ΤΗΝ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗ ΜΗΝ ΤΗΝ ΚΛΑΙΣ , ΑΝΘΕΙ Κ ΦΕΡΕΙ ΚΙ ΑΛΛΟΥΣ (IX) – ΟΜΠΡΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΑΙ ΦΡΑΤΟΡΙΑΙ ΑΝΑ ΤΗΝ ΣΦΑΙΡΑΝ


( ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΑΠΟ  20/12/15 )

3) Τα δόγματα και οι κανόνες των Οικουμενικών Σννόδων της Ρωμαιοσύνης εις την
Φραγκοσύνην.
Οι Φράγκοι υιοθέτησαν τα δόγματα και τους κανόνας των οικουμενικών συνόδων της Ρωμανίας, τα
όποια τη υπογραφή του βασιλέως των Ρωμαίων εγένοντο μέρος του ρωμαϊκού νόμου και δικαίου, αλλά
τα υιοθέτησαν τυπικώς μόνον. Ουδέποτε μέχρι σήμερον κατενόησαν οι Φράγκοι και οι απόγονοι αυτών
τας προϋποθέσεις των αποφάσεων των οικουμενικών τούτων συνόδων. Τούτο, διότι, ως είδομεν,
υιοθέτησαν ως εθνικόν των θεολόγον τον Αυγουστίνον, ο οποίος παρενόησε κατά ριζικόν και
ουσιαστικόν τρόπον την θεολογίαν της Αγίας Γραφής, των Πατέρων και των μέχρι της εποχής του
οικουμενικών συνόδων, ως είδομεν εν ολίγοις εις το προηγούμενον κεφάλαιον.
Αφού δε αντικατέστησαν τας προϋποθέσεις της ορθοδόξου θεολογίας με άλλας προϋποθέσεις, ήτο
μοιραίον η πτώσις των φραγκικών προϋποθέσεων εις τον σύγχρονον δυτικόν κόσμον να οδηγήση εις
την πτώσιν των δογμάτων και κανόνων των οικουμενικών συνόδων, όχι καθ’ εαυτά, αλλ’ ως οι Φράγκοι
είχον αυτά κατανοήσει. Οι δυτικοί θεολόγοι δεν γνωρίζουν εισέτι τας θεολογικάς προϋποθέσεις των
δογμάτων των οικουμενικών συνόδων της Ρωμαιοσύνης ακόμη και, όταν δέχωνται αυτά τυπικώς.
Προσθέτομεν εις τα ήδη αναφερθέντα εν τω δοκιμίω τούτω παραδείγματα το εξής·
Η θεοπτία εν τη Παλαιά Διαθήκη εκφράζεται συνήθως συμβολικώς ως δράσις υπό του προφήτου της
δόξης ή του γνόφου, εν ώ κατοικεί ο Θεός. Η δόξα αύτη ή ο γνόφος είναι η φυσική άκτιστος ενέργεια
και θεότης του Θεού, η οποία ουδεμίαν ομοιότητα έχει με τα κτίσματα, ως είδομεν, και δια τούτο
εκφράζεται αποφατικώς με αντιθέσεις. Ο Χριστός λοιπόν αποκαλύπτει την προαιώνιον θεότητα αυτού
εν τη ανθρωπίνη φύσει αυτού όχι μόνον μέσω των έργων και των λόγων αυτού, αλλά μέσω και της
θεοπτίας, την οποίαν χαρίζει εις τους αποστόλους φανερώνων την άκτιστον φυσικήν αυτού δόξαν ή
θεότητα, η οποία ταυτίζεται με την του Πατρός και του Αγίου Πνεύματος. Αύτη η αποκάλυψις είναι μία
εκ των βασικών προϋποθέσεων των δογμάτων όλων των οικουμενικών συνόδων της
Ρωμαιοσύνης182[182].
Ακολουθούντες τον Αυγουστίνον οι Φράγκοι παρενόησαν πλήρως το θέμα τούτο, αφού την
αποκαλυφθείσαν άκτιστον δόξαν, θεότητα και βασιλείαν μέσω της ανθρωπινής φύσεως του Υιού
εθεώρησαν ως γινόμενον και απογινόμενον κτίσμα. Ούτως οι Φράγκοι εδέχθησαν τα δόγματα των
οικουμενικών συνόδων χωρίς να εννοήσουν ότι είχον απαρνηθή τα ουσιαστικά θεμέλια των εν λόγω
δογμάτων αποδεχθέντες τον Αυγουστίνον ως εθνικόν θεολόγον.
Δια τούτο η πλέον φυσική και μοιραία εξέλιξις δια τους απογόνους των Φράγκων είναι να καταντήση
πλέον ο Χριστός να γίνη εν απλούν ιστορικόν «ανθρωπάκι» των θεολογικών ρευμάτων τύπου «Ιησού
Χρίστου Σούπερσταρ». Άλλως, μόνον με την βοήθειαν της αστυνομίας δύνανται να στηριχθούν τα

δόγματα των οικουμενικών συνόδων ως τας παρηνόησαν οι Φράγκοι και οι πνευματικοί απόγονοι
αυτών.
4) Η ιστορία της Φιλοσοφίας εις την Ευρώπην.
Ουδαμού φαίνεται τόσον ισχυρά η επίδρασις του Αυγουστίνου μέσω των Φράγκων, όσον εις την
ιστορίαν της φιλοσοφίας, ως την γράφουν οι Ευρωπαίοι.
Ο Αυγουστίνος εγνώριζε μόνον την νεοπλατωνικήν φιλοσοφίαν, δια την οποίαν είχε τόσην μεγάλην
εκτίμησιν, διότι ενόμιζεν ότι εις τα δόγματα περί Αγίας Τριάδος και ανθρώπου δεν υπάρχουν διαφοραί
μεταξύ των Πλατωνικών και των Χριστιανών183[183].
Οι Φράγκοι εγνώριζον μόνον τον Αυγουστίνον και ολίγα τίνα περί των άλλων Πατέρων, τους οποίους
καθυπέταξαν εις τον Αυγουστίνον, όπως είδομεν.
Γράφοντες την ιστορίαν της φιλοσοφίας οι Ευρωπαίοι μέχρι προ τίνος ετελείωνον την ελληνικήν
φιλοσοφίαν με τους Νεοπλατωνικούς, και χωρίς να ασχοληθούν με κανένα άλλον Πατέρα της
Εκκλησίας μετέβαινον εις τον Αυγουστίνον από δε τον Αυγουστίνον εις τον Διονύσιον τον
Αρεοπαγίτην ως ερμηνεύεται υπό των δυτικών καί, μετά, κατ’ ευθείαν εις τους πρώτους θεολόγους των
Φράγκων. Εν άλλαις λέξεσι κατ’ αυτούς οι φιλόσοφοι είναι οι αρχαίοι ειδωλολάτραι Έλληνες, ο
Αυγουστίνος και οι Φράγκοι. Ιστορία της φιλοσοφίας της Ρωμηοσύνης ουσιαστικά δεν υπάρχει δια τους
Ευρωπαίους.
Φαίνεται σαφώς, ότι οι Ευρωπαίοι ταυτίζουν την αντίληψίν των περί της ιστορίας της ανθρωπινής
διανοήσεως με την ιστορικήν εμπειρίαν της Φραγκοσύνης. Μάλιστα η φιλοσοφία των Αράβων και των
Ιουδαίων του μεσαίωνος έχει σημασίαν μόνον εν σχέσει με την ανάπτυξιν της ιστορίας της ευρωπαϊκής
φιλοσοφίας.
Κατά τον τρόπον αυτόν οι λατινόφωνοι καί οι ελληνόφωνοι Ρωμαίοι Πατέρες και διανοούμενοι της
Ρωμαιοσύνης από τους πρώτους χριστιανικούς αιώνας μέχρι της αλώσεως και μέχρι σήμερον ακόμη
απλώς δεν υπάρχουν εις την ευρωπαϊκήν αντίληψιν περί της ιστορίας της ανθρωπίνης διανοήσεως. Ούτε
καν προσπαθούν να περιγράψουν την ρωμαίικην γέφυραν, δια της οποίας επέρασεν η ελληνική
φιλοσοφία εις τους Άραβας και μέσω αυτών εις τους Φράγκους.
Αλλ’ όμως αυτός ο ρωμαίικος κορμός της διανοήσεως ούτε εις τους Νεογραικούς δεν υπάρχει, αφού
ούτοι έχουν εμβολιασθή εις τον φραγκευρωπαϊκόν κορμόν.

5) Η Ιστορία της κλασσικής Φιλολογίας.
Εξ επόψεως του ελληνικού πολιτισμού ή της Ρωμαιοσύνης η ιστορία της κλασσικής φιλολογίας πρέπει
να διαιρήται εις ελληνικήν και ρωμαϊκήν. Η ελληνική καλύπτει την κλασσικήν φιλολογίαν μέχρι της
ρωμαϊκής εποχής και η ρωμαϊκή την λατινόφωνον φιλολογίαν μέχρι του ζ’ αιώνος, ότε εξέλιπον οι
λατινιστί γράψαντες Ρωμαίοι, και την ελληνόφωνον μέχρι της αλώσεως τουλάχιστον, εάν όχι μέχρι
σήμερον. Τούτο προϋποθέτει την επιβίωσιν της Κωνσταντινουπόλεως Νέας Ρώμης ως κέντρου της
Ρωμαιοσύνης καί του ελληνικού πολιτισμού αυτής και την ταύτισιν του πολιτισμού τούτου με όλον τον
κλασσικόν κόσμον.

Αλλά πάλιν βλέπομεν την ισχυράν επίδρασιν της Φραγκοσύνης, ήτις παρέσυρεν όχι μόνον τους
Νεογραικούς αλλά και τους Νεοέλληνας.
Οι Ευρωπαίοι διαιρούν την ιστορίαν της κλασσικής φιλολογίας εις γραικικήν και λατινικήν, όπως
ακριβώς κάμνουν διαιρούντες τους Ρωμαίους Πατέρας εις Λατίνους και Γραικούς και τον
Χριστιανισμόν εις λατινικόν και γραικικόν αναλόγως προς την χρησιμοποιουμένην γλώσσαν, και όχι εις
ελληνικήν, ρωμαϊκήν και φραγκολατινικήν (δηλαδή ευρωπαϊκήν), αναλόγως της εθνικότητος και του
πολιτισμού.
Ούτω βλέπομεν το παράδοξον φαινόμενον οι λατινιστί γράψαντες Έλληνες να ανήκουν εις τους
«Λατίνους» συγγραφείς και οι ελληνιστί γράψαντες Ρωμαίοι εις τους «Γραικούς» συγγραφείς. Οι
Ρωμαίοι όμως ως πόλις κράτος είχον γίνει δίγλωσσοι και ουδέποτε εταύτισαν τον εαυτόν των ούτε με
τους Λατίνους ούτε με την λατινικήν γλώσσαν, ως είδομεν. Οι γράψαντες ελληνιστί και λατινιστί
Ρωμαίοι τί είναι; Μάλιστα ήσαν τοιούτων αισθημάτων ώστε το 92 π.Χ., όπως εξηγήσαμεν, έκλεισαν τα
λατινικά σχολεία δια να υποχρεώσουν την φοίτησιν των Ρωμαίων νέων εις μόνον τα ελληνικά σχολεία.
Πώς λοιπόν είναι δυνατόν να υπαχθούν τοιούτων απόψεων Ρωμαίοι εις λατινικήν γραμματολογίαν; Οι
Αμερικανοί ομιλούν αγγλικά. Όμως δεν υπάγονται εις την αγγλικήν γραμματολογίαν, αλλά εις την
αμερικανικήν. Ούτω και οι Ρωμαίοι απ’ αρχής μέχρι σήμερον πρέπει να υπάγονται εις την ιστορίαν της
ρωμαϊκής γραμματολογίας και φιλοσοφίας ασχέτως προς την υπό χρήσιν γλώσσαν αυτών.

6) Η Πολιτική και η Εκκλησιαστική Ιστορία.
Ήδη, είδομεν την διαστροφήν την οποίαν κάμνουν οι Ευρωπαίοι και Ρώσοι ιστορικοί εξ αιτίας του ότι
αποκόπτουν τους Ρωμαίους της Κωνσταντινουπόλεως Νέας Ρώμης από την Ρωμαιοσύνην
μετονομάζοντες αυτούς εις Γραικούς και Βυζαντινούς, με την πρόφασιν ότι εξελληνίσθησαν και
εξανατολίσθησαν, ενώ απεναντίας είχον εξελληνισθή και εξανατολισθή οι εν τη Πρεσβυτέρα Ρώμη
Ρωμαίοι πολλούς αιώνας πριν μεταφερθούν αυτοί και η πόλις κράτος των εις την Νέαν Ρώμην. Το
αποτέλεσμα της γραμμής αυτής είναι ότι οι Φράγκοι και όχι οι ανατολικοί Ρωμαίοι εμφανίζονται ως
συνεχισται της ρωμαϊκής πολιτικής και εκκλησιαστικής ιστορίας και οι μετονομασθέντες εις Γραικούς
και Βυζαντινούς πραγματικοί Ρωμαίοι εν Ανατολή παραλείπονται από τα εν χρήσει ιστορικά εγχειρίδια
των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων της Ευρώπης και της Αμερικής. Όταν δε διδάσκεται η κακώς λεγομένη
βυζαντινή ιστορία, δεν φαίνεται ότι αποτελεί περισσότερον συνέχειαν της ρωμαϊκής ιστορίας από ό,τι η
Φραγκοσύνη, αφού επιστεύθη υπό των Ευρωπαίων και Ρώσων και δυστυχώς και υπό ημετέρων ότι ο
Φράγκος ψευδοαυτοκράτωρ «των Ρωμαίων» και ο Λατίνος πάπας είναι κατά τον μεσαίωνα οι
συνεχισταί των παραδόσεων των Ρωμαίων.

7) Οι Ρωμαίοι Πατέρες και οι Φραγκολατίνοι Σχολαστικοί.
Υπό την επίδρασιν των Φράγκων οι Ρωμαίοι Πατέρες διεσπάσθησαν κατά την υπ’ αυτών
χρησιμοποιηθήσαν γλώσσαν εις «Λατίνους» και «Γραικούς», ώστε να φαίνεται ψευδώς ότι οι λατινιστί
γράψαντες ρωμαίοι Πατέρες είναι μαζί με τους λατινιστί γράψαντας Φράγκους Λατίνοι. Ούτω δίδεται η
ψευδής εντύπωσις ότι υπάρχει συνεχής, αδιάκοπος, και ενιαία λατινική παράδοσις και ούτω καλύπτεται
το γεγονός ότι ούτε καν υπήρχον Φράγκοι θεολόγοι προ των αρχών του σχίσματος του Καρλομάγνου
τον η’ αιώνα. Ούτω συγκαλύπτεται και η ιστορική διαφορά μειταξύ της ρωμαϊκής και φραγκικής
Παπωσύνης, όπως είδομεν.
Τα τοιαύτα γίνονται εν συνδυασμώ προς τον υπό των Φράγκων τερματισμόν της πατερικής παραδόσεως
τον η’ αιώνα, την οποίαν εν τη Φραγκοσύνη διαδέχεται η φραγκική θεολογική παράδοσις, γνωστή ως
σχολαστική. Δια τους Φράγκους τερματίζεται η πατερική περίοδος με την έναρξιν της περί Filioque
διαμάχης, εφ’ όσον οι Ρωμαίοι Πατέρες έλαβον ισχυράς θέσεις κατά των Φράγκων εις το εν προκειμένω

θέμα. Δηλαδή, ενώ η Ρωμαιοσύνη συνεχίζει να παράγη Πατέρας και αγίους μέχρι σήμερον, και δια
τούτο ουδέποτε έληξεν εν τη Ρωμαιοσύνη η πατερική παράδοσις, οι Φράγκοι εις την ιδικήν των
παράδοσιν τερματίζουν την πατερικήν παράδοσιν με την έναρξιν της περί Filioque διαμάχης.
Το παράδοξον είναι ότι δεν επρόλαβαν οι Φράγκοι να δώσουν εις την Εκκλησίαν ούτε ένα Πατέρα πριν
αποσκιρτήσουν από την Ορθοδοξίαν. Περιέργως οι ίδιοι Φράγκοι ονομάζουν την θεολογικήν των
παράδοσιν σχολαστικήν και ουχί πατερικήν και οι ίδιοι ισχυρίζονται ότι οι σχολαστικοί θεολόγοι
υπερέβησαν την υπ’ αυτών τερματισθείσαν πατερικήν θεολογικήν περίοδον. Εννοεί κανείς αμέσως ότι ο
ισχυρισμός αυτός, εν συνδυασμώ με την ουσιαστικήν αγραμματωσύνην των Φράγκων θεολόγων από
την έναρξιν της παραδόσεως των τον η’ αιώνα μέχρι του ιβ’ αιώνος, αποκαλύπτει το υπεροπτικόν ύφος
της Φραγκοσύνης έναντι της Ρωμαιοσύνης. Ο Φράγκος είναι καλύτερος από τον Ρωμαίον ή «Γραικον»
και όταν ακόμη ο ίδιος είναι αγράμματος και ο «Γραικός» εγγράμματος. Διά τούτο ο πάπας Λέων Γ’
εχαρακτήρισε τους περί Filioque ισχυρισμούς των Φράγκων αποκρισαρίων του Καρλομάγνου ως
θρασείς184[184].

8) Ο ευρωπαϊκός «Φεουδαλισμός».
Ενώ οι Ρωμαίοι εξελλήνιζον τους υπ’ αυτών κατακτηθέντας εις την Ανατολήν δίδοντες τελικώς και την
ρωμαϊκήν υπηκοότητα κατά τοιούτον τρόπον, ώστε να γίνουν βασιλείς των Ρωμαίων άνθρωποι ακόμη
και πτωχής και μη ελληνικής η λατινικής προελεύσεως, συνέβαινεν ακριβώς το αντίθετον με τους
Φράγκους, Άραβας και Τούρκους. Γενόμενοι Λατίνοι ή Μουσουλμάνοι οι κατακτηθέντες δεν απέκτων
ποτέ τοιαύτα δικαιώματα, ώστε να γίνουν χαλίφαι και αυτοκράτορες και ούτε καν ηγέται. Τα αξιώματα
προήρχοντο από οικογενειακά ή φυλετικά κληρονομικά δικαιώματα.
Ακριβώς δια τον λόγον αυτόν είναι εσφαλμένη η προσπάθεια των ιστορικών να εξαγάγουν θεωρίας περί
της προελεύσεις των κοινωνικών τάξεων του Φεουδαλισμού από την οικονομικήν, πολιτικήν και
κοινωνικήν ακαταστασίαν της Φραγκιάς κυρίως κατά τον στ’, η’, και θ’ αιώνα185[185].

Η Ρωμαιοσύνη ανεγνώριζε την ισότητα των μελών του γένους και του έθνους των Ρωμαίων μέσω του
βαπτίσματος και δια τον λόγον αυτόν πας Ρωμαίος ηδύνατο να γίνη επίσκοπος, ηγούμενος, πατριάρχης,
πάπας, ύπατος, έπαρχος και ακόμη βασιλεύς. Εις την Ρωμαιοσύνην ουδέποτε υπήρξαν ως εις την
Φραγκοσύνην θεολογικά και νομικά έργα υποστηρίζοντα ταξικάς διακρίσεις ως βασιζόμενα εις αυτήν
ταύτην την φύσιν των πραγμάτων και ως θείον θέλημα. Δια τούτο και η δουλεία και η δουλοπαροικία
ουδέποτε ευρήκαν υποστήριξιν θεολογικήν εις την Ρωμηοσύνην. Τούτο διότι εις την Ρωμαιοσύνην δεν
υπήρχεν η έννοια του ταξικού ή φυλετικού ή ρατσιστικού ή δυναστικού κληρονομικού φυσικού
δικαιώματος. Ακόμη και η θέσις του βασιλέως των Ρωμαίων ουδέποτε υπήρξε κατά την θεωρίαν
φυσικόν κληρονομικόν δικαίωμα, απεναντίας εγίνετο πάντοτε δι’ εκλογής, υπό του Θεού, δια της
συγκλήτου, του στρατού και της Εκκλησίας. Και όταν ακόμη διεδέχετο ο υιός τον πατέρα, εγένετο η
κανονική εκλογή. Ακόμη και εις περιπτώσεις πραξικοπήματος ετηρούντο οι τύποι της εκλογής186[186].
Εν αντιθέσει προς τα ρωμαίικα, το κράτος των Φράγκων εθεωρείτο προσωπική περιουσία του ρηγός,
και δια τούτο τα άρρενα τέκνα του εκληρονόμουν την περιουσίαν του πατρός των. Μάλιστα εμοιράζετο
το κράτος εις όσα τεμάχια εχρειάζετο, ώστε ο κάθε υιός να κληρονομήση την μερίδα του187[187]. Από
την αρχήν αυτήν προήλθεν η παράδοσις των Ευρωπαίων να μοιράζουν μεταξύ των τα ευρωπαϊκά κράτη
και κρατίδια ωρισμέναι μόνον οικογένειαι ρηγικαί.
Εις το αραβικόν Ισλάμ οι χαλίφαι, ως και οι νεώτεροι ρήγες υποχρεωτικώς πρέπει να έχουν την
καταγωγήν των από την φυλήν οικογένειαν του Μωάμεθ188[188].
Όπως οι ραγιάδες του αραβικού και του τουρκικού Ισλάμ ήσαν κατακτηθέντες Ρωμαίοι και Πέρσαι, και
άρα δεν προήλθον από κάποιαν οικονομικήν, πολιτικήν και κοινωνικήν θεωρίαν189[189], ούτω και οι  δουλοπάροικοι του ευρωπαϊκού Φεουδαλισμού ήσαν και εδώ οι κατακτηθέντες Ρωμαίοι και Σλαύοι. Οι    δε Γερμανοί κατακτηταί απετέλεσαν την τάξιν των ευγενών ιπποτών, ήτις εστήριζε την εξουσίαν και τα  φυλετικά και οικογενειακά δικαιώματα του στρατάρχου ρηγός ως και των αξιωματικών του δουκών,αρχιεπισκόπων, κομητών, επισκόπων, βαρώνων, ηγουμένων, και απλών ιπποτών.
Ότι τα πράγματα έχουν ούτω και όχι όπως τα περιγράφουν οικονομολογικώς και κοινονικώς οι
ασχολούμενοι με τα θέματα ταύτα φαίνεται από τα εξής·
Οι πρώτοι κατακτηταί της δυτικής Ρωμανίας Γότθοι, Βουργουνδοί και Ουανδάλοι, ήσαν Αρειανοί
Χριστιανοί καταδικασθέντες ως αιρετικοί εις την Α’ Οικουμενικήν Σύνοδον το 325. Επίσης οι μετά τας
επανακτήσεις του Ιουστινιανού κατακτηταί της βορείου Ιταλικής και κάτω ιταλικής Ρωμανίας
Λογγοβάρδοι ήσαν και αυτοί Αρειανοί. Οι Φράγκοι όμως κατακτηταί της βορείου γαλλικής Ρωμανίας
ήσαν ειδωλολάτραι, οι οποίοι εν συνεχεία έγιναν τυπικώς τουλάχιστον Ορθόδοξοι και τη βοηθεία των
Ορθοδόξων υποδούλων Ρωμαίων ενίκησαν κατά τα τέλη του ε’ και αρχάς του στ’ αιώνος τους Γότθους
και Βουργουνδούς, και κατά τα μέσα του η’ αιώνος τους Λογγοβάρδους.
Αλλά η νίκη των Φράγκων επί των Αρειανών τούτov όχι μόνον δεν εσήμανε την απελευθέρωσιν των
Ρωμαίων αλλ’ απεναντίας κατήντησε να γίνη εν χρόνω η υποδούλωσις των Ρωμαίων εις τους Φράγκους
πολύ χειρότερα από την προηγουμένην δουλείαν.,
Κατά την συνύπαρξιν εν τη δυτική Ρωμανία των κατακτηθέντων Ρωμαίων και κατακτητών Αρειανών αι
εκκλησιαστικαί εθναρχίαι των Ρωμαίων της γαλλικής, ιταλικής και αφρικανικής Ρωμανίας
ελειτούργησαν κανονικώς, αφού οι Ορθόδοξοι και οι Αρειανοί δεν είχον μεταξύ των μυστηριακήν
κοινωνίαν και διετήρουν χωριστάς εκκλησίας με χωριστήν ιεραρχίαν. Οι Ρωμαίοι ήσαν ωργανωμένοι
υπό τας εθναρχίας των τοπικών συνόδων και του πάπα, δηλαδή των αντιπροσώπων του εν
Κωνσταντινουπόλει Νέα Ρώμη βασιλέως των Ρωμαίων, ως ακριβώς ήσαν μετέπειτα οι Ρωμαίοι υπό
αραβικήν κυριαρχίαν εις τα πατριαρχεία Αλεξανδρείας, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων και ως τελικώς οι
υπό τους Τούρκους Ρωμαίοι του πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως Νέας Ρώμης.
Τυπικώς τουλάχιστον όντες Ορθόδοξοι οι Φράγκοι κατήργησαν, όπως θα ίδωμεν την ρωμαϊκήν
ιεραρχίαν εν τη Φραγκία, αφού οι ίδιοι έλαβον δια τον εαυτόν των τας διοικητικάς θέσεις εν τη
Εκκλησία. Η συνύπαρξις όμως ρωμαϊκής και φραγκικής ιεραρχίας διετηρήθη εις την ρωμαϊκήν
Παννονίαν, δηλαδή την φραγκικήν Βαυαρίαν μέχρι τουλάχιστον της εποχής της εκεί ποιμαντορίας του
αγίου Μεθοδίου, τέλη του θ’ αιώνος, όπως είδομεν εις το κεφ. β’. Ο Ρωμαίος αρχιεπίσκοπος ούτος ήτο
δια τους Ρωμαίους και Σλαύους, οι Φράγκοι δια τους Γερμανούς.
Πάντως οι Φράγκοι κατήργησαν αφ’ ενός μεν την ιεραρχίαν και τα ηγουμενεία των Ρωμαίων, αφ’
ετέρου δε επέτρεψαν εις τους κατακτηθέντας Ρωμαίους να έχουν τον ιδικόν των κατώτερον κλήρον δια
τας θρησκευτικάς των ανάγκας.
Ούτως επεκράτησεν οι ευγενείς κατακτηταί να έχουν επισκόπους, πρεσβυτέρους, ηγουμένους,
διακόνους και μοναχούς από την ιδικήν των τάξιν, ενώ η τάξις των δουλοπαροίκων είχε μόνον
πρεσβυτέρους, διακόνους και μοναχούς αλλά όχι επισκόπους, ηγουμένους και προϊσταμένους εις
πλουσίας ενορίας.

Η εκκλησία των Ρωμαίων είχε μεγάλην και πλουσίαν περιουσίαν, την οποίαν απέκτησεν ο κλήρος των
Φράγκων με την κατάργησιν αυτήν των Ρωμαίων από τας διοικητικάς εκκλησιαστικάς θέσεις. Ούτως
επεκράτησεν η παράδοσις αι οικογένειαι των ευγενών να προσφέρουν με ζήλον τον νεώτερον υιόν εις
τον κλήρον, με την ελπίδα ότι γενόμενος επίσκοπος, ηγούμενος, πρωτοπρεσβύτερος, κ.τ.λ. θα απόκτηση
μεγάλα οικονομικά οφέλη και πλούτον ίσως μεγαλύτερον από τον οικογενειακόν. Ενώ οι Ρωμαίοι
εθεώρουν την εκκλησιαστικήν περιουσίαν ως ανήκουσαν εις την Εκκλησίαν δια τας ανάγκας και το
έργον αυτής, οι Φράγκοι είχον ισχυράν τάσιν να την θεωρούν προσωπικώς εκμεταλλεύσιμον, ως ήσαν
εκμεταλλεύσιμοι και η προσωπική περιουσία και εργατική ικανότης των κατακτηθέντων Ρωμαίων
δουλοπαροίκων και τεχνιτών.
Όπως έζων οι στρατιωτικοί ευγενείς καλήν ζωήν παρασιτικώς εις βάρος των δουλοπαροίκων, ούτω και
οι ευγενείς κληρικοί έζων ως επί το πλείστον παρομοίαν ζωήν παρασιτικώς εις βάρος της
εκκλησιαστικής περιουσίας.
Βάσει των τοιούτων εξηγείται και το γεγονός, πως οι ευγενείς ως τα μόνα και μοναδικά έργα της ζωής
των είχον να είναι στρατιωτικοί και κληρικοί. Μάλιστα μόνον ως κληρικοί απέκτων κάποιαν μόρφωσιν,
ενώ ως στρατιωτικοί παρέμεναν συνήθως αγράμματοι τόσον ώστε να μη γνωρίζουν ούτε απλήν
ανάγνωσιν και γραφήν, εφ’ όσον όλα τα γράμματα ήσαν εις την μη ομιλουμένην υπό των ευγενών
λατινικήν. Ως απόγονοι των κατακτητών απετέλουν μίαν στρατιωτικήν όχι αριστοκρατίαν, ως συνήθως
περιγράφονται εις εν Ελλάδι εγχειρίδια, αλλά ωργανομένην αλητείαν εις την οποίαν άνηκε και ο
πτωχότερος ιππότης. Όπως δεν επετρέπετο ο μη ευγενής δουλοπάροικος και τεχνίτης να γίνη ευγενής,
ασχέτως εάν είχε πλούτον, κατά τον ίδιον τρόπον και ο πτωχός ιππότης δεν εξέπιπτεν από την τάξιν των
κατωτέρων ευγενών.
Ούτω τα βαθέα αισθήματα μίσους μεταξύ των δουλοπαροίκων και των ευγενών δεν εξηγούνται
καθόλου από μίαν απλήν σχέσιν μεταξύ πτωχών και πλουσίων, αλλά έχουν τας ρίζας των εις την εποχήν
της υποδουλώσεως των Ρωμαίων, Γότθων και Σλαύων εις τους Φράγκους και των εκρωμαϊσθέντων
Σαξώνων και Κελτών της Αγγλίας εις τους Νορμανδούς. Η επιζήσασα περιφρόνησις, αν όχι και έχθρα,
των σημερινών εργατικών τάξεων της Ευρώπης προς τους πλουσίους απογόνους των ευγενών του
μεσαίωνος έχει εντεύθεν την κυρίαν ρίζαν της.
Ούτως εξηγείται, πώς ήτο δυνατόν οι Χριστιανοί «ευγενείς» θεολόγοι της Φραγκοσύνης και μετέπειτα
του Προτεσταντισμού να υποστηρίζουν και θεολογικώς την ύπαρξιν των τάξεων ως και την θανατικήν
ποινήν όχι μόνον των πολιτικών αλλά και των θεολογικών ή θρησκευτικών εχθρών ή αντιτιθεμένων
προς τα ιδανικά της Φραγκοσύνης και του Προτεσταντισμού.

(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)

Του Makaros π. Ιωάννη Ρωμανίδη

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

182[182] Ως αναπτύσσεται εις όλον το έργον μου, Δογματική και Συμβολική Θεολογία, Θεσσαλονίκη 1973.

183[183] Contra Academicos, III, 20 (43) : Εξομολογήσεις, VII, 9, 10, 20, 21.

184[184] Ι. Σ. Ρωμανίδου, Η Δογματική και Συμβολική Θεολογία, Θεσσαλονίκη 1973, σελ. 352 εξ.
185[185] Όλαι αι υπ’ όψιν μελέται ως προέλευσιν του φεουδαλισμού προτάσσουν μίαν κοινωνικήν και πολιτικήν «ακαταστασίαν, καθ’ ήν η κεντρική κρατική εξουσία χάνει τον έλεγχον των κατά μέρος διοικητικών πραγμάτων, αφού αι επί μέρους διοικητικαί δυνάμεις των τοπικών ηγεμόνων αυξάνονται εξ αιτίας  της ανάγκης των αδυνάτων να αποταθούν εις αυτούς δια κοινωνικήν, οικονομικήν και αστυνομικήν ή στρατιωτικήν προστασίαν. Η κατάστασις αυτή εν
συνδυασμώ με υπάρχοντας ήδη ρωμαϊκούς και γερμανικούς κοινωνικούς και πολιτικούς θεσμούς εγέννησε τον φεου-δαλισμόν. Όμως αι εν λόγω ερμηνείαι  δεν εξηγούν πόθεν προήλθε το κύριον γνώρισμα του ευρωπαϊκού φεουδαλισμού κατά το οποίον μία μικρά ομάς μιλιταριστών όχι μόνον απέκτησε δια τον  εαυτόν της όλας τας πολιτικάς και εκκλησιαστικάς, διοικητικάς και οικονομικάς εξουσίας αλλά τας εθεώρει ως ανήκουσας εις την ευγενικήν αυτήν τάξιν εκ
φυσικού υπό του Θεού δοθέντος δικαιώματος και όχι εκ της στρατιωτικής της ισχύος μόνον. Επίσης πώς άλλως εξηγείται το γεγονός ότι, ενώ πάντα εν τω  κρατεί της Φραγκιάς ανήκουν θεωρητικώς εις τον ρήγα και αυτός μοιράζει τα φέουδα εις τους δούκας και οι δούκες εις τους κόμητας, οι δε κομήτες εις τους  βαρώνους και οι βαρώνοι εις τους απλούς ιππότας κ.τ.λ., παρά ταύτα οι δουλοπάροικοι και τεχνίται είναι εάν όχι τυπικώς τουλάχιστον ουσιαστικώς αυτοί οι
κάτοχοι της περιουσίας των, δηλαδή των κτημάτων των, των οποίων τα έσοδα μοιράζουν με τον κύριόν των και την εργασίαν των προσφέρουν εις τους  κυρίους αυτούς χωρίς να λαμβάνουν (απολύτως τίποτε ως αμοιβήν ούτε δια τα έσοδά των ούτε δια την εργασίαν των. Όλαι αι σωζόμεναι πηγαί περί του  φεουδαλισμού είναι γραμμέναι εκ της επόψεως της ευγενικής τάξεως και του κλήρου αυτής. Πρέπει να είναι βέβαιον ότι εξ επόψεως των δουλοπαροίκων το
όλον σύστημα εθεωρείτο μία έννομος κλοπή εκ μέρους εκβιαστών κατακτητών. Επίσης πώς εξηγείται το γεγονός ότι και οι κατώτεροι ιππόται έζων μέσα εις  κάστρα τα οποία ασφαλώς δεν εκτίζοντο μόνον δια να προστατεύωνται από μακρόθεν εχθρούς, αλλά και από τους δουλοπαροίκους και τεχνίτας υπό την  κυριαρχίαν των. Έτερον σπου-δαιότατον πρόβλημα είναι η προέλευσις της παραδόσεως καθ’ ήν μόνον τα μέλη της ευγενικής τάξεως ηδύναντο να κατέχουν
όχι μόνον πολιτικάς διοικητικάς θέσεις, παρά την αγραμματωσύνην των, αλλά και εκκλησιαστικάς διοικητικάς θέσεις. Νομίζω ότι αι θέσεις μου δίδουν  ορθάς απαντήσεις εις τα ανωτέρω.
Εκτός όμως τούτων πώς εξηγείται η καταπληκτική αλληλεγγύη και ισχύς φεουδαρχικών συμβάσεων μεταξύ των μελών της εν λόγω ευγενικής τάξεως από  την οποίαν ήτο σχεδόν αδύνατον να εκπέση κανείς και εις την οποίαν ήτο σχεδόν αδύνατον να εισέλθη κανείς; Λέγω «σχεδόν» απλώς διότι δεν γνωρίζω αν  υπάρχουν ολίγαι περιπτώσεις αλλαγής τάξεως κατά τους πρώτους αιώνας του φεουδαλισμού, όπως συνέβη προς το τέλος του μεσαίωνος, όταν πλούσια
μέλη της νέας αστικής τάξεως ηγόραζον θέσεις εις την τάξιν των ευγενών. Επίσης πώς εξηγείται το γεγονός ότι έλλειπεν ολοτελώς ενιαία εθνική συνείδησις  μεταξύ των τάξεων και μάλιστα εις εποχήν που υπήρχε ρωμαϊκή και αραβική εθνική συνείδησις εις την Ανατολήν. Εις την εποχήν του Καρλομάγνου  υπήρχεν εις την φραγκικήν νομοθεσίαν σαφέστατη διάκρισις μεταξύ Φράγκων και κατακτηθέντων Ρωμαίων και μάλιστα αι ποιναί εις βάρος των Ρωμαίων
είναι πάντοτε πολύ σοβαρώτεραι από ό,τι είναι εις βάρος των Φράγκων δια τα ίδια ακριβώς αδικήματα και εγκλήματα. Ίδε Mansi, XIII, 282 – 324. Τούτο  σημαίνει ότι υπήρχε ξεχωριστή εθνική συνείδησις Φράγκων και κατακτηθέντων Ρωμαίων, ήτις μετετράπη εν καιρώ εις ταξικήν συνείδησιν. Επίσης άλλο  ανεξήγητον φαινόμενον είναι η μεγάλη ευχέρεια με την οποίαν οι ανώτεροι ευγενείς παρείχον εις τους κατωτέρους των ευγενείς τα φέουδα έναντι ορκωτής
συμβάσεως πιστής μέχρι θανάτου υπακοής και εξυπηρετήσεως ενίοτε χωρίς ενοίκιον ή συνήθως με μηδαμινόν τοιούτον αφού ο σκοπός του ενοικίου ήτο η  τυπική αναγνώρισις ότι η περιουσία ανήκει εις τον κύριον του υποτελούς και αυτή του κυρίου εις άλλον κύριον κ.ο.κ., αφού όλοι οι κύριοι ήσαν υποτελείς  εις κάποιον κύριον εκτός του ρηγός. Συνήθως άπαξ απόκτηση κανείς κτήματα ή περιουσίαν δεν τα δίδει έστω και προσωρινώς εις άλλον εκτός εάν υπάρχη
γενικωτέρα ανάγκη αλληλεγγύης των εν λόγω ευγενών όχι μόνον δια την αποτελεσματικήν οργάνωσιν της πολεμικής ισχύος των έναντι εξωτερικών εχθρών  αλλά και της αστυνομικής ισχύος των έναντι της τεραστίας εις μέγεθος τάξεως των δουλοπαροίκων και τεχνιτών. Ίσως η θέσις του δοκιμίου τούτου  αποδεικνύεται εν μέρει με την περίπτωσιν της Αγγλίας όπου ο φραγκικός φεουδαλισμός εισήχθη ως πλήρες σύστημα με την κατάκτησιν των  Αγγλοσαξώνων υπό των Νορμανδών το 1066. Όλοι οι Νορμανδοί κατακτηταί ούτοι έγιναν οι ευγενείς μιλιταρισταί με όλην την πολιτικήν και
εκκλησιαστικήν διοίκησιν εις τα χέρια των και πάντες οι κατακτηθέντες έγιναν δουλοπάροικοι και τεχνίται. Και μέχρι σήμερον οι απόγονοι των Νορμανδών  αποτελούν τον κορμόν της ευγενικής τάξεως της Αγγλίας. Δια τούτο δε αι διαθέσεις των Άγγλων ηγετών τούτων έναντι της σημερινής Ρωμηοσύνης είναι  συνέχεια των διαθέσεων των Νορμανδών προγόνων των έναντι της Ρωμηοσύνης. Οι Νορμανδοί υπήρξαν πάντοτε σκληροί εχθροί της Ρωμηοσύνης. Αυτοί
κατέκτησαν από ημάς την κάτω ιταλικήν και σικελικήν Ρωμανίαν κατά τα μέσα του ια’ αιώνος (Bari 1071), δηλαδή πέντε χρόνια μετά την υπ’ αυτών  κατάκτησιν της Αγγλίας, την Θεσσαλονίκην το 1185 και εν συνεχεία παρ’ ολίγον αυτήν ταύτην την Κωνσταντινούπολιν Νέαν Ρώμην.
Εις την περίπτωσιν της αναπτύξεως του φεουδαλισμού εις την Γερμανίαν τονίζεται ότι ουδέποτε ωλοκληρώθη η επικράτησις του φεουδαλισμού ως εγένετο  εις την Φραγκίαν και Αγγλίαν. Τούτο εξηγείται εκ της υποθέσεως ότι οι Γερμανοί παρέμειναν στάσιμοι από της εποχής του Καρλομάγνου. Ενώ εις την  Φραγκίαν και Αγγλίαν συμπεριελήφθησαν εις το σύστημα υποτέλειας των ευγενών εις αλλήλους όλοι ανεξαρτήτως οι πολεμισταί και πολιτικοί και  εκκλησιαστικοί διοικηταί τούτο δεν εγένετο εις την Γερμανίαν. Τούτο όμως κατά την θέσιν του δοκιμίου τούτου δεν οφείλεται εις στάσιμον επιβίωσιν των
θεσμών της εποχής του Καρλομάγνου, αλλά εις το γεγονός ότι ο πληθυσμός της Γερμανίας ήτο επί το πλείστον αμιγής, ενώ της Φραγκίας και Αγγλίας ο  πληθυσμός απετελείτο από κατακτητάς Φράγκους, Βουργουνδούς και Νορμανδούς και κατακτηθέντας Ρωμαίους, Γότθους και εκρωμαϊσθέντας Κέλτας και   Σάξωνας. Μάλιστα μετά την κατάκτησιν της Αγγλίας υπό των Νορμανδών πολλοί Σάξωνες κατέφυγον εις την Κωνσταντινούπολιν Νέαν Ρώμην και
κατετάγησαν εις την ανακτορικήν φρουράν του βασιλέως των Ρωμαίων. Οι δε Σάξωνες τύπου Ρομπέν των Δασών παρέμειναν εις την Αγγλίαν ωσάν  ρωμαίικη κλεφτουριά κατά των Φραγκονορμανδών.
Περί θεωριών περί προελεύσεως του φεουδαλισμού ίδε F. L. Genshof, Feudalism, London, 1954 : Marc Bloch, Feudal Society, University of Chicago  Press, 1961, τόμοι 2 : J. R. Strayer, Western Europe in the Middle Ages, Appleton Century Crofts, 1955 : του ιδίου, Feudalism in Western Europe, εv  Feudalism in History, Ed. R. Cοu1bοrn, Princeton University Press, 1956: Paul Vinogradoff, Foundations of Society (Origins of Feudalism), C Μ Η, II,631 – 654 : του ιδίου, Feudalism, C Μ Η, III, 458 – 484 : W. Κ. Fergusοn και G. Bruun, European Civilization, the Riverside Press Cambridge, Boston,
1942 -43: Gerald Simon, Barbarian Europe, Time – Life Books, New York, 1968 : Anne Fremantle, Age of Faith, Time – Life Books, New York, 1965.
186[186] Ίδε W. Ensslin, The Government and Administration of the Byzantine Empire, G Μ H, IV, μέρος II, 2 – 4.
187[187] F. L. Genshof, Feudalism, London, 1954, σελ. 3 : W. Κ. Fergusοn, G. Bruun, European Civilization, Boston, 1942-43, σελ. 192.
188[188] Περί των φυλών των ισλαμικών Αράβων, ως αποκαλυφθέν υπό του Θεού εν τω Κορανίω θείον θέλημα και φυσική οργάνωσις της αραβικής   κοινωνίας την οποίαν ο Μωάμεθ δεν ανέτρεψεν αλλά εστήριξε και βάσει των οποίων οι διάδοχοί του Χαλίφαι έπρεπεν εξάπαντος να είναι της φυλής του ίδε  J. S. Romanides, Islamic Universalism and the Constitution of Medina, Athens 1968.

189[189] Αυτόθι. Υποστηρίζεται γενικώς υπό των προελθόντων εκ της περσικής παραδόσεως μουσουλμάνων ότι ο Μωάμεθ κατήργησε τας φυλετικάς  διακρίσεις, ως και τας εντός των φυλών διακρίσεις. Η δε θέσις αυτή είναι ως φαίνεται γενικώς αποδεκτή υπό των Ευρωπαίων και Αμερικανών ιστορικών ως  θέσις αυτού τούτου του Μωάμεθ. Νομίζω ότι η αναφερθείσα μελέτη μου (υποσημ. 10) βάσει των δεδομένων του Κορανίου και του Συντάγματος της
Μεδίνης αποδεικνύει ακριβώς το αντίθετον, ότι ο ίδιος ο προφήτης δέχεται και υποστηρίζει τας φυλάς του Ισραήλ και του Ισλάμ και όλων των ανθρώπων  ως θέλημα και δημιούργημα του Θεού.

About sooteris kyritsis

Job title: (f)PHELLOW OF SOPHIA Profession: RESEARCHER Company: ANTHROOPISMOS Favorite quote: "ITS TIME FOR KOSMOPOLITANS(=HELLINES) TO FLY IN SPACE." Interested in: Activity Partners, Friends Fashion: Classic Humor: Friendly Places lived: EN THE HIGHLANDS OF KOSMOS THROUGH THE DARKNESS OF AMENTHE
This entry was posted in Books and tagged , , , , , , , , , . Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Please log in using one of these methods to post your comment:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s