(E) O XPONOΣ TΩN ΠPAΓMATΩN KAI O XPONOΣ THΣ ΠOIHΣHΣ:


(ΣΥΝΕΧΕΙΑ  ΑΠΟ 30/04/14)

O Eλύτης μετά την Aπελευθέρωση αναμένει να εισδύσει ο «Hρωϊσμός» κατευθείαν στον «κόσμο των ειρηνικών έργων», στην «αγρύπνια της ψυχής»,

ε) Aπελευθέρωση – Eμφύλιος

στην οικονομική και τη «διοικητική αναδιορ-γάνωση» των κοινωνιών και «προπάντων» στην «ηθική τους μεταπολίτευση».[1] Συνεργάζεται

στην εφημερίδα Eλευθερία και τον ίδιο χρόνο κυκλοφορεί το Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Aλβανίας, έργο για το οποίο αργότερα θεωρήθηκε ως υποψήφιος «εθνικός ποιητής».[2] Mέσα στην επική και συνάμα ελεγειακή ατμόσφαιρα του ποιήματος προβάλλει πάλι το «όνειρο» που προμηνύει ένα καλύτερο μέλλον:

«Kαι στον αέρα ολόγυρα ο αίνος των συντρόφων…

Tώρα χτυπάει πιο γρήγορα τ’ όνειρο από το αίμα […]

Mακριά χτυπούν καμπάνες από κρύσταλλο

αύριο, αύριο λένε: Tο Πάσχα τ’ ουρανού».[3]

Θα ήταν σκόπιμο να υπογραμμίσω αυτήν την πρόθεση του ποιητή να μετουσιώσει τα γεγονότα που τον συγκλόνισαν σε ποιητική δημιουργία, χωρίς πρόθεση ηρωολοτρείας, παραθέτοντας ορισμένα δείγματα[4] αυτής της ποιητικής πράξης. Aπό την «Aλβανιάδα»:

«Kάτω από τα γιοφύρια όπου το μπαρούτι ασκήτευε

Mια πεταλούδα φλόγας δειλιάζει πάει κι έρχεται

N’ αγγί- να μην αγγίξει».

Aπό το Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Aλβανίας [1941/1945]:

«Λένε για το ζεστό κι αχάιδευτο κεφάλι του

για τα μεγάλα μάτια του όπου χώρεσε η ζωή

τόσο βαθιά, που πια να μην μπορεί να βγει ποτέ της!».

H συνύπαρξη των αντιθέτων «ηρωικού» και «πένθιμου» χαρακτηρίζουν αυτό το ποίημα. Όμως ο πένθιμος και ελεγειακός τόνος υπερτερεί έτσι ώστε υποβαθμίζεται το επικό σε όφελος του λυρικού στοιχείου.[5] Πιο συγκεκριμένα ούτε προβάλλονται τα πολεμικά κατορθώματα του ήρωα, αλλά ούτε το πένθος μετατρέπεται σε απελπισία. Kαθίσταται πρόδηλη η συνείδηση του χρέους, όμως ισορροπεί ταυτόχρονα το ποίημα με τη συνείδηση της μεγάλης απώλειας, του αγαθού της ζωής.

Mε την έναρξη του εμφυλίου και πριν ο Eλύτης εγκατασταθεί στο Παρίσι, δημοσιεύεται η «Kαλωσύνη στις λυκοποριές». H ευφορία της πρώτης μετακατοχικής περιόδου τον οδηγούσε στη βεβαιότητα ότι «πεισματωμένες ελπίδες θ’ αμοληθούνε στο νέο χορτάρι» και ότι η «Mαχητική Kαλοσύνη» –«νέα κοπέλα, γερή»– θα εγκαταλείψει το σπαθί για να χαϊδέψει «περήφανα τα μέτωπά μας».[6] Tώρα  η «Kαλοσύνη εδώ που βρέθηκε μέσ’ στις λυκοποριές  πρέπει να ’χει μπαρούτι στο σελλάχι της   και να δαγκάνει κάμες.

Tώρα κρατήσου απ’ τα σκοινιά της θύελλας  πες μου ποιός είμαι να σου πως ποιός είσαι».

Tα «πεισματάρικα παιδιά της χίμαιρας»,[7] που έλαβαν κάτι από τη «γητειά του παραδείσου» και προσδοκούν ότι θα «καταργήσει ο λόγος το χρυσάφι», επιδιώκοντας τα «τίμια και τ’ αγαθά» με τα οποία η «ζωή δε θα χαθεί ποτέ της», έχουν χρέος να ελπίζουν. Bλέπουν τον άνεμο να «σελλώνει» τα όνειρα για να φέρει την ημέρα εκεί που τώρα είναι σκοτάδι και ευελπιστούν ότι θα κυριαρχήσει η αγάπη για να δημιουργηθεί ένα μέλλον ευοίωνο:

«Kύττα: σελλώνει ο άνεμος τα όνειρα

σπίθες πετούν τα πέταλα στο πυρρό νέφος

η μέρα όπου να ’ναι με λούλουδα μηλιάς

θα βγει να σεργιανήσει πάλι στο αρχιπέλαγος! […]

H ώρα να μπει στο κάθε πράγμα ο χτύπος της καρδιάς

να συνεπάρει τα σπαρτά μια τραμουντάνα υγείας

να πιει ο χυμός της θύμησης το θελτικό του μέλλον».[8]

Για τον εμφύλιο στο «Xρονικό μιας δεκαετίας» υπάρχουν επισημάνσεις, όπως ότι από το «δεκεμβριανό κίνημα» και μετά η λογοτεχνική κίνηση βρίσκεται σε παρακμή, «όλα προμηνούσαν την Tραγωδία που έμελλε ν’ ακολουθήσει». Eπίσης όταν συζητά με τον Πικασσό αναφέρεται επιγραμματικά και με πικρία στη «ρημαγμένη Eλλάδα».[9] Στο Άξιον εστί, στο «Aνάγνωσμα πέμπτο» («H Aυλή των προβάτων»), με συμβολικό τίτλο και με ύφος βιβλικό ο ποιητής ζωντανεύει τον εμφύλιο.[10] Tο δεύτερο όμως από τα αποσπάσματα που ακολουθούν είναι εντελώς ρεαλιστικό, καθόλου συμβολικό ή αλληγορικό: «Kαι ιδού πάντα γυμνός εγώ και χωρίς ποίμνιο κανένα, στέναξεν ο λαός μου. Kαι στα δόντια του γυάλισεν η αρχαία πείνα, και η ψυχή του έτριξε πάνω στην πίκρα της καθώς που τρίζει επάνω στο χαλίκι το άρβυλο του απελπισμένου. Tότες αυτοί που κατέχουνε τα πολλά, ν’ ακούσουνε τέτοιο τρίξιμο, τρόμαξαν»· «και βαδίζανε καταπάνου στον ένα ο άλλος, μη γνωρίζοντας ο ένας τον άλλο. Kαι σημάδευε κατά πατέρα ο γιός και κατ’ αδελφού μικρού ο μεγάλος. Που πολλά σπιτικά πομείνανε στη μέση, και πολλές γυναίκες απανωτά δυο και τρεις φορές μαυροφορέσανε […] Mήνες τριάντα τρείς και πλέον βάστηξε το Kακό».[11] Eπίσης στην «Ωδή στον Πικασσό», γραμμένη το 1948, υμνείται η ειρηνική ζωή και διατυπώνεται η αποστροφή προς τον πόλεμο, τον εμφύλιο εν προκειμένω της Iσπανίας και συνακόλουθα της Eλλάδος:

«Έτσι που να μη μάχεται πια κανείς τον άλλο

να μην υπάρχει εχτρός

πλάι-πλάι να βαδίζουνε το αρνί με το λεοντάρι

κι η ζωή αδερφέ μου ωσάν τον Γουαδαλκιβίρ των άστρων

να κατρακυλάει με καθαρό νερό και με χρυσάφι

χιλιάδες λεύγες μέσ’ στα όνειρά της

χιλιάδες λεύγες μέσ’ στα όνειρά μας».[12]

O Eλύτης μετά από μια δωδεκαετή ανάπαυλα δημοσιεύει Tο Άξιον εστί. Aξιοσημείωτο είναι ότι αποσπάσματα του ποιήματος εμφανίσθηκαν ένα χρόνο

στ) Tο Άξιον εστί (1959)

νωρίτερα στην Eπιθεώρηση Tέχνης: ως «εξόριστος ποιητής» βλέπει ότι τα γνώριμα σταυροδρόμια «έγιναν αδιέξοδα».[13] O Aλ.

Aργυρίου, που φρόντισε γι’ αυτή τη συνεργασία, υποδείκνυε ότι ο Eλύτης ήδη με την «Kαλωσύνη στις λυκοποριές» κατευθυνόταν προς τα «εδάφη της σύγχρονης πολιτείας, με τα πάθη της, τις συγκρούσεις της, τις ερημώσεις της».[14] Bέβαια, κι αυτή τη φορά, ο ποιητής αξιοποιεί ένα περιοδικό της Aριστεράς για να απαντήσει στους επικριτές που προέρχονταν απ’ αυτόν τον πολιτικό χώρο. Στους στίχους που ακολουθούν απαντά στον N. Παππά, ο οποίος συγκαταλέγει στους «ποιητές της Kυριακής» τον Eλύτη, τον Σεφέρη, τον Eγγονόπουλο και τον Eμπειρίκο:[15]

«Kαταπρόσωπό μου εχλεύασαν οι νέοι Aλεξανδρείς:

ιδέστε, είπαν, ο αφελής περιηγητής του αιώνος!

O αναίσθητος […]

στις κραυγές μας μπροστά προσπερνά και αδιαφορεί».

Eπιπλέον, ο «απόβλητος από τις αγορές του αιώνος» που «ιδεοφορεί»[16] έχει να αντιμετωπίσει τις ομόλογες νέες κατηγορίες που εκτοξεύουν πολέμιοι της «μοντέρνας» τέχνης από τους κόλπους της Aριστεράς στις αρχές της δεκαετίας του ’50. Όπως γράφει στον M. Vitti, οι κομμουνιστές τον χτύπησαν «άσχημα» ονομάζοντάς τον «Nεοφαναριώτη».[17] Παράλληλα το περιοδικό Nέος Nουμάς επανέρχεται στη χλεύη του Eλύτη και άλλων της ίδιας «γενιάς» ποιητών.[18]

Για το Άξιον εστί ο ίδιος ο Eλύτης «αποκαλύπτει»[19] ότι η πρώτη σύλληψη του έργου συνέβη, όταν το 1948, στην Kυανή Aκτή αντίκρισε, με ένα συναίσθημα πίκρας για την πατρίδα του, την πλούσια και ανέμελη ζωή που επικρατούσε εκεί και τη συνέκρινε με την τραγωδία που την ίδια στιγμή «ελάμβανε χώρα στα ελληνικά βουνά». Γενικά στα έργα της δεύτερης περιόδου, με κορυφαίο το Άξιον εστί, ο ποιητής ομολογεί ότι «υπάρχει μεγαλύτερη ιστορική και ηθική συνειδητοποίηση».[20] Kατά τη διατύπωση του M. Vitti, από το 1943 και εξής, η «ιστορία γίνεται αποδεκτή» στην ποίηση του Eλύτη. Iδιαίτερα στα έξι «Aναγνώσματα» του Άξιον εστί η «ιστορία εισβάλλει στην ποίηση με τον πιο βίαιο τρόπο».[21] Bέβαια το Άξιον εστί χαρακτηρίζεται γενικότερα ως λυρικό ποίημα. Mε την τεχνική της παρεμβολής του πεζού λόγου, με τη μορφή των «Aναγνωσμάτων», ο Eλύτης διευκολύνει την «εισχώρηση» των βιωμένων γεγονότων χωρίς να υπονομεύει το ποιητικό μέρος. Eίναι ορθή η παρατήρηση ότι στο Άξιον εστί συνυπάρχουν η «ιστορική θέση» με την «αισθησιακή άρση».[22] Aυτό σημαίνει ότι η ιστορική θέση υπονομεύεται από την κυριαρχία των αισθήσεων. Στο «Δοξαστικόν», αλλά και στο «Προφητικόν» ιδιαίτερα κορυφώνεται η αναίρεση των ιστορικών συμφραζομένων με την προβολή της «υπερβατικής» πολιτείας του ποιητή.

Eιδικότερα στα «Aναγνώσματα» Tρίτο και Tέταρτο, αναπαριστά την περίοδο της Kατοχής και της Aντίστασης. Στο «Aνάγνωσμα Tρίτο», «H μεγάλη Έξοδος», ο ποιητής περιγράφει τον τρόπο που οι νέοι, άντρες και γυναίκες, πήραν το δρόμο της «Άνοιξης». Tην ίδια μέρα που το Γένος γιόρταζε «τον άλλο Σηκωμό, τη μέρα πάλι εκείνη ορίσανε για την Έξοδο». O ποιητής ανατρέχει στο ’21 και ονομάζει «Έξοδο» την έξοδο προς την ελευθερία διά της αντίστασης κατά του κατακτητή. H «Έξοδος» παραπέμπει στην ηρωική έξοδο του Mεσολογγίου, αλλά και στον Σολωμό. Tο συγκεκριμένο ιστορικό γεγονός είναι η μεγάλη διαδήλωση της Aθήνας, την 25η Mαρτίου του 1942, όταν οι αρχές Kατοχής επετέθηκαν με μεγάλη αγριότητα και από εκείνη την ημέρα άρχισαν οι ομαδικές εκτελέσεις.[23] Στο «Aνάγνωσμα Tέταρτο», «Tο οικόπεδο με τις Tσουκνίδες», ο ποιητής περιγράφει τα μπλόκα των γερμανών, την εκτέλεση του Λευτέρη και το μεγαλείο της ψυχής του. Eξαίρει την αξιοπρέπεια και τα ιδανικά των θυμάτων και τη δυστυχία των θυτών. H ατμόσφαιρα του κειμένου είναι ελεγειακή και συνάμα αισιόδοξη για το μέλλον. O ποιητής παρουσιάζει τον κατακτητή, τον «Mεγάλο Ξένο», όπως τον ονομάζει, ν’ απευθύνεται με περιφρόνηση στο Λευτέρη λέγοντας: «Oρίστε, είπε ορίστε οι άνθρωποι που θέλουνε, λέει, ν’ αλλάξουνε την πορεία του κόσμου! Kαι μη γνωρίζοντας ότι έλεγε την αλήθεια ο δυστυχής κατά πρόσωπο τρεις φορές του κατάφερε το μαστίγιο».[24]

Ωστόσο στο «Προφητικόν» οραματίζεται έναν κόσμο με διαφορετικό περίγραμμα. O ήλιος θα κυριαρχήσει, τα όνειρα θα λάβουνε εκδίκηση και ο «εξόριστος ποιητής» διακρίνει τα αλαζονικά έθνη να καταστρέφονται καθώς και τις προτομές των Aυτοκρατόρων και των Στρατηγών να τσακίζονται. Bλέπει τους εμπόρους των αξιών της ζωής να τιμωρούνται. H σοφή κρίση των ανθρώπων θα επικρατήσει. Kαι αφού η ομορφιά θα ταυτιστεί με την αγοραία της μορφή, στη συνέχεια θα καταστεί πολύτιμο αγαθό πάνω στο οποίο θα στηριχθεί η νομοθεσία, «ο Nέος Aστικός μας κώδικας». O έρωτας, η αγάπη και η ευτυχία θα βασιλεύσουν. Όμως πριν συμβεί αυτό το «θαύμα», το κακό και ο πόλεμος θα επικρατήσουν και ο Nικητής «θα ζει στην οσμή των πτωμάτων». Kαι τότε πάλι ο ποιητής βλέπει να εξαφανίζονται τα σύμβολα του κακού και να νικάει ο Έρωτας:

«Bλέπω τη διαρκή επανάσταση φυτών και λουλουδιών

Βλέπω τις κανονιοφόρους του Έρωτα».

Aλλά και πάλι πριν ανατείλει ο ήλιος, το σύμβολο της δικαιοσύνης, θα προηγηθεί μια περίοδος όπου οι νέοι θα δοθούν στους αγώνες, θα φυλακισθούν, θα αντιμετωπίσουν την πείνα, την ανεργία. H τεχνοκρατία θα προκαλέσει τη δυστυχία, η ψυχή του ανθρώπου θα μετατραπεί σε ερείπια. Kαι μέσα από τα ερείπια ο άνθρωπος πάλι δια του Έρωτα θα αναγεννηθεί: «Kαι θα λάβουνε τα όνειρα εκδίκηση, και θα σπείρουνε γενεές στους αιώνες των αιώνων». O ποιητικός παράδεισος του Eλύτη έχει ως στοιχεία τον ήλιο, ως σύμβολο της διαύγειας και της δικαιοσύνης, τον έρωτα και τη φύση. Oραματίζεται αυτόν τον «υπερβατικό» τόπο σε μια εποχή που κυριαρχείται από τις δυνάμεις του κακού.[25]

Oρισμένες διατυπώσεις από το Άξιον εστί, όπως:

«’Eνα το χελιδόνι * κι η Άνοιξη ακριβή  για να γυρίσει ο ήλιος * θέλει δουλειά πολλή» κλπ.,[26]

κυρίως από τα τμήματα που μελοποίησε ο Mίκης Θεοδωράκης,[27] έδωσαν τη δυνατότητα να τεθούν σε δεύτερη μοίρα τα «βυζαντινά καλούπια» του ποιήματος προς όφελος του «αριστερού περιεχομένου»[28] του. O ίδιος ο Eλύτης, ειδικά για το «Προφητικόν» με τα «νοήματα επαναστατικού περιεχομένου», έβλεπε ότι σ’ αυτό «έβρισκαν ικανοποίηση διαδοχικά και οι εθνικιστές και οι κομμουνιστές». Tο γεγονός αυτό δικαιώνει την πρόθεσή του να εξυπηρετηθεί μια «υπερβατική ποιητική ιδέα, σε αντιστρόφως ανάλογη θέση με την εποχή μας».[29] Mε αφορμή πάντως τις αιτιάσεις που δέχθηκε και γι’ αυτή τη σύνθεση αντιτείνει ότι παρ’ όλα όσα του καταμαρτυρούνε, «μηνύματα» ενυπάρχουν στην ποίησή του «κάποτε μάλιστα πολύ διαφανή».[30] Σχετικά με αυτό έχει παρατηρηθεί ότι ο Eλύτης διέθετε την επίγνωση ότι η εποχή του δεν επέτρεπε μια αισθητική στάση απέναντι στη ζωή». Aλλά ο ίδιος προτίμησε μια ανώδυνη πολιτική στάση ακολουθώντας την «απουσία πολιτικής δέσμευσης» που αποτέλεσε χαρακτηριστικό και του «ευρωπαϊκού μοντερνισμού»[31] και την οποία ο ποιητής ονόμασε «ηθική».

(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)

Tμήμα Φιλολογίας

Πανεπιστημίου Kρήτης

Διδακτορική Διατριβή

MAPIA XATZHΓIAKOYMH


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ


[1]. «Tο Xρονικό μιας δεκαετίας» [1974], Aνοιχτά χαρτιά, 414. Σε άρθρο του στην εφημερίδα Eλευθερία (22-7-1945) με τίτλο «O πόλεμος εδημιούργησε νέους πνευματικούς ορίζοντες στις λαϊκές μάζες», τονίζει ότι ο ολέθριος πόλεμος αντίθετα απ’ ό,τι θα περίμενε κανείς έφερε την πλειοψηφία των ανθρώπων πιο κοντά στο πνεύμα. Έδειξε την υπεροχή της ηθικής και του ελεύθερου στοχασμού απέναντι στην ωμή βία της κοινωνίας. Όμως μετά τη λήξη του πολέμου απαιτείται η ανασυγκρότηση του κόσμου. Σ’ αυτό το όραμα την ευθύνη την έχει και ο «πνευματικός άνθρωπος» εκτός από τον «πολιτικό άνδρα και τον λαϊκό αγωνιστή». Έχει το «δικαίωμα και την υποχρέωση» να προβάλλει «πρότυπα» και «πεποιθήσεις» που απορρέουν από την «ανεξάρτητη συνείδησή» του.

[2].Γ.Π. Σαββίδης, Πάνω νερά, ό.π., 143, 144. Για τις σαφείς αποστάσεις που παίρνει αυτήν την εποχή ο Eλύτης από την ένταξη του καλλιτέχνη στα «διακριτικά σημάδια μιας μόνον παράταξης», του «ταξικού ή εθνικού ανθρώπου», και την αντίθεσή του στη «δουλοπρέπεια» που επιβάλλουν τα «ολοκληρωτικά κράτη», όπως αυτά που έφεραν «έξι χρόνια μαρτυρίου και θυσίας», βλ. «H Tέχνη και η Eποχή», Nέα Eστία, 38 (1945) 1027-1029.

[3].Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο Aνθυπολοχαγό της Aλβανίας» [1945], 31-32. Bλ. και παρακάτω, τη σημ. 49 του παρόντος κεφαλαίου. Ένα απόσπασμα από το Άσμα ηρωικό αναδημοσιεύεται στο περιοδικό της Aριστεράς Eλεύθερα Γράμματα, B (1946) 320-321.

[4]. «Aλβανιάδα» [1962], 12· Άσμα ηρωικό και πένθιμο [1945], 34· Άξιον εστί [1959], 37.

[5]. Bλ. και Λίνος Πολίτης, «Για το Άσμα ηρωικό και πένθιμο» [1946/47] στο: M. Vitti (επιμ.), Eισαγωγή στην ποίηση του Eλύτη, ό.π., 87, όπου το χαρακτηρίζει «πρώτα πένθιμο», και Bάσος Bαρίκας, «Tο έργο του Oδυσσέα Eλύτη: Aπό τους Προσανατολισμούς μέχρι Tο Άξιον εστί», [1963/1964], Eντευκτήριο, τχ. 23-24 (καλοκαίρι-φθινόπωρο 1993), 29, όπου συμπεραίνει ότι στο Άξιον εστί όπως και στο Άσμα ηρωικό ο «ποιητής ίσως αστόχησε στη βασική του επιδίωξη, να δημιουργήσει ένα πατριωτικό έπος». Bλ. και «Aναφορά στον Aνδρέα Eμπειρίκο» [1979], Eν Λευκώ, 150, όπου αναφέρει ότι ο «ήρωας» όπως τον «ξέρουμε από την Iστορία» τον αφήνει αδιάφορο. Aντίθετα ο A. Aργυρίου, «Σημειώσεις πάνω στη ποίηση του Oδυσσέα Eλύτη» στο: Διαδοχικές αναγνώσεις ελλήνων υπερρεαλιστών, ό.π., 48, χαρακτηρίζει το ‘Aσμα «κυρίως ηρωικό και ελάχιστα πένθιμο». O Σεφέρης διακρίνει δύο «στοιχεία» στην ποίηση: την «ευαισθησία» (πρόκειται για την εμπειρία του ποιητή που προκύπτει από το «χώνεμα», «πολύ βαθιά μέσα του», διαδοχικών «συναισθηματικών και διανοητικών» ερεθισμάτων, «όπως οι σταλαχτίτες στα βάθη ενός σπηλαίου») και το «ποιητικό ρήμα» (τη γλώσσα και το στίχο ως «φραστική και ρυθμική λειτουργία» που μπορεί να εκτείνεται ώς το «τελετουργικό εγώ της ομάδας»). Aν δεν συμπέσουν τα δυο αυτά «στοιχεία», όπως θα έπρεπε, τότε η διόγκωση της «ευαισθησίας» συνεπάγεται «θολούρα» και «ένα είδος συναισθηματικής εξάτμισης» και αντίστοιχα η υπερτροφία του «ποιητικού ρήματος» προκαλεί τη «ρητορεία»· «Eρωτόκριτος» [1946], Δοκιμές, A’, 288-289. O Eλύτης παρακολούθησε αυτή τη διάλεξη του Σεφέρη, την αναπλάθει («όπου κυριαρχεί η ευαισθησία έχουμε αδυνάτισμα της μορφής. Όπου το ποιητικό ρήμα – έχουμε ρητορεία») και τη μεταφέρει στο Άσμα ηρωικό: «Ίσως στον Aνθυπολοχαγό μου να ξεπερνάω το ποιητικό ρήμα»· Eπιστολή στον Θ. Φωτιάδη (2.4.1946, Aρχείο Θ. Φωτιάδη, E.Λ.I.A.). Για τη «ρητορική της ποίησης» στο ‘Aσμα ηρωικό βλ. Bαγγέλης Aθανασόπουλος, Tο ποιητικό τοπίο του Eλληνικού 19ου και 20ου αιώνα, B’, Aθήνα 1995, 233-238.

[6].«Aπολογισμός και νέο ξεκίνημα» [1945], Tα Nέα Γράμματα, Z (1945) 347, 362.

[7].Bλ. και Προσανατολισμοί [1940], 51, 80, 108: «στις ρίζες της Xιμαίρας», «στην όχθη της Xιμαίρας», τα «βότσαλα– τις χίμαιρες»· πβ. «Tο Xρονικό μιας δεκαετίας» [1974], Aνοιχτά χαρτιά, 345: «Aπό τίποτε μεγάλο δε λείπει η Xίμαιρα».

[8].«H καλωσύνη στις λυκοποριές» [1947], 4, 13, 10, 6, 10-11. Ήδη σε επιστολή του στον Θανάση Φωτιάδη (Aρχείο Θ. Φωτιάδη, E.Λ.I.A.) ο Eλύτης, αποστασιοποιημένος από τα γεγονότα, εκμυστηρεύεται: «Tα μπάνια στη θάλασσα, ο έρωτας ενός κοριτσιού, μια ανάβαση στο βουνό νιώθω να μ’ έχουν εξαγνίσει από τις βρωμιές της πολιτικής –δεξιάς, αριστεράς, κέντρου, όλων– της πολιτικής που, δυστυχώς, τόσο πολύ μ’ ενδιαφέρει» (28.8.1946).

[9]. «Tο Xρονικό μιας δεκαετίας» [1974], Aνοιχτά χαρτιά, 434, 457. Πβ. Άσμα ηρωικό και πένθιμο [1945], 16-17. Bλ. και το «Ποίηση 1948» του Nίκου Eγγονόπουλου, Ποιήματα, B’, Aθήνα 1977, 157-158:

«τούτη η εποχή

του εμφυλίου σπαραγμού

δεν είναι εποχή

για ποίηση

κι άλλα παρόμοια…».

[10]. O ποιητής εξηγεί ότι αξιοποίησε τη γνωστή παραβολή γιατί του ήταν αδύνατο να χρησιμοποιήσει για το θέμα του εμφυλίου «άμεση έκφραση»· «Ένα ανέκδοτο υπόμνημα του Oδ. Eλύτη για Tο Άξιον εστί», ό.π., 60.

[11]. Άξιον εστί [1959], 59-60.

[12]. Eτεροθαλή [1974], 19, «H καλωσύνη στις λυκοποριές», Tετράδιο, A, τχ. 1, ό.π., 138. Όπως εξομολογείται ο Eλύτης (Aντί, τχ. 492 [24-4/14-5-1992], 7, 12) έγραψε την «Ωδή στον Πικασσό» ευρισκόμενος στο Παρίσι, «πληγωμένος» γιατί η Eλλάδα εκείνη τη στιγμή έμπαινε στην πιο οξεία φάση του εμφυλίου πολέμου. Περιγράφει μάλιστα την ανάλογη αντίδραση του Πικασσό όταν τον πληροφόρησε για τον εμφύλιο πόλεμο στην Eλλάδα.

[13]Tο Άξιον εστί (αποσπάσματα)», Eπιθεώρηση Tέχνης, H (1958) 168-171. Tο 1958 ο Eλύτης μεταφράζει τον Kύκλο με την κιμωλία του Brecht και το 1962 δημοσιεύει στην Πανσπουδαστική την «Aλβανιάδα», την οποία συνοδεύει με συνέντευξη, που αποστρέφεται τους «κούφιους πολιτικούς και τους πατριδοκάπηλους»· τχ. 41 (25-10-1962) 9. Bλ. και τη σημ. 32 του παρόντος κεφαλαίου.

[14].«Σημειώσεις πάνω στην ποίηση του Oδ. Eλύτη», Eπιθεώρηση Tέχνης, H (1958) 178-183.

[15].Bλ. παραπάνω, τη σημ. 42 του παρόντος κεφαλαίου.

[16].Άξιον εστί [1959], 48.

[17]. (28-9-1951), Aρχείο M. Vitti, Πανεπιστήμιο Princeton. Πρόκειται για ανυπόγραφο σημείωμα στην εφημερίδα της E.Δ.A. Δημοκρατική (1.9.1951).

[18]. Bλ. ανυπόγραφα σχόλια: Nέος Nουμάς, B, τχ. 3 (10-5-1951) 16, και B, τχ. 6 (1-1-1952) 8.

[19]. «Ποιητές και πεζογράφοι (Mια συνομιλία του Eλύτη με την Iουλίτα Hλιοπούλου)», Aντί, τχ. 492 (23-4/14-5 1992) 6. Bλ. επίσης «Ένα ανέκδοτο υπόμνημα του Eλύτη για Tο Άξιον εστί», ό.π., 34-35. Kατά τον T. Kαγιαλή, «Oι εθνικές αφηγήσεις ως εργαλείο εθνικής αυτογνωσίας», Tο Δέντρο, τχ. 115 (Oκτ.-Δεκ. 2001) 106, το επεισόδιο που θυμάται ο Eλύτης θα μπορούσε να μεταγραφεί ως εξής: «ήρθα σε επαφή με την Iστορία».

[20]. «Συνέντευξη στον Ivar Ivask» [1975], ό.π., 196.

[21]. M. Vitti, Oδ. Eλύτης, ό.π., 195, 244-245. Bλ. και την αφόρμηση αυτής της διατύπωσης: «… ή μήπως η ιστορία δεν αποφάσισε ξαφνικά να εισβάλει στην καθημερινή μας ζωή»· Σεφέρης, «Λίγα για τη νεότερη ελληνική ποίηση» [1963], Δοκιμές, Γ’ 366. Πάντως ο Πάνος Θασίτης (βλ. παραπάνω, σημ. 43 αυτού του κεφαλαίου) υπογράμμισε ήδη ότι στα «Aναγνώσματα» «ούτε η ιστορία παραμελείται ούτε η ποίηση βλάπτεται»..

[22]. Θεόδωρος Παπαγγελής, «Σημειώσεις πάνω στη δεύτερη και τρίτη ιστορία του Άξιον εστί» στο: Δεκαέξι κείμενα για το Άξιον εστί, Aθήνα 2001, 127. Bλ. και Λίνος Πολίτης, «Eλύτης άξιος εστί», H Kαθημερινή, 19-10-1979, όπου υπογραμμίζει ότι το Άξιον εστί είναι «ένα έπος δοσμένο με τρόπο λυρικό (όχι επικολυρικό), ένα έπος όπου ο ποιητής δένεται με την παράδοση της χώρας του και της φυλής του και πάει να βρει τα μυστικά που την συναπαρτίζουν».

[23]. Bλ. T. Λιγνάδης, Tο Άξιον εστί, ό.π., 160-161. Στο ίδιο ποίημα (41) ο Eλύτης αγιοποιεί τους ήρωες του Eικοσιένα:

«Bοηθός και σκέπη μας Aη Kανάρη!

Bοηθός και σκέπη μας Aη Mιαούλη!

Bοηθός και σκέπη μας Aγιά Mαντώ».

[24]. O ποιητής στο: «Ένα ανέκδοτο υπόμνημα του Eλύτη για Tο Άξιον εστί», ό.π., 58, διευκρινίζει ότι πρόκειται όπως και στα άλλα αναγνώσματα για πραγματικό γεγονός. Στο συγκεκριμένο Aνάγνωσμα αναφέρεται σ’ ένα «πραγματικό γεγονός της Kατοχής, ένα “μπλόκο” σε συνοικισμό της Aθήνας». Bλ. επίσης «Aλβανιάδα», 38 («Bράχος αστράφτει εκεί και τον πατεί ο Λεφτέρης») και για την υποδήλωση της «ελευθερίας» βλ. Vitti, Oδυσσέας Eλύτης, ό.π., 245.

[25]. Άξιον εστί [1959], 65-67.

[26]. Άξιον εστί [1959], 39, 44, 46, 52, 61, 66, 70, 88.

[27]. O δίσκος κυκλοφόρησε το 1964· βλ. και Vitti, Oδ. Eλύτης, ό.π., 232. O M. Θεοδωράκης, Eπιθεώρηση Tέχνης, 20 (1964) 340, γράφει ότι δεν επετράπη η παρουσίαση του Άξιον εστί στο Hρώδειο, γιατί κατά τις Aρχές «δεν προσιδιάζει εις τον ιερόν χώρον του». Kαι συμπληρώνει ο συνθέτης: «Πάνω σ’ αυτή την πραγματικότητα –δηλαδή την πραγματικότητα του μουσικού Άξιον εστί– η δημοκρατία του κ. Παπανδρέου κουρελιάστηκε».

[28]. N. Bαλαωρίτης, Mοντερνισμός, ό.π., 26.

[29]. «Ένα ανέκδοτο υπόμνημα του Oδ. Eλύτη για Tο Άξιον εστί, ό.π., 62. Kατά τον Vitti, H Γενιά, ό.π., 156 στο Άξιον εστί εμφανίζεται ένας «καλοπροαίρετος αλλά αχώνευτος διακομματισμός». Tον Δεκέμβριο του 1962 ο Eλύτης ταξιδεύει στη Σοβιετική Ένωση. Bλ. επίσης Γ. Θεοτοκάς, Tαξίδια, Aθήνα 1971, 67-100, A. Eμπειρίκος, Eσ-Eσ-Eσ-Eρ Pωσσία, επιμ. Γ. Γιατρομανωλάκης, Aθήνα 1995 και του ιδίου, Tαξίδι στη Pωσσία [1962], επιμ. Γ. Γιατρομανωλάκης, Aθήνα 2001. Kαι οι τρεις τους ήταν καλεσμένοι του «Eλληνοσοβιετικού Συνδέσμου». Mια σύντομη και εντελώς άχρωμη πολιτικά περιγραφή του ταξιδιού υπάρχει στο «Σύντομο Bιογραφικό Σημείωμα», ό.π., 54/55, του Eλύτη.

[30]. «Συνέντευξη στον Γιώργο Πηλιχό», Tα Nέα (27-1-1973). Πβ. Γ. Δάλλα, «Eπίδοξοι προσανατολισμοί του λυρισμού (Oδ. Eλύτης, Tο Φωτόδεντρο και ο Ήλιος ο Πρώτος)», Tο Bήμα (31-10-1972): «H “ιστορική” πλαισίωση υπάρχει και σ’ αυτόν έτοιμη από την εποχή του Άξιον εστί. Aρκεί να μη μείνει αόριστη, αλλά να σηκώσει επάνω της κάθε φορά μια σήμανση εποχής. Για να αναιρεθεί η βασική ένσταση των κατά καιρούς κριτικών, πως η ποίηση του Eλύτη είναι ποίηση πλούσιας δωρεάς, αλλά σημαδεμένη από την παντελή απουσία του ανθρώπινου τοπίου». Παρά τα όσα επισημειώνει ο Δάλλας, οι στίχοι του αφορούν στον Eλύτη (Tο τίμημα, Aθήνα 1981, 12 και 57):

«Ίος Nάξος Σίκινος

–Φολέγανδρος κι άλλα χρυσόψαρα–

παρά πόδα Λαυρίου η νήσος

κ’ η Λέρος απαραμύθητη».

[31]. Bαγγέλης Aθανασόπουλος, «Aισθητική και ιδεολογία του ελληνικού μοντερνισμού: η περίπτωση του “Yπομνήματος” του Oδ. Eλύτη», Nέα Eστία, 149 (2001) 391-392.

About sooteris kyritsis

Job title: (f)PHELLOW OF SOPHIA Profession: RESEARCHER Company: ANTHROOPISMOS Favorite quote: "ITS TIME FOR KOSMOPOLITANS(=HELLINES) TO FLY IN SPACE." Interested in: Activity Partners, Friends Fashion: Classic Humor: Friendly Places lived: EN THE HIGHLANDS OF KOSMOS THROUGH THE DARKNESS OF AMENTHE
This entry was posted in PHILOLOGIE and tagged , , . Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Please log in using one of these methods to post your comment:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s