Η ΑΜΕΣΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΩΝ ΑΝΑΤΟΛΙΚΩΝ ΡΩΜΑΙΚΩΝ ΦΡΑΤΟΡΙΩΝ (Α)


ΤΟ ΚΙΝΗΜΑ ΤΩΝ ΖΗΛΩΤΩΝ ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Θεολογική και Κοινωνιολογική διερεύνηση

ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Στη μακραίωνη πορεία της χιλιόχρονης ιστορίας της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας
η έννοια των κοινωνικών κινημάτων και εξεγέρσεων δεν ήταν άγνωστη.
Τα κοινωνικά προβλήματα που δεν ήσαν βέβαια ο κανόνας της πολιτικοκοινωνικής
ζωής της αυτοκρατορίας, ήσαν αναμφίβολα ένας αντικειμενικός
παράγων που αποτελούσε πολλές φορές το απαραίτητο υπόστρωμα
ενόπλων ταραχών, εξεγέρσεων και στάσεων, οι οποίες όμως, κατά βάση, οριοθετούνταν
σύμφωνα με θρησκευτικές ή πολιτικές και δυναστικές έριδες.
Ο έντονα κοινωνικός χαρακτήρας της πολιτικής ζωής της αυτοκρατορίας
με βάση τον έκδηλο κρατικοπαρεμβατικό χαρακτήρα της στην οικονομικοκοινωνική
ζωή, απέτρεπε ευκαιρίες παραβατικής ή παρασιτικής συμπεριφοράς
σε βάρος των ασθενέστερων κοινωνικών τάξεων. Λειτουργούσε ανασταλτικά
η δομή της βυζαντινής κοινωνίας σε κάθε είδους προσπάθεια που
σκοπό είχε να αποσαρθρώσει τα θεμέλια της κοινωνίας της. Άλλωστε οι ιδεολογικοί
μηχανισμοί της είχαν διαποτισθεί από την Ορθόδοξη Χριστιανική
ανθρωπολογία προς το δικαιότερο, φιλανθρωπότερο και ειρηνικώτερο. Φεουδαρχικές
και αριστοκρατικές συγγένειες αίματος είναι άγνωστες ως κριτήρια
κοινωνικής ανελίξεως και προόδου του κάθε βυζαντινού πολίτη. Επικρατεί
ένα πνεύμα ισονομίας (όχι ισοπεδωτικής λαϊκιστικής ισότητας) που
με βάση την αξιοκρατία προωθεί και ανταμείβει τους ικανότερους και ενεργητικότερους.
Ο υπερφυλετικός, άλλωστε, οικουμενικός και υπερταξικός
χαρακτήρας της Βυζαντινής κοινωνίας οδηγεί στην κοινωνικά δίκαιη εξέλιξη
της ταξικής κινητικότητας και συνεργασίας. Ούτε δηλαδή η ταπεινή καταγωγή
ούτε η φυλή στάθηκαν εμπόδιο να γίνουν,για παράδειγμα, αυτοκράτορες
ακόμα και απλοί χωρικοί ή στρατιώτες. Χαρακτηριστικά είναι τα  παραδείγματα του Θεοδοσίου Γ’, του Βασιλείου Α’, του Λέοντα Α’, του Ιουστίνου Α’  κ.ά.

Αλλά ποτέ καμμία κοινωνία δέν μπορεί να ισχυρισθεί ότι εφαρμόζει απόλυτα
και βιώνει τον τέλειο ιδεατό τύπο της δικαιοσύνης και της ειρήνης. Ακόμη
και η μοναδική στην ιστορία της ανθρωπότητας περίπτωση χιλιόχρονης
αυτοκρατορίας, η Βυζαντινή Αυτοκρατορία, είχε να αντιμετωπίσει καταστάσεις
που χαρακτηρίζονταν από απλό ξέσπασμα διαμαρτυρίας ή καταστάσεις
με επαναστατικό κινηματικό περιεχόμενο. Τον 14ο αιώνα, όπου ασφαλώς
είναι η χειρότερη πολιτικά περίοδος του Βυζαντίου, έχουμε την πιο
χαρακτηριστική περίπτωση δυναμικής εξεγέρσεως που συγκλόνισε την αυτοκρατορία.
Είναι το Κίνημα των Ζηλωτών στη Θεσσαλονίκη, ένα κίνημα
με έντονο αντιαριστοκρατικό χαρακτήρα και με διάθεση αυτονομήσεως και
ανεξαρτητοποιήσεως από την κεντρική κυβέρνηση της Κωνσταντινούπολης,
χωρίς, όμως, προσπάθεια οριστικής ρήξεως με τους βασιλικούς οίχους της  πρωτεύουσας.
Αν επιχειρούσαμε μια πολύ σύντομη ιστορική αναδρομή στη ζωή της αυτοκρατορίας,
θα παρατηρούσαμε ότι ο αριθμός των κοινωνικών κινημάτων
και εξεγέρσεων είναι αρκετά μικρός1. Δέν μπορεί να χαρακτηρισθεί η κάθε εξέγερση
κίνημα, γιατί αυτές προσδιορίζονταν σαν ξεσπάσματα οργής. Χωρίς
ενιαίο μόνιμο και οργανωμένο χαρακτήρα αντιπαλότητας προς την κεντρική
εξουσία.
Η εκμετάλλευση των φτωχών από ορισμένους μεγαλογαιοκτήμονες και
κρατικούς υπαλλήλους μερικές φορές, αλλά και η βαριά φορολογία που δυστυχώς
ήταν αναγκαία λόγω των πολλών εξωτερικών εχθρών της αυτοκρατορίας,
συνέτειναν σέ σύντομα και πάντως όχι επικίνδυνα ξεσπάσματα ορ-
γής. Ξεσπάσματα χωρίς αναρχοκομμουνιστικό χαρακτήρα και διάθεση μετατροπής
της συστάσεως της κοινωνίας.
Άλλωστε, όπως και προηγουμένως τονίσθηκε, το διοικητικό σύστημα της
αυτοκρατορίας δεν επέτρεπε την δημιουργία μονοπωλιακών γαιοκτημονι-
κών δυνάμεων, διότι η κεντρική διοίκηση και εξουσία είχε απόλυτο έλεγχο,
με εξαίρεση τους τελευταίους αιώνες, επί των τοπικών περιφερειακών δυνάμεων
σε αντίθεση μ’ ότι συνέβαινε στη Δύση, όπου οι τοπικές δυνάμεις των  φεουδαρχών επιβάλλονταν στη κεντρική εξουσία. Αυτός ήταν και ο λόγος
του περιορισμού των κοινωνικών αντιθέσεων άρα και των εξεγέρσεων στη Βυζαντινή
Πολιτεία. Η θετική όμως αυτή κατάσταση δεν συνεχίσθηκε και
στους τελευταίους αιώνες της αυτοκρατορίας, λόγω της αντιμετωπίσεως
πολλών εξωτερικών εχθρών, συρρικνώσεως της εκτάσεως της αυτοκρατορίας,
ελαττώσεως των οικονομικών και στρατιωτικών δυνάμεων και κατ’ επέκταση
αποσυντονισμού της διοικητικής μηχανής του Κράτους.
Ας κάνουμε μια σύντομη ιστορική αναδρομή σε διάφορα γεγονότα εξεγέρσεων
στο χώρο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας2.
Το 390 στη Θεσσαλονίκη συνέβη ίσως η πιο σοβαρή εξέγερση. Ο Θεοδόσιος
Α’ ακολουθούσε τότε φιλογοτθική πολιτική. Οι Γότθοι επεδείκνυαν κακή
συμπεριφορά στους ντόπιους κατοίκους και διάθεση καταπίεσης. Ο λαός
αγανακτισμένος ξεσπά με βίαιο τρόπο, καταλύει κάθε έννοια επίσημης αρχής
και εξουσίας και σκοτώνει ανάμεσα στους Γότθους και πολλούς κρατικούς
υπαλλήλους. Ο Θεοδόσιος απαντά με σκληρό τρόπο και μέσα στον Ιππόδρομο,
αφού συγκέντρωσε τους Θεσσαλονικείς με δόλιο τρόπο, κατασφάζει
χωρίς διάκριση 10.000 πολίτες.

Παρόμοια αντιγοτθική εξέγερση έγινε  αργότερα και στην Κωνσταντινούπολη το 400. Αργότερα σταματά και η  παρουσία των ξένων που προκαλούσε και κινητοποιούσε την λαϊκή αντίδραση.
Στα χρόνια του Ιουστινιανού η πιο σημαντική εξέγερση υπήρξε η “στάση
του Νίκα”. Τα αίτια εδώ ήταν πιο φανερά: η βαριά φορολογία και η καταπίεση.
Η στάση άρχισε από τους Πράσινους μέσα στον Ιππόδρομο με έκφραση
των παραπόνων τους στον Ιουστινιανό. Την επόμενη ημέρα ενώθηκαν
μαζί τους και οι Βένετοι και η επανάσταση ήταν πια γεγονός. Η πόλη παραδόθηκε
στις φλόγες και μόνο το παλάτι έμεινε στα χέρια του αυτοκράτορα.

Οι στασιαστές επευφήμησαν ως αυτοκράτορα τον Υπάτιο, ανηψιό του αυτοκράτορα
Αναστασίου. Τελικά ο Βελισσάριος και ο Μούνδος κυκλώνοντας τον
Ιππόδρομο κατέσφαξαν 30.000 πολίτες, ο δε Υπάτιος εκτελέσθηκε.
Τον 8ο αιώνα στις ανατολικές επαρχίες του Βυζαντινού Κράτους παρουσιάζονται
οι Παυλικιανοί. Μιά θρησκευτική αίρεση που κατέκρινε την εκκλησιαστική
– επισκοπική εξουσία καθώς και την εκκλησιαστική περιουσία.
Εμφανίζονταν ως υπέρμαχοι του ασκητικού κοινοκτημικού ιδεώδους της αρχέγονης
προωτοχριστιανικής κοινότητας.
Η διδασκαλία τους έβρισκε απήχηση κυρίως στους φτωχούς αγρότες και
στα λαϊκά στρώματα της επαρχίας.
Οι Παυλικιανοί τον 9ο αιώνα ανέκτησαν μεγαλύτερη δύναμη. Ήταν  φανερό ότι το κίνημα τους άρχισε πλέον να ανησυχεί σοβαρά την Κωνσταντινούπολη.
Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο κινητοποιήθηκε ο κρατικός μηχανισμός
εναντίον του αιρετικού κινήματος και κατάφερε το αποφασιστικό κτύπημα
επί Τσιμισκή. Τα σπέρματα όμως των ιδεών των Παυλικιανών, παρουσιάστηκαν
και πάλι αργότερα με τους Βογόμιλους. Όπως συνέβη με τους  Παυλικιανούς, και η αίρεση των Βογομίλων απλώθηκε στις βυζαντινές επαρχίες.
0 Αλέξιος Κομνηνός όμως κατέστειλε το κίνημα των Βογομίλων συλλαμβάνοντας
τον ηγέτη τους Βασίλειο.
Τα έτη 820-829 βασίλευε ο Μιχαήλ Β’ ο Τραυλός της δυναστείας των
Ισαύρων. Ένας παλιός του συνεργάτης όμως, ο Θωμάς Σλάβος, επαναστάτησε
εναντίον του διεκδικώντας τον Qpóvo. Η επανάσταση προσέλαβε σύντομα
κοινωνικό χαρακτήρα λόγω της κινητοποιήσεως και της εξεγέρσεως των
φτωχών λαϊκών επαρχιακών στρωμάτων. 0 Θωμάς Σλάβος εμφανίσθηκε ως
ο υπέρμαχος και προστάτης των καταπιεσμένων και κατόρθωσε να παρασύρει
τις λαϊκές μάζες. Η επανάσταση απέτυχε, διότι το λαϊκό στοιχείο εγκατέλειψε
τον αγώνα και ταυτοχρόνως λύθηκε η πολιορκία της Κωνσταντινουπόλεως
που είχε επιχειρήσει για ένα χρόνο (821) ο Θωμάς, ο οποίος και εκτελέσθηκε.
Προσπερνώντας την κοινωνική αντίσταση του λαού της αυτοκρατορίας
κατά την διάρκεια της Φραγκοκρατίας (οι Λατίνοι εξουθένωσαν πλούσιους
και φτωχούς και δεν σεβάσθηκαν τον πολιτισμό της Ανατολής), ερχόμαστε  στο 13ο αιώνα στην.αυτοκρατορία της Νικαίας. Οι Λασκάρηδες επέδειξαν ιδιαίτερα
φιλοκοινωνικά και φιλοαγροτικά συναισθήματα, γεγονός που προκάλεσε
όμως την οργανωμένη αντίδραση της αριστοκρατίας, η οποία εκπροσωπήθηκε
από τον Μιχαήλ Παλαιολόγο.

Μετά το θάνατο του Θεόδωρου Β’ Λάσκαρη (ενός διανοούμενου αυτοκράτορα με εκτίμηση στα μεσαία και λαϊκά  στρώματα), ο Μιχαήλ Παλαιολόγος καταλαμβάνει με πραξικόπημα την  εξουσία. Αυτός και ως αυτοκράτορας της Κωνσταντινούπολης, υποστήριξε  την αριστοκρατορία, αυξάνοντας ταυτόχρονα υπέρμετρα την φορολογία. Το  αποτέλεσμα υπήρξε η εξέγερση ακριτών και αγροτών το 1262 στη Βιθυνία.
Ο Παλαιολόγος σε πρώτη φάση δεν μπόρεσε να αντιμετωπίσει τους επαναστάτες,
πράγμα που κατάφερε όμως αργότερα με δωροδοκίες, καταλύοντας
έτσι την ενότητα των επαναστατών.
Ερχόμαστε στη τελευταία περίοδο της αυτοκρατορίας (14ος αι.) η οποία
χαρακτηρίζεται από δυναστικές διαμάχες και από το αποκορύφωμα
της αντιαριστοκρατικής εξέγερσης, το κίνημα των Ζηλωτών στη Θεσσαλονίκη.
Το όνομα Ζηλωτής δεν ακούσθηκε για πρώτη φορά τον 14ο αιώνα. Οι ιστορικές
αναφορές μας οδηγούν πολύ πίσω στα χρόνια ακόμη του Ιουδαϊσμού
της Παλαιστίνης. Ζηλωτής για τους Εβραίους (όπως και για τον Ισοκράτη,
τον Πλάτωνα, Θουκυδίδη, Αισχίνη κ.λ.π.) εθεωρείτο εκείνος που έδειχνε
ιδιαίτερο ζήλο για την πραγμάτωση κάποιου στόχου.
Για του Εβραίους, Ζηλωτής εθεωρείτο εκείνος που έδειχνε ιδιαίτερο ζήλο
για το ναό, τη λατρεία του Θεού και τον εθνικοθρησκευτικό νόμο. Οι Ζηλωτές
στην ιστορία των χρόνων της Κ. Διαθήκης είναι γνωστοί ως εκπρόσωποι
του εθνικοθρησκευτικού μεσσιανισμού που δεν διέκρινε μεταξύ κοσμικής
και πνευματικής εξουσίας. Η φράση “ουδείς Κύριος ημών πλην Θεοϋ”, δεν
είχε γι’ αυτούς πνευματικό περιεχόμενο αλλά κοσμικό.

Ήταν μια φράση μ’έντονο επαναστατικοπολιτικό περιεχόμενο κυρίως εναντίον των Ρωμαίων.
Με βάση αυτές της προϋποθέσεις μπορεί κανείς να εξηγήσει την πεποίθηση
τους ότι το μέλλον του Έθνους εξαρτιόταν από τον ενεργό και βίαιο εθνικισμό.
Οι απόψεις τους ήσαν απόψεις που ειδωλοποιούσαν και απολυτοποιού-
σαν την πολιτική εξουσία και τις μεθόδους της, χαρακτηριστικό γνώρισμα  που απαντάται και, στην βίαιη εξέγερση των Ζηλωτών της Θεσσαλονίκης μ’
όλες ασφαλώς τις διαφορετικές θρησκευτικοδογματικές προϋποθέσεις3.
Ζηλωτές όμως συναντώνται και στην πρώιμη Βυζαντινή περίοδο. Επρόκειτο
για ομάδες Χριστιανών χωρίς ιδιαίτερη οργάνωση. Στο τέλος του Δ’
αιώνα παρατηρούνται βίαιες ενέργειες χριστιανών Ζηλωτών εναντίον ειδωλολατρικών
ναών. Είχαν προηγηθεί όμως τα διατάγματα του Θεοδοσίου Α’
“περί απαγορεύσεως της Εθνικής θρησκείας”.
Στην περίοδο της εικονομαχίας εμφανίζονται μεταξύ των Ορθοδόξων οι
Ζηλωτές, οι οποίοι αντιμετώπισαν τους εικονομάχους με ιδιαίτερο σθένος
και αυταπάρνηση. Είναι χαρακτηριστική η διάθεση τους για ολοκληρωτική
άρνηση κάθε είδους συμβιβασμού με τους εικονομάχους. Οι Ζηλωτές διαμαρτύρονταν
έντονα για τη συγχώρηση και επαναφορά των εικονομάχων
μητροπολιτών στους παλιούς επισκοπικούς θρόνους.
Τον 12ο αιώνα συναντάμε και πάλι τους Ζηλωτές. Αυτή τη φορά οι εξελίξεις
έχουν πιο φανατικό και πολιτικό χαρακτήρα. Το ιδιαζόντως αρνητικό
στοιχείο στη περίπτωση του 13ου αιώνα είναι ότι οι αρνητικές εξελίξεις σε
σχέση με τους Ζηλωτές επισυμβαίνουν στους κόλπους της Εκκλησίας, με την
μορφή ενός είδους σχίσματος. Οι θρησκευτικοί αυτοί Ζηλωτές δίκαια ζητούσαν τον περιορισμό της επεμβάσεως του αυτοκράτορα στα εκκλησιαστικά
ζητήματα, όπως επίσης δίκαια αντιδρούσαν στην πολιτική του Μιχαήλ να
προχωρήσει σε υποταγή της Ορθόδοξης Εκκλησίας στη Δυτική σύμφωνα με
την ενωτική πολιτική του. Άδικα όμως επέμεναν στην άρνηση τους για κάθε
είδους συνεργασία με την κοσμική εξουσία όπως άδικα τασσόμενοι στο πλευρό
του εκθρονισθέντος από τον πατριαρχκό θρόνο Αρσενίου, δημιούργησαν
Εκκλησιαστικοπολιτικό^κόμμα^ε ανταγωνιστική βάση με την επίσημη πολιτεία
και εκκλησία. Η άτεγκτη στάση τους και συμπεριφορά των Ζηλωτών
(Αρσενιατών) τους ώθησε να συμμετέχουν σε μυστικές συνωμοσίες εναντίον
αυτοκρατόρων (Ανδρόνικος Β’) καθιστώντας έτσι την θρησκευτική τους πίστη
αντικείμενο μικροπολιτικών διενέξεων και διαμαχών. Το κίνημα των
Αρσενιατών4 στηριζόμενο στα χαμηλά κοινωνικά στρώματα αλλά και σε αντιπροσώπους
της αριστοκρατίας υπήρξε κατ’ αρχάς κίνημα αντεξουσιαστι-
κής κατευθύνσεως. Κατά τον 14ο αιώνα όμως οι Ζηλωτές εμφανιζόμενοι με
κοινωνικοπολιτικό κυρίως πρόσωπο, χωρίς να αφίστανται των θρησκευτικών
τους πιστεύω, επεδίωξαν με την επανάσταση στη Θεσσαλονίκη να καταλάβουν
την τοπική εξουσία της Θεσσαλονίκης, στηρίζοντας ταυτόχρονα τον
Ιωάννη Παλαιολόγο ως αυτοκράτορα Κωνσταντινουπόλεως. Είχε προηγηθεί
βέβαια η αποκήρυξη της ενώσεως της Λυών και ο θρίαμβος της Ορθοδοξίας
στα τέλη του 13ου αιώνα, γεγονός που προσέφερε αυξημένα πολιτικά οφέλη
στη θρησκευτικοπολιτική παράταξη των Ζηλωτών, ούτως ώστε αυτοί με αυ-
ξημένο^ομματικό>^κύρος να παρέμβουν στις μελλοντικές εξελίξεις του 14ου
αιώνα στη Θεσσαλονίκη.
Επιχειρώντας μια γενική και συνοπτική θεώρηση των ιδεολογικών ρευμάτων
της Παλαιολόγειας εποχής, της τελευταίας περιόδου της Βυζαντινής
Αυτοκρατορίας στην οποία εντάσσεται και το υπό μελέτη θέμα, θα τονίσουμε
τα εξής χαρακτηριστικά. Μετά την κατάληψη της βυζαντινής πρωτεύουσας
από τους Φράγκους το 1204 επιχειρείται μια συστηματική προσπάθεια συγκεντρώσεως
όλου του πνευματικού πλούτου και πολιτισμού ώστε να διασωθεί η ακεραιότητα της ιδιοπροσώπίας της Ελληνικής Αυτοκρατορίας. Σε  αρκετά περιφερειακά κέντρα όπως στη Νίκαια, Θεσσαλονίκη, Γιάννενα,Τραπεζούντα, Μυστρά, παρατηρούνται προσπάθειες δημιουργίας εστιών αντιστάσεως  απέναντι στους ξένους κατακτητές, καθώς και εστίες πνευματικής  ανασυγκρότησης που διασώζουν τον ελληνικό χαρακτήρα της Αυτοκρατορίας  ο οποίος οριοθετείται στη δημιουργική συνύπαρξη του υγιούς κλασσικού  πνεύματος με το Χριστιανισμό.
Το 1261 ο Μιχαήλ Η’ ανακαταλαμβάνει την Κωνσταντινούπολη και φιλοδοξεί
πλέον την επανασύσταση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, η οποία
ανέκαθεν οριοθετείτο από τις αρχές του Ρωμαϊκού Imperium, της αρχαιοελληνικής
γλώσσας και της Ορθοδοξίας. Οι αρχές όμως αυτές που είχαν την
αναφορά τους στην επουράνια “Βασιλεία του Θεοϋ” – η θεϊκή τάξη ήταν πάντοτε
το πρότυπο μιμήσεως της Βυζαντινής χριστιανικής Αυτοκρατορίας –
δεν αποτελούσαν τον ασφαλή οδηγό της πολιτικής των Παλαιολόγων αυτοκρατόρων
5. Η αρνητική αυτή εξέλιξη συνέβαινε διότι οι Παλαιολόγοι δεν
δίσταζαν στο όνομα της πολιτικοστρατιωτικής αρωγής από τη Δύση να
προσφέρουν ως αντάλλαγμα την ακεραιότητα της Ορθοδοξίας. Στην αγωνία
τους να υπερασπίσουν την δύναμη της Αυτοκρατορίας από τους εξωτερικούς
της αντιπάλους (Φράγκοι, Σέρβοι, Βούλγαροι, Τούρκοι) εφήρμοζαν ενωτική
πολιτική υποχωρητικού συμβιβασμού προς όφελος της Δυτικής Εκκλησίας,
η οποία με βάση της μεγαλοϊδεατικές παποκαισαρικές της τάσεις, φιλοδοξούσε
να υπερκαλύψει τον χώρο της Βυζαντινής Ανατολής.
Στις αρνητικές αυτές εξωτερικές εξελίξεις έρχονται να προστεθούν και οι
εσωτερικές εγγενείς αδυναμίες οι οποίες έβαιναν αυξανόμενες στα τελευταία
χρόνια της αυτοκρατορίας6. Επί Παλαιολόγων επικρατεί καθεστώς οικογενειοκρατίας και αναξιοκρατίας. Είναι έντονο το φαινόμενο των αποσχιστικών τάσεων σε βάρος της κεντρικής διοικήσεως, ενώ παρατηρείται ταυτόχρονα  το φαινόμενο της παρακμής της ελεύθερης γεωργίας και της μετακίνησης  μεγάλων πληθυσμιακών συνόλων προς τις πόλεις. Τα έσοδα του κράτους  μειώνονται, ενώ ο στρατός αποδυναμώνεται.
Την εποχή αυτή αφυπνίζεται η εθνική συνείδηση της αυτοκρατορίας, και
δεν είναι γι’ αυτό τυχαίο το γεγονός της χρησιμοποιήσεως της λέξεως “”Έλ-
λην” από πολλούς λογίους της περιόδου αυτής.

Η λέξη “Έλλην” σήμαινε  βέβαια πάντοτε από θρησκευτικής πλευράς τον “εθνικό” τον “ειδωλολάτρη”,αλλά ο Βυζαντινός ιδιαίτερα την τελευταία αυτή περίοδο με τη λέξη αυτή  αισθανόταν την ισχυρή αδελφική συγγένεια με τους παλαιούς Έλληνες7.
Ήδη από τις αρχές του 12ου αιώνα ο Ιωάννης Τζέτζης, αργότερα ο Ευστάθιος
Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης εύρισκαν τον χρόνο και τη διάθεση να
ασχοληθούν με τα κλασσικά ελληνικά γράμματα. Στο τέλος του αιώνα
(12ου) ο Μιχαήλ Ακομινάτος Μητροπολίτης Αθηνών άριστος γνώστης των
Ελληνικών, αιθανόταν ιδιαίτερη τιμή λόγω της αδελφικής συγγένειας με
τους Έλληνες.
Ο αυτοκράτορας Μιχαήλ Η’ σ’ ένα σπουδαίο λόγο που εκφώνησε λίγες
ημέρες πριν από τη θριαμβευτική του είσοδο στη Κωνσταντινούπολη, τόνισε
ότι οι Έλληνες από τά βάθη των αιώνων ήταν προικισμένοι από το Θεό να
είναι οι ηγέτες της Ευρώπης και της Ασίας. Ήδη λίγο πρωτύτερα ο Θεόδωρος
Β’ Λάσκαρης ονομάζει την αυτοκρατορία “Ελληνικόν”, και “Ελλάδα”.
Στα 1348 ένας διακεκριμένος λόγιος της Θεσσαλονίκης ο Νικόλαος Κα-
βάσιλας στον πανηγυρικό λόγο που έγραφε για τον Άγιο Δημήτριο περιγράφει
τη Θεσσαλονίκη ως εστία των Ελλήνων της εποχής του.

Ο Δημήτριος Κυδώνης κάνει χρήση του όρου “Ελλάς”, και ο Ιωάννης
Αργυρόπουλος στα 1440 γράφει για την ελευθερία της “Ελλάδος” σε επιστολή
που απευθύνει στον Ιωάννη τον Η’, “βασιλέα της Ελλάδος”. Η περίπτωση
του Πλήθωνα είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα ελληνομάθειας αλλά
και ελληνολατρείας. Ο πλατωνικός Πλήθων έφθασε στο σημείο να μιλά
για αναβίωση της παγανιστικής θρησκείας προκαλώντας έτσι σκανδαλισμό
με τις απόψεις του. Σκανδαλισμό επίσης προκάλεσε και ο μαθητής του Βησσαρίωνας,
ονομαστός δάσκαλος της ελληνικής φιλοσοφίας, με την απόφαση
του να προσχωρήσει στη Λατινική Εκκλησία. Ο στυλοβάτης της Ορθοδοξίας
Μάρκος Ευγενικός και ο μαθητής του, πρώτος πατριάρχης του υπόδουλου
γένους Γεννάδιος Σχολάριος αποτελούν τη ζωντανή συνέχεια της Ορθόδοξης
πολιτιστικής παρακαταθήκης που γνωρίζει να χρησιμοποιεί ασφαλώς τον
λεκτικό και φιλοσοφικό πλούτο της αρχαιοελληνικής κληρονομιάς, προκειμένου
να περιγράψει και να διατυπώσει τα χριστιανικά δόγματα.
Θα έπρεπε ίσως να αφιερωνόταν ειδικό κεφάλαιο για να περιγράψει κανείς
την σημασία των ησυχαστικών ερίδων8 που συνέπεσαν την ίδια περίοδο   με το κίνημα των Ζηλωτών. Χωρίς να υπάρχει καμμία αιτιώδης σχέση των  δυο γεγονότων λόγω της χρονικής τους συμπτώσεως, οφείλουμε να τονίσουμε  ότι η επικράτηση του Γρηγορίου Παλαμά επί του Βαρλαάμ Καλαβρού εσήμανε και την πνευματική επικράτηση του ασκητικού ιδεώδους του Ορθοδόξου  Ανθρωπισμού επί του διανοητικού μυστικισμού του Δυτικού Ουμανισμού,προβληματισμοί που για τους Ζηλωτές δεν ήταν χωρίς σημασία γεγονός  ίσως που δεν τους εμπόδισε να λάβουν, για λόγους που θα αναλυθούν, α-
ντιησυχαστική στάση.
Η Θεσσαλονίκη την περίοδο αυτή διαθέτει κοσμική (διοικητής) και εκκλησιαστική
εξουσία (αρχιεπίσκοπος). Στην πόλη επικρατεί και μιά τρίτη,όχι ανταγωνιστική εξουσία. Είναι η κοινοτική εξουσία, ή δημοτική, η οποία  διαθέτει μεγάλη δύναμη, γιατί έχει “βαθύτατες ρίζες στο παρελθόν ως την  ελληνιστική και ρωμαϊκή εποχή, διασώζει κατά παράδοση παλαιά προνόμια  και δικούς της τοπικούς νόμους σύμφωνα με τους οποίους απονέμεται και η  δικαιοσύνη – ένα κοινωνικό φαινόμενο που παρατηρείται έντονα σ’ όλες τις  ελληνικές κοινότητες, ιδίως κατά την διάρκεια της τουρκοκρατίας”9.

Η ταξική διαστρωμάτωση της πόλης χαρακτηρίζεται από 1) τους δυνατούς
(πλούσιοι, ευγενείς), 2) κληρικούς, 3) μέσους και τους 4) φτωχούς (δήμος).
Η Θεσσαλονίκη θα αναγκασθεί μόνη της πολλές φορές ν’ αντιμετωπίσει τους
εξωτερικούς της εχθρούς κυρίως από Βορρά, στηριζόμενη στις δικές της
διοικητικές και στρατιωτικές της δυνάμεις, περιορίζοντας βαθμιαία την επαφή
της με την κεντρική εξουσία. Κατ’ αυτόν τον τρόπο αναζωογονήθηκαν
οι κοινοτικοί της θεσμοί με έκδηλο όμως τον αριστοκρατικό χαρακτήρα, εφόσον
την πρωτοβουλία της άμυνας την αναλαμβάνουν οι δυνατοί10, και όχι
οι ασθενέστεροι οικονομικά. Δυστυχώς σε περιπτώσεις κινδύνων και έσχατης
ανάγκης παρατηρείται το κοινωνικό φαινόμενο της διευρύνσεως της αποστάσεως
μεταξύ των ισχυρότερων και ασθενέστερων κοινωνικών τάξεων.
Αλλά η Θεσσαλονίκη εκτός από τον τομέα του πολιτικοκοινωνικού καθεστώτος
της και των γραμμάτων, διακρίθηκε επίσης στην τέχνη, στην αρχιτεκτονική
και ζωγραφική. Είναι γνωστή η προσωπικότητα του ζωγράφου Μα-
νουήλ Πανσέληνου πού διακρίνεται για τον χαρούμενο και φωτεινό τόνο των
τοιχογραφιών του. Η ακτινοβολία της ζωγραφικής της μακεδόνικης πρωτεύουσας
διαπιστώνεται αργότερα σ’ άλλα κέντρα της Μακεδονίας, όπως
στη Βέροια, Καστοριά, Αχρίδα, Άγιον Όρος.
Σύμφωνα με τον Α. Ξυγγόπουλο11, ο Νεοελληνικός Ουμανισμός ο οποίος
αναπτύσσεται κατά την παλαιολόγεια περίοδο, αντικατοπτρίζεται και στην
τέχνη. Ενώ πρωτύτερα η εικόνα ήταν αντικείμενο λατρείας με τα ασκητικά  και πνευματικά της χαρακτηριστικά, τώρα γίνεται αντικείμενο με χαρακτήρα  αυτόνομου έργου τέχνης.
Θα ολοκληρώσουμε την παρουσίαση της παλαιολόγειας “αναγέννησης”
ή “τελευταίας Βυζαντινής αναγέννησης”,· με την αναφορά ονομάτων λογίων
της Θεσσαλονίκης που δεν αναφέρθηκαν πρωτύτερα, όταν γινόταν λόγος για
την εθνική αφύπνιση των Βυζαντινών την περίοδο αυτή. Ονομαστοί λόγιοι
της εποχής υπήρξαν ο Θωμάς Μάγιστρος, ο μαθητής του Τρικλίνιος, ο Νικηφόρος
Χούμνος, ο Θεόδωρος και Νικηφόρος Κάλλιστος Ξανθόπουλος, ο  νομικός Κωνσταντίνος Αρμενόπουλος, ο μοναχός Ματθαίος Βλαστάρης κ.α.
Παρατηρούμε λοιπόν ότι ενώ την περίοδο των Παλαιολόγων η αυτοκρατορία
χάνει τις εδαφικές της εκτάσεις, την μία μετά από τήν άλλη με συνακόλουθο
το φαινόμενο πολιτικής παρακμής και αστάθειας, ωστόσο όμως η  πνευματική ακτινοβολία της Θεσσαλονίκης εξακολουθεί να υφίσταται. Άλλη  μία απόδειξη της ανεξαρτησίας και ελευθερίας του αδούλωτου ελληνικού  πνεύματος, που δεν προκαθορίζεται ή εγκλωβίζεται από τις καταθλιπτικές  συνθήκες της αρνητικής περριρέουσας ατμόσφαιρας.
Υπό αυτές τις πνευματικές και πολιτικοκοινωνικές συνθήκες παρουσιάζεται
στη Θεσσαλονίκη το κίνημα των Ζηλωτών (1341-1347), το οποίο η  παρούσα μελέτη φιλοδοξεί να παρουσιάσει ιστορικά αλλά κυρίως θεολογικά  και κοινωνιολογικά. Θα επιχειρηθεί επομένως να διερευνηθεί το πρόβλημα  της βίας και της επανάστασης και από θεολογική πλευρά με βάση τα θεολογικά  και πατερικά δεδομένα της εποχής, θα επιχειρηθεί επίσης να προσδιορισθεί   από κοινωνιολογικής πλευράς ο κοινωνικός χαρακτήρας του κινήματος,η πιθανή πολιτική οριοθετήτησή του, οι σχέσεις κρατικής εξουσίας και  τοπικής κοινωνίας επίσης με βάση τα κοινωνικά χαρακτηριστικά της περιρρέουσας  ατμόσφαιρας της εποχής, το πρόβλημα του οχλοκρατικού χαρακτήρα
της επανάστασης με βάση τα δεδομένα της κοινωνικής ψυχολογίας.

(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΩΤΣΙΟΠΟΥΛΟΣ

Μετά το πέρας των σπουδών μου στον Ιστορικό Κλάδο του Μεταπτυχιακού
Τμήματος της Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ., μου δόθηκε η ευκαιρία να μελετήσω αναλυτικότερα θέματα και προβλήματα της Βυζαντινής Ιστορικής  και Πατερικής Παραδόσεως μας.
Καρπός των ενδιαφερόντων μου αυτών υπήρξε η παρούσα σχετικά με το  Κίνημα των Ζηλωτών μελέτη εξ’ απόψεως Ιστορικής, Θεολογικής και Κοινωνιολογικής,
η οποία αποτελεί και τη διδακτορική μου διατριβή.
Από τη θέση αυτή επιθυμώ να εκφράσω τις ευχαριστίες μου στον Σύμβουλο  Καθηγητή μου, Πρωτοπρεσβύτερο του Οικουμενικού Θρόνου Π. Θεόδωρο  Ζήση για την φροντίδα και το ενδιαφέρον που επέδειξε καθ’ όλη την  πορεία της εργασίας μου, καθώς και στα μέλη της Τριμελούς Επιτροπής  Καθηγητές κ. Αντώνιο Παπαδόπουλο και Βασίλειο Φανουργάκη για τις  συμβουλές και παραινέσεις τους.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Για το ζήτημα αυτό βλ. Patricia Karlin – Hayter, “Factions, Riots and Acclamations”,
Studies in Byzantine Political Histrory, Variorum Reprints, London 1981, σ.σ. 1-10

2. Δεν θα έπρεπε να παραλειφθεί η μελέτη του Αλέξη Σαββίδη, Βυζαντινά στασιαστιχά
και αυτονομιστικά κινήματα στα Δωδεκάνησα και στη Μικρά Ασία 1189-1240 μ.Χ., εκδ.
Δόμος 1987, η οποία διακρίνει μεταξύ στασιαστικών κινημάτων που στρέφονται κατευθείαν εναντίον της κεντρικής εξουσίας και αυτονομιστικών κινημάτων που δεν αναγνωρίζουν την νομιμότητα  διαδοχής μιας δυναστείας. Του ιδίου, Μελετήματα Βυζαντινής προσωπογραφίας  και τοπικής ιστορίας, εκδ. Ηρόδοτος, Αθήνα 1992, σ.σ.39-52.

3. Το κόμμα των Ζηλωτών ήταν ο κύριος υποκινητής στάσεων ιδίως στην Γαλιλαία, όπου  ήταν η έδρα τους. Από τις μεγαλύτερες στάσεις, ήταν το 6 μ.Χ., το 41 μ.Χ., το 66 μ.Χ. και το  133-135 μ.Χ. Περισσότερα για τους Ζηλωτές της Παλαιστίνης στην Κ. Διαθήκη, βλ. Ι. Καραβιδόπουλου, “Φαρισαίοι”, Θ.Η.Ε. 2, 998-999. Αντωνίου, Μητροπολίτου Σισανίου και Σιατίστης, “Ο Ιησούς οι μαθηταί του και η κίνησις των Ζηλωτών”, Χαριστείον Σεραφείμ Τίχα, Θεσσαλονίκη 1984, σ.σ. 231-262. Είναι γνωστή η διήγηση της Κ. Διαθήκης για την προσπάθεια  των Ζηλωτών να προσεταιρισθούν τον Ιησού ο οποίος όμως αρνήθηκε να ενταχθεί στο  κόμμα τους, γιατί ήταν τελείως διαφορετικές οι προϋποθέσεις της διδασκαλίας του απ’ αυτές  της διδασκαλίας των Ζηλωτών. Ο Ιησούς δεν προσπάθησε ν’ αλλάξει τον κόσμο στηριγμένος στη θεοκρατική βιαιότητα ή στην κομματική αντιπαλότητα. Ο πνευματικός χαρακτήρας της
διδασκαλίας του, δεν ήταν μέσο επιλύσεως κοινωνικοοικονομικών προβλημάτων και δεν αποτελούσε  διαιρετική αλλά ενοποιό δύναμη. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο ο Ιησούς κρίνεται ως ειρηνικός  επαναστάτης και όχι ως αυταρχικός και βίαιος ηγέτης, με αποτέλεσμα τη διδασκαλία  περί της διακρίσεως αλλά και της συνεργασίας μεταξύ της κοσμικής και εκκλησιαστικής εξουσίας  (“Άπόδοτε τά τοϋ Καίσαρος τω Καίσαρι καί τά τοϋ Θεοϋ τω Θεώ”).

4. Πα τους Αρσενιάτες Ι. Συκοντρή “Αρσενιάτες”, Ελληνιχά2 (1929) 267-332 και 3
(1930) 15-44. Π. Νικολόπουλου, “Ανέκδοτον Αρσενιατικόν δοκίμων υπέρ των σχιζομένων”,Επετηρίδα Εταιρείας Βυζαντινών Σπουδών 48 ( 1990-1991 ) 164-283.

5. J. Meyendorff, Βυζάντιο χαι Ρωσία, σ.σ. 35-37. Βλ. Φειδά, Βυζάντιο, Βίος – Θεσμοί –
Κοινωνία – Τέχνη, σ.σ. 110-125. St. Runsiman, η Βυζαντινή θεοκρατία, σ.σ. 10-60. Ε. Αρ-
βελέρ, Πολιτική ιδεολογία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Κ. Γιαννακόπουλου, Βυζάντιο  και Δύση, σ.σ. 75-77.
6. Για το ζήτημα αυτό βλ. Απ. Βακαλόπουλου, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, σ.σ. 102-
106. Βλ. ΦειΒά, Βυζάντιο, σ.σ. 177-185, Ι. Καραγιαννόπουλου, Το Βυζαντινό Κράτος Α’,
κρατική οργάνωση – κοινωνική δομή, σ.σ. 50-60, 131-133, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους,τ. Θ’, σ.σ. 214-228, G. Ostrogorsky, Ιστορία του Βυζαντινού Κράτους, τ. 3, σ.σ. 169-173, D.Zakynthinos, Crise monétaire et économique à Byzance du XHIe au XVe siècle, Athens 1948,P. Charanis, “Economical factors in the decline of Byzantine Empire”, Journal of Economic  History, 13(1953) 400-424.
7. N. Wilson, Οι Λόγιοι στο Βυζάντιο, εκδ. Καρδαμίτσα 1991. 0 συγγραφέας δίνει αναλυτική  εικόνα των λογίων που ασχολήθηκαν με τα ελληνικά γράμματα στο Βυζάντιο, τονίζοντας  ασφαλώς την Παλαιολόγεια Αναγέννηση.

8. Σχετικά με τον ησυχασμό και τον εκπρόσωπο του αγ. Γρηγόριο Παλαμά βλ. το βιβλίο
του J. Meyendorff, Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς και η Ορθόδοξη Μυστική παράδοση,
μτφρ. Ελ. Μάϊνας, Αθήνα, 1983. Του ιδίου, Byzantine Hesychasm, Variorum Reprints, London  1974. Π. Χρήστου, Θεολογικά Μελετήματα 3: Νηπτικά και Ησυχαστικά, Θεσσαλονίκη, 1977. Θεοκλήτου μονάχου Διονυσιάτου, Αθωνικά Άνθη, Αθήναι, 1962. Πρεσβ. Ιω. Ρωμανίδου, Το προπατορικός αμάρτημα, Αθήναι, 1957. Του ιδίου, Notes on the Palamite controversy and related topics, The Greek Orthodox Theological Review 6/1960-61, σ. 186-205, 9/1963-64, σ. 225-270. Γ. Μαντζαρίδου, Η περί θεώσεως τον ανθρώπου διδασκαλία  Γρηγορίου του Παλαμά, Θεσσαλονίκη, 1963. Γρηγορίου του Παλαμά Συγγράμματα, επιμέλεια  Παναγ. Κ. Χρήστου, τόμος Α’, 1962 (εκδίδουν B.Bobrinskoy, Π. Παπαευαγγέλου, J.Meyendorff, Π. Χρήστου)· τόμος Β’, 1966 (εκδίδουν Α. Κοντογιάννης, Β. Φανουργάκης)· τόμος  Δ’, 1988 (εκδίδουν Π. Χρήστου, Β.Φανουργάκης, Β. Υευτογκάς). Πανηγυρικός τόμος  εορτασμού της εξακοσιοστης επετείου του θανάτου του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, Θεσσαλονίκη,
1960. Γ. Μαντζαρίδου, Παλαμικά, Θεσσαλονίκη, 1973. Ιερομ. Αμφ. Ράντοβιτς,
Το Μυστήριον της Αγίας Τριάδος κατά τον άγιον Γρήγορων Παλαμά, Θεσσαλονίκη, 1973.
Α. Παπαδόπουλου, Πνευματολογία εις τον ησυχασμόν του αγίου Γρηγορίου Παλαμά, “Γρηγόριος ο Παλαμάς” 54/1971, σ. 54-70. Θεοκλήτου Διονυσιάτου, Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, Θεσσαλονίκη, 1976. Α. Κεσελόπουλου, Πάθη και αρετές στη διδασκαλία του αγίου  Γρηγορίου Παλαμά, Θεσσαλονίκη, 1982. Ιω. Ρωμανίδου, Εισαγωγικά σημειώματα στον τόμο  Ρωμαίοι η Ρωμηοί Πατέρες της Εκκλησίας Ι, Γρηγορίου του Παλαμά Έργα 1, Θεσσαλονίκη,1984, Πρακτικά θεολογικού Συνεδρίου εις τιμήν του εν αγίοις πατρός ημών Γρηγορίου  αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης του Παλαμά (εκδ. Ι. Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης),θεσσαλονίκη, 1986. Δ. Τσελεγγίδη, Χάρη και ελευθερία κατά την πατερική παράδοση του  ΙΔ’αιώνα, Θεσσαλονίκη, 1987. Δ. Τσάμης, Β. Τευτογκάς και Δ. Καϊμάκης στη σειρά “Θεσσαλονικείς  Βυζαντινοί Συγγραφείς” του Κέντρου Βυζαντινών Ερευνών εκδίδουν τα έργα άλλων  ησυχαστών. θ . Ζήση, ΆγιοςΓρηγόριος ο Παλαμάς, Αθήνα 1985.
9. Απ. Βακαλόπουλου, “Γενική θεώρηση της παλαιολόγειας εποχής στη Θεσσαλονίκη”,
Κέντρο Ιστορίας Θεσσαλονίκης του Δήμου Θεσσαλονίκης. Επιστημονικό Συμπόσιο, Παλαιολόγειος Εποχή, θεσσαλονίκη 1989, σ. 45. Στα πλαίσια της κοινοτικής εξουσίας το 1329 ο  αυτοκράτορας Ανδρόνικος Γ’ καθιέρωσε το θεσμό των “καθολικών κριτών των Ρωμαίων”. Οι  δικαστές αυτοί ήταν τέσσερις, από τους οποίους ο ένας επίσκοπος και αρχικά δίκαζαν όλοι μαζί.
Ο δικαστικός αυτός σχηματισμός διατηρήθηκε μέχρι την Άλωση και μάλιστα επεκτάθηκε  και στις επαρχίες, με την εγκατάσταση εκεί τοπικών “καθολικών κριτών”. Ε. Schilbach, “Die  Hypotyposis der καθολικοί κριταί των Ρωμαίων vom Juni 1 3 9 8 (?)”.Byzantinische  Zeitschrift 61 (1968) 44-70, Σ. Τρωϊάνος, Η θέση του  Νομικού’/Διχαστή στη Βυζαντινή Κοινωνία, Εκδ. Ίδρυμα Γουλανδρή-Χόρν, Αθήνα 1993, σ.σ. 46,47.
10. ό. π. Επίσης Αγγελικής Χατζημιχάλη, “Μορφές από την σωματειακή οργάνωση των
Ελλήνων στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Οι συντεχνίες – τα ισνάφια”, Η Ιδιοπροσωπία του  Νέου Ελληνισμού, Αθήναι 1983, τ. 1, σ. 124. 0 Δ: Ζακυθηνός επισημαίνει δτι “στο Βυζάντιο  οι συντεχνίες δεν ήταν αυτοδιοικούμενοι οργανισμοί, αλλά ημικρατικές οργανώσεις. Κατά  τους τελευταίους όμως αιώνες υπάρχουν συντεχνίες με διαφορετικές αρχές. Ο Ι. Καντακουζηνός  μιλώντας για τη θεσσαλονίκη, αναφέρει ότι στην οργάνωση των εργατών θαλάσσης  υπήρχε ιδιάζον καθεστώς”. Δ. Ζακυθηνου, Βυζάντιον, Κράτος και Κοινωνία, Αθήναι 1951, σ.46. πρβλ. Η. G. Beck, Η Βυζαντινή χιλιετία, εκδ. Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τραπέζης,Αθήνα 1990, σ. 69.
H.A. Ξυγγόπουλου, Σχεδίασμα ιστορίας θρησκευτικής ζωγραφικής, Αθήναι 1957.

 

Διδακτορική διατριβή που υποβλήθηκε  στο Τμήμα Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας Α.Π.Θ.
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 1995

About sooteris kyritsis

Job title: (f)PHELLOW OF SOPHIA Profession: RESEARCHER Company: ANTHROOPISMOS Favorite quote: "ITS TIME FOR KOSMOPOLITANS(=HELLINES) TO FLY IN SPACE." Interested in: Activity Partners, Friends Fashion: Classic Humor: Friendly Places lived: EN THE HIGHLANDS OF KOSMOS THROUGH THE DARKNESS OF AMENTHE
This entry was posted in Books and tagged , , , , . Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Please log in using one of these methods to post your comment:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s