ΤΗΝ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗ ΜΗΝ ΤΗΝ ΚΛΑΙΣ , ΑΝΘΕΙ Κ ΦΕΡΕΙ ΚΙ ΑΛΛΟΥΣ (VIII) – ΟΜΠΡΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΑΙ ΦΡΑΤΟΡΙΑΙ ΑΝΑ ΤΗΝ ΣΦΑΙΡΑΝ


( ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΑΠΟ  18/07/14 )

8) Ευρωπαϊκή και Ρωμαίικη θεολογία σήμερον.

Υπό την πίεσιν των συγχρόνων εξελίξεων εις την γνωσιολογίαν και πολιτικήν φιλοσοφίαν, εις την
ψυχολογίαν, κοινωνιολογίαν, ιστοριογραφίαν, εις τας θετικάς επιστήμας και εις την ανθρωπολογίαν και
παλαιοντολογίαν, η μεσαιωνική πεποίθησις των Φραγκολατίνων περί της υπάρξεως αμεταβλήτων ειδών
εγκατελείφθη αμετακλήτως υπό εκατομμυρίων των απογόνων αυτών και ως εκ τούτου διαμφισβητείται
η ύπαρξις αμεταβλήτου κριτηρίου της ηθικής, του νόμου και της αληθείας, ως και η δυνατότης
εκπληρώσεως της επιθυμίας του ανθρώπου δι’ ευδαιμονίαν εις υπερβατικήν στατικήν και αμετάβλητον
δουλοπρεπή κατάστασιν. Το παράδοξον είναι ότι πολλοί εκ των κληρονόμων του φραγκολατινικού  αυγουστινείου πολιτισμού απομακρύνονται σήμερον από τον Χριστιανισμόν, επειδή δεν δύνανται πλέον
να πιστεύσουν εις διδασκαλίας, τας οποίας απεκήρυξεν η Ρωμαιοσύνη προ τόσων αιώνων γνωρίζουσα
τον Χριστόν.
Ουδέποτε απεδέχθησαν οι Ρωμαίοι Πατέρες ηθικόν, φιλοσοφικόν η κοινωνικόν σύστημα βασιζόμενον
επί μιας δήθεν αμεταβλήτου μεταφυσικής. Το κριτήριον του τρόπου της ζωής ήτο πάντοτε όχι
αμετάβλητον κριτήριον αλλά ο περιφρονήσας τον θάνατον και τα προσωπικά συμφέροντα ηρωισμός
του φίλου και του συνεργάτου του Θεού, όστις εξελίσσεται χωρίς τέρμα εις ανώτερα στάδια
τελειότητος.
Το δράμα της Ρωσίας ήρχισε κυρίως επί Μεγάλου Πέτρου, ότε διεδόθησαν αι αρχαί της σχολαστικής ή
φραγκικής θεολογίας τόσον ώστε να καταντήσουν οι Ρώσοι θεολόγοι να γράφουν και να διδάσκουν με
όλας τας συνεπείας λατινιστί. Δηλαδή ηρμήνευον τους «Γραικούς» Πατέρας μέσω της φραγκολατινικής
θεολογίας. Κατά τα τέλη του παρελθόντος αιώνος ήρχισε μία ισχυρά επάνοδος εις την θεολογίαν της
Ρωμαιοσύνης, αλλά δεν ήτο εγκαίρως αρκετά ανεπτυγμένη, ώστε να αντιμετώπιση τα προκύψαντα
προβλήματα με όλην την δύναμιν της ρωμαίικης πατερικής θεολογίας και πνευματικότητος.
Σήμερον ο Αλέξανδρος Σολζενίτζιν καλεί την Ρωσίαν εις επάνοδον όχι εις την φραγκευμένην ρωσικήν
Ορθοδοξίαν του Μεγάλου Πέτρου αλλά των ησυχαστών Πατέρων της Ρωμηοσύνης.
Αυτό πρέπει να αποτελέση δι’ ημάς δίδαγμα.
Η επάνοδος, όμως, εις την θεολογίαν και πνευματικότητα των Τριών Ιεραρχών δεν είναι μόνον
προσωπικόν και εθνικόν συμφέρον, αλλά και καθήκον ημών των Ρωμαίων προς τον υπόλοιπον κόσμον.
Οι Τρεις Ιεράρχαι είναι οικουμενικοί διδάσκαλοι, διότι η θεολογία των ως και η θεολογία όλων των
Ρωμαίων Πατέρων είναι αυτή της Αγίας Γραφής και των οικουμενικών συνόδων, ως και της αδιαιρέτου
Εκκλησίας των Ρωμαίων. Η ένωσις αυτή των αρχαίων εκκλησιών διεσπάσθη δια της βιαίας
καθυποτάξεως της θεολογίας των Τριών Ιεραρχών και των λατινοφώνων μαθητών αυτών εις τον
αυγουστίνειον επαρχιωτισμόν των Φράγκων. Πρέπει να δώσωμεν μεγάλην προσοχήν εις την διακήρυξιν
του πατριάρχου Σερβίας ότι ο πραγματικός Οικουμενισμός δύναται να πραγματοποιηθή μόνον επί τη
βάσει των οικουμενικών διδασκάλων, Βασιλείου του Μεγάλου, Γρηγορίου του Θεολόγου και Ιωάννου
Χρυσοστόμου.
Όμως δια να τεθούν αι βάσεις προς εφαρμογήν του αληθούς τούτου οικουμενισμού χρειάζεται μία
απαραίτητος προεργασία. Ως απηλευθερώθη εις την Ευρώπην η ελληνική φιλοσοφία από την δουλικήν
εξυπηρέτησιν της φραγκολατινικής θεολογίας, κατά τον ίδιον ακριβώς τρόπον πρέπει να
απελευθερωθούν και οι Ρωμαίοι Πατέρες από τον ανύπαρκτον «Γραικισμόν» των Φράγκων, δια να
φανή η αλήθεια του Χριστού.
Ο θέλων να εγκύψη εις την δύναμιν εκείνην, ήτις διεμόρφωσε την ψυχήν της Ρωμηοσύνης και
διετήρησεν αυτήν από την δουλείαν του πνεύματος και ήτις δύναται να οδήγηση την σημερινην
Ρωμηοσύνην εις μεγαλουργήματα, ας προσέξη εις τα λόγια του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου με τα
οποία κατακλείομεν το κεφάλαιον τούτο.
«Ο τον θάνατον δεδοικώς, δούλος εστί, και πάντα υφίσταται υπέρ του μη αποθανείν… ο γαρ θάνατον μη
δεδοικώς, έξω της τυραννίδος εστί του διαβόλου… Ουδένα δέδοικεν, ουδένα φοβείται, πάντων εστίν
ανώτερος και πάντων ελευθεριώτερος… Ο γαρ περί αναστάσεως μύρια φιλοσοφείν ειδώς, πώς δέδοικε
θάνατον; Πώς φρίττει λοιπόν; Μη τοίνυν ασχάλλετε λέγοντες· δια τι τα και τα πεπόνθαμεν; Ούτω γαρ
λαμπρότερα η νίκη γίνεται· ουκ αν δε ην λαμπρά, ει μη θανάτω τον θάνατον έλυσεν… Μη δη προδώμεν  την δοθείσαν ημίν δωρεάν. Ου γαρ ελάβομεν, φησί, Πνεύμα δειλίας, αλλά Πνεύμα δυνάμεως και  αγάπης και σωφρονισμού. Στώμεν ουν γενναίως καταγελώντες τον θάνατον»178[178].

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ’
ΕΞ ΕΠΟΨΕΩΣ ΡΩΜΑΙΟΣΥΝΗΣ

1) Ο ελληνικός πολιτισμός και ο δυτικός πολιτισμός σήμερον.
Από τα εν τω δοκιμίω τούτω λεχθέντα φαίνεται σαφώς ότι ο ελληνικός πολιτισμός είναι ιστορικόν
φαινόμενον κατακτήσαν την πόλιν κράτος Πρεσβυτέραν Ρώμην η οποία έγινεν εκπρόσωπος και φορεύς
και διαπρύσιος κήρυξ και διαδότης του πολιτισμού τούτου. Αφ’ ενός μεν οι Ρωμαίοι έγιναν Έλληνες αφ’
ετέρου δε οι Έλληνες έγιναν Ρωμαίοι. Ακολουθούν πως το παράδειγμα του αποστόλου Παύλου, το
έθνος των Χριστιανών εταυτίσθη με το έθνος των Ρωμαίων, ιδίως δε εν τω προσώπω του Μεγάλου
Κωνσταντίνου, και ούτως εγεννήθη ή ετελειοποιήθη η Ρωμαιοσύνη ή ο ελληνοχριστιανικός πολιτισμός
με κέντρον την Κωνσταντινούπολιν Νέαν Ρώμην.
Προκαλεί συγκίνησιν εις κάθε Ρωμηόν το γεγονός ότι ο εν Κωνσταντινουπόλει Νέα Ρώμη Ρωμαίος
αυτοκράτωρ Ιουλιανός ο Παραβάτης έκαμε την τελευταίαν προσπάθειαν να διάσωση ως θρησκείαν του
ελληνικού πολιτισμού των Ρωμαίων την ελληνικήν ειδωλολατρείαν. Πάντως η προσπάθεια του ήτο
καταδικασμένη εις αποτυχίαν με αποτέλεσμα η Ορθοδοξία να επικράτηση ως η καρδία της
Ρωμαιοσύνης, αφού είχεν αφομοιώσει ό,τι καλόν και μόνιμον υπήρχεν εις τον ελληνικόν πολιτισμόν.
Ο δήθεν τερματισμός του ελληνικού πολιτισμού τον ζ’ αιώνα και η δήθεν αντικατάστασις αυτού υπό
τινος βυζαντινού πολιτισμού είναι κακοήθης μύθος και κατασκεύασμα των Ρώσων και Φράγκων και
των Ευρωπαίων απογόνων αυτών, ως είδομεν. Πολύ μεγαλύτερα ομοιότης ή ταυτότης υπάρχει μεταξύ
των Ρωμαίων Ορθοδόξων σήμερον και των Ρωμαίων Ορθοδόξων της εποχής του Μεγάλου
Κωνσταντίνου, από ό,τι υπάρχει μεταξύ των Φράγκων ιδρυτών του δυτικού πολιτισμού και των
σημερινών Ευρωπαίων.
Οι Τευτονοφράγκοι (Γερμανοί), οι Λατινοφράγκοι (Φραντσέζοι), οι Ιταλοφράγκοι και λοιποί Ευρωπαίοι
προσεπάθησαν επί αιώνας να επιτύχουν την ενότητα του πολιτισμού των μέσω της λατινικής γλώσσης
και της φραγκικής των Χριστιανοσύνης με κέντρον την υπ’ αυτών κατακτηθείσαν και μεταβληθείσαν
εις φραγκικήν Παπωσύνην εν τη παλαιά πρωτευούση της Ρωμαιοσύνης, τη Πρεσβύτερα Ρώμη.
Ουδέποτε όμως επέτυχον οι Ευρωπαίοι ν’ αναδημιουργήσουν την προτέραν ένωσιν της Ρωμαιοσύνης εις
τας υπ’ αυτών κατακτηθήσας επαρχίας της Ρωμανίας. Από του θανάτου του Καρόλου, του λεγομένου
υπό των Ευρωπαίων Μεγάλου, μέχρι σήμερον αι προσπάθειαι των Ευρωπαίων παραμένουν άκαρποι εξ
επόψεως των αλλεπαλλήλων ενεργειών των να πραγματοποιήσουν τα παλαιά περί ενότητος όνειρα του
Καρλομάγνου.
Η λατινική γλώσσα διετηρήθη μόνον ως λειτουργική γλώσσα των παραμεινάντων μετά την
προτεσταντικήν επανάστασιν πιστών εις την φραγκολατινικήν Παπωσύνην. Από της εποχής του Δάντε
ήρχισε να εγκαταλείπεται η γλώσσα αύτη ως ακατανόητος και απρόσιτος εις τον λαόν και ουχί ικανή να
επιφέρη την αφύπνισιν της Ευρώπης από τον λήθαργον του δυτικού Μεσαίωνος.

Εξ επόψεως της εσωτερικής μορφής της θρησκείας η λατινική ή φραγκική Χριστιανοσύνη διεσπάσθη
εις δύο, Παπωσύνην και Προτεσταντισμόν, και ο Προτεσταντισμός παραμένει διηρημένος εις πολλάς
παραφυάδας με πoλλάς λειτουργικάς γλώσσας.
Εξ επόψεως της εσωτερικής μορφής της θρησκείας, δηλαδή των δογμάτων, της θεολογίας και της
πνευματικότητος, ολόκληρος ο δυτικός Χριστιανισμός επήρε τον κατήφορον από της εποχής της
πρώτης αναπτύξεως και ανευρέσεως των πρώτων αρχών, αίτινες ωδήγησαν εις την σύγχρονον
επιστήμην. Εκ της επόψεως ταύτης εχομεν μίαν ριζικήν, αν και βαθμιαίαν, αποκοπήν της σημερινής
Ευρώπης, ως και της φραγκευμένης Ρωσίας, από την θεολογίαν και πνευματικότητα όχι μόνον των
Φραγκολατίνων σχολαστικών του μεσαίωνος αλλά και των παπικών και προτεσταντών θεολόγων από
της εποχής της προτεσταντικής επαναστάσεως κατά της Παπωσύνης τον ιστ’ αιώνα.
Εν αντιθέσει προς την κατάστασιν ταύτην της λατινικής και προτεσταντικής θεολογίας και
πνευματικότητος η θεολογία και πνευματικότης της Ρωμαιοσύνης παραμένει η ιδία όχι μόνον από της
εποχής του Μεγάλου Κωνσταντίνου, αλλά και από της εποχής των αποστόλων και προφητών και
ουδόλως θίγεται από την ανάπτυξιν και τα πορίσματα των θετικών επιστημών και ούτε υπεχρεώθη να
αλλάξη ποτέ, δια να επιβιώση, ως ηναγκάσθη η λατινική και προτεσταντική θεολογία,
Πριν εξηγήσωμεν τους λόγους των παρατηρήσεων τούτων, θέλομεν να τονίσωμεν το εκ των ανωτέρω
συμπέρασμα ότι ο ελληνοχριστιανικός πολιτισμός της Ρωμαιοσύνης υπάρχει σήμερον ως η ιδία
γλωσσική, θεολογική και πνευματική πραγματικότης από της εποχής του συνδυασμού του
Χριστιανισμού και της Ρωμανίας εν τω προσώπω του Μεγάλου Κωνσταντίνου. Πώς λοιπόν δεν υπάρχει
ακόμη ο ελληνικός πολιτισμός των Ρωμαίων και μάλιστα μετά τον ζ’ αιώνα ως διατείνεται ο Toynbee;
Θα ηδύνατο κανείς αντιθέτως να είπη ότι δεν υπάρχει πλέον ο δυτικός πολιτισμός εφ’ όσον ταυτίσωμεν
αυτόν με τον πολιτισμόν των Φράγκων του μεσαίωνος. Παρ’ όλας τας αλλαγάς όμως τας θεολογικάς και
τας επιστημονικάς και τας γλωσσικάς και παρά το πλήθος των γλωσσών και των θρησκειών της
Ευρώπης επιμένουν οι Ευρωπαίοι ιστορικοί ότι ο δυτικός πολιτισμός είναι είς και ενιαίος από της
εποχής της μεγάλης Φραγκιάς του Καρλομάγνου μέχρι σήμερον.
Καλά! Οι Ευρωπαίοι έχουν το δικαίωμα να ονειρεύονται την ιστορίαν του πολιτισμού ή των πολιτισμών
των όπως θέλουν, αλλά δεν τους δίδομεν το δικαίωμα να ονειρεύωνται την ιστορίαν του ελληνικού
πολιτισμού της Ρωμαιοσύνης όπως θέλουν και όπως τους συμφέρει.
Είναι γεγονός ότι εξευρωπαΐσθησαν εν πολλοίς οι Ρώσοι από της εποχής του Μεγάλου Πέτρου, και δια
τούτο ευρίσκονται σήμερον εις όχι ζηλευτήν θέσιν εξ επόψεως πολιτισμού. Είναι γεγονός ότι κάτι
παραπλήσιον έγινε με τους δουλοπρεπείς Νεογραικύλους. Αλλά το Ρωμαίικον όχι μόνον δεν έσβησεν,
αλλά υποβόσκει ισχυρώς εις την ψυχήν του Ρωμηού παρ’ όλας τας προσπαθείας των Νεογραικών να
καταστρέψουν την Ρωμαιοσύνην δια της υποδουλώσεώς της εις την Ευρώπην και την
εξευρωπαϊσθείσαν Ρωσίαν.
Όπως ο Καραγκιόζης, παρ’ όλην την αγραμματωσύνην, πτωχείαν, και ασχημίαν του, είχε τόσον
μεγάλην πεποίθησιν εις την Ρωμαιοσύνην του, ώστε να μη τον δελεάζη ο πλούτος και η ομορφιά της
Τουρκιάς και της Φραγκιάς, ούτω και ο σημερινός Ρωμηός δεν γίνεται ο Γραικύλος της Ευρώπης, της
Αμερικής και της Ρωσίας.
2) Επιστημονική πρόοδος εν σχέσει προς την Φραγκοσύνην και την Ρωμαιοσύνην.
Η Φραγκοσύνη του μεσαίωνος κατεστράφη με την επιστημονικήν, οικονομικήν, κοινωνικήν, πολιτικήν
και φιλοσοφικήν αφύπνισιν της Ευρώπης.

Η Ρωμαιοσύνη όμως όχι μόνον δεν θίγεται αλλά ενισχύεται από την αφύπνισιν αυτήν της Ευρώπης και
εν συνεχεία της Αμερικής και της Ρωσίας.
Οι Νεογραικύλοι όχι μόνον δεν τα αντιλαμβάνονται αυτά, αλλά και θυμώνουν, όταν τα ακούουν, διότι
το βασικόν δόγμα των είναι ότι τα φώτα ευρίσκονται ή εις την Ευρώπην ή εις την Αμερικήν ή εις την
Ρωσίαν, πιστεύουν δε ότι μόνον οι αποδεχθέντες τα φώτα ταύτα Έλληνες φωτίζονται.
Ενώ ο Ρωμηός διακρίνει την επιστημονικήν πρόοδον των Ευρωπαίων, Αμερικανών και Ρώσων από τας
θρησκείας και αθεΐας των και δέχεται να μιμήται την επιστημονικήν των πρόοδον μόνον, ο Γραικύλος
τους μιμείται εις όλα. Τούτο, διότι ο Γραικύλος συγχέει την επιστημονικήν πρόοδον με τας
θρησκευτικάς ή αθεϊστικάς πεποιθήσεις των ξένων και θεωρεί αυτούς «προηγμένους» λαούς εις όλα.
Αν και ο Ρωμηός δεν γνωρίζει την ιστορικήν και επιστημονικήν εξήγησιν των αισθημάτων του, παρά
ταύτα διακρίνει σαφώς την θρησκείαν από την επιστημονικήν πρόοδον και γνωρίζει ότι ο ίδιος κατέχει
την θρησκευτικήν αλήθειαν, αν και μανθάνει την αλήθειαν των θετικών επιστημών από αλλόθρησκους,
οι οποίοι όμως δεν κατέχουν την θρησκευτικήν αλήθειαν.
Ο Γραικύλος αντιθέτως έχει την πεποίθησιν ότι οι κατέχοντες αληθείας των θετικών επιστημών
κατέχουν και τας αληθείας της θρησκείας ή της αθεΐας.
Εξ επόψεως θεολογίας και φιλοσοφίας ο Ρωμηός ούτος είναι ο βέρος Ρωμηός και ο Γραικύλος βέρος
Φραγκογραικός αφού και οι δύο αντιπροσωπεύουν τας από του μεσαίωνος παραδόσεις της
Φραγκοσύνης και της Ρωμαιοσύνης, και ας μη είναι εντριβείς ειδήμονες εις τας θεολογικάς και
φιλοσοφικάς διαφοράς μεταξύ των δύο τούτων πολιτισμών.
Όπως είδομεν εις το προηγούμενον κεφάλαιον οι Ρωμαίοι Πατέρες διδάσκουν εκ της εμπειρίας της
θεώσεως, δηλαδή της θεοπτίας, ότι μεταξύ του Θεού και των κτισμάτων δεν υπάρχει καμμία ομοιότης,
αν και τα κτίσματα εδημιουργήθησαν υπό του Θεού και εξαρτώνται από τον Θεόν. Τούτο σημαίνει ότι η
περί Θεού αλήθεια και η περί της φύσεως του σύμπαντος αλήθεια δεν ταυτίζονται, αν και η μία
εξαρτάται από την άλλην.
Ο θεόπτης γνωρίζει τον Θεόν. Ο φιλόσοφος ή ο επιστήμων ερευνά τα κτίσματα. Ούτε ο φιλόσοφος,
ούτε ο επιστήμων δύναται να έχη την περί Θεού γνώσιν του θεόπτου προφήτου, αποστόλου και αγίου,
εφ’ όσον ο Θεός δεν ομοιάζει με τίποτε από αυτά πού ερευνά μέσω της επιστημονικής του μεθόδου ή
της φιλοσοφικής του φαντασίας. Αντιθέτως ο θεόπτης δύναται να είναι ή να γίνη επιστήμων, αλλά όχι
όμως μέσω της θεοπτίας. Ο θεόπης γνωρίζει πως να ετοιμάση τους ανθρώπους δια την θεοπτίαν. Ο
επιστήμων γνωρίζει πώς να διδάξη την επιστημονικήν του μέθοδον εις τους μαθητάς του. Ο θεόπτης
δύναται να γνωρίζη τον τρόπον ερεύνης των φυσικών φαινομένων, όχι όμως από την θεοπτίαν, αλλά
από τον επιστήμονα. Και ο επιστήμων δύναται να γίνη θεόπτης, αλλά όχι μέσω της επιστήμης του, αλλά
μόνον μέσω του θεόπτου. Ο θεόπτης δύναται να είναι κατά κόσμον εγγράμματος η αγράμματος. Ο
επιστήμων δύναται να είναι κατά Θεόν εγγράμματος η αγράμματος.
Ο θεόπτης είναι θεόπνευστος και ομιλεί απλανώς περί Θεού και οδηγεί αλαθήτως προς τον Θεόν, αλλά
δεν είναι αλάθητος εις τα αφορώντα τας θετικάς και αλλάς επιστήμας θέματα, περί των οποίων δύναται
να γνωρίζη μόνον όσα γνωρίζουν οι σύγχρονοι του επιστήμονες.
Ο επιστήμων όμως ημπορεί να συγχέη τα περί της φύσεως του κόσμου πορίσματά του με τας περί Θεού
απόψεις του και να λέγη ανεύθυνα πράγματα, αλλά μόνον φιλοσοφών, εφ’ όσον εκφεύγει της αυστηράς
του επιστημονικής μεθόδου.

Παρομοίως και ο «θεολόγος» δύναται να ισχυρίζεται επιστημονικάς ανοησίας, αλλά μόνον φιλοσοφών,
εφ’ όσον εκφεύγει της αυστηράς θεολογικής μεθόδου των θεοπτών.
Οι Πατέρες της Εκκλησίας είχον την ιδίαν περίπου περιφρόνησιν προς την φιλοσοφίαν, ήτις
παρατηρείται σήμερον εις τας θετικάς επιστήμας. Ακριβώς, επειδή εγνώριζον ότι μεταξύ Θεού και
κόσμου δεν υπάρχει καμμία ομοιότης, παρεδέχοντο ως την μόνην απλανή γέφυραν εις την περί Θεού
γνώσιν τον θεόπτην προφήτην, απόστολον και άγιον, ουδέποτε την φαντασίαν του φιλοσόφου. Δηλαδή
η θεολογία της Ρωμαιοσύνης βασίζεται αποκλειστικώς εις την εμπειρίαν της θεώσεως ή της θεοπτίας
των θεουμένων. Εις τούτο ακριβώς συνίσταται η καταπληκτική ενότης και ταυτότης εις την θεολογίαν
των Πατέρων της Ρωμαιοσύνης. Οι έχοντες την ιδίαν περί Θεού εμπειρίαν έχουν την ιδίαν θεολογίαν μη
συγχέοντες αυτήν με τας φαντασιώσεις των φιλοσόφων και με τας περί της φύσεως του κόσμου
γνώσεις.
Ούτως η Ρωμαιοσύνη ουδόλως θίγεται από την σύγχρονον επιστημονικήν πρόοδον, αλλά απεναντίας
ενισχύεται, αφού αι σταθεραί ιστορικαί απόψεις της περί της ανυπαρξίας των φιλοσοφικών
μεταφυσικών συστημάτων απεδείχθησαν πλέον ορθαί.
Παρασυρθείσα όμως η Φραγκοσύνη από τον Αυγουστίνον, απεδέχθη ως φορέα της βασικής αληθείας
του Χριστιανισμού τον Πλάτωνα. Όταν ο Πλάτων υπέκυψε τον ιγ’ αιώνα εν τη Φραγκία εις τον εκ των
Αράβων της Ισπανίας ορμώμενον Αριστοτέλην, έγινε σχετική αναπροσαρμογή της φραγκικής
θεολογίας, δια να διασωθή179[179]. Αλλά με την εμφάνισιν εκάστου νέου φιλοσοφικού ρεύματος
ηναγκάζετο η Φραγκοσύνη να αμύνεται υποστηρίζουσα τα αριστοτελικά της θεμέλια. Ο συνδυασμός
αυτός μεταξύ της φραγκικής θεολογίας και του Αριστοτέλους επήρε τον κατήφορον από τον ιδ’ αιώνα
και εγελοιοποιήθη, όταν οι Φράγκοι θεολόγοι εχρησιμοποίησαν την αυθεντίαν του Αριστοτέλους, δια
να αποδείξουν εσφαλμένα τα ευρήματα των Κοπερνίκου (1473 – 1543), Ιορδάνου Μπρούνο (1548 –
1600), Γαλιλαίου (1564 – 1642) κλπ. Τον Μπρούνο μάλιστα κατεδίκασεν η φραγκική εν Ρώμη εκκλησία
εις θάνατον δια πυρός, διότι ετόλμησε να διαφωνήση φιλοσοφικώς και επιστημονικώς με τον
Αριστοτέλη και μεταξύ των άλλων να συμφωνήση με τον Κοπέρνικον ότι η γη περιστρέφεται γύρω από
τον ήλιον και όχι ο ήλιος γύρω από την γήν. Ο Γαλιλαίος εσώθη από παρομοίαν θανατικήν ποινην, διότι
φοβηθείς εδήλωσε μετάνοιαν και ανάκλησιν των θεωριών του Κοπερνίκου, τας οποίας είχεν αποδείξει
ως ορθάς δια των υπ’ αυτού τελειοποιηθέντων και κατασκευασθέντων τηλεσκοπίων του.
Εις τας βάσεις του προβλήματος περί των σχέσεων μεταξύ εκκλησιαστικού δόγματος και επιστημονικής
αληθείας εν τη Φραγκία ήτο η αφελής υπό των αγραμμάτων Φράγκων του μεσαίωνος ταύτισις της περί
Θεού αληθείας μετά της ανυπόστατου μεταφυσικής του Πλάτωνος και του Αριστοτέλους και της περί
της φύσεως αντιλήψεως αυτών. Δηλαδή επίστευσαν μετά των φιλοσόφων ότι η αλήθεια των φυσικών
φαινομένων και η αλήθεια περί του Θεού είναι μία ενιαία αλήθεια, ώστε μέσω των αληθειών της
φύσεως οδηγείται κανείς εις τας περί της ουσίας του Θεού αληθείας.
Τα τοιαύτα εν συνδυασμώ με μίαν αφελή θεωρίαν ότι ο Θεός υπηγόρευσε τας λέξεις της Αγίας Γραφής
εις τας δήθεν υπ’ αυτού δημιουργηθείσας γλώσσας (ίδε π. χ. Δάντε)180[180] και με μίαν μυθικήν
κοσμοθεωρίαν περί κολάσεως και καθαρτηρίου πυρός υπό την επιφάνειαν της γης και περί παραδείσου
εις τον ουρανόν (ίδε πάλιν π.χ. Δάντε)181[181] κατέστησαν γελοίαν την Φραγκοσύνην ενώπιον των
αλλεπαλλήλων ευρημάτων των θετικών και ιστορικών επιστημών. Τελικώς η εμπειρική γνωσιολογία  του Διαφωτισμού και η περί εξελίξεως των ειδών θεωρία έδωσαν τα καίρια πλήγματα εις την λατινικήν
και προτεσταντικήν θεολογίαν του παρελθόντος και ούτως έπεσαν αδόξως και αι βάσεις της παλαιάς
ευρωπαϊκής αντιλήψεως περί νόμου, ηθικής και αληθείας. Το τραγικόν είναι ότι οι μη γνωρίζοντες
πλέον την Ρωμαιοσύνην και συγχέοντες την Ορθοδοξίαν με τας θρησκευτικάς παραδόσεις των
Ευρωπαίων νομίζουν ότι, ό,τι ισχύει κατά ή υπέρ του ευρωπαϊκού Χριστιανισμού, ισχύει και κατά ή
υπέρ της Ορθοδοξίας. Εις τούτο συντελεί και το γεγονός ότι η θεολογία των Νεογραικών, όπως και όλα
τα άλλα των Νεογραικών, είναι δάνεια ή κατ’ ευθείαν από την Ευρώπην ή μέσω των φραγκευμένων
Ρώσων. Ενώ εις την πραγματικότητα συμβαίνει ακριβώς το αντίθετον.

(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)

Του Makaros π. Ιωάννη Ρωμανίδη

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

178[178] Ομιλία Δ’ εις την προς Εβραίους Επιστολήν, κεφ. Δ’, PG 63, 41 – 42. Πρβλ. Ι. Σ. Ρωμανίδου, Το Προπατορικόν Αμάρτημα, Αθήναι 1957, σελ.154 – 155.

179[179] Ίδε ανωτέρω κεφ. Γ’.
180[180] De Vulgari Eloquentia, I, 6. Ίδε Ρωμαίων Πατέρων απόψεις εις έργον μου, Δογματική και Συμβολική Θεολογία, Θεσσαλονίκη 1973, σελ. 168-185.
181[181] Divina Comedia, έκφρασις ποιητική της θεολογίας του Θωμά Ακινάτου. Ίδε A. J. Butler και E.G. Gardner, Dante, EB, VII, 39 εξ.

About sooteris kyritsis

Job title: (f)PHELLOW OF SOPHIA Profession: RESEARCHER Company: ANTHROOPISMOS Favorite quote: "ITS TIME FOR KOSMOPOLITANS(=HELLINES) TO FLY IN SPACE." Interested in: Activity Partners, Friends Fashion: Classic Humor: Friendly Places lived: EN THE HIGHLANDS OF KOSMOS THROUGH THE DARKNESS OF AMENTHE
This entry was posted in Books and tagged , , , , , , , , , . Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Please log in using one of these methods to post your comment:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s