Π Ρ Ο Ϊ Σ Τ Ο Ρ Ι Κ Η Α Ρ Χ Α Ι Ο Λ Ο Γ Ι Α (ΙΙI)


(ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΑΠΟ   15/11/2013)

1. 3. 2. Οι Αρχαιολογικές Περίοδοι
Για τη διαπίστωση της αρχαιότητας των απολιθωμένων λειψάνων φυτών  και ζώων, οι γεωλόγοι βελτίωναν καθ’ όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα τις τεχνικές   μελέτης της ‘γεωλογικής στρωματογραφίας’, σύμφωνα με την οποία ό,τι βρίσκεται
στα βαθύτερα στρώματα είναι με σχετική ασφάλεια αρχαιότερο από ό,τι εντοπίζεται πλησιέστερα στην επιφάνεια του εδάφους. Αυτή τη λογική άρχισαν να δανείζονται και οι αρχαιολογικές έρευνες. Έτσι, εδραιώνεται τον ίδιο αιώνα η διάκριση
και των ανθρωπογενών επιχώσεων σε αρχαιότερες και νεότερες, με βάση όμως  ένα πρόσθετο κριτήριο, το υλικό κατασκευής των αρχαιολογικών τεχνέργων10.
Προτείνονται δύο βασικά στάδια εξέλιξης του ανθρώπινου πολιτισμού, του Λίθου και των Μετάλλων, βάσει της πρώτης ύλης που ήταν σε χρήση για την κατασκευή εργαλείων, κοσμημάτων και μικροαντικειμένων. Μέχρι και τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα, δεν υπάρχει επαρκής τεκμηρίωση και γνώση ως προς το  εύρος αυτών των περιόδων, γι’ αυτό υιοθετούνται συχνά οι όροι ‘λιθικός αιών’ και  ‘χαλκούς αιών’. Οι μεταβολές που διαπιστώνονται ανασκαφικά στον υλικό πολιτισμό διαδοχικών φάσεων της ίδιας περιόδου, πείθει τους αρχαιολόγους για τη διαίρεση κάθε εποχής σε δύο αρχικά και σε τρία αργότερα τμήματα.
Η χρονολόγηση αυτών των περιόδων είναι στις αρχές του προηγούμενου  αιώνα υποτυπώδης, και βασίζεται στα μοναδικά διαθέσιμα στοιχεία: τα δεδομένα  της ‘ιστορικής χρονολόγησης’ βασισμένης στη διαδοχή των αιγυπτιακών δυνα-
στειών και στην πρωιμότητα της Εποχής του Λίθου και ενός τμήματος της Εποχής  του Χαλκού σε σύγκριση με τους γνωστούς μετά το 1880 στον ελλαδικό και αιγαιακό χώρο Τρωικό, Μυκηναϊκό και, λίγο αργότερα, Μινωικό πολιτισμό. Στο Αιγαίο,
όσο οι γνώσεις μας πολλαπλασιάζονται και οι ανασκαφικές έρευνες πληθαίνουν,τόσο στη Θεσσαλία όσο και σε βορειότερες θέσεις της ηπειρωτικής Ελλάδας11, οι  χρονολογικές διαιρέσεις γίνονται περισσότερες. Η Εποχή του Χαλκού διαχωρίζε-
ται από την Εποχή του Σιδήρου και η καθεμιά διαιρείται σε Πρώιμη, Μέση και  Ύστερη. Η Νεολιθική εποχή αποκτά επίσης τρεις περιόδους, την Αρχαιότερη, τη  Μέση και την Ύστερη ή Νεότερη, ενώ αποχωρίζεται και ένα πρώτο της τμήμα, η  Προκεραμική ή Ακεραμική. Τις τελευταίες δεκαετίες εμφανίζονται όλο και συχνότερα οι όροι Τελική Νεολιθική και Χαλκολιθική για χρονικά διαστήματα που τοποθετούνται μέσα στα όρια που παλαιότερα κάλυπτε η Νεότερη Νεολιθική.
Είναι αλήθεια ότι δεν υιοθετούνται οι ίδιες χρονικές διαιρέσεις ούτε η ίδια  ονοματολογία περιόδων για ολόκληρο τον αιγαιακό/ελλαδικό χώρο. Έτσι, ενώ ο  όρος Τελική Νεολιθική φαίνεται να γίνεται περισσότερο αποδεκτός στη Νότια Ελ-
λάδα για το β΄μισό της 5ης και το α΄μισό της 4ης χιλιετίας π.Χ., ο βορειοελλαδικός  χώρος αλλά και η ευρύτερη περιοχή της ΝΑ Βαλκανικής προτιμά για το ίδιο χρονικό διάστημα τον όρο Χαλκολιθική. Πρόβλημα αποτελεί και η ασυμφωνία των αρ-
χαιολόγων όσον αφορά τα χρονικά όρια, τη διάρκεια και την ‘επωνυμία’ κάθε υποπεριόδου ή φάσης. Ένα γνωστό παράδειγμα αποτελεί η διττή ονομασία για την  περίοδο των ανακτόρων στην Κρήτη. Χρησιμοποιείται η διάκριση σε Προανακτο-
ρική, Παλαιοανακτορική, Νεοανακτορική και Μετανακτορική εποχή, συγχρόνως  όμως με την παλαιότερη του Evans σε Πρωτομινωνική, Μεσομινωϊκή και Υστερομινωική.

image image

Αιγαίο : Περίοδοι-Φάσεις-Πολιτισμοί

1. 4. Η Χρονολόγηση
Η αρχαιολογία ως επιστήμη που μελετά τα υλικά κατάλοιπα του παρελθόντος σχετίζεται άμεσα, και καθορίζεται από τον παράγοντα του χρόνου. Η ανακάλυψη του ευρήματος συνοδεύεται πάντοτε από την ανάγκη της χρονολογικής του
αναγωγής. Οι διαιρέσεις σε περιόδους καλύπτουν εν μέρει αυτή την ανάγκη, η ‘επέλαση’ όμως του θετικισμού και στο χώρο της αρχαιολογίας μετά το εύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, δημιούργησε την απαίτηση για ακριβέστερη χρονολόγηση των
‘συμβάντων’ που διαπίστωνε η αρχαιολογική έρευνα, με αποδεκτές από τις πειραματικές επιστήμες μεθόδους.
Ως τα μέσα του 20ου αιώνα το μοναδικό εργαλείο των αρχαιολόγων ήταν η Σχετική Χρονολόγηση με δύο πρακτικές:

1. Μέσω των τυπολογικών συγκρίσεων με ήδη γνωστό και χρονολογημένο  υλικό γειτονικών θέσεων, το οποίο είχε με τη σειρά του συγκριθεί με άλλες θέσεις  που φαίνονταν να μοιράζονται όμοια χαρακτηριστικά, να ανήκουν, δηλαδή, στον
ίδιο ‘πολιτισμό’.
2. Μέσω της μελέτης της διαδοχής των στρωμάτων της ανασκαφής, και με  ευνόητες αδυναμίες λόγω της ανεπαρκούς μέχρι τη δεκαετία του ‘60 ανασκαφικής  μεθοδολογίας. Η δυσκολία αυτή γίνεται μεγαλύτερη, ακόμη και σήμερα, στις πε-
ριπτώσεις που η αρχαιολογική γνώση δεν είναι ασφαλής ως προς τη διαδικασία  σχηματισμού κάποιων στρωμάτων, κάτι που έχει συζητηθεί για τις τούμπες.
Η σχετική χρονολόγηση, με άλλα λόγια, βασίζεται στη σύγκριση και στην   αναγνώριση ομοιοτήτων στο αρχαιολογικό υλικό. Αποδεχόμαστε ότι η αντιστοιχία  στη μορφή και την τυπολογία τεχνέργων και μνημείων υποδηλώνει πολιτισμική
συγγένεια που συνεπάγεται, τηρουμένων των αναλογιών, και ένταξη στην ίδια  χρονική περίοδο. Έτσι δημιουργούνται εξελικτικές σειρές, πολύ δημοφιλείς στους  τομείς της κεραμικής και της λιθοτεχνίας, και κάθε εύρημα, υποτίθεται ότι μπορεί
να ενταχθεί σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο.
Η Απόλυτη Χρονολόγηση ήταν μέχρι τα μέσα περίπου του προηγούμενου αιώνα συνώνυμη της ιστορικής, δηλαδή βασιζόταν στην αναγωγή ενός αρχαιολογικού υλικού σε κάποιο τμήμα της τυπολογικής ακολουθίας που είχε συγκρο-
τηθεί με βάσει τις αιγυπτιακές δυναστείες. Η μέθοδος δεν μπορούσε, προφανώς,
να συμβάλλει στη χρονολόγηση ευρημάτων αρχαιότερων της Προδυναστικής περιόδου στην Αίγυπτο, δηλαδή της 4ης χιλιετίας π.Χ. Μόνον μετά τη δεκαετία του  ’60, η αρχαιολογία αποφάσισε να υιοθετήσει και στον τομέα αυτό, στην αρχή με
αρκετές επιφυλάξεις, τις εφαρμογές των θετικών επιστημών, θέλοντας να περιορίσει και τα χρονολογικά της σφάλματα και αδιέξοδα.
Αρχαιομετρικές μέθοδοι χρησιμοποιούνταν ήδη κατά τη διάρκεια του 19ου   αιώνα στην προσπάθεια να χρονολογηθούν οι γεωλογικές περίοδοι και κυρίως το   Πλειστόκαινο. Το 1928, ο Douglass, διατύπωσε τις πρώτες αρχές της δενδροχρο-
νολόγησης, παρατηρώντας ότι η εναλλαγή στενών και πλατιών δακτυλίων στα  αιωνόβια δέντρα του Νότιου Μεξικού απεικόνιζε γνωστές κλιματικές μεταβολές,εφόσον οι ψυχρές συνθήκες ‘προκαλούν’ λεπτότερους δακτυλίους ενώ οι θερμές
παχύτερους. Το βασικό μας εργαλείο για την απόλυτη χρονολόγηση ενός κορμού  δένδρου είναι το ότι αποκτά ένα δακτύλιο κάθε χρόνο, με οψιμότερους τους εξωτερικούς δακτυλίους δίπλα στο φλοιό. Σταδιακά, και με βάση τις σεγκόγιες12 της
California καταρτίστηκε η πρώτη κλιματολογική σειρά των 3000 περίπου τελευταίων χρόνων, αν και υπάρχουν σωζόμενα έλατα με ηλικία μεγαλύτερη των 9000  ετών.

image

Το 1949, ο Libby παρουσίασε τη θεωρία του για το ραδιενεργό ισότοπο  14 του Άνθρακα που ο ρυθμός παραγωγής του και η συνολική του ποσότητα  στην ατμόσφαιρα είναι σταθερή, αλλά και για τη λογαριθμική σχέση που καθορίζει  τη βαθμιαία εξασθένιση του στοιχείου αυτού αμέσως μετά το θάνατο ενός ζωντανού οργανισμού. Το 1953, τέλος, για να περιοριστούμε στις βασικές μεθόδους απόλυτης χρονολόγησης που αφορούν το Ολόκαινο, προτάθηκε η χρησιμοποίηση της 
θερμοφωταύγειας, για τον προσδιορισμό της ηλικίας των κεραμικών.
Το 1960, πραγματοποιήθηκαν τα πρώτα πειράματα με ελληνικά κεραμικά.
Οι πρώτες απόλυτες τιμές που προέκυψαν, ήταν, σε σύγκριση με τα ως τότε παραδεκτά όρια, τόσο ‘υψηλές’ που απορρίφθηκαν από τους περισσότερους αρχαιολόγους. Η ‘συρρικνωμένη’ νεολιθική της Ελλάδας, για παράδειγμα, που από τους πε-
ρισσότερους θεωρούνταν ως τότε σύγχρονη με τις πρώτες αιγυπτιακές δυναστείες,
τώρα αποκτούσε ένα εντυπωσιακό εύρος τεσσάρων χιλιετιών, και φαινόταν να ξεκινά περίπου 3.000 χρόνια νωρίτερα.
Συνέπεια αυτής της διαπίστωσης ήταν η ανάγκη επανεξέτασης και κατάργησης μεγάλου αριθμού χρονολογικών συγκριτικών πινάκων που για δεκαετίες  στήριζαν τα συμπεράσματα των αρχαιολόγων. Με την αποδοχή, ωστόσο, της ευ-
ρύτερης χρήσης της μεθόδου του άνθρακα 14, άρχισαν να παρουσιάζονται και τα  πρώτα προβλήματα των ίδιων των μετρήσεων. ιαπιστώθηκαν αντιφάσεις ανάμεσα στα εργαστήρια, ‘παράδοξες’ απόλυτες τιμές, και, σπανιότερα, διαφορές στο
ίδιο εργαστήριο ακόμη και για στο ίδιο ‘δείγμα’. Σήμερα αντιλαμβανόμαστε ότι εκείνα τα προβλήματα ήταν μάλλον φυσιολογικά, εφόσον είχαμε να κάνουμε με μια   νέα μέθοδο χωρίς την αναγκαία εμπειρία.
Η συγκριτική εξέταση των αποτελεσμάτων του ραδιενεργού άνθρακα με  εκείνα της δενδροχρονολόγησης απέδειξε ότι η πρώτη αποδίδει συμβατικά παρά  ημερολογιακά έτη, και γι’ αυτό απαιτήθηκε η χρήση μιας διορθωτικής καμπύλης,
με τη συνεργασία και των δύο μεθόδων. Έτσι, εδραιώθηκε η διαδικασία της βαθμονόμησης (calibration) των τιμών που δίνει ο C14. H υιοθέτησή της αύξησε ακόμη  περισσότερο την απόσταση ανάμεσα σε απόλυτη και συμβατική χρονολόγηση, ε-
φόσον έδωσε ακόμη παλαιότερες τιμές.
Σήμερα, η αρχαιολογία χρησιμοποιεί ευρέως πλέον τις μεθόδους του ραδιενεργού άνθρακα και της δενδροχρονολόγησης, χωρίς όμως να έχει εγκαταλείψει  την πρακτική της ‘σχετικής χρονολόγησης’ λόγω του οικονομικού κόστους των με-
τρήσεων, του περιορισμένου αριθμού πιστοποιημένων εργαστηρίων και της αδυναμίας επαρκούς δειγματοληψίας που να πληρεί τις απαιτήσεις εφαρμογής της  μεθόδου.
Οι μέθοδοι αυτές εμφανίζουν επίσης αδυναμίες, που εξακολουθούν να συντηρούν κάποιες, περιορισμένες ωστόσο, επιφυλάξεις σχετικά με την αξιοπιστία  τους. Η θερμοφωταύγεια, λόγου χάριν, απαιτεί ως υλικό κεραμικά που δεν έχουν  επαναθερμανθεί, είτε σκοπίμως είτε όχι, ούτε έχουν εκτεθεί στο φως. Πρόσθετο  πρόβλημα της μεθόδου αποτελεί η ακτινοβολία του εδάφους. Η δενδροχρονολόγηση, από την άλλη, συναντά δυσκολίες στην καθολική αντιστοίχηση των συγκρινόμενων δακτυλίων, όταν τα δένδρα που χρησιμοποιούνται, δεν αναπτύσσονται  στο ίδιο μικροπεριβάλλον, αλλά προέρχονται από απομακρυσμένες περιοχές. Επιπλέον, υπάρχουν δεσμεύσεις και ως προς την ποιότητα του δείγματος, που πρέπει  να διατηρεί 100 τουλάχιστον δακτυλίους.
Στη Ραδιοχρονολόγηση, πρέπει να λαμβάνουμε υπόψιν μας ότι η συγκέντρωση άνθρακα στην ατμόσφαιρα δεν είναι σταθερή, αλλά επηρεάζεται εν μέρει  από μεταβολές στο ρυθμό ανταλλαγών μεταξύ των γεωχημικών δεξαμενών. Το  δείγμα, επιπλέον, που αναλύεται, μας γνωστοποιεί την ηλικία του θανάτου του  απανθρακωμένου υλικού και όχι της χρήσης του. Αυτό δημιουργεί εύλογα προβλήματα για τη χρονολόγηση μιας οικιστικής φάσης, όταν τα δείγματα προέρχονται από ξύλα που συνεχίζουν να είναι σε χρήση για μεγάλο χρονικό διάστημα ή  έχουν χρησιμοποιηθεί σε δεύτερη χρήση, δεν χρονολογούν, κατ’ επέκταση, με ασφάλεια το αρχαιολογικό στρώμα από το οποίο προέρχονται. Αν, από την άλλη, το  τμήμα ξύλου που έχουμε περισυλλέξει, διασώζει τους εσωτερικούς δακτυλίους, το  εργαστήριο θα υποδείξει τα πρώτα χρόνια ζωής του δένδρου και όχι τη χρονική  στιγμή που αυτό κόπηκε και χρησιμοποιήθηκε. Έτσι, θεωρούμε περισσότερο φερέγγυα τα δείγματα απανθρακωμένων σπόρων ή βραχύβιων φυτών και κλαδιών.
Μέθοδοι απόλυτης χρονολόγησης υπάρχουν και άλλες, η καθεμιά με το δικό  της εύρος εφαρμογής. Η αρχαιομετρία, ωστόσο, περιλαμβάνει και μια μεγάλη  σειρά φυσικών, χημικών, γεωφυσικών ακόμη και βιολογικών αναλύσεων αρχαίων
ευρημάτων από πηλό, λίθο, μέταλλο, γυαλί, οστό κ.ά. Με τις αναλύσεις αυτές οι  θετικές επιστήμες προσφέρουν πολύτιμες πληροφορίες στην αρχαιολογία όσον  αφορά την προέλευση της πρώτης ύλης των αντικειμένων, την τεχνολογία αλλά
και τη διαδικασία κατασκευής τους, καθώς και την ταυτότητά τους, όταν αυτή είναι ‘αδιευκρίνιστη’ μακροσκοπικά.
Για να κατανοηθεί αυτή η συνεισφορά της αρχαιομετρίας, παραθέτουμε  μερικά παραδείγματα:

1. Στον άνθρωπο των Πάγων Ötzi, θαμμένο στο χιόνι των Άλπεων από το τέλος της 4ης χιλιετία π.Χ. ως το 1991, όταν εντοπίσθηκε από ορειβάτες, οι αρχαιομέτρες βρήκαν σκόνη μεταλλεύματος πάνω στα μαλλιά του, γεγονός που έκανε αρκε-
τούς να υποστηρίξουν ότι η αναζήτηση τέτοιων πρώτων υλών ήταν η βασική του  ενασχόληση. Οι φυσικοί ανθρωπολόγοι, από την άλλη, αποκάλυψαν ότι ήταν στείρος, αφού ανέλυσαν μιτοχονδριακό DNA του μουμιοποιημένου σώματός του. Αυτό
σε συνδυασμό με τη διαπίστωση ότι είχε προηγηθεί τραυματισμός του, κάνει κάποιους να θέτουν το ερώτημα μήπως είχε εκδιωχθεί ή και δολοφονηθεί από τη δική του κοινότητα λόγω ακριβώς αυτής του της αδυναμίας. Δεν αποκλείεται, ωστό-
σο, να είχε τραυματιστεί κατά τη διεκδίκηση μιας μεταλλοφόρας περιοχής. Αρχαιομέτρες από το Πανεπιστήμιο της Virginia εξέτασαν δείγματα τριχών από τα μαλλιά του, ώστε η ποσότητα άνθρακα, αζώτου και θείου να διαφωτίσει τις διατροφι-
κές του συνήθειες. ιαπιστώθηκε ότι είχε πολλούς μήνες να καταναλώσει κρέας  και γαλακτοκομικά προϊόντα.
2. Η ανάλυση μεταλλικών αντικειμένων από θέσεις της Ανατολικής Μεσογείου έδειξαν ότι βασικές πηγές πρώτης ύλης του μετάλλου ήταν το Λαύριο και μερικά νησιά όπως η Σίφνος και η Θάσος. Αυτά τα πορίσματα είναι πολύ σημαντικά  για να κατανοήσουμε τα δίκτυα των εμπορικών συναλλαγών στο Αιγαίο κατά την  Εποχή του Χαλκού. Από την άλλη, η ανάλυση μαρμάρινων νεολιθικών αγγείων  από τη Θάσο έδειξε ως πολύ πιθανή προέλευση του υλικού τους τη Νάξο, κάτι που
κάθε άλλο παρά αναμενόμενο ήταν λόγω της αφθονίας των πηγών μαρμάρου στο  ίδιο το νησί της Θάσου.
3. Η ‘μυκηναϊκή’ κεραμική πολλών περιοχών της Μεσογείου αποδείχτηκε,μετά από σειρές αναλύσεων του πηλού, ότι ανήκει άλλοτε σε μιμήσεις τοπικών αγγειοπλαστείων και άλλοτε σε εισηγμένα μυκηναϊκά κεραμικά κατασκευασμένα σε
εργαστήρια της Νότιας Ελλάδας. Τοπικές μιμήσεις κεραμικών προϊόντων, πολλές  φορές δύσκολα διακρινόμενες από τα ‘πρωτότυπα’, διαπιστώνονται και κατά τα  ιστορικά χρόνια, με γνωστά παραδείγματα τα αττικά μελαμβαφή αγγεία και τις
κύλικες ιωνικού τύπου.
4. Μελέτες του DNA μπορούν σήμερα να αποκαλύψουν τις συγγενικές σχέσεις σε οργανωμένες νεκροπόλεις, και να βοηθήσουν σημαντικά να αντιληφθούμε  την έκταση του θεσμού της ενδογαμίας ή της εξωγαμίας σε μια προϊστορική κοινό-
τητα. Αναθέρμανση της συζήτησης σχετικά με την εξέλιξη του ανθρώπου αλλά και  τη θεωρία της διάδοσης προκάλεσε κατά τις τελευταίες δύο δεκαετίες η προώθηση  της έρευνας των βιολόγων σχετικά με τις διαδικασίες κληρονόμησης και μετάλλα-
ξης του μιτοχονδριακού DNA.

image 

Willard Frank Libby
(1908–1980)

  image   image

Εργαστήριο C14

(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)

Ευστράτιος Παπαδόπουλος

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

10 Τέχνεργο ή τέχνημα: μετάφραση του αγγλικού νεολογισμού ‘artifact’, που περιλαμβάνει κάθε
κινητό αρχαίο αντικείμενο.
11 Καθοριστικό ρόλο στην επέκταση της έρευνας προς βορρά έπαιξε η ενσωμάτωση και του βορει-
οελλαδικού χώρου στο ελληνικό κράτος.

12 Αιωνόβια δέντρα στη Βόρεια Αμερική.

About sooteris kyritsis

Job title: (f)PHELLOW OF SOPHIA Profession: RESEARCHER Company: ANTHROOPISMOS Favorite quote: "ITS TIME FOR KOSMOPOLITANS(=HELLINES) TO FLY IN SPACE." Interested in: Activity Partners, Friends Fashion: Classic Humor: Friendly Places lived: EN THE HIGHLANDS OF KOSMOS THROUGH THE DARKNESS OF AMENTHE
This entry was posted in ARCHAEOLOGIE and tagged , . Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Please log in using one of these methods to post your comment:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s