ΘΕΑΤΡΟ ΚΑΙ ΔΗΜΟΙ


Το Θέατρο στο Βυζάντιο

Το Θέατρο στο Βυζάντιο
             Από τα πιο ενδιαφέροντα θέματα για την κατανόηση και μελέτη του Βυζαντινού ανθρώπου και της κοινωνίας είναι το θέατρο και γενικότερα η διασκέδαση και η ψυχαγωγία στο Βυζάντιο.
             Συχνά έχουμε την λανθασμένη εντύπωση πως οι Βυζαντινοί ήταν λαός ασκητών, που μόνη τους ενασχόληση είχαν την προσευχή, τη νηστεία και την εκπλήρωση των θρησκευτικών τους καθηκόντων. Οπωσδήποτε οι Βυζαντινοί ήταν βαθιά θρησκευόμενοι ή και θρησκόληπτοι ακόμα, και πολλές φορές έφταναν στα όρια του θρησκευτικού φανατισμού.  Αυτό δε σημαίνει όμως ότι δεν αγαπούσαν τη διασκέδαση και την ψυχαγωγία, ήταν ιδιαίτερα φιλοθεάμονες, κληρονόμοι του ρωμαϊκού “δήμου” αλλά και των ελληνικών εθίμων.

             Η αρχαία Ελληνική σκηνή επί Βυζαντινής εποχής φαίνεται πως είχε εκλείψει. Αυτό συμβαίνει, γιατί είχε επέλθει η παρακμή της τραγικής τέχνης και ακόμα περισσότερο της κωμωδίας, ήδη από τα ρωμαϊκά χρόνια, αλλά και γιατί ιδιαίτερα στη πρωτοβυζαντινή εποχή, όπως προσδιορίζεται από το χριστιανισμό, ό,τι θύμιζε τον παλιό κόσμο και τον παγανισμό θα έπρεπε να εξοβελιστεί. Οι παραστάσεις με τον καιρό αραίωσαν και τελικά σταμάτησαν, γιατί η Εκκλησία είχε σοβαρούς λόγους να αντιδρά στην παράσταση αρχαίων δραμάτων, τα οποία εξυμνούσαν τους θεούς των εθνικών και τις καταπολεμούσε. Έτσι την θέση τους πήραν τα λαϊκά θεάματα, τα μιμοδράματα.
            Τα μόνα σκηνικά είδη που επιζούσαν ήταν ο παμπάλαιος Μίμος και το πολύ νεώτερο παρακλάδι του, ο Παντόμιμος, όπως είχαν διαμορφωθεί στα ύστερα ρωμαϊκά χρόνια .Μάλιστα ο Παντόμιμος, ήταν ιδιαίτερα δημοφιλής στο λαϊκό κοινό  του Βυζαντίου. Οι θεατές αποστήθιζαν τα επικολυρικά άσματα που συνόδευαν την όρχηση και τα τραγουδούσαν στους δρόμους, στα σπίτια τους, στις διασκεδάσεις τους.
         Από το κλασσικό ελληνικό Δράμα δεν είχαν απομείνει παρά μερικές σποραδικές εκτελέσεις μονολόγων-μονωδιών απ’ τις αθηναϊκές τραγωδίες (παρακαταλογαί ), που τις ερμήνευαν οι λιγοστοί τραγωδοί-συνεχιστές της διονυσιακής παράδοσης, φορώντας τα προσωπεία και τους κοθόρνους, με συνοδεία αυλού και μικρής χορωδίας. Πολλές παραστάσεις σε ανάγλυφα, του 5ου και 6ου αιώνα, μας μαρτυρούν την επιβίωση των θεατρικών αυτών σπαραγμάτων, που παρουσιάζονταν ακόμα και στον Ιππόδρομο της Κωνσταντινούπολης, μαζί με τις ιπποδρομίες, τα “κυνηγέσια”, τις θηριομαχίες, όπως απεικονίζει και το δίπτυχο του Αναστασίου (517 μ.Χ.).
          Η πορεία του  θεάτρου, καθορίστηκε μέσα από τη σύγκρουση αυτών των δυο αντίθετων τάσεων. Από τη μία η αγάπη και η ανάγκη του κόσμου για θέαμα και από την άλλη η εχθρική στάση της εκκλησίας .Παρ όλα αυτά υπερίσχυε η ανάγκη του κόσμου για θέατρο και έτσι άρχισε σιγά σιγά να μπαίνει στη ζωή των Βυζαντινών σαν τρόπος διασκέδασης.
         Το είδος θεάτρου που  αγαπούσε πολύ ο κόσμος και διασκέδαζε με αυτό ήταν  το λαϊκό μιμοθέατρο. Μίμος αρχικά σήμαινε το θεατρικό κείμενο, ένα διάλογο από τη μυθολογία ή την καθημερινή ζωή. Αγαπημένο θέμα σάτιρας των μίμων στους πρωτοχριστιανικούς χρόνους ήταν τα μυστήρια της χριστιανικής θρησκείας. Το μιμοθέατρο αξιοποιούσε συγκεκριμένους τύπους (ο φαλακρός γέρος, ο θηλυπρεπής νέος, η φανταχτερή γυναίκα), δεν χρησιμοποιούσε μάσκες και συνδύαζε τον θεατρικό διάλογο με μουσική, χορό και τολμηρά τραγούδια .Ο παντομίμος ήταν ένα θεατρικό είδος όπου ο χειροσοφιστής, ένας χορευτής με μάσκα, χόρευε ένα μυθολογικό θέμα με συνοδεία μουσικής και χορωδίας.
          Σχετικά, ο Φαίδων Κουκούλες, στο κορυφαίο σύγγραμμα του «Βυζαντινών βίος και πολιτισμός», μας πληροφορεί: «Αρχαία δράματα κατά τους μεταγενεστέρους χρόνους εξακολουθούσαν να παριστάνουν οι ορχήστρες, οι και θαυματοποιοί καλούμενοι, μη ομιλώντας, αλλά μόνον δια των κινήσεων των μελών του σώματος και του χορού. Αυτοί, κατ’ αντίθεσιν προς τους μίμους, λάμβαναν τις υποθέσεις των παραστάσεων των εκ της μυθολογίας ή εκ των ομηρικών επών, παριστάνοντας εκ παραλλήλου βασιλείς και ιατρούς και φιλοσόφους και ρήτορας. Εννοείται ότι κατά των ορχηστρών τούτων, των οποίων οι παραστάσεις άρεσαν στον λαό, υπήρχε μεγάλη κατακραυγή εκ μέρους των εκκλησιαστικών ανδρών, οι όποιοι τους θεωρούσαν ως λύμη της κοινωνίας, προτρέποντες τους νέους ν’ απέχουν των άτοπων των θαυματοποιών επιδείξεων. Όταν στα βυζαντινά κέντρα άρχισαν να ατονούν οι παραστάσεις των αρχαίων δραμάτων και κωμωδιών, και τούτο γίνονταν στην Ανατολή από τον πέμπτο μ.Χ. αιώνα, οπότε οι Πέρσες άρχισαν να δηώνουν τις ελληνικές επαρχίες, και έπειτα μετά την κατά το 526 περικοπή υπό του Ιουστινιανού των θεατρικών δαπανών, προς δε και του πολέμου της Εκκλησίας, επικράτησαν επί της σκηνής και έτερπαν οι από της Ρωμαϊκής εποχής γνωστοί μίμοι, παίζοντας και των αρχαίων κωμικών έργα, αλλά και κωμικές σκηνές εκ του καθ’ ημέρα βίου αναπαριστώντες, με κύρια πρόσωπα ιατρούς, ρήτορες, υπηρέτες, καπήλους και, πλην άλλων, συνήθως τον μοιχόν».

             Οι  πληροφορίες που έχουμε για τη βυζαντινή θεατρική δραστηριότητα συχνά προέρχονται από τους ασπονδότερους πολεμίους του λαϊκού θεάτρου, τους Πατέρες της Εκκλησίας.
              Ο  Ιωάννης ο Χρυσόστομος μάλιστα,αφιέρωσε ολόκληρη ομιλία “προς τους καταλείψαντας την εκκλησίαν και αυτομολήσαντας προς τας ιπποδρομίας και τα θέατρα”. Τον ενοχλούσαν μάλιστα όχι μόνο οι παραστάσεις μίμων, τα θεατρικά δρώμενα και οι μουσικές παραστάσεις αλλά ζητούσε από τους χριστιανούς να ξεγράψουν από τη ζωή και τη μνήμη τους κάθε λαικό τραγουδι. Από τους αγωγιάτες ζητούσε να μην τραγουδούν στο κάρο, από τις κοπέλες στον αργαλειό και από τις μανάδες να σταματήσουν τα νανουρίσματα.  Άλλοι Πατέρες της εκκλησίας μέμφονταν τους πιστούς πως, ενώ αγνοούν τις Γραφές και τους ψαλμούς, ήξεραν να τραγουδούν ολημερίς τις “διαβολικές ωδές και τα πορνικά μέλη” των θεάτρων. Γι’ αυτό τους συμβούλευαν, ν’ αντικαταστήσουν τα θεάματα με περιπάτους στην ύπαιθρο και τα θεατρικά και ερωτικά τραγούδια, ακόμα και τα νανουρίσματα, με τους Ψαλμούς
        Οι μίμοι και οι παντόμιμοι θεωρούνταν ανήθικα πρόσωπα,πολλές θεατρίνες και θεατρίνοι συνδύαζαν τη μιμητική με την ερωτική συνεύρεση επί πληρωμή, σε σημείο μάλιστα τέτοιο που οι λέξεις “μίμος, μιμάς,σκηνικός” να γίνουν συνώνυμες με τις λέξεις “πόρνη, πόρνος,θηλυπρεπής, πορνοβοσκός, μαστροπός”.  Οι μίμοι αποκαλούνταν “πολιτικοί”, με την ένοια του δημόσιου, όπως οι ιερόδουλες, τα πορνεία λέγονταν και “μιμάρια” ή “μιμαρεία”, το θεατρικό θέαμα ονομαζόταν και “πόρναι”.
          Μικροί θίασοι  από άντρες και γυναίκες, έπαιζαν σ’ ένα ξύλινο πατάρι σε δημόσιους ή ιδιωτικούς χώρους, σε γιορτές και σε παραστατικά έθιμα. Ωστόσο α σκηνικά και τα κουστούμια τους σε πολλές περιπτώσεις ήταν πλούσια και πολυτελη Ο Χρυσόστομος μιλάει για “πολυτέλεια της σκηνής”, για “τάπητες” και “ασημοστόλιστα κρεβάτια”, ενώ ο Γρηγόριος, πληροφορεί πως οι μίμοι “σχημάτιζαν ολόκληρη πόλη με παραπετάσματα”. Σε αρκετές περιπτώσεις οι γυναίκες εμφανίζονταν στο κοινό χοεύονντας γυμνές σε σκηνές και πισίνες.
            Αλλά και η μουσική, τα τραγούδια και οι χοροί, που διάνθιζαν το μιμοθέαμα, θεωρούνταν από τους ιερείς και τους λόγιους της εποχής αισχρά και διεφθαρμένα. . \

            Παρά τον σκληρό πόλεμο και τους κεραυνούς που εξαπέλυαν  οι Πατέρες της Εκκλησίας, το  λαϊκό θέατρο, στην ταπεινή αυτή μορφή που είχε ξεπέσει, εξακολουθούσε να επιζεί.  Μίμος και μάλιστα από τις πλέον διάσημες για το ταλέντο της και την ομορφιά της ήταν η γυναίκα του Ιουστινιανού και μετέπειτα αυτοκράτειρα  Θεοδώρα, που  έπαιζε και χόρευε ημίγυμνη  στον Ιππόδρομο αλλά και σε συμπόσια πλουσίων. Στον 5ο αι. ήταν ονομαστή η χορεύτρια παντομίμας Ροδόκλεια. Σε όλες τις μεγάλες πόλεις, στην Αντιόχεια, στην Αλεξάνδρεια, την Κωνσταντινούπολη, τη Ρώμη, έπαιζαν και χόρευαν οι μίμοι. Η αυστηρότητα των νόμων  και των απαγορεύσεων δεν κατόρθωνε να εξαλείψει τη μανία του λαού για θέαμα, ούτε ο Ιουστινιάνειος κώδιξ, που θεωρούσε το επάγγελμα του μίμου άτιμο.
        Έτσι ή αλλιώς, το θέατρο αποτελεί μια απ’ τις ελάσσονες, βέβαια, αλλά όχι αμελητέες πτυχές του πολιτισμού της περίλαμπρης εκείνης, αλλά και τόσο αντιφατικής, περιόδου της Ιστορίας -και της ιστορίας μας.

 

Οι Βυζαντινοί Δήμοι

          Από πολύ νωρίς στην ιστορία της Κωνσταντινούπολης οι πολιτικές πεποιθήσεις του συγκεντρωμένου λαού στον Ιππόδρομο εκφράζονταν μέσα από τα αθλητικά σωματεία που σχετίζονταν με τις αρματοδρομίες.Τα σωματεία αυτά στην Κωνσταντινούπολη ονομάζονταν δήμοι και τα ισχυρότερα από αυτά ήταν οι Βένετοι («γαλάζιοι») και οι Πράσινοι, οι άλλες δύο παρατάξεις, που συχνά συνέπρατταν με τις προηγούμενες και τελικά φαίνεται ότι απορροφήθηκαν από αυτές, ήταν οι Ρούσιοι («κόκκινοι») και οι Λευκοί.

            Στις πηγές για τους δήμους και τα μέλη τους χρησιμοποιούνται οι όροι: δῆμοι, δημόται, δῆμος, μέρος. Στην παλαιότερη βιβλιογραφία οι δήμοι αναφέρονται ως φατρίες του Ιπποδρόμου, αναφορά που υποβαθμίζει τη θέση τους στη ζωή της Κωνσταντινούπολης και των άλλων μεγάλων πόλεων της Αυτοκρατορίας και, ταυτόχρονα, αποτελεί υπεραπλούστευση. Η Κωνσταντινούπολη τους είχε κληρονομήσει απ’ την αρχαία Ρώμη, όπου τον καιρό της δόξας της, μονομάχοι πάλευαν στο Κολοσσαίο και αρματηλάτες αγωνίζονταν φορώντας λευκές, πράσινες, κόκκινες και γαλάζιες στολές. Λέγεται πως τα χρώματα αντιπροσώπευαν τις εποχές: Λευκό για το χιόνι του Χειμώνα. Πράσινο για τη χλόη της Άνοιξης. Κόκκινο για τη ζέστη του καλοκαιριού και γαλάζιο ή βένετο για την καταχνιά του Φθινοπώρου. Κατά τον καιρό που βασίλευε ο Νέρωνας, οι Πράσινοι απορρόφησαν τους Κόκκινους και οι Βένετοι τους Λευκούς. Οι Πράσινοι αντιπροσώπευαν τα λαϊκά στρώματα ενώ οι Βένετοι την αριστοκρατική τάξη. Κάθε φατρία διατηρούσε ένα είδος λέσχης, είχε δικούς της στάβλους και αρματοδρόμους, δικό της τσίρκο με άγρια ζώα που ψυχαγωγούσαν το κοινό κατά τη διάρκεια των αγώνων. Οι επικεφαλείς των δήμων, οι δήμαρχοι πιθανώς να ορίζονταν απ ‘ τον αυτοκράτορα.

            Παρότι οι δήμοι αρχικά ήταν όντως σωματεία οπαδών, που έλαβαν τις ονομασίες τους από τα χρώματα του εξοπλισμού των ηνιόχων στις αρματοδρομίες, στην Κωνσταντινούπολη πολύ γρήγορα αναδείχτηκαν σε σημαντικό πολιτικό παράγοντα, καθώς και ο χώρος δραστηριότητάς τους, ο Ιππόδρομος, είχε κεντρική θέση στη δημόσια ζωή της πρωτεύουσας. Παρόμοια εξέλιξη είχαν οι δήμοι και σε άλλες μεγάλες πόλεις της Ανατολής, όπου ο ρωμαϊκός αυτός αθλητικός θεσμός απέκτησε πολιτικό χαρακτήρα υπό την επιρροή των φιλελεύθερων παραδόσεων των αρχαίων πόλεων.

            Αρχίζοντας από τα μέσα του 5ου αιώνα, οι σχέσεις μεταξύ των δήμων επηρεάζουν πολύ την πολιτική ζωή της Αυτοκρατορίας, και μάλιστα όχι μόνο στην Κωνσταντινούπολη, αλλά και σε άλλες μεγάλες πόλεις, όπως είναι η Αλεξάνδρεια στην Αίγυπτο, η Απάμεια και η Αντιόχεια στη Συρία. Η αυτοκρατορική κυβέρνηση ήταν υποχρεωμένη να υπολογίζει τους δήμους ως σημαντικούς πολιτικούς παράγοντες και συχνά στηριζόταν στον ένα ή στον άλλο δήμο. Συνήθως μία παράταξη, οι Βένετοι ή οι Πράσινοι, έχαιρε της υποστήριξης της ανώτατης εξουσίας, ενώ η άλλη βρισκόταν, κατά κάποιον τρόπο, σε δυσμένεια. Ωστόσο, μερικές φορές οι παρατάξεις ενώνονταν σε κοινή εξέγερση κατά της αυτοκρατορικής εξουσίας, αντιστεκόμενες στον απολυταρχισμό της και στις τάσεις σκληρού συγκεντρωτισμού. Στις διασωθείσες πηγές γίνεται αναφορά σε πολυάριθμες και πολύ συχνές ταραχές στον Ιππόδρομο κατά τον 5ο και τον 6ο αιώνα: τα έτη 491, 493, 498, 501, 507, 511, 512, 514, 515, 518, 520, 523, 532, 547, 549, 550, 553, 556, 559, 560, 561, 562, 563, 565. Μερικές χρονιές, όπως το 507, το 561 και το 562, συγκρούσεις και ταραχές σημειώθηκαν δύο φορές, ενώ υπήρξαν και περίοδοι κρίσης οι οποίες δεν μπορούν να χρονολογηθούν με ακρίβεια. Έχει υπολογιστεί ότι εκδηλώθηκαν πάνω από τριάντα συγκρούσεις σε περίοδο 74 ετών.

        Η πιο γνωστή λαϊκή εξέγερση υπήρξε η Στάση του Νίκα (532), που λίγο έλειψε να ανατρέψει τον Ιουστινιανό Α΄ (527-565). Η οικονομική εξαθλίωση, η καταπίεση και οι αδικίες μισητών αξιωματούχων εις βάρος του λαού προετοίμαζαν από καιρό το έδαφος της εξέγερσης, που επικράτησε για λίγες μέρες στην πρωτεύουσα κυρίως λόγω της ένωσης και της συμφιλίωσης των δήμων. Τελικά, ύστερα από διάφορες μηχανορραφίες της κυβέρνησης που σκοπό είχαν να διασπάσουν το λαό, οι στρατηγοί του Ιουστινιανού Βελισάριος, Ναρσής και Μούνδος εισέβαλαν αιφνιδιαστικά στον Ιππόδρομο, όπου βρισκόταν συγκεντρωμένος ο λαός για να στέψει αυτοκράτορα τον αριστοκράτη Υπάτιο, και έσφαξαν περίπου 35.000 ανθρώπους.

Οι  πολιτικο – θρησκευτικές τους πεποιθήσεις

         Παλαιότερα θεωρούνταν λανθασμένα ότι οι Βένετοι ήταν εκπρόσωποι των αριστοκρατικών ενώ οι Πράσινοι των λαϊκών στρωμάτων της βυζαντινής κοινωνίας. Φαίνεται όμως ότι η σύνθεση των δήμων ήταν πιο περίπλοκη και συνδύαζε περισσότερες τάσεις, πολιτικοκοινωνικές και θρησκευτικές. Το μεγαλύτερο μέρος και των δύο παρατάξεων αποτελούνταν από τα ευρύτερα στρώματα του αστικού πληθυσμού, όμως μέσα από τις παρατάξεις εξέφραζαν τα συμφέροντά τους άλλα, πολύ ισχυρά τμήματα της βυζαντινής κοινωνίας. Έτσι, οι ιθύνοντες των Βένετων εκπροσωπούσαν τα συμφέροντα της παλιάς ελληνορωμαϊκής αριστοκρατίας των γαιοκτημόνων και από θρησκευτικής άποψης υποστήριζαν την ορθοδοξία. Οι ιθύνοντες των Πράσινων, από την άλλη, εξέφραζαν τα συμφέροντα των αστών αξιωματούχων που αναδείχθηκαν στο παλάτι και στην κρατική διοίκηση, καθώς και τις επιδιώξεις των πλούσιων εμπόρων. Είχαν δεσμούς με την Ανατολή και έκλιναν προς το μονοφυσιτισμό και άλλες ανατολικές αιρέσεις. Ο μονοφυσιτισμός, αν και κηρύχθηκε αίρεση στην Δ΄ Οικουμενική Σύνοδο στη Χαλκηδόνα το 451, είχε ωστόσο ισχυρή βάση και πολλούς οπαδούς, ιδίως στις ανατολικές επαρχίες της Αυτοκρατορίας 

                  Συνήθως σύμφωνα με τη θρησκεία στην οποία πίστευε ο αυτοκράτορας, ο αντίστοιχος δήμος είχε περισσότερα προνόμια και απολάμβανε την εύνοιά του. Ωστόσο, δεν ήταν πάντα αυτονόητο μονοφυσίτης αυτοκράτορας να υποστηρίζει τους Πράσινους, ούτε αντιστρόφως οι Πράσινοι να είναι πάντα υπέρ του μονοφυσίτη αυτοκράτορα. Για παράδειγμα, ο αυτοκράτορας Αναστάσιος Α’, ο οποίος είχε μονοφυσιτικές αντιλήψεις, παρουσιάζεται στα νεότερα ιστορικά έργα να υποστηρίζει τους Πράσινους, πράγμα που μάλλον δεν είναι σωστό, αφού σύμφωνα με μαρτυρίες χρονογράφων της εποχής, ο αυτοκράτορας ενδιαφερόταν για τη γαλήνη μέσα στο κράτος του και ήταν αμείλικτος σε κάθε απόπειρα ταραχής και διασάλευσης της τάξης απ ‘ όποιον κι αν προέρχονταν.

Άλλα καθήκοντα που αναλάμβαναν οι δήμοι

             Επικεφαλής των παρατάξεων των Πράσινων και των Βένετων ήταν οι λεγόμενοι δήμαρχοι, τους οποίους τοποθετούσε η αυτοκρατορική κυβέρνηση. Εν καιρώ ειρήνης οι δήμοι συμμετείχαν σε δημόσια έργα, για παράδειγμα στην κατασκευή των τειχών της πόλης, ενώ σε έκτακτες περιστάσεις, όταν η Κωνσταντινούπολη απειλούνταν από κάποιον κίνδυνο, λειτουργούσαν ως πολιτοφυλακή. Θεωρείται ότι η μερίδα του πληθυσμού της πόλης που ήταν οργανωμένη στην πολιτοφυλακή αποτελούσε τον πυρήνα των δήμων. Γύρω από τον πυρήνα αυτόν συγκεντρώνονταν και στις δύο παρατάξεις τα ευρύτερα στρώματα του πληθυσμού της Κωνσταντινούπολης. Θα πρέπει να τονίσουμε ότι ο αριθμός των ενεργών μελών των δήμων δεν ήταν μεγάλος. Έτσι, για παράδειγμα, σύμφωνα με το Θεοφύλακτο Σιμοκάττη, που βασιζόταν σε επίσημα στοιχεία, το 602 στην Κωνσταντινούπολη υπήρχαν 1.500 Πράσινοι και 900 Βένετοι. Σύμφωνα με μεταγενέστερη πηγή, που πιθανότατα διογκώνει τους αριθμούς, οι δύο δήμοι την εποχή του αυτοκράτορα Θεοδοσίου Β΄ (408-450) αριθμούσαν συνολικά 8.000 άτομα, που δεν ήταν ωστόσο παρά μόνο μικρό μέρος των κατοίκων της πρωτεύουσας. Τασσόμενος υπέρ των Βένετων ή υπέρ των Πράσινων, ο λαός συχνά έκανε πολιτική επιλογή. Ωστόσο οι δήμοι δεν μπορούν να θεωρηθούν πολιτικές παρατάξεις με τη σύγχρονη σημασία της λέξης. 

Το ενδιαφέρον του λαού για τους δήμους

            Ο πληθυσμός είχε υιοθετήσει τα χρώματα και αντιμάχονταν άγρια η μια με την άλλη μέσα και έξω απ ‘ τους αγώνες και τα θεάματα. Η εχθρότητα αυτή ήταν τόσο μεγάλη και έφτανε μέχρι τα πιο απόμακρα σημεία της αυτοκρατορίας. Χώριζε φίλους, ακόμα και οικογένειες, καταπατούσε τους νόμους, τρομοκρατούσε τους θρόνους κι ανακατευόταν στις άγριες θεολογικές διαμάχες της εποχής. Το μεγάλο ενδιαφέρον των λαϊκών στρωμάτων αποδεικνύουν αυτοσχέδια χαράγματα είτε σε μεμονωμένα αντικείμενα είτε σε μνημεία πολλών πόλεων της Ανατολής. Αυτά τα χαράγματα βρέθηκαν σε κίονες στοών, τοίχους αρχαίων θεάτρων, πύλες τείχων κ.α., στην Έφεσο, τα Δίδυμα, την Μίλητο, την Πριήνη, τα Ιερουσόλυμα, την Ηλιούπολη της Συρίας και σε πολλές ακόμη περιοχές.

Μερικά απ ‘ αυτά τα χαράγματα ήταν τα παρακάτω:

– Χριστιανών βασιλέων και Πρασίνων πολλά τα έτη
-Ορθοδόξων Πρασίνων + Χριστιανών βασιλέων
-Νικά η τύχη των Βενέτων
-Νικά η τύχη Ευτοκίου + Βενέτων + του γράψαντος
Πρόσφατα βρέθηκε για πρώτη φορά στην ηπειρωτική Ελλάδα μετά από ανασκαφή, πλίνθος με το χάραγμα:
-Νικά η τύχη Πρασίνων των ορθοδόξων

          Εκπληκτική μαρτυρία για το ενδιαφέρον των γυναικών προς τους δήμους αποτελεί χάραγμα πολυτελούς χτένας από ελεφαντοστό πάνω στην οποία είχε προστεθεί το εξής χάραγμα:
– Νικά η τύχη + Ελλαδίας και Βενέτων + αμήν
Η συγκεκριμένη χτένα βρέθηκε στην αιγυπτιακή πόλη Αντινόη και τώρα βρίσκεται στο Μουσείο του Λούβρου.

Λεξιλόγιο – φράσεις που χρησιμοποιούσαν για επικοινωνία με τον αυτοκράτορα

         Στον Ιππόδρομο, μετά τον θάνατο του Ζήνωνος (491), οι δήμοι περιμένοντας την εκλογή του νέου αυτοκράτορα εξέφραζαν αιτήματα και επιθυμίες:

<< πολλά τα έτη της αυγούστης  ορθόδοξον βασιλέα τη οικουμένη της φιλοχρίστου βασιλίδος πολλά τα έτη. Κύριε ελέησον βασιλεύ ουράνιε, δός ημίν επίγειον αφιλάργυρον βασιλέα τη οικουμένη…>>

          Οι δήμοι χαιρέτησαν τον Αναστάσιο Α’ στον Ιππόδρομο με τα ακόλουθα συνθήματα:

<< άφθονα τη οικουμένη ως εζησας ούτως βασίλευσον  αγνούς άρχοντας τη οικουμένη… τους δηλάτορας (= τους καταδότες) έξω βάλε… το εξέρκιτον (= στράτευμα) συ έγειρον, τους δούλους σου ελέησον…>>

               Το παρακάτω απόσπασμα, αποτελεί διαξιφισμό μεταξύ των Πράσινων και του Ιουστινιανού πριν τη Στάση του Νίκα:

<<έτη πολλά , Ιουστινιανέ, αύγουστε, συ νικάς , αδικούμαι, μόνε αγαθέ, ου βαστάζω, οίδεν ο Θεός φοβούμαι ονομάσαι μη πλέον ευτυχήση και μέλλω κινδυνεύειν>>… << Ο πλεονεκτών με, τρισαύγουστε, εις τα τζαγγαρεία ευρίσκεται>>

             Με τα παραπάνω αποσπάσματα παρατηρούμε τη δομή των ομιλιών μεταξύ δήμων και αυτοκράτορα. Αρχικά οι δήμοι προσέφευγαν σε ευχές (έτη πολλά, συ νικάς) και τιμητικούς τίτλους (αύγουστε) ένω στη συνέχεια ανέφεραν τα αιτήματά τους και όλα όσα τους αποσχολούσαν.
               Μερικές απ ‘ τις λέξεις και τις φράσεις που χρησιμοποιούσαν ήταν οι παρακάτω: έτη πολλά, αύγουστε. τρισαύγουστε, συ νικάς κ.α.

            Ιστορικοί έμειναν οι χλευασμοί και τα σκωπτικά τραγούδια των Δήμων, όπως σώζονται από το Θεοφάνη. Για τον αυτοκράτορα Φωκά δε δίστασαν να του πουν καταπρόσωπο << πάλιν τον καύκον έπιες, πάλιν τον νουν απόλεσας;>>, ενώ για τον αυτοκράτορα Μαυρίκιο που είχε έξι γιους και τρεις κόρες, περιπαίζοντας τον για την οικογενειακή του ζωή, την υπεροψία και τους περιορισμούς της ελευθερίας, του αφιέρωσαν το παρακάτω αιχμηρό τραγούδι, κατά την έξοδό του στο προάστιο των Βλαχερνών (601)

<< Βρήκε τη μικρή δαμαλίτσα (αγελάδα) τρυφερή και απαλή και, όπως το νεαρό κοκοράκι, αυτήν πεπήδηκεν και έκανε παιδιά ως τα ξυλοκούκουδα, και κανείς δεν τολμά να πει κουβέντα, αλλά όλους τους φίμωσε.

Άγιε, Άγιέ μου, φοβερέ και δυνατέ, δωσ΄ του μια στο κεφάλι για να μην ξιπάζεται κι εγώ θα σου αφιερώσω το μεγάλο βόδι>>.

Οι δήμοι μετά τον 7ο αιώνα

            Σε μεταγενέστερες περιόδους οι Πράσινοι και οι Βένετοι, μαζί με τη Σύγκλητο, διαδραμάτιζαν σημαντικό ρόλο όταν χήρευε ο θρόνος και ο προηγούμενος αυτοκράτορας δεν είχε ορίσει με οποιονδήποτε τρόπο τον διάδοχό του. Η αλήθεια είναι ότι αυτό δε συνέβαινε τόσο συχνά. Οι δήμοι είχαν επίσης σημαντικό ρόλο και στην ταραγμένη εποχή από το 695 έως το 717, ένα διάστημα δηλαδή είκοσι δύο ετών κατά το οποίο σημειώθηκαν επτά αλλαγές στο βυζαντινό θρόνο. Έτσι, για παράδειγμα, η παράταξη των Βένετων μετά την ανατροπή του Ιουστινιανού Β΄ (685-695, 705-711) το 695, αναγόρευσε αυτοκράτορα το Λεόντιο (695-698), μέχρι τότε στρατηγό του νέου θέματος της Ελλάδας. Από την άλλη πλευρά, οι Πράσινοι ενίσχυσαν πολύ τον Τιβέριο Γ΄ Αψίμαρο (698-705) να ανεβεί στον αυτοκρατορικό θρόνο.

              Παλαιότερα λανθασμένα θεωρούνταν ότι οι δραστηριότητες των δήμων διακόπηκαν την εποχή του αυτοκράτορα Ηρακλείου (610-641). Ένα χωρίο στο χρονικογράφο Θεοφάνη σχετικά με μια κρίσιμη στιγμή το 811 –όταν στις συγκρούσεις με τους Βουλγάρους ο αυτοκράτορας Νικηφόρος Α΄ σκοτώθηκε και ο βαριά τραυματισμένος γιος του Σταυράκιος, ο οποίος ήταν βέβαιο ότι δε θα επιζούσε, έπρεπε να επιλέξει τον διάδοχο– επιβεβαιώνει το ρόλο των δήμων μέχρι τις αρχές του 9ου αιώνα. Όμως, οι δήμοι όλο και περισσότερο προσλαμβάνουν «διακοσμητικό» χαρακτήρα, συμμετέχοντας απλώς στις μεγαλοπρεπείς τελετές του παλατιού, κάτι που μπορούμε να διαπιστώσουμε μέχρι και το 12ο αιώνα.

Ιστορία των Ελλήνων — Δομή
Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού
Βυζαντινή Ιστορία Αικατερίνης Χριστοφιλοπούλου
Θεοδώρα – Απ’ τον βούρκο στον θρόνο Πωλ Γουέλμαν
Βελισάριος – Το σπαθί του Ιουστινιανού Ρόμπερτ Γκρεϊβς

 

PAGAN vizantinonistorika.blogspot

About sooteris kyritsis

Job title: (f)PHELLOW OF SOPHIA Profession: RESEARCHER Company: ANTHROOPISMOS Favorite quote: "ITS TIME FOR KOSMOPOLITANS(=HELLINES) TO FLY IN SPACE." Interested in: Activity Partners, Friends Fashion: Classic Humor: Friendly Places lived: EN THE HIGHLANDS OF KOSMOS THROUGH THE DARKNESS OF AMENTHE
This entry was posted in θεα-τ-ρο=THEA-TER and tagged , , , . Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Please log in using one of these methods to post your comment:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s