ΧΡΟΝΙΚΟΝ ΤΟΥ ΜΑΧΑΙΡΑ (C – B4)


(ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΑΠΟ  05/03/2015)

§151.-Τότες ἐμήνυσεν τοῦ ἀμιράλλη, καὶ ἀρμάτωσεν βʹ κάτεργα νὰ πᾶν εἰς τὴν συντροφίαν τῶν ἄλλων γʹ κατέργων ὄπο(υ) ἦσαν εἰς τὴν Κερυνίαν, νὰ πᾶ νὰ γυρέψουν τὰ εʹ τούρκικα, καὶ ἔβαλεν καπετάνον εἰς τὰ ἄνωθεν κάτεργα τὸν καβαλλάρην τὸν σὶρε Ροτζὲρ τε Λα Κολθέ, καὶ ἔπεψέν τον εἰς τὴν Κερυνίαν διὰ νὰ ἐμπῇ ἀπάνω εἰς τὸ κάτεργον. Κατὰ τὸν ὁρισμὸν ὁ ἀμιράλλης ἀρμάτωσεν τὰ βʹ κάτεργα εἰς τὴν Ἀμόχουστον, καὶ ἔβαλεν καπιτάνον εἰς τὰ δύο ὥς που ν᾿ ἀπεσώσῃ εἰς τὴν Κερυνίαν τὸν σὶρ Νικὸλ Μανσέλ· καὶ ἦλθαν εἰς τὴν Κερυνίαν καὶ ἐγυρέψαν τὰ γʹ κάτεργα, καὶ εἶπαν τους πῶς ἐπῆγαν εἰς τοὺς Μύλους· καὶ μοναῦτα ἐποῖκαν ἄρμενα καὶ ἐπῆγαν καὶ ἐφτάσαν τους· καὶ κείνην τὴν ὥραν ἀναφάναν γʹ τούρκικα, καὶ δὲν τ᾿ ἀποσκεπάσασιν [τὰ εʹ τὰ ρηγάτικα,] καὶ ἐπεζεῦσαν καὶ ἐπῆγαν καὶ ἐκουρσεῦσαν τὴν χώραν, καὶ ἐπῆραν ροῦχα καὶ λαὸν πολλύν, καὶ ἐφέραν τα εἰς τὰ ξύλα τους.

§152.-Ὁ σὶρ Πατὴ τε Μόρφου ὁ τζιβιτάνος τῆς Πόλις ἐποῖκε νῶσιν τοῦ καπετάνου τῶν κατέργων τοῦ σὶ(ρ) Ροτζὲρ τε Λα Κολίε, καὶ πρὶ νὰ ἔλθουν τ᾿ ἄλλα βʹ, ἐβγῆκαν τὰ γʹ καὶ ἐπῆγαν καὶ ηὗραν τὰ τούρκικα. Καὶ ὥρισε νὰ βιστιρίσουν, καὶ ὅπου ἦτον τῆς βουλῆς του εἶπαν του: «Μὲν τὰ βιστιρίσῃς, ὅτι εἶνε φορτωμένα χωργιάτες, καὶ θέλουν πνιγεῖν,» ἀμμὲ νὰ τὰ πολεμίσουν. Οἱ Τοῦρκοι θωρῶντα τὰ γʹ κάτεργα, μοναῦτα ἐπῆραν καρδίαν καὶ ἐστάθησαν καὶ ᾿πολεμίζαν· καὶ τὸ ἕναν κάτεργον ἀπὲ τὸν θυμόν του ἐπῆγεν καὶ ᾿βιστίρισεν τὸ ἕναν τούρκικον καὶ ἐτζάκκισέν το, καὶ ᾿τζάκκισεν οὕλην τὴν μίαν μερίαν, καὶ ἔσφιξεν ὁ πόλεμος· καὶ εἰς τοῦτον ἀναφάναν καὶ τὰ ἄλλα δύο, καὶ [εἶδαν τὰ Ϛʹ κάτεργα καὶ φοβήθησαν,] θαρῶντα καὶ εἶνε καὶ τὰ Ϛʹ τούρκικα, καὶ ἐπῆγα νὰ πιάσουν εἰς τὴν γῆν διὰ νὰ γλυτώσουν τοὺς ἀνρώπους· καὶ ἡ βιγλα ἔδωκέν τους ἀβὶς πῶς τὰ γʹ εἶνε τούρκα μόνον· καὶ μοναῦτα ἦρταν εἰς τὴν βοήθειαν τοὺ(ς) συντρόφους τους, καὶ ηὗραν ὅτι ἐσκοτῶσαν τόσους Τούρκους, καὶ δὲν εὑρήθησαν ζωντανοὶ παρὰ ξʹ μόνον. Καὶ μοναῦται ἐπέψαν τους εἰς τὴν Λευκωσίαν καὶ ἐκωλοσύραν τους καὶ ἐκρεμμάσαν τους· καὶ αἰχμαλώτους ἐφῆκαν τα καὶ ᾿πῆγα εἰς τοὺς τόπους τους· καὶ τὰ ηʹ κάτεργα ἦλθαν εἰς Κερυνίαν. Ἐμήνυσεν (ὁ) ἀφέντης ὁ πρίντζης νὰ στραφοῦν τὰ κάτεργα εἰς τὴν Ἀμόχουστον ν᾿ ἀπαρματώσουν· καὶ τῇ γʹ, τῇ κγʹ νοεμβρίου ͵ατξδʹ Χριστοῦ ἐπῆγαν εἰς τὴν Ἀμόχουστον. Εἰ δὲ οἱ παρανομοι Τοῦρκοι ἐμάθαν τὰ πικρὰ μαντάτα, πῶς ἐχάσαν τὰ γʹ ξύλα καὶ τοὺς λᾶς τους, ἐλυπήθησαν πολλά, καὶ ᾿ποῖκαν ὄρκον πίον μηδὲ ν᾿ ἀρματώσουν νὰ ἔλθουν νὰ κουρσέψουν.

§153.-Τὸ λοιπὸν τὸ σουπέρπιον γένος τῶν Γενουβίσων καὶ παράβουλον, ὁποῦ πάντα ᾿πλημελοῦσα νὰ πάρουν τὴν Κύπρον καὶ ἀφορμολογοῦσαν, ηὗραν ἀφορμὴν τοῦ μαλ- λωμάτου καὶ ἐπέψαν χαρτία εἰς τὴν Γένουβαν, ὅπου ἦτον ὁ ρὲ Πιέρ, καὶ ἀγγαλέσαν ἀπὸ τὸ ἀδικον ὁποῦ τοὺς ἐγίνετον εἰς τὴν Κύπρον. Καὶ ὁ ρήγας ἐπερίλαβέν τους μὲ μεγάλην χαράν, καὶ διότι εἶχεν ὄρεξιν νὰ φέρῃ δύναμιν νὰ πάγῃ νὰ κατακόψῃ τοὺς ἄπιστους Σαρακηνούς, δὲν ἐθέλησε νὰ τοὺς ἀγκρίσῃ, [διὰ νὰ μηδὲν ξηλωθοῦν οἱ λᾶς.] Τότες ὠρδινίασεν γʹ καβαλλάριδες ἀπὸ τὴν συντροφιάν του [νὰ πᾶσιν εἰς τὴν Γένουβαν] διὰ νὰ σάσουν τὴν διαφοράν· οἱ ποῖγοι ἦσαν ὁ μισὲρ Φιλίππε τε Μανζιέρες ὁ ταντζιλιέρης τῆς Κύπρου, καὶ ὁ μισὲρ Σιμοὺν Τενόρες, καὶ τὸν μάστρε Γκὴ τὸν ἰατρόν, καὶ ἔδωκέν τους πογέρι νὰ ποίσουν στοιχήματα, εἰς τὸ καλλιώττερον ὁποῦ νὰ μπορήσουν, διὰ νὰ γενῆ ἀγάπη μεσόν τους, διὰ νὰ μηδὲν ἔχῃ κώλυμαν εἰς τὸ ταξείδιν του. Οἱ μαντατοφόροι ἐπῆγαν εἰς τὴν Γένουβαν καὶ μέσα εἰς πολλὲς διαφορὲς καὶ ζητήματα τὰ ᾿ζητοῦσαν οἱ Γενουβίσοι, ἐσυντύχα καὶ ἐκαταστῆσαν νὰ γενοῦν τὰ κεφάλαια τοῦτα, τὰ ποῖα εἶνε κʹ, καὶ ᾿γράφησαν λατίνικα εἰς χαρτὶν μένπρινον. Καὶ πρῶτον:-

§154.-Πρῶτον, ζητᾶ ὁ ρήγας τῆς Κύπρου τὴν ἀγάπην, ἡ ποῖα ἀγάπη νὰ ᾖνε ἀληθινὴ καὶ στερεωμένη, καὶ ὁ θεὸς νὰ τὸ ποίσῃ εἰς καλὴν ὥραν. Ἀπὸ τὴν ζημίαν ἁποῦ έγίνην εἰς τὴν Κύπρον νὰ τὸ σάσουν, καὶ τὸ μάλλωμαν τῆς Ἀμοχούστου νὰ διαφεντέψουν, νὰ μὲν τοὺς πολομοῦν ἀγανάκτησιν· διὰ τοῦτον ἐπέψαν μαντατοφό- ρους νὰ συνπάψουν τὴν ἀγάπην. Τὰ ὀνόματα τῶν βʹ ὑπογεγραμμένων συνβουλατόρων τοῦ δουκάτου οἱ ποῖγοι ἐσμίκτησαν νὰ γινῇ ἀγάπη, καὶ εῖνε (τὸ) γʹ κεφάλαιον:

Πρῶτον ὁ τούζης σὶρ Γαβριὲλ Τανουρνέ, καὶ ὁ σὶρ Λεβροὺν Λιαδοὺς πιούρ, Τζακὲ ντε Φραντεκήν, καὶ εἶνε ὁ δεύτερος· ὁ τρίτος μισὲρ Ἕκτορ Βισεής, ὁ δʹ μισὲρ Πιὲρ τε Συνγκαστέρς, ὁ εʹ Παρτολομαῖος Πορτονάρη, ὁ Ϛʹ μισὲρ Τζουλίαν τε Καστρό, ὁ ζʹ μισὲρ Τζουάνε τε Φουτάνε νοτάριος, ὁ ηʹ Τουμᾶς τε Ἀγγαρήν, θʹ Τζάκες τε Πουνέτ, ιʹ Πανπελοὺς δε Καζάλε, ιαʹ Τελαλητοὺς τε Κορδερής, ιβʹ Βαρθολομαῖος τε Βιαλής.

Τὸ τέταρτον, νὰ καθαρίσουν ποῖγοι εἶνε Γενουβίσοι καὶ ποῖγοι εἶνε ὅπου κράζουνται Γενουβίσοι, ἀνισῶς καὶ ᾖνε [ἀπουλεύθεροι τῶν Γενουβίσων,] καὶ ὅλοι ὅπου εἶνε εἰς τὸν τόπον τοὺς Γενουβίσων.

Τὸ πέμπτον, νὰ ᾿δοῦ ν᾿ ἀποσκεπάσουν τὸ κουμέρκιν, ἀνισῶς καὶ ποττὲ ἐπλέρωσεν Γενουβίσος κουμέρκιν· κατὰ τὴν καθάρισιν, νὰ πορευτοῦν ὡς γοιὸν τὸν περασμένον καιρόν.

Τὸ Ϛʹ, οἱ κραζομένοι Γενουβίσοι νὰ ἔχουν σωστὴν ἐλευθερίαν τῶν Γενουβίσων.

Τὸ ζʹ, οἱ κρίσες τῶν Γενουβίσων νὰ γινίσκουνται μὲ τὸν ποδεστᾶν κατὰ τὸν πρῶτον καιρόν.

Τὸ ηʹ, ἀποὺ τοὺς Γενουβίσους ὅπου εἶνε ἀνθρῶποι τοῦ ρηγός, καὶ ἔχει πολλοὺς ἁποῦ σφίνγκουνται νὰ γενοῦν ἀπὸ τὴν πτωχιάν τους, νὰ μηδὲν τοὺς δέχουνται [καὶ κανενεὶς Γενουβίσος.] Τὸ θʹ, νὰ μὲν τοὺς σφίξουν οἱ ἐφφικάτοροι τοῦ ρηγὸς διὰ νὰ γενοῦν τοῦ ρηγὸς δυναστικῶς.

Τὸ ιʹ, ὅλοι οἱ Γενουβίσοι καὶ οἱ λεγομένοι Γενουβίσοι νὰ ἔχουν ἐξουσίαν νὰ πᾶν καὶ νὰ ἔλθουν εἰς τὴν Κύπρον θαρούμενα ἀπάνω εἰς ὁποῖον καράβιν θέλουν.

Τὸ ιαʹ, ἀνισῶς ὅτι κάτεργα! ἀρματωμένα γενουβίσικα νὰ ἔλθουν εἰς τὴν Κύπρον καὶ νὰ μηδὲν ἔχουν πραματεῖες, νὰ μηδὲν ᾖνε κρατούμενοι νὰ ἐμποῦν εἰς τὴν Ἀμόχουστον.

Τὸ ιβʹ, ὅτι οἱ Γενουβίσοι, ἢ λεγομένοι Γενουβίσοι, νὰ ἔχουν πογέρι νὰ πεζεύσουν ὅπου θέλουν εἰς ὅλον τὸ νησσίν.

Τὸ ιγʹ, ὅτι οἱ καραβοκυροὶ οἱ Γενουβίσοι, ἢ λεγομένοι Γενουβίσοι, νἄχουν πογέρι νὰ βγαίννουν ἀποὺ ὁποῖον τόπο νὰ θέλουν ἀπὸ τὴν Κύπρον νὰ πᾶσιν εἰς τὸ ταξείδιν τους.

Τὸ ιδʹ, ὁ ρήγας καὶ ὀφιτζιάλιδές του νὰ μηδὲν ἔχουν πογέριν νὰ κωλύσουν τοὺς Γενουβίσους ἢ τοὺς λαλημένους Γενουβίσονς, οὐδὲ τὰ καραβία τους, οὐδὲ τὲς πραματεῖες τους.

Τὸ ιεʹ, τὰ ζυγία τοὺς Γενουβίσους καὶ τὰ μέτρη τους ὅπου ἔχουν χανουτία νὰ ᾖνε εἰς τὴν ἀφεντιάν τους, τουτἔστιν τοῦ ποδεστᾶ τους, καθῶς τὸ λαλεῖ τὸ προβιλίζιν τοῦ ρὲ Οὕκ, καὶ ᾿δεῖξαν το καὶ εἶνε γεγραμμένον τῇ ιʹ ἰαννουαρίου ͵ασλβʹ Χριστοῦ.

Τὸ ΙϚʹ, τὸ κουμούνιν τους Γενουβίσους νἄχουν τόπον καὶ ἐξουσίαν νὰ ποίσουν λότζαν τῶν Γενουβίσων.

Τὸ ιζʹ, ὁ ρήγας καὶ οἱ ἀβιτζιάλιδές του νὰ ποίσουν κρίσιν καὶ δικαιοσύνην τοὺς Γενουβίσους ἀποὺ τὰ πράγματα τὰ ἐπήρασιν.

Τὸ ιηʹ, νὰ ποίσουν κρίσιν τοὺς Τζιτζιλιάνους καὶ τοὺς ἄλλους ὅπου ἦτον εἰς τὴν λότζαν τοὺς Γενουβίσους εἰς τὴν Ἀμόχουστον.

Τὸ ιθʹ, νὰ ᾿δοῦν τὸ προβιλίζιν τοῦ μακαριωτάτου ρὲ Οὔκ, καὶ πᾶσα πρᾶμαν ὅπου ἐγκίζει εἰς τὸ αὐτον προβιλίζιν διὰ τοὺς Γενουβίσους κατὰ κεῖνον νὰ γροικοῦνται καὶ νὰ πορεύγουνται· νὰ ξορίσουν ἀπὸ τὴν Κύπρον τὸν σὶρ Τζουὰν Σασούν, ὁκαποτὲ ἐμπαλὴς τῆς Ἀμοχούστου, νὰ ποίσουν ἔξω τῆς Κύπρου καιρόν.

Τὸ κʹ, ὅσοι θέλουν ν᾿ ἀποβγοῦν διὰ Γενουβίσοι οἱ ποῖγοι νὰ ᾖνε ἀπὸ τόπους γενουβίσικους, καὶ δείχνοντα βʹ μαρτυρίες, νὰ τοὺς δεκτοῦν μετὰ χαρᾶς.

§155.-Καὶ τελειώνοντα οἱ μαντατοφόροι τὰ ἄνωθεν κεφάλαια καὶ τὴν ἀγάπην, ἐστράφησαν εἰς τὸν ρήγα καὶ ἐμεταγράψαν φράνγκικα ἀπεζὰ τὰ στοιχήματα καὶ ἐδεῖξαν τα τοῦ ρηγός. Καὶ ὅλα ἐστερέωσέν τα, χωρὶς νὰ ξορίσουν τὸν ἀμιράλλην καὶ τὸν σὶρ Τζουὰν Σασιούν. Καὶ ἐξαναμήνυσεν εἰς τὴν Γένουβαν καὶ ἐποῖκαν του τὸ χαρτὶν τῆς ἐλευθερίας του, τουτἔστιν σάλβο κουντοῦτον.

§156.-Καὶ μοναῦτα ἀρματῶσαν γʹ κάτεργα εἰς τὴν Γένουβαν καὶ ἦρταν εἰς τὴν Κύπρον, καὶ ἐφέραν ποδέσταν μετά τὴν ἀγάπην, καὶ ἀφῆκαν τον εἰς τὴν Ἀμόχουστον.

§157.-Νὰ μηδὲν μείνῃ νὰ μηδὲν σᾶς πῶ ἀπόθεν ὁ ρήγας ἐλικουβρίασεν τόσον λογάριν καὶ ἐποῖκεν τιτοίους ὀξόδους καὶ τόσον καιρόν. Ὁ αὐτὸς ρὲ Πιὲρ πρὶ νὰ πάγῃ ὠρδινίασεν ἕναν πουρζέζην ὀνόματι σὶρ Τζουὰν τε Σταθία Λατῖνον καὶ ἐποῖκεν τον τζαμπερλάνον τοῦ ρηγάτου, καὶ εἶχεν ἀπὸ τὸν ρήγα πογέριν νὰ σωρεύγῃ τοὺς εἰσσόδους τοὺς ἀτάκτους καὶ χρέη παλαιὰ καὶ ὅσα φέρει ὁ καιρὸς χρόνον πρὸς χρόνον εἰς τὴν ρηγάδα, καὶ νὰ πολομᾷ καὶ τοὺς ἐξόδους τοὺς ἀπρέπους ἁποῦ δὲν ἦσαν ταμένοι καὶ γραμμένοι εἰς τὸ σύνγκριτον. Ὁ ποῖος ἔππεσεν εἰς μεγάλην ἔννοιαν ἅνταν εἶδεν τὸ θέλημαν τοῦ ρηγὸς νὰ γυρέψῃ νὰ πάγῃ πέρα· τότες ἐβουλεῦσαν τον οἱ συνγκριτικοὶ νὰ συντύχῃ μὲ τὸν ρήγα, καὶ νὰ καταστήσῃ νὰ ἐλευθερώσῃ τοὺς λᾶς τοὺς περπεριάριδες, [ὅπου ἦσαν οἱ περίτου περπεριάριδες,] οἱ περίτου τοῦ συνγκρίτου καὶ οῦλον τὸ ἀρχοντολόγιν τοὺς πουρζέζιδες τῆς Λευκωσίας· ὅτι οἱ Συριάνοι ἐκρατοῦσαν εἰς τὴν πλουσίαν χώραν τὴν Ἀμόχουστον, καὶ διατὶ τοὺς ἐψεματολογοῦσαν οί Συριάνοι λαλῶντα τους, ὅτι εἶνε παροῖκοι· «Καὶ νὰ δώσῃ ὁ πασαεῖς πολλὰ τίποτες, ἀνισῶς καὶ θέλεις νὰ ὁρίσῃς, διότι καὶ ἡ ἀρ(χον)τία τοῦ πατρός του ρὲ Οὗτζε τίντα ἐγίνετον, ἐξωδιάστην μὲ τὰ ἄρματα τὰ ἠκούσετε τὰ γενόμενα εἰς τὴν Τουρκίαν. Καὶ διὰ τὴν χρείαν τοῦ ρηγὸς τοσαῦτα ἔξευρε νὰ τὸν καταστήσῃ, ὅτι ἐσυνγκατέβην ὁ ρήγας νὰ λευτερώση ἀπὸ τοὺς περπεριάριδες εἴ τὶς νὰ θελήσῃ, μὲ τοιοῦτον, ὅτι νὰ δώσῃ πασαεῖς διὰ τὸ κορμίν του καὶ διὰ τὴν γυναῖκαν του καὶ διὰ τὰ παιδιά του τ᾿ ἀνήλικα χιλιάδες βʹ ἄσπρα τῆς Κύπρου· καὶ ἐσυμπάψαν πολλοί, καὶ ἐσυμπίασεν λογάριν πολλύν· καὶ ἅντα δὲν εἶχα νὰ δώσουν δύο χιλὀιάδες ἐπαρκατέβασεν τὰ ͵αώ, καὶ ἐκατέβαιννεν ὀλλίγον του κατʹ ὀλλίγου ὥς τὰ ὀνομίσματα ͵α πασαεῖς μὲ τὴν συμβίαν του καὶ μὲ τὰ παιδιά του τʹ ἀνήλικα. Καὶ εἰς τούτην τὴν τάξιν ἐλευθερώθησαν ὅλοι οἱ πλουσίοι περπεριάριδες ὅπου ἐπλερῶνναν κάθα χρόνον περισσὸν βίον ἀποὺ δύο χιλιάδες ὀνομίσματα τὸν χρόνον.

§158.-Καὶ διατὶ δύο φυσικοὶ ἀφέντες εἶνε εἰς τὸν κόσμον, ὁ ἕνας κοσμικὸς καὶ ὁ ἄλλος πνευματικός, τοὺς εἶχεν τὸ νησσάκιν τοῦτον, τὸν βασιλέαν τῆς Κωνσταντινόπολις καὶ τὸν πατριάρχην τῆς μεγάλης Ἀντιοχείας, πρὶν τὴν πάρουν οἱ Λατῖνοι· διὰ τοῦτον ἦτον χρῆσι νὰ ξεύρωμεν ῥωμαϊκὰ καθολικά, διὰ νὰ πέψουν γραφὲς τοῦ βασιλέως, καὶ συριάνικα σωστά, καὶ οὕτως ἐμαθητεῦγαν τὰ παιδιά τους, καὶ τὸ σύνγκρίτον οὕτως ἐδιάβαινεν μὲ τὰ συριάνικα καὶ ῥωμαϊκά, ὥς που καὶ ᾿πῆραν τὸν τόπον οἱ Λαζανιάδες, καὶ [ἀπὸ τότες] ἀρκέψα νὰ μαθάνουν φράνγκικα, καὶ ᾿βαρβαρίσαν τὰ ῥωμαϊκά, ὡς γοιὸν καὶ σήμερον, καὶ γράφομεν φράνγκικα καὶ ῥωμαϊκά, ὅτι εἰς τὸν κόσμον δὲν ἠξεύρουν ἴντα συντιχάννομεν.

§159.-Τώρα νὰ ξηγηθῶ τὴν μάχην ὅπου ἐγίνην μὲ τους Σαρακηνοὺς μὲ τὴν Κύπρον· ὅταν ἐπῆγαν τὰ κάτεργα καὶ ἐπῆραν τὴν Ἀταλείαν, εὑρέθην ἕνας Σαρακηνός, τὸν ἐκράζαν Χατζιάνην καὶ ἐπιάσαν τον καὶ ᾿φέραν τον σκλάβον εἰς τὴν Κύπρον καὶ ᾿βάλαν τον εἰς τὴν Κερυνίαν καὶ ἦλθεν ἕνας Τοῦρκος νὰ πραματευτῇ· ὅσον ἐμπαίννει εἰς τὴν Κερυνίαν, ἀγρώνισέν τον καὶ παρακάλεσέν τον νὰ συντύχῃ τους λᾶς του νὰ πέψουν νὰ τον ἀποσπάσουν ν᾿ ἀποβγῇ ἀπὲ τὰ σίδερα· καὶ ἔδωκέν του καὶ χαρτὶν καὶ ἐπῆρεν το εἰς τὴν Δαμασχόν. Γροικῶντα οἱ Σαρακηνοὶ πῶς οἱ συνγκενεῖς τους εἶνε εἰς τοιοῦτον κακὸν εἰς τὴν Κερυνίαν, ἐπῆγαν εἰς τὸν ἀφέντην τῆς Δα(μα)σχοῦ καὶ ἀγγαλέσαν, λαλῶντα, ὅτι «ἡ ἀγάπη ὅπου εἶνε [ἀνάμεσα τοῦ σουλτάνου καὶ τοῦ ρηγὸς τῆς Κύπρου] ἐποντίστην, ἐπειδὴ ἐπιάσαν τὸν ἄνθρωπον τὸν σουλτανικὸν καὶ ἔχουν τον εἰς τὴν φυλακὴν εἰς τὴν Κύπρον εἰς τὴν Κερυνίαν» Γροικῶντα ὁ ἀφέντης τῆς Δαμασχοῦ ἔπεψεν καὶ ἐπίασεν οὕλους τοὺς πραματευτάδες τοὺς Κυπριῶτες, καὶ ὥρισέν τους νὰ γράψουν χαρτία εἰς τὴν Κύπρον νὰ ξαπολύσουν τὸν ἄνθρωπον τοῦ σουλτάνου· καὶ ᾔτζου ἐποίκασιν, καὶ ἐπέψαν γραφὲς τοῦ κουβερνούρη, ὁ ποῖος ἐπέψεν τους ἀντίλογον, πῶς δὲν θέλει νὰ τὸν δώσῃ· καὶ στρέφοντα ὁ ἀντίλογος εἰς τοὺς πραματευτάδες ἐποῖκαν το νῶσιν τοῦ ἀφέντη τῆς Δαμασχοῦ. Καὶ ὁ αὐτὸς ἀμιρᾶς Μέλι Μπέχνα ἦτον τόσον σουπέρμιος, καὶ γροικῶντα τὰ μαντάτα ἐπολογήθην τους τόσον σκλερὰ καὶ ἀντροπιασμένα· τότες ἕρισεν καὶ ἐγράψεαν χαρτία εἰς τους πουρζέζιδες τῆς Κύπρου πολλὰ χοντρόν· καὶ ὁ ἀμιράλλης εὑρέθην εἰς τὴν Ἀμόχουστον καὶ ἐφέραν τὸ χαρτίν, καὶ ἐμεταγλώττισέν το φράνγκικα, καὶ ἐπέψαν το τοῦ κουβερνούρη, καὶ ἔπεψέν του καὶ τὰ στοιχήματα, καὶ ἐμήνυέν το τοῦ ρηγὸς πέρα. Ἀκομὴ ὁ πρίντζης ἔπεψεν χαρτίν τοῦ ρηγὸς διὰ πολλὲς ἀφορμὲς καὶ ἔγραψεν καὶ διὰ τοῦτον, καὶ ἔπεψέν τα τοῦ ρηγὸς εἰς τὸ Ἀβενίου.

§160.-Θωρῶντα ὁ ρήγας τὰ φοβερίσματα καὶ τὰ ἀναπειλήματα τοῦ αὐτοῦ Μέλε Πέχνα τόσον σκλερά καὶ τόσον ν᾿ ἀναπειλᾶτον τὸ νησσίν, πῆρεν καὶ ἔδειξέν το τοῦ ἁγιωτάτου πάπα καὶ τοὺς ἀφέντες ὁποῦ εὑρίσκουνταν εἰς τὸ Ἀβενίου, καὶ οἱ ἀφέντες ὁποῦ ἐλεῖπαν ἐμήνυσέν το μὲ τὰ γράμματά του· τότες ἐθυμώθησαν δυνατὰ καὶ ἐβάρτησαν νὰ ἔλθουν ἀππὦδε νὰ πᾶν εἰς τὴν Συρίαν νὰ ζημιώσονν καὶ νὰ κουρσεύ- σουν τὴν γῆν τοῦ σουλτάνου τοῦ Καργίου. Θεωρῶντα ὁ ρήγας τὸ καλὸν θέλημαν τοὺς ἀφέντες, ἐμήνυσεν τοῦ ἀδελφοῦ του εἰς τὴν Κύπρον ν᾿ ἀρματώσῃ ὅσα ξύλα ἔχει εἰς τὸ ἀρσινάλλιν τῆς Ἀμοχούστου καὶ ὅσα ἄλλα εὑρίσκουνται εἰς τὸ νησσίν, καὶ νὰ ποίσῃ ἄλλα ὅσα νὰ μπορήσῃ, νὰ ταὔρῃ ὅτοιμα εἰς τὸ ἔλα του, καὶ νὰ ποίση ποξαμάτιν πολλὺν καὶ σιτάριν πολλὺν διὰ τὸ ἄνωθεν ἀρμάτωμαν· καὶ ἅνταν τὰ δηγήσῃ νὰ πέψῃ εἰς τὴν Ρόδον νὰ ἐγδεκτοῦν τὸν ρήγα, καὶ διὰ τοῦτον νὰ μηνύσῃ ἀντίλογον.

§161.-Καὶ ὁ κουβερνούρης ἀρμάτωσεν ὅλον τὸ στόλος καὶ ὡδήγησεν πᾶσα πρᾶμαν διαλεκτὰ καὶ διωρθωμένα· καὶ τὸν ἰούνιον μῆναν τξεʹ Χριστοῦ ἀρμάτωσεν ὁ κουβερνούρης μίαν σατίαν καὶ ἔβαλεν ἀπάνω τοὺς σὶ(ρ) Χαρρὴν τε Ζιπλὲτ καὶ ἔπεψέν τον εἰς τὸν ρήγα, λαλῶντα του πῶς τὸ στόλος εἶνε δηγημένον. Ὁ ρήγας ἐξέβην ἀπὸ τὸ Ἀβενίου καὶ ἦλθεν εἰς τὴν Βενετίαν, καὶ ηὗρεν τον ὁ αὐτὸς σὶρ Χαρρὴν τε Ζιπλὲτ καὶ εἶπεν τὰ μαντάτα· καὶ ἐχάρην χαρὰν μεγάλην ὁ ρήγας, καὶ ἐπερίλαβέν τον πολλὰ μετὰ χαρᾶς καὶ ἐσύντυχέν του κρυφὰ τὸ ἤθελεν. Καὶ ἐμήνυσεν τοῦ πρίντζη νὰ πέψῃ τὴν ἀρμάδαν εἰς τὴν Ρῲδον.

§162.-Καὶ τῇ π(έφ)τῃ τῇ κεʹ ἰουνίου ͵ατξεʹ Χριστοῦ ὁ αὐτὸς κουβερνούρης ὠρδινίασεν εἰς τὸν τόπον του [τοῦ ρηγάτου] τὸν σὶρ Τζάκε τε Νόρες τὸν τουρκοπουλιέρην, καὶ κεῖνος καὶ οἱ λοιποὶ ἀφέντες οἱ κάτωθεν ὠνοματισμένοι ἐνέβησαν εἰς τὰ κάτεργα. Καὶ ἦσαν λγʹ σατίες ὅπου εἶχαν τ᾿ ἄλογα, καὶ καραβία ιʹ, καὶ ἕτερα τὰ λέγουν περιστιρία κʹ καὶ ᾿ξέβησαν ἀπὸ τὸν λιμιόναν τῆς Ἀμοχούστου ρηʹ ἄρμενα· καὶ ἡ νοματολογία τῶν ἀρχόντων ὅπου ἐμπῆκαν εἰς τὰ ξύλα, εἶνε οἱ κάτωθεν, χωρὶς τοὺς ἀνονῦμους καὶ πασαεῖς ἦτον μὲ τὴν ὑποταγήν του, καὶ ὁ πρίντζης ἦτον καπιτάνος εἰς ὅλα τὰ ξύλα.

§163.-Πρῶτος ὁ μισὲρ Τζουὰν τε Λουζουνίας, πρίντζης τῆς Ἀντιοχείας καὶ κουβερνούρης τῆς Κύπρου καὶ καπιτάνος φυσικὸς τῆς ἀρμάδας, μισὲρ Τζουὰν τε Ἰμπελὴ κούντης τοῦ Γιάφα, μισὲρ Τζουὰν τε Μόρφου καὶ κούντη τε Ρουχᾶς, μισὲ(ρ) Ραμοὺν Παπὴς πουντουλλιέρης τῆς Κύπρου, ὁ σὶρ Οὗγγε τε Μουντολίφ, ὁ σὶρ Τζουὰν τε Σοὺρ ὁ ἀμιράλλης, ὁ σὶ(ρ) Ροτζιὲρ τε Μουντολίφ, ὁ σὶρ Τουμᾶς τε Βερνή, ὁ σὶρ Τζουὰν τ᾿ Ἀντιότζε, ὁ σὶρ Τζουὰν τε Λα Φιέρτε, ὁ σὶρ Πατὴ τε Πρίες, ὁ σὶρ Τζουὰν τε Πρίες, ὁ σὶρ Τζάκε τε (Ἰ)πελήν, ὁ σὶ(ρ) Ρ(ε)νιὲ Λ(ε) Πεντίτ, ὁ σὶρ Οῦγγε Πεζουήν, ὁ σὶρ Παλίαν τε Νεβρέ, ὁ σὶρ Τζουὰν τε Ζιπλέτ, ὁ σὶρ Γὴ ντε Μιμάρς, ὁ σὶρ Τζακὲς τε Μουντεζάρτ, ὁ σὶρ Χαμερὴν τε Μουντεζάρτ, σὶρ Παλία τε Πλεσίε, σὶρ Τουμᾶς τ᾿ Αντιότζε, σὶρ Νικὸλ τε (Ἰ)μπελήν, σὶρ Λογὴς τε Νόρες, ὁ σὶρ Ὀτὲτ τε Ζιπλέτ, ὁ σὶρ Γιλιάμε Βισκούντης καὶ ἡ συντροφία τοῦ σὶρ Τζάκε τε Νόρες τοῦ τουρκοπουλιέρη, καὶ ἡ συντροφία τοῦ ἀρχιεπισκόπου τῆς Λευκωσίας, καὶ ἡ συντροφία τοῦ ἐπισκόπου τῆς Λεμεσοῦ. Τότες ἐξέβησαν καὶ ἦλθαν εἰς τὴν Ἀλικήν, καὶ ὁ κουβερνούρης ἦτον ἀστενὴς καὶ έστράφην εἰς τὴν Λευκωσίαν, καὶ τὸ στόλος τῆς ἀρμάδας ἐπῆγεν εἰς τοὺς Μύλους καὶ ἐφορτῶσαν τ᾿ ἄλογα. Θεωρῶντα ὅτι ὁ πρίντζης ἄργησε νὰ στραφῇ, ἀφῆκαν τὸ κάτεργόν του καὶ ἄλλα γʹ εἰς τὴν συντροφιάν του, καὶ ἡ ἀρμάδα ἐπῆγεν εἰς τὴν Ρόδον. Θωρῶντα ὁ κύρης ὁ πρίντζης, ὅτι δὲν ἐκαλλιτέριζεν ἀμμὲ περίτου ἐχειροττέριζεν, ἐμήνυσεν τῶν δʹ κατέργων νὰ πᾶν εἰς τὴν Ρόδον.

§164.-Καὶ τῇ κεʹ αὐγούστου εἰς τοὺς τξεʹ Χριστοῦ ἐπέσωσεν ἡ ἀρμάδα εἰς τὴν Ρόδον· ὁ ποῖος ἐπῆρεν μεγάλην χαρὰν ὅταν τὴν εἶδεν.

§165.-Καὶ πρὶν νὰ βγῇ ὁ ρήγας ἀπὸ τὴν Βενετίαν ἕπεψεν ἕναν κάτεργον μὲ τὸν σὶρ Χαρρὴν τε Ζιπλὲτ καὶ ἐπῆγεν εἰς τὴν Γένουβαν καὶ ἐσυμπάψαν τὴν ἀγάπην. Καὶ ἐσυντροφίασεν τὸν ποδεστᾶν ὅπου ἔρχετον εἰς τὴν Κύπρον μὲ τρία κάτεργα ὁ μισὲρ Τζάκομου Σαλβάγω, καὶ ἦλθαν τὰ δʹ κάτεργα καὶ ηὗραν τὸν ρήγα εἰς τὴν Ρόδον, καὶ ἔπεψέν τον εἰς τὴν Κύπρον· καὶ ἅνταν ἐπεσῶσαν εἰς τὴν Πάφον ἀφῆκεν τὸ ρηγάτικον κάτεργον καὶ τὰ γʹ τὰ γενουβίσικα, καὶ ἐγύρισεν εἰς τὴν Κερυνίαν· καὶ ὁ μισὲρ Χαρρὴν ἐπέζευσεν καὶ ἦλθεν εἰς τὴν Λευκωσίαν καὶ ἐδιαλάλησεν τὴν ἀγάπην τοὺς Γενουβίσους, καὶ εἶπεν τοῦ κουβερνούρη τὸν ὁρισμὸν τοῦ ρηγός· καὶ πάλιν ἐστράφηκεν καὶ ηὗρεν τὰ γʹ κάτεργα καὶ ἐσυντροφίασέν τα καὶ ἐπῆγαν εἰς τὴν Ἀμόχουστον, καὶ πάλε ἐδιαλαλῆσαν τὴν ἀγάπην είς τὴν Ἀμόχουστον· καὶ ὁ σὶρ Χαρρὴν ἐνέβην εἰς τὰ κάτεργα καὶ ἐπῆγεν εἰς τὴν Ρόδον, καὶ ηὗρεν τὴν ἀρμάδαν.

§166.-Εἰς τὴν Ρόδον τὸ λοιπὸν οἱ μεθυστάδες οἱ ναῦτες εἶχα λογία εἰς τὴν μέσην τους καὶ ἐποῖκαν μάλλωμαν καὶ ἐσκοτώθησαν πολλοὶ Κυπριῶτες καὶ Ροδίτες· ὁ ρήγας ὥρισεν καὶ ἐδιαλαλῆσαν νὰ μὲν ᾖνε τινὰς ἀπότορμος νὰ ποίσῃ μάλλωμαν ἀπάνω εἰς τὴν κεφαλήν του· ὁμοίως καὶ ὁ μέγας μάστρος τὸ ὅμοιον ἐποῖκεν· καὶ ἔπαψεν τὸ σκάνταλον. Καὶ ὁ μέγας μάστρος καὶ ὅλοι οἱ φρέριδες ἐπαρακαλέσαν τὸν ρήγα νὰ στερεώσῃ ἀγάπην μὲ τὸν Ἅγιον Ἴωάννην καὶ μὲ τὰ Παλατία· καὶ ὁ ρήγας ἐστερέωσεν τὴν ἐζήτησίν τους· ὁ ἀμιράλλης τῆς Ρόδου ἐποῖκεν το νῶσιν εἰς τὰ Παλατία, ὅτι ἐφοβοῦνταν καὶ γροικῶντα το ἐχάρησαν πολλά, καὶ ἐπέψαν μαντατοφόρους καὶ μεγάλα κανισκία τοῦ ρηγὸς εἰς τὴν Ρόδο, καὶ ἐποῖκεν στοιχήματα καὶ ἔγραψέν τα.

§167.-Ὁ μέγας μάστρος ἀρμάτωσεν δʹ κάτεργα καὶ ἔπεψεν ρʹ φρέριδες καὶ ἄλογα καὶ κάτεργα· καὶ ὁ ρήγας ἔφερε μετά του ιεʹ κάτεργα καὶ τὸ κάτεργον τὸ ἐστράφην ἀπὸ τὴν Γένουβαν, ὅπου εἶνε ιϚʹ:-ὁ ρήγας εἰς τὸ κάτεργόν του, ὁ λεγάτος, ὁ πρίντζης, ὁ κύρης τοῦ καστελλίου, ὁ κύρης τῆς Βάσας, ὁ Χεττὲ Κυπριώτης, ὁ κύρης τοῦ Ροκιαμοφόρτ, ὁ μαριτζᾶς τῆς Τζαμπανίας, ὁ βισκούντης τοῦ Τούρου, ὁ Τουνκέτ, καὶ ὁ Πρεζουηὴ καὶ ἡ συντροφιά του, ὁ μισὲρ Πιὲρ τε Γριμάνη, σὶρ Τζουὰν τα Μάρ, ὁ μισὲρ Χαρρὴν τε Τζιπλέτ· ὁμοῦ οἱ ἄνωθεν ιϚʹ, καὶ τοῦ Σπιταλλίου δʹ, καὶ ἕτερα πολλὰ καραβία. Καὶ εὑρέθησαν ὅλα ἄρμενα ρξεʹ.

§168.-Ὁ ρήγας ἔπεψεν τὸ κάτεργον τοῦ σὶρ Τζουὰν τα Μὰρ εἰς τὴν Κύπρον καὶ εἶπεν τὰ μαντάτα τῆς ρήγαινας καὶ τοῦ πρίντζη καὶ ᾿μήνυσέν του νὰ διαφεντέψῃ νὰ μὲν πάγῃ κανένα ξύλο εἰς τὴν Συρίαν διὰ νὰ μηδὲν μάθουν τὸ ἄμε τοῦ ρηγός, ὅτι κρυφὰ ἐθέλε νὰ πεζεύσῃ εἰς τὴν γῆν τοῦ σουλτάνου νὰ τὸν ζημιώσῃ· καὶ νὰ ἀβιζιάσουν τοὺς Κυπριῶτες νὰ φύγουν ἀπὸ τὴν Συρίαν.

§169.-Ὁ λεγάτος ἐκατήχησεν εἰς τὴν Ρόδον τὸ ἄμε ὅπου ἔθελεν νὰ πάγῃ ὁ ρήγας εἰς τὴν Συρίαν, καὶ πασαεῖς μὲ προθυμίαν καὶ πίστιν νὰ συντρέξῃ νὰ πᾶσιν [κατάδικα τοὺς ἐχθρούς τους.]

§170.-Γροικῶντα τὰ μαντάτα οἱ Ἀμουχουστιανοὶ ἐπικράνθησαν πολλά, διὰ πολλὰ πράματα τὰ εἶχαν ἀγορασμένα εἰς τὴν Συρίαν καὶ δὲν ἦτον μόδος νὰ σηκωθοῦν εὔκολα.

§171.-Ἤτζου εἰς ὀλλίγον καιρὸν ὁ ρήγας μὲ τὴν βοήθειαν τοῦ θεοῦ ἐβγῆκεν καὶ πηγαίνει ʹς τὸ Ραοῦζε καὶ ἀπεκεῖ ἐπῆγεν εἰς τὴν Ἀλεξάνδραν· καὶ τῇ πέμπτῃ τῇ θʹ ὀκτωβρίου ͵ατξεʹ ἐπεσῶσαν εἰς τὴν Ἀλεξάνδραν· καὶ ὅνταν οἱ Σαρακηνοὶ εἶδαν τὸ φουσάτον τοῦ ρηγὸς τῆς Κύπρου πολλὰ ἐτρομάξαν, καὶ ἐξέβην καὶ ἔφυγεν πολλὺν πλῆθος. Τἄπισα ἐκατέβησαν οἷ Σαρακηνοὶ κοντὰ δέκα χιλιάδες, καβαλλάριδες καὶ ἀπεζοί, νὰ διαφεντε(ύ)σουν τὸν λιμιόναν, καὶ δὲν ἠμπορῆσαν. Τὸ πρῶτον κάτεργον ἀποχωρίσθην καὶ ἐπίασεν γῆν τοῦ σὶρ Τζουὰν τε Σούρ, καὶ ἀπεκεῖ ἕναν ὀπίσω τοῦ ἄλλου, καὶ ἀπεζεῦσαν ὅλοι μὲ κατευόδωσιν. Οἱ Σαρακηνοὶ εἶχαν χαράν, λαλῶντα: «Δὲν ἔχουν ἄλογα εἰς τὸ φουσάτον!» Καὶ έκατέβησαν καὶ ἐσυντύχαν πολλὰ ἄπρεπα λογία καὶ σουπέρπια ὅλην ἐκείνην τὴ νύκταν ἀπὸ τὸ τειχόκαστρον. Καὶ βαθεῖαν αὐγὴν ὥρισεν ὁ ρήγας καὶ ἀπεζεῦσαν τ᾿ ἄλογα εἰς τὴν γῆν· καὶ ἄνταν εἶδαν τ᾿ ἄλογα οἱ Σαρακηνοὶ ἐπίασέν τους μέγας φόβος, καὶ ἐφύγαν πολλοὶ Σαρακηνοί. Καὶ πισαυρίου ὄπου ἦτον παρασκευγὴ τῇ ιʹ μηνὸς ὀκτωβρίου, οἱ Σαρακηνοὶ ἐνέβησαν εἰς τὰ τειχόκαστρα τῆς Ἀλεξάνδρας μὲ θάρος νὰ τὴν διαφεντέψουν. Ἀμμὲ ὁ θεὸς ἐποῖκει χάριταν τοὺς χριστιανούς, καὶ ὅσον ἐκαβαλλικεῦσαν εἰς τ᾿ ἄλογα, ἦλθαν καὶ τὰ κάτεργα καὶ ἐνέβησαν εἰς τὸν παλιὸν λιμιόναν, καὶ τὸ φουσάτον τῆς γῆς ἐπῆγεν εἰς τὴν χώραν· καὶ ἐπαίνοντά τους εἰς τὴν πόρταν τῆς χώρας ὅμως οἱ χριστιανοὶ ἐκάψαν τες πόρτες τῆς χώρας καὶ ἐδῶκαν ἔσσω, καὶ τὰ κάτεργα ἀπὸ τὴν πόρταν τοῦ λιμιόνος τοῦ παλαιοῦ, καὶ μὲ τὴν χάριν τοῦ θεοῦ ἐπῆραν τὴν Ἀλεξάνδραν, ὅπου εἶνε περίτου δυνατὴ παρὰ οῦλες τὲς ἔχουν οἱ Σαρακηνοὶ κοντὰ εἰς θάλασσαν. Τοῦτον ἐγίνετον τῇ δʹ τὶς δʹ ὧρες· καὶ παίρνοντά την οὗλοι οἱ χριστιανοὶ ἐχάρησαν χαρὰν μεγάλην, καὶ εὐχαρίστησαν πολλὰ τοῦ θεοῦ.

§172.-Ὁ δὲ ληγάτος μοναῦτα ὥρισεν καὶ ἐποῖκαν παρακάλεσες εἰς τὸν θεόν, καὶ ἐλειτουργῆσαν εἰς τὸ ὄνομαν τῆς ἁγίας τριάδος, καὶ ἐμακαρίσαν καὶ τοὺς χριστιανοὺς ὅπου ᾿σκοτώθησαν εἰς τὸν πόλεμον. Καὶ ὁ ρήγας ἐποῖκεν καβαλλάρην τὸν Τζάκε τε Λουζουνίαν τὸν ἀδελφόν του, καὶ τὸν σὶρ Τουμᾶς, τ᾿ Ἀντιότζε, καὶ πολλοὺς ἄλλους, καὶ ἔδωκεν τοῦ ἀδελφοῦ του τοῦ σὶρ Τζάκε ἐφφίκιν τὸ σινεσκαρδίκιν· καὶ τὸν σὶρ Τζουὰν τε Μόρφου ἐποῖκεν τον κούντη τε Ρουχᾶς· τὸ δὲ πριντζάτον τῆς Γαλιλαίας ἔδωκέν το τοῦ μισὲρ Οὗγκε τε Λουζουνία τοῦ ἀδελφοτέκνου του. Τὸ λοιπὸν ὁ ρήγας καὶ οὕλη ἡ ἀρμάδα ἐμεινίσ(κ)αν εἰς τὴν Ἀλεξάνδραν μετὰ γʹ ἡμέρες καὶ ἐνέβησαν ἔσσω· καὶ ηὗραν ἕναν πύργον γεμάτον ἀξαζόμενα πράγματα καὶ ἀρκοντίες, καὶ πολλὲς πραματεῖες, καὶ πλοῦτον ἀσήμιν καὶ χρυσάφιν. Ὁ λαὸς τῶν κατέργων ἐξέβην καὶ ἐνέβην εἰς τὴν χώραν, καὶ ἐπῆραν πολ- λὺν πλοῦτον καὶ ἐφέραν τον εἰς τὰ κάτεργα. Καὶ ὁ ρήγας δὲν ἐπῆρεν τίποτες, μὲ θάρος ὅτι θέλειν κρατήσειν τὴν χώραν διὰ λλόγου του.

§173.-Τότες ἐσυνβουλεύτην μὲ τὸν ληγάτον καὶ μὲ τοὺς καβαλλάριδές του, καὶ ὅλοι εἶπαν του: «Ἀργεῖ ἐκεῖ, καὶ δὲν εἶνε διὰ κανέναν διάφορος, ἀμμὲ νὰ πᾶμεν [εἰς τὸν τόπον μας».] Καὶ ὅλοι ἀντάμα μίαν βουλὴν ἐποίκασιν. Καὶ ὥρισεν ὅ ρήγας καὶ ἐστραφην τὸ φουσάτον εἰς τὰ κάτεργα, καὶ ἐποῖκαν ἄρμενα καὶ ἦρταν εἰς τὴν Λεμεσόν, καὶ ἀπεζεύγοντα μὲ χαρὰν μεγάλην. Καὶ ἀπέζευσεν ὁ ρήγας καὶ ὅλοι οἱ καβαλλάριδες καὶ οἱ παρούνιδες εἰς τὴν γῆν, καὶ τὰ κάτεργα ἐγυρίσαν εἰς τὴν Ἀμόχουστον καὶ ἐξηφορτῶσαν τὰ ροῦχα, καὶ ἀποαρματῶσαν ὅλα τὰ ξύλα, ἐβγάλλοντα τοῦ μισὲρ Τζουὰν τε Σοὺρ τὸν ἀμιράλλη, ὅτι ὥρισέν τον ὁ ρήγας νὰ μὲν ἀπεζεύση, ἀμμὲ νὰ ᾖνε ὅτοιμος νὰ πάγῃ τὰ μέρη τῆς δύσις, κατὰ τὸ ἀστοίχημαν τὸ ἐποῖκεν μὲ τοὺς Γενουβίσους, καὶ νὰ πάρῃ καὶ τὰ ξύλα τὰ γενουβίσικα μετά του, καθὼς τὸ ἐξηγήθηκα ὀπίσω.

§174.-Ὁ ρήγας ἔγραψεν γραφὲς εἰς τὸν πάπαν καὶ ἔδωκέν τες τοῦ ἀμιράλλη, καὶ εἰς τοὺς λοιποὺς ἀφέντες τῆς δύσις, νὰ ᾖνε ρικουμαντιασμένος εἰς αὑτῆς του, καὶ νὰ τοὺς πῇ τὴν ὑπόθεσιν τῆς Ἀλεξάνδρας. Καὶ ἐβγαίννοντά του ὁ ἀμιράλλης ἀπὸ τὴν Ἀμόχουστον ἦλθεν εἰς τὴν Ἁγία Νάπαν, κ᾿ ἐκεῖ ἐπῆγαν ὅλοι οἱ δικοί του καὶ ἐπαράγκειλέν τους καὶ ἐδῶκεν πασανοῦ τὴν δουλείαν του νὰ τὴν πολομᾷ ὥς που νὰ στραφῇ. Καὶ ἐπῆρεν μετά του τὸν σὶρ Τουμᾶς Ἄρα καὶ τὸν σὶρ Φρασὲς Κμάδα καβαλλάριδες εἰς τὴν συντροφιάν του· καὶ ἀπεκεῖ ἐπῆγεν εἰς τὴν Πάφον καὶ ἔμεινεν μίαν ἡμέραν. Ὁ ρήγας ὥρισεν γʹ κάτεργα κουρσάρικα καὶ ἐποῖκαν του συντροφίαν καὶ ἐπῆγαν εἰς τὴν Ρόδον, καὶ ἐκεῖ ηὗραν τὸν σὶρ Τζουὰν Σασίουν κακοψυχημένον, καὶ ἐπέθανεν [καὶ ἐθάψαν τον. Καὶ ἐγδέχετον τὸν ληγάτον ἐκεῖ ἕως τὸν μάρτην ͵ατξεʹ Χριστοῦ κατὰ τὸν ὁρισμὸν τοῦ ρηγός· καὶ ὁ ληγάτος ἐπῆγει εἰς τὴν Ἀμόχουστον διὰ νὰ ἐμπῇ εἰς τὸ κάτεργον νὰ πάγῃ εἰς τους ὁρισμοὺς τοῦ ρηγός, καὶ ἐκεῖ ἐκακοψύχησεν καὶ ἀπόθανεν τῇ Ϛʹ ἰουνίου τξϚʹ Χριστοῦ.]

§175.-Καὶ γροικῶντα τὰ μαντάτα ὁ ἀμιράλλης ἐσηκώθην ἀπὸ ᾿κεῖ κα ἐπῆγεν εἰς τὴν Γένουβαν· ὀμπρὸς ἐπῆγεν εἰς τὴν Ρώμην, καὶ ἅνταν ἐγροίκησεν ὁ πάπας [τὰ μαντάτα ἀπὸ τὸν ἀμιράλλην, ἐχάρην χαρὰν μεγάλην καὶ ὅλη ἡ Ρώμη. Καὶ ᾿μάθαν τὴ νίκην τοὺς χριστιανοὺς τοὺς Κυπραίους, ἐζηλέψαν οἱ ἄρχοντες τῆς δύσις καὶ ἐβάλαν βουλὴν ν᾿ ἀρματώσουν νἄρτουν εἰς τὴν μερίαν τῆς Κύπρου πρὸς τὴν βοήθειαν τοῦ ρηγὸς διὰ τὴν Συρίαν· ὁμοίως καὶ ὁ κούντης τῆς Ἀσαβογίας, ὁ ποῖος ἔμελλε νἄρτῃ μὲ πολλὰ φουσάτα· ὁμοίως καὶ ὁ ρήγας τῆς Φραγγίας ἔπεψεν γιὰ τοῦτον ἕναν μέγαν καβαλλάρην ὀνόματι σὶρ Τζουὰ τε Λαβιέρ, καὶ εἶπεν το τοῦ ρηγὸς τῆς Κύπρου, πῶς μέλλει ὁ ἀφέντης ὁ ρήγας τῆς Φραγγίας νὰ πέψη πολλὺν φουσάτον εἰς τὴν Κύπρον νὰ καταλύσουν [τους Σαρακηνούς.] Καὶ μέσα εἰς τοῦτον ἐπῆγεν τὸ κάτεργον τὸ βενέτικον καὶ ἐπῆρεν μαντάτον πῶς γίνεται ἡ ἀγάπη μὲ τὸν σουλτάνον καὶ μὲ τὸν ρήγαν τῆς Κύπρου· καὶ γροικῶντα οἱ ἀφέντες τῆς δύσις, ἐκόπην ἡ ὄρεξι τους νὰ ἔλθουν εἰς τὴν βοήθειαν τοῦ ρηγὸς τῆς Κᾁπρου.

§176.-Τὸ λοιπὸν γροικῶντα τὸ κουμούνιν τῆς Βενετίας τὰ μαντάτα τῆς Ἀλεξάνδρας, ἐπικράνθησαν πολλά, διότι τὸ περίτου διάφορος τῶν πραματείων ἦτον ἐκεῖ καὶ ἀπ᾿ ὅλην τὴν Συρίαν· μοναῦτα ἐπέψαν μαντατοφόρους καὶ παρακαλητάδες εἰς τὸν σουλτάνον καὶ εἶπαν πῶς ἡ ἀρμάδα ὅπου ἦρτεν εἰς τὴν Ἀλεξάνδραν δὲν ἦτον μὲ τὴν βουλήν τους, οὐδὲ ᾿ξεῦραν το, οὐδὲ ᾿βοήθησάν [τους, καὶ θέλου νὰ ἔχουν τὴν ἀγάπην τους καθὼς τὸ πρότερον·] καὶ δὲν ὠφελήθησαν. Τὸ κάτερ γον ἐπῆγεν εἰς τὴν Ἀλεξάνδραν, καὶ τὸν ἀποκλισιάρην ἐπῆραν τον εἰς τὸ Κάργιος, καὶ μὲ μεγάλην ταπείνωσιν καὶ παρακάλεσιν ἐποῖκεν τὴν μαντατοφορίαν του· καὶ ἅνταν ἐδιαβάσαν τὰ χαρτία ὀμπρός του, ἐπολογήθην καὶ εἶπεν: «Δὲ θέλω νὰ ποίσω ἀγάπην μὲ τινάν, χωρὶς νὰ ποίσω πρῶτα μὲ τὸν ρήγα τῆς Κύπρου, διατὶ δὲν πρέπει ἐκεῖνος νὰ ᾖνε εἰς μάχην μετά μας, καὶ μεῖς νἄχωμεν ἀγάπην μετά σας.» Τότες ἐστράφην ὁ μαντατοφόρος καὶ ἐνέβην εἰς τὸ κάτεργον, καὶ ἦλθεν εἰς τὴν Κύπρον, καὶ ἐπέζευσεν εἰς τὴν Ἀμόχουστον.

§177.-Τῇ κεʹ ἀπριλλίου τξεʹ Χριστοῦ ὁ ρὲ Πιὲρ ἐστρέφοντά του εἰς τὴν Κύπρον, ὥρισε νὰ τοῦ ποίσουν κάτεργα καὶ σατίες, καὶ ἄλλα πολλὰ ξύλα διὰ νὰ πάγῃ εἰς τὴν Συργιὰν νὰ πάρουν τὸ Βερούτιν, ὅπου εἶνε κοντὰ εἰς τὴν Κύπρον ροʹ μιλία τῆς θαλάσσου· καὶ ὠρδινίασεν καπιτάνον τὸν μισὲρ Πιὲρ Μουσ(τ)ρήν, καὶ ἦτον ὅλη ἡ ἀρμάδα εἰς τὸν λιμιόνα τῆς Ἀμοχούστου. Καὶ στρέφοντα τὸ κάτεργον τὸ βενέτικον ἀπὸ τοῦ σουλτάνου εἰς τὴν Ἀμόχουστον, καὶ θωρῶντα τὴν ἀράδαν ὅτοιμη νὰ ἐβγῇ, πολλὰ ἐπικράνθησαν· καὶ μοναῦτα ἐπεζεῦσαν οἱ μαντατοφόροι εἰς τὴν γῆν καὶ ἐπῆγαν εἰς τὴν Λευκωσίαν εἰς τὸν ρήγα καὶ εἶπαν του τὴν ἀπολογίαν τοῦ σουλτάνου, καὶ λαλοῦν του καὶ τοῦτον: «Ἀφέντη, ἔπαρε σκοπόν, καὶ ξηλοθρεύγεις μας, διότι ὅ,τι καὶ ἂν ἔχωμεν εἰς τὸν κόσμον εἶνε εἰς τὴν Συργιάν, καὶ ἐμεῖς ὅλοι εὑρισκούμεθα εἰς τοὺς ὁρισμούς σου· καὶ ἀνισῶς καὶ ἡ μεγάλη σου βασιλεία πᾷς νὰ τοὺς ποίσῃς ἀγανάκτησιν, [κρατοῦν ἐκεῖνοι τὸ ἐδικόν μας,] καὶ θέλομεν γινεῖν ἔρημοι εἰς τὸν κόσμον τοῦτον· διὰ τοῦτον παρακαλοῦμέν σε καὶ εἰς τὸ βάπτισμα τὸ εἶναι βαπτισμένος, νὰ κωλύσῃς τὴν ἀρμάδα νὰ μὲν πάγη εἰς τὴν Συρίαν, παροὺ νὰ γενῇ ἡ ἀγάπη τὴν ζητᾷ ὁ σουλτάνος, καὶ τὸ νὰ σηκώσωμεν τὸ δικόν μας, ποῖσε ὡς θέλεις. Καὶ ἀνισῶς καὶ χρήζεσαι καρτζὰ διὰ τὴν αὐτὴν ἀρμάδαν ὅπου ἐπλέρωσες τοὺς λᾶς καὶ ἐξοδίασες, ἡμεῖς νὰ τὰ πλερώσωμεν οὗλα καὶ οὕλην τὴν ζημίαν, καθὼς ἐδουλεύτης καὶ ἄλλην φορὰν ἀξ αὑτῶν μας.»

§178.-Γροικῶντα ὁ ρήγας τὰ καλά τους λογία καὶ τὴν παρακάλεσίν τους καὶ τὲς πολλὲς δούλεψες ὁποῦ ἐδουλεύτη ἀξ αὑτῆς τους, ἐκώλυσεν τὴν ἀρμάδαν καὶ δὲν ἐπῆγεν· καὶ εἶπεν τους καὶ τοῦτον, πῶς: «Ἄρχοντες, καλλίων φίλος εἰ(ς) στράταν παρὰ λογάριν εἰς τὴν ζωήν· ὁμοίως ἀθυμῶντα τὲς πολλὲς δούλεψες τὲς ἔχω ἀξ αὑτῶν σας, δὲν θέλω νὰ ἔχετε ζημίαν ἀπὸ τὴν ἀφορμήν μου· καὶ διὰ τοῦτον πολομῶ ἀργὰ τὴν ἀρμάδαν· καὶ ἐπειδὴ καὶ ὁ σουλτάνος θέλει νὰ ἔχῃ ἀγάπην μετά μου, διὰ τὴν ἀγάπην σας ἀρέσκει μου, μόνο νὰ ποίσετε νὰ μοῦ πέψῃ τὸν μαντατοφόρον του.»

§179.-Οἱ μαντατοφόροι εὐκαρίστησάν του πολλὰ ἀπὸ τὸ καλόν θέλημαν ὅπου τοὺς ἐποῖκεν, καὶ ἐπῆραν ὁρισμὸν καὶ ἐπῆγαν εἰς τὸ Κάργιος, καὶ ἐζητῆσαν τοῦ σουλτάνου νὰ πέψῃ μαντατοφόρον εἰς τὴν Κᾁπρον.

 

(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)

About sooteris kyritsis

Job title: (f)PHELLOW OF SOPHIA Profession: RESEARCHER Company: ANTHROOPISMOS Favorite quote: "ITS TIME FOR KOSMOPOLITANS(=HELLINES) TO FLY IN SPACE." Interested in: Activity Partners, Friends Fashion: Classic Humor: Friendly Places lived: EN THE HIGHLANDS OF KOSMOS THROUGH THE DARKNESS OF AMENTHE
This entry was posted in Books and tagged , , , . Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Please log in using one of these methods to post your comment:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s