PERI TOON HELLEENOON PISTOON TOU THEOU-MOUSOULMANOON (GRAIKOON,ROUM,YUNAN,THRAIKOON C’ETERA) (II)


(ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΑΠΟ 14/10/13)

Οι Βεδουΐνοι της φυλής Γκεμπελία

Α)Χερσόνησος του Σινά.

Το τοπίο ολόγυρα γυμνό. Έχουν δίκιο αυτοί που το χαρακτήρισαν από τα πιο αφιλόξενα του πλανήτη. Ίσως γι αυτό είναι ένα από τα πιο γοητευτικά. Ως φυσική προέκταση της ερήμου της Σαχάρας, συνδέει την Αίγυπτο με την Παλαιστίνη, χωρίζει στα δύο την Ερυθρά Θάλασσα και αποτελεί το φυσικό όριο ανάμεσα σε δύο ηπείρους: την Αφρική και την Ασία.

Όπως αναφέρει ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας Ευτύχιος (9ος αι.) όταν ο Ιουστινιανός έκτισε το Μοναστήρι τη Αγίας Αικατερίνης εγκατέστησε κοντά σε αυτό περίπου διακόσιες οικογένειες σκλάβων από τον Πόντο και την Αλεξάνδρεια για να υπερασπίζονται και να υπηρετούν τους μοναχούς. Οι σημερινοί υπηρέτες της Μονής είναι απόγονοι αυτών των οικογενειών και αποτελούν μια από τις Αραβικές φυλές των Βεδουίνων, την φυλή Γκεμπελία.

Μετά από ένα κουραστικό εξάωρο ταξίδι που ξεκίνησε από το Πορτ Σάϊντ, έφθασα στο Σινά. Την πρώτη κιόλας μέρα γνώρισα βεδουίνους που μιλούσαν ελληνικά. Ξαφνιάστηκα που άκουγα να μιλούν σχεδόν άψογα τη γλώσσα μου, μέσα στην έρημο. Πλησίασα τον πιο νέο από αυτούς, ένα ψηλό, 18χρονο, μελαχρινό αγόρι και προσπάθησα ν’ ανοίξω κουβέντα μαζί του.

– Μπράβο, μιλάς πολύ ωραία ελληνικά! Πως τα έμαθες;

Χαμογέλασε με νόημα και τα τεράστια εκφραστικά του μάτια έλαμψαν. Μου προτείνει:

-Θέλεις να πάρεις μία πέτρα; Είναι από γρανίτη. Κάνει δύο ευρώ η μία.

Ήξερα και από το ταξίδι μου στην Τυνησία ότι οι βεδουίνοι πουλούν πέτρες. Αυτές όμως ήταν διαφορετικές. Μικρότερες σε μέγεθος, λευκές, γκρίζες, κιτρινωπές κι όλες είχαν ζωγραφισμένο ένα πρασινωπό θάμνο.

– Εσύ τις ζωγραφίζεις, είναι πραγματικά υπέροχες.

– Δεν τις κάνω εγώ. Υπάρχουν χιλιάδες όμοιες στο βουνό. Τις μαζεύω και τις σπάζω σε δυο- τρία κομμάτια. Όλες σαν από θαύμα έχουν μέσα τους ζωγραφισμένη τη βάτο και τις πουλώ στους τουρίστες για να εξασφαλίσω τα απαραίτητα.

Αργότερα με πλησίασαν κι άλλοι πολλοί για να με πουλήσουν όμοιες κι έμαθα ότι ο θάμνος που είναι αποτυπωμένος στις πέτρες συμβολίζει την «καιόμενη βάτο» του Μωϋσή. Αγόρασα δύο από το φίλο μου Σαλέμ και η συζήτηση συνεχίστηκε…

– Δεν μου είπες, πως έμαθες τα ωραία ελληνικά.

– Εδώ, με τους μοναχούς. Είμαι πολλά χρόνια κοντά τους και τους βοηθώ. Ερχόμουν στο μοναστήρι με τον παππού μου από μικρός. Ήταν Ρωμιός ο παππούς. Κι εγώ Ρωμιός είμαι. Ρωμιός, «Γκεμπελία».

Έπεσα από τα σύννεφα! Βεδουίνοι ελληνικής καταγωγής ζουν στην έρημο του Σινά και υπηρετούν τη Μονή της Αγίας Αικατερίνης. Αργότερα έμαθα από τους μοναχούς ότι οι βεδουίνοι που βρίσκονται στο Σινά είναι απόγονοι των ελληνικής καταγωγής στρατιωτικών οικογενειών που έφθασαν στην εποχή του Ιουστινιανού και αναμίχθηκαν με τις αραβικές φυλές της περιοχής. Εξισλαμίσθηκαν στον 7ο -8ο αιώνα και ονομάστηκαν Γκεμπελία, που σημαίνει ορεινοί, γιατί ζούσαν στα βουνά της περιοχής σε υψόμετρο 1.300 και 1.500 μέτρων.

Ο 18χρονος Σαλέμ, δήλωσε στον συνεργάτη μας : Είμαι Ρωμιός, Γκεμπελία…} ]

Σήμερα όλοι οι Γκεμπελία καμαρώνουν και καυχώνται για την ελληνική καταγωγή τους. Είναι μουσουλμάνοι, αλλά διατηρούν μερικά κατάλοιπα από τη χριστιανική πίστη τους. Έτσι γιορτάζουν τον προφήτη Μωϋσή στην άγια κορυφή του βουνού, τιμούν τον προφήτη Ααρών και την Αγία Αικατερίνη. Όμως ο πιο αγαπητός στην περιοχή είναι ο Άγιος Γεώργιος και εικόνες του έχω δει παντού: σε σκηνές, σε αυτοκίνητα και σε πολλά καταστήματα Αιγυπτίων.

Η φυλή Γκιμπελία είναι από τις έξι αρχαιότερες και έχει κι άλλα ονόματα: Γιεμπιλία, Τζεβελία η Σιουμπάν. Υποδιαιρέσεις της φυλής είναι οι: Ουλάντ Σελίμ (παιδιά του Σελίμ), Ουλάντ Εμπ η Ουχεμπάτ, Ουλάντ Χεμέντι, Ουλάντ Ντζίντι η Γκίντι.

Ένας, άλλος ηλικιωμένος Γκεμπελία, μας αφηγείται:

– Παλιά, που είχαμε μεγάλες ανάγκες, κάθε πρωί οι μοναχοί μας μοίραζαν ψωμί. Ήταν η πιο ευχάριστη στιγμή της ημέρας.

Σήμερα το βιοτικό επίπεδο άλλαξε και τους φροντίζει η αιγυπτιακή κυβέρνηση. Όταν όμως χρειασθεί το Μοναστήρι συνεχίζει να τους βοηθά με διανομή ρούχων, τροφίμων ακόμα και οικοδομικών υλικών.

Η προσφορά εργασίας στο Μοναστήρι ανακουφίζει αρκετά άτομα και τις οικογένειές τους. Συνήθως απασχολούνται σαν υπηρέτες η σαν γαρίφ, δηλαδή φύλακες στα καθίσματα και τους κήπους. Εκτός από το μισθό τους είναι ασφαλισμένοι και έχουν δωρεάν το καθημερινό σιτηρέσιο μαζί με τους μοναχούς και τους προσκυνητές. Οι μοναχοί μοιράζονται τις λύπες και τις χαρές τους και συμμετέχουν σε γάμους, κηδείες και σε άλλες γιορτές των Γκεμπελία, πολλές απ΄ αυτές απομεινάρια παλαιών χριστιανικών εθίμων. Η «ζουβάρα» για παράδειγμα είναι η εκπλήρωση τάματος προς κάποιον άγιο ή τους «αρμπάιν», δηλαδή τους 40 Σιναΐτες μάρτυρες στο ομώνυμο «ουάντι αρμπάιν».

Από τη μικρή επαφή που είχα στο Σινά με τους λίγους Βεδουίνους υπηρέτες της Μονής της Αγίας Αικατερίνης, αλλά και από τις πληροφορίες που συγκέντρωσα θεωρούνται άτομα ευγενικά, εργατικά, εύθυμα, φιλειρηνικά, καλλιεργημένα και παρά τη φτώχειά τους είναι φιλόξενοι, ιδίως στους Έλληνες.

Θεωρούν την Μονή και τον Αρχιεπίσκοπο Σιναίου ως την ανώτατη διοικητική και δικαστική αρχή της φυλής τους και είναι αφοσιωμένοι σε αυτήν. Αναγνωρίζουν ότι παλιά το Μοναστήρι βοήθησε ώστε να λυθούν ειρηνικά και δίκαια οι κατά καιρούς διαφορές που είχαν οι φυλές μεταξύ τους και να αποφευχθούν πόλεμοι και αιματοχυσίες.

Πλησιάζει η ώρα για το δρομολόγιο της επιστροφής. Ατενίζω ολόγυρά μου το γρανιτένιο βουνό και αναπόφευκτα περνούν από το μυαλό μου διάφορες σκέψεις: Από δω πέρασαν οι Ισραηλίτες, οδηγούμενοι από τον Μωϋσή σε αναζήτηση της Γης της Επαγγελίας. Εδώ ήρθαν να ασκητέψουν πριν από χίλια τετρακόσια χρόνια οι πρώτοι χριστιανοί μοναχοί. Στα βραχώδη όρη που έχω ολόγυρά μου δε φυτρώνει τίποτα. Μόνο …πέτρες με την «καιόμενη βάτο». Οι βεδουίνοι με τις καμήλες τους ξέρουν πώς να επιβιώσουν κάτω από τον ανελέητο ήλιο της μέρας και την παγωμένη ατμόσφαιρα της νύχτας. Ευχαριστώ το Θεό που αξιώθηκα να βρεθώ στον ιδανικό τόπο για εσωτερικές αναπολήσεις…

ΠΗΓΗ  http://www.asxetos.gr/  2005

Β)ΡΟΥΜ ΒΕΔΟΥΙΝΟΙ

Από την πρώτη μου επίσκεψη στο Σινά, αυτοί οι παράξενοι (για τους «πολιτισμένους») άνθρωποι με είλκυσαν. Η σχέση μαζί τους αποβαίνει για μένα μυστηριωδώς συναρπαστική. Δεν μπορώ να πω με σιγουριά τι είναι αυτό που με συγκινεί, οπωσδήποτε όμως  σημαντικό ρόλο παίζει η υπερβολική απλότητα της ζωής των.

Επηρρεασμένοι από τις συνθήκες, ζουν σε άλλο πλανήτη και σε άλλη εποχή. Ακακία, ευθυμία, προσήνεια, ολιγάρκεια ζηλευτή, μακαριότητα αδιατάρακτη, αλλά και μια ιδιότυπη φιλοχρηματία, ραχάτι, ασυνέπεια, άσπονδη έχθρα με την χειρωνακτική εργασία και την καθαριότητα, είναι μερικά από τα χαρακτηριστικά τους. Οφείλω πάντως να σημειώσω πως η εικόνα που δίνουν οι συστηματικοί επαίτες γύρω από το μοναστήρι δεν είναι αυθεντική. Πολλοί τους έχουν αντιπαθήσει εξ αιτίας αυτής της μειοψηφίας. Τους αυθεντικούς βεδουΐνους μπορείς να συναντήσεις βαθιά στην έρημο, εκεί που δεν έχει φθάσει ο φθοροποιός τουρισμός, μολονότι πολλά έχουν αλλάξει την τελευταία 50ετία ακόμη κι εκεί. Εννοώ κυρίως την σταδιακή εγκατάλειψη της νομαδικής ζωής και την εγκατάστασή τους σε μικρά χωριά, συνήθως (αλλά άτυπα) πατριαρχικής δομής.

Το παν στην σχέση με τους βεδουΐνους είναι να μπεις στην ψυχολογία τους και να αποδεχθείς την κουλτούρα τους, έστω και αν στα μάτια του συγχρόνου ευρωπαίου φαντάζει ως «μη κουλτούρα». Οπωσδήποτε δεν είναι τόσο απλό. Είχα βρεθεί κάποτε στην ανάγκη να συναλλαγώ επανειλημμένως μαζί τους. Έσπασα και εκνευρίστηκα. Εξέφρασα την αγανάκτησή μου στον γέροντα Πέτρο. Με άκουσε σιωπηλός. Στο τέλος με κοίταξε επίμονα και μου είπε μία μόνον κουβέντα:
– Δεν θα αλλάξουν αυτοί. Εσύ θα αλλάξεις!

Θα επιχειρήσω μια υποκειμενική προσέγγιση στον άγνωστο αυτόν κόσμο όπως τον έχω ζήσει ως τώρα, χωρίς φυσικά να φιλοδοξώ για επιστημονική ανθρωπολογική μελέτη.

Καραβάνι στην έρημο

Η πρώτη μου εμπειρία

«Το απόγευμα θα επισκεφθώ ένα βεδουΐνικο χωριό. Θέλεις να έλθεις;» ήταν θυμάμαι πριν μερικά χρόνια η πρόταση του π. Μωυσή που έγινε η αφορμή του μακροχρόνιου συνδέσμου μου με τους βεδουΐνους. Είχε ήδη σκοτεινιάσει και δεν καταλάβαινα πού βρισκόμαστε, όταν ο Αχσέν –ο οδηγός μας– έκοψε ταχύτητα και φάνηκαν στα δεξιά μας μερικά φωτισμένα παράθυρα. Άρχισα να συνειδητοποιώ τι σημαίνει βεδουΐνικο χωριό. Μικρά και χαμηλά πετρόκτιστα σπιτάκια, καμιά δεκαριά ή δεκαπενταριά συνολικά, με λίγα και απέριττα δωμάτια.

Το βεδουΐνικο χωριό του Αρμπαΐν

Μπήκαμε σε ένα σπίτι. Ο Μωχάνα, ο νοικοκύρης, είχε μεγάλη οικειότητα με τον π. Μωυσή. Από μια ανοικτή πόρτα διέκρινα μια βεδουΐνα να δουλεύει σε κάποιον υποτυπώδη αργαλειό.Στο δωμάτιο που καταλήξαμε κρέμονταν παντού διάφορα εργόχειρα: ταγάρια υφαντά, κιλίμια, πορτοφολάκια, τσαντάκια, βραχιόλια. Καμιά δεκαριά παιδιά κάθε ηλικίας μαζεύτηκαν γύρω μας. Ο Μούσα, ο Σαΐντ, ο Φάραγκ, η Σάλχα, ο Ιμπραήμ, άρχισε ο Μωχάνα να μου συστήνει την οικογένειά του. «Όλα από μία γυναίκα» παρατηρεί με σπαστά ελληνικά ο Αχσέν. Ο Μωχάνα έπιασε να μιλά με τον π. Μωυσή. Φαινόταν να κάνει υπολογισμούς. Μετρούσε και ξαναμετρούσε. Ο π. Μωυσής σηκώθηκε να του δείξει κάτι στα κρεμασμένα αντικείμενα. Στο τέλος τού μέτρησε κάμποσες αιγυπτιακές λίρες. Ήλθε κάποτε η ώρα να φύγουμε. Καθώς βγαίναμε το μάτι μου παρατηρούσε τριγύρω: οικοδόμηση προχειρότατη, επίπλωση σχεδόν μηδαμινή, για διακόσμηση ούτε λόγος, τα βιβλία ανύπαρκτα, νά και η τηλεόραση. Ο Αχσέν κουβαλούσε ένα τσουβάλι γεμάτο ταγάρια.

Το αυτοκίνητο ξεκίνησε και ο π. Μωυσής ευδόκησε να μου λύσει τις συσσωρευμένες απορίες. Μου απεκάλυψε μια σπουδαία δραστηριότητά του, που έφερε επανάσταση στην τοπική κοινωνία. Έπεισε τους βεδουΐνους να καλλιεργήσουν εκ νέου την παραμελημένη τέχνη της υφαντικής που κατείχαν εκ παραδόσεως, δίνοντάς τους ένα πρωτοποριακό κίνητρο: αγοράζει τοις μετρητοίς όλη τους την παραγωγή, και ύστερα εκείνος προσπαθεί να την προωθήσει στους τουρίστες. Ταυτόχρονα τους προμηθεύει τις πρώτες ύλες από το Κάιρο, ενώ τους καθοδηγεί σχολαστικά ως προς την ποιότητα και το τελικό φινίρισμα των προϊόντων.
– Τις πρώτες τους κατασκευές ντρεπόμουν να τις δώσω και δωρεάν. Μετά όμως από 5 κοπιαστικά για μένα χρόνια έχουν φθάσει να παράγουν πραγματικά έργα τέχνης, τόνισε με καμάρι ο π. Μωυσής. Χάρις σε αυτήν την προσπάθεια, σήμερα έχουν δουλειά 400 οικογένειες.

Σύντομη ιστορική αναδρομή

Κάπου 7 φυλές βεδουΐνων ζουν σε όλη την χερσόνησο, χωρισμένες άτυπα και όχι πολύ αυστηρά ανά περιοχές. Σε ακτίνα 20-30 χλμ χονδρικά γύρω από το μοναστήρι, απλώνεται η φυλή Γκεμπελία (=ορεινή, ορεσίβια), με την πολύ ιδιαίτερη ιστορία της.

Όταν ο Ιουστινιανός αποφάσισε να κτίσει το θρυλικό μοναστήρι του Σινά, έστειλε εκεί 200 οικογένειες από τον Πόντο και την Αλεξάνδρεια, με προοπτική όχι μόνο να βοηθήσουν στην οικοδόμηση, αλλά και να παραμείνουν εσαεί ως φύλακες και υπηρέτες της Μονής. Σχετικά σύντομα (ίσως μετά από 1 αιώνα) και εξ αιτίας επιδρομής Αράβων ή άλλων βαρβάρων ο πληθυσμός αυτός εξισλαμίστηκε. Απόγονοί των είναι οι σημερινοί Βεδουΐνοι της Γκεμπελία, που έκτοτε αποχώρησαν από τις αρχικές των κατοικίες πλησίον της Μονής (ερείπια των οποίων βρέθηκαν σε πρόσφατη ανασκαφή νοτιοδυτικώς της Μονής σε πολύ κοντινή απόσταση).

Όλοι οι βεδουΐνοι γνωρίζουν την χριστιανική καταγωγή της Γκεμπελία, η οποία από την μια καυχάται προς τους μοναχούς και τους ξένους για το παρελθόν της, από την άλλη δε, αναγκάζεται να απολογείται ενοχλημένη στις περιφρονητικές κατηγόριες των άλλων φυλών: «Εντάξει, ήμασταν κάποτε χριστιανοί, εδώ και αιώνες όμως είμαστε μουσουλμάνοι»!

Οι δεσμοί της Μονής με τους Βεδουΐνους της Γκεμπελία δεν διερράγησαν ποτέ, παρά τις κρίσεις που πέρασαν. Οι μοναχοί ανέκαθεν έκαναν ό,τι μπορούσαν για να ενισχύσουν τους παντελώς απόρους κατοίκους της αδυσώπητης ερήμου. Ακόμη και σήμερα που, λόγω του τουρισμού, εξοικονομούν ως επί το πλείστον τα προς το ζειν, οι Σιναΐτες δεν παύουν να έχουν την έννοια τους και να βοηθούν όπου υπάρχει ανάγκη, ιδίως δε όταν απαιτείται δαπανηρή ιατροφαρμακευτική περίθαλψη.

Επίσκεψη σε καταυλισμό σκηνιτών

Πηγαίνοντας κάποτε με το αυτοκίνητο της Μονής προς την σκήτη του Αρσελάου, εντοπίσαμε ένα καταυλισμό. Ο π. Εμμανουήλ που μας συνόδευε έδωσε αμέσως εντολή στον Μωχάμετ να σταματήσει. Πρώτη φορά συναντούσε σκηνίτες στην συγκεκριμένη περιοχή. Ο γερο-Άχμετ μας υποδέχθηκε με την συνήθη συγκρατημένη χαρά και μας χαιρέτησε όλους εγκάρδια. Μια επίσκεψη ξένων είναι πάντα ένα εξαιρετικό γεγονός. Παρατηρήσαμε για μια ακόμη φορά πώς χαιρετιούνται δυο βεδουΐνοι που βλέπονται μετά από καιρό. Χειραψία χωρίς κίνηση των χεριών και επί ένα λεπτό (τουλάχιστον) ή και δύο, αλλεπάλληλες εκατέρωθεν ερωτήσεις και προσφωνήσεις του τύπου: σαλάμ αλέκουμ, τι κάνεις, πώς είσαι, τι νέα. Σταθερή και η απάντηση σχεδόν σε όλες: Ελ χάμντου λιλλάχ (δόξα τω Θεώ)!

Με νωχελικές αλλά όχι βαριεστημένες κινήσεις οι νεώτεροι, που ήδη είχαν συρρεύσει, έστρωσαν στο χώμα κιλίμια σχηματίζοντας ένα τετράγωνο. Καθίσαμε οκλαδόν. Δεν θα ξεχάσω ποτέ τα γουρλωμένα μάτια του 8χρονου Σελίμ, που μας κοιτούσε κυριολεκτικά σαν εξωγήινους. Το τσάι, απαραίτητο και μοναδικό κέρασμα, δεν άργησε να έλθει. «Ό,τι είναι βρασμένο αποστειρώθηκε και πίνεται», συνιστά ο π. Εμμανουήλ σε κανα-δυό από την παρέα μας, που δεν φάνηκαν και τόσο ενθουσιασμένοι από το επίπεδο καθαριότητος. Μια νεαρή βεδουΐνα πλησίαζε από μακρυά οδηγώντας λίγα αγριοκάτσικα.Μόλις μας είδε έσιαξε βιαστικά το μαντήλι που κάλυπτε το πρόσωπό της. Το ολιγομελές κοκκαλιάρικο κοπάδι ήταν και η αιτία του καταυλισμού. «Εκεί πέρα έχει πηγάδι με αρκετό νερό», μας εξήγησε ο γερο-Άχμετ.

Οι συνθήκες διαμονής των είναι ασύλλυπτες για τον σημερινό Έλληνα. Διαδοχικά παλούκια που σχημάτιζαν ένα οκτάπλευρο και κρεμασμένες με οποιοδήποτε τρόπο κουρελούδες, αποτελούσαν την σκηνή τους. Στο κέντρο ένας χονδρότερος και υψηλότερος στύλος δημιουργούσε την αίσθηση στέγης. Μια κατάμαυρη εξωτερικά και απροσδιορίστου χρώματος εσωτερικά κατσαρόλα και ένα παρόμοιο γκιούμι για τσάι, πρέπει να ήταν το όλο νοικοκυριό τους. Ακόμα και ο έμπειρος π. Εμμανουήλ εντυπωσιάστηκε.
– Άχμετ, τι θέλεις να σου φέρω την επόμενη φορά, πές μου τι χρειάζεστε.
Ο Άχμετ έμεινε σκεπτικός. Σε λίγο σήκωσε το κεφάλι με αφοπλιστική απλότητα:
– Τίποτα, δεν μας λείπει τίποτα!!!

Γεύμα βεδουΐνων (φωτό αρχείου)

Περιπέτεια

Την μεθεπομένη, ο π. Εμμανουήλ έχοντας γεμίσει το τζιπ του Μωχάμετ με τρόφιμα, με τίμησε προσκαλώντας με να τον συνοδεύσω. Προορισμός μας ο καταυλισμός. Ο Μωχάμετ, ως συνήθως, έφθασε καθυστερημένος.
– Σε περιμένουμε 20’, τον παρατήρησε ο π. Εμμανουήλ.
– Δεν πειράζει αμπούνα (=πάτερ)! τον παρηγόρησε με εκνευριστική απάθεια εκείνος.
Καμία αίσθηση του χρόνου και της έννοιας της συνέπειας. Πήγα να πω κάτι για την κακή συντήρηση του αυτοκινήτου σε συνδυασμό με τις ιδιαίτερες απαιτήσεις των «δρόμων» της ερήμου, αλλά με πρόλαβε ο Μωχάμετ: «Nissan!» έκανε με καμάρι. Ντράπηκα να μιλήσω. «Οι βεδουΐνοι είναι προσαρμοσμένοι στην έρημο», καθησύχασα τον λογισμό μου.

Δυστυχώς η ανησυχία μου δεν ήταν αβάσιμη. Ένας παράξενος θόρυβος ακούστηκε και ο Μωχάμετ σταμάτησε. «Λάστιχο!» Παρατηρώ το σκασμένο λάστιχο. Ήταν κυριολεκτικώς τελείως λείο από την φθορά. Η αλλαγή απέβη μια ακόμα δοκιμασία: ο γρύλος μισοχαλασμένος, ο σταυρός μισοσπασμένος, τα μπουλόνια κακοποιημένα. Ανακτώντας την ψυχραιμία μου, κάθησα παράμερα και σκέφθηκα έξυπνα: ας τον απολαύσω! Για μια ακόμα φορά κάκισα τον εαυτό μου γιά το ελάττωμά μου να μην παίρνω φωτογραφική μηχανή (δεν γίνεται βέβαια άνευ λόγου – η φωτογραφική σε απορροφά και σου στερεί την μέθεξη της κάθε στιγμής και της κάθε εμπειρίας). Με τα πολλά ο Μωχάμετ σηκώθηκε καμαρωτός. «Έτοιμοι»!  Πλησιάζω με προσποιητό βλοσυρό βλέμμα. Νέο σοκ. Η προσποιητή μου αυστηρότητα μετετράπη σε πραγματική δυσφορία. Το νέο λάστιχο ευρισκόταν όχι απλώς στα ίδια επίπεδα φθοράς, αλλά είχε επιπλέον και ένα σκίσιμο που διακρινόταν καθαρά η σαμπρέλα! Μα πού ξεκινάς βρε άνθρωπε έτσι; Το δείχνω στον π. Εμμανουήλ. Ο δρόμος γεμάτος άγριες πέτρες.
– Δεν θα μπορέσουμε να πάμε πάνω από χιλιόμετρο, του τονίζω.
– Ας κάνουμε μια προσευχή να φθάσουμε τουλάχιστον μέχρι τον καταυλισμό για να αφήσουμε τα πράγματα, μου απαντά ήρεμα. Είμαστε πολύ κοντά.

Σε λιγότερο από 5’ όντως αντικρύσαμε τις σκηνές. Πανηγύρι για τους βεδουΐνους. Σε άμεση κατανάλωση μπήκαν τα γιαούρτια. Τα παιδιά άρπαξαν από ένα και το άνοιξαν όπως-όπως. Αφελώς περίμενα να τους μοιράσουν κουταλάκια. Το γιαούρτι τρώγεται βουτώντας το δάκτυλο και γλείφοντάς το! Ξαφνικά ακούω ξεφωνητά. Ανάμεσα στις προμήθειες τα παιδιά εντόπισαν ένα τόπι.

Στον δρόμο για την επιστροφή, δεν πρέπει να διανύσαμε πάνω από 100μ και το λάστιχο έσκασε.
– Δυστυχώς αμπούνα δεν μπορούμε να συνεχίσουμε, έκανε ο Μωχάμετ, με φανερά έντονη προσπάθεια νά δείξει λυπημένος.
Οργάνωσα γρήγορα τις σκέψεις μου για να μην ταραχθώ. «Απόλαυσε την περιπέτεια», είπα σθεναρά στον εαυτό μου.
– Πρέπει να περπατήσουμε μέχρις εκείνο το διάσελο, απεφάνθη ο π. Εμμανουήλ και μου έδειξε στο βάθος του ορίζοντα. Εκεί έχει σήμα και θα τηλεφωνήσουμε στο μοναστήρι. Δεν είναι περισσότερο από 3-4 ώρες.
Γυρνά στον Μωχάμετ:
– Τι θα γίνει με το αυτοκίνητο;
Αποσβολωμένοι τον ακούσαμε να απαντά σαν να μη συνέβαινε τίποτε:
– Θα κοιμηθώ απόψε στον Άχμετ. Αύριο έχει ο Θεός!

Επίσκεψη σε βεδουΐνους (φωτό αρχείου)

Στην μέση του πουθενά

«Έχω ακούσει για ένα πολύ απομακρυσμένο φτωχό χωριό. Θέλεις να το επισκεφθούμε;» με ρωτά μια μέρα ο π. Φιλόθεος. Φυσικά δεν χρειαζόμουν ιδιαίτερη πίεση. Την επομένη κιόλας φορτώσαμε το αυτοκίνητο με τρόφιμα και αγγαρέψαμε τον βαθύ γνώστη της ερήμου Σουλεϊμάν να μας συνοδεύσει.
– Ορίστε! μου πρότεινε το κλειδί του αυτοκινήτου ο π. Φιλόθεος. Οι αστυνομικοί και οι φαντάροι γνωρίζουν το αμάξι της Μονής και δεν χρειάζεται να έχεις αιγυπτιακό δίπλωμα οδήγησης.
Δεν είναι του παρόντος να περιγράψω την εμπειρία της off-road οδηγήσεως. Το διπλοκάμπινο toyota της Μονής με τα χονδρά λάστιχα και το προηγμένο σύστημα 4×4 είναι εγγύηση για τέτοιου είδους εξορμήσεις. Μπήκαμε σε δρόμους σχηματισμένους από το πέρασμα μόνο των αυτοκινήτων, σκαρφαλώσαμε πάνω σε πλατείς βράχους, περάσαμε ξυστά ανάμεσα σε στενά ανοίγματα σαν συμπληγάδες. Ένα αγροτικό φάνηκε από απέναντι. Σε λίγο σταματά, δυο βεδουΐνοι κατεβαίνουν, ανοίγουν την μηχανή. Πλησιάζουμε και κατεβαίνουμε να βοηθήσουμε. Χαιρετιόμαστε. Μιλούν με τον Σουλεϊμάν σε βαρειά βεδουΐνικη διάλεκτο. Κλείνουν το καπό, επιβιβάζονται και ξεκινούν.
– Τι είχαν πάθει; ρωτώ τον Σουλεϊμάν.
Εκείνος χαμογελά πονηρά.
– Τίποτα! Ήθελαν να δουν ποιοι είμαστε και πού πάμε. Ανάκριση μου έκαναν. Εδώ δεν πατά ψυχή και γι’ αυτό από μακρυά τους φανήκαμε ύποπτοι.

Νεαρός βεδουΐνος (φωτό αρχείου)

Κάποιες παράξενες λαμαρίνες πρόβαλλαν σε μια στροφή.
– Φθάσαμε, ανακοινώνει ο Σουλεϊμάν.
Είχαμε ταξιδέψει πάνω από 2 ώρες. Προσπαθώ να εντοπίσω το χωριό.
– Σταμάτησε εδώ, μου υποδεικνύει. Αν μπούμε πιο μέσα θα τρομοκρατηθούν τα γυναικόπαιδα.
Κορνάρω. Μετά από κανένα 5λεπτο ξεπροβάλλει μια βεδουΐνα. Ο Σουλεϊμάν κίνησε προς το μέρος της. Η συζήτησή τους σύντομη. Μας κάνει νόημα να πλησιάσουμε.
– Τι είναι εδώ Σουλεϊμάν;
– Μα, το χωριό!
Απίστευτο! Σπίτια από λαμαρίνες. Ταλαιπωρημένες κουρελούδες παρίσταναν ξεδιάντροπα τις πόρτες. Για παράθυρα ούτε σκέψη. Δώσαμε τα τρόφιμα στην γριά Σαμπρίν. Θα τα διεμοίραζε εκείνη. Οι άνδρες έλειπαν για δουλειά. Ήπιαμε το καθιερωμένο τσάι. Από τα 5-6 συνολικά «σπιτάκια» εμφανίστηκαν νεαρές βεδουΐνες, καλυμμένες σαν κρεμμύδια. Μόνο τα μάτια ελεύθερα. Βιαστικά, σαν κυνηγημένες, άφησαν μπροστά στην Σαμπρίν από ένα τσουβάλι και εξαφανίστηκαν. Εκείνη τα άδειασε χωρίς να πει λέξη. Ο Σουλεϊμάν μου έριξε ένα βλέμμα με νόημα. Η Σαμπρίν προσδοκούσε να αγοράσουμε κάτι από τα εργόχειρά τους. Δυστυχώς δεν άξιζε τίποτα, ο π. Μωυσής δεν είχε φθάσει ως εδώ. Έπρεπε όμως να πάρουμε κάτι και μάλιστα από όλα τα τσουβάλια. Η Σαμπρίν θα έδιδε στην καθεμιά το αντίτιμο των δικών της προϊόντων.

Πρόχειρο βεδουΐνικο χωριό (φωτό αρχείου)

Στο σαλόνι της Φαρχάνας

Η 12ωρη ανάβαση και περιπλάνηση στο όρος Χωρήβ μάς είχε εξαντλήσει. Η «απληστία» της παρέας μου δεν εννοούσε να αφήσουμε ούτε ένα ασκηταριό ανεξερεύνητο. Η σύντομη χειμωνιάτικη μέρα έφυγε βιαστική και η νύκτα μας τύλιξε άσπλαγχνα προτού καν αρχίσουμε την κατάβαση. Η παρά μία ημέρα πανσέληνος δεν μας βοηθούσε, καθώς τα θεόρατα βράχια εκατέρωθεν του μονοπατιού την έκρυβαν σαδιστικά. Το πρωί τους είχα πει: «πάρτε και φακό»! Ὀσοι με περιγέλασαν, τώρα μου ζητούσαν συγγνώμη, θαυμάζοντας την προνοητικότητά μου. Βεβαίως δεν επρόκειτο για ιδιαίτερη προνοητικότητα. Απλώς κάποτε την είχα πατήσει κι εγώ.

Ως αρχηγός της ομάδος και σχετικά πιο έμπειρος, πρότεινα την κατάβαση από το πίσω μέρος του όρους, που θα μας έβγαζε στον μοναστηριακό ελαιώνα των αγίων Σαράντα. Η πρότασή μου είχε σκοπιμότητα. Μετά από μιας περίπου ώρας δύσκολης πορείας σε κακοτράχαλη πλαγιά, πέσαμε στο βεδουΐνικο χωριό του Αρμπαΐν. Προσποιήθηκα τον εξαντλημένο.
– Παιδιά έχω ανάγκη να καθίσω και να πιω ένα τσάι. Αν δεν σας πειράζει να χτυπήσουμε σε κάποιον βεδουΐνο.
Η έλλειψη ηλεκτρικού ρεύματος είχε ως αποτέλεσμα την νεκρική ησυχία και το απόλυτο σκότος. Το υπολογίσιμο κρύο του Δεκέμβρη και μάλιστα σε υψόμετρο 1800μ. δεν άφηνε περιθώριο για εξωτερικές δραστηριότητες. Ξεκίνησα συζήτηση περί ανέμων και υδάτων, μήπως και μας ακούσει κανένας. Τίποτα. Προσπαθώ να θυμηθώ ποιο είναι το σπίτι της χήρας Φαρχάνας, γνωστής μου από παλαιότερα. Πλησιάζω και επιτέλους ακούω ομιλίες.
– Σαλάμ αλέκουμ! φωνάζω.
Ο 25χρονος γιος της Αχσέν ανοίγει απορημένος. Ω, τι χαρά! Αγκαλιαστήκαμε.
– Κατεβαίναμε από το βουνό και μας έπιασε η νύχτα, του εξηγώ με τα λίγα αραβικά μου, προσπαθώντας να προκαλέσω τον οίκτο του.
Η πολυπόθητη πρόταση ήλθε χωρίς καμιά χρονοτριβή.
– Περάστε να πιείτε τσάι!

Οι φίλοι μου είχαν σαστίσει. Σαλόνι με χώμα στο πάτωμα πρώτη φορά έβλεπαν. Καθίσαμε χαμαί στις κουρελούδες. Στο αμυδρό φως της γκαζόλαμπας περιστρέφαμε αχόρταγα τα βλέμματά μας. Η σκηνή ήταν βγαλμένη από παραμύθι. Το μαγκάλι στο μέσον σκορπούσε την παρηγοριά του. Οι τοίχοι ολόγυρα μαυρισμένοι από την κάπνα τόσων ετών. Ένα γατάκι ακριβώς δίπλα του χουρχούριζε τρισευτυχισμένο. Η 4χρονη εγγονή της Φαρχάνας Καρίμα με κοιτούσε στα χέρια. Και δεν αστόχησε στην προσδοκία της. Έβγαλα λίγες καραμέλλες και την κάλεσα κοντά μου. Η ευτυχία ζωγραφίστηκε στα εκφραστικά της μάτια. Η Φαρχάνα ετοίμαζε το τσάι. Ζάχαρη με την χούφτα (κυριολεκτικώς και μεταφορικώς). Ο Βαγγέλης που στην αρχή δεν πολυήθελε, μετά ζήτησε και δεύτερο. Ο Κώστας με ρωτούσε αν γίνεται να κοιμηθεί εκεί. Η δική μου χαρά ήταν διπλή διότι συνάντησα εκεί μετά από καιρό και τον Σάλεμ, ένα παιδί που ιδιαιτέρως συμπαθούσα. Μου είχε διηγηθεί για τον χωρισμό των γονέων του και για την μεγάλη του αγάπη προς την μητέρα του. Γνωρίζοντας ότι της έδινε όλο το δίκαιο για την ατυχή έκβαση του γάμου της, του είπα με λύπη:
– Μα πώς το έκανε αυτό ο πατέρας σου; Δεν καταλαβαίνει το σφάλμα του;
– Τι να κάνουμε; μου απαντά αδιάφορα. Δεν φταίει αυτός. Έτσι ήταν γραμμένο!

Τώρα άρχισαν οι απορίες που έπρεπε να μεταφέρω προς τους οικοδεσπότες.
– Τι ώρα θα πέσετε για ύπνο;
– Όποτε νυστάξουμε, ίσως στις 9 ή στις 10.
– Και μέχρι τότε τι κάνετε;
– Μα, δεν βλέπετε; Ζεσταινόμαστε!
– Έχει δουλειά Αχσέν αυτόν τον καιρό; ρωτώ, γνωρίζοντας πως μεταφέρει τουρίστες με την καμήλα.
– Χθες έβγαλα γερό μεροκάματο, 20 ευρώ. Μου φθάνει για μια εβδομάδα. Θα ξανακοιτάξω για δουλειά από Τρίτη-Τετάρτη!
– Πόσο πληθυσμό έχει η Γκεμπελία;
– Γύρω στις 3.000.
– Μόνο; ρώτησα απορημένος, έχοντας παλαιότερα ακούσει άλλο νούμερο.
– Ναι, μόνον. Και ύστερα από λίγο: Ε, μαζί με τα γυναικόπαιδα φθάνει στις 10.000!

Στο “σαλόνι” της Φαρχάνας

Η ώρα περνούσε και κινδυνεύαμε να μείνουμε έξω από το μοναστήρι. Η παρέα μου δεν έβρισκε λόγια να με ευγνωμονήσει. Στην ψηφοφορία που παίζοντας διενεργήσαμε για το καλύτερο μέρος που επισκεφθήκαμε εκείνη την ημέρα, το «σαλόνι» της Φαρχάνας πήρε άνετα την πρώτη θέση.

(*  τα ονόματα των μοναχών είναι πλασματικά)

ΠΗΓΗ  http://antirisis.wordpress.com  /2011

About sooteris kyritsis

Job title: (f)PHELLOW OF SOPHIA Profession: RESEARCHER Company: ANTHROOPISMOS Favorite quote: "ITS TIME FOR KOSMOPOLITANS(=HELLINES) TO FLY IN SPACE." Interested in: Activity Partners, Friends Fashion: Classic Humor: Friendly Places lived: EN THE HIGHLANDS OF KOSMOS THROUGH THE DARKNESS OF AMENTHE
This entry was posted in HISTORIC THEMES and tagged , , , , , , , . Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Please log in using one of these methods to post your comment:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s