Τὰ 105 εἴδη ὑποδημάτων τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων (B)


(ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΑΠΟ 10/07/15)

image

Εἴδη ὑποδημάτων Τὰ εἴδη τῶν ὑποδημάτων ποὺ ἀπαντῶνται στὰ ἀρχαῖα κείμενα, εἶναι μὲ ἀλφαβητικὴ σειρά:

αἰγέα (ἡ), γένος ὑποδημάτων, προφανῶς ἀπὸ αἰγή, δορὰ αἰγὸς (κατσικίσιο δέρμα).

ἀκάτια[12] ἢ μεγάλα ἄρμενα (τὰ), αὐτὰ θὰ πρέπη νὰ ἦταν βαρκόσχημα ὑπο- δήματα.[13] (βλ. καὶ πλοιάρια).

ἀκρόσφυρα (τὰ), γυναικεῖο πόδημα ποὺ ἔφθανε ἕως τὰ σφυρά, δηλ. τοὺς ἀστραγάλους.[14]

ἀμβρακίδες (οἱ), γυναικεῖα ὑποδήματα, ποὺ φοροῦσαν στὴν Ἀμβρακία, καὶ συνέχιζαν νὰ φοροῦν οἱ γυναῖκες κι ὅταν ἡ πόλις μετωνομάσθηκε σὲ Ἄρτα.

ἀμυκλαῖδες ἢ ἀμυκλάδες, ἀμύκλαι (οἱ), εἶδος πολυτελοῦς ἀνδρικοῦ ὑπο- δήματος, ποὺ ξεκίνησε ἀπὸ τὶς Ἀμύκλαις (Λακωνίας) – μεγάλο κέντρο ὑποδημα- τοποιίας τῶν ἀρχαίων χρόνων, ἴσως τὸ μεγαλύτερο – καὶ διαδόθηκε σὲ ὅλες τὶς δωρικὲς πόλεις.[15]

ἀμφίσφυρα (τὰ), γυναικεῖο πόδημα ποὺ ἐκάλυπτε καὶ τὰ δυο σφυρά, δηλ. τοὺς ἀστραγάλους κι ἀπ’ τὶς δύο μεριές.[16]

ἀναξυρίδες < ἀνασυρίδες (οἱ) βαρβαρικὰ γυαλιστερά[17] ἐνδύματα πο- διῶν[18] καὶ βαθεῖα καὶ ἄβατα ὑποδήματα, ποὺ φοροῦσαν ξένοι βασιλεῖς[19].

ἁπλαῖ (αἱ), εἶδος λακωνικοῦ ὑποδήματος. Ἦταν καλλίστρτο καὶ μονόπελμο (μὲ μονὸ πάτο)[20]. Ὠνομάζονταν ἔτσι ἐπειδὴ ἦταν… ἁπλᾶ «καὶ οὐ τετεχνιτευμένως γεγενῆσθαι», ἐπειδὴ οἱ Λάκωνες εἶναι «οὐ περίεργοι περὶ τάς κατασκευάς».

ἀραβύλες, ἀρβύλοι > ἀρβύλες (οἱ), ἀρβυλίς, ἀρβύλα, ἀρβύλη (ἡ), φορτικὰ καὶ βαρβαρικὰ ὑποδήματα.[21] Τὰ φοροῦσαν γεωργοί, κυνηγοὶ καὶ ὁδοιπόροι. Ἔμεινε νὰ λέγεται ἔτσι κάθε ὑπόδημα «περισσῶς εἰργασμένο».

Οἱ Κύπριοι τὴν ἀρβύλη τὴν ἔλεγαν σωστότερα ἀρμύλη (> τὰ ἄρμυλα), ἀφοῦ ὠνομάσθηκε ἔτσι ἐπειδὴ «ἁρμόζει τῷ ποδί».

ἀργεῖαι (αἱ), πολυτελῆ γυναικεῖα ὑποδήματα[22] ἐξ Ἄργους.

ἀρπίδες (οἱ), μαλακὲς κρηπῖδες καὶ πολύρραφα ὑποδήματα τῶν Λακώνων, οἱ ὁποῖοι τὰ διέδωσαν σὲ ὅλες τὶς δωρικὲς πόλεις (Τροιζήνα, κ.ἄ.). Ὠνομάσθηκαν ἔτσι «παρὰ τὸ ράπτω, ραπτίς, ραπτίδες καὶ κατὰ μετάθεσιν ἀρπίδες».[23]

ἀρσωμίδες (οἱ) γυναικεῖα ὑποδήματα. ἀρτὴρ (ὁ), ὑπόδημα[24], εἶδος περικνημίδος, ἀλλὰ καὶ ἡ ζώστρα (ζωστήρ, ζώνη)[25]. Ἦταν κατασκευασμένα ἐκ πίλου (τουρκ. κετζέ, σαγιάκι). Τὰ φοροῦσαν πολλοὶ καὶ μάλιστα οἱ ἱππεῖς, μέσα στὰ ὑποδήματα.

ἄσκαροι (οἱ), ἢ ἀσκέρα (ἡ), ἢ ἀσκέραι (αἱ), εἶδος ἀττικῶν σανδαλίων, εἶδος   περικνημίδος.

Σήμερα θὰ λέγαμε εἶδος τζα- ρουχιοῦ (τσαρουχιοῦ). αὐτοσχεδὲς (τὸ) εἶδος γυναικείου ὑπο- δήματος, μᾶλλον ἀτέχνου.[26]

ἄφρακτα (τὰ), σήμερα θὰ τὰ λέγαμε ἐξώπτερνα ἢ ἀνοικτὰ ’μπρὸς καὶ πίσω πέδι- λα.[27]

βακνίδες (οἱ), εἶδος ὑποδημάτων.

βάξεαι (οἱ) ὑποδήματα ρωμαϊκῶν χρό- νων.

βασιλίδες (οἱ), ὑπόδημα γυναικεῖο καὶ αὐλητικὸ (δηλ. ποὺ φοροῦσαν στὴν βασιλικὴ αὐλή, ἄρα πολυτελές).[28]

βασσάρη (ἡ), θρακικὸ ὑπόδημα ἀπὸ δέρμα ἀλεποῦς «παρὰ τῇ βάσει ἀρη- ρέναι» (ἀρῶ = ἁρμόζω). Τὸ φοροῦσαν κυρίως οἱ βασαρίδες, δηλ. οἱ βάκχες στὶς βάσσες/βῆσσες (σὲ ὀρεινοὺς τόπους).[29] Οἱ Θρᾷκες, «βασσάρα» ἔλεγαν τὴν ἀλε- ποῦ καὶ τοὺς χιτῶνες ποὺ φοροῦσαν οἱ Θρᾷκες βάκχες, λατρευτὲς τοῦ Βασσαρέως Διονύσου, διότι ἦσαν «ἐκ δερμάτων ἀλωπεκείων».

βαστὰ (τὰ), ὑποδήματα, κατὰ τοὺς Ἰταλιῶτες. βαυκίδες (οἱ) ἢ καυκίδες (οἱ), βαυκὸ (τὸ) εἶδος ἰωνικοῦ πολυτελοῦς καὶ τρυ- φεροῦ ὑποδήματος, ἴσως γιὰ βαυκισμὸ (ὄρχησι, μαλακὸ χορό). βερενικίδες (οἱ), εἶδος γυναικείου ὑποδήματος. Ἴσως ἐκ καποίας πόλεως, ἐξ αὐτῶν ποὺ καλούνταν Βερενίκη.[30]

βηρίδες (οἱ), εἶδος ὑποδήματος, ἐμβάδες. βίολα (τὰ), εἶδος πέδειλου ὑποδήματος.

βλαῦδες (οἱ) ἢ βλακεὺς (ὁ) ἢ βλαῦτες[31] (οἱ) ἐμβάδες, κρηπῖδες, σανδάλια, εἴδη ὑποδήματος, ποὺ φοροῦσαν κυρίως στοὺς ἀσκωλιασμούς.[32]

Τὸ ὑποκοριστι- κό του ἐλέγετο (τὸ) βλαυτίον.

βλύδιον (τὸ) ὑπόδημα, ἴσως σχετικὸ μὲ τὸ προαναφερθέν. γαλλικαὶ (αἱ) ὑποδήματα ρωμαϊκῶν χρόνων, συνηθέστατα στὴν εὐρωπαϊκὴ Γαλατία (> Γαλλία).

γέρρα (τὰ), εἶδος δερματίνων πεπλεγμένων ὑποδημάτων.[33]

γυμνοπόδια (τὰ), σανδάλια, ποὺ ἀφήνουν τὸ πέλμα γυμνό.[34]

δεινιάδες (οἱ), δεινιὰς (ἡ), εἶδος ἀνδρικῶν ὑποδημάτων.[35] διάβαθρα (τὰ), διάβαθρον (τὸ), εἶδος ἐλαφρῶν γυναικείων ὑποδημάτων, ποὺ φοροῦσαν καὶ οἱ παράσιτοι.[36]

διόπαι (αἱ), εἶδος ὑποδημάτων (καὶ ἐνωτίων).[37] Ἡ λέξις «δίοπος» σημαίνει ὁ ἔχω δύο ὀπὰς (τρύπες), ἄρα ἴσως νὰ ἦσαν ὑποδήματα μὲ δύο ὀπές, ἐμπρὸς καὶ πίσω (στὴν πτέρνα). ἐμβὰς (ἡ), ἐμβάδες (οἱ), εἶδος ὑποδημάτων περιπάτου (ἔμβασις=περίπατος, ἐμβαίνω = πατῶ), ἀλλὰ καὶ κωμικῶν ἠθοποιῶν.[38] Ἀναφέρονται καὶ πήλινες ἐμβάδες, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ κετσέ. ἐμπίλια (τὰ), εἶδος ἀρχαίων ὑποδημάτων.

ἐνδρομίδες ἢ ἐντρομίδες (οἱ), ἐνδρομίς[39] (ἡ), ἔλεγαν οἱ Ἀττικοὶ τὰ δυνατὰ ὑποδήματα μὲ τοὺς μακρεῖς λαιμοὺς γιὰ τοὺς κυνηγοὺς καὶ γιὰ τὸν δρόμο, γιὰ νὰ διανύη κανεὶς ἄνετα καὶ ἐπιτή- δεια μεγάλες ἀποστάσεις, γιὰ νὰ τρέχη (ἐνδρομὴ < ἐντρέχω = τρέξιμο μέσα, μὲ στοίχημα).[40]

Κάτι σὰν τὰ σημερινὰ «ἀθλητικὰ μποτάκια», θὰ λέγα- με.

ἐννηΰσκλοι (οἱ), ἐννηΰσκλος (ὁ,ἡ), ὑπόδημα τῶν Λακώνων ἐφήβων, μὲ ἐννέα ὕσκλους.

ἔπτυσχλοι (οἱ), ἔπτυσκλοι (οἱ), ἔπτυσκλος (ὁ), ἀνδρικὸ ὑπόδημα, μὲ ἑπτὰ ὕσκλους..[41]

εὐμαρίδες (οἱ), εὐμαρὶς (ἡ), εἶδος ἀσιατικοῦ ὑποδήματος, ἀνδρικοῦ καὶ γυ- ναικείου, μὲ τὸ ὁποῖο βαδίζει κανεὶς εὐμαρῶς (εὐχερῶς, εὐχάριστα). Κροκκοβαφὴ τέτοια φοροῦσε ὁ βασιλεὺς τῶν Περσῶν.[42]

θετταλὶς (ἡ) ποιοτικὸ ὑπόδημα τῶν Κρητῶν, μᾶλλον προερχόμενο ἀπὸ τὰ θεσσαλικὰ φῦλα, ποὺ κατοικῆσαν τὴν μεγαλόνησο.[43]

θρηίκια (τὰ), εἶδος ὑποδημάτων τῶν Θρᾳκῶν, ποὺ ἀργότερα ἔγιναν γνωστὰ καὶ ὡς περσικά, λόγῳ τῆς ἀφομοιώσεως καὶ διαδόσεώς τους ἀπὸ τοὺς Πέρσες κατακτητές.

ἰφικλῆς (ὁ), εἶδος ὑποδήματος. (βλ. κλεῖδα) ἰφικρατίδες (οἱ) ἢ ἰφικρατὶς (ἡ), εἶδος σανδαλίων, ὑποδήματος ποὺ ὠνομα- τίσθηκε ἀπὸ τὸν στρατηγὸ Ἰφικράτη, ὁ ὁποῖος εἶχε πατέρα σκυτοτόμο, καὶ ὁ ἴδιος ἦταν εἷς τῶν ἐνδόξων καὶ ἐμπειροτέρων στρατηγῶν τῶν Ἀθηναίων στὸν θηβαϊκὸ πόλεμο, γαμβρὸς τοῦ βασιλιᾶ τῶν Θρᾳκῶν, Κότυ, ὁ ὁποῖος κατέπληττε καὶ νίκησε πολλάκις μόνο μὲ τὴν φήμη του![44]

ἴχνια (τὰ), ὑποδήματα, μὲ χονδρὸ δέρμα προστιθέμενο στὴν πτέρνα, γιὰ νὰ ἵσταται ὑψηλότερα τὸ ὄπισθεν μέρος αὐτῶν. (Ἐκ τοῦ ἴκω, ἰκνέομαι, ἴθμα, κ.λπ. κάλικαι (οἱ) ὑποδήματα ρωμαϊκῶν χρόνων. κάλτοι, κάλτιοι (οἱ), κάλτιος (ὁ), λατ. calceus, κοῖλα λεπτὰ ὑποδήματα τῶν Σικελῶν, γιὰ ἱππασία, ποὺ διαδόθηκαν στοὺς Ρωμαίους.[45]

image

Οἱ Ἕλληνες τὰ ἔλεγαν «κοῖλα ὑποδήματα». Ἀπαντᾶται καὶ ὡς καλτίκιος (ὁ), καὶ καλίκιος[46] (ὁ). Ἐξ αὐτῶν ἡ κάλτσα (κάλιτσα, καλτσίον, καλτσόν, καλτσούνια = περικνημίδες), λεπτὸ ὑπόδημα ἐξ ἐρίων ἢ ἐκ βάμβακος.

καμπάγοι (οἱ > campagi), πολυτελέστατα ὑποδήματα τῶν Βυζαντινῶν. κανάβια (τὰ), ὑποδήματα ἀπὸ κάναβο (εἶδος ξύλου περὶ τοῦ ὁποίου ἔπλα- θαν τὸ κερί, τὸν γύψο, τὸν πηλό, ἄρα καλούπι). Ἦταν πεπλεγμένα ὡς ἡ ψάθα (ψάθινα ὑποδήματα). Ὑποδήματα γιὰ κυνήγι. καννάβια (τὰ), ὑποδήματα, φορέματα, ἐνδύματα, ἐκ καννάβεως[47].

Σχετικὰ  μὲ τὰ προηγούμενα.[48] καρβατίνη ἢ καρπατίνη ἢ καρπάτινον (ἡ), μονόπελμο (μονόδερμο) καὶ εὐτελὲς ὑπόδημα τῶν ἀγροτῶν, ἀπὸ ὠμὸ δέρμα, νεοδάρτων βοδιῶν.[49] Τὸ κατεσκεύαζαν ἰδιωτικῶς καὶ αὐτοσχεδίως.[50] Ἀντίστοιχο μὲ τὸ μεταγενέστερο τσαρούχι. (Ἐξ αὐτοῦ ἡ καπαρτίνα).

καρκῖνος (ὁ), κοῖλο ὑπόδημα, ποὺ ὁμοίαζε μὲ καβούκι καρκίνου (κάβουρα).

κλεῖδα, κλεὶς (ἡ), ἢ κλείματα (τὰ), ἢ κλῆμα (τὸ), ἢ κλῖμα (τὸ), ἢ κρούπανα (τὰ), ἢ κρούπεζα (τὰ), κρύπαλα (τὰ), εἶδος ξυλίνων ὑποδημάτων τῶν Κρητῶν. Αὐτὸς ποὺ τὰ φορεῖ ἐλέγετο κρουπεζοφόρος.[51] Αὐτὸς ποὺ βαδίζει μὲ αὐτὰ ἐλέγε- το κρουπεζοβάμων, κρουπεζούμενος. Κρουπεζόω-ῶ, σημαίνει ἐνδύω, ὑποδένω τὰ κρούπεζα. Βλ. καὶ κρούπαλα. Τὸ μικρὸ κρούπεζο ἐκαλεῖτο κρουπέζιον.

κνημῖδες (οἱ) κάθε εἶδος ὑποδήματος ποὺ ἐκάλυπτε τὴν κνήμη – περικνημί- δα. κόθορνος (ὁ), κόθουρνος (ὁ), τὸ πιὸ γνωστό, ἴσως, ἀρχαῖο ἑλληνικὸ ὑπό- δημα. Ἐφάρμοζε καὶ σὲ ἄνδρες καὶ σὲ γυναῖκες. Εἶχε σχῆμα τετράγωνο. Ἔτσι δὲν ξεχώριζε τὸ δεξὶ ἀπὸ τ’ ἀριστερὸ πόδι. Ἐπίσης εἶχε χονδρὰ καττύματα. Ἦταν ὑψηλὸ στὴν μέση τοῦ σκέλους. Ἔτσι προκαλοῦσε ἕνα ἰδιαίτερα ἀσταθὲς βάδισμα. [52] Τὸ φοροῦσαν κυνηγοὶ καὶ τραγικοὶ ὑποκριτὲς (ἠθοποιοί), γιὰ νὰ φαίνωνται ὑψηλότεροι καὶ ἐπιβλητικότεροι.[53].

Ὡστόσο στὴν ἀκμὴ τῆς τραγωδίας ἴσως νὰ μὴ γινόταν χρήση κοθόρνων, τοὐλάχιστον τέτοιας χονδροειδοῦς κατασκευῆς. Ἴσως οἱ χονδροειδεῖς κόθορνοι νὰ ἐμφανίζωνται κατὰ τὸν 2ο π.Χ. αἰ. κοκκίδες εἶδος ἀρχαίων ὑποδημάτων.

κολοφώνια (τὰ), κοῖλα ὑποδήματα, προφανῶς ἐκ Κολοφῶνος Μ. Ἀσίας.[54] Ἴσως νὰ ἦσαν καὶ μεταλλικά! Καὶ ἐπειδὴ ἡ Κολοφῶν ἔχαιρε φήμης γιὰ τὸ ρετσίνι της, ἴσως νὰ ἦσαν κολλημένα μὲ ρεσινόκολλα. κονιόπους (ὁ), πολυσχιδὲς στενὸ σανδάλι, ὑπόδημα, ποὺ δὲν σκέπαζε ὅλην τὴν πατούνα (πατούσα, πέλμα, πόδι). Ἔτσι τὸ πόδι εἶχε πάντα κόνι (σκόνη). (κο- νιόπους, κονίπους, ὁ = κονιορτισμένος, ὁ ἔχων σκονισμένα πόδια). Τὰ φοροῦσαν οἱ μοιχοὶ γιὰ νὰ μὴ τοὺς καταλαβαίνουν! Γι’ αὐτὸ ἐλέγοντο καὶ «ὑποδήματα μοι- χικά».[55]

κονίποδες (οἱ), πρεσβυτικὰ ὑποδήματα, ἴσως γιὰ ἀγροίκους καὶ ἐργάτες. Στὴν Ἐπίδαυρο ὁ δῆμος ἐκαλεῖτο κονίπους, ἐπειδὴ ἐπὶ τὸ πλεῖστον διέτριβε στοὺς ἀγρούς.[56]

(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)

Τοῦ Γιώργου Λεκάκη

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

[12] ἀκάτιον (τὸ) = μικρὴ ἄκατος, μικρὸ καὶ εὐκίνητο πλοῖο, ὅπως τῶν πειρατῶν. Ὑπῆρχε καὶ εἶδος ποτηρίου σὲ σχῆμα πλοιαρίου, τὸ ὁποῖο ἐπίσης ἐλέγετο ἀκάτιον – βλ. σχ. Ἀθήν. [13] βλ. σχ. Ar. fr. 7396 III 726 K.

[14] βλ. σχ. Poll. «Ὀνομ.» 7.94.

[15] βλ. σχ. Ar. Thesm. 142

[16] βλ. σχ. Poll. «Ὀνομ.» 7.94.

[17] ἀναξύω, ξύω = τρίβω τὴν ἐπιφάνεια ἑνὸς πράγματος, γυαλίζω, ξύνω.

[18] λέγονταν καὶ φημινάλια/φιμινάλια/φουμινάλια ἢ βρακία (βρακιά) περσικὰ – βλ. σχ. vgA, Ἠρόδ., Ξενοφ., Πολυδ. Παρα- φρασμένα τουρκικὰ τὸ ἀναξύρι ἔγινε τσαξύρι. Πρόκειται γιὰ τὸ νῦν γνωστὸ ὡς σαλβάρι.

[19] βλ. σχ. Ἠρόδ. 1,71,2.

[20] βλ. σχ. Δημοσθ.

[21] βλ. σχ. Εὐρ. Or. 140, Εὐρ. Hipp. 1189, Θεόκρ. id. 7, 26, f Z296, Et. gen. 1113.

[22] βλ. σχ. Eupol. fr. 266.

[23] βλ. σχ. Θεόκρ., Εὐριπ., Καλλ. fr. 235,2, 223,1, AB, Sym. 1411, EM 1855, Orio, Et. gen. 1224.

[24] βλ. σχ. Φερεκρ. fr.38, Πολύδ.

[25] βλ. σχ. 2. Esdr. 14,11.

[26] βλ. σχ. Ἕρμιππ. fr. 18.

[27] βλ. σχ. Poll. «Ὀνομ.» 7.94.

[28] βλ. σχ. Ἐρατοσθ. frg. 28 Str.

[29] βλ. σχ. Καλλ. fr. 743 incerti auct., l. c., AB, Sym. 47, EM 70, Et. Gud. b,41. Orio 31,7. [30] Ἀναφέρονται 4 ἑλληνιστικὲς πόλεις μὲ αὐτὸ τὸ ὄνομα: Ἡ Β. Ἑσπερὶς στὴν Κυρηναϊκὴ χώρα (στὴν νῦν Λιβύη), ἡ τῆς Ἄνω Αἰγύπτου, ἡ κατὰ Σάβας, τοῦ Ἀραβίου κόλπου καὶ ἡ Πάγχρυσος, ἐπίσης τοῦ Ἀραβίου κόλπου, ἡ νῦν Σαλάκα.

[31] «βλαυτοῦν ὑπόδημα» = ὑποδέειν, ἢ πλήσσειν σανδαλίῳ.

[32] βλ. σχ. Πλ. Smp. 174a, 190d, Μένανδρος.

[33] Ἀλλὰ καὶ τὰ σκηνώματα, οἱ καλύβες, τὰ καλάθια, τὰ κοφίνια γιὰ φόρτωμα, τὰ δερμάτινα σεβάσματα (αἰδοῖα), τὰ δερμάτινα σκεπάσματα (γερράδια), τὰ πολεμικὰ σκεπάσματα τῶν στρατιωτῶν ἐξ ἀσπίδος (γερροχελῶνες). Συνήθως γέρρον ἐλέγετο ὅ,τι ἦταν πλεκτὸ ἀπὸ ράβδους ἢ βέργες (ὅπως ἡ τετράγωνη περσικὴ ἀσπίδα, ποὺ ἦταν καπλαντισμένη ἀπὸ ὠμὸ δέρμα βοδιῶν, ἢ κάποιο φράγμα) – βλ. Δημοσθ., Λουκ., Ξενοφ. Στράβ., Φερεκρ.

[34] βλ. σχ. Poll. «Ὀνομ.» 7.94.

[35] βλ. σχ, Πολυδ.

[36] βλ. σχ. Ἀθήν., Ἀλκίφρ.

[37] βλ. σχ. Ἀρ. fr. 320,10

[38] βλ. σχ. Πλουτ.

[39] Ἔτσι ἐλέγετο καὶ ἕνα χοδρὸ φόρεμα τῶν δρομέων καὶ τῶν παλαιστῶν, ποὺ τὸ φοροῦσαν μετὰ τὸν ἀγῶνα, γιὰ νὰ μὴ κρυώσουν. Ἰούλιος – Αὔγουστος 2013 24

[40] βλ. σχ. Ἀνάλκ.

[41] βλ. σχ. Ἕρμιππ. fr. 67.

[42] βλ. σχ. Αἰσχύλ., Εὐρ.

[43] βλ. σχ. Λύσιππ. fr. 2 K.

[44] βλ. σχ. Πλούτ.

[45] βλ. σχ. Πολύδ., Πλούτ., Rhinth. fr. 5.

[46] Τὰ καλίκια εἶναι παραδοσιακὰ τὰ ὑποδήματα ποὺ φοροῦν οἱ καλικάντζαροι.

[47] φυτὸ παραπλήσιο τοῦ λινοῦ. Ἀπ’ αὐτὸ ἐφτιαχναν στουπιὰ καὶ κάννες (σκεπάσματα πεπλεγμένα ἀπὸ βοῦρλα ἢ καλάμια καὶ νεροκαλάμια, ψάθες) – βλ. σχ. Ἠρόδ., ΣΟΥΔΑΣ. [48] βλ. σχ. Poll. «Ὀνομ.» 7.94.

[49] Παρομοίως κατεσκεύαζαν καὶ δερμάτινες σκηνὲς γιὰ οἰκίες (καρβάτινες οἰκίες) – βλ. σχ. Μαθτ. παλ.

[50] βλ. σχ. Ξενοφ.

[51] βλ. σχ. Κρατιν. fr.310, Πολύδ.

[52] Γι’ αὐτὸ καὶ μεταφορικῶς «κόθορνος» ὠνομαζόταν ἀπὸ τὸν λαὸ ὁ ἀσταθής, ὁ εὐμετάβολος ἄνθρωπος. Ἔτσι ἔλεγαν καὶ τὸν πολιτικὸ Θηραμένη, ἕναν τῶν Τριάκοντα Τυράννων, ἐπειδὴ «χώραγε» σ’ ὄλες τὶς καταστάσεις…

[53] βλ. σχ. Ἠρόδ., Asvg., Πολυδεύκης, ἀλλὰ καὶ Σαρ. Καργάκου «Ἡ γένεση τοῦ δράματος – Τὸ ἀποκορύφωμα τῆς θεα- τρικῆς τέχνης». Ὄντως ἡ «σκευή» τῶν ἀρχαίων ὑποκριτῶν περιελάμβανε τὴν ἀμφίεση τῶν ὑποκριτῶν, ἰμάτιο, χλαμύδα, χιτῶνα, ὑποδή- ματα, τοὺς κοθόρνους καὶ τὰ προσωπεῖα ποὺ ἦσαν καμωμένα ἀπὸ λινὸ ὕφασμα. Τὸ νῦν βεστιάριο. [54] βλ. σχ. Rhint. fr. 4.

[55] βλ. σχ. Ἀριστοφ., Ἠσύχ.

[56] βλ. σχ. Πλούτ.

PAGAN  www.lekakis.com

About sooteris kyritsis

Job title: (f)PHELLOW OF SOPHIA Profession: RESEARCHER Company: ANTHROOPISMOS Favorite quote: "ITS TIME FOR KOSMOPOLITANS(=HELLINES) TO FLY IN SPACE." Interested in: Activity Partners, Friends Fashion: Classic Humor: Friendly Places lived: EN THE HIGHLANDS OF KOSMOS THROUGH THE DARKNESS OF AMENTHE
This entry was posted in ARCHAEOLOGIE and tagged , , , , , . Bookmark the permalink.

One Response to Τὰ 105 εἴδη ὑποδημάτων τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων (B)

  1. Pingback: Τὰ 105 εἴδη &...

Leave a Reply

Please log in using one of these methods to post your comment:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s