ERANISTES ETOI POLYMORPHOS (Dlast)


(ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΑΠΟ  05/06/2014)

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β

Η ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΦΥΣΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΗΜΩΝ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

1. Η παρουσίαση της ανθρωπίνης φύσεως του Χριστού μέσα από το  σύγγραμμα «Ερανιστής» του Θεοδωρήτου Κύρου.

Η ορθόδοξη διδασκαλία κυριαρχεί στο κείμενο του Ερανιστή. Υπογραμμίζεται πολλάκις ότι στο πρόσωπο του Χριστού είναι ενωμένες ατρέπτως και ασυγχύτως οι δύο φύσεις Του. Η θεία φύση υπήρχε προαιώνια σε Εκείνον, αφού είναι Θεός, ομοούσιος και συνάρχος, με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα. Η ανθρώπινη φύση λήφθηκε από Εκείνον εν χρόνω εν Πνεύματος Αγίου και Μαρίας της Παρθένου[171].

Ο Θεοδώρητος Κύρου αναλώνεται περισσότερο στην εξέταση της ανθρωπότητας του Χριστού από ότι στη θεότητά Του. Η βαρύτητα στην εξέταση της ανθρωπότητας του Κυρίου οφείλεται στο γεγονός ότι ο Θεοδώρητος αν και άνηκε στην Αντιοχειανή Σχολή δεν είχε υιοθετήσει τα σχετικά με την «επικράτηση» της ανθρωπίνης φύσεως έναντι της θείας κατά την ένωση. Σημειώνει ότι ο Χριστός έγινε άνθρωπος, προσλαμβάνοντας ολόκληρη την ανθρώπινη φύση, και όχι ένα συγκεκριμένο άνθρωπο. Άλλωστε χαρακτηριστικά γράφει: «το άνθρωπος όνομα κοινόν εστι ταυτησί της φύσεως όνομα»[172] και συμπληρώνει: «τον μέντοι άνθρωπον απλώς ακούσας, ουκ εις το άτομον απερείδει τον νουν, αλλά και τον Ινδόν και τον Σκύθην και τον Μασσαγέτην και απαξαπλώς παν γένος ανθρώπων λογίζεται»[173].

Στον Ερανιστή η ανθρώπινη φύση του Χριστού αποκτά ταυτόσημη έννοια με τη λέξη σάρκα. Ο Θεοδώρητος, όταν αναφέρει τη φράση από το κατά Ιωάννην ευαγγέλιον «και ο λόγος σαρξ εγένετο»[174], εξηγεί ότι δεν εννοείται μόνο το εξωτερικό περίβλημα της ανθρώπινης φύσεως αλλά συμπεριλαμβάνεται και η ψυχή[175]. Χωρίς την πρόσληψη πλήρους της ανθρώπινης φύσεως, ο Λόγος δε θα μπορούσε να σώσει το ανθρώπινο φύραμα από τα δεσμά του μισόκαλου δαίμονος και να το απελευθερώσει από την αμαρτία και το θάνατο[176]. Το γένος των ανθρώπων εξαιτίας της παρακοής του πρωτόπλαστου Αδάμ έχασε τα αγαθά της αρχεγόνου καταστάσεως, όπως την αθανασία και κατέστη κοινωνός της αμαρτίας, της φθοράς και του θανάτου. Ο Χριστός ως νέος Αδάμ, με την υπακοή του έδωσε τη δυνατότητα να δικαιωθούν οι άνθρωποι και να αποκτήσουν τη δυνατότητα της αντικειμενικής σωτηρίας[177]. Στο πρόσωπό Του ανακεφαλαιώθηκε η ανθρώπινη φύση[178].

Η ανθρώπινη φύση του Χριστού ήταν όμοια σε όλα με εκείνην των ανθρώπων, χωρίς να έχει καμία αμαρτία ούτε και τη ροπή προς αυτήν. Ο θαυματουργικός τρόπος συλλήψεως του Θείου Λόγου μέσα στη μήτρα της Παρθένου Μαρίας και τη συνεργία του Αγίου Πνεύματος απαλλάσσει τον ενανθρωπήσαντα Υιό του Θεού ακόμα και από το προπατορικό αμάρτημα: « καθαράν σάρκα και αγίαν και άμωμον και αμαρτία πάση γενομένην άβατον εκ παρθενικής μήτρας ανέλαβεν ο Χριστός»[179]. Το αμάρτημα των προπατόρων Αδάμ και Εύα και οι συνέπειες αυτού κληροδοτείται σε κάθε άνθρωπο που γεννιέται[180]. Όσον δε αφορά στη ροπή προς την αμαρτία δεν είναι χαρακτηριστικό της φύσεώς μας αλλά αποτέλεσμα της κακής προαιρέσεως μας[181].

Η θανατική καταδίκη του Αδάμ κληροδοτήθηκε σε όλους τους απογόνους του. Έπρεπε, λοιπόν, ένας νέος Αδάμ να απαλλάξει τους ανθρώπους από το θάνατο. Έτσι ο Χριστός, ως τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος, με την ανάστασή του έσωσε τα έλλογα όντα από τη φυλακή του Άδη, γιατί αφού εξαιτίας του Αδάμ γνώρισαν το θάνατο, έτσι χάρη στο Χριστό λυτρώθηκαν από αυτόν.

Η σωτηρία του ανθρώπου είχε ως προϋπόθεση το τέλειο της ανθρωπίνης φύσεως του Χριστού. Η πρόσληψη της ανθρωπίνης φύσεως από το Λόγο έγινε ατρέπτως και ασυγχύτως. Η εκούσια υποταγή του Χριστού στα αδιάβλητα πάθη της κοπώσεως, της πείνας, της δίψας, της αγωνίας κ.λπ[182]. έγινε για να φανεί το πραγματικό της ενσαρκώσεώς Του.

Τέλος η παράθεση του χωρίου του Κυρίλλου Ιεροσολύμων σχετικά με την ενανθρώπηση του Χριστού υπογραμμίζει με έμφαση τις δύο τέλειες φύσεις Του. Χαρακτηριστικά αναφέρεται: «ούτος ο μονογενής υιος του θεού δια τας αμαρτίας ημών εξ ουρανών κατήλθεν επί της γης, την ομοιοπαθή ταύτην ημίν αναλαβών ανθρωπότητα, και γεννηθείς εξ αγίας παρθένου και αγίου πνεύματος, ου δοκήσει και φαντασία της ενανθρωπήσεως γενομένης, αλλά τη αληθεία· ουδ΄ ώσπερ δια σωλήνος διελθών της παρθένου, αλλά σαρκωθείς αληθώς εξ αυτής, φαγών ως ημείς αληθώς͵ πιών ως ημείς αληθώς, και γαλακτοτροφηθείς αληθώς. Ει γαρ φαντασία ην η ενανθρώπησις, φάντασμα και η σωτηρία. Διπλούς ην ο Χριστός͵ άνθρωπος μεν το φαινόμενον, θεός δε το μη φαινόμενον· εσθίων μεν ως άνθρωπος, αληθώς ως ημείς· είχε γαρ της σαρκός το ομοιοπαθές ως ημείς· τρέφων δε εκ πέντε άρτων τους πεντακισχιλίους ως θεός· αποθνήσκων μεν ως άνθρωπος αληθώς· νεκρόν δε τετραήμερον εγεί ρων ως θεός· καθεύδων εις το πλοίον ως άνθρωπος, και περιπατών επί των υδάτων ως θεός»[183].

2. Χαρακτήρας της ενώσεως των δύο φύσεων

Η ένωση των δύο φύσεων του Χριστού και συγχρόνως τα ιδιώματα της καθεμίας από αυτές αποτελούν ένα από τα κύρια θέματα που διαπραγματεύεται ο Ερανιστής. Κατά την ένωση, δεν έχουμε τροπή ούτε της ανθρώπινης φύσεως σε θεία ούτε το αντίστροφο.

Στόχος του είναι να δείξει ότι έχουμε ένα Χριστό με δύο τέλειες φύσεις. Χωρίς αυτές δε θα μπορούσε να προσφέρει λύτρωση στο λογικό δημιούργημά Του. Όπως ο επιχρυσωμένος άργυρος[184], που αποτελείται από δύο διαφορετικά πράγματα, μοιάζει όμως ως ένα, το ίδιο συμβαίνει και με την ενανθρώπηση του θείου Λόγου.

Ατυχής είναι η παρομοίωση, ο παραλληλισμός της σταγόνος του μελιού, η οποία προσλαμβάνεται από την απέραντο θάλασσα. Οι δύο σταγόνες αν και διαφέρουν στην ποσίτητα και στη γεύση. Η μία είναι γλυκιά και η άλλη αλμυρή. Στην πραγματικότητα όμως: «Ρυτήν γαρ έχουσι και υγράν και ροώδη την φύσιν αμφότεραι· και το είναι δε αυταίς ομοίως κτιστόν͵ και το άψυχον δε ωσαύτως κοινόν»[185]. Ενώ με την ένωσή τους η μία αφομοιώνεται από την άλλη[186]. Αντίθετα η θεία φύση με την ανθρώπινη έχουν διαφορές όπως το άχρονο και άκτιστο της μίας και το κτιστό και η εν χρόνω ύπαρξη της άλλης. Τα ίδια της κάθε φύσεως διατηρούνται με την ένωση. Οι φύσεις όταν ενώθηκαν στο πρόσωπο του Χριστού δεν αφομοίωσε η μία την άλλη. Η ένωση αυτή δεν μπορεί να δοθεί μέσα από κανένα παράδειγμα του ανθρώπινου κόσμου. Άλλωστε ο ανθρώπινος νους είναι περιορισμένος και δεν μπορεί απόλυτα να μιλήσει με παραδείγματα[187] για τον τρόπο της ενανθρωπήσεως του Λόγου, ούτε βέβαια για τη θεία φύση. Σε αυτό το σημείο συνηγορεί με πολλούς πατέρες της Εκκλησίας μας, οι οποίοι αναφέρονται στο ακατάληπτο, απόρρητο της θείας φύσεως όσο και στον τρόπο της εν Αγίω Πνεύματι και Μαρία Παρθένω ενσάρκωση του θείου Λόγου.

Ο Θεοδώρητος όταν κάνει λόγο για την πρόσληψη της σάρκας από τη Θεότητα, τη χαρακτηρίζει τις περισσότερες φορές με τον όρο «ένωσις». Ο χαρακτηρισμός «ένωσις» γίνεται χωρίς χρήση κάποιου επιθέτου η προσδιορισμού, ο οποίος θα εξηγούσε τι είδους ένωση είχαμε. Στο δεύτερο διάλογο μόνο σημειώνει ότι η ένωση των δύο φύσεων είναι φυσική και συμπληρώνει ότι «ακέραια μεμένηκε τα των φύσεων ίδια»[188]. Χρησιμοποιεί το χωρίο του Κυρίλλου με τη φράση «καθ’ υπόστασιν ένωσιν», προφανώς για να δείξει ότι έχει κατανοήσει, έπειτα από χρόνια, ότι ο Κύριλλος δε διδάσκει ότι με την καθ’ υπόσταση ένωση έχουμε τροπή, σύγχυση η κράση των δύο φύσεων. Χαρακτηριστικά ο Κύριλλος στο συγκεκριμένο χωρίο σημειώνει: «Καν ει λέγοιτο τυχόν ηνώσθαι σαρκί καθ΄ υπόστασιν ο μονογενής του θεού λόγος͵ ουκ ανάχυσίν τινα την εις αλλήλας των φύσεων πεπράχθαι φαμέν͵ ούσης δε μάλλον εκατέρας τούθ΄ όπερ εστίν»[189].

Ο Θεοδώρητος σε όλο τον Ερανιστή τονίζει ότι οι δύο φύσεις του Χριστού ενώθηκαν μεταξύ τους ασυγχύτως και ατρέπτως, διατηρώντας η κάθε μία τα δικά της χαρακτηριστικά, χωρίς όμως να δέχεται την ύπαρξη ούτε δύο προσώπων στο Χριστό ούτε φυσικά δύο Υιούς. Ίσως η δυναμική αυτή παρουσίαση από το Θεοδώρητο του τρόπου ενώσεως των δύο εν Χριστώ φύσεων σκοπό είχε να τον απαλλάξει από τη μομφή που είχε δεχθεί ότι νεστοριάνιζε.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Ο Θεοδώρητος καταφέρνει μέσα από τον Ερανιστή να αναπτύξει την ορθόδοξη διδασκαλία του σχετικά με την ενανθρώπιση του Θείου Λόγου. Φυσικά αν και οπαδός της Αντιοχειανής Σχολής δεν παρουσιάζει της ακρότηττες αυτής. Στο συγκεκριμένο έργο σημανιτκή θεωρείται και η αναφορά σε χωρία του Κυρίλλου Αλεξανδρείας. Δεδομένου ότι οι δύο σημαντικοί αυτοί θεολόγοι αρχικά είχαν έρθει αντιμέτωποι, γιατί ο Κύριλλος θεωρούσε ότι ο Θεοδώρητος νεστοριάνιζε, ενώ ο Θεοδώρητος ότι ο Κύριλλος απολλινάριζε, η χρήση των χωρίων του πατριάρχη Αλεξανδρείας φανερώνει την άρση των παρεξηγήσεων μεταξύ τους.

Ο Ερανιστής αποτελεί τη βασική απάντηση του Θεοδωρήτου ότι δεν ακολουθεί τη νεστοριανική διδασκαλία και οποιαδήποτε μομφή σχετικά είχε δεχθεί ήταν έωλη και αβάσιμη.

TELOC

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[171]  «Ὁ γὰρ θεὸς ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς ἐκυοφορήθη ὑπὸ Μαρίας κατ΄ οἰκονομίαν θεοῦ͵ ἐκ σπέρματος μὲν Δαβίδ͵ ἐκ πνεύματος δὲ ἁγίου͵ ὃς ἐγεννήθη καὶ ἐβαπτίσθη͵ ἵνα τὸ θνητὸν ἡμῶν καθαρισθῇ», Aὐτόθι, 9613-15 (=PG 83, 81C).

[172] Aὐτόθι, 6522-26 (=PG 83, 36Α).

[173] Aὐτόθι, 6430-33 (=PG 83, 33C).

[174] Ἰω. 1, 14.

[175] «Κἀγὼ πείθομαι τῇ θείᾳ ταύτῃ διδασκαλίᾳ͵ νοῶ δὲ αὐτὴν εὐσεβῶς͵ ὅτι σάρκα λαβὼν καὶ ψυχὴν λογικὴν λέγεται γεγενῆσθαι σάρξ», Ettlinger, 8825-27 (=PG 83, 69D). Συναφῶς βλ. Αὐτόθι, 8719-21 (=PG 83, 68Α, 69D): «ὅτι καὶ ἐκ σπέρματος Δαβὶδ κατὰ σάρκα βεβλάστηκεν ὁ δεσπότης Χριστός͵ καὶ οὐ σάρκα μόνην͵ ἀλλὰ καὶ ψυχὴν εἶχεν».

[176] «τὴν τῶν ἀνθρώπων πραγματευσάμενον σωτηρίαν», Αὐτόθι, 6932 (=PG 83, 41Β).

[177] «δικαιωθῆναι πολλοὺς καὶ ἀπολαβεῖν τὴν σωτηρίαν», Αὐτόθι, 9811-12 (=PG 83, 85Β).

[178] «τὸν ἀνακεφαλαιούμενον εἰς αὐτὸν ὑπὸ τοῦ θεοῦ πεπλασμένον ἄνθρωπον͵ τὴν αὐτὴν ἐκείνῳ τῆς γεννήσεως ἔχειν ὁμοιότητα… ἀλλ΄ αὐτὸς ἐκεῖνος ἀνακεφαλαιωθῇ͵ τηρουμένης τῆς ὁμοιότητος» Αὐτόθι, 9713-18 (=PG 83, 84Β).

[179] Αὐτόθι,10818-20(=PG 83, 88A).

[180] «τοῦ Ἀδὰμ παραβεβηκότος τὴν ἐντολήν͵ ἀκολουθῆσαι τῷ προγόνῳ τὸ γένος;», Αὐτόθι, 2066-7 (=PG 83, 245D).

[181] «Ἡ ἁμαρτία οὐκ ἔστι τῆς φύσεως͵ ἀλλὰ τῆς κακῆς προαιρέ σεως», Αὐτόθι, 6912-13 (=PG 83, 40D).

[182] «Καὶ τὸν μὲν ἄνθρωπον αὐτοῦ εὐκόλως ἔστι νοεῖν͵ ὅτε πεινᾷ καὶ κοπιᾷ͵ καὶ κάμνων διψᾷ͵ καὶ δειλιῶν φεύγει͵ καὶ προσευχόμενος λυπεῖται͵ καὶ ἐπὶ προσκεφαλαίου καθεύδει͵ καὶ ποτήριον πάθους παραιτεῖται͵ καὶ ἀγωνιῶν ἱδροῖ͵ καὶ ὑπ΄ ἀγγέλου δυναμοῦται»͵ Αὐτόθι, 15620-23

[183] Αὐτόθι, 17711-26 (=PG 83, 204D-205A) Πρβλ. Κυρίλλου Ἱεροσολύμων, Περὶ τῆς ἐκ παρθένου γεννήσεως. Πρβλ. Λουκ. 9,14-16, Ματθ. 14,18-21, Μαρκ. 6, 38-44, Ἰω. 6, 10-13, Ἰω. 11,43, Ματθ.14,25, Ἰω.6,19.

[184] Ettlinger, 9013 (PG 83, 140A).

[185] Αὐτόθι, 14334-1441(=PG 83, 153CD).

[186] Αὐτόθι.

[187] «πολλὰ τῶν κεραννυμένων μὴ συγχεόμενα͵ ἀλλ΄ ἀκραιφνῆ διαμένοντα» Αὐτόθι, 1443-6(=PG 83, 156Α).

[188] Αὐτόθι, 1382-3 (=PG 83, 145Α).

[189] Αὐτόθι, 1822-4 (=PG 83, 212C).

About sooteris kyritsis

Job title: (f)PHELLOW OF SOPHIA Profession: RESEARCHER Company: ANTHROOPISMOS Favorite quote: "ITS TIME FOR KOSMOPOLITANS(=HELLINES) TO FLY IN SPACE." Interested in: Activity Partners, Friends Fashion: Classic Humor: Friendly Places lived: EN THE HIGHLANDS OF KOSMOS THROUGH THE DARKNESS OF AMENTHE
This entry was posted in PHILOSOPHICAL THEMES and tagged , , , , , . Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Please log in using one of these methods to post your comment:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s