Ταφικά Έθιμα (v)


(ΣΥΝΕΧΕΙΑ  ΑΠΟ 17/11/13)

ΤΑΦΙΚΑ ΕΘΙΜΑ ΑΠΟ ΤΗ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΕΠΟΧΗ ΩΣ ΤΑ ΝΕΩΤΕΡΑ ΧΡΟΝΙΑ
Ο λαός ως προς τα ταφικά έθιμα φαίνεται συντηρητικός, αντιμετωπίζει το θάνατο και την ταφή των προγόνων του με προσήλωση και εμμονή στις παραδόσεις, τις δοξασίες και τις συνήθειες, που αυτοί του κληροδότησαν. Έτσι, πολλά σημερινά έθιμα ανάγονται στην αρχαιότητα, στα ομηρικά χρόνια. Όμως, δεν είναι λίγες οι αλλαγές που συντελέστηκαν στο μεταχριστιανικό κόσμο. Ο θάνατος και η ταφή του Χριστού, η ίδρυση της Εκκλησίας, οι τάφοι των μαρτύρων του χριστιανισμού και η πίστη στην ανάσταση των νεκρών αναδιαμόρφωσαν το εθιμοτυπικό και τις ταφές από τους χρόνους του Βυζαντίου μέχρι και τα νεώτερα χρόνια.

Ταφικές πρακτικές

Ο θάνατος
Όταν ο νεκρός αισθανόταν το θάνατο να πλησιάζει φρόντιζε για τη διαθήκη του, στην οποία επισήμανε ότι την υπογράφει με σώας τα φρένας. Στη συνέχεια ερχόταν ιερέας, σαν προάγγελος του θανάτου, να εξομολογήσει και να κοινωνήσει τον μελλοθάνατο. Ταυτόχρονα οι συγγενείς και προσφιλείς μαζεύονταν να χαιρετήσουν τον άνθρωπό τους. Την οριακή αυτή κατάσταση που βρισκόταν ο άνθρωπος την ώρα που πέθαινε, περιέγραφαν με ποικίλες εκφράσεις, που σώζουν οι πηγές και φαίνεται να έχουν συνέχεια από τα ομηρικά χρόνια μέχρι σήμερα.
Επερχομένου του θανάτου, οι συγγενείς έκλειναν τα μάτια και το στόμα του νεκρού, ακολουθούσε το λουτρό, το οποίο στους ιερωμένους γίνονταν με σταυρικές κινήσεις, ενώ στη συνέχεια, σύμφωνα με την εβραϊκή παράδοση που υιοθετήθηκε, άλειφαν το σώμα με μύρα.
Οι συγγενείς και φίλοι επισκέπτονταν το νεκρό προκειμένου να τον χαιρετήσουν, την ώρα της πρόθεσης, σύμφωνα με πολλές πηγές.

Ο θρήνος
Μετά το στολισμό του νεκρού, οι παρευρισκόμενοι θρηνούσαν, οι γυναίκες αποκάλυπταν το κεφάλι και τράβαγαν τα μαλλιά τους, τα ρούχα τους και μέλη του σώματός τους. Κάποιες φορές και οι άνδρες εξέφραζαν τον πόνο τους με τις ίδιες έντονες κινήσεις, ενώ δεν έλειπαν οι περιπτώσεις που θρηνούντες χτυπιούνταν μέχρι θανάτου. Παρ΄όλες τις προσπάθειες των φρονιμότερων αποτροπής των παραπάνω εκδηλώσεων ως μη χριστιανικών, σε συνέχεια των αρχαίων και εβραϊκών εθίμων, αυτές επιβίωσαν μέχρι και τη νεώτερη Ελλάδα.
Τον νεκρό, επίσης, θρηνούσαν με τα μοιρολόγια, άσματα εγκωμιαστικά και πένθιμα, το περιεχόμενο των οποίων για τα βυζαντινά χρόνια λαμβάνουμε από μεταφορές τους μέσα σε βυζαντινά μυθιστορήματα. Οι στίχοι μίλαγαν για τη χαμένη νεότητα των νεαρών νεκρών, εκφράζανε το παράπονο της χηρείας στο σύζυγο που έφυγε, ζητούσαν τελευταίες συμβουλές από το νεκρό γονέα. Υπήρχαν μάλιστα και επαγγελματίες μοιρολογίστρες που καλούνταν για το θρήνο.
Ο νεκρός φυλασσόταν από τους προσφιλείς τους μια νύχτα πριν ταφεί, τελετή υποχρεωτική στη λαϊκή σκέψη, η οποία διατηρείται ακόμα στην ελληνική ύπαιθρο.

Η εκφορά του νεκρού και η πομπή
Μετά το θρήνο άρχιζε η κηδεία ή εξόδιον, τελετουργία που δεν ήταν χρονικά προκαθορισμένη, αν και το μεσογειακό κλίμα δεν επέτρεπε την καθυστέρηση της ταφής. Τοποθετούσαν το νεκρό σε φέρετρο, με το πρόσωπο ακάλυπτο, σύμφωνα με το αρχαίο τυπικό, και κατά τη νεκρική πομπή οι συγγενείς ή φίλοι του νεκρού ή ακόμα και επαγγελματίες νεκροφόροι κουβαλούσαν τη σορό στους ώμους. Τα φέρετρα έμοιαζαν με κρεβάτια, κατασκευάζονταν από απλό ξύλο ενώ των πλουσιότερων, από ξύλο κέδρου ή κυπαρισσιού ή ακόμα από ασήμι ή χρυσό. Τα απλούστερα φέρετρα, από τη βυζαντινή εποχή μέχρι και τον 20ο αιώνα ήταν κτήμα των εκκλησιών και ενοικιάζονταν στις κηδείες.
Στην κηδεία μετείχαν όλοι οι συγγενείς και φίλοι, οι δούλοι και όσοι είχαν ευεργετηθεί από το νεκρό. Αν ήταν παραγγελία του νεκρού ή υπόσχεση των κληρονόμων του, οι δούλοι που ακολουθούσαν στην κηδεία ελεθευρώνονταν και ήταν νομικά κατοχυρωμένοι σε αυτό. Εάν ο εκλειπών ήταν μέλος συντεχνίας όλοι οι συνάδελφοί του ήταν υποχρεωμένοι να παραβρεθούν στην κηδεία. Την εξόδιον των δημοσίων προσώπων παρακολουθούσαν όλοι οι πολίτες, ενώ των ευγενών παραβρίσκονταν ακόμα και τα άλογα τους.
Στην πομπή προηγούνταν οι ιερείς που έψαλλαν κρατώντας κεριά και θυμιάματα, ακολουθούσε το σκήνωμα και έπονταν οι λαϊκοί με λαμπάδες στα χέρια. Ταυτόχρονα, καθ΄ όλη τη διάρκεια, χτυπούσαν οι καμπάνες. Ακόμα, μετείχαν και οι μοιρολογίστρες που συνέχιζαν το θρήνο, έθιμο αρχαίο ελληνικό και ιουδαϊκό που διατηρήθηκε στη βυζαντινή και οθωμανική εποχή, στα χρόνια της βενετοκρατίας και μέχρι σήμερα. Δεν έλειπαν, στην νεκρική πομπή, επεισόδια για πιθανές οικονομικές οφειλές του νεκρού, για τα οποία ο νόμος προέβλεπε ποινές. Άλλωστε οι πενθούντες ήταν γενικώς προστατευμένοι από το νόμο, προκειμένου να μένουν ανενόχλητοι.

Η νεκρώσιμος ακολουθία και η ταφή
Με την άφιξη στο ναό, η κλίνη τοποθετούνταν σε βάθρο μπροστά στη τράπεζα εάν ο νεκρός ήταν ιερωμένος, στο νάρθηκα εάν ήταν λαϊκός και πάντως με το κεφάλι του στην ανατολή. Η θέση της κεφαλής του νεκρού προς ανατολάς, που συνηθίζεται στο χριστιανικό κόσμο και στην προσευχή ήταν άγνωστη στα αρχαία χρόνια και πιστεύεται ότι κληρονομήθηκε από τους ινδούς στα ελληνιστικά χρόνια. Στον 15ο αιώνα όλοι τοποθετούνταν πλέον στον κυρίως ναό. Ακολουθούσε η νεκρώσιμος ακολουθία, η οποία είναι διαφέρει εάν πρόκειται για λαϊκούς, ιερείς, μοναχούς ή νήπια.
Τη θρησκευτική τέλεση της κηδείας, αλλά όχι την ταφή αρνούταν η εκκλησία στους αλλόθρησκους, στους αιρετικούς και στους σχισματικούς, στα αβάπτιστα αποθανόντα παιδιά, στους αμετανόητους αφορισθέντες και στους αυτόχειρες που δεν έπασχαν από ψυχικό νόσημα.
Μετά την ακολουθία η πομπή συνόδευε το φέρετρο στον τάφο, όπου κάποιος προσφιλής του νεκρού, όπως και στην αρχαία ελληνική και ιουδαϊκή παράδοση, εκφωνούσε επιτάφιο λόγο, βιογραφικό και εγκωμιαστικό του νεκρού, παρηγορητικό για τους δικούς του. Κατόπι, έβαζαν το φέρετρο στον τάφο και ο ιερέας περιέχυνε το σώμα του με λάδι και έριχναν ένα πήλινο τεμάχιο που έφερε χαραγμένο σταυρό, συνήθεια που συνεχίστηκε μέχρι πρόσφατα.
Από τα βυζαντινά χρόνια, άρχισαν να θάβουν την ημέρα τους νεκρούς τους, αφού οι πατέρες της εκκλησίας πολέμησαν την αντίληψη των αρχαίων Ελλήνων και των Ιουδαίων που θεωρούσαν τους νεκρούς πηγή μόλυνσης και για αυτό τους έθαβαν νύχτα. Η αντίληψη αυτή διατηρήθηκε όμως μέσα στους αιώνες και μέχρι πρόσφατα και η κάθαρση μετά από ταφή ήταν απαραίτητη και η συνάντηση κηδείας θεωρούταν κακός οιωνός. Θεμιτή ήταν πάντως η ταφή στην πατρική γη του εκλιπόντα ή η εκ των υστέρων μετακομιδή των λειψάνων του στην πατρίδα του.

Πένθος
Το βαρύ πένθος για τους Βυζαντινούς κρατούσε δια νόμου και συνέχεια της ρωμαϊκής παράδοσης εννέα ημέρες, ενώ η χήρα όφειλε να πενθήσει για ένα χρόνο. Ένδειξη πένθους αποτελούσε το κόψιμο των μαλλιών και τα μαύρα ρούχα, αρχαίες συνήθειες που συνεχίστηκαν στους χρόνους του Βυζαντίου, της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αλλά και τους νεώτερους χρόνους. Επιπλέον, το πένθος γινόταν φανερό από τη μερική ασιτία, το μη καλλωπισμό, αλλά και την αποχή από τα λουτρά. Αναμενόμενη στις γυναίκες που είχαν πένθος ήταν μείωση των κοινωνικών επαφών, ιδίως για τις χήρες.

Μνημόσυνα
Τη βυζαντινή και οθωμανική εποχή οι μνημόσυνες ακολουθίες για το νεκρό γίνονταν, όπως ακόμα και σήμερα, την τρίτη, την ένατη και την τεσσαρακοστή ημέρα από το θάνατό του, καθώς και μετά από ένα χρόνο, χρονικά διαστήματα με θεολογικούς συμβολισμούς. Στα μνημόσυνα οι συγγενείς έφερναν στο ναό και κατόπι στον τάφο κόλλυβα, κόκκους δηλαδή σιταριού αναμεμειγμένους με ρόδια, αμύγδαλα, καρύδια, σταφίδες και κουκουνάρια. Εκτός από τα κόλλυβα προσφέρονταν σύμφωνα με την αρχαιοελληνική και ιουδαϊκή συνήθεια νεκρόδειπνα στους τάφους, ή και τρόφιμα στην εκκλησία που τα μοίραζε ύστερα στους φτωχούς. Τα συμπόσια αυτά μαρτυρούν και ευρήματα σε τάφους, όπως χύτρες, λαγήνια, πινάκια και άλλα. Δείπνα κατά τα μνημόσυνα γίνονταν μέχρι το 12ο αιώνα, αλλά το έθιμο επιβίωσε σε χωριά της Πελοποννήσου καθώς και στην Κωνσταντινούπολη την ήμερα των νεκρών (14 Σεπτ.).
Το αρχαίο έθιμο των χοών διατήρησαν οι Βυζαντινοί, αλλά και οι νεώτεροι Έλληνες. Στην Μακεδονία, την Τραπεζούντα, στην Καππαδοκία, στην Κρήτη, στα χωριά του Ολύμπου, τις ημέρες των μνημοσύνων έκαναν σπονδές με κρασί από οπές ή ειδικές φυάλες στον τάφο του νεκρού.

Τάφοι και ταφή
Οι νεκροί είτε καταχώνονταν σε λάκκους, είτε θάβονταν σε χτιστούς τάφους, είτε τοποθετούνταν σε σαρκοφάγους, πάντως με το κεφάλι στην ανατολή. Έκτος από τους απλούς τάφους, υπήρχαν κενοτάφεια, που λειτουργούσαν ως ταφικά μνημεία, οστεοφυλάκια και τάφοι αγίων προσώπων όπου λειτουργούσαν και λειτουργούν προσκυνήματα. Ως προς τη μορφολογία χωρίζονται σε: απλός (λάκκος), θήκη (λάρνακα), μνημείο (κατασκευές όπου περικλείεται ο τάφος), χαμοσόρια (λαξευτοί), διώροφοι καμαρωτοί, σαρκοφάγος. Οι σαρκοφάγοι κατασκευάζονταν από ξύλο ή μέταλλο ή λαξεύονταν σε λίθο ή μάρμαρο, σύμφωνα με τις πηγές που δίνουν αναλυτικές περιγραφές.
Κατά τους Βυζαντινούς χρόνους οι τάφοι ήταν οικογενειακοί ή κληρονομικοί. Ανάλογα με τη κοινωνική θέση και τον πλούτο του ενταφιαζόμενου ήταν απλούστεροι ή πολυτελέστεροι. Πάνω στον τάφο τοποθετούνταν επιτάφιος πλάκα ενεπίγραφος, που σε πεζό ή έμμετρο λόγο ανέφερε το όνομα του νεκρού και του πατέρα του, την ημερομηνία του θανάτου και εν συντομία τα βιογραφικά του στοιχεία. Λόγω των θρησκευτικών ερίδων σκόπιμο ήταν να γράφεται το ότι ο θαμμένος ήταν ορθόδοξος. Πάνω στην πλάκα τοποθετούταν σταυρός και μέσα σε κόγχη λυχνάρια, ιερές εικόνες, εικόνα του νεκρού και άλλα. Δεν ήταν σπάνιο ο τάφος να περιφρασσόταν με κάγκελα, ενώ μπορεί να στολιζόταν με λουλούδια, δενδρύλλια, στυλίσκους και γλυπτά. Ο τάφος θεωρούταν ιερός και ήταν ανόσιο να πατηθεί. Χαρακτηριστικό γνώρισμα των τάφων και των κοιμητηρίων ήταν και είναι το φύτεμα των κυπαρισσιών, γεγονός που μνημονεύεται από τον 9ο αιώνα.
Μέσα σε τάφους έχουν βρεθεί διάφορα αντικείμενα που τοποθετούσαν δίπλα στους νεκρούς τους, όπως φιαλίδια μύρων, χρυσά στεφάνια, κοσμήματα, χρήματα και άλλα, κτερίσματα που προκαλούσαν την τυμβωρυχία, για αυτό πολλάκις απαγορεύτηκαν. Τους τάφους προστάτευαν ειδικοί φύλακες, χωρίς όμως να εμποδίζουν πάντα την τυμβωρυχία για την οποία ο βυζαντινός νόμος προέβλεπε διάφορες ποινές. Ταυτόχρονα ο νόμος όριζε ποινές για περιπτώσεις ιεροσυλίας, όπως η μετακίνηση οστών, επιτάφιων λίθων κλπ.

Ταρίχευση και καύση νεκρών
Η ταρίχευση που ακολουθούνταν από τους χριστιανούς της Αιγύπτου, δεν θεωρείτο σωστή από την εκκλησία, αφού ο Χριστός ετάφη, αν και ήταν συνηθισμένη η προσωρινή ταρίχευση για τη μεταφορά ενός νεκρού σε άλλο τόπο.
Η καύση δεν ήταν απαγορευμένη, αλλά η συνήθεια της ταφής στηριζόταν από τα κείμενα της χριστιανικής εκκλησίας. Οι νεκροί δεν καίγονταν στα βυζαντινά χρόνια, παρά μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, κατά τις οποίες η τέφρα του νεκρού παραδιδόταν σε ταφή.
Η ανάγκη της ταφής, που κυριαρχούσε από τα ομηρικά χρόνια σαν αντίληψη, φανερώνεται από τις πηγές που αναφέρουν ότι οποιοσδήποτε συναντούσε νεκρό σώμα, όφειλε να το κρύψει κάτω από τη γη, με οποιονδήποτε τρόπο, ενώ θεωρούταν κατάρα για κάποιον να μείνει άταφος, όπως άλλωστε πιστεύεται από το λαό.

Ταφή βασιλέων
Συγκεκριμένο τυπικό υπήρχε για την κηδεία και την ταφή των βασιλέων.
Ο νεκρός βασιλέας που επρόκειρο να μεταφερθεί ταριχευόταν. Τοθετούνταν σε χρυσό φέρετρο, που καλύπτότανε από τη βασιλική αλουργίδα και το τοποθετούσανε σε άμαξα, που συνόδευαν ένοπλοι άντρες ντύμενοι με πορφυρά χρώματα. Τη σορό που κατέφτανε στην πρωτεύουσα υποδέχονταν οι άρχοντες, η σύγκλητος, ο στρατός, πλήθος και ψάλλοντες κληρικοί. Ούτως ή άλλως, ο νεκρός αυτοκράτορας ή όποιοδήποτε μέλος της οικογένειάς του στολιζόταν ειδικά. Γινόταν ειδική τελετή εξόδου της σορού από το ανάκτορο, μεγαλοπρεπής η πομπή και τελετουργική η νεκρωσιμός ακολουθία.
Οι αυτοκράτορες θάβονταν τους πρώτους αιώνες της βυζαντινής αυτοκρατορίας στο ναό των Αγίων Αποστόλων στην Κωνσταντινούπολη, σε στοές και στα ηρώα του Μ. Κωνσταντίνου και του Ιουστινιανού. Στον 9ο αιώνα αριθμούνται περίπου 45 αυτοκρατορικές λάρνακες στο ναό αυτό.
Εκτός από το ναό, χώροι ταφής βασιλέων και των οικογενειών τους αποτελούσαν διάφοροι ναοί και μοναστήρια, συνήθως της πρωτεύουσας, που πιθανόν είχαν ιδρύσει οι θαμμένοι αυτοκράτορες, όπως ο ναός της Περιβλέπτου, η μονή Λιβός, η μονή Παντοκράτορος.

Βασιλικές λάρνακες
Οι βασιλικές λάρνακες φτιάχνονταν από μάρμαρα πορφυρά, πράσινα, πνευμονούσια, λευκά ή ροδοποίκιλα, σύμφωνα με την προεπιλογή του αυτοκράτορα (φώτο από Μουσείο Κωνσταντινουπόλεως), χαρακτηρίζονταν από πολυτέλεια και συχνά έφεραν παραστάσεις.
Τα μέλη της αυτοκρατορικής οικογένειας, καθώς και οι αυλικοί και αξιωματούχοι ανάλογα με το πρόσωπο του αποθνήσκοντα, φορούσαν, χάρη πένθους συγκεκριμένο χρώμα ρούχα. Ο αυτοκράτορας εάν έχανε συγγενικό πρόσωπο ά βαθμού φορούσε λευκά, ενώ ο λαός στο θάνατό του ντυνόταν στα μαύρα.
Αντίστοιχα ανεπτυγμένο τυπικό υπήρχεκαι για την κήδευση των πατριαρχών.

Δίκαιο
Υπήρχαν στο Βυζάντιο νομικές διατάξεις για τη στέρηση της εκκλησιαστικής κηδεύσεως, για θέματα σχετικά με την κηδεία, για τους υποχρεωτικά μετέχοντες στην κηδεία, για το εάν μια ταφή είναι νόμιμη ή όχι, ανάλογα με το χρόνο της ταφής, για τον ιδιοκτήτη του τάφου, οικοπέδου ή αγρού και το ιστορικό των ταφών στο χώρο αυτό, όπως επίσης, για το τι συνιστά προσβολή σε πτώμα, προσβολή στο νεκρό, ή στους κληρονόμους και για τις ποινές, ιδίως εάν οι υβριστές είναι οι δανειστές του
Στις πηγές δεν εμφανίζονται διατάξεις που κατοχυρώνουν την εκκλησιαστική κήδευση των νεκρών χριστιανών. Η απουσία της σχετικής διατάξεως αναπληρώνεται και καλύπτεται απόλυτα από την παράδοση της εκκλησίας, που θεωρεί την υποχρέωση αυτή ως αυτονόητη.
Σύμφωνα με έγγραφο του πατριάρχη Φωτίου (858 – 867), η παράλειψη εκκλησιαστικής κηδεύσεως ενός νεκρού από κληρικό με δόλο αποτελούσε τιμωρητέο αδίκημα. Άλλο πατριαρχικό έγγραφο (1143) καταδικάζει αιρετικούς μοναχούς και ανάμεσα στις κατηγορίες είναι ότι στέρησαν νεκρούς χριστιανούς από την εκκλησιαστική κήδευση των λειψάνων τους, με την πρόφαση, ότι δεν είχαν μετανοήσει για τα αμαρτήματά τους. Αντίστοιχο έγγραφο (1356) καταδικάζει μητροπολίτη που ανάμεσα σε άλλα αδικήματα, εμπόδισε τους κληρικούς να κηδεύσουν δύο χριστιανούς.

Δαπάνες
Υπόχρεος σε ενταφιασμό του νεκρού, είναι εκείνος, τον οποίο επέλεξε, όσο ζούσε ο τελευταίος, και στον οποίο ανέθεσε τη μέριμνα της κηδείας και ταφής του. Αυτός που ανέθετε σε τρίτο την τέλεση της κηδείας και της ταφής του φρόντιζε να διασφαλίσει την εκπλήρωση της αντίστοιχης υποχρέωσης και την καταβολή των σχετικών δαπανών με μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων προς τον υπόχρεο και σχετικούς δεσμευτικούς όρους. Ένα ο αποθανών δεν ανέθεσε τα παραπάνω καθήκοντα αυτά μεταφέρονται αυτόματα στους κληρονόμους του. Υπάρχουν ακόμα και άλλες ειδικές διατάξεις που αφορούν συγκεκριμένες κατηγορίες αποθανόντων και υπόχρεων.
Και ενώ οι πλούσιοι κάλυπταν τα έξοδα της κηδείας των οικείων τους, κάνοντας ακόμα και υπέρμετρες δαπάνες, η κηδεία των φτωχών αποτελούσε προβλεπόμενο κρατικό έξοδο, με την συνδρομή της εκκλησίας που είχε ταμείο για την ταφή άπορων και ξένων.
Διατάξεις που εκδόθηκαν, από την αρχή τις βυζαντινής αυτοκρατορίας, αφορούσαν την δωρεάν τέλεση της κηδείας των κατοίκων της Κωνσταντινούπολης, με την παραχώρηση πλήρους φορολογικής ατέλειας σε περίπου 1000 εργαστήρια της Πόλης και αντάλλαγμα την δωρεάν μεταφορά των νεκρών στα κοιμητήρια και τη διευθέτηση του χώρου για την ταφή. Δηλαδή παραχωρούνταν χρήματα και το αναγκαίο προσωπικό, που χαρακτηρίζεται με τις επωνυμίες δεκανοί, λεκτικάριοι και κοπιαταί και αργότερα σε αυτούς προστίθενται οι ασκήτριες και οι κανονικές.

Επαγγέλματα
Οι δεκανοί ήταν υπαξιωματικοί του βυζαντινού στρατού και επιφορτισμένοι τόσο με τη συνοδεία του νεκρού μέχρι τον τόπο του ενταφιασμού, όσο και με την τήρηση της τάξης κατά την εκφορά και την απόθεση του λειψάνου στον τάφο.
Οι λεκτικάριοι ήταν αυτοί που μετάφεραν τη “lectica”, τα φέρετρα δηλαδή, με τα οποία μεταφέρονταν τα λείψανα από την οικία του αποβιώσαντα στο ναό, όπου λάμβανε χώρα η νεκρώσιμη ακολουθία και στη συνέχεια στον τόπο ενταφιασμού, όπου απέθεταν το λείψανο στον τάφο.
Οι κοπιαταί ήταν τα πρόσωπα που κατασκεύαζαν τον τάφο ή διαμόρφωναν κατάλληλα το χώρο ταφής που υπήρχε στα κοιμητήρια.
Οι ασκήτριαι και οι κανονικαί ήταν γυναίκες αφιερωμένες στην εκκλησία, προηγούνταν και έπονταν της σορού ψάλλοντας, ενώ αναλάμβαναν και τη φροντίδα για τους νεκρούς στις μονές και στα ξενοδοχεία.
Οι μνημοράλιοι κατασκεύαζαν τους τάφους, τα βασιλικά μνήματα και αναλάμβαναν και τη φύλαξη αυτών.
Οι διατάξεις αναφέρουν τους μισθούς και τον τρόπο πληρωμής των παραπάνω προσώπων, ανάλογα το είδος της κηδείας, τον τύπο του φέρετρου και τον τόπο ταφής, ενώ προβλέπονται τόκοι για αργοπορημένες πληρωμές και ποινές για οικονομικά αδικήματα είτε σε βάρος των εργαζομένων, είτε σε βάρος των συγγενών του νεκρού.
Επαγγελματίες ήταν, όχι μόνο στο Βυζάντιο, αλλά και αργότερα οι μοιρολογίστρες, οι οποίες προσλαμβάνονταν και πληρώνονταν από τους πενθούντες, χωρίς όμως να είναι νομικά κατοχυρωμένες.

Νεκροταφεία
Η λέξη κοιμητήριο αρχικά χρησιμοποιήθηκε για τον τάφο ενός νεκρού και στη συνέχεια ο όρος δήλωνε όλη την περιοχή όπου υπήρχαν τάφοι. Τους πρώτους βυζαντινούς αιώνες τα νεκροταφεία, κατά την αρχαία συνήθεια, παρέμειναν δια νόμου εκτός των πόλεων και δίπλα στο δρόμο. Με την πάροδο του χρόνου αναφέρονται στις πηγές και αστικές ταφές, ενώ επί Λέοντος Σοφού επιτρέπονται οι ταφές είτε εντός είτε εκτός πόλης. Η κατάλυση της απαγορεύσεως προέκυψε από χωρικές ανακατατάξεις, που επέφεραν αλλαγές στη δομή, διάταξη και διαστάσεις των μεσαιωνικών πόλεων και από το φαινόμενο της ταφής σε ναούς.
Στην Κωνσταντινούπολη τα παλιά νεκροταφεία θάφτηκαν στην ίδρυση της νέας πρωτεύουσας και τα νέα νεκροταφεία με την εξάπλωση της πόλης, βρέθηκαν ανάμεσα στα παλαιά και νέα τείχη. Ανάλογη εξέλιξη παρατηρείται και σε άλλες βυζαντινές πόλεις. Οι ανασκαφές στη μεσαιωνική Κόρινθο έφεραν στο φως επτά συγκροτήματα τάφων, που βρίσκονταν στο κέντρο της αρχαίας πόλης και χρονολογούνται από τον 7ο έως τον 12ο αιώνα. Το ίδιο συνέβη στην Αθήνα και τις Σάρδεις, μετά την καταστροφή τους από τους Σλάβους και τους Πέρσες αντίστοιχα. Από τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες, οι τόποι ενταφιασμού επικεντρώθηκαν γύρω από παλαιοχριστιανικά μαρτύρια ή κοιμητηριακές βασιλικές. Στη συνέχεια οι ταφές μεταφέρθηκαν στο δάπεδο ναών μέσα στις πόλεις, μετά τη συνήθεια να μεταφέρονται τα λείψανα αγίων μέσα σε ναούς και να θάπτονται οι αρχιερείς εντός του θυσιαστηρίου. Σε μοναστηριακούς ναούς υπήρχαν επίσης τάφοι ιερωμένων μοναχών στο ιερό και τάφοι λαϊκών στις πύλες από το νάρθηκα στον κυρίως ναό.
Μετά τον πέμπτο αιώνα διαμορφώνονται δύο τάσεις. Η μια ακολουθεί την ανάγκη για ταφή στον ιερό τόπο του ναού, όπου βρίσκονται λείψανα αγίων προσώπων και η άλλη αντιτίθεται στην ταφή αμαρτωλών στον οίκο του Θεού, που είναι και αντίθετη με το πνεύμα της ταπείνωσης. Έτσι, μετά τον 6ο αιώνα προτιμάται η τοποθέτηση σαρκοφάγων στο νάρθηκα και στο αίθριο που είναι υποδεέστεροι χώροι. Ο ζήλος για την απόκτηση τάφου στους παραπάνω χώρους δημιούργησε έλλειψη χώρων ταφής και έτσι δημιουργήθηκαν εξωνάρθηκες, παρεκκλήσια, ευκτήριοι οίκοι, μοναστήρια, νεκρικές κρύπτες κάτω από τους ναούς. Από τις νομισματικές ενδείξεις προκύπτει ότι η ταφή σε ναούς εμφανίζεται την πρώιμη βυζαντινή περίοδο, αυξάνει σε συχνότητα κατά το 10ο – 11ο αιώνα και αποκτά μεγαλύτερη διάδοση την περίοδο των Παλαιολόγων.
Οι τάφοι λοιπόν και όχι ο θεσμός των κοιμητηρίων εισέρχονται στα αστικά κέντρα, παρόλο που δεν συμβαδίζει το γεγονός με τις πηγές του βυζαντινού δικαίου. Ταφές γίνονταν και μέσα στα μοναστήρια, γεγονός συνδεδεμένο με το θεσμό της κτητορίας. Δηλαδή, ο κτήτορας και στη συνέχεια οι κληρονόμοι του είχαν το δικαίωμα της ταφής στο ναό ή στο κοιμητήριο της μονής που ίδρυσε, ενώ πολλές φορές η αιτία της ίδρυσης μονής ήταν η πρόθέση του κτήτορα να εξασφαλίσει τον κατάλληλο τόπο ενταφιασμού για τον εαυτό του και τους συγγενείς του και την αδιάλειπτο προσευχή για της σωτηρία των ψυχών τους.
Τα τυπικά των μονών βεβαιώνουν για την ύπαρξη και λειτουργία ειδικά οργανωμένων κοιμητηρίων στις μονές της αυτοκρατορίας, με ναό και ιερωμένο επιφορτισμένο αποκλειστικά με τις νεκρώσιμες και επιμνημόσυνες ακολουθίες. Τα μοναστήρια πάντως, ιδίως στην πόλη, αντιμετώπιζαν πρόβλημα στενότητας χώρου και υπάρχουν περιπτώσεις που οι μονές ιδρυόταν κοιμητήρια σε άλλη περιοχή και με πολύ αυστηρά κριτήρια για το δικαίωμα ενταφιασμού σε αυτά (Μονή Κεχαριτωμένης, Μονή Παντοκράτορος, Μονή Κοσμοσώτειρας).
Υπήρχαν όμως και μονές που δεν είχαν κοιμητήριο και οι μοναχοί ενταφιάζονταν εντός του μοναστηριακού ναού, συνήθως στο νάρθηκα. Στο δάπεδο, εντός του ναού, επέλεγαν συνήθως να ταφούν και οι κτήτορες, που μετά από το 10ο αιώνα πρόκειται για μεγάλο αριθμό λαϊκών και ανώτατων κληρικών. Δεν πρέπει να παραβλέπεται ότι μεγάλος αριθμός μελών βυζαντινών αυτοκρατορικών οικογενειών και αρκετοί πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως ενταφιάστηκαν στο δάπεδο μοναστηριακών ναών.
Οι μάρτυρες, οι μοναχοί και οι κληρικοί, οι βασιλείς και άλλα επίσημα πρόσωπα θάπτονταν σε ιδιαίτερο τμήμα των νεκροταφείων ή στον περίβολο ή το εσωτερικό κάποιου ναού. Οι βυζαντινοί βασιλείς θάπτονταν στον περίβολο του ναού των Αγίων Αποστόλων στην Κωνσταντινούπολη.
Η νομοθεσία απαγόρευε πάντως ταφές γυναικών σε ανδρικά μοναστήρια και αντίστροφα, όπως και ταφές ορθοδόξων σε λατινικούς ναούς. Για τους ξένους πάντως που πέθαιναν, αγοράζονταν με εισφορές ιδιαίτεροι χώροι ταφής, που ονομάζονταν ξενοτάφια.
Στο πέρασμα των αιώνων με τους χριστιανούς ορθόδοξους συνυπάρξαν και άλλα δόγματα, θρησκεύματα και έθνη. Έτσι, εκτός από τα χριστιανικά νεκροταφεία υπήρξαν και υπάρχουν στο ελληνικό τοπίο ταφές και νεκροταφεία μουσουλμανικά, εβραικά, αρμένικα και στους νεώτερους χρόνους νεκροταφεία ρωμαιοκαθολικών και διαμαρτυρόμενων.
Στις περιοχές που έζησαν υπό την κυριαρχία ευρωπαικών δυνάμεων συναντούνται επίσης απλές και κτιστές ταφές, τάφοι σε ναούς και στον περιβολό τους. Αξιωματούχοι και κληρικοί θάβονται σε ναούς, που μπορεί να έχουν κτίσει οι ίδιοι, είτε σε τάφρο που από πάνω του υψώνεται νεκρικός θάλαμος, είτε σε αληθινή σαρκοφάγο, πέτρινη ή χτιστή, που τοποθετείται στους τοίχους του ναού είτε από την εσωτερική είτε από την εξωτερική πλευρά και πάνω της υψώνεται πάντοτε σχεδόν ένα τόξο. Στους τάφους και τις επιτύμβιες χαράσσονται το όνομα και το εγκώμιο του νεκρού, ο οικογενειακός θυρεός και άλλα πένθιμα εμβλήματα. Τα μαυσωλεία αυτού του τύπου στηρίζονταν κατευθείαν στο έδαφος ή υποβαστάζονταν από πέτρινα υποστηρίγματα, μπηγμένα στους τοίχους του ναού.
Στα νεώτερα χρόνια, δεν είναι λίγα τα νεκροταφεία που έχουν αναπτυχθεί γύρω από βυζαντινές εκκλησίες, σε όλη την Ελλάδα. Ταυτόχρονα δεν είναι λίγα τα νεκροταφεία, χριστιανικά και μουσουλμανικά που έχουν μεταφερθεί και καταστραφεί, ιδίως μέσα στις πόλεις. Τα εβραικά νεκροταφεία,σε πολλές περιοχές ισοπεδώθηκαν από τους Ναζί την περίοδο της κατοχής της Ελλάδος από τους Γερμανούς.

(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)

Εργαστήριο Γεωφυσικής – Δορυφορικής Τηλεπισκόπησης & Αρχαιοπεριβάλλοντος

ΠΑΓΑΝ  http://www.ims.forth.gr/

About sooteris kyritsis

Job title: (f)PHELLOW OF SOPHIA Profession: RESEARCHER Company: ANTHROOPISMOS Favorite quote: "ITS TIME FOR KOSMOPOLITANS(=HELLINES) TO FLY IN SPACE." Interested in: Activity Partners, Friends Fashion: Classic Humor: Friendly Places lived: EN THE HIGHLANDS OF KOSMOS THROUGH THE DARKNESS OF AMENTHE
This entry was posted in ARCHAEOLOGIE and tagged , , , , , , . Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Please log in using one of these methods to post your comment:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s