Τὰ 105 εἴδη ὑποδημάτων τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων (A)


image

Σήμερα, μὲ τὴν λέξη «ὑπόδημα» ἐννοοῦμε τὸ … παπούτσι. Οἱ ἀρχαῖοι  Ἕλληνες μὲ αὐτὴν τὴν λέξη ἐννοοῦσαν ὅ,τι δένει ἢ περικαλύπτει ἢ  ντύνει, τὸ γυμνὸ ποδί, ἕως τὸ γόνατο, εἴτε αὐτὸ ἦταν ὑφασμάτινο, εἴτε  δερμάτινο, εἴτε φυτικὸ ἢ ξύλινο ἢ μεταλλικὸ ἢ πήλινο…
Τὸ ὑπόδημα ἐτυμολογεῖται ἀπὸ τὸ ρῆμα δέω (> δῶ, δήσω, δῆμα = δεσμεύω)  [1]. Ἢ «ὑπόδημα, διὰ τὸ ὑποκάτω ὅλον δῆμα ἢ δῦμα», τὸ «ὑποκάτω δεδεμένο».
Ὑποδέω-ὑποδέομαι, σημαίνει δένω τὰ ὑποδήματα, τὰ σανδάλιά μου, καὶ ὑπολύω-ὑπολύομαι, τὰ λύνω, τὰ βγάζω.
Τὸ ὑπόδημα ἦταν, λοιπόν, ἕνα μέρος τῆς ἐνδυμασίας τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων  καὶ κυρίως τῆς ἐξαρτύσεως τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ. Ὑπάρχει καὶ ἀναφέρεται ἀπὸ τὰ ὁμηρικὰ κείμενα ἀκόμη… Ἀλλὰ ὑποδήματα φαίνεται νὰ φοροῦν καὶ οἱ  μυθολογικοὶ ἥρωες ἀκόμη. Εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι σὲ πολλὰ ἀγγεῖα, ὁ Ἡρακλῆς  – ἀλλὰ καὶ ὁ Ἰόλαος – κατὰ τοὺς ἄθλους τοῦ πρώτου, φοροῦν περικνημίδες καὶ  μάλλινα προστατευτικὰ περιειλήμματα[2] – σήμερα θὰ τὰ λέγαμε χονδρὰ «καλτσόν», ἔγχρωμα  καὶ μὲ ποικίλα σχέδια – κατὰ  μῆκος ὅλου τοῦ ποδιοῦ τους.
Οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες τὰ   ὑποδήματα  τὰ ἔλεγαν καὶ ἐμβάδια, ἐπειδὴ σὲ αὐτὰ «ἐμβαίνειν  τοὺς πόδας». Ἀλλὰ καὶ βάθρα
(ὅπως καὶ τὰ βήματα καὶ τὰ ὑποπόδια),γιατὶ πατοῦσε κανεὶς πάνω σὲ αὐτά.
Κυριώτεροι τύποι ἀρχαίων ὑποδημάτων ἦσαν τὰ (χαμηλά) σανδάλια καὶ τὰ πέδειλα, ποὺ ἀπαντῶνται  σὲ μεγάλη ποικιλία. Φαίνεται οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες νὰ εἶχαν μεγάλη προτίμηση  σὲ αὐτοῦ τοῦ εἴδους τὰ ὑποδήματα, διότι ἀπαντᾶται μεγάλη ποικιλία αὐτῶν, ἡ  μεγαλύτερη στὴν ἀρχαία Ἱστορία τῆς ὑποδηματοποιίας.
Φήμη γιὰ καλὰ ὑποδήματα εἶχαν οἱ Ἀττικοί, γι’ αὐτὸ τὸ ὑπόδημα (ἀλλὰ καὶ  κάθε σκεῦος) ἀπὸ ἀττικὸ ἐργαστήριο ἐλέγετο «ἀττικουργές» (= εἰργασμένο τὸν  ἀττικὸν τρόπον»). Ἀλλὰ κάθε ἑλληνικὸ φύλο εἶχε τὸ ὑπόδημα ποὺ τοῦ ταιριαζε,
ἀνάλογα μὲ τὸν τόπο στὸν ὁποῖο ζοῦσε, τὶς κλιματολογικὲς ἢ γεωμορφολογικὲς  συνθῆκες, τὶς ἀνάγκες του, τὸν πλοῦτο ποὺ διέθετε καὶ φυσικὰ τὴν καλαισθησία  του. Κάθε τόπος εἶχε τὸ ἰδικό του εἰδικὸ ὑπόδημα. Γι’ αὐτὸ ἔμεινε ἕως τὶς ἡμέρες
μας ἡ παροιμία «παπούτσι ἀπὸ τὸν τόπο σου, κι ἂς εἶν’ καὶ μπαλωμένο», διότι  παπούτσι ἀπὸ ἄλλο τόπο, ἴσως νὰ μὴν ἐξυπηρετῆ τὶς ἀνάγκες βαδίσεως στὸν  τόπο σου.
Ἦταν ἰδιαιτέρως ἀνεπτυγμένη ἡ ὑποδηματοποιία – ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς Ἀττικοὺς καὶ τοὺς λοιποὺς Ἴωνες – στοὺς Λάκωνες (Ἀμύκλαις), τοὺς Ἀργείους, τοὺς  Σικυωνίους, τοὺς Ἀρκάδες, τοὺς Βοιωτούς, τοὺς Θεσσαλούς, τοὺς Κρῆτες, τοὺς  Χίους, τοὺς Ροδίους, τοὺς Θρᾷκες, τοὺς Ἕλληνες τῆς Μικρασίας, τῆς Φρυγίας,τῆς Συρίας, κ.ἄ. Στὰ σύγχρονα χρόνια, φημισμένη γιὰ τὰ τσαρούχια της ἦταν ἡ  Ρούμελη καὶ γιὰ τὰ γουρνοτσάρουχα ἡ Θεσσαλία.[3] Ὑπήρχαν εἰδικὰ ὑποδήματα  γιὰ τὶς διάφορες ἡλικίες (παιδικές, ἐφηβικές, γεροντικές), γιὰ τὶς διάφορες ὦρες  τοῦ εἰκοσιτετραώρου (νυκτερινά, ἡμερήσια), γιὰ τελετὲς (γάμους, θυσίες, κ.λπ..),
γιὰ διάφορες τάξεις καὶ ἐπαγγέλματα, κ.λπ.
Τὰ καλὰ ὑποδήματα πάντα ἦσαν δερμάτινα/σκύτινα. «Σκῦτος» ἐλέγετο  κάθε δέρμα, ἀλλὰ εἰδικὰ τὸ κατεργασμένο δέρμα ζῴου, πετζὶ / πετσί, δέρμα. Καὶ  «σκυτὶς» τὸ μικρὸ κόμματι δέρματος. Τὸ ἐργαστήριο τοῦ σκυτέως / σκυτοτόμου  / σκυτορράφου (σανδαλορράφου, ὑποδήματα / ποδηματᾶ / ὑποδηματορράφου)  [4] ἐλέγετο σκυτεῖον / σκυτοτόμιον. Ὁ σκυτοδέψης / σκυτοδεψος[5] ἐργαζόταν  τὰ δέρματα, τὰ μαλάκωνε (σκυτοδεψέω-ῶ) στὸ σκυτοδεψεῖον. Μετὰ τὰ σκύτη  παρελαμβάνε ὁ σκυτοτόμος καὶ τὰ σκυτοτομοῦσε (σκυτοτομέω-ῶ). Ἡ σκυτοτομία ἦταν τὸ ἐργόχειρο τοῦ σκυτοτόμου, τὸ κόψιμο τοῦ δέρματος, τὸ χώρισμα  ὑποδημάτων, σανδαλίων. «Σκυτεύω» σημαίνει μετέρχομαι τὴν τέχνη τοῦ σκυτέως, ράβω σανδάλια, ὑποδήματα, ἢ ἄλλα σκύτινα μέλη. Σκύτινο (δερμάτινο)  εἶναι ὁ,τιδήποτε κατασκευασμένο ἐκ σκύτους[6]. Ὅ,τι δὲν ἦταν σκύτινο, ἀλλὰ
εἶχε ὄψη σκύτους, ἐλέγετο σκυτῶδες[7]. Ὁ σκυτεὺς / σκύτωρ παραφράσθηκε στὰ  λατινικὰ σέ… sutor καὶ ἐξ αὐτοῦ, κάθε λάκτισμα/κλωτσιὰ μὲ ὑπόδημα, λέγεται  ἀκόμη… σούτ!

image

Ὁ πιὸ ἐπώνυμος ἀρχαῖος ὑποδηματοποιὸς ἦταν ὁ Μύννακος (τοῦ 4ου-3ου αἱ. π.Χ.).[8] Ἐνῶ ἄλλοι ἐπώνυμοι σκυτοτόμοι ἀναφέρονται ὁ Τυχίος, ἐκ τῆς Ὕλης  Βοιωτίας, μυθικὸς τεχνίτης, ἄριστος σκυτοτόμος καὶ κατασκευαστὴς τῆς ἀσπίδος
τοῦ Αἰαντος[9], ὁ πλούσιος Σιμῶν («ὁ μετονομασθεὶς ὑπὸ κενοδοξίας Σιμωνίδης»).
Πλὴν τοῦ ὑποδηματοποιοῦ, γιὰ τὴν κατασκευὴ ἑνὸς ἀρχαίου ὑποδήματος,συνεργαζόταν καὶ νευρορράφος (ὑποδηματορράφος, ὑποδηματᾶς > ποδηματᾶς),παλαιουργός, πισσυγός[10], κ.ἄ. ἐπαγγελματίες!
Τὰ ἀνδρικὰ μὲ τὰ γυναικεῖα ὑποδήματα ἦσαν σαφῶς ξεχωρισμένα. Τόσο  ποὺ ὁ Βάταλος, ἕνας κακοηθέστατος αὐλητής, μαλθακὸς καὶ θηλυδρίας, ποὺ ἦταν  ὁ πρῶτος ποὺ προσῆλθε στὸ θέατρο μὲ γυναικεῖα ὑποδήματα, καὶ ἐξεθήλυνε τὴν μουσική, ἔμεινε παροιμιώδης γιὰ τὴν ἀήθη συμπεριφορά του.[11]
Τὰ ὑποδήματα συντάσσονται καὶ μὲ τὸ ρῆμα «βάζω» καὶ μὲ τὸ ρῆμα «φορῶ».
Καὶ σήμερα λέμε «βάζω παπούτσια» καὶ «φορῶ παπούτσια». Γιατὶ ἄλλοτε ἦσαν  ἐμβάδες καὶ ἄλλοτε φορέματα. Λέμε καὶ
«δένω τὰ παπούτσιά μου», ὅταν ἔχουν  κορδόνια/λουριά/ταινίες. Ἡ γιαγιὰ ἔλεγε  «ποδήσου, παιδί μου», δηλ. βάλε παπού-
τσια.

image

Κάποτε ὁ περίφημος γλύπτης Ἀπελλῆς  (ἀπὸ τὴν Κῶ ἢ τὴν Ἔφεσο), εἶχε φτιάξει  ἕνα περίφημο ἄγαλμα καὶ τὸ εἶχε ἐκθέσει
στὴν ἀγορὰ τῶν Ἀθηνῶν, γιὰ νὰ τὸ  θαυμάσουν οἱ διαβάτες! Ὁ ἴδιος καθόταν  πίσω ἀπ’ αὐτὸ καὶ πασιχαρὴς ἄκουε τὰ
σχόλιά τους! Ὥσπου ἄκουσε κάποιον  νὰ κάνη κριτικὴ λέγοντας πὼς οἱ ἱμάντες  τῶν σανδαλίων του δὲν εἶναι σωστὰ δε-
μένοι! Ὁ Ἀπελλῆς φανερώθηκε τότε, παρατήρησε τὴν λεπτομέρεια, καὶ εἶδε ὅτι  ὄντως ὑπῆρχε λάθος. Ρώτησε τότε τὸν
παρατηρητὴ τὶ δουλειὰ κάνει κι ἐκεῖνος  τοῦ ἀπάντησε πὼς ἦταν σανδαλοποιός,καὶ πὼς ἐκ τούτου τὸ πρῶτο πρᾶγμα ποὺ
προσέχει εἶναι τὰ σανδάλια! Ὁ Ἀπελλῆς  τὸν εὐχαρίστησε, ἀπέσυρε τὸ ἄγαλμα  καὶ τὸ ἐπιδιόρθωσε. Καὶ διορθωμένο τὸ
ξαναέστησε στὴν Ἀγορά. Ξαναεμφανίσθηκε ὁ παπουτσῆς καὶ ἐξέφρασε κι ἄλλη  ἄποψη: «Ἡ ἔκφραση τοῦ προσώπου δὲν
εἶναι ἡ πρέπουσα»! Τότε ἐμφανίσθηκε ὁ  Ἀπελλῆς καὶ τοῦ εἶπε: «Σανδαλοποιέ, μέχρις ἐμβαδῶν!»… φράσις ποὺ ἔμεινε παροιμιώδης, νὰ λέγεται κατὰ οἱουδήποτε κάνει τὸν παντογνώστη, ἐνῶ οἱ γνώσεις του δὲν τὸ ἐπιτρέπουν. Πέρασε μάλιστα τόσο πολὺ στὸν ἑλληνικὸ λαό, ποὺ ἐξακολουθεῖ νὰ λέγεται ἀκόμη καὶ σὲ ἀπόδοση στὴν δημοτική: «Παπούτσι, ὄχι πιὸ  πάνω ἀπ’ τὸ κορδόνι!»…

(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)

Τοῦ Γιώργου Λεκάκη

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
[1] Ὁμόρριζες καὶ οἱ λέξεις δειλός, δημιουργός, δῆμος, διδάσκω, δοιῶ, ἔνδεια, ἐπιτήδειος, κ.λπ.
[2] Στὰ ρωμαϊκὰ χρόνια ἐλέγοντο φεμινάλια καὶ φασκία (fasciae pedales) > φασκιές.
[3] Ἡ ἱστορία τῆς οἰκογενείας Κόγια στὸ ὑπόδημα ξεκινᾶ ἀπὸ τὸ 1910. Ἀπὸ τὰ λίγα ἐναπομείναντα ἀκόμη αὐθεντικὰ
παραδοσιακὰ ἐργαστήρια ὑποδημάτων στὴν Ἑλλάδα (Καρδίτσα).
[4] νῦν παπουτζὴς / παπουτσῆς, τζαγγάριος / τζαγκάριος / τσαγκάριος / τσαγκάρης, τσαρουχᾶς / τσαρούχας > τουρκ. σα-
ράτζης / σαρατζῆς.
[5] τουρκ. ταμπάκης, ταμβάκης.
[6] σκυτίνη = δερμάτινο ζωνάρι, ἀλλὰ καὶ ὁ δερμάτινος φαλλὸς τῶν κωμικῶν ὑποκριτῶν.
[7] βλ. σχ. Ἀθήν., Ἀριστ., Ξενοφ., Ὀμ., Πλάτ.
[8] βλ. σχ. Ἀθήν.
[9] βλ. σχ. Ὅμ.
[10] σκυτεὺς ποὺ χρησιμοποιεῖ πίσσα στὸ ἐργαστήριό του, τὸ πισσύγιον

[11] Λουκ. π. τ. ἀπ. 23.

PAGAN  www.lekakis.com

About sooteris kyritsis

Job title: (f)PHELLOW OF SOPHIA Profession: RESEARCHER Company: ANTHROOPISMOS Favorite quote: "ITS TIME FOR KOSMOPOLITANS(=HELLINES) TO FLY IN SPACE." Interested in: Activity Partners, Friends Fashion: Classic Humor: Friendly Places lived: EN THE HIGHLANDS OF KOSMOS THROUGH THE DARKNESS OF AMENTHE
This entry was posted in ARCHAEOLOGIE and tagged , , , , , . Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Please log in using one of these methods to post your comment:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s