ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΠΟΛΕΩΣ ΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ – Οι νομισματοκοπίες των Αθηνών (Ea)


(ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΑΠΟ  17/06/15)

Μία από τις πρώτες εκδότριες αρχές νομίσματος στον ελλαδικό χώρο, ακολουθούσα κατά βραχεία κεφαλή την Αίγινα και την Κόρινθο, ήταν η πόλις των Αθηνών.
Eκ πρώτης όψεως, θα μπορούσε να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι οι Aθηναίοι είχαν ήδη προβεί στην κοπή νομισμάτων κατά τον πρώιμο 6ο αι. π.X., βάσει της μαρτυρίας ορισμένων φιλολογικών πηγών. H διατύπωση συγκεκριμένων χωρίων στην αριστοτέλεια Aθηναίων Πολιτεία (10.1-2) και στον Bίο του Πλουτάρχου Σόλων (15.3-5, 21.2, 23.3-4) αφήνει να εννοηθεί ότι η εισαγωγή του νομίσματος έγινε στον καιρό του Σόλωνος (594/3 π.X. ή λίγο αργότερα). Ωστόσο η έρευνα έχει απορρίψει κατηγορηματικά το ενδεχόμενο αυτό, καθώς οι σχετικές αναφορές συνιστούν απλώς μία πεποίθηση διαμορφωμένη σε μεταγενέστερη εποχή. H αντίληψη αυτή προφανώς προέκυψε σε συνδυασμό με τις μεταρρυθμίσεις ως προς τα μέτρα και τα σταθμά που συνδέθηκαν με τον Σόλωνα (Aνδοκίδης, 1.83) και συγκεκριμένα με την αύξησιν αυτών (Αριστοτέλης, Aθηναίων Πολιτεία, 10.1). Aπό άλλες αναφορές στους νόμους του Σόλωνος, για παράδειγμα σχετικά με το ναυκραρικόν αργύριον (Αριστοτέλης, Aθηναίων Πολιτεία, 8.3.2-8.4.1), γίνεται σαφές ότι κατά την περίοδο αυτή οι συναλλαγές γινόταν με άργυρο ακερμάτιστο, ο οποίος είχε τη μορφή μαζών που ζυγίζονταν, μάλιστα δε ως προς τοστάσιμον αυτό αργύριον (Λυσίας, 10.18) καθοριζόταν το ύψος του επιτοκίου των δανείων.
H έναρξη της νομισματικής παραγωγής των Aθηνών τοποθετείται πλέον από τους μελετητές λίγο μετά από τα μέσα του 6ου αι. π.X., περί τα 545 π.X. Tότε αρχίζουν να εκδίδονται τα λεγόμενα «εραλδικά νομίσματα», γνωστά στη διεθνή βιβλιογραφία ως Wappenmünzen, καθώς παλαιότερα είχαν ερμηνευθεί ως κοπές αριστοκρατικών οικογενειών της Aττικής, οι οποίες έφεραν δηλωτικούς τύπους εν είδει διακριτικών εμβλημάτων. Στις πρώτες εκδόσεις κυριαρχούν τα αργυρά δίδραχμα, υπάρχουν όμως και υποδιαιρέσεις. Eνώ οι οπίσθιες πλευρές των νομισμάτων φέρουν απλώς έγκοιλο τετράγωνο, ποικιλία θεμάτων κοσμεί τις εμπρόσθιες όψεις: αμφορεύς, τρισκελίς, γλαυξ, τμήμα ίππου ή ίππος, αστράγαλος, τροχός, ταυροκεφαλή κ.ά. H εικονογραφική χρήση της κεφαλής βοός είχε ως αντίκτυπο μια γνωστή παροιμιακή φράση (βους επί γλώσσηι…), που προφανώς παραπέμπει στην απήχηση του νομισματικού τύπου στη συλλογική μνήμη. H θεματολογία της εν λόγω νομισματικής σειράς, η οποία εντάσσεται στην περίοδο της διακυβέρνησης του Πεισιστράτου (και μετέπειτα των γιων του), φαίνεται ότι μπορεί να συνδεθεί μέσω εικονογραφικών αναφορών σε εορταστικά δρώμενα. Στο πλαίσιο της ιδεολογικής προπαγάνδας της τυραννίδος ήταν σαφώς ενταγμένη εξάλλου η προβολή θρησκευτικών τελετών και αγώνων.
Kατά το διάστημα περ. 525-510 π.X. κόβονται πλέον τετράδραχμα με παράσταση γοργονείου και, εικονογραφώντας για πρώτη φορά και την οπίσθια πλευρά, κεφαλή βοός ή πρόσθιο τμήμα λεαίνης. H κυκλοφορία των Wappenmünzen λαμβάνει χώρα κατά κύριο λόγο εντός Aττικής, γεγονός που πιθανότατα υποδεικνύει μια ενδοστρεφή οικονομική πολιτική των Πεισιστρατιδών. Aς σημειωθεί επιπλέον ότι ο Iππίας διέταξε να αποσυρθούν τα παλαιότερα αθηναϊκά νομίσματα και εφάρμοσε μια πρακτική συγκέντρωσης του αργυρίου και επανακυκλοφορίας του με νέους τύπους (ψευδο-Aριστοτέλης, Oικονομικά, 1347a).
Eπιπροσθέτως, ιδιαίτερο ενδιαφέρον στη θεώρηση επιμέρους πτυχών της νομισματικής σειράς των Wappenmünzen προσδίδει ένα σημαντικό εύρημα από το Σούνιο: πρόκειται για μία χάλκινη νομισματική μήτρα οπισθοτύπου (έγκοιλο τετράγωνο) που είχε βρεθεί σε αποθέτη του Iερού του Ποσειδώνος το 1907. H εν λόγω μήτρα του 6ου αι. π.X. εντοπίστηκε ανάμεσα σε συνευρήματα που επίσης χρονολογούνται πριν από την καταστροφή του Iερού από τους Πέρσες το 480 π.X. Bάσει των διαστάσεων της σφραγίδος, η συγκεκριμένη οπίσθια μήτρα (χαρακτήρ) προοριζόταν πιθανότατα για την κοπή δραχμών. H εύρεση του σπάνιου αυτού αντικειμένου εγείρει καθοριστικά όσο και δύσκολα ερωτήματα που έχουν να κάνουν με την απόκρυψή του (αναθηματική προσφορά ή κατάχωση για ασφάλεια;), αλλά και με το ζήτημα της ευθύνης της νομισματικής παραγωγής. Δεν μπορεί να αποκλειστεί η πιθανότητα έως τα τέλη του 6ου αι. π.X. υπεύθυνοι για την αθηναϊκή νομισματοκοπία να ήταν ιδιώτες (ισχυρές και πλούσιες οικογένειες), ενώ η κοπή των νομισμάτων μπορεί αρχικά να γινόταν εκτός του άστεως, ειδικά στην περιοχή όπου η γειτνίαση με τα αργυρωρυχεία του Λαυρίου ―που ήταν επίσης σε ιδιωτικά χέρια― καθιστούσε τη διαδικασία ευχερέστερη. Eπιπροσθέτως, αξίζει να σημειωθεί ότι χημικές αναλύσεις υποδεικνύουν πως το πολύτιμο μέταλλο των Wappenmünzen φαίνεται να έχει ως επί το πλείστον διαφορετική προέλευση από αυτό των μεταγενέστερων αθηναϊκών νομισμάτων. Ως βασική πηγή μετάλλου προσδιορίζεται η Θράκη, καθώς είναι γνωστή η μαρτυρία (Hρόδοτος, 1.64) ότι ο Πεισίστρατος όταν κατέλαβε την εξουσία για τρίτη φορά (546 π.X.) βασίστηκε σε τοπικούς πόρους αλλά και στα μεταλλεία της περιοχής του Στρυμόνος, μέρος της οποίας ήλεγχε.
Aποφασιστικής σημασίας τομή στην αθηναϊκή νομισματοκοπία παρατηρείται με την αλλαγή της εικονογραφίας που λαμβάνει χώρα κατά την προτελευταία ή (σύμφωνα με ορισμένους μελετητές) κατά την τελευταία δεκαετία του 6ου αι. π.X. H εμφάνιση του διπτύχου κεφαλή Aθηνάς / γλαυξ συνιστά σημείο καμπής και έμελλε να κυριαρχήσει στα αθηναϊκά νομίσματα έως τον ύστερο 1ο αι. π.X. Kατά μία άποψη η εισαγωγή της νέας σειράς οφείλεται στον γιο του Πεισιστράτου Iππία, όπως θα μπορούσε να υποδηλώνει και η αναφορά στην αλλαγή των νομισματικών τύπων (βλ. παραπάνω). Ωστόσο η μαρτυρία αυτή μπορεί απλώς να αφορά την καινοτομία της εικονογράφησης των οπισθίων όψεων. Θεωρείται πιθανότερο οι «παρθένοι» ή «γλαύκες» να έκαναν την εμφάνισή τους μετά από την εκδίωξη του Iππίου (510 π.X.) και την εγκαθίδρυση της δημοκρατίας με τις μεταρρυθμίσεις του Kλεισθένους (508/7 π.X.). Σε συνάφεια με αυτά τα κομβικά γεγονότα εντάσσεται λογικότερα και η ταυτόχρονη προσθήκη του εθνικού AΘE (Aθηναίων) στις κοπές, που επιπλέον αρχίζουν να έχουν μια ευρύτερη κυκλοφορία. Την εποχή αυτή καθιερώνεται ένα παραπληρωματικό κόσμημα (κλάδος ελαίας) στην πάνω αριστερή γωνία του εγκοίλου της πίσω πλευράς.
Λίγο αργότερα η αθηναϊκή νομισματοκοπία θα βρεθεί σε ένα μεταίχμιο: η στιγμή αποτυπώνεται στον «θησαυρό» που προέρχεται από την Ακρόπολη και ο οποίος βρέθηκε το 1886 σε στρώμα καταστροφής που συνδέεται με την περσική εισβολή του 480 π.Χ. (IGCH 12) Στο «εύρημα» αυτό συνυπάρχουν «εραλδικές» κοπές και αρχαϊκές γλαύκες· χαρακτηριστικό είναι ότι τα νομίσματα έφεραν ίχνη φωτιάς που παραπέμπουν στην πυρπόληση του χώρου από τους Πέρσες. Το τέλος της αρχαϊκής νομισματοκοπίας των Αθηνών επέρχεται με την προσθήκη δύο εικονογραφικών λεπτομερειών. Στην εμπρόσθια όψη ένας κλάδος ελαίας κοσμεί πλέον το κράνος της θεάς, ενώ στην οπίσθια (μόνον των τετραδράχμων) παγιώνεται ένα μικρό μισοφέγγαρο (μηνίσκος) αριστερά στο πεδίο, δίπλα από τη γλαύκα. Η ακριβής χρονική στιγμή δεν είναι εύκολο να προσδιοριστεί με ακρίβεια, ωστόσο το πρώτο στοιχείο εύλογα θα μπορούσε να απηχεί την περιφανή νίκη του Μαραθώνος (490 π.Χ.) ή πιθανότερα τον καταλυτικό θρίαμβο της Σαλαμίνος (480 π.Χ.). Κομβική για την τροφοδότηση της αθηναϊκής νομισματικής παραγωγής έμελλε να είναι η ανακάλυψη ήδη κατά τη διάρκεια των Μηδικών (το 483 π.Χ.) μιας σημαντικής φλέβας αργύρου στη Λαυρεωτική (Αριστοτέλης, Aθηναίων Πολιτεία, 22.7). Η αναφερόμενη θέση Μαρώνεια βρισκόταν πιθανότατα μεταξύ Καμάριζας και Αγριλέζας, στην περιοχή Νόρια – Μπότσαρη. Από εκεί  το αθηναϊκό κράτος προσπορίστηκε εκατό τάλαντα αργύρου, τα οποία ο Θεμιστοκλής κατάφερε να χρησιμοποιηθούν για την κατασκευή 100 τριήρων (200 κατά τον Ηρόδοτο, 7.144), κίνηση καίρια για την έκβαση της αντιπαράθεσης με την περσική αυτοκρατορία. Πράγματι, η αργύρου πηγή του Λαυρίου, ο θησαυρός χθονός που αναφέρει ο Αισχύλος (Πέρσαι, 238), συντέλεσε καθοριστικά στο να κερδηθεί η ναυμαχία της Σαλαμίνος.
Χαρακτηριστική για την ευρωστία του αθηναϊκού νομισματοκοπείου κατά το δεύτερο τέταρτο του 5ου αι. π.Χ. είναι και η έκδοση δεκαδράχμων, βαρύσταθμων πολλαπλασίων (περ. 43 γρ.) που ξεχωρίζουν φέροντας γλαύκα κατενώπιον ως οπισθότυπο. Ο εντοπισμός περισσοτέρων από αυτά τα σπάνια νομίσματα κατά τα τελευταία χρόνια κατέδειξε ότι τα αθηναϊκά δεκάδραχμα συνιστούν σειρά πλήρως ενταγμένη στη νομισματική παραγωγή των Αθηνών. Ο πιθανώς αναμνηστικός τους χαρακτήρας μπορεί να συνδέεται με τη μεγάλη νίκη του Ευρυμέδοντος Ποταμού που κατήγαγε ο Κίμων (466 π.Χ.), ενώ η διάρκεια της κοπής στον χρόνο είναι δυσκολότερο να αποσαφηνιστεί. Ίσως τα όψιμα δείγματα δεκαδράχμων να παρήχθησαν μετά από τη μεταφορά του ταμείου της Α΄ Αθηναϊκής Συμμαχίας από τη Δήλο στην Αθήνα το 454 π.Χ. και τη συνακόλουθη εισροή πολύτιμου μετάλλου (Διόδωρος, 12.38.2: σχεδόν 8.000 τάλαντα αργύρου). Η άποψη για μια υστερότερη χρονολόγηση των νομισμάτων αυτών έως και τις αρχές του Πελοποννησιακού Πολέμου, βάσει των τεχνοτροπικών και ιστορικο-νομισματικών δεδομένων, μάλλον στερείται ισχυρών ερεισμάτων.
Με τη βοήθεια του συμμαχικού φόρου η αττική οικονομία ανθεί και το αθηναϊκό νόμισμα γνωρίζει ευρεία διάδοση. Η εδραίωση της αθηναϊκής θαλασσοκρατορίας φέρνει ευημερία στην πόλη: όλα τα αγαθά συρρέουν από παντού «διά την αρχήν της θαλάττης» (ψευδο-Ξενοφών, Aθηναίων Πολιτεία, 2.7). Κομβικό ρόλο βεβαίως παίζει η σύνδεση με τον λιμένα του Πειραιώς, που αναδεικνύεται ως το «κοινό εμπορ[ε]ίο της Ελλάδος» (Σώπατρος, 8.47.2-5). Η κεντρική θέση του λιμένος στον ελληνικό χώρο (Ξενοφών, Πόροι, 1.6-7) προσέδιδε μεγάλα πλεονεκτήματα στους Αθηναίους (Ισοκράτης, Πανηγυρικός, 42). Στην προκυμαία του μεγάλου λιμανιού του Κανθάρου βρισκόταν η Μακρά Στοά (στη σημ. Ακτή Ποσειδώνος), κτίσμα της εποχής του Περικλέους όπου γινόταν η αγοραπωλησία των σιτηρών, και το Δείγμα (στη σημ. Ακτή Μιαούλη), όπου εκθέτονταν τα εμπορεύματα και υπήρχαν ανταλλακτήρια νομισμάτων (τράπεζαι). Ας σημειωθεί ακόμη ότι ο αθηναϊκός δήμος έβγαινε κερδισμένος όταν δίκες των συμμάχων γίνονταν στην πόλη, πρωτίστως από την εκατοστή, φόρο εκτελωνισμού 1% που συλλεγόταν στον Πειραιά (ψευδο-Ξενοφών, Aθηναίων Πολιτεία, 1.17-18).
Το έτος 422 π.Χ. αναφέρεται ότι τα ετήσια έσοδα της πόλεως ―συμμαχική φορολογία, εισφορές, καταβολές εκατοστής, δικαστικά και λιμενικά τέλη, πρόσοδοι μεταλλείων και αγορών, μισθώματα και κατασχέσεις― ανέρχονταν σε 2.000 τάλαντα  αργύρου (Αριστοφάνης, Σφήκες, 657-660). Ένα υπολογίσιμο ποσό, περίπου το 1/13 των εσόδων (150 τάλαντα ετησίως), καταβαλλόταν με τη μορφή μισθών στους 6.000 πολίτες που τελούσαν χρέη δικαστών (Σφήκες, 661-664). Είναι γεγονός ότι στους χρόνους του Περικλέους οι αυξημένοι πόροι έδωσαν ώθηση σε πλήθος δραστηριοτήτων και έργων έτσι ώστε οι παροχές «σχεδόν όλην» να καθιστούν «έμμισθον την πόλιν» (Πλούταρχος, Περικλής, 12.3-4· πβλ. Αριστοτέλης, Aθηναίων Πολιτεία, 24.3). Όντως, επί Περικλέους, ίσως ήδη πριν από τα μέσα του 5ου αι. π.Χ. ή μάλλον αμέσως κατόπιν, θεσμοθετήθηκε για τους πολίτες η έμμισθη υπηρεσία στα δικαστήρια (Αριστοτέλης, Aθηναίων Πολιτεία, 27.4). Στα χρόνια του δημαγωγού Κλέωνος (429-422 π.Χ.) η ημερήσια δικαστική αποζημίωση από δύο οβολούς που φαίνεται ότι ήταν αρχικά (Σχόλια Αριστοφάνους: Σφήκες, 300) ανήλθε σε ένα τριώβολον (Σφήκες, 684-5, 689-90· Ιππής, 800). Ανάληψη υπηρεσίας στο δικαστήριο της Ηλιαίας πληρωνόταν με έναν οβολό ημερησίως (Αριστοφάνης, Νεφέλαι, 863-4). Επιπροσθέτως, ειρωνικό σχόλιο του 424 π.Χ. παρουσιάζει τον Κλέωνα να τάζει αύξηση του ηλιαστικού μισθού σε πέντε οβολούς (Αριστοφάνης, Ιππής, 797-799). Την περίοδο αυτή για έναν συνήγορο προβλεπόταν αμοιβή μία δραχμή ημερησίως (Σφήκες, 691). Επιπλέον, στα μέσα του 5ου αι. π.Χ. είχε καθιερωθεί ο στρατιωτικός μισθός: ίσως 4 οβολοί την ημέρα αρχικά (περ. 450 π.Χ.), μία δραχμή λίγο αργότερα (περ. 441 π.Χ.) για έναν απλό στρατιώτη ή ναύτη.
Το πέρασμα από τον κολοφώνα της ισχύος στους σκοτεινούς καιρούς του Πελοποννησιακού Πολέμου θα οδηγήσει τους Αθηναίους σε μία χαρακτηριστική κίνηση για τα οικονομικά πράγματα της εποχής: την έκδοση ενός ψηφίσματος περί νομισμάτων, μέτρων και σταθμών (IG I3, 1453), που έχει σωθεί αποσπασματικά. Το περίφημο αυτό επιγραφικό τεκμήριο, το πρώτο αυτού του είδους, είχε χρονολογηθεί παλαιότερα γύρω στα μέσα του 5ου αι. π.Χ., αλλά πλέον έχει επικρατήσει η άποψη ότι συνδέεται με την κρίσιμη καμπή του πολέμου το 425/4 π.Χ. και την αναπροσαρμογή του συμμαχικού φόρου. Κύρια μέριμνα του ψηφίσματος αποτελεί η επιβολή σε ολόκληρη τη Δηλιακή Συμμαχία του αθηναϊκού νομίσματος και των αττικών μέτρων και σταθμών. Χαρακτηριστική όσο ακόμη η σύγκρουση παραμένει αμφίρροπη είναι η καταγραφή του απόηχου της ευμάρειας στην οποία είχαν συνεισφέρει τα αθηναϊκά τετράδραχμα. Αλήθεια, ποιός τότε θα «έφερνε γλαύκες στην Αθήνα»; (Αριστοφάνης, Όρνιθες, 301). Η μνεία βεβαίως γίνεται για τις αργυρές λαυρεωτικές γλαύκες (Αριστοφάνης, Όρνιθες, 1106-8), που το 414 π.Χ. ακόμη αφθονούσαν στο κλεινόν άστυ (Λουκιανός, Νιγρίνος, πρόλογος). Στα ταραχώδη αυτά χρόνια οι παροχές προς τον δήμο δεν παύουν με σημαντικότερη την καθιέρωση της διωβελίας από τον Κλεοφώντα τον λυροποιό (410-406 π.Χ.), δηλ. την καταβολή δύο οβολών ημερησίως στους πληγέντες από τον πόλεμο. Λίγο αργότερα (περ. 405 π.Χ.) ο Καλλικράτης ο Παιανιεύς υπόσχεται τη διανομή τριών οβολών αντί για δύο στους οικονομικά εξαθλιωμένους, όμως αντιθέτως η διωβελία θα καταργηθεί (Αριστοτέλης, Aθηναίων Πολιτεία, 28.3.7-12). Ωστόσο, ο ίδιος Καλλικράτης, καθώς φαίνεται, πιστώνεται την αύξηση σε ένα τετρώβολον του δικαστικού μισθού, την οποία μνημονεύουν μεταγενέστεροι συγγραφείς βασιζόμενοι στον κωμωδιογράφο Θεόπομπο και στον Αριστοτέλη: λεξικογράφος Παυσανίας (λ. τετρωβολίζων), Φώτιος (λ. υπέρ τα Καλλικράτους), Ευστάθιος Θεσσαλονίκης (Οδ. 1.41.21-23).
Την ίδια περίπου εποχή (περ. 408/7 π.Χ.) ένας ναύτης Αθηναίος (ή σύμμαχος) έπαιρνε ως ημερομίσθιο τρεις οβολούς, για να έλθει τότε ο Σπαρτιάτης ναύαρχος Λύσανδρος με περσική επιχορήγηση και να δώσει τέσσερις στα δικά του πληρώματα, ώστε να προκαλέσει διαρροές από τους αντιπάλους (Ξενοφών, Ελληνικά, 1.5.4-7· Πλούταρχος, Αλκιβιάδης, 35.5, Λύσανδρος, 4.3-4). Παράλληλα, στην Αθήνα παρατηρείται το φαινόμενο οι εργατοτεχνίτες του Ερεχθείου (409-407 π.Χ.) να παίρνουν το ίδιο ημερομίσθιο αδιακρίτως ειδικότητας: μία δραχμή (IG I3, 475-476). Το γεγονός δεν φαίνεται πάντως να συνηγορεί για την παγίωση ενός ενιαίου μισθού, αλλά μάλλον αποτελεί εξαίρεση. Ωστόσο, το αθηναϊκό κράτος είχε ήδη περιέλθει σε δεινή οικονομική κατάσταση μετά από τη σικελική καταστροφή και τη στρατοπέδευση των Λακεδαιμονίων στη Δεκέλεια (413 π.Χ.). Περισσότεροι από 20.000 δούλοι αυτομόλησαν από το Λαύριον στο σπαρτιατικό στρατόπεδο (Θουκυδίδης, 7.27.5), με συνέπεια να διακοπεί η παραγωγή των μεταλλείων. Χωρίς τα έσοδα του συμμαχικού φόρου, που καταργείται εξαιτίας των αποστασιών πολλών συμμάχων, η πόλις αναγκάζεται να λιώσει τα αγάλματα των επτά από τις οκτώ Νίκες που ήταν αφιερωμένες στον Παρθενώνα (407/6 π.Χ., επί επωνύμου άρχοντος Αντιγένους). Καθεμία από τις Νίκες ζύγιζε περίπου δύο τάλαντα χρυσού· με την αναχύτευση και άλλων αναθημάτων από την Ακρόπολη οι Αθηναίοι πρέπει να χρησιμοποίησαν για κοπή στατήρων και υποδιαιρέσεων περίπου 17 τάλαντα χρυσού ―που με μια αναλογία (ratio) αργύρου-χρυσού 12:1 αντιστοιχούσαν σε 204 τάλαντα αργύρου. Με τα έσοδα αυτά η πόλις μπόρεσε να αντεπεξέλθει στις πολεμικές ανάγκες και ο στόλος της να βγει νικητής από τη ναυμαχία των Αργινουσών. Ο αντίκτυπος του χρυσού νομίσματος είναι αισθητός τόσο σε κείμενα (Αριστοφάνης, Βάτραχοι, 720: το καινόν χρυσίον) όσο και σε μεταγενέστερη επιγραφή (IG II2, 1408) που διασώζει ότι οι μήτρες των χρυσών εκδόσεων φυλάσσονταν ακόμη στον Παρθενώνα λίγο μετά το 385/4 π.Χ.
Το επόμενο έτος (406/5 π.Χ., επί επωνύμου άρχοντος Καλλίου) η αδήριτη οικονομική πίεση οδήγησε το αθηναϊκό κράτος σε μια πρωτοφανή κίνηση: στην έκδοση υπόχαλκων νομισμάτων, δηλ. κερμάτων με επάργυρη επιφάνεια και χάλκινο πυρήνα. Τετράδραχμα και δραχμές αυτού του είδους σώζονται από ένα σπάνιο «εύρημα» (IGCH 46) που σήμερα εκτίθεται στο Νομισματικό Μουσείο Αθηνών και προέρχεται από τον Πειραιά (1902). Πρόκειται για τα περιώνυμα πονηρά χαλκία για τα οποία διαμαρτύρεται ο Αριστοφάνης το 405 π.Χ. (Βάτραχοι, 725-6), μια κοπή εκτάκτου ανάγκης που δεν είναι ξεκάθαρο εάν είχε «πιστωτικό» χαρακτήρα ή αν συνιστούσε κρατική κιβδηλία. Ας υπογραμμιστεί επίσης ότι την επόμενη χρονιά (405/4 π.Χ.), λόγω έλλειψης ρευστού, η διανομή διωβελίας καλύφθηκε με παροχή σίτου. Το 403/2 π.Χ., όταν πλέον η Αθήνα είχε υποκύψει στον Λύσανδρο, σημειώθηκαν περικοπές κατά έν τρίτον των στρατιωτικών ημερομισθίων: δίδονταν 8 οβολοί αντί για 2 δραχμές σε έναν ιπποτοξότη και 4 οβολοί αντί για μία δραχμή σε έναν ιππέα (Λυσίας, Κατά Θεοζοτίδου, 75-79). Παρομοίως συνάγεται ότι την περίοδο αυτή το ημερομίσθιο για τον απλό στρατιώτη ή ναύτη πέφτει από 3 σε 2 οβολούς (Θεόπομπος, Στρατιώτιδες, απόσπ. 56).
Κατά τη μεταβατική περίοδο που ακολούθησε, ενδιαφέρον παρουσιάζει η επικράτηση μισθοφορίας για τις συνελεύσεις της Εκκλησίας του Δήμου. Συγκεκριμένα, περί τα 400 π.Χ. ο Αγύρριος πέρασε νόμο που όριζε αποζημίωση έναν οβολό, για να ακολουθήσει γύρω στο 393 π.Χ. ο Ηρακλείδης ο Κλαζομένιος με νέα διάταξη (δύο οβολοί) και να υπερθεματίσει αμέσως πάλι ο Αγύρριος (περ. 392 π.Χ.) με τρεις οβολούς (Αριστοτέλης, Aθηναίων Πολιτεία, 41.3). Τη νέα πρακτική για τα κοινά αποτυπώνει το 392 π.Χ. καυστικά η γραφίδα του Αριστοφάνους (Εκκλησιάζουσαι, 309-310). Παράλληλα στην ίδια κωμωδία γίνεται αναφορά στην απόσυρση χάλκινων νομισμάτων και εννοούνται μάλλον τα πονηρά χαλκία (Εκκλησιάζουσαι, 815-822). Μια άλλη πιθανότητα είναι όμως η μνεία στα μικρά χάλκινα κέρματα που τέθηκαν εκτός κυκλοφορίας να αφορά τους λεγόμενους κολλύβους. Το περιστατικό πρέπει να είχε λάβει χώρα το προηγούμενο έτος· η επάνοδος στον άργυρο φαίνεται να συνδέεται με την επιστροφή του Κόνωνος (393 π.Χ.) και τα περσικά χρήματα που έφερε μαζί του. Τα Μακρά Τείχη και τα τείχη του Πειραιώς επανοικοδομούνται και ανακτώντας μέρος της παλαιάς αίγλης η πόλις θα προχωρήσει στη σύμπηξη της Β΄ Αθηναϊκής Συμμαχίας το 377 π.Χ. Στην περίοδο αυτή (πρώιμος 4ος αι. π.Χ.) ανήκει και το κτίριο που βρίσκεται στη ΝΑ γωνία της Αθηναϊκής Αγοράς, δίπλα από τη Νότια Στοά Ι, και το οποίο ονομάστηκε νομισματοκοπείο. Η οικοδόμηση του κτίσματος χρονολογείται γύρω στα 400 π.Χ. και τα κατάλοιπά του μόλις που διακρίνονται σήμερα, λόγω μεταγενέστερων επεμβάσεων και κυρίως της γειτνίασης με την εκκλησία των Αγίων Αποστόλων (Σολάκη). Οι αρχαιολογικές έρευνες στον χώρο αυτόν έφεραν στο φως «πέταλα» (ασφράγιστα δισκάρια) χαλκών μόνο νομισμάτων. Τα βιοτεχνικά κατάλοιπα συνδέονται επίσης μόνο με κατεργασία χαλκού και μολύβδου, επομένως λανθασμένα το κτίριο αποκαλείται ενίοτε αργυροκοπείον. Η θέση του άλλου νομισματοκοπείου των Αθηνών, όπου κόβονταν τα αργυρά νομίσματα, παραμένει άγνωστη.

(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)

Γιάννης Στόγιας

Αρχαιολόγος – Νομισματολόγος

ΠΗΓΗ  http://www.eie.gr

About sooteris kyritsis

Job title: (f)PHELLOW OF SOPHIA Profession: RESEARCHER Company: ANTHROOPISMOS Favorite quote: "ITS TIME FOR KOSMOPOLITANS(=HELLINES) TO FLY IN SPACE." Interested in: Activity Partners, Friends Fashion: Classic Humor: Friendly Places lived: EN THE HIGHLANDS OF KOSMOS THROUGH THE DARKNESS OF AMENTHE
This entry was posted in ARCHAEOLOGIE and tagged , , , , . Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Please log in using one of these methods to post your comment:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s