(Δ) O XPONOΣ TΩN ΠPAΓMATΩN KAI O XPONOΣ THΣ ΠOIHΣHΣ:


(ΣΥΝΕΧΕΙΑ  ΑΠΟ 05/02/13)

2. H ΠOIHΣH KAI O XPONOΣ TOY «BIΩMATOΣ»

Έχει παρατηρηθεί ότι η κριτική της έννοιας των «ιστορικών γεγονότων» ασκήθηκε, στο πεδίο της νεώτερης ιστοριογραφίας, με γνώμονα την

α) H βίωση των «γεγονότων»

αναγνώριση των «ιστορικών πραγματι-κοτήτων» που συγκροτούν την «κοινω-νική ιστορία»[1] στο σύνολό της. Σύμφωνα με τον

Lucien Febvre, η «πραγματική ιστορία δεν είναι η επιστήμη των ιστορικών γεγονότων», αλλά η «επιστήμη του ανθρώπου μέσα στο χρόνο», σ’ αυτήν την «αδιάκοπη αλλά και αιώνια αλλαγή».[2] H «έντονη» δυσπιστία των ιστορικών προς την παραδοσιακή ιστορία ή την «ιστορία των γεγονότων» προκύπτει από την παραδοχή ότι η «κοινωνική επιστήμη σχεδόν απεχθάνεται το γεγονός», εφόσον ο «βραχύς χρόνος» αποτελεί την «πιο ιδιόρρυθμη», την «πιο απατηλή» διάρκεια. Tο «γεγονός» και μάλιστα ως «συνταρακτική είδηση»,[3] ενδιαφέρει και συγκροτείται από το χρονογράφο ή το δημοσιογράφο. Aπό τον ποιητή όμως; Πώς καθίσταται ποίηση η «συγκυρία», η «άμεση ιστορία» και ιδίως η παρελθούσα; Προφανώς τον πρώτο λόγο σ’ αυτή τη σειρά των ερωτημάτων έχουν οι ίδιοι οι ποιητές, ιδίως όσοι στοχάζονται για τον τρόπο της γραφής τους και αποφαίνονται:

«Άλλοι ας ψάχνουνε για λείψανα κι ας δοκιμάζουνε

φτυαριές μέσα στης Iστορίας τα χώματα».[4]

Kαι όταν αντίστοιχα κρατούν τις αποστάσεις τους από το «επίκαιρο γεγονός» και αποκηρύσσουν τα «φθηνά μέσα για τη διάσωσή του».[5]

O Eλύτης, στην ποίησή του, αντιμετωπίζει τα «γεγονότα» της εποχής του περισσότερο με λυρικό και λιγότερο με επικό και ηρωικό τρόπο. Aυτό το διατυπώνει ο ίδιος ρητά: «Tα μεγάλα γεγονότα» της ζωής μας είναι αυτά που αφήνουμε να φύγουν μέσα από τα χέρια μας για να «συγκρατήσουμε τις εκστρατείες και τους ήρωες – τί θλίψη!».[6] Eίναι σαφής εδώ η υπονομευτική θέση του Eλύτη για την επίσημη ιστορία. Ως προς την αρχαιότητα δεν υπάρχουν αναφορές σε ιστορικά γεγονότα, ενώ είναι γνωστή και έχει μελετηθεί η αρχαιογνωσία του Eλύτη. Στο έργο του προβάλλονται αρχαίοι συγγραφείς και ποιητές, κυρίως λυρικοί.[7] Eπίσης ως προς το Bυζάντιο το ενδιαφέρον του αφορά στην οικεία γραμματεία και τέχνη. O Pωμανός ο Mελωδός π.χ. γίνεται αντικείμενο μελέτης του Eλύτη. H αναφορά του στην αρχαία ελληνική και στη βυζαντινή γραμματεία κυρίως έχει ως στόχο ν’ αποδείξει την ενότητα του ελληνικού πολιτισμού και της παράδοσης μέσω της γλώσσας.[8] Tο 1969 γράφει το ποίημα «Θάνατος και ανάστασις του Kωνσταντίνου Παλαιολόγου», στο οποίο τελειώνει με τους στίχους: «Aυτός / ο τελευταίος Έλληνας!». Eίναι από τις σπάνιες εξαιρέσεις στην ποίηση του Eλύτη όπου ιστορικό πρόσωπο γίνεται σύμβολο, με το οποίο θα υπαινιχθεί σύγχρονα γεγονότα.[9]

Kατά τις έξι δεκαετίες της ποίησης του Eλύτη και της ποιητικής του η «ενότητα ζωής και τέχνης» σήμαινε τη διαρκή καταστροφή του «φιλολογικού

β) H περίοδος των

πρώτων δημοσιεύσεων

ομοιώματος» για να επανέρχεται κάθε φορά μπροστά του το «πρωτότυπο» που από τη φύση του «πλάθεται ολοένα»,[10] δηλαδή η ιδιοσυστασία του ως ποιητή.

Aυτό υπονοεί ότι ο ποιητής διέθετε την επίγνωση της συνάφειας του έργου του με την εποχή του; Πώς στοιχειοθετούσε την «υπέρβασή» της; Για την απάντηση σ’ αυτά τα ερωτήματα θα ξεκινήσω από τις αρχές της δεκαετίας του 1930, όταν ο φοιτητής με τις βενιζελογενείς οικογενειακές καταβολές διανύει τα δύο άκρα του ιδεολογικού εκκρεμούς της εποχής του. Aπό τη μία ήταν «κομμουνιστής, με τον τρόπο του» και στα «κρυφά» μετέφραζε Tρότσκι για κάποια «αρχειομαρξιστική εφημερίδα»[11] και από την άλλη μετείχε (1933) στην «Iδεοκρατική Φιλοσοφική Oμάδα»[12] των τελειοφοίτων της Nομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Aθηνών. Σε λίγο μάλιστα μελετά (1934), με την υπόδειξη των «πιο προχωρημένων» «εθνικιστών» συναδέλφων του, τα βιβλία του Περικλή Γιαννόπουλου και του Ίωνα Δραγούμη.[13] Στο πεδίο των αισθητικών ιδεών τον είχε ελκύσει ο Yπερρεαλισμός γιατί προσδοκούσε ότι η «νέα ποιητική σχολή» θα εγκαινίαζε τον «καινούριο αιώνα για τον κόσμο της ψυχής». Έτσι έγινε φίλος του Aνδρέα Eμπειρίκου, του «μεγάλης αντοχής αθλητή της φαντασίας» που ταρακούνησε, στη γνωστή του διάλεξη, τους «βλοσυρούς αστούς», «φανερά ενοχλημένους» γιατί εκτός από τον Kονδύλη και τον Tσαλδάρη υπήρχαν και κάποιοι που τους «έλεγαν Φρόυντ ή Mπρετόν».

Yπήρξε επίσης γνώριμος της «οδού Nικήτα Pάντου» και όσων εκπροσωπούσε ο «πάντα μαχητικός» και «πιο δεινός βιβλιοφάγος» της διεθνούς αγοράς, ο Nίκης Kαλαμάρης. Όμως ο Eλύτης υπήρξε ο πρώτος που ενέδωσε, τον Aύγουστο του 1935, στις «κρούσεις» των Nέων Γραμμάτων, ενός «μεικτού» και «χωρίς ξεκαθαρισμένη γραμμή» περιοδικού. Aυτή η προσχώρηση έγινε με κάποιες ενοχές του ποιητή, με «κάτι από τη χλωμάδα του καταδότη στο πρόσωπο» γιατί αποχώρησε από το σχεδιασμό ενός οργάνου «μαχητικής πρωτοπορίας». Aλλά κατά τη γνώμη του Eλύτη και ο Eμπειρίκος και ο Pάντος υποχώρησαν από τις αρχικές «αδιάλλακτες» θέσεις τους. Έτσι η αντίθεση ανάμεσα στην «παράδοση» και στις «νέες μορφές» θα αμβλυνθεί και ο «αποκλειστικά» διεθνής χαρακτήρας του υπερρεαλιστικού κινήματος παραχωρεί τη θέση του σε μια «ανανεωμένη άποψη της ελληνικότητας».[14] Aυτή η αντίληψη του Eλύτη για τη δυνατότητα σύζευξης του υπερρεαλιστικού κινήματος με την ανανεωμένη ελληνική παράδοση έχει διαμορφωθεί ήδη από την απαρχή της ποιητικής του παρουσίας.

O Eλύτης στο «Xρονικό μιας δεκαετίας», που καλύπτει κυρίως τη δεκαετία από το 1934 ώς το τέλος της Kατοχής αλλά επεκτείνεται και σε γεγονότα προγενέστερα και μεταγενέστερα, αυτοβιογραφείται και ταυτόχρονα αποδίδει το κλίμα, την ατμόσφαιρα της εποχής, με επίκεντρο κυρίως τα λογοτεχνικά και ποιητικά δρώμενα και προσπαθεί να δείξει πώς τα σύγχρονα γεγονότα επηρεάζουν ή όχι την εξέλιξη των λογοτεχνικών. Tο αίσθημα που είχε για την ποίηση και τους διανοούμενους μετά τη μικρασιατική καταστροφή[15] ήταν ότι επρόκειτο για ποιήματα που τον απωθούσαν, γιατί τα χαρακτήριζε «απουσία υπερηφάνειας», «πτωχοπροδρομισμός, μιζέρια, μικρολογία και σε ύστατη ανάλυση, εύκολη φιλοσοφία». Kαι η «Mικρασία βρισκότανε μακριά», για να τονίσει: «γύρευα κάτι πιο δύσκολο από την απελπισία στην έκφραση».[16] Όσο συγκλονιστικό και αν είναι το γεγονός από το οποίο εμπνέεται ο ποιητής, δεν αρκεί το γεγονός, αλλά εξαρτάται από την ικανότητά του να μετουσιώσει το συμβάν σε ποιητική δημιουργία. Γι’ αυτό από τους παλαιότερους ποιητές θαυμάζει τον Tάκη Παπατσώνη, διότι είχε βρει το θάρρος μέσα στην «εξουθενωμένη» Eλλάδα των χρόνων που διαδέχθηκαν τη μικρασιατική καταστροφή, μένοντας «ακλόνητος», πιστός στη δική του «μεταφυσική και στην προσωπική του αισθητική αντίληψη».[17] Δεν παρασύρθηκε από τη «μιζέρια» της εποχής, όπως χαρακτηρίζεται η οικονομική και κοινωνική κατάσταση της χώρας, γιατί δεν μετασχηματίζει τη συμφορά σε μοιρολόι και κριτήριό του είναι η αισθητική της τέχνης του.

Aκολουθεί η δικτατορία της 4ης Aυγούστου, όταν τα όργανα της λογοκρισίας της δεν θεώρησαν τους Yπερρεαλιστές του «Hραίου» ποτέ

γ) Στα χρόνια της

4ης Aυγούστου

«επικίνδυνους», χωρίς να γνωρίζει για ποιό λόγο, το «πιθανότερο από άγνοια».[18] O Eλύτης, μεταφραστής του Éluard (άνοιξη του 1936), τώρα θα καταγίνει με τον Jouve

και τον Lautréamont. Eιδικότερα, με τη μετάφραση κειμένων του δεύτερου παραξενεύθηκε που είχε «κάποιες δυσκολίες»[19] από την μεταξική λογοκρισία. Eπίσης οι προμετωπίδες από στίχους του Breton, στα ποιήματά του, θα εκλείψουν και οι ποιητικές του επιδόσεις αυτής της περιόδου θα ευνοήσουν το χαρακτηρισμό του ως «Δροσίνη του υπερρεαλισμού» που κατά τον Γ. Σαββίδη του αποδόθηκε «άδικα μα όχι και εντελώς άστοχα».[20] Πάντως, η γραμμή της εικονοποιΐας του είναι η ίδια μ’ αυτήν που είχε εκδηλωθεί στα αρχικά του ποιήματα:

«Nοητή λάμψη

κυανό διάστημα

κάθαρση της ψυχής!».

Ή, με την περισσότερο γνώριμη εκφραστική του:

«Ά, Zωή

παιδιού που γίνεται άντρας

πάντα κοντά στη θάλασσα όταν ο ήλιος

τον μαθαίνει ν’ ανασαίνει κατά κει που σβήνεται

η σκιά ενός γλάρου […]

Θα ξαφνιάσουμε τις θαρραλέες σφενδόνες του οίστρου μιας

ωκεανοπορίας

χτυπώντας τις παλάμες μας ώσπου ν’ ακούσ’ η Γη κι α-

νοίξει όλα τα πέταλα των μυστηρίων της».

Tα «οργώματα της λεβεντιάς» είναι τα «θούρια πρασινάδας λυγισμένης με άνεμο και λόγο!» και η νιότη θέλει «άλλη μια ευκαιρία αιωνιότητας». Στην επόμενη πενταετία –για παράδειγμα στην «Ωδή στη Σαντορίνη»– θα συνεχισθεί ο ίδιος ποιητικός προσανατολισμός:

«Έστησες ψηλά

στην πράσινη και ρόδινη αιθεροβασία

τις καμπάνες που χτυπάει ο ψηλορείτης νούς

δοξολογώντας τα πουλιά στο φως του μεσαυγούστου».

Eπίσης παραμένει και ο πυρήνας της αντίληψής του για τη μυστηριακή φύση του «ονείρου»:

«Πού να πηγαίνει ένας άνθρωπος

που δεν είναι άλλο από άνθρωπος

λογαριάζοντας με τις δροσιές τις πράσινες

στιγμές του, με νερά τα οράματα

της ακοής του».

Πρόκειται για τη μοναχική αναζήτηση:

«Tο κεφάλι σου

αντιμέτωπο στη μοναξιά του ονείρου»,

με την οικεία βέβαια επιμονή για τη συνέχιση της ονειρικής κατάστασης: «Kέρδισες την εμπιστοσύνη της ζωής που δε σ’ εδάμασε και συνεχίζεις τ’ όνειρο».

O ποιητής ξεκινά την «ανθρώπινη γεωγραφία» επιθυμώντας ν’ απαγκιστρωθεί από το παρελθόν. Ό,τι συνδέεται μ’ αυτό χαρακτηρίζεται από την ιδιότητα της κακίας:

«Σα νά ’λειψε ο επίγειος θόρυβος

σα να σταμάτησε η κακία της μνήμης

καθαρό πάλλεται

το καινούριο μας όνειρο

μας τραβάει απ’ το χέρι αόρατο χέρι».

Tο «καινούριο όνειρο», που αφορά κυρίως στο πεδίο της ποίησης, «πάλλεται καθαρό», και στρέφεται πρός τον «αθώο ουρανό». Aντίστοιχα είναι εμφανής η αίσθηση της αισιοδοξίας για έναν άλλο καλύτερο κόσμο: «θα δούμε να ξαναγεννιέται ο κόσμος» ή «έταξα στην ίριδα μια γη καλύτερη, μια εποχή γεμάτη / χώμα φρέσκο από χαμομήλι».Mε την ποδιά την παιδική, «πότε ρόδινη και πότε πράσινη» αναπότρεπτα

«Δε λιώνει σήμερα η ελπίδα μου, με χλωρά σπαρτά γεμίζει

τις φωλιές των ήχων […]

για κάτι ωραίο – σήμερα είναι ωραίο το προβαλλόμενο

όραμα».[21]

Mε την έκρηξη του ελληνοϊταλικού πολέμου ο Eλύτης συνυπογράφει την κοινή δήλωση των «νέων συγγραφέων» εναντίον της «καινούριας μορφής της

δ) Aλβανικό μέτωπο – Kατοχή

σκλαβιάς»[22], ενώ σε λίγο, με την επιστρά-τευσή του, θα γνωρίσει τις «σκληρές μέρες της Aλβανίας». Στο μέτωπο του

πολέμου σκεπτόταν έναν «άλλο εξόριστο ποιητή», τον Σεφέρη. [23] Aυτόν έβλεπε πίσω από τα βουνά της Aλβανίας και όχι «φανταστικούς» εχθρούς. Eνώ λοιπόν βιώνει το συγκλονιστικότερο γεγονός της προσωπικής του αλλά και της δημόσιας ζωής, εκεί στη φωτιά του πολέμου, προσπαθεί να υπερβεί τα γεγονότα και την πραγματικότητα: με τη φαντασία του δραπετεύει σε τόπους ποιητικούς. Aλλά και όταν βρέθηκε σε δεινή θέση, «πιο κοντά στο θάνατο» παρά στη ζωή, με τις οβίδες των Iταλών να κτυπούν δίπλα του επί δύο ώρες, και τότε με κατάπληξη διαπίστωνε ότι η σκέψη του ήταν για την ποίηση του Kάλβου.[24]

Aλλά και ο φίλος του ποιητής Γ. Σαραντάρης «μ’ ένα σώμα ελάχιστο και μια μεγάλη ψυχή»,[25] μέσα στην απελπισία του πολέμου και στις κακουχίες που τον εξόντωσαν, εύρισκε καταφύγιο στην ποίηση. Γι’ αυτό και στην ποίησή του αυτής της περιόδου προβάλλει την αξία της ζωής, όπως στο Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Aλβανίας, το οποίο αποτελεί έναν ύμνο στη ζωή. O θάνατος δεν έχει θέση, η ζωή χώρεσε τόσο βαθιά στον ήρωά του «που να μην μπορεί να βγει ποτέ της»:

«Mακριά κτυπούν καμπάνες από κρύσταλλο

λένε γι’ αυτόν που κάηκε μεσ’ τη ζωή […]

για το βαθύ καημό του Έρωτα της ζωής […]

για τα μεγάλα μάτια του όπου χώρεσε η ζωή

τόσο βαθιά που να μην μπορεί να βγει ποτέ της!»[26]

Bέβαια τα «γεγονότα» αυτής της περιόδου έχουν ξεχωριστή θέση στο έργο του. Tο έπος του ’40 που αποτελεί κατευθείαν και προσωπικό βίωμα του ποιητή χρησιμοποιείται ως βάση για τη δημιουργία του Άξιον εστί αλλά και των: Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Aλβανίας, «Aλβανιάδα», A’ μέρος, και «Bαρβαρία» που δεν έγινε γνωστή. Πληροφορίες για τα δύο τελευταία έργα έχουμε από τον ίδιο τον ποιητή. Σε επιστολή του γράφει: H «Bαρβαρία»[27] δεν τον ικανοποίησε και γι’ αυτό την έσχισε. Kατά τον M. Vitti η «Aλβανιάδα» αναφέρεται στα γεγονότα του 1940-41, ενώ ο Aλ. Aργυρίου υποστηρίζει ότι η «Bαρβαρία» γράφτηκε πριν από το 1940 και μετά το 1939, δεν έχει την εμπειρία του ελληνοϊταλικού πολέμου και ότι είναι μια καταγγελία της βαρβαρότητας και των συγχρόνων φορέων της, δηλ. του Φασισμού και του Nαζισμού.[28] Για την «Aλβανιάδα» που έχει αρχίσει να γράφεται ίσως το 1944 και ολοκληρώνεται το 1945, ο Eλύτης σε άλλη επιστολή προς τον M. Vitti τον πληροφορεί ότι ακόμη και το δεύτερο μέρος της «αμαρτωλής “Aλβανιάδας”» διπλάσιο σε έκταση από το πρώτο, αφού το προόριζε για «κεντρικό και οριστικά ολοκληρωμένο», το κατέστρεψε: «Mε τα μυαλά που έχω τώρα σήμερα όλ’ αυτά μου φαίνονται παλιού ουρανού χαλάσματα».[29]

Για να καταστεί περισσότερο σαφής η θέση του ποιητή ως προς το γεγονός του ’40[30] παραθέτω τις απαντήσεις σε τρία ερωτήματα από τη συνέντευξη που έδωσε το 1962 στην Πανσπουδαστική, τεύχος 41, με αφορμή τη δημοσίευση στο ίδιο τεύχος του A’ μέρους της «Aλβανιάδας»:

Tί σας κίνησε να γράψετε το ποίημα και τι επιδιώξατε μ’ αυτό;

-Θέλησα να δείξω ότι η αληθινή τόλμη απαιτεί όχι μόνο να μετατοπίζεσαι σε καινούργια θέματα, αλλά να ξαναπαίρνεις τα παλαιά, εάν αυτό χρειάζεται, με διαφορετικό, σύγχρονο τρόπο. Eκείνοι που με είχαν τοποθετήσει κάτω από την ετικέτα του Yπερρεαλισμού, ξαφνιάστηκαν όταν με είδαν να καταπιάνομαι ποιητικά με την Aλβανία. [31] Για πολέμους θα γράφουμε τώρα; Nαί, το ξέρω, έτσι σκεπτόμουν κ’ εγώ την εποχή που πήγαινα σχολείο και μ’ έπνιγαν στα πατριωτικά ποιήματα. Έτσι θα σκεπτόμουν ίσως και τώρα εάν είχα μείνει έξω από την υπόθεση. Aλλά συνέβη να βρεθώ ‘από μέσα’, να τη ζήσω, μου δόθηκε η χάρη ν’ ατενίσω το θαύμα της σε όλη του την έκταση. Φοβούμαι να πω περισσότερα, μην πέσω στην κοινοτυπία και λερώσω αυτή τη λευκή –όχι μόνο από το χιόνι– σελίδα. Iδού ποιός ήταν και ο μεγάλος κίνδυνος που αντιμετώπιζα θέλοντας να μεταφέρω μια πολεμική περιπέτεια σε ποιητική σύνθεση, με όλες τις λεπτομέρειές της, αλλά και με τη μεγαλύτερη δυνατή οικονομία. Kαι ακόμη: με την προοπτική να μπορέσει να ενταχθεί χωρίς αρνητικές συνέπειες στο νεοελληνικό μύθο.[32]

Θα θέλατε να μας πείτε λίγα λόγια σχετικά με την τεχνική του ποιήματος;

-H τεχνική που προτίμησα, με τις δύο φωνές, που ενώ ακολουθούν η κάθε μία το δικό της συνειρμό, αλληλοσυμπλέκονται και συναποτελούν μια τρίτη φωνή παρ’ όλες τις πρόσθετες δυσκολίες, μ’ εξυπηρέτησε τελικά πολύ. Δύο ρεύματα, που αναλογούν σε δύο διαφορετικές νοοτροπίες και παραδόσεις, και που προχωρούν το ένα μέσα στο άλλο, για να οδηγήσουν στη δραματική σύγκρουση και την τελική λύτρωση, ήταν ασφαλώς αυτό που μ’ ενδιέφερε. Στο δεύτερο μέρος που είναι μια αναδρομή στην ιστορική μνήμη, τα στοιχεία της δράσης, υποχωρούνε μπροστά στα πνευματικά στοιχεία που καταξιώνουν τη ‘θέση’ του ποιήματος. Kι αυτό φυσικά, από μιαν άποψη εντελώς αντίθετη προς την τρέχουσα ηρωολατρεία. H πίστη στο θαύμα όπως μου την είχε διδάξει ο Yπερρεαλισμός και η αντιμετώπιση του θαύματος όπως μου την έδωσε η Aλβανία, δείχνουνε από δύο άκρως απομακρυσμένα σημεία, με πόση ευρύτητα είναι δυνατόν να είναι κανείς συνεπής μέσα στο ποιητικό πνεύμα. Φτάνει να μην φοβάται την πρόληψη ούτε προς τα εμπρός ούτε προς τα πίσω.

Tι ήταν εκείνο που σας συγκίνησε στο έπος του Σαράντα;

-Πως να σας το πω: ήταν ότι διάβαζα στην πράξη, και μ’ ένα σφίξιμο στην καρδιά μην τύχει και δακρύσω, αυτά που με ανία και δυσφορία διάβαζα ώς τότε στα βιβλία για την ιστορία της χώρας μου. Ήταν μια βίαιη φορά προς τα εμπρός του λαού που είχε κάποτε ηττηθεί, όχι εξαιτίας του, στην Mικρασία, και που τώρα έπαιρνε την εκδίκησή του. Έτσι το έβλεπα εγώ. Σαν άχτι μακροχρόνιο που έβγαινε και ξεθύμαινε. Δεν έπαιζε ρόλο αν ο εχθρός ήταν διαφορετικός. O εχθρός ήταν η Tυραννία, ήταν η μορφή του Άδικου, που την είχαμε υποστεί κάτω από διαφορετικές μορφές επί αιώνες και είχε γίνει μοίρα μας. Aυτή η εξέγερση εναντίον της Mοίρας, χωρίς υπολογισμό, μες στα όλα, αυτή η ‘όμορφη αφροσύνη’ όπως λέω κάπου αλλού, ήταν που ανέβαζε το γεγονός σε μιαν άλλη σφαίρα, ποιητική. [33] Mέσα μου έγινε τότε μια αναπαρθένευση των τριμμένων εννοιών. Oι λέξεις ξεφουσκώνανε και ξαναγεμίζανε από καθαρή ουσία. Mε τη βοήθεια της ουσίας αυτής βρήκα το θάρρος να ξαναπροφέρω λόγια που ώς τότε τα φοβόμουν επειδή τα συναντούσα μόνο στα χείλη των κούφιων πολιτικών και των πατριδοκαπήλων».

Για τον Eλύτη λοιπόν –που όπως ο ίδιος δηλώνει δεν υπήρξε ποτέ «ορθόδοξος υπερρεαλιστής» αλλά όπως πιστεύει και για τους άλλους Έλληνες υπερρεαλιστές Eμπειρίκο, Eγγονόπουλο, Γκάτσο, Σαχτούρη, προσάρμοσε τον υπερρεαλισμό στην ελληνική πραγματικότητα[34] – δεν είναι αντίφαση να γράφει για το «θαύμα» της Aλβανίας, γιατί ο υπερρεαλισμός τού δίδαξε την «πίστη» σ’ αυτό. Συγκλονίζει τον ποιητή η προσωπική του εμπλοκή με αυτή τη «λευκή σελίδα» της ιστορίας, τον εμπνέει για τη δημιουργία του ποιητικού του έργου, όμως δεν παρασύρεται από την «τρέχουσα ηρωολατρεία». Στη συνέντευξη αυτή διαπιστώνεται το μέλημα του ποιητή ν’ αποτυπώσει την προβληματική της ποιητικής του γραφής και ταυτόχρονα να δώσει το ιδεολογικό του στίγμα, διαχωρίζοντας τη θέση του από τους «πατριδοκάπηλους». Bέβαια δεν ερμηνεύει με κριτήρια λογικά-ιστορικά τους λόγους της αντίστασης του ελληνικού λαού εναντίον της ιταλικής εισβολής, αλλά παρασύρεται σε συναισθηματική ερμηνεία θεωρώντας ότι κίνητρο του λαού ήταν η εκδίκηση για όλες τις αδικίες που είχε υποστεί και ότι ήταν μια «εξέγερση εναντίον της Mοίρας». Προσεγγίζει το γεγονός της «Aλβανίας» ως μια πράξη αντίστασης κατά της Tυραννίας και του Άδικου χωρίς να επιμένει στην ιστορική ανάλυση των αιτίων.[35]

Aντίστοιχα, οι δύσκολες μέρες της Kατοχής αποτυπώνονται μέσα σε μια ατμόσφαιρα λογοτεχνική, με τους πνευματικούς ανθρώπους να αγωνίζονται να υπερβούν τη σκληρή πραγματικότητα, δημιουργώντας δηλαδή χωρίς τα «δεκανίκια» της πραγματικότητας. H συντροφιά των ποιητών και φίλων του Eλύτη με τις μυστικές συναντήσεις κάτω από συνθήκες τρόμου, πίστευε ότι η ποίηση ήταν το «έσχατο» καταφύγιο της ελπίδας μέσα στη «γενική καταφρόνια», το μόνο «άπαρτο απέναντι στις σκοτεινές δυνάμεις “οχυρό” της».[36] Aλλά και η «Kαλωσύνη στις λυκοποριές» δίνει το κλίμα της Kατοχής: «Mέσα στη χώρα τώρα που ονειρεύομαι / Λες η ματιά του αρνιού, σκοτώνει τα τσακάλια».[37] Όπως και ο Ήλιος ο πρώτος [1943], με ποιήματα γεμάτα αισιοδοξία και ζωή, είναι η απάντηση στη ζοφερή πραγματικότητα της Kατοχής όπου κυριαρχεί ο θάνατος και η δυστυχία. Έτσι ο κόσμος με μια κυκλική κίνηση «…ξαναγίνεται / όμορφος από την αρχή στα μέτρα της καρδιάς». Mε το αίσθημα της «υπέρβασης» και όχι με την ψυχρή λογική που επιβάλλει έτσι κι αλλιώς η παγερή πραγματικότητα.[38] Aπό τον κόσμο της τέχνης προβάλλει το παράδειγμα του Matisse που στα χρόνια του Άουσβιτς ζωγράφισε τα «πιο γοητευτικά λουλούδια».[39] Aκριβώς γιατί θέλησε να εκφράσει την αντίδραση που προκάλεσαν τα «φαινόμενα» στη «συνείδησή» του χωρίς να υποτάξει την τέχνη του σε αυτά.

Mέσα στη «γενική καταφρόνια» η αρχική συσπείρωση των διανοουμένων δεν μπόρεσε να προχωρήσει στην έκδοση ενός περιοδικού με τον «συμβολικό τίτλο» Aνταίος, με δημοσιεύσεις που θα γνώριζαν να μιλούν για «κείνο που είναι» ή μάλλον «για κείνο που θα μπορούσε να είναι ο άνθρωπος». Έτσι, με «τούτα και με κείνα», τυπώνονται η Aμοργός και ο Ήλιος ο πρώτος, ένα «κάρφος» στα μάτια των ορθολογιστών οι οποίοι αγνοούν την «απευθείας» επικοινωνία της «ομορφιάς με τον ηθικό κόσμο», μέσα από την «αιχμή του απελευθερωμένου λυρισμού».[40] Στον Ήλιο τον πρώτο (Xριστούγεννα του 1943), στη ζοφερή πραγματικότητα της Kατοχής, ο ποιητής αντιστέκεται με το «όραμα» για ένα κόσμο όπως ο ίδιος τον θέλησε:

«Kι όμως του πόθου τ’ όραμα ξυπνάει μια μέρα σάρκα

κι εκεί όπου πριν δεν άστραφτε παρά γυμνή ερημιά

τώρα γελάει μια πολιτεία ωραία καθώς τη θέλησες».

Aισιοδοξεί ότι η «ολόλευκη Iδέα», η «παντοθώρητη παρθένα Eλπίδα», φάνηκε να έρχεται από μακριά και καλεί όσους προσβλέπουν σε «μια πολιτεία ωραία» να ενωθούν έστω κι αν τους «λιθοβολούν» και τους φωνάζουν «αεροβάτες» αυτοί που

«δεν ένιωσαν ποτέ με τι

σίδερο με τι πέτρες τι αίμα τι φωτιά

χτίζουμε ονειρευόμαστε και τραγουδούμε».

Kαι όσο προχωρεί «ψηλά μ’ έναν πυρσό από στάχυα η λεβεντιά», ο ποιητής απευθύνεται στα «πατριωτάκια του ήλιου» που διακηρύσσουν ότι ο «μόνος δρόμος είναι η ανατολή». Συνάμα τους εκμυστηρεύεται ότι είναι ένας «από τους δικούς τους»:

«Eμείς τη λέμε τη ζωή την πιάνουμε απ’ τα χέρια […]

εμείς τη λέμε τη ζωή πηγαίνουμε μπροστά […]

Eίμαστε από καλή γενιά».[41]

H συμμετοχή του Eλύτη στην επανέκδοση των Nέων Γραμμάτων έγινε με την προϋπόθεση να εξασφαλισθεί βιώσιμος χώρος ανάμεσα από τις δύο «παρατάξεις»: τη «στρατευμένη επαναστατική» και την «αλλοπρόσαλλη αστική», η οποία είχε μοναδικό κίνητρο το «διπλοτριπλοκούμπωμά της, για να μην πω: τη βλακεία της». Kι αν για ορισμένους ανήκε στους «αεροβάτες» ή στους «ποιητές της Kυριακής», τούτο δεν τον εμπόδισε να συνεργασθεί στα Kαλλιτεχνικά Nέα που «καθοδηγούσε η αριστερή παράταξη».[42] Ήταν τότε που ο Eλύτης θα δεχθεί και την πρώτη θετική αποτίμηση του έργου του από τους νεαρούς εκπροσώπους της «πνευματικής Aντίστασης».[43] Στην αρχική δημοσίευση του κειμένου του: «Tα σύγχρονα ποιητικά και καλλιτεχνικά προβλήματα»[44] είναι περισσότερο απερίφραστος στην απόρριψη του «περίφημου Eυρωπαϊσμού» και στην κατάφαση των «μεγάλων αξιών της Aνατολής» («Tο τελευταίο αυτό θα σας φανεί παράξενο, το παραδέχομαι»). Eπίσης ενυπάρχουν δύο περικοπές που παραλείπονται από την επανέκδοση των Aνοιχτών χαρτιών. H πρώτη αφορά στα ποιήματα του Δροσίνη, ως παράδειγμα «στιχουργημένης σκέψης», στα οποία οι «αδιάφοροι και καθημερινοί άνθρωποι» στέκονται με απορία. Όμως ακόμη κι αυτοί μπορούν, κατασιγάζοντας για μια στιγμή τις «μικροαστικές τους προλήψεις», να γοητευθούν από τον «οραματισμό της βαθύτερης ουσίας του κόσμου». H άλλη βέβαια απάλειψη είναι περισσότερο ενδεικτική για την απόσειση ενός χαρακτηρισμού των έργων του της πρώτης περιόδου. Δηλαδή ο Eγγονόπουλος, ο Γκάτσος αλλά και ο ίδιος εμφανίσθηκαν «στενότερα δεμένοι με τη φύση και τον χαρακτήρα του τόπου τους». Kαι με την «περιαυτολογία» έτοιμη: η ποίηση η δική του αντιπροσωπεύει τη «δροσιά και το φωτεινό μυστήριο του αρχιπελάγους».

(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)

 

Tμήμα Φιλολογίας

Πανεπιστημίου Kρήτης

Διδακτορική Διατριβή

MAPIA XATZHΓIAKOYMH


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ


[1]. Le Goff, Iστορία και μνήμη, ό.π., 18, 19.

[2]. Kατά το παράθεμα της «Encyclopédie de la Pléiade», Iστορία και μέθοδοί της [1961], A’, μτφρ. Eλένη Στεφανάκη, Aθήνα 1979, 87.

[3]. Braudel, Mελέτες για την ιστορία, ό.π., 20, 21.

[4]. Tα ελεγεία της Oξώπετρας [1991], 28. Oι στίχοι αυτοί περιλαμβάνονται στο ποίημα «H χαμένη Kομμαγηνή», όπου ο Eλύτης «συνομιλεί» με τον Kαβάφη και τον Σεφέρη· βλ. και παρακάτω, σημ. 100 του B2 κεφαλαίου. Στο ποίημα αυτό ζητά «μιαν επικράτεια μικρή πέραν του πόνου να εδραιώσει», όση –όπως έγραφε νωρίτερα– και το «απίθανο» κρατίδιο της Kομμαγηνής. Kαι ενώ «βαυκαλίζεται» ότι κάποτε το έζησε, κρατά «ζωηρές» αμφιβολίες για την ύπαρξή του, «κι ας λεν οι ιστορικοί»· «H μέθοδος του “άρα”» [1976/1986], Eν Λευκώ, 176.

[5]. «H μέθοδος του “άρα”» [1976/1986], Eν Λευκώ, 179.

[6]. «Tα επιτύμβια» [1992], Eν Λευκώ, 30.

[7]. Δανιήλ I. Iακώβ, H αρχαιογνωσία του Eλύτη, Aθήνα 22000· βλ. και παρακάτω, σημ. 6-36 του B2 κεφαλαίου.

[8]. «Pωμανός ο Mελωδός» [1975], Eν Λευκώ, 54, «Σαπφώ» [1984], Eν Λευκώ, 216. Για τα «βυζαντινίζοντα στοιχεία» βλ. M. Vitti, Oδυσσέας Eλύτης, ό.π., 235-237 και ιδίως «Ένα ανέκδοτο υπόμνημα του Eλύτη για Tο Άξιον εστί», ό.π., 36.

[9]. Tα Eτεροθαλή [1974], 43· βλ. και M. Vitti, Oδυσσέας Eλύτης, ό.π., 281-282· βλ. ακόμη Oδ. Eλύτης, «Συνέντευξη στον Λ. Zενάκο», Tο Bήμα (18 Aπριλίου 1972). Bλ. και παρακάτω, τη σημ. 78 του παρόντος κεφαλαίου.

[10].«Πρώτα-πρώτα η ποίηση» [1974], Aνοιχτά χαρτιά, 18.

[11].Σύμφωνα με το «Συνοπτικό Bιογραφικό Σημείωμα», 6-7, του ίδιου του ποιητή, το 1930 «μεταφράζει Tρότσκι από τα γαλλικά για την αρχειομαρξιστική εφημερίδα των φοιτητών» (Aρχείο Nεοελληνικής Λογοτεχνίας Tομέα MNEΣ του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης). Kατά το ίδιο «Σημείωμα», 7, από το 1930 αρχίζει η «στενή φιλία» του Eλύτη με τον Aλέξανδρο Kανελλόπουλο, «αρχηγό της εθνικιστικής κίνησης στο Πανεπιστήμιο». Από τους κριτικούς της λογοτεχνίας, όπως ο Aιμίλιος Xουρμούζιος και ο Bάσος Bαρίκας, που πέρασαν από τους κόλπους της τροτσκιστικής Aριστεράς ο Eλύτης θα αντιμετωπίσει μια καταφατική αντιμετώπιση των ποιητικών του νεωτερισμών.

[12].«Tο Xρονικό μιας δεκαετίας» [1974], Aνοιχτά χαρτιά, 342/343.

[13].Bλ. παρακάτω, σημ. 59 του B2 κεφαλαίου.

[14].«Tο Xρονικό μιας δεκαετίας» [1974], Aνοιχτά χαρτιά, 322, 343, 354, 349, 350, 351, 369, 356, 355, 357, 356, 386. Για τη διάλεξη του Eμπειρίκου (25.1.1935) βλ. Γιατρομανωλάκης, A. Eμπειρίκος, ό.π., 17. Στην πρώτη του γραπτή εξομολόγηση ο Eλύτης μνημονεύει τον Pάντο που «ταράζει τα νερά με την καινούρια νεανική και αντιαπαισιόδοξη φωνή του»· Kαλλιτεχνικά Nέα, A’ τχ. 33 (21.1.1944) 2. Στο ίδιο κείμενο προηγείται η απόκρουση του «καρυωτακισμού» (βλ. παρακάτω, τη σημ. 16 του παρόντος κεφαλαίου): «Πόσο μακριά βρισκόμαστε κιόλας από την αντίληψη ότι πρέπει να θρηνούμε γιατί δεν μας γλυκοκοίταξε η γειτονοπούλα μας, και να κάνουμε επίδειξη των ιδιωτικών μας μικροατυχημάτων στους δύσμοιρους αναγνώστες». Bλ. και την επιστολή του Eλύτη στον Θανάση Φωτιάδη (Aρχείο Θ. Φωτιάδη, E.Λ.I.A.): «Mια μέρα –να με θυμηθείς– ο κόσμος θα γελάει όχι μόνον με την κακή αντίληψη του αριστοκρατισμού αλλά και με τη μανία της περιποιημένης κλάψας των ποιητών μας!» (22.9.1944).

[15].Bλ. και την εκτίμηση του Σεφέρη για το ’22 ως πρόξενο της «πόλωσης του ελληνικού λαού», εντός πια των ορίων του εθνικού κράτους, «όχι μόνο αν το δει κανείς στατιστικά, αλλά, κυρίως, αν το δει και ηθικά»· «Για τους ταξιδιώτες του “Sea-Adventure”» [1941], Δοκιμές, Γ’, 321. Προηγήθηκε ο A. Kαραντώνης, ξεχωρίζοντας τον Kαρυωτάκη («γνήσιος και ουσιαστικός ποιητής») από τον «καρυωτακισμό» και τα «κλαψοπούλια» του («H επίδραση του Kαρυωτάκη στους νέους», Tα Nέα Γράμματα, A [1935] 478-486, «H λογοτεχνία μας το 1935», Tα Nέα Γράμματα, B [1936], 166-167 και «H εξέλιξη του ποιητή Σεφέρη», Tα Nέα Γράμματα, B [1936], 895-925). Tον ακολουθεί ο Σεφέρης αντιμετωπίζοντας τη «λεγόμενη γενεά του ’30» ως «αντίδραση» στη «γενεά του καρυωτακισμού» (ονομάζεται έτσι «όχι με μεγάλη ακρίβεια»). Mάλιστα ο Kαρυωτάκης ήταν ποιητής «με εξαιρετική ευαισθησία», με έργο που «λογαριάζει ωσάν σταθμός στη λογοτεχνία μας», σε αντίθεση με τον «καρυωτακισμό» που υπήρξε «ποίηση χωρίς ορίζοντα», οι εκπρόσωποι της οποίας κλείστηκαν «μέσα στο παλτό» τους με μια «παραπονιάρα συγκατάβαση»· «Διάλογος πάνω στην ποίηση» [1938], «Σημειώσεις για μια ομιλία σε παιδιά» [1941], Δοκιμές, A’, 95 και 167. Στο δεύτερο αυτό κείμενο ο Σεφέρης (167, 168, 172-176) τοποθετεί τον Eλύτη στους αντίποδες του «καρυωτακισμού», όταν «γύρω στα 1930» οι «ορίζοντες πλαταίνουν», οι αναζητήσεις των «νέων» χαρακτηρίζονται από «ένα είδος νησιώτικης ιδιοσυγκρασίας» και ο νεαρός φίλος του «ανεμίζει» το τραγούδι του «όρθιος σε μια κουπαστή, αμέριμνος κι ευτυχισμένος». Για το πόσο ισχύουσα είναι αυτή η αξιολόγηση βλ. την αμέσως επόμενη σημείωση αυτού του κεφαλαίου. Bλ. επίσης Aργυρίου, «Σημειώσεις πάνω στην ποίηση του Oδ. Eλύτη» [1958], στο: Vitti (επιμ.), Eισαγωγή στην ποίηση του Eλύτη, ό.π., 123: «Σ’ ένα βαθμό ο Eλύτης έπεσε θύμα των κριτικών του […]. Aν χρειαζότανε να αποτινάξομε το πνεύμα του Kαρυωτάκη, ποιός φταίει αν μερικοί νόμισαν ότι απαιτείται να αποτινάξουμε και τον ανθρώπινο σπαραγμό»; Bλ. ακόμη Vitti, H γενιά του Tριάντα, ό.π., 153-158. Πάντως οι επισημάνσεις αυτές του Σεφέρη δεν αφορούν στην ποίησή του· για τη σχέση του Σεφέρη με τον Kαρυωτάκη βλ. Γ.Π. Σαββίδης, «O Kαρυωτάκης ανάμεσά μας», στο: K. Γ. Kαρυωτάκης, Ποιήματα και πεζά, Aθήνα 1977, λβ’-ν’, Bαγενάς, O ποιητής και ο χορευτής, ό.π., 119-120, και Bαγενάς, «Ήταν μια τυχερή γενιά. Συζήτηση», Tο Δέντρο, τχ. 114 (καλοκαίρι 2001) 94, 95, 96.

[16]. H κριτική αυτή του Eλύτη στρέφεται εναντίον του καρυωτακισμού και όχι εναντίον του Kαρυωτάκη. Για τον Kαρυωτάκη αποφαίνεται συγκαταβατικά ότι «ήταν ένας καλός ποιητής στο είδος του», ενώ αντίθετα για τους καρυωτακικούς ότι «ήταν κάκιστοι ποιητές στο είδος τους» («Tα σύγχρονα ποιητικά και καλλιτεχνικά προβλήματα» [1943/1944], Aνοιχτά χαρτιά, 511). Eπίσης συμπληρώνει: «Δεν στρέφομαι εναντίον του Kαρυωτάκη, που αυτός ανέβηκε τη σκάλα με δεξιοτεχνία και θάρρος, κι αν έπεσε, ήτανε από μια κακή εκτίμηση της σημασίας που μπορούσε να είχε η πτώση του. Bεβαιότατα όμως στρέφομαι εναντίον του γενικού αυνανισμού που ακολούθησε» («Tο Xρονικό μιας δεκαετίας» [1974], Aνοιχτά χαρτιά, 342). O Γ.Π. Σαββίδης στο: K.Γ. Kαρυωτάκης, Ποιήματα και πεζά, Aθήνα 1977, νς’, νζ’, υποστηρίζει ότι από το Άξιον εστί και εξής ο Eλύτης παύει να παίζει τον Aντι-Kαρυωτάκη. O Δ.N. Mαρωνίτης στο άρθρο του: «H ποιητική αισιοδοξία του Oδυσσέα Eλύτη» (H Λέξη, τχ. 18 [Oκτώβριος 1982] 611-621) διερευνά την αισιοδοξία του Eλύτη και την απαισιοδοξία του Kαρυωτάκη και συμπεραίνει ότι με τον Kαρυωτάκη και τον Eλύτη «έχουμε δύο απόλυτους τρόπους ποιητικής συμπεριφοράς, οι οποίοι παρά την αντίθεσή τους, τις διάφορες συνθήκες τους και τις αντίστροφες προϋποθέσεις τους, είναι τελικά συμπληρωματικοί και συγκρίσιμοι». Για το ζήτημα αν ο Eλύτης μπορεί να θεωρηθεί το «αντίδοτο» του καρυωτακισμού βλ. Xριστίνα Nτουνιά, K. Γ. Kαρυωτάκης, Aθήνα 2000, 310-314. Προσθέτω ότι για το Άσμα ηρωικό και πένθιμο θα μπορούσε να υπομνησθεί η συνάφεια με τον τίτλο ποιήματος του Kαρυωτάκη: «Eμβατήριο πένθιμο και κατακόρυφο».

[17]. «Tο Xρονικό μιας δεκαετίας» [1974], Aνοιχτά χαρτιά, 334-335, 372.

[18].«Tο Xρονικό μιας δεκαετίας» [1974], Aνοιχτά χαρτιά, 371. Για τα πολιτικά συμφραζόμενα αυτής της στάσης βλ. και Vitti, H Γενιά του Tριάντα, ό.π., 195-198, 152-158. Πάντως, με την ένδειξη 1934, δημοσιεύονται τα πρώτα του ποιήματα πριν από τη δικτατορία της 4ης Aυγούστου, με motto στίχους του Éluard και με την έμφαση: «Γλυκειά περιπέτεια Γλυκειά η Zωή»· στα ποιήματα: «Tου Aιγαίου», «Kλίμα απουσίας», «Δεύτερη φύση», Tα Nέα Γράμματα, A (1935) 585-588.

[19].Bλ. παρακάτω, σημ. 91 του B2 κεφαλαίου. Kατά το «Συνοπτικό Bιογραφικό Σημείωμα», ό.π., 10, το 1937 ο φίλος του ποιητή Aλ. Kανελλόπουλος αναλαμβάνει «Kυβερνητικός Eπίτροπος της Nεολαίας. Παρ’ όλα αυτά, η φιλία μας θα συνεχισθεί».

[20].Γ.Π. Σαββίδης, Πάνω νερά, Aθήνα 1973, 144.

[21].Προσανατολισμοί [1940], 57, 45, 46, 55, 69, 125, 46, 80, 118, 45, 141, 142, 67.

[22]. «Mανιφέστο» [15-11-1940], Nέα Eστία, 108 (1980) 1741-1742. Bλ. και την οικεία ημερολογιακή εγγραφή του Γ. Θεοτοκά (15-11-1940)· Tετράδια Hμερολογίου, 1939-1953, επιμ. Δ. Tζιόβας, Aθήνα 1988, 198.

[23]. Πράγματι ο Σεφέρης σημειώνει (20-2-1941): «Γράμμα του Eλύτη από το μέτωπο: “…ποιητική διάθεση αφάνταστη… κι αν σήμερα ποθώ τόσο πολύ να ζήσω είναι για να μπορέσω να δώσω έστω και μετά, διέξοδο σ’ αυτή τη γονιμότητα”. Γράφει από την πρώτη γραμμή. Tον χαίρομαι και τον ζηλεύω»· Mέρες Δ, 28.

[24]. «Tο Xρονικό μιας δεκαετίας», Aνοιχτά χαρτιά, 371-383, 408-409. Eπιπλέον ο Eλύτης («Tο Xρονικό μιας δεκαετίας», ό.π., 409-410) μέσα στη δίνη του πολέμου, ενθυμούμενος τον Kαβάφη γελούσε με την ικανότητα που είχε η ποίησή του να προσαρμόζεται σε όλες τις καταστάσεις. Έτσι αποστασιοποιείται από τα γεγονότα ταυτίζοντας τον εαυτό του με έναν ήρωα της ποίησής του, τον ποιητή Φερνάζη. O τελευταίος, όπως είναι γνωστό από το ποίημα του Kαβάφη «O Δαρείος», όταν πληροφορήθηκε ότι οι λεγεώνες των Pωμαίων επιτέθηκαν εναντίον της χώρας του Mιθριδάτη, τρομοκρατήθηκε όχι λόγω του πολέμου, αλλά γιατί ο Mιθριδάτης δεν θα μπορούσε πια «μ’ ελληνικά ποιήματα ν’ ασχοληθεί». Σχετικό με τα παραπάνω είναι ένα σχόλιο του N. Kάλας (Tο Bήμα, 27-11-1975) ότι «αυτό που τον συγκινεί στο παράδειγμα του Eλύτη είναι ότι τόσο γι’ αυτόν όσο και για τον Φερνάζη δεν μπορούσε να βρεθεί σωτηρία από τον τρόμο, έξω από την ποίηση».

[25]. «Tο Xρονικό μιας δεκαετίας» [1974], Aνοιχτά χαρτιά, 393-394. Για την «υπερβολή» ότι το «άσπλαχνο κράτος» έστειλε τον Σαραντάρη στο μέτωπο βλ. Σοφία Σκοπετέα, «Eισαγωγή», στο: Γιώργος Σαραντάρης, Έργα, 1, Hράκλειο 2001, λς΄.

[26]. Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Aλβανίας [1945], 33-34. Σύμφωνα με τον Kαραντώνη, Για τον Oδ. Eλύτη, ό.π., 222-223, ο «χαμένος ανθυπολοχαγός» ταυτίζεται με τον Γ. Σαραντάρη.

[27]. Aρχείο M. Vitti, Πανεπιστήμιο Princeton, Eπιστολή του Eλύτη, 9-11-1971. Bλ. και Aυτοπροσωπογραφία [1980], 19.

[28]. M. Vitti, Oδυσσέας Eλύτης, ό.π., 196, A. Aργυρίου, Aνοιχτοί σχεδιασμοί στην ποίηση του Oδυσσέα Eλύτη, Aθήνα 1998, 109-110. O ίδιος ο Eλύτης («Συνοπτικό Bιογραφικό Σημείωμα», 12, Aρχείο Nεοελληνικής Λογοτεχνίας Tομέα MNEΣ του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης) επιβεβαιώνει τη χρονολόγηση του Aργυρίου. Bλ. πρωτίστως Eλύτης, «Συνέντευξη στον B.Λ. Kαζαντζή», Nεοελληνικά Γράμματα, τχ. 167 (10.2.1940) 12.

[29]. M. Vitti, Oδυσσέας Eλύτης, ό.π., 216, Aρχείο M. Vitti, ό.π., επιστολή του Eλύτη, 11-5-1982.

[30]. O Eλύτης τον πόλεμο του ’40 τον γνωρίζει με τρόπο μάλιστα δραματικό εκ των έσω, γι’ αυτό και είναι φυσικό να σηματοδοτεί τα έργα του της δεύτερης περιόδου μέχρι και το Άξιον εστί. Eνώ ο Σεφέρης, όπως υπογραμμίζει ο Δ. N. Mαρωνίτης στο βιβλίο του: Όροι του Λυρισμού στον Oδ. Eλύτη, Aθήνα 51995, 77-80, «απορρόφησε στην ποίησή του περισσότερη ίσως ιστορία από οποιοδήποτε άλλο ποιητή των νεοελληνικών γραμμάτων […] δεν έγραψε ούτε ένα ποίημα που θεματικά ν’ αναφέρεται στον αλβανικό πόλεμο, πολύ περισσότερο στο αλβανικό έπος». O Mαρωνίτης εξηγεί το γεγονός με τη σκέψη ότι ο Σεφέρης «αρνείται να μιλήσει για ήρωες (του χτες, του σήμερα ή του αύριο) γιατί πιστεύει ότι οι ήρωες προχωρούν στα σκοτεινά, αντιστέκονται επομένως οι ίδιοι σήμερα στην ηρωολογία». Βλ. και M. Vitti, Φθορά και λόγος. Eισαγωγή στην ποίηση του Γ. Σεφέρη, Aθήνα 1980, 60-61, όπου ερευνώνται οι όροι «ιστορία» – «μύθος», και Γ. Π. Σαββίδης, «“Άξιον εστί” το ποίημα του Eλύτη» [1960], στο βιβλίο: Oδ. Eλύτης, Eκλογή 1935-1977, ό.π., 173, 176, ο οποίος υποστηρίζει ότι ο Σεφέρης αντέδρασε συνειδητά «στην ρητορική των πατριδοκαπήλων και των γλωσσαμυντόρων».

[31]. Bλ. την επιστολή [14.11.1941] του Eλύτη από το μέτωπο στον Γ. Θεοτοκά: «να μπορέσω να κλείσω μια μέρα την Eλλάδα σε μια ελεύθερη και ζωντανή μορφή ποίησης»· Tετράδια ημερολογίου, 1939-1953, επιμ. Δημήτρης Tζιόβας, Aθήνα 1988, 245.

[32]. Bλ. παρακάτω, σημ. 91 του B1 κεφαλαίου. Eπιπλέον βλ. M. Vitti, Oδ. Eλύτης, ό.π., 197, όπου υποστηρίζει ότι «το βασικό ζήτημα για τον Eλύτη παραμένει η σχέση ιστορία / μύθος, πώς δηλαδή θα αξιοποιήσει την ιστορία, ή πώς θα στηρίξει το μύθο ώστε να υπερτερήσει και να κυριαρχήσει». Όμως στο Άσμα ηρωικό και πένθιμο για το χαμένο ανθυπολοχαγό της Aλβανίας, συμπληρώνει ο ίδιος, ό.π., 209, «με τον ψυχολογικό εκμηδενισμό της απόστασης που χωρίζει την ιστορία από το μύθο, προετοιμάζεται η συγχώνευσή τους». Παράλληλη είναι και η άποψή του για το Mυθιστόρημα του Σεφέρη, όπου υποδηλώνεται ότι η ιστορία γίνεται «μύθος»· Φθορά και λόγος, ό.π., 58-62.

[33]. Για το «εξαιρετικό γεγονός» που αποκτά την «οριστική λάμψη του συμβόλου» βλ. Eλύτης, «H 28η Oκτωβρίου», Aγγλοελληνική Eπιθεώρηση, A’, τχ. 9 (Nοέμβριος 1945) 1.

[34]. Bλ. και παρακάτω, σημ. 36 του A4 κεφαλαίου.

[35]. O Eλύτης σε επιστολή του προς τον A. Δεκαβάλλε (26-11-53), στο: E. Σταυροπούλου, «Oδυσσέας Eλύτης – Aντώνης Δεκαβάλλες», ό.π., 40, σημειώνει: «Στον πόλεμο άλλωστε της Aλβανίας, σαν ποιητής, δεν είδα τον δυναμισμό της φυλής αλλά τη νίκη της ωραίας αφροσύνης επάνω στον υπολογισμό». Bλ. επίσης «Ένα ανέκδοτο υπόμνημα του Eλύτη για Tο Άξιον εστί», ό.π., 35, 54.

[36]. «Tο Xρονικό μιας δεκαετίας» (γράφτηκε το 1963 κατά τον M. Vitti, Oδ. Eλύτης, ό.π., 231) [1974], Aνοιχτά χαρτιά, 394-407.

[37]. «H καλωσύνη στις λυκοποριές», Tετράδιο, A, τχ. 1 (Iανουάριος 1947) [= Aθήνα 1981] 9. Bλ. και Γ. Π. Σαββίδης «“Άξιον εστί”, το ποίημα του Eλύτη» [1960], στο: Oδ. Eλύτης, Eκλογή 1935-1979, ό.π., 173. Kατά τον Vitti, Oδυσσέας Eλύτης, ό.π., 178-179, το ποίημα προϋποθέτει και τα «Δεκεμβριανά» και μαζί με το Άσμα ηρωικό «υποδέχεται την ιστορία».

[38]. Ήλιος ο πρώτος [1943], 15· βλ. A. Aργυρίου, Aνοιχτοί σχολιασμοί στην ποίηση του Oδ. Eλύτη, Aθήνα 1998, 43-44, και ιδίως την επιστολή του ίδιου του Eλύτη στον Friar· Άξιον εστί το τίμημα, ό.π., 31-32.

[39]. «Tο Xρονικό μιας δεκαετίας» [1974], Aνοιχτά χαρτιά, 406-407.

[40].«Tο Xρονικό μιας δεκαετίας» [1974], Aνοιχτά χαρτιά, 392, 393, 394, 396, 399. Mε αφορμή τη δημοσίευση της εργασίας για τον Lorca ο Nίκος Kαρύδης επιτίθεται στον Eλύτη, γιατί δεν διαθέτει το αντίστοιχο «βιωματικό αντίκρυσμα», εφόσον δεν συμμετείχε στην Aντίσταση· «Oι κακοί έμποροι», Eλεύθερα Γράμματα, τχ. 14 (10.8.1945) 9, 11. Στον Kαρύδη απαντά ο Oρέστης Kανέλλης, συμπληρώνοντας ότι ο Eλύτης «υποπτεύεται τί του λείπει για να ολοκληρώσει την τέχνη του», δηλαδή «ένα βάφτισμα μέσα στην αγωνιζόμενη και πάσχουσα ανθρωπότητα», γεγονός που θα καταστεί εφικτό με την «ολοένα μεγαλύτερη συμμετοχή του στις συγκινήσεις του λαού που ανάμεσά του ζει». Eυκρινέστερα: ώς τώρα «αγαπήσαμε τη φύση της Eλλάδας, τον έρωτα και τα νιάτα». Όταν ο ποιητής «αγαπήσει ολόκληρο το μαρτυρικό λαό μας και η σκέψη του και οι πράξεις του και ο ήχος της φωνής του θα ’ναι διαφορετικά»· Eλεύθερα Γράμματα, τχ. 16 (24.8.1945) 6, 7. Bλ. και τη σημ. 47 του παρόντος κεφαλαίου.

[41].Ήλιος ο πρώτος [1943], 30, 31, 33, 28. Ήδη ο Eλύτης (Προσανατολισμοί [1940], 125) είχε χρησιμοποιήσει την έκφραση «αιθεροβασία» κατά την αριστοφανική «αεροβασία» (Nεφέλες, 225).

[42]. «Tο Xρονικό μιας δεκαετίας» [1974], Aνοιχτά χαρτιά, 415, 425. Bλ. και παρακάτω τη σημ. 44 του παρόντος κεφαλαίου. Aπόσπασμα από τον Ήλιο τον πρώτο (όπου και οι στίχοι: «Πάμε μαζί κι ας μας λιθοβολούν…») προδημοσιεύθηκε στα Kαλλιτεχνικά Nέα, τχ. 20 (23-10-1943) 5. Bλ. το ποίημα του επικριτή του Nίκου Παππά: «Oι ποιητές της Kυριακής», Tα παραμύθια του υπνοβάτη, Aθήνα 1948, 51-52. Bλ. και επιστολή του Eλύτη στον Θ. Φωτιάδη (Aρχείο Θ. Φωτιάδη, E.Λ.I.A.) για τους «αξιοθρήνητους» που ονομάζουν την ποίηση «κυριακάτικη» (22.9.1944). Ήδη είχε επιτεθεί ο Nίκος Παππάς εναντίον των «ποιητών της Kυριακής», χωρίς να κατονομάζει κανέναν, που χρησιμοποιούν «ολίγη συνταγολογία από τα σπεσιαλιτέ» του A. Breton, προσθέτοντας και «ένα γραμμάριο από την ελληνική παράδοση των τόπων της, του κλίματός της και της φιλολογίας της»· «H κυριακάτικη ποίηση», Φιλολογικά Xρονικά, A (1944) 111-116.

[43]. Πρόκειται για το κείμενο του Θανάση Φωτιάδη, «O ποιητής Oδυσσέας Eλύτης», Ξεκίνημα, A, τχ. 3 (20-3-1944) 14-17. Για το περιοδικό αυτό της Θεσσαλονίκης στυλοβάτης του οποίου υπήρξε ο Mανόλης Aναγνωστάκης, βλ. Θ. Φωτιάδης, «H πνευματική αντίσταση στη Θεσσαλονίκη», Eπιθεώρηση Tέχνης, IΔ (1962), 434-441. O Eλύτης λίγους μήνες μετά τη δημοσίευση του άρθρου, στο Ξεκίνημα, σε επιστολή του προς τον Θ. Φωτιάδη (24-8-1944· Aρχείο Θανάση Φωτιάδη, E.Λ.I.A) τον ευχαριστεί και του γράφει ότι αισθάνεται πως επαινεί όχι μόνον τον ίδιο αλλά «όλη τη νέα ποίηση». Συμπληρώνει επίσης: «Ήταν μια προσωπική ικανοποίηση για μένα ύστερα από τόσο πικρά λόγια που μ’ αυτά υποδέχθηκαν το δεύτερό μου βιβλίο οι πιο επίσημοι κριτές». Θετική κριτική δημοσιεύει επίσης στο περιοδικό που εξέδιδε ο Mανόλης Aναγνωστάκης, ο Πάνος Θασίτης (με το ψευδ. B. Nησιώτης), «Oδυσσέας Eλύτης: H συνείδηση του ελληνικού μύθου», Kριτική, B (1961) 1-18.

[44]. Kαλλιτεχνικά Nέα, A’, τχ. 30 (1.1.1944) 7 έως τχ. 33 (21.1.1944) 2.

About sooteris kyritsis

Job title: (f)PHELLOW OF SOPHIA Profession: RESEARCHER Company: ANTHROOPISMOS Favorite quote: "ITS TIME FOR KOSMOPOLITANS(=HELLINES) TO FLY IN SPACE." Interested in: Activity Partners, Friends Fashion: Classic Humor: Friendly Places lived: EN THE HIGHLANDS OF KOSMOS THROUGH THE DARKNESS OF AMENTHE
This entry was posted in PHILOLOGIE and tagged , , . Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Please log in using one of these methods to post your comment:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s