Η ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΤΩΝ ΡΩΜΑΙΩΝ (α)


Θρησκεία είναι το αποτέλεσμα της πίστης σε ένα θρησκευτικό μύθο που εμπεδώνεται λατρευτικά και αφομοιώνεται σε ένα ενιαίο σύνολο πίστης και λατρείας. Έτσι, για να παρακολουθήσουμε την απαρχή και εξέλιξη της ρωμαϊκής θρησκείας είναι αναγκαίο προηγουμένως να γνωρίσουμε το μυθολογικό της υπόβαθρο.

•Η Ρωμαϊκή Μυθολογία

Η ρωμαϊκή μυθολογία είναι δυνατόν να εξεταστεί σε δύο διακριτά τμήματα. Το ένα τμήμα της, ύστερο και φιλολογικό, σχετίζεται κυρίως με τις επιδράσεις που δέχθηκε από την ελληνική μυθολογία. Το άλλο, κυρίως πρώιμο και λατρευτικό, λειτουργούσε με έναν τρόπο διαφορετικό από εκείνον της ελληνικής μυθολογίας. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι οι αρχαίοι Ρωμαίοι δεν είχαν μύθους, έως ότου τουλάχιστον οι ποιητές τους άρχισαν να δανείζονται τα ελληνικά πρότυπα στην ύστερη περίοδο της ρωμαϊκής δημοκρατίας. Ως αποτέλεσμα οι Ρωμαίοι δεν είχαν τους αναγκαίους κοσμογονικούς μύθους και αλληλοδιαπερνώσες αφηγήσεις για τους θεούς τους, όπως για παράδειγμα η Γιγαντομαχία ή η Τιτανομαχία. Αυτό που διέθεταν οι Ρωμαίοι, πιθανόν εξαιτίας της αλληλεπίδρασής τους με τους Ετρούσκους, ήταν:

Α. Ένα υψηλά ανεπτυγμένο τελετουργικό σύστημα, ομάδες ιερέων και «συμπλέγματα» σχετικών θεοτήτων, κυρίως συνδεδεμένων με την Φύση.
Β. Ένα πλούσιο πλέγμα ιδρυτικών μύθων για την ίδρυση και την άνοδο της πόλης τους, στο οποίο εμπλέκονταν και ανθρώπινοι χαρακτήρες, με θεϊκές επεμβάσεις κατά περίπτωση.

Το ρωμαϊκό διανοητικό πρότυπο ανέπτυξε έναν πολύ διαφορετικό τρόπο καθορισμού και σκέψης περί της έννοιας της θεότητας από αυτόν που αναπτύχθηκε στην Ελλάδα. Για παράδειγμα, αν ρωτούσε κανείς έναν Έλληνα για τη Δήμητρα, πιθανώς να απαντούσε με τον πολύ γνωστό μύθο της θλίψης για την αρπαγή της Περσεφόνης από τον Πλούτωνα. Ένας αρχαίος Ρωμαίος, αντίθετα, θα σας έλεγε ότι η Σέρες-Δήμητρα είχε έναν επίσημο ιερέα που ονομαζόταν «φλάμις», δηλαδή στεφανηφόρος, που ήταν νέος ανάμεσα στους ιερείς του Δία-Ζούπιτερ αλλά αρχαιότερος ανάμεσα στους ιερείς της Φλώρας και της Πομόνας. Πιθανόν επίσης να σας έλεγε ότι η θεά αποτελεί τριάδα μαζί με άλλους δύο αγροτικούς θεούς, τον Λίμπερ και την Λίμπερα. Κατόπιν θα συνέχιζε να αραδιάζει όλους τους ελάσσονες θεούς με τις ιδιότητές τους: Σαριτόρ (ωρίμανση), Μεσόρ (συγκομιδή), Κονβεκτόρ (μεταφορά), Κοντιτόρ (αποθήκευση), Ινσιτόρ (σπορά) και πολλούς άλλους. Έτσι διαμορφώθηκε η ρωμαϊκή «μυθολογία», τουλάχιστον όσον αφορά τους θεούς, όχι από αφηγήσεις της θεϊκής επιφάνειας αλλά με διασυνδέσεις και περίπλοκες εσωτερικές σχέσεις ανάμεσα στους θεούς και τους θεούς, ή τους θεούς και τους ανθρώπους.

Η αρχική θρησκεία της πρώιμης περιόδου τροποποιήθηκε με την πρόσθεση πολλών και αντικρουόμενων πίστεων στους ύστερους χρόνους. Παρότι φαίνεται ίσως παράδοξο, η Ρώμη ως δημοκρατία και η Ρώμη των αυτοκρατορικών χρόνων υπήρξε πιθανόν το πλέον ανεξίθρησκο κράτος εκείνων αλλά και πολλών μεταγενέστερων αιώνων. Ο κύριος όγκος του μυθολογικού υλικού που υιοθέτησαν οι Ρωμαίοι ανήκει κυρίως στην ελληνική μυθολογία. Όλα όσα διασώθηκαν για την αρχαία θρησκεία δεν τα μαθαίνουμε από σύγχρονές τους μαρτυρίες, αλλά από την προσπάθεια μεταγενέστερων να διασώσουν τις αρχαίες παραδόσεις από την λήθη στην οποία εγκαταλείπονταν, όπως ο Βάρρων, λόγιος του 1ου μ.Χ. αιώνα. ’λλοι κλασικοί συγγραφείς, όπως ο ποιητής Οβίδιος στο Fasti(Εορταστικό Ημερολόγιο), επηρεάστηκαν πολύ από τον ελληνικό πολιτισμό και στα έργα τους χρησιμοποιούσαν συχνά ελληνικές πίστεις προκειμένου να γεμίσουν τα κενά της ρωμαϊκής παράδοσης. Σε αντίθεση με τον μαρασμό του αφηγηματικού υλικού για τους θεούς, οι Ρωμαίοι διέθεταν έναν πυκνό ιστό ημι-ιστορικών μύθων για την ίδρυση και την ανάπτυξη της πόλης τους. Αρχέγονοι βασιλείς σαν τον Ρωμύλο και τον Νουμά ήταν σχεδόν μυθικοί στη φύση τους, ενώ το μυθολογικό υλικό φθάνει ακόμα και στα πρώτα χρόνια της δημοκρατίας. Επιπρόσθετα, σε αυτές τις τοπικές κυρίως παραδόσεις, χρησιμοποιήθηκε υλικό από τα αρχαιοελληνικά έπη, που ενσωματώθηκε στο αυτόχθον υλικό σε μια αρκετά πρώιμη φάση. Η απόδοση του Αινεία ως πρόγονου του Ρωμύλου και του Ρώμου είναι μια τέτοια περίπτωση. Η Αινειάδα και τα πρώτα βιβλία του Τίτου Λίβιου είναι οι εκτενέστερες πηγές αυτής της ανθρώπινης μυθολογίας.

Γηγενείς ρωμαϊκοί και ιταλικοί μύθοι: Η ρωμαϊκή τελετουργική πρακτική των επίσημων ιερατείων διακρίνει δύο τάξεις θεών, τους dii intigetes (αυτόχθονες) και τους dii novensides ή novensiles (καινοφανείς). Οι αυτόχθονες ήταν οι αρχικοί θεοί του ρωμαϊκού κράτους. Τα ονόματα και η φύσης τους υποδεικνύεται από τα ονόματα των πρώιμων ιερέων και από τις καθορισμένες εορταστικές εκδηλώσεις το ρωμαϊκού ημερολογιακού κύκλου. Τριάντα τέτοιοι θεοί τιμόταν σε ειδικές γιορτές. Οι novensides ήταν ύστερες θεότητες, των οποίων η λατρεία εισήχθη στην πόλη κατά την ιστορική περίοδο, συνήθως σε γνωστή ημερομηνία, και συχνά συνδεόταν με μια ιδιαίτερη κρίση της ρωμαϊκής κοινωνίας. Οι πρώιμες ρωμαϊκές θεότητες περιλάμβαναν, εκτός από τους dii indigetes, ένα πλήθος εξειδικευμένων θεών, των οποίων τα ονόματα επικαλούνταν προκειμένου να εκτελέσουν διάφορες δραστηριότητες όπως για παράδειγμα η συγκομιδή. Τμήματα του αρχαίου τελετουργικού που συνόδευαν δραστηριότητες όπως το όργωμα και η σπορά, υποδεικνύουν ότι σε κάθε στάδιο της διαδικασίας επικαλείτο και μια ξεχωριστή θεότητα, το όνομα της οποίας προερχόταν από το ανάλογο ρήμα (πχ. οργώνω, σπέρνω). Τέτοιες θεότητες είναι δυνατόν να ομαδοποιηθούν στην κατηγορία των βοηθητικών θεών που επικαλούνταν οι αρχαίο Ρωμαίοι μαζί με τις μείζονες θεότητες. Η πρώιμη ρωμαϊκή θρησκεία δεν ήταν τόσο πολυθεϊσμός όσο πολυδαιμονισμός, με την αρχαία χρήση του όρου δαίμων. Η αντίληψη του πιστού για τα πλάσματα που επικαλείτο, βασιζόταν απλώς στη γνώση των ονομάτων και των ιδιοτήτων τους, και το νοούμενο (numen) των θεϊκών πλασμάτων ή η δύναμή τους εκδηλωνόταν με εντελώς εξειδικευμένους τρόπους.

Ο χαρακτήρας των indigetes και των εορτασμών τους δείχνουν ότι οι αρχαίοι Ρωμαίοι δεν ήταν απλώς μέλη μιας αγροτικής κοινότητας, αλλά ότι αγαπούσαν επίσης τον πόλεμο. Οι θεοί τους αντιπροσώπευαν ακριβώς τις πρακτικές ανάγκες της καθημερινής ζωής, έτσι όπως τις αντιλαμβανόταν η ρωμαϊκή κοινότητα στην οποία ανήκαν. Ακολουθούσαν λεπτομερειακά τα τυπικά και τις κατάλληλες για την περίσταση προσφορές. Έτσι ο Ιανός και η Βέστα (Εστία) ήταν φύλακες των πυλών και της εστίας αντίστοιχα. Οι Λάρες προστάτευαν τον αγρό και τον οίκο, ο Πάλης το κοπάδι, ο Σατούρνους (Κρόνος) τη σπορά, η Σέρες (Δήμητρα) την ανάπτυξη του σπόρου, ο Πομόνα τον καρπό και οι Κόνσους και Ότις, τη συγκομιδή. Ακόμη και ο μεγαλοπρεπής Ζούπιτερ, ο ρωμαϊκός Δίας και κυβερνήτης των θεών, τιμόταν για τη βοήθειά του με βροχές στα χωράφια και στα αμπέλια. Στην ευρύτερη επικράτειά του, μέσω του όπου της αστραπής, ήταν ο καθοδηγητής της ανθρώπινης δραστηριότητας και προστάτης των Ρωμαίων στις πολεμικές τους επιχειρήσεις πέραν των συνόρων της κοινότητάς τους. Επιφανείς στα αρχαία χρόνια ήταν επίσης ο Μαρς (’ρης) και Κουϊρίνος, που συνήθως ταυτίζονταν μεταξύ τους. Ο Μαρς ήταν θεός των νέων και των δραστηριοτήτων τους, ειδικά του πολέμου. Η λατρεία του γινόταν τον Μάρτιο και το Οκτώβριο. Όσο για τον Κουϊρίνο, οι σύγχρονοι ερευνητές της μυθολογίας θεωρούν ότι ήταν προστάτιδα θεότητα της πολεμικής κοινότητας εν καιρώ ειρήνης.

Επικεφαλής του αρχαϊκού πάνθεου ήταν η τριάδα Ζούπιτερ, Μαρς και Κουϊρίνος (οι τρεις ιερείς των οποίων, ή flamens, ανήκαν στην ύψιστη ιερατική τάξη), και ο Ιανός με την Βέστα (Εστία). Από όσα γνωρίζουμε έως τώρα, στους αρχαίους χρόνους δεν είχαν διακριτή ταυτότητα, δηλαδή προσωπικούς μύθους, γάμους και γενεαλογίες. Αντίθετα από τους θεούς των Ελλήνων δεν τους αποδίδονταν ανθρωπομορφικές συνήθειες και δεν έχουν διασωθεί πολλές αφηγήσεις για τις δραστηριότητές τους. Η αρχαία λατρεία συνδεόταν επίσης με τον Νουμά, τον δεύτερο μυθικό βασιλιά, που θεωρείτο ότι είχε ως σύζυγό του τη ρωμαϊκή θεά των πηγών και της γέννησης, την Εγερία, που εμφανίζεται σαν νύμφη σε μεταγενέστερες φιλολογικές πηγές. Τα νέα στοιχεία προστέθηκαν σε σχετικά πρώιμη εποχή. Στο βασιλικό οίκο των Ταρκύνιων αποδίδεται διαμέσου του μύθου η εγκαθίδρυση της τριάδας του Καπιτωλίου, δηλαδή του Ζούπιτερ (Δία), της Ζούνο (Ήρας) και της Μινέρβα (Αθηνάς) που κατείχαν την υπέρτατη θέση στη ρωμαϊκή θρησκεία. ’λλες προσθέσεις τέτοιου είδους ήταν η λατρεία της Ντιάνα (Αρτέμιδος) στον Αβεντινό Λόφο, και η εισαγωγή προφητειών τις οποίες, σύμφωνα με την παράδοση, έλαβε ο Ταρκύνιος (6ος αιώνας π.Χ.) από την Κυμαία Σίβυλλα.

Ξένοι θεοί στη Ρώμη: Η απορρόφηση γειτονικών θεοτήτων ήταν αναπόφευκτη καθώς το ρωμαϊκό κράτος άρχισε να κατακτά τον περιβάλλοντα χώρο. Οι Ρωμαίοι απέδιδαν στους τοπικούς θεούς των κατακτημένων λαών τις ίδιες τιμές που απέδιδαν στις τοπικές τους θεότητες. Σε αρκετές περιπτώσεις οι νεοαποκτηθείσες θεότητες προσκαλούνταν επισήμως να αναλάβουν τα νέα ιερά τους στη Ρώμη. Το 203 πΧ, το λατρευτικό άγαλμα της Κυβέλης αφαιρέθηκε από τον φρυγικό Πεσσινό και τελετουργικά καλωσορίστηκε στη Ρώμη. Επιπλέον, η ανάπτυξη της πόλης προσέλκυσε αρκετούς ξένους, στους οποίους επιτρεπόταν να συνεχίζουν τη λατρεία των θεών τους. Με τον ίδιο τρόπο έφθασε στη Ρώμη ο Μίθρας, και η δημοτικότητά του στις ρωμαϊκές λεγεώνες ήταν τέτοια ώστε η λατρεία του έφθασε ως τη Βρετανία. Εκτός από τον Κάστορα και το Πολυδεύκη, οι κατακτημένες πόλεις της Ιταλίας συνεισέφεραν αρκετά στο ρωμαϊκό πάνθεον. Η Ντιάνα, η Μινέρβα, ο Χέρκουλες, η Βένους και άλλες ελάσσονες θεότητες, με το πέρασμα του χρόνου ταυτίστηκαν με τις ανθρωπόμορφες θεότητες του ελληνικού πάνθεου και ανέλαβαν πολλές από τις ιδιότητες και τους μύθους τους.

•Η Ρωμαϊκή θρησκεία

Ορισμός: Ως ρωμαϊκή θρησκεία ορίζουμε το ετερογενές σώμα δοξασιών, αντιλήψεων και λατρευτικών πρακτικών που εξασκούνταν στο ρωμαϊκό κράτος κατά την αρχαιότητα.

Οι απαρχές: Η ρωμαϊκή θρησκεία, έχοντας δεχθεί ισχυρές ετρουσκικές και ελληνικές επιρροές, ήταν μια πολυθεϊστική τυπολατρική αστική θρησκεία, η οποία επικεντρωνόταν στην εξασφάλιση της εύνοιας των θεών, τόσο σε οικογενειακό όσο και σε κοινοτικό επίπεδο, μέσω της προσκόλλησης σε παραδοσιακές λατρευτικές τελετουργίες (θυσίες, προσευχές, ύμνους, αργίες, αθλητικούς αγώνες), που χρηματοδοτούσαν το κράτος και οι ευκατάστατες κοινωνικές ομάδες. Το πάνθεον έμοιαζε με το αντίστοιχο των ελληνικών πόλεων-κρατών, με ορισμένες μόνο ουσιαστικές διαφορές στις ιδιότητες της κάθε θεότητας και στις όψεις του κόσμου ή στις δραστηριότητες τις οποίες αυτή ρύθμιζε. Αρχικώς βέβαια δεν ήταν ανθρωπομορφικό πάνθεον ούτε υποστηριζόταν από εκτενείς μυθολογικές αφηγήσεις, αλλά με το πέρασμα του χρόνου υιοθετήθηκαν πλήρως οι ελληνικοί μυθικοί κύκλοι και οι ιστορίες για τους αντίστοιχους θεούς. Στόχος της λατρείας ήταν η εξευμένιση των θεών και ο «συνεταιρισμός» μαζί τους για τη διασφάλιση της επιτυχίας σε κάποιο εγχείρημα. Επικρατούσε η αντίληψη ότι ο κόσμος, οι θεότητες και οι άνθρωποι υπήρχαν ανέκαθεν, και οι ίδιοι οι Ρωμαίοι ήταν που επέλεξαν, όταν ίδρυσαν την πόλη τους, να «συνεταιριστούν» με συγκεκριμένους θεούς τους οποίους από εκεί και πέρα τιμούσαν. Για το λόγο αυτόν οι Ρωμαίοι δεν επιχείρησαν ποτέ να εμφυτεύσουν το θρησκευτικό εορτολόγιο, τις παραδόσεις και το πάνθεον τους στις ιταλικές πόλεις που έπεσαν υπό την επιρροή τους, θεωρώντας την αστική λατρείας τους καθαρά ρωμαϊκή υπόθεση.

Πολιτισμός» (Primitive Culture, 1871) όρισε τον ανιμισμό ως «γενική πίστη στις πνευματικές υπάρξεις», και τη χαρακτήρισε ως «ελάχιστο ορισμό της θρησκείας». Θεώρησε ότι όλες οι θρησκείες, από την απλούστερη έως την πλέον σύνθετη, μοιράζονται κάποιου είδους ανιμιστικές πεποιθήσεις. Κατά την άποψή του, ως πρωτόγονοι πολιτισμοί ορίζονται εκείνοι που δεν διαθέτουν γραπτή παράδοση και πιστεύουν ότι τα πνεύματα ή ψυχές έδωσαν ζωή στις ανθρώπινες και τις υπόλοιπες υπάρξεις του φυσικού κόσμου.Για το επίσημο κράτος η ύπαρξη των θεών, και μάλιστα όχι μόνο αυτών που λατρεύονταν στη Ρώμη, ήταν δεδομένη στο πλαίσιο μιας ανιμιστικής καταγωγής αντίληψης περί παρουσίας εκατοντάδων θείων πνευμάτων σε ιερούς τόπους, σε ιερά ζώα, σε φυσικά φαινόμενα ή ακόμη και σε αφηρημένες έννοιες. Με τον όρο ανιμισμός (από το λατινικό anima) στη θρησκειολογία και την ανθρωπολογία, εννοείται η αρχέγονη ανθρώπινη θρησκεία η οποία θεμελιώνεται στην πεποίθηση της ύπαρξης πνευματικών υπάρξεων που εμψυχώνουν κάθε μορφή και εκδήλωση του φυσικού κόσμου. Πρόκειται για την αρχαιότερη λατρευτική πρακτική της ανθρωπότητας και τα χαρακτηριστικά της απαντώνται σε γηγενείς πολιτισμούς. Η βάση του ανιμισμού είναι η άποψη ότι υπάρχει ένα πνευματικό βασίλειο το οποίο μοιράζονται οι άνθρωποι με το σύμπαν. Η θεμελιώδης άποψη ότι οι άνθρωπο, τα φυτά, τα ζώα και τοα ουράνια σώματα κατέχουν ψυχή ανεξάρτητη από τη φυσική ύπαρξη, είναι κεντρική στον ανιμισμό. Ο βρετανός ανθρωπολόγος Έντουαρντ Μάρνετ Τέιλορ, στο έργο του «Πρωτόγονος  πολιτισμός και το Ανθρωπολογία ο Τέιλορ άρχισε να δημιουργεί το εννοιολογικό πλαίσιο της επιστημονικής σπουδής της ανθρωπολογίας, στηριζόμενος -και αναπτύσοντας ταυτόχρονα- στις εξελικτικές θεωρίες του Δαρβίνου. Πίστευε ότι η κοινωνία και η θρησκεία, αναπτύχθηκαν για μια λειτουργική αιτία και ότι αυτή η αιτία ήταν καθολική.

Η ρεπουμπλικανική πολιτειακή οργάνωση, τα αξιώματα και τα σώματά της, αντλούσαν τη νομιμοποίησή τους στα μάτια του λαού από την ευσεβή τους στάση απέναντι στους θεούς και τη συσχέτισή τους με συγκεκριμένες θεότητες. Με τον όρο ρωμαϊκή ρεπούμπλικα, δημοκρατία (λατιν.: Republica Romanorum), εννοούμε εκείνη την περίοδο της ρωμαϊκής ιστορίας κατά την οποία οι Ρωμαίοι, εκδιώκοντας τον τελευταίο βασιλιά τους, τον Ετρούσκο Λεύκιο Ταρκύνιο, εγκαθίδρυσαν παράλληλα δημοκρατία. Η περίοδος της Δημοκρατίας ή ρεπουμπλικανική περίοδος ξεκινά με την πτώση του τελευταίου Ετρούσκου βασιλιά της Ρώμης, του Ταρκύνιου του υπερήφανου (Tarkinious Superbus), το 509π.Χ., και τελειώνει με την επικράτηση του Οκταβιανού επί του Μάρκου Αντώνιου στη ναυμαχία του Ακτίου, το 31π.Χ. Ωστόσο δεν οριζόταν κάποια συγκεκριμένη θρησκευτική αυθεντία, που να είχε τον έσχατο λόγο στην τέλεση των δημόσιων ιεροτελεστιών και στην αστυνόμευση των λατρευτικών πρακτικών. Οι αρμοδιότητες αυτές ήταν κατανεμημένες σε διάφορα ρεπουμπλικανικά ιερατικά αξιώματα που τα κατείχαν θρησκευτικοί άρχοντες της ρωμαϊκής πόλης-κράτους, υπόλογοι στη Σύγκλητο και στους Υπάτους, οι οποίοι εκλέγονταν συνήθως από τις ρωμαϊκές Εκκλησίες του Δήμου.

Το σπουδαιότερο από τα εν λόγω αξιώματα ήταν αυτό του Μέγιστου Αρχιερέα (Pontifix Maximus), του επικεφαλής των ιερειών της σπουδαίας θεάς Εστίας, των «Εστιάδων», της οποίας η «ιερή φλόγα» έπρεπε να καίει αδιάκοπα στα μεγάλα δημόσια κτίρια. Αλλά κανένας μεμονωμένος ιεράρχης δεν είχε ιδιαίτερα διευρυμένο, πόσο μάλλον απόλυτο, έλεγχο στις ποικίλες όψεις της κρατικής λατρείας. Η αστική ρωμαϊκή θρησκεία, προσανατολισμένη στην ευσεβή και ακριβή τήρηση της παράδοσης, έχει τις ρίζες της σε προϊστορικές αγροτικές λατρείες της γονιμότητας, και γι’ αυτό δεν ήταν ασύμβατη με ιδιωτικές μυστηριακές λατρείες που άρχισαν κατά την ελληνιστική εποχή να εισάγονται δειλά στην Ιταλία μέσω της Μεγάλης Ελλάδας. Ωστόσο, σε αντίθεση με τις τελευταίες, λειτουργούσε αποκλειστικά ως παράγοντας κοινωνικής συνοχής και δικαιολόγησης των κρατικών ενεργειών.

Ο Ύπατος Ποντίφικας και οι Εστιάδες

Πριν συνεχίσουμε είναι ανάγκη να αναφερθούμε εκτενέστερα στον Μέγιστο Αρχιερέα (Pontifix Maximus) και στις Εστιάδες.
Α) Ύπατος Ποντίφικας (Pontifix Maximus) είναι τίτλος που δήλωνε τον αρχιερέα της αρχαίας ρωμαϊκής Κολλεγίας των Ποντίφικων (Collegium Pontificum). Ήταν ο πιο σημαντικός θρησκευτικός τίτλος της αρχαίας ρωμαϊκής θρησκείας. Σταδιακά όμως περιέλαβε περισσότερες πολιτικές και διοικητικές αρμοδιότητες. Αρχικά ήταν τίτλος διαθέσιμος μόνο στους πατρικίους, πράγμα που άλλαξε το 254π.Χ. με την ανάδειξη ενός πληβείου στη θέση αυτή. «Ύπατος Ποντίφηξ» ή απλά «Ποντίφικας», ονομάζεται σήμερα ο προκαθήμενος της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, γνωστός και ως «Πάπας» (ιταλικό υποκοριστικό της λέξης «πατέρας»). Η λατινική λέξη Pontifix κυριολεκτικά σημαίνει «Κατασκευαστής Γεφυρών» (pons+facere). «Maximus» σημαίνει Ανώτατος, Ύπατος. Πρέπει να τονιστεί εδώ πως η θέση του «Κατασκευαστή Γεφυρών» στη Ρώμη ήταν πολύ σπουδαία. Ο ποταμός Τίβερης που τη διασχίζει, είχε ιερή σημασία για τους αρχαίους Ρωμαίους και μόνο ένας γνωστός και ευσεβής Ρωμαίος επιτρεπόταν να αλλοιώσει τον ποταμό με μηχανικές προσθήκες. Βέβαια, στη συγκεκριμένη περίπτωση μάλλον περιγράφει τη δημιουργία γεφυρών μεταξύ θεών και ανθρώπων. Η λέξη από μερικούς θεωρείται και παραλλαγή της Ετρουσκικής λέξης για τον ιερέα.

Στη ρωμαϊκή Ρεπούμπλικα, ο Pontifix Maximus ήταν ο ανώτερος άρχων της πολυθεϊστικής θρησκείας. Ήταν επίσης η σπουδαιότερη θέση στην Κολλεγία των Ποντίφικων (ή, αλλιώς, Ποντιφίκιο Συμβούλιο).Τον πρώτο καιρό της Ρεπούμπλικα, ο Ποντίφικας διόριζε τα υπόλοιπα μέλη της Κολλεγίας, της οποίας τα μέλη επίσης ονομάζονταν Ποντίφικες. Σύμφωνα με τον Κικέρωνα (Κικέρων, «Περί Ρητορικής ΙΙΙ», 19,73), ο θρυλικός βασιλιάς της Ρώμης Νουμάς Πομπίλιος ίδρυσε την Κολλεγία των Ποντίφικων. Βέβαια, στη συνέχεια εμφανίστηκαν και άλλοι θρησκευτικοί άρχοντες, ακόμη και Κολλεγίες. Τα στοιχεία για τα πρώτα χρόνια είναι ελάχιστα και κάποιες πηγές μιλούν για καθημερινή λίστα ενεργειών που αποτελούσε ταμπού για τον Ποντίφικα. Παρόλα αυτά κάποιες άλλες πηγές αναφέρουν ότι οι Ποντίφικες ζούσαν μια διακεκριμένη, βεβαίως, κανονική κοσμική ζωή χωρίς πολλούς περιορισμούς. Ο αριθμός των Ποντίφικων εκλεγόταν από το κοοπτάσιο (cooptation). Αρχικά ήταν έξη και ύστερα αυξήθηκαν σε δέκα έξη, μέχρι την επιβολή της Μοναρχίας όπου η θέση περιορίστηκε σε μια, που κατεχόταν από τον ίδιο τον Αυτοκράτορα.

Ο Ποντίφικας δεν περιοριζόταν στον ιερατικό του ρόλο. Κατείχε, εκτός της θρησκευτικής, και πολιτική δύναμη χωρίς να είναι σίγουρο πια από τις δύο κρινόταν ως ισχυρότερη. Η κατοχή της θέσης δεν απαγόρευε την κατοχή δικαστικής ή στρατιωτικής θέσης στον κάτοχό της. Εγκατασταθείς στο παλαιό Βασιλικό Ανάκτορο, «Curia Regia», στην Ιερά Οδό, ασκούσε την εποπτεία επί παντός ιερού θέματος. Οι Ποντίφικες κρατούσαν τα πρακτικά των εκλογών του δικαστικού σώματος και των δημόσιων ημερολογίων (annals maximi), εργασίες που τους προσέδιδαν κύρος. Ακόμα συνέλεγαν πληροφορίες για τη θρησκευτική παράδοση που αποτελούσε το δόγμα της θρησκείας τους. Τέλος έλεγχαν το ημερολόγιο και το συγχρόνιζαν με την αλλαγή των εποχών όποτε χρειαζόταν διόρθωση. Αυτό χρησιμοποιήθηκε από πολλούς Ποντίφικες για να παρατείνουν το χρόνο που κατείχαν το αξίωμα ή να βοηθήσουν πολιτικούς συμμάχους τους. Αυτό οδήγησε σε ημερολογιακό χάος που λύθηκε με την πρόταση του Ιουλιανού Ημερολογίου από τον Ιούλιο Καίσαρα που κατείχε τη θέση. Στην αρχή μόνο πατρίκιοι είχαν το δικαίωμα να καταλάβουν τη θέση, αλλά το 254π.Χ. η θέση άνοιξε και για τους πληβείους χάνοντας λίγο από το κύρος της. Μετά τη δολοφονία του Ιούλιου Καίσαρα και τη εξορία του τότε Ποντίφικα Σύλλα, ο Αύγουστος Καίσαρας κατέλαβε τη θέση κάνοντας την έναν από τους πολλούς αυτοκρατορικούς τίτλους.

(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)

ΠΗΓΗ  http://www.ideotopos.gr/

About sooteris kyritsis

Job title: (f)PHELLOW OF SOPHIA Profession: RESEARCHER Company: ANTHROOPISMOS Favorite quote: "ITS TIME FOR KOSMOPOLITANS(=HELLINES) TO FLY IN SPACE." Interested in: Activity Partners, Friends Fashion: Classic Humor: Friendly Places lived: EN THE HIGHLANDS OF KOSMOS THROUGH THE DARKNESS OF AMENTHE
This entry was posted in HISTORIC THEMES and tagged , , , . Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Please log in using one of these methods to post your comment:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s