέν τους πρεπάμενα κανισκία νὰ δώσουν τοῦ σουλτάνου, καὶ ἄλλα πολλὰ ὅπου ᾿δῶκαν τους μαντατοφόρους τοῦ σουλτάνου· καὶ ἔδωκέν τους καὶ ἀντίλογον τῶν γραφῶν τοῦ σουλτάνου εἰς τὰ χέργια τοὺς μαντατοφόρους τοῦ σουλτάνου, καὶ ἄλλες γραφὲς ὅπου ἔδωκεν τοὺς μαντατοφόρους τοὺς δικούς του. Καὶ ἕρισεν καὶ ἀρματῶσαν ἕναν κάτεργον ἀπὸ τὴν Ἀμόχουστον, καὶ ἐνέβησαν οἱ μαντατοφόροι μέσα· καὶ οἱ μαντατοφόροι τοῦ σουλτάνου ἐνέβησαν εἰς τὸ βενέτικον ὄπου τοῦ ἔφερεν. Καὶ ἐπῆγαν εἰς τὴν Ἀλεξάνδραν ἀντάμα, καὶ ἐπῆγα εἰς τὸ Καργίος, καὶ ἐπῆγαν ὀμπρὸς τοῦ σουλτάνου· καὶ ὁ σουλτάνος ἐπροσδέκτην τους μὲ καλὸν πρόσωπον· καὶ ἐδιαβάσαν τὲς γραφές, καὶ ὥρισεν καὶ ἐγράψαν τους ἄλλες καὶ ἔπεψέν τους εἰς την Κύπρον.

§183.-Θωρῶντα οἱ Βενετίκοι πῶς ἀρχέψα νὰ γενῇ ἡ ἀγάπη, ἐνέβησαν εἰς τὸ κάτεργόν τους καὶ ἐπῆγαν εἰς τὴν Βενετίαν, καὶ εἶπαν τὰ μαντάτα. Καὶ γροικῶντα οἱ ἄρχοντες [ὅπου ἐθέλα νὰ κατεβοῦν εἰς τὸ παζάριν,] ἐξηλώθησαν καὶ δὲν ἦλθαν, καὶ ἐγίνην μεγάλη ζημία εἰς τοὺς χριστιανούς. Καὶ ὁ κούντης τῆς Σαβογίας, ὅπου ᾿τον δηγημένος νὰ ἔλθη διὰ τοὺς Σαρακηνούς, γροικῶντα τὴν ἀγάπην [ἐπῆγεν εἰς τὴν Ρωμανίαν] εἰς βοήθειαν τοῦ βασιλέως τῆς Κωνσταντινόπολις τοῦ ἀνιψιοῦ του. Καὶ διὰ τῆς χάριτος τοῦ παντοδυνάμου θεοῦ ὁ βασιλεὺς [ἐτζάκκισεν τὸν Τοῦρκον] καὶ ἐπῆρεν πολλὲς χῶρες ὅπου τοῦ ἐκράτεν.

§184.-Καὶ ὅνταν ἦλθαν οἱ μαντατοφόροι ἀπὸ τὸν σουλτάνον εἰς τὴν Κύπρον, καὶ ἐδιαβάσαν τὲς γραφές, ἐζήτησεν ὁ σουλτάνος νἄχῃ τοὺ(ς) Σαρακηνοὺς τοὺ(ς) σκλάβους τοὺς ἐσήκωσεν ὁ ρήγας ἀπὸ τὴν Ἀλεξάνδραν, καὶ τότες νὰ τελειώσῃ τὴν ἀγάπην. Ὁ ρήγας δὲν ἐννοιάσθην τὴν παραβουλίαν, ἀμ(μ)ὲ ὡς καλὸς ἐπίστευσέν του, καὶ μὲ καλὴν καρδίαν ὥρισεν ὅσοι σκλάβοι εὑρίσκου(ν)ται νὰ δηγηθοῦν [νὰ ἦνε] τοῦ σουλτάνου καὶ νὰ συνπιαστοῦν ἔμπροσθεν ἑνοῦ καπετάνου τὸν ὠρδινίασεν ὁ ρήγας διὰ λλόγου τους· καὶ ὅλους ἔπεψέν τους τοῦ σουλτάνου εἰς τὸ Κάργιος, καὶ ἔπεψεν καὶ τὸν σὶρ Γιλιὰμ τε Ρρὲς νὰ πᾷ μαντατοφόρος, καὶ νοτάριον τὸν σὶρ Πὸλ τα Πολονίαν, καὶ ἔδωκέν τους ὅλα τὰ μάλωτα ὅπου ἐλευθερώθησαν εἰς τὸ νησσίν, καὶ ἀρμάτωσεν ἕναν κάτεργο νὰ τοὺς πάρῃ εἰς τὸ Κάργιος· Καὶ [παγαίνοντά τους] εἰς τὴν Πάφον, ὁ αὐτὸς σὶρ Γιλιὰμ τε Ρρᾶς ἐκακοψύχησεν καὶ ᾿μήνυσέν το τοῦ ρηγός· καὶ ὁ ρήγας ἐμήνὑσέν του νὰ πάγῃ, ὅτι εἶνε τὰ μάλωτα τὰ παραδομένα ᾿ς τὸ χέριν του καὶ χαρτία, καὶ μὴὺἐμπορῶντα νὰ πάγη, νὰ τὰ δώσῃ εἰς τὸ χέριν τοῦ σὶρ Πὸλ τα Πελονία νὰ πάγῃ, καὶ κεῖνος νὰ στραφῆ εἰς τὴν Λευκωσία διὰ νὰ γιατρευτῇ. Καὶ ὁ ἄνωθεν ἐπῆρεν τὰ μάλωτα καὶ τὰ χαρτία καὶ ἐπῆγεν εἰς τὸν σουλτάνον.

§185.-[Καὶ ἅνταν ἐπῆρεν τὲς γραφὲς ὁ σουλτάνος καὶ ἐκουντεντιάστην, καὶ τὸ ἀρμάτωμαν τοὺς ἀφέντες τῆς δύσις ἐξηλώθην καὶ πασαεῖς ἐπῆγεν ἔσσω του, καὶ τὰ μάλωτα ἐπῆγαν εἰς τὸ Κάργιος,] ηὗρεν ἀφορμὴν ὅτι ὁ ρήγας ἐγέλασέν του καὶ δὲν τοῦ ἔπεψεν μαντατοφόρους τιμημένους, μεγάλους ἀφέντες, ὡς γοιὸν ἦτον μαθημένος, καὶ διὰ τοῦτον δὲν θέλει νὰ ποίσῃ ἀγάπη· καὶ ἐκράτησεν τὸν μαντατοφόρον, καὶ ὥρισεν καὶ μοναῦτα εἰς τὴν Ἀλεξάνδραν νὰ κρατήσουν τὸ κάτεργον. Εἰ δὲ ὁ καραβοκύρης ἦτον φρένιμος καὶ δὲν ἐπιστεύθην νὰ μπῇ εἰς τὸν λιμιόναν, ἀμμ᾿ ἔστεκεν ἔξω ἐγδέχοντα τὸν μαντατοφόρον νὰ ἔλθῃ, καὶ ἐκολακεῦγαν τον νὰ μπῇ εἰς τὸν λιμιόναν· ἐκεῖνος θωρῶντα τὰ ψουψουρίσματα, ἐποῖκεν ἄρμενα καὶ ἦλθεν εἰς τὴν Κύπρον, καὶ ἐξηγήθην τὰ μαντάτα τοῦ ρηγός.

§186.-Θωρῶντα ὁ ρήγας πῶς ἐκονπώθην καὶ ἐγελάστην πολλὰ ἀπὸ τοὺς Βενετίκους, καὶ κεῖνοι ἦτον ἡ ἀφορμὴ καὶ ᾿ξηλώθην τὸ ἀρμάτωμαν τὸ ἔμμελλε νὰ κατεβῆ ἀπὸ τὴν δύσιν, τὸ ποῖον ἦτον ἀκανιτὸν νὰ σηκώση πολλὲς χῶρες τοῦ σουλτάνου, ἐπικράνθην πολλά. Τὸ λοιπὸν ὁ ρήγας, φρένιμος καὶ ἀπότορμος, ἐμήνυσεν εἰς τὴν Ἀμόχουστον νὰ βάλουν εἰς ὁδηγίαν οὗλα τὰ κάτεργα καὶ ὅσα ξύλα ἔχει μικρὰ καὶ μεγάλα διὰ νὰ πάγῃ εἰς τὴν Συρίαν. Καὶ μοναῦτα ἔπεψεν ἕναν κὰτεργον μὲ τὸν σὶρ Πιὲρ τε Λεβὰτ καβαλλάρην Φραντζόρτζην νὰ πάγῃ εἰς τὴν Κωνσταντινόπολιν νὰ ποίσῃ νῶσιν τοῦ κούντη τε Σαβογία, νὰ ἔλθῃ νὰ πᾶσιν εἰς τὰ ροῦχα τοῦ σουλτάνου· τὸν ποῖον ἐγυρέψαν τον καὶ δὲν τὸν ηὗραν ἐκεῖ, καὶ ἐγδέχουν τον, καὶ εἶπεν του τὰ μαντάτα. Καὶ εἶπεν του: «Καλὰ ἤμουν δηγημένος νὰ ἔλθω, ἀμμὲ οἱ Βενετίκοι εἶπαν μου πῶς γινίσκεται ἡ ἀγάπη, καὶ δὲν εἶχα ἴντα νὰ ποῖσω· ἦλθα εἰς τὴν βοήθειαν τοῦ ἀν(ι)ψιοῦ μου καὶ δὲν ἠμπορῶ νὰ τὸν ἀφήσω.»

§187.-Γροικῶντα ὁ ἀφέντης τῆ(ς) Σπάρας ἑδήγησεν τὸ κάτεργον καὶ ἦλθεν εἰς τὴν Κύπρον καὶ τὸν ἔξοδόν του μὲ τὸν σὶρ Πρίουν. Ὅνταν ὁ ρήγας ἔμαθεν τὸ ἔλα τοῦ ἀφέντη τῆ(ς) Σπάρας εὐχάρην χαρὰν μεγάλην καὶ ἐδέκτην τον πολλὰ ἔντιμα. Καὶ ἐπῆγεν ὁ ρήγας εἰς τὴν Ἀμόχουστον, καὶ μοναῦτα ἀνάφανεν ἕναν κάτεργον ἀπὸ τὴν δύσιν, ὁ ποῖος ἧτον ὁ ἔντιμος καβαλλάρης ὁ μισὲρ Τζουὰν τε (Ἰ)μπελή, σινε- σκάρδος τῶν Ἵεροσολύμων, ἀνεψιὸς τοῦ ρηγός, ὁ ποῖος ἤθελεν πάγειν εἰς τὴν δύσιν μὲ τὸν ρήγαν· καὶ ἀφῆκεν τὸν ρήγαν καὶ ἐπῆγεν εἰς βοήθειαν τοῦ Ἐνγκλετέρρα κατὰ πρόσωπα τοῦ ρηγὸς τῆς Φραγκίας. Καὶ ἀνγκρίστην ὁ ρήγας πολλὰ μετά του, διατὶ τὸ ἀφῆκεν καὶ ᾿πῆγεν κατὰ πρόσωπα τοῦ ἠγαπημένου του φίλου τοῦ ρηγὸς τῆς Φραγγίας· καὶ ἅντα ἐστράφην εἰς τὴν Κύπρον, δὲν τὸν ἐγύρεψεν· τώρα ἐμετάνωσεν καὶ ἀγρώνισεν τὸ πταῖσμαν του, καὶ ἦλθεν ζητῶντα συμπάθειον ἀπὸ τὸν ρήγα. Καὶ ὁ ρήγας, ὡς ἐκεῖνος ὅπου εἶχεν τὸ θέλημα νὰ πάγῃ κατὰ πρόσωπα τοῦ σουλτάνου, θωρῶντα τον ἐσυγχώρησέν του καὶ ἐπροσδέκτην τον πολλά μετὰ χαρᾶς.

§188.-Καὶ ξεύροντα οἱ Βενετίκοι θαρῶντα, ὅτι ἐγίνετον ἡ ἀγάπη ἀνάμεσον τοῦ σουλτάνου καὶ του ρηγός, καὶ ὡς ἐκεῖνοι ὁποῦ δὲν ἔχουν ἀλλοῦ νὰ πραματευτοῦσιν τόσον πλούσια παρὰ εἰς τὴν Συργιάν, ἐρματῶσαν γʹ κάτεργα καὶ ἐβάλαν ἀπάνω οʹ πραματευτάδες, καὶ ἐπέψαν τους εἰς τὴν Συρίαν μὲ πολλὺν πλοῦτον καὶ μὲ μεγάλες χρήσιμες πραματεῖες· καὶ ἐπεσῶσαν εἰς τὸ Βερούτιν καὶ ἐδίκτησάν τους οἱ Σαρακηνοὶ μὲ καλὸν πρόσωπον, ὅτι εἶχαν καὶ πολλὴν προθυμίαν οἱ πραματευτάδες οἱ Σαρακηνοὶ νὰ πουλήσουν τὰ ἀρτυματικά τους καὶ πᾶσα ἄλλην πραματείαν· καὶ ὅταν ἀπεζεῦσαν, ὥρισεν ὁ ἀμιρᾶς καὶ ἐπῆραν τὸν λαὸν καὶ τοὺς πραματε(υ)τάδες καὶ οὗλες τὲς πραματεῖες καὶ ἐβάλαν τους εἰς φύλαξιν. Γροικῶντα ὁ λαὸς ὁποὔμεινεν εἰς τὰ κάτεργα τὴν ἀπιστίαν τοὺς ἄπιστου(ς) Σαρακηνούς, μοναῦτα ἐπῆραν τὰ κάτεργα καὶ ἦλθαν εἰς τὴν Ἀμόχουστον καὶ εἷπαν το τοὺς λᾶς τους ὅπου ἢτον εἰς τὴν Κύπρον καὶ τοῦ ρηγός, καὶ ἐπικράνθησαν ὅλοι τους πολλά.

§189.-Θεωρῶντα οἱ Καταλάνοι οἱ πραματευτάδες πῶς ἐπάψαν οἱ πραματεῖες τῆς Συρίας, ἐπαρακαλῆσαν τὸν ρήγα νὰ πέψῃ μαντατοφόρους εἰς τὸν σουλτάνον ἀνισῶς καὶ θέλει νὰ ποίσῃ τὴν ἀγάπην, [ἔχοντα καὶ θέλου νὰ κάμου νὰ ζιοῦν.] Καὶ μοναῦτα ἀρμάτωσεν ἕναν κάτεργον δικόν του καὶ ἔβαλεν πολλὰ φρονίμους εἰς τὴν συντροφίαν τοὺς ἄνωθεν καὶ ἔπεψέν τους εἰς τὸν σουρτάνον, ζητῶντα του νὰ πάψῃ τὸν θυμόν του καὶ νὰ ποίσῃ ἀγάπην, νὰ μὲν θελήσῃ τὴν ζημιάν του καὶ τὴν ζημίαν τοὺς χριστιανούς, καὶ ἂς λεμονηθῇ τοὺς δικούς του, καὶ ἂς κοιμήσῃ τὴν κακοσύνην του. Καὶ ὁ θεὸς ἐσκλήρωσεν τὴν καρδιάν του ὡς γοιὸν τοῦ Φαραῶ, καὶ δὲν ἔθελε νὰ ποίσῃ ἀγάπην. Θεωρῶντα οἱ σοφοὶ ἄνδρες οἱ Κατελάνοι ὅτι οὐδὲν ὠφελοῦν, μᾶλλον μάλλωμαν γινίσκεται, ἐξέβησαν καὶ ἦλθαν εἰς τὴν Ἀμόχουστον τῇ κϚʹ νοεμβρίου ͵ατξϚʹ Χριστοῦ καὶ ηὗραν τὴν ἀρμάδαν τοῦ ρηγὸς τῆς Κύπρου ἕτοιμη νὰ ἐβγῇ.

§190.-Τὸ λοιπὸν ὁ ρήγας τῆς Κύπρου ὡς φρόνιμος ἐμήνυσεν πρὶν τὸν καιρὸν εἰς τὴν Ρόδον νὰ τοῦ πέψουν δʹ κάτεργα, καὶ ὅσα ἄλλα ξύλα εὑρεθοῦν εἰς τὸν λιμιόναν νὰ τοῦ τὰ πέψουν εἰς τὸν ἔξοδόν του. Καὶ γροικῶντα ὁ μέγας μάστρος ἔπεψέν του δʹ κάτεργα καὶ ὅσα ἄλλα ξύλα εἶχεν δηγημένα εἰς τὸν ἔξοδόν του, καὶ ιβʹ σατίες εἰς τὸν ἔξοδον τοῦ Σπιταλλίου, καὶ ἐπεσῶσαν εἰς τὴν Κύπρον τῇ ιαʹ νοεμβρίου τξϚʹ Χριστοῦ. Θεωρῶντα ὁ καλὸς ρὲ Πιὲρ τὴν άρμάδαν ὅλην πῶς ἦτον δηγημένη, τουτἔστιν ἄρμενα ριϚʹ-, κάτεργα νϚʹ, νάβας καὶ ἄλλα ξύλα ξʹ, καὶ ἔβαλεν καβαλ- άριδες καραβοκυροὺς τοὺς κάτωθεν ὠνοματισμένους:-τὸ πρῶτον καπετανίκιν τὸ κάτεργον τοῦ ρηγός, ὁ πρίντζης [τῆς Ἀντιοχείας] ὁ μισὲρ Φιλιπποὺν τε Ἰμπελὴ κύρης τοῦ Ἀρσεφίου, μισὲρ Τζουὰν τε Ἰμπελὴ σινεσκάρδος τῶν Ἱεροσολύμων ὁ σὶρ Τζουὰν τε Ἰεμπελὴν κούντης τοῦ Γιάφ, σὶρ Τζουὰν τε Μόρφου κούντη τε Ρουχᾶς, ἡ συντροφία τοῦ λεγάτου, ἡ συντροφία τοῦ ἀρχιεπισκόπου, ἡ συντροφία τῆς ὑπερα- γίας Θεοτόκου, ἡ συντροφία τοῦ σὶρ Τζουὰν τε Λα Λιβιέρε, ὁ σὶρ Λογὴς τε Ροκεφόρτου, ὁ σὶρ Σιμοὺν Τενούρη, [μόρτζος] Ἱεροσολύμων, ὁ σὶρ Τζάκο τε Νόρες καὶ τουρκοπουλιέρης Κύπρου, σὶρ Τουμᾶς τε Βερνή, σὶρ Τζάκε τε Μουζάρτ, σὶ(ρ) Ραμοὺν Βισκούντης, μισὲρ Τζουὰν Πεντιήν, σὶρ Φιλίππε Δουκίζες, τὸ κάτεργον τὸ Ἀναπολιτάνικον, σὶρ Τζουὰν τε Πρίες, σὶ(ρ) Ροτζὲρ τε Μουντολίφ, ὁ σὶρ Γιλιὰμ Βισκούντης, σὶ(ρ) Ρ(ε)νιὲρ τε Πενετίτ, ὁ σὶρ Τζουὰν τε Μουντολίφ, ὁ σὶρ Τζουὰν Λάσκαρης, ὁ σὶρ Τζουὰν Μουστρή, ὁ σὶρ Τζουὰν τε Ζιπλέτ, ὁ μισὲρ Μάρκο Κορνέρ, σὶρ Πιὲρ Μαλολές, σὶρ Τζουὰν τα Μουρής, σὶ(ρ) Ρὰφ τε Καρμαή, σὶρ Τζουὰν τε Ραφιέρ, σὶρ Τζουὰν τ᾿ Ἀντιότζε, σὶρ Ἀρνὰτ Σοσίους, σὶρ Πιὲρ Γριμάνης, σὶρ Τζουὰν τε Γριμάντε, ὁ καβαλλάρης τοῦ ρὲ τε Ραγούνα καὶ ἡ συντροφιά του, ὁ σὶρ Ἐμπριμὼν τα Λα Βότε, σὶρ Λαφοὺν Φαρράντος, σὶρ Ὀτὲτ Παντουήν, σὶρ Φλερμοὺντ κύρης τῆς Κουμπαρίας, ὁ σὶρ Ὀγκὲ τῆς Μιμάρης, σὶρ Χαρρὴν τε Μουζεζάρτ, σὶρ Πιὲρ τε Κασίν, σὶρ Νικὸλ Λαζές, σὶρ Γγὲ τῆς Μιμάρς, σὶρ Τζουὰν τε Μουντολίφ· καὶ τὰ κάτεργα τὰ ἐκράτησεν ὁ ρήγας εἰς τὴν ρόγαν του τοῦ Σπιταλλίου, κάτεργα δʹ καὶ σατίες ιβʹ, ὁ σὶρ Τουμᾶς τε Μουντολὶφ τῆς Κλίρου, σὶ(ρ) Ραμοὺν Παπή, σὶρ Τζουὰν τε Λα Πάμε· καὶ ἀπάνω εἰς τὰ καραβία ἦτον καραβοκυροὶ χαμηλοὶ καὶ δὲν ἐγράφησαν· τὰ ξύλα ὁμάδα μηʹ, καὶ (ἡ) ἀπάνω σοῦμα πεντῆντα δύο· ὅλα ρʹ.

§191.-Καὶ τῇ κυριακῇ τῇ ζʹ ἰ(α)ν(ν)ου(α)ρ(ίου) τῆς αὐτῆς ἐχρονίας τξϚʹ Χριστοῦ, ἐξέβην ἡ ἄνωθεν ἀρμάδα τοῦ ρηγὸς Ἱεροσολύμων καὶ Κύπρου, καὶ πηγαίννοντα εἰς τὸ πέλαγος ἐσηκώθην ζάλη καὶ μεγάλη σκλερία, καὶ τὰ ξύλα ἐχωρίστησαν μεσόν τους καὶ δὲν εἶδεν ἕναν τ᾿ ἄλλον ποῦ ᾿πῆγεν. Τὸ κάτεργον τοῦ ρηγὸς καὶ ἄλλα ἐπῆγαν εἰς τὸ Καρπάσιν καὶ εἰς τὴν Ἀκροτίκην· τὸ κάτεργον τοῦ ἀφέντη τῆ(ς) Σπάρας καὶ ἄλλα ιδʹ εὑρέθησαν εἰς τὴν Τρίπολιν καὶ ἐπολεμίσαν τὸν πύργον καὶ ἐπῆραν τὸν καπετάνον ὀνόματι Μεκεντὰμ Νταούτ· καὶ ἐμεῖναν τὰ αὐτὰ ιεʹ κάτεργα εἰς τὴν Τρίπολιν ιβʹ ἡμέρες (καὶ) ἐγδέχουνταν τὴν ἀρμάδαν. Ὁ ρήγας ἀπὸ τὴν σκλερίαν τὸ ἕναν ἀπέσωσεν εἰς τὸ Καρπάσιν, καὶ ἐπέζεψεν καὶ ἦρτεν εἰς τὸ χωργιὸν τὸ Τρίκωμον, καὶ ἕρισεν τὰ δελοιπὰ ξύλα νὰ πᾶν εἰς τὴν Ἀμόχουστον. Θωρῶντα ὁ ἀφέντης τῆ(ς) Σπάρας πῶς τὸ δελοιπὸν στόλος δὲν ἐφάνην, αἰμαλώτευσεν τὴν Τρί- πολιν, καὶ ἐστράφησαν εἰς τὴν Κᾁπρον.

§192.-Ἅνταν ἔμαθεν ὁ σουλτάνος τὸ ἀρμάτωμαν καὶ τὴν ζημίαν τὴν ἐποῖκαν οἱ Κυπριῶτες, πολλὰ ἐπικράνθην καὶ ἐμετάνωσεν διατὶ δὲν ἐτελείωσεν τὴν ἀγάπην· καὶ μοναῦτα ἔβγαλε ἀπὸ τὴν φυλακὴν τὸν σὶρ Τζάκο τε Πολονία τὸν νοτάριον, ὁποὖχεν πέψειν ὁ ρήγας διὰ μαντατοφόρον εἰς τὸν σουλτάνον καὶ ἐφυλάκισέν τον ὡς ὧδε. Ἐβγάλλοντά τον ἀπὸ τὴν φυλακὴν ἔδωκέν του ἕναν μαντατοφόρον εἰς τὴν συντροφιάν του καὶ χαρτία καὶ πρεπάμενα κανισκία εἰς τὸν ρήγα διὰ νὰ τελειώσῃ τὴν ἀγάπην. [Ὁ ρήγας ἦλθεν εἰς τὴν Ἀμόχουστον, καὶ τὸ κάτεργόν του ἔραξεν εἰς τὸν Ἅγιον Γεώργιον τῆς Δαδᾶς,] καὶ ἐμηνύσαν το τοῦ ρηγός, καὶ ὁ ρήγας ἔδωκεν ὁρισμὸν νὰ ἔλθουν εἰς τὴν Ἀμόχουστον, καὶ ἤτζου ἐγίνην. Καὶ ἐλθόντος τους εἰς τὴν Ἀμόχουστον, ὁ ρήγας έπερίλαβέν τους μὲ πολλὴν τιμὴν καὶ ἔδωκέν τους ἕναν ὄμορφον ἀπλίκιν καὶ ἐμπῆκα ν᾿ ἀναπαυτοῦσιν. Καὶ πισαυρίου ἔπεψεν καὶ ἔφερέν τους ὀμπρός του· οί ποῖγοι ἐδῶκαν του τὰ χαρτία τοῦ σουλτάνου καὶ ἐδιαβάσαν τα ὀμ- πρός του. Ὅμως ὁ ρήγας έπεθύμαν τὴν ἀγάπην τοῦ σουλτάνου: «Διὰ τὴν παρακάλεσιν τοὺς Βενετίκους καὶ τοὺς Γενουβίσους καὶ τοὺς Καταλάνους.» Ἐρώτησεν τοὺς ἄρχοντες τῆς βουλῆς του καὶ εἶπαν του πῶς: «Καλὸν εἶνε νὰ ποίσῃς ἀγάπην, ὅτι ὁ σουλτάνος εἶνε πολλὰ ἄρχος καὶ ἀπομεινίσκει ὥστη ν᾿ ἀγανακτήσης τὸν ὄξοδον, καὶ ν᾿ ἀπολογιάσης τοὺς ξένους νὰ πᾶσιν καὶ νὰ μείνῃς μοναχὸς καὶ ἀδήγητος, καὶ θέλει σηκωθεῖν καὶ θέλει-ν ἐρτεῖν καὶ ἀππηδᾶ σου ἀξάφνου καὶ θέλει σὲ ζημιώσειν πολλά.» Καὶ γροικιῶντα τούτην τὴν καλὴν βουλήν, ἐπρουμουτίασεν νὰ ποίσῃ ἀγάπην μὲ τὸν σουλτάνον· καὶ οὕτως ἐλαλήθην ἔμπροσθεν τοῦ μαντατοφόρου τοῦ σουλτάνου τῇ κυρι(α)κῆ τῇ ιʹ μηνὸς φεβρουάρη ͵ατξϚʹ Χριστοῦ.

§193.-Καὶ ἔπεψεν ὁ ρήγας τὸν σὶρ Τζάκε τε Νόρες τὸν τουρκοπουλιέρην τῆς Κύπρου, τὸν σὶρ Πιὲρ τε Κάμπη, τὸν σὶρ Τζὰκ τε Λε Πεσὶτ καὶ τὸν σὶρ Οὗνγκε Λα Πάμε, νὰ πᾶσιν εἰς τὸ Καργίος νὰ στερεώσῃ τὴν εὐλογημένην ἀγάπην, καὶ νὰ ποίση τὸν ὅρκον ὁ σουλτάνος κατὰ τὸ συνήθιν. Καὶ ἐμήνυσεν εἰς ὅλον τὸ νησσὶν τῆς Κύπρου ὁποῦ ἔχει [Σαρακηνοὺς ἄπιστους] νὰ ἔλθουν εἰς τὴν Ἀμόχουστο μοναῦτα ἢ εἰς τὴν Λευκωσίαν καὶ ἦλθαν ὅτοιμα περισσοί, καὶ ἐπαράδωκέν τους τοῦ τουρκοπουλιέρη νὰ τοὺς πάρη μετά του εἰς τὸ Κάργιος· ἀκομὴ ἐδιαλάλησεν ὅσους ἔχει Σαρακηνοὺς βαπτισμένους ὅπου ἦτον μὲ τὸ θέλημάν τους καὶ θέλου νὰ πᾶν εἰς τὸ Κάργιος μέ τοὺς μαντατοφόρους νὰ πᾶσιν, καὶ εἴ τις ἦλθεν καὶ ἀπὸ τὴν Συρίαν καὶ θέλει νὰ πάγῃ ἂς πάγῃ. Καὶ μοναῦτα ἀρμάτωσεν αʹ κάτεργον ὁ ρήγας καὶ μίαν σατίαν, καὶ μία νάβαν, νὰ ἐμπῇ ὁ μαντατοφόρος καὶ τὰ μάλωτα νὰ πᾶν εἰς τὸ Κάργιος.

§194.-Καὶ κατὰ τὴν ὥραν ἐφέραν γραφὲς ἀπὲ τὸν καπετάνον τοῦ Κούρικος καὶ ἀπὲ τὸ Κονίος, λαλῶντα πῶς ὁ μέγας Καραμάνος ἐμήνυσεν εἰς τὸ Κούρικος πῶς τοῦ ἔδωκεν ὁρισμὸν ὁ σουλτάνος νὰ παρακάτζη τοῦ Κούρικος, καὶ ἦλθεν μὲ πολλὺν φουσάτον καὶ ᾿παρακάτζεν τοῦ κάστρου. [Ἔπεψεν ὁ ρήγας καὶ] ἔφερεν τὸν μαντατοφόρον τοῦ σουλτάνου ἔμπροσθέν του καὶ ἐδιαβάσαν του τὰ χαρτία· καὶ γροικῶντα ὁ μαντατοφόρος εἶπεν: «Μὲν τ᾿ ὁρίσῃ ὁ θεός, ὅτι ἐγίνετον τοῦτον ἀπὸ τὸν ἀφέντην μου.» Καὶ μοναῦτα ὥρισεν καὶ ἀρματῶσαν δέκα κάτεργα, καὶ ἔπεψέν τα εἰς βοήθειαν τοῦ κάστρου, καὶ ἔβαλεν καὶ καραβοκυροὺς τιμημένους ἄρχοντες, καὶ τὸν πρίντζην τὸν ἀδελφόν του· καὶ τὰ ὀνόματα τῶν ἀρχόντων εἶνε τοῦτοι: σὶρ Φιλίππε τε Ἰνπελήν, σὶρ Τζουὰν τε Ἰμπελήν, σὶρ Φιλίππε τε Πρεζουή, τὸν σὶρ Φιλήμων τὸν ἀφέντην τῆ(ς) Σπάρας, τὸν μισὲρ Σιμοὺν Τενόρες, καὶ τὸν σὶρ Τουμᾶς τ᾿ Ἀτιότζε, τὸν σὶρ Τζουὰν Μουρσή, τὸν σὶρ Τζουὰν Λάσκαρην καβαλλάρης Ρωμαῖος ἀπὲ τὴν Κωνσταντινόπιλιν, καὶ τὸν σὶρ Τζάκες τε Μουντεζάρτ, καὶ πολλοὺς ἄλλους καβαλλάριδες τῆς συντροφιᾶς τους, καὶ πολλοὺς λᾶς τῶι ἀρμάτων.

§195.-Καὶ τῇ κϚʹ φεβρουαρίου τξϚʹ Χριστοῦ ἡ αὐτὴ ἀρμάδα ἐξέβην ἀπὸ τὴν Ἀμόχουστον καὶ ἐπῆγεν εἰς τὸ Κούρικος· καὶ ηὗραν τὸ κάστρον ἀποκλεισμένον καὶ πολλὺς λαὸς τῶν Τουρκῶν, καὶ εἶχαν πάρειν καὶ τὸν πύργον ὅπου ἦτον κτισμένος ἀπάνω τῆς πέτρας πλησίον τοῦ πηγαδίου ἔξω τοῦ κάστρου κατὰ πρόσωπα τοῦ πύργου τοῦ λεγομέ(ν)ου τοῦ Ὀρνιθαρείου. Καὶ ἅνταν [οἱ Κουρουκιῶτες] ἀποσκεπάσαν τὴν ἀρμάδαν, ἐχάρησαν χαρὰν μεγάλην καὶ ἐσημάναν τὲς καμπάνες καὶ ἐπαῖξαν τὰ τρουμπέττια. Καὶ ἅνταν ἐπέζευσεν ὁ πρίντζης καὶ ἐνέβην εἰς τὸ κάστρον μὲ τὴν συντροφιάν του, ἐποῖκεν τρεῖς ἡμέρες καὶ δὲν ἐξέβην ἀπὸ τὸ κάστρον, ἀμμὲ ἐπολεμίζαν ἀπὸ πάνω μὲ τοὺς Τούρκους. Καὶ ὀπίσω εἰς γʹ ἡμέρες ὤρισεν ὁ κύρης ὁ πρίντζης καὶ ἐξέβησαν ἔξω οἱ Κουρουκιῶτες καὶ ἐποῖκαν μέγαν πόλεμον, καὶ ὁ θεὸς ἔδωκεν τὸ νῖκος τοὺς χριστιανοὺς καὶ ἀτσακκίσαν τοὺς Τούρκους καὶ ᾿φύγαν· καὶ ἐπιάσαν ἀπὸ ᾿ξ αὑτῆς τους πολλοὺς ζωντανούς, καὶ ἐσφάγησαν πολλοὶ Τοῦρκοι, καὶ ἐπῆραν τους οἱ χριστιανοὶ πολλὰ πολεμικὰ καὶ τὲς τέντες τους καὶ πολλὰ ροῦχα, καὶ ἐλαβῶσαν καὶ τὸν μέγαν Καραμάνον πολλοὺς κόρπους, καὶ ἐπῆραν καὶ τὸν πύργον τὸν εἶχαν πάρειν οἱ Τοῦρκοι. Καὶ ὁ πρίντζης ἔμεινεν ιβʹ ᾿μέρες εἰς τὸ Κούρικος, ἐγδέχετον μήπως καὶ στραφοῦν οἱ Τοῦρκοι· καὶ ἔμαθεν πῶς πλεῖον δὲν ἔρκουνται, διατὶ ἐτσακκίστησαν καὶ πασαεῖς πῆγεν ἔσσω του. Ἐποῖκεν το νῶσιν τοῦ ρηγός, καὶ ἐχάρην χαρὰν μεγάλην, καὶ ᾿μήνυσέν του καὶ ἦλθεν εἰς τὴν Κύπρον εἰς τὴν Ἀμόχουστον τῇ ιδʹ μηνὸς μαρτίου τξζʹ Χριστοῦ.

§196.-Τὸ λοιπὸν εὑρισκομένου τοῦ ἀφέντη τοῦ πρίντζη εἰς τὸ Κούρικος, ἐνέβησαν πολλοὶ Τοῦρκοι Βαρσαχίδες φίλοι τοῦ τόπου καὶ ἐδῶκαν του νὰ γροικήσῃ πῶς εἰς τὸ Κάργιος ἦτον μεγάλη φιλονεικία μὲ τὸν σουλτάνον καὶ ὁ [ἀνάμεσα τοὺς ἀμιράδες,] καὶ ἐσκοτῶσαν τὸν μέγαν ἀμιρᾶν ὅπου ᾿κουβερνίαζεν τὸ γένος τῶν Μουσθλουμάνων, ὀνόματι Υἱοπέχνα ἐλλ Ἀζεζή, διότι ἦτον εἰς τὸ θέλημάν του, καὶ ἐσυνβούλεψεν τὸν σουλτάνον νὰ ποίσῃ τὴν ἀγάπην μὲ τὴν Κύρρον, καὶ ἔβαλεν εἰς τὸν τόπον του ἄλλον ἀμιρᾶν, ὀνόματι Χασὰτ Νταμούρ. Καὶ τοῦτον εἶπεν το ὁ πρίντζης τοῦ ρηγός· καὶ ὁ ρήγας ἔπεψεν τοὺς μαντατοφόρους, καὶ ἐστράφην εἰς τὴν Λευκωσίαν· καὶ μανθάνοντα τὰ μαντάτα, διότι οἱ μαντατοφόροι ἀκομὴ ἦτον εἰς τὴν Ἀμόχουστον, ἐπεψεν κ᾿ ἔφερέν τους [ὀμπρός του] καὶ ἐρώτησέν τους διὰ τοῦτον· καὶ κεῖνοι εἶπαν του: «Ἀφέντη, ἐμεῖς ξεύρομεν πῶς ὁ ἀφέντης μας ὁ σουλτάνος καὶ οὗλοι οἱ ἀμιράδες θέλου νὰ ποίσουν ἀγάπη μὲ τὴν ἀφεντίαν σου, καὶ διὰ τοῦτον μᾶς ἐπέψασιν ὧδε εἰς τὴν ἀφεντίαν σου, διὰ νὰ τελειωθῆ χωρὶς κώλυσιν ἡ ἀγάπη· καὶ ἄλλην ἔννοιαν μηδὲν ἔχης.» Καὶ μοναῦτα ἔδωκέν τους ὁρισμὸν νὰ στραφοῦν εἰς τὴν Ἀμόχουστον καὶ νὰ ποίσουν τὸ ταξείδιν τους.

§197.-Οἱ Γενουβίσοι θωρῶντα πῶς ἄργε νὰ τελειωθῇ ἡ ἀγάπη, ἔπεψεν ἕναν κάτεργον εἰς τὸ Κάργιος μὲ τὸν σὶρ Πιὲρ τε Κανές, ἕναν φρόνιμον πραματευτήν, καὶ ἐζήτησέν του τὴν ἀγάπην. Καὶ ὁ σουλτάνος εἶπεν του: «Δὲν πολομῶ ἀγάπην μὲ κανέναν χριστιανόν, χωρὶς νὰ ποίσω μὲ τὸν ρήγα τῆς Κύπρου, καὶ ἐγδέχομαι τὸν μαντατ(οφ)όρον του. Καὶ εἶχαν πολλὴν πικρίαν.

§198.-Θωρῶντα ὁ ἄνωθεν σὶρ πιέρ, ἐξέβην καὶ ἦλθεν γυρεύγοντα τοὺς μαντατοφόρους, καὶ ἐπαρακάλεσεν τὸν ρήγα νὰ τοὺς ξηφτειάσῃ γλήγορα. Καὶ μοναῦτα ὁ ρήγας ἐμήνυσεν τοῦ τουρκοπουλιέρη εἰς τὸ ὄνομαν τοῦ Χριστοῦ νὰ πάγῃ εἰς τὸν σουλτάνον τὸ γληγορόττερον τὸ νὰ μπορήσῃ. Καὶ ἀρμάτωσεν αʹ κάτεργον, καὶ ἦτον καὶ τὸ κάτεργον τοῦ ρὲ δε Ραούνα, καὶ μίαν σατίαν, καὶ βʹ νάβες νὰ σηκώσουν τοὺς λᾶς τοὺς ἔπεψεν εἰς τὸν σουλτάνον, καὶ τὸ κάτεργον τὸ γενου- βίσικον τὸ ἔφερεν ὁ ἄνωθεν ὁ σὶρ Πιέρου Κανέλ, καὶ ἐπῆγαν ὅλοι (εἰς) συντροφίαν εἰς τὴν Ἀλεξάνδραν· καὶ [ἐνέβησαν ἔξω] τὸ σαμβάτο τῇ ιδʹ μαρτίου τξζʹ Χριστοῦ, καὶ ἐπῆγαν ἀπὸ τὴν Ἀμόχουστον, καὶ ἐπροσδέκτησάν τους μὲ μεγάλην τιμήν, καὶ ἐδῶκαν τους συντροφίαν ἀμιράδες ἔντιμους, καὶ ἐπῆραν τον εἰς τὸ Κάργιος εἰς τὸν σουλτάνον· καὶ εἶχεν ὁρισμόν. ἀπὸ τὸν ρήγα ὅ,τι ποίσῃ νὰ τοῦ πέψῃ ἀντίλογον ἀπὸ τὸ Καργίος μὲ τὴν σατίαν μοναῦτα διὰ νὰ ξεύρη.

(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)

About sooteris kyritsis

Job title: (f)PHELLOW OF SOPHIA Profession: RESEARCHER Company: ANTHROOPISMOS Favorite quote: "ITS TIME FOR KOSMOPOLITANS(=HELLINES) TO FLY IN SPACE." Interested in: Activity Partners, Friends Fashion: Classic Humor: Friendly Places lived: EN THE HIGHLANDS OF KOSMOS THROUGH THE DARKNESS OF AMENTHE
This entry was posted in Books and tagged , , , . Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Please log in using one of these methods to post your comment:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s