Η ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ ΤΩΝ ΖΩΩΝ (IΙ)


(ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΑΠΟ  20/11/13 )

Το αρχαιολογικό υπόβαθρο
Η εξέλιξη της ζωοαρχαιολογίας εντός των πλαισίων της αρχαιολογίας έχει περάσει από τα στάδια της ταξινόμησης και περιγραφής των ειδών κατά τον 19ο αιώνα, καθώς και της πολιτισμικής ιστορίας των αρχών του 20ού.
Στην αρχή, οι ζωοαρχαιολογικές αναλύσεις πραγματοποιούντο από ανθρώπους με βιολογικό υπόβαθρο, οι περισσότερες ήσαν περιγραφικές, κάποιες λίγες όμως προσπαθούσαν να ξεπεράσουν τα στενά όρια στα οποία κινούνταν μέχρι τότε, προλειαίνοντας το έδαφος για τη μελλοντική κατεύθυνση της ζωοαρχαιολογίας. Παράλληλα, η άσκηση της αρχαιολογίας κατά το πρώτο μισό του 20ού αιώνα ανέδειξε τη χρονολόγηση και τη μεθοδολογία ως κεντρικά προαπαιτούμενα, πράγμα το οποίο ενίσχυσε τις πρώιμες προσπάθειες περιγραφής αρχαιολογικών υλικών. Ως αποτέλεσμα, η βαρύτητα που απέκτησαν θέματα στρωματογραφίας και ύφους παρήγαγαν σύνθετες χρονολογίες και πολιτισμικές ιστορίες βασισμένες σε περιγραφικές τυπολογίες (Daniel 1981). Η έμφαση στην ιστορία των πολιτισμών και η επικρατούσα περιβαλλοντική πιθανοκρατική θεωρία δεν ενεθάρρυνε τους αρχαιολόγους να μελετήσουν κατηγορίες αρχαιολογικού υλικού μικρού χρονολογικού εύρους. Στην ουσία, τα μόνα ζωικά κατάλοιπα που έβρισκαν θέση σε αρχαιολογικές δημοσιεύσεις, και αυτά με στόχο την αναγνώριση ειδών, ήσαν ευρήματα από τάφους, μερικά «κλειστά σύνολα» σπηλαίων ή εργαλεία, τα υπόλοιπα απερρίπτοντο. Ενώ, όμως, οι αρχαιολόγοι, οι οποίοι ασχολούντο με τη χρονολόγηση, δεν ενσωμάτωναν τα ζωικά κατάλοιπα στην έρευνά τους, οι ζωολόγοι εξακολουθούσαν να ενδιαφέρονται για τις περιβαλλοντικές και ειδικές βιολογικές πληροφορίες των ζωοαρχαιολογικών δεδομένων.
Οι περισσότερες θεωρίες του τέλους του 20ού αιώνα είναι απαλλαγμένες από τη μελέτη της εξέλιξης και της ιστορίας ως προοδευτικής ανάπτυξης, ακολουθώντας κατά το πλείστον τις επιταγές της λειτουργικής (functional) ή διαδικαστικής (processual) θεωρίας, με σημαίνουσα την έννοια του πλαισίου (context). Εκ παραλλήλου, τόσο η συμβολική (symbolic) όσο και η δομική (structuralist) προσέγγιση διεκδικούν τον δικό τους χώρο. Ανάλογες τάσεις διαπιστώνονται και στις ζωοαρχαιολογικές σπουδές. Ειδικές σημαντικές ανθρώπινες επιλογές και συμπεριφορές εξειδικεύονται σε δεδομένο τόπο και χρόνο και συνιστούν κεντρικά ερευνητικά ζητήματα.

Το β΄ μισό του 20ού αιώνα:Η συνύφανση αρχαιολογίας και  ανθρωπολογίας
Η απεμπλοκή από τα στενά όρια καταλόγων, χρονολογίας και πολιτισμικής ιστορίας συντελείται σταδιακά κατά τη δεκαετία του 1940, συγχρόνως με την ανάπτυξη ενδιαφερόντων τα οποία, όπως αναφέρθηκε, απαιτούσαν γνώση του πλαισίου (context) και της λειτουργίας (function). Συμπίπτει με την περίοδο κατά την οποία ο Steward (1955) έθεσε τις βάσεις της πολιτισμικής οικολογίας (cultural ecology) και ο Taylor (1948) πρότεινε τη συζευκτική προσέγγιση (conjunctive approach), δηλαδή τη μελέτη των αλληλλεπιδράσεων μέσα σε έναν πολιτισμό, εγκαινιάζοντας την ολιστική έρευνα της σχέσης ανθρώπων και περιβάλλοντος. Μια τέτοια προσέγγιση απαιτούσε την αναθεώρηση του ρόλου ζώων και φυτών. Οι έννοιες της λειτουργίας και του πλαισίου απαιτούσαν τόσο τη συστηματική συλλογή και ανάλυση των ζωικών καταλοίπων, όσο και την ανθρωπολογική, και όχι βιολογική, τους ερμηνεία. Πολλοί αρχαιολόγοι, ωστόσο, εξακολουθούσαν να θεωρούν τα περιβαλλοντικά δεδομένα μη σημαντικά για τη μελέτη των πολιτισμικών φαινομένων. Οι ζωοαρχαιολογικές μελέτες της εποχής εκείνης, αν και αυξημένες σε αριθμό, ήσαν περιγραφικές, χωρίς ποσοτικοποίηση, συχνά δε σε μορφή σημειώσεων ή παραρτήματος. Από την άλλη, όλο και περισσότεροι αρχαιολόγοι ήθελαν τα οστά των ζώων από τις ανασκαφές τους να αναλύονται από ειδικούς και, μάλιστα γρήγορα (θα πρόσθετα, και δωρεάν!).

Προέκυψαν αναπόφευκτα προβλήματα, καθ’ όσον δεν υπήρχαν ειδικοί ζωοαρχαιολόγοι και οι περισσότερες ταυτοποιήσεις πραγματοποιούντο από βιολόγους, ζωολόγους ή ανθρώπους χωρίς αρχαιολογική παιδεία. Έτσι, λοιπόν, ο Taylor πρότεινε, μεταξύ άλλων, αυτές οι εξειδικευμένες μελέτες να χρηματοδοτηθούν, ώστε να καταστούν νόμιμη έρευνα και όχι έργο μερικής απασχόλησης, όπως ίσχυε μέχρι τότε. Τόνισε επίσης την ανάγκη σύστασης συγκριτικών συλλογών, της ποσοτικοποίησης των δεδομένων και της δημοσίευσης των αποτελεσμάτων. Όλα αυτά συγκεντρώθηκαν σε έναν τόμο από τον ίδιο που εκδόθηκε το 1957 με τη συμμετοχή εγκρίτων επιστημόνων, θέτοντας τις βάσεις για τη ζωοαρχαιολογία στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα και την επεξεργασία σύγχρονης μεθοδολογίας. Πιο πρόσφατες θεωρητικές εξελίξεις, ιδιαίτερα αυτές της μετα-διαδικαστικής (post-processualism) προσέγγισης, υπενθυμίζουν στους ζωοαρχαιολόγους τον κρίσιμο ρόλο των ζώων στην κοινωνική ζωή των ανθρώπινων κοινωνιών (Hesse 1995). Οι αρχές της δομολογίας (structuralism) και του συμβολισμού (symbolism) επιστρατεύονται ενίοτε και ενσωματώνονται στην ερμηνεία ζωοαρχαιολογικού υλικού (Ryan & Crabtree 1995), χωρίς, βέβαια, να μπορεί να προβλέψει κανείς αν θα αποκτήσουν τη δυναμική εκείνη που απαιτείται, ώστε να αποκτήσουν κεντρικό ρόλο στη ζωοαρχαιολογία του εγγύς μέλλοντος.
Έχοντας υπ’ όψη το μικρό αυτό ιστορικό, ας επανέλθουμε στο αρχικό ερώτημα, αν, δηλαδή, η ζωοαρχαιολογία είναι ή δεν είναι αρχαιολογία. Κατά τη γνώμη μου, ζωοαρχαιολογία δεν είναι κάθε ανάλυση ζωικών καταλοίπων από αρχαιολογικές θέσεις, αν δεν πληρούνται κριτήρια βασικά, μολονότι όλες οι αναλύσεις αρχαίων ζωικών καταλοίπων χαρακτηρίζονται ως τέτοιες8. Δεν αρκεί, δηλαδή, η ικανότητα να ταυτοποιεί κάποιος ένα οστό, κατά είδος ή ανατομική προέλευση, για να οριστεί «ζωοαρχαιολόγος». Αυτό είναι το πιο εύκολο, μαθαίνεται εν καιρώ ως μία τυπολογία, σαν τις πολλές που υπάρχουν στην αρχαιολογία. Η ουσία του ορισμού αφορά στην ιδιότητα και όχι στην ικανότητα του υποκειμένου, δηλαδή το πώς χρησιμοποιεί κανείς τα ευρήματα της ζωοαρχαιολογικής έρευνας πέρα από το επίπεδο της βιολογικής παρουσίας, συσχετίζοντάς τα με άλλα ευρήματα ή σημαντικά στοιχεία μιας αρχαιολογικής θέσης, μιας ευρύτερης περιοχής ή μιας χρονικής ενότητας. Τούτο αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα ως προς την ελληνική αρχαιολογία, όπου ο ζωοαρχαιολόγος καλείται να αξιοποιήσει έναν εξαιρετικό πλούτο πηγών, μοναδικό σε σύγκριση8  με άλλες σύγχρονες κατά περίσταση κοινωνίες και τόπους.

Επειδή, ωστόσο, η ζωοαρχαιολογία είναι σχετικά νέο γνωστικό πεδίο, αλλά συνδέεται με επιστήμες προ πολλού θεμελιωμένες, και επειδή η μεθοδολογία της αποτελεί προϊόν δανεισμού από συγγενείς επιστήμες, η εφαρμογή της παρουσιάζει μεγάλες διαφοροποιήσεις ως προς τη θεωρητική προσέγγιση και επεξεργασία του αντικειμένου της9. Επιπλέον, όσοι αρχαιολόγοι εξακολουθούν να ταυτίζουν τα ενδιαφέροντά τους με αμιγώς περιγραφικά ή χρονολογικά θέματα λειτουργούν ακόμα με τις αρχές της περιβαλλοντικής πιθανοκρατίας, όπου κάθε συζήτηση για περιβαλλοντικά θέματα καταλήγει σε μια συγκεκαλυμμένη περιγραφική μελέτη. Εννοείται πως, όταν μία έρευνα στερείται οικολογικής προσέγγισης, όταν υπάρχει εμμονή στην περιγραφική ιστορία των πολιτισμών, οι ζωοαρχαιολόγοι θα εξακολουθούν να παράγουν λίστες. Στην πραγματικότητα, δεν υπάρχει κανείς λόγος το φυσικό περιβάλλον να απομονώνεται από το κοινωνικό ή το συμβολικό, αλλά και ούτε να αντιδιαστέλλεται ως προς αυτά. Σπάνια, ωστόσο, οι έγκριτες ζωοαρχαιολογικές αναλύσεις επιτυγχάνουν μια ισορροπημένη ανάγνωση του συνόλου της αρχαιολογικής εικόνας.

image

Κατανοώντας  την  ορολογία
Η ζωοαρχαιολογία είναι μία από τις τρεις συνιστώσες της βιοαρχαιολογίας (bioarchaeology), μαζί με την αρχαιοβοτανική (archaeobotany) και την παλαιοβοτανική (palaeobotany). Οι δύο πρώτες αντλούν το υλικό τους αυστηρά από αρχαιολογικά στρώματα, ενώ η τρίτη από το φυσικό περιβάλλον (βλ. πίνακα).
Η βιοαρχαιολογία χρησιμοποιεί τις πηγές της (= βιολογικά δεδομένα) με κύριο στόχο την κατανόηση και αποκατάσταση της οικονομίας ενός οικισμού, βασικός άξων της οποίας συνιστά αυτό που στα αγγλικά ονομάζεται subsistence και στα ελληνικά αποδίδεται ως διατροφή. Ο όρος αυτός αναφέρεται σε όλες τις φυσικές πηγές και πρώτες ύλες που προέρχονται από το περιβάλλον και που είναι ουσιώδεις/απαραίτητες για την καθημερινή διαβίωση. Σημαίνει την παροχή τροφής και μέσων συντηρήσεως, το σύνολο δηλαδή των βιοτικών αναγκών  ενός πληθυσμού. Περιλαμβάνει την τροφή/θρέψη (nutrition) και τον τρόπο διατροφής (diet), αλλά δεν ταυτίζεται με αυτές, όπως συχνά και εσφαλμένα θεωρείται, γεγονός που περιορίζει σημαντικά την εννοιολογική επεξεργασία του αρχικού όρου. Εξετάζει επιπλέον τον τρόπο και τα μέσα απόκτησης τροφής, προσδιορίζει το επίπεδο οικονομικής οργάνωσης (κυνήγι, αλιεία, καλλιέργεια, κτηνοτροφία, διαχείμαση, κλπ) και, κατ’ επέκτασιν, αναλύει τα χαρακτηριστικά μιας κοινότητας σε σχέση με τη δομή, την κοινωνική οργάνωση, την τεχνολογία και τη θέση εγκατάστασης. Στην πραγματικότητα, πολλά συστατικά της οικονομίας, ως στρατηγική επιβίωσης εκτός των ορίων της απόκτησης τροφής, σχετίζονται με την επιλογή, την παραγωγή, τη διανομή και τη χρήση προϊόντων και υπηρεσιών (π.χ. καύσιμα, πρώτες ύλες, καλλιεργήσιμα εδάφη, τόποι αλιείας και ασφαλείς εμπορικές οδοί). Συνοπτικά, λοιπόν, η έρευνα στον τομέα της διατροφής περιλαμβάνει τρεις ευρείς τύπους συσχετισμών: α) μεταξύ των ανθρώπων και του φυσικού περιβάλλοντος, β) μεταξύ ομάδων και του κοινωνικού περιβάλλοντος (η κοινωνική διάσταση της παραγωγής), και γ) μεταξύ ομάδων ανθρώπων και άλλων ομάδων ζώων, σχέσεις κυρίως ανταγωνιστικές.
H περιβαλλοντική αρχαιολογία (environmental archaeology) μελετά τα φυσικά φαινόμενα και αποσκοπεί στην αποκατάσταση του περιβάλλοντος και του κλίματος κατά το παρελθόν (βλ. Shackley 1981; Evans & O’Connor 1999; Dincauze 2000; Albarella 2001α). Αυτό γίνεται μέσω της μελέτης πετρωμάτων, εδαφών και ιζημάτων και περιλαμβάνει τη ζωολογία (σε επίπεδο μικροπανίδας), την παλυνολογία (σε επίπεδο μικροχλωρίδας, το βοτανικό αντίστοιχο της παλαιοβοτανικής) και την γεωαρχαιολογία (βλ. πίνακα). Ειδικά για τα βιολογικά δεδομένα, ιδιαίτερα σημαντική κρίνεται η συμβολή περιβαλλοντικά ευαίσθητων ειδών (π.χ. διάφορα είδη σαλιγκαριών ή οστρέων και φυτών), ως δεικτών κλιματικών και περιβαλλοντικών μεταβολών, οι οποίες μπορούν, εν συνεχεία, να αποδοθούν στην ανθρωπογενή   ή φυσική τους αιτία. Η ενασχόληση της ζωοαρχαιολογίας με θέματα παλαιοπεριβάλλοντος, και κυρίως με το κλίμα κατά την περίοδο των μεγάλων θηλαστικών, οφείλεται αναμφισβήτητα στη σχέση της με την παλαιοντολογία και ιδιαίτερα με την έρευνα του Τεταρτογενούς (Quarternary). Από τότε η προσέγγιση αυτή εξελίχθηκε σημαντικά, επεκτάθηκε και σε άλλα είδη, λιγότερο εντυπωσιακά, αλλά συχνά πιο αντιπροσωπευτικά του αμέσου περιβάλλοντος (μικρά θηλαστικά, μαλάκια, κλπ).
Η βιοαρχαιολογία και η περιβαλλοντική αρχαιολογία έχουν διαφορετικές πηγές προέλευσης και στόχους, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι στόχοι αντιδιαστέλλονται. Η πρώτη προέρχεται από βιολογικές επιστήμες και επιδιώκει να ανασυνθέσει κατ’ αρχήν την οικονομία μίας κοινωνίας, η δεύτερη προέρχεται από τις φυσικές επιστήμες και επιδιώκει να ανασυστήσει το φυσικό περιβάλλον μέσα στο οποίο έζησε και δημιούργησε μία κοινωνία και τις αμοιβαίες επενέργειες. Η επίδραση των φυσικών επιστημών στη μελέτη του αρχαιολογικού περιβάλλοντος αντανακλάται εμφανώς στο πρακτικό επίπεδο, όπου η μεθοδολογία που εφαρμόζεται είναι πολύ εξειδικευμένη (π.χ. παλυνολογία, ισότοπα). Σε αυτό οφείλεται και το ότι σε μεγάλο μέρος της αρχαιολογικής σκέψης η περιβαλλοντική αρχαιολογία ταυτίζεται με την επιστημονική αρχαιολογία (scientific archaeology ή archaeological science) και την εξειδικευμένη μεθοδολογία που τη χαρακτηρίζει, χωρίς ένα εξίσου ισχυρό θεωρητικό υπόβαθρο. H βιοαρχαιολογία παρουσιάζει μεγαλύτερη δυνητική ευχέρεια ως προς την ενσωμάτωση θεωρητικών τάσεων και προσεγγίσεων, τόσο στα ερωτήματα που θέτει όσο και στις αναλυτικές διαδικασίες που χρησιμοποιεί. Είναι σε θέση να μελετήσει την αλληλεπίδραση ανθρώπινης συμπεριφοράς και περιβάλλοντος και σε επίπεδο συμβολικό (Ryan & Crabtree 1995) ή ιδεολογικό (Grant 1991), καθ’ όσον αποτελεί βασική παραδοχή της ότι η σχέση του ανθρώπου με τη φύση είναι δυναμική, μεταβαλλόμενη, κατά συνθήκη εξισορροπούμενη, η δε εγκατοίκηση των ζώων δεν περιορίζεται στο φυσικό περιβάλλον, αλλά και στο ανθρώπινο συμβολικό, με ένα σύστημα σηματοδοτήσεων που μας επιτρέπει να παρακολουθήσουμε τις βασικές συνιστώσες της ανθρώπινης σκέψης και συμπεριφοράς.

image

Τα τελευταία χρόνια ωστόσο έχει αρχίσει να αμφισβητείται η απόλυτη διάκριση των δύο κλάδων σε θεωρητικό επίπεδο, αλλά και το ίδιο το περιεχόμενο της περιβαλλοντικής αρχαιολογίας (βλ. Albarella 2001α; Driver 2001 και σχόλια του Thomas 2001). Η συζήτηση που εγκαινιάστηκε πριν από μερικά χρόνια στην Αγγλία, στο πλαίσιο της Ομάδας Θεωρητικής Αρχαιολογίας (TAG, Birmingham 1998), αναγνωρίζει την προβληματική ενσωμάτωση της περιβαλλοντικής συμβολής στην αρχαιολογική έρευνα και δημοσίευση, αναλύει τους λόγους γι’ αυτό και προτείνει μεταξύ των άλλων ουσιαστική αναθεώρηση της περιβαλλοντικής ορολογίας, συμπεριλαμβανομένου του όρου περιβαλλοντικός (Albarella 2001β: 11). Ειδικά για το ζωοαρχαιολογικό υλικό προτείνεται ο απογαλακτισμός του από τις θεωρίες της δεκαετίας του ’60, οι οποίες ισχύουν έως σήμερα10, και η άμεση συνύφανσή του με συγκεκριμένα ανασκαφικά και αρχαιολογικά ζητούμενα.

(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)

ΕΥΤΥΧΙΑ ΓΙΑΝΝΟΥΛΗ

Διδάκτωρ Αρχαιολογίας – Ζωοαρχαιολόγος

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

8.Αναφέρομαι αποκλειστικά στο ελληνικό παράδειγμα, όπου η συνδρομή της ζωοαρχαιολογίας αποδεικνύεται ιδιαίτερα χρήσιμη όταν αυτή ενσωματώνεται σε δεδομένη αρχαιολογική έρευνα. Τούτο έχει καταστεί δυνατό λόγω της αύξησης των αρχαιολογικών προγραμμάτων με διεπιστημονική προσέγγιση και περιβαλλοντική έμφαση. Το θέμα όμως είναι και γεωγραφικό, αφού κατά παράδοση η ζωοαρχαιολογία στην Αφρική, για παράδειγμα, επικεντρώνεται στα οικόσιτα ζώα στο πλαίσιο των αγροτικών συστημάτων των τελευταίων χιλιετιών ή στη συμπεριφορά του ανθρωπίνου είδους-κυνηγού, ενώ στην Αμερική και την Αυστραλία, στη μετακίνηση πληθυσμών και τις διαδικασίες αποικισμού. Η έρευνα του ρόλου των ζώων στην ανάπτυξη σύνθετων κοινωνιών χαρακτηρίζει άλλους τόπους και άλλες περιόδους.

9 Σε μερικές χώρες η αρχαιολογία έχει στενή συγγένεια με την ανθρωπολογία, ενώ σε άλλες αποτελεί ξεχωριστό πεδίο με ισχυρούς δεσμούς με τις κλασικές σπουδές και την ιστορία. Ο ανθρωπολογικός ή ιστορικός προσανατολισμός της αρχαιολογίας αποτελεί ο ίδιος πηγή πολυμορφίας και στη ζωοαρχαιολογία.

10 Θα πρέπει εδώ να γίνει μνεία σε δύο ιδιαίτερα σημαντικές για τη ζωοαρχαιολογία έννοιες, οι οποίες αναπτύσσονται την εποχή εκείνη. Η μία είναι η middle-range theory, η εμπειρική παρατήρηση των διαδικασιών και των αρχών που διέπουν τη δημιουργία των αρχαιολογικών καταλοίπων με ιδιαίτερη έμφαση σε θέματα τεχνολογίας, διατροφής και θέσης εγκατάστασης (για παράδειγμα, Higgs & Vita-Finzi 1972; Binford 1977; Grayson 1986). Η άλλη έννοια βασίζεται σε οικολογικά και οικονομικά μοντέλα, όπως η θεωρία των παιγνίων ή σε μοντέλα βέλτιστης απόδοσης (optimality models), προκειμένου να αξιολογηθούν στρατηγικές αποφάσεις που αφορούν στην απόκτηση και την κατανομή φυσικών και κοινωνικών πόρων (για παράδειγμα, Clarke 1972; Jochim 1976; Reidhead 1979).

About sooteris kyritsis

Job title: (f)PHELLOW OF SOPHIA Profession: RESEARCHER Company: ANTHROOPISMOS Favorite quote: "ITS TIME FOR KOSMOPOLITANS(=HELLINES) TO FLY IN SPACE." Interested in: Activity Partners, Friends Fashion: Classic Humor: Friendly Places lived: EN THE HIGHLANDS OF KOSMOS THROUGH THE DARKNESS OF AMENTHE
This entry was posted in ARCHAEOLOGIE and tagged , , . Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Please log in using one of these methods to post your comment:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s