Η ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ ΤΩΝ ΖΩΩΝ (IΙI)


(ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΑΠΟ  26/07/14)

image

Η ζωοαρχαιολογία μελετά τη σχέση του ανθρώπου με το περιβάλλον κατά το παρελθόν, βάσει των ζωικών καταλοίπων από αρχαιολογικές ανασκαφές. Κατ’ αυτήν την έννοια, πρόκειται για κλάδο εντελώς διακριτό από τη ζωολογία –η βιολογική επιστήμη, η οποία εξετάζει τα ζώα ως προς τη μορφή και την κατασκευή τους, τις φυσιολογικές τους λειτουργίες και τις σχέσεις τους με το περιβάλλον–, αλλά και την παλαιοντολογία, η οποία επικεντρώνεται στην εξέλιξη ζώων και ανθρώπου, χωρίς να ασχολείται με τις ενδεχόμενες σχέσεις ανάμεσά τους. Οπωσδήποτε, πάντως, και μολονότι τα πρωτογενή δεδομένα έρευνας ταυτίζονται, η ζωοαρχαιολογία κάνει χρήση περισσότερων μεθόδων από την παλαιοντολογία, όπως είναι π.χ. η συγκριτική ανατομία (μέθοδος δανεισμένη από τη ζωολογία), η οστεομετρία (βιομετρία), η ταφονομία (παλαιοντολογία) και η στρωματογραφία (γεωλογία).
Ο ίδιος ο όρος, ζωοαρχαιολογία ή αρχαιοζωολογία, ανάλογα με το ποια έμφαση προσδίδει κανείς στο περιεχόμενο11, διακρίνεται επιπλέον από τη παλαιοζωολογία12 ή την οστεοαρχαιολογία13 κατά το ότι ασχολείται με θέματα ευρέως φάσματος και πολύ διαφορετικά μεταξύ τους, όπως είναι η εξημέρωση και η εξάπλωση των ειδών, η ανθρώπινη διατροφή, η ιστορία της ιπποφαγίας ή της κυνοφαγίας, η δημιουργία νέων φυλών (ράτσες μέσω διασταύρωσης), τα έθιμα ταφής, οι επιδημιολογικές μελέτες λόγω  εξάπλωσης συγκεκριμένων ειδών, η συγκριτική χρήση ζώων και των προϊόντων τους σε αγροτικό και αστικό περιβάλλον, κοκ.
Σε γενικές γραμμές, οι άξονες της ζωοαρχαιολογικής έρευνας περιέχονται καθ’ ολοκληρίαν και συνοψίζονται στις ακόλουθες τέσσερις ενότητες:
– Αναγνώριση και περιγραφή των ζωικών ειδών με τα οποία σχετίζονταν ανθρώπινες ομάδες στο παρελθόν. Περιλαμβάνει είδη εξημερωμένα, άγρια ή ημιάγρια, είδη τοπικά ή εισηγμένα, είδη που χρησιμοποιούνται για τροφή και άλλα για άλλες χρήσεις.
– Αξιολόγηση της σχέσης ανάμεσα σε κοινωνίες ανθρώπων και ειδών ζώων, προκειμένου να κατανοήσουμε τους λόγους της παρουσίας των τελευταίων σε έναν αρχαιολογικό χώρο (εκμετάλλευση νεκρών ζώων, κυνήγι, αλιεία, κτηνοτροφία, συμβίωση, συνοικισμός/ομοσιτισμός, παρασιτισμός, κλπ.)14, αλλά και τη χρησιμότητά τους (διατροφή, πρώτες ύλες, ενέργεια, τελετουργία κλπ).
– Αναγνώριση και τεκμηρίωση των βιολογικών ή/και οικολογικών συνεπειών της ανθρώπινης παρέμβασης πάνω στα ίδια τα ζώα (διάφορες ράτσες, μεταβολή περιβαλλοντικών συνθηκών κλπ).
– Συμβολή στη γνώση μας για συγκεκριμένες ανθρώπινες ομάδες, του περιβάλλοντός τους, της κατοικίας τους, του τρόπου ζωής τους, των δημογραφικών τους παραμέτρων κλπ.

 image

 
Είναι προφανές ότι η αρχαιολογία των ζώων βρίσκεται σε ένα σταυροδρόμι όπου συναντώνται και συνυπάρχουν διάφορα γνωστικά πεδία (ζωολογία, παλαιοντολογία, συγκριτική ανατομία, εθνοζωολογία, οικολογία κλπ). Δεν τίθενται χρονικές ή γεωγραφικές προϋποθέσεις για την άσκησή της, καθ’ όσον ένας ζωοαρχαιολόγος μπορεί να επιλέξει να ερευνήσει θέματα τόσο διαφορετικά μεταξύ τους, όσο είναι, για παράδειγμα, η εξέλιξη των νεολιθικών προβάτων στην Εγγύς Ανατολή, η χρήση οστών ζώων (μαμούθ) για κατασκευή κατοικιών στη Σιβηρία, η κοιτίδα του αλόγου και η διαδρομή εξάπλωσής του, ή, ακόμα, το ψάρεμα της φώκιας από τους Εσκιμώους για τους χαυλιόδοντές τους και η μελέτη των ζωικών καταλοίπων στις ρωμαϊκές πόλεις της κεντρικής Ευρώπης. Εννοείται, βεβαίως, ότι υπάρχει κάποια εξειδίκευση, ως επί το πλείστον γεωγραφική ή και θεματική,ανάλογα με τις κατευθύνσεις των διαφόρων ερευνητικών κέντρων, αφού είναι πρακτικά αδύνατον κάποιος να ασχοληθεί με όλες τις όψεις του γνωστικού αυτού πεδίου.
Εν τούτοις, παρά το εύρος και τις δυνατότητες εφαρμογής της ζωοαρχαιολογίας, η σωστή εκτίμηση της πραγματικής συμβολής της προϋποθέτει σαφή ορισμό τού αντικειμενικού πεδίου εφαρμογής της, ώστε να υπάρξουν οι προϋποθέσεις διαλεκτικής σχέσης της με άλλες επιστήμες. Στο πρακτικό επίπεδο, οι συνθήκες συλλογής του υλικού επηρεάζουν ευθέως το αποτέλεσμα της έρευνας, και εδώ ακριβώς τοποθετείται και το πρώτο στάδιο συνεργασίας ήδη κατά την ανασκαφή. Προαπαιτούμενο για την καλή συνεργασία ζωοαρχαιολόγου και αρχαιολόγων άλλων ειδικεύσεων είναι η κοινή γλώσσα. Τα ερωτήματα πρέπει να προσαρμόζονται στη φύση του υλικού (π.χ. δεν μπορούμε να μαντέψουμε το χρώμα ή το μήκος αυτιών ενός σκύλου) και οι απαντήσεις να είναι κατανοητές (ένας απλός κατάλογος ειδών σπάνια αποτελεί επαρκή απάντηση). Οι κατάλογοι και τα οστεομετρικά δεδομένα έχουν τη σημασία τους, αλλά δεν ενδιαφέρουν παρά τους ειδικούς. Τα αποτελέσματα αφορούν περισσότερο τους αρχαιολόγους από τους ιστορικούς, αυτό όμως οφείλεται ως επί το πλείστον στον τρόπο παρουσίασής τους και στην, ακόμα και σήμερα, περιορισμένη προσβασιμότητά τους.

image

 

Ζωοαρχαιολογία  :επιστημολογικές επιστημολογικές επιστημολογικές  διακρίσεις

Η σχέση ανάμεσα στους ανθρώπους του παρελθόντος και του ζωικού βασιλείου άρχισε να ερευνάται επιστημονικά σχετικά πρόσφατα, όπως άλλωστε και η σχέση ανάμεσα στους ανθρώπους του παρελθόντος και τους προγόνους τους. Κατά τη διάρκεια της αρχαιότητας και μέχρι την Αναγέννηση (17ος–18ος αιώνας), το συναπάντημα με υπερμεγέθη οστά ζώων προ πολλού εξαφανισθέντων ήταν πολύ συχνό (Εικ. 3), τεκμηριώνεται δε από τα γραπτά αρχαίων ιστορικών και φιλοσόφων ή και από άλλες  πηγές λαϊκότερης προέλευσης (Mayor 2000: 104-56). Τα τεράστια αυτά οστά εθεωρούντο κάτι το αξιοπερίεργο, οι άνθρωποι τα φύλασσαν σπίτι τους ή σε ιερά (Εικ. 4), η δε προέλευσή τους παρέμενε ανεξήγητη και γι’ αυτό συχνά αναγνωρίζονται σε μύθους, σε διηγήσεις ή στη λαϊκή παράδοση, ως κύκλωπες, ήρωες, τέρατα, δράκοι, τρίτωνες.
Από την Αναγέννηση και μετά, οπότε επέρχεται απογαλακτισμός από την ισχύουσα εκκλησιαστική-θρησκευτική θεώρηση του κόσμου, εξελίσσονται ταχύτατα και οι φυσικές επιστήμες, που βασίζονται στην παρατήρηση, την επανάληψη, την κατανόηση αιτίας και αποτελέσματος. Οι φυσικοί φιλόσοφοι του 17ου αιώνα, με κύριο εκπρόσωπο τον Descartes (1596-1650), γίνονται οι επιστήμονες του 19ου αιώνα. Στις αρχές του 19ου αιώνα, ο Γάλλος Georges Cuvier (1769-1832) θεμελιώνει την παλαιοντολογία και θέτει τις ουσιώδεις αρχές της λειτουργικής ανατομίας, τη γνώση δηλαδή του νόμου των συσχετισμών (Cuvier 1812). Έχουν προηγηθεί πλήθος ανακαλύψεων, καθώς και η έννοια του βάθους του γεωλογικού χρόνου (τέλος του 18ου αιώνα). Τα υπόλοιπα επακολούθησαν αλυσιδωτά.
Οι απαρχές της σύγχρονης παλαιοντολογίας στη Μεσόγειο συνδέονται με την Ελλάδα και, μάλιστα, όπως γίνεται συχνά σε τέτοιες περιπτώσεις, μετά από ένα τυχαίο περιστατικό. Το 1837, επί Όθωνος, ένας υπασπιστής του φρουρώντας μία γέφυρα στο Πικέρμι ανακαλύπτει, κατά τα λεγόμενά του, ένα κρανίο αρχαίου Έλληνα καλυμμένο με διαμάντια. Το παίρνει μαζί του και το θάβει σε μέρος κοντά στο στρατόπεδο. Επιστρέφει στη Γερμανία, όπου καυχάται για το εύρημά του και προσπαθεί να το πουλήσει. Κατηγορείται για τυμβωρυχία, η γερμανική αστυνομία στέλνει τον έγκριτο ζωολόγο Andreas Wagner στην περιοχή, ο οποίος διαπιστώνει ότι τα «διαμάντια» δεν ήταν τίποτα άλλο από κρυστάλλους ασβεστίτου, αλλά το κρανίο ανήκε σε πίθηκο 13 εκατομμυρίων ετών! Μετά από αυτό οι κυνηγοί οστών έφθασαν στην Ελλάδα κατά ορδές.

Από το 1839 έως το 1924, δεκάδες χιλιάδων οστά αποσπάστηκαν από ξένους που κατέφθαναν στην Ελλάδα ειδικά γι’ αυτό, με τη συνδρομή ντόπιων για τους οποίους η συνδιαλλαγή απέβαινε ιδιαίτερα προσοδοφόρα. Μόνο 30.000 υπολογίζονται ότι προέρχονται από τη Σάμο, μία σημαντική πηγή παλαιοντολογικού υλικού από το Μειόκαινο-Πλειόκαινο-Πλειστόκαινο15. Σήμερα ανιχνεύονται σε πλείστα μουσεία και ιδιωτικές συλλογές ανά τον κόσμο. Τη δεκαετία του 1920 κάτι ανάλογο συνέβη και στην έρημο Gobi στην περιοχή της αρχαίας Σκυθίας, μία από τις πιο πλούσιες πηγές οστών δεινοσαύρων παγκοσμίως.
Παρ’ όλα αυτά, η παραδοχή ότι τέτοια οστά μπορούσαν να έχουν συνυπάρξει με το ανθρώπινο είδος, κάτι που σήμερα θεωρείται αυτονόητο, δεν ήταν ούτε άμεση, ούτε ομαλή, εμπεδώθηκε δε σταδιακά κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα. Στην αρχή, κοινή πεποίθηση ήταν ότι κανένας άνθρωπος δεν υπήρξε σύγχρονος με ζώα εξαφανισθέντα, όπως οι ελέφαντες ή οι ρινόκεροι. Αργότερα, η συνύπαρξη λίθινων εργαλείων, οστών ζώων και ανθρώπων σε σπηλιές ή υπαίθριες θέσεις, παρείχε τις απαραίτητες αποδείξεις για μια τέτοια συμβίωση. Η άρνηση, ωστόσο, της «επίσημης Επιστήμης» ήταν ακόμα ισχυρή και οδήγησε στην παραλλαγή ότι κάποιοι άνθρωποι υπήρξαν μεν σύγχρονοι με εξαφανισθέντα ζώα, αλλά δεν ήταν οι πρόγονοί μας. Μας χωρίζει από αυτούς μια τεράστια καταστροφή, για παράδειγμα, ο Κατακλυσμός. Με την ανασκαφή και επεξεργασία όλο και περισσότερων στοιχείων έγινε τελικά αποδεκτό ότι ο σύγχρονος άνθρωπος είναι ο άμεσος απόγονος του προϊστορικού ανθρώπου, που έζησε στην Τεταρτογενή περίοδο16, όπως και τα απολιθωμένα θηλαστικά.
Ήδη από το τέλος του 17ου αιώνα εμφανίζονται  στη Γαλλία, την Αγγλία και την Ιταλία άτλαντες συγκριτικής ανατομίας που επιτρέπουν την καλύτερη κατανόηση των σκελετικών διαφορών ανάμεσα σε διάφορα είδη. Το 1861 ο Ελβετός κτηνίατρος Ludwig Rütimeyer, με την ευκαιρία της εύρεσης οστών σε λιμναίους οικισμούς στο καντόνι της Ζυρίχης, θέτει τις βάσεις της ζωοαρχαιολογίας. Στο έργο του επιχειρεί να ταυτοποιήσει διάφορα οστά ως προς την ανατομική τους θέση, παραθέτει μετρικά δεδομένα και ασχολείται με την εξημερωμένη πανίδα και τη σχέση της με άγριες μορφές. Τέλος, μελετά την εξέλιξη της πανίδας διαχρονικά. Κατόπιν αυτού, η ενασχόληση με οστά ζώων και η αναγνώρισή τους αρχίζει να γίνεται πιο συστηματικά, εξελίσσοντας ταχέως τη γνώση για το ζωικό βασίλειο του παρελθόντος.
Αν και ζωοαρχαιολογικές αναλύσεις είναι γνωστές τουλάχιστον από τα τέλη του 19ου αιώνα στη Βόρειο Αμερική (Robison 1978) και πιθανόν τουλάχιστον 50 χρόνια νωρίτερα στην Ευρώπη (Morlot 1861), η αρχαιολογική τους σημασία θεωρείτο επί μακρόν δευτερεύουσα, ή, στην καλύτερη περίπτωση, αυστηρώς συμπληρωματική. Ο εναγκαλισμός της ζωοαρχαιολογίας με την αρχαιολογία ανάγεται μόλις στη δεκαετία του 1970 (Boessneck 1969), οπότε και εμφανίζεται ως γνωστικό αντικείμενο, εξελισσόμενο ταχύτατα σε διάφορες χώρες. Σήμερα, η ενσωμάτωση της ζωοαρχαιολογικής έρευνας στην αρχαιολογική είναι σχεδόν κανόνας, είτε γίνεται από ζωολόγο είτε από ειδικευμένο αρχαιολόγο, και αντανακλά την ολιστική αρχαιολογική προσέγγιση, με σκοπό την κατανόηση και την ερμηνεία της ανθρώπινης ιστορίας ως ενιαίο σύνολο. Ωστόσο, επειδή η ζωοαρχαιολογία δεν αναπτύσσεται ως αυτόνομη επιστήμη, αλλά σε σχέση με πολλά γνωστικά αντικείμενα, η πράξη της διαφοροποιείται, με αποτέλεσμα  να παρανοούνται συχνά οι πραγματικές δυνατότητες του πεδίου αυτού.
Τούτων δεδομένων, μπορεί κανείς να διακρίνει διάφορες σχολές ζωοαρχαιολογίας σήμερα. Κάποιες τονίζουν τη ζωολογική όψη του κλάδου, παραμερίζοντας κάπως την αρχαιολογική μαρτυρία, η οποία παρέχεται από τα ζωικά κατάλοιπα. Η τάση αυτή εκπροσωπείται κατ’ εξοχήν από τη σχολή του Μονάχου και ταυτίζεται κατ’ επέκταση με το γερμανικό μοντέλο. Το Μόναχο υπήρξε πολύ σημαντικό κέντρο κτηνιατρικής έρευνας, γνώρισε δε αξιοσημείωτη ανάπτυξη από το 1965, με τις πολυάριθμες εργασίες του J. Boessneck (1990) και των συνεργατών του.
Στο άλλο άκρο βρίσκεται η αμερικανική σχολή, η οποία ασχολείται με την υπαγωγή σε μοντέλα και τη μαθηματική διατύπωση των φαινομένων. Βρήκε πρόσφορο έδαφος στην πραγματιστική (actualistic) ζωοαρχαιολογία, απότοκο της ταφονομίας. Πρωτοπόροι αυτής της προσέγγισης είναι οι Behrensmeyer, Western & Dechant (1979), Binford (1981), Grayson (1984), Bonnichsen & Sorg (1989), Lyman (1994). Πολλοί από αυτούς τους μελετητές ασχολούνται με ζητήματα μεθοδολογίας και η πλειονότητα χρησιμοποιεί τον όρο ζωοαρχαιολογία όσον αφορά στη δουλειά τους.
Κατά την αγγλική σχολή, η μελέτη των ζωικών καταλοίπων συσχετίζεται και ενσωματώνεται στα πορίσματα άλλων κλάδων, όπως η ιζηματολογία και η παλυνολογία, τον ρόλο των οποίων θεωρεί πολύ σημαντικό. Σημειώνεται ότι στην Αγγλία θεμελιώθηκε η περιβαλλοντική αρχαιολογία, κυρίαρχη θεωρία κατά τη δεκαετία του ’70, και ότι στο Λονδίνο υπάρχει το Ινστιτούτο Περιβαλλοντικής Αρχαιολογίας εδώ και πολλές δεκαετίες. Σύγχρονες τάσεις προσπαθούν να γεφυρώσουν την παλαιοζωολογία και την ανθρωπολογία/αρχαιολογία, προτάσσοντας τη θέση του ζώου ως στοιχείου του αρχαιολογικού χώρου (Davis 1987).
Υπογραμμίζεται ότι οι ερευνητικές τάσεις  που αναπτύσσονται τόσο από την αμερικανική όσο και την αγγλική σχολή σκέψης συνιστούν μία ευρύτερη αγγλοσαξονική προσέγγιση, η οποία τις τελευταίες δεκαετίες έχει περισσότερες ομοιότητες από διαφορές και υπερισχύει όλων των άλλων. Στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα εμφορείται το πλαίσιο αυτό από τον ενισχυμένο ρόλο θεωριών και προσεγγίσεων, όπως η πολιτισμική οικολογία του Steward και η συζευκτική προσέγγιση του Taylor (βλ. συζήτηση για το β΄ μισό του αιώνα), αλλά και τα διάφορα μοντέλα που συνδέονται με αυτές.
Τέλος, η γαλλική σχολή ενώνει, κατά κάποιον τρόπο, εκείνους που υιοθετούν μια ισορροπημένη προσέγγιση, όσον αφορά στην ανθρώπινη πρόσληψη της φύσης και του περιβάλλοντος κόσμου κατά το παρελθόν. Η προσέγγιση αυτή τονίζει τις ιστορικές παρά λειτουργικές σχέσεις και εκφράζεται με τον όρο ανθρωποζωολογία. Κυριότερος εκπρόσωπος της τάσης αυτής είναι ο F. Poplin (1983, 1987).
Η άσκηση της ζωοαρχαιολογίας στην Ελλάδα συνδέθηκε, κατ’ αρχήν, με τις σχολές σκέψης που καλλιεργούνται στις χώρες προέλευσης των εκάστοτε επιστημόνων. Μολονότι αυτό δεν έχει πάψει να ισχύει, διακρίνεται σήμερα και μία τάση αυτονόμησης. Αποδίδω το γεγονός αυτό στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της αρχαιολογικής έρευνας στην Ελλάδα. Όταν τα πολυσχιδή ζωοαρχαιολογικά δεδομένα συνεξετάζονται με την αρχαιολογική τους συνάφεια, όπως για παράδειγμα την εικονογραφία, το πλαίσιο συνευρημάτων ή τις γραπτές πηγές, συμβάλλουν στην επικάλυψη των ορίων μεταξύ διαφορετικών οπτικών και μεθοδολογικών προσεγγίσεων. Παρ’ όλα αυτά, η σύσταση μιας αρχαιολογικής ομάδας θα πρέπει να συνυπολογίζει το υπόβαθρο και την προσέγγιση του υποψηφίου ζωοαρχαιολόγου, ώστε η συνεργασία να αποδώσει τα μέγιστα παρακάμπτοντας στοχαστικά χάσματα, όπως άλλωστε επιδιώκεται με κάθε υποψήφιο συνεργάτη κάθε επιμέρους ειδίκευσης.

 

(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)

ΕΥΤΥΧΙΑ ΓΙΑΝΝΟΥΛΗ

Διδάκτωρ Αρχαιολογίας – Ζωοαρχαιολόγος

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

11 Ο πρώτος χρησιμοποιείται ως επί το πλείστον στην Αμερική, αλλά και στην Ευρώπη, και αντανακλά την ανθρωπολογική διάσταση της έρευνας, προκρίνοντας την ολιστική προσέγγιση της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Ο δεύτερος χρησιμοποιείται πιο πολύ στην Ευρασία και την Αφρική και τονίζει τη βιολογική παράμετρο του υλικού. Σημαίνει κατά λέξη «αρχαία ζωολογία», πολλές φορές δε ταυτίζεται με τη μελέτη των ζωικών καταλοίπων από αρχαιολογικές θέσεις χωρίς καμμία αναγωγή στην ανθρώπινη συμπεριφορά (Hesse & Wapnish 1985: 3; Olsen & Olsen 1981).
12 Το ζωικό αντίστοιχο της παλαιοβοτανικής.
13 Όρος που περιλαμβάνει μόνο τα σπονδυλωτά (Olsen & Olsen 1981), γι’ αυτό και τείνει να μην χρησιμοποιείται ευρέως, αν και αναγνωρίζεται η συμβολή τους στη πολιτισμική και οικονομική ιστορία (Uerpmann 1973: 322).
14 Πρόκειται για τους τρεις τρόπους με τους οποίους τα ζώα σχετίζονται με τους ανθρώπους. Η συμβίωση (symbiosis) είναι σχέση αμφίδρομη και επ’ ωφελεία και των δύο. Ο συνοικισμός ή ομοσιτισμός (commensalism) περιγράφει τη σχέση εκείνη κατά την οποία μόνο το ένα μέρος ωφελείται, χωρίς όμως να βλάπτεται το άλλο. Ο παρασιτισμός (parasistism) ωφελεί πάλι το ένα μέρος, εις βάρος όμως του άλλου.

15 Μειόκαινο (23 έως 5 εκατομμύρια χρόνια), Πλειόκαινο (5 έως 1,7 εκατομμύρια χρόνια), Πλειστόκαινο (1,7 εκατομμύρια έως 10.000 χρόνια).
16 Γεωλογική περίοδος, η οποία περιλαμβάνει το Πλειστόκαινο (1,7 εκατομμύρια έως 10.000 χρόνια) και το Ολόκαινο (10.000 έως σήμερα).

About sooteris kyritsis

Job title: (f)PHELLOW OF SOPHIA Profession: RESEARCHER Company: ANTHROOPISMOS Favorite quote: "ITS TIME FOR KOSMOPOLITANS(=HELLINES) TO FLY IN SPACE." Interested in: Activity Partners, Friends Fashion: Classic Humor: Friendly Places lived: EN THE HIGHLANDS OF KOSMOS THROUGH THE DARKNESS OF AMENTHE
This entry was posted in ARCHAEOLOGIE and tagged , , . Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Please log in using one of these methods to post your comment:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s