ΕΝΘΥΜΙΣΕΙΣ–ΦΡΑΚΑ–ΔΗΜΟΣΙΟΝ ΧΡΕΟΣ


A)Να ζούμε, να τη θυμόμαστε

Η​​ γνώμη του γράφοντος, πιθανόν εσφαλμένη, είναι ότι ο πρώην πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας όφειλε να προσφέρει προεκλογικά στο κοινωνικό σώμα κυρίως πληροφόρηση και λιγότερο ή καθόλου επαγγελίες.
Οφειλε να εξηγήσει ρεαλιστικά και τεκμηριωμένα την πολιτική μεταστροφή του: να αναλύσει τους παράγοντες και τα δεδομένα που τον οδήγησαν να υπογράψει το Τρίτο Μνημόνιο, το επαχθέστερο.
Η προσωπική αυτή γνώμη δεν προκύπτει από τη λογική των αντιρρήσεων της εσωκομματικής του κ. Τσίπρα αντιπολίτευσης ούτε από τη «λογική» της φτηνής κακεντρέχειας των υπόλοιπων στη Βουλή κομματαρχών. Προκύπτει από την εμπειρική πιστοποίηση ότι, σε κρίσιμες περιστάσεις, είναι γόνιμη η κυριολεκτική εκφραστική – να λέγονται τα πράγματα με το όνομά τους. Και να λέγονται όλα, χωρίς περιφράσεις, έμμεσες αναφορές, υπαινιγμούς. Διότι αυτό που ενδιαφέρει την ελληνική κοινωνία δεν μπορεί να είναι το αν θα πρωθυπουργεύσει και πάλι ο κ. Τσίπρας. Το μέλλον αυτής της κοινωνίας θα το καθορίσει η ρεαλιστική ή ψευδαισθητική εικόνα για την Ευρώπη στη συνείδηση του ελληνικού λαού. Ειδικότερα στη συνείδηση του 38% των Ελλαδιτών, που ψήφισαν «ναι» στους οποιουσδήποτε όρους υποτέλειας, αρκεί να παραμείνει νόμισμα της Ελλάδας το ευρώ.
Η εσωκομματική τότε αντιπολίτευση του κ. Τσίπρα δεν ασχολήθηκε, γι’ αυτό και δεν μας πληροφόρησε για τους παράγοντες και τα δεδομένα που παγίδευσαν (ίσως) τον Ελληνα πρωθυπουργό στον μονόδρομο της υπογραφής του Τρίτου Μνημονίου. Δεν τους ενδιέφερε το άνισο της μάχης ούτε τα κίνητρα (ιδιοτέλειας ή ευθύνης) της τελικής, άνευ όρων παράδοσης. Το μόνο που τους έκοφτε ήταν η ασυνέπεια Τσίπρα στην ιδεολογική ντιρεχτίβα – αντέταξαν ρητορεύματα μηδαμινής πολιτικής σοβαρότητας και συμπλεγματικού φανατισμού, καυτηρίασαν την ιδεολογική «απόκλιση». (Είναι το μόνιμο ψυχαναγκαστικό σύνδρομο κάθε
μαρξιστικής Αριστεράς: η ιδεολογική συνέπεια καταξιώνει την ηλιθιότητα, αμνηστεύει και την πιο στυγνή απανθρωπία – απαράλλαχτα όπως και στον ιδεολογικοποιημένο «χριστιανισμό»).
Στη λήγουσα σήμερα προεκλογική περίοδο το τελευταίο που χρειαζόμασταν να ακούσουμε από τον κ. Τσίπρα ήταν προγραμματικές επαγγελίες. Οχι επειδή ανακάλεσε ή δεν μπόρεσε να πραγματοποιήσει σχεδόν όλα όσα είχε σε προηγούμενες εκλογές επαγγελθεί – δεν είναι ούτε ο πρώτος ούτε ο μόνος ασυνεπής στις προεκλογικές υποσχέσεις του πρωθυπουργός. Αυτό που περιμέναμε και που θα κατακτούσε την εμπιστοσύνη σοβαρών, σκεπτόμενων ανθρώπων, θα ήταν να καταθέσει την πεντάμηνη εμπειρία του, με ρεαλισμό και αποδεικτικά στοιχεία: Να μας δείξει, ποια είναι τα όρια των δυνατοτήτων σήμερα του ελληνικού λαού να αυτοπροσδιορίζεται, να επιλέγει τους άρχοντές του, να δέχεται ή να απορρίπτει πολιτικά προγράμματα, να σχεδιάζει το μέλλον του.
Αν θέλουμε να ανήκουμε στην Ε.Ε., θα πρέπει να παραιτηθούμε οριστικά (ή για πόσα χρόνια) από την προσπάθεια να λειτουργεί «κοινωνικό κράτος», Σύστημα Υγείας, σεβασμός των συνομολογημένων με το κράτος μισθών και συντάξεων; Θα πρέπει να εκποιήσουμε οπωσδήποτε σε κερδοσκόπους ιδιώτες την κοινωνική περιουσία (υδροδότηση, ηλεκτροδότηση, οδικό δίκτυο, λιμάνια, αεροδρόμια, αρχαιολογικούς χώρους, ακτές); Για την παιδεία, τη γλώσσα, την ιστορική μας συνείδηση, τα βιβλία των παιδιών μας στο σχολειό, μπορούμε να αποφασίζουμε χωρίς επιτρόπευση;

Για τους υπόλοιπους ευρωπαϊκούς λαούς τα παραπάνω ερωτήματα εκφράζουν απλώς «ευρωσκεπτικισμό»: ορθολογική αμφισβήτηση συγκυριακών ορθολογικών επιλογών της αυτονομημένης από τις ευρωπαϊκές κοινωνίες (και ανάγκες) γραφειοκρατίας των Βρυξελλών. Στην περίπτωση της ελληνικής κοινωνίας τα ερωτήματα αφορούν (είτε το διαβλέπουν οι πολλοί είτε όχι) στη συνέχεια της παρουσίας του Ελληνισμού στην Ιστορία.

«Μεγαλοϊδεατικές μεγαλοστομίες», είναι η απλοϊκή αντίδραση σε κάθε προβληματισμό για την ιστορική επιβίωση του Ελληνισμού. Και ίσως δικαιολογημένα, αφού η ελληνικότητα είναι πια μόνο εθνικός προσδιορισμός, δηλώνει μόνο κρατική υπηκοότητα (και αυτή σίγουρα της ντροπής) – καμία πλέον σχέση με πολιτισμική ετερότητα, με ενεργό επικαιρική πρόταση ευρύτερης δυναμικής. Στους δυο αιώνες βίου του ελλαδικού κρατιδίου, η προπαγανδιστική πλαστογράφηση της Ιστορίας και η παρακμιακή ξιπασιά εμπέδωσαν στην πλειονότητα των Ελλήνων την αντιστροφή των δεδομένων της πραγματικότητας – το άσπρο μαύρο: Οτι η ιστορική συνέχεια της αρχαιοελληνικής πολιτισμικής κληρονομιάς κατορθώθηκε, όχι στον μέγα εξελληνισμένο κόσμο της ρωμαϊκής «οικουμένης» και με τα ιλιγγιώδη επιτεύγματά του, αλλά στη μεταρωμαϊκή Δύση, τη βίαια εποικισμένη από τα πρωτόγονα, βαρβαρικά φύλα της ασιατικής στέπας και των σκανδιναβικών παγετώνων.

Η βαρβαρική καταγωγή δεν ακυρώνει ούτε μειώνει τον εκθαμβωτικό πολιτισμό που παρήγαγε, μετά τον Μεσαίωνα, η Δύση. Αλλά ούτε το καινούργιο θαυμαστό γέννημα δικαιούται να ιδιοποιείται την ελληνική ετερότητα και να επιβάλλει την εξάλειψη της καισαρικής διαφοράς. Η ελληνική κατανόηση του Αριστοτέλη θα παραμένει πάντοτε ασύμβατη με τη δυτική, χρηστική – εργαλειακή ανάγνωσή του. Η αρχαία ελληνική δημοκρατία θα είναι πάντοτε κάτι ριζικά διαφορετικό από την «αντιπροσωπευτική» δυτική, τη θεμελιωμένη στο «ατομικό δικαίωμα» και όχι στο «κοινόν άθλημα».

Η διαφορά δεν σημαίνει οπωσδήποτε αντιπαλότητα ή εχθρότητα. Αλλά η σκόπιμη εξάλειψη της διαφοράς είναι έγκλημα, που στερεί την ανθρωπότητα από δυνατότητες ζωτικών επιλογών, από πλούτο πολύτιμο ανοιχτών δυνατοτήτων προσανατολισμού. Ο ελληνικός τρόπος του βίου ήταν πάντοτε κοινωνιοκεντρικός, ο δυτικός θωρακισμένα ατομοκεντρικός. Ελληνική είναι η προτεραιότητα (άθλημα και ρίσκο) της σχέσης, δυτική η σιγουριά της σύμβασης. Η αλήθεια για τον Ελληνα είναι εμπειρική – κοινωνούμενη βεβαιότητα, για τον Δυτικό τεκμηριωμένη νοητική «πεποίθηση».

Δεν είμαστε ούτε ανώτεροι ούτε υπέρτεροι. Ημασταν κάποτε διαφορετικοί. Ας διαβάσει ο πολίτης του σημερινού Ελλαδέξ, για την καταγωγική διαφορά Ελληνισμού και Δύσης, τους κορυφαίους Δυτικούς μεσαιωνολόγους: Georges Duby, Jacques Le Goff, J. M. Wallace – Hadrille, Etienne Gilson, Henry Chadwick – αρκούν.

Το παιχνίδι έχει τελειώσει. Επιτελεύτια θα παραμείνει η εικόνα των συλλαλητηρίων που οργανώθηκαν για την υποστήριξη του «ναι»: η «καλή κοινωνία» των Αθηνών, κομμωτηριασμένη, μακιγιαρισμένη, σικάτη, με υψωμένες τις δαχτυλιδοφορτωμένες γροθίτσες των κυριών, να τσιρίζει υστερικά: Ε-βρώ-πη, Ε-βρώ-πη! Ευρώπη σημαίνει χρήμα, πακέτα επιδοτήσεων, «προγράμματα» για τις κομματικές ατσίδες – Ευρώπη λοιπόν, κι ας πάει και το παλιάμπελο, η Ελλάδα.

Ο Αλέξης Τσίπρας όφειλε να λογοδοτήσει σε έναν αφελληνισμένο λαό για την υπεράσπιση μιας ακατανόητης, για όλους πια, ελληνικότητας.

B)Γιδοβοσκός με φράκο

Σ​​το πεδίο του θεωρητικού πολιτικού προβληματισμού (αν υπάρχει, σήμερα πια, τέτοιο πεδίο), όσοι πολίτες ελλαδικοί επιμένουν να δηλώνουν προσανατολισμό με ετικέτες του τύπου: Αριστερά, Δεξιά, Κέντρο, Κεντροαριστερά, Κεντροδεξιά, θα διακινδύνευα να τους συστήσω, όσο μπορώ διακριτικότερα, να ελέγξουν, ιατρικά, τους δείχτες νοημοσύνης τους. Αν απαιτήσουν να εξηγήσω το γιατί, θα απαντήσω ότι ο χώρος της επιφυλλίδας δεν επαρκεί ή είναι κρίμα να χαραμιστεί για να εξηγηθούν τα αυτονόητα.
Στα αυτονόητα συμπεριλαμβάνεται και η πείρα όλων μας στην Ελλάδα, τα τελευταία έξι τουλάχιστον χρόνια: Μας κυβέρνησαν όλες οι ιδεολογικές ετικέτες και ήταν όλες διαχειριστικές της μιας και μόνης κοινωνικής επιδίωξης: να συντηρηθεί ή να μεγιστοποιηθεί κατά το δυνατό (ή ακόμα και με παρανοϊκό υπερδανεισμό) η καταναλωτική ευχέρεια των ψηφοφόρων. Απέδειξαν όλα τα κόμματα ότι λογαριάζουν ιδιοτελώς τους πολίτες μόνο σαν ψηφοφόρους, απέδειξαν όλοι οι πολιτευόμενοι, μα απολύτως όλοι, ότι το πρώτο (ή το μόνο) που τους ενδιαφέρει είναι η επανεκλογή τους. Να επανεκλεγούν κερδίζοντας τις εντυπώσεις και οι εντυπώσεις κερδίζονται όταν υπόσχεσαι αύξηση εισοδημάτων, όχι θεσμικές μεταρρυθμίσεις που θα αποκαθιστούσαν κράτος λειτουργικό, κράτος δικαίου, κράτος πρόνοιας.

Ολα τα κόμματα, με όποια ιδεολογία κι αν προσπαθούν να ξεγελάσουν τους μειωμένης νοημοσύνης πολίτες, μόλις έγιναν κυβέρνηση μοίρασαν με τους συγκυβερνώντες τα ρουσφέτια (4-3-1), διόρισαν σε όλους τους διοικητικούς κόμβους των κρατικών θεσμών και των δημόσιων οργανισμών κομματικούς κλακαδόρους, ανέβασαν σε υπουργικούς θώκους μικρονοϊκά ή και γελοία άτομα ευρείας τηλεοπτικής «αναγνωρισιμότητας». Και ταυτόχρονα συνεχίζουν να ρητορεύουν τυποποιημένα ιδεολογήματα «σοσιαλιστικά», «φιλελεύθερα», «ριζοσπαστικώς αριστερά», «κεντρώα». Ξέρουν ότι μεγάλη μερίδα τάχα και πολιτών προσδένονται τυφλά και άλογα σε ένα κόμμα όπως και σε μια ποδοσφαιρική ομάδα – η ιδεολογική ετικέτα είναι το ακριβές ανάλογο της τυχαίας ονομασίας των κερδοσκοπικών αθλητικών εταιρειών.

Από τα κόμματα που συγκροτούν το πολιτικό σκηνικό στην Ελλάδα σήμερα δεν υπάρχει ούτε ένα ανυπότακτο στη διαφημιστική λογική της οδοντόπαστας ή των απορρυπαντικών, λογική του κυνηγητού των εντυπώσεων. Σκεφθείτε τις ονομασίες των κομμάτων που διεκδικούν ή διεκδίκησαν την ψήφο μας: Τι ακριβώς, εκτός από παιχνίδι εντυπώσεων, δηλώνει η ονομασία «Νέα Δημοκρατία» ή «Λαϊκή Ενότητα» ή «Πολιτική Ανοιξη» ή «Ποτάμι» (το ζενίθ της ασυναρτησίας) ή «Χρυσή Αυγή» ή «Λαϊκός Ορθόδοξος Συναγερμός»; Ποιες κοινωνικές στοχεύσεις εξαγγέλλουν τέτοιοι τίτλοι, ποια ταυτότητα πεποιθήσεων και επιδιώξεων καταθέτουν;

Το κορυφαίο ρεζιλίκι είναι οι ονομασίες της επαρχιώτικης ξιπασιάς, «το κάλπικον δάνειον» που έλεγε ο Μακρυγιάννης: Λέξεις που μας γυάλισαν, επειδή είναι σε χρήση στη «λελαμπρυσμένην και πεφωτισμένην Εσπερίαν» και τις φορέσαμε σε δικούς μας κακέκτυπους κομματικούς σχηματισμούς, σαν να ντύναμε γιδοβοσκό με φράκο. Τις λέξεις «σοσιαλισμός», «φιλελευθερισμός», «Δεξιά», «Αριστερά», «Ριζοσπαστική Αριστερά», «Κέντρο» τις γέννησαν οι κοινωνίες της Δύσης μέσα σε τελείως διαφορετικές ιστορικές συνθήκες, για να υπηρετήσουν τις δικές τους εκεί ξεχωριστές ανάγκες, ανάγκες διαμορφωμένες από ριζικά διαφορετικούς από τους δικούς μας ιστορικούς εθισμούς, άλλες νοο-τροπίες, άλλες προσλαμβάνουσες. Μας γυάλισαν αυτές οι λέξεις, γιατί, πολύ έγκαιρα (με τη Βαυαροκρατία στην αρχή και τον Κοραϊσμό ώς σήμερα), παγιώσαμε συμπεριφορές μετα-αποικιακού κράτους: τα πάντα στο κράτος μας (θεσμοί, οργάνωση, λειτουργίες, μόδες – όλα) ήταν και είναι μεταπρατικά, ξιπασμένες απομιμήσεις, όπως σε λαούς χωρίς παρελθόν, χωρίς Ιστορία, χωρίς συνέχεια της πείρας γενεών και αιώνων για την αντιμετώπιση των αναγκών τους.

Θα τολμήσω μια παραδειγματική εικόνα (προς Θεού, όχι συνταγή ούτε εξαγγελία): Νομίζω ότι τόσο η ιδιαιτερότητα των αναγκών της ελλαδικής κοινωνίας σήμερα (και ιδιαιτερότητα έχει κάθε κοινωνία) όσο και η πείρα των εφιαλτικών συνεπειών του μεταπρατισμού θα μπορούσαν (λογικά και ενεργά) να αντιμετωπιστούν με έναν δικομματισμό που θα απηχούσε και τη μόνη ρεαλιστική διαφοροποίησή μας των Νεοελλήνων. Η λογική συνέπεια και ο πολιτικός ρεαλισμός θα απαιτούσαν, το ένα κόμμα να ονομάζεται «Ελληνοκεντρικοί Εκσυγχρονιστές» και το άλλο «Διεθνιστές Εκσυγχρονιστές».

Το κοινό αιτούμενο, απαίτηση που μοιάζει πανελλήνια, είναι ο εκσυγχρονισμός της χώρας. Τον καταλαβαίνουν όμως οι περισσότεροι μόνο σε μία ερμηνευτική προοπτική: σαν μίμηση. Εκσυγχρονισμός θα πει, να γίνουμε σαν τις χώρες που τις θεωρούμε «προηγμένες»: έχουν υψηλούς δείκτες καταναλωτικής ευχέρειας, κρατικές υπηρεσίες που υπηρετούν τον πολίτη και όχι τη συνδικαλισμένη δημοσιοϋπαλληλία, έχουν ορθολογική συνέπεια στη θέσπιση και εφαρμογή των νόμων. Διακόσια περίπου χρόνια, όλα τα κόμματα προσπαθούν (άλλα με ειλικρίνεια και άλλα υποκριτικά και με ιδιοτέλεια) να μας οδηγήσουν σε αυτή τη μίμηση και η αποτυχία είναι ολόφανερη, σωρευτικά καταστροφική.

Καταλήγουμε στην πιο ταπεινωτική αυτομεμψία: «Δεν μπορούμε, δύο αιώνες τώρα, να εκσυγχρονιστούμε, επειδή φταίει ο χαρακτήρας μας ή τα τετρακόσια χρόνια Τουρκοκρατίας ή η θρησκοληψία μας. Είμαστε ανίατα τεμπέληδες, ψυχοπαθολογικά ή πρωτόγονα ιδιοτελείς, κλέβουμε το κοινωνικό χρήμα σαν σιχαμεροί λωποδύτες, πρωταθλητές στον βανδαλισμό της δημόσιας περιουσίας» και όσα μύρια ανάλογα. Ολες αυτές οι αιτιολογήσεις και αναλύσεις της αποτυχίας εκσυγχρονισμού μας συνοδεύουν τον μονόδρομο: να καταλαβαίνουμε τον εκσυγχρονισμό σαν μίμηση, σαν πιθηκισμό. Να ψηφίζουμε το με χίλιες ονοματικές παραλλαγές κόμμα των «Διεθνιστών Εκσυγχρονιστών».

Η λογική συνέπεια και ο πολιτικός ρεαλισμός απαιτούν, να εμφανιστεί επιτέλους κάποτε και η εναλλακτική πρόταση: η προγραμματική στόχευση και προσπάθεια για έναν «ελληνοκεντρικό εκσυγχρονισμό». Οχι η ίδια αδιέξοδη μίμηση διανθισμένη με ρητορικά – συναισθηματικά ή πονηρά πλουμίδια ιδεολογικής πατριδοκαπηλίας, αλλά μια ριζικά διαφορετική πολιτική οπτική:

Ενας ελληνοκεντρικός εκσυγχρονισμός δεν ταυτίζει τον εκσυγχρονισμό με τα επιτεύγματα άλλων, επιτεύγματα που τα εκδέχεται σαν υποχρεωτικές για όλους αυταξίες. Ξεκινάει από τις δικές μας ανάγκες και αναζητάει: ποια από τα επιτεύγματα της οποιασδήποτε κοινωνίας (όχι μόνο των «δοκούντων άρχειν» ή της εφήμερης μόδας) θα εξυπηρετούσαν πληρέστερα τις δικές μας ανάγκες και με ποιες κριτικές προσαρμογές στις ανάγκες μας;

Και αυτή η κριτική λειτουργία της πολιτικής προϋποθέτει, βεβαίως, μιαν εμπειρικά αλλά και ορθολογικά καταξιωμένη εκτίμηση της ιδιαιτερότητας των δικών μας αναγκών: Καλύπτει ζωτικότερες ανάγκες του Ελληνα ένα δεύτερο στην οικογένεια αυτοκίνητο ή η άνετη γνώση της αρχαίας ελληνικής γλώσσας, που εξασφαλίζει πρόσβαση σε έναν πλούτο αιώνων εκφραστικής της σοφίας και του κάλλους; Πολλές τέτοιες ουσιωδέστατες για την ποιότητα της ζωής μας αποτιμήσεις, είναι πολιτικές επιλογές.

Ο γιδοβοσκός μπορεί να είναι άρχοντας όχι υποχρεωτικά με φράκο.

 

C)Η «Αλήθεια για το Δημόσιο Χρέος»

Π​​αράγων πολιτικής ανελπιστίας στην Ελλάδα σήμερα είναι και η τέλεια αδυναμία να παραχθεί «καινούργια γενιά» πολιτικών – άλλη γλώσσα, άλλη νοο-τροπία, άλλη οπτική, διαφορετικός προβληματισμός, τόλμη καινοτομίας στο πεδίο της πολιτικής. Ηλικιακά το Κοινοβούλιο ανανεώνεται, αλλά οι νέοι άνθρωποι που προστίθενται είναι απελπιστικά ίδιοι με το πολιτικό προσωπικό το ανακυκλούμενο στα κόμματα τα τελευταία σαράντα χρόνια, πανομοιότυπες κόπιες.

Αλλοτε, πολιτικοί όπως ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, ο Γεώργιος Ράλλης ή ο Ηλίας Ηλιού, είχαν μιαν άγρυπνη έγνοια να εντοπίζουν στον κοινωνικό τους περίγυρο νέους με στέρεα υποδομή σπουδών ή σοβαρά προετοιμασμένη επιχειρηματική εκκίνηση, προικισμένους με τον ζήλο να προσφέρουν στα κοινά. Και σχεδόν τους επιστράτευαν στον στίβο της πολιτικής. Σήμερα οι τακτικές που ακολουθούνται για να «κατέβει» κάποιος σε αυτόν τον στίβο, μάλλον έχουν αλλάξει ριζικά.
Τα «επιτελεία» των κομμάτων αναζητούν κατά προτεραιότητα αστέρες της δημοσιότητας, πρόσωπα με την ευρύτερη δυνατή «αναγνωρισιμότητα». Και τα επαγγέλματα που τροφοδοτούν δαψιλώς τη δημοσιότητα με αστέρες είναι ο αθλητισμός, η δημοσιογραφία, η ηθοποιία του ελαφρού θεάτρου και της τηλεόρασης και οι συγκυρίες να έχει αναδειχθεί κάποιος γραφικός από οποιοδήποτε δημόσιο βήμα. Βρίθει τα τελευταία χρόνια η Βουλή των Ελλήνων και διανθίζονται τα Υπουργικά Συμβούλια με πρόσωπα προκλητικής έως και κωμικής ανικανότητας, αλλά μεγάλης «αναγνωρισιμότητας», περίπου συνώνυμης με τον αυτεξευτελισμό.
Αλλο βασικό κανάλι εισροής νέων πολιτευτών στην πολιτική είναι οι κομματικές νεολαίες. Αυτές αγρεύουν πολύ έγκαιρα, ίσως και από τα σχολικά χρόνια (από το «δεκαπενταμελές») άγουρα παιδάρια θαμπωμένα από τη «μεγάλη ζωή» της δημοσιότητας και του άκοπου πλούτου ή απλώς αφιονισμένα από τα ιδεολογικά παραισθησιογόνα. Πάντως το ξεκίνημα πολιτικής καριέρας από την κομματική νεολαία εγγυάται το φορμάρισμα του νεοσύλλεκτου στο κομματικό καλούπι, πολιτευτές καταγωγικά μονοδιάστατους, με την αμάθεια να μετασκευάζει τις προκάτ «πεποιθήσεις» τους σε ψυχολογική στράτευση, μονόχνοτη.

Πρόκειται για τυπικό φαινόμενο γενιτσαρισμού –πρώτος διδάξας σίγουρα το ΚΚΕ (και πιο πριν η χιτλερική νεολαία)– αλλά σήμερα το μοντέλο έχει γενικευτεί: ίδια η παραγωγή μονοδιάστατων κομματανθρώπων από κάθε κομματική νεολαία. Το μονοδιάστατο έγκειται και σε «πεποιθήσεις» (τυφλή πίστη σε δόγματα που απαλλάσσουν από τον μόχθο και τη διακινδύνευση της αναζήτησης), κυρίως όμως σε μια καταγωγικά στρεβλή, εξ υπαρχής διάστροφη εκδοχή της πολιτικής ως ανταγωνιστικού παιγνίου, στεγανά απογυμνωμένου από κάθε ίχνος κοινωνικού προβληματισμού, κοινωνικών στοχεύσεων. Στα «ηγετικά κλιμάκια», ακόμα και κομμάτων που οι αφελείς τα λογαριάζουν «συντηρητικά» ή και «παραδοσιακά», το λεξιλόγιο, όταν συζητάνε για τους αντιπάλους και τις τακτικές της αντιμαχίας, είναι ακριβώς το ίδιο που κυριαρχεί στον υπόκοσμο της ποδοσφαιρολαγνείας – μιλάνε μόνο με όρους κτηνώδους σεξουαλικότητας.

Θα μπορούσε άραγε να προβλεφθεί συνταγματικά ένα νομικό φίλτρο ελέγχου της κοινωνικής καλλιέργειας, της εξειδικευμένης κατάρτισης, του ηθικού (κοινωνικής ηθικής) επιπέδου, του γλωσσικού εξοπλισμού και της αισθητικής ευαισθησίας των υποψήφιων βουλευτών; Απαιτούμε όλοι αυτονόητα να έχουν κριθεί από το ΑΣΕΠ τα προσόντα ενός κλητήρα ή μιας καθαρίστριας σε υπουργείο. Ομως ανεχόμαστε στα βουλευτικά (και υπουργικά) έδρανα τον οποιοδήποτε αχρείο, αναιδή, χυδαίο βωμολόχο, με συμπεριφορές περιθωριακού, που μπόρεσε να υφαρπάσει την ψήφο χιλιάδων απερίσκεπτων ή εξηλιθιωμένων ψηφοφόρων.

Παρακολουθεί απαθής η παρακμιακή μας κοινωνία ανθρώπους που τους τίμησε η εμπιστοσύνη και ψήφος εκατοντάδων χιλιάδων πολιτών, να μην ξέρουν να ξεχωρίσουν μια συνεδρία κομματικής «οργάνωσης βάσης» ή συνδικαλιστικής «συνέλευσης» από μια συνεδρία του Κοινοβουλίου: μετέχουν και στις δύο περιπτώσεις με την ίδια, την πιο συμπλεγματικά ατημέλητη ενδυμασία – ίσως και στο σπίτι τους να υποδέχονται καλεσμένους τους φορώντας μόνο «σκελέαν», αλλά εκεί ιδιωτεύουν, δεν ασκούν δημόσιο λειτούργημα.

Δεν πολεμάμε τον φορμαλιστικό καθωσπρεπισμό υιοθετώντας (και μάλιστα με «τουπέ») ενδυμασία και λεξιλόγιο του κοινωνικού περιθωρίου. Μπορεί έτσι να βαυκαλιζόμαστε ότι ελευθερωνόμαστε από συμβατικότητες και νεκρούς τύπους, αλλά δεν υποψιαζόμαστε, μέσα στην οιηματική μας αυτάρκεια, ότι η ρεαλιστική ελευθερία είναι η έμπονη αποδέσμευσή μας από την υποταγή στον εγωκεντρικό πρωτογονισμό.

Και ότι χρειάστηκε να τετραποδίζουν νήπιοι στον πολιτισμό οι άνθρωποι, για πολλούς αιώνες, μέχρι να γευτούν την ποιότητα – προτεραιότητα του κοινωνείν και των υποχρεώσεων που επιβάλλει το κοινωνείν.

Στις εκλογές που εγγίζουν καλούμαστε να ψηφίσουμε τα ίδια κόμματα (ή κάποιες σκόπιμες μεταλλαγές τους παρονομασμένες). Κόμματα παταγωδώς και κατ’ εξακολούθησιν αποτυχημένα, με τεράστιο βάρος ποινικών ευθυνών, τουλάχιστον για τον παρανοϊκό υπερδανεισμό της χώρας. Υπερδανεισμό για να εξυπηρετηθεί το πελατειακό κράτος και το συνδικαλιστικό παρακράτος. Είναι πραγματική συλλογική αυτοκτονία να ανεχόμαστε, κάτω από την εφιαλτική απειλή του Τρίτου Μνημονίου, τα ξεδιάντροπα αρειμάνια φληναφήματα της «Δεξιάς» ή τις τυχοδιωκτικής λογικής γενικολογίες της «Αριστεράς» διαιωνίζοντας με την ψήφο μας μιαν αυτοπροαίρετη τυφλότητα σαράντα χρόνια τώρα.

Αυτές οι επικείμενες εκλογές θα είχαν νόημα (και θα κυοφορούσαν ελπίδα), αν ήταν δυνατό να αποφανθούμε οι με την ψήφο μας πολίτες (ή έστω να αντιπαραταχθούν οι κομματάρχες) για ένα πολύ συγκεκριμένο κείμενο: Την «Προκαταρκτική Εκθεση της Επιτροπής Αλήθειας Δημόσιου Χρέους της Βουλής των Ελλήνων» (Ιούνιος 2015). Τα πολύ συγκεκριμένα στοιχεία αυτής της Εκθεσης ή είναι έγκυρα και αξιόπιστα ή είναι χαλκευμένα και μυθώδη. Στην πρώτη περίπτωση ψηφίζουμε για να έχουμε μια κυβέρνηση σωτηρίας των Ελλήνων και της ιστορικής τους συνέχειας (όχι απλώς οικονομικής σωτηρίας) από έναν βάναυσο ξενικό ζυγό. Στη δεύτερη περίπτωση καταδικάζουμε αποκλείοντας με την ψήφο μας, μετά βδελυγμίας, τους πολιτικούς σχηματισμούς που παραχαράσσουν αδίστακτα τα δεδομένα της πραγματικότητας, για ψηφοθηρία. Tertium non datur – τρίτο ενδεχόμενο δεν χωράει.

Ο χρόνος μέχρι τις εκλογές είναι πια ελάχιστος, οι σπιθαμιαίοι ηγήτορες, σε απολειφάδια άλλοτε βαρύγδουπων κομμάτων ή ψευδεπίγραφων «κινημάτων», παλεύουν απεγνωσμένα για είσοδο στο κοινοβούλιο στοχεύοντας σε παραμυθιασμένους ή εξηλιθιωμένους ψηφοφόρους. Πού μυαλό για να συζητήσουν την Αλήθεια για το Δημόσιο Χρέος, την αλήθεια για την ιστορική συνέχεια ή εξαφάνιση ενός λαού – της γλώσσας, της ιστορικής ετερότητας, της απαρόμοιαστης Τέχνης του.

 

ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ /SEPTIMUS 2015

pagan kathimerini.gr

About sooteris kyritsis

Job title: (f)PHELLOW OF SOPHIA Profession: RESEARCHER Company: ANTHROOPISMOS Favorite quote: "ITS TIME FOR KOSMOPOLITANS(=HELLINES) TO FLY IN SPACE." Interested in: Activity Partners, Friends Fashion: Classic Humor: Friendly Places lived: EN THE HIGHLANDS OF KOSMOS THROUGH THE DARKNESS OF AMENTHE
This entry was posted in News and politics and tagged , , . Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Please log in using one of these methods to post your comment:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s