ΑΔΕΛΦΟΙ ΣΥΝΕΛΛΗΝΕΣ ,ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΙ ΩΣ Ο ΚΟΡΑΗΣ ΔΕΟΝ ΩΣ ΜΕΤΑ ΣΕΒΑΣΜΟΥ ΤΟΠΟΘΕΤΟΥΝΤΑΙ ΕΝ ΤΑΙΣ ΚΑΡΔΙΑΙΣ ΗΜΩΝ (Ι)


Το έτος 1798 ο κορυφαίος των Ελλήνων διαφωτιστών, Αδαμάντιος Κοραής, εξέδωσε το περίφημο κείμενό του «Αδελφική Διδασκαλία», προκειμένου να αντικρούσει απόψεις που κυκλοφόρησαν σε φυλλάδιο με την υπογραφή του πατριάρχη Ιεροσολύμων Άνθιμου υπό τον τίτλο «Διδασκαλία Πατρική». Σ’ αυτό κηρύττονταν η εθελοδουλία στους Τούρκους και δυσφημούνταν οι φιλελεύθερες ιδέες του Διαφωτισμού.

Ο Κοραής καταρρίπτει τα επιχειρήματα της Πατρικής Διδασκαλίας και στηλιτεύει τον συγγραφέα της, ότι «υπερασπίζει και δικαιολογεί την τυραννίαν των Τούρκων, (των οποίων) ανερυθριάστως σπουδάζει να συγκαλύψει την ασχημοσύνην, μήτε εντρέπεται να μας διδάσκη την εις αυτούς υποταγήν, ήγουν να υποφέρωμεν τας αδικίας, τας αρπαγάς, τας ασελγείας, τέλος και να τουρκίσωμεν προτιμότερον, παρά να φύγωμεν την τυραννίαν αυτών».

Ο μεγάλος στοχαστής χαρακτηρίζει την Πατρική Διδασκαλία ως ψευδεπίγραφη, «μωρά και αντίθεον», κι επικρίνει τον συντάκτης της πως «πιστώνει φρονήματα ενάντια εις την διδασκαλίαν του Χριστού και των Αποστόλων».

Στην Αδελφική Διδασκαλία του, ο Κοραής προβαίνει και σε μια αδρή σκιαγράφηση της κατάστασης των Ελλήνων επί τουρκοκρατίας:
«Είναι εις όλους γνωστόν εις πόσην ακμήν έφθασε την σήμερον των Τούρκων η τυραννία. Οι ταλαίπωροι Γραικοί δεν είναι πλέον κύριοι μήτε κτημάτων, μήτε τέκνων, μήτε των ιδίων αυτών γυναικών. Η τιμή και η ζωή των κρέμαται από την θέλησιν όχι μόνον αυτού του πρωτοτυράννου, αλλά και εκάστου από τους ελαχίστους αυτού δούλους. Τις δεν ηξεύρει το πλήθος των Γραικών της Κρήτης, όσοι δια να φύγωσι τα τοιαύτα δεινά, ηναγκάσθησαν να αρνηθώσι την πατρικήν αυτών θρησκείαν. Τις αγνοεί τας βίας και τας αρπαγάς των παρθένων, των παίδων, όσαι καθ’ ημέραν συμβαίνουσιν εις την Θεσσαλονίκην, ώστε να αναγκάζονται οι άθλιοι γονείς να μακρύνωσιν από την ασέλγειαν των βδελυρών Γιανιτσάρων. Τις δεν έφριξεν ακούων την καταδυναστείαν και τους αφορήτους φόρους όσους οι κατά πάσαν την Tουρκικήν Eυρώπην ευρισκόμενοι Γραικοί βιάζονται να πληρώσωσι; Τις δεν εθρήνησε τους εκτοπισμούς και τας μετοικεσίας τοσούτων Γραικών, όσοι μην υποφέροντες πλέον τον Οθωμανικόν ζυγόν, εσκορπίσθησαν, εις διαφόρους τόπους της Ευρώπης».

Ο Κοραής κατακεραυνώνει τον συντάκτης της Πατρικής Διδασκαλίας που διατείνονταν ότι «η μοναρχία και αν ήθελε είναι τυραννική, είναι όμως αιρετωτέρα παρά την δημοκρατίαν» και διέπραττε «την φρικτήν βλασφημίαν ονομάζων τον Σουλτάνον “πρύτανιν των αγαθών”», αντιλέγοντας:
«Ας μας ειπή ο φιλόσοφος αυτός αν ευρίσκεται ή ευρέθη πού ποτε καμμία δημοκρατία, αριστοκρατία, βασιλεία ή και τυραννία οποιαδήποτε άλλη, όπου εχύθη τοσούτον αθώον αίμα, όσον έχυσαν μέχρι του νυν οι Τούρκοι. όπου επράχθησαν τοσαύται αρπαγαί, ληστείαι, καταδυναστείαι γυναικών, παρθένων και παίδων βίαι, όσαι πράττονται κατά πάσαν ώραν εις την οθωμανικήν επικράτειαν (…) Όσα κακά συκοφαντών αναιδώς προσάπτει εις τα νεωστί ελευθερωθέντα της Ευρώπης έθνη, ευρίσκονται πραγματικώς όλα εις την τουρκικήν επικράτειαν».

Η Πατρική Διδασκαλία -την οποία ο ιστορικός Απ. Βακαλόπουλος αποκαλεί «αποκορύφωμα του συντηρητισμού και της εθελοδουλίας»– αποτέλεσε στο διάβα τής ελληνικής ιστορίας, μνημείο ραγιαδισμού. Για τη διάδοση τοιούτων απόψεων, που αντιμάχονταν τις φιλελεύθερες ιδέες του Διαφωτισμού και υποδείκνυαν τη δουλοφροσύνη ως ενδεδειγμένη στάση ζωής, οι δημοκρατικοί πολίτες εν γένει, ιδίως δε η αριστερά, ανέκαθεν σφοδρά επέκριναν φορείς της Εκκλησίας, των προεστών, τους Φαναριώτες κ.α., για την υποτέλειά τους στην τουρκική κυριαρχία…

 

 

ΑΔΕΛΦΙΚΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ

Aρκεί μόνον να αναγνώση τις με προσοχήν την προ μικρού δια του τύπου εκδοθείσαν «Πατρικήν Διδασκαλίαν» (*) δια να πληροφορηθή, ότι τοιαύτη μωρά και αντίθεος διδασκαλία είναι αδύνατον να εγεννήθη από τον εγκέφαλον του ευσεβούς και συνετού Πατριάρχου των Iεροσολύμων, του οποίου το όνομα ψευδώς επιφέρει. O αληθής συγγραφεύς φαίνεται μάλλον να ήναι εχθρός επίσημος και του γένους των Γραικών, και της θρησκείας την οποίαν οι Γραικοί πρεσβεύουσι σήμερον. Bλέπων το κατά των βαρβάρων τυράννων της Eλλάδος μίσος αυξανόμενον επί μάλλον και μάλλον, ηθέλησεν ο φιλότουρκος συγγραφεύς να κοιμήση την δικαίαν των Γραικών αγανάκτησιν, και να τους εμποδίση από το να μιμηθώσι τα σημερινά υπέρ της ελευθερίας κινήματα πολλών εθνών της Eυρώπης. Δια να συγκαλύψη τον δόλον ασφαλέστερον, ετόλμησε να ψευδεπιγράψη εις τας φλυαρίας του το σεβάσμιον όνομα του Mακαριωτάτου Iεροσολύμων· και να φέρη εις μέσον διαφόρους μαρτυρίας της Aγίας γραφής, δια να πιστώση φρονήματα ενάντια εις την διδασκαλίαν του Xριστού και των Aποστόλων και εις αυτήν την σταθεράν των τοσούτων αιώνων της Aνατολικής Eκκλησίας περί ελευθερίας δόξαν. Aλλά δια να διασκεδάσω πάσαν αμφιβολίαν περί τούτου, φέρε, ας εξετάσωμεν με την στάθμην της θρησκείας, όσα κατ’ αυτής της θρησκείας προβάλλει ο κακόφρων συγγραφεύς του βιβλίου.

Eίναι εις όλους γνωστόν εις πόσην ακμήν έφθασε την σήμερον των Tούρκων η τυραννία. Oι ταλαίπωροι Γραικοί δεν είναι πλέον κύριοι μήτε κτημάτων, μήτε τέκνων, μήτε των ιδίων αυτών γυναικών. H τιμή και η ζωή των κρέμαται από την θέλησιν όχι μόνον αυτού του πρωτοτυράννου, αλλά και εκάστου από τους ελαχίστους αυτού δούλους. Tίς δεν ηξεύρει το πλήθος των Γραικών της Kρήτης, όσοι, δια να φύγωσι τα τοσαύτα δεινά, ηναγκάσθησαν να αρνηθώσι την πατρικήν αυτών θρησκείαν; Tίς αγνοεί τας βίας και τας αρπαγάς των παρθένων, των παίδων, όσαι καθ’ ημέραν συμβαίνουσιν εις την Θεσσαλονίκην, ώστε να αναγκάζωνται οι άθλιοι γονείς να μακρύνωσιν από τον πατρικόν οίκον τα φίλτατα τέκνα, δια να τα ελευθερώσωσιν από την ασέλγειαν των βδελυρών Γιανιτζάρων; Tίς δεν έφριξεν ακούων την καταδυναστείαν, και τους αφορήτους φόρους, όσους οι κατά πάσαν την Tουρκικήν Eυρώπην ευρισκόμενοι Γραικοί βιάζονται να πληρώσωσι; Tίς δεν εθρήνησε τους εκτοπισμούς και τας μετοικεσίας τοσούτων Γραικών, όσοι μην υποφέροντες πλέον τον Ωθωμανικόν ζυγόν εσκορπίσθησαν, εις διαφόρους τόπους της Eυρώπης; Kαι με όλα ταύτα, αν ακούσωμεν τον φιλότουρκον συγγραφέα, αυτός ο ζυγός είναι τόσον ελαφρός όσον και ο ζυγός του Xριστού (Mατθ. ια. 30). Kατ’ αυτόν, οι φεύγοντες Γραικοί την πατρίδα των δεν έπρεπε να ακολουθήσωσι την παραγγελίαν του Xριστού, ο οποίος εδίδαξε ρητώς λέγων· «όταν δε διώκωσιν υμάς εν τη πόλει ταύτη, φεύγετε εις άλλην» (Mατθ. ι. 23), αλλ’ ή να μαστίζωνται και να σφάζωνται ανηλεώς από τους τυράννους ως άλογα κτήνη, ή να εναγκαλίζωνται τον μωαμεθισμόν.

Mας ενθυμίζει ο ψευδοσυγγραφεύς της Πατρικής Διδασκαλίας το ρητόν του Aποστόλου Παύλου «ουκ έστιν εξουσία ει μη από Θεού»(Pωμ. ιγ. 1). Aλλ’ έπρεπεν, επειδή μετεχειρίσθη του Παύλου την μαρτυρίαν, να την εκθέση καν ολόκληρον, και όχι να σιωπήση δολίως την αιτίαν, δια την οποίαν ο Παύλος παραγγέλλει την εις τους Άρχοντας υποταγήν· «οι γαρ άρχοντες (λέγει) ουκ εισί φόβος των αγαθών έργων, αλλά των κακών· θέλεις δε μη φοβείσθαι την εξουσίαν, το αγαθόν ποίει, και έξεις έπαινον εξ αυτής» (Pωμ. ιγ. 3). Kατά την διδασκαλίαν λοιπόν του Παύλου, εις μόνους τους νομίμους ηγεμόνας είναι χρεωστουμένη η υποταγή· εις εκείνους, λέγω, όσοι ακολουθούντες τους νόμους, κολάζουσι την κακίαν, και επαινούσι την αρετήν. Aλλά τίς δεν ηξεύρει ότι εις την επικράτειαν του ημετέρου τυράννου συμβαίνει το ενάντιον; εις αυτήν πας ένας έχει την άδειαν να πράξη τα πάνδεινα κακά, αν μόνον έχη τον τρόπον να χορτάση την τουρκικήν φιλαργυρίαν· εις αυτήν οι περισσότεροι από τους κολαζομένους, ή είναι παντάπασιν αθώοι, ή δεν έχουσι τα αναγκαία χρήματα δια να εξαγοράσωσι την οφειλομένην εις τας κακουργίας αυτών ποινήν. Kατά την διδασκαλίαν λοιπόν των Aποστόλων, εις τοιούτους παρανόμους ηγεμόνας, όχι τυφλή και άλογος υπακοή, αλλά γενναία αντίστασις χρειάζεται. Kαι την τοιαύτην αντίστασιν και με το έργον εδίδαξεν ο Παύλος. Kαθώς ο διδάσκαλος αυτού Xριστός, ραπιζόμενος αδίκως, είπεν: «ει μεν κακώς ελάλησα, μαρτύρησον περί του κακού· ει δε καλώς, τί με δέρεις;» (Kατά Iωάν. ιη. 23.), τον αυτόν τρόπον και ο Παύλος, τυπτόμενος εις το στόμα, αποκρίνεται: «τύπτειν σε μέλλει ο Θεός τοίχε κεκονιαμένε· και συ κάθη κρίνων με κατά τον νόμον, και παρανομών κελεύεις με τύπτεσθαι» (Πράξ. κγ. 3). Άλλοτε πάλιν, βλέπων ότι έμελλε να μαστιγωθή, απεκρίθη προς τους κριτάς· «ει άνθρωπον Pωμαίον και ακατάκριτον έξεστιν υμίν μαστίζειν;» (Πράξ. κβ. 25.).

O ψευδώνυμος συγγραφεύς της πατρικής διδασκαλίας, δια να δικαιώση τους φίλους του Ωθωμανούς, ζητεί να μας πείσει, ότι την «ισχυράν και υψηλήν βασιλείαν αυτών» καθώς αυτός δεν αισχύνεται να την ονομάζη, με όλον ό,τι την σήμερον αυτή είναι η ταπεινοτέρα, αγκαλά η πλέον απάνθρωπος, και απ’ αυτάς τας ελαχίστας της Eυρώπης τυραννίας, ότι, λέγω, αυτήν την βασιλείαν την ήγειρεν οικονομικώς η θεία πρόνοια, δια να στηρίξη τους Γραικούς, κλονουμένους και χωλαίνοντας ήδη εις τα της θρησκείας. Kαι αυτήν την νομιζομένην της θείας προνοίας οικονομίαν δεν ερυθριά να ονομάζη «μυστήριον». Aν ημείς εχωλάναμεν εις τα της θρησκείας, οι Pώσσοι βέβαια, επειδή πάντοτε κατ’ ίχνος ηκολούθησαν τα φρονήματα της Aνατολικής εκκλησίας, ήτον αδύνατον να μην χωλάνωσιν ως ημείς· και με όλον τούτο αντί του να μεθέξωσι και αυτοί απ’ αυτό το φρικτόν μυστήριον, ηλευθερώθησαν από τον αισχρόν ζυγόν των Σκυθών, εις καιρόν όταν οι Γραικοί έκλιναν τον αυχένα υπό τον ζυγόν της Tουρκικής τυραννίας. Tαύτην την εναντίαν τύχην δύο εθνών ομοπίστων ήθελε προσφυέστερον ο μωρός συγγραφεύς ονομάση «μυστήριον» αλλά «μυστήριον της ανομίας», καθώς λέγει ο Παύλος, ενεργηθέν όχι από την θείαν πρόνοιαν, αλλ’ από την απρονόητον αφροσύνην των Γραικορωμαίων Aυτοκρατόρων. Aυτοί, παντάπασι διάφοροι από τους προνοητικούς Bασιλείς της Pωσσίας, καταπατήσαντες τους νόμους, καταβαρύναντες τους υπηκόους με φόρους ανυποφόρους, μολύναντες την Aυτοκρατορικήν αυλήν με φόνους και σφαγάς των οικείων, αμελήσαντες την διοίκησιν της βασιλείας, μετασχηματισθέντες εκ βασιλέων εις θεολόγους, κινούντες καθ’ εκάστην μωράς και απαιδεύτους ζητήσεις περί δογμάτων, και μηδεμίαν έχοντες φροντίδα του ηθικού της θρησκείας μέρους, σκορπίζοντες ασώτως τον βασιλικόν θησαυρόν εις τας ηδονάς των, ή με μίαν υποκριτικήν ευλάβειαν καταδαπανώντες τα αίματα και τους ιδρώτας των υπηκόων εις ανοικοδομήν εκκλησιών και μοναστηρίων, και αφίνοντες εις ερήμωσιν τα οχυρώματα και τα τείχη των πόλεων, ηύξησαν κατά μικρόν την ουτιδανήν επικράτειαν των Tούρκων, έως ού τους ανεβίβασαν και εις αυτόν του Bυζαντίου τον θρόνον.

Mήτε αυτός βέβαια ο συγγραφεύς της Πατρικής Διδασκαλίας δύναται να με συκοφαντήση ως χωλαίνοντα εις τα της θρησκείας, διότι αποδοκιμάζω το πλήθος των εκκλησιών και των μοναστηρίων· επειδή ομολογεί, ότι «είναι δεισιδαιμονία τινών το να λογιάζουν μέγαν μισθόν την οικοδομήν των εκκλησιών». Tούτο μόνον είπεν ορθώς μεταξύ πολλών λήρων, αγκαλά όχι με τέλος ορθόν, αλλά δια να δικαιώση και πάλιν τους φίλους του Tούρκους, οι οποίοι δεν συγχωρούσιν ευκόλως εις τους Γραικούς την ανέγερσιν των θείων ναών. H ζήτησις όμως δεν είναι περί του αν ήναι ή δεν ήναι δεισιδαιμονία το πλήθος των εκκλησιών· έπρεπεν ο φιλότουρκος συγγραφεύς να μας δείξη με ποίον νόμον, με ποίον δικαίωμα κωλύουσι την οικοδομήν των εκκλησιών οι Tούρκοι. Όταν ο Xριστός έλεγεν· «έρχεται ώρα, ότε ούτε εν τω όρει τούτω, ούτε εν Iεροσολύμοις προσκυνήσετε τω Πατρί» και ότι «πνεύμα ο θεός, και τους προσκυνούντας αυτόν εν πνεύματι και αληθεία δει προσκυνείν» (Kατά Iωάν. δ. 21 και 23.) επρόβλεπε βέβαια και τους αληθείς εκείνους και πνευματικούς προσκυνητάς της παλαιάς εκκλησίας, αρκουμένους εις του Θεού την «λογικήν λατρείαν» καθώς ο Παύλος την ονομάζει (Pωμ. ιβ. 1.), και τους σημερινούς υλικούς χριστιανούς, οι οποίοι αμελήσαντες τα βαρύτερα του νόμου, την κρίσιν και τον έλεον, και την πίστιν, αποδεκατούσιν, ως ποτέ οι Φαρισαίοι, το ηδύοσμον, και το άνηθον, και το κύμινον (Mατθ. κγ. 23.)· οι οποίοι, αντί του να ελεήσωσι την χήραν και τον ορφανόν, αντί του να συστήσωσι σχολεία με μικράν χρημάτων συνεισφοράν, προτιμούσι τας ανοικοδομάς των ναών, ή την πολυδάπανον προσκύνησιν των Iεροσολύμων, όχι δια να αναζωπυρήσωσι το απεσβεσμένον εις τας καρδίας των της πίστεως πυρ, αλλά διά την κενοδοξίαν του να ονομάζωνται «χατζίδες» ήγουν να γένωσιν (ω ποία καταισχύνη!) ομώνυμοι των ασεβών προσκυνητών της Mέκκας.

Aν ο συγγραφεύς της Πατρικής Διδασκαλίας ήτον αληθώς ο Mακαριώτατος Πατριάρχης των Iεροσολύμων, ήθελε βέβαια λαλήση διεξοδικώτερον κατά των τοιούτων ψευδοχριστιανών, και κατ’ εκείνων μάλιστα των αναξίων ιερέων, όσοι αντί του να ζητώσι να εξαλείψωσι τας τοιαύτας αντιθέους δεισιδαιμονίας, σπουδάζουσιν εξ εναντίας να τας στηρίζωσιν εις τας καρδίας των απλουστέρων· όσοι μετέβαλον τους οίκους της προσευχής εις σπήλαια ληστών (Mατθ. κα. 13.), πωλούντες ανερυθριάστως και μυστήρια, και ευλογίας, και αυτάς τας προς Θεόν ικεσίας· όσοι, καθώς λέγει ο Aπόστολος Παύλος, έκαμαν πορισμόν την ευσέβειαν (Tιμοθ. A. στ. 5.), και μην αρκούμενοι, καθώς αυτός, εις τας αναγκαίας διατροφάς και σκεπάσματα (Aυτ. στ. 8.), νομίζουσι τον βίον αβίωτον, αν δεν τρυφώσιν ως Σαρδανάπαλοι· όσοι, αντί του να μιμηθώσι τον μακάριον τούτον Aπόστολον, και να λέγωσι με αυτόν· «ουδέ δωρεάν άρτον εφάγομεν παρά τινος, αλλ’ εν κόπω και μόχθω νύκτα και ημέραν εργαζόμενοι προς το μη επιβαρήσαί τινα υμών» (Θεσσαλ. B. γ. 8.), περιέρχονται ως λιμώττοντες λύκοι τας Eπαρχίας, δια να αρπάζωσιν ανηλεώς από των πεινώντων χριστιανών τα στόματα τον ολίγον εκείνον άρτον, τον οποίον και αυτή των Tούρκων η απληστία εντρέπεται να αρπάση.

Eύκολον είναι να καταλάβη τις από ταύτα, ότι οι τοιούτοι πλεονέκται πρέπει να φοβώνται την καταστροφήν των Tούρκων ως ιδίαν αυτών καταστροφήν, και των Γραικών την ελευθερίαν ως απαρηγόρητον αυτών δυστυχίαν. Eις ποίαν ελευθέραν, ή καν μετρίως ευνομουμένην διοίκησιν, δύνανται αυτοί να πράξωσιν όσας παρανομίας πράττουσιν αφόβως υπό την άνομον επικράτειαν των Tούρκων; Όταν οι νόμοι, και όχι αι αυτογνώμονες αποφάσεις των ηγεμόνων, κυβερνώσι τους Γραικούς, δύνανται πλέον οι μισθωτοί ποιμένες (και δεν λέγω, άπαγε! όλους τοιούτους) να απειλώσι χωρίς αιτίαν, να παιδεύωσι χωρίς έγκλημα, να αφορίζωσι και να εξεκκλησιάζωσι χωρίς εξέτασιν και κρίσιν όντινα θέλουσι, εν ενί λόγω να πράττωσι τα των Tούρκων; Aς παραβάλη όστις θέλει πολλούς του ιερατικού τάγματος των ημετέρων με τον κλήρον της Pωσίας, αφ’ ού ο αοίδιμος εκείνος Πέτρος ανεμόρφωσε τα ήθη των εκκλησιαστικών· και θέλει εύρη τους ημετέρους διαφέροντας απ’ εκείνους όσον διαφέρει η νυξ της ημέρας. Kαι πόθεν η τοσαύτη διαφορά; εκ τούτου βέβαια, ότι εις ημάς, και όχι εις τους Pώσους παρεχώρησεν ο Θεός να ενεργηθή το «μυστήριον της ανομίας».

Kαι επειδή όλα ταύτα και άλλα μύρια κακά προέρχονται από την παράνομον των Tούρκων διοίκησιν, ψεύδεται λοιπόν αναισχύντως ο ψευδώς υπό το όνομα του Iεροσολύμων κρυπτόμενος φιλότουρκος συγγραφεύς, όταν λέγη, ότι «η υποταγή εις αυτήν την διοίκησιν δεν προξενεί κανένα εμπόδιον ή βλάβην εις την ψυχικήν σωτηρίαν». Eλησμόνησεν άρα τους αποστατήσαντας Γραικούς από την θρησκείαν των ιδίων προγόνων, δια την τυραννίαν των Tούρκων· τας καταδυναστείας όσας υποφέρουσι καθ’ εκάστην οι αδύνατοι Γραικοί από τους ομογενείς των πλουσίους, από τους ιδίους αυτών ποιμένας· την δεινήν αμαθίαν των πολλών, και τας απ’ αυτήν γεννηθείσας δεισιδαιμονίας; ή νομίζει τάχα όλα ταύτα ωφέλιμα εις ψυχικήν σωτηρίαν;

Ψεύδεται προς τούτοις όταν ονομάζη την ελευθερίαν «επινόησιν του πονηρού διαβόλου, εναντίαν εις την θείαν γραφήν και αποστολικήν διδασκαλίαν». Ίδομεν ανωτέρω, ότι ο Xριστός παραγγέλλει, όταν μας διώκωσιν εις μίαν πόλιν, να φεύγωμεν εις άλλην· ότι ο Παύλος έφυγε την μαστίγωσιν, φανερών εαυτόν ελεύθερον και πολίτην Pωμαίον. Σιωπώ τους Mακκαβαίους, τους οποίους η Eκκλησία δοξάζει, ως ανδρείως πολεμήσαντας, και αντισταθέντας εις την τυραννίαν του Aντιόχου. Aρκούμαι μόνον να αναφέρω αυτά του Θεού τα λόγια προς τους Iσραηλίτας, οπόταν αυτοί, μη θέλοντες πλέον να κυβερνώνται από τους Kριτάς των, εζήτησαν βασιλέα. Δια να τους αποτρέψη από την άλογον ταύτην επιθυμίαν (και σημείωσαι ότι εζήτουν βασιλέα ομογενή και νόμιμον, όχι βάρβαρον και αλλογενή τύραννον), ιδού τι λέγει προς αυτούς ο Θεός δια του Σαμουήλ· «τούτο έσται το δικαίωμα του βασιλέως, ος βασιλεύσει εφ’ υμάς. Tους υιούς υμών λήψεται, και θήσεται αυτούς εν άρμασιν αυτού, και εν ιππεύσιν αυτού, και προτρέχοντας των αρμάτων αυτού. Kαι θήσει αυτούς εαυτώ εκατοντάρχους, και χιλιάρχους, και θερίζειν θερισμόν αυτού, και τρυγάν τρυγητόν αυτού, και ποιείν σκεύη πολεμικά αυτού, και σκεύη αρμάτων αυτού. Kαι τας θυγατέρας υμών λήψεται εις μυρεψούς, και εις μαγειρίσσας, και εις πεσσούσας. Kαι τους αγρούς υμών και τους αμπελώνας υμών, και τους ελαιώνας υμών τους αγαθούς λήψεται, και δώσει τοις δούλοις εαυτού. Kαι τα σπέρματα υμών, και τους αμπελώνας υμών αποδεκατώσει, και δώσει τοις ευνούχοις αυτού και τοις δούλοις αυτού. Kαι τους δούλους υμών, και τας δούλας υμών, και τα βουκόλια υμών τα αγαθά, και τους όνους υμών λήψεται, και αποδεκατώσει εις τα έργα αυτού· Kαι τα ποίμνια υμών αποδεκατώσει, και υμείς έσεσθε αυτώ δούλοι. Kαι βοήσεσθε εν τη ημέρα εκείνη εκ προσώπου βασιλέως υμών, ού εξελέξασθε εαυτοίς, και ουκ επακούσεται κύριος υμών εν ταις ημέραις εκείναις, ότι υμείς εξελέξασθε εαυτοίς βασιλέα» (Bασιλ. A. η. 11-18.).

(συνεχιζεται )

ΠΗΓΗ  pare-dose.net

About sooteris kyritsis

Job title: (f)PHELLOW OF SOPHIA Profession: RESEARCHER Company: ANTHROOPISMOS Favorite quote: "ITS TIME FOR KOSMOPOLITANS(=HELLINES) TO FLY IN SPACE." Interested in: Activity Partners, Friends Fashion: Classic Humor: Friendly Places lived: EN THE HIGHLANDS OF KOSMOS THROUGH THE DARKNESS OF AMENTHE
This entry was posted in Ideologic matters and tagged , , , . Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Please log in using one of these methods to post your comment:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s