Ο ΚΗΠΟΣ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ (Α)


 

ΑΓΝΩΣΤΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ ΑΙΓΥΠΤΙΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ

ΣΕ ΠΟΙΟΝ Ν’ ΑΠΟΤΑΘΩ ΤΟΥΤΕΣ ΤΙΣ ΜΕΡΕΣ*

Σε ποιον ν’ αποταθώ τούτες τις μέρες;

Τ’ αδέρφια έγιναν εχθροί

κ’ οι φίλοι πια δεν αγαπιούνται.

Σε ποιον ν’ αποταθώ τούτες τις μέρες;

Κρύβουνε τώρα τον καλό

και προωθούν μονάχα τον κακό.

Σε ποιον ν’ αποταθώ τούτες τις μέρες;

Το πνεύμα της κλεψιάς έχει κερδίσει τις καρδιές·

ο ένας κλέβει τον ιδρώτα τ’ αλλουνού.

Σε ποιον ν’ αποταθώ τούτες τις μέρες;

Αυτός που περιφρόνηση του άξιζε

για τις φριχτές του πράξεις τον τιμούν

δέχεται υποκλίσεις και χαμόγελα.

Σε ποιον ν’ αποταθώ τούτες τις μέρες;

_________________

* Ίσως είναι ποιήματα του σοφού Ίπο Ουρ, γραμμένα γύρω στα 2300 π.Χ., πάπυρος 3024, Βερολίνο.

 

ΓΙΑ ΜΕΝΑ ΦΤΑΝΕΙ ΣΗΜΕΡΑ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ

Για μένα φτάνει σήμερα ο θάνατος

κ’ είμαι σαν κάποιον που ’χει βρει τη γιατρειά

είμαι σαν κάποιονε που μπαίνει σ’ έναν κήπο

ύστερα απ’ αρρώστια μακριά.

Για μένα φτάνει σήμερα ο θάνατος

κ’ είναι σαν τ’ άρωμα από τ’ άνθη του λωτού

είναι στα χείλη σα να βρίσκομαι της μέθης

ύστερα από χρόνια παιδεμού.

Για μένα φτάνει σήμερα ο θάνατος

κ’ είναι σα ρύακας με γάργαρο νερό

είναι σα να γυρίζω πάλι σπίτι μου

ύστερα από πόλεμο σκληρό.

Για μένα φτάνει σήμερα ο θάνατος

κ’ είναι σαν τ’ άρωμα της σμύρνας… σα ν’ αντίκρισα

λιμάνι σε μια μέρα τρικυμίας·

για μένα φτάνει σήμερα ο θάνατος

κ’ είναι σα να γυρίζω στην πατρίδα μου

ύστερα από χρόνια αιχμαλωσίας.

 

ΛΕΕΙ ΑΥΤΗ

Τόσο μικρά ειναι τα λουλούδια του Σιαμού

που όποιος τα κοιτάζει νοιώθει γίγαντας.

Μαζί σου στο Μερτού

είναι σα να ’μαι κιόλας στα ανάκτορα

της Ηλιούπολης.

Γυρίζουμε απ’ τους κήπους τους γεμάτους δέντρα.

Γεμάτη η αγκάλη μου λουλούδια.

Κοιτάζω μες στης στέρνας τον καθρέφτη

—γεμάτη η αγκάλη μου λουλούδια—

σε βλέπω να βαδίζεις στ’ ακροδάχτυλα

πίσω μου και κοιτάς να με φιλήσεις

κι έχω μαλλιά βαριά από τ’ αρώματα.

Έχει λουλούδια του Ζαΐτ στον κήπο μας·

κόβω και πλέκω απ’ τα λουλούδια του για σένα.

Η φωνή σου μου δίνει ζωή σαν το νέκταρ.

Το να σε βλέπω είναι πάνω απ’ το φαΐ και το πιοτό.

Μέσα στα χέρια σου σα βρίσκομαι

νοιώθω στον Φαραώ σα να ανήκω.

 

 

ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΗΣ ΧΑΡΑΣ

IV

Αχ δίχως την αγάπη σου η καρδιά μου δεν χτυπά.

Αχ δίχως την αγάπη σου τα μούρα είν’ αρμυρά.

Αχ δίχως την αγάπη σου πικρά είναι τα γλυκά.

Ω άκου αγάπη μου, η καρδιά μου

μόνο με την αγάπη σου γίνεται να χτυπά.

Ω άκου αγάπη μου εσύ σαν ανασαίνεις

τότε χτυπάει η δική μου η καρδιά.

 

ΚΙ ΑΛΛΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΗΣ ΧΑΡΑΣ

Ι

Λουλούδια του Μεκμέχ, ειρήνη δώστε μας.

Για σένα εγώ θ’ ακολουθήσω της καρδιάς μου

την όποια προσταγή.

Πώς να διστάζω; Όταν μ’ αγκαλιάζεις

τόσο λαμπρό είναι το φως που καταυγάζεις

που αυθόρμητα τα μάτια μου σκεπάζω.

Ξέροντας σίγουρα πολύ πως μ’ αγαπάς

έρχομαι και στο πλάι σου φωλιάζω.

Το ξέρει η καρδιά μου πως ανάμεσα

σ’ όλους τους άντρες μόνο εσύ

γεννήθηκες για μένα.

Όλος ο κόσμος λάμπει, θα ’θελα

εγώ μαζί με σένα

να κοιμηθώ τώρα εδώ, σ’ αυτό το μέρος

ως της αιωνιότητας το τέλος.

II

Λουλούδια του Ζαΐτ έχει στον κήπο μας.

Κόβω και πλέκω απ’ τα λουλούδια του για σένα.

Στεφάνι σού φορώ, κι όταν πιωμένος

γέρνεις στη γη να κοιμηθείς

κι έχεις την αύρα μόνο για σεντόνι

εγώ είμ’ αυτή που πλένει από τα πόδια σου τη σκόνη.

 

ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΗΣ ΒΙΑΣΗΣ

Ι

Έλα γοργά προς την αγάπη σου

σαν το βασιλικό μαντατοφόρο, που χτυπά

που σπιρουνίζει τ’ άλογό του ανυπόμονα

γιατί πρέπει να φτάσει την αυγή

να παραδώσει την επείγουσα γραφή.

II

Έλα ορμητικά προς την αγάπη σου

σαν το καλύτερο απ’ τ’ άλογα του σταύλου

το επιλεγμένο από χίλια καθαρόαιμα

και ταϊσμένο με την πιο εκλεκτή τροφή

που τρέχει μ’ έναν καλπασμό απαράμιλλο

μόλις ακούσει το ελάχιστο παράγγελμα

τόσο που ακόμα και ο ίδιος ο σταυλάρχης

(που ’ναι Χεττίτης) δεν μπορεί να το κρατήσει.

Πόσο καλά γνωρίζει την καρδιά της

αυτός που θά ’πρεπε να βρίσκεται κοντά της.

III

Έλα σαν την γκαζέλα της έρημου

που τρέχει κάνοντας ταχύτατα ζιγκ ζαγκ

περνώντας χίλια μπερδεμένα μονοπάτια

κυνηγημένη απ’ τα σκυλιά του κυνηγού

κι όμως αντέχει εν τέλει και ξεφεύγει

και χύνεται σε τρέξιμο τρελό

με τη ματιά της σταθερά προς το κρησφύγετο.

ΑΓΝΩΣΤΟΥ, ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

(αποδίδεται στον βασιλιά Σολομώντα)

 

ΑΣΜΑ ΑΣΜΑΤΩΝ

(αποσπάσματα)

Ζ. 2-10:

Οι δυο μηροί σου είναι όρμος που ’φκιαξε τεχνίτης δυνατός.

Ο αφαλός σου είναι κρατήρας λαξευτός γεμάτος οίνο.

Κ’ είναι η κοιλιά σου σιταριού η θημωνιά περιφραγμένη από κρίνα.

Τα δυο βυζιά σου ζαρκαδάκια είναι δίδυμα.

Κ’ είν’ ο λαιμός σου ένας πύργος ελεφάντινος.

Λίμνες της Εσεβών είναι τα μάτια σου.

Κ’ η μύτη σου είναι πύργος του Λιβάνου που κοιτά τη Δα­μασκό.

Το όρος Κάρμηλο είναι το κεφάλι σου.

Κι έχεις σκεπάσει τα μαλλιά σου μ’ ένα δίχτυ πορφυρό

και σέρνουν οι πλεξούδες σου δεμένο βασιλιά.

Πώς είσαι τόσο όμορφη, τόσο γλυκεία, αγαπημένη.

Το ανάστημά σου είναι όμοιο με του φοίνικα

και οι μαστοί σου είναι σα σταφύλια.

Είπα στο φοίνικα θ’ ανέβω να μαζέψω τους καρπούς.

Είπα το αμπέλι του κορμιού σου να τρυγήσω.

Αχ η ανάσα σου ευωδιάζει σαν το μήλο

και το στόμα σου

έχει τη γεύση του κρασιού αγαπημένη.

Ε. 1-6:

Μπήκα στον κήπο μου αδερφή μου νύφη

τρύγησα μύρα και αρώματα·

έφαγα το ψωμί μου και το μέλι μου

ήπια το γάλα μου και το κρασί μου.

Φάτε και πιείτε αδέρφια μου. Μεθύστε, φίλοι.

Εγώ κοιμάμαι κ’ η καρδιά μου ξαγρυπνά.

Άνοιξε αγαπημένη μου,

τέλεια ομορφιά μου, περιστέρα μου εσύ, άνοιξέ μου,

γέμισε το κεφάλι μου δροσιά,

της νύχτας κάθισε η πάχνη στα μαλλιά μου.

Έβγαλα το χιτώνα μου. Πώς να τον βάλω;

Τα πόδια μου τα έπλυνα. Kαι πώς να τα λερώσω;

Το χέρι του ο καλός μου έβαλε

στην κλειδαριά και θρόισ’ η κοιλιά μου.

Σηκώθηκα ν’ ανοίξω και ως άγγιξα

το πόμολο της πόρτας, απ’ τα χέρια μου

κι από τα δάχτυλά μου στάζαν μύρα.

Δ:

Όμορφη που ’σαι αγαπημένη μου

όμορφη που ’σαι.

Τα μάτια σου είναι περιστέρια

μέσ’ απ’ το πέπλο σου.

Κοπάδι από γίδια τα μαλλιά σου

που κατεβαίνουν απ’ το Γαλαάδ.

Τα δόντια σου είναι προβατίνες κουρεμένες

που έχουν βγει απ’ το λουτρό

όλες με δίδυμα·

στέρφα καμμιά ανάμεσά τους.

Ωσάν την κόκκινη κλωστή τα χείλη σου

κ’ είναι γλυκεία η λαλιά σου.

Τα δυο βυζιά σου είναι ζαρκαδάκια

δίδυμα που βοσκάν μέσα στα κρίνα.

Είσαι πανέμορφη, αγαπημένη μου χωρίς ψεγάδι.

Έλ’ απ’ τον Λίβανο, νύφη

Έλ’  απ’  τον Λίβανο.

Κατέβα απ’ την κορφή του Αμανάχ

απ’ τις κορφές του Ερμών και του Σανίρ

απ’ τις σπηλιές των λιονταριών

κι απ’ τα βουνά με τις λεοπαρδάλεις.

Μου πήρες την καρδιά μου, αδερφή μου νύφη

μου πήρες την καρδιά με μια ματιά σου

μ’ ένα κρικέλι του λαιμού σου.

Είναι οι μαστοί σου πιο γλυκείς απ’ το κρασί

κ’ η ευωδιά της φορεσιάς σου ξεπερνά

όλα τ’ αρώματα.

Κερήθρα στάζει από το στόμα σου, αγαπημένη.

Μέλι και γάλα κάτω από τη γλώσσα σου

κ’ η ευωδιά της φορεσιάς σου του Λιβάνου η ευωδιά.

Κλειστό μου περιβόλι, αδερφή μου νύφη.

Κλειστό μου περιβόλι, πηγή σφραγισμένη·

στ’ αυλάκια σου παράδεισος από ροδιές,

με τέλειους καρπούς·

νάρδος και κρόκος

μοσχοκάλαμο και κανέλα,

μ’ όλα τα ξύλα του Λιβάνου

σμύρνα κι αλόη και μαζί

όλα τα πρώτα μύρα.

Πηγή του κήπου, πηγάδι ζωντανό νερό

που ’χει τη ρίζα του στον Λίβανο.

Σήκω βοριά, τρέξε νοτιά,

φύσα στους κλώνους του περιβολιού μου

κι ας ξεχυθούν τ’ αρώματά μου.

Ας κατεβεί ο αγαπημένος μου στον κήπο του

για να γευτεί τον τέλειο καρπό του.

Η. 6, 7:

Θες με ως σφραγίδα επί την καρδίαν σου,

ως σφραγίδα επί τον βραχίονά σου

ότι κραταιά ως θάνατος αγάπη,

σκληρός ως άδης ζήλος·

περίπτερα αυτής περίπτερα πυρός, φλόγες αυτής·

ύδωρ πολύ ου δυνήσεται σβέσαι την αγάπην,

και ποταμοί ου συγκλύσουσιν αυτήν.

Βάλε με σφραγίδα στην καρδιά σου·

σφραγίδα βάλε με στο μπράτσο σου·

γιατί η αγάπη δυνατή ’ναι σαν το θάνατο

κ’ είναι σκληρός ο πόθος σαν τον Άδη.

Είναι φωτιά η αγάπη και φτερά

την περιβάλλουν από φλόγες. Δεν μπορεί

νερό πολύ να σβήσει την αγάπη· ποταμοί

από νερά δεν θα μπορούσαν να τη σβήσουν.

 

(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)

ΥΦΑΝΤΗΣ

ΑΠΟ ΤΟ ΟΜΩΝΥΜΟ ΤΟΥ ΤΙΤΛΟΥ ΒΙΒΛΙΟ 

 

ΠΗΓΗ  ah-ach.blogspot

About sooteris kyritsis

Job title: (f)PHELLOW OF SOPHIA Profession: RESEARCHER Company: ANTHROOPISMOS Favorite quote: "ITS TIME FOR KOSMOPOLITANS(=HELLINES) TO FLY IN SPACE." Interested in: Activity Partners, Friends Fashion: Classic Humor: Friendly Places lived: EN THE HIGHLANDS OF KOSMOS THROUGH THE DARKNESS OF AMENTHE
This entry was posted in POECIA=ΠΟΙΗΣΗ and tagged , , . Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Please log in using one of these methods to post your comment:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s