παρά Θεού τε διδόμενης και των πολιτών δέξοιτο προσφερόμενην


A)Ο ΚΩΝCTANTINOC ΠΑΛΑΙΟΛΟΓOC ΔΡΑΓΑCHC ,

Γεννήθηκε στις 9 Φεβρουαρίου του 1404. Τέταρτος γιος και όγδοο από τα παιδιά του Μανουήλ Β΄ Παλαιολόγου και της πριγκιποπούλας της Σερβίας, της Ελένης Δραγάση. Ήταν ο μόνος από τα παιδιά του ζεύγους που χρησιμοποιούσε και το επίθετο της μητέρας του (Ντραγκάς-Δράκος) και γι΄ αυτό συχνά χαρακτηριζόταν ή παρομοιαζόταν με δράκοντα στη γραμματεία της εποχής, ενώ ο λαός τού χάρισε με θαυμασμό το παρατσούκλι Δράκων, μετά τις μεγάλες του νίκες σε Αχαΐα και Βοιωτία.

Μεγάλωσε υπό τη Δεσποτεία του αδελφού του Θεόδωρου, που είχε αναλάβει τον Μοριά από το 1407. Η εξαιρετικά καλλιεργημένη αυλή του Δεσποτάτου ήταν το σχολειό του και πρώτος του «δάσκαλος» ο Πλήθωνας Γεμιστός. Από τα πιο κοντινά του σε ηλικία αδέλφια, δέθηκε με τον ασθενικό Θωμά, παρά με τον Δημήτριο, τον κακότροπο, φιλόδοξο κι αδίστακτο, που επιβουλευόταν το Δεσποτάτο, αλλά και τον θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως. Ο Δημήτριος ήταν αυτός που το 1442 συμμάχησε με τους Τούρκους ελπίζοντας να καταλάβει την Πόλη και το θρόνο της. Τότε, ερχόμενος τάχιστα με στρατό, ο Κωνσταντίνος έσωσε το βασιλέα του κι αδελφό του, τον Ιωάννη Ι΄ — εκείνη την περίοδο έχασε και τη δεύτερη σύζυγό του, την Αικατερίνη Γατελούζου. Είχε προηγηθεί ένας σύντομος γάμος (πολιτικού) συμφέροντος. Το Μάρτη του 1428, ο Κωνσταντίνος ήρθε σε γάμο με την πριγκίπισσα Μαγδαλένα της Ηπείρου, ανιψιά του κυβερνήτη της Ηπείρου Μάριο Τόκκο, η οποία πέθανε δύο χρόνια αργότερα. Η προίκα του γι΄ αυτόν το γάμο ήταν όλα τα εδάφη του Τόκκο στην Πελοπόννησο, από όπου και ξεκίνησε τις εκστρατείες του κατά των Φράγκων και των Τούρκων.

Από νεαρή ηλικία επέδειξε στρατιωτικές και διοικητικές ικανότητες. Ξεχώριζε από όλα τα αδέρφια για τον καλό αν και αυστηρό του χαρακτήρα. Νέος ακόμα διοίκησε τις γαίες του κυρ-Μανουήλ στην Ταυρική Χερσόνησο και οι ικανότητές του ήταν τέτοιες που γρήγορα κλήθηκε να αναλάβει, μαζί με τα αδέλφια του, τη διοίκηση του Δεσποτάτου του Μορέως. Όταν ο Αυτοκράτωρ Ιωάννης Ι΄ Παλαιολόγος μετέβη στην Ιταλία για την περίφημη «Σύνοδο της Φεράρας-Φλωρεντίας» και οι αδερφοί του ανέλαβαν τα ηνία στην Πελοπόννησο, εν έτει 1437, εκείνος ανέλαβε τη διοίκηση της Κωνσταντινούπολης. Ο αδερφός του Θεόδωρος ενοχλήθηκε, συνειδητοποιώντας ότι ο Ιωάννης προετοίμαζε για διάδοχό του τον Κωνσταντίνο. Η σχέση τους αποκαταστάθηκε κάπως όταν ο Κωνσταντίνος δέχτηκε να ανταλλάξει τις κτήσεις που είχε στη Θράκη με το Δεσποτάτο του Μυστρά.

Ο Θεόδωρος ήθελε να είναι κοντά στην Κωνσταντινούπολη για να καταλάβει το θρόνο μόλις πέθαινε ο Ιωάννης, αλλά τον πρόλαβε η πανώλη. Πέθανε στη Θράκη, το καλοκαίρι του 1448, τρεις μήνες πριν από τον Αυτοκράτορα. Ο νέος δεσπότης του Μυστρά, Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, τοποθέτησε τον αδελφό του, τον Θωμά, δεσπότη στη Γλαρέντζα για να φυλά τη δυτική ακτή και άρχισε να προετοιμάζει τη μεγάλη του εκστρατεία για την απελευθέρωση Ρούμελης και Θεσσαλίας — το βασίλειό του σύντομα εκτεινόταν ως την Πίνδο. Ο στρατός του Μοριά, υπό τον Κωνσταντίνο, απελευθέρωσε την Πελοπόννησο από τους Φράγκους της Αχαΐας, που είχαν εγκατασταθεί εκεί από την εποχή των Σταυροφοριών. Οι τελευταίες νίκες στην ιστορία του Βυζαντίου ήταν δικές του — ο «Δράκος» μαζί με τον αδελφό του, τον Θωμά, απελευθέρωσαν Ρούμελη και Θεσσαλία. Οι γαίες αυτές επανακτήθηκαν το 1446 από τον Μουράτ Β΄, τον εμπνευστή των ταγμάτων των γενιτσάρων –οι Τούρκοι ήταν εδώ και δεκαετίες στα Βαλκάνια και οι δυνάμεις τους ήταν ισχυρές– αλλά αυτό μάλλον έδινε μεγαλύτερη βαρύτητα στις ρωμέικες νίκες.

Με την επιστροφή του Ιωάννη, το 1440, έφυγε και πάλι για το Μοριά για να επιστρέψει το 1442, βοηθώντας στρατιωτικά τον αδερφό αυτοκράτορα, που ήταν αντιμέτωπος με το στρατό του Δημητρίου Παλαιολόγου, ενισχυμένο από δυνάμεις του σουλτάνου. Το 1443 επέστρεψε στην Πελοπόννησο. Η αναδιοργάνωση της διοίκησης –στρατιωτικής και πολιτικής– και η άμυνα της Πελοποννήσου ήταν από τα πρώτα μελήματά του Δεσπότη. Έχτισε τείχη (Εξαμίλι), ανασυγκρότησε το στρατό, αλλά δεν κατόρθωσε να σταματήσει τις δυνάμεις του Μουράτ Β΄ και το βαρύ του πυροβολικό, που έριξε τα τείχη. Έγινε φόρου υποτελής στον Μουράτ, που είχε σπείρει το θάνατο στην Πελοπόννησο — οι τουρκικές δυνάμεις είχαν κατασφάξει τον άμαχο πληθυσμό, ανοίγοντας το δρόμο τους για την Αχαΐα και δίνοντας τέλος στα όποια όνειρα του Κωνσταντίνου για αντεπίθεση. Ωστόσο, ο αγώνας του κι η προσωπικότητά του τον έκαναν αγαπητό σε όλο το ρωμέικο. Με το θάνατο του άτεκνου Ιωάννη, στις 31 Οκτωβρίου 1448, εκλέχτηκε Αυτοκράτορας Κωνσταντινουπόλεως και στέφθηκε στο Μυστρά, στις 6 Ιανουαρίου του 1449. Η επιλογή του –παρότι ήδη διεκδικούσε το θρόνο ο Δημήτριος, που έφτασε αμέσως στην πόλη– έγινε από την εστεμμένη μητέρα τους. Η Ελένη επέμεινε και κέρδισε το θρόνο για τον Κωνσταντίνο, με την υποστήριξη του λαού της Πόλης και του Θωμά, εκ των αδελφών.

Μπήκε ως Αυτοκράτορας στην πόλη στις 12 Μαρτίου, φτάνοντας από τη θάλασσα, συνοδευόμενος από καταλανικές γαλέρες. Έδωσε στον Θωμά και στον Δημήτριο το Δεσποτάτο του Μορέως — οι όρκοι πίστεως στον νέο Αυτοκράτορα από τους αδελφούς του δεν έγιναν ιδιαίτερα πιστευτοί. Ο Κωνσταντίνος, Αυτοκράτωρ των ελάχιστων εδαφών που έχουν απομείνει από την άλλοτε κραταιά Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, προσπάθησε να συγκροτήσει το στρατό και να αυξήσει τις άμυνές της. Η πολιτική του κρίση τού υπαγόρευσε να μην αλλάξει τα συμφωνηθέντα από τον αδελφό και προκάτοχό του στη Φλωρεντία. Ο Κωνσταντίνος συνέχισε την ενωτική στάση, υποστηριζόμενος μάλιστα από τον ανθενωτικό –και κύριο ιστορικό της ΄Αλωσης– Σφραντζή, ο οποίος επιθυμούσε την «κατ΄ οικονομίαν» ένωση, μια παράκαμψη από τον ορθόδοξο δρόμο που γινόταν για το καλό της Εκκλησίας και δεν σήμαινε ότι, όταν περνούσαν οι δύσκολες μέρες, η Εκκλησία δεν θα μπορούσε να ξαναβρεί τον ορθό δρόμο. Μάλιστα, ο Σφραντζής ήταν εκείνος που πρότεινε, πολιτικά σκεπτόμενος πάντα, στον Αυτοκράτορα, να παντρευτεί και πάλι –μετά το θάνατο του Μουράτ, το 1451– τη χήρα του σουλτάνου, τη χριστιανή πριγκίπισσα Μάρα της Σερβίας, που ασκούσε επιρροή στο νέο σουλτάνο, τον Μεχμέτ Β΄. Η σουλτάνα, ωστόσο, αρνήθηκε την πρόταση. Είχε υποσχεθεί, αν γλίτωνε ποτέ από το χαρέμι, να ζήσει σε παρθενία τα υπόλοιπά της χρόνια. Η επόμενη επίλεκτη νύφη ήταν η κόρη του βασιλιά της Γεωργίας, Γεώργιου, μια ορθόδοξη νύφη που θα ηρεμούσε κάπως τους ανθενωτικούς. Τα προξενεία έφυγαν για τη Γεωργία, αλλά πριν εκείνη ξεκινήσει για την Πόλη, ο Κωνσταντίνος δεν ζούσε πια…

Παρά την ενωτική στάση του Αυτοκράτορα, που γνωρίζοντας το ενδιαφέρον του Μωάμεθ Β΄, για την Κωνσταντινούπολη προσπαθούσε να συγκινήσει τη Δύση και ζητούσε μια ακόμα φορά βοήθεια από τα χριστιανικά κράτη, η βοήθεια δεν θα ερχόταν ποτέ. Παρότι ο νέος σουλτάνος είχε ορκιστεί πάνω στο Κοράνι την ακεραιότητα της Πόλης, δεν είχε γίνει πιστευτός. Θα πατούσε τον όρκο του με την πρώτη αφορμή, όπως κι έγινε, όταν ο Κωνσταντίνος του ζήτησε να καταβάλει κάποιο παλαιότερα συμφωνηθέν ποσό, αναφέροντας στην επιστολή του ότι στην αυλή του φιλοξενούσε έναν διεκδικητή του θρόνου του Μωάμεθ. Ήδη, από την πρώτη χρονιά της βασιλείας του, ο Μωάμεθ άρχισε να λαμβάνει μέτρα ενδεικτικά της επιθετικής του διάθεσης.

Αρχές Απριλίου του 1453, αμέσως μετά το Πάσχα των Ελλήνων, ο σουλτάνος απέκτησε τον τίτλο του πολιορκητή, με έναν στρατό αριθμητικά και τεχνικά πολύ ανώτερο και με υψηλότατο ηθικό, σε αντίθεση με το λαό της «Αυτοκρατορίας» που πίστευε ότι θα τιμωρούνταν για την αίρεση της Ένωσης μετά τη Φεράρα-Φλωρεντία. Ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος βρέθηκε στα τείχη από την πρώτη μέρα της πολιορκίας της, δίπλα στους στρατιώτες του, δίπλα στον Ιουστινιάνη, τον μόνο με τον οποίο μπορούσε να μοιράζεται τις σκέψεις του. Ο θάνατος του Κωνσταντίνου ΙΑ΄ έγινε γνωστός αρκετές ώρες μετά την κατάληψη της Πόλης από τους Οθωμανούς. Η σορός του αναγνωρίστηκε από τα αυτοκρατορικά του πορφυρά πέδιλα — είχε πέσει στις γραμμές του μετώπου, αρνούμενος να διαφύγει, όπως πολλοί συμβουλάτορες τού πρότειναν.

Στις 26 Ιανουαρίου 1453 δύο γαλέρες αποβίβασαν 700 άνδρες στην Κωνσταντινούπολη. Η παρέλασή τους στους δρόμους της πόλης προκάλεσε τον ενθουσιασμό των κατοίκων. Οι σιδηρόφρακτοι στρατιώτες του Ιωάννη Ιουστινιάνη εθεωρούντο άτρωτοι και η άφιξή τους τροφοδότησε ελπίδες για ενίσχυση από τη Δύση. Αλλά ο Ιουστινιάνης ήταν μόνος.

Ο Ciovani Giustiniani Longo αδικήθηκε από την Ιστορία. Ήταν ένας συνεπής πολεμιστής, γενναίος τυχοδιώκτης ενθουσιώδης υπερασπιστής. Ωστόσο, η υποχώρησή του λίγο πριν από την είσοδο των Τούρκων στην Πόλη έδωσε ερείσματα στην ιστορική καταγραφή για να του απευθύνει μομφή ως προς τη γενναιότητα που επέδειξε.

Για τον Ιουστινιάνη δεν γνωρίζουμε πολλά. Αντλούσε την καταγωγή του από μεγάλη εμπορική οικογένεια της Γένοβας, η οποία είχε υπό τον έλεγχό της τη Χίο. Γεννήθηκε το 1400.

Ο Κωνσταντίνος του έδωσε τον τίτλο του πρωτοστράτορα, του υπευθύνου για την άμυνα της πόλης. Αν κατάφερνε να κρατήσει τους Οθωμανούς έξω από την Κωνσταντινούπολη, θα λάμβανε ως αμοιβή το νησί της Λήμνου.

Η παρουσία του δεν ενθουσίασε όλους τους παράγοντες της Πόλης. Ο μέγας λογοθέτης Λουκάς Νοταράς δεν έκρυβε τη δυσφορία του και οι δύο άνδρες έφτασαν πολύ κοντά στην ένοπλη σύγκρουση. Χρειάστηκε η παρέμβαση του αυτοκράτορα για να αποφευχθεί η αιματοχυσία.

Ο Ιουστινιάνης ήταν υπέρμαχος των ρεαλιστικών λύσεων, αλλά και διόλου φειδωλός ως προς το θάρρος και τη μαχητικότητα που επέδειξε. Σε όλη τη διάρκεια της πολιορκίας ήταν στην πρώτη γραμμή των τειχών, ακούραστος μαχητής και εμψυχωτής δυτικών και Βυζαντινών. Ταυτόχρονα προέτρεπε τον αυτοκράτορα να εγκαταλείψει την πόλη για να αναζητήσει βοήθεια από τη Δύση.

Ο πρωτοστράτορας εγκατέλειψε την άμυνα της Πόλης την ύστατη στιγμή, όταν τραυματίστηκε, λίγο πριν το λάβαρο του σουλτάνου στηθεί στα τείχη. Κατά το Φραντζή δεν δέχθηκε τις παρακλήσεις του Κωνσταντίνου «προς τον αδελφό του» για να παραμείνει στη μάχη αν και το τραύμα του δεν ήταν σοβαρό. Αλλες πηγές αναφέρουν πως πληγώθηκε σοβαρά, στο στέρνο, στο πρόσωπο ή στο πόδι. Αποσύρθηκε μαζί με τους άνδρες του και ουσιαστικά επιταχύνθηκε το αναπόφευκτο. Βενετσιάνοι χρονικογράφοι υποστηρίζουν ότι ο Ιουστινιάνης δείλιασε όταν τραυματίστηκε. Πρόκειται για μία εκδοχή που μάλλον αδικεί την αλήθεια και το ανάστημα του σπουδαίου αυτού άνδρα. ΄Ανδρες αντίστοιχου ηθικού αναστήματος δεν κυριεύονται από πανικό. Επί πενήντα ημέρες πολεμούσε στην πρώτη γραμμή. Γνώριζε τον συσχετισμό των δυνάμεων. Αν σκόπευε να διαφύγει, θα το επιχειρούσε νωρίτερα. Ο ίδιος θα μπορούσε να διαπραγματευτεί με τον σουλτάνο και απάντησε αρνητικά σε όλες τις προτάσεις για δωροδοκία. Βέβαια, επρόκειτο για έναν επαγγελματία που όταν διαπίστωσε πως η μάχη είχε κριθεί, ίσως αποφάσισε πως έφτασε η ώρα της αποχώρησης. Ο Κορδάτος επικαλείται πηγές και εκτιμήσεις που δεν αποκλείουν ο Ιουστινιάνης να χτυπήθηκε πισώπλατα, από βυζαντινό βόλι των ανθενωτικών που προτιμούσαν την κυριαρχία του σουλτάνου από την επιρροή της Δύσης. Αν συνέβη αυτό, η αποχώρηση αποτελεί φυσιολογική αντίδραση. Αλλωστε ο Ιουστινιάνης δεν έκρυβε την καχυποψία του για το ρόλο των ανθενωτικών στοιχείων.

Πέθανε λίγο αργότερα, από γάγγραινα. Ετάφη στη Χίο, στο Ναό του Αγίου Δομίνικου.

Σύμφωνα με τον Φραντζή, οι υπερασπιστές της Πόλης ήταν 4.973 Κωνσταντινουπολίτες και 2.000 εθελοντές, από Γένοβα, Βενετία, Ισπανία, Ρώμη και Κρήτη. Υπό τον αυτοκρατορικό θυρεό είχε τεθεί και ο τούρκος πρίγκιπας Ορχάν, εχθρός του Μωάμεθ, που σπούδαζε στην Κωνσταντινούπολη. Αλλά η πολυτιμότερη προσθήκη στις τάξεις των αμυνομένων ήταν οι 700 σιδηρόφρακτοι άνδρες που έφερε μαζί του ο Ιωάννης Ιουστινιάνης, ο κεντρικός υπερασπιστής της Πόλης. Δίπλα του βρέθηκαν και άλλοι δυτικοί, περιπλανώμενοι ιππότες προσωπικών σταυροφοριών. Οι περισσότεροι αδικήθηκαν από την ιστορική καταγραφή, δεν έχουν τη θέση που τους αξίζει στη συλλογική μνήμη, όπως, για παράδειγμα, ο ισπανός ιππότης Φραγκίσκο ντε Τολέντο.

Οι δυτικοί στρατιωτικοί ανέλαβαν σε μεγάλο βαθμό την εκπαίδευση των Κωνσταντινουπολιτών. Προσπάθησαν να τους διδάξουν στρατιωτική πειθαρχία, το χειρισμό του ξίφους, τους στοιχειώδεις κανόνες της άμυνας. Ο Κωνσταντίνος είχε να αντιμετωπίσει και την έλλειψη πόρων, καθώς πολλοί προύχοντες δεν είχαν καμία διάθεση να συνεισφέρουν οικονομικά. Το θέμα ήταν και πολιτικό: όσοι αντιδρούσαν στην ένωση των εκκλησιών έβρισκαν ανώφελη την αντίσταση στον πολιορκητή. Καλύτερα το σαρίκι του σουλτάνου, παρά η τιάρα του Πάπα είχε πει ο μέγας λογοθέτης Λουκάς Νοταράς. Και δεν ήταν μόνος. Η σύγκρουση του Νοταρά με τον Ιουστινιάνη κατά τη διάρκεια της πολιορκίας περιγράφει το κλίμα στις τάξεις των αμυνομένων. Κατά συνέπεια, αρκετοί εκ των δυνατών προτίμησαν να κρύψουν στα υπόγεια τους θησαυρούς παρά να συνεισφέρουν στην άμυνα. Ο Κωνσταντίνος δήμευσε τα χρυσά κειμήλια των εκκλησιών και υποσχέθηκε πως θα τα επιστρέψει εις διπλούν αν λυτρωθεί η πόλη του.

Η Κωνσταντινούπολη είχε πολιορκηθεί είκοσι επτά φορές κατά το παρελθόν, αλλά μόνο μία φορά ο εχθρός κατάφερε να εισέλθει στο εσωτερικό της πόλης. Ήταν το 1204, όταν οι Σταυροφόροι σκαρφάλωσαν στα θαλάσσια τείχη από τα πλοία τους στον Κεράτιο. Ο Κωνσταντίνος έλαβε τα μέτρα του. Έκλεισε τον κόλπο με μία τεράστια αλυσίδα. Ένα τμήμα της αλυσίδας μπορούσε να χαμηλώσει μέσα στη θάλασσα για να επιτρέψει τη διέλευση των χριστιανικών πλοίων. Στην άλλη παραθαλάσσια πλευρά τα τείχη είχαν υψωθεί επάνω σε απόκρημνα εδάφη και απέτρεπαν κάθε επίθεση. Προς βορρά, στο κυρίως πεδίο μάχης, ήταν τα μεγάλα τείχη της πόλης, ένα αριστούργημα, όπως χαρακτηρίστηκε, στρατιωτικής μηχανικής. Τα τείχη υψώθηκαν τον 5ο μ.Χ. αιώνα από τον Θεοδόσιο και η έκταση τους ήταν έξι χιλιόμετρα, από τη Θάλασσα του Μαρμαρά ως τον Κεράτιο Κόλπο. Από τη μεριά της πόλης υψωνόταν ένα πελώριο τείχος με ύψος 12,5 μέτρα και με ένα στηθαίο που διέτρεχε την κορυφή πίσω από βαθιές επάλξεις και πολεμίστρες. Επάνω στο τείχος υπήρχαν ψηλοί πυργίσκοι, τετράγωνοι ή οχτάγωνοι.

Μπροστά από το τείχος υπήρχε μία επίπεδη έκταση που το χώριζε από την εξωτερική οχύρωση. Αν κάποιος εισβολέας κατάφερνε να διαπεράσει το εξωτερικό τείχος, θα παγιδευόταν στη ζώνη θανάτου όπου τον περίμενε βροχή από πέτρες και υγρό πυρ.

Το εξωτερικό τείχος είχε ύψος 7,5 μέτρα και πυργίσκους ανά 50 και 100 μέτρα. Ωστόσο, για να φτάσει ο εχθρός μπροστά στο τείχος έπρεπε να περάσει από την τάφρο, που είχε πλάτος 18 και βάθος 4,5 μέτρα. Ακόμα και αν περνούσε από την τάφρο έπρεπε να σκαρφαλώσει σε έναν πέτρινο προμαχώνα που υψωνόταν 6 μέτρα πάνω από τον πυθμένα της. Τότε θα βρισκόταν μπροστά στο εξωτερικό τείχος. Οι επίλεκτοι άνδρες της βυζαντινής φρουράς είχαν οχυρωθεί πίσω από το εξωτερικό τείχος. Λίγο πριν από την πολιορκία, ο αυτοκράτορας κλείδωσε τις πύλες του εσωτερικού τείχους. Οι αμυνόμενοι δεν θα μπορούσαν να υποχωρήσουν και να μπουν στην πόλη.

Ωστόσο υπήρχαν και ευάλωτα σημεία στην άμυνα της Κωνσταντινούπολης. Η αμυντική γραμμή δεν έφτανε μέχρι τον Κεράτιο, ενώ και το παλάτι των Βλαχερνών ήταν χτισμένο δίπλα στα τείχη. Επίσης τα τείχη ακολουθούσαν, ως προς το ύψος, την πορεία του εδάφους. Η πύλη του Αγίου Ρωμανού, στην κοιλάδα του ποταμού Λύκου, ήταν το σημείο με τα χαμηλότερα τείχη. Εκεί ο Μωάμεθ έστησε τον κύριο όγκο πυρός του πυροβολικού. Η αμυντική θωράκιση της Κωνσταντινούπολης ήταν αριστουργηματική, αλλά δεν μπορούσε να καλύψει τις δύο ουσιαστικές αδυναμίες της: ήταν αρχαία και δεν υπήρχαν αρκετοί άνδρες για να σταθούν πίσω από τις πολεμίστρες.

ΠΑΓΑΝ http://flashfiles.flash.gr/

B)Ο ΜΙΣΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΥ ΘΕΟΚΡΑΤΙΚΟΥ ΚΑΘΕΣΤΩΤΟΣ

Αναφορές διακεκριμένων επιστημόνων

Γεώργιος Α. Κουρβετάρης καθηγητής Κοινιολωγίας Πανεπιστημίου Βορείου Ιλλινόις
“το σύστημα αυτό ήταν κατα βάθος ένα θεοκρατικό ιμπεριαλιστικό αυταρχικό σύστημα. Όπως και στη Δύση, η εκκλησία σάν θεσμός και το κράτος δέν ήταν διαφοροποιημένα. Το βυζαντινό πρότυπο ήταν κατα βάση εσχατολογικό και αντι-κοσμικό. Για τις μάζες και κατώτερες τάξεις της Βυζαντινής αυτοκρατορίας η σωτηρία του ανθρώπου και η ευτυχία δέν είναι σ’αυτόν τον κόσμο αλλά πρέπει ν’αναζητηθούν στην άλλη ζωή. Μια στείρα θρησκοληψία και τελετουργία ήταν χαρακτηριστικά γνωρίσματα του χριστιανικού Βυζαντίου. Η απάρνηση της εγκόσμιας ζωής και της ανθρώπινης κοινωνίας βρήκαν την αποκορύφωση τους στο μοναχισμό και τον μυστικισμό, που έχουν επηρεασθεί και απ’την Ανατολική φιλοσοφία και θεοσοφία”

Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ
“Ο Ελληνομαθημένος άνθρωπος μένει μπροστά στον ριζικά θεοκρατικό και στον καθολικά μοναρχικό χαρακτήρα του βυζαντινού πολιτεύματος γεμάτος αμηχανία και ερωτηματικά. Συνηθισμένος να δρά και να αντιδρά σύμφωνα με τις αρχές που είχε ο ίδιος επεξεργασθεί και που πάντα μπορούσε να υποβάλλει στην αντικειμενική κριτική του λόγου, αισθάνεται ξένος στα πλαίσια ενός κράτους, του οποίου οι κυβερνήτες δρούν ως εκπρόσωποι αρχηγών πολιτικών και θρησκευτικών οι οποίοι αντιπροσωπεύουν ο καθένας στην σφαίρα του τον έναν και μόνο αληθινό Θεό. Αρχές υποστασιακά απροσπέλαστες απρόσιτες, αμετάθητες και αμετάκλητες, ο Βασιλεύς και ο Πατριάρχης σημαίνουν την ύπατη εξουσία έξω απο τον χρόνο, εφ’όσον βασική τους ιδιότητα είναι οτι βρίσκονται όχι μόνο οι ίδιοι αλλά και το άμεσο περιβάλλον τους πέρα απο κάθε έλεγχο και κριτική, πέρα απο κάθε λογοδοσία. Η απρόσκοπτη, οργανική συνεργασία των αρχηγών του Κράτους και της Εκκλησίας, του Βασιλέως και του Πατριάρχη, θεμελιώνει το θεοκρατικό, συγκεντρωτικό και μοναρχικό Βυζαντινό πολίτευμα. Έτσι η μετάβαση απο την αρχαία Δημοκρατία προς την αξιοκρατική Ελληνική Βασιλεία και απο κεί προς την θεοπρόβλητη και θεοστήρικτη παγκόσμια χριστιανική αυτοκρατορία, απο τη δημοκρατούμενη δηλαδή αρχαία πόλη στην μοναρχούμενη οικουμένη, διαγράφει το μέγεθος της προσπάθειας που κατέβαλε ο άνθρωπος της εποχής, και πιό συγκεκριμένα ο ελληνομαθημένος άνθρωπος, για να προσαρμοσθεί στην νέα βυζαντινή πραγματικότητα”

Αθανάσιος Κομίνης καθηγητής Βυζαντινολογίας Πανεπιστημίου Αθηνών
“Εις το Βυζάντιον αντιθέτως φαίνεται ευθύς εξ’αρχής οτι το τοιούτο πνεύμα (το Ελληνικό) έχει εκλείψει. Βασιλεύει σοβαρότης ή σοβαροφάνεια, αυστηρότης και σιωπή, σκληρότης και δυσκαμψία περι την συμπεριφορά, απομάκρυνσις απο την ζωή, η οποία εντούτοις δέν παύει ζητούσα την ενάσκησιν των δικαιωμάτων της. Τους ύμνους της χαράς και της αμεριμνησίας αντικαθιστούν σοβαροί εκκλησιαστικοί ήχοι και προσευχαί. Αντί ρωμαλέα ωραία σώματα να γεμίζουν τας παλαίστρας και τα γυμναστήρια, λιπόσαρκαι σκιαί διασχίζουν αθόρυβαι τους δρόμους των πόλεων, ψιθυρίζουσαι λόγους μυστικών προσευχών και κατευθυνόμεναι εις μοναστήρια, όπου ασκείται η ζωή και ο θρήνος αποβαίνει ο οίμος, επι του οποίου βαδίζων ο πιστός επιτυγχάνει την λύτρωσιν. Τί άρα να είναι εκείνο το οποίο ήλλαξε τόσο πολύ τους ανθρώπους; Μήπως η πάροδος των αιώνων; Μήπως τέλος ο Χριστιανισμός;”

 

Γ)ΔΙΑΤΑΓΜΑ

Αυτοκράτορες Ονώριος και Θεοδόσιος προς Ασκληπιόδοτο, Έπαρχο Πραιτορίου
Διατάσσουμε ότι αυτοί που είναι ή λένε ότι είναι χριστιανοί να μην τολμήσουν να κάνουν κατάχρηση της εξουσίας που τους δίνει η Εκκλησία και να απλώνουν χέρι σε Εβραίους και ειδωλολάτρες, πηγαίνοντας έτσι ενάντια σε ό,τι λέει ο νόμος και δημιουργώντας ταραχή μεταξύ ανθρώπων που ζουν ήρεμα. Όποιος φανεί βίαιος απέναντι σε ήσυχους ανθρώπους, αρπάζοντας τις περιουσίες των, θα υποχρεωθεί να αποκαταστήσει όχι μόνο αυτά που αφαίρεσαι, αλλά τη λεία τους εις διπλούν. Οι διοικητές των επαρχιών, οι αξιωματούχοι και οι άρχοντες των πόλεων ας μάθουν ότι αν επιτρέψουν τέτοια πράγματα, για να είναι δημοφιλείς, θα τιμωρηθούν όπως και αυτοί που διέπραξαν το αδίκημα. – Ιούνιος, 423 μX

ΠΗΓΗ ΦΟΡΟΥΜ ΕΣΩΤΕΡΙΚΑ

About sooteris kyritsis

Job title: (f)PHELLOW OF SOPHIA Profession: RESEARCHER Company: ANTHROOPISMOS Favorite quote: "ITS TIME FOR KOSMOPOLITANS(=HELLINES) TO FLY IN SPACE." Interested in: Activity Partners, Friends Fashion: Classic Humor: Friendly Places lived: EN THE HIGHLANDS OF KOSMOS THROUGH THE DARKNESS OF AMENTHE
This entry was posted in HISTORIC THEMES and tagged , , , , . Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Please log in using one of these methods to post your comment:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s