ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΠΟΛΕΩΣ ΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ – ΡΩΜΑΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ (C)


(ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΑΠΟ  13/11/13)

Η τοπογραφία της Αθήνας στη βυζαντινή και μεταβυζαντινή εποχή

 

Ιστορικός, Ινστιτούτο Βυζαντινών Ερευνών, ΕΙΕ

Το έτος 267 μ.Χ. οι Έρουλοι – ένας βαρβαρικός λαός με σκανδιναβική προέλευση εγκαταστημένος τον 3ο αιώνα στα βόρεια παράλια του Ευξείνου – σε συνεργασία με τους Γότθους επέδραμαν στα νησιά του Αιγαίου και στην ηπειρωτική Ελλάδα, εισέβαλαν στην Αττική, κατέλαβαν την Αθήνα, τη λεηλάτησαν και την πυρπόλησαν (πηγή , μετάφραση). Οι συνέπειες της επιδρομής των Ερούλων στην Αθήνα ήταν τρομακτικές. Η περίλαμπρη πόλη καταστράφηκε ολοκληρωτικά με μόνη εξαίρεση την Ακρόπολη, που διέφυγε τότε την καταστροφή. Ένα στρώμα στάχτης κάλυψε όλη την έκταση της πόλης, απ’ όπου ξεπρόβαλλαν τα καπνισμένα ερείπια των έξοχων οικοδομημάτων και των άλλων μνημείων της.

Είχε, βέβαια, προηγηθεί η μεγάλη καταστροφή της Αθήνας από τα στρατεύματα του Ρωμαίου στρατηγού Σύλλα, όταν κατέλαβαν την πόλη το 86 π.Χ. (πηγές: 1 , 2 , 3 , 4 , μεταφράσεις: 1, 2, 3, 4). Αλλά αμέσως μετά την καταστροφή εκείνη η Αθήνα άρχισε να ανασυγκροτείται και στους επόμενους αιώνες κοσμήθηκε με νέα λαμπρά οικοδομήματα χάρη στη γενναιόδωρη χορηγία Ρωμαίων αυτοκρατόρων, ξένων βασιλέων (όπως ο βασιλιάς της Καππαδοκίας Αριοβάρζανος) και επιφανών φιλαθηναίων. Κατά τον 2ο μ.Χ. αιώνα η Αθήνα όχι μόνο είχε ανακτήσει την αρχαία της λαμπρότητα, αλλά είχε οδηγηθεί σε νέα άνθηση με την ευεργετική επέμβαση του Ηρώδη του Αττικού και του αυτοκράτορα Αδριανού. Όπως επιγραμματικά σχολιάζει ο Παυσανίας (Ι, 20, 7) Αθήναι μεν όντως υπό του πολέμου κακωθείσαι, τον Ρωμαίων αύθις Αδριανού βασιλεύοντος ήνθησαν (μετάφραση). Τότε οικοδομήθηκε (πηγή , μετάφραση) ο ναός του Ολυμπίου Διός, το Πάνθεον, το Αδριάνειο Γυμνάσιο και η Βιβλιοθήκη, καθώς και ολόκληρη η αδριάνεια πόλη κοντά στον Ιλισό, παράλληλα με πλείστα σημαντικότατα έργα κοινής ωφέλειας, όπως υδραγωγεία, δρόμοι, γέφυρες, υπόνομοι. Αντίθετα, μετά την επιδρομή των Ερούλων η ανασυγκρότηση της Αθήνας ακολούθησε βραδύτατους ρυθμούς, χωρίς να αποκατασταθεί ολότελα η αλλοτινή φυσιογνωμία της πόλης.

Τοπογραφικό σχέδιο της Αθήνας στην περίοδο από την καταστροφή της πόλης από του Ερούλους το 267 μ.Χ. μέχρι την εποχή του αυτοκράτορα Θεοδοσίου Β΄(408 μ.Χ.)Ι. Τραυλού, Πολεοδομική εξέλιξις των Αθηνών, 2η έκδοση, Αθήνα 1993, πίν. VI

Όπως είναι γνωστό, η αρχαία πόλη της Αθήνας είχε αναπτυχθεί γύρω από την Ακρόπολη, αλλά κυρίως στην περιοχή που εκτείνεται βόρεια του λόφου. Αμέσως μετά τη μάχη των Πλαταιών, το 479 π.Χ., η πόλη περιτειχίστηκε με το Θεμιστόκλειο τείχος , που λείψανα του έχουν διασωθεί σε διάφορα σημεία της σημερινής Αθήνας. Από τον λόφο των Μουσών (τον γνωστό ως λόφο του Φιλοπάππου) το Θεμιστόκλειο τείχος κατερχόταν προς τα νοτιοδυτικά, όπου άρχιζαν τα «μακρά τείχη» (μετάφραση) που συνέδεαν την Αθήνα με τον Πειραιά, κατευθυνόταν βορειοανατολικά προς τον λόφο των Νυμφών, διερχόταν από τον Κεραμεικό, έστρεφε ανατολικά τέμνοντας τη σημερινή οδό Αθηνάς στη διασταύρωση με την οδό Σοφοκλέους, προχωρούσε προς την οδό Αιόλου, τρεπόταν νοτιοανατολικά και ακολουθώντας φορά παράλληλη προς την οδό Σταδίου διερχόταν από την Πλατεία Κλαυθμώνος, διέσχιζε την οδό Κολοκοτρώνη, διερχόταν από την οδό Βουλής, ακολουθούσε το νοτιότερο τμήμα της οδού Νίκης και έφθανε στο Ολυμπιείο, απ’ όπου με τεθλασμένη γραμμή κατευθυνόταν προς τα δυτικά καταλήγοντας στον λόφο του Φιλοπάππου. Το Θεμιστόκλειο τείχος κατεδαφίστηκε από τον Λύσανδρο μετά το τέλος του Πελοποννησιακού πολέμου, το 403 π.Χ., αλλά ξαναχτίστηκε το 394 π.Χ. από τον Κόνωνα, ενώ κατά τα τέλη του 4ου αιώνα π.Χ., χτίστηκε το διατείχισμα από τον λόφο των Μουσών ως τον λόφο των Νυμφών. Τα τείχη της Αθήνας καταστράφηκαν οριστικά από τον Σύλλα το 86 π.Χ. Κατά την εποχή του Αδριανού επισκευάστηκαν τα παλιά τείχη και περιτειχίστηκε η νέα αδριάνεια πόλη. Το νέο αυτό τείχος άρχιζε από το σημείο συμβολής των σημερινών οδών Βουλής και Κολοκοτρώνη, εκτεινόταν ανατολικά και κατά μήκος της οδού Βασιλίσσης Σοφίας μέχρι του ύψους της οδού Μέρλιν, τρεπόταν νοτιοανατολικά μέχρι το σημερινό Προεδρικό Μέγαρο και από εκεί κατευθυνόταν νοτιοδυτικά προς το Ολυμπιείο, όπου ενωνόταν με το Θεμιστόκλειο τείχος. Η μακρόχρονη ειρηνική περίοδος που ακολούθησε είχε ως συνέπεια να παραμεληθούν τα τείχη της Αθήνας. Μόλις κατά τα μέσα του 3ου μ.Χ. αιώνα, στα πλαίσια του ευρύτερου αμυντικού προγράμματος του αυτοκράτορα Βαλεριανού (253-260 μ.Χ.), έγινε συστηματική ανοικοδόμηση και μερική επέκταση των αθηναϊκών τειχών (πηγή , μετάφραση).

Ωστόσο, την επομένη δεκαετία, τα τείχη αυτά αποδείχτηκαν ανεπαρκή για να προστατεύσουν αποτελεσματικά την πόλη από τη βαρβαρική απειλή. Η επιδρομή των Ερούλων το 267 μ.Χ. επέφερε στην Αθήνα δεινή και ανεπανόρθωτη καταστροφή και ερήμωση, ανατρέποντας τη δημογραφική και την πολεοδομική φυσιογνωμία της. Ο αστικός ιστός συρρικνώνεται και περιορίζεται στο κεντρικότερο τμήμα της πόλης, γύρω από τη Ρωμαϊκή Αγορά. Η περιοχή αυτή, που εκτείνεται βόρεια του λόφου της Ακρόπολης, περιτειχίστηκε στα τέλη του 3ου αιώνα, πιθανότατα κατά την εποχή του αυτοκράτορα Πρόβου (276-282 μ.Χ.) ή λίγο αργότερα. Το νέο αυτό τείχος ξεκινούσε από το βορειοδυτικό άκρο των τειχών της Ακρόπολης, κατευθυνόταν βόρεια κατά μήκος της ανατολικής πλευράς της οδού των Παναθηναίων φθάνοντας στο νότιο άκρο της Στοάς του Αττάλου που ενσωματωνόταν σε αυτό, από το βόρειο άκρο της Στοάς κατευθυνόταν ανατολικά, συναντούσε τον νότιο τοίχο της Βιβλιοθήκης του Αδριανού που επίσης ενσωματωνόταν στο τείχος, προχωρούσε ανατολικά και σε απόσταση 350 περίπου μέτρων (εκεί όπου στη νεότερη εποχή θα ανεγειρόταν το αρχοντικό των Μπενιζέλων) έστρεφε νότια και κατευθυνόταν προς τα τείχη της Ακρόπολης. Είναι φανερό ότι το τείχος αυτό ήταν προϊόν έντονης ανησυχίας και φόβου και κατασκευάστηκε με σπουδή κάτω από την επήρεια της νωπής ακόμη ανάμνησης της συμφοράς που είχε προξενήσει η επιδρομή των Ερούλων. Αποβλέποντας στην αποτροπή νέων δεινών, οι Αθηναίοι – όσοι είχαν απομείνει στη ρημαγμένη πόλη – οικοδόμησαν ένα οχυρό περίβολο χρησιμοποιώντας ως δομικό υλικό τους ίδιους τους δόμους των ερειπωμένων αρχαίων κτηρίων και εξοικονομώντας χρόνο και εργασία με την ενσωμάτωση στον περίβολο αυτό εκείνων των αρχαίων κτισμάτων που χάρη στη θέση, την κατασκευή και τον όγκο τους προσφέρονταν γι’ αυτό.

Η Αθήνα ήταν τώρα πια ένας περιορισμένος σε έκταση, μικρός και ολιγάνθρωπος οικισμός, που αγωνιζόταν να επιβιώσει μέσα σ’ ένα απέραντο και θλιβερό χώρο ερειπίων. Παρ’ όλα αυτά, η ζωή επανήλθε σε κανονικούς ρυθμούς και κατά τον 4ο αιώνα η Αθήνα παρουσιάζει κάποιες (πηγή, μετάφραση) έχοντας καταστεί και πάλι σπουδαίο παιδευτικό κέντρο, όπου διδάσκουν ξακουστοί φιλόσοφοι, όπως ο Λιβάνιος, και όπου έρχονται να διδαχθούν νέοι απ’ όλη την ελληνορωμαϊκή οικουμένη. Ανάμεσά τους και έξοχα πνεύματα του όψιμου αρχαίου κόσμου, όπως ο Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός, ο Μέγας Βασίλειος και ο μετέπειτα αυτοκράτορας Ιουλιανός, ο γνωστός ως Παραβάτης (πηγή , μετάφραση).

Βέβαια, η Αθήνα δεν ήταν τότε παρά ένα φτωχό απομεινάρι του λαμπρού παρελθόντος. Ο Συνέσιος ο Κυρηναίος, που είχε επισκεφθεί την Αθήνα στα τέλη του 4ου αιώνα έγραφε χαρακτηριστικά, ότι η πόλη δεν είχε τίποτα το σπουδαίο εκτός από τα ένδοξα τοπωνύμια: Ουδέν έχουσιν αι νυν Αθήναι σεμνόν, αλλ’ ή τα κλεινά των χωρίων ονόματα. Μόνο τις άδειες φιλοσοφικές σχολές και τη γυμνή Ποικίλη Στοά μπορούσε κανείς να θαυμάσει στην Αθήνα, την πόλη που άλλοτε ήταν Εστία σοφών και τώρα «σεμνύνουσιν… οι μελιττουργοί» (Επιστ. 136 , μετάφραση).

Οπωσδήποτε κατά τον 4ο αιώνα η πόλη αρχίζει να επεκτείνεται και πάλι έξω από το εσωτερικό τείχος, γεγονός που οδήγησε στην επισκευή του εξωτερικού αρχαίου τείχους κατά το δεύτερο μισό του αιώνα. Στην ευρύτερη αυτή ζώνη της Αθήνας, όπου παρά τις αλλεπάλληλες δηώσεις και καταστροφές η ανθρώπινη δραστηριότητα δεν είχε ολότελα εξαφανιστεί, παρατηρείται έντονη οικοδομική δραστηριότητα γύρω στα τέλη του 4ου και τις αρχές του 5ου αιώνα με την επισκευή παλαιών κτηρίων και την ανέγερση νέων. Στην περιοχή της αρχαίας Αγοράς, όπου το μόνο κτήριο που είχε διαφύγει την καταστροφή ήταν ο ναός του Ηφαίστου (το λεγόμενο «Θησείο»), επισκευάστηκαν η θόλος και το Μητρώον, ενώ στον νότιο κεντρικό χώρο της Αγοράς, όπου υπήρχε το Ωδείο του Αγρίππα, οικοδομήθηκε γύρω στο 400 μ.Χ. το Γυμνάσιον, πανεπιστημιακό συγκρότημα που περιλάμβανε αίθουσες διδασκαλίας, βιβλιοθήκη, παλαίστρα και λουτρά.

Κάτοψη Σχολής που ανασκάφτηκε στην Αρχαία Αγορά (400-410 μ.Χ.)Ι. Τραυλού, Πολεοδομική εξέλιξις των Αθηνών, 2η έκδοση, Αθήνα 1993, σελ. 133

Τοπογραφικό σχέδιο της Αθήνας στην περίοδο από τη βασιλεία του Θεοδοσίου Β΄μέχρι τους χρόνους του Ιουστινιανού (408 – 565 μ.Χ.)Ι. Τραυλού, Πολεοδομική εξέλιξις των Αθηνών, 2η έκδοση, Αθήνα 1993, πίν. VIΙ

Τμήμα της πρόσοψης της βιβλιοθήκης του Αδριανού, όπου η κιονοστοιχία με κίονες από φρυγικό μάρμαρο. Ο χώρος είχε χρησιμεύσει για την ανέγερση του ναού των Αγίων Ασωμάτων στα Σκαλιά, ονομασία που προσέλαβε απο τις βαθμίδες της εισόδου της Βιβλιοθήκης.

Τοπογραφικό σχέδιο της Αθήνας στην περίοδο από την εποχή του Ιουστινιανού μέχρι την κατάληψη της πόλης από τους Φράγκους (565 – 1205 μ.Χ.). Η πόλη εκτείνεται και πέρα από το υστερορωμαϊκό τείχος και το Ριζόκαστρο στα όρια που περικλείονται από τα αρχαία τείχη, όπου αναπτύσσονται βυζαντινές συνοικίες και όπου εμφανίζονται διάσπαρτοι οι βυζαντινοί ναοί. Ι. Τραυλού, Πολεοδομική εξέλιξις των Αθηνών, 2η έκδοση, Αθήνα 1993, πίν. VIΙΙ

Πολλά ιδιωτικά εκπαιδευτήρια οικοδομούνται νοτιότερα, κάτω από τον Άρειο Πάγο (πηγή , μετάφραση). Επίσης επισκευάζεται η Βιβλιοθήκη του Αδριανού (από τον Ερκούλιο, ύπαρχο του Ιλλυρικού μεταξύ των ετών 402-410) και ανατολικότερα ανεγείρεται το 401 από τον ύπαρχο Αέτιο ένα μεγάλο οικοδόμημα προς τιμή των αυτοκρατόρων Ονωρίου και Αρκαδίου. Άλλο Γυμνάσιο χτίζεται νότια του Ωδείου του Ηρώδη του Αττικού, ενώ παράλληλα επισκευάζονται πολλά από τα Γυμνάσια, τα ρωμαϊκά λουτρά και τα άλλα κτίσματα που υπήρχαν στην αδριάνεια πόλη.

Η επέκταση και η ανάπτυξη της Αθήνας έξω από το εσωτερικό υστερορρωμαϊκό τείχος συνεχίστηκε και κατά τους επόμενους αιώνες. Και αυτή ακριβώς η επέκταση της πόλης αιτιολογεί την κατά τους χρόνους του Ιουστινιανού ανοικοδόμηση του εξωτερικού τείχους παράλληλα με την επισκευή του εσωτερικού (πηγή ,μετάφραση). Ο Ιουστινιανός, βέβαια, είχε καταφέρει καίριο πλήγμα στην πνευματική και την οικονομική ζωή της Αθήνας με την κατάργηση των φιλοσοφικών σχολών (529 μ.Χ.) (πηγή , μετάφραση). Εξάλλου, τότε αποσπάστηκαν από κτήρια της αθηναϊκής Αγοράς κάποιοι κίονες, που μεταφέρθηκαν στην Κωνσταντινούπολη για να χρησιμοποιηθούν στην οικοδόμηση του ναού της Αγίας Σοφίας. Έτσι, η μέριμνα για την αποκατάσταση των οχυρώσεων της Αθήνας θεωρήθηκε ως ένα είδος αποζημίωσης για όσα είχαν γίνει σε βάρος της. Παρά την αποκατάσταση του εξωτερικού τείχους, το εσωτερικό υστερορρωμαϊκό δεν αχρηστεύθηκε ούτε εγκαταλείφθηκε. Χρήσιμο σε περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης, παρουσιάζει σαφή σημεία επισκευών κατά την ύστερη βυζαντινή εποχή και αργότερα κατά την περίοδο της λατινικής κυριαρχίας. Λίγο μετά τα μέσα του 11ου αιώνα, παράλληλα με τις επισκευές του εσωτερικού τείχους, χτίστηκε τοΡιζόκαστρο που περιέβαλε τον λόφο της Ακρόπολης. Έτσι, κατά το τέλος της βυζαντινής περιόδου η Αθήνα διέθετε ικανή άμυνα χάρη στο σύστημα των τριών οχυρωματικών περιβόλων της. Ένα νεότερο τείχος, που κατασκευάστηκε με εντολή του βοεβόδα Χατζή Αλή Χασεκή το 1778 και που περιέκλειε σημαντικά μικρότερη έκταση απ’ ό,τι το αρχαίο τείχος, αντικατέστησε τα ερειπωμένα πλέον παλιά τείχη της Αθήνας.

Παρά τις αλλεπάλληλες επιδρομές και τις οδυνηρές καταστροφές που επέφεραν στην αθηναϊκή ύπαιθρο και την πόλη, η εγκατοίκηση και η δραστηριότητα στον ευρύτερο αστικό χώρο της Αθήνας εξακολουθεί με αυξομειώσεις και διακυμάνσεις σε όλη τη βυζαντινή περίοδο. Οι ανασκαφικές έρευνες αποκάλυψαν την ύπαρξη βυζαντινών οικιών, εργαστηρίων και άλλων κτισμάτων, καθώς και ολόκληρων συνοικιών στις περιοχές της αρχαίας Αγοράς, του Αγοραίου Κολωνού, μεταξύ του λόφου των Νυμφών και του Αρείου Πάγου, νότια του Ριζόκαστρου και βόρεια του Ολυμπιείου. Μεγάλες οικοδομές χτίστηκαν στα πρωτοχριστιανικά χρόνια και καταστράφηκαν κατά την επιδρομή των Ερούλων. Άλλα οικοδομικά σύνολα επιβιώνουν ως τα τέλη του 6ου αιώνα και εγκαταλείπονται μετά την επιδρομή των Σλάβων. Νεότερα οικοδομήματα και συνοικίες στην περιοχή της Αγοράς και στις γειτονικές περιοχές ανάγονται σε διάφορες εποχές από τον 7ο έως τον 15ο αιώνα. Αλλά και νότια της Ρωμαϊκής Αγοράς, μέσα στον εσωτερικό περίβολο υπάρχουν λείψανα οικιών από τον 10ο έως τον 14ο αιώνα. Σε πολλές περιπτώσεις διακρίνονται ίχνη καταστροφών που ανάγονται στις αρχές του 13ου αιώνα (επιδρομή του Λέοντα του Σγουρού το 1203, φραγκική κατάληψη το 1204) ή αποδίδονται στα πολεμικά γεγονότα του 14ου και των αρχών του 15ου αιώνα.

Ο Χριστιανισμός, που εισάγεται στην Αθήνα ενωρίτατα με τη διδασκαλία του αποστόλου Παύλου (πηγή , μετάφραση), έμελλε να διαδραματίσει σπουδαιότατο ρόλο στη διαμόρφωση της αθηναϊκής τοπογραφίας των μετέπειτα αιώνων. Σύμφωνα με την παράδοση, ο πρώτος αθηναϊκός χριστιανικός ναός είχε χτιστεί τον 1ο μ.Χ. αιώνα στα βόρεια περίχωρα της πόλης και στον ναό αυτό οι χριστιανοί Αθηναίοι «ανεστήλωσαν» εικόνα της Θεοτόκου που είχε ζωγραφίσει ο ευαγγελιστής Λουκάς. Ο ναός αυτός ταυτίστηκε με την παλαιοχριστιανική βασιλική που είχε ανασκαφεί το 1859 από τον Κ. Πιττάκη στα Πατήσια, στη θέση όπου υπήρχε τον 19ο αιώνα μικρός ναός του Αγίου Λουκά, που αντικαταστάθηκε από τον σημερινό περικαλλή ομώνυμο ναό της οδού Πατησίων. Η ύπαρξη ενός χριστιανικού ναού σε απομακρυσμένη από την πόλη εξοχική τοποθεσία κατά τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες είναι δικαιολογημένη. Ο ναός θα είχε οικοδομηθεί στο κτήμα κάποιου εύπορου χριστιανού Αθηναίου, που παρείχε την αναγκαία κάλυψη για λόγους ασφάλειας. Εκεί θα είχε πιθανότατα δημιουργηθεί και χριστιανικό κοιμητήριο, ίσως κατά τον τύπο μιας κατακόμβης. Έξω από τα τείχη της πόλης στη νότια πλευρά του Λυκαβηττού, στη θέση όπου είχε ταφεί ο επίσκοπος της Αθήνας Κλημάτιος είχε ανεγερθεί κατά τον 4ο αιώνα χριστιανική βασιλική, ενώ στην αριστερή όχθη του Ιλισού υπήρχε το «μαρτύριο» του Λεωνίδη, όπου επίσης ιδρύθηκε στο δεύτερο μισό του 5ου αιώνα μεγάλη χριστιανική βασιλική προς τιμή του μάρτυρα επισκόπου της Αθήνας.

Από τα μέσα του 5ου αιώνα, μετά τα διατάγματα του Θεοδοσίου του Β΄ κατά των Εθνικών (437 μ.Χ.), άρχισε η μετατροπή ειδωλολατρικών ναών σε χριστιανικούς, ενώ παράλληλα ανεγέρθηκαν νέοι χριστιανικοί ναοί (έχουν εντοπιστεί 22 συνολικά). Στην Ακρόπολη μετατράπηκαν σε χριστιανικούς ναούς ο Παρθενώνας (ως ναός της Παρθένου Μαρίας) και το Ερεχθείο , ενώ ανάμεσα σε αυτούς, στη θέση του ναού της Πολιάδος Αθηνάς, ιδρύθηκε ο ναός της Αγίας Τριάδας και στα Προπύλαια διασκευάστηκε σε χριστιανικό ναό (ίσως των Αρχαγγέλων) η νότια πτέρυγα του οικοδομήματος. Ως τόποι χριστιανικής λατρείας χρησίμευσαν και τα σπήλαια της Ακρόπολης: το σπήλαιο του Πάνος (Άγιος Αθανάσιος), η Κλεψύδρα (Άγιοι Απόστολοι στα Μάρμαρα) και το σπήλαιο στο χορηγικό μνημείο του Θρασύλλου (Παναγία η Σπηλιώτισσα). Στα μέσα του 5ου αιώνα ιδρύθηκε η βασιλική του Διονυσιακού θεάτρου και η βασιλική του Ασκληπιείου προς τιμή των Αγίων Αναργύρων, ενώ πάνω από το Ωδείο του Ηρώδη του Αττικού φέρεται ότι υπήρχε βασιλική του Αγίου Ανδρέα. Μέσα στην κεντρική περιοχή της Αθήνας, την οποία περιέκλειε το υστερορρωμαϊκό τείχος, μετασκευάζεται σε βασιλική το λεγόμενο Αγορανομείο και σε βαπτιστήριο το Ωρολόγιο του Κυρρήστου. Εξάλλου, μέσα στον χώρο της Βιβλιοθήκης του Αδριανού χτίστηκε στις αρχές του 5ου αιώνα ο τετράκογχος ναός της Μεγάλης Παναγίας, που υπήρξε πιθανότατα ο καθεδρικός ναός της Αθήνας και που μετατράπηκε σε μικρότερη τρίκλιτη βασιλική στις αρχές του 6ου αιώνα. Πολλοί επίσης χριστιανικοί ναοί ιδρύθηκαν και στον ευρύτερο χώρο της Αθήνας. Στον λόφο του Αγοραίου Κολωνού ο ναός του Ηφαίστου διασκευάστηκε σε χριστιανικό ναό αφιερωμένο στον Άγιο Γεώργιο. Κάτω από τον Άρειο Πάγο υπήρχε παλαιοχριστιανικός ναός αφιερωμένος πιθανότατα στη μνήμη του Αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτη – όπως και ο γειτονικός μεταγενέστερος ναός (του 17ου αιώνα), που τα ερείπιά του διακρίνονται στην περιοχή – ενώ στο σπήλαιο του λόφου των Νυμφών ιδρύθηκε ο ναός της Αγίας Μαρίνας. Βόρεια της αρχαίας Αγοράς υπήρχε παλαιοχριστιανικός ναός κάτω από τον σημερινό ναό του Αγίου Φιλίππου, καθώς και στη θέση όπου άλλοτε υπήρχε ο ναός της Αγίας Θέκλας και ένας τρίτος ακόμη βορειότερα, στην οδό Ευριπίδου, στη θέση όπου υπάρχει ο μικρός ναός του Αγίου Ιωάννη στην Κολώνα. Ανατολικά της Ακρόπολης υπήρχαν πέντε παλαιοχριστιανικοί ναοί: στη θέση του μεταγενέστερου ναού της Αγίας Αικατερίνης, στη θέση του ναού της Σωτείρας του Λυκοδήμου, η βασιλική του Εθνικού Κήπου, η τρίκλιτη βασιλική στη βόρεια πλευρά του Ολυμπιείου (αφιερωμένη πιθανότατα στον Άγιο Νικόλαο) και ο ναός που υπήρχε νότια του Ολυμπιείου. Τέλος, ο ναός της Δήμητρας και της Κόρης, κοντά στη νότια όχθη του Ιλισού, μετατρέπεται σε ναό της Παναγίας με την επωνυμία Παναγία στην Πέτρα. Στις περιπτώσεις μετατροπής των αρχαίων ναών και ιερών σε χριστιανικούς ναούς παρατηρείται η τάση διατήρησης του παραδοσιακού λατρευτικού χαρακτήρα του χώρου με τη μεταλλαγή της ειδωλολατρικής αφιέρωσης σε αντίστοιχη χριστιανική: ο Παρθενώνας (ναός της Παρθένου Αθηνάς) γίνεται ναός της Παρθένου Μαρίας (πηγή, μετάφραση), στα Προπύλαια διαμορφώνεται ναός των φρουρών Αρχαγγέλων, στο Ασκληπιείο ανεγείρεται ναός των Αγίων Αναργύρων και η εκεί αρχαία ιερή κρήνη γίνεται αποδεκτή ως άγιασμα, ενώ γύρω από τον ναό της Δήμητρας και της Κόρης (που η λατρεία τους συνδέεται με το πρόβλημα του θανάτου) δημιουργείται χριστιανικό κοιμητήριο.

Κατά την ίδια εποχή υπήρχαν οκτώ χριστιανικά κοιμητήρια στην Αθήνα. Τα δύο βρίσκονταν μέσα στην πόλη, στη νότια πλευρά της Ακρόπολης, στον χώρο του ναού του Αγίου Ανδρέα και της βασιλικής του Διονυσιακού θεάτρου. Τα άλλα βρίσκονταν έξω από τα τείχη της πόλης: στον Κεραμεικό, στην περιοχή της παλιάς Βουλής, στη νότια πλευρά του Λυκαβηττού (μεταξύ Δεξαμενής, Σχιστής Πέτρας και βασιλικής του Κληματίου), στον Ιλισό, όπου υπήρχε ο ναός της Δήμητρας και της Κόρης (Παναγία στην Πέτρα), στην περιοχή του Κυνοσάργους και στη νότια πλευρά του λόφου του Φιλοπάππου.

Λίγο πριν από τα μέσα του 8ου αιώνα, η Αθήνα προάγεται εκκλησιαστικά από επισκοπή σε μητρόπολη (1 , 2 ), πράγμα που φανερώνει ότι την εποχή αυτή παρουσίαζε αξιόλογη ανάπτυξη. Τον 9ο αιώνα παρατηρείται νέα δραστηριότητα στον τομέα της ναοδομίας. Τότε ανεγέρθηκαν νέοι ναοί, όπως οΆγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος του Μαγκούτη που χτίστηκε το 871 μ.Χ. στις βόρειες υπώρειες της Ακρόπολης (οδός Μνησικλέους) και η Παναγία Νεραντζιώτισσα στο Μαρούσι. Μεγάλος αριθμός ναών οικοδομήθηκε στην Αθήνα από τον 10ο (Μονή Πετράκη) έως τα τέλη του 12ου αιώνα, οπότε το σύνολο των αθηναϊκών εκκλησιών υπολογίζεται ότι έφτασε τις σαράντα. Από τους ναούς αυτούς σώζονται μέχρι σήμερα στην αρχική μορφή τους ή με μικρές μεταγενέστερες επεμβάσεις επτά ναοί του 11ου αιώνα – οι Άγιοι Απόστολοι του Σολάκη στην αρχαία Αγορά, οι Άγιοι Ασώματοι του Κεραμεικού, οι Άγιοι Θεόδωροι, η Καπνικαρέα, η Σωτήρα του Λυκοδήμου στην οδό Φιλελλήνων (σήμερα ρωσική εκκλησία), η Αγία Αικατερίνη, ο Άγιος Ιωάννης ο θεολόγος – και ένας του τέλους του 12ου αιώνα, η Παναγία η Γοργοεπήκοος (γνωστή ως «μικρή Μητρόπολη» ή Άγιος Ελευθέριος). Από τους υπόλοιπους, άλλοι έχουν παραμορφωθεί από τις μεταγενέστερες προσθήκες και επισκευές (όπως η Σωτήρα του Κωττάκη και ο Άγιος Νικόλαος του Ραγκαβά, όπου τελευταία έγιναν εργασίες αποκατάστασης) ή έχουν αντικατασταθεί με νεότερους ναούς που χτίστηκαν πάνω στους παλιούς διατηρώντας την παλιά επωνυμία (όπως η Αγία Ειρήνη, η Παναγία η Χρυσοσπηλιώτισσα, ο Άγιος Γεώργιος του Καρύκη, οι Άγιοι Ανάργυροι του Κολοκύνθη) ή, τέλος, διασώζονται μόνο κάποια ίχνη τους σε αρχαία οικοδομήματα. Την εποχή αυτή εισάγεται στην αθηναϊκή εκκλησιαστική αρχιτεκτονική ο ρυθμός του δικιόνιου ή τετρακιόνιου εγγεγραμμένου σταυρικού τύπου με τρούλο, όπως είναι οι περισσότεροι ναοί που έχουν διασωθεί, με εξαίρεση τον ναό της Σωτήρας του Λυκοδήμου, οκταγωνικού ρυθμού, που αποτελεί επίσης αρχιτεκτονική καινοτομία της εποχής και τον τρίκογχο ναό των Αγίων Αποστόλων του Σολάκη.

Η περιοχή του Θησείου και του Ψυρρή με την εκκλησία των Αγ. Αναργύρων, κατοικίες και σκηνές της καθημερινής ζωής σχεδιασμένα από τον August Ferdinand Stademann και λιθογραφημένα για την έκδοση Panorama von Athen, Μόναχο 1841 (Aθήνα, Μουσείο Μπενάκη). O ναός των Αγίων Αναργύρων είναι του 11ου αι. και ανήκει στον τύπο του σταυροειδούς εγγεγραμμένου αλλά με ιδιότυπο εξάπλευρο τρούλλο, που χωρίζεται σε δύο τμήματα με εξέχον γείσο.
Βυζαντινή Αθήνα, σελ. 57, εικ. 22

Οι περισσότεροι από τους νέους αυτούς ναούς χτίστηκαν στην ευρύτερη περιοχή της Αθήνας που εκτείνεται έξω από το υστερορρωμαϊκό τείχος, όπου την εποχή αυτή υπάρχει σημαντική οικοδομική δραστηριότητα , όπως αποδεικνύεται από το πλήθος των ανασκαφικών ευρημάτων που ανάγονται στην περίοδο από τον 9ο έως τον 12ο αιώνα. Στο βόρειο άκρο της Αγοράς, ανατολικά του Θησείου . Ο μικρός ναός είναι κομψό κτίσμα του δεύτερου μισού του 11ου αι. και ανήκει στον τετρακιόνιο αθηναϊκό τύπο του σταυροειδούς εγγεγραμμένου με τρούλλο και νάρθηκα.

Βυζαντινή Αθήνα, σελ. 109, εικ. 17], είχε διαμορφωθεί από τον 10ο έως τον 12ο αιώνα ευρύτατη και πυκνοκατοικημένη συνοικία, που εγκαταλείπεται τον 13ο και δεν επαναδραστηριοποιείται έως τα τέλη του 18ου αιώνα. Αντίθετα, στην περιοχή που εκτείνεται βόρεια του Αγοραίου Κολωνού και συνεχίζεται πέρα από την τάφρο της γραμμής του ηλεκτρικού σιδηροδρόμου διαπιστώνεται μεγαλύτερη διάρκεια εγκατοίκησης. Σε αυτή την περιοχή εντοπίστηκε ένα μεγάλο βυζαντινό οικοδόμημα του 12ου αιώνα που κόπηκε με τη διάνοιξη της σιδηροδρομικής γραμμής. Το κτήριο, που είχε 30 δωμάτια, πρέπει να εγκαταλείφθηκε τον 13ο ή τον 14ο αιώνα. Ως προς τη χρήση του, που παραμένει άγνωστη, διατυπώθηκαν διάφορες απόψεις, θεωρήθηκε ως αρχοντική κατοικία, ως πολυκατοικία, ως εμπορικό κέντρο ή δημόσιο κτήριο ή, τέλος, ως ενδιαίτημα των μοναχών του γειτονικού Αγίου Γεωργίου του Κολωνού (Θησείου) και ως ξενώνας προσκυνητών. Ακόμη βορειότερα ανασκάφτηκε συνοικία με σχετικά μεγάλες ιδιωτικές κατοικίες, αλλά χωρίς ιδιαίτερη επιμέλεια κατασκευής ή διακόσμηση. Τα κτίσματα φαίνεται ότι καταστράφηκαν από πυρκαγιά στα μέσα του 12ου αιώνα και πιθανότατα η αιτία της καταστροφής να ήταν η νορμανδική επιδρομή του 1147 μ.Χ. Στην ίδια περιοχή, που πρέπει να ήταν εργατική συνοικία, ανασκάφτηκε ένα βιοτεχνικό συγκρότημα, πιθανότατα υφαντουργείο. Η περιοχή σύντομα ανοικοδομήθηκε, αλλά στις αρχές του 13ου αιώνα μαρτυρείται νέα καταστροφή. Ακολούθησαν νεότερες οικοδομήσεις και καταστροφές τον 13ο και στις αρχές του 14ου αιώνα. Ως δομικό υλικό είχαν χρησιμοποιηθεί αργοί λίθοι και σε μικρότερη κλίμακα δόμοι από αρχαία κτίσματα. Οι τοίχοι ήταν επιχρισμένοι με ασβεστοκονίαμα και τα δάπεδα καλύπτονταν από πιεσμένο χώμα με κάποια σπάνια εξαίρεση, όπου διασώζονται ίχνη ψηφιδωτού και πλακόστρωσης κεραμικής ή λίθινης. Οι ίδιες σχεδόν οικοδομικές φάσεις διαπιστώνονται και στην περιοχή του Αγοραίου Κολωνού, όπου τα κτίσματα είχαν δομηθεί με τη μεγαλύτερη δυνατή απλότητα από λίθους και πλίνθους, ενώ οι αρχαίοι δόμοι χρησιμοποιούνται στις γωνίες των κτηρίων. Και αυτών των κτισμάτων οι τοίχοι είχαν επιχριστεί με ασβεστοκονίαμα.

Φανταστική άποψη της Αθήνας από χειρόγραφο του 16ου αι. Χαρακτηριστική η τοποθέτηση γλαυκών στους πύργους των τειχών της πόλης.

Παρά τις επανειλημμένες καταστροφές και τις ανοικοδομήσεις, ο πολεοδομικός ιστός της Αθήνας δεν μεταβλήθηκε ουσιαστικά. Οι αστικοί δρόμοι σε όλη τη διάρκεια της μεσαιωνικής περιόδου ακολουθούν τον αρχαίο σχεδιασμό του οδικού δικτύου της πόλης και συμπίπτουν με τους αρχαίους δρόμους. Το ίδιο φαινόμενο παρατηρείται και στη νεότερη περίοδο αλλά και στη σημερινή ακόμη εποχή στο παλιό τμήμα της πόλης και στη διάταξη ορισμένων από τις βασικές οδικές αρτηρίες της Αθήνας. Έξω από τα τείχη της πόλης, το αρχαίο δίκτυο των δρόμων που οδηγούσε στα περίχωρα της Αθήνας παραμένει αμετάβλητο. Άλλωστε, με μικρές αποκλίσεις, επιβιώνει μέχρι σήμερα.

Στα μέσα του 12ου αιώνα, ο Άραβας γεωγράφος Εδρισή (Al-Idrisi) αναφέρεται στην Αθήνα και την περιγράφει ως «πολυάνθρωπη πόλη που περιβάλλεται από κήπους και καλλιεργημένα χωράφια» (πηγή ). Αλλά και ο πατριάρχης Λουκάς Χρυσοβέργης λίγα χρόνια αργότερα, το 1166, δεν διστάζει να προσδώσει στην Αττική τον ευφημισμό «πανευδαίμων χώρα». Ο ίδιος ο Μιχαήλ ο Χωνιάτης, ο λόγιος μητροπολίτης της Αθήνας, που με κάθε ευκαιρία εκφράζει την απογοήτευση που αισθάνεται για την κατάντια της Αθήνας, εκστασιάζεται από το φυσικό περιβάλλον και βεβαιώνει έμμεσα ότι άλλοτε η Αττική ήταν χώρα πολυπληθής. Παρά το αμμώδες και φτωχό κατά τη μαρτυρία του Χωνιάτη έδαφος της Αττικής, υπήρχαν ελαιώνες και αμπελώνες, καθώς και χωράφια δοσμένα στην καλλιέργεια του σταριού. Το αττικό τοπίο συμπληρώνεται με τις πευκόφυτες εκτάσεις, που κάλυπταν τους λόφους του λεκανοπεδίου και έφταναν στις πλαγιές των γειτονικών βουνών.

Κατά το τελευταίο τέταρτο του 12ου αιώνα, λίγα χρόνια πριν από τον ερχομό του μητροπολίτη Μιχαήλ του Χωνιάτη, η Αθήνα έπαθε μεγάλη καταστροφή από την επιδρομή των Σαρακηνών, που κατέλαβαν την πόλη και απείλησαν το Ριζόκαστρο και την Ακρόπολη. Την άθλια εικόνα της κατεστραμμένης πόλης αντίκρισε ο Χωνιάτης, όταν εόρτασε στην Αθήνα το 1182. Γεμάτος από το όραμα του αθηναϊκού μεγαλείου της κλασικής εποχής, ο λόγιος ιεράρχης αντικρίζει ένα απογοητευτικό θέαμα . Ερειπωμένα ή ολότελα γκρεμισμένα τείχη, σπίτια να έχουν ανασκαφεί και να έχουν μετατραπεί σε χωράφια , ανθρώπους σε απόγνωση από τον λοιμό και την πείνα που μάστιζε την πόλη. Ο ίδιος θρηνεί για την κατάσταση της Αθήνας και την περιγράφει μεζοφερά χρώματα στις επιστολές και στους λόγους του προσπαθώντας να κινήσει το ενδιαφέρον των ισχυρών για την ανακούφιση του ποιμνίου του. Αλλά στη διάρκεια της ιεραρχίας του ο Χωνιάτης θα έβλεπε να ολοκληρώνεται η φοβερή αυτή καταστροφή με την εισβολή στην Αττική, το 1203, του Λέοντα του Σγουρού, δυνάστη του Ναυπλίου. Ο δραστήριος μητροπολίτης της Αθήνας υπερασπίστηκε τότε με σθένος την πόλη και το ποίμνιό του αντιτάσσοντας αποτελεσματική άμυνα στον επιδρομέα. Ωστόσο, τα αποθέματα δυνάμεων φαίνεται ότι είχαν εξαντληθεί . Οι Αθηναίοι, εξουθενωμένοι από τις λεηλασίες και τις καταστροφές, δεν ήταν πλέον σε θέση να προβάλουν άλλη αντίσταση ούτε η κατάσταση της πόλης το επέτρεπε. Η Αθήνα έγινε, λοιπόν, εύκολη λεία για τους Φράγκους που έφτασαν το 1204 και διεκδίκησαν την κατοχή της. Ο Χωνιάτης, βλέποντας τώρα πως ήταν ανώφελο να προβάλει αντίσταση στους σιδερόφρακτους ιππότες, παρέδωσε την Αθήνα στον Βονιφάτιο τον Μομφερρατικό. Με απληστία οι νέοι κυρίαρχοι της ένδοξης πόλης επιδόθηκαν στη λεηλασία και τη διαρπαγή των εκκλησιαστικών θησαυρών, των κειμηλίων και των άλλων πολύτιμων αντικειμένων που υπήρχαν εκεί. Ο Παρθενώνας, ο περίλαμπρος ναός της Παναγίας της Αθηνιώτισσας, λαφυραγωγήθηκε, ενώ η σπουδαία βιβλιοθήκη του Χωνιάτη λεηλατήθηκε και τα χειρόγραφά της διασκορπίστηκαν. Ο ίδιος ο Χωνιάτης αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Αθήνα και, αφού περιπλανήθηκε για κάποιο διάστημα στη Θεσσαλονίκη και στην Εύβοια, εγκαταστάθηκε τελικά στην Κέα. Ο Βονιφάτιος παραχώρησε την Αθήνα και την Αττική ως φέουδο στον Βουργουνδό ευπατρίδη Όθωνα de la Roche, που προσαγορεύτηκε «Κύριος των Αθηνών» (Dominus Athenarum, Sire d’ Athènes) και από τους Έλληνες «Μέγας Κυρ» ή «Μέγας Κύρης».

(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)

Νίκος Μοσχονάς

ΠΗΓΗ  http://www.eie.gr

About sooteris kyritsis

Job title: (f)PHELLOW OF SOPHIA Profession: RESEARCHER Company: ANTHROOPISMOS Favorite quote: "ITS TIME FOR KOSMOPOLITANS(=HELLINES) TO FLY IN SPACE." Interested in: Activity Partners, Friends Fashion: Classic Humor: Friendly Places lived: EN THE HIGHLANDS OF KOSMOS THROUGH THE DARKNESS OF AMENTHE
This entry was posted in ARCHAEOLOGIE and tagged , , , , . Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Please log in using one of these methods to post your comment:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s