ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΠΟΛΕΩΣ ΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ – ΡΩΜΑΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ (D)


(ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΑΠΟ  22/07/14)

Μετά την παράδοση της πόλης και την αποχώρηση του Χωνιάτη, η Αθήνα εγκαταλείπεται στην κυριαρχία των Λατίνων στερημένη από κάθε δυνατότητα πολιτικής ή εκκλησιαστικής προστασίας από ελληνικής πλευράς. Στη διάρκεια των δυόμισι αιώνων της λατινικής κυριαρχίας η Αθήνα παραμένει μια μικρή πόλη . Επιχρωματισμένη η περιοχή της πόλης μέσα στα όρια του υστερορωμαϊκού τείχους και του Ριζόκαστρου.] που περιορίζεται μέσα στο υστερορρωμαϊκό τείχος και το Ριζόκαστρο. Το εξωτερικό τείχος εγκαταλείπεται οριστικά και στην έκταση που περικλείει παραμένουν μόνο τα λαμπρά ερείπια των αρχαίων μνημείων συντροφιασμένα από τους κομψούς βυζαντινούς ναούς των προηγούμενων αιώνων ανάμεσα σε πλήθος από χαλάσματα κατοικιών, όπου λίγες δεκαετίες νωρίτερα υπήρχε η ζωντανή ανθρώπινη παρουσία και δραστηριότητα.

Τον 13ο αιώνα ελάχιστες επεμβάσεις γίνονται στον αθηναϊκό αστικό χώρο. Στην Ακρόπολη οι Βουργουνδοί κυρίαρχοι γύρω στα μέσα του αιώνα σφραγίζουν την κύρια πύλη – τη γνωστή ως πύλη Beulé – και χρησιμοποιούν τη δεύτερη μικρότερη πύλη που βρίσκεται κάτω από τον πύργο του ναού της Απτέρου Νίκης, απ’ όπου γινόταν η άνοδος στην Ακρόπολη από τα προϊστορικά χρόνια. Για την προστασία της πύλης αυτής χτίστηκε ένα προτείχισμα, που τμήμα του διατηρείται μέχρι σήμερα. Την ίδια περίπου εποχή κατασκευάστηκε το οχυρωματικό τείχος της πηγής της Κλεψύδρας, ανοίχτηκε δίοδος στον βόρειο αναλημματικό τοίχο των Προπυλαίων και κατασκευάστηκε η κλίμακα που εξασφάλιζε την επικοινωνία του χώρου των Προπυλαίων με την πηγή της Κλεψύδρας. Εξάλλου, για την ενίσχυση της οχύρωσης της Ακρόπολης, οικοδομήθηκε στη νότια πτέρυγα των Προπυλαίων ο Φραγκικός πύργος που κατεδαφίστηκε το 1875. Από τον πύργο αυτό ήταν δυνατή η κατόπτευση όλου του αθηναϊκού λεκανοπεδίου και η επιτήρηση των τειχών της Ακρόπολης σε συνδυασμό με τον άλλο πύργο που κατασκευάστηκε επίσης τότε στην ανατολική πλευρά, τον γνωστό ως Belvedere. Κατά την οικοδόμηση του Φραγκικού πύργου καταστράφηκε ο παλαιοχριστιανικός ναός που υπήρχε στη νότια πτέρυγα τωνΠροπυλαίων , αλλά δημιουργήθηκε άλλος στον άξονα του συγκροτήματος.

Οι Καταλανοί, που έγιναν κύριοι της Αθήνας μετά τη μάχη του βοιωτικού Κηφισού το 1311, μετέτρεψαν τα Προπύλαια σε Διοικητήριο (Palau del Castell de Cetines) και προσοικοδόμησαν το παρεκκλήσι του Αγίου Βαρθολομαίου (La Capella de Sant Berthomeu). Στην Ακρόπολη είχε εγκατασταθεί η διοίκηση και η φρουρά αλλά και ορισμένες εξέχουσες προσωπικότητες, ενώ σε κτήριο που είχε ανεγερθεί ανάμεσα στον Παρθενώνα και το Ερεχθείο διέμενε ο Λατίνος επίσκοπος της Αθήνας με το σώμα των δώδεκα εφημερίων του καθεδρικού ναού.

Περισσότερη οικοδομική δραστηριότητα επέδειξαν οι Φλωρεντινοί δούκες της Αθήνας. Στον Νέριο τον Α’ τον Acciaiuoli (1387-1395) αποδίδεται η επισκευή των τειχών, η κατασκευή δρόμων και η μετασκευή των Προπυλαίων σε δουκικό μέγαρο.

Τα Προπύλαια της Ακρόπολης διασκευασμένα σε ανάκτορο των Ατσαγιουόλι, των Φλωρεντινών δουκών της Αθήνας (σχέδιο Τ. Τανούλα).Αθήναι. Από την κλασική εποχή έως σήμερα, σελ. 217

Οι εργασίες που συντελέστηκαν τότε στα Προπύλαια ανέδειξαν το κτηριακό αυτό συγκρότημα σε ισχυρότατο ανεξάρτητο οχυρό. Ο Νέριος ο Α’ ενδιαφέρθηκε επίσης για την ανακαίνιση του Παρθενώνα, τον ναό της Παναγίας της Αθηνιώτισσας, που μετά την κατάληψη της Αθήνας από τους Φράγκους είχε μετατραπεί σε ναό δυτικού δόγματος (Santa Maria di Setines). Τότε ενδέχεται να ανοικοδομήθηκε ο ναός του Αγίου Ιωάννη του Μαγκούτη, που επίσης διαμορφώθηκε ως ναός δυτικός.

Εξάλλου, η αποκατάσταση της ορθόδοξης Εκκλησίας και η ανασύσταση του μητροπολιτικού θρόνου από τον Νέριο τον Α’ είχε ως συνέπεια την ανάπτυξη της οικοδομικής δραστηριότητας σε ακόμη μεγαλύτερη κλίμακα. Οι περισσότεροι αθηναϊκοί ναοί επισκευάζονται αυτή την εποχή και παράλληλα ανεγείρονται νέοι. Τότε οικοδομήθηκε ο μικρός ναός της Μεταμόρφωσης στο βόρειο πρανές της Ακρόπολης, ο ναός τουΠροφήτη Ηλία στη Ρωμαϊκή Αγορά που δεν έχει διασωθεί και ο ναός του Αγίου Φράγκου στον Ιλισό, κοντά στο Στάδιο, γνωστός από κείμενα περιηγητών. Την ίδια εποχή φαίνεται ότι προστέθηκαν στους αθηναϊκούς ναούς και τα καμπαναριά. Μετά την πρόσκαιρη βενετική κατοχή (1395-1403) η οικοδομική δραστηριότητα συνεχίζεται στην Αθήνα την εποχή του Αντώνιου του Α’ του Acciaiuoli. Ωστόσο, παρά τη δραστηριότητα αυτή, σε όλη τη διάρκεια της λατινικής κυριαρχίας η Αθήνα δεν επεκτείνεται ουσιαστικά έξω από το υστερορρωμαϊκό τείχος και το Ριζόκαστρο, παραμένοντας μια μικρή πόλη με συνολική έκταση 400.000 τετραγωνικά μέτρα και περίμετρο τειχών μόλις 2.170 μέτρα.

Βέβαια, τη μικρή αυτή πόλη εξακολουθούσε να την περιβάλλει η αίγλη του ένδοξου παρελθόντος, που αδιάψευστοι μάρτυρες του ήταν τα επιβλητικά ερείπια των αρχαίων μνημείων, οι εγκατεσπαρμένοι μαρμάρινοι δόμοι, οι απειράριθμες επιγραφές και κοντά σε όλα αυτά τα σεμνά μνημεία των παλαιοχριστιανικών χρόνων και οι ναοί των προσφάτων βυζαντινών αιώνων, που επιβεβαίωναν την αδιάλειπτη πολιτισμική συνέχεια της Αθήνας.

Άποψη της πόλης της Αθήνας, χαλκογραφία από το έργο του Vincenzo Maria Coronelli, Memorie istoriografiche de’ regni della Morea, Negreponte e littoral fin’ a Salonichi… Βενετία 1686. Αποτελεί αναπαραγωγή του χαρακτικού του J. Spon με ζωγραφικότερη απόδοση, χωρίς τοπωνυμικό υλικό.
Στάικος – Βιγγοπούλου, Η Ανάδυση…, σελ. 5, αρ. 4

Δεν είναι, λοιπόν, παράδοξο το γεγονός ότι ο σπουδαίος Άραβας πολεμιστής, ιστοριογράφος και γεωγράφοςAbulfeda, στο πρώτο μισό του 14ου αιώνα αναφέρεται με θαυμασμό στην Αθήνα βεβαιώνοντας ότι υπήρξε η κοιτίδα της ελληνικής φιλοσοφίας και ο τόπος όπου διατηρούνται οι επιστήμες και οι φιλοσοφικές διδασκαλίες των Ελλήνων. Την ίδια περίπου εποχή, ο Γερμανός κληρικός Λουδόλφος από το Sudheim της Βεστφαλίας, προσκυνητής στους Άγιους Τόπους (1336-1341), πέρασε από την Πελοπόννησο και κατέγραψε τις πληροφορίες που πήρε για την Αθήνα , που ωστόσο δεν επισκέφτηκε. «Η πόλη αυτή», σημειώνει, «άλλοτε ήταν επιφανέστατη, αλλά τώρα είναι σχεδόν έρημη» (Haec civitas quondam fuit nobilissima, sed nunc est quasi deserta). Και εξηγεί ότι η ερήμωση της πόλης οφειλόταν στο γεγονός ότι οι αθηναϊκές αρχαιότητες είχαν μεταφερθεί ως δομικό υλικό στη Γένουα, όπου χρησιμοποιήθηκαν στην οικοδόμηση και στον καλλωπισμό της πόλης εκείνης, «όπου δεν υπάρχει μαρμάρινη κολώνα ή όμορφο λίθινο γλυπτό παρά μονάχα ότι έχει μεταφερθεί εκεί από την Αθήνα». Σύμφωνα με όσα υποστηρίζει, η Γένουα χτίστηκε ολοκληρωτικά από αθηναϊκό υλικό, όπως ακριβώς και η Βενετία είχε χτιστεί με τις πέτρες της Τροίας. Φυσικά, πρόκειται για υπερβολή που οφείλεται σε πλανημένα και αφελή ακούσματα, όπου παρ’ όλα αυτά, διαφαίνονται δύο σημαντικά πραγματικά στοιχεία: η τάση των Δυτικών για απόσπαση από τον ελληνικό χώρο και νεοπλουτική ιδιοποίηση των έργων της αρχαιότητας – τάση που από τη ρωμαϊκή εποχή μέχρι τα νεότερα χρόνια είχε οδυνηρές επιπτώσεις για την Ελλάδα – και η μυθοπλασία ευγενούς πολιτισμικού παρελθόντος των νέων ισχυρών ιταλικών πολιτειών, της Γένουας και της Βενετίας, που επιδίωκαν να ανταγωνιστούν και να υπερκεράσουν σε αίγλη την κραταιά Ρώμη, ενώ παράλληλα διεκδικούσαν την υπεροχή και την ηγεμονία στον χώρο της Ελληνικής Ανατολής γι’ αυτό και προβάλλονταν ως διάδοχοι των ενδοξότερων πόλεων της αρχαιότητας.

Στα τέλη του 14ου αιώνα επισκέφτηκε την Αθήνα ο Ιταλός νοτάριος από την Κάπουα Niccolo da Martoni, που ταξίδευε επιστρέφοντας στην Ιταλία από ένα προσκύνημα στην Ανατολή. Έφτασε στην Αθήνα στις 24 Φεβρουαρίου 1395 και στις δύο ημέρες που έμεινε εδώ φρόντισε να γνωρίσει την πόλη και να ξεναγηθεί στα μνημεία της. Η καταγραφή της εμπειρίας του αποτελεί σημαντική μαρτυρία για την κατάσταση του αθηναϊκού χώρου εκείνη την εποχή. Η πόλη, όπως αναφέρει ο da Martoni, βρίσκεται ανάμεσα σε δύο βουνά και περιβάλλεται από μια όμορφη πεδιάδα, όπου υπάρχουν «πολλοί και ωραίοι ελαιώνες» (plura et pluchra oliveta). Ο da Martoni επισημαίνει το πλήθος των ερειπίων, τονίζει το μέγεθος και την έκταση που είχε άλλοτε η πόλη και υπογραμμίζει το γεγονός ότι μετά την τελευταία καταστροφή της είχε πλέον περιοριστεί σ’ ένα μικρό οικισμό κοντά στην Ακρόπολη.

Ο ναός των Ταξιαρχών της Αγοράς σε επιχρωματισμένη χαλκογραφία του William Cole (1833) για το Select views of the remains of ancient monuments in Greece, που εκδόθηκε στο Λονδίνο το 1835 (Μουσείο Μπενάκη).
Βυζαντινή Αθήνα, σελ. 113, εικ. 21

Σύμφωνα με τη μαρτυρία του ίδιου, η πόλη είχε τότε περίπου χίλια νοικοκυριά. Η Αθήνα δεν διέθετε πανδοχείο ή άλλο κατάλυμα για ξένους και ο da Martoni φιλοξενήθηκε στο σπίτι του βικάριου του Λατίνου αρχιεπισκόπου. Ο Ιταλός επισκέπτης κατά τη σύντομη παραμονή του στην πόλη εκδήλωσε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τις αθηναϊκές αρχαιότητες. Με τη συνοδεία, λοιπόν, αθηναίων ξεναγών επισκέφτηκε τοαδριάνειο υδραγωγείο στους πρόποδες του Λυκαβηττού και την εκεί δήθεν Σχολή του Αριστοτέλη, από εκεί κατεβαίνει στις όχθες του Ιλισού, όπου επισκέπτεται το Ολυμπιείο που το θεωρεί ως ανάκτορο του Αδριανού, περιγράφει την κομψή Πύλη του Αδριανού, τα ερείπια του Σταδίου και την εκεί ρωμαϊκή γέφυρα του Ιλισού και τέλος καταλήγει στην Ακρόπολη. Εκεί θαυμάζει ο ξένος επισκέπτης το δουκικό ανάκτορο των Προπυλαίων, ενώ μένει έκθαμβος όταν επισκέπτεται τον Παρθενώνα, τη μεγάλη εκκλησία της Παναγίας, όπως χαρακτηριστικά σημειώνει, περιγράφει με λεπτομέρεια το μεγαλειώδες κτήριο και καταγράφει τιςπαραδόσεις που σχετίζονται με αυτό.

Στο δεύτερο τέταρτο του 15ου αιώνα επισκέφτηκε δύο φορές την Αθήνα, το 1436 και το 1444, ο Ιταλός αρχαιοδίφης Κυριακός de Pizzicoli από την Αγκώνα. Ο Κυριακός παρατηρεί με περισσότερη εμβρίθεια τον αθηναϊκό χώρο, περιγράφει τις αρχαιότητες, σχεδιάζει, αντιγράφει επιγραφές. Στο πρώτο ταξίδι του επισκέπτεται και αυτός το αδριάνειο υδραγωγείο και σημειώνει ότι οι Αθηναίοι το θεωρούσαν ως Σχολή του Αριστοτέλη (φαίνεται πως ακριβώς γι’ αυτό τον λόγο ήταν από τα περισσότερο αξιοθέατα μνημεία της τότε Αθήνας). Θεωρεί, ωστόσο, και αυτός το Ολυμπιείο ως ανάκτορο του Αδριανού, μνημονεύει τα χορηγικά μνημεία του Λυσικράτη και του Θρασύλλου και περιγράφει το μνημείο του Φιλοπάππου. Κάνει λόγο, επίσης, για τα «νέα τείχη» της Αθήνας (nova moenia) που, όπως αναφέρει, είχαν χτιστεί από τους Φλωρεντινούς ή τους Καταλανούς και όπου είχαν ενσωματωθεί πολλές αρχαίες επιγραφές. Είναι προφανές ότι ο Κυριακός αναφέρεται στο υστερορρωμαϊκό τείχος της Αθήνας που είχε επισκευαστεί στα χρόνια της ξένης κυριαρχίας. Έξω από αυτό το τείχος, ο Κυριακός επισκέφτηκε το «Θησείο», που το αναφέρει ως ναό του Άρη. Στο δεύτερο ταξίδι του στην Αθήνα, οκτώ χρόνια αργότερα, ο Κυριακός περιγράφει το Ωρολόγιο του Κυρρήστου «τον μαρμάρινο οκταγωνικό ναό του Αιόλου» και ανεβαίνει στην Ακρόπολη, όπου περιγράφει τα υπέροχαΠροπύλαια και θαυμάζει τον Παρθενώνα «εκείνο τον έξοχο και θαυμάσιο ναό» (eximium illud et mirable templum). Όπως έχει παρατηρηθεί, είναι αξιοσημείωτο, ότι ο Κυριακός είναι ο πρώτος που χρησιμοποιεί και πάλι στα νεότερα χρόνια τον όρο Acropolis αντί του συνηθισμένου από τη μεσαιωνική εποχή όρου «Κάστρο» (Castrum).

Ο πύργος των Ανέμων (Ωρολόγιο του Ανδρόνικου Κυρρήστου) στη Ρωμαϊκή Aγορά σε επιχρωματισμένη λιθογραφία του Theodore du Moncel από το Vues pittoresques des monuments d’Athènes, Παρίσι 1845 (Αθήνα, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο).
Βυζαντινή Αθήνα, σελ. 37, εικ. 6

Ένας άγνωστος Έλληνας συγγραφέας συνέταξε λίγο μετά τα μέσα του 15ου αιώνα σύντομο οδηγό στις αθηναϊκές αρχαιότητες με τίτλο Τα θέατρα και τα διδασκαλεία των Αθηνών. Στο κείμενο αυτό, γνωστό ως Ανώνυμος της Βιέννης, συνυπάρχουν πραγματικά στοιχεία του αθηναϊκού χώρου, παραδόσεις και μυθεύματα. Βέβαια, ο συγγραφέας δεν ενδιαφέρεται να περιγράψει τη σύγχρονή του Αθήνα, αλλά να ταυτίσει με συγκεκριμένες θέσεις και μνημεία τις υπαρκτές ή φανταστικές σχολές των μεγάλων φιλοσόφων και δραματουργών της αρχαιότητας, περιγράφοντας έμμεσα τον χώρο και μεταφέροντας αντιλήψεις της εποχής. Στα περίχωρα, λοιπόν, της τότε Αθήνας τοποθετεί ορισμένες από τις μεγάλεςσχολές : την Ακαδημία στην τοποθεσία Βασιλικά, στα νότια της πόλης, το διδασκαλείο του Πλάτωνος στο Παραδείσιον, που κατά μία άποψη ταυτίζεται με τα Πατήσια, την Ελαιατική σχολή στους Αμπελοκήπους, όπου υπήρχε ο αρχαίος δήμος Αλωπεκής, ονομασία που παρεφθαρμένη ανιχνεύεται στο νεότερο τοπωνύμιο και τέλος τις σχολές του Πολυζήλου και του Διόδωρου στον Υμηττό. Μέσα στην Αθήνα τοποθετεί τη σχολή του Σωκράτη στο Ωρολόγιο του Κυρρήστου και θεωρεί ότι δυτικά σε αυτό ίστανται τα παλάτια του Θεμιστοκλέους, προσδιορίζοντας με αυτό τον χαρακτηρισμό τα ερείπια της Ρωμαϊκής Αγοράς. Αναφέρεται, επίσης, στην περιοχή της αρχαίας Αγοράς και στην περιοχή που εκτείνεται στο νότιο πρανές της Ακρόπολης, όπου στα ερείπια του Ωδείου του Ηρώδη του Αττικού αναγνωρίζει το παλάτι του Μιλτιάδη, ενώ τη Στοά του Ευμενή τη θεωρεί ως διδασκαλείον λεγόμενον του Αριστοτέλους. Στην περιοχή που εκτείνεται ανατολικά της Ακρόπολης ανάμεσα σε άλλα αξιοθέατα ίσταται ο Λύχνος του Δημοσθένους, όπως λεγόταν τότε το χορηγικό μνημείο του Λυσικράτη, γνωστό στα νεότερα χρόνια ως «Φανάρι του Διογένη» .Μνημονεύει την Πύλη του Αδριανού , το Ολυμπιείο, που και αυτός θεωρεί ότι ήταν οίκος βασιλικός, την «Εννεάκρουνο» – όπως την ονομάζει – Καλλιρρόη πηγή, τον ναό της Δήμητρας και της Κόρης που τον θεωρεί ως ναό της Ήρας που «μετεποιήθη εις ναόν της υπεραγίας Θεοτόκου υπό των ευσεβών» (η γνωστή «Παναγία στην Πέτρα»). Περιγράφει ακόμη τοΣτάδιο , το υδραγωγείο του Αδριανού και τέλος αναφέρεται στην Ακρόπολη . Εκεί αντικρίζει τον ναό της Απτέρου Νίκης, που τον θεωρεί ως ένα μικρόν διδασκαλείον για μουσικούς όπερ Πυθαγόρας ο Σάμιος συνεστήσατο και περιγράφει το περικαλλές δουκικό ανάκτορο των Προπυλαίων (παλάτιον μέγιστον), όπου υπήρχε η Καγκελλαρία, στον χώρο της αρχαίας Πινακοθήκης, η στοά όπου δίδασκαν οι Στωικοί και απέναντι σε αυτή το διδασκαλείο των Επικούρειων. Τέλος, περιγράφεται ο Παρθενώνας , ο ναός της θεομήτορος ον ωκοδόμησαν Απολώς και Ευλόγιος επ’ όνόματι αγνώστω θεώ.

Αγορά της Αθήνας, με την Ακρόπολη στο βάθος και δύο μιναρέδες. Έγχρωμο χαρακτικό του Sasso, από τον τρίτο τόμο του βιβλίου Giulio Ferrario, Il costume antico e moderno, Φλωρεντία 1827.
Βενετία, Biblioteca Querini Stampalia, I. d. 2056 και Συλλογή οικογένειας Ν. Μοσχονά

Το 1456, τα στίφη του Οθωμανού διοικητή της Θεσσαλίας Ομάρ, που με εντολή του Μωάμεθ του Β’ του Πορθητή είχαν εκστρατεύσει κατά της Αθήνας, κυρίευσαν την πόλη και την Ακρόπολη, κατέλυσαν το δουκάτο της Αθήνας και επέβαλαν την οθωμανική κυριαρχία. Δύο χρόνια αργότερα, το φθινόπωρο του 1458, επισκέφτηκε την Αθήνα ο ίδιος ο Μωάμεθ. Περιηγήθηκε τα μνημεία της πόλης και επιθεώρησε τα λιμάνια της περιοχής. Ενθουσιασμένος από το θέαμα της Ακρόπολης και των άλλων μνημείων εκδήλωσε την ικανοποίησή του για την απόκτηση της Αθήνας και εξέφρασε την ευγνωμοσύνη του προς τον Ομάρ. Η οθωμανική κατάκτηση συντελέστηκε χωρίς να προξενηθούν καταστροφές στην πόλη. Ωστόσο, λίγα χρόνια αργότερα, το 1464, η Αθήνα δέχτηκε την επιδρομή των Βενετών που πολιόρκησαν χωρίς επιτυχία την Ακρόπολη και επιδόθηκαν στη λεηλασία και την καταστροφή της κάτω πόλης.

Έπειτα από λίγα χρόνια, γύρω στο 1470, επισκέφτηκε την Αθήνα ένας άγνωστος Βενετός που συνέταξε μια αξιοσημείωτη περιγραφή του αθηναϊκού χώρου. Αναφέρεται στη θέση της πόλης, περιγράφει το «Κάστρο» – την Ακρόπολη – που το χαρακτηρίζει «πολύ ωραίο», εντυπωσιάζεται από τον Παρθενώνα (τον θεωρεί βέβαια ως αρχαίο ρωμαϊκό ναό) και θαυμάζει τα ανάκτορα των Προπυλαίων. Η τειχισμένη πόλη απλώνεται βόρεια του Κάστρου. Πολυάριθμα λείψανα αρχαίων κτηρίων υπάρχουν μέσα στον περιτειχισμένο χώρο και έξω από αυτόν. Τα αρχαία τείχη είναι ερειπωμένα αλλά πολύ εντυπωσιακά. Ο Βενετός επισκέπτης περιγράφει τοΟλυμπιείο, χαρακτηρίζει την Πύλη του Αδριανού ως «ωραία θριαμβική αψίδα» (un bel arco triuphale) και αντιγράφει τις δύο επιγραφές της. Επισκέπτεται το αδριάνειο υδραγωγείο στους πρόποδες του Λυκαβηττού, που οι Αθηναίοι το θεωρούσαν, όπως λέει, ως Σχολή του Αριστοτέλη, αναφέρει περιγραφικά το μνημείο του Λυσικράτη ως ένα ωραιότατο μαρμάρινο κτίσμα που μοιάζει με φανάρι, και βρίσκεται όχι μακριά από τα τείχη της κατοικημένης περιοχής, αναφέρει τα χορηγικά μνημεία του Θρασύλλου και του Θρασικλή, περιγράφει με κάθε δυνατή λεπτομέρεια το μνημείο του Φιλοπάππου, που το θεωρεί ως μνημείο του Αδριανού, όπως συνέβαινε ως τον 17ο αιώνα. Στη συνέχεια περιγράφει τοΘησείο, την είσοδο της Βιβλιοθήκης του Αδριανού που χρησίμευε ως πύλη της Αθήνας από τον βορρά, το Ωρολόγιο του Κυρρήστου που είχε μετασκευαστεί σε χριστιανικό ναό – «πολύ αξιόλογο έργο», όπως επιλέγει – σημειώνει μαζί με άλλα ερείπια το (δυτικό) πρόπυλο της Ρωμαϊκής Αγοράςκαι, τέλος, επισκέπτεται το λιμάνι του Πειραιά, όπου είδε το μαρμάρινο, επώνυμο του τόπου λιοντάρι.

Είναι φανερό ότι, παρά τις επιμέρους διαφορές που οφείλονται στη νοοτροπία, την παιδεία, τα ενδιαφέροντα και την πληροφόρηση κάθε συγγραφέα, όλα τα κείμενα παρουσιάζουν ορισμένα κοινά στοιχεία που επιτρέπουν τη συναγωγή συγκεκριμένων συμπερασμάτων. Τα σημαντικότερα είναι ο περιορισμός της Αθήνας μέσα στα όρια του υστερορρωμαϊκού τείχους και του Ριζόκαστρου, η καταστροφή του αρχαίου τείχους, η διάσωση ορισμένων αρχαίων οικοδομημάτων και μνημείων της Ακρόπολης και ορισμένων από τα μνημεία της κάτω πόλης για νέες χρήσεις, η διατήρηση στη μνήμη των συγχρόνων του πραγματικού προορισμού του μνημείου ή αντίθετα η αλλοίωση της ιστορίας του από την προφορική παράδοση, η επικέντρωση του ενδιαφέροντος στην αρχαιότητα και η παντελής έλλειψη ειδήσεων για τη μορφολογία και την ποιότητα του σύγχρονου αστικού περιβάλλοντος και των σημαντικών μεσαιωνικών μνημείων της πόλης ή, στην καλύτερη περίπτωση, κάποια πενιχρή πληροφορία ή έμμεση αναφορά.

Στα περίχωρα της πόλης υπήρχαν επίσης θαυμάσια μεσαιωνικά μνημεία, όπως οι μονές της Καισαριανής, του Αστεριού και του Αγίου Ιωάννη του Κυνηγού στον Υμηττό, η Όμορφη Εκκλησιά στις υπώρειες του Αγχεσμού (στο σημερινό Γαλάτσι), η εξαίσια μονή του Δαφνίου, όπου είχαν εγκατασταθεί Δυτικοί μοναχοί του τάγματος των Κιστερκιανών και χρησίμευσε ως μαυσωλείο των Φράγκων δουκών της Αθήνας και τέλος η Μονή των Κλειστών στις υπώρειες της Πάρνηθας. Όλα αυτά τα μοναστήρια και οι αντίστοιχοι ναοί χτίστηκαν κατά την περίοδο από τα μέσα του 10ου μέχρι τις αρχές του 13ου αιώνα και αποτελούν θαυμαστά μνημεία της βυζαντινής αρχιτεκτονικής.

Τοπογραφικό της Ακρόπολης και σχηματική απεικόνιση της Αθήνας και του Πειραιά. Σημειώνονται οι δρόμοι που οδηγούν στην εξοχή, το Στάδιο με τη γέφυρα του Ιλισσού, το Ολυμπιείο (ως «Στύλοι του Αδριανού»), οι εκκλησίες των Αγίων Θεοδώρων, της Αγίας Σκέπης, της Παναγίας του Λυκοδήμου, αλλά και του Αγ. Κοσμά (όπου η σημερινή ομώνυμη περιοχή), του Αγ. Νικολάου κοντά στον όρμο του Φαλήρου και το λιμάνι του Πειραιά (Porto Leone). Την πόλη περιβάλλουν οι ποταμοί Ιλισός και Κηφισός.
Οξυγραφία από το έργο του George Wheler Voyage de Dalmatie, de Grece, et du Levant, 2vol., Amsterdam 1689, άγγλου που περιηγήθηκε μαζί με τον J. Spon την Ελλάδα.
Στάικος – Βιγγοπούλου, Η Ανάδυση…, σελ. 7, αρ. 6

Στη διάρκεια των μεσαιωνικών χρόνων, η φυσιογνωμία του τοπίου στα περίχωρα της Αθήνας δέχτηκε ορισμένες μεταβολές που οφείλονται στον ανθρώπινο παράγοντα. Οι αθηναϊκοί ελαιώνες, οι αμπελώνες, οι κήποι, τα άλση και οι πευκώνες συχνά καταστρέφονται κατά τις επιδρομές των ποικιλώνυμων εισβολέων που άφηναν μετά την αποχώρηση τους καμένη γη και ερείπια. Η ανασυγκρότηση του χώρου μετά την καταστροφή ακολουθούσε άλλους ρυθμούς που επέβαλλαν οι νέες συνθήκες και οι ανάγκες του πληθυσμού. Εξάλλου, η δημογραφική κάμψη, αναπόφευκτη συνέπεια των επιδρομών, αποτελούσε αρνητικό παράγοντα στην προσπάθεια της ανασυγκρότησης. Από τα ρημαγμένα εργατών παλιότερων εποχών ελάχιστα αναβίωναν. Τα περισσότερα, ιδιαίτερα όσα δεν ανταποκρίνονταν στις απαιτήσεις των καιρών, έμεναν οριστικά ως ερείπια, σιωπηλοί μάρτυρες της ιστορίας του τόπου και της ανθρώπινης συμπεριφοράς.

Ωστόσο, σε μερικές περιπτώσεις, στη θέση των παλιών ή σε άλλες θέσεις κατασκευάστηκαν νέα έργα που έδωσαν καινούριο μορφολογικό στίγμα στην περιοχή.

Οι ανάγκες της επικοινωνίας των Αθηναίων με τα περίχωρα της Αθήνας και με την υπόλοιπη χώρα δεν παρουσιάζουν ουσιαστική διαφοροποίηση κατά τη μεσαιωνική περίοδο και εξακολουθούν να εξυπηρετούνται με το αρχαίο οδικό δίκτυο Σούνιο , Χαλκίδα, Θήβα κ.α. Στο κάτω μέρος διέρχεται ο ποταμός Ιλισός.
Χαλκογραφία από το έργο του «επιστημονικού» περιηγητή Jacob Spon, Voyage d’ Italie, de Dalmatie, de Grece, et du Levant, fait aux annees 1675 et 1676, 2 τόμοι, Λυών 1678.
K. Σπ. Στάικος – Ιόλη Βιγγοπούλου, Η Ανάδυση και η Ανάδειξη Κέντρων του Ελληνισμού στα Ταξίδια των Περιηγητών (15oς – 20ός αιώνας, σελ. 2, αρ. 3)]. Οι δρόμοι της μικρής μεσαιωνικής Αθήνας διέρχονταν από τις πύλες του υστερορρωμαϊκού τείχους, όπου συντάσσονταν με το οδικό δίκτυο του ερειπωμένου αστικού χώρου της αρχαίας Αθήνας, που κατέληγε στις πύλες του εξωτερικού αρχαίου τείχους. Από εκεί ξεκινούσαν ακτινωτά οι δρόμοι που οδηγούσαν έξω από την πόλη. Δυτικά, ο δρόμος που άλλοτε περνούσε από τις «Πειραϊκές Πύλες» του αρχαίου τείχους οδηγούσε στο επίνειο της Αθήνας, τον Πειραιά (το Πόρτο Λεόνε, όπως λεγόταν τότε από τους ξένους για το μαρμάρινο λιοντάρι που υπήρχε εκεί) ακολουθώντας την κατεύθυνση της σημερινής Οδού Πειραιώς. Βορειότερα, από την «Ιερά Πύλη» διερχόταν η «Ιερά Οδός» που οδηγούσε στην Ελευσίνα και στην Πελοπόννησο έχοντας την ίδια κατεύθυνση με τον σημερινό ομώνυμο δρόμο. Από το Δίπυλον άλλος δρόμος οδηγούσε προς την Ακαδημία.
Στο βόρειο τμήμα του τείχους, κατά τη διασταύρωση των σημερινών οδών Αιόλου και Σοφοκλέους υπήρχαν οι «Αχαρνικές Πύλες», απ’ όπου περνούσε ο δρόμος που οδηγούσε στις Αχαρνές ακολουθώντας την κατεύθυνση των σημερινών οδών Αιόλου και Πατησίων. Το ανατολικό τμήμα της πόλης διέσχιζε δρόμος που είχε την κατεύθυνση της σημερινής οδού Απόλλωνος, περνούσε από τις «Διοχάρους Πύλες» του αρχαίου τείχους, ακολουθούσε το όριο του Εθνικού Κήπου και έχοντας την κατεύθυνση των οδών Μουρούζη και Βασιλίσσης Σοφίας οδηγούσε προς τα Μεσόγεια και την Κηφισιά. Ένας άλλος δρόμος ξεκινούσε από την ανατολική πύλη του υστερορρωμαϊκού τείχους και ακολουθώντας την κατεύθυνση των σημερινών οδών Φλέσσα, Νικόδημου και Σουρή, πίσω από τη Σωτήρα του Λυκοδήμου, περνούσε ανάμεσα από τον Εθνικό Κήπο και το Ζάππειο, διερχόταν από την εκεί πύλη του τείχους της «Αδριανού Πόλεως» και κατέληγε στη γέφυρα του Ιλισού στην είσοδο του Σταδίου.

Τοπογραφικός χάρτης της πόλης και της Ακρόπολης της Αθήνας, με σημειωμένα τα μνημεία, τον λόφο του Αγ. Γεωργίου (Λυκαβηττός) και τον ναό του Αγ. Διονυσίου του Αεροπαγίτη, τον Ιλισό και χαραγμένες οδούς προς άλλες πόλεις και τοποθεσίες (Χαλκίδα, Καβο-Κολώνα Σούνιο, Πειραιά κ.λπ.), τη Σχολή του Αριστοτέλη Υδραγωγείο Αδριανού κλπ. Χαρακτικό του Vincenzo Maria Coronelli, Βενετία 1688. Βενετία, Biblioteca del Civico Museo Correr M 4990

Τοπογραφικός χάρτης της πόλης και της Ακρόπολης της Αθήνας, με σημειωμένα τα μνημεία, τον λόφο του Αγ. Γεωργίου (Λυκαβηττός) και τον ναό του Αγ. Διονυσίου του Αεροπαγίτη, τον Ιλισό και χαραγμένες οδούς προς άλλες πόλεις και τοποθεσίες (Χαλκίδα, Καβο-Κολώνα Σούνιο, Πειραιά κ.λπ.), τη Σχολή του Αριστοτέλη Υδραγωγείο Αδριανού κλπ. σε πλαίσιο πλούσια διακοσμημένο. Χαρακτικό του Vincenzo Maria Coronelli, Βενετία 1688. Βενετία, Biblioteca del Civico Museo Correr M 4990

Εξάλλου, ένας εγκάρσιος δρόμος διέσχιζε τον χώρο της αρχαίας πόλης από βορρά προς νότο συνδέοντας τις «Αχαρνικές Πύλες» με τις «Διόμειες Πύλες» στην περιοχή του Ολυμπιείου, απ’ όπου οδηγούσε στο Κυνόσαργες. Η πορεία του δρόμου αυτού ανιχνεύεται σήμερα στη συνέχεια των οδών Αγίου Μάρκου, Ευαγγελιστρίας, Αγίας Φιλοθέης, Αδριανού, Φρυνίχου, Αθανασίου Διάκου και Αναπαύσεως. Νοτιότερα, από την «Πύλη του Ραγκαβά» του υστερορρωμαϊκού τείχους, υπήρχε ο δρόμος που, ακολουθώντας την κατεύθυνση των σημερινών οδών Τριπόδων, Σέλλεϋ, Βύρωνος και Μακρυγιάννη, διερχόταν από τις «Ιτωνίες Πύλες» του αρχαίου τείχους και ακολουθώντας την άλλοτε οδό Φαλήρου (την σημερινή λεωφόρο Συγγρού) έφθανε στο Φάληρο. Τη χάραξη αρχαίου δρόμου που προεκτεινόταν ως το Δίπυλον ακολουθούν οι σημερινές οδοί Χατζηχρήστου, Ροβέρτου Γκάλλι και Αποστόλου Παύλου. Επίσης, τη χάραξη αρχαίων δρόμων ακολουθούν οι σημερινές οδοί Αδριανού και Πανδρόσου, ενώ η οδός Αγίου Φιλίππου, τμήμα της οδού Καραϊσκάκη και η οδός Παλλάδος ακολουθούν τη χάραξη αρχαίου δρόμου που οδηγούσε από την Αγορά στις «Αχαρνικές Πύλες» και που αποτελούσε την κύρια αρτηρία τροφοδοσίας της αγοράς με τα αγροτικά προϊόντα.

Η Καπνικαρέα Λιθογραφία επιζωγραφισμένη του Théodore du Moncel, Vues pittoresques, 1843 (Μουσείο της Πόλεως των Αθηνών).
Βυζαντινή Αθήνα, σελ. 107, εικ. 15

Η σύγχρονη Αθήνα δεν διευκολύνει τον σημερινό της κάτοικο να προσεγγίσει τη δομή και τη μορφολογία που είχε η πόλη στη μεσαιωνική περίοδο. Ο σύγχρονος Αθηναίος, που κινείται μέσα σε μια ασθμαίνουσα ατμόσφαιρα, δύσκολα μπορεί να διανοηθεί ότι η άσφαλτος έχει καλύψει τα ίχνη αρχαίων βημάτων που, μολονότι λιγότερο βιαστικά, είχαν την ίδια κατεύθυνση με τα δικά του. Και είναι κρίμα που ο Δήμος της Αθήνας δεν έχει τοποθετήσει αναμνηστικές στήλες με επιγραφές, που να επισημαίνουν τους αρχαίους δρόμους και τις πύλες των τειχών της πόλης. Από τους 140 ναούς που έχουν καταγραφεί και που υπήρχαν στην Αθήνα στα μεσαιωνικά και στα μεταμεσαιωνικά χρόνια έχουν απομείνει ελάχιστοι σήμερα. Πολλοί κατεδαφίστηκαν τον 19ο αιώνα, κατά την εφαρμογή του νέου πολεοδομικού σχεδίου της πόλης (οι Βυζαντινοί είχαν την παραξενιά να χτίζουν τις εκκλησιές σε εκείνα τα σημεία απ’ όπου θα περνούσαν αργότερα οι δρόμοι της νεότερης Αθήνας!). Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η οδός Ερμού, όπου κατεδαφίστηκε η Παναγία η Ροδακιώτισσα, που υπήρχε στη διασταύρωση με την οδό Βουλής, ενώ η Καπνικαρέα διασώθηκε χάρη στην επέμβαση του ελληνολάτρη βασιλιά της Βαυαρίας Λουδοβίκου, πατέρα του Όθωνα.

Ωστόσο, τη μεγάλη καταστροφή την προκάλεσε ο κλασικισμός του 19ου και του 20ου αιώνα, που επέβαλε την κατεδάφιση ναών και άλλων κτισμάτων προκειμένου να πραγματοποιηθούν αρχαιολογικές ανασκαφές. Η χαριστική βολή δόθηκε στην εποχή μας. Μαζί με τη συνοικία του 19ου αιώνα που εκτεινόταν στον χώρο της αρχαίας Αγοράς κατεδαφίστηκαν αξιόλογοι ναοί, όπως η Υπαπαντή, ο Χριστός της οδού Μητρώου, η Παναγία η Βλασσαρού και άλλοι.

Η αρχαία Αγορά της Αθήνας συνεχίζει και στο τέλος του 19ου αι. την ίδια λειτουργία, όπως την είδε και την ζωγράφισε ο John Fulleylove. Στο έργο Greece painted by John Fulleylove… described by … J. A. McClymont (Λονδίνο 1924).
Στάικος – Βιγγοπούλου, Η Ανάδυση…, σελ. 28, αρ. 25

Το πρόβλημα παρουσιάζεται οξύτερο στις περιπτώσεις που ανασκαφείς ξένοι προς τις παραδόσεις και τα βιώματα του ελληνικού λαού αποφάσιζαν για την τύχη ελληνικών μνημείων. Χαρακτηριστική ήταν η περίπτωση της Υπαπαντής, που κατά τον βυζαντινολόγο Γεώργιο Σωτηρίου ήταν κτίσμα του 9ου αιώνα. Οι ανασκαφείς δεν δίστασαν να προβούν στην κατεδάφιση του ναού το 1938 θεωρώντας τον ως νεότερο κτίσμα. Από τη μελέτη της στρωματογραφίας συμπέραναν τότε ότι ο ναός δεν ήταν τόσο παλιός, αλλά είχε οικοδομηθεί τον 17ο αιώνα. Όμως, ακόμη και αν είναι σωστές οι εκτιμήσεις αυτές, ο ναός κατεδαφίστηκε παρόλο που υπήρχε διατυπωμένη άποψη για την παλαιότητά του. Από την άλλη μεριά δεν θα έπρεπε να αμφισβητείται το δικαίωμα καταστροφής ενός μνημείου έστω και του 17ου αιώνα; Αλλά και όταν δεν κατεδαφίζεται, αλλά απλώς αναστηλώνεται ένας βυζαντινός ναός, συχνά παρατηρείται αδιαφορία για την ουσία του κτηρίου, που είναι η χρήση του ως χώρου ζωντανής λατρείας και μετατρέπεται σε ένα άψυχο, νεκρό μνημείο. Τέτοια ήταν η τύχη του θαυμάσιου ναού των Αγίων Αποστόλων του Σολάκη στην περιοχή της αρχαίας Αγοράς. Κατά τη βυζαντινή και τη μεταβυζαντινή περίοδο, η Αθήνα είναι μια μικρή επαρχιακή πόλη που η ζωή της ακολουθεί τους ρυθμούς της εποχής. Ο αστικός ιστός της Αθήνας άλλοτε συμπτύσσεται και άλλοτε αναπτύσσεται ανάλογα με τις ιδιαίτερες συνθήκες που επικρατούν σε κάθε εποχή. Ωστόσο, εξακολουθεί να φέρει τη λαμπρή περιβολή της αρχαιότητας και να στέφεται με το έξοχο στέμμα της Ακρόπολης, «το πιο ακριβό στολίδι που υπάρχει στον κόσμο», όπως τη χαρακτήρισε ο ποιητής βασιλιάς της Αραγώνας και δούκας της Αθήνας Πέτρος ο Δ’ το 1380. Υπέροχα αρχαία κτήρια που σώζονται ακέραια, διασκευασμένα για νέες χρήσεις συντροφεύονται από κομψούς βυζαντινούς ναούς μέσα σε μια υποβλητική ατμόσφαιρα που δημιουργεί το πλήθος των ερειπωμένων αρχαίων μνημείων. Το μεγαλείο της Αθήνας προκαλούσε αστείρευτο θαυμασμό στους ξένους που την επισκέπτονταν, θαυμασμό και περηφάνια σε εκείνους που την κατέκτησαν. Το 1423, ο Niccolò Machiavelli, πρόγονος του μεγάλου Φλωρεντινού συνωνύμου του, έγραφε στον θείο του Nerio Acciaiuoli που βρισκόταν στην Λευκάδα: «Καλέ μου, δεν είδες ποτέ πιο όμορφο τόπο από τούτον ούτε και ωραιότερο Κάστρο»!

(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)

Νίκος Μοσχονάς

ΠΗΓΗ  http://www.eie.gr

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
BURNOUF, E., La ville et l’Acropole d’Athènes, Παρίσι 1877.
ΓΡΗΓΟΡΟΒΙΟΥ, Φ. – ΛΑΜΠΡΟΥ, ΣΠ.Π., Ιστορία της πόλεως των Αθηνών κατά τους μέσους αιώνας, τόμοι 2, Αθήνα 1904.
CYRIACI ANCONITANI, Inscriptiones seu epigrammata graeca et latino reperta per Illyricum, Ρώμη 1747.
DE LABORDE, L. Athènes aux XVe, XVIe et XVIIe siècles, Παρίσι 1854.
FRANTZ, ALISON, The Athenian Agora XXIV. Late Antiquity: A.D. 267-700, Princeton, N.J. 1988.
FRANTZ, ALISON, From Paganism to Christianity in the Temples of Athens “Dumbarton Oaks Papers” 19 (1965), σελ. 187-205.
GRAINDOR, P., Athènes sous Hadrien, Le Caire 1934.
JAUBERT, A., Géographie d’ Edrisi, Παρίσι 1846.
JUDEICH, W., Topographie von Athen, Μόναχο 1931.
ΚΑΜΠΟΥΡΟΓΛΟΥ, Δ., Ιστορία των Αθηναίων, τόμοι 3, Αθήνα 1890-1896.
ΚΑΜΠΟΥΡΟΓΛΟΥ, Δ., Το Ριζόκαστρο, Αθήνα 1920.
ΚΑΜΠΟΥΡΟΓΛΟΥ, Δ., Αι παλαιαί Αθήναι, Αθήνα 1922.
ΚΑΜΠΟΥΡΟΓΛΟΥ, Δ., Η άλωσις των Αθηνών υπό των Σαρακηνών, Αθήνα 1935.
ΚΟΥΤΕΛΑΚΗ, ΧΜ., Ανασκευή στα τοπωνυμικά παράδοξα Αττικής, Αθήνα 1994.
ΛΑΜΠΡΟΥ, ΣΠ. Π., Περί Δεξίππου και της υπό των Ερούλων αλώσεως των Αθηνών, Αθήνα 1884.
ΛΑΜΠΡΟΥ, ΣΠ. Π., Αι Αθήναι περί τα τέλη του δωδεκάτου αιώνος, Αθήνα 1878.
LEGRAND, L., Relation du pèlerinage à Jérusalem de Nicolas de Martoni, notaire italien, “Revue de l’Orient Latin” 3 (1895), σελ. 647-653.
LUDOLPHUS DE SUDHEIM, De itinere Terræ Sanctæ, έκδ. G.A. Neumann, “Archives de l’Orient Latin” 2 (1884), σελ. 305-377.
ΜΙΛΛΕΡ, ΟΥ., Ιστορία της Φραγκοκρατίας εν Ελλάδι, μετάφρασις Σπυρ. Π. Λάμπρου μετά προσθηκών και βελτιώσεων, τόμοι 2, Αθήνα 1909-1910.
ΜΙΧΑΗΛ ΑΚΟΜΙΝΑΤΟΥ ΤΟΥ ΧΩΝΙΑΤΟΥ, Τα σωζόμενα, έκδ. Σπ. Π. Λάμπρου, τόμ. Α’. Αθήνα 1879.
ΜΠΙΡΗ, Κ., Αι εκκλησίαι των παλαιών Αθηνών, Αθήνα 1940.
ΜΠΙΡΗ, Κ., Αι τοπωνυμίαι της πόλεως και των περιχώρων των Αθηνών, Αθήνα 1971.
ΠΑΠΑΧΑΤΖΗ, Ν. Δ., Παυσανίου Ελλάδος Περιήγησις, Αττικά, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1992.
PATON, J., Mediaeval and Renaissance Visitors to Greek Lands, Princeton, N. J., 1951.
REINAUD, J. T., Géographie d’Aboulféda, τόμ. II, μέρος 1, Παρίσι 1848.
ΣΥΝΕΣΙΟΥ ΤΟΥ ΚΥΡΗΝΑΙΟΥ, Επιστολαί, έκδ. A Garzya, Synesii Cyrenensis Epistolæ, Ρώμη 1979.
SETTON, K. N., Catalan Domination of Athens, 1311-1388, αναθεωρημένη έκδοση, Λονδίνο, Variorum, 1975.
SETTON, K. N., Athens in the Later Twelfth Century, “Speculum” 19 (1944), σελ. 179-209.
ΤΡΑΥΛΟΥ, Ι. Πολεοδομική εξέλιξις των Αθηνών, Αθήνα 1960.
ΧΑΤΖΗΔΑΚΗ, Μ., Βυζαντινή Αθήνα, Αθήνα (1958).
UDINA I MARTORELL, F., Elogio de la Acropolis de Atenas / Έπαινος της Ακροπόλεως των Αθηνών, Βαρκελώνη 1980.

About sooteris kyritsis

Job title: (f)PHELLOW OF SOPHIA Profession: RESEARCHER Company: ANTHROOPISMOS Favorite quote: "ITS TIME FOR KOSMOPOLITANS(=HELLINES) TO FLY IN SPACE." Interested in: Activity Partners, Friends Fashion: Classic Humor: Friendly Places lived: EN THE HIGHLANDS OF KOSMOS THROUGH THE DARKNESS OF AMENTHE
This entry was posted in ARCHAEOLOGIE and tagged , , , , . Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Please log in using one of these methods to post your comment:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s