ΤΗΝ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗ ΜΗΝ ΤΗΝ ΚΛΑΙΣ , ΑΝΘΕΙ Κ ΦΕΡΕΙ ΚΙ ΑΛΛΟΥΣ (VII) – ΟΜΠΡΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΑΙ ΦΡΑΤΟΡΙΑΙ ΑΝΑ ΤΗΝ ΣΦΑΙΡΑΝ


( ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΑΠΟ  11/08/13 )

1) Ισχυρίζεται ότι συζητείται υπό των θεολόγων η έναντι του Πατρός και του Υιού προσωπική ιδιότης
του Αγίου Πνεύματος, αλλ’ άνευ ακόμη τελικού αποτελέσματος142[142]
Αλλά εν αντιθέσει προς τον ισχυρισμόν τούτον του Αυγουστίνου, η Β’ Οικουμενική Σύνοδος
προσέθεσεν εις το σύμβολον της Νικαίας ως υποστατικήν ιδιότητα του Αγίου Πνεύματος την
«εκπόρευσιν» αυτού εκ του Πατρός.
Όλοι οι Ρωμαίοι Πατέρες εδίδασκον ότι143[143] η ακοινώνητος υποστατική ιδιότης του Πατρός είναι η
«πατρότης» ή το «αγέννητον» και σημαίνει ότι ο Πατήρ έχει την ύπαρξίν του εξ ουδενός. Η
ακοινώνητος υποστατική ιδιότης του Υιού είναι το .«γεννητόν» και σημαίνει ότι ο Υιός έχει την
ύπαρξίν του εκ του Πατρός «γεννητώς», δηλαδή δια της «γεννήσεως». Όσον αφορά εις την υποστατικήν
ιδιότητα του Αγίου Πνεύματος, όλοι οι Ρωμαίοι Πατέρες εδίδασκον, ότι και αυτό, ως ο Υιός έχει την  ύπαρξίν του εκ του Πατρός, αλλά «ουχί γεννητώς». Εις αυτό το «ουχί γεννητώς» προσέθετον  (ορισμένοι Ρωμαίοι Πατέρες το «εκπορευτώς», το οποίον, τη πρωτοβουλία Γρηγορίου του Θεολόγου,του Γρηγορίου Νύσσης, των εξ Αιγύπτου επισκόπων μαθητών του Διδύμου του Τυφλού, και των  Αντιοχέων επισκόπων, καθιερώθη εις την Β’ Οικουμενικήν Σύνοδον.
Κατά τους Ρωμαίους Πατέρας το κύριον γνώρισμα εκάστης υποστατικής ιδιότητος είναι ότι ανήκει εις
έν μόνον πρόσωπον της Αγίας Τριάδος, ότι δηλαδή είναι ακοινώνητος. Τα άλλα πάντα, ως η ουσία, η
θεότης, η ενέργεια, η βασιλεία, η δόξα, η γνώσις, η θέλησις, η αγάπη, κ.τ.λ., είναι κατά πάντα κοινά και
ανήκουν και εις τας τρεις υποστάσεις ή πρόσωπα της Αγίας Τριάδος.

2) Εις την αυτήν ομιλίαν ο Αυγουστίνος παραδόξως ως διδασκαλίαν της Εκκλησίας εμφανίζει την υπό
της Β’ Οικουμενικής Συνόδου καταδικασθείσαν άποψιν, ότι το Άγιον Πνεύμα είναι η κοινή του Πατρός
και του Υιού θεότης και αγάπη144[144]. Αντιθέτως όμως οι Πατέρες της συνόδου διδάσκουν ότι ό,τι
κοινόν υπάρχει του Πατρός και του Υιού ανήκει και εις το Πνεύμα το Άγιον. Παραδόξως αυτή η
ορθόδοξος άποψις υπάρχει ισχυρώς τονιζομένη εις τον Αμβρόσιον, όστις εβάπτισε τον
Αυγουστίνον145[145].
Ο Αυγουστίνος επεδόθη εις την ανεύρεσιν της υποστατικής ιδιότητος του Αγίου Πνεύματος και
απέθανε χωρίς να μάθη ότι ο όρος «εκπόρευσις» εις το σύμβολον είχε τερματίσει πλέον την συζήτησιν.
Γνωρίζοντες καλώς οι εν τη Πρεσβυτέρα Ρώμη Ρωμαίοι ότι ετερματίσθη η συζήτησις, ουδέποτε
προσέθεσαν τι εις το σύμβολον. Οι Φράγκοι, όμως, έχοντες απόλυτον εμπιστοσύνην εις τον
Αυγουστίνον, επίστευσαν εις τον ισχυρισμόν του και ούτως εβελτίωσαν το σύμβολον με την προσθήκην
της επί του θέματος διδασκαλίας του Αυγουστίνου. Η εντύπωσις αύτη των Φράγκων ότι ο Αυγουστίνος
έλυσεν άλυτον δια την Β’ Οικουμενικήν Σύνοδον πρόβλημα, εδημιούργησεν έτι περισσότερον την
έΟνικήν πεποίΟησιν και υπερηφάνειαν ότι ανεκάλυψαν Θεολόγον ασυγκρίτως καλύτερον από τους
ελληνοφώνους Ρωμαίους ή κατ’ αυτούς «Γραικούς».
δ) 0ι Καππαδόκαι Πατέρες Μέγας Βασίλειος, Γρηγόριος ο Θεολόγος και Γρηγόριος Νύσσης, έχοντες
σύμφωνον και τον Μέγαν Αθανάσιον, έκαμαν διάκρισιν μεταξύ ουσίας και υποστάσεων εν τη Αγία
Τριάδι, προκειμένου να αποφευχθή η υπό πολλών τότε γενομένη σύγχυσις των προσώπων της Αγίας
Τριάδος εξ αιτίας της περί ομοουσίου του Υιού προς τον Πατέρα διδασκαλίας της Α’ Οικουμενικής
Συνόδου146[146]. Ο ιερός Αυγουστίνος αναφέρει εις το περί Αγίας Τριάδος έργον του την διάκρισιν
αυτήν μεταξύ ουσίας και υποστάσεων, αλλ’ ομολογεί, ότι δεν την κατανοεί και δεν δύναται να εξήγηση
διατί οι γράψαντες ελληνιστί κάμνουν την διάκρισιν αυτήν147[147]. Σημειωθήτω ότι το έργον αυτό το
επεράτωσε 47 όλα έτη μετά την Β’ Οικουμενικήν Σύνοδον και απέθανεν, χωρίς ποτέ να μάθη την
σημασίαν της διακρίσεως. Την άγνοιαν ταύτην εκληρονόμησαν οι Φράγκοι και την διατηρούν οι  απόγονοι αυτών ως «θησαυρόν». Σημειωτέον ότι η διάκρισις αυτή καθιστά αδύνατον την εκ μέρους  ημών των Ρωμαίων αποδοχήν του Filioque, όπερ συνεπάγεται και προϋποθέτει την σύγχυσιν των  υποστατικών ιδιοτήτων.
ε) Εις το έργον του περί ‘Αγίας Τριάδος μας πληροφορεί ο Αυγουστίνος ότι θα ερευνήση την ουσίαν του
Θεού, την γέννησιν του Υιού και την εκπόρευσιν του Αγίου Πνεύματος και θα εξήγηση διατί το Άγιον
Πνεύμα δεν είναι Υιός148[148]. Ομως πριν προλάβη να φθάση εις το τελευταίον θέμα, οι φίλοι του
ανυπομονούντες του αφήρεσαν εν αγνοία του και εδημοσίευσαν όσα είχε μέχρι τότε γράψει149[149].
Ούτως η υπόσχεσίς του, ότι θα εξήγηση διατί το Άγιον Πνεύμα δεν λέγεται ή δεν είναι και αυτό Υιός
παρέμεινεν εις το έργον, Προβαίνων όμως περαιτέρω, εις το αυτό έργον του150[150], ο Αυγουστίνος
ομολογεί ότι η εν λόγω υπόσχεσις ήτο απλώς ευσεβής πόθος προωρισμένος να μείνη ανεκπλήρωτος.
Συμπεραίνει δε ότι η απάντησις θα δοθή εις την άλλην ζωήν151[151].
Ο Ορθόδοξος εκπλήσσεται με το άλυτον του προβλήματος τούτου, εφ’ όσον οι Πατέρες διδάσκουν ότι
το Άγιον Πνεύμα δεν είναι Υιός, απλούστατα διότι δεν γεννάται αλλά εκπορεύεται. Ο Αυγουστίνος
όμως συγχέει τας προαιώνιους ενεργείας του Θεού με την γέννησιν και εκπόρευσιν. Δια τούτο δεν
γνωρίζει διατί το Άγιον Πνεύμα δεν είναι Υιός. Δια τον ίδιον λόγον όμως το Filioque είναι απαραίτητον
δια τον Αυγουστίνον, δια να μη συγχέωνται τα πρόσωπα του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Δια τον
Αυγουστίνον λοιπόν η γέννησις και εκπόρευσις διακρίνονται, εφ’ όσον η γέννησις σημαίνει εξ ενός και
η εκπόρευσις εκ δύο152[152].
Η σύγχυσις αύτη των προαιώνιων ενεργειών του Θεού (ως της γνώσεως και της αγάπης) μετά της
γεννήσεως του Υιού και της εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος προέρχεται από την έρευναν περί της
ουσίας του Θεού. Παραδόξως όμως κατέβαλλον παρομοίαν προσπάθειαν εις την Ανατολήν οι αιρετικοί
Ευνομιανοί, τους οποίους ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος προκαλεί λέγων «Τις ούν η εκπόρευσις; Ειπέ
συ την αγεννησίαν του Πατρός, καγώ την γέννησιν του Υιού φυσιολογήσω, και την εκπόρευσιν του
Πνεύματος, και παραπληκτίσομεν άμφω εις Θεού μυστήρια παρακύπτοντες»153[153].
Πάντως η πλέον παράδοξος δια την Ρωμαιοσύνην εξέλιξις της ευρωπαϊκής παραδόσεως είναι ο
ισχυρισμός των Φραγκολατίνων, ότι οι «Γραικοί» δεν έμειναν πιστοί εις το πνεύμα των «Γραικών»
Πατέρων και των οικουμενικών συνόδων, και ότι μόνον αυτοί, οι Φραγκολατίνοι δηλαδή, κατενόησαν
ορθώς τους «Γραικούς» Πατέρας. Επηρεασμένοι από τον μέγαν σεβασμόν του Αυγουστίνου και των
δυτικών Ρωμαίων Πατέρων δια τους ανατολικούς Ρωμαίους Πατέρας ως και από την πεποίθησιν,
αυταπάτην, του Αυγουστίνου ότι ακολουθεί πιστώς την «γραικικήν» παράδοσιν παρεσύρθησαν οι
Φραγκολατίνοι εις το συμπέρασμα, ότι δεν δύναται παρά να υπάρχη απόλυτος συμφωνία μεταξύ του
Αυγουστίνου και των «Γραικών» Πατέρων. Ούτω παρουσιάζουν τους «Γραικούς» Πατέρας ως κήρυκας
και οπαδούς του Filioque. Σημειωτέον μάλιστα ότι περί του αγίου Ιωάννου του Δαμάσκηνου, όστις  συνοψίζων την διδασκαλίαν των Ρωμαίων Πατέρων γράφει ρητώς, ότι το Πνεύμα το Άγιον εκπορεύεται  εκ μόνου του Πατρός, ο Θωμάς ο Ακινάτης, ο μέγιστος των Φράγκων θεολόγων, γράφει ότι εις το σημείον τούτο ο Δαμασκηνός δεν ακολουθεί τους Πατέρας, αλλά παρεσύρθη από κάποιον αρχαίον  αιρετικόν154[154]. Ίσως δεν πρέπει να λησμονήσωμεν ότι το 1054 οι Φραγκολατίνοι αφώρισαν τον  Πατριάρχην Κωνσταντινουπόλεως Νέας Ρώμης Μιχαήλ Κηρουλάριον με την κατηγορίαν, ότι
«απέκοψαν» οι «Γραικοί» το Filioque από το σύμβολον της πίστεως155[155].
5) 0ι έναντι της Ρωμηοσύνης ισχυρισμοί των ΙΙροτεσταντών.
Άλλη εξ ίσου επιβλαβής δια το έθνος ημών θεωρία Διαμαρτυρομένων καθηγητών σοβαρών
πανεπιστημίων, ως του Βερολίνου, η οποία υπάρχει μέχρι σήμερον εις εν χρήσει διδακτικά εγχειρίδια,
δηλητηριάζουσα ούτω μέλλοντας ηγέτας εις βάρος των «Γραικών» είναι ο ισχυρισμός, ότι εν αντιθέσει
με τον γνήσιον αυγουστίνειον Προτεσταντισμόν, η Ορθοδοξία των «Γραικών» Πατέρων είναι μία
εξελληνισθείσα και άρα ειδωλολατρική μορφή του Χριστιανισμού156[156]. Αύτη είναι η άλλη όψις του
ισχυρισμού, ότι οι «Γραικοί» Πατέρες ουδέποτε κατενόησαν τον απόστολον Παύλον, τον οποίον, ως
λέγουν, ηρμήνευσαν ορθώς μόνον ο Αυγουστίνος και οι ιδρυταί του Προτεσταντισμού ο Λούθηρος και
ο Καλβίνος.
Δηλαδή ισχυρίζονται οι ακολουθούντες κατά γράμμα τον Αυγουστίνον Διαμαρτυρόμενοι ούτοι157[157]
ότι ο απόστολος Παύλος διδάσκει δήθεν ότι 1) την ενοχήν του Αδάμ εκληρονόμησαν όλοι οι απόγονοι
αυτού, και ούτως η δικαιοσύνη του Θεού κατεδίκασεν εις κόλασιν όλην την ανθρωπότητα και επέβαλεν
εις αυτήν την ποινήν του θανάτου. 2) Κατά την αξίαν της κληρονομικής ταύτης ενοχής αξίζει εις όλους
η κόλασις. 3) Ο Θεός, όμως, επειδή ήθελεν, εξέλεξεν εκ των ανθρώπων μίαν ομάδα και προώρισεν
αυτήν δια την σωτηρίαν. 4) Οι μη εκλεγέντες δεν πρέπει να παραπονούνται, αφού ως συνένοχοι δια την
αμαρτίαν του Αδάμ τιμωρούνται δικαίως. 5) Ούτε δύνανται οι σεσωσμένοι να υπερηφανεύωνται ωσάν
να απολαμβάνουν εκείνα τα οποία τους αξίζουν, αφού αξίζει εις αυτούς ως και εις τους απολωλότας η
κόλασις. 6) Απλώς πρέπει να ευχαριστήσουν τον Θεόν, διότι τους εδόθη η σωτηρία απολύτως δωρεάν,
αν και δεν τους άξιζε. 7) Τα απαραίτητα προς σωτηρίαν καλά έργα δεν είναι των σεσωσμένων αλλά της
χάριτος του Θεού, διότι ο άνθρωπος χωρίς χάριν όχι μόνον δεν δύναται να κάμει καλά αξιόμισθα έργα,
αλλά ούτε ημπορεί να θέλει να κάμνει καλά έργα. 8) Δια τούτο η σωστική χάρις του Θεού ενεργεί
ακαταγωνίστως και δίδεται μόνον εις τους προορισμένους, οι οποίοι έχοντες την πεποίθησιν της
σωτηρίας των υπερβαίνουν τον φόβον της κολάσεως. 9) Επομένως η σωτηρία δεν είναι συνεργασία
μεταξύ Θεού και ανθρώπου αλλά ενέργεια τον Θεού επί του ανθρώπου. 10) Όπου δε η Αγία Γραφή
αναφέρει ότι ο Χριστός αγαπά τους αμαρτωλούς, εσταυρώθη δια τους αμαρτωλούς και θέλει την
σωτηρίαν των αμαρτωλών, δεν εννοεί όλους τους αμαρτωλούς αλλά μόνον τους προωρισμένους δια την
σωτηρίαν αμαρτωλούς.
Αυτή η θεολογία του Αυγουστίνου υπήρξε μαζί με την βαρβαρότητα των Φράγκων η όλη προϋπόθεσις
της Ιεράς Εξετάσεως της Φραγκοσύνης.

6) Σχέσεις Αμβροσίου και Αυγουστίνου158[158]
Εκείνο το οποίον προξενεί εντύπωσιν εις τον Ορθόδοξον μελετητήν είναι το γεγονός ότι εις τας
Εξομολογήσεις του ο Αυγουστίνος δίδει ζωηρώς την εντύπωσιν ότι ο κατ’ εξοχήν υπεύθυνος δια την
απόσπασίν του από τον Μανιχαϊσμόν και δια την εις Χριστόν μεταστροφήν του ήτο ο άγιος Αμβρόσιος,
θα ανέμενε τις, ότι ως ο Αμβρόσιος ούτω και ο Αυγουστίνος θα ήτο οπαδός της θεολογίας των Τριών
Ιεραρχών και δεν θα ήρχετο εις ρήξιν με τα εν τη δυτική Ρωμανία πνευματικά τέκνα του Χρυσοστόμου.
Ο Αυγουστίνος πληροφορεί ότι εξ αιτίας των κηρυγμάτων του αγίου Αμβροσίου, τα οποία
παρηκολούθει καθ’ εκάστην Κυριακήν εις Μεδιόλανα, εκλονίσθησαν αι περί Παλαιάς Διαθήκης
μανιχαϊκαί προκαταλήψεις του και έμαθε να εκτιμά την ορθόδοξον ερμηνείαν των Προφητών159[159].
Όταν όμως ο Αμβρόσιος ανεύθεσεν εις τον Αυγουστίνον, προπαρασκευαζόμενον δια το βάπτισμα, να
μελετήση τον προφήτην Ησαίαν, ο Αυγουστίνος άφησε την μελέτην εις την μέσην, διότι, ως μας
πληροφορεί εις τας Εξομολογήσεις του, δεν τον κατενόησεν160[160]. Αντ’ αυτού ησχολήθη με την
φιλοσοφίαν, με αποτέλεσμα να προσέλθη εις το βάπτισμα του, έχων σχηματίσει την γνώμην, ως γράφει
εις το Contra academicos, ότι δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ των Πλατωνικών και της Αγίας
Γραφής161[161].
Το παράδοξον εκ της ιστορίας ταύτης είναι ότι ο άγιος Αμβρόσιος όχι μόνον ομού μετά των άλλων
Ρωμαίων Πατέρων απορρίπτει ρητώς το επί υπερβατικών αμεταβλήτων ιδεών βασιζόμενον
νεοπλατωνικόν σύστημα162[162], το οποίον ο Αυγουστίνος ουδέποτε ημφεσβήτησεν163[163], αλλά
ακολουθεί την ορθόδοξον διδασκαλίαν περί αποκαλύψεως του Θεού εις τους προφήτας και
αποστόλους164[164], ενώ ο Αυγουστίνος δημιουργεί μίαν ασθενεστάτην σύνδεσιν, η οποία
επεκράτησεν εις την φραγκολατινικήν παράδοσιν165[165] και η οποία εν τω προσώπω του εκ
Καλαβρίας Βαρλαάμ κατεδικάσθη εν Κωνσταντινουπόλει Νέα Ρώμη το 1341166[166].

Eν αντιθέσει προς την θεολογίαν των Τριών Ιεραρχών ο Αυγουστίνος διδάσκει ότι μόνον οι σεσωσμένοι
θα ίδουν δια της χάριτος και δια της λογικής των τον Θεόν και τα εν αυτώ αρχέτυπα των όντων. Δια της
οράσεως ταύτης της θείας ουσίας θα απαλλαγούν αι ψυχαί από το επιθυμητικόν, το θυμοειδές και τα
μεταβλητά και ούτω θα γίνουν αμεταβλήτως ευδαίμονες. Ερειδόμενος επί των νεοπλατωνικών τούτων
προϋποθέσεων παραδέχεται, ότι δύναταί τις εν τη ζωή ταύτη να φθάση εις ενόρασιν των εν τη θεία
ουσία αρχετύπων δια της εκστάσεως ή οφείλει να γνωρίση αυτά δια του φωτισμού167[167].
7) Παράδεισος, κόλασις και αποφατική θεολογία.
Αι προϋποθέσεις αυταί εν συνδυασμώ με τας περί αμαρτίας και προορισμού διδασκαλίας του
Αυγουστίνου ωδήγησαν εις τα περί κολάσεως και καθαρτηρίου πυρός δόγματα των Φράγκων τα τόσον
γνωστά μέσω των Dante και John Milton, αλλά απαράδεκτα εις τους Ρωμαίους Πατέρας. Αφού οι
ακολουθούντες τον Αυγουστίνον Φράγκοι επίστευσαν ότι οι κολαζόμενοι δεν βλέπουν τον Θεόν,
εξέλαβον το πυρ το αιώνιον της Αγίας Γραφής ως κτιστόν. Συνεπεία τούτου οι Φραγκολατίνοι, ως και
οι αρχαίοι, εφαντάσθησαν τον κόσμον τριώροφον, αποτελούμενον από τον αμετάβλητον δια τους
ευδαίμονας ουρανόν, την μεταβλητήν δια την δοκιμασίαν των ανθρώπων γήν και τα μεταβλητά δια τους
κολαζομένους και καθαριζόμενους καταχθόνια.
Ο Αυγουστίνος βλέπων ότι οι προφήται και οι απόστολοι δεν παρουσιάζουν κατά τας προς αυτούς
θεοφανείας και αποκαλύψεις του Αγγέλου του Κυρίου και της δόξης αυτού φαινόμενα και κατάστασιν
ανάλογον προς την νεοπλατωνικήν έκστασιν, κατέληξεν εις το συμπέρασμα, ότι οι απόστολοι και οι
προφήται δεν είδον τον άκτιστον Λόγον εν τη ακτίστω δόξη αυτού, αλλά μόνον γινόμενα και
απογινόμενα κτίσματα συμβολίζοντα τον Θεόν και χρησιμεύοντα δια την μετάδοσιν μηνυμάτων αυτού
προς τους ανθρώπους168[168]. Εις το σημείον αυτό ο Αυγουστίνος διαφέρει των Ορθοδόξων Ρωμαίων
Πατέρων, συμπεριλαμβανομένου και του Αμβροσίου169[169], και κατ’ ουσίαν συμφωνεί με τας
γνωσιολογικάς προϋποθέσεις των Αρειανών και των Εύνομιανών170[170].

Οι Τρεις Ιεράρχαι ορθώς τονίζουν171[171], ότι κατά τον απόστολον Παύλον η καταλλαγή και
συμφιλίωσις ουδέποτε είναι του Θεού προς τον άνθρωπον. Ο Θεός παραμένει πάντοτε φίλος όλων των
ανθρώπων. Δια τούτο ο Θεός εν Χριστώ καταλλάσσει τον κόσμον προς τον εαυτόν του. Ο άνθρωπος
γίνεται εχθρός του Θεού δια της αμαρτίας και αυτός βλέπει τον Θεόν ως οργήν και εχθρόν, Αι
προϋποθέσεις της ανσελμίου διδασκαλίας περί ανάγκης ικανοποιήσεως της δήθεν προσβληθείσης θείας
δικαιοσύνης δια της σταυρικής θυσίας του Χρίστου δεν είναι ορθόδοξοι. Οι Ρωμαίοι Πατέρες σαφώς
απορρίπτουν την αυγουστίνειον βάσιν της διδασκαλίας ταύτης, δηλαδή την κληρονομικήν μετάδοσιν
της ενοχής του Αδάμ. Αντιθέτως προς τον Αυγουστίνον οι Ρωμαίοι Πατέρες διδάσκουν ότι ο Θεός μη
θέλων τον θάνατον επέτρεψεν αυτόν από αγάπην, ίνα μη το κακόν και η αμαρτία αθάνατα γένονται και
ίνα δια της αναστάσεως ανάπλαση τον άνθρωπον. Ο Θεός αγαπά και τελειοποιεί όλους ανεξαιρέτως
τους ανθρώπους, αλλά όλοι δεν τελειοποιούνται κατά τον ίδιον ρυθμόν και βαθμόν.
Οι μη θέλοντες να εξέλθουν εκ της εγωπάθειας των και να συνεργασθούν με την χάριν του Θεού
παραμένουν ιδία βουλήσει ξένοι προς την αγάπην του Θεού και εχθροί. Μαζί με τους σεσωσμένους θα
ιδούν και αυτοί τον Θεόν, ουχί όμως ως φως αλλ’ ως πυρ το αιώνιον172[172].
Οι εργαζόμενοι τας εντολάς του Θεού από φόβον κολάσεως («δούλοι») και οι εργαζόμενοι επί μισθώ
(«μισθωτοί») θα ιδούν τον Θεόν ως φως, εφ’ όσον συνεχίσουν την πορείαν των προς την ανιδιοτελή
αγάπην και την μετά του Θεού φιλίαν.
Ο Θεός δεν έπλασε τον άνθρωπον δια συμφεροντολογικήν τινα υπακοήν και δουλοπρέπειαν μιας
στατικής και αμεταβλήτου ευδαιμονίας, αλλά αντιθέτως τον έπλασε δια συνεργασίαν, φιλίαν, υιοθεσίαν
και συμβασιλείαν. Η υπακοή του πιστού εις τον Θεόν δεν είναι δουλοπρέπεια αλλά υπακοή μέχρι
θανάτου, την οποίαν έθεσεν ο Θεός ως το απαραίτητον μέσον πνευματικής εκγυμνάσεως προς επίτευξιν
της φιλίας και αγάπης, η οποία κατά τον απόστολον Παύλον «ου ζητεί τα εαυτής». Η υπακοή αυτή είναι
το μέσον δια του οποίου ο άνθρωπος τη βοηθεία του Θεού υπερβαίνει ως νικητής τον φόβον και την επ’
αυτού ερειδομένην συμφεροντολογίαν και μεταμορφούται εις φίλον και συμβασιλέα του Χρίστου και
γίνεται κατά χάριν Θεός. Αποκτά δε και παρρησίαν παρά τω Θεώ υπέρ των συνανθρώπων του και είναι
πρόθυμος να θυσιάση την προσωπικήν του σωτηρίαν δια την σωτηρίαν των άλλων, ως συνέβη με τον
Μωϋσέα173[173] και τον απόστολον Παύλον174[174].
Ως θεατής της δόξης του Θεού ο φίλος του Θεού παγιούται ουχί εν στατική και αμεταβλήτω τινι
καταστάσει ευδαιμονίας, ως πιστεύει η αυγουστίνειος λατινική παράδοσις, αλλά αντιθέτως εν
ατελευτήτω πορεία προς ανώτερα στάδια τελειότητος άνευ τέρματος.
Τέρμα και στατικότης εις την πνευματικήν εξέλιξιν υπάρχουν μόνον εις τους παραμείναντας ίδία
βουλήσει και οκνηρία ιδιοτελείς και εγωκεντρικούς. Εις αυτούς η ιδία εν Χριστώ δόξα και βασιλεία του
Θεού θα εμφανίζεται αιωνίως ως πυρ το αιώνιον και σκότος το εξώτερον.

Κατά τους Τρεις Ιεράρχας ο γενόμενος κατά χάριν φίλος του Θεού και συμβασιλεύς του Χρίστου είτε
προφήτης, είτε απόστολος, είτε άγιος, βλέπει και γνωρίζει ως άνθρωπος ολόκληρος, ψυχή τε και
σώματι, αλλά συγχρόνως υπεραισθητώς και υπερνοητώς, ουχί την αμέθεκτον, απρόσιτον και παντελώς
άγνωστον ουσίαν του Θεού, αλλά «καθώς δύναται» την φυσικήν και αίδιον δόξαν εν ή κατοικεί και υφ’
ής περιβάλλεται απεριορίστως ο αναβαλλόμενος το φως αυτό της βασιλείας ως ιμάτιον.
Δια να τονίσουν ότι η αποκαλυφθείσα εις τους φίλους του Χρίστου θεία δόξα και θεότης ουδεμίαν
σχέσιν έχει με τον νοητόν κόσμον των Πλατωνικών οι Ρωμαίοι Πατέρες κατεδίκασαν επισήμως την
περί αρχετύπων ιδεών διδασκαλίαν του Πλάτωνος175[175]. Τούτο διότι μεταξύ της θείας δόξης και των
κτισμάτων ουδεμία ομοιότης υπάρχει. Δια τον λόγον αυτόν η Αγία Γραφή αποδίδει και ονόματα
αντιθέσεων εις τον Θεόν δια να τονίση όχι ότι πράγματι υπάρχουν αντιθέσεις εν τω Θεώ, αλλ’ ότι ο
Θεός υπερβαίνει όλας τας κατηγορίας του κόσμου και της φυσικής ανθρωπινής εμπειρίας, της αισθητής
και της λογικής. Ούτως η δόξα του Θεού εις την Αγίαν Γραφήν ονομάζεται με τας αντιθέσεις φώς
γνόφος και πύρ σκότος ως και με τα παράλληλα δόξα νεφέλη και αστραπή καπνός. Οι φίλοι του Θεού
βλέπουν τον Θεόν εν φωτί γνόφω ή εν δόξη νεφέλη, ενώ οι ιδιοτελείς βλέπουν τον Θεόν κριτήν, ως
αστραπην καπνόν ή πύρ σκότος.
Η αποφατική αυτή θεολογία της Ορθοδοξίας είναι σαφώς η θεολογία της Αγίας Γραφής176[176].
Οι αγνοούντες εξ αιτίας του Αυγουστίνου την αποφατικήν ταύτην γλώσσαν της Αγίας Γραφής
Ευρωπαίοι ωδηγήθησαν όχι μόνον εις τας δεισιδαιμονικάς των περί κολάσεως αντιλήψεις αλλά και εις
την εγκατάλειψιν της υφ’ όλων των αρχαίων ταυτίσεως της βασιλείας και δόξης του Θεού177[177] και
εις υιοθέτησιν της υπό του Αυγουστίνου ταυτίσεως της βασιλείας μετά της Εκκλησίας και ούτως εις τας
ατέρμονας περί ανυπάρκτου προβλήματος συζητήσεις των νεωτέρων Δυτικών, εκ των οποίων όμως
αρκετοί εγκατέλειψαν πλέον την άποψιν αυτήν του Αυγουστίνου. Επίσης οι Δυτικοί ηρμήνευσαν τας
θεοφανείας της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης ως να επρόκειτο περί της υπό του Θεού θαμβώσεως
κατωτέρας νοήσεως ανθρώπων μέσω γινομένων και απογινομένων και εις τας αισθήσεις υποπιπτόντων
καταπληκτικών φυσικο-υπερφυσικών φαινομένων. Επειδή τοιαύται ερμηνείαι απομακρύνουν πολλούς
από τον Χριστιανισμόν, ανέλαβον τινές να απομυθεύσουν την Αγίαν Γραφήν από τα δήθεν μυθικά και
δεισιδαιμονικά αυτής στοιχεία, δια να γίνουν τα υπόλοιπα αποδεκτά από τον σύγχρονον άνθρωπον.
Όμως δεν είναι η Αγία Γραφή η χρήζουσα απομυθεύσεως, αλλά η αυγουστίνειος ερμηνευτική
παράδοσις, ήτις εγκαταλείψασα την θεολογίαν των Ρωμαίων Πατέρων επέβαλεν επί την Αγίαν Γραφήν
μίαν ξένην προς αυτήν ειδωλολατρικήν κοσμοθεωρίαν.

 

(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)

Του Makaros π. Ιωάννη Ρωμανίδη

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

142[142] De Fide et Symbolo, 19.
143[143] Ίδε Ι. Σ. Ρωμανίδου, Η Δογματική και Συμβολική Θεολογία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, Θεσσαλονίκη 1973, σελ. 186 – 400 δια τα  κατωτέρω περί Αγίας Τριάδος αναπτυχθέντα.

144[144] De Fide et Symbolo, 19-20. Μάλιστα ο Αυγουστίνος αναφέρει (20) και αντιτίθεται εις την διδασκαλίαν (των Πατέρων) ότι το Άγιον Πνεύμα είναι  υπόστασις, νομίζων ότι οι διδάσκοντες ταύτα προτείνουν χωριστήν ουσίαν από την ουσίαν του Θεού την οποίαν ταυτίζει ο ίδιος με την θεότητα και την  αγάπην, αι οποίαι όμως δια τους ΙΙατέρας δεν είναι αυτή αύτη η ουσία του Θεού αλλά φυσικαί ενέργειαι της θείας ουσίας ην και ας κατέχουν εξ ίσου και αι
τρεις υποστάσεις της Αγίας Τριάδος. Είναι όντως περίεργον πως ως διδασκαλίαν της Εκκλησίας ο Αυγουστίνος εξέλαβε την καταδικασθείσαν υπό της  Οικουμενικής Συνόδου, της οποίας το σύμβολον παρεκλήθη να ανάπτυξη. Η σύγχυσις του Αυγουστίνου έγκειται εις το γεγονός ότι ο ίδιος, προ πάντων την  εποχήν αυτήν, ουδέποτε κατενόησε πως οι ελληνόφωνοι Πατέρες εχρησιμοποίουν τους όρους μία ουσία και τρεις υποστάσεις και πως πνευματομάχοι τινές
εταύτιζον άκτιστόν τι πνεύμα Θεού με την θεότητα και αγάπην μεταξύ Πατρός και Υιού και κτιστόν πνεύμα Θεού με ετέραν κτιστήν υπόστασιν.
145[145] De Spiritu Sancto, PL 16, 703 – 816, I, 4 (69) : 14 (162): 15 (172): 16 (178, 179, 180): II, 11 (118): 12 (134) : III, 19 (144 – 152): De Fide (P L 16,527 – 698) V, 3 (43): 6 (87).
146[146] Ίδε Ι. Σ. Ρωμανίδου, Η Δογματική και Συμβολική Θεολογία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, Θεσσαλονίκη 1973, σελ. 289 – 341.
147[147] De Trinitate, 5, 8, 10.

148[148] Αυτόθι, II, Pref. I, 2, 3.
149[149] Αυτόθι, XV, 24, 45. Τα περί κλοπής και δημοσιεύσεως των πρώτων 12 βιβλίων άνευ της γνώμης του γράφει ο Αυγουστίνος εις το Retractationum  II, 15 (42). Μάλιστα, μας πληροφορεί ότι δεν είχε σκοπόν να δημοσεύση το υπόλοιπον μέρος αλλά να συμπεριλάβη αυτό εις νέον έργον. Tη εμμονή όμως  φίλων εδημοσίευσε και τα υπόλοιπα ως συνέχεια των κλαπέντων. Ο ίδιος τονίζει το πρόχειρον ή το αδιόρθωτον των 12 βιβλίων τα οποία δεν ετακτοποίησεν
εις τελικήν των μορφήν. Παρά ταύτα οι Φράγκοι εστήριξαν εις τα έργα αυτά ολόκληρον την πολεμικήν των κατά της Ρωμηοσύνης και υπέρ της φραγκικής  ορθοδοξίας.
150[150] Δηλαδή τα περαιτέρω υπό του ιδίου δημοσιευθέντα είναι τα βιβλία XIII – XV.
151[151] De Trinitate, XV, 25.
152[152] Ι. Σ. Ρωμανίδου, Η Δογματική και Συμβολική Θεολογία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, Θεσσαλονίκη 1973, σελ. 309 – 341, 379 – 400.
153[153] Λόγος Θεολογικός Ε’, περί Αγίου Πνεύματος, ζ’.

154[154] Summa Theologica, Pt. IQ. XXXVI, ART. 2 RESP. 3. Διατείνεται ότι ο Δαμασκηνός ακολουθεί τους Νεστοριανούς και δη τον Θεοδώριχον.Εννοεί τον Θεοδώρητον Κύρου όστις κατηγόρησε τον Κύριλλον Αλεξανδρείας ως διδάσκοντα ότι το Πνεύμα εκπορεύεται και εκ του Υιού. Ο δε Κύριλλος  απέκρουσε την κατηγορίαν ταύτην ως ψευδή. Παρά ταύτα οι Φράγκοι υπεστήριζον πάντοτε ότι ο Κύριλλος διδάσκει το λατινικόν Filioque.
155[155] Ι. Καρμίρη, Δ Σ Μ , Ι, 346.
156[156] Είναι η θεμελιώδης θέσις του Α. Ηarnack, What Is Christianity? New York 1901: Πρβλ. R. Seeberg, History of Doctrines, Grand Rapids 1958,τόμ. Ι, σελ. 298 – 299.
157[157] R. Seeberg, αυτόθι, τόμ. Ι, σελ. 338-353, 357 εξ.: τόμ. II, σελ. 229, 231, 235, 241, 242, 245, 252-256, 260-266, 398-407.

158[158] Δια την θεολογικήν ανάλυσιν των σχέσεων μεταξύ των δύο -ανδρών καθ’ ήν (αποδεικνύεται η ανεξαρτησία του Αυγουστίνου έναντι του
Αμβροσίου εις το πιό βασικόν ερμηνευτικόν θέμα περί της Αγίας Τριάδος εις την Αγίαν Γραφήν ίδε μελέτην μου, Η Δογματική και Συμβολική Θεολογία,σελ. 240 – 267.
159[159] Εξομολογήσεις V, 13, 14: VI, 1.
160[160] Αυτόθι, IX, 5.
161[161] III, 20 (43). Τα φιλοσοφικά έργα τα οποία συνέταξεν εν μορφή διαλόγου εις την εξοχήν προετοιμαζόμενος δια το βάπτισμα είναι Contra  Academicos, De Beata vita, De Ordine και Soliloquia. τα οποία περιγράφει εις το έργον του Retractationum Ι, Ι, 1-4: II: III, 1-3: IV, 1-4, Επανακάμψας εις  Μεδιόλανα έγραψε προ του βαπτίσματος του αλλά δύο φιλοσοφικά έργα, De Immortalite Animae και De Libris Disciplinarum, τα οποία περιγράφονται εις  τα κεφ. V και VI του Retractationum Ι. Η ενασχόλησις με την Θεολογίαν της Αγίας Γραφής βοά δια της απουσίας της. Τα επόμενα δύο έργα του έγραψεν  εις Ρώμην και όλα τα υπόλοιπα εις την Αφρικήν. Η εντύπωσις είναι ότι κατά την περίοδον αυτήν της ζωής του ο Αυγουστίνος διετέλει ακόμη υπό την  ισχυράν επίδρασιν του Μανιχαϊσμού και του Πλατωνισμού και δια τούτο διακατέχεται έναντι της Αγίας Γραφής υπό σνομπισμού και θεωρεί ανωτέραν την  μέσω διαλόγων ενασχόλησιν με φιλοσοφικήν μέθοδον λύσεως φιλοσοφικών προβλημάτων παρά την μέσω των Πατέρων μελέτην της Αγίας Γραφής.
Πάντως τίποτε από τα έργα αυτά δεν μαρτυρεί επίδρασιν εκ της θεολογίας και προ πάντων της θεολογικής μεθόδου του αγίου Αμβροσίου.
162[162] De Fide, I, 5 (41 – 42) : 13 (84) : IV, 4 (44, 47).
163[163] Contra Academicos, ΙΙΙ, 19 (42): 20 (43): Εξομολογήσεις, VII, 9, 10, 20, 21: Σημειωτέον ότι εις το Retractationum ο Αυγουστίνος διορθώνει εκ  των υστέρων ανεγνωρισμένα σφάλματα εις τα έργα του και διασαφηνίζει θέματα τα οποία ήσαν ασαφή. Ουδέποτε όμως εδήλωσεν ότι η περί ειδών ή ιδεών θεωρία του Πλάτωνος και των Πλατωνικών είναι εσφαλμένη και δια τούτο η διδασκαλία περί των ιδεών ή ειδών ή των καθ’ όλου έγινε το θεμέλιον της
φραγκολατινικής θεολογικής και φιλοσοφικής παραδόσεως. Όθεν εξηγείται πως με κάθε εμφάνισιν φιλοσοφικού συστήματος ανατρέποντος την πλατωνικήν  γραμμήν η φραγκική δογματική θεολογία διήρχετο μεγάλην κρίσιν. Σήμερον δε με την επικράτησιν του υπαρξισμού και του θετικισμού ως και των θεωριών  περί εξελίξεως των ειδών η φραγκική παράδοσις, ή τε λατινική και προτεσταντική, ουσιαστικώς κατεδαφίσθη.
164[164] Ίδε Ι. Σ. Ρωμανίδου, Δογματική και Συμβολική Θεολογία, σελ. 240 – 267.
165[165] Αυτόθι. Ίδε επίσης J. S. Romanides, Notes On The Palamite Controversy, Part I, GOTR, VI, 2 (1960-61), σελ. 186-205.
166[166] Αυτόθι. Πρβλ. Ι. Καρμίρη, Δ Σ Μ, Ι, 348 – 407.

167[167] Δηλαδή τα στάδια της τελειώσεως της Αγίας Γραφής και των Πατέρων μετετράπησαν εις πλατωνικά ή νεοπλατωνικά στάδια τελειώσεως. Εις την  Εκκλησίαν ο πιστός ως κατηχούμενος διέβαινε πρώτον το στάδιον της καθάρσεως καθ’ ό εδιδάσκετο να διακρίνη μεταξύ των ενεργειών του Θεού και των  κτισμάτων και δη του διαβόλου και να συνεργάζεται ούτω με τον Θεόν δια την κατατρόπωσιν της ατελείας και επίτευξιν της τελειότητος βάσει της Παλαιάς
Διαθήκης και των ευαγγελίων του Μάρκου, Λουκά και Ματθαίου κυρίως. Εν συνεχεία εβαπτίζετο γενόμενος νεοφώτιστος και εδιδάσκετο από το Πάσχα   μέχρι της Πεντηκοστής τα μυστήρια της βασιλείας του Χρίστου βάσει του ευαγγελίου του Ιωάννου, και εστερεοποιείτο εις το στάδιον του φωτισμού και  ηδύνατο να προχωρήση υπό την καθοδήγησιν δεδοκιμασμένου γέροντος εις το στάδιον της θεώσεως ή ενώσεως ή θέας ή θεωρίας, δηλαδή εις τα ανώτερα εν  τη ζωή ταύτη στάδια της τελειώσεως καθ’ ά μετέχει ακόμη δια της οράσεως εις την δόξαν και βασιλείαν του Θεού. Από την θέαν αυτήν των προφητών,
αποστόλων και των αγίων γνωρίζομεν ότι ουδεμία ομοιότης υπάρχει μεταξύ 1) της ουσίας του Θεού και των κτισμάτων και 2) των ακτίστων ενεργειών του   Θεού και των κτιστών ενεργειών των κτισμάτων. Όθεν εκ της αποκαλύψεως ταύτης ή εκ της φανερώσεως ταύτης του Θεού εις τους θεουμένους γνωρίζομεν  ότι η ουσία του Θεού είναι παντάπασιν αμέτοχος, άγνωστος, ακατάληπτος και απρόσιτος, ότι η δόξα ή βασιλεία ή χάρις του Θεού είναι άκτιστος και
μεθεκτή υπερλόγως, υπερνοητώς και υπεραισθητώς, και ότι αυταί αι άκτιστοι ενέργειαι του Θεού, αν και μεθεκταί δεν ομοιάζουν με τίποτε το κτιστόν και  επομένως είναι αδύνατον τα κτίσματα να είναι εικόνες των εν τω Θεώ ενεργειών ή αρχετύπων ή θελημάτων ως συμβαίνει εις τους Πλατωνικούς.
Θεωρούντες την άκτιστον δόξαν και βασιλείαν του Θεού οι θεούμενοι προφήται, απόστολοι και άγιοι δεν βλέπουν τα ανύπαρκτα αμετάβλητα είδη του   Πλάτωνος και δια τούτο η Ορθόδοξος Εκκλησία εξ αρχής κατεδίκασεν ως ανυπάρκτους τάς ιδέας του Πλάτωνος.
Ο Αυγουστίνος όμως και μέσω αυτού οι Φράγκοι εδέχθησαν τας ιδέας του Πλάτωνος ως ταυτιζομένας με την θείαν ουσίαν αν και διακρινομένας νοητώς  και ούτω προσήρμοσαν τα στάδια της τελειώσεως εις την Θεολογίαν και πνευματικότητα κυρίως των Νεοπλατωνικών. Ούτω ο φωτισμός κατήντησε να  είναι η λογική κατανόησις των εν τη θεία ουσία ειδών και η θέωσις εταυτίσθη με την έκστασιν των Πλατωνικών η οποία είναι δι’ ημάς μεταξύ άλλων και
εμπειρία δαιμονική, ή εις την νεωτέραν ορολογίαν παραισθησιακή. Περί των ανωτέρω ίδε μελέτας μου Notes On The Palamite Controversy, GOTR, VI, 2  (1960 – 61), σελ. 186 – 205: IX, 2 (1963 – 64), σελ. 225 – 270 και Ο Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς, Εισαγωγή εις την Θεολογίαν και πνευματικότητα της  Ρωμηοσύνης έναντι της Φραγκοσύνης, Αθήναι 1975: Το Προπατορικόν Αμάρτημα, Αθήναι 1957: Justin Martyr and the Fourth Gospel, GOTR, IV, 2 (1958-59), σελ. 115 – 134: Δογματική και Συμβολική Θεολογία, Θεσσαλονίκη 1973.
168[168] Αυτόθι. Ίδε του Αυγουστίνου De Trinitate, Π, III.
169[169] Εν άκρα αντιθέσει προς τον Αυγουστίνον ο Αμβρόσιος ακολουθεί τους ελληνοφώνους και λατινοφώνους Πατέρας τονίζων ότι ο Χριστός ως   άσαρκος Λόγος είναι εκείνος όστις εις την Παλαιάν Διαθήκην ενεφανίζετο εις τους προφήτας και απεκάλυπτεν εν Εαυτώ τον Θεόν Πατέρα εν αγίω  Πνεύματι. Ίδε π.χ. De Fide, I, 13 (83): V, 1 (25) : De Spiritu Sancto, I, 4 (55) : 14 (164 – 170): II, 2 (20).
170[170] Ίδε Ι. Σ. Ρωμανίδου, Δογματική και Συμβολική Θεολογία, Θεσσαλονίκη 1973, σελ. 240 – 267. Δηλαδή ο Αυγουστίνος συμφωνούσε με τους  Αρειανούς και Ευνομιανούς ότι οι προφήται δεν είδον αυτόν τούτον τον άκτιστον Λόγον αλλά κτίσμα με την διαφοράν ότι ο ίδιος ο Λόγος των Αρειανών  και Ευνομιανών είναι ο οραθείς κτιστός Λόγος, ενώ δια τον Αυγουστίνον ο άκτιστος Λόγος δεν ωράθη, αλλά ωράτο πάντοτε ως γινόμενον και  απογινόμενον κτιστόν σύμβολον της Αγίας Τριάδος. Δηλαδή εξ επόψεως γνωσιολογίας συμφωνούν ο Αυγουστίνος και οι εν λόγω αιρετικοί, διαφωνούν δε
εξ επόψεως δόγματος, δηλαδή εις το θέμα περί κτιστού ή ακτίστου του Λόγου. Εις τούτο ο Αυγουστίνος συμφωνεί με την Ορθόδοξον παράδοσιν αλλά  τυπικώς μόνον.
171[171] Ίδε δια τα κατωτέρω σχετικά Ι. Σ. Ρωμανίδου, Το Προπατορικόν Αμάρτημα , Αθήναι 1957.
172[172] Δια την ωραιοτέραν ίσως σύνοψιν της ορθοδόξου επί του θέματος διδασκαλίας ίδε Γρηγορίου Παλαμά, Υπέρ των Ιερώς Ησυχαζόντων Ι, γ’, 10.Έκδοσις Π. Χρήστου, τόμ. Ι, σελ. 419 – 420.
173[173] Ι. Σ. Ρωμανίδου, Το Προπατορικόν Αμάρτημα, Αθήναι 1957, σελ. 104.
174[174] Αυτόθι.

175[175] Ι. Σ. Ρωμανίδου, Το Προπατορικόν Αμάρτημα, Αθήναι 1957, σελ. 51 υποσημ. 6. Πρβλ. Γρηγορίου Θεολόγου, Λόγος Θεολογικός Α’, ι’, PG 36,24.
176[176] Ως νομίζω αποδεικνύεται σαφώς εν τω έργω μου, Δογματική και Συμβολική Θεολογία, Θεσσαλονίκη 1973.
177[177] Αυτόθι, ,σελ. 200 – 212: J. S. Rοmanides, Justin Martyr and the Fourth Gospel, GOTR, IV, 2 (1958 – 59), σελ. 115 – 134 : Notes on the Palamite  Controversy, GOTR, IX, 2, σελ. 262 εξ.

About sooteris kyritsis

Job title: (f)PHELLOW OF SOPHIA Profession: RESEARCHER Company: ANTHROOPISMOS Favorite quote: "ITS TIME FOR KOSMOPOLITANS(=HELLINES) TO FLY IN SPACE." Interested in: Activity Partners, Friends Fashion: Classic Humor: Friendly Places lived: EN THE HIGHLANDS OF KOSMOS THROUGH THE DARKNESS OF AMENTHE
This entry was posted in Books and tagged , , , , , , , , , . Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Please log in using one of these methods to post your comment:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s