ΔΙΔΑΚΤΙΚΗ ΚΑΙ ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ ΤΩΝ ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΩΝ (B)


(CYNECHIZETAI APO 22/07/13)

1.1.3.1 Ο Κριτικός Ρεαλισμός
Ολοκληρώνοντας την παράγραφο αυτή θα σχολιαστεί η επιστημολογία του κριτικού ρεαλισμού, με την οποία συνήθως ονοματίζεται η επιστημολογία που δημιουργήθηκε γύρω από την πολύ ενδιαφέρουσα δουλειά του Βρετανού κριτικού φιλοσόφου Roy Bhaskar. Ξεκινώντας το 1978 με το βιβλίο του, Μια Ρεαλιστική Θεωρία της Επιστήμης, ο Bhaskar αναλαμβάνει να θεμελιώσει ένα φιλόδοξο πρόγραμμα που φέρνει κοντά τις φυσικές και τις κοινωνικές επιστήμες, διαφυλάττοντας όμως την πολιτιστική ιδιαιτερότητα των τελευταίων.
Κατ’ αρχήν, ο κριτικός ρεαλισμός είναι ρεαλισμός, δέχεται, δηλαδή, την αντικειμενική ύπαρξη της πραγματικότητας, που η γνώση προσπαθεί να καταλάβει, διατηρώντας μια οξεία κριτική διάσταση στο εγχείρημα αυτό. Αντιτίθεται δριμύτατα στον θετικισμό, προσπαθεί να υπερβεί τον εμπειρισμό και διατηρεί κάποιες σχέσεις με την φυσιοκρατία, όπως φαίνεται από τον τίτλο του βιβλίου του Bhaskar του 1979. Σαν γνήσιος ρεαλισμός, δίνει μεγάλη σημασία στις δυνατότητες της αιτιώδους εξήγησης. Επιπλέον όμως, δέχεται την ερμηνευτική έννοια της πραγματικότητας που κατασκευάζεται κοινωνικά μέσω της επικοινωνίας.
Μια από τις κεντρικές ιδέες στην επιστημολογία του Bhaskar είναι η ολιστική άποψη ότι η κοινωνική πραγματικότητα είναι δομημένη αιτιωδώς αποτελούμενη από τους ονομαζόμενους “γενεσιουργούς μηχανισμούς,” οι οποίοι παράγουν τα “γεγονότα.” Βέβαια, για τους κριτικούς ρεαλιστές, η αιτιότητα δεν στηρίζεται σε  παγκόσμιους ντετερμινιστικούς νόμους όπως στον θετικισμό, αλλά στην τυχαιότητα και την ενδεχομενικότητα. Ακόμα, οι αιτιώδεις αυτοί μηχανισμοί και τα γεγονότα που παράγουν δεν γίνονται αναγκαστικά αντιληπτά μέσα στην καθημερινή εμπειρία. Αλλά είναι η επιστήμη, για τον Bhaskar, που σαν μια μεταβατική και κοινωνικο-ιστορικά εξαρτώμενη δραστηριότητα διεισδύει με την βοήθεια των γενεσιουργών μηχανισμών σε έναν αμετάβατο οντολογικά στρωματισμένο κόσμο.
Μεθοδολογικά, ο κριτικός ρεαλισμός αντιμάχεται αφενός τον αναγωγισμό, που υποστηρίζει ότι τα κατώτερα επίπεδα της πραγματικότητας είναι αιτιωδώς ισχυρότερα, κι αφετέρου τον δυϊσμό, που δέχεται την ανεξαρτησία των διαφόρων επιπέδων της πραγματικότητας στις μεταξύ τους σχέσεις. Κοντολογίς, ο Bhaskar κι οι κριτικοί ρεαλιστές υπερασπίζονται την ιδέα της επιστήμης ως μορφής έγκυρης γνώσης χωρίς να εναγκαλίζονται τον επιστημονισμό, αφού παραδέχονται ότι η επιστημονική γνώση είναι πάντα διαψεύσιμη και δεν είναι ποτέ ουδέτερη ούτε απαλλαγμένη από την επίδραση του γύρω από αυτήν κοινωνικού πλαισίου.

1.2 Υλισμός-Διαλεκτικός υλισμός-Ιστορικός υλισμός

Μεγάλη φιλοσοφική και κοσμοθεωρητική αντίληψη που δέχεται την ύλη ως τη μόνη πραγματικότητα και που με βάση αυτή την τοποθέτηση προσπαθεί να εξηγήσει κάθε άλλο φαινόμενο της φύσης και της ζωής.
Ο όρος “υλισμός” δεν εκφράζει κάποιο συγκεκριμένο φιλοσοφικό σύστημα, αλλά αντίθετα αποτελεί τη βάση και την καρδιά γύρω από την οποία κινούνται φιλοσοφικά ρεύματα που δέχονται την ύλη ως τη μόνη ή την πρωταρχική ουσία της πραγματικότητας (χώρου, χρόνου, ιστορίας). Στο γνωσιοθεωρητικό πεδίο ο υλισμός σχετίζεται με το ρεαλισμό σύμφωνα με τον οποίο υπάρχουν αντικείμενα πραγματικά και ανεξάρτητα από τη νόηση και τη συνείδησή μας. Τόσο ο υλισμός ως γενική φιλοσοφική αντίληψη όσο και ο ρεαλισμός ως έκφραση του υλισμού στο πρόβλημα για την ουσία της γνώσης, αντιπαρατίθενται στην άλλη μεγάλη γενική φιλοσοφική και κοσμοθεωρητική τοποθέτηση, την ιδεοκρατία και τον ιδεαλισμό. Ο ιδεαλισμός πάλι δεν είναι κάποιο συγκεκριμένο φιλοσοφικό σύστημα, αλλά με τον όρο αυτό προσδιορίζουμε τις κοσμοθεωρητικές εκείνες απόψεις που δέχονται ότι το ον δεν υπάρχει παρά στην ιδέα που δημιουργούμε για την ύπαρξή του, γιατί δεν υπάρχει πραγματικότητα ανεξάρτητη από τη σκέψη, πως στον κόσμο υπάρχουν μόνο νοητικές πραγματικότητες και συνεπώς ό,τι πέφτει στην αντίληψή μας μέσω των αισθήσεών μας δεν είναι παρά έννοιες, παραστάσεις, πνευματικά φαινόμενα, δηλαδή ιδέες.
Ο υλισμός ή ματεριαλισμός εμφανίστηκε με διάφορες μορφές σ` ολόκληρη την ιστορική του διαδρομή. Χαρακτηριστικό του γνώρισμα είναι το γεγονός ότι ποτέ δεν έμεινε μια αντίληψη στις τόσες άλλες εκείνων που τον εκπροσωπούσαν, αλλά συνδέθηκε πάντοτε με την πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα του καιρού του και δημιούργησε κατά κανόνα επαναστατικά κινήματα, όχι μόνο στον τομέα της πολιτικής, αλλά και της επιστήμης και γενικότερα στη διανόηση.
Ο υλισμός γεννήθηκε από την ανάγκη του ανθρώπου να εξετάσει, να ερμηνεύσει και να επηρεάσει τα φυσικά φαινόμενα και την κοινωνική πραγματικότητα, με τη  λογική του έξω και πέρα από τους κάθε λογής μύθους και ιδέες που επικρατούσαν. Η τάση του ανθρώπου να εξηγήσει και να ερμηνεύσει τα κοινωνικά φαινόμενα με το λογικό του μέσα στα πλαίσια, αστήρικτων ίσως, αλλά πάντως, φυσικών αιτίων, τον έφερε αντιμέτωπο με όλους όσους εφεύρισκαν αυθαίρετες και εξωπραγματικές λύσεις στην αδυναμία τους να πλησιάσουν ένα πρόβλημα. Αλλά ο υλισμός δε γεννήθηκε μόνο μέσα από τη λογική των οπαδών του. Θεμελιώθηκε πρωταρχικά μέσα σε μια δεδομένη κοινωνική πραγματικότητα, εμφανίστηκε ως αντίθεσή της, την αμφισβήτησε και λίγες φορές δυστυχώς κατόρθωσε να την ανατρέψει. Είναι γνωστό ότι από τη στιγμή που τα κοινωνικά σύνολα οργανώθηκαν σε κοινότητες αρχικά και κοινωνικά αργότερα τέθηκε το θέμα της εξουσίας. Η μορφή της εξουσίας των μεν επί των δε καθορίστηκε και από άλλα αίτια, αλλά προπάντων από τη μορφή που είχαν οι παραγωγικές δυνάμεις από το ένα μέρος και οι σχέσεις, από το άλλο, μεταξύ τους. Η εξουσία, λοιπόν, στο μέτρο που ήταν εξουσία, δεν μπορούσε να ανεχτεί την αμφισβήτησή της και πολύ περισσότερο την αντίθεση κάποιου κοινωνικού μέλους προς αυτήν. Οργάνωσε για το λόγο αυτό την αντίδρασή της κατά των αμφισβητιών και ταυτόχρονα υιοθέτησε ένα σύστημα ιδεών, μια κοσμοθεωρία, που θα τη διευκόλυνε στο έργο της. Σχεδόν ποτέ μέχρι σήμερα δεν εμφανίστηκε εξουσία χωρίς φιλοσοφικό υπόβαθρο και κοσμοθεωρία και ποτέ η υιοθετημένη κοσμοθεωρία αυτή δεν ήταν αντίθετη με τα συμφέροντα της εξουσίας. Ακόμα και όταν προοδευτικά φιλοσοφικά συστήματα ανέτρεψαν την πραγματικότητα και καθιερώθηκαν ως κοσμοθεωρία της εξουσίας, λειτούργησαν κατά τον ίδιο τρόπο κατά των αμφισβητιών και των αντίθετων, με το πρόσχημα ότι η μοναδική αλήθεια βρίσκεται στο φιλοσοφικό σύστημα που επικρατεί.
Κάθε φορά λοιπόν που η κοινωνική κατάσταση σταθεροποιούνταν σ` ένα τέτοιο σχήμα, φωτεινά πνεύματα ισχυρών οικονομικά τάξεων αμφισβητούσαν την ορθότητα της ιδεολογίας που στήριζε ή πάνω στην οποία στηριζόταν η εξουσία, απέκρουαν μέσα από τη λογική εξήγηση της πραγματικότητας την κατάσταση που επικρατούσε και προσπαθούσαν να εξηγήσουν από φυσικά αίτια κάθε πρόβλημα της ανθρώπινης ύπαρξης. Έτσι, ενώ ο υλισμός δεν ήταν ολότελα άγνωστος στην αρχαία Αίγυπτο, Ινδία, Βαβυλωνία και Κίνα, όμως ως ολοκληρωμένη κοσμοθεωρία γεννήθηκε στα τέλη του 7ου και στις αρχές του 6ου αι. π.Χ. στις ελληνικές πόλεις της Ιωνίας, καθώς και στις αποικίες. Η χειροτεχνία, η βιοτεχνία και το εμπόριο στις περιοχές αυτές είχαν αναπτυχθεί σημαντικά, με αποτέλεσμα τη δημιουργία μιας οικονομικά ισχυρής και ανεξάρτητης τάξης, η οποία φυσικά θέλησε να συμμετάσχει στην άσκηση της εξουσίας, στη λήψη αποφάσεων που την αφορούσαν και στη διεύρυνση των γενικότερων δικαιωμάτων της. Οι πρώτοι υλιστές δεν έθεσαν μόνο τις βάσεις της φιλοσοφίας αλλά και της επιστήμης. Μέσα από μια πρωτόγονη διαλεκτική δίδασκαν έναν απλοϊκό υλισμό προσπαθώντας να απορρίψουν τους μύθους του θεού ως πρωταρχικής ουσίας και να τους αντικαταστήσουν με φυσικά αίτια, όπως τον αέρα, το νερό, τη φωτιά κλπ. Αντιπροσωπευτικοί υλιστές φιλόσοφοι της εποχής αυτής είναι οι Θαλής, Αναξίμανδρος και Αναξιμένης και αργότερα ο Αναξαγόρας με τον Ηράκλειτο.
Οι μεγάλοι όμως αρχαίοι Έλληνες υλιστές και θεμελιωτές της ατομικής θεωρίας είναι ο Δημόκριτος και ο Επίκουρος. Κορυφαία πνεύματα της εποχής εκείνης,σφράγισαν την επιστημονική και φιλοσοφική σκέψη της αρχαιότητας και μολονότι ελάχιστα αποσπάσματα από τα έργα τους διασώθηκαν, βαθιά είναι η αναγνώριση της συμβολής τους στην παγκόσμια διανόηση. Κατά το Δημόκριτο υπάρχουν δύο πρώτα στοιχεία: τα άτομα και το κενό. Τα άτομα είναι τα αδιαίρετα, αμετάβλητα, αιώνια και “αενάως” κινούμενα σωμάτια ύλης που διαφέρουν μόνο κατά τη μορφή τους, το πάχος τους, τη θέση τους και τη σειρά τους. Τα σώματα είναι συνδυασμοί ατόμων, ο διαχωρισμός των οποίων καταλήγει στην καταστροφή των σωμάτων. Για τον Επίκουρο, από την άλλη μεριά, ύψιστο αγαθό είναι η ίδια η ζωή, η ζωή πάνω στη Γη, γιατί μετά το θάνατο δεν υπάρχει ζωή. Συμπληρώνει τη θεωρία του Δημόκριτου που αποδέχεται βασικά και υποστηρίζει ότι η ψυχή είναι υλική, φτιαγμένη από άτομα λεία, στρογγυλά και πυρωμένα. Μετά το θάνατο φεύγει και εξαφανίζεται, γιατί τα άτομά της σκορπίζονται στον αέρα.
Με βάση την άποψη αυτή, ο Επίκουρος για πρώτη φορά αγωνίζεται να διασκεδάσει τους μεταφυσικούς μύθους του θανάτου: “Το φρικωδέστατον ουν των κακών ο θάνατος ουδέν προς ημάς, επειδή περ όταν μεν ημείς ώμεν, ο θάνατος ου πάρεστιν, όταν δ` ο θάνατος παρή, τόθ` ημείς ουκ εσμέν”. Τις αντιλήψεις αυτές του Επίκουρου αποδέχεται και εξυμνεί στο έργο του “De rerum natura” ο Ρωμαίος Λουκρήτιος.

Από την πρώτη εξάλλου στιγμή της εμφανίσεώς του ο υλισμός συνδέεται στενά, αν και όχι απαραίτητα, με την αθεΐα, εφόσον αρνείται την ύπαρξη μιας αρχικής πνευματικής οντότητας που να δημιούργησε και να οργάνωσε το Σύμπαν, ενώ το αντίθετο ακριβώς συμβαίνει κατά κανόνα στις ιδεαλιστικές θεωρίες.
Η εξάπλωση του χριστιανισμού και ο ερχομός του μεσαίωνα είχαν ως αποτέλεσμα την εξασθένηση των υλιστικών φιλοσοφικών ρευμάτων τόσο στην ανατολή, όσο και στη Δύση, την αναστολή της προόδου της επιστήμης και την επικράτηση του ιδεαλισμού και του σχολαστικισμού. Μοναδικό άξιο λόγου υλιστικό φιλοσοφικό ρεύμα του μεσαίωνα είναι ο νομιναλισμός, με βασικούς εκπροσώπους τους Ζαν Ροσελέν, Ντανς Σκοτ και Γκιγιόμ ντ` Οκάμ. Αργότερα, όταν η αποσύνθεση της φεουδαρχικής κοινωνίας έχει προχωρήσει, όταν το εμπόριο έχει δημιουργήσει μια ισχυρή αστική τάξη ικανή να διεκδικήσει δικαιώματα, όταν δόγματα της εκκλησίας καταρρέουν κάτω από την αμείλικτη έρευνα μεγάλων αλλά και γενναίων πνευμάτων, όπως του Γαλιλαίου, του Κοπέρνικου, του Κέπλερ κ.ά., όταν η ανακάλυψη των “Νέων Χωρών” διευρύνει τα όρια της ανθρώπινης γνώσης, επαναθέτει τα προβλήματα και μεταβάλλει την κοινωνική πραγματικότητα, τότε οι μεγάλοι Έλληνες υλιστές ξανάρχονται στην επιφάνεια και ο αναπτυσσόμενος υλισμός γίνεται η κοσμοθεωρία της αστικής τάξης, που θα καταργήσει το μυστικισμό και μαζί του τη φεουδαρχία. Χαρακτηριστικό είναι ότι ο υλισμός εξελίσσεται ιδιαίτερα μετά τις αστικές επαναστάσεις στην Αγγλία το 17ο αι., στη Γαλλία πριν το 1789 και στη Γερμανία γύρω στο 1848. Στην Αγγλία ο Λοκ δέχεται τη μηχανιστική ερμηνεία των ψυχικών φαινομένων, αφού η φυσική έχει αποδείξει ότι και στο φυσικό κόσμο υπάρχει μια μόνο αιτιότητα, η μηχανική. Ο γιατρός Ντέιβιντ Χάρτλεϊ προσπαθεί να βρει τη σχέση ανάμεσα στις ψυχικές και τις φυσιολογικές λειτουργίες και το ίδιο επιχειρεί και αργότερα ο μαθητής του Τζόζεφ Πρίστλεϊ. Μεγάλη προσφορά στις υλιστικές θεωρίες, ας σημειωθεί, πως πρόσφεραν έργα του Φράνσις Μπέικον και του Χομπς.

Στη Γαλλία ο Ντεκάρτ (Καρτέσιος) αναπτύσσει το μηχανιστικό υλισμό, ο Γκασεντί επηρεασμένος από τον Επίκουρο ξαναπαρουσιάζει τη θεωρία της ατομικής σύστασης της ύλης, ο γιατρός Λαμετρί δηλώνει πως και ο άνθρωπος είναι μηχανή, ο Κοντιγιάκ ξεκινώντας από υλιστική βάση προσφέρει στην ψυχολογία αξιόλογες μελέτες, ενώ ο Ελβέτιος καθιερώνει μια εγωιστική ηθική. Την πιο ολοκληρωμένη ωστόσο εικόνα των ριζοσπαστικών θεωριών της εποχής την έδωσε ο Χόλμπαχ, ο οποίος καταπολεμά απερίφραστα την πίστη στο Θεό και την αθανασία της ψυχής και προσφέρει τεράστια υπηρεσία στην υλιστική φιλοσοφία μετά το Δημόκριτο.
Τέλος αξιοσημείωτη είναι και η συμβολή του Ντιντερό μέσα από τη Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια, όπως και του μεγάλου Ολλανδού φιλοσόφου Σπινόζα, ο οποίος υποστήριξε πως αιτία της ύπαρξης του κόσμου είναι ο ίδιος (αυτοαιτία – causa sui). Βέβαια όλες οι υλιστικές θεωρίες, άλλες λίγο και άλλες πολύ, καταντούν να είναι μεταφυσικές, επειδή βασίζονται σε γενικεύσεις περισσότερο παρά σε αποδεδειγμένα επιστημονικά συμπεράσματα. Βλέπουν τη μεταβολή στη φύση καθαρά ως ποσοτική και δίνουν ιδεαλιστική ερμηνεία στα κοινωνικά φαινόμενα, τα οποία άλλωστε δεν τους απασχολούν και πολύ. Τη γερμανική υλιστική κίνηση επηρεάζουν αποφασιστικά η εξελικτική θεωρία του Δαρβίνου, ο Γενοβέζος ζωολόγος Βογκτ, που δίδασκε ότι η νόηση είναι έκκριση του εγκεφάλου, ο φυσιολογικός υλισμός του Ολλανδού φιλοσόφου Μόλεσοτ, και ο γιατρός Λούντβιχ Μπίχνερ με το περίφημο βιβλίο του “Δύναμη και Ύλη” (1855). Εξαιρετική απήχηση είχαν οι εργασίες του φυσιοδίφη Ερνστ Χέκελ που υπερβάλλοντας θέλησε να κάνει κοσμοθεωρία το δαρβινισμό και του χημικού Βίλχελμ Όστβαλντ, που δίδαξε τον ενεργειακό υλισμό, δηλαδή ότι εκείνο που ονομάζουμε ύλη είναι στο βάθος ενέργεια.
Επιφανής υλιστής φιλόσοφος, υπήρξε και ο Γερμανός Λούντβιχ Φόιερμπαχ, που τάχτηκε κατά του ιδεαλισμού του Χέγκελ, κήρυξε την αθεΐα και θεμελίωσε τον “ανθρωπολογικό”, όπως ονομάστηκε, υλισμό, μια θεωρία δηλαδή που βασίζεται πάνω στον “άνθρωπο γενικά”, ως ον βιολογικό χωρίς να εξετάζει τις κοινωνικές πάνω του επιρροές και επιδράσεις. Σημαντική προσφορά τέλος στο φιλοσοφικό υλισμό, όπως και στην επιστήμη, πρόσφεραν οι Ρώσοι σοφοί Λομονόσοφ και Ράντιστσεφ το 18ο αι. και οι Μπιελίνσκι, Χέρτζεν, Τσερνισέφσκι και Ντομπρολιούμποφ κατά το 19ο αι.
Στο σημείο αυτό τελειώνει η δεύτερη μεγάλη ιστορική περίοδος του υλισμού. Το τέλος του 19ου αι. και ο 20ός αι. θα αναδείξουν την υλιστική φιλοσοφία ως κυρίαρχη κοσμοθεωρία και θα εξασθενίσουν σημαντικά τα ιδεαλιστικά ρεύματα και κυρίως τον εθνικοσοσιαλισμό και τον υπαρξισμό. Είναι η εποχή κατά την οποία σημειώνεται τεράστια πρόοδος στη φυσική, στη χημεία, στη βιολογία, στην αστρονομία κτλ. με αποτέλεσμα να επανέλθουν στην επιφάνεια οι ξεχασμένες απλοϊκές στην έκφρασή τους απόψεις του Δημόκριτου, του Επίκουρου και του Λουκρήτιου. Η βιομηχανική από την άλλη μεριά επανάσταση δημιουργεί μια καινούρια τάξη, που με τη σειρά της αμφισβητεί το δικαίωμα της αστικής τάξης να αποφασίζει για την τύχη της. Όπως το δουλοκτητικό σύστημα της αρχαιότητας έδωσε τη θέση του στο φεουδαρχικό σύστημα παραγωγής, έτσι και αυτό με τη σειρά του υποχώρησε μπροστά στο κεφαλαιοκρατικό, που καθιερώθηκε από την αστική τάξη. Αυτό όμως δεν ευνοούσε τα συμφέροντα της εργατικής τάξης που διαμορφώθηκε και η εκμετάλλευση της  οποίας χάρη των αρχών της φιλελεύθερης οικονομίας είχε πάρει τεράστιες διαστάσεις. Είναι η εποχή κατά την οποία ο υλισμός ως κοσμοθεωρία, βασισμένος πάνω στη διαλεκτική μέθοδο του Χέγκελ, δε θα καθιερωθεί μόνο ως φιλοσοφικό και κοινωνικό σύστημα που ευνοεί τα συμφέροντα της εργατικής τάξης, αλλά ανοιχτά και απερίφραστα θα γίνει η θεωρία, κάτω από τη σημαία της οποίας το προλεταριάτο θα αγωνιστεί για τα δικαιώματά του. Μετά το γαλλικό “πείραμα” του 1871, η επανάσταση του 1917 στη Ρωσία έφερε την εργατική τάξη στην εξουσία, η οποία όμως με τον τρόπο αυτό ξέφτισε τον διαλεκτικό υλισμό ως επιστημονική αντίληψη έρευνας και ερμηνείας της ζωής και της φύσης και κατάντησε απλώς μια επίσημη κρατική ιδεολογία όπως τόσες άλλες σ` όλα τα γεωγραφικά μήκη και πλάτη, σήμερα και σ` όλες τις εποχές. Θεμελιωτές του διαλεκτικού υλισμού (στη φιλοσοφία) και του ιστορικού υλισμού (στην κοινωνιολογία) υπήρξαν ο Γερμανός φιλόσοφος Καρλ Μαρξ και ο επίσης Γερμανός στοχαστής Φρίντριχ Έγκελς αρχικά, και αργότερα ο Ρώσοι ηγέτες Βλαντιμίρ Ίλιτς Λένιν και Ιωσήφ Στάλιν,καθώς και ο Κινέζος ηγέτης Μάο Τσε Τουνγκ κ.ά.
Ο διαλεκτικός υλισμός δεν αντιτίθεται μόνο στον ιδεαλισμό, αλλά και στο μηχανιστικό υλισμό που επεκτείνει τους νόμους που διέπουν την απλή μηχανική κίνηση σ` όλα τα φυσικά και πνευματικά φαινόμενα. Για το διαλεκτικό υλισμό ο κόσμος είναι υλικός στο σύνολό του και επομένως ό,τι υπάρχει και ό,τι γίνεται στον κόσμο είναι μορφές της ύλης. Η πραγματικότητα υπάρχει ανεξάρτητα από τις αισθήσεις μας και τη συνείδησή μας, η οποία περιορίζεται απλώς στο να διαμορφώνει την εικόνα, το αντίγραφό της. Ουσία της ύλης θεωρείται η κίνηση μέσα στο χώρο και στο χρόνο. Ως φιλοσοφία της κοινωνίας από την άλλη μεριά ο ιστορικός υλισμός υποστηρίζει ότι η γένεση των ιδεών είναι προϊόν των οικονομικών αναγκών και των παραγωγικών σχέσεων, δεν απορρίπτει όμως το ρόλο που παίζουν ο ιδέες όπως ο οικονομικός υλισμός και έτσι έννοιες όπως π.χ. η ελευθερία δεν έχουν τίποτε το μεταφυσικό, αλλά δεν είναι παρά η κατάσταση που διαμορφώνεται μέσα σε καθεστώς οικονομικής εξίσωσης, όταν υπάρχει κοινοκτημοσύνη, των παραγωγικών μέσων (άλλοι μαρξιστές φιλόσοφοι, χωρίς να αρνούνται την οικονομική αυτή βάση που καθορίζει την ελευθερία, δέχονται και άλλες μορφές εκφράσεώς της). Ο διαλεκτικός υλισμός κατά το Μαρξ δεν αποβλέπει μόνο στο να ερμηνεύσει διαφορετικά τον κόσμο, αλλά θέλει και να τον αλλάξει. Ως βασικές του αρχές θεωρεί ότι ο κόσμος είναι υλικός και ότι εξελίσσεται σύμφωνα με τους νόμους της κίνησης της ύλης παίρνοντας διάφορες μορφές κατά την εξέλιξή του. Η νόηση είναι προϊόν της ύλης, δημιούργημα του εγκεφάλου που έχει εξελιχθεί σε ανώτερο βαθμό τελειότητας. Η ύλη είναι προγενέστερη από τη συνείδηση, η οποία παρόλα αυτά μπορεί να γνωρίσει τους νόμους του υλικού κόσμου που είναι αντικειμενικοί, να τους επηρεάσει, αλλά όχι και να τους αλλάξει (ντετερμινισμός).
Κατά τον ιστορικό υλισμό άλλωστε καμία κοινωνία δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς να παράγει υλικά αγαθά. Η πρόοδος της κοινωνίας εξαρτάται από τη βελτίωση των εργαλείων, καθώς και από την ανάπτυξη της υλικής παραγωγής και αυτό είναι η ιστορία της κοινωνίας που δεν έχει τίποτε να κάνει με τη δράση και την αυθαίρετη θέληση ξεχωριστών ατόμων. Ο διαλεκτικός και ιστορικός υλισμός πρόσφεραν  τεράστια πρόοδο στην παγκόσμια διανόηση και επιστήμη, μολονότι ως ιδεολογίες υπόκεινται και αυτοί στους νόμους που ο ίδιος ο υλισμός ανακάλυψε.

1.2.1 Lev Vygotsky

Ο Lev Vygotsky, γεννημένος στην ΕΣΣΔ το 1896, είναι ο δημιουργός της θεωρίας της κοινωνικής ανάπτυξης της εκμάθησης. Πρότεινε ότι η κοινωνική αλληλεπίδραση επηρεάζει βαθιά τη γνωστική ανάπτυξη. Κεντρική θεωρία του Vygotsky είναι η πεποίθησή του ότι η βιολογική και πολιτιστική εξέλιξη δεν εμφανίζονται απομονωμένες (Driscoll, 1994).
Ο Vygotsky πίστευε ότι αυτή η μακροχρόνια διαδικασία της ανάπτυξης εξαρτάται από την κοινωνική αλληλεπίδραση και ότι η κοινωνική εκμάθηση οδηγεί πραγματικά στη γνωστική ανάπτυξη. Αυτό το φαινόμενο το ονομάζει ζώνη της επικείμενης ανάπτυξης. Εστίασε στις συνδέσεις μεταξύ των ανθρώπων και του πολιτιστικού πλαισίου στις οποίες ενεργούν και αλληλεπιδρούν στην κοινή εμπειρία (Crawford, 1996). Σύμφωνα με τον Vygotsky, οι άνθρωποι χρησιμοποιούν τα εργαλεία που αναπτύσσονται από έναν πολιτισμό, όπως η ομιλία και το γράψιμο, για να μεσολαβήσουν με τα κοινωνικό περιβάλλον τους.
Ο Lev Vygotsky έζησε κατά τη διάρκεια της ρωσικής επανάστασης, μια εποχή μεγάλης αλλαγής στον πολιτισμό του. Εάν ο ισχυρισμός του Vygotsky ότι η βιολογική και γνωστική ανάπτυξη δεν εμφανίζονται απομονωμένες, τότε το περιβάλλον του, ένα περιβάλλον αλλαγής, επηρέασε πολύ τις γνωστικές διαδικασίες του. Προς το παρόν η κοινωνία μας περνά επίσης από έναν πολιτισμό αλλαγής λόγω της διάχυσης της τεχνολογίας των υπολογιστών. Ίσως αυτό να είναι μια εξήγηση γιατί η θεωρία της κοινωνικής ανάπτυξης του Vygotsky τυγχάνει αυξημένης προσοχής, ογδόντα χρόνια μετά την σύλληψη της.

1.3 Κοινωνιολογία της Γνώσης

Η Κοινωνιολογία της γνώσης είναι η μελέτη της σχέσης μεταξύ της ανθρώπινης σκέψης και του κοινωνικού πλαισίου μέσα στο οποίο τίθεται, καθώς και των επιπτώσεων που έχουν οι επικρατούσες ιδέες για τις κοινωνίες.
Ο όρος τίθεται για πρώτη φορά σε ευρεία χρήση στη δεκαετία του 1920, όταν μια σειρά γερμανόφωνων κοινωνιολόγων, και κυρίως οι Max Scheler και Karl Mannheim, έγραψαν εκτενώς γι’ αυτόν. Με την κυριαρχία της λειτουργικότητας, από τα μέσα περίπου του 20ου αιώνα, η κοινωνιολογία της γνώσης έτεινε να παραμείνει στην περιφέρεια της επικρατούσας τάσης στην κοινωνιολογική σκέψη. Επαναδιατυπώθηκε σε μεγάλο βαθμό εκ νέου και εφαρμόστηκε πολύ πιο στενά στην καθημερινή ζωή στη δεκαετία του 1960, ιδίως με την Peter L. Berger και τον Thomas Luckmann μέσα στο έργο Η Κοινωνική Κατασκευή της Πραγματικότητας (1966) και εξακολουθεί να είναι το επίκεντρο για τις μεθόδους που ασχολούνται με την ποιοτική κατανόηση της ανθρώπινης κοινωνίας. Οι «γενεαλογικές» και «αρχαιολογικές» μελέτες του Μισέλ Φουκώ έχουν μεγάλη σύγχρονη επιρροή.

1.3.1 Karl Mannheim
Οι Γερμανοί πολιτικοί φιλόσοφοι Καρλ Μαρξ (1818-1883) και Φρίντριχ Ένγκελς (1820-1895) υποστήριξαν στην Die Deutsche Ideologie (1846, Γερμανική Ιδεολογία) και αλλού ότι οι ιδεολογίες των ανθρώπων, συμπεριλαμβανομένων των κοινωνικών και πολιτικών πεποιθήσεων και των απόψεών τους, έχουν τις ρίζες τους στην κοινωνική τους τάξη, και γενικότερα στις κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες που αυτοί ζουν: «Είναι άνθρωποι, οι οποίοι με την ανάπτυξη των υλικών επαφών τους-αλλάζουν μαζί μ’ αυτή την πραγματική ύπαρξή τους, τη σκέψη τους και τα προϊόντα της σκέψης τους. Η ζωή δεν καθορίζεται από τη συνείδηση, αλλά με συνείδηση της ζωής»(Μαρξ-Ένγκελς Gesamtausgabe 1 / 5). Υπό την επίδραση αυτής της θεωρίας, και της Φαινομενολογίας, ο γεννημένος στην Ουγγαρία αλλά γερμανικής καταγωγής κοινωνιολόγος Karl Mannheim (1893-1947) έδωσε ώθηση στην ανάπτυξη της κοινωνιολογίας της γνώσης με το έργο του Ideologie und Utopie (1929), αν και ο όρος είχε εισαχθεί πέντε χρόνια νωρίτερα από το συν-ιδρυτή του κινήματος, Γερμανό φιλόσοφο, φαινομενολόγο Max Scheler (1874-1928), στην Versuche zu einer Soziologie des Wissens (1924, Προσπάθειες στην Κοινωνιολογία της Γνώσης). Ο Mannheim φοβόταν ότι η ερμηνεία αυτή θα μπορούσε να θεωρηθεί σαν ισχυρισμός ότι όλες οι γνώσεις και πεποιθήσεις είναι προϊόντα των κοινωνικοπολιτικών δυνάμεων αφού αυτή η μορφή σχετικισμού είναι αυτοκαταστροφική (αν είναι αλήθεια, τότε είναι πολύ απλό προϊόν των κοινωνικοπολιτικών δυνάμεων και δεν έχει καμία αξία για την αλήθεια και δεν έχει μεγάλη δύναμη πειθούς). Ο Mannheim πίστευε ότι ο σχετικισμός ήταν ένα παράξενο μείγμα σύγχρονων και αρχαίων πεποιθήσεων, καθόσον περιλαμβάνει την ίδια πίστη σε μια απόλυτη αλήθεια που ίσχυε για όλες τις ώρες και τους τόπους (η αρχαία άποψη πιο συχνά συνδέεται με τον Πλάτωνα) και καταδίκασε άλλες αληθείς αξιώσεις, επειδή δεν μπορούσαν να επιτύχουν αυτό το επίπεδο της αντικειμενικότητας (μια ιδέα που σταχυολογήθηκε από τον Μαρξ). Ο Mannheim προσπάθησε να αποφύγει αυτό το πρόβλημα με την ιδέα του σχετικισμού «relationism». Αυτή είναι η ιδέα σύμφωνα με την οποία ορισμένα πράγματα είναι αληθή μόνο σε ορισμένες χρονικές περιόδους και τόπους (μια άποψη επηρεασμένη από τον πραγματισμό), ωστόσο, αυτό δεν τα κάνει λιγότερο αληθή. Ο Mannheim θεώρησε ότι ένα τμήμα των διανοουμένων (το οποίο ισχυρίστηκε ότι ήταν μόνο χαλαρά συνδεδεμένο με την ταξική δομή της κοινωνίας) θα μπορούσε κάλλιστα να αντιληφθεί αυτή τη μορφή της αλήθειας με τη δημιουργία μιας «δυναμικής σύνθεσης» των ιδεολογιών των άλλων ομάδων.

1.3.2 Emile.Durkheim
Ο Emile Durkheim θεωρείται ο θεμελιωτής της γαλλικής κοινωνιολογίας. Από το σύνολο του πολυσχιδούς έργου του θα μας απασχολήσουν εδώ μόνο οι σχετικές με την κοινωνιολογία της γνώσης συνεισφορές του, που περιέχονται στο βιβλίο του για τις Στοιχειώδεις Μορφές της Θρησκευτικής Ζωής (1915). Είναι γεγονός ότι ο Durkheim προσπάθησε να βάλει σε μια ανθρωπολογική προοπτική τις βασικές κατηγορίες της ανθρώπινης σκέψης, όπως την ηθική, τις αξίες, τις θρησκευτικές ιδέες, τις βασικές μορφές ταξινόμησης και τις θεμελιώδεις κατηγορίες του χώρου και  χρόνου. Ισχυριζόταν, για παράδειγμα, πως ιδέες σαν του χώρου και χρόνου μεταβάλλονται από ομάδα σε ομάδα ανθρώπων και μέσα στην ίδια ομάδα χρονικά. Η μεταβλητότητα αυτή ήταν απόδειξη του ότι οι βασικές κατηγορίες του ανθρώπου κι οι κανόνες της λογικής του εξαρτώνται σε κάποιο βαθμό από παράγοντες, που είναι ιστορικοί κι, άρα, κοινωνικοί (1915, σελ. 12-13). Ουσιαστικά, θεωρούσε ότι όλες οι μορφές της γνώσης, των πεποιθήσεων και των ιδεών του ανθρώπου αποτελούν μέρος μιας γενικότερης συλλογικής συνείδησης. Επομένως, όχι μόνο δεν μπορούν να υπάρξουν ανεξάρτητα από την κοινωνική ύπαρξη του ανθρώπου, αλλά, επιπλέον, είναι ισομορφικές προς τις μορφές της κοινωνίας που ο άνθρωπος παράγει και διατηρεί. Για παράδειγμα, η θρησκεία είναι αφενός ένα σύστημα πεποιθήσεων, με το οποίο οι άνθρωποι οργανώνουν την ζωή τους και κατατάσσουν τα συμβάντα του κόσμου τους (πχ., διακρίνοντας τα ιερά από τα εγκόσμια). Αφετέρου όμως η θρησκεία είναι ένα “κοινωνικό πράγμα”, που περιορίζει με κάποια έννοια την κοινωνική δραστηριότητα και συμπεριφορά. Επίσης, τα διάφορα αντικείμενα ταξινομούνται στις κοινωνίες με τρόπους που αντανακλούν κι επεκτείνουν τις υπάρχουσες κοινωνικές διατάξεις. Έτσι, οι ιδέες για τον χώρο αντανακλούν την βασική υλική και κοινωνική οργάνωση της κοινωνίας κι οι ιδέες για τον χρόνο αντανακλούν τους κοινωνικούς ρυθμούς της συλλογικής ζωής, όπως, πχ., τους τρόπους, με τους οποίους οργανώνονται οι θρησκευτικές τελετές και γιορτές. Κι από την άλλη όμως μεριά, και τα δυο, κοινωνική οργάνωση και ρυθμοί, γίνονται μέσα στο χώρο και χρόνο, αντιστοίχως, οπότε κι αυτά αντανακλούν τις βασικές κατηγορίες της ανθρώπινης γνώσης. Με την έννοια αυτή, ο φυσικός κι ο κοινωνικός κόσμος συγκροτούν αμοιβαία ο ένας τον άλλο για τον Durkheim.
Ο ισομορφισμός (ή παραλληλισμός) αυτός μεταξύ του κοινωνικού και του φυσικού κόσμου, που υιοθετεί ο Durkheim, φαίνεται να προτείνει την δυνατότητα να προσδιορίζεται η δομή της γνώσης για τον κόσμο σαν αντανάκλαση της κοινωνικής δομής, με την έννοια ότι μια τέτοια γνώση θα περιορίζεται και θα διαμορφώνεται από την οργάνωση και την διάρθρωση των κοινωνικών θεσμών. Όμως, παρότι ο Durkheim δεν παραιτείται από μια τέτοια γενική ιδέα, καταλήγει να τροποποιήσει κάποιες από τις λεπτομέρειες, για να εξαιρέσει τελικά την επιστημονική γνώση από την δυνατότητα του προηγουμένου προσδιορισμού. Πρώτα από όλα, προσπαθεί να κρατήσει αποστάσεις από την κάθε μορφή σχετικισμού:
Από το γεγονός ότι οι ιδέες του χρόνου, χώρου, τάξης, αιτίας ή προσωπικότητας κατασκευάζονται από κοινωνικά στοιχεία, δεν είναι απαραίτητο να συμπεράνουμε ότι είναι κενές οποιασδήποτε αντικειμενικής αξίας. Αντιθέτως, η κοινωνική προέλευσή τους μάλλον οδηγεί στην πεποίθηση ότι δεν είναι χωρίς θεμέλια στην φύση των πραγμάτων. (1915, σελ. 19)
Στη συνέχεια, όταν προσπαθεί να εξηγήσει την κοινωνική εξέλιξη, υιοθετεί ένα πολύ περιοριστικό κριτήριο αντικειμενικότητας. Ισχυρίζεται λοιπόν ότι η αντικειμενικότητα τείνει να επιτυγχάνεται, καθώς ξεδιπλώνεται η κοινωνική εξέλιξη και ταυτόχρονα η επιστήμη αντικαθιστά την θρησκεία σαν τη βάση της ανθρώπινης σκέψης για τον φυσικό κόσμο (σελ. 429). Ταυτίζοντας την κοινωνική εξέλιξη με το  πέρασμα σε πιο πολύπλοκες μορφές κοινωνικής οργάνωσης, όπου όμως ταυτόχρονα είναι χαλαρότερη η κοινωνική αλληλεγγύη, είναι υποχρεωμένος να αλλάξει τώρα το ρόλο της επιστήμης. Ενώ αρχικά στις κοινωνίες μικρής κλίμακας η θρησκεία αντανακλούσε τον κοινωνικό κόσμο, στις πιο πολύπλοκες κοινωνίες η επιστήμη αυτονομείται σε σχέση με τον κοινωνικό κόσμο. Επίσης, ενώ στις πρώτες φάσεις το κριτήριο εγκυρότητας της θρησκείας είχε μια συλλογική προέλευση, τώρα το κριτήριο της εγκυρότητας της επιστήμης είναι μόνο η ίδια η επιστημονική αλήθεια (σελ. 437). Αυτό σημαίνει ότι η σύγχρονη επιστήμη δεν επιδέχεται καμιά κοινωνιολογική ανάλυση, αφού είναι ανεξάρτητη του κοινωνικού πλαισίου. Με τον τρόπο αυτό, ο Durkheim οδηγείται στο συμπέρασμα ότι η επιστήμη τείνει να γίνει μια ειδική επιστημολογική περίπτωση, που ξεφεύγει από τους γενικούς ανθρωπολογικούς προσδιορισμούς, με τους οποίους ξεκίνησε.

1.3.3 Claude Lévi-Strauss
Η διεύρυνση της γνώσης για τον άνθρωπο μέσα από την εθνογραφική παρατήρηση και τη δομική ανάλυση των πολιτισμικών φαινομένων ήταν ο στόχος και η μεγάλη συμβολή στην μελέτη του γάλλου ανθρωπολόγου Claude Lévi-Strauss. Το ταξίδι της ζωής του, όπως και την επιστημονική του διαδρομή, καθορίζει η έρευνα των «πρωτόγονων» πολιτισμών ως τρόπου για την κατανόηση των σύγχρονων κοινωνιών του δυτικού πολιτισμού και την υπέρβαση των αντιφάσεών τους. Με τη μελέτη των «πρωτόγονων» κοινωνιών αναζήτησε την καθαρότητα των δομών της ανθρώπινης σκέψης, μέσα από την ποικιλία των διαφορετικών πολιτισμών τους οποίους θεωρούσε ισάξιους, απορρίπτοντας την εξελικτική αντίληψη της ιστορίας.
Κομβικό σημείο στην προσωπική και επιστημονική του πορεία ήταν το ταξίδι του στη Βραζιλία ως μέλος μιας γαλλικής πολιτιστικής αποστολής, και η διαμονή του εκεί από το 1935 έως το 1938 όπου εργάστηκε ως επισκέπτης καθηγητής στο πανεπιστήμιο του Σάο Πάολο. Στη διάρκεια αυτής της περιόδου διεξήγαγε και τις πρώτες του επιτόπιες έρευνες στο Μάτο Γκρόσο και στην Αμαζονία, εγκαινιάζοντας μια ερευνητική σχέση με την περιοχή που διήρκεσε πάνω από τρεις δεκαετίες. Μετά την συνθηκολόγηση της Γαλλίας με την ναζιστική Γερμανία το 1940 κατέφυγε στις Ηνωμένες Πολιτείες όπου αρχικά δίδαξε στην Νέα Υόρκη και στην συνέχεια εργάστηκε στην γαλλική πρεσβεία ως σύμβουλος για πολιτιστικά θέματα (1945-1949).
Απόρροια της εθνογραφικής του έρευνας στους ινδιάνους Nambikwara και καθοριστική μελέτη για τις θεωρητικές του κατευθύνσεις ήταν η διδακτορική του διατριβή Στοιχειώδεις δομές της συγγένειας που υποστήριξε το 1948 και εκδόθηκε το 1949 και θεωρήθηκε ένα από τα σημαντικότερα ανθρωπολογικά έργα για τη συγγένεια.
Με σαφείς τις επιρροές της δομικής γλωσσολογίας του Ferdinand de Saussure και της «Σχολής της Πράγας», του N. Troubetzkoy και του Roman Jakobson με τον οποίο συνδέθηκε στην Νέα Υόρκη και υποστηρίζοντας τη δυαδική λογική των αντιθέτων ως στοιχειώδη λογική, «κοινή ουσία» της ανθρώπινης σκέψης, ο Claude Lévi-Strauss αντιμετώπισε τη συγγένεια – και αργότερα και άλλα πολιτισμικά  φαινόμενα όπως οι μύθοι ή τα διατροφικά συστήματα – ως ένα ολοκληρωμένο σύστημα λογικά συνδεδεμένων νοηματικών κατηγοριών, δίνοντας έμφαση στις σχέσεις που συνδέουν τα επιμέρους στοιχεία του συστήματος και τους νόμους που διέπουν τις σχέσεις αυτές.
Όπως όμως και ο ίδιος συχνά υπενθύμιζε ιδιαίτερα σημαντική ήταν η επιρροή που άσκησαν στην σκέψη του οι απόψεις του Emile Durkheim και του Marcel Mauss για την αναγωγή των κοινωνικών δεδομένων σε στοιχειώδεις δομές. Στην Eισαγωγή στο έργο του Marcel Mauss αναθέτει στην ανθρωπολογία να ερευνήσει τις υποσυνείδητες δομές της νόησης που μπορούν να προσεγγιστούν μέσα από τη μελέτη των θεσμών ή ακόμη καλύτερα της γλώσσας.
Ο Claude Lévi-Strauss θεωρείται ο ηγέτης της γαλλικής δομικής ανθρωπολογίας και το έργο του επηρέασε τη θεωρητική εξέλιξη της ανθρωπολογικής επιστήμης τον 20ο αιώνα. Διαδέχτηκε τον Maurice Leenhardt στην Ecole Pratique des Hautes Etudes το 1950 και εκλέχτηκε στο Γαλλικό Κολλέγιο το 1959, όπου δίδαξε ως την συνταξιοδότησή του το 1983. Το 1955 εκδίδονται οι Θλιβεροί Τροπικοί, μια αφηγηματική εξιστόρηση της εθνογραφικής του εμπειρίας στον Αμαζόνιο, ταυτόχρονα ταξιδιωτικό αφήγημα, παρουσίαση των ανθρωπολογικών και φιλοσοφικών του στοχασμών, εθνολογική ανάλυση και πνευματική αυτοβιογραφία. Αποτελεί μια μαρτυρία για ετεροχρονισμένους τρόπους ζωής, εθιμικές συμπεριφορές, ανθρώπινες σχέσεις και κώδικες επικοινωνίας «παραδοσιακών» πολιτισμών που χάνονται στη συγχρονία.
Το 1962 δημοσιεύει την ‘Aγρια σκέψη, όπου με αφετηρία την «πρωτόγονη» σκέψη, παρουσιάζει τις απόψεις του για τον ανθρώπινο πολιτισμό, τους τρόπους με τους οποίους οι ανθρώπινες κοινωνίες (είτε πρόκειται για παραδοσιακές ή «ψυχρές» όπως τις αποκαλούσε οι οποίες αγνοούν την ιστορική τους διάσταση και τις οποίες συνήθως μελετούν οι εθνολόγοι, είτε για τις σύγχρονες ή «θερμές» για τις οποίες η αντίληψη που έχουν για την ιστορικότητά τους αποτελεί εγγύηση της διάρκειάς τους στον χρόνο και της ιδιαίτερής τους ταυτότητας) διαλέγονται με την ιστορία, αντιδρούν στους μετασχηματισμούς και τις κοινωνικές αλλαγές.
Στα τελευταία μαθήματά του στο Γαλλικό Κολλέγιο (Paroles données, 1984) από το 1976 ως το 1982 επανέρχεται στην μελέτη των συγγενικών σχέσεων και στην προσέγγιση των σύνθετων γαμήλιων στρατηγικών των ιστορικών κοινωνιών υποστηρίζοντας τις δυνατότητες του δομισμού για την μελέτη τους και φέρνοντάς κοντά τους τις λεγόμενες πρωτόγονες ή αρχαϊκές κοινωνίες.
Ο συμβολικός δομισμός του Claude Lévi-Strauss επικρίθηκε για τη μονοδιάστατη εμμονή στις σχέσεις μεταξύ των όρων ενός συστήματος εις βάρος της κοινωνικής πραγματικότητας των υπό μελέτη κοινωνιών και της ιστορικής τους διάστασης. Αναμφισβήτητα, ωστόσο, εφαρμόζοντας τη δομική ανάλυση στα στοιχεία, στη μορφή και το περιεχόμενο αλλά κυρίως στις σχέσεις των πολιτισμικών φαινομένων, ο Claude Lévi-Strauss συνέβαλε αποφασιστικά στην αναζήτηση των νόμων της εσωτερικής οργάνωσης των κοινωνικών συστημάτων.

1.3.4 Φαινομενολογική Κοινωνιολογία
Φαινομενολογική Κοινωνιολογία είναι η μελέτη των τυπικών δομών μιας συγκεκριμένης κοινωνικής ύπαρξης όπως παρέχεται από την αναλυτική περιγραφή των πράξεων, της εκ προθέσεως συνείδησης. Το «αντικείμενο» μιας τέτοιας ανάλυσης είναι το νόημα του ζωντανού κόσμου της καθημερινής ζωής: η «Lebenswelt», ή Life-world (Husserl: 1989). Ο στόχος, όπως και κάθε άλλης φαινομενολογικής έρευνας, είναι να περιγράψει τις τυπικές δομές αυτού του αντικειμένου της έρευνας στην υποκειμενική άποψη, ως ένα αντικείμενο-συντελεσμένο στην-και-για-την-συνείδηση (Gurwitsch: 1964). Αυτό που κάνει μια τέτοια περιγραφή διαφορετική από την «αφελή» υποκειμενική περιγραφή ενός ανθρώπου στο δρόμο, ή εκείνων των παραδοσιακών, θετικιστικών κοινωνικών επιστημόνων, είναι η χρησιμοποίηση των μεθόδων της φαινομενολογίας.
Ο πρωτοπόρος οδηγός της φαινομενολογικής Κοινωνιολογίας ήταν ο Alfred Schutz [1899-1959]. Ο Schutz επιδιώκει να προσφέρει ένα κρίσιμο φιλοσοφικό θεμέλιο για την ερμηνευτική κοινωνιολογία του Max Weber, μέσω της χρήσης των φαινομενολογικών μεθόδων που προέρχονται από την υπερβατική φαινομενολογική έρευνα του Edmund Husserl [1859-1938]. Το έργο του Husserl στρεφόταν στην διατύπωση των τυπικών δομών της εκ προθέσεως συνείδησης. Το έργο του Schutz στρεφόταν στην διατύπωση των τυπικών δομών της Life-world(Schutz: 1980). Το έργο του Husserl διενεργήθηκε ως υπερβατική φαινομενολογία της συνείδησης. Το έργο του Schutz διενεργήθηκε ως κοσμική φαινομενολογία της Life-world (Natanson: 1974). Η διαφορά στα ερευνητικά έργα τους έγκειται στο επίπεδο της ανάλυσης, τα αντικείμενα που λαμβάνονται ως θέματα της μελέτης, καθώς και το είδος των φαινομενολογικών απλουστεύσεων που χρησιμοποιούνται για τους σκοπούς της ανάλυσης.
Τελικά, τα δύο σχέδια θα πρέπει να θεωρούνται ως συμπληρωματικά, με τις δομές του τελευταίου να εξαρτάται από τις δομές του πρώτου. Έτσι, μια έγκυρη φαινομενολογική περιγραφή των τυπικών δομών της Life-world πρέπει να είναι απόλυτα συνεπής με τις περιγραφές των τυπικών δομών της εκ προθέσεως συνείδησης. Είναι από το δεύτερο που το πρώτο αντλεί κύρος και γίνεται αληθές (Sokolowski: 2000).
Η φαινομενολογική σύνδεση με την κοινωνιολογία της γνώσης προέρχεται από δύο βασικές ιστορικές πηγές σύμφωνα με την ανάλυση του Mannheim: [1] Ο Mannheim είναι εξαρτημένος από τις ιδέες που προέρχονται από τις φαινομενολογικές έρευνες του Husserl, ιδιαίτερα τη θεωρία της έννοιας, όπως παρουσιάζεται με το Logical Investigations (Husserl: 2000), στη διαμόρφωση του κεντρικού έργο του: «On The Interpretation of Weltanschauung»(Mannheim: 1993)- αυτό το δοκίμιο αποτελεί το κεντρικό στοιχείο της μεθόδου του Mannheim για την ιστορική κατανόηση και έχει κεντρική σημασία η σύλληψή του για την κοινωνιολογία της γνώσης ως ένα ερευνητικό πρόγραμμα. και [2] Η έννοια της «Weltanschauung» που διατυπώθηκε από τον Mannheim έχει τις ρίζες της στην ερμηνευτική φιλοσοφία του Wilhem Dilthey, ο οποίος επικαλέστηκε τη θεωρία της  σημασίας του Husserl για τις μεθοδολογικές προδιαγραφές του για την ερμηνευτική πράξη (Mannheim: 1993: βλέπε fn38).
Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι η ανάλυση του Husserl για τις τυπικές δομές της συνείδησης, καθώς και η ανάλυση του Schutz για τις τυπικές δομές της Life-world προορίζονται ειδικά για να τεθούν τα θεμέλια, στη συνείδηση, για την κατανόηση και ερμηνεία του κοινωνικού κόσμου που υπόκειται σε πολιτιστική και ιστορική αλλαγή. Η φαινομενολογική θέση είναι ότι αν και η πραγματοποίηση των γεγονότων(facticity) του κοινωνικού κόσμου μπορεί να έχει πολιτιστική και ιστορική σχέση, η επίσημη δομή της συνείδησης, καθώς και οι διαδικασίες με τις οποίες ερχόμαστε να γνωρίσουμε και να κατανοήσουμε αυτήν την πραγματοποίηση δεν έχει. Δηλαδή, η αντίληψη του οποιουδήποτε πραγματικού κοινωνικού κόσμου είναι αναπόφευκτα εξαρτημένη από την κατανόηση των δομών και των διαδικασιών της συνείδησης που βρέθηκαν, και αποτελούν, κάθε δυνατό κοινωνικό κόσμο.
Εναλλακτικά, εάν η πραγματοποίηση των γεγονότων(facticity) του κοινωνικού κόσμου και οι δομές της συνείδησης αποδειχθεί ότι είναι πολιτιστικά και ιστορικά σχετικές, τότε βρισκόμαστε σε αδιέξοδο σε σχέση με οποιαδήποτε ουσιαστική επιστημονική κατανόηση του κοινωνικού κόσμου που δεν είναι υποκειμενική (σε αντίθεση με το να είναι αντικειμενική και να στηρίζεται στη φύση (θετικισμός), ή να εδράζεται στις δομές της συνείδησης [φαινομενολογία]), και σε σχέση με την πολιτιστικούς και ιδεολογικούς σχηματισμούς ιδιαίτερα συγκεκριμένων ατόμων που ζουν σε μια συγκεκριμένη κοινωνικοιστορική ομάδα.
1.3.5 Η κοινωνιολογία των μαθηματικών γνώσεων
Η μελέτη των μαθηματικών πρακτικών και ο οιονεί εμπειρισμός στα μαθηματικά αποτελεί σωστά, μέρος της κοινωνιολογίας της γνώσης, δεδομένου ότι επικεντρώνεται στην κοινότητα όσων ασχολούνται με τα μαθηματικά και τις κοινές τους υποθέσεις. Από το 1960 που ο Eugene Wigner έθεσε το ζήτημα και που η Hilary Putnam κατέστησε πιο αυστηρό το 1975, το ερώτημα γιατί τομείς όπως η Φυσική και τα μαθηματικά θα πρέπει να συμφωνούν, έχει αρκετά συζητηθεί. Προτεινόμενες λύσεις, επισημαίνουν ότι τα θεμελιώδη στοιχεία της μαθηματικής σκέψης (το διάστημα, η δομή και ο αριθμός) είναι επίσης τα θεμελιώδη συστατικά της φυσικής. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι η φυσική δεν είναι παρά μια μοντελοποίηση της πραγματικότητας, και βλέποντας αιτιώδεις σχέσεις να διέπουν επαναλαμβανόμενα φαινόμενα, όπως επίσης μεγάλο μέρος των μαθηματικών, ιδίως σε σχέση με την ανάπτυξη του απειροστικού λογισμού, αναπτύχθηκε ακριβώς για το στόχο της ανάπτυξης αυτών των μοντέλων με αυστηρό τρόπο. Μια άλλη προσέγγιση είναι να προτείνουν ότι δεν υπάρχει σοβαρό πρόβλημα, ότι η κατανομή της ανθρώπινης επιστημονικής σκέψης μέσα από τη χρήση λέξεων όπως «μαθηματικά» και «φυσική» είναι μόνο χρήσιμη για την πρακτική καθημερινή λειτουργία της κατηγοριοποίησης και διάκρισης.
Θεμελιώδη συμβολή στην κοινωνιολογία της μαθηματικής γνώσης έχει ο Sal Restivo και ο David Bloor. Ο Restivo στηρίζεται στις εργασίες ακαδημαϊκών, όπως ο Spengler Oswald, Raymond L. Wilder και Lesley A. White, καθώς και σύγχρονων  κοινωνιολόγων της γνώσης και ακαδημαϊκών μελετητών της επιστήμης. Ο David Bloor επηρεάζεται από τον Ludwig Wittgenstein και άλλους σύγχρονους στοχαστές. Και οι δύο ισχυρίζονται ότι η μαθηματική γνώση κατασκευάζεται κοινωνικά και έχει αμείωτα ενδεχόμενα και ιστορικούς παράγοντες που υφαίνονται σε αυτή. Πιο πρόσφατα ο Paul Ernest έχει προτείνει μια κοινωνική κονστρουκτιβιστική άποψη της μαθηματικής γνώσης, με βάση τα έργα των δύο αυτών κοινωνιολόγων.

1.4 Φαινομενολογία
Η φαινομενολογία είναι ένα φιλοσοφικό σύστημα , που έχει χρησιμοποιηθεί από τους κύκλους της φιλοσοφίας, τον 18ον αιώνα.
Φαινομεναλισμός, φαινομενισμός ή φαινομενοκρατία στις αρχές του προσδιορισμού του όρου, σήμαινε την απομάκρυνση της συνείδησης και της εμπειρίας από το βασίλειο των συνιστωσών της πρόθεσης και την περιγραφή τους μέσα σ’ ένα φιλοσοφικό πλαίσιο. Σε αντίθεση με όλες τις ξύλινες γλώσσες, γνώριζε ο ίδιος ο Husserl ότι δεν υφίσταται φιλοσοφία, εάν δεν ξεκινάμε από τη συγκροτούσα συνείδηση, και την θεωρούσε «φαινομενολογική» αφετηρία.
Εγκατεστημένος από θέση αρχής στην καρτεσιανή παράδοση της υποκειμενικότητας και της συνείδησης, χρειαζόταν να δείξει ποιους δεσμούς με τον κόσμο έπρεπε να κόψει αυτή η φιλοσοφία προκειμένου να γίνει η ιδεολογία ενός νέου κόσμου που αντικατοπτρίζει την καθολική του αποξένωση.
Έμενε να ξαναβρεθεί λοιπόν η χωροποιημένη προοπτική της συνείδησης, η διαυποκειμενικότητα , ως όρος δυνατότητας της αυτοσυνειδησίας, της οποίας το ανεξάντλητο βάθος είναι το σώμα. Κανείς δεν μας εμποδίζει βεβαίως να «αναλύσουμε» τον άνθρωπο σε συνείδηση και σώμα, αλλά τότε δεν υφίσταται πουθενά πλέον η πραγματική οντότητα για την οποία μιλούσαμε και μένουμε με δύο κενές αφαιρέσεις, που είναι η κατασκευή του καρτεσιανού ορθολογισμού, πτωχού απόηχου μιας φοβικής θεολογίας. Εδώ λοιπόν ολοκληρώνεται, αλλά δεν κλείνει, ο διαλεκτικός κύκλος: αν η συνείδηση έχει την έγκυρη δικαιοδοσία να συγκροτεί τον κόσμο είναι επειδή είναι η ίδια συγκροτημένη από αυτό το οποίο συγκροτεί, θα κάνει το αποφασιστικό βήμα να ορίσει αυτή τη συγκρότηση, μεσολαβητικό κρίκο, ως έκφραση δημιουργίας. Η αλλαγή της συνείδησης και της αντίληψης, αλλάζει την δημιουργία!
Το μυστικό της σύστασης του κοινωνικού είναι, όπως γνώριζε ήδη ο Husserl, η διαυποκειμενικότητα, και η εξιχνίασή της απαιτεί ν’ αποχαιρετίσουμε οριστικά κάθε απλοϊκό όνειρο «αντικειμενικότητας». Αυτό, είναι ένας τρόπος σκέψης, ο τρόπος που επιβάλλεται, όταν το αντικείμενο είναι “άλλο” και απαιτεί να «μεταμορφωθούμε εμείς οι ίδιοι». Θα δείξει αυστηρά εκείνο, που οι παρωπίδες του φυσικού επιστήμονα, ακόμη και του υποτιθέμενα μεγαλοφυούς, τον κάνουν οριστικά ανίκανο να συλλάβει: ότι η «αλήθεια της επιστήμης» ενέχει πάντα περισσότερο ψεύδος απ’ όσο η απλοϊκή προφάνεια του κοινού νου, εφόσον αρνείται να καταλάβει ότι η ίδια δεν είναι άλλο από μια τεχνική μετάφραση ενός γεγονότος της εμπειρίας, που έχει ενδεχομένως κάποια χρησιμότητα εν σχέση προς ειδικούς πρακτικούς σκοπούς, μόνον εάν   παραμένει στην αρμόζουσα «θέση της μέσα στην ολότητα του ανθρώπινου κόσμου» ως προ-στάδια της υπερβατολογικής αναγωγής.
Αυτή είναι η ιστορική έρευνα της ανάπτυξης της συνείδησης και της εμπειρίας από τις πρωταρχικές αισθήσεις έως την λογική σκέψη. Με απλά λόγια μόνο τα φαινόμενα μπορούν να γίνουν γνωστά ή απλά τα συνειδησιακά γεγονότα, υποκειμενικά συναισθήματα, μπορούν να γίνουν γνωστά όχι η ουσία των πραγμάτων.
Ο Husserl υποστήριξε ότι η φαινομενολογία είναι μια φιλοσοφική μέθοδος για την μελέτη της πρωταρχικής ουσίας των πραγμάτων. Μια μελέτη για την δράση που ενσωματώνει αυτή η ουσία στην ροή της καθημερινής εμπειρίας.
Είχε την πεποίθηση ότι το όν μπορεί να αναγνωριστεί άμεσα και ενορατικά στην ουσία του και η φαινομενολογία περιγράφει τον χαρακτήρα και την ουσία του όντος με βάση αυτό που φαίνεται. Δρα διαφορετικά από την οντολογία που περιγράφει τι μπορεί και τι οφείλει να είναι το ον. Είναι μια υπερβατική φιλοσοφία που ασχολείται μόνο με ότι απομένει μετά την εφαρμογή μιας αναγωγής.
Η σχέση του γενικού με το ειδικό δεν είναι αρκετά πλούσια ώστε να οριοθετήσει την διαφορά αναγωγής και επαγωγής.
Οποιοδήποτε σύγχρονο βιβλίο λογικής θα κάνει την διαφοροποίηση αυτών των δυο όρων σε επίπεδο συνεπαγωγής των αποτελεσμάτων. Δηλαδή, αν τα συμπεράσματα μιας πρότασης προκύπτουν αναγκαστικά από τους αρχικούς συλλογισμούς, τότε το επιχείρημα είναι αναγωγικό. Αν τα συμπεράσματα προκύπτουν με κάποια πιθανότητα από τις αρχικές υποθέσεις, το επιχείρημα είναι επαγωγικό .
Ο Αριστοτέλης και Πλάτωνας ήταν οι “μάγοι” της επαγωγικής και αναγωγικής σκέψης. Ο Husserl ονόμασε την αναγωγή epoch και εννοούσε την περιστολή του νοήματος ή την αναστολή της κρίσης. Επιστροφή στις πηγές ήταν το σύνθημα του και προϋποθέτει ένα κόσμο που υπήρχε πριν την εμφάνιση της σκέψης. Είχε την πρόθεση να γίνει η φαινομενολογία μια μέθοδος για την προσέγγιση της εμπειρίας της ζωής την στιγμή που αυτή συμβαίνει στο χώρο και στο χρόνο.,Ήταν μια προσπάθεια να περιγραφεί άμεσα αυτό που συμβαίνει χωρίς να χρειάζεται να σταματήσουμε για να σκεφτούμε την προέλευση της ή τις αιτιώδεις ερμηνείες της.
Παρόλο που ο Σαρτρ και άλλοι φιλόσοφοι διαμόρφωσαν την φαινομενολογία να ταιριάζει στις προδιαγραφές τους η ίδια αρνείται να οριστεί και βρίσκεται ακόμη στην διαδικασία και σε μια ρευστή κατάσταση ορισμού..
Στο κόσμο των πολεμιστών, οι πολεμιστές διευρύνουν τις παραμέτρους αυτού που μπορούν να αντιληφθούν μέχρι το σημείο να αντιλαμβάνονται συστηματικά το Άγνωστο και αναστέλλουν την επιρροή του συνηθισμένου συστήματος ερμηνείας που διαθέτουν και της κοινωνικής διαμόρφωσης. Με αυτή την έννοια πάνε ένα βήμα παραπέρα από τις διανοητικές ασκήσεις των φιλοσόφων, αναμορφώνουν το φυσικό σώμα και την συνείδηση, επαναδιατάσσοντας την ενέργεια και εκτελούν το μαγικό πέρασμα.

Η πρόθεση και η διαυποκειμενικότητα είναι απαραίτητες για να επιτευχθεί η κρίσιμη μάζα, που θα αλλάξει την αντίληψη ενός κοινωνικού κομφορμισμού και θα επιχειρήσει το κβαντικό άλμα της συνείδησης, έχοντας πετύχει η ίδια την βαθιά μεταμόρφωση και αλλαγή του προσωπικού νησιού της.
Ως διαυποκειμενικότητα μπορεί να οριστεί μια συνειδησιακή αλληλεπίδραση, η οποία λαμβάνει χώρα στο ομαδικό ασυνείδητο. Οι άνθρωποι δημιουργούν μια αυτόνομη οντότητα, μια σκεπτομορφή, θεούς, είδωλα, σταρ, έννοιες , αυτοκρατορίες, όταν κάνουν εγγραφές στο ασυνείδητο. Με αυτό τον τρόπο αυτή η σκεπτομορφή, αποκτά μια μεταφυσική και υπερβατική διάσταση που δεν έχει από μόνη της.
Όταν έχουμε κάνει μια συμφωνία μια συνομολόγηση από πολλούς μαζί ανθρώπους, το αντικείμενο της συνομολόγησης αποκτά τεράστια δύναμη. Αυτή η συμφωνία γίνεται μερικές φορές συνειδητά και άλλοτε καθόλου.. Η πιο ισχυρή γίνεται στο ομαδικό υποσυνείδητο που μετέχουμε όλοι.
Στα σημεία που συναπαντώμεθα και συμφωνούμε, δυναμώνουν και αποκτούν ανεξάρτητη ισχύ. Από την άλλη πλευρά, αν συμφωνήσουμε και αποσύρουμε την υποστήριξη μας από ένα κοινό τόπο του ομαδικού ασυνειδήτου, αυτός ο χώρος κλονίζεται καταρρέει. Έτσι εξηγούνται απότομες ιστορικές , κοινωνικές αλλαγές και πτώσεις αυτοκρατοριών. Πρόθεση είναι η προγραμματισμένη θέληση για την εξυπηρέτηση ενός σκοπού. Μια ισχυρή πρόθεση συνοδευόμενη από κρίση και λογική βρίσκεται πολύ κοντά σε αυτό που ονομάζουμε απόφαση. Μια τέτοια απόφαση μπορεί να μετακινήσει ακόμη και βουνά. Πόσες τέτοιες αποφάσεις αρκούν και από πόσους ανθρώπους; Πόσοι άνθρωποι μπορούν να αποτελέσουν την κρίσιμη μάζα “μιας συντροφιάς”;
Στην κβαντική φυσική, μαθαίνουμε ότι όταν κάτι φθάνει σε κρίσιμη μάζα, που είναι το 51% της συλλογικής ενέργειας, της δόνησης και της συνειδητότητας για οτιδήποτε από αυτά μιλάμε, μια μετατόπιση χωρίς κανένα εμπόδιο πραγματοποιείται. Παραδείγματος χάριν, όταν αυξάνεται ένα ηλεκτρόνιο και δονείται, στο σημείο του 51% της ενέργειας, της δόνησης και της συνειδητότητας εκείνο το ηλεκτρόνιο φθάνει στην υψηλότερη δόνηση, τα υπόλοιπα 49% αφομοιώνονται αμέσως στη νέα συχνότητα.
Ίσως σε τελική ανάλυση να είναι θέμα ποιότητας και όχι ποσότητας. Δύο Χόμπιτ στάθηκαν αρκετά για την συντροφιά και τελικά κατόρθωσαν να μεταφέρουν ένα δακτυλίδι εξουσίας σκοτεινής και να το καταστρέψουν.
Πόσοι “άνθρωποι”… θα ήταν αρκετοί!
Μπορούν 300 επίλεκτοι πολεμιστές απέναντι ενός σύγχρονου Δαρείου δεσμεύοντας όμως τον Εφιάλτη, να κρατήσουν τα στενά των Θερμοπυλών;

(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)

Αλέξανδρος Α. Αλεξανδρίδης

Επιβλέπων Καθηγητής
Παναγιώτης Σπύρου

Αθήνα, Ιούνιος 2010

ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΤΜΗΜΑ ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΩΝ
ΤΜΗΜΑ ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑΣ, ΙΣΤΟΡΙΑΣ &
ΘΕΩΡΙΑΣ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ
ΤΜΗΜΑ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ – ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΗΣ & ΨΥΧΟΛΟΓΙΑΣ

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΤΜΗΜΑ ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΩΝ & ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΗΣ
ΤΜΗΜΑ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΑΓΩΓΗΣ

About sooteris kyritsis

Job title: (f)PHELLOW OF SOPHIA Profession: RESEARCHER Company: ANTHROOPISMOS Favorite quote: "ITS TIME FOR KOSMOPOLITANS(=HELLINES) TO FLY IN SPACE." Interested in: Activity Partners, Friends Fashion: Classic Humor: Friendly Places lived: EN THE HIGHLANDS OF KOSMOS THROUGH THE DARKNESS OF AMENTHE
This entry was posted in GLOSSOLOGY and tagged , , , , . Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Please log in using one of these methods to post your comment:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s