ERANISTES ETOI POLYMORPHOS (C)


(ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΑΠΟ  06/09/2013)

Δ. ΤΡΙΤΟΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ

«Απαθής» είναι ο τίτλος του τρίτου διαλόγου του Ερανιστή. Εδώ επιχειρείται να σημειωθεί το απαθές της θείας φύσεως και ότι ο Χριστός έπαθε μόνο κατά την ανθρώπινη φύση Του. Όπως και στο δεύτερο διάλογο, ο οποίος άρχιζε κάνοντας μία σύνοψη του περί ασυγχύτου που διαπραγματεύεται ο πρώτος, έτσι και εδώ ο Θεοδώρητος ακολουθεί την ίδια μέθοδο. Συνοπτικά παρουσιάζονται το ασύγχυτο και το άτρεπτο των δύο φύσεων του ενανθρωπήσαντα Λόγου. Τα δύο αυτά θέματα είχαν παρουσιαστεί διεξοδικά στα προηγούμενα δύο μέρη του Ερανιστή. Έτσι υπογραμμίζεται ότι η θεία φύση μετά την ένωσή της με την τέλεια ανθρώπινη παρέμεινε «ακήρατος, απαθής, αναλλοίωτος, απερίγραφος»[136]. Θα πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι η ανθρώπινη φύση του Χριστού δεν προϋπήρχε αλλά δημιουργήθηκε μέσα στη μήτρα της Θεοτόκου με την έλευση σ’ αυτήν του Αγίου Πνεύματος.

Η ανθρώπινη φύση του ενανθρωπήσαντα Λόγου είναι εκείνη που υπέμεινε τα πάθος και το σταυρικό θάνατό Του. Χαρακτηριστικά σημειώνεται: «Ει ασώματος τω σταυρώ προσηλώθη, τη θεότητι το πάθος άρμοσον»[137], όμως «αδύνατον θάνατον υπομείναι την αθάνατον φύσιν»[138]. Κατά συνέπεια έπαθε η ανθρώπινη φύση του Κυρίου ημών Ιησού Χριστούκαί όχι η απαθής θεία[139]. Η τέλεια ανθρώπινη φύση του Χριστού όχι μόνο έπαθε και πέθανε πάνω στο σταυρό, αλλά ήταν και αυτή που αναστήθηκε. Έγινε, λοιπόν, το μέσο για να αποκτήσουν τη δυνατότητα της αναστάσεως και της σωτηρίας όλοι όσοι ανήκουν στο ανθρώπινο φύραμα: «δια σώματος τοις σώμασιν επραγματεύσατο την ανάστασιν͵ και δια φύσεως θνητής κατέλυσε του θανάτου την δυναστείαν. Επειδή γαρ αυτός αθάνατον είχε την φύσιν, εβουλήθη δε δικαίως παύσαι του θανάτου το κράτος, εκ των υποκειμένων τω θανάτω λαβών απαρχήν, και ταύτην άμωμον φυλάξας και αμαρτίας αμύητον, παρεχώρησε μεν τω θανάτω και ταύτην»[140].

Η ανθρώπινη φύση είχε χάσει τα αγαθά της αρχέγονης καταστάσεως εξαιτίας της παρακοής του Αδάμ και της Εύας. Ο Χριστός ως νέος Αδάμ μπόρεσε να ελευθερώσει την ανθρωπότητα από δεσμά του θανάτου[141]. Τα λόγια αυτά θυμίζουν το χωρίο της προς Ρωμαίους Επιστολής του Αποστόλου Παύλου που ο ίδιος ο Θεοδώρητος παραθέτει παρακάτω: «Άρα ουν, ως δι ενός (Αδάμ) παραπτώματος εις πάντας ανθρώπους εις κατάκριμα, ούτως και δι̉ ενός (Χριστού) δικαιώματος εις πάντας ανθρώπους εις δικαίωσιν ζωής. Ώσπερ γαρ δια της παρακοής του ενός ανθρώπου αμαρτωλοί κατεστάθησαν οι πολλοί, ούτως και δια της υπακοής του ενός δίκαιοι κατασταθήσονται οι πολλοί»[142]. Η επιρροή που έχει ασκηθεί στο Θεοδώρητο από τις επιστολές του αποστόλου των Εθνών φαίνεται όχι μόνο στο προαναφερθέν χωρίο αλλά και στο εξής χωρίο: «Επειδή γαρ δι ανθρώπου ο θάνατος, και δι ανθρώπου ανάστασις νεκρών. Ώσπερ γαρ εν τω Αδάμ πάντες αποθνήσκουσιν, ούτως και εν τω Χριστώ πάντες ζωοποιηθήσονται»[143].

Η θεία φύση είναι απαθής και αθάνατη. Ο Λόγος έπρεπε να γίνει τέλειος άνθρωπος, με σάρκα και ψυχή, παραμένοντας τέλειος Θεός, για να μπορέσει να σώσει το πεπτωκός έλλογο ον. Ο Θεοδώρητος διδάσκει ότι το όνομα Χριστός αποκαλύπτει τον ενανθρωπήσαντα Θεό Λόγο, ενώ το όνομα Εμμανουήλ δηλώνει τις δύο φύσεις του Θεναθρώπου. Εξηγεί ότι με την προσωνυμία Θεός Λόγος εννοούμε την άχρονη, αίδια, υπερκείμενη και ασώματη θεία φύση. Φυσικά δεν ταυτίζει τη θεία φύση με τις θείες υποστάσεις[144]. Σε καμία περίπτωση δεν υπονοείται η αιρετική διδασκαλία του Σαβελλίου. Απλώς κάνει αναφορά στη θεία φύση του δεύτερου Προσώπου της Αγίας Τριάδας. Υπογραμμίζει ότι ο Θεός Λόγος ονομάζεται και είναι Υιος Μονογενής του Θεού Πατρός. Το δε Πνεύμα το Άγιο, αν και αυτό προέρχεται από τον Πατέρα, ποτέ δε φέρει αυτήν την προσωνυμία. Αν και σημειώνει ότι «εκ του θεού και πατρός είναι και τον υιόν και το πνεύμα»[145], δεν επεισέρχεται σε περισσότερες λεπτομέρειες σχετικά με την αίδια και προαιώνια γέννηση του Υιού από τον Πατέρα και την προαιώνια και άχρονη εκπόρευση του Πνεύματος από τον Πατέρα.

Το αθάνατο και απαθές της θεία φύσεως δεν μπορεί να υποστή πάθος. Η αθανασία είναι χαρακτηριστικό της θείας φύσεως. Δεν έχει αποκτηθεί ως δώρο από κάποιον άλλον, όπως συνέβηκε με τους αγγέλους. Σε αυτούς η αθανασία τους δόθηκε ως δώρο από το Θεό[146]. Έτσι, λοιπόν, η ανθρώπινη φύση έπαθε και πέθανε. Στο σημείο αυτό ο Θεοδώρητος εξηγεί ότι έπαθε και η σάρκα και η ψυχή. Η τελευταία είναι αθάνατη[147], για το λόγο αυτό δεν πέθανε η ψυχή αλλά μόνο το σώμα[148]. Σχετικά με την αθανασία της ψυχής επικαλείται ως μαρτυρία τα λόγια του Κυρίου: «Μη φοβείσθε από των αποκτεννόντων το σώμα, την δε ψυχήν μη δυναμένων αποκτείναι»[149].

Απόδειξη τρανή για το απαθές και τα άτρεπτο της θείας φύσεως αποτελεί για το Θεοδώρητο, το χωρίο από το λόγο «Κύριος έκτισέ με αρχήν οδών αυτού» του Ευσταθίου Αντιοχείας: «Ει γαρ ασώματός εστιν ούτε αφή χειρών υποπίπτει, ούτ̉ αισθητοίς όμμασι περιλαμβάνεται, ου τρώσιν υπομένει, ουχ ήλοις προσηλούται͵ ου θανάτω κοινωνεί, ου κρύπτεται γη, ου τάφω κατακλείεται, ουκ εκ μνημάτων ανίσταται»[150].

Η παράθεση του χωρίου της «Προς Επίκτητον» επιστολής του Μ. Αθανασίου ότι ο Χριστός είναι ο πάσχων, όσον αφορά στην ανθρώπινη φύση και μη πάσχων, όσον αφορά στην θεία, διευκολύνει να κατανοηθεί καλύτερα η ένωση των δύο φύσεων στο πρόσωπο του Χριστού και το ασύγχυτο αυτών: «ην παράδοξον, ότι αυτός ην ο πάσχων και μη πάσχων. Πάσχων μεν, ότι το ίδιον αυτού έπασχε σώμα, και εν αυτώ τω πάσχοντι ην· μη πάσχων δε, ότι τη φύσει θεός ων ο λόγος απαθής εστι. Και αυτός μεν ο ασώματος ην εν τω παθητώ σώματι, το δε σώμα είχεν εν εαυτώ τον απαθή λόγον, αφανίζοντα τας ασθενείας αυτού του σώματος»[151]. Πάνω στο σταυρό έπαθε η ανθρώπινη φύση του Χριστού, η οποία παρέμενε ενωμένη με τη θεία. Το πάθος του Θεανθρώπου έγινε η αιτία του προσωρινού σκότους που επικράτησε τότε στην περιοχή[152]. Μέσα από τη συμμετοχή του ήλιου και όλης της φύσεως στο πάθος του Κυρίου αποκαλύπτεται η δόξα του ενανθρωπήσαντα Λόγου. Ο θάνατος της ανθρωπίνης φύσεως του Χριστού ήταν προσωρινός, αφού ο Χριστός αναστήθηκε. Ο ίδιος ως Θεός ήταν η ζωή και η ανάσταση. Η Ανάστασή του υπήρξε το αδιαμφισβήτητο μήνυμα της αναστάσεως όλων των νεκρών. Ο θάνατος και η φθορά του νικήθηκαν από τον θεάνθρωπο Χριστό[153].

Η αναφορά σε χωρία Πατέρων και εκκλησιαστικών συγγραφέων σχετικά με το Πάθος και την Ανάσταση του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού αποσκοπεί στο να θεμελιώσει τα γραφόμενά Του. Συγχρόνως δείχνει ότι ιχνηλατεί πάνω στην πεπατημένη οδό της ορθόδοξης διδασκαλίας. Εξηγεί για άλλη μία φορά ότι ο Χριστός ήταν και Θεός και άνθρωπος: «θεός άρα εστί και άνθρωπος»[154]. Μετά την ανάσταση του Θεανθρώπου, ο φόβος του θανάτου δεν πρέπει να υπάρχει στο ανθρώπινο γένος.

Ε. ΕΠΙΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ

Ο Θεοδώρητος μετά το τέλος και των τριών διαλόγων του Ερανιστή, κάνει μία περίληψη των όσων ανέφερε σε κάθε διάλογο. Σε δώδεκα παραγράφους συνοψίζει το άτρεπτο της θεία φύσεως του Χριστού. Ο «Λόγος σαρξ εγένετο» χωρίς να υπονοείται κάποια τροπή της θεία φύσεως αλλά είναι απόδειξη της «αφάτου (θείας) φιλανθρωπίας»[155]. Έγινε τέλειος άνθρωπος με σάρκα και ψυχή. Τονίζεται ότι με τον όρο «σαρξ» δεν εννοείται το άψυχο μόνο σώμα αλλά ολόκληρη την ανθρώπινη φύση σώμα και ψυχή. Χαρακτηριστικά επικαλείται την ερμηνεία του χωρίου του προφήτη, στο οποίο η λέξη σαρξ είναι συνώνυμη με τη λέξη άνθρωπος: «Όταν γαρ ακούσωμεν του προφήτου λέγοντος, Ευλογείτω πάσα σαρξ το όνομα το άγιον αυτού, ουκ αψύχοις σαρξί παρακελεύεσθαι τον προφήτην».

Η σύνοψη για το ασύγχυτο των δύο φύσεων γίνεται και εδώ σε δώδεκα παραγράφους. Σημειώνεται ότι μετά κατά την ενσάρκωση του Λόγου έχουμε την ένωση των δύο φύσεων στο πρόσωπο του Ιησού, όχι όμως τη μεταξύ τους σύγχυση: «ουκ άρα σύγχυσις γέγονεν, αλλ̉ ασύγχυτος ένωσις. Ει δε τούτο συνωμολόγηται, ου μία άρα φύσις ο δεσπότης Χριστός, αλλ εις υιος, φύσιν εκατέραν επιδεικνύς ακραιφνή»[156]. Η ένωση της θείας φύσεως ήταν πραγματική και όχι κατά δόκηση. Η κάθε φύση διατήρησε τα ίδια χαρακτηριστικά της μετά την ένωσή τους. Ο Θεός Λόγος δέχθηκε τα αδιάβλητα πάθη της θνητής και κτιστής φύσεως, όπως την πείνα και τη δίψα[157]. Δεν είχε όμως καμία αμαρτία, γιατί η τελευταία υπήρξε επίκτητη στην ανθρώπινη φύση και υπήρξε γέννημα της κακής προαιρέσεως του έλλογου όντος.

Ως Θεός ο Χριστός δεν πεινούσε, ούτε διψούσε, ούτε κουραζόταν η νύσταζε[158], αυτά ήταν χαρακτηριστικά που απέκτησε με την ενανθρώπησή Του[159]. Ο προφήτης Ησαίας αναφερόμενος στη θεία φύση του Υιού του Θεού, του «ebed Jahve» σημειώνει ότι Εκείνη: «Ου πεινάσει, ουδέ κοπιάσει»[160]. Αντίθετα στο κείμενο του ευαγγελίου του κατά Ιωάννη λέει: «φησιν· Ιησούς δε κεκοπιακώς εκ της οδοιπορίας εκαθέζετο ούτως επί τη πηγή· εναντίον δε το ου κοπιάσει τω κοπιάσαι». Ίσως να γεννηθεί σε κάποιους·το ερώτημα «τοιγαρούν εναντία η προφητεία τη των ευαγγελίων ιστορία»[161]. Εξηγεί, όμως: «Αλλά μην ουκ εναντία· ενός γαρ ταύτα κακείνα θεού. Ουκούν της μεν απεριγράφου φύσεως το μη κοπιάν· τα γαρ πάντα πληροί· του δε περιγεγραμμένου σώματος το μεταβαίνειν ίδιον. Το δε γε μεταβαίνον βαδίζειν αναγκαζόμενον τον εκ της οδοιπορίας υφίσταται κόπον. Σώμα άρα ην το βαδίσαν και κοπιάσαν. Ου γαρ συνέχεε τας φύσεις η ένωσις»[162].

Ένα άλλο παράδειγμα της υπάρξεως ασυγχύτως δύο φύσεων στο πρόσωπο του Χριστού, σημειώνει ο Θεοδώρητος, είναι ότι ο Χριστός ως Θεός ενθάρρυνε τους μαθητές του. Αντίθετα λίγο πριν το πάθος Του κατά την προσευχή Του στο όρος των Ελαιών, η αγωνία του ήταν μεγάλη που ως άνθρωπος χρειαζόταν τη συνεπικουρία ενός αγγέλου για να πάρει δύναμη[163]. Αυτό έγινε για να δείξει την αδυναμία της ανθρώπινης φύσεως. Συγχρόνως μας δίδαξε ότι η προσευχή αποτελεί το μέσο επικοινωνίας μας με το Θεό, η οποία μας ανοίγει το δρόμο για να λάβουμε και βοήθεια από Εκείνον[164].

Η ανθρώπινη φύση του Χριστού μετά την Ανάσταση δεν μετατράπηκε σε θεία. Το σώμα Του παρέμεινε με όλα τα μέλη Του ίδια. απλώς έγινε «αθάνατον μεν και άφθαρτον, και θείας δόξης μεστόν»[165]. Ακόμα και μετά την ανάληψη στους Ουρανούς του Ιησού συνεχίζει να έχει δύο φύσεις ενωμένες ασυγχύτως και αδιαιρέτως. Εξαιτίας της ανθρώπινης φύσεως του μπόρεσε να Τον δεί στον ουρανό ο πρωτομάρτυρας Στέφανος. Εάν δεν ήταν την ορατή ανθρώπινη φύση, θα ήταν αδύνατο να συμβεί κάτι τέτοιο, αφού η θεία είναι αόρατη[166].

Τέλος η σύνοψη του τρίτου διαλόγου γίνεται σε δεκαέξι παραγράφους. Σε αυτές υπογραμμίζεται ότι η αδιαίρετη ένωση των δύο φύσεων δεν παραβιάζεται στο πάθος και στο θάνατο. Η θεία φύση είναι απαθής. Παραμένει αχώριστη από την παθητή σάρκα τόσο πάνω στο σταυρό όσο και μέσα στον τάφο. Ο Χριστός ονομάστηκε πρωτότοκος, γιατί «Πρώτος γαρ τας ωδίνας έλυσε του θανάτου, και πάσιν έδωκε της αναβιώσεως την γλυκείαν ελπίδα. Ηι δε ανέστη, ταύτη και πέπονθεν»[167]. Το συμπέρασμα ότι ο Χροστός «ως άνθρωπος άρα πέπονθεν, ως δε θεός θαυμαστός μεμένηκεν απαθής»[168].

Η αναφορά στο ότι έπαθε η σάρκα η το σώμα του Χριστού δε σημαίνει ότι χωρίζουμε την ανθρώπινη φύση από τη θεία. Απλώς υπογραμμίζεται ότι η ανθρώπινη σάρκα υπέστη τα παθητά, αλλά ο Θεός Λόγος τα οικειοποιήθηκε, αφού ήταν τα πάθη της δικής Του σαρκός. Διαμέσου, λοιπόν, αυτής της οικειοποιήσεως των παθών της σαρκός, το απαθές της θείας φύσεως ενώνεται με το παθητό της θείας φύσεως, χωρίς όμως τα πάθη να λαμβάνουν χώρα στην ίδια τη θεία φύση. Κατά συνέπεια ο Χριστός έπαθε πραγματικά στο σταυρό, μόνο όσον αφορά στο ανθρώπινο είναι Του, γιατί ως Θεός παρέμεινε απαθής[169]. Ενώ με την ανάστασή της ανθρωπίνης φύσεως Του έγινε η απαρχή του νέου ανθρώπινου γένους και μέσω αυτής της σάρκας του: «μέλη Χριστού χρηματίζουσιν οι πιστεύσαντες͵ και των πεπιστευκότων αυτός ωνόμασται κεφαλή»[170].

 

(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[136]  Αὐτόθι, 1896 (=PG 83, 220C).

[137] Αὐτόθι, 18929-30 (=PG 83, 221B).

[138] Αὐτόθι, 19230 (=PG 83, 225C).

[139] «ἴσμεν δὲ ὅμως παρὰ τῆς θείας διδαχθέντες γραφῆς, ὡς ἀπαθὴς ἡ τῆς θεότητος φύσις. Ἀπάθειαν τοίνυν καὶ πάθος ἀκούοντες καὶ ἀνθρωπότητος καὶ θεότητος ἕνωσιν, τοῦ παθητοῦ σώματος τὸ πάθος εἶναί φαμεν, τὴν ἀπαθῆ δὲ φύσιν ἐλευθέραν μεμενηκέναι τοῦ πάθους ὁμολογοῦμεν», Αὐτόθι, 20015-19 (=PG 83, 237B).

[140]  Αὐτόθι, 20428-34 (=PG 83, 244D, 245A).

[141] «Ὥσπερ γὰρ τοῦ γενάρχου κατακριθέντος ἅπαν συγκατεκρίθη τὸ γένος͵ οὕτως τοῦ σωτῆρος λύσαντος τὴν ἀράν͵ ἀπήλαυσεν τῆς ἐλευθερίας ἡ φύσις. Καὶ καθάπερ κατελθόντι τῷ Ἀδὰμ εἰς τὸν ᾅδην ἠκολούθησαν οἱ μετασχόντες τῆς φύσεως͵ οὕτως ἀναστάντι τῷ δεσπότῃ Χριστῷ κοινωνήσει τῆς ἀναβιώσεως πᾶσα τῶν ἀνθρώπων ἡ φύσις», Αὐτόθι, 20622-27(=PG 83, 248ΑB).

[142] Αὐτόθι, 2075-10(=PG 83, 248C). Πρβλ. Ρωμ. 5, 18-19.

[143] Ettlinger, 20712-16(=PG 83, 248CD). Πρβλ. Α Κορ. 15, 21. Συναφῶς βλ. Ettlinger, 21530-31(=PG 83, 261C). Πρβλ. Α Θεσ.4,14:« Εἰ γὰρ πιστεύομεν͵ φησίν͵ ὅτι Ἰησοῦς ἀπέθανε καὶ ἀνέστη͵ οὕτως καὶ ὁ θεὸς τοὺς κοιμηθέντας διὰ τοῦ Ἰησοῦ ἄξει σὺν αὐτῷ».

[144] Ettlinger, 21626-30 (=PG 83, 264BC).

[145] Αὐτόθι, 21714-15 (=PG 83, 264D).

[146] «κυρίως ἀθάνατος ὁ θεός· οὐσίᾳ γὰρ ἀθάνατος͵ οὐ μετουσίᾳ· οὐ γὰρ παρ̉ ἑτέρου τὴν ἀθανασίαν ἔχει λαβών. Τοῖς δέ γε ἀγγέλοις αὐτὸς τὴν ἀθανασίαν δεδώρηται», Αὐτόθι, 2193-6(=PG 83, 268ΑΒ).

[147]«Ὁ αὐτὸς ἀθάνατος γὰρ ὢν διὰ σαρκὸς ὑπέμεινε θάνατον͵ τροπῆς ἡγησαμένης ὑπέμεινε θάνατον, ἐξέλιπε δὲ αὐτοῦ καὶ ἡ ζωὴ τρεῖς ἡμέρας καὶ ἰσαρίθμους νύκτας» Αὐτόθι, 2191416(=PG 83, 268Β).

[148] «Εἰ τοίνυν μετὰ τοῦ σώματος ἀνείληφε τὴν ψυχήν͵ συνεχωρή σαμεν δὲ συμπάσχειν τῷ σώματι τὴν ψυχήν, ἡ ψυχὴ ἄρα συνέπαθεν͵ οὐχ ἡ θεότης τῷ σώματι· συνέπαθε δὲ τὰς ὀδύνας ὡς εἰκὸς δεξαμένη διὰ τοῦ σώματος. Ἀλλὰ συμπάσχειν μὲν ἴσως τῷ σώματι φαίη τις ἂν τὴν ψυχήν͵ συναποθνῄσκειν δὲ οὐδαμῶς· ἀθάνατον γὰρ ἔλαχε φύσιν»,  Αὐτόθι, 2204-9 (=PG 83, 268D, 269A). Πρβλ. σχετικῶς: «Τοῦ ἁγίου Δαμάσου ἐπισκόπου Ρώμης. Ἀπὸ ἐκθέσεως. Εἴ τις εἴποι͵ ὅτι ἐν τῷ πάθει τοῦ σταυροῦ πόνον ὑπέμεινεν ὁ υἱὸς τοῦ θεοῦ καὶ θεός͵ καὶ οὐχὶ ἡ σὰρξ μετὰ τῆς ψυχῆς͵ ἣν ἐνεδύσατο ἡ τοῦ δούλου μορφή͵ ἣν ἑαυτῷ ἔλαβε͵ καθὼς εἴρηκεν ἡ γραφή· ἀνάθεμα ἔστω» Αὐτόθι, 23824-29(=PG 83, 268D, 296D).

[149] Αὐτόθι, 2209 -10(=PG 83, 268D, 269AΒ).

[150]  Αὐτόθι, 23221-24 (=PG 83, 288Β).

[151] Αὐτόθι, 23512-17 (=PG 83, 268D, 292AΒ).

[152] «Θεὸς γὰρ καὶ κύριος τῆς δόξης ὢν ἦν ἐν τῷ ἀδόξως καθηλουμένῳ σώματι· τὸ δὲ σῶμα ἔπασχε μὲν νυττόμενον ἐν τῷ ξύλῳ͵ καὶ ἔρρεεν ἀπὸ τῆς τούτου πλευρᾶς αἷμα καὶ ὕδωρ͵ ναὸς δὲ τοῦ λόγου τυγχάνον͵ πεπληρωμένον ἦν τῆς θεότητος. Διὰ τοῦτο γοῦν ὁ μὲν ἥλιος ὁρῶν τὸν δημιουργὸν αὑτοῦ ἐν τῷ ὑβριζομένῳ σώματι ἀνεχόμενον τὰς ἀκτῖνας συνέστειλε͵ καὶ ἐσκότασε τὴν γῆν· αὐτὸ δὲ τὸ σῶμα φύσιν ἔχον θνητὴν ὑπὲρ τὴν αὑτοῦ φύσιν ἀνέστη διὰ τὸν ἐν αὐτῷ λόγον͵ καὶ πέπαυται μὲν τῆς κατὰ φύσιν φθορᾶς͵ ἐνδυσάμενον δὲ τὸν ὑπὲρ ἄνθρωπον λόγον γέγονεν ἄφθαρτον», Αὐτόθι, 23519-27 (=PG 83, 292A). Συναφῶς βλ. Αὐτόθι, 2398-9 (=PG 83, 297Α). Τοῦ ἁγίου Ἀμβροσίου ἐπισκόπου Μεδιολάνου. Ἐκ τοῦ περὶ τῆς καθόλου πίστεως: Ἡ σὰρξ ἔπαθεν͵ ἡ θεότης θανάτου ἐλευθέρα ἐστί· παθεῖν τὸ σῶμα νόμῳ φύσεως ἀνθρωπίνης παρεχώρησε».

[153] «Ἡ γοῦν ζωὴ οὐκ ἀποθνῄσκει͵ τοὺς δὲ νεκροὺς ζωοποιεῖ. Ὡς γὰρ τὸ φῶς οὐ βλάπτεται ἐν σκοτεινῷ τόπῳ͵ οὐδὲ ἡ ζωή τι παθεῖν δύναται ἐπισκεψαμένη τὴν θνητὴν φύσιν. Ἄτρεπτος γὰρ καὶ ἀναλλοίωτος ἡ τοῦ λόγου θεότης͵ ὥς φησιν ἐν προφητείᾳ ὁ κύριος περὶ ἑαυτοῦ»·. Αὐτόθι, 2361-16(=PG 83, 293Α).

[154] .Αὐτόθι, 24812 (=PG 83, 309C).

[155] Αὐτόθι, 25613(=PG 83, 321C).

[156] Αὐτόθι, 25715-17(=PG 83, 324B).

[157] «Πεινῆσαι μέντοι καὶ διψῆσαι τὸν σωτῆρα Χριστὸν μεμαθήκαμεν͵ καὶ ἀληθῶς γε ταῦτα καὶ οὐ δοκήσει γεγενῆσθαι πιστεύομεν. Ταῦτα δὲ οὐκ ἀσωμάτου φύσεως͵ ἀλλὰ σώματος ἴδια. Σῶμα ἄρα εἶχεν ὁ δεσπότης Χριστός͵ δεξάμενον πρὸ τῆς ἀναστάσεως τῆς φύσεως τὰ παθήματα. Μαρτυρεῖ δὲ τούτοις καὶ ὁ θεῖος ἀπόστολος· Οὐ γὰρ ἔχομεν͵ φησίν͵ ἀρχιερέα μὴ δυνάμενον συμπαθῆσαι ταῖς ἀσθενείαις ἡμῶν͵ πεπειραμένον δὲ κατὰ πάντα καθ΄ ὁμοιότητα͵ χωρὶς ἁμαρτίας. Ἡ ἁμαρτία γὰρ οὐ τῆς φύσεως͵ ἀλλὰ τῆς κακῆς προαιρέσεως», Αὐτόθι, 25812-20 (=PG 83, 325B).

[158] Αὐτόθι, 25821-24 (=PG 83, 325B).

[159] Ἰω. 4, 6

[160] Ettlinger, 25830 (=PG 83, 325C). Πρβλ. Ἠσ. 60,28.

[161] Ettlinger, 2596 (=PG 83, 325C).

[162]  Αὐτόθι, 2598 (=PG 83, 325C).

[163] «Ὁ δεσπότης Χριστὸς ἔφη καθειργμένῳ τῷ θεσπεσίῳ Παύλῳ· «Μὴ φοβοῦ, Παῦλε», καὶ τὰ ἑξῆς. Ὁ δὲ τούτου τὸ δέος ἐξελάσας οὕτως ἔδεισε τὸ πάθος͵ ὡς ὁ μακάριος ἔφη Λουκᾶς, ὡς καὶ ἱδρῶτος αἱματώδεις θρόμβους ἐκ παντὸς ἐκκρῖναι τοῦ σώματος͵ καὶ τοῦτοις περιρρᾶναι τὴν γῆν τὴν ὑποκειμένην τῷ σώματι͵ καὶ ὑπ̉ ἀγγελικῆς ἐπικουρίας ἀναρρωσθῆναι. Ἐναντία δὲ καὶ ταῦτα. Πῶς γὰρ οὐκ ἐναντίον τὸ δεῖσαι τοῦ τὸ δέος ἐξελάσαι; Ἀλλὰ μὴν οὐκ ἐναντία. Ὁ γὰρ αὐτὸς καὶ θεὸς φύσει καὶ ἄνθρωπος· καὶ ὡς μὲν θεὸς παραθαρρύνει τοὺς δεομένους τοῦ θάρσους· ὡς δὲ ἄνθρωπος δέχεται δι̉ ἀγγέλου τὸ θάρσος». Αὐτόθι, 2599-18 (=PG 83, 325D, 328A).

[164] Αὐτόθι, 25918-23 (=PG 83, 328AΒ).

[165] Αὐτόθι, 26012-13 (=PG 83, 328C).

[166] «Ἡ θεία φύσις ἀόρατος· ἑωρακέναι δὲ τὸν κύριον ὁ τρισμακάριος εἴρηκε Στέφανος. Σῶμα ἄρα καὶ μετὰ τὴν ἀνάληψίν ἐστι τοῦ κυρίου τὸ σῶμα. Τοῦτο γὰρ ὁ νικηφόρος ἐθεάσατο Στέφανος͵ ἐπειδήπερ ἡ θεία φύσις ἀθέατος», Αὐτόθι, 26022-25 (=PG 83, 328D).

[167] Αὐτόθι, 26130-2624 (=PG 83, 329D, 332Α). Συναφῶς βλ. Αὐτόθι, 26415-17 (=PG 83, 333D): «Εἰ ὁ Χριστὸς καὶ θεὸς καὶ ἄνθρωπος͵ ὡς καὶ ἡ θεία διδάσκει γραφή͵ καὶ οἱ πανεύφημοι πατέρες κηρύττοντες διετέλεσαν͵ ὡς ἄνθρωπος ἄρα πέπονθεν͵ ὡς δὲ θεὸς διέμεινεν ἀπαθής.

[168] Αὐτόθι, 26130-2625 (=PG 83, 329D, 332Α).

[169] «Ὅταν τὸ σῶμα ἢ τὴν σάρκα ἢ τὴν ἀνθρωπότητα πεπονθέναι λέγωμεν͵ τὴν θείαν οὐ χωρίζομεν φύσιν. Ὥσπερ γὰρ ἥνωτο πεινώσῃ καὶ διψώσῃ καὶ κοπιώσῃ͵ καὶ μέντοι καὶ καθευδούσῃ͵ καὶ ἀγωνιώσῃ τὸ πάθος͵ οὐδὲν μὲν τούτων ὑφισταμένη͵ συγχωροῦσα δὲ ταύτῃ δέχεσθαι τὰ τῆς φύσεως πάθη͵ οὕτω συνῆπτο καὶ σταυρου μένῃ͵ καὶ συνεχώρει τελεσιουργηθῆναι τὸ πάθος͵ ἵνα λύσῃ τῷ πάθει 265 τὸν θάνατον͵ ὀδύνην μὲν ἐκ τοῦ πάθους οὐ δεχομένη͵ τὸ δὲ πάθος οἰκειωσαμένη͵ ὡς ναοῦ γε ἰδίου͵ καὶ σαρκὸς ἡνωμένης», Αὐτόθι, 26427-2654 (=PG 83, 336Α).

[170] Αὐτόθι.

About sooteris kyritsis

Job title: (f)PHELLOW OF SOPHIA Profession: RESEARCHER Company: ANTHROOPISMOS Favorite quote: "ITS TIME FOR KOSMOPOLITANS(=HELLINES) TO FLY IN SPACE." Interested in: Activity Partners, Friends Fashion: Classic Humor: Friendly Places lived: EN THE HIGHLANDS OF KOSMOS THROUGH THE DARKNESS OF AMENTHE
This entry was posted in PHILOSOPHICAL THEMES and tagged , , , , , . Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Please log in using one of these methods to post your comment:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s